Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1997 ]

ΣτΕ 3010/1997 α) Το ποσό της επιδότησης επιτοκίου επί χρηματοδότησης εξαγωγών και εισαγωγής αντίστοιχου συναλλάγματος, αποτελεί έσοδο από εμπορική δραστηριότητα και υπόκειται σε φορολόγηση. β) Η υποβολή από το φορολογούμενο ΑΙΤΗΣΗΣ, οποιασδήποτε μορφής, δια της οποίας γνωστοποιείται υπάρχουσα εκκρεμότητα φορολογικής διαφοράς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ΔΗΛΩΣΗ εισοδήματος. Τέτοια δήλωση (εισοδήματος) πρέπει να περιβάλλεται τον προβλεπόμενο τύπο δια της χρήσης του ειδικού εντύπου.

(α) Το ποσό της επιδότησης επιτοκίου επί χρηματοδότησης εξαγωγών και εισαγωγής αντίστοιχου συναλλάγματος, αποτελεί έσοδο από εμπορική δραστηριότητα και υπόκειται σε φορολόγηση. β) Η υποβολή από το φορολογούμενο ΑΙΤΗΣΗΣ, οποιασδήποτε μορφής, δια της οποίας γνωστοποιείται υπάρχουσα εκκρεμότητα φορολογικής διαφοράς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ΔΗΛΩΣΗ εισοδήματος. Τέτοια δήλωση (εισοδήματος) πρέπει να περιβάλλεται τον προβλεπόμενο τύπο δια της χρήσης του ειδικού εντύπου. )

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος



Επιδοτήσεις εξαγωγών - Εισαγωγή συναλλάγματος
Σ.τ.Ε.: 3010/1997

α) Το ποσό της επιδότησης επιτοκίου επί χρηματοδότησης εξαγωγών και εισαγωγής
αντίστοιχου συναλλάγματος, αποτελεί έσοδο από εμπορική δραστηριότητα και
υπόκειται σε φορολόγηση.
β) Η υποβολή από το φορολογούμενο ΑΙΤΗΣΗΣ, οποιασδήποτε μορφής, δια της
οποίας γνωστοποιείται υπάρχουσα εκκρεμότητα φορολογικής διαφοράς, δεν μπορεί να
θεωρηθεί ως ΔΗΛΩΣΗ εισοδήματος. Τέτοια δήλωση (εισοδήματος) πρέπει να
περιβάλλεται τον προβλεπόμενο τύπο δια της χρήσης του ειδικού εντύπου.


3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη
απόφαση, το έτος 1973 ναυπηγήθηκε στην Ελλάδα το πλοίο ".........", ιδιοκτησίας
της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία ".........", από μετατροπή της οποίας
προήλθε η αναιρεσείουσα ναυτική εταιρία, το οποίο το έτος 1986 μεταβιβάσθηκε
και εξήχθη στο εξωτερικό αντί 1.800.000 δολαρίων ΗΠΑ (232.535.009 δρχ.). Το
ποσό αυτό συναλλάγματος εισήχθη στην Ελλάδα και δραχμοποιήθηκε, για το λόγο δε
αυτό, η ως άνω εταιρία θεωρήθηκε εξαγωγέας και εισέπραξε μέσω της Τράπεζας
Πίστεως, βάσει της υπ' αριθ. 212/1983 πράξης του Διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος,
διαφορά τόκων, λόγω εισαγωγής συναλλάγματος, ίση με το 6% του δραχμοποιηθέντος
συναλλάγματος, δηλαδή 13.959.116 δρχ. Κατά την καταβολή του ποσού αυτού, η
Τράπεζα Πίστεως παρακράτησε ποσοστό 10% ως φόρο εισοδήματος, κατά το άρθρο 48α'
του Ν.Δ.3323/1955. Η εν λόγω εταιρία ζήτησε την επιστροφή του τελευταίου αυτού
ποσού, με την υπ' αριθ. 262/1988 αίτησή της, η οποία απερρίφθη με το επίδικο
φύλλο ελέγχου (12/1989), με το οποίο υπήχθη σε φόρο εισοδήματος Νομικών
Προσώπων ολόκληρο το ποσό των 13.959.116 δρχ. με συντελεστή 49%, με την
αιτιολογία ότι το ποσό αυτό αποτελεί έσοδο που δεν προέρχεται από την
εκμετάλλευση του πλοίου, ούτε αποτελεί προϊόν πώλησης αυτού και, ως εκ τούτου,
υπάγεται στις ρυθμίσεις του Ν.Δ.3843/1958. Εξάλλου, με το επίδικο φύλλο ελέγχου
καταλογίσθηκε σε βάρος της αναιρεσειούσης και πρόσθετος φόρος 150%, λόγω μη
υποβολής δηλώσεως. Το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ότι η ανωτέρω διαφορά τόκων
δεν προέρχεται από την εκμετάλλευση του πλοίου που εκποιήθηκε, αλλά ούτε
αποτελεί υπεραξία που πραγματοποιείται από την εκποίηση πλοίου ή την είσπραξη
ασφαλιστικής αποζημιώσεως ή εξ άλλης αιτίας και ότι, συνεπώς, εφόσον το ποσό
των 13.959.116 δρχ. δεν καλύπτεται από τις ευνοϊκές διατάξεις του Ν.27/1975,
έχουν επ' αυτού εφαρμογή οι διατάξεις των Ν.Δ.3323/1955 και Ν.Δ.3843/1958,
σύμφωνα με τις οποίες η είσπραξη του ποσού αυτού αποτελεί πραγματοποίηση
ακαθαρίστου εσόδου από εμπορική δραστηριότητα, από το οποίο αφαιρούνται τα
έξοδα του εμπορικού κλάδου της ως άνω εταιρίας. Περαιτέρω, το Διοικητικό
Εφετείο δέχθηκε ότι, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει η
πραγματοποίηση δαπανών της κατηγορίας αυτής, ούτε και η αναιρεσείουσα
επικαλείται ότι πραγματοποίησε τέτοιες δαπάνες, το ανωτέρω ποσό αποτελεί καθαρό
κέρδος φορολογητέο με συντελεστή 49%. Στη συνέχεια, το Διοικητικό Εφετείο
απέρριψε, ως νόμω αβάσιμο, τον ισχυρισμό της αναιρεσειούσης, κατά τον οποίο το
εν λόγω ποσό υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 2, παρ. 2 του Ν.27/11975, με την
αιτιολογία ότι ως είσπραξη "εξ οιασδήποτε άλλης αιτίας" δεν νοείται η
πραγματοποίηση οιουδήποτε εσόδου, αλλά μόνο η πραγματοποίηση υπεραξίας εξ
οιασδήποτε αιτίας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Με τις σκέψεις
αυτές, το Διοικητικό Εφετείο, κατ' αποδοχή λόγου της εφέσεως του Δημοσίου,
εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά. Η κρίση αυτή του
Διοικητικού Εφετείου, κατά την οποία η ανωτέρω "διαφορά τόκων" δεν εμπίπτει
στις ρυθμίσεις του άρθρου 2 (παρ. 1 και 2 ) του Ν.27/1975, διότι δεν προέρχεται
από την εκμετάλλευση του πλοίου που εκποιήθηκε, αλλά ούτε αποτελεί υπεραξία που
πραγματοποιήθηκε από την εκποίηση του πλοίου ή την είσπραξη ασφαλιστικής
αποζημίωσης ή εξ άλλης αιτίας, αλλά αποτελεί ακαθάριστο έσοδο υποκείμενο σε
φορολογία, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος Νομικών
Προσώπων, είναι νόμιμα αιτιολογημένη. Τούτο δε διότι η καταβολή της ανωτέρω
"διαφοράς τόκων", σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω υπ' αριθ. 212/1983 Πράξης
του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (παρ.5), στην ως άνω Ανώνυμη Εταιρία
έγινε λόγω της εισαγωγής και δραχμοποίησης του συναλλάγματος και δεν είχε σχέση
με την εκμετάλλευση ή την εκποίηση του πλοίου, συνεπώς η επίμαχη "διαφορά
τόκων" δεν εμπίπτει στις προαναφερθείσες ρυθμίσεις του Ν.27/1975 (άρθρο 2, παρ.
1 και 2), αλλά αποτελεί ακαθάριστο έσοδο φορολογούμενο κατά τις ως άνω γενικές
διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος Νομικών Προσώπων (άρθρα 1 και 3 του
Ν.Δ.3843/1958). Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου
λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ειδικότερα ότι εφαρμοστέες, εν
προκειμένω, ήταν οι ειδικές διατάξεις του Ν.27/1975.
4. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, με το από 14.3.1994 δικόγραφο προσθέτων
λόγων, ότι και σε περίπτωση μη εφαρμογής, εν προκειμένω, των παρ. 1 και 2 του
άρθρου 2 του Ν.27/1975, πάντως εφαρμοστέα ήταν η διάταξη της παρ. 3 του ίδιου
άρθρου, βάσει της οποίας το Δικαστήριο όφειλε από τα καθαρά κέρδη της επίδικης
χρήσης να αφαιρέσει "ποσόν ίσον με την σχέσιν η οποία υφίσταται μεταξύ των εκ
του πλοίου κτηθέντων ακαθαρίστων εσόδων και του συνόλου των εσόδων της ίδιας
χρήσεως". Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως το πρώτον, κατ'
αναίρεση προβαλλόμενος και μάλιστα αορίστως.
5. Επειδή, στην παρ. 4 του άρθρου 11 του Ν.Δ.3843/1958 "περί φορολογίας
εισοδήματος Νομικών Προσώπων", η οποία προστέθηκε με το άρθρο 8, παρ. 11 του
Ν.1473/1984, ορίζεται ότι "η δήλωση συντάσσεται σε έντυπο που παρέχεται δωρεάν
από το Δημόσιο και υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο του Νομικού
Προσώπου...". Περαιτέρω, στο άρθρο 67 του Ν.Δ.3323/1955 "περί φορολογίας
εισοδήματος Φυσικών Προσώπων", το οποίο εφαρμόζεται και στη φορολογία
εισοδήματος των Νομικών Προσώπων, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν.Δ.3843/1958,
ορίζεται στην παρ. 3 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν.Δ.398/1969 και
τροποποιήθηκε με το άρθρο 30, παρ. 1 του Ν.820/1978), ότι οι μη υποβάλλοντες
παντάπασι δήλωση υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο παραλείψεως υποβολής δηλώσεως, που
ορίζεται σε ποσό στο 150% του αναλογούντος φόρου. Από το συνδυασμό των ανωτέρω
διατάξεων, συνάγεται ότι ως μη υποβολή δήλωσης, που επισύρει την επιβολή
προσθέτου φόρου σε ποσοστό 150% του αναλογούντος φόρου, νοείται η μη υποβολή
του παρεχόμενου από το Δημόσιο ειδικού εντύπου που προβλέπεται στο άρθρο 11,
παρ. 4 του Ν.Δ.3843/1958. Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι υποκαθιστά
την υποβολή τέτοιας δήλωσης η υποβολή αίτησης για επιστροφή αχρεώστητα
καταβληθέντος φόρου.
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη
απόφαση, το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ότι, εφόσον η ανωτέρω εταιρία υπέβαλε
αρμοδίως την υπ' αριθ. 262/1988 αίτησή της, με την οποία ζήτησε τη μη
φορολόγησή της για το επίδικο ποσό των 13.959.116 δρχ., η υποβολή της αίτησης
αυτής "με το ως άνω περιεχόμενο και ενόψει των συνθηκών και παραμέτρων της
υποβολής της υποκαθιστά πλήρως την υποβολή δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος",
καθόσον, με την αίτηση αυτή, δόθηκε η αφορμή και αποδείχθηκε στη Φορολογική
Αρχή η δυνατότητα διενέργειας φορολογικού ελέγχου για το συγκεκριμένο ποσό των
13.959.116 δρχ., δεδομένου μάλιστα ότι η αίτηση αυτή, που διαλαμβάνει ολόκληρο
το επίδικο ποσό, υποβλήθηκε στη Φορολογική Αρχή πολύ ενωρίτερα από τη σύνταξη
της εκθέσεως ελέγχου και του ακολουθήσαντος φύλλου ελέγχου. Ενόψει αυτών, το
Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι μη νομίμως επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσειούσης
πρόσθετος φόρος εκ ποσοστού 150%, λόγω μη δηλώσεως, ενώ έπρεπε να επιβληθεί
πρόσθετος φόρος εκ ποσοστού 75% (άρθρο 67, παρ. 2 του Ν.Δ.3323/1955, όπως
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19, παρ. 3 του Ν.Δ.239/1967 και το άρθρο 30, παρ. 1
του Ν.820/1978, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν.1563/1985), λόγω
ανακριβείας της δηλώσεως. Με τα δεδομένα αυτά, η ως άνω εταιρία δεν είχε
υποβάλει δήλωση, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν.
Συνεπώς, εφόσον συνέτρεχε, εν προκειμένω, η ανωτέρω προϋπόθεση επιβολής
προσθέτου φόρου λόγω μη υποβολής δηλώσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο
λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν έπρεπε να επιβληθεί καθόλου
πρόσθετος φόρος, μη νομίμως δε κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι
επιβλητέος ήταν πρόσθετος φόρος, όχι λόγω μη υποβολής δηλώσεως, αλλά λόγω
ανακριβείας της δηλώσεως.
7. Επειδή, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο