Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1997 ]

ΣτΕ 4119/1997 Φορολογία εισοδήματος αλλοδαπών επιχειρήσεων. Εκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα αυτών των δαπανών απόκτησης του εισοδήματος, όπως τα έξοδα διαχείρισης. Εκπτωση απαιτήσεων κατά της επιχείρησης, οι οποίες είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, άσχετα από το χρόνο εξόφλησής τους. Η φορολογική αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως ότι οι απαιτήσεις αυτές ήταν βέβαιες και εκκαιθαρισμένες κατά την προηγούμενη χρήση. Δαπάνες διαφημίσεως. Κατασκευή διαφημιστικών πινακίδων και σημαιών για να τοποθετηούν σε πρατήρια πώλησης των προϊόντων της εταιρείας. Η σχετική δαπάνη εκπίπτει από το εισόδημα, όπως και τα ποσά που αφορούν αποσβέσεις λόγω φθοράς στοιχείων που ανήκουν στην κυριότητα της επιχείρησης, όπως οι δαπάνες τοποθέτησης ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων. Τμηματική απόσβεση. Δαπάνες διαμόρφωσης πρατηρίων τρίτων και εγκατάστασης φωτισμών των πρατηρίων αυτών, καταβληθείσες οικειοθελώς. Δεν είναι επιτρεπτή η τμηματική απόσβεση των δαπανών αυτών. Δαπάνες συντήρησης και επισκευής μηχανημάτων είναι εκπεστέες εξ ολοκλήρου και όχι τμηματικά. Δαπάνες συντήρησης ή επισκευής πάγιων στοιχείων της επιχείρησης. Εκπτωση των φόρων, τελών και δικαιωμάτων που καταβλήθηκαν ή βεβαιώθηκαν στην διαχειριστική περίοδο. Βάρος αποδείξεως του χρόνου βεβαιώσεως αυτών. Αποδοχές του προσωπικού αναγνωρίζονται προς έκπτωση, εφόσον έχουν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές, εκτός αν πρόκειται για προσαύξηση μισθού ή ημερομισθίου. Δαπάνες για έξοδα αυτοκινήτων των υπαλλήλων της επιχείρησης για τη χρησιμοποίηση των ΙΧ αυτοκινήτων τους σε όλη την Ελλάδα, καθώς και για συμπλήρωμα τροφής και για πρόσθετη ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη των υπαλλήλων. Αφαίρεση των αποσβέσεων επισφαλών απαιτήσεων. Δεδουλευμένοι τόκοι δανείων ή πιστώσεων εξαιρέσει των τόκων υπερημερία λόγω οφειλής φόρων. Περιστατικά. Αντίθετη μειοψηφία. Μερικά δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Παρατήρηση : Ομοια η 4118/1997 ΣτΕ.

(Φορολογία εισοδήματος αλλοδαπών επιχειρήσεων. Εκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα αυτών των δαπανών απόκτησης του εισοδήματος, όπως τα έξοδα διαχείρισης. Εκπτωση απαιτήσεων κατά της επιχείρησης, οι οποίες είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, άσχετα από το χρόνο εξόφλησής τους. Η φορολογική αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως ότι οι απαιτήσεις αυτές ήταν βέβαιες και εκκαιθαρισμένες κατά την προηγούμενη χρήση. Δαπάνες διαφημίσεως. Κατασκευή διαφημιστικών πινακίδων και σημαιών για να τοποθετηούν σε πρατήρια πώλησης των προϊόντων της εταιρείας. Η σχετική δαπάνη εκπίπτει από το εισόδημα, όπως και τα ποσά που αφορούν αποσβέσεις λόγω φθοράς στοιχείων που ανήκουν στην κυριότητα της επιχείρησης, όπως οι δαπάνες τοποθέτησης ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων. Τμηματική απόσβεση. Δαπάνες διαμόρφωσης πρατηρίων τρίτων και εγκατάστασης φωτισμών των πρατηρίων αυτών, καταβληθείσες οικειοθελώς. Δεν είναι επιτρεπτή η τμηματική απόσβεση των δαπανών αυτών. Δαπάνες συντήρησης και επισκευής μηχανημάτων είναι εκπεστέες εξ ολοκλήρου και όχι τμηματικά. Δαπάνες συντήρησης ή επισκευής πάγιων στοιχείων της επιχείρησης. Εκπτωση των φόρων, τελών και δικαιωμάτων που καταβλήθηκαν ή βεβαιώθηκαν στην διαχειριστική περίοδο. Βάρος αποδείξεως του χρόνου βεβαιώσεως αυτών. Αποδοχές του προσωπικού αναγνωρίζονται προς έκπτωση, εφόσον έχουν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές, εκτός αν πρόκειται για προσαύξηση μισθού ή ημερομισθίου. Δαπάνες για έξοδα αυτοκινήτων των υπαλλήλων της επιχείρησης για τη χρησιμοποίηση των ΙΧ αυτοκινήτων τους σε όλη την Ελλάδα, καθώς και για συμπλήρωμα τροφής και για πρόσθετη ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη των υπαλλήλων. Αφαίρεση των αποσβέσεων επισφαλών απαιτήσεων. Δεδουλευμένοι τόκοι δανείων ή πιστώσεων εξαιρέσει των τόκων υπερημερία λόγω οφειλής φόρων. Περιστατικά. Αντίθετη μειοψηφία. Μερικά δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Παρατήρηση : Ομοια η 4118/1997 ΣτΕ.)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Εκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα αυτών των δαπανών απόκτησης του εισοδήματος, όπως τα έξοδα
διαχείρισης. Εκπτωση απαιτήσεων κατά της επιχείρησης, οι οποίες είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, άσχετα από το χρόνο εξόφλησής τους. Η φορολογική αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως ότι οι απαιτήσεις αυτές ήταν
βέβαιες και εκκαιθαρισμένες κατά την προηγούμενη χρήση. Δαπάνες διαφημίσεως. Κατασκευή διαφημιστικών πινακίδων και σημαιών για να τοποθετηούν σε πρατήρια πώλησης των προϊόντων της εταιρείας. Η σχετική
δαπάνη εκπίπτει από το εισόδημα, όπως και τα ποσά που αφορούν αποσβέσεις λόγω φθοράς στοιχείων που ανήκουν στην κυριότητα της επιχείρησης, όπως οι δαπάνες τοποθέτησης ηλεκτρολογικών και υδραυλικών
εγκαταστάσεων. Τμηματική απόσβεση. Δαπάνες διαμόρφωσης πρατηρίων τρίτων και εγκατάστασης φωτισμών των πρατηρίων αυτών, καταβληθείσες οικειοθελώς. Δεν είναι επιτρεπτή η τμηματική απόσβεση των δαπανών
αυτών. Δαπάνες συντήρησης και επισκευής μηχανημάτων είναι εκπεστέες εξ ολοκλήρου και όχι τμηματικά. Δαπάνες συντήρησης ή επισκευής πάγιων στοιχείων της επιχείρησης. Εκπτωση των φόρων, τελών και δικαιωμάτων που καταβλήθηκαν ή βεβαιώθηκαν στην διαχειριστική περίοδο. Βάρος αποδείξεως
του χρόνου βεβαιώσεως αυτών. Αποδοχές του προσωπικού αναγνωρίζονται προς έκπτωση, εφόσον έχουν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές, εκτός αν πρόκειται για προσαύξηση μισθού ή ημερομισθίου. Δαπάνες για έξοδα αυτοκινήτων των υπαλλήλων της επιχείρησης για τη χρησιμοποίηση των ΙΧ αυτοκινήτων τους σε όλη την Ελλάδα, καθώς και για συμπλήρωμα τροφής και για πρόσθετη ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη των υπαλλήλων. Αφαίρεση των αποσβέσεων επισφαλών απαιτήσεων. Δεδουλευμένοι τόκοι δανείων ή
πιστώσεων εξαιρέσει των τόκων υπερημερία λόγω οφειλής φόρων. Περιστατικά. Αντίθετη μειοψηφία. Μερικά δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Παρατήρηση : Ομοια η 4118/1997 ΣτΕ.


Κ.Κ.

Αριθμός 4119/1997

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 1996 με την εξής σύνθεση: Γ. Κουτνατζής, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β Τμήματος, Θ. Χατζηπαύλου, Φ. Στεργιόπουλος, Σ. Καραλής, Ε. Γαλανού, Σύμβουλοι, Ν. Μαρκουλάκης, Π. Κοτσώνης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Μπερδεμπέ, Γραμματέας του Β Τμήματος.

Γ ι α να δικάσει την από 23 Μαϊου 1995 αίτηση :

τ ο υ Προϊσταμένου ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά, ο οποίος παρέστη με τον Παν. Κιούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κ α τ ά της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "SHELL COMPANY (HELLAS) LTD", που εδρεύει στο Λονδίνο και διατηρεί στην Ελλάδα Υποκατάστημα (Ελ. Βενιζέλου 2 - Καλλιθέα Αττικής), η οποία παρέστη με
τους δικηγόρους: 1) Ιω. Δρυλλεράκη (Α.Μ. 2279) και 2) Αναστάσιο Παναγιωτόπουλο (Α.Μ. 3058), που τους διόρισαν με ειδικά πληρεξούσια.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η 1243/1994 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Π. Κοτσώνη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους πληρεξούσιους της αναιρεσίβλητης εταιρείας, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, σε αίθουσα του Δικαστηρίου, κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση νομίμως ασκείται χωρίς καταβολή τελών και παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία, με την από 7.5.1996 πράξη του Προέδρου του Τμήματος, εισήχθη λόγω σπουδαιότητας στο Τμήμα υπό επταμελή σύνθεση, ζητείται, παραδεκτώς, η εν μέρει αναίρεση της υπ'
αριθ. 1243/1994 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απερρίφθη έφεση του Δημοσίου και έγινε εν μέρει δεκτή έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά της υπ' αριθ. 3864/1992 αποφάσεως του
Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση αφενός μεν είχε γίνει εν μέρει δεκτή προσφυγή της αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που εστρέφετο κατά του υπ' αριθ. 11/9.11.1989 προσωρινού φύλλου ελέγχου φορολογίας εισοδήματος, οικονομικού έτους 1988, του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς, αφετέρου δε είχε απορριφθεί η ίδια προσφυγή κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της υπ' αριθ. 25/9.11.1989 πράξεως του αυτού Προϊσταμένου περί επιβολής προστίμου κατά το άρθρο 31 παρ. 2 του ν. 820/1978.

3. Επειδή, κατά το άρθρο 8 του ν.δ. 3843/1958 "περί φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων", για τον προσδιορισμό του συνολικού καθαρού εισοδήματος, πλην άλλων, των υποκειμένων στη φορολογία του
νόμου αυτού αλλοδαπών επιχειρήσεων που λειτουργούν με οποιοδήποτε τύπο εταιρείας, λαμβάνονται τα κατά την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου ακαθάριστα έσοδα, από τα οποία εκπίπτουν, σύμφωνα με την παρ. 3 του αυτού άρθρου, οι προβλεπόμενες στις παρ. 1 έως και 6 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/1955 δαπάνες αποκτήσεως του εισοδήματος.

4. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία, η οποία εδρεύει στο Λονδίνο, διατηρεί στην Ελλάδα υποκατάστημα με αντικείμενο εργασιών την εμπορία υγρών καυσίμων και λιπαντικών. Για την παρακολούθηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας κατά την κρινόμενη διαχειριστική περίοδο 1.1-31.12.1987 ετήρησε βιβλία και στοιχεία Γ κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. (π.δ. 99/1977, όπως ίσχυε κατά την κρινόμενη περίοδο). Κατόπιν ελέγχου η φορολογική αρχή έκρινε τα εν λόγω βιβλία και στοιχεία επαρκή και ακριβή, προέβη όμως σε λογιστική αναμόρφωση των αποτελεσμάτων της εταιρείας, μη αναγνωρίζοντας προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά της κονδύλια συνολικού ύψους 366.297.357 δρχ., τα οποία προσέθεσε, ως λογιστικές διαφορές, στα προκύπτοντα από τα βιβλία της καθαρά κέρδη.

5. Επειδή, η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε προς έκπτωση α) δαπάνη 2.803.523 δρχ., σχετική με διαμόρφωση των χώρων των πρατηρίων τρίτων, μέσω των οποίων διετίθεντο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο εμπορεύματα
της αναιρεσίβλητης και β) δαπάνη 12.352.698 δρχ., σχετική με εγκατάσταση εξωτερικών φωτισμών των πρατηρίων αυτών, υπό τη μορφή διαφημιστικών πινακίδων, για το λόγο ότι καταβλήθηκαν οικειοθελώς και
μάλιστα υπέρ προσώπων που ασκούσαν αυτοτελείς επιχειρήσεις. Το διοικη τικό εφετείο, αντίθετα, δέχθηκε την έκπτωση των δαπανών αυτών, με τις σκέψεις ότι μόνη η οικειοθελής καταβολή δεν αρκεί για να καταστήσει
μία δαπάνη μη παραγωγική, ότι οι εν λόγω δαπάνες είναι παραγωγικές για την αναιρεσίβλητη, διότι από τα ως άνω πρατήρια επωλούντο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο εμπορεύματά της, και συνεπώς αυτή είχε άμεσο όφελος.
Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι οι ως άνω δαπάνες, αναφερόμενες, όπως περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε πάγια στοιχεία της αναιρεσίβλητης, έπρεπε να αφαιρεθούν τμηματικά, σε περισσότερες χρήσεις, σύμφωνα με την περίπτ. στ της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/1955. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος προεχόντως διότι, εφόσον οι δαπάνες αυτές, όπως περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται σε πρατήρια ιδιοκτησίας τρίτων και όχι της αναιρεσίβλητης, δεν αφορούσαν πάγια στοιχεία αυτής και συνεπώς, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη,
δεν επιτρέπεται η τμηματική τους απόσβεση. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το διοικητικό εφετείο δεν βεβαιώνει σε ποιο χρόνο πραγματοποιήθηκαν οι ως άνω δαπάνες και με ποιο παραστατικό στοιχείο, ώστε να κριθεί αν ήταν εκπεστέες κατά την κρινόμενη χρήση, αφού, όπως αναφέρεται στην προσφυγή της αναιρεσίβλητης, ορισμένες από τις δαπάνες αυτές αποσβέννυνται τμηματικά, σε περισσότερες από μία χρήσεις, είναι αβάσιμος, διότι, εφόσον δεν προβάλλεται ότι είχε προταθεί εκ μέρους του Δημοσίου σχετικός ισχυρισμός ενώπιον των
δικαστηρίων της ουσίας, το διοικητικό εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει ρητή σκέψη για το χρόνο πραγματοποιήσεως και για τα παραστατικά στοιχεία των δαπανών αυτών.

6. Επειδή, στην παρ. 5 του άρθρου 16 του β.δ. από 24.9- 20.10.1958 περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων (171 Α), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1144/1981 (96 Α), ορίζεται ότι "Η δαπάνη διαφημίσεως δεν αναγνωρίζεται ως δαπάνη της διαφημιζομένης επιχειρήσεως, προκειμένου προσδιορισμού των κερδών αυτής, των υπαγομένων εις φορολογίαν εισοδήματος, εάν δεν αποδεικνύεται η καταβολή του αναλογούντος τέλους διά τριπλοτύπου εισπράξεως του οικείου δήμου ή κοινότητος". Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 1491/1984 (173 Α) ορίζεται ότι "Κάθε είδους εμπορική διαφήμιση που επιτρέπεται από το νόμο αυτό γίνεται ύστερα από άδεια αποκλειστικά του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητας και καταβολή του τέλους διαφήμισης, όπως ορίζεται από τις ειδικές διατάξεις για τις προσόδους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης . . . " και στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι "Δεν απαιτείται άδεια του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητας ούτε καταβάλλεται τέλος για τις επιγραφές ή τις διαφημίσεις που αναγράφονται ή προσαρτώνται ή αναρτώνται σε στέγες, τοίχους, προθήκες, θύρες καταστημάτων, γραφείων ή κατοικιών σχετικά με εργασίες που εκτελούνται στους χώρους αυτούς . . . ". Εν προκειμένω, η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε προς έκπτωση το δεύτερο κονδύλιο της προηγούμενης σκέψης, το αναφερόμενο στην εγκατάσταση εξωτερικών φωτισμών των πρατηρίων τρίτων, υπό τη μορφή διαφημιστικών πινακίδων, και διότι δεν είχε καταβληθεί το τέλος διαφήμισης. Για τον ίδιο λόγο, η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε ποσό 3.831.502 δρχ., αναφερόμενο σε διαφημιστικά αντικείμενα, συγκεκριμένα δε σημαίες με το σήμα της αναιρεσίβλητης που είχαν τοποθετηθεί στα πρατήρια αυτά. Το διοικητικό
εφετείο, αντίθετα, με τη σκέψη ότι οι ως άνω πινακίδες και σημαίες, που είχαν ως μόνο περιεχόμενο το σήμα της αναιρεσίβλητης, είχαν αναρτηθεί σε πρατήρια πωλήσεως των προϊόντων της και συνεπώς υποδήλωναν μόνο την αναπτυσσόμενη στα πρατήρια αυτά δραστηριότητα πωλήσεως των προϊόντων αυτών, δέχθηκε ότι οι εν λόγω δαπάνες απαλλάσσονται από το επίδικο τέλος, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 1491/1984, και συνεπώς έπρεπε να αναγνωρισθούν προς έκπτωση. Κατά το διοικητικό εφετείο, το γεγονός ότι η ως άνω ανάρτηση γινόταν σε πρατήρια ιδιοκτησίας τρίτων δεν ασκούσε εν προκειμένω επιρροή, λόγω της αποκλειστικής πωλήσεως στα πρατήρια αυτά προϊόντων της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα η σχετική ωφέλεια να προσπορίζεται τόσο από τον πρατηριούχο, όσο και από αυτήν. Με την κρίση του αυτή το διοικητικό εφετείο νομίμως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του β.δ. από 24.9-20.10.1958 και του ν. 1491/1984, ο περί του αντιθέτου δε λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η αναιρεσίβλητη, ως τρίτη εταιρεία, μη επιτελούσα εργασίες στους χώρους των ανωτέρω πρατηρίων, δεν εμπίπτει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 1491/1984 απαλλαγή από το επίδικο τέλος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι το διοικητικό εφετείο όφειλε, προκειμένου να δεχθεί την επίδικη έκπτωση, να διαλάβει ρητή σκέψη και για τη συνδρομή των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων, για τις οποίες δεν είχε κρίνει η φορολογική αρχή, είναι απορριπτέος ως αορίστως προβαλλόμενος, δοθέντος ότι με το λόγο αυτό
δεν εξειδικεύονται οι ειδικότερες νόμιμες προϋποθέσεις, τη συνδρομή των οποίων δεν εξήτασε το διοικητικό εφετείο.

7. Επειδή, στην περίπτ. β της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/1955 προβλέπεται η έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως των δαπανών για τη συντήρηση και επισκευή μηχανημάτων και επαγγελματικών γενικά εγκαταστάσεών της. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως δαπάνες συντηρήσεως μεν θεωρούνται εκείνες, οι οποίες γίνονται για να διατηρηθούν τα περιουσιακά στοιχεία της επιχειρήσεως σε καλή κατάσταση και να παρεμποδισθούν ή να προληφθούν τυχόν βλάβες ή αλλοιώσεις τους από τη χρήση ή τη λειτουργία ή την πάροδο του χρόνου, ως δαπάνες δε επισκευής εκείνες, οι οποίες γίνονται για να επανέλθουν τα περιουσιακά στοιχεία που τυχόν υπέστησαν βλάβη ή αλλοίωση στην αρχική καλή τους κατάσταση. Κατ' αντιδιαστολή εξάλλου προς τις δαπάνες αυτές, οι οποίες αποβλέπουν στη διατήρηση της υφιστά μενης αξίας των
περιουσιακών στοιχείων, οι δαπάνες βελτιώσεως, οι οποίες δεν αφαιρούνται εξ ολοκλήρου κατά τη διαχειριστική περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν, αλλά είναι δεκτικές αποσβέσεως σε περισσότερες χρήσεις, αποβλέπουν στην επαύξηση ή επέκταση ή συμπλήρωση των εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως, δηλαδή στην επαύξηση εν γένει των περιουσιακών της στοιχείων (βλ. ΣτΕ 2580/1994 κ.ά.). Εν προκειμένω, η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε προς έκπτωση δαπάνη 18.548.798 δρχ., την οποία η αναιρεσίβλητη είχε εμφανίσει στο λογαριασμό "Συντήρηση και αναλώσιμα αποθηκών", για το λόγο ότι αφορούσε επαύξηση και όχι συντήρηση κεφαλαίου και συνεπώς έπρεπε να αφαιρεθεί τμηματικά. Το διοικητικό εφετείο, αντίθετα, δέχθηκε ότι μέρος της δαπάνης αυτής
(ύψους 7.139.470 δρχ.), αναφερόμενο, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, σε επισκευή και συντήρηση των πυθμένων των δεξαμενών, των σωληνογραμμών και των σωληνουργικών εν γένει εγκαταστάσεων της στέγης μαγειρείου και της αποθήκης των εγκαταστάσεων της αναιρεσίβλητης στο Πέραμα που είχαν υποστεί φθορές, και όχι σε επαύξηση, επέκταση και συμπλήρωση πάγιων στοιχείων της, έπρεπε να αναγνωρισθεί προς έκπτωση εξ ολοκλήρου από τα αποτελέσματα της κρινόμενης χρήσης. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την οποία, εφόσον από την εκτίμηση των προσαχθέντων αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε ότι η επίδικη δαπάνη αναφερόταν σε συντήρηση και επισκευή των περιουσιακών στοιχείων της αναιρεσίβλητης και όχι σε επαύξηση της αξίας τους, ήταν εκπεστέα εξ ολοκλήρου και όχι τμηματικά από τα αποτελέσματα της κρινόμενης χρήσης, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Επομένως, οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι μεν κατά το μέρος που αναφέρονται στη νομιμότητα και επάρκεια της αιτιολογίας αυτής, ως απαράδεκτοι δε κατά το μέρος που πλήττουν την ουσιαστική κρίση του διοικητικού εφετείου για τη φύση των ως άνω δαπανών, η οποία, ως κρίση περί πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

8. Επειδή, σύμφωνα με την περίπτ. ε της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/1955, οι φόροι, τα τέλη και τα δικαιώματα εκπίπτουν από τα αποτελέσματα της περιόδου, κατά την οποία καταβλήθηκαν ή τουλάχιστον
βεβαιώθηκαν. Εν προκειμένω, η φορολογική αρχή, λόγω της αρχής της αυτοτελείας των χρήσεων ξαδεν αναγνώρισε προς έκπτωση ποσό 2.447.472 δρχ., αναφερόμενο σε τέλη χαρτοσήμου, για το λόγο ότι τα τέλη αυτά, αναγόμενα στη διαχειριστική περίοδο 1988, ήταν εκπεστέα από τα αποτελέσματα της επόμενης αυτής περιόδου. Το διοικητικό εφετείο, αντίθετα, αφού έλαβε υπόψη του ότι η καταβολή των τελών αυτών έλαβε
χώρα κατά την κρινόμενη περίοδο, αναγνώρισε το ως άνω ποσό προς έκπτωση. Η κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου είναι νόμιμη, ο περί του αντιθέτου δε λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

9. Επειδή, η φορολογική αρχή, κατ' επίκληση της αρχής της αυτοτελείας των χρήσεων, δεν αναγνώρισε προς έκπτωση ποσό 1.321.278 δρχ., που είχε μεν βεβαιωθεί και καταβληθεί κατά την κρινόμενη χρήση, αφορούσε όμως χρεωστικό υπόλοιπο φόρου κύκλου εργασιών διαχειριστικών περιόδων 1983-4. Η προσθήκη της λογιστικής αυτής διαφοράς επικυρώθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο, το οποίο, με τη σκέψη ότι η αναιρεσίβλητη δεν απέδειξε ότι η επίδικη δαπάνη κατέστη βέβαιη και εκκαθαρισμένη κατά την κρινόμενη χρήση, απέρριψε σχετικό λόγο
προσφυγής της αναιρεσίβλητης ως αβάσιμο. Αντιθέτως, το διοικητικό εφετείο, υπολαμβάνοντας ότι η αναιρεσίβλητη είχε προβάλει με την έφεσή της σχετική αιτίαση κατά της ανωτέρω αιτιολογίας της πρωτόδικης
αποφάσεως, έκρινε ότι η ως άνω δαπάνη είναι εκπεστέα από τα ακαθάριστα έσοδα της κρινόμενης περιόδου, κατόπιν δε αυτών μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος αυτό. Οπως όμως προκύπτει από το
δικόγραφο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, κατά της ανωτέρω σκέψεως της πρωτόδικης αποφάσεως δεν είχε προβληθεί λόγος εφέσεως. Συνεπώς, το διοικητικό εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 169 Κ.Φ.Δ. και καθ'
υπέρβαση της εξουσίας του μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που με αυτήν είχε απορριφθεί ο σχετικός λόγος της προσφυγής της αναιρεσίβλητης. Για το λόγο συνεπώς αυτό, ο οποίος βασίμως προβάλλεται
με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό.

10. Επειδή, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 περ. α του ν.δ. 3323/1955, από τα ακαθάριστα έσοδα της εμπορικής επιχειρήσεως αφαιρούνται, για την εξεύρεση του καθαρού εισοδήματος αυτής, "τα γενικά έξοδα διαχειρίσεως,
συμπεριλαμβανομένων των εξόδων μισθοδοσίας και αμοιβής προσωπικού". Εξάλλου, στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Α 179), το οποίο προσετέθη με
την παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 4104/1960 (Α 147), ορίζεται ότι "ο Οικονομικός Εφορος διά τον καθορισμόν των κερδών του υποκειμένου εις φόρον εισοδήματος φυσικού ή νομικού προσώπου δεν υποχρεούται να συνυπολογίση, ως πραγματοποιηθείσας δαπάνας εκ μισθών και ημερομισθίων, ποσά, εφ' ων δεν κατεβλήθησαν αι υπέρ του Ι.Κ.Α. ή ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού ασφαλιστικαί εισφοραί, εκτός εάν υπό της κειμένης νομοθεσίας προβλέπεται μερική ή ολική απαλλαγή από της υποχρεώσεως καταβολής εισφορών". Τέλος, κατά την παρ. 4 του άρθρου 25 του ανωτέρω α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν.δ. 4476/1965 (Α 103), "Ως ημερήσιος μισθός διά την κατάταξιν των ησφαλισμένων εις ασφαλιστικάς κλάσεις νοούνται αι πάσης φύσεως
αποδοχαί τούτων εις χρήμα και εις είδος, των τελευταίων τούτων αποτιμωμένων εις χρήμα δι' αποφάσεως του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α. Ως αποδοχαί νοούνται αι πάσης φύσεως παροχαί του εργοδότου προς τον ησφαλισμένον, πλην ωρισμένων εκτάκτων παροχών κοιννικού χαρακτήρος, ορισθησομένων διά Κανονισμού". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, για την μη έκπτωση, από τα ακαθάριστα έσοδα επιχειρήσεως, του χρηματικού
ποσού που αντιστοιχεί σε άλλες, εκτός του μισθού ή ημερομισθίου, παροχές της (σε χρήμα ή σε είδος) προς το προσωπικό της για τον λόγο ότι δεν καταβλήθηκαν για τις παροχές αυτές οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, πρέπει να πρόκειται περί παροχών που δόθηκαν ως προσαύξηση του μισθού ή ημερομισθίου (Βλ. Σ.τ.Ε. 102, 103/1996 κ.ά.).

11. Επειδή, εν προκειμένω, οι λογαριασμοί της αναιρεσίβλητης εταιρείας "έξοδα αυτοκινήτων" (Κ.Α. 630200, 650300, 663300) επιβαρύνθηκαν με δαπάνες συνολικού ύψους 24.258.220 δρχ., οι οποίες αφορούν χιλιομετρική κατ' αποκοπή αποζημίωση που καταβάλλει η εταιρεία σε υπαλλήλους της, κυρίως επιθεωρητές πωλήσεων, για τη χρησιμοποίηση των Ι.Χ. αυτοκινήτων τους σε όλη την Ελλάδα, εκδίδοντας τις προβλεπόμενες στο άρθρο 24 παρ. 1 του Κ.Φ.Σ. αποδείξεις επαγγελματικών δαπανών. Η φορολογική αρχή προσέθεσε στα καθαρά κέρδη της εταιρείας, ως λογιστική διαφορά, κονδύλιο συνολικού ύψους 20.446.991 δρχ., αφού έκρινε ότι το ποσό αυτό δεν έπρεπε να αναγνωρισθεί προς έκπτωση, πλην άλλων, με την αιτιολογία ότι η εταιρεία δεν είχε καταβάλει τις
σχετικές ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α., δεδομένου ότι, κατά τη φορολογική αρχή, το εν λόγω ποσό αποτελούσε συγκεκαλυμμένο πρόσθετο αντάλλαγμα της εργασίας των μισθωτών ενόψει του γεγονότος ότι το ύψος της χιλιομετρικής αποζημιώσεως διαφοροποιείται κατά υπάλληλο. Ειδικότερα, όπως εκτίθεται στην απόφαση, διάφοροι αναφερόμενοι σε αυτή υπάλληλοι έλαβαν, αντιστοίχως, χιλιομετρική αποζημίωση δρχ. 30,70, 50, 30,70 και 39,40, οι διαφορές δε μεταξύ των ποσών αυτών υπερβαίνουν το κατά την κοινή πείρα και τα συναλλακτικά ήθη εύλογο μέτρο, διότι υπερκαλύπτουν την αξία των καυσίμων και τις εν γένει φθορές των
αυτοκινήτων. Το διοικητικό εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: 1) Η εταιρεία, κατόπιν συμφωνίας με ορισμένους υπαλλήλους της, κατά τα μη αμφισβητηθέντα από τη φορολογική αρχή, ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής σ' αυτούς των εξόδων των χρησιμοποιουμένων για τις ανάγκες της αυτοκινήτων τους. 2) Η ανά διανυόμενο χιλιόμετρο υπολογιζόμενη αποζημίωση απέβλεπε στην κάλυψη όχι μόνον της αξίας των καυσίμων και των διοδίων, αλλά και των φθορών του αυτοκινήτου, των τελών κυκλοφορίας και των δαπανών συντηρήσεώς του, αφού, διαφορετικά, θα ήταν ασύμφορη για τον υπάλληλο η εκ μέρους του ανάληψη των δαπανών κινήσεως και συντηρήσεώς του, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες της επιχειρήσεως του εργοδότη του. 3) Σύμφωνα με σχετική εγκύκλιο της εταιρείας, το κόστος καυσίμων ανά χιλιόμετρο ανερχόταν κατά το μήνα Οκτώβριο 1986 σε 7,32 δρχ. για ένα μέσου τύπου αυτοκίνητο, αν δε προστεθούν η φθορά του αυτοκινήτου, τα τέλη κυκλοφορίας, τα διόδια και οι δαπάνες συντηρήσεως, προκύπτει, για το ένδικο οικονομικό έτος, κατά τα γενόμενα δεκτά από το διοικητικό εφετείο, κόστος ανά διανυόμενο χιλιόμετρο 18 δρχ. 4) Παρατηρείται σημαντική διαφοροποίηση του ύψους της χιλιομετρικής αποζημιώσεως, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη εγκύκλιο, τόσο ανάλογα με τον αριθμό των "πραγματοποιουμένων" ετησίως χιλιομέτρων, για υπηρεσιακές ανάγκες, με αυτοκίνητο 1300 CC και άνω (50 δρχ. ανά χιλιόμετρο για "πραγματοποίηση" μέχρι 7.000 χιλιομέτρων ετησίως και 28,60 δρχ. για "πραγματοποίηση" πέραν των 7.000 χιλιομέτρων), όσο και ανά μισθωτό
(όπως στις ανωτέρω περιπτώσεις που επικαλέσθηκε ενδεικτικά η φορολογική αρχή) ή ανάλογα με την ιδιότητα του μισθωτού ως προϊσταμένου τμήματος ή ως συγκαταλεγομένου στο λοιπό προσωπικό (39 και 30,70 δρχ.
αντιστοίχως) και η οποία διαφοροποίηση, κατά την κρίση του διοικητικού εφετείου, δεν είναι δυνατόν να οφείλεται μόνο στον τύπο του χρησιμοποιουμένου από τον υπάλληλο αυτοκινήτου και στο χρόνο πραγματοποιήσεως της διαδρομής, όπως υπεστήριζε η εταιρεία, ούτε δικαιολογείται από την κατά τις απόψεις της ανάλυση του τρόπου
υπολογισμού της χιλιομετρικής αποζημιώσεως, αναφερόμενη σε ένα τύπο αυτοκινήτου και μόνο. Αφού έλαβε υπόψη τα ανωτέρω, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι το ύψος της κατ' αποκοπή καταβαλλομένης στους υπαλλήλους της εταιρείας αποζημιώσεως προς κάλυψη των δαπανών κινήσεως των αυτοκινήτων τους υπερβαίνει το κατά κοινή πείρα εύλογο μέτρο και ειδικότερα κατά ποσοστό 50% του ως άνω συνολικού ποσού των 24.258.220 δρχ., δηλαδή κατά το ποσό των 12.129.110 δρχ., το τελευταίο δε αυτό ποσό αποτελεί, κατά την κρίση του διοικητικού εφετείου, συγκεκαλυμμένο πρόσθετο αντάλλαγμα της εργασίας των μισθωτών, υποκείμενο σε εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α., η μη καταβολή των οποίων συνεπάγεται την προσθήκη του ποσού αυτού, ως λογιστικής διαφοράς, στα καθαρά κέρδη της εταιρείας, κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του ν.δ. 4104/1960. Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ποσό 12.129.110 δρχ., δηλαδή το υπόλοιπο 50% του ως άνω συνολικού κονδυλίου, αποτελεί κατ' αποκοπή αποζημίωση για δαπάνες στις οποίες υπεβλήθησαν οι μισθωτοί προς το σκοπό της ευχερέστερης, ταχύτερης και αποδοτικότερης διεξαγωγής των εργασιών της επιχειρήσεως και ότι, συνεπώς, το εν λόγω ποσό, ενόψει και του ότι εκαλύπτετο από αποδείξεις επαγγελματικών δαπανών (κατά το άρθρο 24 παρ. 1 του Κ.Φ.Σ.), έπρεπε να αναγνωρισθεί προς έκπτωση, ειδικότερα δε, αφού η φορολογική αρχή είχε ήδη δεχθεί προς έκπτωση ποσό 3.811.229 δρχ., έπρεπε να αναγνωρισθεί προς έκπτωση επί πλέον ποσό 8.317.881 δρχ.

12. Επειδή, η ανωτέρω κρίση του διοικητικού εφετείου, ότι ποσοστό 50% του συνολικού ως άνω ποσού που είχε εκπέσει η αναιρεσίβλητη αποτελούσε κατ' αποκοπή αποζημίωση καταβαλλόμενη στους υπαλλήλους της προς κάλυψη των δαπανών κινήσεως των αυτοκινήτων τους και ότι, συνεπώς, έπρεπε να αναγνωρισθεί προς έκπτωση (κατά το μέρος που δεν είχε ήδη αναγνωρισθεί από τη φορολογική αρχή) παρά τη μη καταβολή των εισφορών
προς το Ι.Κ.Α., είναι πλημμελώς αιτιολογημένη καθόσον ο προσδιορισμός του εν λόγω ποσοστού (50%) δεν συναρτάται με τις ως άνω προηγούμενες εκτιμήσεις του δικάσαντος δικαστηρίου (σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των επιμάχων δαπανών), οι οποίες δεν αναφέρονται σε τέτοιο ποσοστό, αλλά συνάπτεται αποκλειστικά με την όλως αόριστη επίκληση ότι το ύψος της κατ' αποκοπή καταβαλλομένης στους υπαλλήλους αυτούς αποζημιώσεως υπερβαίνει το κατά κοινή πείρα εύλογο μέτρο κατά ποσοστό 50% του συνολικού ποσού που είχε εκπεσθεί από την εταιρεία. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα κατά το μέρος που αναγνωρίσθηκε προς έκπτωση το ως άνω ποσό (8.317.881 δρχ.), παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως που αφορούν το μέρος αυτό.

13. Επειδή, περαιτέρω, η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε προς έκπτωση δαπάνες 8.571.174 και 11.331.471 δρχ., σχετικές με συμπλήρωμα τροφής και πρόσθετη ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη των εργατοϋπαλλήλων της αναιρεσίβλητης αντιστοίχως. Κατά τη φορολογική αρχή, οι δαπάνες αυτές, μεταξύ άλλων, αποτελούσαν συγκεκαλυμμένο πρόσθετο αντάλλαγμα της εργασίας των εργατοϋπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, για το οποίο δεν είχαν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν σε προηγούμενη σκέψη. Το διοικητικό εφετείο, αντίθετα, δέχθηκε ότι οι εν λόγω δαπάνες πρέπει να αναγνωρισθούν έστω και αν δεν
έχουν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α., διότι αποβλέπουν, η μεν πρώτη στην καλύτερη διεξαγωγή της εργασίας, έστω και αν από αυτό ωφελούνται έμμεσα και οι μισθωτοί, η δε δεύτερη στην παροχή κινήτρου προς το προσωπικό της αναιρεσίβλητης για μεγαλύτερη αποδοτικότητα, προς όφελος της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Η κρίση όμως αυτή του δικα στηρίου δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη,
διότι στηρίζεται σε σκέψεις γενικής φύσεως, που είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν σε κάθε περίπτωση, και όχι σε εκτίμηση συγκεκριμένων στοιχείων, βάσει των οποίων έχει διαπιστωθεί ότι οι επίδικες δαπάνες (η πρώτη των οποίων άλλωστε δεν εξειδικεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση), αποσκοπούσαν στην πληρέστερη εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της αναιρεσίβλητης, οπότε και μόνον επιτρέπεται, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, να αναγνωρισθούν χωρίς καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Για το λόγο συνεπώς αυτό, βασίμως προβαλλόενο με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το σχετικό μέρος. Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου του Τμήματος Γ. Κουτνατζή και του Συμβούλου Σ. Καραλή, σύμφωνα με την έννοια της
προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι ως άνω δαπάνες αποβλέπουν προεχόντως στην εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της αναιρεσίβλητης και συνεπώς νομίμως έγινε δεκτό ότι αφαιρούνται χωρίς καταβολή ασφαλιστικών
εισφορών, ο περί του αντιθέτου δε λόγος αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος.

14. Επειδή, το διοικητικό εφετείο αναγνώρισε προς έκπτωση α) δαπάνη 3.055.792 δρχ., σχετική με έξοδα ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης των συνταξιούχων της αναιρεσίβλητης, β) δαπάνη 45.879.301 δρχ., αναφερόμενη σε βοηθήματα καταβαλλόμενα σ' αυτούς προς κάλυψη του 75% της διαφοράς μεταξύ της λαμβανόμενης από το ΙΚΑ σύνταξης και των πλήρων αποδοχών που ελάμβαναν κατά την ημέρα της συνταξιοδότησής τους και γ)
δαπάνη 3.777.602 δρχ., σχετική με κονδύλιο που καταβλήθηκε σε απολυθέντες υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, επί πλέον της νόμιμης αποζημίωσης, με τη σκέψη ότι οι δαπάνες αυτές είναι παραγωγικές, διότι δημιουργούν κίνητρο για μεγαλύτερη αποδοτικότητα στο προσωπικό της αναιρεσίβλητης και συμβάλλουν με αυτό τον τρόπο στην καλύτερη απόδοσή της. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, διότι, υπό τα βεβαιούμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά, οι εν λόγω δαπάνες ήταν πράγματι παραγωγικές κατά το νόμο, ο περί του αντιθέτου δε λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (βλ. ΣτΕ 1611/1983, 792, 3735/1988 κ.ά.). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η κρίση αυτή είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, διότι το διοικητικό εφετείο δεν παραθέτει στοιχεία, που να πείθουν για τη συνέχιση των ως άνω παροχών στο μέλλον, είναι αβάσιμος, διότι για την κρίση περί παραγωγικότητας των ως άνω δαπανών δεν είναι αναγκαία σχετική διαπίστωση. Τέλος, η έκπτωση της τελευταίας ως άνω δαπάνης, της αναφερομένης στην επί πλέον αποζημίωση απολυθέντων υπαλλήλων, δεν απεκλείετο από το γεγονός ότι η αυξημένη αυτή αποζημίωση εδίδετο από την αναιρεσίβλητη σε όλους τους αποχωρούντες υπαλλήλους της (βλ. ΣτΕ 2993/1991), και συνεπώς ο σχετικός λόγος εφέσεως δεν ήταν ουσιώδης και νομίμως απερρίφθη σιωπηρά από το διοικητικό εφετείο ο περί του
αντιθέτου δε λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

15. Επειδή, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 περίπτ. στ του ν.δ. 3323/1955, από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως αφαιρούνται "αι δι' οριστικών εγγραφών αποσβέσεις επισφαλών απαιτήσεων". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο φορολογούμενος, που ισχυρίζεται ότι ορισμένη απαίτησή του είναι επισφαλής και προβαίνει σε έκπτωσή της, οφείλει να αποδείξει το επισφαλές της απαιτήσεως, με θετικά και συγκεκριμένα στοιχεία, πιθανολογούντα το μη εισπράξιμο αυτής υπό τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις, αναγόμενες κυρίως στην αφερεγγυότητα του οφειλέτη (βλ. ΣτΕ 2245/1991 κ.ά.). Εν προκειμένω, το διοικητικό εφετείο αναγνώρισε προς έκπτωση, ως επισφαλείς, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης κατά πτωχευσάντων οφειλετών : 183.871, 875.942 και 616.371 δρχ. κατά της Α.Ε. "ΑΓΚΡΙΦΑΡΜ Ι. Κ. ΦΟΥΡΟΥΝΤΖΟΥΡΟ ΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ Α.Ε.", 663.658 δρχ. κατά της Α.Ε. "Αλ. ΜΠΟΖΗ" και 201.857 δρχ. κατά της Α.Ε. "DORIAN A.E.", ενόψει αποφάσεων των
Πολυμελών Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιά, με τις οποίες κηρύχθηκε η παύση των εργασιών των πτωχεύσεων των ως άνω εταιρειών λόγω έλλειψης της αναγκαίας περιουσίας για τη συνέχιση των εργασιών τους. Η κρίση
όμως αυτή του διοικητικού εφετείου, κατά την άποψη που πλειοψήφισε στο Δικαστήριο, δεν είναι νόμιμη, διότι μόνη η κήρυξη προσώπου σε κατάσταση πτώχευσης, λόγω παύσεως των πληρωμών, καθώς και η κήρυξη της
παύσεως των εργασιών της πτώχευσης, λόγω ελλείψεως ή αδυναμίας εξευρέσεως των αναγκαίων χρημάτων προς συνέχιση των εργασιών της, δεν δημιουργούν ούτε αποδεικνύουν εξ αντικειμένου αφερεγγυότητα του πτωχεύσαντος, το δικαστήριο δε πρέπει να αιτιολογήσει περαιτέρω την κρίση του ότι εξέλιπε κάθε πιθανότητα είσπραξης της απαιτήσεως, παραθέτοντας και τα λοιπά περιστατικά, από τα οποία εξαρτάται η εν όλω ή εν μέρει είσπραξή της, όπως η περιουσιακή κατάσταση του πτωχεύσαντος, η τυχόν ύπαρξη ασφαλειών κλπ. Συνεπώς, για το λόγο αυτό, που βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό. Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου του Τμήματος Γ. Κουτνατζή, η ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου περί του επισφαλούς των επίδικων απαιτήσεων, στηριζόμενη στο γεγονός της παύσεως των εργασιών της πτώχευσης ελλείψει χρημάτων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος.

16. Επειδή, περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο αναγνώρισε προς έκπτωση, ως επισφαλείς, απαίτηση 1.613.125 δρχ. κατά της Α.Ε. "ΑΣΦΑΛΤΙΚΑ ΕΡΓΑ", ενόψει βεβαιώσεως του συνδίκου της ένωσης των πιστωτών της πτώχευσης, κατά την οποία το ύψος του ενεργητικού της πτωχής δεν επαρκεί ούτε για την ικανοποίηση των προνομιούχων δανειστών και απαίτηση 406.452 δρχ. κατά της Α.Ε. "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ Α.Ε.", ενόψει σημειώματος του νομικού συμβούλου της αναιρεσίβλητης Κ. Ραφαήλ, κατά το οποίο η εταιρεία αυτή υπήχθη στις ρυθμίσεις του ν. 1386/1983 περί προβληματικών επιχειρήσεων, επηκολούθησε δε, βάσει των διατάξεων του νόμου αυτού, ειδική ρύθμιση του ως άνω χρέους. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η κρίση αυτή, η σχετική με την πρώτη ως άνω απαίτηση, δεν είναι νόμιμη, διότι μόνη η κήρυξη προσώπου σε κατάσταση πτώχευσης δεν δημιουργεί εξ αντικειμένου αφερεγγυότητα αυτού. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το διοικητικό εφετείο δεν στηρίχθηκε μόνο στην κήρυξη σε πτώχευση της οφειλέτριας εταιρείας για να κρίνει το επισφαλές της κατ' αυτής απαίτησης της αναιρεσίβλητης, αλλά έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το ύψος του ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας, όπως αυτό προέκυπτε από την ως άνω βεβαίωση του συνδίκου της ένωσης των πιστωτών της πτώχευσης. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η ίδια κρίση του δικαστηρίου είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται αν ο σύνδικος της ένωσης των πιστωτών συνέταξε πίνακα διανομής και με ποιο ποσό και αν προεβλήθησαν αντιρρήσεις κατ' αυτού, είναι απορριπτέος εν πάση περιπτώσει ως αβάσιμος, διότι το Δημόσιο δεν ισχυρίζεται ότι είχε προβάλλει ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ειδικότερους ισχυ ρισμούς ως προς το ζήτημα αυτό. Περαιτέρω, για τις δύο ως άνω απαιτήσεις, το δικαστήριο νομίμως εκτίμησε τις ανωτέρω βεβαιώσεις του συνδίκου της ένωσης των πιστωτών της πτώχευσης και του νομικού συμβούλου της αναιρεσίβλητης

" χωρίς να απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας της εμμάρτυρης απόδειξης (άρθρα 152 επ. Κ.Φ.Δ.) ο δε περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος (πρβλ. ΣτΕ 2039/1994). Τέλος, η ανωτέρω κρίση του εφετείου η σχετική με τη δεύτερη απαίτηση, κατά της Α.Ε. "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ Α.Ε.", δεν προσβάλλεται κατά τα λοιπά με την κρινόμενη αίτηση.

17. Επειδή, ο Κ.Φ.Σ. ορίζει, στο μεν άρθρο 15 παρ. 2 ότι "Πάσα εγγραφή εις τα βιβλία αφορώσα συναλλαγήν ή ετέραν πράξιν του υποχρέου δέον να δικαιολογήται διά στοιχείων αποδεικνυόντων ταύτην", στο δε άρθρο 43 παρ. 3 ότι "Ουδέν έξοδον αναγνωρίζεται εάν δεν έχη εκδοθή αποδεικτικόν στοιχείον". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι έκπτωση ορισμένης δαπάνης από το ακαθάριστο εισόδημα της επιχειρήσεως επιτρέπεται μόνον εφόσον έχουν εκδοθεί τα σχετικά με τη δαπάνη αυτή αποδεικτικά στοιχεία, επί των οποίων και πρέπει να στηρίζεται η
αφορώσα τη δαπάνη εγγραφή των βιβλίων (βλ. ΣτΕ 2065/1992 κ.ά.). Εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη επεβάρυνε το λογαριασμό της "ΕΚΤΕΛΩΝΙΣΤΙΚΑ" με δαπάνες τελωνειακών διατυπώσεων και τελωνειακών εξόδων που πραγματοποιήθηκαν από τους εκτελωνιστές της για λογαριασμό της κατά τον εκτελωνισμό εμπορευμάτων, ύψους 94.740.705 δρχ. Η φορολογική αρχή διαπίστωσε ότι ορισμένες από τις δαπάνες αυτές, που περιλαμβάνονταν στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών των εκτελωνιστών, δεν καλύπτονταν από νόμιμα παραστατικά στοιχεία, τα οποία έπρεπε να επισυνάπτονται στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αλλά, αντί αυτών, οι εκτελωνιστές είχαν εκδόσει και επισυνάψει αποδείξεις επαγγελματικών δαπανών. Δοθέντος όμως ότι ο αριθμός των αντστοιχων εγγραφών ήταν
υπερβολικά μεγάλος (6.156), με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής ο έλεγχος, η φορολογική αρχή ήλεγξε μόνον 25 από τις εγγραφές αυτές, βάσει δε του ελέγχου αυτού προσδιόρισε κατά προσέγγιση τις μη αναγνωριζόμενες δαπάνες σε 34.208.892 δρχ. Το διοικητικό εφετείο, με τη σκέψη ότι, εφόσον τα βιβλία και στοιχεία της αναιρεσίβλητης κρίθηκαν επαρκή, η φορολογική αρχή όφειλε να προβεί στον έλεγχο μιας εκάστης εγγραφής, για την οποία δεν υφίσταται νόμιμο παραστατικό στοιχείο, και όχι στον κατά προσέγγιση προσδιορισμό των μη εκπιπτομένων δαπανών, δέχθηκε την έκπτωση της δαπάνης αυτής, εκτός από ποσό 138.925 δρχ., για το οποίο η φορολογική αρχή είχε διαπιστώσει, δειγματοληπτικά, κατά τα ανωτέρω, την έλλειψη δικαιολογητικών. Η κρίση όμως αυτή του διοικητικού εφετείου δεν είναι νόμιμη, διότι, εφόσον η φορολογική αρχή είχε πάντως αμφισβητήσει την ύπαρξη νόμιμων δικαιολογητικών για το επίδικο ποσό των 34.208.892 δρχ., το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να αναγνωρίσει τη δαπάνη αυτή, όφειλε να βεβαιώσει, θετικά, ότι είχαν εκδοθεί τα νόμιμα δικαιολογητικά στοιχεία, στα οποία στηριζόταν η σχετική εγγραφή των βιβλίων της αναιρεσίβλητης, εκδίδοντας προς τούτο, αν παρίστατο ανάγκη, και προδικαστική απόφαση. Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό, κατά τα βασίμως με την κρινόμενη αίτηση προβαλλόμενα. Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου του Τμήματος Γ. Κουτνατζή, η ένδικη πράξη της φορολογικής αρχής, με την οποία ελέγχθηκαν μόνον 25 από τις 6.156 επίδικες εγγραφές, δεν ήταν νόμιμη, και, συνεπώς ανεξαρτήτως των ειδικοτέρων αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ορθώς το Εφετείο διέγραψε το συνολικώς μη αναγνωρισθέν προς έκπτωση από τη φορολογική αρχή ποσόν.

18. Επειδή, κατά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εν μέρει αναιρετέα, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνηση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 1243/1994 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, σύμφωνα με το σκεπτικό και

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 1996

Ο Πρόεδρος του Β Τμήματος Η Γραμματέας του Β Τμήματος

Γ. Κουτνατζής Μ. Μπερδεμπέ

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Οκτωβρίου 1997.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας του Β Τμήματος

Ηλ. Παπαγεωργίου Μ. Μπερδεμπέ







ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο