Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-2005 ]

αποφ. Αρ. Παγου 151 1.1.2005 Ανώνυμες εταιρίες. Σύμβαση μίσθωσης εργασίας ή έμμισθης εντολής μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας. Πρέπει να έχει προηγηθεί άδεια της Γενικής Συνέλευσης . Δεν θεωρείτε έγκυρη ακόμα και εάν η Γενική συνέλευση Εγκρίνει μετά την σύμβαση μετά την υπογραφή της

(Ανώνυμες εταιρίες. Σύμβαση μίσθωσης εργασίας ή έμμισθης εντολής μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας. Πρέπει να έχει προηγηθεί άδεια της Γενικής Συνέλευσης . Δεν θεωρείτε έγκυρη ακόμα και εάν η Γενική συνέλευση Εγκρίνει μετά την σύμβαση μετά την υπογραφή της )

Κατηγορία: Εταιρικό δίκαιο (ΑΕ-ΕΠΕ-ΙΚΕ)

 Σύμβαση μίσθωσης εργασίας ή έμμισθης εντολής μέλους του

διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας. Πρέπει να έχει προηγηθεί άδεια της Γενικής Συνέλευσης . Δεν θεωρείτε έγκυρη ακόμα και εάν η Γενική συνέλευση Εγκρίνει μετά την σύμβαση μετά την υπογραφή της.




Αριθμός 151/2005

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Ζήση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου,
Σπυρίδωνα Γκιάφη, Ελευθέριο Τσακόπουλο, Γεώργιο Σαραντινό και  Ευάγγελο
Σταυρουλάκη,  Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2004, με
την παρουσία και της Γραμματέως Κωνσταντίνας Ξηροτύρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: .......... , που εδρεύει στην .......... Κρήτης και
εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της  
Νικόλαο Κυριακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ............... , κατοίκου ........ Αττικής, ο οποίος
εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ροδόπουλο.

Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από 24-2-1994 αγωγή του ήδη
αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν
οι αποφάσεις του παραπάνω δικαστηρίου: 294/1995, η οποία ανέβαλε την εκδίκαση
της αγωγής  και 337/1998, η οποία κήρυξε αυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την
υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Κατά της τελευταίας αποφάσεως
ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε  η απόφαση 46/2000 του Εφετείου Κρήτης η οποία,
αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές
Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 565/2000 του
παραπάνω πρωτοδικείου,  468/2002, οριστική,  και 386/2003 του Εφετείου
Κρήτης. Με την τελευταία εφετειακή απόφαση απορρίφθηκε αίτηση του ήδη
αναιρεσείοντος για διόρθωση του διατακτικού της προηγουμένης (468/2002)
αποφάσεως, την αναίρεση της οποίας ζητεί  η αναιρεσείουσα με την από
17-10-2002  αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της  αιτήσεως  αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι
διάδικοι παραστάθηκαν  όπως σημειώνεται πιο πάνω.  Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης  
Ευάγγελος Σταυρουλάκης  ανέγνωσε την από 23-1-2004 έκθεσή του, με την οποία
εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του
αναιρεσιβλήτου ζήτησε  την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της  
αντιδίκου  στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 23α του Ν. 2190/1920, το οποίο προστέθηκε στο Ν. 2190/1920 με το
άρθρο 4 του Ν. 5076/1931, αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν.δ. 4237/1962
και τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του π.δ. 409/1986 και το άρθρο 2 του π.δ.
498/1937, ορίζει, ότι: "1. Δάνεια της Εταιρείας προς ιδρυτάς, μέλη του
Διοικητικού Συμβουλίου, Γενικούς Διευθυντάς ή Διευθυντάς αυτής, συγγενείς
αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας
συμπεριλαμβανομένου ή συζύγου των ανωτέρω ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς
καθ` οιονδήποτε τρόπον, η παροχή εγγυήσεως υπέρ αυτών προς τρίτους,
απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. Επίσης δάνεια της Εταιρείας σε
τρίτους, καθώς και η παροχή πιστώσεων σε αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο ή
παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών με σκοπό την απόκτηση από αυτούς μετοχών της
εταιρείας απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. 2. Οιαιδήποτε άλλαι
συμβάσεις της Εταιρείας μετά των άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγουμένης
ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων. Η έγκρισις
δεν παρέχεται, αν εις την απόφασιν αντετάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες
τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου.

Η απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεων μη εξερχομένων των
ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της. 3. Η
απαγόρευσις της παραγράφου 1 ισχύει και προκειμένου για δάνεια ή πιστώσεις
που χορηγούνται από θυγατρικές εταιρείες κατά την έννοια του άρθρου 42 παρ.
5, καθώς επίσης και από ομόρρυθμες εταιρείες, στις οποίες ομόρρυθμο μέλος
είναι η ανώνυμη εταιρεία. 4. Η παράβασις των διατάξεων του παρόντος επάγεται,
τας ποινάς του άρθρου 58α. Στο άρθρο 24 του Ν. 2190/1920, όπως
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 4237/1962, ορίζεται "1. Πάσα επί των
κερδών χορηγουμένη εις μέλη του διοικητικού συμβουλίου αμοιβή, δέον να
λαμβάνηται εκ του απομείναντος υπολοίπου των καθαρών κερδών μετά την
αφαίρεσιν των κρατήσεων δια τακτικόν αποθεματικόν και του απαιτουμένου ποσού
προς διανομήν του πρώτου μερίσματος υπέρ των κατόχων, ίσου τουλάχιστον προς
6% επί του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. 2. Πάσα ετέρα μη καθοριζομένη
κατά ποσόν υπό του καταστατικού, χορηγουμένη δε εξ οιουδήποτε λόγου εις
σύμβουλον αμοιβή ή αποζημίωσις θεωρείται βαρύνουσα την εταιρείαν, μόνον εάν
εγκριθή δι` ειδικής αποφάσεως της τακτικής γενικής συνελεύσεως. Αύτη δύναται
να μειωθή υπό του Δικαστηρίου, εάν κατ` αγαθήν κρίσιν είναι υπέρογκος και
αντετάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/10 του εταιρικού κεφαλαίου. 3. Η
διάταξις της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζεται προκειμένου περί αμοιβών
οφειλομένων εις μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δι` υπηρεσίας αυτών
παρεχομένας εις την εταιρείαν επί τη βάσει ειδικής σχέσεως μισθώσεως (και)
εργασίας ή εντολής". Από την παραπάνω διάταξη και ιδίως από τη  διάταξη του
άρθρου 23α του Ν. 2190/1920, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 180 και 183
ΑΚ, προκύπτει, ότι: α) Η μεταξύ ανώνυμης εταιρείας και μέλους του Διοικητικού
αυτής συμβουλίου συναπτόμενη σύμβαση και επομένως και αυτή της μίσθωσης
εργασίας ή της έμμισθης εντολής, εφόσον εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας
συναλλαγής, πρέπει να υποβληθεί, με ποινή ακυρότητος, σε προηγούμενη έγκριση,
δηλαδή άδεια της γενικής συνελεύσεως, η οποία συμπληρώνει την εξουσία του
Διοικητικού Συμβουλίου, β) την ελλείπουσα άδεια της γενικής συνελεύσεως δεν
αποκαθιστά η εκ των υστέρων έγκριση, η οποία δεν θεραπεύει την ακυρότητα της
συμβάσεως, αλλ` ισχύει, κατ` άρθρο 183 ΑΚ, ως νέα κατάρτιση αυτής και με την
προϋπόθεση ότι τηρήθηκαν οι κατά νόμο απαιτούμενοι όροι για την απ` αρχής
κατάρτισή της. Το άρθρο 23α παρ. 2 του Ν. 2190/1920 εξαιρεί από τους ανωτέρω
περιορισμούς τις συμβάσεις που δεν εξέρχονται από τα όρια της τρέχουσας
συναλλαγής της εταιρείας με τους πελάτες της. Ως κριτήριο υπαγωγής μιας
σύμβασης στην έννοια της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρείας είναι το γεγονός,
ότι αυτή η σύμβαση κατά το αντικείμενό της εμπίπτει στις καθημερινές
δραστηριότητες της εταιρείας και κατά το περιεχόμενό της είναι σύμφωνη με
τους όρους των συμβάσεων, τις οποίες καταρτίζει η εταιρεία με τους
συναλλασσόμενους. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 24 δεν εισάγει εξαίρεση
στον κανόνα του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920, αλλ` αφορά συνήθως τους
υπαλλήλους της εταιρείας, που είχαν προσληφθεί πριν από την εκλογή τους ως
συμβούλους, ώστε να αξιοποιηθούν ικανά και με πείρα στελέχη της εταιρείας με
τη συμμετοχή τους στο Διοικητικό Συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση το
Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος ήταν μέτοχος και μέλος του ΔΣ
της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία ".........." και προσέφερε τις
υπηρεσίες του σ` αυτήν από το 1983 έως το 1987. Για τις υπηρεσίες του αυτές
προέβαλε αξίωση κατά της αναιρεσείουσας εταιρείας ύψους 15.000.000 δρχ. Την
αξίωσή του αυτή αναγνώρισε εγγράφως η Γ.Σ. των μετόχων της αναιρεσείουσας
στις 24.12.1987 και αποφασίστηκε προς εξόφληση αυτής να του παραχωρηθεί η
ετήσια χρήση ενός "μπαγκαλόους" για 15 χρόνια και η χρήση ενός διαμερίσματος
για ένα μήνα επί 15 χρόνια. Την εκπλήρωση της υποχρέωσής της αυτής στη
συνέχεια αρνήθηκε η αναιρεσείουσα. Τον Αύγουστο του 1991 ο αναιρεσίβλητος
επέδωσε εξώδικη δήλωση στην αναιρεσείουσα και έταξε σ` αυτήν τριήμερη
προθεσμία προς σύναψη και εκτέλεση της σύμβασης, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά
την άπρακτη πάροδο αυτής θα υπαναχωρήσει από τη συμφωνία και ότι θα ζητήσει
την καταβολή της απαίτησής του. Η ανωτέρω προθεσμία παρήλθε άπρακτη και ο
αναιρεσίβλητος αξίωσε με την αγωγή του την καταβολή του ως άνω αφηρημένως
αναγνωρισθέντος ως οφειλομένου ποσού, εντόκως από 25.12.1987, γιατί η
οφειλέτις αναιρεσείουσα κατέστη έκτοτε υπερήμερη. Η έννομη αυτή σχέση των
διαδίκων, από την οποία γεννήθηκε η ένδικη οφειλή, εκτιμήθηκε ως οφειλή από
σύμβαση παροχής υπηρεσιών, που καταρτίστηκε και πραγματοποιήθηκε πριν από τις
24.12.1987, (που συνήλθε η Γ.Σ. της αναιρεσείουσας και την ενέκρινε) και
είναι πρόδηλο ότι εξέρχεται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της Εταιρείας.

Επομένως υπάγεται σ` εκείνες τις συμβάσεις, για τη σύναψη των οποίων ήταν
υποχρεωτική η προηγούμενη άδεια της γενικής συνελεύσεως των μετόχων, η οποία
στην περίπτωση του αναιρεσιβλήτου δεν υπήρχε και έτσι η σύμβαση αυτή ήταν
εξαρχής άκυρη. Ενόψει τούτων η Γενική Συνέλευση της αναιρεσείουσας αναγνώρισε
στις 24.12.1987 αφηρημένως και κατά νόμιμο τύπο την οφειλή της προς τον
αναιρεσίβλητο από την άκυρη αυτή σύμβαση και συνεπώς καταρτίσθηκε μεταξύ των
διαδίκων νέα εξ υπαρχής σύμβαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η
οποία, αφού τηρήθηκαν οι διατυπώσεις της εν λόγω διάταξης, είναι έγκυρη και
δεν νοείται άλλη προηγούμενη αυτής έγκριση της ίδιας Γενικής Συνέλευσης. Με
αυτά που δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή
την αναφερόμενη στην αρχή της σκέψης διάταξη του ουσιαστικού δικαίου του
άρθρου 23α του ν. 2190/1920 και 873 ΑΚ, ούτε εκείνες των άρθρων 174 και 180
του ΑΚ δια της μη εφαρμογής τους, αφού τις εφάρμοσε, χωρίς να απαιτείται προς
τούτο και ειδική αιτιολογία, τα δε αντίθετα που υποστηρίζονται από την
αναιρεσείουσα με το μοναδικό αναιρετικό της λόγο από το εδάφιο 1 του άρθρου
559 του ΚΠολΔ κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατ` ακολουθίαν πρέπει να
απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα,
λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε
προτάσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ  ΤΟΥΣ  ΛΟΓΟΥΣ  ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.10.2002 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ".....
.......", για αναίρεση της 468/2002 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου,  την
οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων  εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα  στις  22 Ιουνίου 2004.

    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε  στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28
Ιανουαρίου 2005.

    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ






ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο