Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-2000 ]

ΣτΕ 362/2000 Μεταξύ των δαπανών που αφαιρούνται από τα ακαθάριστα έσοδα ανώνυμης εταιρίας, περιλαμβάνονται και τα ποσά που καταβάλλονται για μισθοδοσία ή αμοιβή του προσωπικού της, όχι όμως και η αμοιβή των διοικητικών συμβούλων της, εφ όσον δεν αποτελεί μισθό ή αμοιβή για υπηρεσίες που εξέρχονται από τον κύκλο των καθηκόντων τους. Η φορολογική αρχή, προκειμένου να καθορίσει το καθαρό εισόδημα από άσκηση επιχειρήσεως, δεν μπορεί να αφαιρέσει από τα ακαθάριστα έσοδά της τις αποδοχές του προσωπικού, για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές, εκτός εάν στην συγκεκριμένη περίπτωση προβληθεί και αποδειχθεί από τον φορολογούμενο, ότι συντρέχει λόγος απαλλαγής του, εν όλω ή εν μέρει, από την υποχρέωση καταβολής εισφορών.

(Μεταξύ των δαπανών που αφαιρούνται από τα ακαθάριστα έσοδα ανώνυμης εταιρίας, περιλαμβάνονται και τα ποσά που καταβάλλονται για μισθοδοσία ή αμοιβή του προσωπικού της, όχι όμως και η αμοιβή των διοικητικών συμβούλων της, εφ όσον δεν αποτελεί μισθό ή αμοιβή για υπηρεσίες που εξέρχονται από τον κύκλο των καθηκόντων τους. Η φορολογική αρχή, προκειμένου να καθορίσει το καθαρό εισόδημα από άσκηση επιχειρήσεως, δεν μπορεί να αφαιρέσει από τα ακαθάριστα έσοδά της τις αποδοχές του προσωπικού, για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές, εκτός εάν στην συγκεκριμένη περίπτωση προβληθεί και αποδειχθεί από τον φορολογούμενο, ότι συντρέχει λόγος απαλλαγής του, εν όλω ή εν μέρει, από την υποχρέωση καταβολής εισφορών.)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος



    Μεταξύ των δαπανών που αφαιρούνται από τα ακαθάριστα έσοδα ανώνυμης
    εταιρίας, περιλαμβάνονται και τα ποσά που καταβάλλονται για μισθοδοσία
    ή αμοιβή του προσωπικού της, όχι όμως και η αμοιβή των διοικητικών
    συμβούλων της, εφ' όσον δεν αποτελεί μισθό ή αμοιβή για υπηρεσίες που
    εξέρχονται από τον κύκλο των καθηκόντων τους. Η φορολογική αρχή,
    προκειμένου να καθορίσει το καθαρό εισόδημα από άσκηση επιχειρήσεως,
    δεν μπορεί να αφαιρέσει από τα ακαθάριστα έσοδά της τις αποδοχές του
    προσωπικού, για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές,
    εκτός εάν στην συγκεκριμένη περίπτωση προβληθεί και αποδειχθεί από τον
    φορολογούμενο, ότι συντρέχει λόγος απαλλαγής του, εν όλω ή εν μέρει,
    από την υποχρέωση καταβολής εισφορών.





    Αριθμός 362/2000
    ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
    ΤΜΗΜΑ Β'

      Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μα?ου 1998 με την εξής
    σύνθεση: Η. Παπαγεωργίου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε
    αναπλήρωση  του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Φ.
    Στεργιόπουλος, Ν. Σκλίας,  Σύμβουλοι, Κ. Βιολάρης, Σ. Βιτάλη, Πάρεδροι.
    Γραμματέας η Μ. Μπερδεμπέ,  Γραμματέας του Β' Τμήματος.

      Γ ι α  να δικάσει την από 4 Μαρτίου 1991  αίτηση:

      τ ο υ  ............................ο οποίος παρέστη με τον
    Σ.  Δέτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

      κ α τ ά  της .................................η οποία
    δεν  παρέστη.

      Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί
    η υπ'  αριθ. 2713/1990 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

      Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας,
    Παρέδρου  Σ. Βιτάλη.

      Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος
    Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους
    λόγους  αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

      Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε
    αίθουσα  του δικαστηρίου κ α ι

      Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

      Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο   Ν ό μ ο

      1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε κατά το νόμο
    χωρίς να  καταβληθούν τέλη και παράβολο, ζητείται παραδεκτώς η εν μέρει
    αναίρεση της υπ'  αριθμ. 2713/1990 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου
    Αθηνών που εξεδόθη επί  αντιθέτων εφέσεων του Δημοσίου και της
    αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ.  16173/1987 αποφάσεως του
    Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή  απόφαση είχε
    απορριφθεί προσφυγή της αναιρεσίβλητης κατά του 93/1985 φύλλου  ελέγχου
    φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 1984 του Οικονομικού Εφόρου
    Φορολογίας Ανωνύμων Βιομηχανικών Εταιρειών Αθηνών.

      2. Επειδή η υπόθεση συζητήθηκε το πρώτον την 19.1.1994 ενώπιον του
    Τμήματος αυτού, τούτου δε με την υπ' αριθμ. 904/1994 απόφασή του
    ανέβαλε την  συζήτηση της υποθέσεως για νέα δικάσιμο διότι οι εκθέσεις
    επιδόσεως αντιγράφων  της υπό κρίση αιτήσεως και της σχετικής πράξεως
    του Προέδρου του Τμήματος περί  ορισμού εισηγητή και δικασίμου δεν
    επεδόθησαν νομοτύπως στην αναιρεσίβλητη, η  οποία δεν παρέστη. μδη,
    όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 375 Β' και 376  Β'/3.8.1994 εκθέσεις
    επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου  Πειραιώς Σωτήρη
    Ρέππα αντίγραφα της ως άνω αποφάσεως 904/1994 του Συμβουλίου της
    Επικρατείας και της κρινομένης αιτήσεως επεδόθησαν νομίμως και
    εμπροθέσμως στην  αναιρεσίβλητη εταιρεία. Συνεπώς, νομίμως χωρεί η
    συζήτηση της υποθέσεως παρά το  ότι δεν παρίσταται κατ' αυτήν η
    αναιρεσίβλητη.

      3. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 4 εδαφ. α' του
    Ν.Δ.  3843/1958 και των άρθρων 25 παρ. 1 εδαφ. α' και 35 παρ. 1 εδαφ.
    α' του Ν.Δ.  3323/1955 συνάγεται ότι, μεταξύ των δαπανών που
    αφαιρούνται από τα ακαθάριστα  έσοδα ανώνυμης εταιρείας,
    περιλαμβάνονται τα ποσά τα καταβαλλόμενα για  μισθοδοσία ή αμοιβή του
    προσωπικού της, έστω και αν εκείνοι προς τους οποίους  γίνεται η
    καταβολή είναι και μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, όχι
    όμως και οι αμοιβές των διοικητικών συμβούλων, εφόσον δεν αποτελούν
    μισθό ή  αμοιβή για υπηρεσίες που εξέρχονται από τον κύκλο των
    καθηκόντων τους. (ΣτΕ  3897/89, 3654/84, 420/92). Εξ άλλου, στο
    τελευταίο εδάφιο (ήδη προτελευταίο) της  παρ. 9 του άρθρου 26 του αν.ν
    1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ. 179 Α')  που προστέθηκε με
    την παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ 4104/1960 (φ.147 Α'), ορίζεται  ότι "ο
    Οικονομικός λφορος διά τον καθορισμόν των κερδών του υποκειμένου εις
    φόρον εισοδήματος φυσικού ή νομικού προσώπου δεν υποχρεούται να
    συνυπολογίση, ως  πραγματοποιηθείσας δαπάνας εκ μισθών και ημερομισθίων
    ποσά, εφ' ων δεν  κατεβλήθησαν αι υπέρ του ΙΚΑ ή ετέρου ασφαλιστικού
    οργανισμού ασφαλιστικαί  εισφοραί, εκτός εάν υπό της κειμένης
    νομοθεσίας προβλέπεται μερική ή ολική  απαλλαγή από της υποχρεώσεως
    καταβολής εισφορών". Κατά την έννοια της τελευταίας  αυτής διατάξεως, η
    οποία αποβλέπει στην εξασφάλιση της καταβολής των  ασφαλιστικών
    εισφορών υπέρ του Ι.Κ.Α. ή άλλου ασφαλιστικού οργανισμού, η  φορολογική
    αρχή, προκειμένου να καθορίσει το καθαρό εισόδημα από την άσκηση
    επιχειρήσεως, δεν μπορεί να αφαιρέσει από τα ακαθάριστα έσοδά της
    αποδοχές του  προσωπικού (μισθούς, ημερομίσθια κλπ), για τις οποίες δεν
    καταβλήθηκαν  ασφαλιστικές εισφορές, εκτός αν στη συγκεκριμένη
    περίπτωση προβληθεί και  αποδειχθεί από το φορολογούμενο ότι συντρέχει
    λόγος απαλλαγής του, εν όλω ή εν  μέρει, από την υποχρέωση καταβολής
    εισφορών. (ΣτΕ 3992/89, 3186/89, 427/89).

      4. Επειδή, το κατά το υπό κρίση έτος εισοδήμα της αναιρεσίβλητης
    εταιρείας  η οποία ασχολείται με την παραγωγή υφασμάτων, καμβάδων και
    εργοχείρων, την  αποτύπωση σχεδίων πάνω σε καμβάδες κλπ προσδιορίστηκε
    από τη φορολογική αρχή  λογιστικώς, με την προσθήκη στα εκ των βιβλίων
    της προκύπτοντα αποτελέσματα  λογιστικών διαφορών, η κρινόμενη αίτηση
    δε αφορά σε μία από τις διαφορές αυτές.

      5. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, η
    φορολογική  αρχή προσέθεσε στα αποτελέσματα της χρήσεως ποσό 674.790
    δραχμών, το οποίο είχε  καταβληθεί από την εταιρεία προς το μέλος του
    Διοικητικού της Συμβουλίου  Ελισάβετ Σούλου, με την αιτιολογία ότι το
    μέλος αυτό, κατ' αντίθεση προς ότι  συνέβαινε με τα λοιπά μέλη ιδίου
    του Συμβουλίου, δεν ήταν ασφαλισμένο σε κάποιο  ασφαλιστκό φορέα, η
    αμοιβή δε αυτή κατεβλήθη στη εν λόγω Σύμβουλο για  πραγματικές
    υπηρεσίες που προσέφερε στην εταιρεία πέραν των καθηκόντων της, ως
    μέλους του Δ.Σ. αυτής. Το διοικητικό εφετείο, κατ? αποδοχή σχετικού
    λόγου  εφέσεως του Δημοσίου, εδέχθη, εν αντιθέσει προς το διοικητικό
    πρωτοδικείο, ότι  εφόσον η εν λόγω δαπάνη αποτελεί αμοιβή για την
    παροχή από την ανωτέρω Σύμβουλο  υπηρεσιών εξερχομένων των καθηκόντων
    της ως μέλους του Δ.Σ. της εταιρείας, η δε  παραγωγικότητά της είναι
    δεδομένη λόγω των προσφερθεισών υπηρεσιών (σχεδιασμός,  αποτύπωση
    σχεδίων σε ύφασμα), ήταν κατ' αρχήν αφαιρετέα από τα ακαθάριστα έσοδα
    της εταιρείας. Το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ειδικότερα ότι η μη
    υπαγωγή της εν  λόγω Συμβούλου στην ασφάλιση κάποιου ασφαλιστκού φορέως
    δεν εκώλυε την  αναγνώριση της δαπάνης προς έκπτωση με τη σκέψη ότι η
    σύμβαση μισθώσεως εργασίας  είναι κατά νόμο άτυπη και συνεπώς η ύπαρξή
    της κρίνεται από  ουσιαστικά και όχι  τυπικά κριτήρια. Εξ άλλου το ίδιο
    δικαστήριο δέχθηκε περαιτέρω ότι ναι μεν δεν  αναγνωρίζεται έκπτωση
    δαπάνης μισθοδοσίας για παροχή υπηρεσιών με σχέση  εξηρτημένης εργασίας
    αν δεν έχουν καταβληθεί οι αντίστοιχες ασφαλιστικές  εισφορές, εν
    προκειμένω όμως η φορολογική αρχή ουδόλως προέβαλε ότι η εν λόγω
    Σύμβουλος ήταν ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α. και όχι σε άλλο ασφαλιστικό
    φορέα, όπως το  Τ.Α.Ε., στο οποίο άλλωστε ασφαλίστηκε από το έτος 1984.
    Η κρίση αυτή της  αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ανεξάρτητα από τις
    ανωτέρω ειδικώτερες αιτιολογίες  στις οποίες φέρεται στηριζομένη, είναι
    πλημμελώς αιτιολογημένη διότι δεν  περιγράφονται σ' αυτή ποιές ακριβώς
    ήταν και σε τι ειδικότερα συνίσταντο οι προς  την εταιρεία
    παρασχεθείσες υπηρεσίες της ως άνω Συμβούλου της, και ειδικώτερα αν
    αυτές παρεσχέθησαν στο πλαίσιο συμβάσεως ή σχέσεως εξηρτημένης
    εργασίας, ώστε να  είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής
    εφαρμογής του νόμου από το  δικαστήριο της ουσίας ως προς το ζήτημα της
    υπαγωγής της εν λόγω Συμβούλου στην  ασφάλιση λόγω της παροχής των
    ανωτέρω υπηρεσιών της. Για το λόγο αυνεπώς αυτό, ο  οποίος βασίμως
    προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση  πρέπει να
    αναιρεθεί εν μέρει, καθ' ο μέρος αφορά στην ως άνω λογιστική διαφορά,
    η δε υπόθεση η οποία χρειάζεται διευκρίνηση κατά το πραγματικό πρέπει
    να  παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

      Δ ι ά   τ α ύ τ α

      Δέχεται την αίτηση.

      Αναιρεί εν μέρει την υπ? αριθμ. 2713/1990 απόφαση του Διοικητικού
    Εφετείου  Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, κατά το
    σκεπτικό, και

      Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσίβλητης εταιρείας την δικαστική δαπάνη
    του  Δημοσίου που ανέρχεται σε είκοσι οκτώ χιλιάδες (28.000) δραχμές.

      Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Μα?ου 1998

      Ο Προεδρεύων Σύμβουλος          Η Γραμματέας του Β' Τμήματος


      Η. Παπαγεωργίου         Μ. Μπερδεμπέ

      και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση  στις 26 Ιανουαρίου
    2000.

      Ο Προεδρέων Σύμβουλος                                 Η Γραμματέας


      Θ. Χατζηπαύλου                                  Π. Στεργιοπούλου



ΔΕΕ/2000 (1279), ΛΟΓΙΣΤΗΣ/2000 (1283)
    Φορολογία ανωνύμων εταιριών. Αφαίρεση δαπανών από τα ακαθάριστα έσοδα.
    Περιλαμβάνονται και τα ποσά που καταβάλλονται για μισθοδοσία ή αμοιβή
    του προσωπικού, έστω και αν οι προς ους η καταβολή είναι μέλη του
    διοικητικού συμβουλίου. Αντίθετη η λύση, προκειμένου περί αμοιβών
    διοικητικών συμβούλων, εφόσον δεν αποτελούν μισθό ή αμοιβή για
    υπηρεσίες που εξέρχονται από τον κύκλο των καθηκόντων τους. Προσφυγή
    κατά πράξεως της φορολογικής αρχής, με την οποία δεν αναγνωρίστηκε
    σχετική δαπάνη, με την αιτιολογία ότι η Σύμβουλος προς την οποία
    καταβλήθηκε η αμοιβή δεν ήταν ασφαλισμένη σε ασφαλιστικό φορέα.
    Αναίρεση της σχετικής δικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, αφού
    δεν διαλαμβάνεται το ακριβές είδος των υπηρεσιών που παρέσχε η ανωτέρω
    Σύμβουλος προς την εταιρεία, ούτε αν αυτές παρασχέθηκαν στα πλαίσια
    σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο
    αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου αναφορικά με την
    υπαγωγή της Συμβούλου στην ασφάλιση. Περιστατικά.
    Αναιρεί την 2711/90 ΔΕφΑθ.






    Αριθμός 358/2000
    ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
    ΤΜΗΜΑ Β'

      Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μα?ου 1998 με την εξής
    σύνθεση:  Η. Παπαγεωργίου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε
    αναπλήρωση του  Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Φ.
    Στεργιόπουλος, Ν. Σκλίας, Σύμβουλοι, Κ.  Βιολάρης, Σ. Βιτάλη, Πάρεδροι.
    Γραμματέας η Μ. Μπερδεμπέ, Γραμματέας του Β' Τμήματος.

      Γ ι α  να δικάσει την από 4 Μαρτίου 1991  αίτηση:

      τ ο υ .............................. ο οποίος παρέστη με τον
    Σ. Δέτση,  Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

      κ α τ ά  της ....................................η
    οποία δεν παρέστη.

      Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί
    η υπ' αριθ.  2711/1990 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

      Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας,
    Παρέδρου Σ.  Βιτάλη.

      Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος
    Προϊσταμένου,  ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους
    λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να  γίνει δεκτή η αίτηση.

      Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε
    αίθουσα του  δικαστηρίου κ α ι

      Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

      Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο   Ν ό μ ο

      1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε κατά το νόμο
    χωρίς να  καταβληθούν τέλη και παράβολο, ζητείται παραδεκτώς η εν μέρει
    αναίρεση της υπ' αριθμ.  2711/1990 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου
    Αθηνών που εξεδόθη επί αντιθέτων  εφέσεων του Δημοσίου και της
    αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 16171/1987 αποφάσεως  του
    Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε
    απορριφθεί  προσφυγή της αναιρεσίβλητης κατά του 461/1985 φύλλου
    ελέγχου φορολογίας εισοδήματος  οικονομικού έτους 1982 του Οικονομικού
    Εφόρου Φορολογίας Ανωνύμων Βιομηχανικών  Εταιρειών Αθηνών.

      2. Επειδή η υπόθεση συζητήθηκε το πρώτον την 19.1.1994 ενώπιον του
    Τμήματος  αυτού, τούτου δε με την υπ' αριθμ. 903/1994 απόφασή του
    ανέβαλε την συζήτηση της  υποθέσεως για νέα δικάσιμο διότι οι εκθέσεις
    επιδόσεως αντιγράφων της υπό κρίση  αιτήσεως και της σχετικής πράξεως
    του Προέδρου του Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και  δικασίμου δεν
    επεδόθησαν νομοτύπως στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν παρέστη. μδη,
    όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 372 Β' και 373 Β'/3.8.1994 εκθέσεις
    επιδόσεως του  δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Σωτήρη
    Ρέππα αντίγραφα της ως άνω  αποφάσεως 903/1994 του Συμβουλίου της
    Επικρατείας και της κρινομένης αιτήσεως  επεδόθησαν νομίμως και
    εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη εταιρεία. Συνεπώς, νομίμως  χωρεί η
    συζήτηση της υποθέσεως παρά το ότι δεν παρίσταται κατ' αυτήν η
    αναιρεσίβλητη.

      3. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 4 εδαφ. α' του
    Ν.Δ.  3843/1958 και των άρθρων 25 παρ. 1 εδαφ. α' και 35 παρ. 1 εδαφ.
    α' του Ν.Δ. 3323/1955  συνάγεται ότι, μεταξύ των δαπανών που
    αφαιρούνται από τα ακαθάριστα έσοδα ανώνυμης  εταιρείας,
    περιλαμβάνονται τα ποσά τα καταβαλλόμενα για μισθοδοσία ή αμοιβή του
    προσωπικού της, έστω και αν εκείνοι προς τους οποίους γίνεται η
    καταβολή είναι και μέλη  του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, όχι
    όμως και οι αμοιβές των διοικητικών  συμβούλων, εφόσον δεν αποτελούν
    μισθό ή αμοιβή για υπηρεσίες που εξέρχονται από τον  κύκλο των
    καθηκόντων τους. (ΣτΕ 3897/89, 3654/84, 420/92). Εξ άλλου, στο
    τελευταίο  εδάφιο (ήδη προτελευταίο) της παρ. 9 του άρθρου 26 του αν.ν
    1846/1951 "περί Κοινωνικών  Ασφαλίσεων" (Φ. 179 Α') που προστέθηκε με
    την παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ 4104/1960  (φ.147 Α'), ορίζεται ότι "ο
    Οικονομικός λφορος διά τον καθορισμόν των κερδών του  υποκειμένου εις
    φόρον εισοδήματος φυσικού ή νομικού προσώπου δεν υποχρεούται να
    συνυπολογίση, ως πραγματοποιηθείσας δαπάνας εκ μισθών και ημερομισθίων
    ποσά, εφ'  ων δεν κατεβλήθησαν αι υπέρ του ΙΚΑ ή ετέρου ασφαλιστικού
    οργανισμού ασφαλιστικαί  εισφοραί, εκτός εάν υπό της κειμένης
    νομοθεσίας προβλέπεται μερική ή ολική απαλλαγή  από της υποχρεώσεως
    καταβολής εισφορών". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής  διατάξεως, η
    οποία αποβλέπει στην εξασφάλιση της καταβολής των ασφαλιστικών
    εισφορών υπέρ του Ι.Κ.Α. ή άλλου ασφαλιστικού οργανισμού, η φορολογική
    αρχή,  προκειμένου να καθορίσει το καθαρό εισόδημα από την άσκηση
    επιχειρήσεως, δεν μπορεί  να αφαιρέσει από τα ακαθάριστα έσοδά της
    αποδοχές του προσωπικού (μισθούς,  ημερομίσθια κλπ), για τις οποίες δεν
    καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές, εκτός αν στη  συγκεκριμένη
    περίπτωση προβληθεί και αποδειχθεί από το φορολογούμενο ότι συντρέχει
    λόγος απαλλαγής του, εν όλω ή εν μέρει, από την υποχρέωση καταβολής
    εισφορών. (ΣτΕ  3992/89, 3186/89, 427/89).

      4. Επειδή, το κατά το υπό κρίση έτος εισοδήμα της αναιρεσίβλητης
    εταιρείας η οποία  ασχολείται με την παραγωγή υφασμάτων, καμβάδων και
    εργοχείρων, την αποτύπωση  σχεδίων πάνω σε καμβάδες κλπ προσδιορίστηκε
    από τη φορολογική αρχή λογιστικώς, με  την προσθήκη στα εκ των βιβλίων
    της προκύπτοντα αποτελέσματα λογιστικών διαφορών, η  κρινόμενη αίτηση
    δε αφορά σε μία από τις διαφορές αυτές.

      5. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, η
    φορολογική αρχή  προσέθεσε στα αποτελέσματα της χρήσεως ποσό 540.000
    δραχμών, το οποίο είχε  καταβληθεί από την εταιρεία προς το μέλος του
    Διοικητικού της Συμβουλίου Ελισάβετ  Σούλου, με την αιτιολογία ότι το
    μέλος αυτό, κατ' αντίθεση προς ότι συνέβαινε με τα λοιπά  μέλη ιδίου
    του Συμβουλίου, δεν ήταν ασφαλισμένο σε κάποιο ασφαλιστκό φορέα, η
    αμοιβή  δε αυτή κατεβλήθη στη εν λόγω Σύμβουλο για πραγματικές
    υπηρεσίες που προσέφερε στην  εταιρεία πέραν των καθηκόντων της, ως
    μέλους του Δ.Σ. αυτής. Το διοικητικό εφετείο, κατ?  αποδοχή σχετικού
    λόγου εφέσεως του Δημοσίου, εδέχθη, εν αντιθέσει προς το διοικητικό
    πρωτοδικείο, ότι εφόσον η εν λόγω δαπάνη αποτελεί αμοιβή για την παροχή
    από την  ανωτέρω Σύμβουλο υπηρεσιών εξερχομένων των καθηκόντων της ως
    μέλους του Δ.Σ. της  εταιρείας, η δε παραγωγικότητά της είναι δεδομένη
    λόγω των προσφερθεισών υπηρεσιών  (σχεδιασμός, αποτύπωση σχεδίων σε
    ύφασμα), ήταν κατ' αρχήν αφαιρετέα από τα  ακαθάριστα έσοδα της
    εταιρείας. Το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ειδικότερα ότι η μη υπαγωγή
    της εν λόγω Συμβούλου στην ασφάλιση κάποιου ασφαλιστκού φορέως δεν
    εκώλυε την  αναγνώριση της δαπάνης προς έκπτωση με τη σκέψη ότι η
    σύμβαση μισθώσεως εργασίας  είναι κατά νόμο άτυπη και συνεπώς η ύπαρξή
    της κρίνεται από  ουσιαστικά και όχι τυπικά  κριτήρια. Εξ άλλου το ίδιο
    δικαστήριο δέχθηκε περαιτέρω ότι ναι μεν δεν αναγνωρίζεται  έκπτωση
    δαπάνης μισθοδοσίας για παροχή υπηρεσιών με σχέση εξηρτημένης εργασίας
    αν  δεν έχουν καταβληθεί οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές, πλην
    όμως η φορολογική αρχή  ουδόλως προέβαλε ότι η εν λόγω Σύμβουλος ήταν
    ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α. και όχι σε άλλο  ασφαλιστικό φορέα, όπως το
    Τ.Α.Ε., στο οποίο άλλωστε ασφαλίστηκε μεταγενέστερα. Η  κρίση αυτή της
    αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ανεξάρτητα από τις ανωτέρω ειδικώτερες
    αιτιολογίες στις οποίες φέρεται στηριζομένη, είναι πλημμελώς
    αιτιολογημένη διότι δεν  περιγράφονται σ' αυτή ποιές ακριβώς ήταν και
    σε τι ειδικότερα συνίσταντο οι προς την  εταιρεία παρασχεθείσες
    υπηρεσίες της ως άνω Συμβούλου της, και ειδικώτερα αν αυτές
    παρεσχέθησαν στο πλαίσιο συμβάσεως ή σχέσεως εξηρτημένης εργασίας, ώστε
    να είναι  εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου
    από το δικαστήριο της  ουσίας ως προς το ζήτημα της υπαγωγής της εν
    λόγω Συμβούλου στην ασφάλιση λόγω της  παροχής των ανωτέρω υπηρεσιών
    της. Για το λόγο αυνεπώς αυτό, ο οποίος βασίμως  προβάλλεται με την
    κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν
    μέρει, καθ' ο μέρος αφορά στην ως άνω λογιστική διαφορά, η δε υπόθεση η
    οποία  χρειάζεται διευκρίνηση κατά το πραγματικό πρέπει να παραπεμφθεί
    στο ίδιο δικαστήριο για  νέα κρίση.

      Δ ι ά   τ α ύ τ α

      Δέχεται την αίτηση.

      Αναιρεί εν μέρει την υπ? αριθμ. 2711/1990 απόφαση του Διοικητικού
    Εφετείου  Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, κατά το
    σκεπτικό, και

      Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσίβλητης εταιρείας την δικαστική δαπάνη
    του  Δημοσίου που ανέρχεται σε είκοσι οκτώ χιλιάδες (28.000) δραχμές.

      Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Μα?ου 1998

      Ο Προεδρεύων Σύμβουλος          Η Γραμματέας του Β' Τμήματος


      Η. Παπαγεωργίου         Μ. Μπερδεμπέ

      και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση  στις 26 Ιανουαρίου
    2000.

      Ο Προεδρέων Σύμβουλος                                 Η Γραμματέας


      Θ. Χατζηπαύλου                                  Π. Στεργιοπούλου



ΔΦΟΡΝΟΜΟΘ/2001 (1637), ΔΔΙΚΗ/2002 (1294)
Φορολογία ανωνύμων εταιρειών. Από τα ακαθάριστα έσοδα αφαιρούνται και
τα ποσά που καταβάλλονται για μισθοδοσία ή αμοιβή του προσωπικού της,
έστω και άν εκείνοι, προς τους οποίους γίνεται η καταβολή, είναι και
μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, όχι όμως και οι αμοιβές
των διοικητικών συμβούλων, εφόσον δεν αποτελούν μισθό ή αμοιβή για
υπηρεσίες που εξέρχονται του κύκλου των καθηκόντων τους.
Φορολογία επιχειρήσεων. Προσδιορισμός καθαρού εισοδήματος. Από τα
ακαθάριστα έσοδα δεν αφαιρούνται οι αποδοχές του προσωπικού, για τις
οποίες δεν καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές, εκτός εάν στη
συγκεκριμένη περίπτωση προβληθεί και αποδειχθεί από το φορολογούμενο
ότι συντρέχει λόγος απαλλαγής του, εν όλω ή εν μέρει, από την υποχρέωση
καταβολής των εισφορών. Αιτιολογία σχετικής απόφασης.






Αριθμός 357/2000
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ  B΄

  Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μα?ου 1998 με την εξής
σύνθεση: Ηλ. Παπαγεωργίου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε
αναπλήρωση  του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Φ.
Στεργιόπουλος, Ν. Σκλίας,  Σύμβουλοι, Κ. Βιολάρης, Σ. Βιτάλη, Πάρεδροι.
Γραμματέας η Μ. Μπερδεμπέ,  Γραμματέας του Β? Τμήματος.

  Για  να δικάσει την από 4 Μαρτίου 1991 αίτηση:

  του ............................. ο οποίος παρέστη με τον Στ.
Δέτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

  κατά της ............................... η οποία δεν παρέστη.

  Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί
η υπ?  αριθμ. 2712/1990 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

  Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας,
Παρέδρου  Σ. Βιτάλη.

  Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος
Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους
λόγους  αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

  Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε
αίθουσα  του δικαστηρίου κ α ι

  Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

  Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο ν   Ν ό μ ο

  1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε κατά το νόμο
χωρίς να  καταβληθούν τέλη και παράβολο, ζητείται παραδεκτώς η εν μέρει
αναίρεση της υπ?  αριθμ. 2712/1990 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου
Αθηνών που εξεδόθη επί  αντιθέτων εφέσεων του Δημοσίου και της
αναιρεσίβλητης κατά της υπ? αριθμ.  16172/1987 αποφάσεως του
Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή  απόφαση είχε
απορριφθεί προσφυγή της αναιρεσίβλητης κατά του 315/1985 φύλλου
ελέγχου φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 1983 του Οικονομικού
Εφόρου  Φορολογίας Ανωνύμων Βιομηχανικών Εταιρειών Αθηνών.

  2. Επειδή η υπόθεση συζητήθηκε το πρώτον την 19.1.1994 ενώπιον του
Τμήματος αυτού, τούτο δε με την υπ? αριθμ. 902/1994 απόφασή του ανέλαβε
την  συζήτηση της υποθέσεως για νέα δικάσιμο διότι οι εκθέσεις
επιδόσεως αντιγράφων  της υπό κρίση αιτήσεως και της σχετικής πράξεως
του Προέδρου του Τμήματος περί  ορισμού εισηγητή και δικασίμου δεν
επεδόθησαν νομοτύπως στην αναιρεσίβλητη, η  οποία δεν παρέστη. ?Ηδη,
όπως προκύπτει από τις υπ? αριθμ. 369Β? και  370Β?/3.8.1994 εκθέσεις
επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου  Πειραιώς Σωτήρη
Ρέππα αντίγραφα της ως άνω αποφάσεως 902/1994 του Συμβουλίου της
Επικρατείας και της κρινομένης αιτήσεως επεδόθησαν νομίμως και
εμπροθέσμως στην  αναιρεσίβλητη εταιρεία. Συνεπώς, νομίμως χωρεί η
συζήτηση της υποθέσεως παρά το  ότι δεν παρίσταται κατ? αυτήν η
αναιρεσίβλητη.

  3. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 4 εδαφ. α? του
Ν.Δ.  3843/1958 και των άρθρων 25 παρ. 1 εδαφ. α? και 35 παρ. 1 εδαφ.
α?του Ν.Δ.   3323/1955 συνάγεται ότι μεταξύ των δαπανών που αφαιρούνται
από τα ακαθάριστα  έσοδα ανώνυμης εταιρείας, περιλαμβάνονται τα ποσά τα
καταβαλλόμενα για  μισθοδοσία η αμοιβή του προσωπικού της, έστω και αν
εκείνοι προς τους οποίους  γίνεται η καταβολή είναι και μέλη του
διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, όχι  όμως και οι αμοιβές των
διοικητικών συμβούλων, εφόσον δεν αποτελούν μισθό ή  αμοιβή για
υπηρεσίες που εξέρχονται από τον κύκλο των καθηκόντων τους. (ΣτΕ
3897/89, 3654/84, 420/92). Εξάλλου, στο τελευταίο εδάφιο (ήδη
προτελευταίο) της  παρ. 9 του άρθρου 26 του αν.ν. 1846/1951 "περί
Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ 179 Α?)  που προστέθηκε με την παρ. 3 του
άρθρου 7 του ν.δ. 4104/1960 (φ. 147 Α?),  ορίζεται ότι "ο Οικονομικός
?Εφορος διά τον καθορισμόν των κερδών του  υποκειμένου εις φόρον
εισοδήματος φυσικού ή νομικού προσώπου δεν υποχρεούται να  συνυπολογίση
ως πραγματοποιηθείσας δαπάνας εκ μισθών και ημερομισθίων ποσά, εφ?  ων
δεν κατεβλήθησαν αι υπέρ του ΙΚΑ ή ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού
ασφαλιστικαί εισφοραί, εκτός εάν υπό της κειμένης νομοθεσίας
προβλέπεται μερική  ή ολική απαλλαγή από της υποχρεώσεως καταβολής
εισφορών". Κατά την έννοια της  τελευταίας αυτής διατάξεως, η οποία
αποβλέπει στην εξασφάλιση της καταβολής των  ασφαλιστικών εισφορών υπέρ
του Ι.Κ.Α. ή άλλου ασφαλιστικού οργανισμού, ή  φορολογική αρχή,
προκειμένου να καθορίσει το καθαρό εισόδημα από την άσκηση
επιχειρήσεως, δεν μπορεί να αφαιρέσει από τα ακαθάριστα έσοδά της
αποδοχές του  προσωπικού (μισθούς, ημερομίσθια κλπ), για τις οποίες δεν
καταβλήθηκαν  ασφαλιστικές εισφορές, εκτός αν στη συγκεκριμένη
περίπτωση προβληθεί και  αποδειχθεί από το φορολογούμενο  ότι συντρέχει
λόγος απαλλαγής του, εν όλω ή εν  μέρει, από την υποχρέωση καταβολής
εισφορών. (ΣτΕ 3992/89, 3186/89, 427/89).

  4. Επειδή, το κατά το υπό κρίση έτος εισόδημα της αναιρεσίβλητης
εταιρείας  η οποία ασχολείται με την παραγωγή υφασμάτων, καμβάδων και
εργοχείρων, την  αποτύπωση σχεδίων πάνω σε καμβάδες κ.λ.π.
προσδιορίσθηκε από τη φορολογική αρχή  λογιστικώς, με την προσθήκη στα
εκ των βιβλίων της προκύπτοντα αποτελέσματα  λογιστικών διαφορών, η
κρινόμενη αίτηση δε αφορά σε μία από τις διαφορές αυτές.

  5. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη  απόφαση, η
φορολογική  αρχή προσέθεσε στα αποτελέσματα της χρήσεως ποσό 560.000
δραχμών, το οποίο είχε  καταβληθεί από την εταιρεία προς το μέλος του
Διοικητικού της Συμβουλίου  Ελισάβετ Σούλου, με την αιτιολογία ότι το
μέλος αυτό, κατ? αντίθεση προς ότι  συνέβαινε με τα λοιπά μέλη, του
ιδίου Συμβουλίου, δεν ήταν ασφαλισμένο σε κάποιο  ασφαλιστικό φορέα, η
αμοιβή δε αυτή κατεβλήθη στη εν λόγω Σύμβουλο για  πραγματικές
υπηρεσίες που προσέφερε στην εταιρεία πέραν των καθηκόντων της, ως
μέλους του Δ.Σ. αυτής. Το διοικητικό εφετείο, κατ? αποδοχή σχετικού
λόγου  εφέσεως του Δημοσίου, εδέχθη, εν αντιθέσει προς το διοικητικό
πρωτοδικείο, ότι  εφόσον η εν λόγω δαπάνη αποτελεί αμοιβή για την
παροχή από την ανωτέρω Σύμβουλο  υπηρεσιών εξερχομένων των καθηκόντων
της ως μέλους του Δ.Σ. της εταιρείας, η δε  παραγωγικότητά της είναι
δεδομένη λόγω των προσφερθεισών υπηρεσιών (σχεδιασμός,  αποτύπωση
σχεδίων σε ύφασμα), ήταν κατ? αρχήν αφαιρετέα από τα ακαθάριστα έσοδα
της εταιρείας. Το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ειδικότερα ότι η μη
υπαγωγή της εν  λόγω Συμβούλου στην ασφάλιση κάποιου ασφαλιστικού
φορέως δεν εκώλυε την  αναγνώριση της δαπάνης προς εκτύπωση με τη σκέψη
ότι η σύμβαση μισθώσεως  εργασίας είναι κατά νόμο άτυπη και συνεπώς η
ύπαρξη της κρίνεται από ουσιαστικά  και όχι τυπικά κριτήρια. Εξ άλλου
το ίδιο δικαστήριο δέχθηκε περαιτέρω ότι ναι  μεν δεν αναγνωρίζεται
έκπτωση δαπάνη μισθοδοσίας για παροχή υπηρεσιών με σχέση  εξηρτημένης
εργασίας αν δεν έχουν καταβληθεί οι αντίστοιχες ασφαλιστικές  εισφορές,
εν προκειμένω όμως η φορολογική αρχή ουδόλως προέβαλε ότι η εν λόγω
Σύμβουλος ήταν ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α. και όχι σε άλλο ασφαλιστικό
φορέα, όπως το  Τ.Α.Ε., στο οποίο άλλωστε ασφαλίστηκε από το έτος 1984.
Η κρίση αυτή της  αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ανεξάρτητα από τις
ανωτέρω ειδικώτερες αιτιολογίες  στις οποίες φέρεται στηριζομένη, είναι
πλημμελώς αιτιολογημένη διότι δεν  περιγράφονται σ? αυτή ποιές ακριβώς
ήταν και σε τι ειδικότερα συνίσταντο οι προς  την εταιρεία
παρασχεθείσες υπηρεσίες της ως άνω Συμβούλου της, και ειδικώτερα αν
αυτές παρασχέθησαν στο πλαίσιο συμβάσεως ή σχέσεως εξηρτημένης εργασίας
ώστε να  είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του
νόμου από το  δικαστήριο της ουσίας ως προς το ζήτημα της υπαγωγής της
εν λόγω Συμβούλου στην  ασφάλιση λόγω της παροχής των ανωτέρω υπηρεσιών
της. Για το λόγο συνεπώς αυτό, ο  οποίος βασίμως προβάλλεται με την
κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση  πρέπει να αναιρεθεί εν
μέρει, καθ? ο μέρος αφορά στην ως άνω λογιστική διαφορά,   η δε υπόθεση
η οποία χρειάζεται διευκρίνηση κατά το πραγματικό πρέπει να
παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

  Δ ι ά    τ α ύ τ α

  Δέχεται την αίτηση.

  Αναιρεί εν μέρει την υπ? αριθμ. 2712/1990 απόφαση του Διοικητικού
Εφετείου  Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, κατά το
σκεπτικό και

  Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσίβλητης εταιρείας την δικαστική δαπάνη
του  Δημοσίου που ανέρχεται σε είκοσι οκτώ χιλιάδες (28.000) δραχμές.

  Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Μα?ου 1998

  Ο Προεδρεύων Σύμβουλος                   Η Πρόεδρος του Β? Τμήματος

  Ηλ. Παπαγεωργίου                                Μ. Μπερδεμπέ

  και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 26 Ιανουαρίου
2000.

  Ο Προεδρεύων Σύμβουλος                         Η Γραμματέας

  Θ. Χατζηπαύλου                             Π. Στεργιοπούλου


ΝΟΒ/1990 (1228)
     Εταιρείες ανώνυμες, φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων. Εφεση
     (Διοικ.Δ).  Απόδειξη (Διοικ.Δ), από τα ακάθαρτα έσοδα αφαιρούνται τα
     ποσά που καταβάλλονται για μισθοδοσία έστω και αν εκείνοι που τα
     εισπράττουν είναι μέλη του Δ.Σ.,όχι όμως και οι αμοιβές των
     διοικητικών συμβούλων εφόσον δεν αφορούν υπηρεσίας που εξέρχονται από
     τον κύκλο των καθηκόντων τους. Δεν επιτρέπεται επίκληση και προσαγωγή
     σε κατ' έφεση δίκη αποδεικτικών μέσων για να αποδειχθούν ισχυρισμοί
     που δεν είχαν ήδη προβληθεί πρωτοδίκως.





      Σ.Τ.Ε.   Αριθ. 3897/1989 Τμ. Β'

      Προεδρεύων ο κ. Σ. ΓΙΑΓΚΑΣ, αντιπρόεδρος.
      Εισηγήτρια η κ. Ε. ΓΑΛΑΝΟΥ, πάρεδρος.
      Δικηγόροι οι κ.κ. Β. Βούκαλης, πάρ. Διοικήσεως, Γ. Ουρούμπεης

      (Α π ό σ π α σ μ α): Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του
    αρθρου 4 εδ. α του ν.δ. 3843/58 και των άρθρων 25 παρ 1 εδ . α και 35
    παρ 1 εδ. α του ν.δ. 3323/55 συνάγεται ότι, μεταξύ των δαπανών που
    αφαιρούνται από τα ακαθάριστα έσοδα ανώνυμης εταιρίας, περιλαμβάνονται
    τα ποσά τα καταβαλλόμενα για μισθοδοσία ή αμοιβή του προσωπικού της
    έστω και αν εκείνοι προς τους οποίους γίνεται η καταβολή είναι και μέλη
    του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, όχι όμως και οι αμοιβές των
    διοικητικών συμβούλων, εφόσον δεν αποτελούν μισθό ή αμοιβή για
    υπηρεσίες που εξέρχονται από τον κύκλο των καθηκόντων τους.

      Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την
    προσβαλλόμενη απόφαση, το Διοικητικό Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ
    άλλων, και το...Πρακτικό της ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευσης των
    μετόχων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, από το οποίο προκύπτει
    ότι η παραπάνω γενική συνέλευση των μετόχων ενέκρινε τον ισολογισμό της
    κρινόμενης χρήσης... με τις δαπάνες που αναφέρονται σ' αυτόν, μεταξύ
    των οποίων περιλαμβάνεται και ποσό δαπάνης... για μισθούς που
    καταβλήθηκαν στον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας Α.Π.**
    έκρινε ότι οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από τον τελευταίο αυτό
    σύμβουλο προς την εταιρία επί τη βάσει σχέσεως μισθώσεως εργασίας ήταν
    πέραν του κύκλου των υποχρεώσεών του ως προέδρου του Διοικητικού
    Συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου και ότι οι προς αυτόν
    καταβληθέντες μισθοί για τις παραπάνω υπηρεσίες, εγκριθέντες από τη
    γενικη συνέλευση των μετόχων της... όχι ορθώς δεν αναγνωρίσθηκαν προς
    έκπτωση από τα αποτελέσματα της αναιρεσίβλητης εταιρίας από τη
    φορολογικη αρχή και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τη σκέψη ότι η σχετική
    σύμβαση μίσθωσης εργασίας δεν είχε εγκριθεί από τη γενική συνέλευση των
    μετόχων πριν από τη σύναψή της.

      Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη
    απόφαση είναι αναιρετέα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των
    διατάξεων των παρ 1 έως και 5 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/55 και για
    έλλειψη προσήκουσας αιτιολογίας. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως πρέπει
    να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί είναι αόριστος και ανεπίδεκτος
    δικαστικής εκτιμήσεως.

      Επειδή, προβάλλεται στη συνέχεια ότι, κατά παράβαση του άρθρου 172
    του ΚΦΔ, το Διοικητικό Εφετείο στηριξε την κρίση του στο... πρακτικό
    της ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευσης, το οποίο προσήχθη απαραδέκτως
    το πρώτον κατ' έφεση. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως πρέπει να
    απορριφθεί ως αλυσιτελής, γιατί, πάντως η μη προηγούμενη έγκριση από τη
    γενική συνέλευση των μετόχων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23α παρ
    2
του ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών, όπως αντικαταστάθηκε με το
    άρθρο 10 του ν.δ. 4237/62, της σύμβασης μίσθωσης εργασίας μεταξύ της
    εταιρίας και μέλους του Διοικητικού της Συμβουλίου δεν συνεπάγεται την
    μη αναγνώριση ως εκπεστέας δαπάνης του καταβαλλόμενου σ' αυτόν μισθού.

      Επειδή, στο άρθρο 172 του ΚΦΔ ορίζεται ότι: "1. Εις την κατ' έφεσιν
    δίκην δύνανται να υποβληθώσιν δια της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων και
    νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, αφορώντες εις κεφάλαια  αμφισβητηθέντα δια
    της προσφυγής, εφ' όσον η μη υποβολή αυτών κατά την πρωτόδικον δίκην
    κρίνεται αποχρώντως δεδικαιολογημένη. 2. Η επίκλησις και προσαγωγή νέων
    αποδεικτικών μέσων επιτρέπεται εις την κατ' έφεσιν δίκην μόνον επί των
    το πρώτον υποβαλλομένων κατά την προηγουμένην παράγραφον πραγματικών
    ισχυρισμών. Αυτεπαγγέλτως όμως το δευτεροβάθμιο δικαστηριο δύναται να
    αποφασίση περί συμπληρώσεως των αποδείξεων, εφαρμοζομένων των διατάξεων
    του άρθρου 95". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, δεν επιτρέπεται η
    επίκληση και προσαγωγή στην κατ' έφεση δίκη νέων αποδεικτικών μέσων
    προς απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που είχαν ήδη προβληθεί
    πρωτοδίκως.

      Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την
    προσβαλλόμενη απόφαση, η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε ως εκπεστέο από
    τα καθαρά κέρδη της αναιρεσίβλητης ποσό... που εκπέσθηκε από  αυτήν ως
    αφορολόγητο για επενδύσεις που πραγματοποίησε κατά την κρινόμενη
    περίοδο και υπήγαγε στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 849/78, με την
    αιτιολογία ότι οι επενδύσεις αυτές δεν έγιναν για την επέκταση και τον
    εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών της αλλά για τη λειτουργία του
    εργοστασίου το πρώτον από τη σύσταση της εταιρίας. Το Διοικητικό
    Εφετείο έκρινε ότι, όπως προκύπτει από τα προσαγόμενα στοιχεία και
    μάλιστα: (...) οι παραπάνω επενδύσεις έγιναν για την επέκταση ,
    βελτίωση και εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων της αναιρεσίβλητης και
    ότι, συνεπώς, όχι ορθώς δεναναγνωρίσθηκε ως εκπεστέο από τα καθαρά
    κέρδη της παραπάνω εταιρίας το ποσό των... από τη φορολογική αρχή και
    το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η κρίση όμως αυτή του Διοικητικού  Εφετείου
    δεν είναι νόμιμα αιτιολογημένη, γιατί δεν μνημονεύει αν τα παραπάνω
    στοιχεία προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως ή κατ' έφεση, δοθέντος ότι το
    πρωτοβάθμιο δικαστηριο δέχθηκε ότι δεν προσκομίσθηκε κανένα  στοιχείο
    προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης και έτσι δεν
    μπορεί να κριθεί κατ' αναίρεση αν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως ή
    απαραδέκτως το πρώτον κατ' έφεση, κατά παράβαση του άρθρου 172 του ΚΦΔ,
    το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ρητώς αποκλείει τη δυνατότητα της το
    πρώτον ενώπιον του εφετείου προσκομιδής αποδεικτικών μέσων προς
    απόδειξη προγενέστερων πραγματικών ισχυρισμών. Συνεπώς, για το βάσιμο
    αυτό λόγο αναιρέσεως, πρέπει η μεν προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί
    κατά το μέρος αυτό, η δε υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το
    πραγματικό, να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο
    δικαστήριο, για νέα κρίση.





ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο