Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-2002 ]

ΣτΕ 699/2002 Φορολογία εισοδήματος. Προϋποθέσεις εξωλογιστικού προσδιορισμού των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεων των οποίων τα βιβλία και στοιχεία κρίνονται ανακριβή ή ανεπαρκή. Η σχετική κρίση της φορολογικής αρχής ή των δικαστηρίων πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Επαρκώς αιτιολογημένη η προσβαλλομένη απόφαση κατά την κρίση της περί της προσφυγής στον εξωλογιστικό προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων της αναιρεσείουσας. Δεν έχει πεδίο εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση το άρθρο 39 παρ. 11 του ΠΔ 186/1992. Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την αριθμ. 2329/1997 ΔΕφΑθ).

(Φορολογία εισοδήματος. Προϋποθέσεις εξωλογιστικού προσδιορισμού των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεων των οποίων τα βιβλία και στοιχεία κρίνονται ανακριβή ή ανεπαρκή. Η σχετική κρίση της φορολογικής αρχής ή των δικαστηρίων πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Επαρκώς αιτιολογημένη η προσβαλλομένη απόφαση κατά την κρίση της περί της προσφυγής στον εξωλογιστικό προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων της αναιρεσείουσας. Δεν έχει πεδίο εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση το άρθρο 39 παρ. 11 του ΠΔ 186/1992. Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την αριθμ. 2329/1997 ΔΕφΑθ). )

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Φορολογία εισοδήματος. Προϋποθέσεις εξωλογιστικού προσδιορισμού των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεων των οποίων τα βιβλία και στοιχεία κρίνονται ανακριβή ή ανεπαρκή. Η σχετική κρίση της φορολογικής αρχής ή των δικαστηρίων πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Επαρκώς αιτιολογημένη η προσβαλλομένη απόφαση κατά την κρίση της περί της προσφυγής στον εξωλογιστικό προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων της αναιρεσείουσας. Δεν έχει πεδίο εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση το άρθρο 39 παρ. 11 του ΠΔ 186/1992.
Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την αριθμ. 2329/1997 ΔΕφΑθ).



Αριθμός 699/2002
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2001 με την εξής σύνθεση: Φ. Στεργιόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Σ. Καραλής, Δ. Κωστόπουλος, Σύμβουλοι, Κ. Βιολάρης, Ελ. Αναγνωστοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Μπερδεμπέ, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 8 Δεκεμβρίου 1997 αίτηση:

της Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...........", που εδρεύει στην Αθήνα η οποία δεν παρέστη, αλλά η δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, κατά του ..........ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Κατσούλα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η 2329/1997 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Κ. Βιολάρη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχουν καταβληθεί τα νόμιμα τέλη και το παράβολο (υπ? αριθμ. 862784/1997 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Ενσήμων και Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών και υπ? αριθμ. 1025278/1997 ειδικό έντυπο παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της απόφασης 2329/1997 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις της αναιρεσείουσας εταιρείας και του Δημοσίου κατά της απόφασης 4994/1995 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση, κατά μερική αποδοχή προσφυγής της αναιρεσείουσας, μεταρρυθμίστηκε η υπ? αριθμ. 38/1993 πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων, οικονομικού έτους 1987, του Προϊσταμένου της Η΄ Δ.Ο.Υ. Αθηνών και προσδιορίστηκαν τα καθαρά κέρδη της αναιρεσείουσας σε 8.750.000 δραχμές.

3. Επειδή, στο ν.δ. 3323/1955 (φ. 214 Α΄) όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο ορίζονται τα εξής: Στο άρθρο 33α ότι: "1. Ο προσδιορισμός του καθαρού κέρδους των εμπορικών επιχειρήσεων ενεργείται κατά τας επομένας διακρίσεις: α) . . . β) Επί τηρουσών επαρκή και ακριβή βιβλία και στοιχεία δευτέρας Κατηγορίας του Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων, εφ? όσον αύται παρέχουν αποκλειστικώς υπηρεσίας και στερούνται αξιολόγων αποθεμάτων κατά την λήξιν της διαχειριστικής περιόδου, το καθαρόν κέρδος εξευρίσκεται δι? εκπτώσεως εκ των
ακαθαρίστων εσόδων των εν άρθρω 35 αναφερομένων εξόδων. γ) Επί των λοιπών επιχειρήσεων των τηρουσών βιβλία και στοιχεία πρώτης ή δευτέρας κατηγορίας του Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων, ως και επί των επιχειρήσεων αίτινες δεν τηρούν βιβλία και στοιχεία ή τηρούν τοιαύτα κατωτέρας της προσηκούσης κατηγορίας ή τηρούν ανακριβή ή ανεπαρκή βιβλία και στοιχεία και εφ? όσον εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν η ανεπάρκεια καθιστά αδύνατον την διενέργειαν των ελεγκτικών επαληθεύσεων, το καθαρόν κέρδος προσδιορίζεται εξωλογιστικώς κατά τα εν άρθρω 36 οριζόμενα". Στο άρθρο 34 ότι: "1. . . . 2. . . . α) . . . β) . . . γ) Επί μη τηρουσών βιβλία και στοιχεία του Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων ή τηρουσών τοιαύτα ανεπαρκή ή ανακριβή ή
κατωτέρας της προσηκούσης κατηγορίας, τα ακαθάριστα έσοδα προσδιορίζονται εξωλογιστικώς επί τη βάσει των υπό του Οικονομικού Εφόρου διατιθεμένων στοιχείων και πληροφοριών περί της εκτάσεως της συναλλακτικής δράσεως της επιχειρήσεως και των εν γένει συνθηκών λειτουργίας αυτής. Δια τον τοιούτον προσδιορισμόν λαμβάνονται ιδία υπ? όψιν αι υπό της επιχειρήσεως εμφανιζόμεναι αγοραί και πωλήσεις, το εμφανιζόμενον μικτόν κέρδος, ως και το πραγματοποιούμενον τοιούτον παρ? ετέρων ομοειδών επιχειρήσεων εργαζομένων υπό
παρομοίας συνθήκας, το απασχολούμενον προσωπικόν, το ύψος των επενδεδυμένων κεφαλαίων ως και των ιδίων κεφαλαίων κινήσεως, το ποσόν των δανείων και πιστώσεων, το ποσόν των εξόδων παραγωγής και διαθέσεως των εμπορευμάτων, των εξόδων διαχειρίσεως και πάσης εν γένει επαγγελματικής δαπάνης". Και στο άρθρο 36 ότι: "1. Ο εξωλογιστικός προσδιορισμός του καθαρού κέρδους των εμπορικών επιχειρήσεων, περί ων ορίζει η διάταξις του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 33α, ενεργείται δια πολλαπλασιασμού των ακαθαρίστων εσόδων της
επιχειρήσεως επί ειδικούς κατά γενικάς κατηγορίας επιχειρήσεων συντελεστάς καθαρού κέρδους . . . 2. Για κάθε κατηγορία επιχειρήσεων προβλέπεται ένας μοναδικός συντελεστής καθαρού κέρδους, ο οποίος εφαρμόζεται στα ακαθάριστα έσοδα . . . Για τις επιχειρήσεις που δεν τηρούν . . . ή τηρούν ανακριβή βιβλία και στοιχεία, ο συντελεστής καθαρού κέρδους προσαυξάνεται κατά σαράντα τα εκατό (40%) . . . ". Εξ άλλου, στο άρθρο 43 παρ. 2 του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων (π.δ. 99/1977, ΦΕΚ 34 Α΄) ορίζεται ότι: "Ανακριβή κρίνονται τα
βιβλία και στοιχεία οσάκις εις αυτά ο υπόχρεως, διαζευκτικώς ή αθροιστικώς, δεν εμφανίζει υπαρκτά έσοδα ή εμφανίζει ανακριβή τοιαύτα, εμφανίζει ανακριβή ή ανύπαρκτα έξοδα, δεν εμφανίζει στοιχεία απογραφής ή εμφανίζει ανακριβή τοιαύτα και εν γένει δεν εμφανίζει την πραγματικήν κατάστασιν, εκ των τοιούτων δε πράξεων ή παραλείψεων επηρεάζονται ουσιωδώς τα εκ των βιβλίων και στοιχείων προκύπτοντα δεδομένα ή οικονομικά αποτελέσματα . . . ". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι επί επιχειρήσεων, των οποίων τα βιβλία και
στοιχεία ελέγχονται ανεπαρκή ή ανακριβή, ο προσδιορισμός των ακαθαρίστων εσόδων ενεργείται εξωλογιστικώς, εφόσον η ανεπάρκεια ή η ανακρίβεια των βιβλίων και στοιχείων καθιστά αδύνατη τη διενέργεια των ελεγκτικών
επαληθεύσεων και ανέφικτο τον λογιστικό προσδιορισμό των αποτελεσμάτων, σύμφωνα με την περί τούτου αιτιολογημένη κρίση της φορολογικής αρχής ή του δικαστηρίου της ουσίας.

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η φορολογούμενη ετερόρρυθμη εταιρεία έχει την έδρα της στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στην Πλάκα (.......), και ασχολήθηκε κατά την κρινόμενη διαχειριστική περίοδο (1.1.1986 ? 31.12.1986) με την εκμετάλλευση κέντρων διασκεδάσεως (μπουάτ) με την ονομασία ".........", αφενός στην παραπάνω διεύθυνση κατά τους χειμερινούς μήνες και αφετέρου στη Λεωφόρο Μίκρας της Θεσσαλονίκης κατά τους θερινούς μήνες. Στα καταστήματα αυτά παρέχονταν διασκέδαση με μουσική και τραγούδι από γνωστούς καλλιτέχνες και χορευτικά κατά περιόδους, και προσφέρονταν αποκλειστικά ποτά, αναψυκτικά και ξηροί καρποί, χωρίς κύρια εδέσματα. Κατά την κρίσιμη περίοδο η επιχείρηση
τήρησε βιβλία και στοιχεία Β΄ κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. (βιβλία εσόδων-εξόδων) και εξέδιδε θεωρημένους διπλότυπους λογαριασμούς πελατών. Από τα δεδομένα των βιβλίων προέκυπταν, συνολικά, αγορές δρχ. 5.416.221 ακαθάριστα έσοδα δρχ. 12.086.070 δαπάνες δρχ. 8.927.108 και ζημιές δρχ. 2.260.259. Ο Προϊστάμενος της διάδικης φορολογικής αρχής (ΔΟΥ), υιοθετώντας το πόρισμα το αναφερόμενο στην από 10.12.1993 έκθεση ελέγχου, έκρινε τα βιβλία της εταιρείας ανακριβή και εχώρησε στην εξωλογιστική εξαγωγή του αποτελέσματος, προσδιορίζοντας τα μεν ακαθάριστα έσοδα σε δρχ. 40.000.000, τα δε καθαρά κέρδη σε δρχ. 14.000.000, με τη χρησιμοποίηση δηλαδή Σ.Κ.Κ. 35%. Επί προσφυγής της εταιρείας κατά της 38/1993 πράξεως εκδόθηκε η ήδη εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τον εξωλογιστικό προσδιορισμό του αποτελέσματος και περιόρισε στη συνέχεια τα καθαρά κέρδη της επιχειρήσεως σε δρχ. 8.750.000, με τη χρησιμοποίηση Σ.Κ.Κ. 35% στα περιορισθέντα επίσης ακαθάριστα έσοδα των 25.000.000 δρχ. Στην κρίση του για την απόρριψη των βιβλίων και τον εξωλογιστικό προσδιορισμό του αποτελέσματος, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στηρίχθηκε σε δύο από τις παραβάσεις που παρατίθενται στην οικεία έκθεση ελέγχου και είναι οι εξής: α) . . . και β) η αναφερόμενη παράβαση στην οριστική απόφαση επιβολής προστίμου 240/1986 της μη καταχώρισης σερβιρισθέντων ειδών στους διπλότυπους λογαριασμούς πελατών σε οκτώ περιπτώσεις για ισάριθμες παρέες. Το δικαστήριο, δεχόμενο ότι η εταιρεία υπέπεσε στις πιο πάνω παραβάσεις και ότι η μη καταχώριση σε 8 περιπτώσεις σερβιρισθέντων ειδών σε διπλότυπους λογαριασμούς πελατών συνιστά ξεχωριστές ουσιαστικές παραβάσεις του ΚΦΣ που έχουν ως αποτέλεσμα την απόκρυψη εσόδων, έκρινε ως ανακριβή τα παραπάνω περιγραφόμενα δεδομένα των βιβλίων". Με βάση τα πιο πάνω η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι "και μόνο η μη καταχώριση στις πιο πάνω 8 περιπτώσεις σερβιρισθέντων ειδών σε διπλότυπους λογαριασμούς πελατών προδίδει πρόθεση αποκρύψεως εσόδων και εμφανίσεως ανακριβών αποτελεσμάτων, γεγονός που εμποδίζει ουσιωδώς τη διενέργεια των απαραίτητων ελεγκτικών επαληθεύσεων, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για απλή τυπική παράβαση. Συνεπώς νόμιμα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εχώρησε στον εξωλογιστικό προσδιορισμό των αποτελεσμάτων και απέστη από τα δεδομένα των βιβλίων, και αφού έλαβε υπόψη το είδος της επιχειρήσεως και τον τρόπο λειτουργίας της (κέντρο διασκέδασης-μπουάτ), την περιοχή στην οποία λειτουργεί (Πλάκα), τη φήμη της στην αγορά και τη φήμη των καλλιτεχνών που εμφανίζονταν, ενδεικτικώς τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα και τις δαπάνες, το μικτό κέρδος που πραγματοποιούν άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις και την εν γένει έκταση της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, όπως αυτή προκύπτει από τα προπαρατεθέντα στοιχεία, ορθώς προσδιόρισε τα ακαθάριστα έσοδά της σε 25.000.000 δραχμές και τα καθαρά της κέρδη σε 8.750.000 δραχμές με τη χρησιμοποίηση του μοναδικού
συντελεστή (και όχι κυμαινόμενου) καθαρού κέρδους 25% προσαυξημένου κατά 40%, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 1563/1985, λόγω ανακριβείας των βιβλίων της επιχειρήσεως. . . . ".

5. Επειδή, με το παραπάνω περιεχόμενο η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη κατά την κρίση της περί προσφυγής στον εξωλογιστικό προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα. Ειδικότερα, ο λόγος
αναιρέσεως, κατά τον οποίο δεν διαπιστώνεται αιτιολογημένα το ανέφικτο του λογιστικού προσδιορισμού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει τέτοια αιτιολογημένη διαπίστωση εφόσον σ? αυτήν αναφέρεται ότι η ανωτέρω παράβαση της μη καταχώρισης σερβιρισθέντων ειδών στους διπλότυπους λογαριασμούς προδίδει πρόθεση απόκρυψης εσόδων και εμφάνισης ανακριβών αποτελεσμάτων, γεγονός που εμποδίζει ουσιωδώς τη διενέργεια των απαραίτητων ελεγκτικών επαληθεύσεων καθιστά τα βιβλία και στοιχεία ανακριβή και νόμιμη, εκ τούτου, την προσφυγή στον εξωλογιστικό προσδιορισμό, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η ανωτέρω παράβαση αναφέρεται σε απλή καθυστέρηση καταχώρισης η οποία δεν οφείλετο σε πρόθεση απόκρυψης εσόδων, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι επρόκειτο για παράλειψη καταχώρισης των σερβιρισθέντων ειδών, από την οποία με νόμιμη αιτιολογία το διοικητικό εφετείο συνήγαγε πρόθεση απόκρυψης εσόδων. Κατά τα λοιπά, καθόσον με το λόγο αυτό πλήττεται ευθέως η αντίθετη ουσιαστική κρίση του διοικητικού εφετείου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν περιγράφεται επαρκώς η ανωτέρω παράβαση και ιδίως ποια ήταν η αξία των μη καταχωρισθέντων στους λογαριασμούς ειδών, πρέπει επίσης ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί λόγω της φύσης της παράβασης τα στοιχεία αυτά δεν ήταν, κατ' αρχήν, απαραίτητο ν'αναφέρονται για το νόμιμο της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προβάλλεται δε ότι η αιτούσα εταιρεία προέβαλε ισχυρισμό ενώπιον του διοικητικού εφετείου με τον οποίο ανέφερε το ποσό των λογαριασμών και ότι αυτός δεν λήφθηκε υπόψη από το διοικητικό εφετείο. Τέλος, ο λόγος κατά τον οποίο, λόγω του ασήμαντου αριθμού και της αξίας των ένδικων πλημμελών λογαριασμών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ανωτέρω παράβαση επηρεάζει ουσιωδώς τα δεδομένα των βιβλίων και στοιχείων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί πλήσσει την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του διοικητικού εφετείου για την επιρροή της παράβασης αυτής στην αξιοπιστία των βιβλίων και στοιχείων.

6. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι, εφόσον η  αναιρεσείουσα τήρησε βιβλία και στοιχεία Β΄ κατηγορίας του Κ.Φ.Σ., παρείχε αποκλειστικά υπηρεσίες και εστερείτο αποθεμάτων, τα καθαρά κέρδη της έπρεπε να προσδιορισθούν λογιστικώς σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 33α, παρ. 1, περ. β΄ του ν.δ. 3323/1955, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εν πάση περιπτώσει, διότι για να εφαρμοσθεί η διάταξη αυτή πρέπει η επιχείρηση να τηρεί επαρκή και ακριβή βιβλία και στοιχεία, προϋπόθεση όμως που, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν συνέτρεχε εν προκειμένω.

7. Επειδή, στην παράγραφο 11 του άρθρου 39 του π.δ. 186/1992 "Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων" (φ. Α΄ 84) ορίζεται ότι "11. Εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις ενώπιον της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και αν βρίσκονται, που αφορούν σε διαχειριστικές περιόδους που έληξαν μέχρι την δημοσίευση του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος, αν από φορολογικό έλεγχο έχουν διαπιστωθεί ή διαπιστωθούν πράξεις ή παραλείψεις ή παρατυπίες την τήρηση των βιβλίων και στοιχείων που συνιστούν ανεπάρκεια με βάση τις
διατάξεις του π.δ. 99/1977, για τον προσδιορισμό του εισοδήματος, κρίνονται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., με βάση τις διατάξεις του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος. . . . ". Κατ' επίκληση της διάταξης αυτής, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση ο έλεγχος έγινε και η ένδικη πράξη εκδόθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω Κώδικα ετύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 7 του εν λόγω Κώδικα σύμφωνα με την οποία για να απορριφθούν τα βιβλία και στοιχεία της ως ανακριβή έπρεπε οι διαπιστωμένες πλημμέλειες να επηρεάζουν σημαντικά τα οικονομικά μεγέθη των βιβλίων και στοιχείων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως, διότι η παραπάνω διάταξη του άρθρου 39 παρ. 11 του π.δ. 186/1992 αναφέρεται στις υποθέσεις που οι διαπιστωθείσες από τον έλεγχο πλημμέλειες των βιβλίων και στοιχείων συνιστούν ανεπάρκεια με βάση τις διατάξεις του π.δ. 99/1977 και, επομένως, δεν εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση, στην οποία τα βιβλία και στοιχεία της αναιρεσείουσας κρίθηκαν ανακριβή.

8. Επειδή, εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση με το παραπάνω περιεχόμενο είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη και κατά την κρίση της περί προσδιορισμού του ύψους των ακαθαρίστων εσόδων εφόσον αυτή αναφέρεται σε συγκεκριμένα στοιχεία από τα προβλεπόμενα στο νόμο, τα οποία ελήφθησαν υπόψη και εκτιμήθηκαν κατ? ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση από το διοικητικό εφετείο.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η κρίση αυτή είναι αναιτιολόγητη γιατί δεν προσδιορίζει ειδικότερα τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη, πρέπει ν? απορριφθεί ως αβάσιμος, δοθέντος ότι δεν προβάλλεται με αυτόν ότι δεν λήφθηκε υπόψη κάποιο νόμιμο στοιχείο κρίσης, ούτε ότι η αιτούσα είχε προβάλει κάποιο σχετικό ισχυρισμό και αυτός δεν εξετάσθηκε από το διοικητικό εφετείο. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως ότι εφαρμόσθηκε συντελεστής καθαρού κέρδους διπλάσιος του προβλεπόμενου είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το διοικητικό εφετείο εφάρμοσε τον προβλεπόμενο συντελεστή προσαυξημένο κατά 40% λόγω ανακριβείας των βιβλίων και στοιχείων σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη διάταξη
της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του ν.δ. 3323/1955.

9. Επειδή, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν? απορριφθεί στο σύνολό της.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου και

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται
σε τριακόσια ογδόντα (380) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2001 και η απόφαση δημοσιεύθηκε
σε δημόσια συνεδρίαση της 6ης Μαρτίου 2002.

Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Β΄ Τμήματος


Φ. Στεργιόπουλος Μ. Μπερδεμπέ





2. 2329/1997 ΣΤΕ(276641)

ΔΦΟΡΝΟΜΟΘ/1999 (784) Φορολογία εισοδήματος εμπορικής επιχείρησης. Εκπτώσεις δαπανών από τα ακαθάριστα έσοδα. Για την έκπτωση κάποιας δαπάνης απαιτείται η έκδοση των φορολογικών στοιχείων που ορίζει ο ΚΦΣ. Εκπτωση από τα έσοδα της αντιπροσωπευόμενης επιχείρησης δαπανών που πραγματοποίησε για λογαριασμό της αντιπρόσωπος. Δεν αρκεί απλή αναγραφή των δαπανών στην εκκαθάριση που εκδίδει ο αντιπρόσωπος. Δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.





ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο