Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1990 ]

ΣτΕ 3242/1990 Φορολογία εισοδήματος ανώνυμης εταιρείας. Εκπτώσεις δαπανών. Μισθός μέλους ΔΣ της ΑΕ. Νόμιμη η έκπτωση. Δεν αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση η εγκυρότητα της σύμβασης μίσθωσης εργασίας. Μειοψηφία. ΣΦ

(Φορολογία εισοδήματος ανώνυμης εταιρείας. Εκπτώσεις δαπανών. Μισθός μέλους ΔΣ της ΑΕ. Νόμιμη η έκπτωση. Δεν αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση η εγκυρότητα της σύμβασης μίσθωσης εργασίας. Μειοψηφία. ΣΦ)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

 Εκπτώσεις δαπανών. Μισθός

    μέλους ΔΣ της ΑΕ. Νόμιμη η έκπτωση. Δεν αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση η
    εγκυρότητα της σύμβασης μίσθωσης εργασίας. Μειοψηφία.             ΣΦ





        Συμβ. της Επικρατείας 3242/1990 (7μελούς)

        Πρόεδρος:  Σ. ΓΙΑΓΚΑΣ

        Εισηγητής: Ν. ΜΑΡΚΟΥΛΑΚΗΣ

        Δικηγόροι: ΓΡ. ΚΡΟΜΠΑΣ (Παρ. Διοικ.) Δ. ΑΝΤΩ/ΝΑΚΟΣ

        4.  Επειδή,  στο  άρθρο 23α του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων
    εταιρειών",  όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.Δ. 4237/1962 (φ.
    123),  ορίζονται  τα  ακόλουθα:  "1. Δάνεια της εταιρείας προς... μέλη
    του Διοικητικού Συμβουλίου,...  ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς
    καθ' οιονδήποτε τρόπον ή  παροχή  εγγυήσεων  υπέρ  αυτών προς τρίτους,
    απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. 2. Οιαιδήποτε  άλλαι συμβάσεις
    της εταιρείας μετά  των  ως  άνω  προσώπων  είναι  άκυροι  άνευ
    προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της γενικής συνελεύσεως των
    μετόχων. Η  έγκριση  δεν  παρέχεται αν εις την απόφασιν αντετάχθησαν
    μέτοχοι εκπροσωπούντες  τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει
    εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου.  Η  απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει
    προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων  της  τρεχούσης
    συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της.  3...." Εξάλλου,  στο
    άρθρο  35  παρ.   1  περ.   α  του  Ν.Δ.   3323/1955   (φ.    214),
    όπως  αντικαταστάθηκε  με  το  άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.Δ. 72/1973 (φ.
    145), ορίζεται ότι  από  το  ακαθάριστο  εισόδημα  εκπίπτονται  "τα
    γενικά   έξοδα   διαχειρίσεως,  συμπεριλαμβανομένων των εξόδων
    μισθοδοσίας και αμοιβής προσωπικού..", η διάταξη  δε  αυτή εφαρμόζεται
    και στη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων, σύμφωνα με  το άρθρο 8
    παρ. 3 του Ν.Δ. 3843/1958 (φ. 148). Κατά την έννοια  της  τελευταίας
    αυτής  διατάξεως, σε περίπωση που η ανώνυμη εταιρεία τηρεί ειλικρινή
    και επαρκή  βιβλία και στοιχεία του Κ.Φ.Σ., από τα οποία προκύπτει η
    πραγματική  καταβολή,  από  την  εταιρεία σε μέλος του διοικητικού της
    συμβουλίου, μισθού που απορρέει  από υπαρκτή σχέση μισθώσεως εργασίας,
    η έκπτωση της  σχετικής  δαπάνης  από  τα  ακαθάριστα  έσοδα της
    εταιρείας, με τη μορφή γενικού εξόδου διαχειρίσεως, είναι  νόμιμη,
    ανεξάρτητα από το αν είναι έγκυρη,  κατά  τους  κανόνες  του  ιδιωτικού
    δικαίου  και ειδικότερα κατά το άρθρο 23α του Ν.  2190/ 1920, η σχετική
    σύμβαση  μισθώσεως εργασίας.  Κατά  την  γνώμη  όμως  ενός  μέλους  του
    δικαστηρίου  με  αποφασιστική  ψήφο,  κατά την έννοια της ως άνω
    διατάξεως του Ν.Δ. 3323/1955, η  έκπτωση μισθού υπό τη  μορφή  γενικού
    εξόδου  διαχειρίσεως  προϋποθέτει  μισθό  νομίμως  καταβαλλόμενο  και,
    συνεπώς,  δεν  επιτρέπεται  αν  η σχετική σύμβαση  μισθώσεως εργασίας
    είναι άκυρη λόγω αντιθέσεώς της  προς  κανόνες  δικαίου  που  αφορούν
    τη  δημόσια  τάξη,  όπως είναι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 23α του Ν.
    2190/1920.

        5.    Επειδή,   στην  προκειμένη  περίπτωση,  όπως  προκύπτει  από
    την  προσβαλλόμενη απόφαση σε συνδυασμό με την επικυρωθείσα με  αυτήν
    πρωτόδικη,  η  αναιρεσίβλητη  ανώνυμη  εταιρεία τήρησε κατά την ένδικη
    περίοδο 1978 βιβλία και  στοιχεία Δ' κατηγορίας  του  Κ.Φ.Σ.   που
    κρίθηκαν  ειλικρινή  και  επαρκή.  Η  αναιρεσίβλητη  εξέπεσε  από τα
    ακαθάριστα εσοδά της μισθούς 700.000 δραχμών που  κατέβαλε κατά την
    ένδικη περίοδο σε δύο μέλη του διοικητικού της συμβουλίου για
    υπηρεσίες τους προς την εταιρεία πέραν εκείνων που απορρέουν από  την
    ιδιότητά  τους  αυτή,  η  φορολογική  όμως αρχή δεν αναγνώρισε την
    ανωτέρω έκπτωση με την  αιτιολογία ότι, αν και οι σχετικές συμβάσεις
    μισθώσεως εργασίας εξέρχονται  από  τα  όρια  της  τρέχουσας συναλλαγής
    της εταιρείας, δεν υπήρχε για τις συμβάσεις  αυτές προηγούμενη έγκριση
    της γενικής συνελεύσεως των μετόχων και, συνεπώς,  οι  συμβάσεις  αυτές
    ήταν άκυρες, κατά το άρθρο 23α του Ν. 2190/1920. Το διοικητικό
    εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε ότι μεταξύ  της
    εταιρείας  και των ως άνω συμβούλων της υπήρχε σχέση από σύμβαση
    μισθώσεως εργασίας, βάσει  της  οποίας  οι  τελευταίοι  παρείχαν
    υπηρεσίες  πέραν  την  ιδιότητάς τους ως  συμβούλων και ότι, συνεπώς,
    νομίμως, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 περ. α'  του  Ν.Δ.  3323/1955, εξέπεσε
    η εταιρεία από τα ακαθάριστα εσοδά της τους μισθούς τους, ως  γενικά
    έξοδα  διαχειρίσεως.   Με  το  μόνο  λόγο  αναιρέσεως προβάλλεται ότι η
    προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται πλημμελώς, καθόσον το  εφετείο
    δέχθηκε  ως  νόμιμη  την  έκπτωση  της  ανωτέρω  δαπάνης χωρίς να
    εξετάσει τον ισχυρισμό του  Δημοσίου ότι, για τους προεκτεθέντες
    λόγους, οι ως άνω συμβάσεις εργασίας  ήταν  άκυρες,  κατά το άρθρο 23α
    του Ν.  2190/1920.  Ο λόγος όμως αυτός είναι απορρι-  πτέος ως
    αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη  σκέψη,
    η  κατά το άρθρο 23α του Ν. 2190/1920 εγκυρότητα των ως άνω συμβάσεων
    μισθώσεως  εργασίας δεν αποτελούσε νόμιμη προϋπόθεση, κατά το άρθρο 35
    παρ. 1 περ.  α  του  Ν.Δ.   3323/1955,  για την έκπτωση, ως γενικών
    εξόδων διαχειρίσεως, των δαπανών  για μισθούς  που  κατέβαλε  η
    αναιρεσίβλητη  εταιρεία  στα  ανωτέρω  μέλη  του  διοικητικού  της
    συμβουλίου  και,  συνεπώς,  ο  προαναφερΘείς  ισχυρισμός  του  Δημοσίου
    δεν ήταν ουσιώδης, ως εκ τούτου δε δεν έχρηζε εξετάσεως.



ΛΟΓΙΣΤΗΣ/2001 (1246), ΦΟΡΕΠΙΘ/2003 (570),Ε7/2003 (886), ΔΔΙΚΗ/2002 (183)
Στην περίπτωση κατά την οποία η ανώνυμη εταιρεία τηρεί ειλικρινή βιβλία
και στοιχεία του ΚΦΣ, από τα οποία προκύπτει η πραγματική καταβολή σε
μέλος του ΔΣ μισθού, απορρέοντος από υπαρκτή σχέση εξαρτημένης
εργασίας, η έκπτωση της σχετικής δαπάνης από τα ακαθάριστα έσοδα της
εταιρείας, με τη μορφή γενικού εξόδου διαχειρίσεως, είναι νόμιμη,
ανεξάρτητα από το εάν είναι έγκυρη κατά τους ορισμούς του άρθρου 23α
του ν. 2190/1920 η σχετική εργασιακή σύμβαση. Είναι δε, για την
ταυτότητα του νομικού λόγου, εξ ίσου έγκυρη και η έκπτωση δαπάνης που
αφορά καταβολή αυξήσεως του ήδη καταβαλλομένου στο μέλος του ΔΣ μισθού.
Υπολογισμός προσθέτου φόρου επί μερικού συμβιβασμού.
Απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης ΔΟΥ κατά της 288/1985 απόφασης του Διοικητικού
Εφετείου Αθηνών. Βλ. παρατηρήσεις Κ.Γιαννόπουλου στη ΔΔίκη.






Αριθμός  4039/1999
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ  B΄

  Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 1999 με την
εξής  σύνθεση : Φ. Στεργιόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β?
Τμήματος, Ε. Γαλανού,  Ν. Σκλίας, Σύμβουλοι, Ι. Γράβαρης, Σ. Μαρκάτης,
Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ.  Μπερδεμπέ, Γραμματέας του Β? Τμήματος.

  Για να δικάσει την από 6 Ioυνίου 1985 αίτηση :

  του .......................... ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο
Ψυχογυιό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

  κατά της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία .................. η
οποία δεν παρέστη.

  Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων ................. επιδιώκει να
αναιρεθεί η υπ` αριθμ. 288/1985 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου
Αθηνών.

  Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου
Σ.  Μαρκάτη.

  Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος
................ ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους
λόγους  αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

  Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε
αίθουσα  του δικαστηρίου κ α ι

  Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α   σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

  Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο ν   Ν ό μ ο

  1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά
τον  νόμο η καταβολή τελών και παραβόλου.

  2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, (επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ`
αριθμ.  1028/1996 αναβλητική απόφαση του Τμήματος), ζητείται,
παραδεκτώς, η αναίρεση της  υπ` αριθμ. 288/1985 απόφαση του Διοικητικού
Εφετείου Αθηνών με την οποία  απερρίφθη έφεση του Δημοσίου κατά της υπ`
αριθμ. 11919/1983 αποφάσεως του  Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, έφεση
δε της αναιρεσιβλήτου εταιρείας κατά της  αυτής αποφάσεως έγινε εν
μέρει δεκτή. Με πρωτόδικη απόφαση, κατά μερική αποδοχή  της
αναιρεσιβλήτου εταιρείας, είχε μεταρρυθμισθεί το υπ` αριθμ. 571/1981
φύλλο  ελέγχου φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 1980 το οποίο
είχε εκδοθεί από  τον Οικονομικό ?Εφορο Φορολογίας Ανωνύμων
Βιομηχανικών Εταιρειών Αθηνών.

  3. Επειδή, στο άρθρο 23α του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών",
όπως  αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.Δ. 4237/1962 (φ. 123),
ορίζονται τα  ακόλουθα : "1. Δάνεια της εταιρείας προς . . . μέλη του
Διοικητικού Συμβουλίου,  . . . ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ`
οιονδήποτε τρόπον ή παροχή  εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους,
απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. 2.  Οιαιδήποτε άλλαι συμβάσεις
της εταιρείας μετά των ως άνω προσώπων είναι άκυροι  άνευ προηγουμένης
ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της γενικής συνελεύσεως των  μετόχων. Η
έγκριση δεν παρέχεται αν εις την απόφασιν αντετάχθησαν μέτοχοι
εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου
μετοχικού  κεφαλαίου. Η απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει προκειμένου περί
συμβάσεως μη  εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης  συναλλαγής  της
εταιρείας  μετά  των   πελατών  της.   3. . . .". Εξάλλου, στο άρθρο 35
παρ. 1 περ. α? του Ν.Δ.  3323/1955 (φ. 214), όπως αντικαταστάθηκε με το
άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.Δ. 72/1973  (φ. 145), ορίζεται ότι από το
ακαθάριστο εισόδημα εκπίπτονται "τα γενικά έξοδα  διαχειρίσεως,
συμπεριλαμβανομένων των εξόδων μισθοδοσίας και αμοιβής προσωπικού  . .
.", η διάταξη δε αυτή εφαρμόζεται και στη φορολογία εισοδήματος νομικών
προσώπων,  σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν.Δ. 3843/1958 (φ. 148).
Κατά την  έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, σε περίπτωση που η
ανώνυμη εταιρεία τηρεί  ειλικρινή και επαρκή βιβλία και στοιχεία του
Κ.Φ.Σ., από τα οποία προκύπτει η  πραγματική καταβολή, από την εταιρεία
σε μέλος του διοικητικού της συμβουλίου,  μισθού που απορρέει από
υπαρκτή σχέση μισθώσεως εργασίας, η έκπτωση της σχετικής  δαπάνης από
τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας, με τη μορφή γενικού εξόδου
διαχειρίσεως, είναι νόμιμη, ανεξάρτητα από το αν είναι έγκυρη, κατά
τους κανόνες  του ιδιωτικού δικαίου και ειδικότερα κατά το άρθρο 23α
του Ν. 2190/1920, η  σχετική σύμβαση μισθώσεως εργασίας. Νόμιμη επίσης,
είναι για τον ίδιο λόγο, η  έκπτωση δαπάνης που αφορά καταβολή αύξησης
ήδη καταβαλλόμενου μισθού ανεξαρτήτως  αν η διαδικασία κατά την οποία
αποφασίζεται η αύξηση αυτή είναι σύμφωνη με τις  ως άνω διατάξεις του
ν. 2190/1920.

  4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην
προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την προηγούμενη της ενδίκου διαχειριστικής
περιόδου,  έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της αναιρεσιβλήτου
εταιρείας ενέκρινε, στις  23-6-1978, την σύναψη συμβάσεως μισθώσεως
εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ της  εταιρείας και των μελών του
διοικητικού συμβουλίου αυτής, καθώρισε τις μηνιαίες  αποδοχές κάθε ενός
εξ αυτών και εξουσιοδότησε το ίδιο το διοικητικό συμβούλιο να
αναπροσαρμόζει στο μέλλον τις αποδοχές αυτές. Στις 21-1-1979 το
διοικητικό  συμβούλιο απεφάσισε την αύξηση των αποδοχών η οποία,
συνολικώς για τους μήνες  Νοέμβριο και Δεκέμβριο και για το δώρο
Χριστουγέννων του έτους 1979 ανήλθε στο  ύψος των 5.430.000 δραχμών.
Στις 29-2-1980 νέο διοικητικό συμβούλιο ανεκάλεσε  την περί αυξήσεως
των αποδοχών απόφαση του παλαιού διοικητικού συμβουλίου, η  γενική δε
συνέλευση απεφάσισε, στις 26-5-1980, την μη απαλλαγή του παλαιού από
τις ευθύνες του. Τελικώς, το διοικητικό συμβούλιο που είχε αποφασίσει
την αύξηση  των αποδοχών των μελών του απηλλάγη των ευθυνών του με
απόφαση της γενικής  συνελεύσεως στις 28-5-1983 μετά την εγκατάλειψη
σχετικού δικαστικού αγώνος. Κατά  τον λογιστικό προσδιορισμό του
εισοδήματος της αναιρεσιβλήτου εταιρείας για το  ένδικο οικονομικό έτος
(1980), η φορολογική αρχή, με την αιτιολογία ότι η περί  αυξήσεως των
αποδοχών απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της 21-11-1979 ήταν
παράνομη και καταχρηστική, δεν ανεγνώρισε την ως άνω δαπάνη ως εκπεστέα
από τα  έσοδα της εταιρείας και προσέθεσε το σχετικό ποσό στα κέρδη
αυτής με την μορφή  λογιστικής διαφοράς. Η λογιστική δε αυτή διαφορά,
μεταξύ άλλων, δεν απετέλεσε  αντικείμενο του συμβιβασμού ο οποίος
ακολούθησε την έκδοση του ενδίκου φύλλου  ελέγχου. Το διοικητικό
εφετείο, κατ` απόρριψη λόγου εφέσεως του Δημοσίου, έκρινε  ότι η ως άνω
δαπάνη, αφορώσα αύξηση μισθού των μελών του διοικητικού συμβουλίου  για
υπηρεσίες παρασχεθείσες εκτός του κύκλου των καθηκόντων τους, βεβαία δε
και  εκκαθαρισμένη από τον χρόνο κατά τον οποίο αποφασίσθηκε, εντός,
δηλαδή, της  ενδίκου διαχειριστικής περιόδου, ήταν εκπεστέα από τα
έσοδα της εταιρείας ως  γενικό έξοδο διαχειρίσεως κατά το άρθρο 35 παρ.
1 περ. α? του Ν.Δ. 3323/1955. Η  κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου
είναι νομίμως αιτιολογημένη διότι, σύμφωνα  με την προηγούμενη σκέψη,
εφ` όσον δεν αμφισβητήθηκε στην προκειμένη περίπτωση,  η πραγματική
καταβολή  αυξημένου  μισθού,  το  κατά  το  άρθρο  23α  του Ν.
2190/1920 κύρος της αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου περί αυξήσεως
του  μισθού των μελών του δεν αποτελούσε νόμιμη προϋπόθεση κατά το
άρθρο 35 παρ. 1  περ. α? του Ν.Δ. 3323/1955 για την έκπτωση της
σχετικής δαπάνης. Νομίμως, εξ  άλλου, το διοικητικό εφετείο εθεώρησε
την σχετική απαίτηση των μελών του  διοικητικού συμβουλίου βεβαία και
εκκαθαρισμένη εντός της ενδίκου διαχειριστικής  περιόδου και όχι κατά
τον χρόνο κατά τον οποίο η γενική συνέλευση απήλλαξε το  διοικητικό
συμβούλιο των ευθυνών του διότι το βέβαιο και εκκαθαρισμένο  απαιτήσεων
κατά ανώνυμης εταιρείας δεν εξαρτάται από απόφαση της γενικής
συνελεύσεως περί απαλλαγής ή μη των μελών του διοικητικού συμβουλίου.
Είναι,  συνεπώς, αβάσιμος και απορριπτέος ο λόγος αναιρέσεως με τον
οποίο προβάλλονται  τα αντίθετα. Περαιτέρω, εν όψει του ότι η δαπάνη,
της οποίας την έκπτωση  αρνήθηκε η φορολογική αρχή, δεν αφορούσε το
σύνολο των μηνιαίων αποδοχών των  μελών του διοικητικού συμβουλίου αλλά
την αύξησή τους, δεν απαιτείτο για την  επάρκεια της αιτιολογίας της
προσβαλλομένης αποφάσεως ειδική αιτιολόγηση του  χαρακτήρος των
υπηρεσιών των μελών του διοικητικού συμβουλίου ως πέραν του  κύκλου των
καθηκόντων τους παρασχεθεισών, εφ` όσον, μάλιστα, δεν προβάλλεται ότι
σχετικός ισχυρισμός του Δημοσίου έμεινε αναπάντητος από το διοικητικό
εφετείο.  Είναι, επομένως, αβάσιμος και απορριπτέος ο περί του
αντιθέτου λόγος αναιρέσεως.

  5. Επειδή, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρ. 67 του ν.δ.
3323/1955,  όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 19 παρ. 3 του αν.ν.
239/1967, η οποία ισχύει  και επί ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών, σύμφωνα
με το άρθρ. 16 του ν.δ. 3843/1958,  "οι υποβάλλοντες ανακριβή δήλωσιν
υπόκεινται και εις πρόσθετον φόρον λόγω  ανακριβείας της δηλώσεως,
οριζόμενον εις πεντήκοντα επί τοις εκατόν (50%) του  φόρου, του οποίου
την πληρωμήν θα διέφευγον διά της ανακριβείας". Εξάλλου, το  περί
διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς άρθρον 53 του ίδιου ως άνω ν.δ.
3323/55,  το οποίο, όπως αντικαταστάθηκε και αριθμήθηκε με το άρθρ. 10
του ν.δ. 4444/1964,  επίσης εφαρμόζεται και επί ανωνύμων εταιρειών κατά
το άρθρ. 16 του ν.δ. 3843/58,  στην μεν παρ. 3, όπως αυτή
αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 19 παρ. 2 του αν.ν.  239/1967, ορίζει ότι
"ο Οικονομικός ?Εφορος . . . . . . δύναται να αποδεχθή . .  . . . . τον
περιορισμόν του προσθέτου φόρου κατά τας παρ. 2 και 3 του άρθρ. 67  εις
το εν πέμπτον (1/5) αυτού", στη δε παρ. 4, όπως και αυτή
αντικαταστάθηκε με  το ίδιο ως άνω άρθρ. 19 παρ. 2 του αν.ν. 239/1967,
ορίζει ότι "Εάν αι απόψεις  του Οικονομικού Εφόρου και του εις φόρον
υποχρέου συμπέσωσι, συντάσσεται περί  τούτου ητιολογημένη πράξις
υπογραφομένη παρ` αμφοτέρων των μερών και η διαφορά  θεωρείται
επιλυθείσα εν όλω ή εν μέρει, κατά περίπτωσιν, αναλόγως του εκ της
συμπτώσεως των απόψεων των μερών επελθόντος αποτελέσματος, διά της
αμέσου  υποβολής υπό του φορολογουμένου σχετικής δηλώσεως, η δε
ασκηθείσα προσφυγή  θεωρείται ως μη γενομένη ή ισχύει μόνον διά τας
περιπτώσεις, διά τας οποίας δεν  επετεύχθη διοικητική επίλυσις της
διαφοράς".

  6. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, επί
μερικού συμβιβασμού και της κατά τα λοιπά εισαγωγής της υποθέσεως
ενώπιον του  δικαστηρίου, τούτο, προκειμένου να κρίνει περί συνδρομής
ανακριβείας της  δηλώσεως, ως προϋποθέσεως για την επιβολή πρόσθετου
φόρου, λαμβάνει την διαφορά  μεταξύ του ποσού εισοδήματος που
προσδιορίστηκε κατά τον συμβιβασμό και του  ποσού που προσδιορίστηκε με
τη δικαστική απόφαση. Τούτο δε διότι, μέχρι του  ποσού του συμβιβασμού,
η φορολογική διαφορά δεν αποτέλεσε αντικείμενο  δικαστικής, αλλά
διοικητικής επιλύσεως, τόσο όσο προς τον κύριο, όσο και ως προς  τον
πρόσθετο φόρο. Επομένως, νομίμως έκρινε, εν προκειμένω, το διοικητικό
εφετείο ότι ο πρόσθετος φόρος λόγω ανακριβείας της δηλώσεως έπρεπε να
επιβληθεί  επί της διαφοράς μεταξύ του φόρου που αναλογεί στο ποσό
εισοδήματος που  καθορίστηκε κατά τον επιτευχθέντα μερικό συμβιβασμό
και του φόρου που αναλογεί  επί του εισοδήματος που προσδιορίσθηκε με
την προσβαλλόμενη απόφαση, ο λόγος δε  αναιρέσεως με τον οποίο
προβάλλεται ότι για τον υπολογισμό της διαφοράς του  φόρου ήταν ληπτέα
υπ` όψιν η αρχική δήλωση της αναιρεσιβλήτου εταιρείας και όχι  ο
μερικός συμβιβασμός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

  7. Επειδή, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο
σύνολό  της.

  Δ ι ά  τ α ύ τ α

  Απορρίπτει την αίτηση.

  Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 1999 και η απόφαση
δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 15 Δεκεμβρίου 1999.

  Ο Πρόεδρος του Β? Τμήματος      Η Γραμματέας του Β? Τμήματος


  Φ. Στεργιόπουλος                    Μ. Μπερδεμπέ






ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο