Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1996 ]

ΣτΕ 2616/1996 Η απαλλαγή από το φόρο του ημίσεος της βουλευτικής αποζημίωσης που θεσπίστηκε με το Ζ/1975 Ψήφισμα, εφαρμόζεται και επί αποδοχών δικαστικών λειτουργών

(Η απαλλαγή από το φόρο του ημίσεος της βουλευτικής αποζημίωσης που θεσπίστηκε με το Ζ/1975 Ψήφισμα, εφαρμόζεται και επί αποδοχών δικαστικών λειτουργών )

Κατηγορία: Κ.Β.Σ.



3. Επειδή στο άρθρο 26 του Συντάγματος ορίζεται ότι "η νομοθετική λειτουργία
ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας" (παρ. 1), ότι "η
εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την
Κυβέρνηση" (παρ. 2) και ότι "η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια,
οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού" (παρ. 3).
Περαιτέρω, στη μεν παρ. 1 του άρθρου 87 του Συντάγματος ορίζεται ότι "η
δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές,
που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία", στη δε παρ. 2 του
άρθρου 88 ορίζεται ότι "οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με
το λειτούργημά τους" και ότι "τα σχετικά με τη βαθμολογική και μισθολογική τους
εξέλιξη και με την κατάστασή τους γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμους". Από
τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα καθιερώνει ευθέως την αρχή της
διακρίσεως των τριών λειτουργιών (νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής),
τις οποίες θεωρεί ισοδύναμες και ισότιμες, αφού μόνο δια της ισοδυναμίας και
ισοτιμίας αυτών επιτυγχάνεται η πραγματική και αποτελεσματική διάκριση αυτών, η
οποία αποτελεί το βάθρο της οργανώσεως και λειτουργίας της ενιαίας κρατικής
εξουσίας και του Κράτους Δικαίου. Ειδικώς για τη δικαστική λειτουργία
καθιερώνεται, δια των αυτών διατάξεων του Συντάγματος, ως ουσιώδες
χαρακτηριστικό της, η ανεξαρτησία της, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως και το
κύριο στοιχείο που την καθιστά ισότιμη και ισοδύναμη προς τις άλλες δύο
λειτουργίες. Προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, το
Σύνταγμα αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που
συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (και δι'
αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες, μέσω της οποίας
πραγματοποιείται αποτελεσματική διάκριση των λειτουργιών) προς την ανεξαρτησία
των δικαστών. Εγγύηση προς εξασφάλιση της τελευταίας αυτής, το Σύνταγμα θεωρεί
και την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία καθιερώνει
ευθέως, επιτάσσοντας την χορήγηση σ' αυτούς αποδοχών ανάλογων προς το
λειτούργημά τους, ήτοι προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας και, συνεπώς,
λόγω της ισοτιμίας της λειτουργίας αυτής προς τις λοιπές δύο, αποδοχών όχι
κατώτερων των αποδοχών των αντίστοιχων οργάνων των άλλων λειτουργιών. Από τα
πιο πάνω έπεται ότι χορήγηση σε όργανα των άλλων δύο λειτουργιών (νομοθετικής
και εκτελεστικής) αποδοχών που είναι μεγαλύτερες από τις χορηγούμενες στα
αντίστοιχα όργανα της δικαστικής εξουσίας (δικαστές), παραβιάζει ευθέως τις
ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος. Η παραβίαση των ως άνω συνταγματικών
διατάξεων, δια της χορηγήσεως αποδοχών σε όργανα των άλλων λειτουργιών του
Κράτους μεγαλύτερων από τις χορηγούμενες στους δικαστές αποδοχές [ως αποδοχές
δε νοούνται οι καθαρές αποδοχές που χορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο,
περιλαμβανομένης και της θεσπίσεως ιδιαίτερης φορολογικής μεταχειρίσεώς των
(φορολογικών απαλλαγών από το εισόδημα, σχετικών εξαιρέσεων κ.λπ.)], έχει ως
συνέπεια την κατ' ευθείαν εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 88 του
Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 26 και 87, παρ. 1 αυτού,
αναβάθμιση των αποδοχών των δικαστών, δια της χορηγήσεως και σ' αυτούς, με τον
ίδιο τρόπο, των ίδιων συνολικών καθαρών αποδοχών με τις αποδοχές των ως άνω
οργάνων των άλλων λειτουργιών. Εξάλλου, το άρθρο 63 του Συντάγματος ορίζει στη
μεν παρ. 1 ότι "οι βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματός τους,
δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες. Το ύψος τους καθορίζεται με
απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής", στην παρ. 2 δε ότι "οι βουλευτές
απολαμβάνουν συγκοινωνιακή, ταχυδρομική και τηλεφωνική ατέλεια, που η έκτασή
της καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής". Δια της από 22.12.1964
αποφάσεως της Βουλής (συνεδρίαση Κ.Δ. της 22.12.1964), κατ' εφαρμογή του
άρθρου 75 του Συντάγματος του έτους 1952, αντίστοιχου προς το ως άνω άρθρο 63
του ισχύοντος Συντάγματος, ορίσθηκε ότι "η μηνιαία βουλευτική αποζημίωσις θα
είναι ίση προς το σύνολον των μηνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των
πάσης φύσεως παρεχόμενων επιδομάτων και προσαυξήσεων) του Ανωτάτου δικαστικού
λειτουργού", η απόφαση δε αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ. 1 του άρθρου 1
του υπ' αριθ. Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ 23/Α'/
/1.2.1975), το οποίο, κατά την παρ. 2 του άρθρου 111 του ισχύοντος Συντάγματος,
εξακολουθεί να ισχύει και κατά τις αντιτιθέμενες στο Σύνταγμα διατάξεις του,
επιτρεπομένης της τροποποιήσεως ή καταργήσεώς του δια νόμου. Δια της παρ. 2 του
άρθρου 1 του εν λόγω Ψηφίσματος ορίσθηκε ότι "η βουλευτική αποζημίωσις
καθορίζεται εις το εν τη προηγουμένη παραγράφω ποσόν, εν όψει των σημερινών
περιστάσεων, προς κάλυψιν των δαπανών δια την άσκησιν του λειτουργήματος του
Βουλευτού κατά το ήμισυ και δια την κάλυψιν των δαπανών διαβιώσεως αυτού κατά
το έτερον ήμισυ", δια των άρθρων δε 2 και 3 του πιο πάνω Ψηφίσματος χορηγήθηκαν
στους βουλευτές διάφορες απαλλαγές και ατέλειες άσχετες με τις αποδοχές τους
για την άσκηση του λειτουργήματός των (απαλλαγή από τα ταχυδρομικά τέλη,
ατέλεια τηλεφωνικής και τηλεγραφικής επικοινωνίας, ατέλεια ελεύθερης
μετακινήσεως δια σιδηροδρόμων, λεωφορείων, πλοίων και αεροπλάνων, οδοιπορικά
έξοδα και αποζημίωση για μετακινήσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό, επίδομα
για την οργάνωση και λειτουργία γραφείου κ.λπ.). Οι απαλλαγές και ατέλειες
αυτές αναπροσαρμόσθηκαν ή διευρύνθηκαν με νεώτερα νομοθετήματα (απόφαση
Ολομελείας της Βουλής της 2.7.1981 - ΦΕΚ 194/Α', για την τηλεφωνική ατέλεια και
το επίδομα για την οργάνωση και λειτουργία γραφείου, απόφαση Ολομελείας της
Βουλής της 19.11.1982 - ΦΕΚ 137/Α', για την πρόσληψη με δαπάνες της Βουλής
συνεργάτη - γραμματέως της εμπιστοσύνης του βουλευτή. Πράξη Υπουργικού
Συμβουλίου υπ' αριθ. 19/1990 - ΦΕΚ 16/Α', για τη δωρεάν πρόσληψη και άλλου
γραμματέως, δημοσίου υπαλλήλου, άρθρο 61 του Ν.1731/1987). Με τα άρθρα δε 37,
παρ. 2 και 145 του από 3.6.1987 Κανονισμού της Βουλής (ΦΕΚ 106/Α') χορηγήθηκε
στους βουλευτές το 1/20 της συνολικής αποζημιώσεώς τους για κάθε συμμετοχή τους
στις συνεδριάσεις των διαρκών Επιτροπών της Βουλής και στο θερινό της Τμήμα.
Μηνιαία αποζημίωση, ισόποση προς τη βουλευτική και έξοδα παραστάσεως μη
υποκείμενα σε φορολογία, καταβάλλονται κατά τις παρ. 2 και 4 του άρθρου 6 του
ως άνω υπ' αριθ. Ζ/1975 Ψηφίσματος, στα μη έχοντα την ιδιότητα του βουλευτή
μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, στην παρ. δε 1 του άρθρου 5 του Ψηφίσματος, η
οποία εφαρμόζεται κατά την παρ. 5 του άρθρου 6 του ίδιου Ψηφίσματος και επί της
ως άνω αποζημιώσεως των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου που δεν έχουν την
ιδιότητα του βουλευτή, ορίζεται ότι "εκ της βουλευτικής αποζημιώσεως, μετά την
αφαίρεσιν των κατά το άρθρον 1 κρατήσεων, το ήμισυ αυτής, θεωρούμενον ως
εισόδημα εκ μισθωτών υπηρεσιών, υπόκειται εις φόρον αυτοτελώς επί τη βάσει της
φορολογικής κλίμακος της παρ. 1 του άρθρου 9 του Ν.Δ.3323/1955 "περί φορολογίας
του εισοδήματος", του ετέρου ημίσεος θεωρούμενου ως καλύπτοντος τας δαπάνας
παραστάσεως, κινήσεως και επικοινωνίας του βουλευτού". Κατά το άρθρο 32 του
Ν.1489/1984 (ΦΕΚ 170), η τελευταία ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του
υπ' αριθ. Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής εφαρμόζεται και επί της
συντάξεως των βουλευτών, η οποία καθορίζεται, κατά το άρθρο 4 του Ν.Δ.99/1974,
βάσει της βουλευτικής αποζημιώσεως. Εν όψει όσων έχουν εκτεθεί, η διάταξη της
παρ. 1 του άρθρου 5 του υπ' αριθ. Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε' Αναθεωρητικής
Βουλής, που έχει ήδη παρατεθεί και με την οποία αυξήθηκε το καθαρό ποσό της
βουλευτικής αποζημιώσεως δια της απαλλαγής από το φόρο του ημίσεος αυτής, που
θεωρήθηκε ότι καλύπτει δαπάνες παραστάσεως, κινήσεως και επικοινωνίας των
βουλευτών, οι οποίες όμως καλύπτονται δια των παροχών (απαλλαγών και ατελειών)
των χορηγουμένων σ' αυτούς κατ' εφαρμογήν των άρθρων 2 και 3 του Ψηφίσματος που
ρυθμίζουν το θέμα των δαπανών των βουλευτών, ερμηνευόμενη εν όψει των
οριζομένων στα άρθρα 26, 87, παρ. 1 και 88, παρ. 2 του Συντάγματος και των
αρχών που προκύπτουν από τα άρθρα αυτά, ήτοι των αρχών της διακρίσεως των
λειτουργιών, της ισοδυναμίας και ισοτιμίας αυτών και της ανεξαρτησίας της
δικαστικής λειτουργίας και ενόψει της εξισώσεως, δια της ως άνω από 22.12.1964
αποφάσεως της Βουλής, της βουλευτικής αποζημιώσεως προς τις αποδοχές των
ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, είναι εφαρμοστέα και επί των αποδοχών τούτων,
προς διαφύλαξη των ανωτέρω συνταγματικών αρχών, η εφαρμογή δε αυτή των
αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεων του ανωτέρω Ψηφίσματος και στις αποδοχές των
δικαστικών λειτουργών, μη αποκλειόμενη από τις διατάξεις αυτές, δεν συνιστά
άσκηση νομοθετικού έργου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Συντάγματος, διότι
αποτελεί εφαρμογή κανόνων δικαίου, ήτοι των ως άνω διατάξεων του υπ' αριθ.
Ζ/1975 Ψηφίσματος και του Συντάγματος και όχι ανεπίτρεπτη θέσπιση νέων (βλ.
Σ.τ.Ε. 3670/1994 Ολομέλειας). Ετσι έκρινε και το Διοικητικό Πρωτοδικείο, ήτοι
δέχθηκε ότι η ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του υπ' αριθ. Ζ/1975
Ψηφίσματος της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής, με την οποία θεσπίστηκε απαλλαγή από το
φόρο του ημίσεος της βουλευτικής αποζημιώσεως, εφαρμόζεται και στις αποδοχές
των δικαστικών λειτουργών, οι οποίες απαλλάσσονται και αυτές, κατά το ήμισυ του
φόρου, διότι άλλως θα παραβιάζονταν οι διατάξεις των άρθρων 26, 87, παρ. 1
και 88, παρ. 2 του Συντάγματος και ότι, μία τέτοια εφαρμογή της ανωτέρω
διατάξεως του ως άνω Ψηφίσματος, η συνεπαγόμενη την απαλλαγή από το φόρο του
ημίσεος των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη άσκηση
νομοθετικού έργου, αλλά ευθεία εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος
και με την αιτιολογία αυτή δέχθηκε, περαιτέρω, την προσφυγή του αναιρεσιβλήτου
δικαστικού λειτουργού. Ούτω κρίναν το Δικαστήριο, ορθώς τις εν προκειμένω
εφαρμοστέες ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του υπ' αριθ. Ζ/1975
Ψηφίσματος της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής ερμήνευσε και εφήρμοσε, είναι δε
απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως,
καθώς και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.
Δια ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο