Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1996 ]

ΣτΕ 3198/1996 Η καταχώριση στα βιβλία Τιμολογίων Παροχής Υπηρεσιών εκδοθέντων υπό ανύπαρκτων φορολογικώς προσώπων, στοιχειοθετεί φορολογική παράβαση, εκτός αν με στοιχεία αποδεικνύεται η καλή πίστη. Η ανάθεση υπεργολαβιών για εργασίες αξίας μεγαλύτερης των 100.000 δρχ. γνωστοποιείται στη ΔΟΥ με την υποβολή αντίγραφου συμφωνητικού

(Η καταχώριση στα βιβλία Τιμολογίων Παροχής Υπηρεσιών εκδοθέντων υπό ανύπαρκτων φορολογικώς προσώπων, στοιχειοθετεί φορολογική παράβαση, εκτός αν με στοιχεία αποδεικνύεται η καλή πίστη. Η ανάθεση υπεργολαβιών για εργασίες αξίας μεγαλύτερης των 100.000 δρχ. γνωστοποιείται στη ΔΟΥ με την υποβολή αντίγραφου συμφωνητικού )

Κατηγορία: Εταιρικό δίκαιο (ΑΕ-ΕΠΕ-ΙΚΕ)

4. Το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ότι από τα ως άνω στοιχεία του φορολογικού

ελέγχου προκύπτει αναμφισβήτητα ότι οι προαναφερόμενοι υπεργολάβοι ήταν
φορολογικά ανύπαρκτα πρόσωπα και ότι εξάλλου η αναιρεσείουσα εταιρία κανένα
στοιχείο δεν προσάγει, ούτε επικαλείται κάποιο στοιχείο, από τα οποία να
αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο έκδοσης των ανωτέρω Τιμολογίων τελούσε σε καλή
πίστη. Με τα δεδομένα αυτά, το Διοικητικό Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι
στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα ως άνω παράβαση. Η κρίση αυτή
του Διοικητικού Εφετείου, κατά την οποία διαπράχθηκε από την αναιρεσείουσα η
προαναφερόμενη παράβαση, διότι αποδέχθηκε Τιμολόγια εκδοθέντα από ανύπαρκτα,
υπό την προεκτεθείσα έννοια, πρόσωπα και δεν απέδειξε ότι τελούσε σε καλή πίστη
κατά το χρόνο έκδοσης των Τιμολογίων αυτών, παρίσταται νομίμως αιτιολογημένη,
σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως
αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, τα
περαιτέρω αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι συνάγεται ύπαρξη κακής
πίστης της αναιρεσειούσης από το αναφερόμενο στην έκθεση ελέγχου γεγονός ότι
δεν είχε γνωστοποιήσει στη διάδικη φορολογική αρχή τα στοιχεία των ανωτέρω
υπεργολάβων, πριν από την έναρξη των εργασιών, τις οποίες αφορούν τα Τιμολόγια,
ούτε είχε καταθέσει στην ίδια αρχή αντίγραφα των σχετικών συμφωνητικών της με
αυτούς, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 του
Ν.820/1978, εφόσον τα Τιμολόγια, πλην ελαχίστων, αφορούν εργασίες αξίας
μεγαλύτερης των 100.000 δρχ., δεν επηρεάζουν τη νομιμότητα της ανωτέρω
αιτιολογίας, η οποία στηρίζει, κατά τα προεκτεθέντα, την κρίση του Διοικητικού
Εφετείου, περί τελέσεως της εν λόγω παραβάσεως, δεδομένου ότι για τη
στοιχειοθέτηση αυτής αρκεί η μη απόδειξη καλής πίστης κατά τον κρίσιμο χρόνο
(εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις) και δεν απαιτείται διαπίστωση
κακής πίστης. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήσσεται η ανωτέρω
κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρεται στη μη συμμόρφωση της
αναιρεσειούσης προς τις επιταγές του άρθρου 19 του Ν.820/1978, είναι
απορριπτέος ως αλυσιτελής.

5. Επειδή, στο άρθρο 75 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, ορίζονται τα εξής:
"1. Με την προσφυγή η υπόθεση άγεται ενώπιον του δικαστηρίου και ελέγχεται ως
προς το νόμω βάσιμο της πράξης στο σύνολό της, ενώ ως προς το ουσία βάσιμο της
πράξης μέσα στα όρια της προσφυγής. 2. Το δικαστήριο τη νομικώς πλημμελή πράξη
την ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει ή τη μεταρρυθμίζει αναλόγως, προς όφελος ή και
προς βλάβη ακόμη του προσφεύγοντος, χωρίς να δεσμεύεται από τα αιτήματά του.
Την ουσιαστικώς εσφαλμένη πράξη την ακυρώνει ή τη μεταρρυθμίζει μόνο μέσα στα
όρια της προσφυγής". Εξάλλου, στο άρθρο 169 του ίδιου Κώδικα, όπως
τροποποιήθηκε με το άρθρο 2, παρ. 3 του Ν.Δ.4600/1966, ορίζονται τα ακόλουθα:
"Με την έφεση η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Διοικητικό Εφετείο κατά το μέρος που
αφορά τις αιτιάσεις κατά της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες προβάλλονται με
αυτήν. Το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως όσα έπρεπε να κριθούν, σύμφωνα
με το άρθρο 75, ως προς το νόμω βάσιμο της πράξης". Τέλος, στο άρθρο 172,
παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: "Στην κατ' έφεση δίκη μπορούν να
υποβληθούν, με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους και νέοι πραγματικοί
ισχυρισμοί, οι οποίοι να αφορούν κεφάλαια που αμφισβητήθηκαν ήδη με την
προσφυγή, αν η μη υποβολή τους κατά την πρωτόδικη δίκη κρίνεται επαρκώς
δικαιολογημένη". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ούτε το Πρωτοβάθμιο,
ούτε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δύναται να επιληφθεί της εξετάσεως κεφαλαίου
της πράξεως μη αμφισβητηθέντος με την προσφυγή, έστω και αν διαπιστώνεται
νομική πλημμέλεια της πράξεως ως προς τέτοιο κεφάλαιο. Εξάλλου, σύμφωνα με το
άρθρο 50, παρ. 2 του ως άνω Κώδικα, με το υπόμνημα μόνο ανάπτυξη, των
διαλαμβανόμενων στο κύριο ή πρόσθετο δικόγραφο ισχυρισμών, μπορεί να γίνει.

6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη
απόφαση, με την ένδικη πράξη επιβλήθηκαν σε βάρος της αναιρεσειούσης και τα
εξής πρόστιμα: α) πρόστιμο 50.000 δρχ., με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα
δεν έλαβε ή δεν εξέδωσε παραστατικά στοιχεία (Δελτίο Αποστολής, Δελτία
Παραλαβής) για όλα τα είδη που απεστάλησαν σ' αυτήν για επισκευή από πλοία,
κατά παράβαση του άρθρου 23, παρ. 6 του ΚΦΣ και β) πρόστιμο 20.000 δρχ., με την
αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα προέβη σε αποτίμηση των στοιχείων απογραφής
λήξεως (ημιτελείς εργασίες) κατά το δοκούν, κατά παράβαση του άρθρου 41 του
ΚΦΣ. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε ακυρωτέα την επίδικη πράξη ως προς τις εν
λόγω δύο παραβάσεις. Το Διοικητικό Εφετείο, κατ' αποδοχή σχετικού λόγου έφεσης
του Δημοσίου, έκρινε ότι εσφαλμένα το Διοικητικό Πρωτοδικείο επελήφθη της
εξετάσεως των κεφαλαίων της επίδικης πράξης που αφορούν τις ανωτέρω παραβάσεις,
δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα με την προσφυγή της ζητούσε την ακύρωση ή
τροποποίηση της εν λόγω πράξης, με προβολή λόγων και αιτήματος αναφερόμενων όχι
στην επιβολή προστίμων για τις ως άνω δύο παραβάσεις, αλλά μόνον ως προς την
επιβολή προστίμων για τις αναφερόμενες σε προηγούμενη σκέψη παραβάσεις. Η κρίση
αυτή είναι νόμιμη σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, διότι, όπως προκύπτει
από το δικόγραφο της προσφυγής και του επ' αυτής υπομνήματος, δεν προβλήθηκαν
λόγοι κατά των κεφαλαίων της επίδικης πράξης των αναφερομένων στις ανωτέρω
παραβάσεις με την προσφυγή, αλλ' απαραδέκτως με το επ' αυτής υπόμνημα και,
συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν μπορούσε να κρίνει επί των εν λόγω
κεφαλαίων της επίδικης πράξης, όπως ορθά δέχθηκε το Διοικητικό Εφετείο.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως,
με τον οποίο προβάλλεται ειδικότερα ότι με την προσφυγή, όπως αναπτύχθηκε με το
υπόμνημα, η αναιρεσείουσα είχε ζητήσει την ακύρωση της επίδικης πράξης και ως
προς τις ανωτέρω παραβάσεις.

7. Επειδή, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο