Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-2004 ]

Αποφ. Δικ. 1303 1.1.2004 Απαλλαγή του εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας στον εργαζόμενό του σε περίπτωση αδυναμίας του περί την αποδοχή της εργασίας αυτού, οφειλόμενης σε γεγονός συνιστώντος ανωτέρα βία κατ΄ άρθρο 656 εδ. α του ΑΚ. Πότε θεωρείται ότι συντρέχει ανωτέρα βία αίρουσα την εργοδοτική υπερημερία. Γεγονός το οποίο συνιστά ανωτέρα βία κατά τα ανωτέρω, συνιστά, μεταξύ άλλων, και η απεργία των εργαζομένων του, εάν συνοδεύεται από κατάληψη του εργοστασίου ή άλλων εγκαταστάσεων της επιχειρήσεώς του, κατά τρόπο που να εμποδίζεται η προσέλευση όσων εργαζομένων του επιθυμούν να εργασθούν. Περιστατικά (αναιρεί την ΕφΠατρών 668/1997).

(Απαλλαγή του εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας στον εργαζόμενό του σε περίπτωση αδυναμίας του περί την αποδοχή της εργασίας αυτού, οφειλόμενης σε γεγονός συνιστώντος ανωτέρα βία κατ΄ άρθρο 656 εδ. α του ΑΚ. Πότε θεωρείται ότι συντρέχει ανωτέρα βία αίρουσα την εργοδοτική υπερημερία. Γεγονός το οποίο συνιστά ανωτέρα βία κατά τα ανωτέρω, συνιστά, μεταξύ άλλων, και η απεργία των εργαζομένων του, εάν συνοδεύεται από κατάληψη του εργοστασίου ή άλλων εγκαταστάσεων της επιχειρήσεώς του, κατά τρόπο που να εμποδίζεται η προσέλευση όσων εργαζομένων του επιθυμούν να εργασθούν. Περιστατικά (αναιρεί την ΕφΠατρών 668/1997). )

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

 Απαλλαγή του εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας στον

εργαζόμενό του σε περίπτωση αδυναμίας του περί την αποδοχή της εργασίας
αυτού, οφειλόμενης σε γεγονός συνιστώντος ανωτέρα βία κατ΄ άρθρο 656 εδ. α΄
του ΑΚ. Πότε θεωρείται ότι συντρέχει ανωτέρα βία αίρουσα την εργοδοτική
υπερημερία. Γεγονός το οποίο συνιστά ανωτέρα βία κατά τα ανωτέρω, συνιστά,
μεταξύ άλλων, και η απεργία των εργαζομένων του, εάν συνοδεύεται από κατάληψη
του εργοστασίου ή άλλων εγκαταστάσεων της επιχειρήσεώς του, κατά τρόπο που να
εμποδίζεται η προσέλευση όσων εργαζομένων του επιθυμούν να εργασθούν.
Περιστατικά (αναιρεί την ΕφΠατρών 668/1997).




Αριθμός 1303/2004

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα
Κολυβά, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Δημήτριο Λοβέρδο  και Γεώργιο Χλαμπουτάκη,
Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2004, με
την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία
"................................" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται
νόμιμα και στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της,
Δήμητρα Παπαϊωάννου
    
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων : 1) έως 415) , κατοίκων Αιγίου. Εκπροσωπήθηκαν
όλοι δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Δημητρίου Ρήγα, πλην της 211ης που
παρατάθηκε με τον ίδιο  πληρεξούσιο δικηγόρο.        

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος σωματείου υπέρ των αναιρεσίβλητων, με την
επωνυμία "................................" , που εδρεύει στο Αίγιο και
εκπροσωπείται νόμιμα.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος σωματείου υπέρ των αναιρεσίβλητων, με την
επωνυμία "................................... , που εδρεύει στο Αίγιο και
εκπροσωπείται νόμιμα. Στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκαν και τα δύο από τον
πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρήγα.  

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 1994 αγωγή των ήδη
αναιρεσίβλητων-καλούντων και την από 6 Ιουνίου 1995 πρόσθετη παρέμβαση του
".................", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου και
συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 245/1995 του ίδιου δικαστηρίου και
668/1997 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η
αναιρεσείουσα-καθής η κλήση, με την από 25 Σεπτεμβρίου 1997  αίτησή της.  

Εκδόθηκε η 570/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη
συζήτηση. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 12 Δεκεμβρίου 2001
κλήση. Εκδόθηκε η 975/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε εκ νέου
απαράδεκτη τη συζήτηση. Σήμερα επανέρχεται προς εκδίκαση με την από 11
Ιουλίου 2003 κλήση.  

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι
διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο  εισηγητής  Αρεοπαγίτης
Σπυρίδων Κολυβάς διάβασε την από 21 Μαρτίου 2000 έκθεση του Αρεοπαγίτη
Γεωργίου Ρήγου που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία
εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο
λόγο της.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση ζήτησε την παραδοχή της
αναίρεσης στο σύνολό της, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων-καλούντων, την
απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 656 εδαφ. α΄ ΑΚ αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την
αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που
τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να
απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε
άλλο χρόνο. Ανώτερη βία, η ύπαρξη της οποίας αίρει την υπερημερία του
εργοδότη, συντρέχει και στην περίπτωση που η διακοπή της εργασίας οφείλεται
σε τυχερό γεγονός, δηλαδή σε φυσικό ή άλλο απρόβλεπτο συμβάν, που επηρεάζει
τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου, χωρίς να είναι δυνατό να αποδοθεί σε
πταίσμα του εργοδότη, ούτε είναι δυνατό να αποτραπεί με μέτρα άκρας συνέσεως
και επιμελείας. Τέτοιο γεγονός αποτελεί και η απεργία των εργαζομένων αν
συνοδεύεται από κατάληψη του εργοστασίου ή άλλων εγκαταστάσεων της
επιχειρήσεως, κατά τρόπο που εμποδίζεται η προσέλευση όσων εργαζομένων
επιθυμούν να εργαστούν. Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την
προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά  
περιστατικά. Από τις 21-8-1991 το σωματείο προσωπικό της αναιρεσείουσας
εταιρίας, με αφορμή ανακοίνωση της τελευταίας ότι θα προχωρούσε σε μείωση του
προσωπικού απολύοντας 240 περίπου εργαζομένους, κήρυξε απεργία που διήρκεσε
μέχρι τις 22-12-1991 και κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν λειτουργούσε
κανένα τμήμα της αναιρεσείουσας και σταμάτησε τελείως η παραγωγική
διαδικασία. Στις 2-10-1991 το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσείουσας
αποφάσισε την καταβολή των αποδοχών σε όσους εργαζομένους "προσήλθαν στο
εργοστάσιο με δικές τους δυνάμεις και χτύπησαν κάρτα ή δήλωσαν εγγράφως στην
εταιρία ότι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, ασχέτως αν θεωρούν την απεργία
νόμιμη ή όχι". Μετά την απόφαση αυτή 450 εργαζόμενοι σε σύνολο 930 περίπου
υπέγραψαν δήλωση ότι επιθυμούν να εργαστούν και σ΄ αυτούς η αναιρεσείουσα
κατέβαλε τις αποδοχές που δικαιούνταν. Οι αναιρεσίβλητοι όμως δεν υπέβαλαν τη
σχετική δήλωση, ούτε και εξεδήλωσαν κατά οποιοδήποτε τρόπο την επιθυμία να
εργαστούν, γι΄ αυτό η αναιρεσείουσα δεν τους κατέβαλε τις αποδοχές του πιο
πάνω χρονικού διαστήματος. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε
ότι οι αναιρεσίβλητοι προσέρχονταν καθημερινά να αναλάβουν υπηρεσία, πλην
όμως η διοίκηση της αναιρεσείουσας δεν τους δεχόταν, ούτε αποδείχθηκε ότι οι
αναιρεσίβλητοι υπέγραψαν κάθε μέρα καταστάσεις με δήλωση ότι επιθυμούν να
εργαστούν και παρά ταύτα η αναιρεσείουσα δεν τους πλήρωνε, καθόσον αν οι
αναιρεσίβλητοι, όπως και οι άλλοι 450 περίπου μισθωτοί, επιθυμούσαν να
εργαστούν δεν θα συνεχιζόταν η κατάληψη του εργοστασίου και αυτό θα
λειτουργούσε τουλάχιστον μετά τις 2-10-1991. Στη συνέχεια όμως το Εφετείο,
κατά πλειοψηφία, δέχεται ότι από 23-8-1991 μέχρι και την 1-10-1991 όλοι οι
αναιρεσίβλητοι προσέρχονταν για ανάληψη υπηρεσίας, πλην όμως η αναιρεσείουσα
δεν αποδεχόταν την πραγματικώς και προσηκόντως προσφερομένην εργασία τους.

Έτσι γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσείουσα κατέστη υπερήμερη περί την αποδοχή της
εργασίας των αναιρεσιβλήτων και έχει υποχρέωση να τους καταβάλει τις νόμιμες
αποδοχές του εν λόγω χρονικού διαστήματος. Η παραπάνω κρίση του Εφετείου
στηρίζεται σε αντιφατικές αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό
έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 656
ΑΚ, καθόσον ενώ αρχικά γίνεται δεκτό ότι από την έναρξη της απεργίας
(21-8-1991) μέχρι την λήξη της (22-12-1991) δεν λειτούργησε κανένα τμήμα του
εργοστασίου, σταμάτησε τελείως η παραγωγική διαδικασία και υπήρχε κατάληψη
του εργοστασίου, στη συνέχεια και σε πλήρη αντίφαση με την παραδοχή αυτή
γίνεται δεκτό ότι κατά το διάστημα από 23-8-1991 μέχρι 1-10-1991 οι
αναιρεσίβλητοι προσέρχονταν για ανάληψη υπηρεσίας και η αναιρεσείουσα δεν
αποδεχόταν την εργασία τους, χωρίς να διευκρινίζεται εάν παρά την κατάληψη
ήταν δυνατή η πρόσβαση εργαζομένων στο εργοστάσιο και η πραγματική προσφορά
της εργασίας τους. Δηλαδή έγιναν αντιφατικώς δεκτά τόσον περιστατικά που
συνιστούν ανωτέρα βία αίρουσα την υπερημερία της αναιρεσείουσας, όσον και ότι
η τελευταία κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας των
αναιρεσιβλήτων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του
άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η
προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η εκδίκαση της υποθέσεως στο ίδιο
Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580
παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).      

Για  τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την  668/1997 απόφαση του Εφετείου Πατρών.    

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα
συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική  δαπάνη της αναιρεσείουσας,
την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα  στις  16 Νοεμβρίου 2004. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του  στις  23 Νοεμβρίου 2004.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ






ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο