Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1995 ]

Π.Ν. 3455 1.1.1995 Φορολογία ανωνύμων εταιριών. Προσδιορισμός των καθαρών κερδών. Αφαίρεση των παραγωγικών δαπανών της επιχείρησης. Εννοια παραγωγικών δαπανών. Οικειοθελείς παροχές προς τους εργαζομένους. Οικειοθελείς παροχές προς τους απολυθέντες εργαζόμενους, πέραν της νομίμου αποζημιώσεως, δεν συνιστούν παραγωγικές δαπάνες. Τακτικό μηνιαίο αντάλλαγμα στους εργαζόμενους έχει χαρακτήρα μισθού. Για να εκπέσει από το φόρο απαιτείται προηγούμενη καταβολή των αναλογούντων ασφαλιστικών εισφορών.

(Φορολογία ανωνύμων εταιριών. Προσδιορισμός των καθαρών κερδών. Αφαίρεση των παραγωγικών δαπανών της επιχείρησης. Εννοια παραγωγικών δαπανών. Οικειοθελείς παροχές προς τους εργαζομένους. Οικειοθελείς παροχές προς τους απολυθέντες εργαζόμενους, πέραν της νομίμου αποζημιώσεως, δεν συνιστούν παραγωγικές δαπάνες. Τακτικό μηνιαίο αντάλλαγμα στους εργαζόμενους έχει χαρακτήρα μισθού. Για να εκπέσει από το φόρο απαιτείται προηγούμενη καταβολή των αναλογούντων ασφαλιστικών εισφορών.)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

 Προσδιορισμός των καθαρών κερδών. Αφαίρεση

    των παραγωγικών δαπανών της επιχείρησης. Εννοια παραγωγικών δαπανών.
    Οικειοθελείς παροχές προς τους εργαζομένους. Οικειοθελείς παροχές προς
    τους απολυθέντες εργαζόμενους, πέραν της νομίμου αποζημιώσεως, δεν
    συνιστούν παραγωγικές δαπάνες. Τακτικό μηνιαίο αντάλλαγμα στους
    εργαζόμενους έχει χαρακτήρα μισθού. Για να εκπέσει από το φόρο
    απαιτείται προηγούμενη καταβολή των αναλογούντων ασφαλιστικών εισφορών.





     Π.Ν.

     Αριθμός 3455/1995

     ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

     ΤΜΗΜΑ B

                     Συνεδρίασε  δημόσια  στο  ακροατήριό   του   στις   27
     Οκτωβρίου  1993  με την εξής σύνθεση : Ηλ. Παπαγεωργίου, Σύμβουλος της
     Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος,  που
     είχε  κώλυμα,  Θ.   Χατζηπαύλου, Σ. Καραλής, Σύμβουλοι, Α. Γκότσης, Ε.
     Σάρπ, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε.. Γκίκα.

     Γ ι α να δικάσει την από 12 Μαρτίου 1987 αίτηση :

                     τ η ς Ανώνυμης Εταιρείας με  την  επωνυμία  "ΚΟΣΜΟΓΚΑΖ
     ΕΛΛΑΣ  ΑΕ",  που  εδρεύει  στην  Αθήνα, οδός Ακαδημίας αρ. 57, η οποία
     παρέστη με τον δικηγόρο Κων/νο Καρλή (Α.Μ. 10418), που τον διόρισε  με
     ειδικό πληρεξούσιο,

                     κ  α τ ά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με
     τον Γρ. Κρόμπα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

                     Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία  επιδιώκει
     να αναιρεθεί η 2538/1986 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

                     Η  εκδίκαση  άρχισε  με  την ανάγνωση της εκθέσεως του
     Εισηγητή, Συμβούλου Σ. Καραλή.

                     Κατόπιν  το  δικαστήριο  άκουσε  τον  πληρεξούσιο  της
     αναιρεσείουσας   εταιρείας,  ο  οποίος  ανέπτυξε  και  προφορικά  τους
     προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει  δεκτή  η  αίτηση
     και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

                     Μετά  τη  δημόσια συνεδρίαση, το δικαστήριο συνήλθε σε
     διάσκεψη σε αίθουσα του Δικαστηρίου  κ α ι,

     Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

     Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  ν ό μ ο

                     1.   Επειδή,  με  την  υπό  κρίση  αίτηση,   ως   αύτη
     συμπληρούται  με το από 31 Μαρτίου 1989 δικόγραφο προσθέτων λόγων, για
     την οποία κατεβλήθησαν τα κατά νόμο τέλη και το  παράβολο  (υπ'  αριθ.
     1722108,  1722109/1987  διπλότυπα  του  Ταμείου  Δικαστικών Εισπράξεων
     Αθηνών και  υπ'  αριθ.  966518  966519/1987  γραμμάτια  παραβόλου  του
     Δημοσίου)  ζητείται,  παραδεκτώς  η  αναίρεση  της υπ' αριθ. 2538/1986
     αποφάσεως   του   Διοικητικού   Εφετείου   Αθηνών,   με   την   οποία,
     συνεκδικασθεισών αντιθέτων εφέσεων της αναιρεσειούσης και του Δημοσίου
     κατά  της  υπ' αριθ. 10257/1984 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου
     Αθηνών, δεχθέντος δι' αυτής εν μέρει προσφυγήν της αναιρεσειούσης κατά
     του  υπ'  αριθ.   472/1982  φύλλου  ελέγχου   φορολογίας   εισοδήματος
     οικονομικού  έτους 1981 του Οικονομικού Εφόρου ΦΑΕ Αθηνών, απερρίφθη η
     έφεσις της αναιρεσειούσης εταιρείας και εγένετο εν μέρει δεκτή η έφεση
     του  Δημοσίου,  μεταρρυθμισθείσης   δε   της   πρωτοδίκου   αποφάσεως,
     προσδιωρίσθη  το  φορολογητέο  εισόδημα  της εταιρείας ταύτης εκ της Δ
     πηγής, διατηρηθέντος του προσθέτου φόρου και της χρηματικής ποινής εις
     τα καθορισθέντα με την πρωτόδικον απόφαση ποσοστά.

                     2.  Επειδή, συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου  35
     παρ.   1  παρ.   α του ν.δ.  3323/1955, αι οποίαι εφαρμόζονται και επί
     ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών κατ' άρθρον 8 του  ν.δ.   3843/1958,  προς
     προσδιορισμόν  των  καθαρών κερδών της επιχειρήσεως αφαιρούνται από τα
     ακαθάριστα έσοδα αυτής τα γενικά έξοδα  διαχεειρίσεως,  εις  τα  οποία
     περιλαμβάνονται αι παραγωγικαί δαπάναι της επιχειρήσεως. Εξ ετέρου, ως
     παραγωγικαί  δαπάναι  νοούνται,  κατ' αρχήν, όχι μόνον αι υποχρεωτικώς
     καταβλητέαι δυνάμει διατάξεως νόμου ή εις  εκτέλεσιν  συμβάσεως,  αλλά
     και αι οικειοθελώς καταβαλλόμεναι υπό της επιχειρήσεως.

                     3.    Επειδή,  εις  την  προκειμένην  περίπτωση,  όπως
     προκύπτει από την προσβαλλομένην  απόφαση,  η  αναιρεσείουσα  ανώνυμος
     εταιρεία  ανέπτυξε, κατά την ένδικη διαχειριστική περίοδο από 1-1-1980
     έως  31-12-1980,  επιχειρηματική  δραστηριότητα  εις  τρείς   κλάδους,
     ασχοληθείσα ειδικώτερον α) με την αγορά από διϋλιστήρια υγραερίου, την
     εμφιάλωση   αυτού   εις   τας  ιδιοκτήτους  εγκαταστάσεις  της  ή  εις
     εγκαταστάσεις τρίτων και την πώληση αυτού μέσω  κέντρων  διανομής  που
     διέθετε  σε  όλη  την Ελλάδα, β) με την εμπορία συσκευών υγραερίου και
     εξαρτημάτων  αυτών  και  γ)  με  τη  εκμετάλλευση  του  δεξαμενοπλοίου
     "ΚΟΣΜΟΓΚΑΖ",  ήδη  δε,  από  του  τέλους  του  έτους  1980, εξεμίσθωσε
     ολόκληρο τον μηχανολογικό της εξοπλισμό και τας εγκαταστάσεις της  εις
     την  ανώνυμον  εταιρείαν  "ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ  Α.Ε." έναντι μηνιαίου μισθώματος
     3.000.000  δραχμών.   Για  την  παρακολούθηση  των  εργασιών   της   η
     αναιρεσείουσα εταιρεία ετήρησε βιβλία και στοιχεία τετάρτης κατηγορίας
     του  Κώδικος  Φορολογικών  Στοιχείων,  τα  οποία  εκρίθησαν επαρκή και
     ακριβή από την φορολογική αρχή.  Ειδικώτερον,  ο  Οικονομικός  'Εφορος
     Φορολογίας  Ανωνύμων  Εταιρειών  Αθηνών  εξέδωσε το υπ' αριθ. 477/1982
     φύλλον ελέγχου φόρου εισοδήματος, με το οποίο  προσδιώρισε  λογιστικώς
     το  φορολογητέο εισόδημα της αναιρεσειούσης, το κτηθέν κατά την ένδικη
     διαχειριστική περίοδο (1-1-1980  έως  31-12-1980)  εις  το  ποσόν  των
     δραχμών  15.541.634  αντί της δηλωθείσης ζημίας εκ 10.137.517 δραχμών.
     Το διοικητικό πρωτοδικείο κατά  μερικήν  αποδοχήν  της  προσφυγής  της
     αναιρεσειούσης  προσδιώρισε  το φορολογητέο εισόδημα αυτής εις δραχμάς
     10.265.896, το δε διοικητικό εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του,
     δεχθέν εν μέρει την έφεση του Δημοσίου και  απορρίψαν  την  έφεση  της
     αναιρεσειούσης, προσδιώρισε το φορολογητέο εισόδημα αυτής για τη χρήση
     του  έτους  1980 (οικον. έτος 1981) εις δραχμάς 15.193.470. Με την υπό
     κρίση αίτηση αναιρέσεως, όπως αυτή συμπληρούται με  το  δικόγραφο  των
     προσθέτων  λόγων,  η  αναιρεσιβαλλομένη  απόφαση  προσβάλλεται ως προς
     ορισμένα κεφάλαια αυτής τα οποία αφορούν  αφ'  ενός  μεν  εις  την  μή
     αναγνώριση  από  το  Δικαστήριον προς έκπτωση, από τα ακαθάριστα έσοδα
     της  επιχειρήσεως,  διαφόρων  κονδυλίων,  τα  οποία  η   αναιρεσείουσα
     ενεφάνισε  ως  παραγωγικάς  δαπάνας και εις την εντεύθεν προσθήκην των
     κονδυλίων αυτών ως λογιστικών διαφορών, εις τα καθαρά  κέρδη  της  για
     τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος αυτής, αφ' ετέρου δε εις
     την  προσθήκη  στα  καθαρά  κέρδη  της  κονδυλίου δραχ. 5.172.380 κατ'
     εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 55 του ν. 1041/1980.

                     4.   Επειδή,  όπως  εκτίθεται  εις  την  προσβαλλομένη
     απόφαση,  η  αναιρεσείουσα  επεβάρυνε  τα  αποτελέσματα της κρινομένης
     χρήσεως με το  εκ  δραχμών  273.015  ποσόν,  περιλαμβανόμενο  εις  τον
     υπολογαριασμόν ή συμμετοχή σε έξοδα πρατηριούχων". Υπό της φορολογικής
     αρχής  και  του  διοικητικού  πρωτοδικείου,  το  ανωτέρω  κονδύλιο δεν
     ανεγνωρίσθη προς έκπτωσιν,  με  την  αιτιολογίαν  ότι  πρόκειται  περί
     δαπανών (κυρίως περί επισκευών αυτοκινήτων) οι οποίες δεν βαρύνουν την
     αναιρεσείουσα  εταιρεία αλλά τρίτους επαγγελματίας (πρατηριούχους) επ'
     ονόματι των οποίων εξεδόθησαν  τα  σχετικά  περιστατικά  και  με  τους
     οποίους  η  αναιρεσείουσα  είχε  συνάψει  συμβάσεις χρονοναυλώσεως των
     φορτηγών αυτοκινήτων τους, για  την  μεταφορά  των  φιαλών  υγραερίου,
     έναντι  μηνιαίου  ανταλλάγματος καθώς και προσθέτου αμοιβής για εκάστη
     μεταφερομένη φιάλη, άνευ άλλης  υποχρεώσεως.   Το  διοικητικό  εφετείο
     έκρινε  ότι  εφ'  όσον  υπό  τα  ανωτέρω  δεδομένα  το  κονδύλιο  αυτό
     αναφέρεται εις επαγγελματικήν δαπάνην τρίτων, δεν αποτελεί παραγωγικήν
     δαπάνην της αναιρεσειούσης, κατά την έννοια του νόμου και ορθώς  τούτο
     δεν  ανεγνωρίσθη προς έκπτωση. Η κρίση, όμως, αυτή του δικαστηρίου της
     ουσίας είναι πλημμελώς ητιολογημένη,  διότι  δια  της  εφέσεώς  της  η
     αναιρεσείουσα  προέβαλε  ότι  συμμετείχε  εις τας υπό των πρατηριούχων
     γενομένας δαπάνας για  την  αύξηση  των  δραστηριοτήτων  διανομής  του
     υγραερίου,  από  τις  οποίες  και  αυτή  ωφελείτο,  χωρίς  οι σχετικοί
     ισχυρισμοί αυτής να εξετασθούν  και  τύχουν  απαντήσεως,  της  ανωτέρω
     δαπάνης  θεωρηθείσης  απλώς ως επαγγελματικής δαπάνης τρίτων. Συνεπώς,
     είναι βάσιμος ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια της
     κρίσεως του δικαστηρίου, η δε προσβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα ως
     προς το κεφάλαιό της αυτό.

                     5.   Επειδή,  όπως  προκύπτει  από  την  προσβαλλομένη
     απόφαση,  η  φορολογική  αρχή  δεν ανεγνώρισε προς έκπτωση κονδύλιο εκ
     δραχμών 17.329, το οποίον αφεώρα εις  αγοράν  διαφόρων  ειδών  (φιαλών
     ουϊσκυ  και  ασημένιου  δίσκου) "τα οποία προφανώς δόθηκαν σαν δώρα σε
     πρόσωπα, που όμως δεν κατονομάζονται, ώστε να είναι δυνατός ο  έλεγχος
     της παραγωγικότητος της δαπάνης". Το διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε ότι
     ορθώς  δεν ανεγνωρίσθη το ως άνω κονδύλιο προς έκπτωση επί τω λόγω ότι
     πράγματι δεν προκύπτει η σχέση  της  διαθέσεως  των  δώρων  προς  τους
     σκοπούς  της  επιχειρήσεως.  Το διοικητικό εφετείο εδέχθη, κατ' αρχήν,
     δια της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το ως άνω ποσόν διετέθη δια  την
     αγοράν  ειδών,  τα  οποία εδόθησαν ως δώρα, επεκύρωσε δε δι' αυτής την
     πρωτόδικη, υπό το ως άνω περιεχόμενο κρίση κρίναν ότι  αιτιολογία  της
     είναι  νόμιμη.   Η αιτιολογία όμως αυτή της ως προς το ως άνω κονδύλιο
     κρίσεως του Διοικητικού Εφετείου είναι πλημμελής, διότι το  Δικαστήριο
     ήλεγξε  δι'  αυτής  την  αρτιότητα  της  αιτιολογίας  της  κρίσεως του
     πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, αρκεσθέν εις τον εν  λόγω  έλεγχον,
     ως  προκύπτει  δε εκ της διατυπώσεως της αποφάσεώς του, δεν εξέφερε το
     δευτεροβάθμιον τούτο δικαστήριον της ουσίας ιδίαν  ουσιαστικήν  κρίσιν
     περί  της  βασιμότητος  των  ισχυρισμών της αναιρεσειούσης ως προς την
     σχέσιν της διαθέσεως των δώρων προς τους σκοπούς της επιχειρήσεως  και
     περί  του  αν  πράγματι, εκ της εκτιμήσεως των υπ' όψιν αυτού τεθέντων
     στοιχείων, προέκυψεν ή όχι, κατά την κρίσιν του,  η  ύπαρξις  τοιαύτης
     σχέσεως  και  ποίας,  ώστε να δύναται να κριθή αν η τοιαύτη ουσιαστική
     κρίσις του είναι προσηκόντως ητιολογημένη.  Δια  τον  λόγον  τούτον  η
     προσβαλλομένη   απόφασις  είναι  αναιρετέα  και  ως  προς  το  ανωτέρω
     κεφάλαιον  αυτής,  κατά  τα  βασίμως  δια  της  υπό  κρίσιν   αιτήσεως
     προβαλλόμενα.

                     6.   Επειδή,  περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, ως προκύπτει
     εκ  της  προσβαλλομένης  αποφάσεως,  επεβάρυνε  τα  αποτελέσματα   της
     κρινομένης  χρήσεως με δύο κονδύλια, εκ δραχμών 395.663 και εκ δραχμών
     128.000,  περιλαμβανόμενα   εις   τον   υπολογισμό   "έξοδα   κινήσεως
     προσωπικού", αφορώντα δε χιλιομετρική αποζημίωση υπαλλήλων και μηνιαία
     κατ'  αποκοπή  αποζημίωση  υπαλλήλων,  αντιστοίχως. Το πρώτο κονδύλιο,
     χορηγηθέν   εις   τους   υπαλλήλους   της   επιχειρήσεως   οι   οποίοι
     εχρησιμοποίουν τα ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητά των για την εκτός έδρας
     διεκπεραίωση  των υποθέσεων της αναιρεσειούσης (αναλυόμενο εις δραχμάς
     3,50 έως 5,80 κατά  διανυόμενο  χιλιόμετρο  αναλόγως  του  βαθμού  του
     υπαλλήλου), ανεγνωρίσθη προς έκπτωση υπό της φορολογικής αρχής κατά το
     ήμισυ  και  του  πρωτοδίκως  δικάσαντος  δικαστηρίου  εξ ολοκλήρου. Το
     δεύτερο κονδύλιο (εκ δραχμών 128.000) εχορηγήθη  εις  τους  υπαλλήλους
     της  επιχειρήσεως ως παγία μηνιαία αποζημίωση εκ δραχμών 3100 έως 8500
     εις έκαστον υπάλληλον,  αναλόγως  του  βαθμού  για  τέλη  κυκλοφορίας,
     ασφάλιστρα  και  απόσβεση των χρησιμοποιουμένων για την μετακίνηση των
     μισθωτών αυτών αυτοκινήτων, δεν ανεγνωρίσθη  δε  υπό  της  φορολογικής
     αρχής  προς έκπτωση κατ' άρθρον 35 παρ. 1 εδ. α του ν.δ. 3323/1955, με
     την  αιτιολογία  ότι  η  ως  άνω  παγία  μηνιαία  αποζημίωση   συνιστά
     συγκεκαλυμμένη επαύξηση μισθού, για την οποία δεν κατεβλήθησαν αι υπέρ
     του  Ι.Κ.Α.  ασφαλιστικαί εισφοραί (άρθρ. 7 παρ. 3 ν.δ. 4104/1960). Το
     διοικητικό πρωτοδικείο εδέχθη ότι η  δεύτερη  αυτή  δαπάνη  ταυτίζεται
     απολύτως  προς  την προηγουμένη, εφ' όσον αμφότεραι αποβλέπουν εις την
     κάλυψη των εξόδων συντηρήσεως  και  κυκλοφορίας  των  αυτοκινήτων  των
     μισθωτών  της  αναιρεσειούσης  και  δια  τον  λόγον  αυτόν  δεν  είναι
     αφαιρετέα από τα ακαθάριστα έσοδα  της  επιχειρήσεως.   Το  διοικητικό
     εφετείο   έκρινε,   απορρίψαν   τους   σχετικούς  λόγους  εφέσεως  της
     αναιρεσειούσης, ότι το ως  άνω  ένδικο  κονδύλιο,  καταβαλλόμενο  "όχι
     εκτάκτως  αλλά  τακτικώς  ως  συμβατικό  μηνιαίο  αντάλλαγμα πλέον των
     μηνιαίων αποδοχών των υπαλλήλων και εν  όψει  του  ότι  τα  έξοδα  των
     αυτοκινήτων  καλύπτονται  με  το  πρώτο  κονδύλιο"  (αναγνωρισθέν προς
     έκπτωση), έφερε τον χαρακτήρα μισθού, υπέκειτο δε, λόγω  τούτου,  κατ'
     άρθρο 25 παρ. 4 του αν.ν. 1846/1951 (ως αντικατεστάθη δια του άρθρου 4
     του  ν. 4476/1965 και εν συνεχεία ετροποποιήθη δια του άρθρου 1 παρ. 3
     του ν. 825/1978) σε  ασφαλιστικές  εισφορές  και  συνεπώς,  ορθώς  δεν
     ανεγνωρίσθη  προς  έκπτωση,  αφού  δεν  απεδεικνύετο  η  καταβολή  των
     εισφορών τούτων. Η  κρίση  αυτή  του  διοικητικού  εφετείου  περί  του
     χαρακτήρος   του   ως   άνω  κονδυλίου  ως  μισθού  των  μισθωτών  της
     αναιρεσειούσης, λόγω του οποίου υπέκειντο  εις  ασφαλιστικάς  εισφοράς
     υπέρ  του  ΙΚΑ  και  δεν ήτο δυνατή η έκπτωσις αυτών από τα ακαθάριστα
     έσοδά της αφού δεν αποδεικνύετο η καταβολή των εν λόγω εισφορών, είναι
     νομίμως και  επαρκώς  αιτιολογημένη,  εφ'  όσον  το  Δικαστήριον  προς
     στήριξιν  αυτής  αναφέρει  εις  την προσβαλλομένην απόφασιν αυτού, αφ'
     ενός μεν ότι τα ως άνω ποσά κατεβάλλοντο όχι  εκτάκτως  αλλά  τακτικώς
     κατά  μήνα  προς  επαύξησιν  των  μηνιαίων αποδοχών των υπαλλήλων, αφ'
     ετέρου δε ότι εξετίμησε και το ότι τα έξοδα των αυτοκινήτων των ως άνω
     μισθωτών καλύπτονται με το ανωτέρω πρώτον κονδύλιον (των 395.663 δρχ.,
     το οποίον έγινε δεκτόν προς έκπτωσιν).   Συνεπώς,  ο  περί  πλημμελούς
     αιτιολογίας  της ως άνω κρίσεως του Δικαστηρίου λόγος αναιρέσεως είναι
     απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ωσαύτως  και  ο
     ειδικώτερον   προβαλλόμενος   λόγος  αναιρέσεως  κατά  τον  οποίον  το
     Διοικητικόν  Εφετείον,  απορρίψαν  τον  σχετικόν  λόγον  εφέσεως   της
     αναιρεσειούσης  ως προς το ανωτέρω κονδύλιον, επεκύρωσε παρά τον νόμον
     την υπό του Διοικητικού Πρωτοδικείου ανεπιτρέπτως γενομένην  μεταβολήν
     της   νομικής   και   πραγματικής  βάσεως,  της  φορολογικής  εγγραφής
     (χωρήσασαν δια της  αρνήσεως  υπ'  αυτού  της  εκπτώσεως  του  ως  άνω
     κονδυλίου  ως  περιλαμβανομένου  εις  το  αναγνωρισθέν  κονδύλιον  των
     395.663 δραχμών και όχι ως συνιστώντας μισθούς δια  τους  οποίους  δεν
     κατεβλήθησαν αι υπέρ του ΙΚΑ εισφοραί), διότι το Διοικητικόν Εφετείον,
     ως  προκύπτει  εκ  της προσβαλλομένης αποφάσεως απέκρουσε την έκπτωσιν
     του ως άνω κονδυλίου δια τον λόγον δια  τον  οποίον  είχε  αρνηθή  την
     έκπτωσιν  και  η  φορολογική  αρχή, δηλ. διότι δεν είχον καταβληθή δι'
     αυτό αι υπέρ του  ΙΚΑ  εισφοραί,  καίτοι  τούτο  απετέλει  προσαύξησιν
     μισθού των μισθωτών της αναιρεσειούσης.

                     7.   Επειδή,  όπως  προκύπτει  από  την  προσβαλλομένη
     απόφαση, η αναιρεσείουσα εταιρεία, μετά την περιέλευση, κατά το  τέλος
     της  ενδίκου  χρήσεως  ήτοι  περί  το  τέλος  του έτους 1980, όλων των
     μετοχών της εις την  ανώνυμη  εταιρεία  "ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ  Α.Ε."  έπαυσε  την
     επιχειρηματική  δραστηριότητά  της,  απέλυσε  όλο το εργατοτεχνικό και
     υπαλληλικό προσωπικό της (πλην  ενός  υπαλλήλου  για  την  τήρηση  των
     βιβλίων  της),  περιωρίσθη  δε  μόνον εις την εκμίσθωση των ιδιοκτήτων
     εγκαταστάσεων και του μηχανολογικού  εξοπλισμού  αυτής  αντί  μηνιαίου
     μισθώματος  3.000.000  δραχμών.  Εις το απολυθέν προσωπικόν, εκτός της
     νομίμου αποζημιώσεως κατεβλήθη και περαιτέρω ποσό δραχμών 6.798.000 εν
     συνόλω, το οποίο η φορολογική αρχή δεν ανεγνώρισε  προς  έκπτωση.   Το
     διοικητικό   πρωτοδικείο   έκρινε  ότι  η  οικειοθελής  αυτή  καταβολή
     αποζημιώσεως δεν έχει παραγωγικό χαρακτήρα,  μή  συμβάλλουσα  εις  την
     προαγωγή   και  ανάπτυξη  των  εργασιών  της  αναιρεσειούσης  και  την
     δημιουργία κερδών, εφ' όσον κατά το κρίσιμο οικονομικόν  έτος  απελύθη
     όλο  το  προσωπικό αυτής, ουδεμία δε παραγωγική δραστηριότης ανεπτύχθη
     μετά  ταύτα.   Το  διοικητικό  εφετείο,  έκρινε  και  αυτό,  δια   της
     προσβαλλομένης  αποφάσεως  ότι υπό τας ανωτέρω περιγραφείσας συνθήκας,
     ως άνω οικειοθελής καταβολή αποζημιώσεως δεν ήτο παραγωγική διότι  δεν
     συνέβαλε  σοβαρώς  και  αποδεδειγμένως  εις την καλυτέραν απόδοσιν της
     επιχειρήσεως και την δημιουργίαν κερδών και δεν εδέχθη την έκπτωση της
     δαπάνης αυτής από τα  ακαθάριστα  έσοδα  της  αναιρεσειούσης  ανωνύμου
     εταιρείας,  απέρριψε δε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου σχετικό λόγο
     της  εφέσεως  της  εταιρείας  ταύτης.   Ούτως  αποφανθέν  το  εν  λόγω
     δικαστήριο  της  ουσίας, ήτοι δεχθέν δι' ιδίας αυτού κρίσεως ότι και η
     οικειοθελής καταβολή, πέραν των  υπό  του  νόμου  προβλεπομένων  ή  εκ
     συμβατικών  υποχρεώσεων  απορρεουσών,  αποζημιώσεων  εις το απολυόμενο
     προσωπικό επιχειρήσεως δύναται ν' αποτελέση,  κατ'  αρχήν,  παραγωγική
     δαπάνη,  εφ' όσον αυξάνει τον ζήλο του εις την επιχείρηση υπηρετούντος
     προσωπικού και περαιτέρω κρίναν,  κατ'  εκτίμησιν  των  εν  προκειμένω
     συντρεξουσών  συνθηκών  και δη του ότι η επιχείρηση της αναιρεσειούσης
     διέκοψε εντός του κρινομένου έτους την λειτουργία της, ότι δια των  ως
     άνω  οικειοθελών  παροχών  προς  τους αποχωρήσαντας υπαλλήλους της δεν
     ηυξήθη ο ζήλος των εργαζομένων εις αυτήν ορθώς τον νόμον ηρμήνευσε και
     εφήρμοσε και προσηκόντως την ως άνω κρίσιν του  ητιολόγησε,  είναι  δε
     απορριπτέος  ως  αβάσιμος  ο  περί  του  εναντίου  δια  της υπό κρίσιν
     αιτήσεως προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Απορριπτέα ειδικώτερον  είναι
     τα   υπό  της  αναιρεσειούσης  προβαλλόμενα,  κατά  τα  οποία  δια  να
     χαρακτηρισθή η ανωτέρω δαπάνη ως παραγωγική ήρκει  απλώς  η  δυνατότης
     επαναδρα  στηριοποιήσεως  της επιχειρήσεώς της εις το μέλλον, εφ' όσον
     το Δικαστήριον εδέχθη ότι, λόγω της διακοπής της  λειτουργίας  της  εν
     λόγω  επιχειρήσεως κατά την κρινομένην περίοδον, δεν ηυξήθη κατ' αυτήν
     λόγω των  ως  άνω  προσθέτων  αποζημιώσεων,  ο  ζήλος  των  εις  αυτήν
     εργαζομένων.

                     8.   Επειδή,  με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εγένετο
     δεκτόν ότι η αναιρεσείουσα επώλησε εις την ανώνυμο εταιρεία "ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ
     Α.Ε.", η οποία από το τέλος της ενδίκου  χρήσεως  κατέστη  η  μοναδική
     κάτοχος  των  μετοχών  της, όλα τα εμπορεύσιμα αποθέματά της εις τιμάς
     κόστους,  ήτοι  χωρίς  αύτη  να  υπολογίση  ούτε   τα   γενικά   έξοδα
     διαχειρίσεως,   τα  αναλογούντα  εις  τας  πωλήσεις  αυτάς,  τα  οποία
     ανέρχονται εις ποσοστόν ανώτερον του 25% επί  των  πωλήσεων,  ούτε  το
     μικτό  κέρδος,  ανερχόμενο  εις  ποσοστόν 20% επί του κόστους, όπως τα
     ποσοστά αυτά προκύπτουν εκ των  στοιχείων  της  επιχειρήσεως  και  δεν
     αμφισβητούνται.   Η φορολογική αρχή, διαπιστώσασα τα ανωτέρω, ήτοι ότι
     αι τιμαί των πωληθέντων εμπορευμάτων ήσαν αδικαιολογήτως κατώτεραι των
     δυναμένων να επιτευχθούν συμφώνως προς τας επικρατούσας εις την αγοράν
     συνθήκας, εάν η πώληση εγένετο προς οιονδήποτε έτερον και όχι προς την
     ανώνυμον  εταιρείαν   "ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ   Α.Ε."   προς   την   οποία   υπήρχε
     αποδεδειγμένως  άμεση  σχέση  ουσιώδους  οικονομικής  και  διοικητικής
     εξαρτήσεως  της  αναιρεσειούσης,   υπελόγισε,   κατ'   εφαρμογήν   του
     καθιερουμένου  δια  του  άρθρου  55  του  ν.  1041/1980 τεκμηρίου, την
     προσθετέα  εις  τα  καθαρά  κέρδη  της  αναιρεσειούσης  διαφοράν   εις
     5.172.300  δραχμάς,  δια  της χρήσεως συντελεστού 25% επί των πωλήσεων
     δια τα γενικά έξοδα διαχειρίσεως και 20% δια το μικτόν κέρδος επί  του
     κόστους  των  πωληθέντων. Το διοικητικόν πρωτοδικείον, δεχθέν εν μέρει
     την προσφυγήν  της  αναιρεσειούσης,  εμείωσε  το  ποσοστό  του  μικτού
     κέρδους  από  20%  εις  10%  και ούτως, η προκύπτουσα προσθετέα εις τα
     καθαρά κέρδη της αναιρεσειούσης διαφορά, προσδιωρίσθη υπ' αυτού εις το
     ποσόν των 2.586.190 δραχμών. Το διοικητικόν εφετείον όμως, δεχθέν  ότι
     το  ποσοστόν του μικτού κέρδους επί του κόστους των πωληθέντων, μεταξύ
     των  οποίων  περιλαμβάνονται  πρωτίστως  τα  υγραέρια,  δια  τα  οποία
     ορίζονται   ανώτατες   τιμές   διαθέσεως,   προκύπτει,   κατά   τα  μή
     αμφισβητούμενα, από τα οικονομικά δεδομένα της εκμεταλλεύσεως, έκριναν
     κατ' αποδοχήν σχετικού λόγου της εφέσεως του Δημοσίου, ότι  εσφαλμένως
     δια  της  πρωτοδίκου  αποφάσεως  εμειώθη  το ποσοστό αυτό εις το ήμισυ
     (10%) και ότι έδει αύτη να μεταρρυθμισθεί ως προς το ποσοστόν αυτό, το
     οποίον τούτο προσδιώρισε εις 20%, καθόρισαν ούτω την ως άνω προσθετέαν
     εις τα καθαρά κέρδη της αναιρεσειούσης διαφοράν εις δραχμάς 5.172.380.
     Δια της υπό κρίσιν αιτήσεως προβάλλεται εν πρώτοις ότι η ως άνω  κρίση
     του  διοικητικού  εφετείου  δεν  είναι  νόμιμος,  διότι  εξηνέχθη κατ'
     επίκληση των διατάξεων του άρθρου 55 του ν. 1041/1980 αι  οποίαι  όμως
     είναι  ανίσχυροι  ως αντισυνταγματικαί και δή ως αντικείμεναι ιδία εις
     τα άρθρα 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος, ήτοι ως  επιβάλλουσαι
     δια   του  καθιερουμένου  τεκμηρίου  φορολογίαν  επί  μή  αποκτηθέντος
     εισοδήματος. Ο  λόγος  όμως  αυτός  αναιρέσεως  είναι  απορριπτέος  ως
     αβάσιμος διότι η θέσπιση του ως άνω τεκμηρίου δια του άρθρου 55 του ν.
     1041/1980,  ως  εκ του χαρακτήρος του ως μαχητού δεν αντιβαίνει εις το
     Σύνταγμα (Σ.τ.Ε.   1402/87  Ολ.)  και  συνεπώς  ορθώς  το  διοικητικόν
     εφετείον  εφήρμοσε  το  εν  λόγω  τεκμήριον κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω
     διατάξεως. Περαιτέρω, όμως, καίτοι δια της προσφυγής  η  αναιρεσείουσα
     είχε  προβάλει  συγκεκριμένους  ισχυρισμούς, ότι αι μεν τιμαί πωλήσεως
     των υγραερίων ήσαν διατετιμέναι και εταυτίζοντο προς τας  αγορανομικώς
     ωρισμένας  (και  κατ'  ακολουθίαν,  δεν  υπήρξε υποτιμολόγησις), αι δε
     τιμαί των λοιπών αγαθών ανταπεκρίνοντο προς  την  αγοραίαν  αξίαν  των
     ενόψει  του  ότι  επρόκειτο  περί  παλαιών  υπολειμμάτων ή τύπων, τους
     οποίους ισχυρισμούς προέβαλε δια της εφέσεως, το  δικάσαν  δικαστήριον
     τους  απέρριψε  ότι  αι  ως  άνω  τιμαί  ήσαν αδικαιολογήτως κατώτεραι
     εκείνων που θα επετυγχάνοντο, σύμφωνα  με  τας  επικρατούσας  εις  την
     αγοράν  συνθήκας, αν η πώλησις εγένετο προς άλλο πρόσωπον και όχι προς
     την "Α.Ε.   ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ"  και  καθορίσαν,  κατ'  εφαρμογήν  του  ως  άνω
     τεκμηρίου  την  ένεκα  τούτου  προσθετέαν  εις  τα  καθαρά  κέρδη  της
     αναιρεσειούσης  διαφοράν.   Αλλ'  οι  σκέψεις  αύται  του   δικάσαντος
     δικαστηρίου  ως  προς  τον τρόπον σχηματισμού εις την αγοράν των τιμών
     των ως άνω εμπορευμάτων και την απόρριψιν των σχετικών ισχυρισμών  της
     αναιρεσειούσης,   είναι   όλως  γενικαί,  διότι  δεν  αναφέρονται  εις
     συγκεκριμένα στοιχεία προσδιορισμού των  τιμών  τούτων,  μή  αρκούντος
     προς  τούτο μόνον του στοιχείου του κόστους των πωληθέντων. Συνεπώς, η
     ως άνω κρίση του Διοικητικού Εφετείου είναι, ενόψει των ως άνω υπό της
     αναιρεσειούσης    προβληθέντων    ουσιωδών    ισχυρισμών,    πλημμελώς
     ητιολογημένη και κατ' ακολουθίαν η προσβαλλομένη απόφασις αυτού είναι,
     ως προς το αφορών εις το ανωτέρω κονδύλιον κεφάλαιον αυτής, αναιρετέα,
     κατά  τον  βασίμως  δια της υπό κρίσιν αιτήσεως προβαλλόμενον σχετικόν
     λόγον αναιρέσεως.

                     9.  Επειδή, κατά τα  εκτιθέμενα  εις  την  αναιρεσιβαλ
     λομένη απόφαση, η αναιρεσείουσα, κατά την λήξη της κρινομένης χρήσεως,
     διέγραψε  όλα  τα  αποθέματά  της  εις  βαλβίδας  και  ρυθμιστάς,  που
     αποτελούν εξαρτήματα φιαλών υγραερίου, με την αιτιολογίαν ότι το υλικό
     από το οποίο είναι κατασκευασμένα τα εξαρτήματα αυτά (ορείχαλκος)  ήτο
     εντελώς  άχρηστο και ένεκα τούτου ήσαν και αυτά άχρηστα και ανεπίδεκτα
     επισκευής. Η διαγραφή αυτή εγένετο βάσει  πρωτοκόλλων  καταστροφής  με
     χρέωση  του  λογαριασμού "γενικά έξοδα" (υπολογαριασμός "βαλβίδες") με
     τιμή κτήσεως 1.226.989 δραχμών δια τας βαλβίδας  και  του  λογαριασμού
     "ζημία  εξ εκποιήσεως αχρήστου υλικού" με τιμή κτήσεως 271.465 δραχμών
     δια τους ρυθμιστάς. Η φορολογική αρχή έκρινε ότι λόγω της  φύσεώς  των
     τα  ως  άνω  αγαθά  (εξαρτήματα) δεν είναι δεκτικά καταστροφής, έχοντα
     αξίαν ως μέταλλον (ορείχαλκος), που μπορεί να διατεθή  ως  πρώτη  ύλη.
     Περαιτέρω,  η  ιδία  αρχή  έκρινε  ότι κατά παράβαση του άρθρου 41 του
     Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων η αναιρεσείουσα  διέγραψε  τα  αποθέματα
     των  αγαθών  αυτών, ενώ έδει να τα καταχωρίση εις την απογραφήν με την
     τρέχουσα τιμή πωλήσεως αυτών ως μετάλλων, ανερχομένων εις το  40%  της
     τιμής  κτήσεώς  των,  ένεκα  δε τούτου εις τα κέρδη της αναιρεσειούσης
     εταιρείας, ως λογιστικάς διαφοράς τα ποσά των 490.795 δραχμών δια  τας
     βαλβίδας,  και,  των  108.586  δραχμών  δια  τους  ρυθμιστές.  Δια της
     πρωτοδίκου  αποφάσεως  εκρίθη  ότι  τα  ως  άνω  εξαρτήματα  δεν  ήσαν
     εμπορεύσιμα  περιουσιακά  στοιχεία  της αναιρεσειούσης και συνεπώς δεν
     είχε αύτη υποχρέωση να τα υπογράψη, εν όψει δε του ότι δια  της  αυτής
     αποφάσεως  εκρίθη  περαιτέρω ότι η υπολειμματική αξία του μετάλλου των
     ειδών αυτών δεν καθωρίσθη επακριβώς αλλ' αυθαιρέτως υπό  του  ελέγχου,
     το  δικαστήριον  έκρινε διαγραπτέας τας επιδίκους λογιστικάς διαφοράς.
     Το διοικητικόν εφετείον επί εφέσεως του Δημοσίου ως προς το  κεφάλαιον
     αυτό,  δεχθέν  ότι,  κατ' άρθρον 41 του Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων,
     πρέπει ν' αναγράφονται όλα τα περιουσιακά  στοιχεία  της  επιχειρήσεως
     (πάγια  και  εμπορεύσιμα)  και  λαβόν  υπ' όψιν α) ότι η αναιρεσείουσα
     εταιρεία προέβη και εις  το  παρελθόν  εις  την  πώλησιν  βαλβίδων  ως
     μετάλλου,  το  οποίον  δύναται  ευκόλως  να  διατεθή  ως πρώτη ύλη εις
     διαφόρους  βιομηχανίας  και  βιοτεχνίας,  β)  ότι  ο  υπολογισμός  της
     τρεχούσης  τιμής  πωλήσεως  δεν  εγένετο  υπό  της  φορολογικής  αρχής
     αυθαιρέτως αλλά βάσει  συγκεκριμένων  δεδομένων  προκυπτόντων  εκ  των
     στοιχείων  της  ιδίας  της αναιρεσειούσης εταιρείας και γ) ότι από τον
     χρόνον της πωλήσεως των  βαλβίδων  (7-3-1979)  μέχρι  τον  κρίσιμο  εν
     προκειμένω χρόνον της συντάξεως της απογραφής (31-12-1980) εμεσολάβησε
     ικανό χρονικό διάστημα δικαιολογούν, κατά τα κοινώς γνωστά, αύξηση της
     τιμής  του  ορειχάλκου  κατά  10%,  έκρινε ότι ορθώς η φορολογική αρχή
     προσέθεσε εις τα καθαρά κέρδη της  επιχειρήσεως  τα  ως  άνω  ποσά  ως
     λογιστικάς διαφοράς. Η κρίσις όμως αύτη του Διοικητικού Εφετείου είναι
     πλημμελώς  ητιολογημένη,  διότι,  καίτοι  δια  της  αναιρεσιβαλλομένης
     αποφάσεως γίνεται  υπό  του  Δικαστηρίου  δεκτόν  ότι  συντάχθησαν  εν
     προκειμένω  πρωτόκολλα καταστροφής των ως άνω εξαρτημάτων ως αχρήστων,
     το εν λόγω Δικαστήριον δεν βεβαιώνει περαιτέρω,  διατυπώνον  την  περί
     τούτου   κρίσιν   του,  ότι  τα  ρηθέντα  εξαρτήματα  ήσαν  ανεπίδεκτα
     καταστροφής, ότι τα πρωτόκολλα ήσαν ανακριβή  και  ότι  τα  είδη  αυτά
     έμειναν  εις  την  αναιρεσείουσαν  και  συνεπώς,  κατά  παράβασιν  των
     διατάξεων  του  άρθρου  41  του  Κώδικος  Φορολογικών  Στοιχείων,  δεν
     απεγράφησαν  εις την απογραφήν με την τιμήν κτήσεώς των. Είναι συνεπώς
     βάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως αποδίδων την  ως  άνω  πλημμέλειαν
     εις   την  κρίσιν  του  δικάσαντος  δικαστηρίου  και  ένεκα  τούτου  η
     προσβαλλομένη απόφασις είναι αναιρετέα και κατά, το αφορών εις  το  ως
     άνω κονδύλιον κεφάλαιον αυτής.

                     10.  Επειδή, κατά ταύτα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως
     πρέπει  να  γίνη  εν μέρει δεκτή, ν' αναιρεθή εν μέρει η προσβαλλομένη
     απόφαση κατά τα ανωτέρω κεφάλαια αυτής και να  παραπεμφθή  η  υπόθεση,
     χρήζουσα  κατά  τα κεφάλαια ταύτα διευκρινίσεως ως προς το πραγματικόν
     μέρος, εις το αυτό δικαστήριον προς νέαν κρίσιν.

     Δ ι ά  τ α ύ τ α

     Δέχεται εν μέρει την υπό κρίσιν αίτησιν.

                     Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 2538/1986 απόφασιν  του
     Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εις το οποίον και παραπέμπει την υπόθεσιν
     κατά το αναιρούμενον μέρος, κατά τα εν τω αιτιολογικώ.

     Διατάσσει την επιστροφήν του κατατεθέντος παραβόλου και

     Συμψηφίζει την δικαστικήν δαπάνην μεταξύ των διαδίκων.

     Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 1994

     Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

     Ηλ. Παπαγεωργίου Ε. Γκίκα

                     και  η  απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της
     21ης Ιουνίου 1995.
      Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας
      Ηλ. Παπαγεωργίου Δ. Μουζάκη


1. 3456/1995 ΣΤΕ(276094)

ΕΛ.ΕΠΑΓΓ/1999 (84) Φορολογία εισοδήματος ανωνύμων εταιρειών. Εκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των παραγωγικών δαπανών. Εννοια του όρου "παραγωγικές δαπάνες". Καταβολή δαπανών οικειοθελώς από την επιχείρηση. Απαραίτητη η ύπαρξη δεσμού ανάμεσα στη δαπάνη και στους σκοπούς της εταιρείας. Ποσά που καταβάλλονται στο προσωπικό τακτικά πέραν των νομίμων αποδοχών. Εξομοιώνονται με μισθό και εκπίπτεται η σχετική δαπάνη αν καταβληθούν οι ασφαλιστικές εισφορές που αναλογούν. Πλημμελώς αιτιολογημένη η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την απόρριψη δαπάνης που αφορούσε έξοδα τρίτων πρατηριούχων. Μερικά δεκτή η αναίρεση.


Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ/1998 (1), ΔΕΕ/1998 (755), ΔΦΟΡΝΟΜΟΘ/1998 (1021), ΔΦΟΡΝΟΜΟΘ/1999 (629), ΛΟΓΙΣΤΗΣ/2001 (473), ΦΟΡΕΠΙΘ/1999 (344)
    Φορολογία εισοδήματος. Για τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος
    εμπορικής επιχείρησης, από τα ακαθάριστα έσοδά της αφαιρείται και η
    πραγματοποιηθείσα ζημιά εκ φθοράς, απώλειας ή υποτίμησης κεφαλαίων
    καθώς και η πρόβλεψη για την τυχόν υφιστάμενη και μη πραγματοποιηθείσα
    υποτίμηση παγίων στοιχείων του ενεργητικού ή υπερτίμηση στοιχείων του
    παθητικού. Εταιρεία παραγωγής και πώλησης ζύθου. Υπερτίμηση των
    στοιχείων του παθητικού της εταιρείας λόγω αύξησης της εγγύησης των
    ειδών συσκευασίας, η οποία αποδίδεται όταν τα είδη επιστραφούν.
    Περιστατικά. Δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία της
    προσβαλλομένης αποφάσεως.





      Κ.Κ.
      Αριθμός  592/1998
      ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
      ΤΜΗΜΑ  Β

      Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 1996  με
    την εξής σύνθεση: Ηλ. Παπαγεωργίου, Σύμβουλος της Επικρατείας,
    Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα,
    Σ. Καραλής, Ν. Σκλίας, Σύμβουλοι, Ν. Μαρκουλάκης, Ηρ. Τσακόπουλος,
    Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Μουζάκη.

      Γ ι α  να δικάσει την από 30 Ιουλίου 1993 αίτηση :

      τ η ς  Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΙΚΗ  ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ"
    Α.Ε., που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής (Λεωφ. Κηφισού 102), η  οποία
    παρέστη με τον δικηγόρο Γεώργιο Κοτρωνάρο (Α.Μ. 5982), που τον  διόρισε
    με ειδικό πληρεξούσιο,

      κ α τ ά  του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Στ.
    Δέτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

      Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί  η
    3264/1992 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

      Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή,
    Παρέδρου Ν. Μαρκουλάκη.

      Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας
    εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους
    αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του
    Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

      Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη,  σε
    αίθουσα του Δικαστηρίου, κ α ι

      Α φ ο ύ     μ ε λ έ τ η σ ε     τ α     σ χ ε τ ι κ ά     έ γ γ ρ α φ
    α

      Σ κ έ φ θ η κ ε     κ α τ ά      τ ο     Ν ό μ ο

      1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχουν  καταβληθεί
    τα νόμιμα τέλη και το παράβολο (διπλότυπα Δ.Ο.Υ. Δικαστικών  Εισπράξεων
    Αθηνών 6370681, 6370682/93 και ειδικά γραμμάτια παραβόλου Α  3680236,
    3680237/93).

      2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της
    υπ' αριθ. 3264/1992 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την
    οποία  έγινε δεκτή έφεση του Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 16089/1990
    αποφάσεως του  Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εξηφανίσθη η απόφαση
    αυτή και απερρίφθη  η προσφυγή της αναιρεσειούσης εταιρείας κατά της
    υπ' αριθ. 31630/1988  αρνητικής απαντήσεως του Οικονομικού Εφόρου
    Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών επί  επιφυλάξεως στη δήλωσή της φόρου εισοδήματος
    οικονομικού έτους 1987.

      3. Επειδή, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 περ. η του ν.δ. 3323/1955  "περί
    φορολογίας εισοδήματος" (Α 214), το οποίο εφαρμόζεται και στη φορολογία
    εισοδήματος νομικών προσώπων (στα οποία περιλαμβάνονται και οι ημεδαπές
    ανώνυμες εταιρείες), κατά την παρ. 3 του άρθρου 8 του ν.δ. 3843/1958
    "περί  φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων" (Α 148), για τον
    προσδιορισμό  του καθαρού εισοδήματος εμπορικής επιχειρήσεως από τα
    ακαθάριστα έσοδά  της αφαιρείται, πλην άλλων, και "η πραγματοποιηθείσα
    ζημία εκ φθοράς,  απωλείας ή υποτιμήσεως κεφαλαίου ως και πρόβλεψις διά
    την τυχόν  υφισταμένην και μη πραγματοποιηθείσαν υποτίμησιν παγίων
    στοιχείων του  ενεργητικού ή υπερτίμησιν στοιχείων του παθητικού,
    εξαιρέσει της εξ ακινήτων και  πλοίων τοιαύτης".

      4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την
    προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία έχει ως
    αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και πώληση ζύθου, τον οποίο διαθέτει
    στο  εμπόριο συσκευασμένο σε φιάλες και κιβώτια. Τα εν λόγω είδη
    συσκευασίας δεν  πωλούνται από την εταιρεία στους πελάτες της αλλά
    διατίθενται σ' αυτούς επί  επιστροφή έναντι χρηματικής εγγυήσεως, η
    οποία αποδίδεται όταν τα είδη αυτά  επιστραφούν. Η εταιρεία στη δήλωσή
    της φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους  1987 διετύπωσε την επιφύλαξη
    ότι, σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 1 περ. η του  ν.δ. 3323/1955, από τα
    ακαθάριστα έσοδά της της οικείας χρήσεως 1986  έπρεπε να αφαιρεθεί
    ποσόν 930.000.000 δρχ., το οποίο αφορούσε πρόβλεψη  για υφισταμένη και
    μη πραγματοποιηθείσα υπερτίμηση στοιχείων του παθητικού  της.
    Ειδικότερα, σύμφωνα με την επιφύλαξη, η υπερτίμηση αυτή προέκυψε από
    την αύξηση, από 1.2.1986, της εγγυήσεως των ανωτέρω ειδών συσκευασίας
    βάσει της υπ' αριθ. Α2-1181/31.1.1986 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου,
    κατ' εφαρμογήν της οποίας η εγγύηση που είχε εισπράξει η εταιρεία από
    τους  πελάτες της έπρεπε να αποδοθεί σ' αυτούς αυξημένη για όλα τα είδη
    συσκευασίας που ήσαν σε κυκλοφορία. Η φορολογική αρχή απέρριψε την
    επιφύλαξη με την αιτιολογία ότι "η αύξηση της εγγυοληψίας των φιαλών
    από  1.2.1986 βάσει της υπ' αριθ. Α2-1181/31.1.1986 αγορανομικής
    διάταξης δεν  δημιουργεί Α PRIORI ζημία εκπεστέα στη χρήση, βάσει της
    διάταξης του άρθρου  35 παρ. 1 περ. η του ν.δ. 3323/55, επειδή δεν
    έγινε πραγματική εκκαθάριση του  λογαριασμού "εγγυοληψία" με διενέργεια
    απογραφής". Το διοικητικό πρωτοδικείο  έκρινε ότι έπρεπε να γίνει εν
    μέρει δεκτή η ως άνω επιφύλαξη και να αφαιρεθεί  από τα ακαθάριστα
    έσοδα της εταιρείας ποσόν 798.005.936 δρχ. Ακολούθως,  το διοικητικό
    εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως του Δημοσίου, δέχθηκε τα εξής:  "Για
    κάθε επιστρεφόμενο είδος συσκευασίας, θα καταβάλει η εφεσίβλητη
    αυξημένη τιμή έναντι εκείνης που εισέπραξε, αλλά με τη νέα πώληση της
    μπύρας, που θα συσκευάσει στο επιστραφέν, θα εισπράξει από τους πελάτες
    της  τη νέα αυξημένη τιμή και έτσι αμέσως θα καλύπτεται. Τα
    επιστρεφόμενα είδη  συσκευασίας θα είναι η βάση για την εφεσίβλητη, για
    να εισπράξει τις αυξημένες  τιμές που κατέβαλε  . . .  Στην υποθετική
    περίπτωση επιστροφής την 1.2.86 όλων  των σε κυκλοφορία ειδών
    συσκευασίας, η εφεσίβλητη θα καταβάλει, λόγω  αυξημένων τιμών,
    1.748.513.512 δρχ. έναντι 773.328.824 δρχ. που έχει για την  αιτία αυτή
    εισπράξει και εμφανίζεται στην πίστωση του λογαριασμού  "Εγγυοληψίαι".
    Θα είναι όμως σε θέση με τις νέες πωλήσεις συσκευασίας στα
    επιστραφέντα είδη συσκευασίας να εισπράξει ισόποσο ποσό (1.748.513.512)
    και  να καλυφθεί. Η εκάστοτε υπερτίμηση του λογαριασμού εγγυοληψίαι
    αντικρύζεται  με την αξία του λογαριασμού είδη συσκευασίας στην κατοχή
    πλέον της  εφεσίβλητης, που πριν ήταν σε κυκλοφορία". Λαμβάνοντας
    υπόψει τα ανωτέρω,  το διοικητικό εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η ως
    άνω επιφύλαξη της εταιρείας  ήταν απορριπτέα με την κυρία αιτιολογία
    ότι "εκ της προβαλλομένης υφισταμένης  και μη πραγματοποιηθείσης
    υπερτιμήσεως στοιχείου του παθητικού, δηλαδή του  λογαριασμού
    εγγυοληψίαι, δεν θα προκύψει ζημία για την εφεσίβλητη για να την
    προβλέψει προς έκπτωση εκ των ακαθαρίστων εσόδων, αφού τα επιστρεφόμενα
    είδη συσκευασίας από την κατάσταση της κυκλοφορίας που ήσαν θα βρεθούν
    στην κατοχή της για νέες πωλήσεις ζύθου". Περαιτέρω, το διοικητικό
    εφετείο έκρινε ότι η ανωτέρω επιφύλαξη ήταν απορριπτέα και με την
    επικουρική αιτιολογία ότι  ο λογαριασμός "εγγυοληψίαι", με τον οποίο
    παρακολουθούνται παγίως οι  υποχρεώσεις της εταιρείας σε μετρητά για
    επιστροφή κενών ειδών συσκευασίας,  δεν συνιστά ειδικό προς τούτο
    τηρούμενο λογαριασμό, όπως απαιτείται από τη  διάταξη του άρθρου 35
    παρ. 1 περ. η του ν.δ. 3323/1955. Κατόπιν τούτων, το  διοικητικό
    εφετείο, κατ' αποδοχήν της εφέσεως του Δημοσίου, εξηφάνισε την
    πρωτόδικη απόφαση και, εν συνεχεία, δικάζον επί της προσφυγής της
    εταιρείας,  την απέρριψε ως αβάσιμη.

      5. Επειδή, η ως άνω κυρία αιτιολογία της προσβαλλομένης  αποφάσεως
    είναι πλημμελής, αφού, υπό τα εις αυτήν δεδομένα, η πρόβλεψη
    επαυξήσεως των υποχρεώσεων της αναιρεσειούσης εταιρείας προς απόδοση
    εγγυήσεων ειδών συσκευασίας, κατ' εφαρμογήν της προαναφερθείσης
    υπουργικής αποφάσεως, συνιστούσε κατ' αρχήν πρόβλεψη υπερτιμήσεως
    στοιχείων του παθητικού της, εμπίπτουσα στη διάταξη του άρθρου 35
    παρ. 1  περ. η του ν.δ. 3323/1955, δεν ήταν δε επιτρεπτή η απόρριψη της
    αφαιρέσεως  του σχετικού ποσού από τα ακαθάριστα έσοδά της με τη σκέψη
    ότι η εν λόγω  υπερτίμηση στοιχείων του παθητικού θα καλυφθεί από τις
    νέες πωλήσεις κατά τις  οποίες τα επιστραφέντα στην εταιρεία είδη
    συσκευασίας θα διατεθούν στους  πελάτες της έναντι αυξημένης εγγυήσεως,
    δεδομένου ότι η είσπραξη αυξημένης  εγγυήσεως από την εταιρεία κατά τον
    επόμενο κύκλο πωλήσεων δημιουργεί  αντίστοιχη υποχρέωσή της για απόδοση
    ισόποσης (αυξημένης) εγγυήσεως. Εξ  άλλου, και η ως άνω επικουρική
    αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως  είναι πλημμελής, καθόσον ναι
    μεν, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 35  παρ. 1 περ. η του
    ν.δ. 3323/1955, προϋπόθεση για την έκπτωση προβλέψεως  για υφισταμένη
    και μη πραγματοποιηθείσα υπερτίμηση στοιχείων του παθητικού  είναι η
    σχετική εγγραφή σε τηρούμενο προς τούτο ειδικό λογαριασμό (πρβλ.
    Σ.τ.Ε. 218/1988, 2919/1988), εν προκειμένω όμως το διοικητικό εφετείο,
    δεχόμενο απλώς και άνευ ειδικωτέρας αιτιολογίας ή περιγραφής του ως άνω
    λογαριασμού ότι ο τηρούμενος από την αναιρεσείουσα εταιρεία λογαριασμός
    "εγγυοληψίαι" δεν συνιστούσε τέτοιο ειδικό λογαριασμό, απέρριψε την
    έκπτωση  του επιδίκου ποσού χωρίς να λάβει σαφή θέση περί του αν,
    ασχέτως της  τηρήσεως του λογαριασμού "εγγυοληψίαι", είχε γίνει
    ειδική εγγραφή της ως άνω  προβλέψεως για υφισταμένη και μη
    πραγματοποιηθείσα υπερτίμηση στοιχείων  του παθητικού σε τηρούμενο προς
    τούτο ειδικό λογαριασμό, όπως είχε  ισχυρισθεί η αναιρεσείουσα
    εταιρεία με την προσφυγή της και με υπόμνημά της  ενώπιον του
    διοικητικού εφετείου. Για τους λόγους αυτούς, βασίμως  προβαλλομένους
    με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι  αναιρετέα,
    παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως και η υπόθεση, η
    οποία χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να  παραπεμφθεί
    στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

      Δ ι ά   τ α ύ τ α

      Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.

      Αναιρεί την υπ' αριθ. 3264/1992 απόφαση του Διοικητικού  Εφετείου
    Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το  σκεπτικό.

      Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και.

      Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσειούσης
    εταιρείας, ανερχόμενη σε είκοσι οκτώ χιλιάδες (28.000) δραχμές.


      Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 1996

      Ο Προεδρεύων Σύμβουλος        Η Γραμματέας

      Ηλ. Παπαγεωργίου                         Δ. Μουζάκη

      και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 11ης
    Φεβρουαρίου 1998.

      Ο Προεδρεύων Σύμβουλος                    Η Γραμματέας

      Ηλ. Παπαγεωργίου                        Π. Στεργιοπούλου



ΛΟΓΙΣΤΗΣ/1992 (64)
     Κώδικας φορολογικών στοιχείων. Εμπορεύσιμα περιουσιακά  στοιχεία
     επιχειρήσεως.  Αποτίμηση   αυτών   κατά  την  απογραφή.  Υποτίμηση
     εμπορεύσιμων  αγαθών  λόγω  παρελεύσεως του συρμού (μόδας). Βάρος
     αποδείξεως.  Τρόπος  υποβολής  ισχυρισμού  του αιτούντος.





      Συμβ. της Επικρατείας 3355/1990
      Πρόεδρος: Π. ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
      Εισηγητής: Π. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ
      Δικηγόροι: ΧΡ. ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗ
                 Γ. ΠΟΥΛΑΚΟΣ (Παρ. Ν.Σ.Κ.)

      2. Επειδή, κατά το άρθρον 41 παρ. 1 του Κώδικος Φορολογικών
    Στοιχείων (Π.Δ. 99/1977) ορίζονται τα εξής: "1. Τα εμπορεύματα
    περιουσιακά στοιχεία αποτιμώνται εις την απογραφήν έκαστον τούτων
    διακεκριμένως:  α) εις την τιμήν κτήσεως, εφ' όσον αυτή είναι μικροτέρα
    της τρεχούσης ή β) εις την τρέχουσαν τιμήν, εφ' όσον αυτή είναι
    μικροτέρα της τιμής κτήσεως. Ως τιμή κτήσεως λαμβάνεται η καθοριζομένη
    υπό του επιτηδευματίου επί τη βάσει μιας εκ των παραδεδεγμένων μεθόδων,
    ήτις παγίως ακολουθείται υπ' αυτού. Επί προτύπου κοστολογήσεως, ως τιμή
    κτήσεως θεωρείται η πρότυπος τοιαύτης. Ως τρέχουσα τιμή νοείται εκείνη
    εις την οποίαν ο επιτηδευματίας δύναται να αγοράση  ή να παραγάγη το
    εμπορεύσιμον στοιχείον, κατά την οποίαν ο επιτηδευματίας δύναται να
    αφοράση ή να παραγάγη το εμπορεύσιμον στοιχείον, κατά την ημέραν της
    απογραφής, εις οίαν κατάστασιν τούτο ευρίσκεται". Εκ της ανωτέρω
    διατάξεως, η οποία ορίζει  ότι τα εμπορεύσιμα στοιχεία της επιχειρήσεως
    αποτιμώνται κατά την απογραφήν εις την μικροτέραν τιμήν (είτε είναι η
    τρέχουσα είτε η τιμή κτήσεως) σαφώς συνάγεται ότι εάν τα εμπορεύματα
    της επιχειρήσεως, δι' ειδικούς πραγματικούς ή οικονομικούς λόγους λ.χ.
    λόγω παρελεύσεως του συρμού (μόδας), παλαιότητας, ελλατωματικότητας
    κ.λπ. υφίστανται σοβαράν μείωσιν της αξίας των, η αποτίμησίς των κατά
    την απογραφήν πρέπει να γίνει εις την πιθανήν τιμήν πωλήσεως, εις την
    περίπτωσιν, όμως, αυτήν ο επιχειρηματίας, φέρει το βάρος της αποδείξεως
    της απαξιώσεως ταύτης.

      3. Επειδή, εν προκειμένω, κατά τα εκτιθέμενα εις την προσβαλλομένην
    απόφασιν, η ανιαρεσείουσα εταιρεία εδρεύει εν Αθήναις και έχει ως
    αντικείμενον εργασιών την κατασκευήν και πώλησιν, ως και την αγοράν
    προς μεταπώλησιν ανδρικών ενδυμάτων (κοστουμιών, υποκαμίσων, μπουφάν,
    γραβατών κ.λπ.). Τα είδη ταύτα κατασκευάζονται εις τα εργοστάσια τρίτων
    και από της 9.9.1981 εις το εργοστάσιον της αναιρεσειούσης και
    πωλούνται εις το κεντρικόν της κατάστημα επί της οδού Ακαδημίας 63.
    Προς  παρακολούθησιν των εργασιών της ετήρησε βιβλία και στοιχεία Δ'
    Κατηγορίας του Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων, τα οποία εκρίθησαν υπό
    της φορολογικής αρχής ειλικρινή και επαρκή και τα κέρδη της
    προσδιωρίσθησαν μετά τον έλεγχον λογιστικώς δια της προσθήκης
    λογιστικών διαφορών. Μεταξύ των κονδυλίων τα οποία  προσετέθησαν υπό
    μορφήν λογιστικών διαφορών ήτο και κονδύλιον ποσού δρχ. 2.205.568 το
    οποίον αναφέρεται εις υποτίμησιν εμπορευσίμων, αγαθών,  η οποία εγένετο
    υπό της υπό της αναιρεσειούσης εταιρείας κατά την απογραφήν της
    31.12.1981, λόγω παρελεύσεως του συρμού (μόδας), την οποίαν δεν
    ανεγνώρισεν η φορολογική αρχή διότι δεν προσεκομίσθησαν στοιχχεία, τα
    οποία να αποδεικνύουν, ότι τα αγαθά αυτά απεγράφησαν εις την πιθανήν
    τιμήν πωλήσεως η οποία ήτο μικροτέρα της τιμής κτήσεως. Το διοικ.
    Πρωτοδικείον, επί υπ' αριθμ. 642/1985 αποφάσεώς του, ότι η  υποτίμησις
    αυτή δικαιολογείται εκ του γεγονότος ότι η αναιρεσείουσα, λόγω της
    κεντρικής  θέσεως του καταστήματος της που απαιτεί την παρακολούθησιν
    του συρμού (μόδας), είναι αναγκασμένη να εκποιή εις το τέλος  της
    χρήσεως ή εις την αρχήν της επιμένης (περίοδος εκπτώσεων) τα μένοντα
    εμπορεύματά της,  έστω και αν έχουν παραχθή ή αγορασθή κατά την αυτήν
    χρήσιν ή τας αμέσως προηγουμένας, δι' ον λόγον και διέγραψε την
    λογιστικήν αυτήν διαφοράν. Το διοικητικόν, όμως, εφετείον, δια της
    προσβαλλομένης αποφάσεως,  εκδοθείσης επί εφέσεως του Δημοσίου
    προβαλλούσης ότι δεν προσεκομίσθησαν στοιχεία δικαιολογούντα την
    απαξίωσιν των εμπορευμάτων της αναιρεσειούσης, έκρινεν ότι,  συμφώνως
    προς το άρθρον 41 παρ. 1 του Κ.Φ.Σ., η επιχείρησις, η οποία αναγράφει
    εις την απογραφήν τιμήν πιθανής πωλήσεως μικροτέραν της τιμής κτήσεως,
    οφείλει να αποδείξη δια στοιχείων την απαξίωσιν των αγαθών τούτων,
    τοιούτων όμως, στοιχείων ούτε επίκλησιν ούτε προσκομιδήν
    επραγματοποίησεν η αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία ηρκέσθη να αναγράψη
    απλώς τα είδη της εις ταςδύο διαφόρους τιμάς (τιμήν κτήσεως και
    τρέχουσαν), εξ ων προέκυψεν υποτίμησις εις ποσοστόν  κυμαινόμενον από
    30% έως 80% επί της τιμής κτήσεως  ή παραγωγής των. Την υποτίμησιν
    αυτήν απέδωσεν η αναιρεσείούσα εις την παρέλευσιν  του συρμού (μόδας)
    αν και όπως αναφέρεται εις την προσβαλλόμενη απόφασιν τα ανδρικά είδη
    δεν υφίστανται τις επιδράσεις της μόδας ενός βραχέος χρονικού
    διαστήματος (μηνός ή έτους) ιδίως όταν τα είδη ταύτα είχον παραχθή ή
    αγορασθή εντός  της αυτής χρήσεως ή της αμέσως προηγούμενης. Ούτω, το
    δικάσαν δικαστήριον εθεώρησεν ότι δεν συντρέχουν αι προϋποθέσεις
    εκπτώσεως του ποσού τούτου, το οποίον διέγραψε το διοικ. πρωτοδικείον,
    και ορθώς προσετέθη ως λογιστική διαφορά υπό της φορολογικής αρχής. Γ
    τοιαύτη κρίσις της πορσβαλλομένης αποφάσεως, είναι, κατά τα εις την
    προηγουμένην σκέψιν, νόμιμος και επαρκώς ητιολογημένη και πάντα τα περί
    του εναντίου δια της υπό κρίσιν αιτήσεως προβαλλόμενα είανι απορριπτέα
    ως αβάσιμα, εν όψει ιδία του ότι το δείξεων εξέφερε την κρίσιν του, ότι
    η παρέλευσις του συρμού (μόδας) δεν δύναται άνευ ετέρου να δημιουργήση
    υποτίμησιν της τάξεως του 30% έως 80% εντός βραχέως χρονικού
    διαστήματος δια τα είδη ιδία τα οποία είχον παραχθή ή αφορασθή εντός
    της κρισίμου χρήσεως ή της αμέσως προηγουμένης, εις την υπό κρίσιν
    αίτησιν δε δεν αναφέρεται, κατά τινά  τρόπον προεβλήθησνα ειδικώτερον
    ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (π.χ. δια του δικογράφου της
    προσφυγής ή των προσθέτων λόγων κ.λπ.) οι ισχυρισμοί ότις η εις τας
    συγκεκριμένας τιμάς αποτίμησις ερείδεται επί του στοιχείου ότι
    βραδύτερον τα εμπορεύματα ταύτα επωληθησαν συνολικώς εις πολύ χαμηλάς
    τιμάς και ο αντίθετος ισχυρισμός του εφόρου αφορά πράγματι εις πώλησιν
    εις ανωτέρας της τιμής κτήσεως τιμάς ελαχίστων τεμαχίων, ώστε να
    εγέννατο υποχρέωσις του δικαστηρίου προς ειδικωτέραν απάντησιν επί των
    ως άνω ισχυρισμών.







ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο