Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-2004 ]

αποφ. Αρ. Παγου 1147 1.1.2004 Πότε θεωρείτε ότι υπάρχει Σύμβαση Εξαρτημένης εργασίας Κυρίαρχο στοιχείο της είναι εκείνο της νομικής εξαρτήσεως του εργαζομένου από τον εργοδότη, η οποία, έστω και χαλαρή, υφίσταται και επί της σχέσεως των διευθυνόντων υπαλλήλων. Σύμβαση εταιρίας. Πότε υπάρχει. Η τελευταία δεν αποκλείει την παράλληλη σύναψη, μεταξύ ενός εκ των εταίρων και του διαχειριστή της εταιρίας, συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, με την οποία ο πρώτος προσλαμβάνεται ως υπάλληλος για να προσφέρει, αντί μισθού, την εργασία του, η οποία δεν περιλαμβάνεται στην εταιρική εισφορά του. Περιστατικά. Προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί είτε από αδικοπραξία είτε από σύμβαση, κατά τους όρους της ΚΠολΔ 1047, δεν έχει καταργηθεί και μόνο κατ` εξαίρεση αποκλείεται η απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατ` εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων οφείλεται αποκλειστικώς σε αδυναμία του οφειλέτη προς εκπλήρωση, την οποία πρέπει αυτός να επικαλεσθεί κατ ένσταση και ν` ποδείξει.

(Πότε θεωρείτε ότι υπάρχει Σύμβαση Εξαρτημένης εργασίας Κυρίαρχο στοιχείο της είναι εκείνο της νομικής εξαρτήσεως του εργαζομένου από τον εργοδότη, η οποία, έστω και χαλαρή, υφίσταται και επί της σχέσεως των διευθυνόντων υπαλλήλων. Σύμβαση εταιρίας. Πότε υπάρχει. Η τελευταία δεν αποκλείει την παράλληλη σύναψη, μεταξύ ενός εκ των εταίρων και του διαχειριστή της εταιρίας, συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, με την οποία ο πρώτος προσλαμβάνεται ως υπάλληλος για να προσφέρει, αντί μισθού, την εργασία του, η οποία δεν περιλαμβάνεται στην εταιρική εισφορά του. Περιστατικά. Προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί είτε από αδικοπραξία είτε από σύμβαση, κατά τους όρους της ΚΠολΔ 1047, δεν έχει καταργηθεί και μόνο κατ` εξαίρεση αποκλείεται η απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατ` εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων οφείλεται αποκλειστικώς σε αδυναμία του οφειλέτη προς εκπλήρωση, την οποία πρέπει αυτός να επικαλεσθεί κατ ένσταση και ν` ποδείξει. )

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

 Πότε θεωρείτε ότι υπάρχει Σύμβαση Εξαρτημένης εργασίας Κυρίαρχο στοιχείο της

είναι εκείνο της νομικής εξαρτήσεως του εργαζομένου από τον εργοδότη, η
οποία, έστω και χαλαρή, υφίσταται και επί της σχέσεως των διευθυνόντων
υπαλλήλων. Σύμβαση εταιρίας. Πότε υπάρχει. Η τελευταία δεν αποκλείει
την παράλληλη σύναψη, μεταξύ ενός εκ των εταίρων και του διαχειριστή
της εταιρίας, συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, με την οποία ο πρώτος
προσλαμβάνεται ως υπάλληλος για να προσφέρει, αντί μισθού, την εργασία του,
η οποία δεν περιλαμβάνεται στην εταιρική εισφορά του. Περιστατικά. Προσωπική
κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση απαιτήσεων
που έχουν γεννηθεί είτε από αδικοπραξία είτε από σύμβαση, κατά τους όρους
της ΚΠολΔ 1047, δεν έχει καταργηθεί και μόνο κατ` εξαίρεση αποκλείεται η
απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατ` εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η
μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων οφείλεται αποκλειστικώς σε αδυναμία
του οφειλέτη προς εκπλήρωση, την οποία πρέπει αυτός να επικαλεσθεί κατ`
ένσταση και ν` αποδείξει.





Αριθμός 1147/2004
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα
Κολυβά, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Δημήτριο Λοβέρδο και Γεώργιο Χλαμπουτάκη,
Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2004,
με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1) Της ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρειας με την επωνυμία
".............". η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα.
2) ..........., κατοίκου Αττικής, ομόρρυθμου εταίρου και εκπρόσωπου της
ετερόρρυθμης εταιρείας "............". Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον
πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργιάδη, ο δεύτερος δεν παραστάθηκε στο
ακροατήριο. Ο παραπάνω πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι επήλθε βίαιη διακοπή
της δίκης λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος (απεβίωσε στις 27 Ιουλίου 2004) και
συνεχίζουν τη δίκη ως προς αυτόν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η σύζυγος
........... και τα τέκνα του, α) .............. και β) ..........., οι οποίοι
εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Του αναιρεσίβλητου : .............., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος
εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μόσχο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Φεβρουαρίου 2001 αγωγή του ήδη
αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29355/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 390/2003
του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν
οι αναιρεσείοντες με την από 24 Ιουνίου 2003 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι
διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης
Δημήτριος Λοβέρδος, διάβασε την από 9 Σεπτεμβρίου 2004 έκθεσή του, με την
οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας που εκπροσωπήθηκε, ζήτησε την παραδοχή
της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της
και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Η δίκη, μετά τη βίαιη διακοπή της με το θάνατο του δεύτερου από τους
αναιρεσείοντες, ............. στις 27.7.2004, νομίμως επαναλαμβάνεται από
τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή τη σύζυγό του ........... και τα
τέκνα του, .......... και ........, κατ` άρθρα 286 περ. α`, 287 και 290
ΚΠολΔικ.

ΙΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε
με την ΠΥΣ 324/30.5.46 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ. Ν. ΑΚ,
προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος
παρέχει την εργασία του με μισθό και υποβάλλεται στη νομΊκή εξάρτηση του
εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία
και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος δίδοντας οδηγίες και
εντολές ως προς το χρόνο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας,
δεσμευτικές για τον εργαζόμενο που είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται
προς αυτές άσχετα αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει
περιθώρια πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον αυτό δεν εξικνείται μέχρι
καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας, αντιστοίχως
ελεύθερης υπηρεσιακής δράσης, απαλλαγμένης από τον έλεγχο του τελευταίου.
Το στοιχείο της εξάρτησης από τον εργοδότη, έστω χαλαρής, υπάρχει και στην
περίπτωση των κατά το άρθρο 2 εδ. α της Διεθνούς συμβάσεως της Ουάσιγκτων,
που κυρώθηκε με το νόμο, 2269/1920, διευθυνόντων υπαλλήλων, εκείνων δηλαδή
των προσώπων που λόγω των προσόντων τους απολαμβάνουν της εμπιστοσύνης του
κυρίου της επιχειρήσεως, ο οποίος τους αναθέτει καθήκοντα εποπτείας και
γενικότερης διεύθυνσης, ώστε να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και
την εξέλιξη της επιχείρησης, ασκώντας έτσι με πρωτοβουλία και υπευθυνότητα
εργοδοτικά καθήκοντα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 741, 742 παρ. 1,
361 και 648 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εταιρείας υπάρχει όταν καθένας από τους
συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής ορισμένης εισφοράς, που
μπορεί να συνισταται και στην παροχη της προσωπικης του εργασιας και όλοι
επιδιώκουν δια της συνεργασίας τους κοινό σκοπό και ιδίως οικονομικό. Η
σύμβαση της εταιρείας δεν αποκλείει και την παράλληλη σύναψη, μεταξύ ενός
από τους εταίρους και του διαχειριστή της εταιρείας, συμβάσεως εξαρτημένης
εργασίας, με την οποία ο πρώτος προσλαμβάνεται ως υπάλληλος για να προσφέρει,
αντί μισθού, την εργασία του που δεν περιλαμβάνεται στην εταιρική εισφορά
του. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη
απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί πραγμάτων κρίση του,
τα εξής: Με το από 5.10.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό ο ενάγων - αναιρεσίβλητος
μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στο δεύτερο εναγόμενο - αναιρεσείοντα, ως σύνολο,
την επιχείρηση λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού, με την προσωρινή άδειά του,
τις εγκαταστάσεις της, που διατηρούσε μέχρι τότε στην οδό ........, στην
Θεσσαλονίκης, καθώς και τον πομπό που διέθετε στο πάρκο ............., με
το σχετικό ιστό κεραίας, έναντι του τιμήματος των 30.000.000 δραχμών. Με το
συμφωνητικό αυτό συμφωνήθηκε επίσης να συσταθεί μεταξύ των συμβαλλομένων
ετερόρρυθμη εταιρεία, στην οποία υποχρεωτικά θα μετείχε και ο αναιρεσίβλητος
με ποσοστό 20%, ως ετερόρρυθμο μέλος της. Επίσης ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την
υποχρέωση, για όσο χρονικό διάστημα απαιτηθεί, να προσφέρει τις υπηρεσίες
του και τις τεχνικές του γνώσεις, για την εύρυθμη λειτουργία του σταθμού.
Σε εκτέλεση του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, στις 15.10.95, συστήθηκε η
εναγόμενη πρώτη αναιρεσείουσα, ετερόρρυθμη εταιρεία ".................". Ως
έδρα της εταιρείας ορίστηκε η Θεσσαλονίκη και ειδικότερα τα γραφεία αυτής επί
της οδού ............, στην Θεσσαλονίκης. Μέλη της Εταιρείας ήταν ο δεύτερος
αναιρεσείων, ως ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής αυτής, με ποσοστό συμμετοχής
50%, ο ............." με ποσοστό 15%, ο αναιρεσίβλητος με ποσοστό 20% κα ο
.............. με ποσοστό 15%, ως ετερόρρυθμοι εταίροι. Σκοπός της εταιρείας
ήταν η εκμετάλλευση του ραδιοφωνικού σταθμού με τον τίτλο πλέον ........ FM.
Η διάρκεια της εταιρείας συμφωνήθηκε εικοσαετής, μέχρι 15.10.2015 και το
κεφάλαιό της στο ποσό των 30.000.000 δραχμών. Τέλος ο αναιρεσίβλητος ορίστηκε
υπεύθυνος των τεχνικών εγκαταστάσεων του σταθμού, παράλληλα όμως, επειδή οι
λοιποί εταίροι, δεν ασχολούνται με την εταιρεία, προσέλαβαν και συμφώνησαν,
να αναλάβει ο αναιρεσίβλητος και τα καθήκοντα του διευθυντού του σταθμού, με
αμοιβή που συμφωνήθηκε στο ποσό των 500.000 δρχ. μηνιαίως. Την εποπτεία, τις
κατευθύνσεις και τις οδηγίες για τη λειτουργία του σταθμού της Θεσσαλονίκης
έδινε ο δεύτερος αναιρεσείων. Το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος προσλάμβανε
προσωπικό και τους παρείχε οδηγίες για τον τρόπο και το χρόνο παροχής της
εργασίας τους, καθώς και το γεγονός ότι κατάρτιζε (τoυς, καθώς και το γεγονός
ότι κατάρτιζε) διαζ. επτά (7) εξείς ο ίδιος τις συμβάσεις για τη διαφήμιση
των πελατών του σταθμού δεν αναιρεί την ιδιότητα που είχε και ως εργαζόμενος
με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Εξάλλου, η εργασία που προσέφερε ο
αναιρεσίβλητος, επί 12ώρου βάσεως, στην πρώτη αναιρεσείουσα, από πουθενά
δεν προέκυψε ότι αποτελούσε μέρος της εταιρικής του εισφοράς. Αντίθετα
προέκυψε ότι από τους υπόλοιπους εταίρους, οι οποίοι επίσης είχαν μικρά
ποσοστά συμμετοχής, κανένας δεν προσέφερε προσωπική εργασία πλην του
αναιρεσιβλήτου. Η πρώτη αναιρεσείουσα είχε δηλώσει την πρόσληψη του
αναιρεσιβλήτου την 1.1.98, παρότι αυτός εργαζόταν ήδη από το 1995. Είχε
ασφαλίσει αυτόν στο Ι.Κ.Α., από την πρόσληψή του και μετέπειτα. Του χορηγούσε
βεβαιώσεις αποδοχών για τα έτη 1999 και 2000. Του χορήγησε την από 9.5.2000
βεβαίωση με την οποία δηλώνει ότι εργάζεται σ` αυτήν ως διαφημιστής και του
κοινοποίησε έγγραφη καταγγελία απολύσεως την 4.8.2000, στην οποία φέρεται
ότι τον προσέλαβε την 1.1.98 με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου. Ο
ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσείουσας ότι ο αναιρεσίβλητος προσέφερε εργασία
στην κοινή τους εταιρεία, ως συνεταίρος, μέσα στα πλαίσια της εταιρικής
σχέσης και ότι το ποσό που του κατέβαλλε μηνιαίως των 500.000 δραχμών και
μάλιστα σταθερά, για όλα τα έτη της συνεργασίας τους, αποτελούσε προκαταβολή
από τα πιθανά κέρδη της εταιρείας, από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο
δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα προέκυψε ότι η εταιρεία αυτή ουδέποτε είχε κέρδη.
Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η συνδέουσα τον αναιρεσίβλητο
με τους αντιδίκους του έννομη σχέση έχει το χαρακτήρα της συμβάσεως
εξαρτημένης εργασίας υπό την έννοια που αναφέρθηκε. Ετσι, δέχθηκε την αγωγή
του αναιρεσιβλήτου, μετ` εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που την απέρριψε
και επιδίκασε, ως δεδουλευμένους μισθούς της χρονικής περιόδου 1.8.99 μέχρι
1.8.2000, δώρο Χριστουγέννων 1999, επίδομα αδείας 1999 και δώρο Πάσχα 2000,
το συνολικό ποσό των 7.000.000 δραχμών. Συνεπώς το Εφετείο, με τις πλήρεις
και σαφείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασής του, που στηρίζουν το
διατακτικό της, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι
δε περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, με τους οποίους
επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών,
κατ` ορθήν υπαγωγήν τους στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ., πρέπει να
απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙΙ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση
διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και κατά
εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις. Μπορεί να διαταχθεί επίσης και για
απαιτήσεις από αδικοπραξίες. Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 του ν. 2426/1997
"κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα ...",
κανείς δε φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει
συμβατική υποχρέωση. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι η προσωπική
κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση απαιτήσεων που
έχουν γεννηθεί είτε από αδικοπραξία είτε από σύμβαση, κατά τους όρους του
άρθρου 1047 πα. 1 ΚΠολΔικ., δεν έχει καταργηθεί, και μόνο κατ` εξαίρεση
αποκλείεται η απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ` εμπόρων για εμπορικές
απαιτήσεις, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων οφείλεται
αποκλειστικά σε αδυναμία του οφειλέτη προς εκπλήρωση, την οποία πρέπει αυτός
να επικαλεσθεί κατ` ένσταση και να αποδείξει (βλ. σχετ. ΑΠ 133/2001, ΑΠ
60/2001, ΑΠ 296/2000, ΑΠ 25/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει
από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε ως αποδεικτικό πόρισμα,
προκειμένου να απαγγείλει προσωπική κράτηση κατά του δεύτερου αναιρεσείοντος
και το γεγονός ότι αυτός είχε τη δυνατότητα να εκπληρώσει την επίδικη
υποχρέωσή του, αφού αυτό, όπως δέχθηκε, δεν αποτελεί στοιχείο της περί
προσωποκρατήσεως του εμπόρου για εμπορικό χρέος του αγωγής του δανειστή,
αλλά περιεχόμενο, με την αντίθετη μορφή της αδυναμίας εκπληρώσεως, σχετικής
ένστασης του εναγόμενου οφειλέτη, η οποία όμως δεν είχε προταθεί από τον
αναιρεσείοντα. Επομένως ο τρίτος τελευταίος λόγος αναιρέσεως, υπό τις
αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ως προς
το ζήτημα της απαγγελθείσης προσωπικής κράτησης του δεύτερου αναιρεσείοντος,
αναφορικά με τη δυνατότητα πληρωμής της επίδικης συμβατικής απαίτησης, που
ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζεται σε εσφαλμένη
προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την αναίρεση κατά της απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης
390/2003, όπως διορθώθηκε με την απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου 1945/2003.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στον αναιρεσίβλητο τα
δικαστικά έξοδα εξ επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2004. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2004.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ






ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο