Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1997 ]

ΣτΕ 4464/1997 Το θεσπιζόμενο με το άρθρο 55, παρ. 7 του Ν.1041/1980 (άρθρο 39 του Ν.2238) τεκμήριο, είναι μαχητό, αφού από το νόμο παρέχεται η δυνατότητα ανατροπής του, όταν αποδειχθεί ότι με τις υποτιμολογήσεις ή υπερτιμολογήσεις δεν εσκοπήθη φοροδιαφυγή, προς απόδειξη δε του ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν με τις ανωτέρω πράξεις σε φοροδιαφυγή δεν τάσσεται από το νόμο ειδικός τρόπος αποδείξεως, εκ της όλης όμως ρυθμίσεως προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο για την κρίση περί ελλείψεως προθέσεως φοροδιαφυγής αποτελεί, κατά το νόμο, το τυχόν γεγονός ότι η συνεπεία της γενομένης υποτιμολογήσεως ή υπερτιμολογήσεως εκ πάσης φύσεως φόρων και τελών συνολική επιβάρυνση αμφοτέρων των συμβληθεισών επιχειρήσεων, δεν αφίσταται ή δεν αφίσταται ουσιωδώς, κατά τις περιστάσεις, του ποσού το οποίο θα οφειλόταν συνολικώς για τους ίδιους φόρους και τέλη, αν δεν είχε λάβει χώρα η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση

(Το θεσπιζόμενο με το άρθρο 55, παρ. 7 του Ν.1041/1980 (άρθρο 39 του Ν.2238) τεκμήριο, είναι μαχητό, αφού από το νόμο παρέχεται η δυνατότητα ανατροπής του, όταν αποδειχθεί ότι με τις υποτιμολογήσεις ή υπερτιμολογήσεις δεν εσκοπήθη φοροδιαφυγή, προς απόδειξη δε του ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν με τις ανωτέρω πράξεις σε φοροδιαφυγή δεν τάσσεται από το νόμο ειδικός τρόπος αποδείξεως, εκ της όλης όμως ρυθμίσεως προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο για την κρίση περί ελλείψεως προθέσεως φοροδιαφυγής αποτελεί, κατά το νόμο, το τυχόν γεγονός ότι η συνεπεία της γενομένης υποτιμολογήσεως ή υπερτιμολογήσεως εκ πάσης φύσεως φόρων και τελών συνολική επιβάρυνση αμφοτέρων των συμβληθεισών επιχειρήσεων, δεν αφίσταται ή δεν αφίσταται ουσιωδώς, κατά τις περιστάσεις, του ποσού το οποίο θα οφειλόταν συνολικώς για τους ίδιους φόρους και τέλη, αν δεν είχε λάβει χώρα η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση )

Κατηγορία: Κ.Β.Σ.



Υπερτιμολογήσεις - Υποτιμολογήσεις
Σ.τ.Ε.: 4464/1997

Το θεσπιζόμενο με το άρθρο 55, παρ. 7 του Ν.1041/1980 (άρθρο 39 του Ν.2238)
τεκμήριο, είναι μαχητό, αφού από το νόμο παρέχεται η δυνατότητα ανατροπής του,
όταν αποδειχθεί ότι με τις υποτιμολογήσεις ή υπερτιμολογήσεις δεν εσκοπήθη
φοροδιαφυγή, προς απόδειξη δε του ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν με τις
ανωτέρω πράξεις σε φοροδιαφυγή δεν τάσσεται από το νόμο ειδικός τρόπος
αποδείξεως, εκ της όλης όμως ρυθμίσεως προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο για την
κρίση περί ελλείψεως προθέσεως φοροδιαφυγής αποτελεί, κατά το νόμο, το τυχόν
γεγονός ότι η συνεπεία της γενομένης υποτιμολογήσεως ή υπερτιμολογήσεως εκ
πάσης φύσεως φόρων και τελών συνολική επιβάρυνση αμφοτέρων των συμβληθεισών
επιχειρήσεων, δεν αφίσταται ή δεν αφίσταται ουσιωδώς, κατά τις περιστάσεις, του
ποσού το οποίο θα οφειλόταν συνολικώς για τους ίδιους φόρους και τέλη, αν δεν
είχε λάβει χώρα η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση


<



4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη
απόφαση, η αναιρεσείουσα εταιρία έχει ως αντικείμενο εργασιών την παραγωγή
καλσόν για λογαριασμό και κατ' αποκλειστικότητα της μητρικής της εταιρίας με
την επωνυμία "......", που εδρεύει στη Γερμανία, η οποία και της προμηθεύει τις
απαραίτητες πρώτες ύλες σε ημικατεργασμένη μορφή. Η Φορολογική Αρχή, κατά τον
έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της αναιρεσείουσας, διαπίστωσε ότι η τελευταία
μείωσε από 23.5.1983 την τιμή "φασόν" ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος, κατά
ποσοστό 30%, με την αιτιολογία δε ότι, αφενός μεν, η αναιρεσείουσα εταιρία
τελεί υπό τον έλεγχο της ως άνω αλλοδαπής, η οποία και κατέχει το σύνολο των
μετοχών της και είναι ο μοναδικός πελάτης της, αφετέρου δε, η μείωση αυτή είναι
αδικαιολόγητη, αφού οι συνθήκες παραγωγής της αναιρεσείουσας δεν μεταβλήθηκαν
σε σχέση με τις προηγούμενες χρήσεις, έκρινε ότι η εν λόγω μείωση συνιστά
υποτιμολόγηση και, αφού την προσδιόρισε στο ποσό των 61.569.212 δρχ., την
πρόσθεσε στα καθαρά κέρδη της κατά την ένδικη διαχειριστική περίοδο (1983) ως
λογιστική διαφορά, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 55 του
Ν.1041/1980. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, όπως αναφέρει στην απόφασή του, αφού
έλαβε υπόψη: α) ότι η Φορολογική Αρχή δεν απέδειξε, δια της παραθέσεως νομίμων
συγκριτικών στοιχείων, ότι η αμοιβή που την 23.5.1983 συμφώνησε να λαμβάνει από
τη μητρική της εταιρία η αναιρεσείουσα ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος, ήταν
αδικαιολογήτως κατώτερη από την αμοιβή που θα ελάμβανε, κατά τον ίδιο χρόνο και
κατά τις κρατούσες τότε στην αγορά συνθήκες, άλλη ομοειδής επιχείρηση μη
τελούσα υπό τον έλεγχο αλλοδαπής, αλλά περιορίσθηκε στην παράθεση στοιχείων, τα
οποία συνήγαγε από τη σύγκριση του κόστους παραγωγής του προϊόντος της
αναιρεσείουσας και της αμοιβής που ελάμβανε από την αλλοδαπή εταιρία για την
ίδια εργασία πριν και μετά την 23.5.1983 και β) ότι, αντίθετα από ότι δέχθηκε η
Φορολογική Αρχή, η εν λόγω υποτιμολόγηση δικαιολογείται επαρκώς, δεδομένου ότι
κατά την προηγούμενη χρήση (1982) η αναιρεσείουσα, λόγω των ειδικών συνθηκών
υπό τις οποίες ελειτούργησε, έλαβε από τη μητρική της εταιρία αύξηση της
αμοιβής της κατά 40% και άρα η υποτιμολόγηση αυτή δεν έγινε για να αποφευχθεί η
καταβολή φόρων, έκρινε, κατ' αποδοχήν των σχετικών ισχυρισμών της
αναιρεσείουσας, ότι μη νόμιμα η Φορολογική Αρχή πρόσθεσε το πιο πάνω ποσό στα
καθαρά κέρδη της εταιρίας ως λογιστική διαφορά. Το Δημόσιο με την έφεσή του
προέβαλε ότι η κρίση αυτή του Διοικητικού Πρωτοδικείου δεν είναι νόμιμη, γιατί,
αφενός μεν, η ένδικη υποτιμολόγηση θα μπορούσε να συναχθεί και από στοιχεία που
αφορούν την ίδια την επιχείρηση της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε, εσφαλμένα
έγινε δεκτό με την πρωτόδικη απόφαση ότι η ως άνω μείωση της τιμής "φασόν",
κατά την ένδικη χρήση, εδικαιολογείτο από την αύξηση της αμοιβής της
αναιρεσείουσας από τη μητρική της εταιρία κατά την προηγούμενη διαχειριστική
περίοδο, υπό μορφή οικονομικής της ενισχύσεως, λόγω των ειδικών συνθηκών υπό
τις οποίες λειτούργησε κατά την περίοδο αυτή. Το Διοικητικό Εφετείο με την
προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε κατ' αρχήν ότι, κατά την έννοια των διατάξεων
του άρθρου 55 του Ν.1041/1980, για την απόδειξη της υποτιμολογήσεως, μπορούν να
χρησιμοποιηθούν από τη Φορολογική Αρχή και στοιχεία σύγκρισης από την ίδια την
εταιρία που βρίσκεται υπό τον έλεγχο της αλλοδαπής, αν αυτή επί σειρά ετών
παρέχει στην αλλοδαπή εταιρία τις ίδιες υπηρεσίες και δεν σημειώθηκε καμία
μεταβολή που να δικαιολογεί την αλλαγή των όρων της οικονομικής συνεργασίας
τους. Ακολούθως, εξέτασε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο
η τελευταία, κατά την προηγούμενη της κρινόμενης διαχειριστικής περιόδου,
παρουσίαζε ζημία, λόγω των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες λειτούργησε κατά την
περίοδο αυτή και η μητρική της εταιρία υποχρεώθηκε να την ενισχύσει οικονομικά
με την αύξηση της αμοιβής "φασόν" κατά ποσοστό 40%, με τη συμφωνία όμως να
μειωθεί και πάλι η αμοιβή της αναιρεσείουσας, όταν αυτή θα ξεπερνούσε το
οικονομικό της πρόβλημα, πράγμα το οποίο και συνέβη κατά την ένδικη χρήση και,
επομένως, δικαιολογείται η πιο πάνω μείωση της αμοιβής της που παρατηρήθηκε
κατά τη χρήση αυτή. Το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό της
αναιρεσείουσας εταιρίας ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι, από τα στοιχεία του
φακέλου, δεν προκύπτει ότι η αύξηση που δόθηκε την προηγούμενη διαχειριστική
περίοδο ήταν προσωρινή και ότι υπήρχε συμφωνία να μειωθεί εκ νέου, με την
εμφάνιση ορισμένων πραγματικών περιστατικών, στην προηγούμενη τιμή, ενώ,
αντίθετα, στην οικεία έκθεση ελέγχου ρητά αναφέρεται ότι η αύξηση είχε ζητηθεί
από την αναιρεσείουσα και είχε δοθεί από την αλλοδαπή εταιρία για την κάλυψη
της αυξήσεως του λειτουργικού της κόστους, το οποίο, όμως, όπως προκύπτει από
την ίδια έκθεση ελέγχου, αυξήθηκε κατά την ένδικη διαχειριστική περίοδο και, ως
εκ τούτου, δεν δικαιολογείται η πιο πάνω μείωση της τιμής "φασόν", αφού η
αναιρεσείουσα συνέχισε να παράγει τα ίδια προϊόντα με την αυτή παραγωγική
διαδικασία. Ενόψει αυτών, κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν
συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του τεκμηρίου
της παρ. 1 του άρθρου 55 του Ν.1041/1980 και, συνεπώς, ορθώς προστέθηκε από τη
Φορολογική Αρχή στα καθαρά κέρδη της αναιρεσείουσας ως λογιστική διαφορά το ως
άνω ποσό των 61.569.212 δρχ.
5. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται, κατ' αρχήν, ως λόγος
αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το Διοικητικό Εφετείο έπρεπε να
απορρίψει την έφεση του Δημοσίου, γιατί ενώ η πρωτόδικη απόφαση περιείχε κρίση
περί του ότι η ως άνω υποτιμολόγηση δεν έγινε για να αποφευχθεί η καταβολή
φόρων, η οποία (κρίση), ανεξάρτητα από την ορθότητα των λοιπών αιτιολογιών της
αποφάσεως των σχετικών με την απόδειξη ή την ύπαρξη της υποτιμολογήσεως,
αρκούσε για τη στήριξη του διατακτικού της, το Δημόσιο με την έφεσή του δεν
έπλησσε την κρίση αυτή, αλλά τις άλλες αιτιολογίες της πρωτόδικης αποφάσεως. Ο
λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει
από το προεκτεθέν περιεχόμενο της πρωτόδικης αποφάσεως, το Διοικητικό
Πρωτοδικείο δεν προέβη πράγματι σε αυτοτελή κρίση περί συνδρομής στην
προκειμένη περίπτωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της διατάξεως της παρ. 7 του
άρθρου 55 του Ν.1041/1980, σε κρίση δηλαδή κατά την οποία, αν και υπήρξε εν
προκειμένω υποτιμολόγηση, αυτή, εν πάση περιπτώσει, δεν έγινε με σκοπό την
αποφυγή της πληρωμής φόρων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σε προηγούμενη σκέψη,
ενόψει άλλωστε και του ότι ούτε η αναιρεσείουσα με την προσφυγή της είχε
προβάλει ειδικό ισχυρισμό περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της
τελευταίας αυτής διατάξεως. Αντιθέτως, με την πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε σχετικά
ότι δεν απεδείχθη νόμιμα από τη Φορολογική Αρχή η ύπαρξη υποτιμολογήσεως, κατά
την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 55 του ως άνω νόμου, εν πάση δε περιπτώσει η
μείωση της αμοιβής της αναιρεσείουσας εταιρίας, κατά την ένδικη χρήση,
δικαιολογείται επαρκώς, εξαιτίας των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες
λειτούργησε κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο και ότι, συνεπώς, αφού
δεν υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση υποτιμολόγηση κατά την έννοια της πιο πάνω
διατάξεως, η προαναφερόμενη μείωση της αμοιβής της αναιρεσείουσας δεν έγινε για
να αποφευχθεί η καταβολή φόρων.
6. Επειδή, η κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί του ότι η προαναφερόμενη
μείωση της αμοιβής της αναιρεσείουσας από τη μητρική της αλλοδαπή εταιρία
συνιστούσε υποτιμολόγηση κατά την έννοια της τελευταίας ως άνω διατάξεως, δεν
είναι νόμιμα αιτιολογημένη. Τούτο δε, γιατί το Διοικητικό Εφετείο, προκειμένου
να κρίνει περί της υπάρξεως ή μη υποτιμολογήσεως, δεν απέβλεψε, όπως έπρεπε
σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, στην αμοιβή που θα εισέπραττε για την ίδια εργασία
η αναιρεσείουσα εταιρία, κατά τις κρατούσες στην αγορά συνθήκες κατά τον
κρίσιμο χρόνο, αν είχε συμβληθεί με άλλο πρόσωπο με το οποίο δεν θα τελούσε σε
σχέση εξαρτήσεως, αλλά περιορίσθηκε, όπως και η Φορολογική Αρχή, στην εξέταση
του δικαιολογημένου ή μη της μειώσεως της αμοιβής της από την αλλοδαπή εταιρία
κατά την ένδικη χρήση, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες λειτούργησε κατά την
παρούσα και την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο. Επομένως, για το λόγο αυτό,
βάσιμα προβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος
αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε, κατόπιν αυτού, η έρευνα των λοιπών
λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους πλήσσεται το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης
αποφάσεως.
7. Επειδή, το Διοικητικό Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη ότι, με την υπ' αριθ.
651/1991 απόφασή του, τα αποτελέσματα της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά την
προηγούμενη διαχειριστική περίοδο προσδιορίσθηκαν (εξωλογιστικά) σε κέρδη,
έκρινε ότι κανένα ποσό και ειδικότερα η δηλωθείσα από την αναιρεσείουσα ζημία
κατά τη διαχειριστική αυτή περίοδο δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τα καθαρά κέρδη
της εταιρίας κατά την ένδικη χρήση. Η απόφαση, όμως, αυτή του Διοικητικού
Εφετείου, στην οποία στηρίχθηκε η ως άνω κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως,
αναιρέθηκε ήδη, κατ' αποδοχήν αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσείουσας εταιρίας,
με την υπ' αριθ. 4463/1997 απόφαση του Σ.τ.Ε. και, επομένως, αποβαίνει κατόπιν
αυτού αναιρετέα και κατά το πιο πάνω κεφάλαιό της η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως
βάσιμα προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση.
8. Επειδή, μετά την αναίρεση, κατά τα ανωτέρω, της προσβαλλόμενης αποφάσεως,
η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να
παραπεμφθεί στο ίδιο Δικαστήριο για νέα κρίση.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο