Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 26-07-1990 ]

ΠΟΛ.1165/26.7.1990 Ποινικές κυρώσεις για την έκδοση πλαστών και εικονικών τιμολογίων

(Ποινικές κυρώσεις για την έκδοση πλαστών και εικονικών τιμολογίων )

Κατηγορία: Ελεγχος - Πρόστιμα - ΣΔΟΕ

ΠΟΛ. 1165/ 26.7.1990 Οδηγίες για τη διεξαγωγή του φορολογικού ελέγχου κλπ. κατά τα άρθρα 5, 6, 7, 8 και των παρ. 1, 2, 4 και 5 αρθ. 33 Ν. 1882/1990

Εγκ. 1055500/4600/0009Α΄/Πολ. 1165/26.7.1990

Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του ν. 1882/1990, οι οποίες αναφέρονται στο φορολογικό έλεγχο, στα μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής και στον περιορισμό της γραφειοκρατίας.

ΓΕΝΙΚΑ:

Με το νόμο 1882/1990 "περί μέτρων για την περιστολή της φοροδιαφυγής, διαρρυθμίσεων στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις" που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 43/23.3.90 τ. Α' αντικαθίστανται, συμπληρώνονται και τροποποιούνται ορισμένες διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας με σκοπό την προσαρμογή της στις δημοσιονομικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα και περαιτέρω λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής.

Οι νέες φορολογικές ρυθμίσεις που επιβάλλονται με τον παραπάνω νόμο αναφέρονται στην άμεση και έμμεση φορολογία και συγκεκριμένα:

α. Στη φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων.

β. Στο φορολογικό έλεγχο.

γ. Στα μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής και τον περιορισμό της γραφειοκρατίας.

δ. Στη φορολογία Κεφαλαίου.

ε. Στον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων.

στ. Στην έμμεση φορολογία (χαρτόσημο, φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων Φ.Π.Α. κλπ.).

ζ. Στην είσπραξη των Δημοσίων Εσόδων.

η. Στις λοιπές διαδικαστικές διατάξεις.

ΕΙΔΙΚΑ:

1. Για κάθε φορολογικό αντικείμενο εκδόθηκαν από τις αρμόδιες Διευθύνσεις οδηγίες με σχετικές εγκυκλίους.

2. Με την εγκύκλιο αυτή κοινοποιούνται οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7, 8 και των παραγράφων 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 33 του ν. 1882/1990 που αναφέρονται στο φορολογικό έλεγχο, στη διοικητική επίλυση της διαφοράς (συμβιβασμός), στην εφαρμογή του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου, στα μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής και στην κατάργηση γραφειοκρατικών διαδικασιών.

3. Για κάθε ένα από τα πιο πάνω άρθρα παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες, για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

ΜΕΤΡΑ ΠΕΡΙΣΤΟΛΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ

ΆΑρθρο 5

Φορολογικός Έλεγχος

(Ισχύς από 23 Μαρτίου 1990 ημέρα δημοσιεύσεως του ν. 1882/1990 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως).

Το κείμενο των διατάξεων επισυνάπτεται στο τέλος της εγκυκλίου.

Όπως είναι γνωστό με το άρθρο 14 του ν. 1563/1985, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 50 του ν.δ. 3323/1955 και καθιερώθηκε από το έτος 1986 νέο σύστημα ελέγχου υποθέσεων φορολογίας εισοδήματος και ορίστηκε ότι κάθε χρόνο θα καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δειγματοληπτικά οι υποθέσεις ορισμένων κλάδων ή κατηγοριών επιχειρήσεων, στις οποίες θα ενεργείται τακτικός ουσιαστικός έλεγχος.

Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η υποχρεωτική ενέργεια ελέγχου μόνο σε υποθέσεις που υπάγονται στο δείγμα και σε επιτηδευματίες, των οποίων έχουν επισχεθεί ανεπίσημα βιβλία και στοιχεία ή έχουν διαπράξει ουσιαστικές παραβάσεις, ώστε ο έλεγχος να είναι πλήρης και ουσιαστικός.

Με τον τρόπο αυτό ελέγχεται κάθε χρόνο περιορισμένος αριθμός υποθέσεων που υπάγονται στο δείγμα. Οι περισσότερες από τις υποθέσεις που ελέγχονται αφορούν επιχειρήσεις οι οποίες δε θα έπρεπε να ελεγχθούν, είτε γιατί είναι μικρές είτε γιατί βρίσκονται σε αδράνεια είτε γιατί οι δηλώσεις των είναι ειλικρινείς. Έτσι, παραμένουν ανέλεγκτες επιχειρήσεις οι οποίες με βάση τα δεδομένα των δηλώσεων που υποβάλλουν, θα έπρεπε να ελεγχθούν γιατί παρουσιάζουν φορολογικό ενδιαφέρον. Με τη συμπλήρωση των διατάξεων αυτών περί δειγματοληπτικού ελέγχου παρέχεται ευχέρεια ελέγχου επιχειρήσεων που παρουσιάζουν φορολογικό ενδιαφέρον.

Με τις διατάξεις του άρθρου 5 γίνονται τροποποιήσεις και συμπληρώσεις στα άρθρα 50 και 50α του ν.δ. 3323/1955 τα οποία αναφέρονται στη διενέργεια του τακτικού και προσωρινού ελέγχου. Με τις νέες διατάξεις διευρύνονται τα κριτήρια με τα οποία γίνεται η επιλογή του δείγματος, για τις δηλώσεις που πρέπει να ελέγχουν και προβλέπεται ακόμη ότι υποχρεωτικά και κατά προτεραιότητα ελέγχονται οι μεγάλες επιχειρήσεις.

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ:

Με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού συμπληρώνονται οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 7 του άρθρου 50 του ν.δ. 3323/1955 που αφορούν τον δειγματοληπτικό έλεγχο των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, ώστε να υπάρχει δυνατότητα να υπάγονται στο δείγμα με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, εκτός από τις δηλώσεις ορισμένων κλάδων ή κατηγοριών επιχειρήσεων ή επαγγελμάτων, οι δηλώσεις των επιχειρήσεων των οποίων τα βιβλία και στοιχεία παρουσιάζουν ανακρίβειες, παραλείψεις ή παρατυπίες, από τα οποία τεκμαίρεται ότι υπάρχει φοροδιαφυγή και κυρίως όταν πρόκειται για μεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες δεν έχουν υπαχθεί σε κανένα δείγμα που επιλέγεται κάθε χρόνο και συγκεκριμένα:

α. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 αντικαταστήθηκε και συμπληρώθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 50 του ν.δ. 3323/1955, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εντάσσονται στο δείγμα εκτός από ορισμένο κλάδο ή κατηγορία επιχειρήσεων ή επαγγελμάτων που αποτελούν το βασικό κριτήριο επιλογής του δείγματος και επιχειρήσεις με βάση το ύψος των ακαθάριστων εσόδων και το φορολογικό ενδιαφέρον.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής υπάγονται υποχρεωτικά σε έλεγχο όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις ανεξαρτήτως κλάδου με βάση τα ακαθάριστα έσοδα που θα καθοριστούν με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, καθώς και κάθε άλλη επιχείρηση που παρουσιάζει φορολογικό ενδιαφέρον ή υπάρχουν ενδείξεις φοροδιαφυγής.

β. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού αντικαθίσταται η παράγραφος 7 του άρθρου 50 του ν.δ. 3323/1955 και διευρύνονται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις για την επιλογή του δείγματος, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια να εντάσσεται στο δείγμα κάθε υπόθεση που παρουσιάζει φορολογικό ενδιαφέρον και δεν έχει υπαχθεί στο γενικό δείγμα που είναι τυχαίο.

γ. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού προστέθηκε στο άρθρο 50 του ν.δ. 3323/1955 παράγραφος 4 με την οποία παρέχεται η δυνατότητα να επιλέγονται για έλεγχο και συγκεκριμένες επιχειρήσεις που δεν υπάγονται στο δείγμα και δηλώνουν καταφανώς εισόδημα κατώτερο του πραγματικού από επιτροπή που αποτελείται από τον αρμόδιο επιθεωρητή, τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. και τον προϊστάμενο του Τμήματος Ελέγχου.

Συνεπώς, με τις παραπάνω διατάξεις παρέχεται η δυνατότητα επιλογής δείγματος και κατά Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.).

Με ευθύνη και φροντίδα του προϊσταμένου κάθε Δ.Ο.Υ. να ενεργοποιηθεί η παραπάνω επιτροπή και εφόσον υπάρχουν υποθέσεις που παρουσιάζουν φορολογικό ενδιαφέρον και δεν έχουν υπαχθεί στο δείγμα να υποβληθούν καταστάσεις μέχρι το τέλος Αυγούστου 1990 στη Διεύθυνση Ελέγχων για να υπαχθούν και οι υποθέσεις αυτές με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών στο δείγμα.

Η κατάσταση η οποία θα υπογράφεται από όλα τα μέλη της Επιτροπής θα περιέχει απαραίτητα τα εξής στοιχεία, την επωνυμία ή τον τίτλο της επιχείρησης, το αντικείμενο εργασιών, τις ανέλεγκτες χρήσεις, τα ακαθάριστα έσοδα, τα καθαρά κέρδη κατά χρήση, το συντελεστή καθαρού κέρδους βάσει βιβλίων, το μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους καθώς και σύντομη αιτιολογία στη στήλη των παρατηρήσεων για το λόγο που η επιχείρηση προτείνεται να υπαχθεί κατ' εξαίρεση στο δείγμα.

Ο έλεγχος των επιχειρήσεων που έχουν ενταχθεί στο δειγματοληπτικό έλεγχο με τις υπ' αριθ. 7200/ΠΟΛ. 214/2.7.86, 8560/1986, 10477/ΠΟΛ. 242/20.8.87, 7400/ΠΟΛ. 214/27.7.1988, 9400/ΠΟΛ. 266/31.9.1988 και 110716/9280/0009/ΠΟΛ. 1236/6.10.1989 υπουργικές αποφάσεις θα εξακολουθήσει να γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες που παρασχέθηκαν με τις Φ. 7666/ΠΟΛ. 231/15.7.1986, Φ. 7667/ΠΟΛ. 230/18.7.86, 11141/ΠΟΛ. 250/7.9.1987 και 11261/ΠΟΛ. 295/25.11.1988 εγκυκλίους διαταγές.

Επισημαίνεται ότι όπως ορίζονται και στην υπ' αριθ. 7666/ΠΟΛ. 231/15.7.1986 εγκύκλιο διαταγή, για την διενέργεια οιουδήποτε ελέγχου απαιτείται η έκδοση έγγραφης εντολής του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. στην οποία να αναφέρονται τα στοιχεία της επιχείρησης, η αιτία ενέργειας του ελέγχου και ο έλεγχος των χρήσεων.

Η εντολή ελέγχου θα εκδίδεται σε τρία αντίτυπα, τα δύο αντίτυπα θα παραδίδονται υποχρεωτικά στον ελεγκτή, ο οποίος θα υπογράφει για την παραλαβή και το τρίτο θα παραμένει στο στέλεχος. Τα δύο αντίτυπα που παραλαμβάνει ο ελεγκτής το ένα πρέπει να παραδοθεί στην επιχείρηση εφόσον ζητηθεί και το άλλο παραμένει στο φορολογικό φάκελο.

Συνεπώς, χωρίς εντολή ελέγχου απαγορεύεται η ενέργεια οιουδήποτε ελέγχου, ο δε φορολογούμενος υποχρεούται να αρνηθεί την ενέργεια του ελέγχου και να ενημερώσει τηλεφωνικά τον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. ή την αρμόδια Διεύθυνση Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών στα τηλέφωνα 3227002 και 3233752.

Όπως έχει τονισθεί και σε άλλες εγκυκλίους κατά προτεραιότητα θα ελέγχονται οι μεγάλες επιχειρήσεις και αυτές που παρουσιάζουν φορολογικό ενδιαφέρον. Στον τομέα του φορολογικού ελέγχου επιβάλλεται να δραστηριοποιηθεί το ελεγκτικό προσωπικό, γιατί τα μέχρι τώρα αποτελέσματα με τα στοιχεία που υποβάλλονται δεν είναι ικανοποιητικά.

ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Όσες επιχειρήσεις δεν υπάγονται στο δειγματοληπτικό έλεγχο υπόκεινται σε προσωρινό έλεγχο για ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα θέματα του πλήρους δειγματοληπτικού ελέγχου. Ο προσωρινός έλεγχος μέχρι τώρα διενεργείται μία μόνο φορά για κάθε οικονομικό έτος και δεν επιτρέπεται να γίνει και άλλος μέχρι τον οριστικό δειγματοληπτικό έλεγχο.

Με την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού συμπληρώνεται η παράγραφος 3 του άρθρου 50α του ν.δ. 3323/1955 και ορίζεται ότι επιτρέπεται η ενέργεια και δεύτερου προσωρινού ελέγχου, αν από στοιχεία ή πληροφορίες ή βάσιμες υπόνοιες ή ενδείξεις ή από τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων προκύπτει ότι δε δηλώθηκε ή δηλώθηκε ανακριβώς φορολογητέα ύλη, η οποία δε διαπιστώθηκε από τον πρώτο προσωρινό έλεγχο.

Η συμπλήρωση της διάταξης αυτής κρίθηκε απαραίτητη για να υπάρχει ευχέρεια και δεύτερου προσωρινού ελέγχου και στην περίπτωση που υπάρξουν στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι δεν έγινε σωστά και νομότυπα ο προσωρινός έλεγχος όπως συμβαίνει και με τους τακτικούς ελέγχους.

Η ενέργεια του δεύτερου προσωρινού ελέγχου γίνεται με εντολή του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του αρμόδιου Επιθεωρητή και ο έλεγχος αυτός μπορεί να έχει το ίδιο αντικείμενο του πρώτου προσωρινού ελέγχου ή και διαφορετικό.

Επίσης δεύτερος προσωρινός έλεγχος μπορεί να γίνει ακόμη και στις περιπτώσεις που το φύλλο ελέγχου του προσωρινού πρώτου ελέγχου κατέστη οριστικό.

Στο τέλος της εγκυκλίου επισυνάπτονται οι διατάξεις του άρθρου αυτού.

ΆΑρθρο 6

Διοικητική επίλυση της διαφοράς - Προσαυξήσεις - Πρόστιμα

(Ισχύς από 23 Μαρτίου 1990, ημέρα δημοσιεύσεως του ν. 1882/1990 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως).

Το κείμενο των διατάξεων επισυνάπτεται στο τέλος της εγκυκλίου αυτής.

1. Όπως είναι γνωστό με το άρθρο 15 του ν. 1828/1989 άλλαξε ο τρόπος διοικητικής επίλυσης της διαφοράς (συμβιβασμού) και ορίστηκε ότι ο συμβιβασμός σε ορισμένες περιπτώσεις δε θα γίνεται από τον Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. (πρώην Οικονομικό Έφορο) αλλά από τριμελείς επιτροπές με μέλη τον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου, τον αρμόδιο Επιθεωρητή Δ.Ο.Υ. και ένα εκπρόσωπο του Οικονομικού ή άλλου Επιμελητηρίου ή ένα οικονομικό υπάλληλο του νομού.

2. Η ανωτέρω ρύθμιση έγινε με σκοπό την αντικειμενικοποίηση και τη διαφάνεια κατά την διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς και την αποκατάσταση κλίματος εμπιστοσύνης στις σχέσεις Κράτους και φορολογουμένων.

3. Από τη μέχρι τώρα λειτουργία των ανωτέρω επιτροπών όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε ο πιο πάνω σκοπός, αλλά δημιουργήθηκαν πολλά προβλήματα, τα βασικότερα των οποίων είναι:

α. Η καθυστέρηση περαίωσης των υποθέσεων λόγω της χρονοβόρου διαδικασίας. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι από 1.6.1989 που λειτουργούσαν οι επιτροπές αυτές παραπέμφθηκαν 430 υποθέσεις και συζητήθηκαν μόνο 193 υποθέσεις.

β. Η διαδικασία αυτή είχε ως συνέπεια την καθυστέρηση βεβαίωσης των φόρων πλέον του έτους. Ακόμη παρετηρήθη ότι σε περίπτωση ΜΗ επίτευξης συμβιβασμού λόγω ασκήσεως προσφυγής, η βεβαίωση του φόρου γινότανε περίπου μετά την πάροδο τριετίας.

γ. Οι επιτροπές σε πολλές νομαρχίες δεν λειτούργησαν.

4. Οι επιτροπές αυτές έχουν διοικητικό χαρακτήρα η δε φορολογική δικαιοσύνη αποδίδεται από τα διοικητικά δικαστήρια. Με την συμμετοχή του Προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου ή άλλου δικαστή στις επιτροπές, δηλαδή με την ανάθεση σ' αυτούς διοικητικών καθηκόντων επέρχεται σύγχυση στις δικαστικές αρμοδιότητες των διοικητικών δικαστών.

5. Με τις νέες διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 1882/1990 αντικαθίσταται και πάλι το άρθρο 53 του ν.δ. 3323/1955 όπως τούτο είχε τεθεί με το άρθρο 15 του ν. 1828/1989 και καταργείται η επιτροπή, η οποία προβλεπόταν, από τις διατάξεις αυτές.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι η διοικητική επίλυση της διαφοράς κρίνεται σε κάθε Δ.Ο.Υ. από κοινού από τον αρμόδιο Επιθεωρητή, τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.), τους νομίμους αναπληρωτές τους και τον εκπρόσωπο του οικονομικού επιμελητηρίου ή του εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου οριζόμενο με ένα αναπληρωτή. Στην επιτροπή αυτή παραπέμπονται μόνο οι υποθέσεις των επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία και στοιχεία της τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, χωρίς κανένα περιορισμό αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις επίλυσης της αμφισβητούμενης διαφοράς.

6. Η αντικατάσταση αυτή του άρθρου 15 του ν. 1828/1989 κρίθηκε αναγκαία, γιατί όπως προεξετέθη η σύσταση και η λειτουργία των επιτροπών που προέβλεπε το άρθρο αυτό προσέκρουσε σε σοβαρές δυσχέρειες με αποτέλεσμα να καθυστερεί η περαίωση των υποθέσεων και η βεβαίωση και είσπραξη των εσόδων του Δημοσίου.

7. Ήδη, πριν παρασχεθούν οδηγίες για την ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 35 του ν. 1884/1990 (ΦΕΚ 81 τ. Α) που ψηφίστηκε πρόσφατα από τη Βουλή. Συγκεκριμένα καταργήθηκε το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 53 του ν.δ. 3323/1955 όπως αυτό είχε τεθεί με το άρθρο 6 του ν. 1882/1990 και προστέθηκαν νέες παράγραφοι 5 και 6, οι δε παράγραφοι 5 και 6 αριθμήθηκαν σε 6 και 7, ακόμη προστέθηκε και νέα παράγραφος 8. Η παράγραφος 5 του άρθρου 6 του ν. 1882/1990 που αριθμήθηκε 6 συμπληρώθηκε με την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου αυτής και της προσθήκης και έκτου εδαφίου. Η τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του άρθρου 6 έγινε για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της επιτροπής και για την αντιμετώπιση διαδικαστικών θεμάτων που προέκυψαν στην πράξη.

8. Οι διατάξεις του άρθρου 6 όπως αυτές τελικά διαμορφώθηκαν με τις παραπάνω συμπληρώσεις και τροποποιήσεις, οι οποίες και παρατίθενται κωδικοποιημένες στο τέλος της εγκυκλίου, προβλέπουν για την διοικητική επίλυση της διαφοράς τα ακόλουθα:

α. Αν ο υπόχρεος σε βάρος του οποίου εκδόθηκε το φύλλο ελέγχου, αμφισβητεί την ορθότητα αυτού, μπορεί να ζητήσει την διοικητική επίλυση της διαφοράς, η οποία επιτυγχάνεται μεταξύ αυτού και του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. προκειμένου για επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία πρώτης και δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. και για επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. η επίλυση της αμφισβητούμενης διαφοράς γίνεται μεταξύ του υπόχρεου και από κοινού από τον αρμόδιο επιθεωρητή, τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., ή τους νόμιμους αναπληρωτές του και από εκπρόσωπο του οικονομικού επιμελητηρίου ή εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου ή του εμπορικού ή επαγγελματικού Συλλόγου οριζόμενο από αυτά με ένα αναπληρωτή.

β. Σε ειδικές περιπτώσεις η πρόταση για επίλυση της διαφοράς υποβάλλεται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του κοινοποιούμενου άρθρου 6 του ν. 1882/1990.

γ. Η πρόταση υποβάλλεται στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. που έχει εκδώσει το φύλλο ελέγχου, με το δικόγραφο της προσφυγής ή με ιδιαίτερη αίτηση, που κατατίθεται μέσα στη νόμιμη προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής.

δ. Ο υπόχρεος θα πρέπει να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει και να παρίσταται κατά την εξέταση του αιτήματος για να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του.

ε. Αν συμπέσουν οι απόψεις του υπόχρεου και του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. προκειμένου για επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία πρώτης και δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. ή του υπόχρεου και της παραπάνω επιτροπής προκειμένου για επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ., συντάσσεται σχετική πράξη διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και υπογράφεται από όλα τα μέρη.

Σχετική πράξη συντάσσεται και στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμβιβασμός.

στ. Στην περίπτωση που θα επιτευχθεί επίλυση της αμφισβητούμενης διαφοράς ο πρόσθετος φόρος, καθώς και το πρόστιμο που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 67 του ν.δ. 3323/1955 περιορίζονται στο ένα τρίτο (1/3) αυτών αν ο υπόχρεος υπέβαλε ελλιπή ή ανακριβή δήλωση, και στο ένα δεύτερο (1/2) αυτών αν ο υπόχρεος δεν είχε υποβάλει καθόλου δήλωση.

ζ. Με την υπογραφή της πράξης της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς που είναι αμετάκλητη θεωρείται ότι η διαφορά επιλύθηκε ολικά ή μερικά κατά περίπτωση, ανάλογα με το αποτέλεσμα που επήλθε από τη σύμπτωση των απόψεων των μερών. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκήθηκε προσφυγή δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα ή ισχύει μόνο για το μέρος που δεν επιλύθηκε η διαφορά.

Προς διευκόλυνση στο τέλος της εγκυκλίου επισυνάπτεται σχέδιο πράξης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία καταχωρείται πάνω στο φύλλο ελέγχου ή σε άλλο έντυπο εάν δεν επαρκεί ο χώρος.

η. Η πράξη της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς μπορεί να υπογραφεί και από άλλο πρόσωπο το οποίο να έχει νόμιμα εξουσιοδοτηθεί από τον υπόχρεο επαναλαμβάνεται ότι και αν δεν επιτευχθεί συμβιβασμός, συντάσσεται επίσης σχετική πράξη και εφόσον έχει ασκηθεί προσφυγή, η υπόθεση διαβιβάζεται στα Διοικητικά Δικαστήρια.

9. Για αποκατάσταση κλίματος εμπιστοσύνης στις σχέσεις κράτους και φορολογουμένων και για την διασφάλιση των συμφερόντων αυτών και του Δημοσίου ο νομοθέτης καθόρισε ειδική διαδικασία για τη διοικητική επίλυση της αμφισβητούμενης φορολογικής διαφοράς, η οποία προσδιορίζεται με φύλλο ελέγχου, για επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ.

10. Για την άμεση εφαρμογή και υλοποίηση των νέων διατάξεων του άρθρου 53 του ν.δ. 3323/1955 που τέθηκαν με το άρθρο 6 του ν. 1882/1990 για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, οι Προϊστάμενοι των Δ.Ο.Υ. έπρεπε να προβούν στις παρακάτω ενέργειες:

α. Να απευθύνουν σχετικό έγγραφο με απόδειξη, τόσο στους παραπάνω φορείς για να ορίσουν μέσα σε δέκα ημέρες εκπρόσωπό τους με ένα αναπληρωτή, ο οποίος θα συμμετέχει στη διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς των επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία της τρίτης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. και εκδόθηκε σε βάρος τους φύλλο ελέγχου ή πράξη προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και συναφών φορολογιών.

β. Αν μέσα στην προθεσμία των δέκα ημερών οι φορείς αυτοί δεν ορίσουν εκπρόσωπό τους τότε με έγγραφο πρέπει να ζητήσουν από τον οικείο Νομάρχη τον ορισμό εκπροσώπου.

11. Οι νέες, όμως διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 1884/1990 που τροποποίησαν και συμπλήρωσαν τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 1882/1990 προβλέπουν τα ακόλουθα:

α. Η νέα παράγραφος 5 που προστέθηκε στο άρθρο 6 του ν. 1882/1990 προβλέπει τα εξής:

5. Ειδικώς, όταν στο φύλλο ελέγχου περιλαμβάνονται και εισοδήματα που προέρχονται από γεωργικές ή εμπορικές επιχειρήσεις ή από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος ή μόνο τέτοια εισοδήματα που προέρχονται όμως αποκλειστικά από άσκηση επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία και στοιχεία της τρίτης κατηγορίας του κώδικα φορολογικών στοιχείων, η διοικητική επίλυση της διαφοράς γίνεται από επιτροπή που αποτελείται από τον αρμόδιο Επιθεωρητή, τον Προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους, από εκπρόσωπο του Εμπορικού και Βιομηχανικού ή Οικονομικού Επιμελητηρίου ή του Εμπορικού ή Επαγγελματικού Συλλόγου της περιοχής στην οποία εδρεύει η αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία.

β. Οι πιο πάνω φορείς ορίζουν τους εκπροσώπους τους με τους αναπληρωτές τους ύστερα από έγγραφο του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.

γ. Η θητεία των εκπροσώπων του Εμπορικού και Βιομηχανικού ή Οικονομικού Επιμελητηρίου ή Εμπορικού ή Επαγγελματικού Συλλόγου, καθώς και των νομίμων αναπληρωτών τους που μετέχουν στη διοικητική επίλυση της διαφοράς, είναι διετής και αρχίζει από την ημερομηνία που αυτοί ορίστηκαν ως εκπρόσωποι. Οι εκπρόσωποι των παραπάνω φορέων που δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να δώσουν ενώπιον του αρμόδιου Επιθεωρητή της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας τον όρκο του δημόσιου υπαλλήλου, συντασσομένης σχετικής πράξης.

δ. Η εξέταση του αιτήματος για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς δεν κωλύεται αν απουσιάζει κατά τη συζήτηση ένα από τα τρία μέλη της επιτροπής.

ε. Κατά τη συζήτηση της πρότασης για διοικητική επίλυση της διαφοράς παρίσταται ο φορολογούμενος αυτοπροσώπως ή με εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του κατά τις διατάξεις της παραγράφου 8. Αν δεν παραστεί ο φορολογούμενος ή εκπρόσωπός του κατά την συνεδρίαση που έχει ορισθεί για την εξέταση της πρότασής του η διοικητική επίλυση της διαφοράς ματαιώνεται.

12. Με τις παραγράφους 17 και 18 του άρθρου 35 του ν. 1884/1990 αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 53 του ν.δ. 3323/1955 όπως αυτό τέθηκε με το άρθρο 6 του ν. 1882/1990 και προσετέθηκε και τελευταίο εδάφιο στην παράγραφο αυτή. Το πρώτο και τελευταίο εδάφια της νέας παραγράφου 6 του άρθρου 53 του ν.δ. 3323/1955 τέθηκαν με τις παραγράφους 17 και 18 του άρθρου 35 του ν. 1884/1990. Το κείμενο των διατάξεων αυτών έχει ως εξής:

"Αν συμπέσουν οι απόψεις του υποχρέου και α) του Προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας όταν πρόκειται για πρόσωπα που ασκούν επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα, τα οποία τηρούν κατά περίπτωση βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, β) δύο τουλάχιστον από τα μέλη της επιτροπής της προηγούμενης παραγράφου όταν πρόκειται για φύλλα ελέγχου που αναφέρονται σε αυτή, συντάσσεται και υπογράφεται από όλα τα μέρη που μετείχαν στη διαδικασία πράξη επίλυσης της διαφοράς με την αναγραφή της γνώμης τυχόν μειοψηφήσαντος μέλους της επιτροπής".

"Αν υποβληθεί αίτημα για διοικητική επίλυση της διαφοράς με ιδιαίτερη αίτηση, η νόμιμη προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αρχίζει από την επόμενη της ημέρας υπογραφής της πράξης ματαίωσης ή μερικής επίλυσης της διαφοράς".

13. Στο άρθρο 53 του ν.δ. 3323/1955, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 1882/1990, προστέθηκε νέα παράγραφος 8, η οποία έχει ως εξής:

"8. Στα πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 5 αυτού του άρθρου για να εξετάζουν με δικαίωμα ψήφου το αίτημα διοικητικής επίλυσης της διαφοράς καθώς και στον υπάλληλο που ορίζεται για την τήρηση των πρακτικών, καταβάλλεται για κάθε συνεδρίαση, στην οποία παρέστησαν, αποζημίωση, η οποία καθορίζεται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζεται η διαδικασία για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, για τη λειτουργία της επιτροπής, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή αυτού του άρθρου".

14. Την ευθύνη για την υλοποίηση των διατάξεων της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, τη φέρουν οι προϊστάμενοι των Δ.Ο.Υ. οι οποίοι οφείλουν και έχουν υποχρέωση να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να μην παρατηρηθεί καθυστέρηση στο στάδιο αυτό των υποθέσεων που έχουν εκδοθεί φύλλα ελέγχου, για την έγκαιρη βεβαίωση των φόρων.

15. Για την εύρυθμη λειτουργία της παραπάνω επιτροπής πρέπει να τηρείται η ακόλουθη διαδικασία.

Η πρόταση για διοικητική επίλυση της διαφοράς υποβάλλεται από το φορολογούμενο στον Προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ο οποίος μέσα σε εύλογο χρόνο από την υποβολή του αιτήματος, υποχρεούται να προβεί στις δικές του ενέργειες για συζήτηση της πρότασης αυτής ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής.

Η εξέταση του αιτήματος του υπόχρεου για διοικητική επίλυση της διαφοράς γίνεται στο κατάστημα της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ύστερα από πρόσκληση του προέδρου της επιτροπής, η οποία επιδίδεται με απόδειξη σε όλα τα πρόσωπα που μετέχουν στη διαδικασία της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς καθώς και στον υπόχρεο, τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν από την συνεδρίαση.

Αν στην περιφέρεια της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας υπάρχει Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο ή Εμπορικός Σύλλογος και Οικονομικό Επιμελητήριο, ο Προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας προσκαλεί κατά σειρά τους εκπροσώπους τους.

Στην περιφέρεια που δεν υφίσταται έδρα Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς των φορολογικών υποθέσεων μετέχει εκπρόσωπος του εμπορικού ή επαγγελματικού συλλόγου της περιοχής στην οποία εδρεύει η αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία.

Ο φορολογούμενος μπορεί να υποβάλλει στον Προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, υπόμνημα τουλάχιστον δύο (2) ημέρες πριν από την ημερομηνία συζήτησης του αιτήματός του.

Κατά τη συνεδρίαση ο Προϊστάμενος της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας αναπτύσσει την εισήγησή του στα θέματα της κρινόμενης υπόθεσης.

Κατά τη διαδικασία της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς τηρούνται πρακτικά από υπάλληλο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ο οποίος ορίζεται από τον Προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.

Στα πρακτικά εκτός των άλλων στοιχείων γράφονται τα ονόματα των προσώπων που παρέστησαν, η υπόθεση που συζητήθηκε μαζί με όλα τα βασικά στοιχεία αυτής, το αποτέλεσμα, καθώς και οι τυχόν διαφωνίες που προέκυψαν από την εξέταση του υπόψη αιτήματος για διοικητική επίλυση της διαφοράς. Τα πρακτικά υπογράφονται από όλα τα πρόσωπα που μετείχαν στη διαδικασία αυτή.

Αν δεν παραστεί ο υπόχρεος ή εκπρόσωπός του την ημέρα που έχει οριστεί η εξέταση του αιτήματός του η διοικητική επίλυση της διαφοράς ματαιούται και δεν επανεξετάζεται το αίτημά του. Αν η απουσία του υπόχρεου οφείλεται αποδεδειγμένα σε λόγους ανώτερης βίας, η διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί μόνο μια φορά ακόμη, ύστερα από αίτημα του υποχρέου που υποβάλλεται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την ημερομηνία της πρώτης συνεδρίασης. Στην παραπάνω περίπτωση, η νέα συνεδρίαση δεν μπορεί να απέχει της προηγούμενης πλέον των δέκα (10) ημερών.

Επίσης η διοικητική επίλυση της διαφοράς ματαιούται και δεν επανεξετάζεται το αίτημα του φορολογουμένου αν ο φορολογούμενος ή σε περίπτωση απουσίας του ο νόμιμος εκπρόσωπός του, παραστεί κατά τη συνεδρίαση αλλά αρνηθεί να υπογράψει τα πρακτικά ή άλλο έγγραφο ή αν αποχωρήσει από τη συνεδρίαση.

Στις περιπτώσεις αυτές συντάσσεται πράξη ματαίωσης της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς η οποία υπογράφεται από τα άλλα παριστάμενα πρόσωπα.

Επίσης πράξη ματαίωσης της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς συντάσσεται και υπογράφεται από το φορολογούμενο ή σε περίπτωση απουσίας του από το νόμιμο εκπρόσωπο και τα λοιπά πρόσωπα που μετείχαν στη διαδικασία αυτή, στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί μερικός ή ολικός συμβιβασμός.

Ο τρόπος λειτουργίας των επιτροπών διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και η διαδικασία που πρέπει να τηρείται κατά τη συζήτηση των υποθέσεων καθορίζεται με την υπ. αριθ. 1053947/4358/0009Α/18.7.1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΚΚΡΕΜΟΥΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΑΝ

Με την παράγραφο 2 του ανωτέρω άρθρου (αρθρ. 6 ν. 1882/1990) ρυθμίζεται η τύχη των υποθέσεων που έχουν παραπεμφθεί για διοικητική επίλυση της διαφοράς, στις τριμελείς επιτροπές αυτές επαναφέρονται στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. με τη φροντίδα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. με τη φροντίδα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. προς επίλυση της διαφοράς.

Για τις υποθέσεις που έχουν συζητηθεί από τις επιτροπές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου που κοινοποιείται, θα εκδοθούν οι σχετικές αποφάσεις από τις επιτροπές αυτές.

Ενόψει της διάταξης αυτής θα πρέπει οι Προϊστάμενοι των Δ.Ο.Υ. να παραλάβουν χωρίς καθυστέρηση από τις επιτροπές όλες τις υποθέσεις που δεν έχουν συζητηθεί από αυτές και συγχρόνως να καλέσουν εγγράφως και με απόδειξη τους υποχρέους να προσέλθουν μέσα σε προθεσμία 20 ημερών, για διοικητική επίλυση της διαφοράς σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του άρθρου 53 του ν.δ. 3323/1955.

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ

Όπως είναι γνωστό σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 47 του ν.δ. 3323/1955, για τον τεκμαρτό προσδιορισμό του εισοδήματος των ελεύθερων επαγγελματιών αποφαινόταν η τριμελής επιτροπή του άρθρου 53 του ν.δ. 3323/1955 που θεσπίσθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν.δ. 1828/1989. Το άρθρο 53 του ν.δ. 3323/1955 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του κοινοποιούμενου ν. 1882/1990 με το οποίο καταργήθηκε η τριμελής επιτροπή που προέβλεπε το άρθρο αυτό, για την διοικητική επίλυση της διαφοράς στη φορολογία του εισοδήματος η οποία ήταν αρμοδία και για τον προσδιορισμό του εισοδήματος των ελεύθερων επαγγελματιών.

Κατόπιν τούτου κρίθηκε απαραίτητη για τον προσδιορισμό του εισοδήματος των ελεύθερων επαγγελματιών η σύσταση νέας επιτροπής. Για το σκοπό αυτό, με την παράγραφο 4 του ανωτέρω άρθρου προστίθεται παράγραφος 11 στο άρθρο 47 του ν.δ. 3323/1955 με τις διατάξεις της οποίας συνιστάται επιτροπή, στην οποία παραπέμπονται οι υποθέσεις των ελεύθερων επαγγελματιών, σύμφωνα με όσα ορίζονται με τη νέα διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 47 του ν.δ. 3323/1955.

Για τη συγκρότηση και λειτουργία της επιτροπής αυτής θα εκδοθεί σύντομα απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με την έκδοση της υπουργικής απόφασης θα δοθούν οδηγίες για τον τρόπο και τη διαδικασία παραπομπής των υποθέσεων των ελεύθερων επαγγελματιών στην επιτροπή καθώς και για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, για τον προσδιορισμό του εισοδήματός τους.

Για την ενεργοποίηση της επιτροπής αυτής προβλέπει και η παράγραφος 18 του άρθρου 8 του ν. 1882/1990.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ

Με την παράγραφο 5 του άρθρου 6 του ν. 1882/1990 αντικαθίσταται η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 4600/1966 και ορίζεται ότι δικαστικός συμβιβασμός σύμφωνα με το νομοθετικό αυτό διάταγμα είναι δυνατός σε όσες περιπτώσεις επιτρέπεται και όπως προβλέπεται η διοικητική επίλυση της διαφοράς, με τις κείμενες διατάξεις.

Όπως είναι γνωστό σύμφωνα με τις αντικατασταθείσης παραγράφου δικαστικός συμβιβασμός χωρούσε μόνο στις περιπτώσεις για τις οποίες ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. είχε δικαίωμα διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και εφόσον η υπόθεση δεν είχε παραπεμφθεί για διοικητική επίλυση στην τριμελή επιτροπή του άρθρου 53 του ν.δ. 3323/1955.

Ήδη, όπως αναφέρεται παραπάνω, με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι δικαστικός συμβιβασμός χωρεί σε όλες τις περιπτώσεις που επιτρέπεται διοικητική επίλυση της διαφοράς. Επίσης ορίζεται ότι ο δικαστικός συμβιβασμός είναι δυνατός με τον τρόπο που προβλέπεται διοικητική επίλυση της διαφοράς. Δηλαδή για να γίνει δικαστικός συμβιβασμός στις περιπτώσεις υπόχρεων με βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, πρέπει να συμπέσουν οι απόψεις όχι μόνο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. και του υπόχρεου, αλλά και της αρμόδιας επιτροπής που προβλέπει το άρθρο 53 του ν.δ. 3323/1955.

ΚΥΡΩΣΕΙΣ - ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΦΟΡΟΙ - ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΕΙΣ - ΠΡΟΣΤΙΜΑ

Με τις διατάξεις των παραγράφων 6, 7, 8, 9 και 10 του άρθρου 6 του ν. 1882/1990 τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι διατάξεις που θεσπίζουν κυρώσεις σε βάρος όσων δεν εκπληρώνουν κανονικά τις φορολογικές τους υποχρεώσεις.

Ειδικότερα, αναπροσαρμόζονται οι προσαυξήσεις και τα πρόστιμα, ώστε να τιμωρούνται αυστηρότερα αυτοί που δεν υποβάλλουν ή υποβάλλουν εκπρόθεσμα, ανεπαρκή ή ελλιπή δήλωση, ως ακολούθως:

Για εκπρόθεσμη δήλωση:

Με την παράγραφο 6 αντικαθίστανται οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 67 του ν.δ. 3323/1955 και ορίζεται ότι οι υπόχρεοι που υποβάλλουν εκπρόθεσμη δήλωση υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο τέσσερα τοις εκατό (4%) για κάθε μήνα καθυστέρησης. Ο πρόσθετος φόρος δεν μπορεί να υπερβεί το ογδόντα τα εκατό (80%) του φόρου που οφείλεται με τη δήλωση. Αν η δήλωση υποβληθεί μετά πάροδο είκοσι (20) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή αυτής, ο υπόχρεος υποβάλλεται και σε αυτοτελές πρόστιμο δέκα τοις εκατό (10%), αν το ποσό του φόρου που οφείλεται με τη δήλωση ανέρχεται μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές και σε είκοσι τοις εκατό (20%) αν το ποσό του φόρου υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές.

Για ανακριβή δήλωση:

Με την παράγραφο 7 ορίζεται ότι οι υπόχρεοι που υποβάλλουν ανακριβή δήλωση υπόκεινται:

1. Σε πρόσθετο φόρο που ανέρχεται σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) του φόρου, του οποίου ο υπόχρεος θα απέφευγε την πληρωμή λόγω ανακριβείας.

2. Σε πρόστιμο που ανέρχεται σε ποσοστό: α) είκοσι τοις εκατό (20%) στο ποσό της διαφοράς του φόρου, του οποίου ο υπόχρεος θα απέφευγε την πληρωμή λόγω ανακρίβειας της δήλωσης και εφόσον η διαφορά αυτή κυμαίνεται από είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) έως πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που οφείλεται με βάση τη δήλωση, β) τριάντα τοις εκατό (30%) στο ποσό της ίδιας διαφοράς του φόρου και εφόσον η διαφορά αυτή υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που οφείλεται με βάση τη δήλωση.

Για μη υποβολή δηλώσεων:

Με την παράγραφο 8 ορίζεται ότι οι υπόχρεοι που δεν υποβάλλουν δήλωση υπόκεινται:

1. Σε πρόσθετο φόρο που ανέρχεται σε ποσοστό εκατόν πενήντα τοις εκατό (150%) του φόρου, του οποίου θα απέφευγε την πληρωμή λόγω μη υποβολής της δήλωσης.

2. Σε πρόστιμο που ανέρχεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) αν το ποσό του φόρου που καταλογίζεται κυμαίνεται από 100.000 έως 500.000 δραχμές και σε εξήντα τοις εκατό (60%), αν το ποσό του φόρου που καταλογίζεται υπερβαίνει τις 500.000 δραχμές.

Για ελλιπή δήλωση:

Με την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 820/1978 και ορίζεται ότι οι υπόχρεοι που υποβάλλουν ελλιπή δήλωση υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο ενενήντα τοις εκατό (90%) της διαφοράς του κυρίου φόρου.

ΛΟΙΠΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Με την παράγραφο 10 αντικαθίσταται η παράγραφος 4 του άρθρου 31 του ν. 1591/1986 και ορίζεται ότι, σε περίπτωση υποτροπής, το κατώτατο όριο των ποινών που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού για αδικήματα φοροδιαφυγής διπλασιάζεται και επιπροσθέτως δύναται να αφαιρείται η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ή να διατάσσεται το κλείσιμο του καταστήματος για χρονικό διάστημα από ενός (1) μηνός μέχρι και πέντε (5) μηνών.

Σημειώνεται εδώ ότι με τη διάταξη που αντικαθίσταται, προβλεπόταν, σε περίπτωση υποτροπής, μόνο ο διπλασιασμός του κατωτάτου ορίου των ποινών.

ΆΑρθρο 7

Λογιστικό Σχέδιο

Το κείμενο των διατάξεων επισυνάπτεται στο τέλος της εγκυκλίου αυτής.

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού καθιερώνεται η υποχρεωτική εφαρμογή του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου που προβλέπει το π.δ. 1123/1980 (ΦΕΚ 283 τ. Α) από 1.1.1991 σε επιχειρήσεις που ελέγχονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από το Σώμα Ορκωτών Λογιστών. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται για τις εταιρικές χρήσεις που αρχίζουν μετά την 31 Δεκεμβρίου 1990 προκειμένου δε για εταιρίες στις δραστηριότητες των οποίων περιλαμβάνεται η παραγωγή προϊόντων καθώς και η εκμετάλλευση ξενοδοχείων για την εταιρική χρήση που αρχίζει μετά την 31 Δεκεμβρίου 1991.

Η εφαρμογή του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (π.δ. 1123/1980) για τις λοιπές επιχειρήσεις είναι προαιρετική. Από τη χρήση 1987 εφαρμόζονται υποχρεωτικά ορισμένα τμήματά του, στα οποία παραπέμπουν οι υποχρεωτικά εφαρμοζόμενες από τη χρήση αυτή νέες διατάξεις του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", που προήλθαν από την προσαρμογή του νόμου αυτού προς τις διατάξεις της 4ης Οδηγίας της Ε.Ο.Κ.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όλες σχεδόν οι ελεγχόμενες από το Σώμα Ορκωτών Λογιστών (Σ.Ο.Λ.) εταιρίες, να εφαρμόζουν σήμερα το Γενικό Λογιστικό Σχέδιο (Γ.Λ.Σ.) αποσπασματικά με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται μόνο σε ότι είναι απαραίτητο για την άνετη κατάρτιση των ετησίων οικονομικών καταστάσεων.

Με τα δεδομένα αυτά και το γεγονός ότι η σωστή λογιστική οργάνωση των επιχειρήσεων συμβάλλει αποφασιστικά και στον περιορισμό της φοροδιαφυγής, συγχρόνως δε εξασφαλίζει και άλλα σοβαρότατα πλεονεκτήματα, κρίνεται αναγκαία η υποχρεωτική εφαρμογή του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου από τις ελεγχόμενες από το Σ.Ο.Λ. εταιρίες, στις οποίες μάλιστα δεν πρόκειται το μέτρο αυτό να δημιουργήσει κανένα πρόβλημα, αν ληφθεί υπόψη το επίπεδο οργάνωσης των επιχειρήσεων αυτών και η προθεσμία που δίδεται με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. Πρέπει να σημειωθεί ότι από την υποχρεωτική εφαρμογή του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου θα προκύψουν θετικά αποτελέσματα για την εθνική οικονομία, για τους εξής κυρίως λόγους:

α) Η λογιστική οργάνωση των επιχειρήσεων με βάση το Γενικό Ελληνικό Λογιστικό Σχέδιο εξασφαλίζει τη λογιστική απεικόνιση και παρακολούθηση του συναλλακτικού κυκλώματος της επιχείρησης κατά τρόπο απλό, σαφή και ακριβή, έτσι ώστε να περιορίζονται στο ελάχιστο οι δυνατότητες λογιστικών συγκαλύψεων.

β) Η ομοιόμορφη λογιστική οργάνωση (λογιστική τυποποίηση) απλουστεύει και υποβοηθεί ουσιαστικά το έργο των διαφόρων ελεγκτών (φοροτεχνικών, ορκωτών λογιστών, νομισματικών αρχών κλπ.), με αποτέλεσμα τη σοβαρότατη βελτίωση της ποιότητας του ελέγχου και τη σημαντική μείωση του χρόνου της διενέργειάς του και συνεπώς και του κόστους αυτού.

γ) Με την ομοιόμορφη λογιστική οργάνωση θα εξασφαλισθεί και η συγκέντρωση ομοιογενών και σωστών στοιχείων και πληροφοριών, σχετικά με την περιουσιακή διάρθρωση, τη χρηματοοικονομική θέση και τη συναλλακτική δραστηριότητα των επιχειρήσεων.

Τα στοιχεία αυτά είναι απολύτως απαραίτητα για την άντληση των αναγκαίων αξιόπιστων πληροφοριών και τη σωστή ενημέρωση των Εθνικών Λογαριασμών, με βάση τα δεδομένα των οποίων προγραμματίζεται και ασκείται η οικονομική πολιτική της χώρας.

2. Με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου εξαιρούνται από την υποχρέωση εφαρμογής του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου οι τραπεζικές επιχειρήσεις.

Για τις επιχειρήσεις αυτές πρόκειται να καταρτισθεί σύντομα και να εφαρμοσθεί υποχρεωτικά κλαδικό λογιστικό σχέδιο πλήρως εναρμονισμένο προς τη σχετική κοινοτική νομοθεσία.

3. Με τη διάταξη της παραγράφου 3 ορίζεται ότι, σε βάρος των επιχειρήσεων της παραγράφου 1 που δεν εφαρμόζουν ή που εφαρμόζουν πλημμελώς το Γενικό Λογιστικό Σχέδιο, επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 4 του π.δ. 148/1984 "περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις", δηλαδή χρηματικό πρόστιμο από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) για τη μη εφαρμογή και από διακόσιες χιλιάδες (200.000) μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές για την πλημμελή εφαρμογή.

4. Η υποχρεωτική καθιέρωση του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου στις παραπάνω επιχειρήσεις είναι απαραίτητη για να υπάρχει ομοιομορφία στους ισολογισμούς των μεγάλων τουλάχιστον επιχειρήσεων, για να σταματήσει ο λογιστικός αυτοσχεδιασμός από κάθε επιχείρηση στην τήρηση των λογιστικών βιβλίων και μάλιστα ενόψει του 1992.

ΆΑρθρο 8

Διαδικασία υποβολής στοιχείων για τον προσδιορισμό του εισοδήματος των επιτηδευματιών

(Έναρξη ισχύος από 23.3.1990, ημέρα δημοσιεύσεως του ν. 1882/1990 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως). Το κείμενο των διατάξεων επισυνάπτεται στο τέλος της εγκυκλίου.

Η φοροδιαφυγή αποτελεί εθνικό έγκλημα γιατί στερεί το Κράτος από τους αναγκαίους πόρους για την ύπαρξή του και αναγκάζει την πολιτεία να επιβάλλει νέους φόρους τους οποίους επωμίζονται συνήθως οι ειλικρινείς φορολογούμενοι.

Επίσης η φοροδιαφυγή αυξάνει την εισοδηματική ανισότητα σε βάρος των ειλικρινών φορολογουμένων με συνέπεια να εξουδετερώνεται ο θετικός ανταγωνισμός στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, να ματαιώνεται η αποτελεσματικότητα των κινήτρων που θεσπίζονται από την πολιτεία, να μειώνεται η καταναλωτική δυνατότητα των λαϊκών τάξεων και να εμποδίζεται η οικονομική ανάπτυξη.

Επί πλέον η φοροδιαφυγή έχει ως επακόλουθο την πραγματοποίηση πολυτελών δαπανών και την υπερκατανάλωση.

Με τις σημερινές συνθήκες που διέρχεται η χώρα μας, επιβάλλεται η λήψη των απαραίτητων μέτρων για την περιστολή της φοροδιαφυγής.

Προϋπόθεση για την περιστολή της φοροδιαφυγής είναι η ορθή διάγνωση των αιτίων που την προκαλούν και η προσαρμογή των σχετικών μέτρων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής στις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας, στη δομή και λειτουργία της οικονομίας.

Με τις διατάξεις του άρθρου 8 λαμβάνονται μέτρα για την παρακολούθηση της δραστηριότητας ορισμένων επαγγελμάτων με στοιχεία που θα παρέχονται στο Υπουργείο Οικονομικών από Δημόσιες Υπηρεσίες και Οργανισμούς, με τους οποίους έρχονται σε επαφή και έχουν συναλλαγές οι διάφοροι επιτηδευματίες.

Με τον τρόπο αυτό θα καθίσταται δυνατή η παρακολούθηση και ο έλεγχος των εισοδημάτων ορισμένων επαγγελμάτων μετά από μηχανογραφική επεξεργασία και αξιολόγηση των στοιχείων.

Χαρακτηριστικό των διατάξεων του άρθρου αυτού είναι η επιδίωξη σύλληψης της φορολογητέας ύλης με την παρακολούθηση και διασταύρωση των φορολογικών στοιχείων, χωρίς αστυνομεύσεις.

Για την εξασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου των συναλλαγών από τις οποίες προκύπτουν φορολογικές υποχρεώσεις θεσπίζονται νομοθετικά διατάξεις που αφορούν ορισμένα επαγγέλματα.

Με τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου λαμβάνονται ειδικά μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής ορισμένων επιτηδευματιών και ελεύθερων επαγγελματιών, οι οποίοι έχουν συναλλαγές με δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου 8 του ν. 1882/1990 ορίζονται τα εξής:

1. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ (παράγραφος 1 άρθρου 8):

Με τον Κώδικα περί Δικηγόρων έχει καθοριστεί να προεισπράττεται αμοιβή για κάθε παράσταση δικηγόρου στα Δικαστήρια καθώς και για την σύνταξη των συμβολαίων. Την αμοιβή αυτή προεισπράττει από τον πελάτη ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος για λογαριασμό κάθε δικηγόρου.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 υποχρεώνονται οι Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας που προεισπράττουν τις αμοιβές των δικηγόρων, να εκδίδουν τις αποδείξεις είσπραξης των αμοιβών σε τέσσερα αντίτυπα, από τα οποία δύο θα επισυνάπτονται στο δικόγραφο που θα κατατίθεται στη Γραμματεία των Δικαστηρίων. Το ένα αντίτυπο της απόδειξης αυτής θα παραμένει στο φάκελο και το άλλο με ευθύνη της Γραμματείας του Δικαστηρίου θα στέλνεται κάθε τρίμηνο ή κάθε μήνα στο Υπουργείο Οικονομικών στη Διεύθυνση Ελέγχων (Καραγ. Σερβίας 10 Τ.Κ. 101 84) με έγγραφο στο οποίο θα αναφέρεται ο αριθμός των αποδείξεων. Η Διεύθυνση Ελέγχων θα προβαίνει στην Μηχανογραφική επεξεργασία και έκδοση κατάστασης αμοιβών για κάθε δικηγόρο η οποία θα τίθεται στον φορολογικό του φάκελο, για να διαπιστωθεί εάν έχουν εκδοθεί οι αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που προβλέπονται από το άρθρο 13 του Κ.Φ.Σ. για την προείσπραξη των παραπάνω αμοιβών και εάν έχουν δηλωθεί τα έσοδα της πηγής αυτής.

Στην κοινοποιούμενη παράγραφο 1 προβλέπεται ότι οι αποδείξεις που εκδίδουν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι για την προείσπραξη των δικηγορικών αμοιβών να φέρουν θεώρηση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

Επειδή οι αποδείξεις αυτές εκδίδονται από επίσημο όργανο τους Δικηγορικούς Συλλόγους και δεν αφορούν το Δικηγορικό Σύλλογο αλλά τον δικαιούχο δικηγόρο ο οποίος υποχρεούται να εκδώσει θεωρημένη απόδειξη για την αμοιβή αυτή παρέλκει η θεώρηση των αποδείξεων αυτών από τη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), προς διευκόλυνση των ΔΟΥ και των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας.

Στις αποδείξεις προείσπραξης των δικηγορικών αμοιβών θα αναφέρονται τα ίδια στοιχεία που αναγράφονται σήμερα με την μόνη προσθήκη του αριθμού φορολογικού μητρώου του δικαιούχου δικηγόρου που επιβάλλεται από τις διατάξεις του Κ.Φ.Σ. και αναφέρεται ρητά η υποχρέωση αυτή στην κοινοποιούμενη παράγραφο 1 του άρθρου 8 του ν. 1882/1990 και στην υπ' αριθ. 1044290/3454/0009Α/1990 απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών.

Η αυτή διαδικασία θα τηρείται και για την προείσπραξη των αμοιβών των Δικηγόρων για την κατάρτιση των συμβολαίων. Ο τύπος, ο τρόπος έκδοσης των αποδείξεων, το περιεχόμενο αυτών και η διαδικασία αξιοποιήσεως τούτων καθορίζονται με την υπ' αριθ. 1044290/3454/0009Α/1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που επισυνάπτεται στην εγκύκλιο αυτή.

Τα δικαστήρια δεν θα εκδικάζουν καμία υπόθεση εάν δεν έχουν επισυναφθεί στο δικόγραφο τα δύο αντίτυπα των αποδείξεων προείσπραξης της αμοιβής του δικηγόρου.

Επίσης με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 ορίζεται ότι συμβάσεις μεταξύ δικηγόρων και πελατών αυτών, με τις οποίες συμφωνείται η αμοιβή σε ποσοστό επί του αντικειμένου της αναλαμβανόμενης υπόθεσης θεωρούνται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία κατάρτισης και υπογραφής από την αρμόδια για τη φορολογία του δικηγόρου Δ.Ο.Υ., διαφορετικά είναι ανίσχυρες και δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα.

2. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ (παράγραφος 2 άρθρου 8):

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου επιβάλλεται υποχρέωση στους ηλεκτρολόγους αδειούχους εγκαταστάτες να θεωρούν στην αρμόδια για τη φορολογία τους, δημόσια οικονομική υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) τις σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις που υποβάλλονται στη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) για την τοποθέτηση μετρητών παροχής ηλεκτρικού ρεύματος.

2. Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) δεν θα εγκρίνει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, αν η σχετική υπεύθυνη δήλωση του αδειούχου εγκαταστάτη ηλεκτρολόγου δεν είναι θεωρημένη από την αρμόδια για τη φορολογία αυτού δημόσια οικονομική υπηρεσία.

3. Για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής και για την παρακολούθηση της δραστηριότητας των επαγγελμάτων που ασχολούνται με τις οικοδομές, απαιτείται ακόμη να συμπληρωθεί από τον ιδιοκτήτη ή τον εργολάβο της οικοδομής ειδικό έντυπο με τα στοιχεία των επιτηδευματιών που εκτέλεσαν τις βασικές εργασίες της οικοδομής. Η υποχρέωση αυτή είχε ανασταλεί με το υπ΄ αριθ. 1035819/16.5.1990 τηλεγράφημα μέχρι εκτυπώσεως των σχετικών εντύπων και έκδοσης της υπουργικής απόφασης που προβλέπει η παράγραφος 14 του άρθρου 8 του ν. 1882/1990. Μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1040131/3091/0009Α/30.5.1990 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας και της εκτυπώσεως των σχετικών εντύπων, από της παραλαβής της εγκυκλίου αυτής κατά τη θεώρηση της δήλωσης του αδειούχου εγκαταστάτη ηλεκτρολόγου θα υποβάλλονται και δηλώσεις για κάθε επιτηδευματία (τεχνίτη) που εκτέλεσε οιανδήποτε εργασία στην οικοδομή, κατά τη διαδικασία που αναφέρεται παρακάτω.

4. Ειδικότερα για την εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 2 είναι απαραίτητο να τηρείται η παρακάτω διαδικασία:

Α. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ:

Ο ηλεκτρολόγος ή ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να προσκομίσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. για τη φορολογία του αδειούχου ηλεκτρολόγου, την υπεύθυνη δήλωση αυτού για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε δύο αντίτυπα, για θεώρηση.

Η δήλωση εκτός των άλλων στοιχείων θα φέρει απαραιτήτως την υπογραφή του ηλεκτρολόγου και την επαγγελματική σφραγίδα αυτού με το ονοματεπώνυμο, την επωνυμία, τη διεύθυνση και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου. Επίσης είναι υποχρεωμένος να αναγράφει και την αρμόδια Δ.Ο.Υ. που φορολογείται.

Το ένα αντίτυπο επιστρέφεται θεωρημένο στον ηλεκτρολόγο ή ιδιοκτήτη για να υποβληθεί στην Δ.Ε.Η. με την ένδειξη "θεωρείται για την κατάθεση ομοίας" με υπογραφή του προϊσταμένου του αρμοδίου τμήματος και το άλλο τίθεται στο φάκελο της φορολογίας εισοδήματος του ηλεκτρολόγου. Προς διευκόλυνση του ηλεκτρολόγου το ένα αντίτυπο μπορεί να είναι σε φωτοτυπία το οποίο απαραιτήτως θα φέρει την υπογραφή και σφραγίδα του ηλεκτρολόγου. Η δήλωση αυτή πριν θεωρηθεί, θα καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο κατά σειρά υποβολής με τα εξής στοιχεία: αύξοντα αριθμό, ονοματεπώνυμο και διεύθυνση. Ο αριθμός καταχώρησης στο βιβλίο θα γράφεται στην πράξη θεώρησης και δεν απαιτείται να καταχωρείται και στο πρωτόκολλο της υπηρεσίας. Με βάση το βιβλίο αυτό θα ελέγχεται εάν οι δηλώσεις αυτές τοποθετούνται και υπάρχουν στο φάκελο του ηλεκτρολόγου. Οίκοθεν νοείται ότι κατά την θεώρηση της δήλωσης του ηλεκτρολόγου θα ελέγχεται εάν ο ηλεκτρολόγος είναι φορολογούμενος και μετά θα γίνεται η θεώρηση. Στην περίπτωση που δεν είναι φορολογούμενος θα τηρείται η προβλεπόμενη διαδικασία για την χορήγηση βεβαίωσης έναρξης επιτηδεύματος.

Προς διευκόλυνση των ηλεκτρολόγων που εργάζονται εκτός της έδρας τους και προς αποφυγή ταλαιπωριών για θεώρηση της δήλωσης αυτής στην Δ.Ο.Υ. που φορολογούνται, επιτρέπεται η θεώρηση να γίνεται από τη Δ.Ο.Υ. της περιοχής που εργάζεται ο ηλεκτρολόγος. Επισημαίνεται ότι εάν ο ηλεκτρολόγος δεν έχει φορολογικό μητρώο δεν θα παραλαμβάνεται η δήλωση αλλά θα υποβάλλεται για θεώρηση στη Δ.Ο.Υ. που φορολογείται ο ηλεκτρολόγος. Στην περίπτωση αυτή μετά τη θεώρηση η δήλωση θα στέλνεται στη Δ.Ο.Υ. που φορολογείται ο ηλεκτρολόγος. Τονίζεται ότι υπεύθυνος για την εκτέλεση της εργασίας είναι ο αδειούχος ηλεκτρολόγος που υπέγραψε την δήλωση. Αν η δήλωση υπογράφεται από μηχανικό, μηχανολόγο-ηλεκτρολόγο τότε έχει την υποχρέωση να αναφέρει και το ονοματεπώνυμο του εγκαταστάτη ηλεκτρολόγου που θα εκτελέσει την εργασία, ο οποίος και θα προσυπογράψει τη δήλωση.

Επειδή κατά την υποβολή της δήλωσης έχουν εκτελεστεί οι ηλεκτρολογικές εργασίες θα προσκομίζεται το στέλεχος ή φωτοτυπία των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών ή τιμολογίων τόσο από τον μηχανολόγο ηλεκτρολόγο για την αμοιβή που εισέπραξε μέχρι της ημερομηνίας θεώρησης της δήλωσης για την επίβλεψη επί της αξίας της εγκατάστασης, όσο και από τον ηλεκτρολόγο. Ευνόητο είναι ότι εάν η εργασία έχει εκτελεστεί με πίστωση τα νόμιμα φορολογικά στοιχεία υποχρεωτικά θα εκδίδονται κατά την είσπραξη της αμοιβής.

Η υποχρέωση για την προσκόμιση των φορολογικών στοιχείων που εκδόθηκαν για την είσπραξη της αμοιβής δεν προβλέπεται από την κοινοποιούμενη διάταξη αλλά πηγάζει από τις διατάξεις του Κ.Φ.Σ. Οίκοθεν νοείται ότι η αυτή διαδικασία τηρείται και για κάθε άλλη περίπτωση που απαιτείται δήλωση ηλεκτρολόγου π.χ. κατασκευή ΑΣΑΝΣΕΡ ή τοποθέτηση μηχανημάτων κλπ.

Τονίζεται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2, υπεύθυνος από φορολογικής πλευράς είναι ο αδειούχος ηλεκτρολόγος που υπογράφει τη δήλωση και φέρει την ευθύνη για την καλή κατασκευή των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων χωρίς να εξετάζεται ποιος έκανε την εργασία αυτή. Σε περίπτωση που ο αδειούχος ηλεκτρολόγος ενεργεί για λογαριασμό εταιρίας που τυγχάνει μέλος ή υπάλληλος τότε στη δήλωση θα αναγράφονται και τα στοιχεία της εταιρίας και θα συνυπογράφει και ο διαχειριστής της εταιρίας.

Β. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ-ΕΡΓΟΛΑΒΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 8, ο ιδιοκτήτης της οικοδομής και προκειμένου για οικοδομική επιχείρηση ο εργολάβος κατασκευαστής, υποχρεούται να υποβάλλει κατά την θεώρηση της δήλωσης του αδειούχου ηλεκτρολόγου δήλωση σε ειδικό έντυπο με τα στοιχεία των επιτηδευματιών που εκτέλεσαν τις βασικές εργασίες της οικοδομής.

Η υποχρέωση αυτή όπως αναφέρθηκε και παραπάνω είχε ανασταλεί μέχρι εκτυπώσεως των σχετικών εντύπων, τα οποία εκτυπώθηκαν και διατίθενται από τις Δ.Ο.Υ. Συνεπώς, με την κοινοποίηση της εγκυκλίου αυτής τίθεται σε εφαρμογή και η υποχρέωση αυτή. Προς διευκόλυνση, οι δηλώσεις αυτές υποβάλλονται είτε στην αρμόδια για την φορολογία του ηλεκτρολόγου Δ.Ο.Υ. όταν προσκομίζεται προς θεώρηση δήλωση αυτού για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, είτε στην αρμόδια για την φορολογία του ιδιοκτήτη ή εργολάβου Δ.Ο.Υ., μετά την θεώρηση της δήλωσης του ηλεκτρολόγου από την αρμόδια για την φορολογία αυτού Δ.Ο.Υ.

Κατόπιν τούτου, οι δηλώσεις με τα στοιχεία των επιτηδευματιών που εκτέλεσαν τις βασικές εργασίες σύμφωνα με τις ενδείξεις του έντυπου Ε. 283 μπορούν να υποβληθούν ταυτόχρονα με την δήλωση του αδειούχου ηλεκτρολόγου που προσκομίζεται, για θεώρηση στην αρμόδια για την φορολογία Δ.Ο.Υ. Εάν όμως ο ιδιοκτήτης ή εργολάβος δεν κρίνει σκόπιμο να υποβληθούν οι δηλώσεις αυτές κατά την θεώρηση της δήλωσης του ηλεκτρολόγου από την Δ.Ο.Υ. που φορολογείται ο ηλεκτρολόγος, οι δηλώσεις αυτές μπορούν να υποβληθούν στην αρμόδια για την φορολογία του ιδιοκτήτη ή εργολάβου Δ.Ο.Υ. προσκομίζοντας και την θεωρημένη δήλωση του ηλεκτρολόγου για να γίνει και δεύτερη σχετική θεώρηση για την υποβολή των παραπάνω δηλώσεων με την ένδειξη "υποβλήθηκαν δηλώσεις επιτηδευματιών".

Η δημόσια οικονομική υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) που θα παραλάβει τις δηλώσεις των επιτηδευματιών πρέπει να ελέγχει εάν υποβάλλονται χωριστά δηλώσεις για όλες τις εργασίες που αναφέρει στο πίσω μέρος το έντυπο Ε. 283.

Για τον έλεγχο των στοιχείων των δηλώσεων θα προσκομίζεται απαραιτήτως και η άδεια της πολεοδομικής υπηρεσίας. Διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση που παρέχεται ηλεκτρικό ρεύμα σε παλαιά οικοδομή για επανέλεγχο, επέκταση ή αντικατάσταση μετρητή τότε δεν απαιτείται προσκόμιση πολεοδομικής άδειας. Στην περίπτωση αυτή θα αναγράφεται στη δήλωση του ηλεκτρολόγου ο αριθμός του μετρητή που υπήρχε στην οικοδομή, θα προσκομίζεται ο λογαριασμός της Δ.Ε.Η. πληρωμής ηλεκτρικού ρεύματος και βεβαίωση της Δ.Ε.Η. ότι πρόκειται για παλαιά παροχή και όχι για νέα προκειμένου να αποφεύγονται καταστρατηγήσεις με την χρησιμοποίηση εργοταξιακού μετρητή που παραχωρείται από την Δ.Ε.Η. για την ανέγερση της οικοδομής και αντικαθίσταται με κανονικό μετρητή όταν περαιωθούν οι εργασίες και χρησιμοποιηθεί η οικοδομή. Αν ζητείται παροχή ηλεκτρικού ρεύματος χωρίς να έχουν εκτελεστεί όλες οι εργασίες οι οποίες απαραιτήτως πρέπει να αναφέρονται στην άδεια της πολεοδομικής υπηρεσίας που χορηγείται για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος θα υποβάλλεται δήλωση του ν. 1599/1986. Στη δήλωση αυτή θα αναφέρονται οι εργασίες που δεν έχουν εκτελεστεί και ότι οι δηλώσεις για τις εργασίες αυτές θα υποβληθούν εντός δέκα (10) ημερών από την εκτέλεσή τους.

Τονίζεται ότι εάν δεν υποβληθούν δηλώσεις για όλες τις εργασίες της οικοδομής ή δεν καλύπτονται με δήλωση του ν. 1599/1986 όπως ορίζεται παραπάνω δε θα θεωρείται η δήλωση του ηλεκτρολόγου.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η δήλωση του ηλεκτρολόγου για να προσκομιστεί στην Δ.Ε.Η. πρέπει απαραιτήτως να φέρει δύο θεωρήσεις μία για την υποβολή της δήλωσης του ηλεκτρολόγου και δεύτερη για την υποβολή των δηλώσεων για τις εργασίες της οικοδομής με ευθύνη του ιδιοκτήτη ή εργολάβου της οικοδομής.

Τονίζεται ότι εάν η δήλωση του ηλεκτρολόγου που προορίζεται στη Δ.Ε.Η. για την παροχή ρεύματος δεν φέρει τις παραπάνω δύο θεωρήσεις δεν θα παραλαμβάνεται από την Δ.Ε.Η. και δεν θα παρέχεται ηλεκτρικό ρεύμα.

Επισημαίνεται ότι εάν διαπιστωθεί ότι παραλήφθηκε δήλωση του ηλεκτρολόγου χωρίς τις παραπάνω θεωρήσεις επιβάλλεται στα πρόσωπα που δεν τήρησαν την διάταξη αυτή πρόστιμο για κάθε παράβαση μέχρι 200.000 δραχμές, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 21 του άρθρου 35 του ν. 1884/1990 (ΦΕΚ 81 τ. Α΄), που ψηφίστηκε πρόσφατα από τη Βουλή.

Επισημαίνεται ότι εάν ο ιδιοκτήτης ή εργολάβος της οικοδομής δηλώσει ότι η εργασία από τον τεχνίτη έγινε χωρίς υλικά σύμφωνα με τις ενδείξεις του εντύπου, τότε υποχρεούται να προσκομίσει κατά την υποβολή της δήλωσης και τα σχετικά φορολογικά στοιχεία αγοράς των υλικών, τα οποία υποχρεούται να φυλάσσει σε ειδικό φάκελο από το έτος 1986 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 1642/1986 και της υπ' αριθ. 1181/520/1989 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. Επίσης φορολογικά στοιχεία αγοράς υλικών θα προσκομισθούν και στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ή εργολάβος της οικοδομής δηλώσει με δήλωση του ν. 1599/1986 ότι μία ή περισσότερες εργασίες εκτέλεσε ο ίδιος, γεγονός που πρέπει να εξετάζεται εάν πράγματι υπάρχει τέτοια δυνατότητα.

Οίκοθεν νοείται ότι οι δηλώσεις που υποβάλλονται από τον ιδιοκτήτη ή εργολάβο της οικοδομής για τους τεχνίτες επιτηδευματίες που εκτέλεσαν τις εργασίες της οικοδομής και δεν τυγχάνουν φορολογούμενοι της Δ.Ο.Υ. στην οποία υπεβλήθησαν τότε θα σταλούν με απόδειξη στις αρμόδιες για την φορολογία κάθε επιτηδευματία (τεχνίτη) Δ.Ο.Υ.

Τονίζεται ότι το ποσό που καταβλήθηκε στους τεχνίτες επιτηδευματίες για την εκτέλεση κάθε εργασίας και αναγράφεται στο έντυπο Ε. 283 πρέπει να είναι ανάλογο με το εμβαδόν επιμέτρησης κάθε εργασίας.

Επισημαίνεται επίσης ότι η δημόσια οικονομική υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) στην οποία φορολογείται ο επιτηδευματίας (τεχνίτης) υποχρεούται προ της τοποθετήσεως της δήλωσης αυτής στο φάκελό του, να την καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο με τα εξής στοιχεία: αύξοντα αριθμό, που θα τίθεται πάνω στη δήλωση, ονοματεπώνυμο τεχνίτη και διεύθυνση.

Με βάση το βιβλίο αυτό θα παρακολουθείται η αξιοποίηση των δηλώσεων αυτών. Τα βιβλία που θα καταχωρούνται οι δηλώσεις των ηλεκτρολόγων και των επιτηδευματιών που εκτέλεσαν τις εργασίες της οικοδομής, θεωρούνται βασικά βιβλία και θα αναφέρονται απαραιτήτως στα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής κάθε υπηρεσίας.

Ο νόμος καθιέρωσε τις παραπάνω υποχρεώσεις για τον έλεγχο των επαγγελμάτων που ασχολούνται με την οικοδομή γιατί κατά το μεγαλύτερο μέρος δεν εκπληρώνονται οι φορολογικές υποχρεώσεις από τους υπόχρεους.

Επισημαίνεται ότι στα πρόσωπα που δεν τηρούν αυτά που αναφέρονται παραπάνω, επιβάλλεται με πράξη του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. πρόστιμο μέχρι 200.000 δραχμές, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 21 του άρθρου 35 του ν. 1884/1990.

Γ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΟΛΥΩΡΟΦΕΣ ΟΙΚΟΔΟΜΕΣ

Προκειμένου για πολυώροφες οικοδομές, προς διευκόλυνση των ενδιαφερομένων και αποφυγή γραφειοκρατικών διατυπώσεων για την θεώρηση των δηλώσεων των ηλεκτρολόγων και υποβολή των δηλώσεων με τα στοιχεία των επιτηδευματιών που εκτέλεσαν τις βασικές εργασίες της οικοδομής θα ακολουθείται η παρακάτω διαδικασία:

Κατά την θεώρηση της δήλωσης του ηλεκτρολόγου για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, στο πρώτο διαμέρισμα θα υποβάλλονται και οι δηλώσεις για τους τεχνίτες επιτηδευματίες που εκτέλεσαν τις εργασίες αποπεράτωσης της οικοδομής.

Συνεπώς, κατά τη θεώρηση των δηλώσεων του ηλεκτρολόγου για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στα υπόλοιπα διαμερίσματα δε θα απαιτείται υποβολή και νέων δηλώσεων για τους επιτηδευματίες (τεχνίτες) που εκτέλεσαν τις βασικές εργασίες της οικοδομής.

Για τη θεώρηση από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. των δηλώσεων των ηλεκτρολόγων, για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και στα υπόλοιπα διαμερίσματα θα χορηγείται από την Δ.Ο.Υ. που παρέλαβε τις δηλώσεις των επιτηδευματιών κατά την παροχή ρεύματος στο πρώτο διαμέρισμα σχετική βεβαίωση, στην οποία θα βεβαιούται ότι ο ιδιοκτήτης ή εργολάβος της οικοδομής (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση) για την οικοδομή που βρίσκεται στην οδό ... η οποία αποτελείται από ... ορόφους, με ... τετραγωνικά μέτρα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. ... άδεια πολεοδομίας, υπέβαλε κατά την θεώρηση της δήλωσης του ηλεκτρολόγου για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο ... διαμέρισμα δηλώσεις επιτηδευματιών που εκτέλεσαν τις βασικές εργασίες της οικοδομής.

Με βάση την βεβαίωση αυτή θα θεωρούνται οι δηλώσεις του ηλεκτρολόγου για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και στα υπόλοιπα διαμερίσματα με την ένδειξη ότι "κατατέθηκαν δηλώσεις επιτηδευματιών σχετική η υπ' αριθ. ... βεβαίωση της ... Δ.Ο.Υ.".

Ο τρόπος και η διαδικασία θεώρησης της δήλωσης του εγκαταστάτη ηλεκτρολόγου από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ο τύπος και το περιεχόμενο των δηλώσεων που υποβάλλονται από τον ιδιοκτήτη ή τον εργολάβο της οικοδομής με τα στοιχεία των επιτηδευματιών που εκτέλεσαν τις βασικές εργασίες της οικοδομής, καθορίζονται με την υπ' αριθ. 1040131/3091/0009/Α/30.5.1990 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας που επισυνάπτεται στην εγκύκλιο αυτή.

Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την παράγραφο 21 του άρθρου 35 του ν. 1884/1990 (ΦΕΚ 81 τ.Α) που ψηφίστηκε πρόσφατα στην Βουλή σε περίπτωση που τα στοιχεία των παραπάνω δηλώσεων είναι ανακριβή και γενικά σ' αυτούς που παραβαίνουν τις διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου 1882/1990 επιβάλλεται για κάθε παράβαση πρόστιμο μέχρι 200.000 δραχμές.

3. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΔΡΑΥΛΙΚΟΥΣ (παράγραφος 3 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου επιβάλλεται υποχρέωση σε όσους υποβάλλουν αίτηση για παροχή νερού στις εταιρίες ύδρευσης να υποβάλλουν και ειδικό έντυπο Ε. 283 με τα στοιχεία του υδραυλικού που κατασκεύασε τις σχετικές υδραυλικές εγκαταστάσεις.

Τα έντυπα αυτά από τις εταιρίες ύδρευσης θα στέλνονται κάθε μήνα στις αρμόδιες για τη φορολογία του υδραυλικού δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για να τεθούν στο φάκελο φορολογίας εισοδήματος του υδραυλικού. Το έντυπο αυτό προτού να τεθεί στο φάκελο του υδραυλικού θα καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο με τα εξής στοιχεία: αύξοντα αριθμό που θα καταχωρείται πάνω στο έντυπο, ονοματεπώνυμο και διεύθυνση υδραυλικού. Με βάση το βιβλίο αυτό θα ελέγχεται εάν και κατά πόσο αξιοποιήθηκε το στοιχείο αυτό. Για διευκόλυνση των ενδιαφερόμενων εκτυπώθηκαν ειδικά έντυπα τα οποία διατίθενται από τις Δ.Ο.Υ.

Το έντυπο αυτό θα συμπληρώνεται και θα υποβάλλεται από το συμβαλλόμενο κατά την υπογραφή της σύμβασης με την εταιρία υδρεύσεως για την τοποθέτηση υδροπαροχής. Ο τύπος και το περιεχόμενο του παραπάνω εντύπου καθορίζεται με την υπ' αριθ. 10434360/0009Α/12.6.90 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΥΠΕΧΩΔΕ που επισυνάπτεται στην εγκύκλιο.

Οι εταιρίες ύδρευσης, αν δεν υποβληθεί δήλωση με τα στοιχεία του υδραυλικού από τον ιδιοκτήτη ή εργολάβο δε θα εγκρίνουν την παροχή νερού.

Για τις πολυώροφες οικοδομές ισχύουν όσα παραπάνω αναφέρονται για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος.

4. ΓΙΑ ΤΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ (παράγραφος 4 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 8 ορίζεται ότι τα τουριστικά γραφεία υποχρεούνται να παραδίδουν στα Αστυνομικά Τμήματα εισόδου και εξόδου της χώρας κατάσταση σε δύο αντίτυπα με τα στοιχεία των προσώπων που ταξιδεύουν για τουριστικούς λόγους. Μεταξύ των άλλων η κατάσταση πρέπει να περιέχει τα στοιχεία του τουριστικού γραφείου, επωνυμία ή τίτλο - Διεύθυνση - αριθμό Φορολογικού Μητρώου, αντικείμενο εργασιών, διάρκεια ταξιδίου, χώρες, ονοματεπώνυμο και Διεύθυνση των προσώπων που ταξιδεύουν, καθώς και το αντίτιμο του ταξιδίου με υπογραφή του εκδρομέα (ταξιδιώτη).

Αντίγραφο της κατάστασης αυτής θα στέλνεται στο Υπουργείο Οικονομικών στη Διεύθυνση Ελέγχων Καραγ. Σερβίας 10 Τ.Κ. 101 84 για να τίθεται στο φάκελο του τουριστικού γραφείου.

Ο τύπος και το περιεχόμενο των καταστάσεων αυτών καθώς και η διαδικασία υποβολής στις Αστυνομικές αρχές και αποστολής τους στο Υπουργείο Οικονομικών, καθορίζεται με την υπ' αριθ. 1040150/3090/0009/22.5.1990 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης που συνάπτεται στην εγκύκλιο αυτή.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 8 του ν. 1882/1990, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμοδίου Υπουργού θα καθιερωθεί η υποβολή στοιχείων και από άλλους φορείς (πλοία - Αεροπορικές εταιρίες κλπ.) μέσω των οποίων διακινούνται πρόσωπα για τουριστικούς λόγους.

5. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΕΣ ΟΔΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ (παράγραφος 5 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι οι εκπαιδευτές οδηγών αυτοκινήτου υποχρεούνται να παραδίδουν κατάσταση με τα στοιχεία των υποψηφίων οδηγών στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Την κατάσταση αυτή οι υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών αφού την θεωρήσουν θα την στέλνουν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. που φορολογείται ο εκπαιδευτής (Δάσκαλος) για να τίθεται στο φάκελο του εκπαιδευτή. Οι καταστάσεις αυτές προτού να τεθούν στο φάκελο φορολογίας εισοδήματος καταχωρούνται σε ειδικό βιβλίο, με τα εξής στοιχεία: ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, αριθμό πρωτοκόλλου υπηρεσίας Υπουργείου Μεταφορών, αριθμό υποψηφίων οδηγών.

Οι καταστάσεις αυτές θα φέρουν τα στοιχεία του εκπαιδευτή: ονοματεπώνυμο - αντικείμενο εργασιών, διεύθυνση, αριθμό φορολογικού μητρώου, αρμόδια Δ.Ο.Υ. που φορολογείται και τα στοιχεία κάθε υποψηφίου οδηγού, ονοματεπώνυμο και διεύθυνση. Προς διευκόλυνση των ενδιαφερομένων εκτυπώθηκαν ειδικά έντυπα, τα οποία διατίθενται από τις Δ.Ο.Υ. Τα έντυπα αυτά μπορεί να αντικατασταθούν και με ιδιόχειρες καταστάσεις εφόσον έχουν τα στοιχεία του εντύπου Ε. 234. Οι υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών εάν δεν υποβληθούν οι παραπάνω καταστάσεις θα αρνούνται την εξέταση του υποψηφίου οδηγού. Αν ο υποψήφιος οδηγός προσέρχεται με δικό του αυτοκίνητο πρέπει ο ίδιος να δηλώνει με δήλωση του ν. 1599/1986 τον εκπαιδευτή του και να συμπληρώνει την πιο πάνω κατάσταση. Με την υπ' αριθ. 1040391/3092/0009Α/30.5.1990 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών Επικοινωνιών που επισυνάπτεται στην εγκύκλιο αυτή καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο των καταστάσεων καθώς και η διαδικασία υποβολής και αποστολής στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ.

6. ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΕΠΙΣΚΕΥΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ (παράγραφος 6 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι όταν προξενούνται υλικές ζημιές σε αυτοκίνητα, για να αναγνωριστεί ως έξοδο των ασφαλιστικών εταιριών, η δαπάνη που καταβάλλεται από αυτές πρέπει να προσκομίζονται από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων τα νόμιμα δικαιολογητικά που προβλέπονται από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων.

Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται η ασφαλιστική εταιρία και αναγκάζονται τα συνεργεία αυτοκινήτων και οι επιχειρήσεις ανταλλακτικών αυτοκινήτων να εκδίδουν τα φορολογικά στοιχεία που προβλέπει για κάθε περίπτωση ο Κ.Φ.Σ.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου, για τις ασφαλιστικές εταιρίες, που καταβάλλουν αποζημιώσεις σε δικαιούχους χωρίς να προσκομιστούν τα νόμιμα δικαιολογητικά που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, θεσπίζονται οι εξής κυρώσεις:

α) Όπως αναφέρεται και παραπάνω δεν αναγνωρίζονται οι αποζημιώσεις για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, προκειμένου να υπολογιστούν τα καθαρά κέρδη στη φορολογία εισοδήματος.

β) Σύμφωνα με την παράγραφο 19 του άρθρου 35 του ν. 1884/1990 που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή αντικαταστάθηκαν τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν. 1882/1990 και ορίζεται ότι οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται χωρίς δικαιολογητικά εκτός του ότι οι αποζημιώσεις αυτές δεν αναγνωρίζονται για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα στην Ασφαλιστική Εταιρία επιβάλλεται και πρόστιμο που δεν μπορεί να είναι κατώτερο του φόρου προστιθέμενης αξίας που αναλογεί στο ποσό της αποζημίωσης που δεν καλύπτεται με νόμιμα δικαιολογητικά.

Για την επιβολή του παραπάνω προστίμου εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 47 του Κ.Φ.Σ.

Οι λοιπές διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν. 1882/1990 εξακολουθούν να ισχύουν γιατί με την παράγραφο 19 του άρθρου 35 του Ν. 1884/1990 αντικαταστάθηκαν μόνο τα δύο τελευταία εδάφια.

Η αληθινή ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο εδάφιο β της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν. 1882/1990 είναι ότι σε περίπτωση αγωγής κατά ασφαλιστικής εταιρίας ή άλλου υποχρέου για αποζημίωση από ατύχημα από το οποίο προξενήθηκαν υλικές ζημιές σε αυτοκίνητα, δεν επιδικάζεται η σχετική απαίτηση, αν δεν προσαχθούν τα παραπάνω δικαιολογητικά του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, εκτός των περιπτώσεων που ο δικαιούχος ζητεί αποζημίωση για μελλοντική αποκατάσταση των υλικών ζημιών ή για την ολοκληρωτική καταστροφή του αυτοκινήτου.

Σημειώνεται εδώ ότι για την καταβολή της αποζημίωσης από τις ασφαλιστικές εταιρίες για ζημιές αυτοκινήτων που ανήκουν σε επιτηδευματίες πρέπει να έχουν εκδοθεί προς αυτούς τιμολόγια πώλησης ανταλλακτικών ή παροχής υπηρεσιών από τις επιχειρήσεις που πώλησαν τα ανταλλακτικά ή από τα συνεργεία που επισκεύασαν τα αυτοκίνητα, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 και 21 του Κ.Φ.Σ. Αν οι αποζημιώσεις αφορούν ζημίες αυτοκινήτων ιδιωτών τα νόμιμα δικαιολογητικά είναι θεωρημένες αποδείξεις λιανικής πώλησης ανταλλακτικών ή θεωρημένες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του Κ.Φ.Σ. και την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών Σ. 1911/165 Πολ. 184/1987.

Αν οι αποζημιώσεις καταβληθούν για αυτοκίνητα που καταστράφηκαν ολοσχερώς και συνεπώς δεν πρόκειται να επισκευασθούν τότε η αποζημίωση καταβάλλεται χωρίς την προσκόμιση φορολογικών στοιχείων, αφού το γεγονός αυτό διαπιστούται με την προσκόμιση βεβαίωσης της Αστυνομικής Αρχής, της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών για την ολοσχερή καταστροφή και την κατάθεση των πινακίδων.

Επίσης σε περίπτωση που η ζημιά είναι μικρή και δεν υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών και ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου προτιμά να μην επισκευάσει το αυτοκίνητο, η αποζημίωση καταβάλλεται χωρίς την προσκόμιση δικαιολογητικών με δήλωση του ν. 1599/1986 στην οποία θα δηλώνει ότι λόγω μικρής βλάβης προτιμά να μην επισκευάσει το αυτοκίνητο.

Τονίζεται ότι σε καμιά άλλη περίπτωση δεν επιτρέπεται η καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης χωρίς δικαιολογητικά, γιατί κάθε άλλος ισχυρισμός οδηγεί στην καταστρατήγηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής, καθόσον η αποζημίωση καταβάλλεται για την επισκευή του αυτοκινήτου.

Κατ' εξαίρεση, όταν πρόκειται για καταβολή αποζημίωσης σε αλλοδαπό ο οποίος δεν επιθυμεί την επισκευή του αυτοκινήτου στην Ελλάδα θα καταβάλλεται η αποζημίωση με την υποβολή σχετικής δήλωσης του αλλοδαπού στην οποία θα επισυνάπτεται φωτοτυπία της άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου καθώς και του διαβατηρίου.

Επίσης, η αποζημίωση σε αυτοκίνητα του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα που διαθέτουν δικά τους συνεργεία θα καταβάλλεται αφού προσκομιστεί έκθεση πραγματογνωμοσύνης του συνεργείου τους με θεώρηση του αρμόδιου Προϊσταμένου.

Εάν εκτός των υλικών ζημιών καταβάλλεται και αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος για το ποσό αυτό θα εκδίδεται χωριστή απόδειξη ή γραμμάτιο και αντίγραφο αυτού θα αποστέλλεται στην αρμόδια για την φορολογία του δικαιούχου Δ.Ο.Υ.

Επισημαίνεται ότι η διάταξη της παραγράφου 6 του ν. 1882/1990 είναι γενική και δεν γίνεται καμία διάκριση τόσο για μικτή όσο και για αστικής ευθύνης ασφάλιση, ούτε αναφέρεται εάν η ζημιά προκλήθηκε στο ασφαλισμένο ίδιο αυτοκίνητο ή σε αυτοκίνητο τρίτου. Συνεπώς οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή για όλες τις μορφές και κατηγορίες ασφάλισης των αυτοκινήτων και αφορά οιαδήποτε αποζημίωση που καταβάλλεται από τις ασφαλιστικές εταιρίες για ζημιές αυτοκινήτων.

Σε περίπτωση που από το ασφαλισμένο αυτοκίνητο προεκλήθηκαν υλικές ζημιές σε άλλα περιουσιακά στοιχεία π.χ. περίπτερα, καταστήματα, κολώνες, κλπ. η αποζημίωση θα καταβάλλεται με την προσκόμιση κατά περίπτωση των νομίμων δικαιολογητικών.

Τονίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 1882/1990 αρχίζει από τις 23 Μαρτίου 1990, συνεπώς καταλαμβάνει όλες τις αποζημιώσεις που θα καταβληθούν από την ημερομηνία αυτή και μετά ανεξάρτητα πότε προξενήθηκαν οι ζημιές.

7. ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΟΙΚΟΔΟΜΕΣ (παράγραφος 7 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 7 ορίζεται ότι οι αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες για την έκδοση οικοδομικών αδειών υποχρεούνται από 23.3.1990 (ημερομηνία ισχύος του ν. 1882/1990) να στέλνουν αντίγραφα των αδειών που εκδίδονται από αυτές στην αρμόδια για τη φορολογία του ιδιοκτήτη της οικοδομής Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, στο τέλος κάθε μήνα.

Με τον τρόπο αυτό η άδεια θα τίθεται στο φάκελο του φορολογουμένου για να παρακολουθείται η δραστηριότητα αυτού στον τομέα ανέγερσης των οικοδομών καθώς και η τύχη αυτών.

Η υποβολή του στοιχείου αυτού κρίθηκε απαραίτητη εκτός των άλλων και γιατί από 1ης Ιανουαρίου 1991 θα ισχύει το τεκμήριο κτήσεως περιουσιακών στοιχείων για κάθε Έλληνα πολίτη.

8. ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΙΔΙΚΟΥ ΕΝΤΥΠΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΜΕ ΕΠΑΧΘΗ Ή ΧΑΡΙΣΤΙΚΗ ΑΙΤΙΑ (παράγραφος 8 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 8 ορίζεται ότι οι υπόχρεοι σε υποβολή δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, κληρονομίας, δωρεάς ή γονικής παροχής, υποχρεούνται μαζί με τη φορολογική δήλωση να υποβάλλουν και ειδικό έντυπο με τα στοιχεία των συμβαλλομένων, καθώς και του ακινήτου που μεταβιβάζεται χωριστά για κάθε ακίνητο. Το έντυπο αυτό θα στέλνεται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., για τη φορολογία του εισοδήματος του κυρίου του ακινήτου, για να τίθεται στο φάκελό του για αξιοποίηση.

Για τις μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται με κατάρτιση συμβολαίου το έντυπο αυτό θα συμπληρώνεται και θα θεωρείται από το συμβολαιογράφο και θα υποβάλλεται μαζί με τη δήλωση που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις για την κατάρτιση του συμβολαίου. Με την υποβολή του εντύπου αυτού παύει η υποχρέωση αποστολής από τους συμβολαιογράφους στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. για την φορολογία εισοδήματος του αγοραστή που προβλέπει το άρθρο 32 του ν. 1249/1982, αντίγραφο του συμβολαίου προς εξυπηρέτηση αυτών και αποφυγής δαπανών για τους συμβαλλομένους. Όπου δεν απαιτείται κατάρτιση συμβολαίου π.χ. δήλωση κληρονομιαίων στοιχείων κλπ. το έντυπο αυτό θα υποβάλλεται μαζί με την δήλωση. Για το σκοπό αυτό εκτυπώθηκε ειδικό έντυπο Ε. 285 το οποίο διαθέτουν οι Δ.Ο.Υ.

Ο τύπος, το περιεχόμενο, ο τρόπος συμπλήρωσης του εντύπου και η διαδικασία υποβολής και αξιοποίησης αυτού καθορίζεται με την υπ' αριθ. 1044290/3454/0009Α/1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και Δικαιοσύνης που επισυνάπτεται στην εγκύκλιο αυτή.

9. ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ (παράγραφος 9 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 9 ορίζεται ότι δε θα χορηγείται άδεια άσκησης οποιουδήποτε επαγγέλματος από τις αστυνομικές ή άλλες αρχές, αν δεν υποβάλλεται σ' αυτές από τον υπόχρεο αντίγραφο της σχετικής βεβαίωσης για υποβολή δήλωσης έναρξης άσκησης δραστηριότητας που εκδόθηκε από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία.

Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η φορολογική παρακολούθηση κάθε νέου επιτηδευματία.

Κατόπιν τούτου, οι διάφορες υπηρεσίες (Αστυνομικές αρχές, Υπηρεσίες Υπουργείου Εμπορίου, Υγειονομικές αρχές, κλπ.) που χορηγούν άδειες λειτουργίας καταστημάτων εφόσον εγκριθεί η λειτουργία του καταστήματος θα χορηγούν στον ενδιαφερόμενο σχετικό σημείωμα ότι εγκρίθηκε η άδεια. Με βάση το σημείωμα αυτό και των άλλων στοιχείων που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις για την έναρξη ασκήσεως επιτηδεύματος θα χορηγείται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. βεβαίωση έναρξης ασκήσεως επιτηδεύματος φωτοτυπία της οποίας θα προσκομίζεται στην αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδεια λειτουργίας του καταστήματος και τότε θα παραδίδεται η εκδοθείσα άδεια λειτουργίας του καταστήματος.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή των φοροτεχνικών υπηρεσιών ότι σε μεγάλη έκταση παρατηρείται καταστρατήγηση των διατάξεων αναφορικά με την έναρξη και λειτουργία των επιχειρήσεων που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ανύπαρκτες οι δηλωθείσες επαγγελματικές εγκαταστάσεις και τα πρόσωπα που εμφανίζονται ότι θα ασκήσουν επάγγελμα ενώ παράλληλα οι Δ.Ο.Υ. να έχουν προβεί σε θεώρηση βιβλίων και στοιχείων. Γι' αυτό από εδώ και στο εξής δε θα χορηγείται καμία άδεια ασκήσεως επιτηδεύματος εάν προηγουμένως δεν διαπιστώνεται έπειτα από έλεγχο ότι πράγματι υπάρχουν οι προϋποθέσεις λειτουργίας του καταστήματος. Ειδικότερα η διαπίστωση αυτή θα γίνεται μετά από αυτοψία που θα γίνεται από υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. με ευθύνη του Προϊσταμένου του Γραφείου του Κ.Φ.Σ. Ο υπάλληλος που θα κάνει τον σχετικό έλεγχο θα συντάσσει συνοπτική έκθεση στο πίσω μέρος της αίτησης ή της δήλωσης που υποβάλλει ο επιτηδευματίας. Επισημαίνεται ότι εάν δεν διαπιστώνεται πλήρης η ταυτότητα του αιτούντος την άσκηση του επαγγέλματος καθώς και ότι δεν διαθέτει επαγγελματική εγκατάσταση δε θα θεωρούνται φορολογικά στοιχεία και προπαντός τιμολόγια. Αναφορικά με τη θεώρηση των βιβλίων και στοιχείων πρέπει απαραιτήτως να εφαρμόζεται η υπ' αριθ. 1001642/18/0015/8.1.1990 εγκύκλιος διαταγή στην οποία και παραπέμπουμε.

Αν διαπιστωθεί ότι θεωρήθηκαν βιβλία και στοιχεία παράτυπα, την ευθύνη θα φέρει ο προϊστάμενος του Γραφείου του Κ.Φ.Σ. Επισημαίνεται ότι η πράξη θεώρησης στα βιβλία και στοιχεία πρέπει να γίνεται μετά την διάτρηση ώστε να δίδεται δυνατότης επαληθεύσεως των βιβλίων και στοιχείων που διατρήθηκαν.

ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΗΡΟΥΝ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8

Στα πρόσωπα που δεν τηρούν τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1882/1990 ή δηλώνουν ανακριβή στοιχεία επιβάλλεται πρόστιμο το οποίο ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 73 του ν. 3323/1955, που ανέρχεται από 5.000 μέχρι 200.000 δραχμές, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 21 του άρθρου 35 του ν. 1884/1990. Το πρόστιμο επιβάλλεται με πράξη του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κατά της πράξης αυτής επιτρέπεται άσκηση προσφυγής κατά την προβλεπομένη από τις κείμενες διατάξεις διαδικασία. Το πρόστιμο έχει διοικητικό και όχι ποινικό χαρακτήρα και επιβάλλεται ανεξάρτητα της υπάρξεως δόλου ή αμελείας.

10. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (παράγραφος 10 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 10 ορίζεται ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί και τράπεζες υποχρεούνται να υποβάλλουν στο Υπουργείο Οικονομικών, πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την άσκηση του επαγγέλματος διαφόρων επιτηδευματιών και ελεύθερων επαγγελματιών, τα οποία είναι αναγκαία για το έργο των δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής θα εκδοθούν αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού μετά από εξέταση των επί μέρους θεμάτων.

Ήδη σε εκτέλεση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η πρώτη απόφαση με αριθμό 1049608/4108/0009Α/1990 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία και επισυνάπτεται στην εγκύκλιο αυτή. Με την απόφαση αυτή υποχρεούνται οι Τράπεζες και οι Δημόσιοι Οργανισμοί να υποβάλλουν στοιχεία στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. για εισαγωγές, επιδοτήσεις και για την χορήγηση δανείων αγοράς επενδυτικών αγαθών.

11. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΙΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΑΧΩΡΟΥΝ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΓΙΑ ΔΕΞΙΩΣΕΙΣ - ΚΟΣΜΙΚΕΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ (παράγραφος 11 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 11 ορίζεται ότι τα κέντρα διασκεδάσεως, ξενοδοχεία και γενικά επιχειρήσεις που παραχωρούν αίθουσες και χώρους για πραγματοποίηση κοσμικών συγκεντρώσεων ή διασκεδάσεων υποχρεούνται να υποβάλλουν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. που φορολογούνται κατάσταση με τα στοιχεία αυτού που πραγματοποίησε την δεξίωση.

Η δήλωση (κατάσταση) θα περιλαμβάνει τα στοιχεία του επιτηδευματία, ή της επιχείρησης, ονοματεπώνυμο ή τίτλο, αντικείμενο εργασιών, διεύθυνση, αριθμό φορολογικού μητρώου κλπ. καθώς και για τα στοιχεία του πελάτη, ονοματεπώνυμο, επάγγελμα, διεύθυνση, καταβληθέν ποσό, αρμόδια Δ.Ο.Υ. που φορολογείται, στον οποίο παραχωρήθηκε η αίθουσα.

Η κατάσταση αυτή θα υποβάλλεται κάθε Ιανουάριο χωριστά για κάθε εκδήλωση που έγινε τον προηγούμενο χρόνο στην Δ.Ο.Υ. που φορολογείται η επιχείρηση. Εάν αυτός που έκανε την εκδήλωση δεν τυγχάνει φορολογούμενος στη Δ.Ο.Υ. που υποβλήθηκαν οι καταστάσεις τότε θα διαβιβάζονται στη Δ.Ο.Υ. που φορολογείται.

Η υποχρέωση αυτή των επιχειρήσεων για την υποβολή των παραπάνω καταστάσεων δεν αφορά τις εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται από συλλόγους, σωματεία, σχολικές επιτροπές, κομματικές εκδηλώσεις, δεξιώσεις Ν.Π.Δ.Δ., Δημοσίου κλπ. αλλά έχει εφαρμογή μόνο για όσους υποχρεούνται σε υποβολή φορολογικής δήλωσης φόρου εισοδήματος.

Ο τύπος και το περιεχόμενο της κατάστασης αυτής καθώς και η διαδικασία υποβολής καθορίζεται σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου αυτού με την υπ' αριθ. 1042245/3284/0009Α/7.6.1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που παραθέτει στην εγκύκλιο αυτή.

12. ΠΛΑΣΤΑ - ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ (παράγραφος 12 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 12 ορίζεται ότι όποιος αποδέχεται πλαστά ή εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο φορολογικό στοιχείο, εκτός των άλλων κυρώσεων, υποχρεούται και στην απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας των στοιχείων, εφόσον δεν αποδόθηκε για οποιοδήποτε λόγο από τον εκδότη ειδικά των πιο πάνω στοιχείων.

Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών διευκρινίζουμε τα εξής:

Το μέτρο αυτό κατέστη αναγκαίο για να περιοριστεί η καταστρατήγηση των φορολογικών διατάξεων αφού την ευθύνη δεν φέρει μόνο ο εκδότης του στοιχείου αλλά και ο λήπτης εφόσον γνωρίζει ότι το τιμολόγιο είναι εικονικό ή πλαστό.

Σημειώνεται ότι τα φορολογικά στοιχεία που εκδίδονται μεταξύ των επιτηδευματιών κατά τη συναλλαγή θεωρούνται:

α. Πλαστά, όταν τα φορολογικά στοιχεία έχουν διατρηθεί ή σφραγιστεί, χωρίς να έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. και να φέρουν πράξη θεώρησης, ή όταν το περιεχόμενο αυτών και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή του αντιτύπου είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.

Για τις παρατυπίες και παραλείψεις αυτές ευθύνεται βασικά ο εκδότης του φορολογικού στοιχείου και όχι ο λήπτης ο οποίος δεν μπορεί να γνωρίζει τις ενέργειες του εκδότη. Ακόμη και εάν τις γνωρίζει δεν υπάρχει όμως δυνατότητα να αποδειχθεί.

Συνεπώς, προκειμένου για πλαστά φορολογικά στοιχεία την ευθύνη την φέρει ο εκδότης του στοιχείου, εκτός εάν αποδειχθεί ότι στις παραλείψεις και παρατυπίες συμμετείχε και ο λήπτης του στοιχείου.

β. Εικονικά, όταν τα φορολογικά στοιχεία εκδόθηκαν για συναλλαγή, διακίνηση ή άλλη αιτία ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στα φορολογικά στοιχεία.

Όπως είναι ευνόητο, στις παραλείψεις και παρατυπίες αυτές είναι απαραίτητη και η συμμετοχή του λήπτη του στοιχείου, αλλά και στην περίπτωση που δεν συμμετέχει είναι γνώστης αυτών.

Συνεπώς στην περίπτωση των εικονικών τιμολογίων ευθύνονται και οι δύο οι συμβαλλόμενοι.

Στην πράξη έχει διαπιστωθεί ότι εικονικά τιμολόγια ή δελτία παροχής υπηρεσιών εκδίδονται κυρίως όταν πρόκειται για δαπάνες με σκοπό να αυξήσουν τα γενικά έξοδα είτε, τέλος, την αξία των παγίων στοιχείων των επιχειρήσεων, ταυτόχρονα δε αυξάνουν και τις εισροές του Φ.Π.Α., με αποτέλεσμα να αποδίδουν στο Δημόσιο λιγότερο Φ.Π.Α. του πράγματι οφειλομένου.

Κατόπιν τούτου, όταν κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι υπάρχουν τιμολόγια δαπανών με μεγάλα ποσά που δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο της επιχείρησης ή δεν πραγματοποιήθηκαν τέτοιες δαπάνες, θα διατηρούνται επιφυλάξεις και φωτοτυπίες των τιμολογίων αυτών να αποστέλλονται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του εκδότη του στοιχείου για άμεσο έλεγχο, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν υπάρχει συμφωνία με το στέλεχος καθώς και εάν η δαπάνη είναι πραγματική.

Μετά την λήψη της απάντησης θα προβαίνετε ανάλογα στις νόμιμες ενέργειες.

Ύστερα από τα ανωτέρω, η αληθινή ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στις διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 8 του ν. 1882/1990, είναι ότι μόνο στην περίπτωση των εικονικών τιμολογίων ευθύνεται και ο λήπτης του φορολογικού στοιχείου, οπότε εάν δεν έχει αποδοθεί στο Δημόσιο ο Φ.Π.Α. από τον εκδότη και δεν υπάρχει δυνατότης να βεβαιωθεί γιατί ο εκδότης είναι ανύπαρκτο πρόσωπο, τότε θα καταλογίζεται ο Φ.Π.Α. σε βάρος του λήπτη του φορολογικού στοιχείου.

Αντίθετα στην περίπτωση πλαστών φορολογικών στοιχείων την ευθύνη την φέρει ο εκδότης. Για να επιρρίψουμε ευθύνη και στον λήπτη χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί αυτός δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει εάν είναι πλαστό ή όχι το φορολογικό στοιχείο και επομένως δεν ευθύνεται για τις ενέργειες του εκδότη.

Συνεπώς, ως προς το θέμα αυτό, οι διατάξεις της κοινοποιούμενης παραγράφου 12 δεν μπορεί να έχουν εφαρμογή για τον λήπτη του στοιχείου, παρά μόνο για τον εκδότη. Επειδή, η έκδοση εικονικών και πλαστών τιμολογίων έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις με το άρθρο 41 του ν. 1884/1990 θεσπίστηκαν αυστηρές ποινικές κυρώσεις για τους υπευθύνους.

Για την εφαρμογή του άρθρου αυτού θα δοθούν οδηγίες με ιδιαίτερη εγκύκλιο.

13. ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ ΓΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΩΝ ΣΤΙΣ ΑΡΜΟΔΙΕΣ Δ.Ο.Υ. (παράγραφος 12 άρθρου 8)

Στην πράξη ως επί το πλείστον τα αυτοκίνητα και κυρίως τα ΤΑΧΙ και τα φορτηγά πωλούνται από τους εκπροσώπους (μεσάζοντες) με πληρεξούσιο και όχι από τους ιδιοκτήτες, χωρίς να εκδίδεται από τους μεσάζοντες απόδειξη για την αμοιβή των.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 13 θεσπίζεται υποχρέωση των συμβολαιογράφων να στέλνουν αντίγραφα των συμβολαίων πώλησης αυτοκινήτων και των σχετικών πληρεξουσίων, στις περιπτώσεις που οι πωλήσεις γίνονται από αντιπροσώπους, στις αρμόδιες για τη φορολογία των αντιπροσώπων Δ.Ο.Υ. Η ίδια υποχρέωση θεσπίζεται για τους συμβολαιογράφους και για τις περιπτώσεις που καταρτίζουν συμβολαιογραφικά πληρεξούσια με σκοπό την πώληση αγροτεμαχίων και εν γένει ακινήτων.

Τα αντίγραφα των συμβολαίων αυτών θα τίθενται στο φάκελο φορολογίας εισοδήματος. Παρέχεται όμως η δυνατότητα στους συμβολαιογράφους αντί να υποβάλλουν αντίγραφα των παραπάνω συμβολαίων να αποστέλλουν συμπληρωμένο το έντυπο Ε. 285 "ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ" που καθιερώθηκε για την μεταβίβαση ακινήτων.

14. ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ (παράγραφος 14 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 14 ρυθμίζονται διαδικαστικά θέματα που αναφέρονται στην εφαρμογή των διατάξεων του κοινοποιούμενου άρθρου 8 του ν. 1882/1990, για τα οποία προβλέπεται η έκδοση κοινών αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών. Οι αποφάσεις αυτές αναφέρονται στον τύπο και το περιεχόμενο των εντύπων που προβλέπονται από τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου καθώς και κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή και υλοποίηση των διατάξεων αυτού.

15. ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΕ ΛΟΙΠΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ (παράγραφος 15 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 15 του άρθρου αυτού παρέχεται η δυνατότητα με κοινές επίσης αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση συναρμοδίων Υπουργών να επεκτείνονται οι υποχρεώσεις που θεσπίζονται με το άρθρο αυτό και σε λοιπές κατηγορίες επαγγελμάτων, να διαφοροποιούνται οι υποχρεώσεις και να συμπληρώνονται και αντικαθίστανται τα στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1882/1990.

16. ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΘΕΩΡΗΣΗΣ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΩΝ (παράγραφος 16 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 16 ορίζεται ότι συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών ή τρίτων για οποιαδήποτε συναλλαγή πρέπει να θεωρηθούν από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία καταρτίσεως, άλλως είναι ανίσχυρα και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα.

Αρμοδία για την θεώρηση είναι η Δ.Ο.Υ. που φορολογούνται οι συμβαλλόμενοι επιτηδευματίες και σε περίπτωση που και οι δύο συμβαλλόμενοι ή και περισσότεροι είναι επιτηδευματίες τότε αρμόδια για την θεώρηση είναι η Δ.Ο.Υ. που φορολογείται ο κάθε συμβαλλόμενος επιτηδευματίας.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

Σκοπός της διάταξης είναι να διασφαλισθεί για κάθε συναλλαγή η έκδοση του προβλεπόμενου στοιχείου από τον Κ.Φ.Σ. Η θεώρηση συμφωνητικού απαιτείται μόνο όταν ένας τουλάχιστον από τους συμβαλλομένους τυγχάνει επιτηδευματίας.

Συμφωνητικό δεν θεωρείται η προσφορά ή δελτίο παραγγελιών που εκδίδουν ορισμένες επιχειρήσεις γιατί με το στοιχείο αυτό δε δημιουργείται έννομο αποτέλεσμα.

Τονίζεται ότι, για διευκόλυνση των ενδιαφερομένων και για να μη προσθέσουμε άσκοπη απασχόληση στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) με την θεώρηση συμφωνητικών των οποίων τα αποτελέσματα παρακολουθούνται και ελέγχονται με άλλες διαδικασίες, δε θα προσκομίζονται για θεώρηση συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ ιδιωτών ή από επιτηδευματίες με το Δημόσιο, τις Τράπεζες, τους Οργανισμούς, τις επιχειρήσεις του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, τους Δήμους και Κοινότητες, τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και από επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται πιστωτικές κάρτες. Η εξαίρεση αυτή επιβάλλεται για να αποφύγουμε την άσκοπη θεώρηση μεγάλου αριθμού συμφωνητικών και από το γεγονός ότι στις παραπάνω επιχειρήσεις και φορείς υπάρχει τρόπος ελέγχου λόγω της μορφής, της φύσεως και της αποστολής τους.

Τονίζεται ότι, με τις διατάξεις αυτές γίνεται ειδική ρύθμιση για θεώρηση συμφωνητικών και η προθεσμία των δέκα ημερών που τίθεται με την διάταξη αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τις προθεσμίες που ισχύουν για θεωρήσεις άλλων στοιχείων όπως είναι η θεώρηση ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης ακινήτων που προβλέπει το άρθρο 16 του ν. 1828/1989 και η θεώρηση εργολαβικών συμβάσεων αξίας πάνω από 100.000 δρχ. που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 820/1978, οι οποίες και εξακολουθούν να ισχύουν. Η θεώρηση των συμφωνητικών θα γίνεται ατελώς (χωρίς χαρτόσημο) γιατί εξυπηρετούνται συμφέροντα του Δημοσίου.

Συμφωνητικά που καταρτίζονται σε ξένες γλώσσες θα παραλαμβάνονται και θα ζητείται η μετάφραση από την επιχείρηση που τα υπέβαλε όταν υπάρξει περίπτωση ελέγχου για αξιοποίηση.

Προς τούτοις, η επιχείρηση θα καταθέτει μια φορά δήλωση του ν. 1599/1986 ότι υποχρεούται σε μετάφραση του ξενόγλωσσου συμφωνητικού όταν τούτο ζητηθεί από την Δ.Ο.Υ., δαπάνες της.

17. ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΟΥ Ν. 1882/1990 (παράγραφος 17 άρθρου 8)

Με τις διατάξεις της παραγράφου 17 του άρθρου 8 του ν. 1882/1990 καθορίζεται ο τρόπος αξιοποίησης των στοιχείων που καθιερώθηκαν με το άρθρο αυτό για την περιστολή της φοροδιαφυγής.

Όπως είναι γνωστό η φοροδιαφυγή δεν περιορίζεται μόνο με νομοθετικά και αστυνομικά μέτρα αλλά κυρίως με την διασταύρωση και αξιοποίηση των στοιχείων.

Κατόπιν τούτου, τα στοιχεία που θα υποβάλλονται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, αποβλέπουν στη διευκόλυνση του ελέγχου εάν εκδόθηκαν από τους επιτηδευματίες τα προβλεπόμενα από τον Κ.Φ.Σ. στοιχεία, εάν καταχωρήθηκαν στα βιβλία και εάν δηλώθηκαν τα εισοδήματα αυτά. Για τον λόγο αυτό η αξιοποίηση και η αξιολόγηση των στοιχείων αυτών καθίσταται επιτακτική και απαραίτητη.

18. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ (παράγραφος 18 άρθρου 8)

Όπως είναι γνωστό φοροδιαφυγή υπάρχει σε όλα τα κράτη, αλλά στην Ελλάδα έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις και τούτο βασικά οφείλεται:

α. Στο χαμηλό επίπεδο φορολογικής συνείδησης των πολιτών.

β. Στην υψηλή φορολογία.

γ. Στα κενά και ατέλειες των φορολογικών νόμων.

δ. Στις οργανωτικές ατέλειες των φοροτεχνικών υπηρεσιών.

Για τον σκοπό αυτό η πολιτεία είναι υποχρεωμένη για κάθε περίπτωση να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 18 του ν. 1882/1990, ορίζεται ότι το φορολογητέο εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών δύναται να προσδιοριστεί από την επιτροπή του άρθρου 47 του ν.δ. 3323/1955 όπως αυτή προβλέπεται από την παράγραφο 4 του άρθρου 6 του ν. 1882/1990, εφόσον η επιτροπή αυτή ενεργοποιηθεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία θα καθορίζει τα κριτήρια, τον τρόπο, την διαδικασία, ως και κάθε άλλη λεπτομέρεια για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος κάθε ελεύθερου επαγγελματία, από την παραπάνω επιτροπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ'

ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΆΑρθρο 33

Λοιπές διατάξεις

Κείμενα διάταξης (άρθρο 33 παρ. 1 ν. 1882/1990).

"1. Στις περιπτώσεις προληπτικού ελέγχου που γίνεται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και διαπιστώνονται παραβάσεις των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, η διαδικασία συντάξεως της έκθεσης ελέγχου και της σχετικής απόφασης επιβολής του προστίμου πρέπει να γίνεται μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που διαπιστώθηκαν οι παραβάσεις.

Επίσης για τις παραβάσεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων που διαπιστώνονται από την ΥΠΕΔΑ ή από δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες σε βάρος φορολογουμένων αρμοδιότητας άλλων δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών, η σύνταξη των εκθέσεων ελέγχου και η αποστολή αυτών στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. πρέπει να γίνεται μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που διαπιστώθηκαν οι παραβάσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, η έκδοση της απόφασης επιβολής του προστίμου από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. πρέπει να γίνεται μέσα σε ένα μήνα από την ημέρα παραλαβής των σχετικών εκθέσεων ελέγχου των υπηρεσιών που διαπίστωσαν τις παραβάσεις.

2. Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση των ενεργειών που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα των υπαλλήλων που ευθύνονται για την καθυστέρηση αυτή".

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις που κατά τον προληπτικό έλεγχο εφαρμογής των φορολογικών διατάξεων που ενεργείται από τις Δ.Ο.Υ. ή την ΥΠΕΔΑ, διαπιστωθούν παραβάσεις η διαδικασία που απαιτείται από τις κείμενες διατάξεις για τη σύνταξη της έκθεσης ελέγχου την έκδοση και κοινοποίηση της απόφασης επιβολής προστίμου πρέπει να γίνεται μέσα σε τρεις μήνες από την διαπίστωση της παράβασης. Το μέτρο αυτό πάρθηκε για να είναι άμεση και αποτελεσματική η επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται για κάθε περίπτωση από τις κείμενες διατάξεις.

Αν η φορολογική παράβαση διαπιστώνεται από την ΥΠΕΔΑ υποχρεούται μέσα σε τρεις μήνες να περαιώσει την διαδικασία της σύνταξης της έκθεσης ελέγχου και να αποστείλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. την έκθεση ελέγχου για την επιβολή των προβλεπομένων για κάθε περίπτωση κυρώσεων μέσα σε ένα μήνα από την ημέρα παραλαβής της έκθεσης ελέγχου.

Η αυτή υποχρέωση υπάρχει και για τις Δ.Ο.Υ., στις περιπτώσεις που διαπιστώνονται παραβάσεις σε βάρος φορολογουμένων αρμοδιότητας άλλων Δ.Ο.Υ.

Η καθυστέρηση και η μη περάτωση της διαδικασίας μέσα στις προθεσμίες που ορίζει ο νόμος αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα εάν η καθυστέρηση αυτή είναι αδικαιολόγητη.

Στις περιπτώσεις αυτές δικαιολογία δε θεωρείται ο επικαλούμενος συνήθως φόρτος εργασίας, γιατί η ενέργεια αυτή προέχει για να επιβληθούν άμεσα οι προβλεπόμενες κυρώσεις, που σε πρώτη φάση είναι η επιβολή προστίμων τα οποία ενέχουν τον χαρακτήρα της διοικητικής ποινής και αποσκοπούν στον εξαναγκασμό των υποχρέων στην συμμόρφωσή τους, στην εφαρμογή των φορολογικών διατάξεων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής επιδιώκεται να αποφευχθούν οι καθυστερήσεις που παρατηρούνται μέχρι τώρα στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι άμεση η επιβολή των κυρώσεων, γιατί δεν έχει καμία αξία να διαπιστώνεται παράβαση και να παραμένει αναξιοποίητη στο αρχείο.

Μέχρι τέλος Αυγούστου 1990 πρέπει να έχει περαιωθεί η διαδικασία για κάθε φορολογική παράβαση που έχει διαπιστωθεί και καθυστερεί για οιανδήποτε αιτία με ευθύνη του αρμόδιου υπαλλήλου και του προϊσταμένου της υπηρεσίας. Γι' αυτό παρακαλούμε, με ευθύνη των Προϊσταμένων των Δ.Ο.Υ., να γίνει απογραφή των εκκρεμών υποθέσεων των παραβάσεων του Κ.Φ.Σ. και να ειδοποιηθούν οι υπάλληλοι που έχουν τέτοιες εκκρεμότητες να τις περαιώσουν προς αποφυγή κυρώσεων.

Το μήνα Σεπτέμβριο 1990 θα δοθεί εντολή για έλεγχο των περιπτώσεων αυτών και εφόσον διαπιστωθούν καθυστερήσεις θα επιβληθούν κυρώσεις.

Κείμενο διάταξης (άρθρο 33 παραγ. 4 ν. 1882/1990).

"4. Τα πιστοποιητικά που εκδίδονται από τις Δ.Ο.Υ. σχετικά με την υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ή το ύψος του εισοδήματος των φορολογουμένων για διάφορες χρήσεις κατά τις κείμενες διατάξεις αντικαθίστανται με τα αποστελλόμενα εκάστοτε από το ΚΕ.ΠΥ.Ο. εκκαθαριστικά σημειώματα επί της φορολογίας αυτής".

Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι τα πιστοποιητικά που εκδίδονται με βάση τα στοιχεία των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος αντικαθίστανται με τα εκκαθαριστικά σημειώματα του ΚΕΠΥΟ, εκτός των πιστοποιητικών που χρησιμοποιούνται από το Υπουργείο Συγκοινωνιών και τους συμβολαιογράφους.

Το μέτρο αυτό πάρθηκε για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιών και των πολιτών με σκοπό τον περιορισμό των γραφειοκρατικών διατυπώσεων. Αν ζητείται επισημοποιημένο φωτοαντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος θα χορηγείται από τη ΔΟΥ χωρίς αίτηση με την επίδειξη της Αστυνομικής ταυτότητας του υποχρέου και με ένδειξη πάνω στο εκκαθαριστικό σημείωμα που παραμένει στο φάκελο ότι χορηγήθηκε φωτοτυπία με υπογραφή του ενδιαφερομένου.

Το φωτοαντίγραφο θα χαρτοσημαίνεται με κινητό ένσημο των πενήντα (50) δραχμών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 1882/1990".

Κείμενο διάταξης (άρθρο 33 παραγ. 5 ν. 1882/1990)

"5. Από 1ης Ιανουαρίου 1991 έκδοση πιστοποιητικών από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες θα γίνεται μόνο εάν τούτο έχει κριθεί αναγκαίο με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση υπουργού. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών θα καθοριστούν ειδικά τα πιστοποιητικά και ο τρόπος χρησιμοποιήσεως από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών για την κυκλοφορία των αυτοκινήτων".

Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού, ορίζεται ότι από το έτος 1991, οι υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών δε θα χορηγούν κανένα πιστοποιητικό αν δεν έχει καθιερωθεί η υποχρέωση αυτή με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού.

Το μέτρο αυτό τέθηκε για να περιοριστεί ο μεγάλος αριθμός των πιστοποιητικών που άσκοπα ζητούνται από δημόσιες υπηρεσίες κλπ. οι οποίες από τώρα πρέπει να μεριμνήσουν εφόσον κρίνουν ότι ορισμένα πιστοποιητικά είναι απαραίτητα να τα περιλάβουν στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή κοινή υπουργική απόφαση, η οποία πρέπει να εκδοθεί μέχρι 31.12.1990 άλλως από 1.1.1991 οι φοροτεχνικές υπηρεσίες δεν υποχρεούνται στην έκδοση πιστοποιητικών.

4. Με τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της αυτής παραγράφου προβλέπεται η έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών με την οποία θα καθοριστούν τα πιστοποιητικά και η διαδικασία έκδοσής των που απαιτούνται για την κυκλοφορία των αυτοκινήτων.

Τονίζεται ότι οι Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες δεν υποχρεούνται στην έκδοση πιστοποιητικών εάν τα στοιχεία που ζητούνται δεν προκύπτουν από φορολογικές δηλώσεις ή από άλλα φορολογικά στοιχεία, γιατί η έκδοση πιστοποιητικών πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη στοιχείων από τα οποία να διαπιστώνεται το γεγονός, για το οποίο ζητείται η έκδοση του πιστοποιητικού.

Τέλος, τονίζουμε ότι οι διατάξεις που κοινοποιούνται με την εγκύκλιο αυτή είναι τα πρώτα μέτρα που λαμβάνονται για την περιστολή της φοροδιαφυγής και παρακαλούνται οι φοροτεχνικές υπηρεσίες να επιδείξουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πιστή εφαρμογή.

Οι κ.κ. Επιθεωρητές στους οποίους κοινοποιείται η εγκύκλιος αυτή παρακαλούνται να επιβλέψουν για την εφαρμογή των κοινοποιούμενων διατάξεων του ν. 1882/1990 και να παράσχουν στις Δ.Ο.Υ. τις απαραίτητες οδηγίες όπου τούτο κρίνουν απαραίτητο.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο