Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-2002 ]

Αποφ. Δικ. 152 1.01.2002 Πλήρους απασχόληση μισθωτού. Ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει την καταβολή ολόκληρου του μισθού που προβλέπεται στη ΣΣΕ ή διαιτητική απόφαση για πλήρη απασχόληση, εφόσον απασχολείται με πλήρες ωράριο ή εφόσον ο εργοδότης για λόγους που αφορούν τον ίδιο δεν χρησιμοποιεί τις δυνάμεις του μισθωτού, ο οποίος τις έχει θέσει σε διάθεση του εργοδότη όλο το προβλεπόμενο χρονικό όριο εργασίας. Εγγραφη ατομική συμφωνία για μερική απασχόληση. Αν δεν υπάρχει το έγγραφο, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ως πλήρους απασχόλησης. Ανεξαρτήτως δηλαδή αν ο μισθωτός απασχολείται ολόκληρο το ωράριο, ελλείψει του άνω εγγράφου ο μισθωτός δικαιούται όλες τις νόμιμες αποδοχές. Οι υπογραφές των μερών πρέπει να τεθούν στο ίδιο έγγραφο. Το επίδομα αδείας συναρτάται με το δικαίωμα αδείας. Οποιος δεν δικαιούται άδεια, δεν δικαιούται και το άνω επίδομα. Σημείωμα Ιωάννη Ληξουριώτη ΔΕΕ 2003/984.

(Πλήρους απασχόληση μισθωτού. Ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει την καταβολή ολόκληρου του μισθού που προβλέπεται στη ΣΣΕ ή διαιτητική απόφαση για πλήρη απασχόληση, εφόσον απασχολείται με πλήρες ωράριο ή εφόσον ο εργοδότης για λόγους που αφορούν τον ίδιο δεν χρησιμοποιεί τις δυνάμεις του μισθωτού, ο οποίος τις έχει θέσει σε διάθεση του εργοδότη όλο το προβλεπόμενο χρονικό όριο εργασίας. Εγγραφη ατομική συμφωνία για μερική απασχόληση. Αν δεν υπάρχει το έγγραφο, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ως πλήρους απασχόλησης. Ανεξαρτήτως δηλαδή αν ο μισθωτός απασχολείται ολόκληρο το ωράριο, ελλείψει του άνω εγγράφου ο μισθωτός δικαιούται όλες τις νόμιμες αποδοχές. Οι υπογραφές των μερών πρέπει να τεθούν στο ίδιο έγγραφο. Το επίδομα αδείας συναρτάται με το δικαίωμα αδείας. Οποιος δεν δικαιούται άδεια, δεν δικαιούται και το άνω επίδομα. Σημείωμα Ιωάννη Ληξουριώτη ΔΕΕ 2003/984.)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

Ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει την καταβολή

ολόκληρου του μισθού που προβλέπεται στη ΣΣΕ ή διαιτητική απόφαση για πλήρη
απασχόληση, εφόσον απασχολείται με πλήρες ωράριο ή εφόσον ο εργοδότης για
λόγους που αφορούν τον ίδιο δεν χρησιμοποιεί τις δυνάμεις του μισθωτού, ο
οποίος τις έχει θέσει σε διάθεση του εργοδότη όλο το προβλεπόμενο χρονικό
όριο εργασίας. Εγγραφη ατομική συμφωνία για μερική απασχόληση. Αν δεν
υπάρχει το έγγραφο, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ως πλήρους απασχόλησης.
Ανεξαρτήτως δηλαδή αν ο μισθωτός απασχολείται ολόκληρο το ωράριο, ελλείψει
του άνω εγγράφου ο μισθωτός δικαιούται όλες τις νόμιμες αποδοχές. Οι
υπογραφές των μερών πρέπει να τεθούν στο ίδιο έγγραφο. Το επίδομα αδείας
συναρτάται με το δικαίωμα αδείας. Οποιος δεν δικαιούται άδεια, δεν
δικαιούται και το άνω επίδομα. Σημείωμα Ιωάννη Ληξουριώτη ΔΕΕ 2003/984.



ΕφΠατρ 152/2002

Πρόεδρος: Γ. Πανουτσακόπουλος, Πρόεδρος Εφετών.
Εισηγητής: Χ. Τσιράκης, Εφέτης.
Δικηγόροι: Ι. Βελλόπουλος, Α. Αμπατζής.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ : ................................................................

[...] Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι - εκκαλούντες με την από 26.7.1999
αγωγή τους, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου αυτής, εκθέτουν τα
εξής: Οτι υπήρξαν πρώην στελέχη της εδρεύουσας στην Αθήνα ανωνύμου εταιρίας
με την επωνυμία "Π.-Π. Β.Β. ΑΕ", η οποία από την 31.5.1984 υπήχθη στις
διατάξεις του Ν 1386/1983 "περί προβληματικών επιχειρήσεων" και από το έτος
1986 άρχισε να λειτουργεί ως θυγατρική αυτής, η πρώτη εναγομένη εταιρία, η
οποία στη συνέχεια τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως με εκκαθαρίστρια
τη δεύτερη εναγομένη. Οτι την 9.6.1997 προσλήφθηκαν από το νόμιμο εκπρόσωπο
της εκκαθαρίστριας εταιρίας με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου
χρόνου για απασχόληση τεσσάρων ωρών ημερησίως στο εργοστασιακό συγκρότημα
της πρώτης εναγομένης που βρίσκεται στην Π. και με μειωμένες απο δοχές.
Οτι επειδή η μερική απασχόληση αυτών δεν επαρκούσε για τις ανάγκες του
συγκροτήματος από την 1.8.1998 άρχισε η πλήρης απασχόληση αυτών και
υπογράφηκε προς τούτο σύμβαση εξηρτημένης εργασίας τρίμηνης διάρκειας με τον
πρώτο, και σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, της ίδιας διάρκειας, με το
δεύτερο. Οτι μετά τη λήξη των ανωτέρω συμβάσεων (31.10.1998) και μέχρι την
31.1.1999, υπογράφηκαν νέες διαδοχικές συμβάσεις του ιδιου τύπου, διάρκειας
ενός μηνός, τις οποίες παραποιούσε παρανόμως η εκκαθαρίστρια εταιρία ως
προς το χρόνο λήξεως αυτών, ώστε να εμφανίζονται λιγότερες και μεγαλύτερης
διάρκειας. Οτι την 31.1.1999 ο εκπρόσωπος της εκκαθαρίστριας εταιρίας τους
απέλυσε και την 10.2.1999 τους επαναπροσέλαβε με νέες συμβάσεις του ίδιου
τύπου (εξηρτημένης εργασίας και ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αντίστοιχα) διάρκειας
μέχρι την 31.3.1999 και στη συνέχεια απασχολήθηκαν στο ανωτέρω συγκρότημα
μέχρι την 18.5.1999, οπότε απολύθηκαν απρο ειδοποίητα. Οτι καθ` όλο το από
9.6.1997 μέχρι 18.5.1999 χρονικό διάστημα, η εργασιακή τους σχέση ήταν στην
πραγματικότητα σχέση εξηρτημένης εργασίας, καθόσον η απασχόλησή τους ήταν
μόνιμη σε ορισμένο τόπο (συγκρότημα Π.) και χρόνο, υπό τις δεσμευτικές οδη
γίες της εργοδότριας εταιρίας και ότι οι εναγόμενες οφείλουν σε αυτούς για
υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, πρόσθετη απο γευματινή απασχόληση,
ασφαλιστικές εισφορές καταβληθείσες από τους ίδιους, δώρα εορτών, άδειες
και επιδόματα αδειών, διαφορές από συμφωνημένη διόρθωση μισθού, αποζημίωση
απολύσεως και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των
12.043.306 δρχ. στον πρώτο και το ποσό των 17.158.260 δρχ. το δεύτερο.
Ζήτησαν δε κατ` ακολουθίαν του ανωτέρω ιστορικού, να υποχρεωθούν οι
εναγόμενες να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, τα προαναφερόμενα
ποσά, αντίστοιχα, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγη του πλουτισμού,
με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επί της
ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία αφού την απέρριψε,
ως παθητικά ανομιμοποίητη κατά το μέρος που στρέφεται ατομικά κατά της
δεύτερης εναγομένης, ως μη νόμιμη κατά τα κονδύλια των δρχ. 2.858.235 και
2.923.219 τα οποία αφορούν υπερωριακή απασχόληση των εναγόντων αντίστοιχα,
των δρχ. 2.106.794 και 1.443.172 τα οποία αφορούν διαφορές νομίμων και
συμβατικών αποδοχών των εναγόντων αντίστοιχα και των πράγματι καταβληθεισών,
των δρχ. 973.970 που αφορούν αμοιβή πρόσθετης απογευματινής απασχόλησης
του δευτέρου ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα 1.10.1997 μέχρι 31.1.1998,
και των δρχ. 1.602.580 και 297.656 που αφορούν άδεια και επίδομα άδειας,
αντίστοιχα έτους 1997 του πρώτου ενάγοντος και τέλος, ως αόριστη κατά την
επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τη δέχθηκε κατά τα λοιπά
ως νόμιμη και εν μέρει ως κατ` ουσί αν βάσιμη και επιδίκασε στους ενάγοντες
τα ποσά των δρχ. 1.840.319 και 3.317.672 αντίστοιχα. Κατά της αποφάσεως
αυτής παραπονούνται η πρώτη εναγομένη και οι ενάγοντες με τις κρινόμενες
αντίθετες εφέσεις των και ζητούν για τους λόγους που διαλαμβάνονται σε αυτές
και αναφέρονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και σε εσφαλμένη εκτίμηση
των αποδείξεων, την εξαφάνισή της και περαιτέρω η μεν εναγομένη την απόρριψη
της αγωγής, οι δε ενάγοντες την εν όλω παραδοχή της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 376, 648, 653, 665, και 689
ΑΚ προκύπτει, ότι ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει την καταβολή ολοκλήρου
του μισθού που προβλέπεται από την οικεία συλλογική σύμβαση ή διαιτητική
απάραση για πλήρη απασχόληση, εφόσον ασχολείται πλήρες ωράριο ή εφόσον
ο εργοδότης για λόγους που αφορούν αυτόν τον ίδιο δεν χρησιμοποιεί τις
δυνάμεις που θέτει στη διάθεσή του ο μισθωτός για όλο το προβλεπόμενο από
το νόμο χρονικό όριο εργασίας (ΑΠ 415/1986 ΕΕργΔ 46,85, ΑΠ 745/1969 ΝοΒ
18,669). Συμφωνία για εργασία κατά το νόμιμο ωράριο με μειωμένες αποδοχές
είναι άκυρος είτε έχει γίνει κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας,
είτε κατά τη διάρκεια της λειτούργίας αυτής (ΑΠ 588/1993 ΕΕργΔ 53,270, ΑΠ
1397/1991, ΕΕργΔ 51,857).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν 1892/1990 με έγγραφη ατομική
συμφωνία ο εργοδότης και ο μισθωτός κατά τη σύσταση της σχέσης εργασίας ή
κατά τη διάρκειά της μπορεί να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο
διάρκεια ημερήσιας ή εβδομαδιαίας εργασίας μικρότερη της κανονικής (μερική
απασχόληση). Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο έγγραφος τύπος για τη μερική
απασχόληση είτε αυτή γίνεται με τη μορφή μειωμένου ωραρίου, είτε με τη
μορφή εκ περιτροπής εργασίας είτε συνομολογείται για αόριστο ή ορισμένο
χρόνο, η έλλειψη δε του εγγράφου τύπου πλήττει τη σύμβαση ως σύμβαση
μερικής απασχόλησης, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι υπάρχει σύμβαση πλήρους
απασχόλησης (ΕΑ 5328/1997 ΕλΔ 38,1898). Ειδικότερα, εφόσον αποδεικνύεται
η εργασιακή σχέση και δεν αποδεικνύεται εγγράφως συμφωνία για μερική
απασχόληση με αντίστοιχη ανάλογη μείωση των αποδοχών, θεωρείται ότι
ο μισθωτός έχει στη διάθεση του εργοδότη τις υπηρεσίες του για πλήρη
απασχόληση και ανεξάρτητα από το αν απασχολεί αυτόν ολόκληρο το ωράριο ο
εργοδότης, δικαιούται ο μισθωτός όλες τις νόμιμες αποδοχές (βλ. και σημείωση
Κ. Βαλμαντώνη ήδη Αρεοπαγίτη υπό την ΕΑ 2420/1991 ΕλΔ 34,95 επ.). Τέλος,
η έννοια της έγγραφης καταρτίσεως της συμβάσεως επιβάλλει να τεθούν οι
υπογραφές των μερών επί του ιδίου εγγράφου και δεν αρκεί η πρόταση και η
αποδοχή της να περιέρχονται σε χωριστά έγγραφα (ΕΑΑ 8893/1989 ΔΕΝ 46,783,
Αντ. Βάγια, Μερική απασχόληση - εκ περιτροπής εργασία, ΕΕργΔ 58,769 επ.).

Στην προκειμένη περίπτωση οι εφεσίβλητοι - εκκαλούντες εκθέτουν στην από
26.7.1999 αγωγή τους ότι ενώ είχαν αναλάβει υπηρεσία στις 9.6.1997 κατόπιν
προφορικής εντολής του εκπροσώπου της εκκαθαρίστριας εταιρίας Ν .Β., την
12.6.1997, ο ίδιος, τους παρέδωσε την υπ` αριθ. .../12.6.1997 επιστολή
της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσης - εφεσίβλητης εταιρίας, η οποία
καθόριζε μεταξύ άλλων, τους εξής όρους απασχολήσεώς τους, ήτοι: α)
καθημερινή απασχόληση στο συγκρότημα Π. τεσσάρων ωρών την ημέρα, β)
μικτές αποδοχές 400.000 δρχ. το μήνα και γ) διάρκεια συμβάσεως από 9.6
έως 31.8.1997, για την οποία όμως, ουδέποτε υπογράφηκε μεταξύ τους
έγγραφο. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, οι ως άνω συμβάσεις εργασίας των
εφεσιβλήτων - εκκαλούντων, ήταν άκυρες ως συμβάσεις μερικής απασχολήσεως
εφόσον δεν καταρτίσθηκαν εγγράφως με τη θέση της υπογραφής των συμβληθέντων
(εργοδότριας μισθωτών) επί του ιδίου εγγράφου και συνεπώς ισχύουν ως
συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας πλήρους απασχολήσεως δυνάμει των οποίων
οι εφεσίβλητοι - εκκαλούντες δικαιούνται να ζητήσουν τη διαφορά μεταξύ
των νομίμων αποδοχών τους, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και των
καταβληθεισών σε αυτούς μειωμένων αποδοχών, ενώ εξάλλου με την επί πλέον
απασχόλησή τους, ήτοι την πέραν των τεσσάρων ωρών ημερησίως η οποία δεν
γινόταν επί καθημερινής βάσεως και κυμαινόταν από μία έως τέσσερις ώρες,
δεν υπήρχε παράβαση του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών, ώστε να ανακύπτει
θέμα υπερεργασίας και υπερωριακής απασχολήσεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο
το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του στην ίδια κατέληξε κρίση και
στη συνέχεια απέρριψε ως μη νόμιμα τα αξιούμενα από τους εφεσίβλητους  
εκκαλούντες ποσά των δρχ. 2.858.235 και 2.923.219, αντίστοιχα, για
υπερωριακή απασχόλησή τους κατά το από 9.6.1997 μέχρι 31.7.1998 χρονικό
διάστημα, των δρχ. 2.106.794 και 1.443.172, αντίστοιχα, για διαφορές
συμφωνημένης διόρθωσης μισθού τετράωρης απασχολήσε ως του ίδιου ως άνω
χρονικού διαστήματος καθώς και το αξιούμενο από το δεύτερο εφεσίβλητο
εκκαλούντα ποσό των 973.970 δρχ. για πρόσθετη τετράωρη απογευματινή
απασχόλησή του κατά το από 1.10.1997 μέχρι 31.1.1998 χρονικό διάστημα, ορθά
τις αναφερόμενες σε αυτή (εκκαλουμένη) διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και
επομένως οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της από 21.9.2000
εφέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι
ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1α του ΑΝ 539/1945, όπως ισχύει μετά
την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν 1346/1983, κάθε μισθωτός
(εργαζόμενος) μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον 12 μηνών (βασικός
χρόνος) σε υπόχρεη επιχείρηση, δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με
αποδοχές 24 εργάσιμες ημέρες και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται το σύστημα
πενθήμερης εργασίας την εβδομάδα 20 εργάσιμες ημέρες. Εξάλλου, από τη
διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν 4504/1966 σαφώς προκύπτει ότι το δικαίωμα
για λήψη επιδόματος της αδείας είναι συνδεδεμένο με το δικαίωμα αδείας και
συνεπώς εκείνος που δεν δικαιούται άδεια δεν δικαιούται και το επίδομα
αυτό (βλ. και ΕΑ 7316/1991 ΕλΔ 34,130). Επομένως, τα αγωγικά κονδύλια των
297.656 και 1.602.580 δρχ. που αφορούν επίδομα αδείας 1997 και αποζημίωση
αδείας 1997 αντίστοιχα, του πρώτου εφεσιβλήτου εκκαλούντος είναι μη νόμιμα
εφόσον από την 9.6.1997 που προσλήφθηκε ο ανωτέρω εφεσίβλητος και μέχρι
την 31.12.1997 δεν είχε συμπληρώσει το βασικό χρόνο απασχολήσεως των 12
μηνών ώστε να δικαιούται άδεια και επίδομα αδείας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο
το οποίο με την εκκαλουμένη απάρασή του απέρριψε ως μη νόμιμα τα ανωτέρω
αγωγικά κονδύλια, ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε
και επομένως ο τέταρτος λόγος της από 21.9.2000 εφέσεως με τον οποίο
υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος των εφεσιβλήτων εκκαλούντων (η
εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρία δεν εξέτασε μάρτυρα) που εξετάσθηκε στο
ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με
την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, τις υπ` αριθ/8.2.2000 και .../22.2.2000
ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν με την επιμέλεια των εφεσιβλήτων -
εκκαλούντων ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Μ.Φ. μετά από προηγούμενη
εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους και όλα τα έγγραφα τα οποία
επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα
πραγματικά περιστατικά: Η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την
επωνυμία "Π.-Π. Β.Β. ΑΕ", την 31.5.1984 χαρακτηρίσθηκε ως προβληματική
επιχείρηση και υπήχθη στις διατάξεις του Ν 1386/1983 ώστε να χρηματοδοτηθεί
από τον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων με συμμετοχή στο κεφάλαιό της
και να συνεχίσει τη λειτουργία της. Από το έτος 1986 άρχισε να λειτουργεί
ως θυγατρική της ανωτέρω εταιρίας η εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρία, η οποία
δυνάμει της υπ` αριθ. .../1992 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, τέθηκε υπό
ειδική εκκαθάριση, η οποία προβλέπεται από τις ειδικές διατάξεις των άρθρων
46 παρ. 1αΝ 1892/1990, 31 παρ. 1 Ν 1947/1991, 14 Ν 2000/1991 και 53 του Ν
2224/1994. Με την ίδια απόφαση διορίσθηκε ως ειδική εκκαθαρίστρια η ανώνυμη
εταιρία με την επωνυμία "Ε. ΑΕ Παροχής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών" η οποία
αποδέχθηκε το διορισμό της και ανέλαβε τα καθήκοντά της. Την 9.6.1997 η
εκκαθαρίστρια εταιρία που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της
εκκαλούσης - εφεσίβλητης, δυνάμει ατύπου συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας
ορισμένου χρόνου προσέλαβε τους εφεσιβλήτους - εκκαλούντες, οι οποίοι
υπήρξαν πρώην στελέχη των εταιριών του ομίλου Π.Π., εξελιχθέντες μέχρι του
βαθμού του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου ο πρώτος και του Αναπληρωτή
Διευθυντή ο δεύτερος, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως
διπλωματούχος χημικός μηχανικός ο πρώτος και ως διπλωματούχος ηλεκτρολόγος
μηχανικός ο δεύτερος για τη συντήρηση του εργοστασιακού συγκροτήματος
που βρίσκεται στην περιοχή "Κ" Ι.-Π. Στη συνέχεια ο εκπρόσωπος της
εκκαθαρίστριας εταιρίας Ν.Β. απέστειλε προς τους εφεσιβλήτους - εκκαλούντες
την υπ` αριθ. .../12.6.1997 επιστολή στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε τους
όρους της ανωτέρω συμβάσεως και ειδικότερα τετράωρη ημερήσια απασχόληση,
διάρκεια της συμβάσεως από 9.6.1997 μέχρι 31.8.1997 και μηνιαίες αποδοχές
(μικτές) 400.000 δρχ.

Επίσης την 1.8.1998 η εκκαθαρίστρια εταιρία, ενεργούσα και πάλι ως
αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εκκαλούσης - εφεσίβλητης εταιρίας,
κατήρτισε εγγράφως, με το μεν πρώτο εφεσίβλητο - εκκαλούντα σύμβαση
εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι διάρκειας μέχρι την 31.10.1998,
προκειμένου να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες στο ως άνω εργοστασιακό
συγκρότημα, αντί μηνιαίου μισθού 780.000 δρχ., με το δε δεύτερο εφεσίβλητο
- εκκαλούντα, σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών της ιδιας χρονικής
διάρκειας (1.8.1998 έως 31.10.1998) αντί αμοιβής 780.000 δρχ. το μήνα"
καταβαλλομένης στο τέλος κάθε μηνός με την έκδοση και παροχή από τον ίδιο
θεωρημένης αποδείξεως (δελτίου) παροχής υπηρεσιών. Μετά τη λήξη των ανωτέρω
συμβάσεων καταρτίσθηκαν νέες συμβάσεις τρίμηνης διάρκειας (1.11.1998
έως 31.1.1999) του ίδιου τύπου, ήτοι εξηρτημένης εργασίας με τον πρώτο
εφεσίβλητο - εκκαλούντα και παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών με το δεύτερο αντί
των ίδιων αποδοχών. Την 1.2.1999 κατόπιν εντολής του Γενικού Διευθυντή της
εκκαθαρίστριας εταιρίας διέκοψαν την παροχή των υπηρεσιών τους προς την
εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρία και την 10.2.1999, μεταξύ αυτών (εφεσιβλήτων
- εκκαλούντων) και της εκκαθαρίστριας εταιρίας, καταρτίσθηκαν εγγράφως νέες
συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ήτοι για το από 10.2.1999 μέχρι 31.3.1999
χρονικό διάστημα και ειδικότερα με τον πρώτο εφεσίβλητο - εκκαλούντα σύμβαση
εξηρτημένης εργασίας, αντί μηνιαίου μισθού 1780.000 δρχ. και με το δεύτερο
σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών αντί αμοιβής 780.000 δρχ. το μήνα.
Οι εφεσίβλητοι - εκκαλούντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκαλούσα
- εφεσίβλητη εταιρία μέχρι την 18.5.1999, οπότε η τελευταία, έπαυσε να
αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας στον πρώτο ως αποζημίωση το
ποσό των 781.666 δρχ. Οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας
που καταρτίσθηκαν μεταξύ της εκκαθαρίστριας εταιρίας και του πρώτου
εφεσιβλήτου - εκκαλούντος καθώς και η από 9.6.1997 μέχρι 31.7.1998
καταρτισθείσα σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μεταξύ της ίδιας εκκαθαρίστριας
εταιρίας και του δευτέρου εφεσιβλήτου - εκκαλούντος, ήταν συμβάσεις
ορισμένου χρόνου, δεδομένου ότι η κατάρτιση αυτών υπαγορεύθηκε από ειδικό
λόγο, αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της εκκαλούσης
εφεσίβλητης εταιρίας, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε τεθεί υπό καθεστώς
ειδικής εκκαθαρίσεως και η εργασία των εφεσιβλήτων - εκκαλούντων ήταν
αναγκαία μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή μόνο μέχρι την
εκποίηση του όλου συγκροτήματος (ακινήτων και εξοπλισμού). Πράγματι με
την υπ` αριθ. 941/1998 απάραση του Δικαστηρίου τού του είχε διαταχθεί
η τμηματική πώληση με πλειστηριασμό του συγκροτήματος των Π. και της
εκκαλούσης εταιρίας, ήτοι των γηπέδων, οικοπέδων, αγροτικών εκτάσεων,
του κτιριακού συγκροτήματος συνολικής επιφανείας 121.492,932 τ.μ., του
μηχανολογικού εξοπλισμού, των μεταφορικών μέσων και των επίπλων, ενώ
περαιτέρω με την υπ` αριθ. 3484/1999 απάραση του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Πατρών που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καθορίσθηκε
η τιμή πρώτης προσφοράς των ανωτέρω ακινήτων και κινητών. Συνεπώς εφάσον ο
πρώτος εφεσίβλητος - εκκαλών δεν συνδεόταν με την εκκαλούσα - εφεσίβλητη
εταιρία με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν δικαιούται
αποζημίωση απολύσεως για το από 9.6.1997 μέχρι 31.1.1999 χρονικό διάστημα
της απασχολήσεώς του καθώς και αποζημίωση ενός μισθού λόγω μη έγκαιρης
προειδοποιήσεως αυτού κατά την απόλυσή του, την 18.5.1999. Εξάλλου και
ο δεύτερος εφεσίβλητος - εκκαλών, κατά το από 1.8.1998 μέχρι 18.5.1999
χρονικό διάστημα παρείχε τις υπηρεσίες του στο εργοστασιακό συγκρότημα της
εκκαλούσης - εφεσίβλητης εταιρίας χωρίς να τελεί υπό τις οδηγίες και την
εξάρτηση αυτής και των νομίμων εκπροσώπων της, χωρίς να τηρεί νόμιμο ωράριο
εργασίας, προσερχόμενος μόνο όταν ήταν αναγκαίο για την εκπλήρωση των
καθηκόντων, όπως άλλωστε ρητώς αναγράφεται στις οικείες συμβάσεις, ενώ
περαιτέρω εξέδιδε διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, για την αμοιβή
του.

Συνεπώς, οι προαναφερόμενες έγγραφες διαδοχικές συμ βάσεις του ως άνω
εφεσιβλήτου - εκκαλούντος ήταν συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και
όχι συμβάσεις παροχής εξηρτημένης εργασίας και μάλιστα αορίστου χρόνου, όπως
αβασίμως ισχυρίζεται. Εν όψει αυτών για το από 1.8.1998 μέχρι 18.5.1999
χρονικό διάστημα ο εν λόγω εφεσίβλητος - εκκαλών δεν δικαιούται: α) τις
ασφαλιστικές εισφορές δρχ. 666.173 και 365.909 που κατέβαλε ο ίδιος στα
ταμεία και ΤΕΑΧ αντίστοιχα, β) αποζημίωση αδείας δρχ. 390.000 του
χρονικού διαστήματος 1.8.1998 μέχρι 31.1.1999, γ) επίδομα αδείας δρχ.
195.000 της περιόδου 1.8.1998 μέχρι 31.1.1999, δ) μέρος δώρου Πάσχα 1999
δρχ. 97.500, ε) αποζημίωση απολύσεως την 31.1.1999 δρχ. 1.820.000, στ)
υπόλοιπο δώρου Πάσχα 1999 δρχ. 262.737, ζ) αποζημίωση αδείας 10.2.1999
έως 18.5.1999 δρχ. 205.920, η) επίδομα αδείας της ίδιας περιόδου δρχ.
205.920, θ) μέρος δώρου Χριστουγέννων 1999 δρχ. 30.790, ι) αποζημίωση
απολύσεώς του την 18.5.1999 δρχ. 910.000, η) αποζημίωση ενός μισθού λόγω
μη έγκαιρης προειδοποίησης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την
εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση ως προς το χαρακτήρα των
προαναφερομένων αλλεπαλλήλων συμβάσεων και στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμα
τα αξιούμενα από τον πρώτο εφεσίβλητο - εκκαλούντα ποσά των δρχ. 1.563.333
ως αποζημίωση απολύσε ως την 31.1.1999 και των δρχ. 670.000 ως αποζημίωση
λόγω μη έγκαιρης προειδοποιησής του κατά την απόλυσή του την 18.5.1999 καθώς
και τα αξιούμενα από το δεύτερο εφεσίβλητο - εκκαλούντα ως άνω υπό στοιχεία
α` έως κ` ποσά, ορθά τις αποδείξεις εκτιμησε και επομένως οι σχετικοί
πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της από 21.9.2000 εφέσεως, με τους οποίους
υποστηρίζονται τα αντιθετα, καθώς και ο μοναδικός λόγος της από 14.9.2000
εφέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποιο υποστηρίζεται ότι οι
συμβάσεις που ειχε συνάψει η εκκαλούσα εταιρια με τους εφεσίβλητους για
το από 9.6.1997 μέχρι 31.7.1998 χρονικό διάστημα, ήταν συμβάσεις παροχής
ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ειναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, από τα
προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδειχθηκε ότι κατά το από 9.6.1997
μέχρι 31.7.1998 χρονικό διάστημα κατά το οποιο οι εφεσίβλητοι - εκκαλούντες
απασχολήθηκαν στο εργοστασιακό συγκρότητα της εκκαλούσης - εφεσίβλητης
εταιριας με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η τελευταια δεν
κατέβαλε σε αυτούς την αναλογια επι του δώρου Χριστουγέννων έτους 1997 και
επι πλέον στο δεύτερο εφεσίβλητο εκκαλούντα αποδοχές αδειας και επίδομα
αδειας και δώρα εορτών.

Συνεπώς, ο μεν πρώτος εφεσίβλητος - εκκαλών δικαιούται το ποσό των 554.288
δρχ. (ήτοι τα 21,68/25 των 639.170 δρχ. στις οποίες ανερχόταν οι αποδοχές
του υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων
1997, ο δε δεύτερος εφεσίβλητος - εκκαλών τα εξής ποσά: 1) Δρχ. 554.288
(ήτοι τα 21,68/25 των 639.170 δρχ. στα οποία ανερχόταν οι αποδοχές του υπό
καθεστώς πλήρους απασχολήσεως) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 1997, 2)
Δρχ. 669.590 για αποδοχές αδείας του χρονικού διαστήματος 9.6.1997 μέχρι
31.7.1998 που δεν του χορηγήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρο 3 παρ. 1 ΑΝ 539/ 1945
και 1 παρ. 2 ΝΔ 4547/1966), 3) Δρχ. 297.656 για επίδομα αδείας του ίδιου
χρονικού διαστήματος, 4) Δρχ. 328.230 για δώρο Πάσχα 1998 και 5) Δρχ.
259.265 (669.590 χ 9,68/25) για δώρο Χριστουγέννων 1998. Επίσης, κατά το
ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα η εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρία δεν κατέβαλε
στα ασφαλιστικά ταμεία των εφεσιβλήτων - εκκαλούντων, ήτοι στο Ταμείο
Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Εργων (ΤΣΜΕΔΕ) και στο Ταμείο
Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών (ΤΕΑΧ) τις βαρύνουσες αυτή ασφαλιστικές
(εργοδοτικές) εισφορές, τις οποίες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν οι ίδιοι.
Ειδικότερα ο πρώτος εφεσίβλητος - εκκαλών κατέβαλε: α) Δρχ. 842.432 στο
(ΑΝ 2326/1940) και β) Δρχ. 443.599 στο ΤΕΑΧ (άρθρο 32 Ν 2084/1992)
και ο δεύτερος: α) Δρχ. 832.475 στο και β) Δρχ. 376.168 στο ΤΕΑΧ Το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα
ίδια και επιδίκασε στους εφεσίβλητους - εκκαλούντες όλα τα ανωτέρω χρηματικά
ποσά, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε και επομένως ο μοναδικός
λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, της από 14.9.2000 εφέσεως με τον οποίο υπο
στηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

  (Απορρίπτει τις εφέσεις.)

............................................................................






ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο