Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1997 ]

ΣτΕ 2697/1997 Κεφαλοποιηθέντες ληξιπρόθεσμοι τόκοι της περιόδου χάριτος στεγαστικών δανείων και εφόσον η ρύθμιση της κεφαλοποίησης προβλέπεται με αποφάσεις των Νομισματικών Αρχών, απαλλάσσονται του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών

(Κεφαλοποιηθέντες ληξιπρόθεσμοι τόκοι της περιόδου χάριτος στεγαστικών δανείων και εφόσον η ρύθμιση της κεφαλοποίησης προβλέπεται με αποφάσεις των Νομισματικών Αρχών, απαλλάσσονται του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών )

Κατηγορία: Κ.Β.Σ.



Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών
Σ.τ.Ε. 2697/1997

Κεφαλοποιηθέντες ληξιπρόθεσμοι τόκοι της περιόδου χάριτος στεγαστικών δανείων
και εφόσον η ρύθμιση της κεφαλοποίησης προβλέπεται με αποφάσεις των
Νομισματικών Αρχών, απαλλάσσονται του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών


4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη
απόφαση, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών την από
26.3.1991 δήλωση αποδόσεως Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών, μηνός Φεβρουαρίου
1991, εκ 3.457.672 δρχ. για συναφθείσες από την Τράπεζα τριακόσιες σαράντα
(340) συμβάσεις δανείων, συνολικού ποσού 115.255.732 δρχ., τις οποίες δήλωσε ως
υποκείμενες στο φόρο αυτό με συντελεστή 3%, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις
του Ν.1676/1986. Τη δήλωσή της αυτή η αναιρεσίβλητη υπέβαλε με τη ρητή
επιφύλαξη, του άρθρου 5 του Ν.Δ.3629/1956, ότι το πιο πάνω ποσό απαλλάσσεται
από τον ένδικο φόρο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του εδαφίου β' της
παρ. 3 του άρθρου 23 του Ν.1731/1987, γιατί αφορά σε ληξιπρόθεσμους τόκους της
περιόδου χάριτος, από δάνεια που χορήγησε σε Φυσικά ή Νομικά Πρόσωπα, οι οποίοι
κεφαλαιοποιήθηκαν, η δε ρύθμιση της κεφαλαιοποιήσεως των τόκων αυτών
προβλέπεται με αποφάσεις των Νομισματικών Αρχών. Η Φορολογική Αρχή δεν απάντησε
στην επιφύλαξη μέσα στην τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 39 του Ν.1473/1984 και,
κατόπιν αυτού, η αναιρεσίβλητη άσκησε προσφυγή κατά της τεκμαιρομένης σιωπηρής
απορρίψεως της επιφυλάξεώς της, με την οποία ζητούσε την ακύρωση αυτής και την
επιστροφή του αποδοθέντος φόρου, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, κατ' επίκληση
της τελευταίας ως άνω απαλλακτικής διατάξεως. Με την προσβαλλόμενη απόφαση,
κρίθηκε, κατ' επικύρωση της αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου, ότι η
αναιρεσίβλητη Τράπεζα απαλλάσσεται από τον ένδικο φόρο, σύμφωνα με τη διάταξη
του εδαφίου β' της παρ. 3 του άρθρου 23 του Ν.1731/1987, όπως αντικαταστάθηκε
από την παρ. 13 του άρθρου 19 του Ν.1882/1990, με την αιτιολογία ότι το δηλωθέν
από αυτή ποσό των 115.255.732 δρχ. αφορά κεφαλαιοποιηθέντες ληξιπρόθεσμους
τόκους της περιόδου χάριτος, από στεγαστικά δάνεια που χορήγησε η
αναιρεσίβλητη, οι σχετικές δε πράξεις ρυθμίσεως των εν λόγω ληξιπρόθεσμων
οφειλών από τόκους, με την κεφαλαιοποίηση των τόκων αυτών, εμπίπτουν στην
έννοια των, κατά την ως άνω διάταξη, συμβάσεων ρυθμίσεως ληξιπρόθεσμων
υποχρεώσεων από δάνεια, ενώ, εξάλλου, η ρύθμιση αυτή και, συγκεκριμένα, η
κεφαλαιοποίηση των ληξιπρόθεσμων τόκων προβλέπεται με την υπ' αριθ. 474/1985
πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Περαιτέρω, τον λόγο εφέσεως του
Δημοσίου περί μη συνδρομής, στην προκειμένη περίπτωση, των επικαλούμενων με την
προσφυγή της αναιρεσίβλητης προϋποθέσεων της απαλλακτικής διατάξεως της παρ. 2
του άρθρου 23 του Ν.1731/1987, απέρριψε το Διοικητικό Εφετείο, με την
αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη με την προσφυγή της δεν επεκαλείτο, όπως
εσφαλμένα υπολαμβάνει το Δημόσιο, τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 2, αλλά
του εδαφίου β' της παρ. 3 του άρθρου αυτού. Η ως άνω κρίση της προσβαλλόμενης
αποφάσεως περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της τελευταίας αυτής
απαλλακτικής διατάξεως επί των συμβάσεων ρυθμίσεως ληξιπρόθεσμων οφειλών τόκων,
από στεγαστικά δάνεια που είχε χορηγήσει η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, με την
κεφαλαιοποίηση των τόκων αυτών, ρύθμιση η οποία προβλέπεται από τις
προαναφερθείσες υπ' αριθ. 474/1985 και 1620/1989 πράξεις του Διοικητή της
Τράπεζας της Ελλάδος, είναι, κατ' αρχήν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην
προηγούμενη σκέψη, νόμιμη και, συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο
υποστηρίζεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου και ο
τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Διοικητικό Εφετείο
δεν έκρινε, όπως όφειλε, περί της εν προκειμένω συνδρομής κάθε μιας από τις
προϋποθέσεις της ένδικης απαλλαγής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το
Διοικητικό Εφετείο εξετάζει με την προσβαλλόμενη απόφασή του και βεβαιώνει τη
συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων, δεν απαιτείτο δε επί του θέματος αυτού
ειδικότερη ή αναλυτικότερη αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενόψει και
του ότι το Δημόσιο, με την έφεσή του (όπως άλλωστε και με την έκθεσή του, του
άρθρου 82 του Κ.Φ.Δ.), δεν είχε αμφισβητήσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της
πιο πάνω απαλλακτικής διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 23 του Ν.1731/1987, όπως
αβάσιμα ισχυρίζεται με την παρούσα αίτηση, αλλά άλλης διατάξεως και,
συγκεκριμένα, της παρ. 2 του άρθρου αυτού. Κατά τη γνώμη, όμως, των μελών του
Δικαστηρίου που μειοψήφησαν, η κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί
απαλλαγής της αναιρεσίβλητης Τράπεζας από τον ένδικο φόρο δεν είναι νόμιμη και,
συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την
κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί, γιατί η ρύθμιση των πιο πάνω ληξιπρόθεσμων
υποχρεώσεων δεν επιβάλλεται με απόφαση των Νομισματικών Αρχών, όπως απαιτείται
κατά την έννοια της προαναφερόμενης απαλλακτικής διατάξεως.
5. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο