Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1995 ]

ΣτΕ 1227/1995 Μίσθωση εργασίας. Φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων. Εκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως των γενικών εξόδων διαχειρίσεως. Ως τέτοια νοούνται οι παραγωγικές δαπάνες της επιχειρήσεως. Εννοια παραγωγικής δαπάνης. Τέτοιες αποτελούν και οι οικειοθελώς καταβαλλόμενες παροχές από τον εργοδότη, καθώς και ποσά καταβαλλόμενα για δώρα Χριστουγέννων σε είδος και σε χρήμα.

(Μίσθωση εργασίας. Φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων. Εκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως των γενικών εξόδων διαχειρίσεως. Ως τέτοια νοούνται οι παραγωγικές δαπάνες της επιχειρήσεως. Εννοια παραγωγικής δαπάνης. Τέτοιες αποτελούν και οι οικειοθελώς καταβαλλόμενες παροχές από τον εργοδότη, καθώς και ποσά καταβαλλόμενα για δώρα Χριστουγέννων σε είδος και σε χρήμα. )

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

 Φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων. Εκπτωση από

    τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως των γενικών εξόδων διαχειρίσεως.
    Ως τέτοια νοούνται οι παραγωγικές δαπάνες της επιχειρήσεως. Εννοια
    παραγωγικής δαπάνης. Τέτοιες αποτελούν και οι οικειοθελώς
    καταβαλλόμενες παροχές από τον εργοδότη, καθώς και ποσά καταβαλλόμενα
    για δώρα Χριστουγέννων σε είδος και σε χρήμα.





   Μ.B.

   Αριθμός  1227/1995
   ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
   ΤΜΗΜΑ     Β

      Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 1994  με την
    εξής σύνθεση : Σ. Γιάγκας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β Τμήματος,  Χρ.
    Γεραρής, Θ. Χατζηπαύλου, Σύμβουλοι, Ι. Γράβαρης, Ηρ. Τσακόπουλος,
    Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Μπερδεμπέ, Γραμματέας του Β Τμήματος.

      Γ ι α   να δικάσει την από 24 Ιουνίου 1987 αίτηση :

      Τ ο υ   Οικονομικού Εφόρου Φορολογίας Ανωνύμων Εμπορικών  Εταιρειών
    (Φ.Α.Ε.Ε.) Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τον Παν. Κιούση, Πάρεδρο  του
    Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

      κ α τ ά  της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "AMERICAN  EXPRESS
    INTERNATIONAL", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ερμού αριθ. 2,  η οποία
    δεν παρέστη,

      Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Οικονομικός χφορος  επιδιώκει να
    αναιρεθεί η υπ' αριθ. 3183/1986 απόφαση του Διοικητικού  Εφετείου
    Αθηνών.

      Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή,
    Παρέδρου Ι. Γράβαρη.

      Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε  τον αντιπρόσωπο του  αναιρεσείοντος
    Οικονομικού Εφόρου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους
    προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

      Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το δικαστήριο συνήλθε σε  διάσκεψη  σε
    αίθουσα του Δικαστηρίου  κ α ι ,

      Α φ ο ύ     μ ε λ έ τ η σ ε    τ α    σ χ ε τ ι κ ά     έ γ γ ρ α φ α

      Σ κ έ φ θ η κ ε     κ α τ ά     τ ο    ν ό μ ο

      1. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε κατά νόμον χωρίς  καταβολή
    τελών και παραβόλου.

      2.  Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση  της
    υπ' αριθ. 3183/1986 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την
    οποία απερρίφθη έφεση του Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 4125/1985
    αποφάσεως  του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή
    απόφαση είχε  γίνει εν μέρει δεκτή προσφυγή της αναιρεσίβλητης
    εταιρείας κατά του υπ' αριθ.  604α/1982 προσωρινού φύλλου ελέγχου
    φορολογίας εισοδήματος, οικονομικού  έτους 1981, που είχε εκδοθή εις
    βάρος της από τον Οικονομικό χφορο Φ.Α.Ε.Ε.  Αθηνών.

      3.   Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 3723 και
    3730/24.5.1989 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του
    Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Χαρμπίλα, στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν
    παρέστη  κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως,
    κοινοποιήθηκαν νομοτύπως  και εμπροθέσμως αντίγραφα της υπό κρίση
    αιτήσεως και της από 3.2.1989  πράξεως του Προέδρου του Τμήματος περί
    ορισμού δικασίμου και εισηγητού.  Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση, η οποία
    και κατά τα λοιπά ασκείται παραδεκτώς,  είναι τύποις δεκτή και
    εξεταστέα περαιτέρω.

      4.  Επειδή, το άρθρο 35 παρ. 1 περ. α του Ν.Δ. 3323/1955, το  οποίο
    εφαρμόζεται και στη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων,  σύμφωνα με
    το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν.Δ. 3843/1958, προβλέπει την έκπτωση από  τα
    ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως των γενικών εξόδων διαχειρίσεως.  Ως
    τέτοια δε έξοδα νοούνται, κατά τη διάταξη αυτή, οι παραγωγικές γενικά
    δαπάνες  της επιχειρήσεως, δηλαδή οι δαπάνες εκείνες, οι οποίες, εν
    όψει του σκοπού για  τον οποίο διατίθενται και των εκάστοτε ειδικών
    συνθηκών, συμβάλλουν στη  διεύρυνση των εργασιών της επιχειρήσεως και
    στην αύξηση του εισοδήματός  της, μη επιτρεπομένου στη φορολογική αρχή
    και τα διοικητικά δικαστήρια του  ελέγχου της σκοπιμότητας ή του
    προσήκοντος μέτρου των δαπανών αυτών.  Εξ  άλλου, στην έννοια των
    γενικών εξόδων διαχειρίσεως εμπίπτουν κατά την ως  άνω διάταξη@όχι μόνο
    οι δαπάνες που καταβάλλονται δυνάμει νόμιμης ή  συμβατικής υποχρεώσεως,
    αλλά και οι καταβαλλόμενες οικειοθελώς, εφ' όσον  είναι, κατά τα
    ανωτέρω, παραγωγικές.  Τέλος, κατά το άρθρο 43 παρ. 3 του  Κώδικα
    Φορολογικών Στοιχείων (Π.Δ. 99/1977), "ουδέν έξοδον αναγνωρίζεται  εάν
    δεν έχη εκδοθή αποδεικτικόν στοιχείον".

      5.  Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την  αναιρεσιβαλλομένη
    απόφαση, η αναιρεσίβλητη εταιρεία, θυγατρική της  αμερικανικής
    "AMERICAN EXPRESS INTERNATIONAL ΙΝC.", εδρεύει στην  Αθήνα, έχει δε ως
    αντικείμενο εργασιών τη μεταφορά προσώπων,  εμπορευμάτων κ.λ.π., καθώς
    και την οργάνωση και πραγματοποίηση εκδρομών  εντός και εκτός Ελλάδος
    με αλλοδαπούς τουρίστες, τους οποίους της στέλνει,  κατά κανόνα, η
    αλλοδαπή ως άνω εταιρεία. Κατά το ένδικο οικονομικό έτος  ετήρησε
    βιβλία και στοιχεία τετάρτης κατηγορίας του Κώδικα Φορολογικών
    Στοιχείων (Π.Δ. 99/1977), τα οποία η φορολογική αρχή έκρινε ειλικρινή
    και  επαρκή, προσέθεσε όμως στα προκύπτοντα από αυτά καθαρά ωρισμένο
    κονδύλιο, ως λογιστικές διαφορές.  Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνεται
    κονδύλιο  37.104 δρχ., το οποίο αφορά έξοδα σταθμεύσεως αυτοκινήτου του
    γενικού  διευθυντή της αναιρεσίβλητης, και το οποίο η φορολογική αρχή
    δεν ανεγνώρισε  προς έκπτωση, με την αιτιολογία ότι η εταιρεία είχε
    επιβαρύνει τα αποτελέσματά  της με έξοδα παραστάσεως και κινήσεως του
    γενικού διευθυντή της και ότι, ως  εκ τούτου, η ως άνω δαπάνη
    σταθμεύσεως αποτελούσε "διάθεση εισοδήματος".  Το διοικητικό εφετείο,
    με τη σκέψη ότι η αιτιολογία αυτή δεν ήταν νόμιμη διότι  συνιστούσε
    ανεπίτρεπτο έλεγχο σκοπιμότητος της ένδικης δαπάνης, έκρινε ότι η
    τελευταία έπρεπε να εκπεσθεί, αφού, όπως είχε κριθή και πρωτοδίκως, δεν
    αμφισβητείτο η παραγωγικότης της ούτε η βάσει νομίμων δικαιολογητικών
    καταβολή της. Η κρίση όμως αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι
    πλημμελώς αιτιολογημένη. Διότι η αιτιολογία με την οποία η φορολογική
    αρχή  προέβη στην προσθήκη της επίδικης λογιστικής διαφοράς, έτσι όπως,
    κατά τ'  ανωτέρω, περιγράφεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν
    αποτελούσε έλεγχο  της σκοπιμότητος της γενομένης  δαπάνης, όπως
    εσφαλμένα δέχθηκε το  δικαστήριο, αλλά συνιστούσε αμφισβήτηση της
    σχέσεως της δαπάνης προς την  επιχειρηματική δραστηριότητα της
    αναιρεσίβλητης, δηλαδή αμφισβήτηση της  παραγωγικότητάς της. Γιά το
    λόγο, συνεπώς, αυτό, βασίμως προβαλλόμενο με  την υπό κρίση αίτηση, η
    προσβαλλομένη απόφαση πρέπει, κατά το μέρος τούτο,  ν' αναιρεθεί.

      6. Επειδή, όπως δέχεται περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη  απόφαση, στις
    ως άνω λογιστικές διαφορές περιλαμβάνεται και κονδύλιο ποσού  499.740
    δρχ., το οποίο κατεβλήθη οικειοθελώς από την αναιρεσίβλητη σε
    συνταξιούχους υπαλλήλους της, πέραν των προς αυτούς συνταξιοδοτικών
    παροχών, και το οποίο δεν αναγνωρίσθηκε προς έκπτωση από τη φορολογική
    αρχή, με την αιτιολογία ότι παρεσχέθη εξ ελευθεριότητος και, ως εκ
    τούτου, δεν  συνιστούσε παραγωγική δαπάνη. Το διοικητικό εφετείο, όπως
    προκύπτει από  την απόφασή του, ερμηνευομένη εν συνδυασμώ και προς την
    πρωτόδικη  απόφαση,   την οποία, κατά τούτο, επικυρώνει, έκρινε ότι η
    ως άνω δαπάνη,  ασχέτως του οικειοθελούς της πραγματοποιήσεώς της,
    είναι παραγωγική και,  συνεπώς, εκπεστέα, διότι δημιουργεί κίνητρο γιά
    την αποδοτική συνεργασία του  προσωπικού και συμβάλλει έτσι στην
    επιτυχή λειτουργία της επιχειρήσεως και  την καλύτερη απόδοση έργου. Η
    κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλομένη  αποφάσεως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα σε
    προηγούμενη σκέψη ως προς την  έννοια της παραγωγικής δαπάνης, είναι
    νομίμως, προσέτι δε και επαρκώς  αιτιολογημένη, ο δε περί του αντιθέτου
    προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως  πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

      7. Επειδή, κατά τα αναφερόμενα ακολούθως στην  αναιρεσιβαλλομένη
    απόφαση, η φορολογική αρχή δεν εδέχθη προς έκπτωση το  ήμισυ του
    λογαριασμού "λοιπά γενικά έξοδα" της αναιρεσίβλητης, το οποίο  αφορούσε
    πολλές εκατοντάδες μικροποσά, για το λόγο ότι οι περιεκτικές
    αιτιολογίες της καταβολής των ποσών αυτών ήταν ξενόγλωσσες. Το
    διοικητικό  εφετείο, με τη σκέψη ότι η αιτιολογία αυτή της φορολογικής
    αρχής ήταν  ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, έκρινε ότι έπρεπε να
    διαγραφεί η προσθήκη  της ως άνω λογιστικής διαφοράς. Η κρίση όμως αυτή
    της αναιρεσιβαλλομένης  αποφάσεως είναι πλημμελώς αιτιολογημένη. Διότι
    η αιτιολογία της προσθήκης  της εν λόγω λογιστικής διαφοράς, έτσι όπως
    περιγράφεται, κατά τ' ανωτέρω,  στην αναιρεσιβαλλομένη, ενέχουσα
    αμφισβήτηση της αιτίας και, συνακόλουθα,  της παραγωγικότητας των
    σχετικών δαπανών ξαήταν, αντιθέτως προς τα κριθέντα από το δικαστήριο,
    δεκτική δικαστικής  εκτιμήσεως, εν όψει τούτου δε, το διοικητικό
    εφετείο, προκειμένου να κρίνει  περί της εκπτώσεως του επιδίκου
    κονδυλίου, ώφειλε να ερευνήσει κατ' ουσίαν  εάν εν προκειμένω προέκυπτε
    η αιτία - και, περαιτέρω, η παραγωγικότης - των  ως άνω δαπανών, καθώς
    και εάν η καταβολή των αντιστοίχων ποσών  απεδεικνύετο από νόμιμα
    παραστατικά στοιχεία.  Γιά το λόγο, συνεπώς, αυτό, ο  οποίος βασίμως
    προβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση, η προσβαλλομένη  απόφαση πρέπει ν'
    αναιρεθεί και κατά το μέρος τούτο.

      8. Επειδή, όπως εν συνεχεία δέχεται η προσβαλλομένη απόφαη,  κονδύλιο
    ποσού 259.374 δρχ., που αφορούσε έξοδα παραμονής ελεγκτών, δεν
    αναγνωρίσθηκε προς έκπτωση από τη φορολογική αρχή, με την αιτιολογία
    ότι  "Φέρεται δοθέν σε ελεγκτάς των βιβλίων της εταιρείας, για έλεγχο
    που γίνεται  κατά τακτά διαστήματα γιά λογαριασμό και προς το συμφέρον
    των μετόχων της  ελεγχομένης εταιρείας", και ότι, εν όψει αυτού, δεν
    αποτελεί παραγωγική  δαπάνη.  Το διοικητικό εφετείο, αντιθέτως, έκρινε
    ότι η εν λόγω δαπάνη είναι  παραγωγική, διότι, έτσι όπως ανωτέρω
    περιγράφεται, αποβλέπει στη διαπίστωση  των συνθηκών λειτουργίας της
    εταιρείας και συνδέεται άμεσα με την  επιχειρηματική της δραστηριότητα.
    Η κρίση όμως αυτή της αναιρεσιβαλλομένης  αποφάσεως είναι πλημμελώς
    αιτιολογημένη.  Διότι, αν και το δικαστήριο, ως  προς τη διάγνωση του
    είδους και του σκοπού του διενεργηθέντος ελέγχου,  στηρίζεται, κατά τα
    προεκτεθέντα, στη σχετική αιτιολογία της φορολογικής  αρχής (κατά την
    οποία ο έλεγχος είχε γίνει γιά λογαριασμό και προς το  συμφέρον όχι της
    ίδιας της εταιρείας αλλά των μετόχων της), περαιτέρω δέχεται  ότι η
    επίδικη δαπάνη συνδέεται, και μάλιστα άμεσα, με την επιχειρηματική
    δραστηριότητα της ίδιας της αναιρεσίβλητης, χωρίς να προκύπτουν οι
    λόγοι, γιά  τους οποίους ήχθη στο διάφορο τούτο, έναντι της φορολογικής
    αρχής,  συμπέρασμα. Γιά το λόγο, συνεπώς, αυτό, βασίμως προβαλλόμενο με
    την  κρινομένη αίτηση, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει ν' αναιρεθεί και
    κατά το  μέρος τούτο.

      9. Επειδή, εξ άλλου, στις επίδικες δαπάνες περιλαμβάνεται, κατά  την
    αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, και κονδύλιο 46.088 δρχ., το οποίο αφορά
    έξοδα για δεξίωση που έλαβε χώραν επί τη αποχωρήσει του γενικού
    διευθυντή  της αναιρεσίβλητης και τη αναλήψει των καθηκόντων του
    αντικαταστάτη του,  και το οποίο δεν αναγνωρίσθηκε προς έκπτωση από τη
    φορολογική αρχή, ως μη  παραγωγική δαπάνη. Το διοικητικό εφετείο,
    αντιθέτως, έκρινε ότι η εν λόγω  δαπάνη είναι παραγωγική, διότι
    συμβάλλει στην απόδοση των εργασιών και την  καλύτερη οργάνωση και
    λειτουργία της ετσιρείας. Η κρίση αυτή της  αναιρεσιβαλλομένης
    αποφάσεως, αναφερομένη, κατά τ' ανωτέρω, στην σχέση  της επίδικης
    δαπάνης προς τις εργασίες της αναιρεσίβλητης και συνάγουσα  εντεύθεν
    τον παραγωγικό της χαρακτήρα, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα  ως
    προς την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, νομίμως και επαρκώς, κατ'
    αρχήν, αιτιολογημένη, και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος
    λόγος  αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ' ό μέρος δε
    αμφισβητεί  ευθέως την παραγωγικότητα της επίδικης δαπάνης, ως
    απαράδεκτος.

      10.  Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη
    απόφαση, ποσόν δαπάνης 100.000 δρχ., αναφερόμενο σε δώρα Χριστουγέννων
    εις είδος και χρήμα, περιεκόπη από μείζον σχετικό κονδύλιο και δεν
    αναγνωρίσθηεκ προς έκπτωση από τη φορολογική αρχή, με την αιτιολογία
    ότι  ήταν υπερβολικό και ότι παρόμοιες δαπάνες είχαν αναγνωρισθή, χωρίς
    δικαιολογητικά, από το λογαριασμό "λοιπά γενικά έξοδα". Το διοικητικό
    εφετείο, αφού εδέχθη ότι η εν λόγω δαπάνη είναι παραγωγική, διότι
    συμβάλλει  στην απόδοση των εργασιών και την καλύτερη οργάνωση και
    λειτουργία της  εταιρείας, έκρινε ότι η ανωτέρω αιτιολογία της
    φορολογικής αρχής ενείχε  ανεπίτρεπτη, κατά νόμον, κρίση σκοπιμότητος
    περί του ύψους της. Η κρίση  αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
    παρίσταται, υπό τα ανωτέρω  δεδομένα, νομίμως και επαρκώς, κατ' αρχήν
    αιτιολογημένη, ο δε περί του  αντιθέτου προβαλλόμενος τελευταίος λόγος
    αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως  αβάσιμος.

      11.   Επειδή, κατόπιν αυτών, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει  να
    αναιρεθεί εν μέρει, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως
    προς το  πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος,
    στο ίδιο  δικαστήριο για νέα κρίση

      Δ ι ά    τ α ύ τ α

      Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

      Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 3183/1986 απόφαση του  Διοικητικού
    Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση,  σύμφωνα με το
    σκεπτικό.

      Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

      Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 1994.

      Ο Πρόεδρος του Β Τμήματος        Η Γραμματέας  του Β Τμήματος
    Σ. Γιάγκας  Μ. Μπερδεμπέ

      Και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 22ας  Μαρτίου
    1995.

      Ο Πρόεδρος του Β Τμήματος                Η Γραμματέας

      Σ. Γιάγκας          Π. Στεργιοπούλου






ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο