Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1997 ]

ΣτΕ 64/1997 Φορολογία εισοδήματος. Για την απόρριψη των βιβλίων και στοιχείων της φορολογούμενης επιχείρησης και τον εξωλογιστικό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματός της δεν είναι αρκετή οποιαδήποτε ανωμαλία ή πλημμέλεια τούτων, αλλά απαιτείται οι διαπιστούμενες πλημμέλειες να καθιστούν αδύνατη την ενέργεια των ελεγκτικών επαληθεύσεων και ανέφικτο το λογιστικό προσδιορισμό των οικονομικών αποτελεσμάτων της, σύμφωνα με την σχετική με το θέμα αυτό αιτιολογημένη κρίση της φορολογικής αρχή ή του δικαστηρίου. Οι προβλεπόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 5 του νδ 3323/1955 εκπτώσεις ενεργούνται μόνον εφόσον τα ποσά αναγράφονται στους οικείους λογαριασμούς και συνεπώς τα ποσά των μικροεξόδων, μικροδωρεών και μικροβοηθημάτων γενικά αφαιρούνται από το ακαθάριστο εισόδημα μόνον εφόσον είναι καταχωρημένα σε ιδιαίτερο λογαριασμό. Δεν επιτρέπεται να αφαιρεθούν από τα ακαθάριστα έσοδα αποδοχές του προσωπικού για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές. Τρόπος υπολογισμού των άνω αποδοχών. Ακαθάριστα έσοδα ανωνύμων εταιρειών. Εννοια αυτών (όμοιες και οι υπύ αριθμούς 65,66 και 67/1997 αποφάσεις του ΣτΕ).

(Φορολογία εισοδήματος. Για την απόρριψη των βιβλίων και στοιχείων της φορολογούμενης επιχείρησης και τον εξωλογιστικό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματός της δεν είναι αρκετή οποιαδήποτε ανωμαλία ή πλημμέλεια τούτων, αλλά απαιτείται οι διαπιστούμενες πλημμέλειες να καθιστούν αδύνατη την ενέργεια των ελεγκτικών επαληθεύσεων και ανέφικτο το λογιστικό προσδιορισμό των οικονομικών αποτελεσμάτων της, σύμφωνα με την σχετική με το θέμα αυτό αιτιολογημένη κρίση της φορολογικής αρχή ή του δικαστηρίου. Οι προβλεπόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 5 του νδ 3323/1955 εκπτώσεις ενεργούνται μόνον εφόσον τα ποσά αναγράφονται στους οικείους λογαριασμούς και συνεπώς τα ποσά των μικροεξόδων, μικροδωρεών και μικροβοηθημάτων γενικά αφαιρούνται από το ακαθάριστο εισόδημα μόνον εφόσον είναι καταχωρημένα σε ιδιαίτερο λογαριασμό. Δεν επιτρέπεται να αφαιρεθούν από τα ακαθάριστα έσοδα αποδοχές του προσωπικού για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές. Τρόπος υπολογισμού των άνω αποδοχών. Ακαθάριστα έσοδα ανωνύμων εταιρειών. Εννοια αυτών (όμοιες και οι υπύ αριθμούς 65,66 και 67/1997 αποφάσεις του ΣτΕ).)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

 Για την απόρριψη των βιβλίων και στοιχείων της

    φορολογούμενης επιχείρησης και τον εξωλογιστικό προσδιορισμό του
    φορολογητέου εισοδήματός της δεν είναι αρκετή οποιαδήποτε ανωμαλία ή
    πλημμέλεια τούτων, αλλά απαιτείται οι διαπιστούμενες πλημμέλειες να
    καθιστούν αδύνατη την ενέργεια των ελεγκτικών επαληθεύσεων και ανέφικτο
    το λογιστικό προσδιορισμό των οικονομικών αποτελεσμάτων της, σύμφωνα με
    την σχετική με το θέμα αυτό αιτιολογημένη κρίση της φορολογικής αρχή ή
    του δικαστηρίου. Οι προβλεπόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 5 του νδ
    3323/1955 εκπτώσεις ενεργούνται μόνον εφόσον τα ποσά αναγράφονται στους
    οικείους λογαριασμούς και συνεπώς τα ποσά των μικροεξόδων, μικροδωρεών
    και μικροβοηθημάτων γενικά αφαιρούνται από το ακαθάριστο εισόδημα μόνον
    εφόσον είναι καταχωρημένα σε ιδιαίτερο λογαριασμό. Δεν επιτρέπεται να
    αφαιρεθούν από τα ακαθάριστα έσοδα αποδοχές του προσωπικού για τις
    οποίες δεν καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές. Τρόπος υπολογισμού των
    άνω αποδοχών. Ακαθάριστα έσοδα ανωνύμων εταιρειών. Εννοια αυτών (όμοιες
    και οι υπύ αριθμούς 65,66 και 67/1997 αποφάσεις του ΣτΕ).





      Ε.Ο.
      Αριθμός 64/1997
      ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
      ΤΜΗΜΑ Β'

      Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Ια- νουαρίου 1995, με
    την εξής σύνθεση : Ηλ. Παπαγεωργίου, Σύμβουλος της Επικρατείας,
    Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου
    του Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Φ. Στεργιόπουλος, Ε. Γαλανού,
    Σύμβουλοι, Ελ. Αναγνωστοπούλου, Ι. Γράβαρης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ.
    Μουζάκη.

      Γ ι α να δικάσει την από 18 Ιανουαρίου 1988 αίτηση :

      τ ο υ Οικονομικού Εφόρου ΦΑΕΕ Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τον Δ.
    Παπαδόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

      κ α τ ά της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε. ΓΕΝΙΚΩΝ
    ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Καρ. Σερβίας αριθμός
    8, η οποία παρέστη με τους δικηγόρους : 1) Δήμητρα Προβίδου (Α.Μ. 1981)
    και 2) Αντώνιο Μακαρώνα (Α.Μ. 3974), που τους διόρισε με ειδικό
    πληρεξούσιο, οι οποίοι και συμπα- ρίστανται.

      Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Οικονομικός Εφο- ρος επιδιώκει να
    αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 2268/1987 απόφαση του Διοι- κητικού Εφετείου
    Αθηνών.

      Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητού,
    Συμβούλου Φ. Στεργιόπουλου.

      Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος
    Οικονομικού Εφορου, ο οποίος ανέπτυξε και προφο- ρικά τους
    προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και
    τους πληρεξουσίους της αναιρεσίβλητης Εται- ρείας, οι οποίοι ζήτησαν
    την απόρριψή της.

      Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, σε
    αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

      Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

      Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

      1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν
    απαιτείται κατά νόμον, η καταβολή τελών και παρα- βόλου, ζητείται
    παραδεκτώς, η αναίρεση της απόφασης 2268/1987 του Διοικητικού Εφετείου
    Αθηνών, με την οποία συνεκδικάσθηκαν και έγιναν εν μέρει δεκτές
    αντίθετες εφέσεις του Δημοσίου και της αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά
    της απόφασης 1962/1985 του Διοικη- τικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την
    οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή προσφυγή της τελευταίας κατά του υπ'
    αριθ. 71/1981 φύλλου ελέγχου φορολογίας εισοδήματος Οικονομικού έτους
    1976, που είχε εκδοθεί από τον Οικονομικό Εφορο Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών.

      2. Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 33α του ν.δ. 3323/ 1955 "περί
    φορολογίας εισοδήματος, όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 3 του
    ν.δ. 587/1970 (και το οποίο έχει εφαρμογή και στη φορολογία εισοδήματος
    των ημεδαπών ανώνυμων εταιρειών, κατά το άρθρο 8 του ν.δ. 3843/1958).
    "Ο προσδιορισμός του καθαρού κέρδους των εμπορικών επιχειρήσεων
    ενεργείται κατά τας επομένας διακρί- σεις : α) Επί τηρουσών επαρκή και
    ειλικρινή βιβλία και στοιχεία δευτέρας κατηγορίας του Κώδικος
    Φορολογικών Στοιχείων το καθα- ρό κέρδος εξευρίσκεται λογιστικώς επί
    της βάσει των δεδομένων των βιβλίων τούτων δι' εκπτώσεως εκ των
    ακαθαρίστων εσόδων των εν άρθρω 35 αναφερομένων εξόδων ........ γ) Επί
    των λοιπών υποχρέων των τηρούντων βιβλία και στοιχεία πρώτης κατηγορίας
    του Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων, ως και επί των υποχρέων οίτινες δεν
    τη- ρούν βιβλία ή τηρούν βιβλία κατωτέρας της προσηκούσης κατηγο- ρίας
    ή τηρούν ανακριβή ή ανεπαρκή βιβλία και στοιχεία και εφ' όσον εις την
    τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν ή ανεπάρκεια καθιστά αδύνατον την
    διενέργειαν των ελεγκτικών επαληθεύσεων, το καθαρόν κέρδος εξευρίσκεται
    εξωλογιστικώς κατά τα εν άρθρω 36 οριζόμενα", κατά δε την παράγραφο 2
    του ίδιου άρθρου "δεν θίγεται το κύρος των βιβλίων της επιχειρήσεως,
    οσάκις αι διαπιστώσεις του Οικονο- μικού Εφόρου περιορίζονται : α) εις
    παρατυπίας οφειλομένας εις πα- ραδρομήν ή συγγνωστήν πλάνην και β) εις
    λάθη ή παραλείψεις, εφ' όσον αύται δεν οφείλονται εις πρόθεσιν του
    υποχρέου προς από- κρυψιν κερδών και επηρεάζουν ουσιωδώς τα
    αποτελέσματα της επι- χειρήσεως".

      3. Επειδή, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την απόρριψη των
    βιβλίων και στοιχείων της φορολογούμενης επι- χείρησης και τον
    εξωλογιστικό προσδιορισμό του φορολογητέου ει- σοδήματός της δεν είναι
    αρκετή οποιαδήποτε ανωμαλία ή πλημμέ- λεια τούτων, αλλ' απαιτείται οι
    διαπιστούμενες πλημμέλειες να κα- θιστούν αδύνατη την ενέργεια των
    ελεγκτικών επαληθεύσεων και ανέφικτο το λογιστικό προσδιορισμό των
    οικονομικών αποτελεσμά- των της, σύμφωνα με τη σχετική προς το θέμα
    αυτό αιτιολογημένη κρίση της φορολογικής αρχής ή σε περίπτωση που
    αμφισβητηθεί η κρίση αυτή, σύμφωνα με την αιτιολογημένη κρίση του
    αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου.

      4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε
    τα εξής : η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία τήρησε κατά την ένδικη
    διαχειριστική περίοδο (1975) βιβλία και στοιχεία της Β' κατηγορίας του
    Κ.Φ.Σ. (ν.δ. 4/1968). Τα βιβλία και στοιχεία αυτά κρίθηκαν από τη
    φορολογική αρχή "ανακριβή, ανεπαρ- κή και εμφανίζοντα διάφορη
    οικονομική κατάσταση από την πραγματική". Ειδικότερα, ο φορολογικός
    έλεγχος απέδωσε στα πιο πάνω βιβλία και στοιχεία τα εξής, όπως αυτά
    περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση : σε 14 και 107 περιπτώσεις
    ασφαλιστηρίων συμβολαίων, που ερευνήθηκαν ενδεικτικά, εμφανιζόταν άλλη
    μεσολά- βηση (πράκτορα ή ασφαλειομεσίτη) από εκείνη που έλαβε χώρα, ή
    εμφανιζόταν μεσολάβηση που δεν έλαβε οπωσδήποτε χώρα. Στην
    προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα ποσά των ασφαλίστρων και των
    προμηθειών, που φέρονται ότι δόθηκαν στους μεσολαβητές στις πιο πάνω
    ενδεικτικώς ερευνηθείσες περιπτώσεις. Τις πιο πάνω διαπιστώσεις του ο
    φορολογικός έλεγχος θεμελιώνει σε αλληλογρα- φία, που αντάλλαξε με τους
    πελάτες της αναιρεσίβλητης, τους οποίους αφορούν τα (ενδεικτικώς
    ερευνηθέντα) πιο πάνω συμβόλαια, και με την οποία "βεβαιώνεται ποία
    πρόσωπα (φυσικά ή νομικά) με- σολάβησαν πράγματι μεταξύ αυτών και της
    ασφαλιστικής εταιρείας ή ότι στις ασφαλειοσυμβάσεις που κατάρτισαν με
    τη διάδικη εται- ρεία δεν μεσολάβησε κανένα πρόσωπο". Το διοικητικό
    εφετείο, αφού με οριστική κρίση της προδικαστικής απόφασής του
    (1743/1986) έκρι- νε ότι τα στοιχεία, των οποίων γίνεται επίκληση από
    το φορολογικό έλεγχο "(αλληλογραφία με πελάτες της ασφαλιστικής
    εταιρείας) δεν είναι αρκετά για να θεμελιώσουν ανακρίβεια ή ανεπάρκεια
    των βιβλίων - στοιχείων της διάδικης εταιρείας, ούτε για να θεμελιώσουν
    τον εξωλογιστικό προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών της, αφού με τα
    στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται τα ακαθάριστα έσοδα ούτε οι
    εμφανιζόμενες στα βιβλία - στοιχεία της επιχειρήσεως δα- πάνες, και
    ειδικότερα οι καταβληθείσες προμήθειες στους παραγω- γούς ασφαλειών
    (πράκτορες, ασφαλειομεσίτες), αλλά επιχειρείται θε- μελίωση του
    ισχυρισμού ότι τα βιβλία της εμφανίζουν άλλους και όχι τους
    πραγματικούς δικαιούχους μεσολαβητικών προμηθειών ή ότι εμφανίζουν
    μεσολαβούντα, στις ασφαλειοσυμβάσεις πρόσωπα, τα οποία κατά οποιοδήποτε
    τρόπο δεν μεσολάβησαν, χωρίς να ερευ- νάται πιο πέρα πως δικαιολογούν
    τις προμήθειές τους τα πρόσωπα που εμφανίζονται στα βιβλία - στοιχεία,
    ως δικαιούχοι μεσολαβη- τικών προμηθειών, αν δηλαδή έκαναν ή όχι
    συγκεκριμένες ενέργειες ώστε να δικαιολογείται το δικαίωμά τους να
    εισπράξουν προμήθεια. Αντιθέτως η διάδικη εταιρεία, για πολλές
    περιπτώσεις, από αυτές που επικαλείται ο φορολογικός έλεγχος,
    προσκομίζει παραστατικά δικαιολογητικά, τα οποία εξέδιδε η ίδια ή τα
    μεσολαβούντα πρόσω- πα (προτάσεις ασφαλίσεων, δελτία πυρασφαλίσεων,
    αιτήσεις ασφαλι- στέων αυτοκινήτων κ.λ.π.), που αποδεικνύουν τη
    διαμεσολάβηση", επανέλαβε στην προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του την
    κρίση ότι τα στοιχεία τα οποία επικαλείται ο φορολογικός έλεγχος
    "(αλλη- λογραφία με πελάτες της ασφαλιστικής εταιρείας) δεν είναι
    αρκετά για να θεμελιώσουν ανακρίβεια ή ανεπάρκεια των βιβλίων - στοι-
    χείων της, ούτε αρκούν για να θεμελιώσουν εξωλογιστικό προσ- διορισμό
    των φορολογητέων κερδών της με την ειδικότερη σκέψη ότι : "με τα
    στοιχεία που παραθέτει ο φορολογικός έλεγχος (πρβλ. σελ. 94 - 146
    εκθέσες ελέγχου) αμφισβητούνται οι προμήθειες που καταβλήθηκαν από τη
    διάδικη ασφαλιστική εταιρεία σε πράκτορες ασφαλειών και σε
    ασφαλειομεσίτες, για τις οποίες όμως εκδόθηκαν τα νόμιμα αποδεικτικά
    στοιχεία και έγιναν οι σχετικές λογιστικές εγγραφές με όλες τις
    ενδείξεις των αντιστοίχων συμβάσεων. Το κύ- ρος δε των νόμιμων αυτών
    αποδεικτικών στοιχείων δεν μπορεί να ανατραπεί από τις έγγραφες
    βεβαιώσεις - πληροφορίες των επικαλού- μενων από το φορολογικό έλεγχο
    πελατών της ασφαλιστικής εται- ρείας, οι οποίοι δεν γνωρίζουν, ούτε
    μπορούν να γνωρίζουν τις μεσο- λαβητικές προσπάθειες και τα μέσα που
    χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση των διαφόρων ασφαλιστικών
    εργασιών". Οπως προ- κύπτει από το πιο πάνω αιτιολογικό της
    προσβαλλόμενης απόφασης, το διοικητικό εφετείο δεν διέλαβε κρίση
    σχετικά με το νομικό κα- θεστώς (άρθρο 703 Αστικού Κώδικα ή άρθρο 27
    του ν.δ. 400/1970 "πε- ρί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως" - ΦΕΚ 10
    τ.Α'), από το οποίο διεπόταν η μεσολάβηση για τη σύναψη ασφαλιστικών
    συμβά- σεων, δεν προβάλλεται δε με την κρινόμενη αίτηση, ότι σε σχέση
    με το πιο πάνω ζήτημα είχε προβληθεί ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας
    κάποιος σχετικός ισχυρισμός. Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί, γιατί
    στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο
    προβάλλεται ότι το διοικητικό εφετείο εσφαλμένως υπέλαβε ότι οι
    κρίσιμες προμήθειες αφορούν μεσολαβή- σεις του άρθρου 703 Α.Κ. και όχι
    του (άρθρου 27) του ν.δ. 400/1970. Περαιτέρω, όπως επίσης προκύπτει από
    την ίδια πιο πάνω αιτιο- λογία, το διοικητικό εφετείο δεν έκρινε ότι σε
    καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται ν' αμφισβητηθεί το κύρος των νομίμων
    αποδεικτικών στοιχείων, ούτε απέκρουσε την εκτίμηση των εγγράφων
    (αλληλογρα- φίας) που είχε προσκομίσει ο φορολογικός έλεγχος προς
    απόδειξη των ισχυρισμών του, αλλ' έκρινε κατ' ουσιαστική εκτίμηση και
    για τους ουσιαστικούς λόγους, που ήδη παρατέθηκαν, ότι τα έγγραφα αυτά
    δεν το πείθουν για την ακρίβεια των αποδιδόμενων στα βιβλία και
    στοιχεία της αναιρεσίβλητης πιο πάνω πλημμελειών. Η κρίση του δε αυτή
    δεν έχρηζε, κατ' αρχήν, ειδικότερης αιτιολογίας, εφόσον δεν προβάλλεται
    ότι είχε προβληθεί ειδικότερος ισχυρισμός ως προς τα θέματα αυτά,
    τέτοιος δε ειδικότερος ισχυρισμός δεν είναι το ότι οι πληροφορίες του
    ελέγχου προέρχονταν "από Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, από Δημοτικές
    αρχές, από οργανισμούς κοινής ωφελείας, από κρατικά νοσοκομεία,
    υπουργεία κλπ". Συνεπώς, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως που αποδίδουν
    διαφορετική από την ανωτέρω έννοια στην προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει
    ν' απορριφθούν, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, οι λόγοι δε
    αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται αναιτιολόγητο της
    προσβαλλόμενης από- φασης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ομοίως, ως
    αβάσιμος πρέπει ν' απορριφθεί ο λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο δεν
    ελήφθησαν υπόψη όσα ισχυρίσθηκε το Δημόσιο σε σχέση με την πηγή της
    προέλευσης των πληροφοριών του ελέγχου, δοθέντος ότι, εφόσον το
    διοικητικό εφετείο εξέτασε και εκτίμησε, όπως ρητώς βε- βαιώνεται στην
    προσβαλλόμενη απόφασή του, στην οποία γίνεται και ρητή αναφορά οικείων
    σελίδων της έκθεσης ελέγχου, τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, από τα
    οποία προέκυπτε η πηγή των πληρο- φοριών του ελέγχου, δεν έχρηζε
    ειδικής απαντήσεως το πιο πάνω επιχείρημα του Δημοσίου τέλος οι λόγοι
    αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται ευθέως η εκτίμηση των αποδείξεων
    από το διοι- κητικό εφετείο και με τους οποίους προβάλλονται ουσιαστικά
    επι- χειρήματα ως προς το ζήτημα της εκτίμησης των αποδείξεων και την
    αξιοπιστία των εγγράφων και, επίσης, προβάλλεται παράβαση των
    διδαγμάτων της κοινής πείρας και "της συναλλακτικής πρακτι- κής" κατά
    την εκτίμηση των πιο πάνω αποδείξεων, πρέπει ν' απορ- ριφθούν ως
    απαράδεκτοι.

      5. Επειδή, κατά την περ. θ' της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν.δ.
    3323/1955 (το οποίο έχει εφαρμογή και στη φορολογία εισοδήμα- τος
    ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών, κατ' άρθρο 8 παρ. 3 του ν.δ. 3843/ 1958)
    από τα ακαθάριστα έσοδα των εμπορικών επιχειρήσεων αφαι- ρούνται, για
    την εξεύρεση του καθαρού εισοδήματός τους, τα μι- κροέσοδα κοινωνικής
    παραστάσεως της επιχειρήσεως, αι μικρο- δωρεαί και τα μικροβοηθήματα
    αυτής, καθ' ο ποσόν ταύτα κρίνονται εύλογα και ανάλογα προς την φύσιν
    της επιχειρήσεως και τον κύκλον των εργασιών αυτής. Τα έξοδα του
    εδαφίου αυτού αφαι- ρούνται και άνευ αποδείξεως πληρωμής, κατά δε την
    παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αι κατά την προηγουμένην παράγραφον εκπτώσεις
    ενεργούνται μόνον εφ' όσον ενεγράφησαν τα ποσά τούτων εις τα βιβλία της
    επιχειρήσεως". Κατά την έννοια της τελευταίας ως άνω διατάξεως, οι
    προβλεπόμενες στην παρ. 1 εκπτώσεις ενεργούνται μό- νον, εφόσον τα ποσά
    αυτών αναγράφονται στους οικείους λογα- ριασμούς, και, συνεπώς, τα ποσά
    των μικροεξόδων, μικροδωρεών και μικροβοηθημάτων γενικώς αφαιρούνται
    από το ακαθάριστο εισόδημα μόνον εφόσον είναι καταχωρημένα σε ιδιαίτερο
    λογαριασμό.

      6. Επειδή, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην προκειμένη περί- πτωση, τα
    ακαθάριστα έσοδα και τα καθαρά κέρδη της αναιρε- σίβλητης εταιρείας
    καθορίσθηκαν από το διοικητικό εφετείο, (όπως και από το διοικητικό
    πρωτοδικείο), λογιστικώς, με βάση τα τηρού- μενα από αυτήν βιβλία και
    στοιχεία Β' κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. (ν.δ. 4/1968) προστέθηκαν όμως από
    τον έλεγχο στα αποτελέσματα, που προέκυπταν από αυτά ορισμένα κονδύλια,
    ως λογιστικές διαφορές, μεταξύ των οποίων και η ακόλουθη. Οπως
    αναφέρεται στην προσ- βαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη διέθεσε κατά
    την ένδικη χρή- ση (1/1-31/12/1975), "μεταξύ άλλων, και τα ποσά των
    δραχμών 198.880 και 150.000 για έξοδα δεξιώσεως και μικροδωρεές (σε
    είδος και σε χρήμα) προς διάφορα πρόσωπα (κατά τις διευκρινίσεις της
    ίδιας, προς στελέχη της) και τον σύλλογο υπαλλήλων της". Τα πιο πάνω
    ποσά, κατά την κρίση του διοικητικού εφετείου ενέπιπταν στην πα-
    ρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη διάταξη και αφαιρούνται, "κατ' αρχή,
    από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως ανεξάρτητα από την
    παραγωγικότητάς τους ή όχι". Με τη σκέψη αυτή το διοικητικό εφετείο
    έκρινε αφαιρετέο ολόκληρο το κονδύλιο, που αφορούσε δω- ρεά προς το
    σύλλογο των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, έκρινε όμως υπερβολικό το
    ποσό των δραχμών 198.880, που διατέθηκαν για την πραγματοποίηση
    δεξίωσης και για δώρα (σε είδος και σε χρήμα) σε διάφορα πρόσωπα και
    περιόρισε το αφαιρετέο ποσό σε δραχμές 100.000 που έκρινε ως εύλογο και
    ανάλογο προς τον κύκλο εργασιών της αναιρεσίβλητης. Με τον στρεφόμενο
    κατά της αιτιολογίας του πιο πάνω μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης
    λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ελλιπής
    κατά τη νόμιμη βάση της και αναιτιολόγητη, γιατί δεν απήντησε στους
    ισχυρισμούς του Δημοσίου, που προβλήθηκαν, κατά τον αιτούντα, με την
    έκθεση του άρθρου 82 του Κ.Φ.Δ., με αναφορά στην έκθεση ελέγχου, και με
    το υπόμνημα ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, με αναφορά, ομοίως στην
    έκθεση ελέγχου, με τους οποίους αμφισβη- τείτο η εγγραφή των πιο πάνω
    μικροεξόδων σε ειδικό σχετικό λογα- ριασμό, πράγμα που δεν βεβαιώνεται
    στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει ν'
    απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί εφόσον με την έφεσή του, που στρεφόταν
    κατά της πρωτόδικης από- φασης, η οποία είχε αναγνωρίσει εξ ολοκλήρου
    τα πιο πάνω ποσά ως αφαιρετέα μικροέξοδα, το Δημόσιο δεν είχε
    αμφισβητήσει την συνδρομή της πιο πάνω προϋπόθεσης, αλλ' είχε
    περιορισθεί ν' αμφισβητήσει την παραγωγικότητα της σχετικής δαπάνης, η
    προσ- βαλλόμενη απόφαση δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει βεβαίωση ως προς
    το ζήτημα αυτό.

      7. Επειδή, κατά το άρθρ. 7 παρ. 3 του ν.δ. 4104/1960, "ο Οικονομικός
    Εφορος διά τον καθορισμόν των κερδών του υποκει- μένου εις φόρον
    εισοδήματος φυσικού ή νομικού προσώπου δεν υπο- χρεούται να
    συνυπολογίση, ως πραγματοποιηθείσας δαπάνας εκ μισθών και ημερομισθίων,
    ποσά εφ' ων δεν κατεβλήθησαν αι υπέρ του ΙΚΑ ή ετέρου ασφαλιστικού
    οργανισμού ασφαλιστικαί εισφοραί, εκτός εάν υπό της κειμένης νομοθεσίας
    προβλέπεται μερική ή ολική απαλλαγή από της υποχρεώσεως καταβολής
    εισφορών". Κατά την έν- νοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποβλέπει
    στην εξασφάλιση της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ του ΙΚΑ ή
    άλλου ασφαλιστικού οργανισμού, δεν επιτρέπεται να αφαιρεθούν από τα
    ακαθάριστα έσοδα αποδοχές του προσωπικού (μισθοί, ημερομίσθια κλπ.),
    για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές, έστω και αν η
    καταβολή των εν λόγω αποδοχών στο προσωπικό εκ μέ- ρους της
    επιχειρήσεως αποδεικνύεται από τα τηρηθέντα κατά το νό- μο στοιχεία,
    εκτός εάν στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει κατά το νόμο
    υποχρέωση καταβολής εισφορών.

      8. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρ. 25 του Α.Ν. 1846/1951 (Α 179), όπως
    τροποποιήθηκε με το άρθρ. 4 του ν. 4476/1965 (Α 103) και ίσχυε κατά την
    υπόλογη διαχειριστική περίοδο, ορίζεται ότι οι εισφορές προς το ΙΚΑ για
    κάθε ημέρα εργασίας υπολογίζονται επί του ημερησίου τεκμαρτού μισθού
    του ησφαλισμένου και ότι "ως ημε- ρήσιος μισθός διά την κατάταξιν των
    ησφαλισμένων εις ασφαλιστι- κάς κλάσεις νοούνται αι πάσης φύσεως
    αποδοχαί τούτων εις χρήμα και εις είδος των τελευταίων τούτων
    αποτιμωμένων εις χρήμα δι' αποφάσεως του Δ.Σ. του ΙΚΑ. Ως αποδοχαί
    νοούνται αι πάσης φύ- σεως παροχαί του εργοδότου προς τον ησφαλισμένον,
    πλην ωρισμέ- νων εκτάκτων παροχών κοινωνικού χαρακτήρος, ορισθησομένων
    διά Κανονισμού". Στο δε άρθρ. 17 παρ. 1 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του
    ΙΚΑ (Α.Υ.Ε. 55575/1965, Β' 816, όπως τροποποιήθηκε με την Α.Υ.Ε.
    38173/1967, Β 399) ορίζεται ότι : "Ως μισθός, επί του οποίου
    υπολογίζεται εισφορά, λογίζεται ο εις χρήμα συμπεφωνημένος τοιού- τος,
    προσαυξανόμενος : α) Κατά τα τυχόν παρά του εργοδότου χορη- γούμενα εις
    τον μισθωτόν ποσοστά ή άλλας προσθέτους χρηματικάς αμοιβάς, πλην των
    κάτωθι εκτάκτων παροχών κοινωνικού χαρακτή- ρος : 1) Διά δώρα λόγω : α)
    γάμου του ησφαλισμένου ή των τέκνων του, β) γεννήσεως τέκνων του
    ησφαλισμένου και 2) Διά βοήθημα εις οικογένειαν θανόντος ησφαλισμένου.
    β) Κατά τα τυχόν παρά τρίτων καταβαλλόμενα κατά συνήθειαν χρηματικά
    ποσά (φιλοδωρήματα ή άλλης φύσεως αμοιβάς), ... γ) Κατά τας τυχόν εις
    είδος παροχάς (κα- τοικία, τροφή, θέρμανσις κλπ.), αποτιμωμένας ωσαύτως
    βάσει των ισχυόντων πινάκων. Εφόσον πρόκειται περί βιομηχανικών
    επιχειρή- σεων, αι παροχαί αύται εκτιμώνται κατά κρίσιν αγαθού ανδρός
    ως στοιχεία του μισθού". Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, ως
    αποδοχές επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές, θεωρούνται οι πάσης
    φύσεως χρηματικές ή εις είδος παροχές του εργοδότη, και αν ακόμη δεν
    δίδονται αμέσως ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης ερ- γασίας, αλλά
    χορηγούνται στο μισθωτό από τον εργοδότη οικειοθε- λώς και εξ
    ελευθερότητος, πάντως με αφορμή τη σχέση εργασίας η οποία τους συνδέει
    και με την επιφύλαξη του δικαιώματος του εργο- δότη να διακόψει τις εν
    λόγω παροχές μονομερώς.

      9. Επειδή, ο φορολογικός έλεγχος δεν αναγνώρισε προς έκπτωση ποσό
    δαπάνης δραχμών 122.500, με την αιτιολογία ότι τού- το αποτελεί
    επαύξηση των αποδοχών του προσωπικού της αναιρε- σίβλητης, για το οποίο
    δεν είχαν καταβληθεί οι οικείες εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α. Με την
    πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή η έκπτωση του πιο πάνω κονδυλίου, το
    δε Δημόσιο με την έφεσή του προέβαλε στο διοικητικό εφετείο τον πιο
    πάνω λόγο μη έκπτωσής του. Το διοικητικό εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό
    με τη σκέψη ότι το επίδικο ποσό, που εμφανίζεται λογιστικώς στο
    δευτεροβάθμιο λο- γαριασμό "παιδική μέριμνα" με την αιτιολογία "δι'
    έξοδα παιδικών κατασκηνώσεων", δαπανήθηκε από την αναιρεσίβλητη "αμέσως
    μεν για την ενίσχυση της μέριμνας των υπαλλήλων της για βελτίωση των
    όρων ζωής των παιδιών τους, εμμέσως όμως για τη δημιουργία καλών
    σχέσεων με το προσωπικό της και επίτευξη μεγαλύτερης από- δοσης στο
    έργο του και στην παραγωγικότητά της" και, περαιτέρω, ότι "η δαπάνη του
    ποσού αυτού που ωφελεί, κατά κύριο λόγο", την αναιρεσίβλητη δεν είναι
    εισόδημα εκ μισθωτών υπηρεσιών των υπαλλήλων της και δεν υπάρχει
    υποχρέωση καταβολής ασφαλι- στικών εισφορών. Η κρίση όμως αυτή του
    διοικητικού εφετείου είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, γιατί από αυτήν δεν
    προκύπτει αν το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε στους υπαλλήλους της
    αναιρεσίβλητης απ' ευθείας, οπότε σύμφωνα με τις παρατιθέμενες στην
    προηγούμενη σκέψη διατάξεις, υπέκειτο κατ' αρχήν, σε ασφαλιστικές
    εισφορές υπέρ του ΙΚΑ, (αφού το ποσό αυτό δεν περιλαμβάνεται στα μη
    υπο- κείμενα σε εισφορές ποσά) αν δε αυτές δεν είχαν όντως καταβληθεί,
    δεν ήταν επιτρεπτή η έκπτωσή του ως δαπάνης, ή αν καταβλήθηκε απ'
    ευθείας σε παιδικές κατασκηνώσεις των υπαλλήλων της αναιρε- σίβλητης
    οπότε θα ήταν δυνατόν να χωρήσει έκπτωσή του ως πα- ραγωγικής δαπάνης
    αν συνέτρεχαν οι προς τούτο νόμιμες προϋπο- θέσεις. Για το λόγο αυτό,
    που βάσιμα προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση
    πρέπει ν' αναιρεθεί, κατά το αντίστοιχο μέρος της.

      10. Επειδή, στο άρθρο 15 παρ. 1 του Β.Δ. από 24.9/20.10. 1958 "περί
    κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμον των ισχυου- σών διατάξεων
    περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων" (Φ. 171), ορίζεται ότι
    επιβάλλεται υπέρ των δήμων και κοινοτήτων τέλος για κάθε διαφήμιση που
    ενεργείται με οποιοδήποτε τρόπο και μορφή, σε κλειστό ή ανοικτό χώρο
    μέσα στην περιφέρειά τους. Το άρθρο 16 του ίδιου Β.Δ/τος, όπως αυτό
    ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 του Ν.Δ. 978/1971 (Φ.
    193), όριζε στην παρ. 2 ότι το τέλος διαφημίσεως "χρεούμενον επί του
    εκδιδομένου τιμολογίου της δα- πάνης της διαφημίσεως, ... βαρύνουν δε
    τον διαφημιζόμενον, θα εισπράττεται υπό του διαφημιστού συνυποχρεωμένου
    μετά του διαφη- μιζομένου και θα αποδίδεται παρά τούτου εις τον
    δικαιούχον Ορ- γανισμόν ανά τρίμηνον και εντός του πρώτου δεκαημέρου
    του επο- μένου του τριμήνου μηνός, επί τη βάσει αντιγράφων τιμολογίων
    άτι- να θα υποβάλει εις την αρμοδίαν Οικονομικήν Εφορίαν. Εις περί-
    πτωσιν καθ' ην δεν εκδίδεται τιμολόγιον και η διαφήμισις ενεργείται απ'
    ευθείας υπό του διαφημιζομένου ..., το τέλος διαφημίσεως βαρύνει τον
    διαφημιζόμενον, υπολογιζομένου του τέλους επί της δαπάνης διαφημίσεως
    κατά την δήλωσιν του διαφημιζομένου ..." και στην παρ. 3 ότι "η δαπάνη
    διαφημίσεως δεν αναγνωρίζεται ως δαπάνη της δια- φημιζομένης
    επιχειρήσεως, προκειμένου προσδιορισμού των κερδών αυτής, των
    υπαγομένων εις φορολογίαν εισοδήματος, εάν δεν απο- δεικνύεται η
    καταβολή του αναλογούντος τέλους διά τριπλοτύπου εισπράξεως του οικείου
    δήμου ή κοινότητος". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης,
    δαπάνη διαφήμισης, η πραγματοποίηση της οποίας αποδεικνύεται με τα
    προβλεπόμενα από τον Κώδικα Φο- ρολογικών Στοιχείων αποδεικτικά
    στοιχεία, αφαιρείται από τα ακα- θάριστα έσοδα της επιχειρήσεως, εφόσον
    το σχετικό τέλος διαφημί- σεως έχει καταβληθεί το αργότερο μέχρι τη
    λήξη της προθεσμίας, εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί η δήλωση
    φόρου εισοδήματος για τη χρήση, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η
    δαπάνη, με τα συνοδεύοντα αυτή στοιχεία, ανεξαρτήτως του αν η δαπάνη
    έγινε απ' ευθείας από τον διαφημιζόμενο ή μέσω διαφημιστού.

      11. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτι- θέμενα στην
    προσβαλλομένη απόφαση, η φορολογική αρχή δεν ανε- γνώρισε προς έπτωση
    ποσό ύψους δραχμών 494.643, το οποίο η αναι- ρεσίβλητη εταιρεία είχε
    καταβάλει για διαφημίσεις κατά την διάρ- κεια της ενδίκου χρήσεως, με
    την αιτιολογία ότι δεν είχε καταβλη- θεί το οφειλόμενο τέλος
    διαφημίσεως. Το διοικητικό εφετείο, αφού δέχθηκε ότι από τα σχετικά
    αποδεικτικά στοιχεία (τριπλότυπα είσπραξης των Δήμων Αθηναίων και
    Γλυφάδας, στην περιφέρεια των οποίων έγιναν οι διαφημίσεις, του έτους
    1982, καθώς και φωτοαντί- γραφα των οικείων ενταλμάτων πληρωμής της
    αναιρεσίβλητης προ- σκομισθέντα πρωτοδίκως), προέκυπτε για μέρος του
    κονδυλίου αυτού (δραχμών 361.794) η καταβολή τελών διαφημίσεως και με
    τη σκέψη ότι η εκπρόθεσμη, "μέχρι την τελεσιδικία της εγγραφής στη
    φορο- λογία εισοδήματος", καταβολή των τελών αυτών δεν εμπόδιζε την
    αναγνώριση της δαπάνης, έκρινε ότι η δαπάνη αυτή (δραχμές 361.974) ήταν
    αφαιρετέα από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας. Η κρίση όμως, αυτή δεν
    είναι νόμιμη, γιατί αφού τα τέλη για τις επί- δικες δαπάνες διαφήσιμης
    καταβλήθηκαν, όπως δέχεται το διοικη- τικό εφετείο, σε χρόνο
    μεταγενέστερο εκείνου, κατά τον οποίο θα έπρεπε να έχουν καταβληθεί,
    συμφώνως προς τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, δεν ήταν επιτρεπτή η
    έκπτωση των εν λόγω δα- πανών από τα ακαθάριστα έσοδα της
    αναιρεσίβλητης. Για τον λόγο αυτό, που βάσιμα προβάλλεται, πρέπει η
    προσβαλλομένη απόφαση να αναιρεθεί και κατά το μέρος αυτό.

      12. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθη- κε ο λόγος της
    έφεσης της αναιρεσίβλητης εταιρείας, με τον οποίο υποστηριζόταν ότι δεν
    αποκλειόταν να υποβληθεί δήλωση και να φορολογηθεί κατά τις γενικές
    διατάξεις μέρος μόνον των μερισμά- των από μετοχές άλλων ανωνύμων
    εταιρειών εισηγμένων στο Χρη- ματιστήριο, με τη σκέψη ότι "το εδάφιο β'
    (της παρ. 1) του άρθρου 10 Α.Ν. 148/1967 παρέχει την ευχέρεια επιλογής
    του τρόπου φορολογίας (κατά τις ειδικές ή γενικές διατάξεις) για το
    σύνολο του εισοδήμα- τος εκ μετοχών και όχι για ένα μέρος του
    εισοδήματος αυτού". Με τη σκέψη αυτή το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι
    όχι νόμιμα η αναι- ρεσίβλητη ετιαρεία (δεν εδήλωσε και) δεν
    συνυπολόγισε στα φορολο- γούμενα κατά τις γενικές διατάξεις κέρδη της
    κονδύλιο δραχμών 13.507.612, που αποτελούν μέρος εισπραχθέντων από
    αυτήν μερισμά- των μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο ιδιοκτησίας της
    αναι- ρεσίβλητης, το οποίο η ίδια είχε επιλέξει να φορολογηθεί
    αυτοτελώς.

      13. Επειδή, με το 10ο λόγο της κρινόμενης αίτησης, προβάλλεται ότι
    κατά παράβαση του άρθρου 10 παρ. 2 του αν. ν. 148/1968 το διοικητικό
    εφετείο δέχθηκε "ότι δεν ήταν φορολογητέο κατά τις γενικές διατάξεις
    φορολογίας εισοδήματος το εισόδημα που πραγματοποίησε η φορολογουμένη
    εταιρεία από μερίσματα μετοχών του ως άνω αν. νόμου και τούτο ενόψει
    του ότι αυτή με τη δήλωσή της δεν εζήτησε την υπαγωγή στις άνω
    διατάξεις του συνόλου του τοιούτου εισοδήματος, αλλά του μεγαλύτερου
    τμήματος αυτού" και υποστηρίζεται, ότι "ορθώς αποφαινόμενο, έπρεπε να
    δεχθεί τα υπό του φορολογικού ελέγχου δεκτά γενόμενα" και "να εκληφθεί
    ως υπ αυτής προτιμητέος τρόπος φορολογίας, ο κατά τις γενικές διατάξεις
    τοιούτος". Προβάλλεται, επίσης, ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, το
    διοικητικό εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 75 παρ. 2 και 169
    του Κ.Φ.Δ., για το λόγο ότι, όπως υποστηρίζει ειδικώτερα ο αι- τών, το
    σχετικό κεφάλαιο δεν είχε μεταβιβασθεί στο διοικητικό εφε- τείο. Ο
    λόγος όμως αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο εξειδικεύεται προσηκόντως η
    λογιστική διαφορά στην οποία αναφέρεται, πρέπει ανεξαρτήτως της
    αοριστίας του, ν' απορριφθεί πάντως, ως αλυσιτε- λής, γιατί κατά το
    κεφάλαιό της που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης
    απόφασης και στο οποίο, κατ' αρχήν, αναφέ- ρεται ο λόγος αυτός, έχει
    ήδη αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση με την υπ' αριθ. 432/1995 απόφαση
    του Δικαστηρίου τούτου.                      14. Επειδή, το διοικητικό
    εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να αφαιρεθεί από τα ακαθάριστα έσοδα της
    αναιρεσίβλητης, ως παραγω- γική δαπάνη (γενικά έξοδα διαχείρισης, κατ'
    άρθρο 35 παρ. 1 εδ. α' του ν.δ. 3323/1955), κονδύλιο δραχμών 263.310.
    Το κονδύλιο αυτό αντι- στοιχεί στο 1/2 της συνολικής δαπάνης κίνησης
    και συντήρησης επιβατικών Ι.Χ. αυτοκινήτων. Το κονδύλιο αυτό δεν
    αναγνωρίσθηκε από τη φορολογική αρχή με την αιτιολογία, όπως αυτή
    αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "κατά το ποσοστό αυτό δεν
    είναι παραγωγική η δαπάνη αυτή". Το διοικητικό εφετείο, έκρινε ότι η
    πιο πάνω αιτιολογία ήταν αόριστη και, επίσης, ότι η φορολογική αρχή δεν
    προσκόμισε ούτε επιλέσθηκε συγκεκριμένα στοιχεία, (κατά τις διατάξεις
    του άρθρου 57 παρ. 1 - 2 του Κ.Φ.Σ. - ν.δ. 4/1968) πάνω στα οποία να
    θεμελιώνεται η κρίση αυτή, "ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το
    Δικαστήριο" και με τη σκέψη αυτή απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης
    του Δημοσίου. Με επικουρική δε αιτιολογία απέρ- ριψε τον ίδιο λόγο
    έφεσης, με την (επικουρική) σκέψη, κατά την οποία απαραδέκτως με αυτόν
    "διατυπώνεται για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου νέος πραγματικός
    ισχυρισμός, κατά τον οποίο το ποσό της δαπάνης κινήσεως και συντηρήσεως
    των αυτοκινήτων, που δεν αναγνωρίζεται από το φορολογικό έλεγχο,
    αντιστοιχεί στη χρήση των αυτοκινήτων για εξυπηρέτηση οικογενειακών και
    προσωπικών αναγκών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας".
    Οπως προκύπτει από την πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης από-
    φασης, το διοικητικό εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία τον σχετικό
    λόγο της έφεσης του Δημοσίου, κρίνοντας ότι από τα τη- ρούμενα από την
    αναιρεσίβλητη στοιχεία αποδεικνυόταν η παραγω- γικότητα της σχετικής
    δαπάνης (μέρος της οποίας (το 1/2) είχε άλ- λωστε αναγνωρίσει η
    φορολογική αρχή), και ότι δεν ανταποδείχθηκε από τη φορολογική αρχή η
    μη παραγωγικότητα του (μη αναγνωρι- σθέντος από τη φορολογική αρχή)
    υπολοίπου 1/2 της δαπάνης αυτής. Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως, με τον
    οποίο προβάλλεται ότι αντι- στράφηκε το βάρος της αποδείξεως της
    παραγωγικότητας της πιο πάνω δαπάνης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος,
    γιατί, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπήρξε τέτοια αντιστροφή σε βάρος της
    φορολο- γικής αρχής. Αρκούσης δε της πιο πάνω κύριας αιτιολογίας προς
    στήριξη της απόρριψης του λόγου της έφεσης του Δημοσίου, είναι
    αλυσιτελής η έρευνα για το βάσιμο του άλλου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος
    στρέφεται κατά της επικουρικής  αιτιολογίας της προσβαλ- λόμενης
    απόφασης για το απαράδεκτο της προβολής του προπερι- γραφόμενου
    ισχυρισμού του Δημοσίου κατ' έφεση.

      15. Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Σ. (ν.δ. 4/1968)
    "Επί παροχής υπηρεσιών υπό του ασκούντος ελευθέριον επάγγελμα εκδίδεται
    εις πάσαν περίπτωσιν θεωρημένον δελτίον πα- ροχής υπηρεσιών, εν τω
    οποίω αναγράφεται πλην των άλλων ενδεί- ξεων το ονοματεπώνυμον και η
    διεύθυνσις του πελάτου και διακεκρι- μένως το ποσόν της αμοιβής και το
    ποσόν των δαπανών, αι οποίαι ενηργήθησαν διά λογαριασμόν του πελάτου".
    Κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος η διάταξη αυτή αναφέρεται στην
    είσπραξη αμοιβής των ασκούντων ελεύθερον επάγγελμα, μεταξύ των οποίων
    και οι δικηγόροι (άρθρο 45 παρ. 1 ν.δ. 3323/1955), για παροχή νομικών ή
    δικηγορικών υπηρεσιών, και όχι στην είσπραξη από το δικηγόρο της κατ'
    άρθρο 94 του Κώδικος Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) αποζημίω- σης λόγω
    καταγγελίας της μετ' αυτού σύμβασης παροχής υπηρεσιών με πάγια
    αντιμισθία, γιατί η αποζημίωση αυτή, δεν καταβάλλεται για "παροχή
    υπηρεσιών", όπως απαιτείται για την υπαγωγή της στην πιο πάνω διάταξη.
    Συνεπώς, κατά την γνώμη του Τμήματος στην περί- πτωση αυτή, της
    καταβολής δηλαδή αποζημίωσης σε δικηγόρο κατ' άρθρο 94 του ν.δ.
    3026/1954, για την οποία δεν προβλέπεται υπό του Κ.Φ.Σ. (ν.δ. 4/1968) η
    έκδοση (ειδικού) αποδεικτικού στοιχείου, έχει πεδίο εφαρμογής η διάταξη
    της παρ. 1 του άρθρου 34 του ίδιου Κ.Φ.Σ. και υπάρχει υποχρέωση έκδοσης
    της αναφερόμενης στο άρθρο αυτό απόδειξης. Λόγω όμως της σπουδαιότητας
    του πιο πάνω ζη- τήματος, που τίθεται και στην παρούσα υπόθεση, ενόψει
    της έκπτω- σης κονδυλίου δαπάνης δραχμών 450.000 - που αφορά στην
    καταβο- λή αποζημίωσης κατ' άρθρο 94 του ν.δ. 3026/1954 στον
    αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση δικηγόρο, για την καταβολή της
    οποίας εκδόθηκε απόδειξη του άρθρου 34 παρ. 1 του πιο πάνω Κ.Φ.Σ. και
    όχι θεωρημένο δελτίο παροχής υπηρεσιών, κατ' άρθρο 31 παρ.  1 αυτού,
    όπως απαίτησε για την έκπτωσή του ο Οικονομικός Εφορος, καθώς και της
    ύπαρξης αντίθετης νομολογίας υπό τις ομοίου, κατά τούτο, περιεχομένου
    διατάξεις του προγενέστερου Κ.Φ.Σ. (Β.Δ. 27.4. 1956 - ΦΕΚ 116 τ.Α) (ΣτΕ
    681/1977) το Τμήμα κρίνει ότι το ζήτημα αυτό, καθώς και η υπόθεση κατά
    το αντίστοιχο μέρος της, πρέπει να παραπεμφθεί στο Τμήμα με επταμελή
    σύνθεση, κατ' άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 "κωδικοποίηση διατάξεων
    νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας" (ΦΕΚ 8 τ.Α') και να ορισθεί
    εισηγητής για την ανάπτυξη της γνώμης του Τμήματος ο σύμβουλος Φ.
    Στεργιόπουλος.

      16. Επειδή, το άρθρο 16α του Ν.Δ. 3323/1955, όπως αρχι- κά προστέθηκε
    με το άρθρο 4 του Ν.Δ. 4444/1964 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το
    άρθρο 2 του Ν.Δ. 398/1969, προέβλεψε στην παρ. Ι την υποχρέωση, μεταξύ
    άλλων, και των εταιρειών περιορισμέ- νης ευθύνης να υποβάλλουν στον
    Οικονομικό Εφορο της έδρας τους δήλωση για τα αποτελέσματα που
    προέκυψαν κατά τη διαχειριστική περίοδο που έληξε και για την κατανομή
    των κερδών και ζημιών με- ταξύ των εταίρων, η οποία (δήλωση) πρέπει να
    υποβάλλεται μέσα σ' ένα μήνα από την έγκριση του ισολογισμού τους. Η
    παρ. 2 όρισε ότι ο Οικονομικός Εφορος της έδρας της εταιρείας
    προβαίνει, μετά από έλεγχο, στην έκδοση και κοινοποίηση στην εταιρεία
    πράξης προσδιορισμού αποτελεσμάτων χωρίς να καταλογίσει φόρο, ότι τα
    προσδιοριζόμενα αποτελέσματα με βάση οριστική απόφαση του φο- ρολογικού
    Πρωτοδικείου ή μετά από διοικητική επίλυση της διαφο- ράς ή λόγω του
    ότι δεν ασκήθηκε προσφυγή δεν μπορούν να τα αμφισβητήσουν τα μέλη της
    εταιρείας και ότι τα αποτελέσματα αυτά ανακοινώνεται αμέσως στους
    αρμόδιους για την επιβολή της φορο- λογίας εισοδήματος των εταίρων
    Οικονομικούς Εφόρους, οι οποίοι το λαμβάνουν υπόψη κατά τον καθορισμό
    του φόρου (και του πρό- σθετου φόρου) που αναλογεί πάνω στο συνολικό
    εισόδημα των υπόχρεων.

      17. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, τα καθαρά κέρδη των
    Ε.Π.Ε., ομόρρυθμων εταιρειών κλπ., που αναλο- γούν σε εταίρο τους -
    ανώνυμη εταιρεία, προστίθενται κατά πάσα πε- ρίπτωση στα υπόλοιπα
    φορολογητέα εισοδήματά της και φορολο- γούνται βάσει των διατάξεων του
    άρθρου 10 παρ. Ι εδ. α' του Ν.Δ. 3843/1958. Ετσι, οι διατάξεις αυτές
    του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/ 1955, οι οποίες για πρώτη φορά
    θεσπίστηκαν με το άρθρο 4 του Ν.Δ. 4444/1964, τροποποίησαν κατά τούτο
    τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν.Δ. 3843/1958 κατά το οποίο στα
    ακαθάριστα έσοδα των κατά την προηγούμενη παρ. Ι του άρθρου αυτού
    προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι ανώνυμες εταιρίες, περιλαμβάνεται
    πλην άλλων και το εισόδημα από τη συμμετοχή σε άλλες εμπορικές γενικά
    επιχειρήσεις και συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι στα ακαθάριστα έσοδα
    δεν πε- ριλαμβάνονται πλέον και τα καθαρά κέρδη από τη συμμετοχή σε
    Ε.Π.Ε., ομόρρυθμη εταιρεία κλπ., αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τα
    καθαρά αυτά κέρδη προστίθενται στα φορολογητέα εισοδήματα του εταίρου
    και φορολογούνται κατά τις κείμενες διατάξεις.                 18.
    Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το διοικητικό
    εφετείο προσέθεσε το ποσό των δραχμών 1.345., που προέρχεται από κέρδη
    της αναιρεσίβλητης από τη συμμε- τοχή της στην Ε.Π.Ε. "ΑΘΗΝΑ", στα
    καθαρά κέρδη της αναιρε- σίβλητης, όπως άλλωστε είχε πράξει και το
    διοικητικό πρωτοδικείο. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο
    υποστηρίζεται ότι παρά το νόμο το πιο πάνω ποσό περιελήφθη στα
    ακαθάριστα και όχι στα καθαρά κέρδη της αναιρεσίβλητης, πρέπει ν'
    απορριφθεί, γιατί στη- ρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

      19. Επειδή, με την απόφαση 432/1995 του Δικαστηρίου τούτου έχει ήδη
    αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος της που αφορά τον
    συμψηφισμό (αφαίρεση) του φόρου που παρακρατήθηκε κατά την πληρωμή σ'
    αυτήν μερισμάτων από μετοχές άλλων ελληνικών ανωνύμων εταιρειών
    εισηγμένων στο Χρηματιστή- ριο ή ονομαστικών μετοχών μη εισηγμένων στο
    Χρηματιστήριο ύψους δραχμών 12.862.551 στο φόρο που οφείλει η ίδια κατά
    τις γενι- κές διατάξεις. Υστερα από την αναίρεση του πιο πάνω μέρους
    της, έχουν συναναιρεθεί και τα περαιτέρω μέρη της ίδιας απόφασης, με τα
    οποία κρίθηκε ότι εφόσον το πιο πάνω ποσό φόρου (των δραχμών
    12.862.551) είναι μεγαλύτερο από το φόρο που αναλογεί στα φορολογητέα
    κατά τις γενικές διατάξεις κέρδη της αναιρεσίβλητης (δραχμές 9.485.636)
    δεν μπορεί να επιβληθεί σε βάρος της πρόσθετος φόρος, κατ' άρθρα 16 του
    ν.δ. 3843/1958 και 67 παρ. 2 του ν.δ. 3323/ 1955, ούτε χρηματική ποινή,
    κατ' άρθρο 8 του ν.δ. 4242/1962. Ενόψει τούτου οι τελευταίοι λόγοι
    αναιρέσεως, που στρέφονται κατά των μερών αυτών της προσβαλλόμενης
    απόφασης πρέπει ν' απορριφθούν ως αλυσιτελείς.

      20. Επειδή, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τα πιο
    πάνω μέρη της, η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το
    πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί κατά τα ίδια μέρη της στο ίδιο
    δικαστήριο για νέα κρίση.

      Δ ι ά  τ α ύ τ α

      Δέχεται εν μέρει την κρινόμενη αίτηση.

      Αναιρεί εν μέρει την απόφαση 2268/1987 του Διοικητι- κού Εφετείου
    Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη
    της, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

      Παραπέμπει το αναφερόμενο στο σκεπτικό ζήτημα κα- θώς και την υπόθεση
    κατά το αντίστοιχο μέρος της στο Τμήμα με επταμελή σύνθεση και

      Ορίζει εισηγητή τον σύμβουλο Φ. Στεργιόπουλο και δι- κάσιμο την 2αν
    Απριλίου 1997.

      Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 1995 και στις 14
    Απριλίου 1995

                  Ο Προεδρεύων Σύμβουλος     Η Γραμματέας

                    Ηλ. Παπαγεωργίου            Δ. Μουζάκη

      και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου
    1997.

                   Ο Προεδρεύων Σύμβουλος        Η Γραμματέας

                    Ηλ. Παπαγεωργίου            Π. Στεργιοπούλου




Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ/1995 (1), ΔΔΙΚΗ/1995 (985)
    Φορολογία εισοδήματος ανωνύμων εταιρειών. Ποσά εκπιπτόμενα από τα
    ακαθάριστα έξοδα αφορώντα έξοδα κοινωνικής παραστάσεως, μικροδωρεές και
    μικροβοηθήματα, εφόσον κρίνονται εύλογα. Εξοδα για δεξιώσεις και
    μικροδωρεές ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας. Προσδιορισμός εσόδων
    απαλλασσομένων από το φόρο. Χρησιμοποίηση της μεθόδου του επιμερισμού.
    Αποσβέσεις εγκαταστάσεων και εφαρμοστέοι συντελεστές. Φορολόγηση
    διανεμομένου μερίσματος. Μερικά δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.





     Ε.Ο.

     Αριθμός 432/1995

     ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

     ΤΜΗΜΑ Β'

                     Συνεδρίασε δημόσια στο  ακροατήριό  του  στις  9  Νοεμ
     βρίου  1994,  με την εξής σύνθεση : Σ. Γιάγκας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος
     του Β' Τμήματος,  Φ.   Στεργιόπουλος,  Σ.   Καραλής,  Σύμβου  λοι,  Π.
     Κοτσώνης,  Ε.   Αναγνωστοπούλου, Πάρεδροι.  Γραμματέας η Μ. Μπερδεμπέ,
     Γραμματέας του Β' Τμήματος.

     Γ ι α να δικάσει την από 29 Δεκεμβρίου 1987 αίτηση :

                     τ η ς Ανώνυμης  Εταιρείας  Γενικών  Ασφαλειών  με  την
     επωνυμία  "Η  ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Καραγεώργη Σερβίας
     αριθμός 8, η οποία παρέστη με την δικηγόρο Δημ. Προβίδου (Α.Μ.  1981),
     που την διόρισε ειδικό πληρεξούσιο,

                     κ α τ ά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη  με
     τον Δημ. Παπαδόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

                     Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα Εταιρεία επι διώκει
     να  αναιρεθεί  η υπ' αριθμ. 2268/1987 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου
     Αθηνών.

                     Η εκδίκαση άρχισε με την  ανάγνωση  της  εκθέσεως  του
     Εισηγητού, Συμβούλου Φ. Στεργιόπουλου.

                     Κατόπιν  το  δικαστήριο  άκουσε  την  πληρεξούσια  της
     αναιρεσείουσας  Εταιρείας,  η  οποία  ανέπτυξε  και   προφορικά   τους
     προβαλλόμενους  λόγους  αναιρέσεως  και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση
     και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

                     Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το  δικαστήριο  συνήλθε  σε
     διάσκεψη, σε αίθουσα του δικαστηρίου  κ α ι

     Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

     Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

                     1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της
     οποίας καταβλήθηκαν  τα  κατά  νόμον  τέλη  (διπλότυπα  είσπραξης  του
     Ταμείου Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών υπ' αριθ. 4385289 και 4385290 του
     έτους 1988) και το παράβολο (διπλότυπο είσπραξης του ίδιου Ταμείου υπ'
     αριθ.  4385291  του  έτους 1988), ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της
     απόφασης 2268/1987 του  Διοικητικού  Εφετείου  Αθηνών,  με  την  οποία
     συνεκδικάσθηκαν  και  έγιναν  εν  μέρει  δεκτές αντί θετες εφέσεις του
     Δημοσίου και της αναιρεσειούσης εταιρείας κατά της απόφασης  1962/1985
     του  Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει
     δεκτή προσφυγή της  τελευταίας  κατά  του  υπ'  αριθ.  71/1981  φύλλου
     ελέγχου  φορολογίας  εισοδήματος  οι  κονομικού  έτους  1976, που είχε
     εκδοθεί από τον Οικονομικό Εφορο Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών.

                     2.  Επειδή, κατά την περ. θ της παρ. 1 του  άρθρου  35
     του  ν.δ.  3323/1955,  το οποίο έχει εφαρμογή και στη φορολογία εισοδή
     ματος ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών κατ' άρθρο 8 παρ. 3 του  ν.δ.  3843/
     1958,  από  τα ακαθάριστα έσοδα των εμπορικών επιχειρήσεων εκπίπονται,
     για  την  εξεύρεση  του  καθαρού  εισοδήματός  τους,   τα   μικροέξοδα
     κοινωνικής  παραστάσεως  της  επιχειρήσεως,  οι  μικρο  δωρεές  και τα
     μικροβοηθήματά της, κατά το ποσό που αυτά κρίνονται εύλογα και ανάλογα
     με την φύση της επιχειρήσεως και τον κύκλο των εργασιών της, η έκπτωση
     δε αυτή γίνεται και χωρίς απόδειξη πληρωμής.

                     3.  Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση,  τα  ακαθάριστα
     έσοδα  και  τα  καθαρά κέρδη της αναιρεσειούσης, ασφαλιστικής ανώνυμης
     εταιρείας, καθορίσθηκαν από το διοικητικό εφετείο,  όπως  και  από  το
     διοικητικό  πρωτοδικείο,  λογιστικώς  με  βάση  τα τηρούμενα από αυτήν
     βιβλία και στοιχεία Β' κατηγορίας του Κ.Φ.Σ.  (ν.δ.  4/1968),  με  την
     προσθήκη στα αποτελέσματα που προέκυπταν από αυτά ορισμένων κονδυλίων,
     ως  λογιστικών  διαφορών,  μεταξύ  των  οποίων  και  η ακόλουθη : Οπως
     αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση,  η  αιτούσα  διέθεσε  κατά  την
     ένδικη χρήση (1/1-31/12-1975), "μεταξύ άλ λων, και τα ποσά των δραχμών
     198.880  και 150.000 για έξοδα δεξιώσεως και μικροδωρεές (σε είδος και
     σε χρήμα) προς διάφορα πρόσωπα (κατά τις διευκρινίσεις της ίδιας  προς
     στελέχη  της)  και τον σύλλογο υπαλλήλων της".  Τα πιο πάνω ποσά, κατά
     την κρίση του διοικητικού εφετείου εμπίπτουν  στην  παρατιθέμενη  στην
     προηγούμενη   σκέψη  διάταξη  και  εκπίπτονται  "κατ'  αρχήν,  από  τα
     ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως ανεξάρτητα  από  την  παραγωγικότητά
     τους  ή  όχι".  Με τη σκέψη αυτή το διοικητικό εφετείο έκρινε εκπεστέο
     ολόκληρο το δεύτερο κονδύλιο, που αφορούσε δωρεά προς το  σύλλογο  των
     υπαλλήλων  της  αιτούσης,  έκρινε όμως υπερ βολικό το ποσό των δραχμών
     198.880, που διατέθηκαν για την πραγματοποίηση δεξίωσης και  για  δώρα
     (σε  είδος  και σε χρήμα) σε διάφορα πρόσωπα και περιόρισε το εκπεστέο
     ποσό σε δραχμές 100.000 που έκρινε ως  εύλογο  και  ανάλογο  προς  τον
     κύκλο  εργασιών  της  αιτούσης.  Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά τον
     οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς  αιτιολογημένη  ως  προς
     τον   περιορισμό  του  ως  άνω  κονδυλίου,  δεν  πλήττεται  ειδικώς  η
     προαναφερόμενη αιτιολογία, στην  οποία  και  περιγραφή  των  κονδυλίων
     γίνεται  και  δεν  ερευνάται  η  παραγωγικότητά  τους,  όπως εσφαλμένα
     υπολαμβάνει  η  αιτούσα  εταιρεία.   Συνεπώς,  ο  πρώτος  αυτός  λόγος
     αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

                     4.  Επειδή, με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 35 του
     ν.δ.  3323/1955, που προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου  5  του  ν.δ.
     4444/1964,  ορίζεται  ότι  σε περίπτωση κατά την οποία στα ακαθά ριστα
     έσοδα της επιχειρήσεως περιλαμβάνονται και έσοδα που απαλλάσσονται από
     το φόρο εισοδήματος,  για  τον  υπολογισμό  του  καθαρού  κέρδους  της
     επιχειρήσεως  που  υπόκειται  σε  φόρο, το συνολικό ύψος των εκπεστέων
     δαπανών της μειώνεται κατά το ποσό το οποίο αφορούν  τα  απαλλασσόμενα
     από  τη  φορολογία  έσοδα  και ότι αν το ποσοστό των τελευταίων τούτων
     δαπανών δεν μπορεί να προσδιορισθεί, τότε εξευρίσκεται  με  επιμερισμό
     κατ'  αναλογία του συνολικού ποσού των δαπανών, μεταξύ των υποκειμένων
     στη φορολογία ακαθαρίστων εσόδων και των απαλλασσομένων.

                     5.  Επειδή, όπως  αναφέρεται  στην  προσβαλλόμενη  από
     φαση,  η  ίδια  η  αναιρεσείουσα  ήδη  εταιρεία,  που  έχει  και έσοδα
     απαλλασσόμενα από το φόρο, εφαρμόζει την μέθοδο του επιμερισμού για να
     καθορίσει το μέρος των δαπανών της που αντιστοιχεί  στα  απαλλασσόμενα
     αυτά  έσοδα,  "πράγμα  που  σημαίνει ότι η ίδια αναγνωρίζει ότι από τα
     βιβλία και  στοιχεία  της,  όπως  τηρούνται,  υπάρ  χει  αντικειμενική
     αδυναμία  διαχωρισμού  των  δαπανών".   Ενόψει  τού  των το διοικητικό
     εφετείο  έκρινε  ότι  κονδύλια  που  αφορούν  α)  τις  αποσβέσεις  της
     κτηματικής   της   περιουσίας   (δραχμές   15.993.823)  β)  αποσβέσεις
     εγκαταστάσεων (δραχμές 5.536.350) και  γ)  τεκμαρτό  μίσθωμα  (δραχμές
     3.221.496)  πρέπει  να  επιμερισθούν,  γιατί  και  οι  δαπάνες  αυτές,
     ανεξαρτήτως  του  λογιστικού  χαρακτηρισμού  τους,  δεν   μπορούν   να
     θεωρηθούν  ότι βαρύνουν αποκλειστικά τα υποκείμενα σε φόρο εισοδήματος
     ακαθάριστα έσοδα και πρέπει να γίνει επιμερισμός  τους.  Με  τη  σκέψη
     αυτή  δέχθηκε  σχετικό λόγο της έφεσης του Δημοσίου, κατ' απόρριψη των
     ισχυρισμών της αιτούσης, κατά τους οποίους οι  δύο  πρώτες  δεν  είναι
     γενικά   έξοδα  διαχειρίσεως  (έμμεσες  δαπάνες),  αλλά  ειδικά  έξοδα
     διαχείρισης των κτιρίων και  των  εγκαταστάσεων,  η  δε  τρίτη  "είναι
     πλασματική δαπάνη, που εξου δετερώνεται από ισόποση πίστωση των εσόδων
     και  συνεπώς  εκμηδενίζεται".  Κατ' ακολουθία της κρίσης του αυτής, το
     διοικ.  εφετείο έκρινε περαιτέρω  ότι  ορθώς  δεν  αναγνωρίσθηκε  προς
     έκπτωση  το  κονδύλιο  που  αναλογεί  στα απαλλασσόμενα έσοδα (δραχμές
     384.175).  Η πιο πάνω κρίση του  διοικητικού  εφετείου  είναι  νομίμως
     αιτιολο  γημένη,  γιατί  οι  σχετικές δαπάνες, όπως περιγράφονται στην
     προσβαλλόμενη απόφαση,  είναι  γενικά  έξοδα  διαχειρίσεως,  προσδιορι
     ζόμενα  από  το  νόμο κατ' ειδικό τρόπο και δεν προσήκουν, από τη φύση
     τους, μόνο στα φορολογητέα έσοδα. Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται
     με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα.

                     6. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι οι
     ισχυρισμοί της αιτούσης εταιρείας, κατά τους οποίους κονδύλιο  δραχμών
     131.491  (αναλυόμενο  σε  τρία επί μέρους κονδύλια) "δεν είναι δαπάνες
     διαφημίσεως, αφού διατέθηκαν, αντίστοιχα, για την εκτύπωση  και  αγορά
     ευχετηρίων  καρτών  και  για  την  αλλαγή  και  τοποθέτη  ση  φωτεινής
     επιγραφής,  πρέπει  ν'  απορριφθούν  ως  αναπόδεικτοι,  γιατί   κανένα
     αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίστηκε προς θεμελίω σή τους. Αντίθετα,
     από  τις  αιτιολογίες  των σχετικών εγγραφών που αναφέρθηκαν προκύπτει
     σαφώς  ότι  όλες  οι  παραπάνω  δαπάνες  είναι  δαπάνες   διαφημίσεως,
     υποκείμενες  στα οικεία δημοτικά τέλη των άρθρων 15 και 16 του από 24/
     9-20/10/1958 Β.Δ/τος".  Οπως προκύπτει από την πιο πάνω αιτιολογία, το
     διοικητικό εφετείο εξέτασε και απέρριψε, τους αναφερόμενους  στη  φύση
     των  δαπανών  αυτών  ισχυρισμούς  της  αιτούσης,  οι  οποίοι, άλλωστε,
     παρατίθενται στην προσ βαλλόμενη απόφαση, η  αιτιολογία  δε  αυτή  δεν
     πλήσσεται  με την κρινόμενη αίτηση. Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως, με τον
     οποίο προβάλλεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν  εξετάσθηκαν  από  το
     διοι  κητικό  εφετείο  οι πιο πάνω ισχυρισμοί, πρέπει ν' απορριφθεί ως
     αβάσιμος.

                     7.  Επειδή, στο άρθρο 35 παρ. 1 εδ. στ του Ν.Δ.  3323/
     1955 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν.Δ. 1077/1971), ορίζεται
     ότι από το ακαθάριστο εισόδημα εκπίπτονται "αι δι' οριστικών εγ γραφών
     και, κατά τους ειδικούς  δι'  εκάστην  επιχείρησιν  όρους,  αποσβέσεις
     φθοράς συναφών τη επιχειρήσει εγκατάστασεων πάσης φύσεως ή μηχανημάτων
     ή  φθαρτού υλικού και πάσης γενικώς κινη τής ή ακινήτου περιουσίας της
     επιχειρήσεως". Εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ/τος  88/1973  "περί
     καθορισμού  συντελεστών  αποσβέ  σεων"  (φ.   Α' 153) ορίζεται ότι "Τα
     ποσοστά  αποσβέσεως  της  αξίας  των   κτιριακών   εγκαταστάσεων   και
     οικοδομημάτων  ορίζονται  ως  ακολούθως  : α) Επί οικοδομών ή τμημάτων
     τούτων, χρησιμοποιουμέ  νων  υπό  ξενοδοχείων,  κλινικών,  σανατορίων,
     εκπαιδευτηρίων  και καταστημάτων εξυπηρετήσεως του κοινού εν γένει εις
     οκτώ επί τοις εκατόν (8%) ... γ)  Επί  οικοδομών  ή  τμημάτων  τούτων,
     χρησιμοποιουμένων  υπό  των  λοιπών  επιχειρήσεων,  εις πέντε επί τοις
     εκατόν  (5%)  ...   ε)  επί  βιομηχανοστασίων,  των  παραρτημάτων  και
     παρακολου θηματικών τούτων, ως και των μετ' αυτών συνεχομένων αποθηκών
     προς  αποθήκευσιν  πρώτων υλών και πρώτην εναπόθεσιν των βιομη χανικών
     προϊόντων, ως ταύτα νοούνται υπό της διατάξεως της  παραγράφου  4  του
     άρθρου  18  του  Ν.Δ.   3323/1955, εις οκτώ επί τοις εκατόν (8%) ...".
     Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του εδαφίου α της  παρ.   1  του
     άρθρου  2  του Π.Δ. 88/1973, ως τμήματα οικοδομών που χρησιμοποιούνται
     από καταστήματα εξυπηρέτησης του κοινού θεωρούνται όλοι οι  χώροι  που
     εξυπηρετούν τα καταστήματα αυτά, όπως είναι τα γραφεία και οι αποθήκες
     αυτών.

                     8.   Επειδή, στην προκείμενη υπόθεση, με την προσβαλλό
     μενη απόφαση έγινε δεκτό, ότι η αναιρεσείουσα, για την  διεξαγωγή  των
     ασφαλιστικών εργασιών της διαθέτει ιδιόκτητες κτιριακές εγκα ταστάσεις
     συνολικής ωφέλιμης επιφάνειας 4.623 τ.μ. και ότι, ως εκ της φύσεως και
     του  αντικειμένου  των εργασιών της, η αναιρε σείουσα συναλλάσσεται με
     ευρύ  κοινό  και  αποβλέπει  στην  πραγματοποίηση   κέρδους   με   την
     εξυπηρέτησή  του.   Περαιτέρω,  όπως  προκύ πτει από την προσβαλλόμενη
     απόφασή  του,  το  δευτεροβάθμιο  δικαστήριο  έκρινε  ότι  πρέπει   να
     υπολογισθεί  με μειωμένο συντελεστή 5% (αντί του 8%, με τον οποίο είχε
     υπολογίσει τις αποσβέσεις των χώρων αυτών η αιτούσα) η νόμιμη απόσβεση
     για τους χώρους μηχανο στασίου  ανελκυστήρων  και  πύργου  ψύξης,  του
     μηχανοστασίου και υποσταθμού της Δ.Ε.Η., της μηχανογραφικής υπηρεσίας,
     της  βιβλιοθήκης, της αιθούσης συμβουλίων και του γραφείου του γενικού
     διευθυντού, με την αιτιολογία  ότι  για  την  εφαρμογή  των  ηυξημένων
     συντελεστών αποσβέσεων επί κτιριακών εγκαταστάσεων πρέπει, σύμ φωνα με
     τις  παραπάνω  διατάξεις,  οι  εγκαταστάσεις αυτές να χρησιμοποιούνται
     αμέσως και αποκλειστικώς ως ξενοδοχεία ή ως κατα στήματα εξυπηρετήσεως
     του κοινού και ότι  οι  παραπάνω  χώροι  εξυ  πηρετούν  την  εσωτερική
     λειτουργία της αναιρεσειούσης ή είναι χώροι εργασίας αποκλειστικώς του
     προσωπικού  της.   Η αιτιολογία όμως αυτή, με την οποία έγινε προσθήκη
     της σχετικής διαφοράς εκ δραχμών 493.292  δεν  είναι,  σύμφωνα  με  τα
     εκτιθέμενα  στην  προηγούμενη  σκέψη,  νόμιμη  και  γι'  αυτό το λόγο,
     προβαλλόμενο  με  την  υπό  κρίση  αίτηση  πρέπει   να   αναιρεθεί   η
     προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό.

                     9.   Επειδή,  κατά το άρθρο 4 του ν.δ. 3843/1958, όπως
     ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 9 του ν. 1473/1984 (Φ. Α'  127),
     φορολογητέο  με  φόρο  εισοδήματος  στο  όνομα  της  ημεδαπής ανώνυμης
     εταιρίας είναι το τμήμα των κερδών της που απομένει μετά την  αφαίρεση
     από  τα  κέρδη,  μεταξύ άλλων, του μερίσματος που διανεμήθηκε από αυτή
     στους μετόχους της. Κατά δε την παρ. 6 του άρθρου 15 του  ίδιου  ν.δ.,
     που  προστέθηκε  με  το  άρθρο  8  του  ν.δ. 250/1973, όπως ίσχυς πριν
     τροποποιηθεί με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 21 του ν.  1160/1981  (φ.
     Α'  147),  η  οποία  δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ΣτΕ 579/
     1986, πρβλ. 2661/1991) "εις περίπτωσιν καθ' ην εις τα καθαρά κέρδη της
     ημεδαπής  ανωνύμου  εταιρείας  περι   λαμβάνονται   και   τοιαύτα   μη
     φορολογούμενα επ' ονόματι ταύτης, διά τον υπολογισμόν του φορολογητέου
     επ'  ονόματι  της  ανωνύμου εταιρείας εισοδήματος, τα διανεμόμενα καθ'
     οιονδήποτε τρόπον κέρδη θεωρούνται προερχόμενα κατ' αναλογίαν  εκ  των
     φορολογουμένων  και  αφορολογήτων  κερδών  της ανωνύμου εταιρείας". Εξ
     άλλου, κατά την παρ.  1  του  άρθρου  10  του  αν.ν.   148/1967,  όπως
     αντικαταστάθηκε  με  το  άρθρο  18  παρ.   1 του ν. 12/1975.  " 1. Διά
     μερίσματα εκ μετοχών,  κοινών  ή  προνομιούχων,  ισχύει  το  ακόλουθον
     φορολογικόν  κα  θεστώς  :  α)  Επιβάλλεται φόρος επί του διανεμομένου
     μερίσματος  εκ  ποσοστού  τριάκοντα  τρία  επί  τοις   εκατόν   (33%),
     προκειμένου περί μετοχών εισηγμένων εις το Χρηματιστήριον τέσσαρας (4)
     τουλάχι  στον  μήνας  προ της λήξεως της χρήσεως, εις ην αναφέρεται το
     μέρισμα και τεσσαράκοντα εν επί τοις  εκατόν  (41%)  προκειμένου  περί
     μετοχών  μη  εισηγμένων  εις το Χρηματιστήριον. Ο φόρος παρακρατείται,
     και αποδίδεται εις το Δημόσιον υπό της εταιρείας. β) Ο μέτοχος ο  έχων
     μετοχάς  κατά  τα  ως  άνω  εισηγμένας  εις το Χρηματιστήριον ή ο έχων
     μετοχάς, αίτινες κατέστησαν ονομαστικαί προ της λήξεως της χρήσεως εις
     ην αναφέρεται το μέρισμα και  παραμένουν  ονομαστικαί  καθ'  όλην  την
     διάρκειαν  της  ισχύος του παρόντος, δικαιούται να ζητήση την υπαγωγήν
     του εις τον φόρον εισοδήματος βάσει των γενικώς εν  ισχύϊ  συντελεστών
     φορολογίας  συμπεριλαμβάνων  εν  τη  δηλώσει  αυτού και το εισόδημα εκ
     μετοχών. Η εκ του τρόπου τούτου προκύπτουσα διαφορά υπέρ του  μετόχου,
     έναντι  του  παρακρατηθέντος  υπό  της εταιρείας φόρου, συμψηφίζεται ή
     επιστρέφεται κατά περίπτωσιν (...). γ) Ο μέτοχος  ο  έχων  ανω  νύμους
     μετοχάς  μη  εισηγμένας  εις  το  Χρηματιστήριον  δεν  δικαιούται όπως
     συναθροίση εις την φορολογικήν του δήλωσιν το εισόδημα  εκ  μερισμάτων
     μετά των λοιπών εις φορολογίαν υποκει μένων εισοδημάτων, εξαντλουμένης
     της  φορολογικής υποχρεώσεως του μετόχου διά το εισόδημα εκ μερισμάτων
     διά της παρακρατήσεως του επί τούτων φόρου εισοδήματος. δ)  Η  ως  άνω
     ειδική  φορολογική  μεταχείρισις περιλαμβάνει τα μερίσματα τα κτηθέντα
     από 1ης Ιανουαρίου 1975 έως 31ης Δεκεμβρίου 1976".   Κατά  την  έννοια
     της  παραπάνω διάταξης της παρ. 6 του άρθρου 15 του Ν.Δ. 3843/1958, ως
     κέρδη  που  δεν  φορολογούνται  στο  όνομα  της   ανώνυμης   εταιρίας,
     θεωρούνται  εκείνα  που  δεν  υπόκεινται  καθόλου  σε φόρο, όχι δε και
     εκείνα για τα οποία έχει εξαντληθεί η σχετική  φορολογική  υπο  χρέωση
     της εταιρίας, λόγω παρακράτησης του αναλογούντος στα κέρδη αυτά φόρου,
     δυνάμει  ειδικής  διάταξης, όπως είναι η πιο πάνω διάταξη της περ.  α'
     της παρ. 1 του άρθρου 10 του αν.ν. 148/1968. Συνεπώς,  εάν  η  ανώνυμη
     εταιρία, εκτός από τα κέρδη από την άσκηση επιχείρησης, έχει και κέρδη
     από  μερίσματα μετοχών άλλης ανώνυμης εταιρίας, τα οποία φορολογήθηκαν
     κατά τον παραπάνω  ειδικό  τρόπο,  για  την  εξεύρεση  του  ποσού  που
     φορολογείται  στο  όνομά  της,  το  μέρισμα  που  διανεμήθηκε από αυτή
     μετόχους της πρέπει να εκπεσθεί ολόκληρο από τα κέρδη από  την  άσκηση
     της  επιχείρησης  και  όχι  μόνο κατά το τμήμα αυτού, που επιμεριστικά
     αναλογεί στα κέρδη αυτά, σε σχέση με τα κέρδη από τα μερίσματα μετοχών
     άλλης ανώνυμης εταιρίας.

                     10.  Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το  διοικητικό
     εφετείο  απέρριψε  το  λόγο  της έφεσης της αιτούσης εταιρείας, με τον
     οποίο υποστηριζόταν ότι όχι ορθώς η φορολογική αρχή  και  η  πρωτόδικη
     απόφαση δεν δέχθηκε την αφαίρεση από τα υποκείμενα σε φόρο εισοδήματος
     στο  όνομά  της  κατά τις γενικές διατάξεις καθαρά κέρδη του ποσού των
     δραχμών  2.827.363,  για   το   οποίο,   προερχόμενο   από   μερίσματα
     (ονομαστικών) μετοχών μη εισηγμένων στο χρημα τιστήριο είχε εξαντληθεί
     η  φορολογική  υποχρέωση  με την παρακράτηση του φόρου στην πηγή. Κατά
     την κρίση του διοικητικού εφετείου, ο πιο πάνω λόγος  της  έφεσης  της
     αναιρεσειούσης  έπρεπε  ν' απορριφθεί "γιατί ανεξάρτητα από το γεγονός
     ότι δε νοείται διαχωρισμός και αυτούσια διανομή στους μετόχους της των
     παραπάνω μερισμάτων, από την οικεία διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδαφ.
     β' του Α.Ν. 148/1967, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν.   12/
     1975,   δεν  παρέχεται  ευχέρεια  απομονώσεως  μέρους  των  μερισμάτων
     ονομαστικών μετοχών άλλων ανωνύμων εταιρειών και δια νομής  των  στους
     μετόχους  της  ξεχωριστά  από  τη  διανομή σ' αυτούς μερισμάτων από τα
     λοιπά εισοδήματα ή κέρδη της". Η κρίση αυτή του διοικητικού  εφετείου,
     που  έχει  την  έννοια  ότι  το πιο πάνω ποσό μερισμάτων δεν μπορεί να
     απομονωθεί ώστε να μη θεωρηθεί ότι  δια  νεμήθηκε  επιμεριστικά  στους
     μετόχους  της αιτούσης, είναι πλημ μελώς αιτιολογημένη, σύμφωνα με όσα
     αναφέρθηκαν στην προηγούμενη  σκέψη,  σύμφωνα  με  την  οποία  από  τα
     φορολογούμενα  στο  όνο  μα  της  ανώνυμης  εταιρείας κέρδη εκπίπτεται
     (αφαιρείται) το εν λόγω ποσό μερισμάτων ολόκληρο από τα κέρδη  εκ  της
     ασκήσεως  της  επιχείρησης  και  όχι  μόνο  κατά  το  τμήμα αυτού, που
     επιμεριστικά αναλογεί στα κέρδη αυτά, σε σχέση με  τα  κέρδη  από  τις
     μετοχές των άλλων ανωνύμων εταιρειών. Για το λόγο αυτό, που βάσιμα προ
     βάλλεται  με  την  κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να
     αναιρεθεί και κατά το μέρος αυτό.

                     11.  Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο λόγος της
     έφεσης της αιτούσης εταιρείας  με  τον  οποίο  υποστηριζόταν  ότι  δεν
     αποκλειόταν  να  υποβληθεί  δήλωση και να φορολογηθεί κατά τις γενικές
     διατάξεις μέρος  μόνον  των  μερισμάτων  από  μετοχές  άλλων  ανωνύμων
     εταιρειών  εισηγμένων  στο  χρηματιστήριο, απορρίφθηκε με τη σκέψη ότι
     "το εδάφιο β' του  άρθρου  10  Α.Ν.   148/1967  παρέχει  την  ευχέρεια
     επιλογής του τρόπου φορολογίας (κατά τις ειδικές ή γε νικές διατάξεις)
     για  το  σύνολο  του  εισοδήματος εκ μετοχών και όχι για ένα μέρος του
     εισοδήματος αυτού". Με τη σκέψη αυτή έκρινε περαιτέρω ότι όχι νόμιμα η
     αιτούσα εταιρεία (δεν εδήλωσε και) δεν συνυπολόγισε στα  φορολογούμενα
     κατά  τις γενικές διατάξεις κέρδη της κονδύλιο δραχμών 13.507.612, που
     αποτελούσε μέρος εισπραχθέντων από αυτήν μερισμάτων μετοχών εισηγμένων
     στο Χρηματιστήριο ιδιοκτησίας της  αιτούσης,  το  οποίο  η  ίδια  είχε
     επιλέξει  να  φορολογηθεί  αυτοτελώς. Η πιο πάνω κρίση του διοικητικού
     εφε τείου δεν είναι νόμιμη, γιατί από τις παρατιθέμενες σε προηγούμενη
     διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 του αν. ν. 148/1967, όπως αυτές  ίσχυαν
     κατά  την  ένδικη  χρήση, (πριν από την αντικατάσταση των παρ. 1 και 2
     του πιο πάνω άρθρου 10 με το άρθρο 15 του ν. 542/1977, ΦΕΚ  41  τ.Α'),
     δεν  αποκλειόταν  στο  φορολογούμενο,  καθόσον  αφορά τα μερίσματα από
     μετοχές της περ. β της παρ. 1 του άρθρου 10 του πιο πάνω  αν.   νόμου,
     να  υπαγάγει  στον ειδικό τρόπο φορολόγησης μέρος μόνον των μερισμάτων
     αυτών, και, συνεπώς, ενόψει της εξάντλησης της φορολογικής  υποχρέωσης
     ως  προς το μέρος αυτό, να περιλάβει στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος
     και να συναθροίσει με τα λοιπά εισοδήματά του το  υπόλοιπο  μέρος  των
     μερισμάτων,   για   να  υπαχθεί,  με  τα  λοιπά  εισοδήματα,  σε  φόρο
     εισοδήματος  κατά  τις  γενικές   διατάξεις.    Κατ'   ακολουθίαν,   η
     προσβαλλόμενη  απόφαση  πρέπει ν' αναιρεθεί και κατά το πιο πάνω μέρος
     της κατά το βάσιμο σχετικό λόγο αναιρέσεως.

                     12.  Επειδή, κατ' ακολουθία όσων δέχθηκε για τα αμέσως
     προηγούμενα κονδύλια των δραχμών  2.827.363  και  13.507.612  το  διοι
     κητικό εφετείο έκρινε, επικαλούμενο την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 10
     παρ. 1 εδ. β' του αν. ν. 148/1967, ότι στον οφειλόμενο από την αιτούσα
     εταιρεία  φόρο  (κατά τις γενικές διατάξεις) έπρεπε να συμψηφισθεί (να
     αφαιρεθεί) ο  φόρος  που  παρακρατήθηκε  κατά  την  πληρωμή  σ'  αυτήν
     μερισμάτων  από  μετοχές άλλων ελληνικών ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων
     στο  Χρηματιστήριο   ή   ονομαστικών   μετοχών   μη   εισηγμένων   στο
     χρηματιστήριο  ύψους  δραχμών  12.862.551.  Μετά την αναίρεση όμως των
     μερών της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρονται  στα  κονδύλια  αυτά
     (των  δραχμών  2.827.363 και 13.507.612), πρέπει ν' αναιρεθεί και κατά
     το παρόν μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση,  λόγω  του  παρακολουθηματικού
     του χαρακτήρα, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο αναιρέσεως.

                     13.   Επειδή, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης από
     φασης κατά τα πιο πάνω μέρη, η  υπόθεση,  που  χρειάζεται  διευκρίνιση
     κατά το πραγματικό πρέπει να παραπεμφθεί κατά τα αναιρού μενα μέρη στο
     ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

     Δ ι ά  τ α ύ τ α

     Δέχεται εν μέρει την κρινόμενη αίτηση.

                     Αναιρεί  εν  μέρει  την απόφαση 2268/1987 του Διοικητι
     κού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει  την  υπόθεση,  κατά  τα
     αναιρούμενα μέρη, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

     Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και

     Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

                     Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 1994 και
     η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 1995.

     Ο Πρόεδρος του Β' Τμήματος Η Γραμματέας του Β' Τμήματος

     Σ. Γιάγκας Μ. Μπερδεμπέ



Φορολογία εισοδήματος ανωνύμων εταιριών. Εκπτωση μικροεξόδων κοινωνικής
    παραστάσεως, μικροδωρεών και μικροβοηθημάτων. Δαπάνες διαφημίσεως. Δεν
    εμπίπτουν αν δεν έχουν αποδοθεί τα προβλεπόμενα δημοτικά τέλη. Εκπτωση
    αποσβέσεων. Συντελεστές αποσβέσεων τημάτων οικοδομών. Εννοια των
    τμημάτων οικοδομών. Τέτοια θεωρούνται όλοι οι χώροι, καθώς και τα
    γραφεία και οι αποθήκες των επιχειρήσεων.





     Ε.Ο.

     Αριθμός 435/1995

     ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

     ΤΜΗΜΑ Β'

                     Συνεδρίασε δημόσια στο  ακροατήριό  του  στις  9  Νοεμ
     βρίου  1994,  με την εξής σύνθεση : Σ. Γιάγκας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος
     του Β' Τμήματος,  Φ.   Στεργιόπουλος,  Σ.   Καραλής,  Σύμβου  λοι,  Π.
     Κοτσώνης,  Ε.   Αναγνωστοπούλου, Πάρεδροι.  Γραμματέας η Μ. Μπερδεμπέ,
     Γραμματέας του Β' Τμήματος.

     Γ ι α να δικάσει την από 29 Δεκεμβρίου 1987 αίτηση :

                     τ η ς Ανώνυμης  Εταιρείας  Γενικών  Ασφαλειών  με  την
     επωνυμία  "Η  ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Καραγεώργη Σερβίας
     αριθμός 8, η οποία παρέστη με την δικηγόρο Δημ. Προβίδου (Α.Μ.  1981),
     που την διόρισε ειδικό πληρεξούσιο,

                     κ α τ ά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη  με
     τον Δημ. Παπαδόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

                     Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα Εταιρεία επι διώκει
     να  αναιρεθεί  η υπ' αριθμ. 2271/1987 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου
     Αθηνών.

                     Η  εκδίκαση  άρχισε  με  την ανάγνωση της εκθέσεως του
     Εισηγητού, Συμβούλου Φ.  Στεργιόπουλου.

          Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια  της  αναιρεσείουσας
     Εταιρείας,  η  οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους
     αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο  του
     Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

                     Μετά  τη  δημόσια  συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε
     διάσκεψη, σε αίθουσα του δικαστηρίου  κ α ι

     Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ  γ γ ρ α φ α

     Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

                     1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της
     οποίας καταβλήθηκαν  τα  κατά  νόμον  τέλη  (διπλότυπα  είσπραξης  του
     Ταμείου Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών υπ' αριθ. 4385280 και 4385281 του
     έτους 1988) και το παράβολο (διπλότυπο είσπραξης του ίδιου Ταμείου υπ'
     αριθ.   4385282  του έτους 1988), ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της
     απόφασης 2271/1987 του Διοικητικού Εφετείου  Αθη  νών,  με  την  οποία
     συνεκδικάσθηκαν  και  έγιναν  εν  μέρει  δεκτές  αντίθετες εφέσεις του
     Δημοσίου και της αναιρεσειούσης εταιρείας κατά της απόφασης  1965/1985
     του  Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει
     δεκτή προσφυγή της τελευταίας κατά του  υπ'  αριθ.   1086/1981  φύλλου
     ελέγχου  φορολογίας  εισοδήματος  οι  κονομικού  έτους  1979, που είχε
     εκδοθεί από τον Οικονομικό Εφορο Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών.

                     2. Επειδή, κατά την περ. θ της παρ. 1  του  άρθρου  35
     του  ν.δ.   3323/1955, το οποίο έχει εφαρμογή και στη φορολογία εισοδή
     ματος ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών κατ' άρθρο 8 παρ. 3 του ν.δ.   3843/
     1958,  από  τα ακαθάριστα έσοδα των εμπορικών επιχειρήσεων εκπίπονται,
     για  την  εξεύρεση  του  καθαρού  εισοδήματός  τους,  τα  μι  κροέξοδα
     κοινωνικής  παραστάσεως  της  επιχειρήσεως,  οι  μικροδω  ρεές  και τα
     μικροβοηθήματά της, κατά το ποσό που αυτά κρίνονται εύλογα και ανάλογα
     με την φύση της επιχειρήσεως και τον κύκλο των εργασιών της, η έκπτωση
     δε αυτή γίνεται και χωρίς απόδειξη πληρωμής.

                     3. Επειδή, στην προκειμένη  περίπτωση,  τα  ακαθάριστα
     έσοδα  και  τα  καθαρά κέρδη της αναιρεσειούσης, ασφαλιστικής ανώνυμης
     εταιρείας, καθορίσθηκαν από το διοικητικό εφετείο,  όπως  και  από  το
     διοικητικό  πρωτοδικείο,  λογιστικώς  με  βάση  τα τηρούμενα από αυτήν
     βιβλία και στοιχεία Δ' κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. (π.δ. 99/ 1977),  με  την
     προσθήκη στα αποτελέσματα που προέκυπταν από αυτά ορισμένων κονδυλίων,
     ως  λογιστικών  διαφορών,  μεταξύ  των  οποίων  και  η ακόλουθη : Οπως
     αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση,  η  αιτούσα  διέθεσε  κατά  την
     ένδικη χρήση (1/1-31/12-1978), "μεταξύ άλ λων, και τα ποσά των δραχμών
     152.280  και 609.736 το πρώτο για έξο δα δεξιώσεως και μικροδωρεές (σε
     είδος και σε χρήμα) προς διάφορα πρόσωπα (κατά τις  διευκρινίσεις  της
     ίδιας  προς στελέχη της) και το δεύτερο προς τον σύλλογο υπαλλήλων της
     (δραχμές 454.736), τη Φιλοδασική Εταιρεία  (δραχμές  5.000),  το  Σώμα
     Ελληνίδων   Οδηγών  (δραχμές  20.000),  το  Εργαστήρι  Ειδικής  Αγωγής
     (δραχμές 100.000 και τον Εκπ. Συν. Μαρίκα  Κρίκου  (δραχμές  30.000)".
     Τα  πιο  πάνω  ποσά, κατά την κρίση του διοικητικού εφετείου εμπίπτουν
     στην παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη διάταξη και εκπίπτονται "κατ'
     αρχήν, από τα ακαθάριστα έσοδα της  επιχειρήσεως  ανεξάρτητα  από  την
     παραγωγικότητά  τους  ή  όχι".  Με τη σκέψη αυτή το διοικητικό εφετείο
     έκρινε κατ' αρχήν εκπεστέα τα πιο πάνω ποσά από τα ακα  θάριστα  έσοδα
     της αιτούσης, τα έκρινε όμως υπερβολικά και τα περιόρισε στο μέτρο που
     τα  έκρινε ως εύλογα και ανάλογα προς τον κύκλο εργασιών της αιτούσης,
     κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα  στην  προσβαλλόμενη  απόφαση.  Με  τον
     πρώτο  λόγο  αναιρέσεως  κα τά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση είναι
     πλημμελώς αιτιολο γημένη ως προς τον περιορισμό του ως άνω  κονδυλίου,
     δεν  πλήτ  τεται  ειδικώς  η προαναφερόμενη αιτιολογία, στην οποία και
     περιγραφή των κονδυλίων γίνεται και  δεν  ερευνάται  η  παραγωγικότητά
     τους,  όπως  εσφαλμένα  υπολαμβάνει  η  αιτούσα  εταιρεία.  Συνεπώς, ο
     πρώτος αυτός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

                     4. Επειδή, με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 35  του
     ν.δ.   3323/1955,  που  προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν.δ.
     4444/1964, ορίζεται ότι σε περίπτωση κατά την οποία  στα  ακαθά  ριστα
     έσοδα της επιχειρήσεως περιλαμβάνονται και έσοδα που απαλλάσσονται από
     το  φόρο  εισοδήματος,  για  τον  υπολογισμό  του  καθαρού κέρδους της
     επιχειρήσεως που υπόκειται σε φόρο, το  συνολικό  ύψος  των  εκπεστέων
     δαπανών  της  μειώνεται κατά το ποσό το οποίο αφορούν τα απαλλασσόμενα
     από τη φορολογία έσοδα και ότι αν το  ποσοστό  των  τελευταίων  τούτων
     δαπανών  δεν  μπορεί να προσδιορισθεί, τότε εξευρίσκεται με επιμερισμό
     κατ' αναλογία του συνολικού ποσού των δαπανών, μεταξύ των  υποκειμένων
     στη φορολογία ακαθαρίστων εσόδων και των απαλλασσομένων.

                     5.  Επειδή,  όπως  αναφέρεται  στην  προσβαλλόμενη από
     φαση, η  ίδια  η  αναιρεσείουσα  ήδη  εταιρεία,  που  έχει  και  έσοδα
     απαλλασσόμενα από το φόρο, εφαρμόζει την μέθοδο του επιμερισμού για να
     καθορίσει  το  μέρος των δαπανών της που αντιστοιχεί στα απαλλασσόμενα
     αυτά έσοδα, "πράγμα που σημαίνει ότι η ίδια  αναγνωρίζει  ότι  από  τα
     βιβλία  και  στοιχεία  της,  όπως  τηρούνται,  υπάρ  χει αντικειμενική
     αδυναμία διαχωρισμού των  δαπανών".   Ενόψει  τού  των  το  διοικητικό
     εφετείο  έκρινε  ότι  κονδύλια  που  αφορούν  α)  τις  αποσβέσεις  της
     κτηματικής  της  περιουσίας   (δραχμές   30.454.900)   β)   αποσβέσεις
     εγκαταστάσεων  (δραχμές  10.792.362)  και γ) τεκμαρτό μίσθωμα (δραχμές
     4.443.600) και  δ)  τέλη  διαπραγμάτευσης  μετοχών  (δραχμές  729.798)
     πρέπει  να  επιμερισθούν,  γιατί και οι δαπάνες αυτές, ανεξαρτήτως του
     λογιστικού χαρακτηρισμού τους, δεν μπορούν να θεωρηθούν  ότι  βαρύνουν
     αποκλειστικά  τα  υποκείμενα στο φόρο εισοδήματος ακαθάριστα έσοδα και
     πρέπει να γίνει επιμερισμός τους. Με τη  σκέψη  αυτή  δέχθηκε  σχετικό
     λόγο  της  έφεσης  του  Δη  μοσίου,  κατ'  απόρριψη των ισχυρισμών της
     αιτούσης, κατά τους οποίους οι  δύο  πρώτες  δεν  είναι  γενικά  έξοδα
     διαχειρίσεως  (έμμεσες  δαπάνες),  αλλά  ειδικά  έξοδα διαχείρισης των
     κτιρίων και των εγκαταστάσεων, η τρίτη "είναι πλασματική  δαπάνη,  που
     εξουδετερώ   νεται   από   ισόποση  πίστωση  των  εσόδων  και  συνεπώς
     εκμηδενίζεται" και η τέταρτη είναι πάγια  εισφορά  στο  Χρηματιστήριο.
     Κατ'  ακολου  θία  της  κρίσης  του  αυτής,  το  διοικ. εφετείο έκρινε
     περαιτέρω ότι ορθώς δεν αναγνωρίσθηκε προς  έκπτωση  το  κονδύλιο  που
     αναλογεί στα απαλλασσόμενα έσοδα (δραχμές 7.774.892). Η πιο πάνω κρίση
     του  διοικητικού  εφετείου  είναι  νομίμως αιτιολογημένη, γιατί οι σχε
     τικές δαπάνες, όπως περιγράφονται στην  προσβαλλόμενη  απόφαση,  είναι
     γενικά   έξοδα   διαχειρίσεως,   οι   τρείς   πρώτες  από  τις  οποίες
     προσδιορίζονται από το νόμο κατ' ειδικό τρόπο, και δεν προσήκουν,  από
     τη  φύση  τους,  μόνο  στα  φορολογητέα  έσοδα.  Συνεπώς, όσα αντίθετα
     υποστηρίζονται με την κρινόμενη αίτηση,  πρέπει  ν'  απορ  ριφθούν  ως
     αβάσιμα.

                     6.  Επειδή, το διοικητικό εφετείο έκρινε, με αναλυτική
     αιτιολογία  που  παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κον δύλιο
     δαπανών δραχμών 527.501 (αναλυόμενο  σε  τρία  επί  μέρους  ποσά)  δεν
     επιτρεπόταν  να  εκπεσθεί, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 3 του Β.Δ.  της
     24/9-20/10/1958,  όπως  είχε  τροποποιηθεί,  γιατί  αφορούσε   δαπάνες
     διαφήμισης, για τις οποίες δεν είχαν καταβληθεί τα προβλεπόμενα από το
     άρθρο  15 παρ.  1 και 2 του ίδιου διατάγματος, όπως είχε τροποποιηθεί,
     δημοτικά τέλη.   Οπως  προκύπτει  από  την  πιο  πάνω  αιτιολογία,  το
     διοικητικό  εφετείο  εξέτασε  και  απέρριψε,  τους αναφε ρόμενους στις
     δαπάνες  αυτές  ισχυρισμούς  της   αιτούσης,   οι   οποίοι,   άλλωστε,
     παρατίθενται  στην  προσβαλλόμενη  απόφαση,  η  αιτιολογία δε αυτή δεν
     πλήσσεται με την κρινόμενη αίτηση. Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως, με  τον
     οποίο  προβάλλεται  ότι  δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν εξετάσθηκαν από το
     διοικητικό εφετείο  οι  ισχυρισμοί  αυτοί,  πρέπει  ν'  απορριφθεί  ως
     αβάσιμος.

                     7.  Επειδή, στο άρθρο 35 παρ. 1 εδ. στ του Ν.Δ.  3323/
     1955 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν.Δ. 1077/1971), ορίζεται
     ότι από το ακαθάριστο εισόδημα εκπίπτονται "αι δι' οριστικών εγ γραφών
     και, κατά τους ειδικούς  δι'  εκάστην  επιχείρησιν  όρους,  αποσβέσεις
     φθοράς συναφών τη επιχειρήσει εγκατάστασεων πάσης φύσεως ή μηχανημάτων
     ή  φθαρτού υλικού και πάσης γενικώς κινη τής ή ακινήτου περιουσίας της
     επιχειρήσεως". Εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ/τος  88/1973  "περί
     καθορισμού  συντελεστών  αποσβέ  σεων"  (φ.   Α' 153) ορίζεται ότι "Τα
     ποσοστά  αποσβέσεως  της  αξίας  των   κτιριακών   εγκαταστάσεων   και
     οικοδομημάτων  ορίζονται  ως  ακολούθως  : α) Επί οικοδομών ή τμημάτων
     τούτων, χρησιμοποιουμέ  νων  υπό  ξενοδοχείων,  κλινικών,  σανατορίων,
     εκπαιδευτηρίων  και καταστημάτων εξυπηρετήσεως του κοινού εν γένει εις
     οκτώ επί τοις εκατόν (8%) ... γ)  Επί  οικοδομών  ή  τμημάτων  τούτων,
     χρησιμοποιουμένων  υπό  των  λοιπών  επιχειρήσεων,  εις πέντε επί τοις
     εκατόν  (5%)  ...   ε)  επί  βιομηχανοστασίων,  των  παραρτημάτων  και
     παρακολου θηματικών τούτων, ως και των μετ' αυτών συνεχομένων αποθηκών
     προς  αποθήκευσιν  πρώτων υλών και πρώτην εναπόθεσιν των βιομη χανικών
     προϊόντων, ως ταύτα νοούνται υπό της διατάξεως της  παραγράφου  4  του
     άρθρου  18  του  Ν.Δ.  3323/1955, εις οκτώ επί τοις εκα τόν (8%) ...".
     Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του εδαφίου α  της  παρ.  1  του
     άρθρου  2 του Π.Δ.  88/1973, ως τμήματα οικοδομών που χρησιμοποιούνται
     από καταστήματα εξυπηρέτησης του κοινού θεωρούνται όλοι οι  χώροι  που
     εξυπηρετούν τα καταστήματα αυτά, όπως είναι τα γραφεία και οι αποθήκες
     αυτών.

                     8.   Επειδή, στην προκείμενη υπόθεση, με την προσβαλλό
     μενη απόφαση έγινε δεκτό, ότι η αναιρεσείουσα, για την  διεξαγωγή  των
     ασφαλιστικών εργασιών της διαθέτει ιδιόκτητες κτιριακές εγκα ταστάσεις
     συνολικής ωφέλιμης επιφάνειας 4.623 τ.μ. και ότι, ως εκ της φύσεως και
     του  αντικειμένου  των  εργασιών της, η αναιρεσείουσα συναλλάσσεται με
     ευρύ  κοινό  και  αποβλέπει  στην  πραγμα  τοποίηση  κέρδους  με   την
     εξυπηρέτησή  του.   Περαιτέρω,  όπως  προκύπτει  από την προσβαλλόμενη
     απόφασή του,  το  δευτεροβάθμιο  δικα  στήριο  έκρινε  ότι  πρέπει  να
     υπολογισθεί  με μειωμένο συντελεστή 5% (αντί του 8%, με τον οποίο είχε
     υπολογίσει τις αποσβέσεις των χώρων αυτών η αιτούσα) η νόμιμη απόσβεση
     για τους χώρους μηχανο στασίου  ανελκυστήρων  και  πύργου  ψύξης,  του
     μηχανοστασίου και υποσταθμού της Δ.Ε.Η., της μηχανογραφικής υπηρεσίας,
     της  βιβλιοθήκης, της αιθούσης συμβουλίων και του γραφείου του γενικού
     διευθυντού, με την αιτιολογία  ότι  για  την  εφαρμογή  των  ηυξημένων
     συντελεστών αποσβέσεων επί κτιριακών εγκαταστάσεων πρέπει, σύμ φωνα με
     τις  παραπάνω  διατάξεις,  οι  εγκαταστάσεις αυτές να χρησιμοποιούνται
     αμέσως και αποκλειστικώς ως ξενοδοχεία ή ως καταστήματα  εξυπηρετήσεως
     του  κοινού  και  ότι  οι  παραπάνω  χώροι  εξυ πηρετούν την εσωτερική
     λειτουργία της αναιρεσειούσης ή είναι χώροι εργασίας αποκλειστικώς του
     προσωπικού της.  Η αιτιολογία όμως αυτή, με την οποία  έγινε  προσθήκη
     της  σχετικής  διαφοράς  εκ δραχμών 1.270.464 δεν είναι, σύμφωνα με τα
     εκτιθέμενα στην προηγούμενη  σκέψη,  νόμιμη  και  γι'  αυτό  το  λόγο,
     προβαλλόμενο   με   την   υπό  κρίση  αίτηση  πρέπει  να  αναιρεθεί  η
     προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό.

          9. Επειδή, στην παρ. 5  του  άρθρου  35  του  Ν.Δ.  3323/55,  που
     προσετέθη με την παρ.  6 του άρθρου 5 του Ν.Δ.  4444/64 και ισχύει και
     για τη φορολογία εισοδήματος ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών (άρθρο 8 παρ.
     3  του  Ν.Δ. 3843/58) ορίζονται τα εξής : "Εις πε ρίπτωσιν καθ' ην εις
     τα ακαθάριστα έσοδα της  επιχειρήσεως  περι  λαμβάνονται  και  τοιαύτα
     απαλλασσόμενα  του  φόρου  του παρόντος νόμου, διά τον υπολογισμόν του
     εις φορολογίαν  υποκειμένου  καθα  ρού  κέρδους  της  επιχειρήσεως  το
     συνολικόν  ύψος  των εκπεστέων δαπανών της μειούται καθ' ο ποσόν αύται
     αφορούν εις τα απαλλασσόμενα της  φορολογίας  έσοδα  ...".   Κατά  την
     έννοια  της  διατάξεως αυτής, ως απαλλασσόμενα από το φόρο εισοδήματος
     έσοδα θεωρούνται εκείνα που δεν υπόκεινται καθόλου σε φόρο, όχι δε και
     εκείνα που φορολογούνται κατά ειδικό  τρόπο  και  για  τα  οποία  έχει
     εξαντληθεί  η  σχετική  φορολογική  υποχρέωση,  λόγω παρακρατήσεως του
     αναλογούντος σ' αυτά φόρου δυνάμει ειδικής  διατάξεως,  όπως  είναι  η
     διάταξη  της  παρ.   1  του  άρθρου  10  του  Α.Ν.   148/67, όπως αντι
     καταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν.Δ. 1077/71.

                     10.  Επειδή, στην προκείμενη υπόθεση, με  την  προσβαλ
     λόμενη  απόφαση  έγινε  δεκτό ότι η αναιρεσείουσα, κατά την κρινό μενη
     διαχειριστική περίοδο, επραγματοποίησε  έσοδα  από  μερίσματα  μετοχών
     εισηγμένων  και  μη στο Χρηματιστήριο ότι τα έσοδα αυτά εφορολογήθησαν
     βάσει των συντελεστών του άρθρου 10 παρ. 1 του  Α.Ν.  148/67,  όπως  η
     παράγραφος  αυτή  αντικαταστάθηκε  με το άρθρο 17 του Ν.Δ.  1077/1971.
     Περαιτέρω, όπως  προκύπτει  από  την  προσβαλλόμενη  απόφασή  του,  το
     δευτεροβάθμιο  δικαστήριο  έκρινε  ότι  η  αναλογούσα  σ' αυτά τα κατ'
     ειδικό τρόπο φορολογηθέντα έσοδα δαπάνη  φυλάκτρων  δραχμών  1.408.940
     έγινε για την απόκτηση των εν λόγω εσόδων και όχι για την απόκτηση των
     εσόδων  της  των  υποκειμένων  σε  φόρο  εισοδήματος  κατά τις γενικές
     διατάξεις του Ν.Δ. 3843/58, και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αφαιρεθεί
     η πιο πάνω δαπάνη από τα τελευταία αυτά έσοδα. Η κρίση όμως αυτή, κατά
     τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, δεν είναι νόμιμη και γι'  αυτόν
     τον  λόγο, προβαλλόμενο με την υπό κρίση αίτηση, πρέπει να αναιρεθεί η
     προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος αυτό.

                     11.  Επειδή, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης  από
     φασης  κατά  τα  πιο πάνω μέρη, η υπόθεση, που χρειάζεται διευ κρίνιση
     κατά το πραγματικό πρέπει να παραπεμφθεί κατά τα αναιρούμενα μέρη  στο
     ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

     Δ ι ά τ α ύ τ α

     Δέχεται εν μέρει την κρινόμενη αίτηση.

                 Αναιρεί  εν  μέρει  την απόφαση 2271/ 1987 του Διοικητικού
     Εφετείου Αθηνών,  στο  οποίο  και  παραπέμπει  την  υπόθεση,  κατά  τα
     αναιρούμενα μέρη, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

     Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και

     Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

                     Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 1994 και
     η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 1995.

     Ο Πρόεδρος του Β' Τμήματος Η Γραμματέας του Β' Τμήματος

     Σ. Γιάγκας Μ. Μπερδεμπέ







ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο