Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1995 ]

ΣτΕ 3077/1995 Δικηγόροι καθηγητές Πανεπιστημίου. Γνωμοδότηση αυτών προς Τράπεζα και παράλειψη εκδόσεως δελτίων παροχής υπηρεσιών. Μη νόμιμος ο ισχυρισμός της Τράπεζας ότι οι άνω δικηγόροι ως καθηγητές πανεπιστημίου δεν υποχρεούντο στην έκδοση τέτοιων δελτίων. Η ωφέλεια από την πώληση ακινήτων ανωνύμου εταιρείας θεωρείται φορολογητέο εισόδημα εξ εμπορικών επιχειρήσεων υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ακίνητα δεν αποτελούν πάγιο κεφάλαιο της επιχειρήσεως και ότι περαιτέρω η εκποίησή τους έλαβε χώρα ελεύθερα και προς το σκοπό της αποκομίσεως κέρδους. Εννοια "μεριστέων δαπανών". Προσδιορισμός συνολικού εισοδήματος επιχειρήσεως. Αφαίρεση εξύ άπαξ και εξ ολοκλήρου των εξόδων από τα έσοδα της διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν έστω κι αν ωφελήθηκε από αυτά η επιχείρηση σε περισσότερες χρήσεις. Αναίρεση της 2382/1986 αποφάσεως του Διοικ. Εφετείου Αθηνών που έκρινε τα αντίθετα.

(Δικηγόροι καθηγητές Πανεπιστημίου. Γνωμοδότηση αυτών προς Τράπεζα και παράλειψη εκδόσεως δελτίων παροχής υπηρεσιών. Μη νόμιμος ο ισχυρισμός της Τράπεζας ότι οι άνω δικηγόροι ως καθηγητές πανεπιστημίου δεν υποχρεούντο στην έκδοση τέτοιων δελτίων. Η ωφέλεια από την πώληση ακινήτων ανωνύμου εταιρείας θεωρείται φορολογητέο εισόδημα εξ εμπορικών επιχειρήσεων υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ακίνητα δεν αποτελούν πάγιο κεφάλαιο της επιχειρήσεως και ότι περαιτέρω η εκποίησή τους έλαβε χώρα ελεύθερα και προς το σκοπό της αποκομίσεως κέρδους. Εννοια "μεριστέων δαπανών". Προσδιορισμός συνολικού εισοδήματος επιχειρήσεως. Αφαίρεση εξύ άπαξ και εξ ολοκλήρου των εξόδων από τα έσοδα της διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν έστω κι αν ωφελήθηκε από αυτά η επιχείρηση σε περισσότερες χρήσεις. Αναίρεση της 2382/1986 αποφάσεως του Διοικ. Εφετείου Αθηνών που έκρινε τα αντίθετα. )

Κατηγορία: Κ.Β.Σ.

Γνωμοδότηση αυτών προς Τράπεζα και

παράλειψη εκδόσεως δελτίων παροχής υπηρεσιών. Μη νόμιμος ο ισχυρισμός
της Τράπεζας ότι οι άνω δικηγόροι ως καθηγητές πανεπιστημίου δεν
υποχρεούντο στην έκδοση τέτοιων δελτίων. Η ωφέλεια από την πώληση
ακινήτων ανωνύμου εταιρείας θεωρείται φορολογητέο εισόδημα εξ εμπορικών
επιχειρήσεων υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ακίνητα δεν αποτελούν
πάγιο κεφάλαιο της επιχειρήσεως και ότι περαιτέρω η εκποίησή τους έλαβε
χώρα ελεύθερα και προς το σκοπό της αποκομίσεως κέρδους. Εννοια
"μεριστέων δαπανών". Προσδιορισμός συνολικού εισοδήματος επιχειρήσεως.
Αφαίρεση εξύ άπαξ και εξ ολοκλήρου των εξόδων από τα έσοδα της
διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν έστω κι αν
ωφελήθηκε από αυτά η επιχείρηση σε περισσότερες χρήσεις. Αναίρεση της
2382/1986 αποφάσεως του Διοικ. Εφετείου Αθηνών που έκρινε τα αντίθετα.




Α.Σ.
Αριθμός 3077/1995
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 1993, με την
εξής σύνθεση: Ηλ. Παπαγεωργίου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων,
σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Σ. Καραλής,
Φ. Αρναούτογλου, Σύμβουλοι, Ε. Νίκα, Ι. Γραβάρης, Πάρεδροι. Δ.
Μουζάκη, Γραμματέας.

Γ ι α να δικάσει την από 18 Μαρτίου 1987 αίτηση:

Τ η ς ............................ η οποία παρέστη με την δικηγόρο
Δήμητρα Προβίδου (Α.Μ. 1981), που την διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,

κ α τ ά του .................... ο οποίος παρέστη με τον Χρ.
Τσεκούρα, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η
υπ' αριθμ. 2382/1986 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή,
Παρέδρου Ι. Γραβάρη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας
εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους
αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του
Υπουργού ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε
αίθουσα του Δικαστηρίου κ α ι ,

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν ό μ ο

1. Επειδή,, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως κατεβλήθησαν τα
κατά νόμον τέλη και παράβολο (υπ' αριθ. 1724090, 1724091, 1724097/1987
διπλότυπα εισπράξεως του Ταμείου Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της
υπ' αριθ. 2382/1986 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, καθ' ό
μέρος απερρίφθη με αυτήν έφεση της αναιρεσειούσης εταιρείας και έγινε
δεκτή έφεση του Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 4496/1985 αποφάσεως του
Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε
γίνει εν μέρει δεκτή προσφυγή της αναιρεσειούσης κατά του υπ' αριθ.
271/1981 φύλλου ελέγχου φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 1977, που
είχε εκδοθή εις βάρος της από τον Οικονομικό χφορο Φορολογίας Ανωνύμων
Εμπορικών Εταιρειών Αθηνών και είχε μεταρρυθμισθεί το φύλλο αυτό.

3. Επειδή, κατά το άρθρο 31 παρ. 1 του έχοντος εν προκειμένω
εφαρμογή Ν.Δ. 4/1968 ?περί Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων? (φ. 276),
?επί παροχής υπηρεσιών υπό του ασκούντος ελευθέριον επάγγελμα?,
(ελευθέριον δε επάγγελμα ασκεί, κατά την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν.δ.
33323/1955, και ο δικηγόρος), ?εκδίδεται εις πάσαν περίπτωσιν
θεωρημένον δελτίον παροχής υπηρεσιών, εν τω οποίω αναγράφεται πλην των
άλλων ενδείξεων το ονοματεπώνυμον και η διεύθυνσις του πελάτου και
διακεκριμένως το ποσόν της αμοιβής και το ποσόν των δαπανών αι οποίαι
ενηργήθησαν δια λογαριασμόν του πελάτου?. κατά το άρθρο 34 του αυτού
Κώδικος, ?1. Ο επιτηδευματίας ο τηρών βιβλία δευτέρας κατηγορίας ως
και ο υπόχρεως της πρώτης κατηγορίας ο τηρών βιβλία εσόδων και εξόδων
υποχρεούται: α) Δι' εκάστων καταβολήν επαγγελματικών εξόδων προς μη
επιτηδευματίαν ή προς επιτηδευματίαν μη έχοντα επαγγελματικήν
εγκατάστασιν, και β) Δια πάσαν εν γένει καταβολήν εξόδων, δι' ην δεν
προβλέπεται υπό του παρόντος Κώδικος η έκδοσις αποδεικτικού στοιχείου,
όπως εκδίδη απόδειξιν, εκ την οποίαν αναγράφει προσέτι την αιτίαν και
το ποσόν της δαπάνης. 2. Η απόδειξις υπογράφεται υπό του λαμβάνοντος
εις αμφότερα τα αντίτυπα, το εν των οποίων παραδίδεται εις τον
λαμβάνοντα και το έτερον παραμένει εις το αρχείον του επιτηδευματίου?.
κατά δε το άρθρον 57 παρ. 3 του ως άνω Κώδικος, ?ουδέν ποσόν εξόδου
αναγνωρίζεται εάν δεν έχει εκδοθή το υπό του παρόντος Κώδικος
προβλεπόμενον αποδεικτικόν στοιχείον?. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 57
παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 ?περί του Κώδικος των Δικηγόρων? (φ. 235),
?ο Δικηγόρος υποχρεούται να διατηρή γραφείον εν τη έδρα του Συλλόγου
εις ον ανήκει?, ενώ κατά το άρθρο 62 παρ. 3 του Κώδικος τούτου, ?...
Οι τακτικοί έκτακτοι και επικουρικοί Καθηγηταί των Πανεπιστημίων...
τελούσιν εν μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος,
επιτρέπεται δε εις αυτούς να εκδίδωσι γνωμοδοτήσεις και οι μεν
ανήκοντες εις τους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Πειραιώς να
παρίστανται ενώπιον του Αρείου Πάγου, Συμβουλίου Επικρατείας,
Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και Εφετείου Αθηνών, οι δε λοιποί να
παρίστανται ενώπιον του Εφετείου εις την περιφέρειαν του οποίου
περιλαμβάνεται ο Δικηγορικός Σύλλογος, ούτινος τυγχάνουν μέλη...?.

4. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη
απόφαση, εν συνδυασμώ και προς την πρωτόδικο, την οποία, κατά τούτο,
επικυρώνει, μεταξύ των λογιστικών διαφορών, με την προσθήκη των οποίων
προσδιωρίσθησαν από τη φορολογική αρχή λογιστικώς τα ένδικα
φορολογητέα εισοδήματα της αναιρεσειούσης τραπέζης, περιλαμβάνεται
κονδύλιο 1.042.000 δρχ., το οποίο αντιπροσωπεύει αμοιβές που κατέβαλε η
τράπεζα προς τους δικηγόρους-καθηγητές Πανεπιστημίου Π. Πέρδικα και Ι.
Σάντη, για νομικές γνωμοδοτήσεις που της παρέσχον. Το διοικητικό
εφετείο έκρινε ότι η εν λόγω δαπάνη δεν ηδύνατο να αναγνωρισθεί προς
έκπτωσιν από τα ακαθάριστα έσοδα της αναιρεσειούσης διότι εκαλύπτετο
μόνον από αποδείξεις επαγγελματικών δαπανών της ιδίας και όχι από
δελτία παροχής υπηρεσιών των λαβόντων τις ως άνω αμοιβές ελευθέρων
επαγγελματιών. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου είναι νομίμως και επαρκώς
αιτιολογημένη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις παρατεθείσες στην
προηγούμενη σκέψη διατάξεις, οι ως άνω δικηγόροι-καθηγηταί, κατά την
είσπραξη αμοιβής για τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων, η οποία ανάγεται στην
άσκηση του μη αναστελλομένου, κατά τούτο, λόγω της παραλλήλου
ιδιότητος των του καθηγητού πανεπιστημίου, ελευθερίου επαγγέλματος του
δικηγόρου, υπείχαν υποχρέωση εκδόσεως δελτίων παροχής υπηρεσιών, τα
οποία και μόνον θα ηδύναντο κατά νόμον ν' αποτελέσουν αποδεικτικά
πραγματοποιήσεως της αντιστοίχου δαπάνης της αναιρεσειούσης. Η έκπτωση
της δαπάνης αυτής ελλείψει των εν λόγω δελτίων, δεν μπορούσε να
στηριχθεί ούτε στην έλλειψη τυχόν επαγγελματικής εγκαταστάσεως των ως
άνω δικηγόρων και την ως εκ τούτου έκδοση αποδείξεων επαγγελματικών
δαπανών από την ίδια την αναιρεσείουσα κατ' άρθρ. 34 παρ. 1 εδ. α του
Κ.Φ.Σ., αφού η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή επί περιπτώσεων, όπως εν
προκειμένω εκείνη του δικηγόρου, κατά τις οποίες υφίσταται εκ του
νόμου (άρθρ. 57 παρ. 1 Κώδικος των Δικηγόρων) υποχρέωση διατηρήσεως
επαγγελματικής εγκαταστάσεως, ούτε στο γεγονός ότι το ποσόν της
επιδίκου δαπάνης περιελήφθη τυχόν στις οικείες δηλώσεις φόρου
εισοδήματος των λαβόντων τις αντίστοιχες αμοιβές δικηγόρων, αφού τούτο
είναι νομικώς αδιάφορο από της προκειμένης απόψεως. Συνεπώς, οι περί
του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους,
ειδικώτερα, υποστηρίζεται ότι, όπως είχε ισχυρισθή η αναιρεσείουσα και
ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, δεν απητείτο η ύπαρξη δελτίων
παροχής υπηρεσιών για την έκπτωση της επιδίκου δαπάνης διότι οι ως άνω
δικηγόροι, ως καθηγηταί πανεπιστημίου, δεν υπεχρεούντο να εκδίδουν
τέτοια δελτία, διότι ως εκ της ελλείψεως επαγγελματικής εγκαταστάσεώς
των, νομίμως είχαν εκδοθή αποδείξεις επαγγελματικών δαπανών κατ' άρθρ.
34 Κ.Φ.Σ., και διότι, πάντως, οι εν λόγω δικηγόροι είχαν περιλάβει τις
σχετικές αμοιβές στις δηλώσεις των φόρου εισοδήματος, είναι
απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

5. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του περί φορολογίας
εισοδήματος νομικών προσώπων Ν.Δ. 3843/1958, για τον προσδιορισμό του
συνολικού καθαρού εισοδήματος των αναφερομένων στο άρθρο αυτό
προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, ως
ακαθάριστα έσοδα λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα κατά τις διατάξεις των
άρθρων 31 παρ. 1 και 2 και 32 του Ν.Δ. 3323/1955 ?περί φορολογίας
εισοδήματος φυσικών προσώπων? εισοδήματα. Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο
31 παρ. 2 του τελευταίου τούτου Ν. Δ/τος, όπως ίσχυε κατά το επίδικο
οικονομικό έτος, (άρθρ. 8 αν.ν. 239/1967, ΦΕΚ 240 και άρθρ. 7 αν.ν.
285/1968, ΦΕΚ 34) ?θεωρείται εισόδημα εξ εμπορικών επιχειρήσεων: α)
το κέρδος εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως αγοραπωλησίας ακινήτων εν
γένει, πλην των κατά το άρθρον 36α επιχειρήσεων φορολογουμένων κατ'
ειδικόν τρόπον. Επιχείρησιν αποτελεί και μεμονωμένη ή συμπτωματική
πράξις, αποβλέπουσα εις την επίτυεξιν κέρδους...?. κατά δε το άρθρο 32
παρ. 2 αυτού, ?θεωρείται ως εισόδημα εξ εμπορικών επιχειρήσεων και η
πραγματοποιηθείσα αυτόματος υπερτίμησις του εν τη επιχειρήσει
χρησιμοποιουμένου παγίου κεφαλαίου... εξαιρέσει της εξ ακινήτων και
πλοίων προκυψάσης?. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ωφέλεια από
την πώληση ακινήτων ανωνύμου εταιρείας θεωρείται φορολογητέο εισόδημα
εξ εμπορικών επιχειρήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ακίνητα
δεν αποτελούν πάγιο κεφάλαιο της επιχειρήσεως και ότι, περαιτέρω η
εκποίησή τους έλαβε χώραν ελευθέρως και προς το σκοπό της αποκομίσεως
κέρδους.

6. Επειδή, εν προκειμένω, κατά τα γενόμενα δεκτά με την
αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η αναιρεσείουσα τράπεζα ασχολήθηκε και με
την ανέγερση πολυκατοικιών επί οικοπέδων της στη Θεσσολονίκη και τα
Ιωάννινα και την πώληση των διαμερισμάτων κατ' αποκλειστικότητα σε
ομογενείς του εξωτερικού και σε καταθέσεις του στεγαστικού της
ταμιευτηρίου, οι οποίοι κατέβαλλαν το τίμημα των πωλήσεων με εισαγωγή
συναλλάγματος, σύμφωνα με τους σχετικούς όρους αποφάσεως της
Νομισματικής Επιτροπής, με την οποία είχε επιτραπή στην τράπεζα η
διάθεση κεφαλαίων της για την ανάπτυξη της επιχειρήσεως αυτής. Τα κατά
το επίδικο οικονομικό έτος κέρδη από τις εν λόγω πωλήσεις (429.802
δρχ. από τα διαμερίσματα της Θεσσαλονίκης και 2.234.832 δρχ. από
εκείνα των Ιωαννίνων) έκρινε το διοικητικό εφετείο ότι νομίμως είχαν
υπαχθή από τη φορολογική αρχή σε φόρο εισοδήματος κατ' άρθρ. 31 του
Ν.Δ. 3323/1955, με τη σκέψη (όπως αυτή συμπληρώνεται από τη σχετική
αιτιολογία της επικυρωθείσης, κατά τούτο, πρωτοδίκου αποφάσεως, στην
οποία ρητώς αναφέρεται η αναιρεσιβαλλομένη) ότι οι πωλήσεις των
διαμερισμάτων, τα οποία, μη εξυπηρετούντα διαρκείς ανάγκες της
επιχειρήσεως, δεν αποτελούσαν πάγιο κεφάλαιο της αναιρεσειούσης,
συνιστούσαν, σύμφωνα με το καταστατικό της, αντικείμενο της
επιχειρηματικής της δράσεως και είχαν λάβει χώραν προς το σκοπό της
αποκομίσεως εμπορικού κέρδους, το οποίο και είχε πραγματοποιηθή, κατά
τ' ανωτέρω, δια της πωλήσεως των διαμερισμάτων σε τιμές άνω του
κόστους κατασκευής των. μδη, ως λόγος αναιρέσεως κατά της κρίσεως αυτής
προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εσφαλμένως ερμήνευσε και
εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 31 και 32 παρ. 2 του Ν.Δ. 3323/1955,
διότι, εφ' όσον η διάθεση των ενδίκων διαμερισμάτων, ανεγερθέντων,
επί παγίων στοιχείων (οικοπέδων) της τραπέζης, έλαβε χώραν ?κατ'
αναγκαστική εφαρμογή? των σχετικών ως άνω διατάξεων της Νομισματικής
Επιτροπής προς το σκοπό της εισαγωγής συναλλάγματος στη χώρα και όχι
της επιτεύξεως κέρδους από την αναιρεσείουσα, η εκ των πωλήσεων
ωφέλεια της τελευταίας συνιστούσε υπερτίμηση παγίου εξ ακινήτων
κεφαλαίου της, εξαιρουμένη του φόρου κατ' άρθρ. 32 παρ. 2 του ως άνω
Ν. Δ/τος. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι,
κατά τα γενόμενα ως άνω δεκτά από το διοικητικό εφετείο, η πώληση των
ενδίκων διαμερισμάτων, τα οποία δεν αποτελούσαν στοιχεία του παγίου
κεφαλαίου της αναιρεσειούσης, απεφασίσθη από την ίδια με σκοπό την
επίτευξη κέρδους, ενώ οι ταχθείσες με τη σχετική απόφαση της
Νομισματικής Επιτροπής, έτσι όπως αυτή περιγράφεται στην
αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεσμεύσεις, δεν αφορούσαν αυτήν καθ' εαυτήν
την εκποίηση των ακινήτων, ώστε να την καθιστούν εξηναγκασμένη για την
αιτούσα, αλλά τους ειδικωτέρους όρους της, και, συγκεκριμένα, τα
πρόσωπα των αγοραστών και την δι' εισαγωγής συναλλάγματος καταβολή του
τιμήματος. Υπό τα δεδομένα δε αυτά, ορθώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα
στην προηγούμενη σκέψη, εκρίθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως
εισόδημα εξ εμπορικών επιχειρήσεων το επιτευχθέν εκ της πωλήσεως των
διαμερισμάτων κέρδος. Εξ άλλου, καθ' ό μέρος αμφισβητείται ευθέως με
τον ως άνω λόγο αναιρέσεως η περί το περιεχόμενο της προμνημονευθείσης
αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής και το σκοπό των επιδίκων
πωλήσεων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, ο λόγος είναι απορριπτέος
ως απαράδεκτος.

7. Επειδή, στην παράγραφο 5 του άρθρου 35 του Ν.Δ. 3323/1955, που
προσετέθη με την παράγραφο 6 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 4444/1964 και
εφαρμόζεται και στη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων (άρθρ. 8
παρ. 3 Ν.Δ. 3843/1958), ορίζονται τα εξής: ?Εις περίπτωσιν καθ' ήν εις
τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως περιλαμβάνονται και τοιαύτα
απαλλασσόμενα του φόρου του παρόντος νόμου, δια τον υπολογισμόν του
εις φορολογίαν υποκειμένου καθαρού κέρδους της επιχειρήσεως, το
συνολικόν ύψος των εκπεστέων δαπανών της μειούται καθ' ό ποσόν αύται
αφορούν εις τα απαλλασσόμενα της φορολογίας έσοδα. Εάν το ποσόν των
τελευταίαν τούτων δαπανών δεν καθίσταται εφικτόν να προσδιορισθή,
τούτο εξευρίσκεται δι' επιμερισμού, κατ' αναλογίαν του συνολικού ποσού
των δαπανών μεταξύ των εις φορολογίαν υποκειμένων ακαθαρίστων εσόδων
και των απαλλασσομένων τοιούτων?. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής,
μεριστέες δαπάνες είναι όσες από τη φύση τους είναι κοινές και για τα
δύο είδη εσόδων, όσες δηλαδή συμβάλλουν στην παραγωγή τόσον των
υποκειμένων σε φόρο εισοδήματος όσον και των απαλλασσομένων από αυτόν
ακαθαρίστων εσόδων της επιχειρήσεως. Περαιτέρω δε, ο προσδιορισμός του
ποσού κατά το οποίο οι εν λόγω κοινές δαπάνες αφορούν την καθεμία από
τις ως άνω κατηγορίες εσόδων, γίνεται κατά πρώτο μεν λόγο βάσει των
υφισταμένων τυχόν σχετικών δεδομένων των βιβλίων και στοιχείων της
επιχειρήσεως ή βάσει κριτηρίων αναγομένων στο είδος και τις συνθήκες
λειτουργίας της, σε περίπτωση δε αδυναμίας τέτοιου προσδιορισμού,
εφαρμόζεται η διαγραφομένη στην ανωτέρω διάταξη μέθοδος επιμερισμού
των δαπανών αυτών.

8. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη
απόφαση, η φορολογική αρχή εθεώρησε κοινές, υπό την ανωτέρω έννοια,
τις ακόλουθες, μεταξύ άλλων, δαπάνες της αναιρεσειούσης, που είχαν
πραγματοποιηθή κατά την επίδικη χρήση: α) Ταχυδρομικά τηλεφωνικά και
τηλεγραφικά έξοδα. β) εισφορές σε εράνους και αγαθοεργίες. γ) δαπάνες
συντηρήσεως και αποσβέσεις μη ιδιοχρησιμοποιουμένων ακινήτων της, και
δ) εισφορά υπέρ του τηρουμένου από την Τράπεζα της Ελλάδος κοινού
λογαριασμού για επιστροφή διαφόρων τόκων σε εξαγωγικές επιχειρήσεις,
κατά τις διατάξεις του Ν. 128/1975. Το διοικητικό εφετείο, όπως
συνάγεται καθ' ερμηνείαν της αποφάσεώς του, έκρινε ότι οι εν λόγω
δαπάνες, εξυπηρετούσες το σύνολο της επιχειρηματικής δράσεως της
αιτούσης, συνέβαλαν στη δημιουργία τόσον των υποκειμένων σε φόρο
εισοδήματος όσον και των απαλλασσομένων από αυτόν κατά την επίδικη
χρήση ακαθαρίστων εσόδων της και ότι, ως εκ τούτου, ήσαν πράγματι
κοινές κατά νόμον και περαιτέρω μεριστέες μεταξύ των δύο αυτών
κατηγοριών εσόδων. Η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
είναι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, νομίμως και
επαρκώς, κατ' αρχήν, αιτιολογημένη, εν όψει αφ' ενός μεν της φύσεως
των ως άνω δαπανών, οι οποίες, έτσι όπως περιγράφονται στην απόφαση,
συμβάλλουν κατά βάσιν στην εν γένει αύξηση των εργασιών τραπεζικής,
οία είναι η αναιρεσείουσα, επιχειρήσεως, αφ' ετέρου δε της μη προβολής
κατ' έφεσιν ειδικωτέρων, ως προς το ζήτημα τούτο, ισχυρισμών της
αιτούσης, οι οποίοι θα έχρηζαν αντιστοίχου ειδικωτέρας απαντήσεως.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενοος λόγος αναιρέσεως, με τον
οποίο χωρίς να αμφισβητείται ο τρόπος μερισμού των επιδίκων δαπανών,
πλήσσεται ως πλημμελώς αιτιολογημένη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως,
υποστηριζομένου ότι αυτές συνέβαλαν στη δημιουργία μόνον των
υποκειμένων σε φόρο εισοδήματος ακαθαρίστων εσόδων της αιτούσης, είναι
απορριπτέος ως αβάσιμος.

9. Επειδή, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 εδ. α του Ν.Δ. 3323/1955, το
οποίο εφαρμόζεται και επί ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών δυνάμει του
άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.Δ. 3843/1958, για τον προσδιορισμό του συνολικού
καθαρού εισοδήματος επιχειρήσεως αφαιρούνται από τα ακαθάριστα έσοδά
της τα γενικά έξοδα διαχειρίσεως, δηλαδή οι παραγωγικές της δαπάνες.
Τα έξοδα δε αυτά, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αφαιρούνται
εφ' άπαξ και εξ ολοκλήρου από τα έσοδα της διαχειριστικής περιόδου,
κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν, έστω και αν ωφελήθηκε από αυτά η
επιχείρηση σε περισσότερες χρήσεις (Σ.τ.Ε. 3951/1977, Ολομ.,
3301/1982, 2798/1986 κ.ά.).

10. Επειδή, εν προκειμένω, κατά τα γενόμενα δεκτά με την
αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η αναιρεσείουσα τράπεζα κατέβαλε κατά την
ένδικη διαχειριστική περίοδο ποσόν 4.158.451 δρχ. για διαφήμιση
τραπεζικών ομολόγων που είχαν εκδοθή από αυτήν σύμφωνα με την υπ'
αριθ. 102/12-12- 1975 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής και αφορούσαν
ομολογιακό δάνειο ύψους 1.500.000.000 δρχ. Το διοικητικό εφετείο, με
τη σκέψη ότι οι σχετικές ομολογίες είχαν διατεθή τόσο κατά την ένδικη
όσο και κατά τις δύο επόμενες χρήσεις και ότι, συνεπώς, η κατά τ'
ανωτέρω δαπάνη διαφημίσεως των είχε ωφελήσει την αναιρεσείουσα και
κατά τις τρεις αυτές χρήσεις, έκρινε ότι νομίμως η φορολογική αρχή δεν
είχε αναγνωρίσει προς έκπτωση από τα κατά την ένδικη χρήση ακαθάριστα
έσοδα της αιτούσης ολόκληρο το ποσό της εν λόγω δαπάνης αλλά μόνον το
εν τρίτον αυτού (1.386.150 δρχ.), το οποίο αντιστοιχούσε στην ωφέλεια
της υπολόγου χρήσεως. Η κρίση όμως αυτή του δικαστηρίου δεν είναι
νομίμως αιτιολογημένη. Διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη
σκέψη, η ως άνω δαπάνη διαφημίσεως, συνιστώσα για την αναιρεσείουσα
γενικό έξοδο διαχειρίσεως και έχουσα πραγματοποιηθή, ολόκληρη κατά την
ένδικη χρήση, ήταν εξ ολοκλήρου επίσης αφαιρετέα από τα έσοδα της
χρήσεως αυτής, έστω και αν ωφέλησε και τις δύο επόμενες. Για το λόγο,
συνεπώς, αυτό, βασίμως προβαλλόμενο με την υπό κρίσιν αίτηση, η
προσβαλλομένη απόφαση πρέπει, κατά το μέρος τούτο, ν' αναιρεθεί.

11. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει ν'
αναιρεθεί εν μέρει, η δε υπόθεση, χρήζουσα διευκρινίσεως κατά το
πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο
ίδιο δικαστήριο προς νέα κρίση.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 2382/1986 απόφαση του Διοικητικού
Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το
σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 1993

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Ηλ. Παπαγεωργίου Δ. Μουζάκη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 31ης
Μα?ου 1995.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Ηλ. Παπαγεωργίου Π. Στεργιοπούλου






ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο