Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-1994 ]

ΣτΕ 3701/1994 Η φορολογική αρχή, προκειμένου να στοιχειοθετήσει παράβαση σε βάρος και του επιτηδευματία πωλητή, αρκεί και μόνο να διαπιστώσει ότι οι αναγραφόμενοι στα τιμολόγια πωλήσεως είναι άγνωστα πρόσωπα, με την έννοια ότι δεν είχαν δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός τους, ούτε είχαν θεωρήσει στοιχεία στις κατά τόπους αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες, εκτός εάν ο επιτηδευματίας αποδείξει ότι τελούσε σε καλή πίστη.

(Η φορολογική αρχή, προκειμένου να στοιχειοθετήσει παράβαση σε βάρος και του επιτηδευματία πωλητή, αρκεί και μόνο να διαπιστώσει ότι οι αναγραφόμενοι στα τιμολόγια πωλήσεως είναι άγνωστα πρόσωπα, με την έννοια ότι δεν είχαν δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός τους, ούτε είχαν θεωρήσει στοιχεία στις κατά τόπους αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες, εκτός εάν ο επιτηδευματίας αποδείξει ότι τελούσε σε καλή πίστη. )

Κατηγορία: Ελεγχος - Πρόστιμα - ΣΔΟΕ

Αριθμός Απόφασης 3701/1994
Η φορολογική αρχή, προκειμένου να στοιχειοθετήσει παράβαση σε βάρος και του επιτηδευματία πωλητή, αρκεί και μόνο να διαπιστώσει ότι οι αναγραφόμενοι στα τιμολόγια πωλήσεως είναι άγνωστα πρόσωπα, με την έννοια ότι δεν είχαν δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός τους, ούτε είχαν θεωρήσει στοιχεία στις κατά τόπους αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες, εκτός εάν ο επιτηδευματίας αποδείξει ότι τελούσε σε καλή πίστη.

1. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση, ......... ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της υπ' αριθμ. 46/1988 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσειούσης εταιρίας κατά της υπ' αριθμ. 4244/1986 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτή εν μέρει προσφυγή της εταιρίας κατά της υπ' αριθμ. ..... πράξης επιβολής προστίμου για παράβαση του Κ.Φ.Σ. του Οικονομικού Εφόρου ΦΑΕΕ Αθηνών και ακυρώθηκε εν μέρει η πράξη αυτή.

2. Επειδή, ο Κώδικας Φορολογικών Στοιχείων (Π.Δ.99/1977) ορίζει στο άρθρο 18 παρ. 1 ότι "Ο επιτηδευματίας, ο τηρών βιβλία δευτέρας ή τρίτης ή τετάρτης κατηγορίας, διά πάσαν λιανικήν πώλησιν αγαθών..., εκδίδει διπλότυπον απόδειξιν λιανικής πωλήσεως, εις την οποία αναγράφει τουλάχιστον την αξίαν της πωλήσεως. Εάν ο επιτηδευματίας τηρεί βιβλία αποθήκης, αναγράφει εις την απόδειξιν λιανικής πωλήσεως και το είδος και την ποσότητα του πωληθέντος αγαθού", στο άρθρο 20 ότι "1. Επί πωλήσεως υπό του επιτηδευματίου αγαθών ή δικαιώματος εισαγωγής: α) προς έτερον επιτηδευματίαν δια την άσκησιν του επαγγέλματός του, β) ... εκδίδεται από του πωλητού διπλότυπον θεωρημένον τιμολόγιον πωλήσεως, αδιαφόρως εάν η πώλησις ενεργείται δι' ίδιον λογαριασμόν ή δια λογαριασμόν τρίτου... 2. Εις το τιμολόγιον αναγράφεται το ονοματεπώνυμον, η διεύθυνσις και το επάγγελμα του αγοραστού, το είδος, η ποσότης, η τιμή και η αξίαν του πωλουμένου αγαθού" στο δε άρθρο 29 τα εξής: "1. .... 4. Ο υπόχρεος εις έκδοσιν των στοιχείων, εις τα οποία προβλέπεται αναγραφή του ονοματεπώνυμου, του επαγγέλματος και της διευθύνσεως του μετ' αυτού συναλλασσομένου, δύναται να ελέγχει τα στοιχεία της ταυτότητος αυτού, τα οποία ο τελευταίος ούτος υποχρεούται να παρέχει... 8. Το βάρος της αποδείξεως της συναλλαγής φέρει ο υπόχρεος εις έκδοσιν οριζομένου δια ταύτην στοιχείου, όστις δικαιούται να ζητεί από τον αντισυμβαλλόμενον οικείαν απόδειξιν, ήτις δύναται να αναγράφηται επί του εκδιδομένου φορολογικού στοιχείου". Τέλος, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του Κώδικα "Ο μη εκδίδων ή μη τηρών ή μη διαφυλάσσων ή ελλιπώς ή ανακριβώς εκδιδών ή τηρών τα βιβλία και στοιχεία τα οριζόμενα υπό του παρόντος κώδικος η χρησιμοποιών βιβλία και στοιχεία μη θεωρημένα υπό του Οικονομικού Εφόρου δια τα οποία ορίζεται υπό του παρόντος Κώδικος θεώρησις, ο αρνούμενος να διευκολύνει
τον φορολογικόν έλεγχον, ο μη υποβάλλων εμπροθέσμως τα υπό του παρόντος κώδικος οριζόμενα φορολογικά στοιχεία ή ο υποβάλλων ταύτα πλημμελώς, ο μη παραδίδων το εκδιδόμενον στοιχείον εις τον εις ον αφορά τούτο, ο μη ζητών ή μη αποδεχόμενος το δι' αυτόν προοριζόμενον στοιχείον και εν γένει ο παραβαίνων τας διατάξεις
του παρόντος κώδικος, τιμωρείται δι' εκάστην παράβασιν δια προστίμου...".

3. Επειδή από τις πιο πάνω διατάξεις, δεδομένης δε και της τυπικότητας των παραβάσεων του Κ.Φ.Σ., συνάγεται ότι η διαπίστωση και μόνο από τη φορολογική αρχή ότι οι αναγραφόμενοι σε τιμολόγια πωλήσεως ως αγοραστές είναι άγνωστα πρόσωπα, με την έννοια ότι δεν είχαν δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός τους, ούτε είχαν θεωρήσει στοιχεία στις κατά τόπους αρμόδιες, σύμφωνα με τις αναγραφόμενες στα τιμολόγια διευθύνσεις, οικονομικές εφορίες, αρκεί για να στοιχειοθετήσει παράβαση και του επιτηδευματία πωλητή, που δέχεται τέτοια στοιχεία, εκτός αν ο τελευταίος αποδείξει ότι τελούσε σε καλή πίστη. Η ευθύνη δε αυτή του επιτηδευματία δεν αίρεται από την παρεχόμενη από τις διατάξεις αυτές δυνατότητα ελέγχου των στοιχείων του αγοραστή, αν εκδοθούν στοιχεία ανακριβή, χωρίς να προηγηθεί ο έλεγχος αυτός.

4. Επειδή, κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε βάρος της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που έχει ως αντικείμενο εργασιών την εμπορία ανταλλακτικών αυτοκινήτων, επιβλήθηκαν από τη φορολογική αρχή πρόστιμο συνολικού ύψους 200.000 δραχμών για έκδοση 91 τιμολογίων πωλήσεως ανταλλακτικών, επειδή στα τιμολόγια αυτά εφέρετο ως αγοραστής πρόσωπο, το οποίο ύστερα από έλεγχο του αρμοδίου συνεργάτου της ΥΠΕΔΑ διαπιστώθηκε ότι ήταν ανύπαρκτο, αφού στη διεύθυνση που ανεγράφετο στα τιμολόγια δεν ανευρέθη κατάστημα, ούτε υπήρχε καταχώρησή του ως επιτηδευματίου στο αρχείο της οικείας Οικονομικής Εφορίας, ο δε αναγραφόμενος στα τιμολόγια αριθμός δελτίου ταυτότητος ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή της αναιρεσειούσης ως προς το ποσό των 18.000 δραχμών που επιβλήθηκε για ελλιπή έκδοση των τιμολογίων πωλήσεως (μη αναγραφή του επαγγέλματος του αγοραστού) κρίναν ότι η παράβαση αυτή απορροφάται από την άλλη που συνίσταται στην ανακριβή έκδοση του τιμολογίου πωλήσεως, προς τον ανωτέρω πελάτη, του οποίου όλα τα στοιχεία που αναγράφονται στα τιμολόγια (ονοματεπώνυμο - διεύθυνση και αριθμός δελτίου ταυτότητας) απεδείχθησαν ανακριβή και την τέλεση της οποίας δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσειούσης κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως δεχθέν ότι από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά σαφώς προκύπτει η αναγραφή ανακριβών στοιχείων ως προς το ονοματεπώνυμο του αγοραστού, τη διεύθυνσή του και τον αριθμό δελτίου ταυτότητάς του και άρα εστοιχειοθετείτο η αποδιδομένη στην εταιρία παράβαση του άρθρου 20 του Κ.Φ.Σ. Τον ισχυρισμό δε της εταιρίας ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να επαληθεύσει τα δηλωθέντα στοιχεία του αγοραστή και είχε μόνο απλή δυνατότητα να πράξει τούτο κατά την έννοια του άρθρου 29 παρ. 4 του Κ.Φ.Σ. απέρριψε ως αβάσιμο με τη σκέψη ότι λόγω της ανακρίβειας των εκδοθέντων τιμολογίων πωλήσεως καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος και η επαλήθευση των δεδομένων των εν λόγω τιμολογίων και δεν επιτυγχάνεται ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο θεσπίσθηκαν οι διατάξεις του Κ.Φ.Σ., που είναι η ακριβής εμφάνιση των πράγματι συναλλασσομένων προσώπων και επιτηδευματιών, ο ευχερής έλεγχος τούτων και η εξακρίβωση του κτωμένου εισοδήματος, για το λόγο δε αυτό παρεσχέθη η δυνατότητα στον εκδότη των φορολογικών στοιχείων να επαληθεύσει τα δηλούμενα από τον αντισυμβαλλόμενο του αγοραστή στοιχεία της ταυτότητός του.

5. Επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου, είναι καταρχήν εν όψει των εκτεθέντων περί της εννοίας των διατάξεων των άρθρων 20 και 29 του Κ.Φ.Σ. σε προηγούμενη σκέψη ορθή, η δε απόκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσειούσης είναι επίσης ορθή, έστω και με διάφορο πως αιτιολογία, απορριπτομένου ένεκα τούτου ως αβασίμου του λόγου με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί υπεύθυνος ο πωλητής και να στοιχειοθετηθεί παράβαση σε βάρος του αφού δεν είναι υποχρεωμένος να ελέγξει τα στοιχεία του αγοραστή.

Δια ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση

Σημειώνεται ότι παρόμοια είναι και η Απόφαση του Σ.τ.Ε. αριθμός 3702/1994.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο