Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-2004 ]

αποφ. Αρ. Παγου 1571 1.1.2004 Μίσθωση εργασίας. Καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη. Αξίωση για καταβολή των μισθών υπερημερίας. Η σχετική αξίωση υπόκειται στον περιορισμό άρθρου 281 ΑΚ. Η αξίωση ασκείται καταχρηστικά όταν ο μισθωτός, παρότι μπορούσε να παράσχει ανάλογη προς την ειδικότητα του εργασία σε άλλον εργοδότη, αδικαιολόγητα παραμένει άνεργος κατά το χρόνο υπερημερίας του εργοδότη για να εισπράξει αποδοχές υπερημερίας. Απόλυση διευθυντή της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Περιστατικά.Αναιρεί την υπ αριθμ. 8397/2003 ΕΦ ΑΘ.

(Μίσθωση εργασίας. Καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη. Αξίωση για καταβολή των μισθών υπερημερίας. Η σχετική αξίωση υπόκειται στον περιορισμό άρθρου 281 ΑΚ. Η αξίωση ασκείται καταχρηστικά όταν ο μισθωτός, παρότι μπορούσε να παράσχει ανάλογη προς την ειδικότητα του εργασία σε άλλον εργοδότη, αδικαιολόγητα παραμένει άνεργος κατά το χρόνο υπερημερίας του εργοδότη για να εισπράξει αποδοχές υπερημερίας. Απόλυση διευθυντή της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Περιστατικά.Αναιρεί την υπ αριθμ. 8397/2003 ΕΦ ΑΘ. )

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

 Αξίωση για καταβολή των μισθών υπερημερίας. Η σχετική αξίωση υπόκειται στον περιορισμό άρθρου 281 ΑΚ. Η αξίωση ασκείται καταχρηστικά όταν ο μισθωτός, παρότι μπορούσε να παράσχει ανάλογη προς την ειδικότητα του εργασία σε άλλον

εργοδότη, αδικαιολόγητα παραμένει άνεργος κατά το χρόνο υπερημερίας του
εργοδότη για να εισπράξει αποδοχές υπερημερίας. Απόλυση διευθυντή της
Ολυμπιακής Αεροπορίας. Περιστατικά.

Αριθμός 1571/2004

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Xαράλαμπο Γεωργακόπουλο, Αντιπρόεδρο,
Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη, και Γεώργιο
Χλαμπουτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2004, με
την παρουσία και της γραμματέως Ακριβής Παπαπαναγιώτου, για να δικάσει μεταξύ
:

Της αναιρεσείουσας- αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία
"............." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα
Φαλίδα-Νικολακοπούλου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η παραπάνω δικηγόρος εμφανίστηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι ανακαλεί την
από 1 Νοεμβρίου 2004 δήλωσή της και παρίσταται.

Του αναιρεσίβλητου : ............... , κατοίκου ....... Αττικής, ο οποίος
παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από, 10 Μαρτίου 1999 και 3 Ιανουαρίου 2000 δύο
αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο
Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν με την ανταγωγή που ασκήθηκε δια των προτάσεων από
πλευράς της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1517/2000 του ίδιου
Δικαστηρίου  και  8298/2000 του Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή
απόφαση, παραπέμφθηκε η υπόθεση να εκδικασθεί ξανά από το ίδιο Μονομελές
Πρωτοδικείο. Εκδόθηκε η 685/2001 απόφαση,  και 6060/2002 του Εφετείου Αθηνών.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 3 Σεπτεμβρίου 2002
αίτησή του αναιρέσεως και τους από 22 Ιανουαρίου 2003 πρόσθετους λόγους του.

Εκδόθηκε η 1093/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η
τελευταία απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση να
εκδικασθεί ξανά από το ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Εκδόθηκε η 8397/2003
απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι
ανωτέρω διάδικοι  με τις από 12 Ιανουαρίου 2004 και 23 Ιανουαρίου 2004
αιτήσεις τους.
  
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι
διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο  εισηγητής  Αρεοπαγίτης
Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 20 Οκτωβρίου 2004 έκθεσή του, με την οποία
εισηγήθηκε : A) την εν μέρει παραδοχή του δεύτερου (α΄ σκέλος) και την
απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά και όλων των λοιπών λόγων της από 12-1-2004
αιτήσεως αναιρέσεως. Και β) την απόρριψη της από 23-1-2004 αιτήσεως
αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι  ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους και την απόρριψη  της
αιτήσεως  του αντίδικου τους και την καταδίκη στη  δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Επειδή, κατά τα άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ.,πρέπει να διαταχθεί η
συνεκδίκαση των κρινομένων, αντιθέτων, από 12-1-2004 και 23-1-2004 αιτήσεων
αναιρέσεως κατά της 8397/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προς διευκόλυνση
της διεξαγωγής της δίκης και μείωση των εξόδων.

ΙΙ. Επί της από 12-1-2004 αιτήσεως της Α.Ε. "................"

1.Επειδή, το εκ της διατάξεως του άρθρου 656 ΑΚ δικαίωμα του μισθωτού  να
αξιώσει από τον υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του εργοδότη τις
αποδοχές που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του, υπόκειται
στον εκ της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ περιορισμό και εντεύθεν απαγορεύεται
η άσκηση αυτού, όταν υπερβαίνει κατά τρόπο προφανή τα εκ της καλής πίστεως ή
των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού αυτού επιβαλλόμενα
όρια. Τέτοια υπέρβαση υφίσταται όταν ο μισθωτός, παρότι μπορούσε να παράσχει
ανάλογη προς την ειδικότητά του εργασία σε άλλον εργοδότη, αδικαιολογήτως
παρέμεινε άνεργος κατά το χρόνο υπερημερίας του εργοδότη για να εισπράξει
παρ` αυτού τις αντίστοιχες αποδοχές και να ματαιώσει το δικαίωμα εκείνου προς
καταλογισμό της ωφέλειας στις αποδοχές υπερημερίας. Στην προκειμένη υπόθεση
το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε και τα
ακόλουθα : Ο ενάγων -αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη -
αναιρεσείουσα ως υπάλληλος στο σταθμό που αυτή διατηρούσε στο Λονδίνο μέχρι
τις 27-7-1976. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως διευθυντής σε ..... της στο
........ μέχρι 31-8-1981, στη ........ μέχρι 28-2-1986 και στο ....
μέχρι 25-7-1989. Τον Ιούλιο 1989 προήχθη σε διευθυντή Τομέα και στις
25-7-1989 τοποθετήθηκε ως περιφερειακός διευθυντής της αναιρεσείουσας στην
περιοχή Β. και Ν. Αμερικής και τον Μάϊο 1991 προήχθη σε διευθυντή διεύθυνσης.

Με την ΓΔ/1313/1880. 1/16-10-1992 απόφαση του Γεν. Δ/ντή της Ο.Α. ανακλήθηκε
στις υπηρεσίες της στην Αθήνα και παρέμεινε στη διάθεση της Διοίκησης, λόγω
υπονοιών για επιλήψιμη ανάμιξή του στις διαπραγματεύσεις παραίτησης της Ο.Α.
από το δικαίωμα χρήσης του ...... κτηρίου στην ........ της Ν. Υόρκης και
αγοράς άλλου ακινήτου από την Ο.Α. στη Ν. Υόρκη, υπόθεση για την οποία
ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για δωροδοκία, απαλλαγέντος της
κατηγορίας αυτής με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Στη διάθεσή της
παρέμεινε μέχρι 26-3-1993, οπότε με την ΓΔ/679/4921/26-3-1993 απόφαση του
Γεν. Δ/ντή αυτής ανακλήθηκε η τοποθέτησή του ως περιφερειακού Δ/ντή Β. και Ν.
Αμερικής, έγινε επανατοποθέτηση αυτού στον αρχικό τόπο πρόσληψής του και
καταγγέλθηκε, σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο, η από 17-2-1964 εργασιακή του
σύμβαση με καταβολή αποζημίωσης 10.717 λιρών Αγγλίας. Κατόπιν αγωγής του,
τελικά, με την 1106/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη,
αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της σύμβασής του,
υποχρεώθηκε η  αναιρεσείουσα  να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και του
επιδίκασε για το  κρίσιμο διάστημα (26-3-1993 έως 26-11-1993) ως μισθούς
υπερημερίας το εις δραχμές ισάξιο κατά το χρόνο πληρωμής 59.573 δολλ. ΗΠΑ και
7.553 λιρών Αγγλίας. Εξ   αυτών - δέχθηκε το Εφετείο - δημιουργείται
δεδικασμένο που καταλαμβάνει και την παρούσα δίκη,  ως προς τα ανωτέρω
ζητήματα ( ήτοι  την ακυρότητα της καταγγελίας, υπερημερία της
αναιρεσείουσας, υποχρέωση αυτής να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ως διευθυντή,
την ? κατ`  αρχήν ? υποχρέωσή της σε καταβολή μισθών υπερημερίας στον
αναιρεσίβλητο και το ύψος των αποδοχών του κατά τον χρόνο της καταγγελίας).

Περαιτέρω, καθόσον αφορά τις, παραδεκτά, προβληθείσες ενστάσεις της
αναιρεσείουσας περί : α) καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης και β)
έκπτωσης της ωφέλειας που απεκόμισε ο αναιρεσίβλητος εργαζόμενος αλλού, για
μέρος της επίδικης περιόδου, δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος, μετά επτάμηνο από
την καταγγελία της σύμβασης, ενδιαφέρθηκε για απασχόληση σε άλλη επιχείρηση
και προσλήφθηκε από την ιδιωτική αεροπορική εταιρία "................
...", στην οποία εργάστηκε ως σύμβουλος από Δεκέμβριο 1993 έως Μάϊο 1995,
που αποχώρησε λόγω πτώχευσης της εργοδότριας, και εισέπραξε ως αμοιβή για το
έτος 1994 2.880.000 δραχμές. Αμέσως προσλήφθηκε ως σύμβουλος επιχειρήσεων από
την εταιρία "...............", στην οποία απασχολήθηκε από Ιούνιο 1995
έως το φθινόπωρο του 1996, και εισέπραξε ως αποδοχές τα ποσά των δραχμών
5.833.240 για το 1995 και 8.785.000 για το έτος 1996. Ο αναιρεσίβλητος
επιδίωξε να βρει άλλη εργασία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά οι
προσπάθειές του δεν ευδοκίμησαν. Στη συνέχεια, όμως και συγκεκριμένα από το
Δεκέμβριο του έτους 1986 και εφεξής, λόγω των σημαντικών προσόντων και της
πείρας του, αλλά και της μεγάλης ζήτησης που υπήρχε(από τότε) στην αεροπορική
αγορά, μπορούσε εύκολα να βρει ανάλογη εργασία, όπως συνέβη με άλλα στελέχη
της αναιρεσείουσας που αποχώρησαν και βρήκαν εργασία σε ιδιωτικές αεροπορικές
εταιρίες. Είναι δε κοινώς γνωστό γεγονός, που συνιστά δίδαγμα  κοινής πείρας,
ότι από τα μέσα της δεκαετίας 1990-2000 και εφεξής σημειώθηκε σημαντική
διεύρυνση της ιδιωτικής αερομεταφορικής αγοράς με συνακόλουθη αντίστοιχη
ζήτηση στελεχών με τα αυξημένα προσόντα και την πολυετή επαγγελματική
εμπειρία του αναιρεσείοντος σε πολύ σημαντικές θέσεις. Επί πλέον, το γεγονός
ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τα τρία πρώτα έτη του επίδικου χρονικού
διαστήματος, όταν η ιδιωτική αεροπορική αγορά διήνυε τα πρώτα στάδια ανέλιξής
της, αλλά και η προσωπική του ποινική εμπλοκή ήταν ανεκκαθάριστη, βρήκε
ευχερώς απασχόληση αρχικά ως σύμβουλος σε ιδιωτική αεροπορική εταιρία και στη
συνέχεια, αμέσως, ως σύμβουλος επιχειρήσεων σε τεχνική εταιρία, ενισχύει και
τεκμηριώνει την παραδοχή  ότι και κατά το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα,
κατά το οποίο συνέτρεχαν ευμενέστερες αντικειμενικές,  και υποκειμενικές
(μετά την έκδοση του απαλλακτικού βουλεύματος), συνθήκες αναζήτησης εργασίας,
ήταν ευχερές για τον αναιρεσίβλητο να βρει ανάλογη εργασία σε κάποια από τις
ιδιωτικές αεροπορικές εταιρίες (............... κ.λ.π.) ή σε άλλες εμπορικές
και τεχνικές επιχειρήσεις και να εξασφαλίσει τουλάχιστον τα μηνιαία
εισοδήματα που αυτός είχε από την απασχόλησή του στην εταιρία "..." κατά το
έτος 1996. Παρά δε την ευχέρεια αυτή, ο αναιρεσίβλητος μετά την αποχώρησή του
από την τελευταία εργοδότριά του επέλεξε αδικαιολόγητα (αφού η εξεύρεση
εργασίας ήταν ευχερής) και κακόβουλα να μην αναζητήσει άλλη εργασία, με σκοπό
να αξιώσει μισθούς υπερημερίας από την αναιρεσείουσα, όπως και έπραξε με τις
κρινόμενες αγωγές, και να ματαιώσει το δικαίωμα αυτής για αφαίρεση από τους
μισθούς υπερημερίας των αποδοχών που εκείνος θα αποκόμιζε εργαζόμενος σε
άλλους εργοδότες.

Επομένως η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης είναι εν μέρει
βάσιμη για το επίδικο χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο 1996 και εφεξής,
κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν δικαιούται το μέρος των μισθών, που αυτός
αδικαιολόγητα και κακόβουλα απέφυγε να εξασφαλίσει παρέχοντας ανάλογη εργασία
σε άλλους εργοδότες. Ενώ, η ίδια ένσταση, είναι αβάσιμη κατά το μέρος που
αφορά το προγενέστερο χρονικό διάστημα που ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν στις
προαναφερόμενες επιχειρήσεις, αφού δεν προκύπτει από κανένα πειστικό
αποδεικτικό στοιχείο ότι αυτός μπορούσε κατά το ίδιο διάστημα να βρει ευχερώς
και πρόσθετη ανάλογη εργασία σε άλλους εργοδότες και να εξασφαλίσει
εισοδήματα ισόποσα με τους μισθούς υπερημερίας που ζητεί, όπως αβάσιμα
ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Συνεπώς, ο αναιρεσίβλητος για το αντίστοιχο
χρονικό διάστημα δικαιούται μισθούς υπερημερίας μετά από αφαίρεση των
εισοδημάτων που αποκόμισε από την εργασία του στις προαναφερόμενες
εργοδότριές του, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της αναιρεσείουσας.

Ακολούθως, μετά ακριβή προσδιορισμό των αποδοχών του αναιρεσίβλητου κατά την
καταγγελία, σύμφωνα με το ως άνω δεδικασμένο, σε συνδυασμό και με το, μεταξύ
των διαδίκων, από 4-10-1989 πρωτόκολλο συμφωνίας(όρος 2), κατά το οποίο την
1η Αυγούστου κάθε έτους οι αμοιβές του αναιρεσίβλητου θα αναπροσαρμόζονται
σύμφωνα με το δείκτη μεταβολής του τιμαρίθμου (πληθωρισμού) στις ΗΠΑ, αυτές
που καταβάλλονται τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Αγγλία, έκρινε ότι οι επίδικες
αποδοχές υπερημερίας του αναιρεσίβλητου το επίδικο χρονικό διάστημα
ανέρχονται σε 621.202 δολλ. ΗΠΑ και σε 190.190 λίρες Αγγλίας - από το οποίο
αφαίρεσε  τα ποσά που ως άνω εισέπραξε αυτός από εργασία σε άλλους εργοδότες,
ανερχόμενα συνολικά σε 142.759 Ευρώ ? και κατά το υπόλοιπο, μετ`  εξαφάνιση
της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε αντίθετα και τις απέρριψε στην ουσία,
δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα  να το καταβάλει,
νομιμοτόκως από τη λήξη του αντίστοιχου μήνα καταβολής κάθε μηνιαίας οφειλής,  
στον αναιρεσίβλητο. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ
πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 656 παρ. 2  και 281
Α.Κ., αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις
αιτιολογίες σχετικά με το, ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της, εν
μέρει, βασιμότητας της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης,
και έτσι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής στην
συγκεκριμένη περίπτωση των διατάξεων αυτών. Επομένως ο πρώτος (β΄ σκέλος),
από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο
προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς και
αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε, για μέρος (το πριν από το Δεκέμβριο 1996)
του επιδίκου χρονικού διαστήματος, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της
ένδικης αξίωσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο πρώτος  λόγος, κατά το
μέρος του(α΄ σκέλος), με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση την
αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους παραδεκτώς προταθέντες ισχυρισμούς της  : α)  
περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης στο σύνολό της, ήτοι και για
το προ του Δεκεμβρίου 1996 χρονικό διάστημα, περιείχε δε η ένσταση αυτή και
σαφές αίτημα να απορριφθεί για τους αιτούμενους μισθούς των μηνών αυτών η
πρώτη αγωγή (ΑΚ 281), και β)έκπτωσης της ωφέλειας που αποκόμισε ο
αναιρεσίβλητος εργαζόμενος σε άλλες επιχειρήσεις, για ένα μέρος της επίδικης
χρονικής περιόδου (Α.Κ. 938),  είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι
όπως προαναφέρθηκε το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους
απέρριψε, (τον πρώτο εν μέρει), στην ουσία. Ενώ, ο ίδιος (1ος) λόγος, κατά τα
λοιπά κατ`  αμφότερα τα σκέλη του,  πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων
κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρ.
561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

2.Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την
έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι
οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των
διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που
συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή
επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, έστω και αν
προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.  Με το δεύτερο, από το ως άνω άρθρο και
αριθμό,  λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη
απόφαση την  πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, τους, παραδεκτώς
προβληθέντες, με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη (μετ`  αναπομπή, στις
16-1-2001 γενομένη, πρώτη) συζήτηση  των ενδίκων αγωγών και περιλάμβαναν τις
αρχικές από 22-2-2000 προτάσεις της και την από 25-2-2000 προσθήκη, και
επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ισχυρισμούς της : α)
παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσίβλητου για τους μισθούς από Δεκεμβρίου
1993 έως και Οκτωβρίου 1996, ενόψει του ότι οι ένδικες αγωγές επιδόθηκαν στις
23-3-1999 και 5-1-2000, αντιστοίχως, οπότε, παρελθούσης πενταετίας από τη
λήξη του έτους μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής (και όχι κατά
την  πρώτη του επομένου της καταβολής μηνός, όπως αυτή ισχυρίζεται), η αξίωση
για τους μισθούς αυτούς υπέπεσε σε παραγραφή(άρθρα 250 παρ. 6, 251, 253 ΑΚ),
και, ως εκ τούτου, η πρώτη αγωγή είναι απορριπτέα κατά τούτο, και β)άρνησης
των αγωγικών κονδυλίων. Ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά τον πρώτο, ουσιώδη ως
καταλυτικό εν μέρει (για το μισθό του Δεκεμβρίου 1993) της πρώτης αγωγής,
ισχυρισμό, είναι βάσιμος, καθόσον, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του
προκύπτει, το Εφετείο παρά το νόμο δεν τον έλαβε  υπόψη. Ενώ καθόσον αφορά
τον δεύτερο ισχυρισμό, που ως άρνηση δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την εκτεθείσα
έννοια, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ.  Επί της από  21-1-2004 αιτήσεως αναιρέσεως του ............ .

1.Επειδή, με τους πρώτο και δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγους
της αναιρέσεως ο ενάγων ? αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση
την πλημμέλεια, ότι, με το να δεχθεί, βάσει των ανωτέρω (στη σκέψη Ι-1
παρατιθέμενων) παραδοχών, ότι η ένσταση της εναγομένης ? αναιρεσίβλητης, περί
καταχρηστικής ασκήσεως του ασκούμενου με τις ένδικες αγωγές δικαιώματός του
είναι ουσιαστικά βάσιμη, εν μέρει (για την από 1-12-1996 μέχρι 22-2-2000
περίοδο του κρισίμου χρονικού διαστήματος), παραβίασε εκ πλαγίου (με
αιτιολογίες ανεπαρκείς) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Διότι, ειδικότερα, δεν αναφέρονται σ`  αυτήν  τα αναγκαία για την ευδοκίμηση
της ενστάσεως πραγματικά περιστατικά, ήτοι τα συγκεκριμένα προσόντα αυτού
(αναιρεσείοντος), μαζί με την ηλικία του, που του επιτρέπουν ευχερή ανεύρεση
εργασίας(καθόλα όμοιας ή συναφούς και με ίσες αποδοχές), σε ποιες
επιχειρήσεις και με ποια πείρα και προϋπηρεσία, για κάθε συγκεκριμένη
επιχείρηση, θα μπορούσε αυτός να εργασθεί κατά την περίοδο υπερημερίας της
αναιρεσίβλητης και γιατί, παρά ταύτα, προτίμησε να μην εργασθεί και να
προτιμήσει τους μισθούς υπερημερίας, ενώ σε ορισμένες υποπεριόδους βρήκε
εργασία και την παρέσχε. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι
η απόφαση περιέχει τις προπαρατιθέμενες (σκέψη Ι-1) πλήρεις και σαφείς
αιτιολογίες για το ως άνω ζήτημα. Αφού, σ`  αυτήν εκτίθενται τα εν λόγω
στοιχεία, ήτοι ότι ο ενάγων ? ενώ κατά τα τρία έτη του επίδικου χρονικού
διαστήματος (1-12-1993 έως 22-2-2000), υπό δυσχερέστερες ως άνω συνθήκες
βρήκε ευχερώς απασχόληση ? κατά το υπόλοιπο (μετά την 1-12-1996) επίδικο
χρονικό διάστημα, κατά το οποίο, επίσης διέθετε τα αναφερόμενα ανωτέρω ειδικά
προσόντα και πείρα, και επί πλέον συνέτρεχαν ευμενέστερες αντικειμενικές και
υποκειμενικές (απαλλαγή του από την κατηγορία)  συνθήκες αναζήτησης εργασίας,
ήταν ευχερές για αυτόν να βρει ανάλογη εργασία σε κάποια από τις ειδικώς
αναφερόμενες αερομεταφορικές εταιρίες, ενόψει του κοινώς γνωστού γεγονότος,
που συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι από τα μέσα της δεκαετίας 1990-
2000 και εφεξής σημειώθηκε (στην Ελλάδα) σημαντική διεύρυνση της ιδιωτικής
αερομεταφορικής αγοράς με συνακόλουθη αντίστοιχη ζήτηση στελεχών με αυξημένα
προσόντα πολυετή επαγγελματική εμπειρία, ως εκείνη του ιδίου σε πολύ
σημαντικές θέσεις, ή σε άλλες εμπορικές η τεχνικές επιχειρήσεις, εν τούτοις
επέλεξε αδικαιολόγητα (αφού η εξεύρεση εργασίας ήταν ευχερής) και κακόβουλα,
δηλαδή με σκοπό να αξιώσει μισθούς υπερημερίας από την εναγομένη, να μην
αναζητήσει άλλη εργασία και να ματαιώσει το δικαίωμα αυτής να αφαιρέσει από
τους μισθούς υπερημερίας ό,τι εκείνος θα αποκόμιζε εργαζόμενος σε άλλους
εργοδότες. Επίσης, ειδικώς, εκτίθεται στην απόφαση ότι άλλα στελέχη της
εναγομένης που αποχώρησαν, κατά την άνω δεκαετία που υπήρχε ζήτηση εργασίας
στις αερομεταφορές, βρήκαν εργασία σε ιδιωτικές αεροπορικές εταιρίες.

Εξάλλου, όπως από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ο
αναιρεσείων ουδέποτε επικαλέστηκε την ηλικία του ως γεγονός που δυσχεραίνει
την εκ μέρους ανεύρεση εργασίας.

2.Επειδή, όπως εκτέθηκε (στη σκέψη ΙΙ-1) η από το άρθρο 281 ΑΚ  ένσταση της
εναγομένης είναι αρκούντως ορισμένη και περιέχει σαφές αίτημα για απόρριψη
των ενδίκων αγωγών στο σύνολό τους. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε αυτή
ορισμένη και νόμω βάσιμη,  α) δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη "πράγμα" που δεν
προτάθηκε νόμιμα και β) δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο
ισχυρισμό, ως αόριστο. Γι`  αυτό ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως που προσάπτει
στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες,  από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14
ΚπολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

3.Επειδή, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως ο ενάγων αποδίδει στην απόφαση  
την αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚπολΔ, ότι, με το να δεχθεί ότι, για
την περίοδο από 1-12-1996 έως 22-2-2000 του κρισίμου χρονικού διαστήματος, οι
αγωγικές αξιώσεις του ασκούνται καταχρηστικά, παραβίασε ευθέως το άρθρο 281
ΑΚ, διότι τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα από της εκδόσεως της 1106/1999  
αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (15-2-1999) -  που του επιδίκασε μισθούς
υπερημερίας μέχρι 30-11-1993 και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να τον προσλάβει
στην υπηρεσία της ? μέχρι 22-2-2000, είχε (και εξακολουθεί να έχει) την
αμετακλήτως αναγνωρισθείσα αξίωση επαναπρόσληψής του στη θέση από την οποία
ακύρως απολύθηκε και, συνεπώς, δεν είχε καν υποχρέωση να επιδιώξει την
εξεύρεση αλλαχού άλλης εργασίας, εφόσον  παρόμοια ενέργεια ευλόγως θα
μπορούσε να θεωρηθεί  ως εκδήλωση παραίτησής του από το δικαίωμα
επαναπρόσληψης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η
αναζήτηση από το μισθωτό, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη,
εργασίας αλλού, δυνατότητα προβλεπόμενη άλλωστε  από το νόμο (ΑΚ 656 εδ. 2),  
καθεαυτή δεν μπορεί, αντικειμενικά, να ερμηνευθεί ως παραίτηση   από το ως
άνω δικαίωμά του, ούτε  ως γεγονός να αξιολογηθεί μεμονωμένα. Αλλά, όπως στην
αρχή εκτέθηκε, το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας
λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται στους
περιορισμούς της ΑΚ 281, μετά συνεκτίμηση του συνόλου των περιστάσεων.

Επομένως, το Εφετείο που κατέληξε στο ως άνω, σχετικά με το ζήτημα της εν
μέρει ουσιαστικής βασιμότητας της ενστάσεως αυτής, αποδεικτικό του πόρισμα
συνεκτιμώντας τις για όλο το κρίσιμο διάστημα περιστάσεις, δεν υπέπεσε στην
εν λόγω πλημμέλεια.

IV. Κατ` ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει, ήτοι καθόσον αφορά την
πρώτη αγωγή και μόνο για τον αξιούμενο μισθό του Δεκεμβρίου 1993, η  από  
12-1-2004 αίτηση αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο προς
περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές
(άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Απορριφθεί δε η αντίθετη από 23-1-2004 αίτηση
αναιρέσεως.

V.Επειδή, το αίτημα της (εις την πρώτη αίτηση) αναιρεσείουσας, που περιέχεται
στις προτάσεις της που κατέθεσε την προηγούμενη, 1-11-2004, της συζητήσεως,
όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως, περί επαναφοράς των
πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, παραδεκτώς υποβάλλεται. Όπως
αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο 498/17-2-2004 ένταλμα πληρωμής, ο
αναιρεσίβλητος εισέπραξε το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, κατά
το οποίο δεν ανεστάλει η εκτέλεση με την 50/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου (ως
Συμβουλίου), η προσβαλλομένη απόφαση, που είχε επιδικάσει σ` αυτόν το ισάξιο
621.202 δολλ. ΗΠΑ και 190.190 λιρών Αγγλίας σε ευρώ κατά το χρόνο πληρωμής
(αφαιρουμένων 142.759 ευρώ). Όμως, ενόψει του ότι η απόφαση αναιρείται ως άνω
μόνο για τον μισθό του ενός μηνός (ήτοι του Δεκεμβρίου 1993), ποσό που
υπολείπεται κατά πολύ του υπολοίπου που του οφείλει η αναιρεσείουσα, το
αίτημα πρέπει να απορριφθεί στην ουσία.

                   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Ι. Συνεκδικάζει  τις, αντίθετες, από 12-1-2004 και 23-1-2004 αιτήσεις για
αναίρεση της 8397/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

II.Απορρίπτει την από 23-1-2004 αίτηση αναιρέσεως του ......... .

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που
ορίζει σε επτακόσια (770) ευρώ.

ΙII. Αναιρεί την 8397/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εν μέρει κατά τα
οριζόμενα στο σκεπτικό.

ΙV.Απορρίπτει την από 1-11-2004 αίτηση της αναιρεσείουσας, περί επαναφοράς
των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο ................. στα δικαστικά έξοδα της
αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Kαταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα του καθού, που ορίζει σε
εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις  20 Δεκεμβρίου 2004.  

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο  στις  29 Δεκεμβρίου  2004.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ






ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο