Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-2004 ]

αποφ. Αρ. Παγου 1221 26.6.1905 Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Εννοια, προϋποθέσεις εφαρμογής, νομικό καθεστώς, εργοδοτικές παροχές τις οποίες αφορά. Οικειοθελής εργοδοτική παροχή με κριτήριο χορηγήσεώς της την αυξημένη απόδοση των εργαζομένων της εργοδοτικής επιχειρήσεως κατά ορισμένο χρονικό διάστημα. Δεν επιτρέπεται στον εργοδότη να εξαιρέσει από την καταβολή της τους εργαζομένους εκείνους οι οποίοι κατά το ανωτέρω διάστημα δεν μπόρεσαν να εργασθούν εκ λόγων ανωτέρας βίας. Εννοια της ανωτέρας βίας στην περίπτωση αυτή. Περιπτωσιολογία γεγονότων ανωτέρας βίας. Δεν αποτελούν ανωτέρα βία γεγονότα ή καταστάσεις συμβατές με τη φυσιολογική και κοινωνική ζωή του ανθρώπου, όπως είναι η εγκυμοσύνη, ο τοκετός, η λοχεία της θήλεως εργαζομένης ή η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας του άρρενος εργαζομένου. Δεν αποτελούν επίσης ανωτέρα βία οι ευχέρειες οι οποίες παρέχουν στον εργαζόμενο τη δυνατότητα νομίμου αποχής από την εργασία του χωρίς στέρηση των αποδοχών του, όπως αποχή από την εργασία λόγω πολύμηνων αδειών για συμπλήρωση σπουδών, εγκυμοσύνη, μέριμνα ανηλίκων τέκνων κλπ.

(Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Εννοια, προϋποθέσεις εφαρμογής, νομικό καθεστώς, εργοδοτικές παροχές τις οποίες αφορά. Οικειοθελής εργοδοτική παροχή με κριτήριο χορηγήσεώς της την αυξημένη απόδοση των εργαζομένων της εργοδοτικής επιχειρήσεως κατά ορισμένο χρονικό διάστημα. Δεν επιτρέπεται στον εργοδότη να εξαιρέσει από την καταβολή της τους εργαζομένους εκείνους οι οποίοι κατά το ανωτέρω διάστημα δεν μπόρεσαν να εργασθούν εκ λόγων ανωτέρας βίας. Εννοια της ανωτέρας βίας στην περίπτωση αυτή. Περιπτωσιολογία γεγονότων ανωτέρας βίας. Δεν αποτελούν ανωτέρα βία γεγονότα ή καταστάσεις συμβατές με τη φυσιολογική και κοινωνική ζωή του ανθρώπου, όπως είναι η εγκυμοσύνη, ο τοκετός, η λοχεία της θήλεως εργαζομένης ή η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας του άρρενος εργαζομένου. Δεν αποτελούν επίσης ανωτέρα βία οι ευχέρειες οι οποίες παρέχουν στον εργαζόμενο τη δυνατότητα νομίμου αποχής από την εργασία του χωρίς στέρηση των αποδοχών του, όπως αποχή από την εργασία λόγω πολύμηνων αδειών για συμπλήρωση σπουδών, εγκυμοσύνη, μέριμνα ανηλίκων τέκνων κλπ.)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

 Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Εννοια, προϋποθέσεις εφαρμογής, νομικό καθεστώς,

εργοδοτικές παροχές τις οποίες αφορά. Οικειοθελής εργοδοτική παροχή με
κριτήριο χορηγήσεώς της την αυξημένη απόδοση των εργαζομένων της εργοδοτικής
επιχειρήσεως κατά ορισμένο χρονικό διάστημα. Δεν επιτρέπεται στον εργοδότη να
εξαιρέσει από την καταβολή της τους εργαζομένους εκείνους οι οποίοι κατά το
ανωτέρω διάστημα δεν μπόρεσαν να εργασθούν εκ λόγων ανωτέρας βίας. Εννοια της
ανωτέρας βίας στην περίπτωση αυτή. Περιπτωσιολογία γεγονότων ανωτέρας βίας.
Δεν αποτελούν ανωτέρα βία γεγονότα ή καταστάσεις συμβατές με τη φυσιολογική
και κοινωνική ζωή του ανθρώπου, όπως είναι η εγκυμοσύνη, ο τοκετός, η λοχεία
της θήλεως εργαζομένης ή η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας του άρρενος
εργαζομένου. Δεν αποτελούν επίσης ανωτέρα βία οι ευχέρειες οι οποίες παρέχουν
στον εργαζόμενο τη δυνατότητα νομίμου αποχής από την εργασία του χωρίς
στέρηση των αποδοχών του, όπως αποχή από την εργασία λόγω πολύμηνων αδειών
για συμπλήρωση σπουδών, εγκυμοσύνη, μέριμνα ανηλίκων τέκνων κλπ. Προϋποθέσεις επεκτάσεως της οικειοθελούς παροχής στον μή εργασθέντα λόγω ανωτέρας βίας εργαζόμενο. Απαιτείται όπως η εργασιακή επίδοση και απόδοσή του μέχρι και την έναρξη του κρισίμου χρονικού διαστήματος της αποχής του είναι αυξημένη, καθώς και ότι με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχε την ίδια αυξημένη απόδοση, την οποία είχαν κατά το ανωτέρω διάστημα οι δικαιωθέντες της εκούσιας παροχής συνάδελφοί του, στοιχείο την συνδρομή του οποίου οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο αιτούμενος την επέκταση και σε αυτόν της κρίσιμης οικειοθελούς παροχής. Απόλυση εγκύου εργαζομένης. Απαγορεύεται τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όσο και για χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο διάστημα λόγω ασθενείας οφειλόμενης στην κύηση ή στον τοκετό, εκτός εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος, τον οποίο όμως δεν συνιστά, σε καμμία περίπτωση, η μειωμένη απόδοση της εγκύου οφειλόμενη στην εγκυμοσύνη της. Περιπτωσιολογία γεγονότων τα οποία συνιστούν την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου στην ανωτέρω περίπτωση. Καταχρηστική καταγγελία εγκύου εργαζομένης. Περιστατικά
(απορρίπτει αίτηση για την αναίρεση της Εφετείου Αθηνών 6847/2000).




Ε.Σ.
Αριθμός      1221/2004
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1`  Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ  από  τους  Δικαστές     : Χαράλαμπο Γεωργακόπουλο,    
Αντιπρόεδρο,   Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη και
Νίκη Γιαννακάκη,  Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ  σε  δημόσια  συνεδρίαση στο Κατάστημά  του, την 5 Οκτωβρίου 2004,  
με  την  παρουσία  και της Γραμματέως  Ακριβής Παπαπαναγιώτου,  για να
δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας :......... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο
της, Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Της αναιρεσίβλητης:Ανώνυμης Εταιρείας...........που εκπροσωπήθηκε από τον
Ζαχαρία Αλυσσανδράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας  
που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις :
2725/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6847/2000  του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί  η  αναιρεσείουσα   με την από 16
Ιουνίου 2003  αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της   αιτήσεως  αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι
διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης
Γεώργιος Αμελαδιώτης ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2004 έκθεσή του, με την
οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και
ν΄ απορριφθούν οι υπόλοιποι. Ο πληρεξούσιος   της αναιρεσείουσας ζήτησε  την
παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος  της αναιρεσίβλητης την απόρριψή
της,   καθένας δε  την καταδίκη του  αντιδίκου  στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει από το άρθρο 288
Α.Κ. αλλά ευρίσκει έρεισμα και στα άρθρα 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και
119 της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ., προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής
σύμβασης δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών
της αυτής εκμεταλλεύσεως, που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες
υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση ή απόκλιση
εξαιτίας επαρκούς αντικειμενικού λόγου. Βάσει της εν λόγω αρχής ο εργοδότης
οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους, που παρέχουν την ίδια
εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα αυτά προσόντα, τις μισθολογικές και
άλλες υπηρεσιακές παροχές είτε πρόκειται για μονομερείς υπηρεσιακές παροχές
είτε πρόκειται για παροχές που έχουν αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων
εργαζομένων (Ολ. ΑΠ 7/1996). Οσάκις κριτήριο για την οικειοθελή αυτή παροχή
αποτελεί η αυξημένη απόδοση των μισθωτών κατά ορισμένο χρονικό διάστημα, ο
εργοδότης δεν επιτρέπεται να εξαιρέσει από την οικειοθελή αυτή παροχή τους
μισθωτούς εκείνου, οι οποίοι κατά το εν λόγω κρίσιμο διάστημα δεν μπόρεσαν να
εργασθούν για λόγους ανωτέρας βίας και ανεξαρτήτους από τη θέληση τους.
Ανωτέρα, δε, βία αποτελεί το τυχερό και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο δεν ήταν
δυνατόν να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, όπως
αιφνίδια βαριά ασθένεια του μισθωτού, αιχμαλωσία αυτού, αποκλεισμός του
συνεπεία σεισμού, πλημμύρας κλπ. Και δεν αποτελούν ανωτέρα βία καταστάσεις
συμβατές με τη φυσιολογική και κοινωνική ζωή του ανθρώπου όπως εγκυμοσύνη,
τοκετός, λοχεία της θήλεος μισθωτού, εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας του
άρρενος κλπ., γιατί οι καταστάσεις αυτές δεν είναι απρόβλεπτος. Επίσης δεν
αποτελούν ανωτέρα βία ευχέρειες που παρέχουν στο μισθωτό τη δυνατότητα
νόμιμης αποχής από την εργασία του χωρίς στέρηση των αποδοχών του γιατί στο
πρόσωπο του συντρέχουν ορισμένες ιδιότητες όπως η αποχή από την εργασία λόγω
πολυμήνων αδειών για συμπλήρωση σπουδών,  εγκυμοσύνη, μέριμνα ανηλίκων τέκνων
κλπ., αφού και στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχουν τα στοιχεία του αιφνιδίου και
απροβλέπτου αλλά ο μισθωτός, εκτιμώντας την εν γένει κατάσταση, κρίνει
ελευθέρως εάν πρέπει ή όχι να κάνει χρήση της ευχέρειας προς αποχή από την
εργασία, που του παρέχει ο νόμος αναλαμβάνοντας παράλληλη και όλες τις
συνέπειες, ως προς την εργασιακή του εξέλιξη, της σχετικής επιλογής του.
Περαιτέρω  για να γίνει επέκταση της οικειοθελούς παροχής και στο μη
εργασθέντα λόγω ανωτέρας βίας, μισθωτό απαιτείται όπως η εργασιακή απόδοση
και επίδοση του μέχρι την έναρξη του κρισίμου χρονικού διαστήματος της αποχής
του είναι αυξημένη και με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα
είχε την ίδια αυξημένη απόδοση, την οποία είχαν κατά το χρονικό διάστημα της
αποχής του οι εργασθέντες συνάδελφοί του, προς τους οποίους έγινε η
οικειοθελής παροχή (επίδομα (πριμ) παραγωγικότητας, μόνιμη αύξηση του
μηνιαίου μισθού κλπ). Και τα στοιχεία αυτά, δηλαδή  α) την ανωτέρα βία
συνεπεία της οποίας απέσχε από την εργασία του, β) την αυξημένη απόδοση του
μέχρι την έναρξη της αποχής και γ) την πιθανότητα ότι και κατά το χρόνο της
αποχής θα είχε αυξημένη απόδοση έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί και να
αποδείξει ο ζητών την επέκταση και σ΄ αυτήν της παροχής που δόθηκε
οικειοθελώς σε άλλους συναδέλφους του. Στην προκειμένη περίπτωση η
αναιρεσείουσα στο από 7-12-1997 δικόγραφο της αγωγής της - το οποίο
παραδεκτώς επισκοπεί ο ?ρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) - σώρευσε
παραδεκτώς δύο αγωγές. Με την πρώτη ισχυρίσθηκε τα εξής: Σε εκτέλεση της από
22-2-1993 συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ειργάζετο
στην αναιρεσίβλητη, η οποία είναι εταιρεία Ορκωτών Λογιστών και Συμβούλων
Επιχειρήσεων, ως σύμβουλος επιχειρήσεως. Το μήνα Οκτώβριο 1995 έμεινε έγκυος
στο πρώτο της παιδί και τις 27-11-1995 έλαβε  15ήμερη αναρρωτική άδεια λόγω
εμφανισθέντων προβλημάτων της κυήσεως της. Όταν έληξε αυτή ενημέρωσε την
αναιρεσίβλητη εργοδότρια της ότι ήταν ασθενής και θα παρέτεινε την άδεια της.
Στις 27-12-1995 έλαβε ο νέα αναρρωτική άδεια λόγω επαπειλουμένης αποβολής
μέχρι 31-12-1995. Στην συνέχεια λόγω του ότι η εγκυμοσύνη της δεν εξελίσσετο
ομαλά αναγκάσθηκε να απουσιάσει από την εργασία της καθόλη τη διάρκεια της.
Στις 3-8-1996 έτεκε άρρεν τέκνο και έλαβε τη νόμιμη άδεια τοκετού και λοχείας
η οποία έληξε στις 27-9-1996. Στη συνέχεια έλαβε την ετήσια άδεια αναπαύσεως
και μετά τη λήξη της,  γονικής άδεια 3 1/2 μηνών, η οποία μετά συνεχείς
παρατάσεις έληξε στις 15-2-1997 οπότε η αναιρεσείουσα επανήλθε στην εργασία
της. Τον Ιούλιο του έτους 1997 η αναιρεσίβλητη έδωσε προαγωγές και αυξήσεις
ίσες με το 25% των μηνιαίων αποδοχών στους συναδέλφους της ......... και
......... ενώ στην ίδια έδωσε αύξηση μόνο 6% με την αιτιολογία ότι αυτή δεν
εργάσθηκε κατά το έτος 1996 να είναι δυνατή η αποτίμηση της εργασίας της. Ότι
η απόδοση της από την έναρξη της εργασίας της και μέχρι την έναρξη της αποχής
από αυτήν, λόγω των προβλημάτων της εγκυμοσύνης, ήταν λίαν επιτυχής και κατά
το έτος 1996, εάν εργάζετο θα είχε την ίδια αυξημένη απόδοση, την οποία είχαν
οι προαναφερθέντες  συνάδελφοί της προς τους οποίους δόθηκαν οικειοθελώς
αυξήσεις ύψους 25% των μέχρι τότε μηνιαίων αποδοχών τους. Και με βάση αυτά
ζήτησε με την πρώτη σωρευομένη αγωγή να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να
αυξήσει, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης τις μηνιαίες αποδοχές της
κατά 25% από 15-2-1992, και να της καταβάλει για διαφορές του χρονικού
διαστήματος από 15-2-1997 έως 26-9-1997 μεταξύ των καταβληθεισών μηνιαίων
αποδοχών της και των κατά 25% αυξημένων, που έπρεπε να καταβάλει, δραχμές
956.250. Με τα εκτιθέμενα αυτά πραγματικά περιστατικά η αποχή από την εργασία
της αναιρεσείουσας εξ ολοκλήρου κατά το έτος 1996 δεν οφείλετο σε ανωτέρα βία
αλλά σε εκουσία αποχή από την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-
1996 έως 3-8-1996 με την σιωπηρή συναίνεση της εργοδότριας της και σε χρήση
των χρονικών αδειών από 27-9-1996 μέχρι 15-2-1997 και μόνο κατά το χρονικό
διάστημα από 3-8-1996 έως 27-9-1996 (ενός μηνός και 23 ημερών) η αποχή από
την εργασία της οφείλεται σε λόγους ανεξαρτήτους από τη θέληση της (τοκετός,
λοχεία). Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή
προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία
"...........", η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την αναιρεσίβλητη
Ανώνυμη Εταιρεία, στις 22-3-1993 συνήψε με την αναιρεσείουσα σύμβαση παροχής
εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία την προσέλαβε ως υπάλληλο
της. Αυτή, η οποία είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΟΕ, απόφοιτος της ιδιωτικής σχολής
"Control Data Instint" και γνωρίζει την Αγγλική και Γαλλική γλώσσα, παρείχε
τις υπηρεσίες της στο Τμήμα Συμβούλων Επιχειρήσεων, αρχικά με το βαθμό του
"SENTOR" και από τον Ιανουάριο 1995 με το βαθμό του "SUPERVISOR". Τον
Οκτώβριο του ίδιου έτους κατέστη έγκυος και άρχισε να λαμβάνει άδειες, οι
οποίες συνεχίσθηκαν διαδοχικά μέχρι την 15-2-1997 οπότε επανήλθε στην εργασία
της, Ειδικότερα μέχρι τη γέννηση του τέκνου της (3/8/1996) λάμβανε
αναρρωτικές άδειες λόγω της εγκυμοσύνης της, στη συνέχει και μέχρι την 27-9-
1996 έλαβε τη νόμιμη άδεια τοκετού και λοχείας, κατόπιν έλαβε την άδεια του  
έτους 1996 και τέλος έλαβε γονική άδεια διαρκείας 3 1/2 μηνών. Μετά την
επιστροφή της στην εργασία (15/2/1997) έλαβε αύξηση εκ δραχμών 20.000
(περίπου 6%) και έτσι οι μηνιαίες συμβατικές αποδοχές της, οι οποίες ήταν
υψηλότερες των νομίμων, ανήλθαν σε 350.000 δρχ. Διατείνεται η αναιρεσείουσα
ότι κατά το έτος 1997 έπρεπε να λάβει αύξηση 25% και ότι η αύξηση που έλαβε
(6%) είναι δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τις αυξήσεις που χορηγήθηκαν σε
άλλους εργαζόμενους της αναιρεσίβλητης ομοιόβαθμους με την ίδια, όπως στους
............. οι οποίοι έλαβαν αύξηση 22% και 24% αντίστοιχα, αλλά και
κατώτερους ιεραρχικά από την ίδια, όπως στους ............οι οποίοι έλαβαν
αύξηση 22% και 31% αντίστοιχα και ότι η ως άνω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης
συνιστά παραβίαση της αρχής της ίση μεταχειρίσεως. Ο ισχυρισμός αυτός είναι
αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον η αναιρεσίβλητη καθόριζε το ύψος της
αυξήσεως που θα χορηγούσε σε κάθε υπάλληλο της (αμειβόμενο με υψηλότερες των
νομίμων αποδοχές) στις αρχές του επόμενου έτους ανάλογα με την παραγωγικότητα
και αποδοτικότητα του κατά το αμέσως προηγούμενο έτος και στους παραπάνω
αναφερόμενους υπαλλήλους, οι οποίοι είχαν εργασθεί ολόκληρο το 1996, είχε
αποτιμηθεί η παραγωγικότητα και αποδοτικότητά τους με τη χορήγηση των εν λόγω
αυξήσεων στις αρχές του 1997, ενώ η αναιρεσείουσα απουσίαζε από την εργασία
της ολόκληρο το 1996 (είχε λάβει άδειες από 1-10-1995 έως 15-2-1997) και δεν
ήταν δυνατόν να γίνει αποτίμηση της παραγωγικότητας και αποδοτικότητάς της
και της χορηγήθηκε αύξηση 6% για το 1997. Πρέπει να σημειωθεί ότι η
αναιρεσίβλητη εκτιμώντας την παραγωγικότητα και  αποδοτικότητα του προσωπικού
της δεν χορήγησε αυξήσεις, κατά το έτος 1997, σε ορισμένους υπαλλήλους της οι
οποίοι είχαν εργασθεί κατά το προηγούμενο έτος, όπως το ίδιο έπραξε και κατά
τα προηγούμενα έτη. Συνεπώς στην κρινόμενη υπόθεση κατά την οποία η
αναιρεσείουσα δεν είχε κατά το έτος 1996 υπηρεσιακή απόδοση και επίδοση που
μπορούσε να αποτιμηθεί, δεν υφίσταται κατ΄ ουσίαν περίπτωση εφαρμογής της
αρχής της ίσης μεταχείρισης. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε
ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού με τα
ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά ήτοι ότι η αναιρεσείουσα κατά το
κρίσιμο έτος 1996 δεν εργάσθηκε παντελώς ώστε να κριθεί εάν είχε αυξημένη
απόδοση και επίδοση που να επιβάλουν την επέκταση και σ΄ αυτή της
οικειοθελούς παροχής (αυξήσεις αποδοχών) στην οποία προέβη η αναιρεσίβλητη σε
άλλους μισθωτούς της, οι οποίοι εργάσθηκαν κατά το έτος 1996 με αυξημένη
απόδοση και επίδοση και η αναιρεσείουσα, όπως προαναφέρθηκε, δεν ισχυρίζεται
στην αγωγή ότι καθ΄ ολόκληρο το έτος 1996 δεν εργάσθηκε από ανωτέρα βία άλλά
επικαλείται δικαιολογημένη αποχή μόνο για ένα μήνα και 23 ημέρες λόγω τοκετού
και λοχείας δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της ανωτέρω αρχής και
περαιτέρω, αφού η αναιρεσείουσα δεν εργάσθηκε κατά το έτος 1996 και δεν
επικαλείται λόγω ανωτέρας βίας τα ζητήματα πριν από αυτό απόδοσης της και η
αιτία της αποχής της δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως ο περί του αντιθέτου και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559
Κ.Πολ.Δ πρώτος  λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και πρέπει ν΄
απορριφθεί.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 15 παρ. 1 και 2 του Ν. 1483/1984 απαγορεύεται και είναι
απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη
της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για χρονικό διάστημα
ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο λόγω
ασθενείας, που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος
λόγος για καταγγελία. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να
θεωρηθεί ενδεχομένη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου, που
οφείλεται στην εγκυμοσύνη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται
ο εργοδότης να καταγγείλει τη σχέση εργασίας με μισθωτή του, κατά τη διάρκεια
της εγκυμοσύνης, κατά τη διάρκεια ενός έτους μετά το τοκετό αλλά και πέραν
αυτού (έτους), εάν η αποχή της εργαζομένης από την εργασία συνεχίζεται λόγω
ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος
λόγος. Σπουδαίο λόγο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν
πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατ΄ αντικειμενική κρίση καθιστούν στη
συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη
ανεκτή για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της συμβάσεως εργασίας. Η καλή πίστη
δεν απαιτεί τη με κάθε τίμημα και θυσία ανοχή της εργαζομένης μέχρι τη λήξη
των παραπάνω προθεσμιών αλλά θέτει ορισμένα όρια ανοχής, η υπέρβαση των
οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή από τη συμβατική δέσμευση. Το όριο της
θυσίας, το οποίο μπορεί ή δεν μπορεί να αξιωθεί, ορίζεται από το δικαστήριο
στη συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από ειδική εκτίμηση των ειδικών συνθηκών
και τη στάθμη των συγκρουομένων συμφερόντων των μερών, αφού ληφθεί υπόψη ότι
η σύμβαση εργασίας δημιουργεί σχέση προσωπικής συνεργασίας και αμοιβαίας
εμπιστοσύνης, η έλλειψη των οποίων συνεπάγεται την ακαταλληλότητα της
εργαζομένης για τη συμφωνηθείσα εργασία. Έτσι η ουσιώδης παράβαση των
υποχρεώσεων αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας, χωρίς να απαιτείται αναγκαίως
και υπαιτιότητα της. Αρκεί και ένα μόνο περιστατικό, το οποίο αντικειμενικώς
θεωρούμενο κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά μη ανεκτή την
περαιτέρω διατήρηση της εργασιακής σχέσεως για τον εργοδότη. Σε καμμιά όπως
περίπτωση δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο η μειωμένη απόδοση της μισθωτής που
οφείλεται στην εγκυμοσύνη της. Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την
αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Η αναιρεσίβλητη στις 26 Σεπτεμβρίου 1997 κατήγγειλε την με την αναιρεσείουσα
εργασιακή σύμβαση για σπουδαίο λόγο. Κατά την ημέρα αυτή η αναιρεσείουσα ήταν
εκ νέου έγκυος πέντε (5) μηνών στο δεύτερο παιδί της και την εγκυμοσύνη της
αυτή είχε γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη, προσκομίζοντας σ΄ αυτήν σχετική
ιατρική βεβαίωση. Και περαιτέρω δέχθηκε ότι για την καταγγελία αυτή υπήρχε
σπουδαίος λόγος, συνιστάμενος στα εξής πραγματικά περιστατικά: α) Η
αναιρεσείουσα απαίτησε να λάβει την άδεια αναπαύσεως του έτους 1997 κατά το
χρονικό διάστημα από 11-8-1997 έως 8-9-1997 και όταν οι νόμιμοι εκπρόσωποι
της αναιρεσίβλητης αρνήθηκαν για δικαιολογημένους λόγους να της χορηγήσουν
την άδεια κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα (11-8-1997 έως 8-9-1997), εκείνη
στις 8-9-1997 αποχώρησε αυθαίρετα από την εργασία της χωρίς να ενημερώσει
τους συνεργάτες της και ενώ οι προϊστάμενοι της απουσίαζαν ο μεν ένας λόγω
της ετήσιας άδειας αναπαύσεως ο δε άλλος λόγω μεταβάσεως στην αλλοδαπή για
υπηρεσιακούς λόγους. Η αυθαίρετη αυτή αποχή της αναιρεσείουσας προκάλεσε
αναστάτωση στο τμήμα που υπηρετούσε και επέφερε καθυστέρηση στην εκτέλεση των
ανειλημμένων από την αναιρεσίβλητη έργων,  β)ενώ οι προϊστάμενοι της ζήτησαν
κατά τη διάρκεια της αυθαίρετης απουσίας της να την επισκεφθούν στην οικία
της προκειμένου να τους ενημερώσει για τις εκκρεμότητες των έργων, που
εχειρίζετο, αυτή αρνήθηκε να τους δεχθεί και να τους ενημερώσει και γ)Δεν
μετέβη στις 28-7-1997 στα γραφεία της ......... στη Μαγούλα Αττικής για την
έναρξη των εργασιών του έργου, που η αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει για την
εταιρεία αυτή, παρότι της είχε δοθεί σχετική εντολή από 17-7-1997 και η
αναιρεσείουσα την είχε αποδεχθεί. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο
διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα
πραγματικά  περιστατικά που συνιστούσαν σπουδαίο λόγο για την επίδικη
καταγγελία της εγκύου αναιρεσείουσας και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του
αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Επομένως ο περί του αντιθέτου και από τον
αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι
αβάσιμος.

ΙΙΙ.- Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει,
δέχθηκε τα εξής: Η από 26-9-1997 καταγγελία  της μετά της αναιρεσείουσας
εργασιακής σύμβασης δεν έγινε από λόγους εκδικήσεως και συγκεκριμένα γιατί η
αναιρεσείουσα είχε ασκήσει κατά της αναιρεσίβλητης αγωγή περί επιδικάσεως
εργατικών διαφορών, η οποία είχε απορριφθεί με την υπ΄ αριθμ. 3536/1997
απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,  καθόσον εάν η αναιρεσίβλητη
προέβαινε στην καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως για λόγους εκδικήσεως θα το
έπραττε αμέσως μετά την άσκηση της από 30-12-1996 αγωγής και δεν θα ανέμενε  
9 περίπου μήνες για να το πράξει. Αντίθετα η αναιρεσίβλητη και μετά την
άσκηση της ανωτέρω αγωγή και τη λήξη της αδείας που είχε λάβει η
αναιρεσείουσα (την 15-2-1997) συνέχισε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της
χορηγώντας της μάλιστα αύξηση, για το έτος 1997, εκ ποσοστού 6,3% αν και δεν
είχε συμβατική προς  τούτο υποχρέωση. Η καταγγελία έγινε την 26/9/1997 μετά
την εξακολούθηση αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας από το τέλος
Ιουλίου 1997 και εντεύθεν, όπως αυτή έχει περιγραφεί στην αμέσως προηγούμενη
ΙΙ αιτιολογία. Επομένως η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να
καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας δεν αντίκειται στην  καλή
πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος
(ΑΚ 281). Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο περιέλαβε στην απόφαση του
επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της μη
αντιθέσεως της καταγγελίας στο άρθρο  281 Α.Κ. και δεν υπέπεσε στην
πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Γι΄  αυτό και ο περί του αντιθέτου
τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως
πρέπει ν΄ απορριφθεί και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της
αναιρεσείουσας, που ηττάται  (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ).  
        
Για  τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 16-6-2003 αίτηση της .........  για αναίρεση της   υπ΄  
αριθμ.  6847/2000   αποφάσεως του  Εφετείου  Αθηνών. Και

Καταδικάζει  την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα
οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα  στις  19 Οκτωβρίου  2004. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του    στις  10 Νοεμβρίου  2004.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο