Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 30-10-1990 ]

ΠΟΛ.1217/30.10.1990 Ποινικές κυρώσεις για την έκδοση πλαστών και εικονικών τιμολογίων

(Ποινικές κυρώσεις για την έκδοση πλαστών και εικονικών τιμολογίων )

Κατηγορία: Ελεγχος - Πρόστιμα - ΣΔΟΕ

ΠΟΛ. 1217/30.10.90 Ποινικές κυρώσεις για την έκδοση πλαστών και εικονικών τιμολογίων

Εγκ. 1077299/6580/0009Α/Πολ. 1217/30.10.90

Κοινοποίηση του άρθρου 41 του Ν. 1884/1990, που αναφέρεται στην επιβολή ποινικών κυρώσεων σε όσους διαπράττουν αδικήματα φοροδιαφυγής, αναφορικά με την έκδοση εικονικών και πλαστών τιμολογίων

Κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1884/1990 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 81/16.9.90 τ. Α' και παρέχουμε τις παρακάτω οδηγίες για την ομοιόμορφη εφαρμογή το οποίο και παρατίθεται:

ΆΑρθρο 41

Ποινικές δικονομικές διατάξεις

(Κείμενο διάταξης)

1. Η ποινική δίωξη για ποινικά αδικήματα, που προβλέπονται από το άρθρο 31 παρ. 1 περ. ζ και η του ν. 1591/1986, ενεργείται αυτεπάγγελτα μόλις διαπιστωθεί το αδίκημα, μετά από μηνυτήρια αναφορά από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) στον αρμόδιο Εισαγγελέα του τόπου της κατοικίας του υπαιτίου ή της έδρας της επιχείρησης, χωρίς να απαιτείται οριστικοποίηση της σχετικής φορολογικής εγγραφής.

2. Η μη υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς αποτελεί για τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα.

3. Η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς και η ποινική δίωξη δεν κωλύεται από την επίτευξη εξωδίκου ή κατά τις διατάξεις του ν. 4600/1966 (ΦΕΚ 242 Α) λύσεως της φορολογικής διαφοράς.

4. Η παράγραφος 2 του άρθρου 31 του ν. 1591/1986 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Ο δράστης των ποινικών αδικημάτων, που προβλέπονται στις περιπτώσεις ζ και η της προηγούμενης παραγράφου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός (1) εκατομμυρίου δραχμών. Σε περίπτωση υποτροπής τα κατώτατα όρια των ποινών διπλασιάζονται. Ο δράστης των ποινικών αδικημάτων, που προβλέπονται στις περιπτώσεις α και β της ίδιας παραγράφου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο δράστης τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) μήνα».

5. Οι ανωτέρω ποινές επιβάλλονται ανεξάρτητα από πρόσθετους φόρους και πρόστιμα που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.

6. Αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο για την εκδίκαση των παραπάνω αδικημάτων είναι το δικαστήριο που ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 32 του ν. 1591/1986.

ΓΕΝΙΚΑ

Όπως είναι γνωστό με τις διατάξεις των άρθρων 31 και 32 του Ν. 1591/86 καθιερώθηκαν για ορισμένα αδικήματα φοροδιαφυγής ποινικές και Διοικητικές κυρώσεις. Καθολική είναι η αναγνώριση ότι η φοροδιαφυγή αποτελεί εθνικό έγκλημα γιατί στερεί το κράτος από τους αναγκαίους πόρους για την ύπαρξή του και αναγκάζει την πολιτεία να επιβάλλει νέους φόρους τους οποίους επωμίζονται συνήθως οι ειλικρινείς φορολογούμενοι.

Επίσης η φοροδιαφυγή αυξάνει την εισοδηματική ανισότητα σε βάρος των ειλικρινών φορολογουμένων με συνέπεια να εξουδετερώνεται ο θετικός ανταγωνισμός στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, να ματαιώνεται η αποτελεσματικότητα των κινήτρων που θεσπίζονται από την πολιτεία, να μειώνεται η καταναλωτική δυνατότητα των λαϊκών τάξεων και να εμποδίζεται η οικονομική ανάπτυξη.

Επιπλέον η φοροδιαφυγή έχει ως επακόλουθο την πραγματοποίηση πολυτελών δαπανών και την υπερκατανάλωση.

Με τις σημερινές συνθήκες που διέρχεται η χώρα μας, επιβάλλεται η λήψη των απαραιτήτων μέτρων για την περιστολή της φοροδιαφυγής.

Προϋπόθεση για την περιστολή της φοροδιαφυγής είναι η ορθή διάγνωση των αιτίων που την προκαλούν και η προσαρμογή των σχετικών μέτρων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής στις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας, στη δομή και λειτουργιών της οικονομίας.

Η ποινικοποίηση της φοροδιαφυγής, που θεσπίστηκε με διάφορες διατάξεις, ικανοποιεί την απαίτηση για τη λήψη μέτρων πάταξης της φοροδιαφυγής και εντάσσεται στο σύστημα των μέτρων που παίρνονται από το υπουργείο Οικονομικών, για να παταχθεί μεθοδικά και αποτελεσματικά η φοροδιαφυγή.

ΕΙΔΙΚΑ

Τα βασικότερα μέτρα που πάρθηκαν μέχρι τώρα ποινικοποίησης των αδικημάτων της φοροδιαφυγής είναι τα εξής:

1. Με τις διατάξεις του άρθρου 43 του Ν. 820/78 καθιερώθηκαν για ορισμένα αδικήματα ποινικές κυρώσεις με τη βασική διάκριση ότι αίρεται το αξιόποινο σε περίπτωση που η φορολογική διαφορά επιλύεται συμβιβαστικά με τη φορολογική αρχή, ή με δικαστικό συμβιβασμό κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 4600/1966. Η άρση του αξιοποίνου των αδικημάτων της φοροδιαφυγής σε περίπτωση επίλυσης της διαφοράς συμβιβαστικά βασίστηκε στο γεγονός ότι είναι ανακόλουθο από μέρους της πολιτείας να προτείνει στον φορολογούμενο την περαίωση της φορολογικής υπόθεσης συμβιβαστικά την οποία αποδέχεται για την άρση των εκκρεμοτήτων και την έγκαιρη βεβαίωση και είσπραξη των φόρων και στη συνέχεια να επιδιώκει την ποινική δίωξη.

2. Με τις διατάξεις των άρθρων 31-32 του Ν. 1591/86 θεσπίστηκαν ποινικές και Διοικητικές κυρώσεις για ορισμένα αδικήματα φοροδιαφυγής και ορίστηκε ότι το αξιόποινο των αδικημάτων αυτών δεν αίρεται ακόμη και όταν η φορολογική διαφορά επιλυθεί συμβιβαστικά (σχετική η Φ 5066/Πολ. 147/7.5.86 εγκύκλιος).

3. Στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 1105135/9049/0009/3.10.89 Απόφαση του υπουργού Οικονομικών που κυρώθηκε με τον Ν. 1882/90 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 43/23.3.90 τ. Α, αίρεται το αξιόποινο των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 31-32 του Ν. 1591/86 σε περίπτωση συμβιβαστικής επίλυσης της φορολογικής διαφοράς.

Η άρση του αξιόποινου των αδικημάτων της φοροδιαφυγής με την παραπάνω απόφαση σε περίπτωση συμβιβασμού βασίστηκε στους ίδιους λόγους για τους οποίους θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 820/78, δηλαδή στο γεγονός ότι ήταν ανακόλουθο η πολιτεία να ασκεί ποινική δίωξη σε φορολογούμενο πολίτη που δέχτηκε να επιλύσει συμβιβαστικά τη φορολογική διαφορά, γιατί έτσι κλονίζεται το κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και φορολογουμένων.

4. Με τις διατάξεις της παραγρ. 12 του άρθρου 8 του Ν. 1882/90 θεσπίστηκαν κυρώσεις για την έκδοση και αποδοχή εικονικών και πλαστών τιμολογίων.

Η διάταξη αυτή ορίζει ότι όποιος αποδέχεται πλαστά ή εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο φορολογικό στοιχείο, εκτός των άλλων κυρώσεων, υποχρεούται και στην απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας των στοιχείων, εφόσον δεν αποδόθηκε για οποιοδήποτε λόγο από τον εκδότη αυτών.

Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, με την ΠΟΛ. 1165/1990 εγκύκλιο διευκρινίστηκαν τα εξής:

Στις περιπτώσεις που η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε από ανύπαρκτα πρόσωπα ή πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο φορολογικό στοιχείο, ο φόρος προστιθέμενης αξίας της συναλλαγής αυτής, αν δεν έχει αποδοθεί στο Δημόσιο από τον εκδότη του στοιχείου, θα καταλογίζεται σε βάρος του λήπτη του στοιχείου.

Στις περιπτώσεις ανύπαρκτων συναλλαγών, ο φόρος προστιθέμενης αξίας του σχετικού στοιχείου δεν θα αναγνωρίζεται για έκπτωση από το φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από το λήπτη του στοιχείου πράξεις παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών.

Και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις καταστρατηγούνται οι διατάξεις περί ΦΠΑ με συνέπεια τη διαφυγή μεγάλων ποσών. Ειδικότερα στην περίπτωση των εικονικών τιμολογίων που συνήθως είναι τιμολόγια δαπανών: α) διογκώνονται οι δαπάνες με ισόποση μείωση του φορολογητέου εισοδήματος και β) αυξάνεται ο ΦΠΑ των εισροών με επακόλουθο να επιδιώκεται ακόμα και η επιστροφή από το Δημόσιο μεγάλων ποσών ΦΠΑ, ενώ πρόκειται περί μη πραγματοποιηθείσας συναλλαγής και πέραν αυτού αυτός που εξέδωσε το τιμολόγιο και έχει από το νόμο υποχρέωση να αποδώσει το ΦΠΑ να είναι στις περισσότερες φορές και ανύπαρκτο πρόσωπο.

Το μέτρο επομένως αυτό είναι αναγκαίο για να περιοριστεί η καταστρατήγηση των φορολογικών διατάξεων και την ευθύνη φέρει όχι μόνο ο εκδότης του στοιχείου αλλά και ο λήπτης, γιατί γνωρίζει ότι το τιμολόγιο είναι εικονικό ή πλαστό. Σημειώνεται ότι τα φορολογικά στοιχεία που εκδίδονται μεταξύ των επιτηδευματιών κατά τις συναλλαγές θεωρούνται:

α. ΠΛΑΣΤΑ όταν τα φορολογικά στοιχεία έχουν διατρηθεί ή σφραγιστεί, χωρίς να έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία της ΔΟΥ και να φέρουν επίσημα πράξη θεώρησης ή το περιεχόμενο αυτών και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου να είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.

β. ΕΙΚΟΝΙΚΑ όταν τα φορολογικά στοιχεία εκδόθηκαν για συναλλαγή, διακίνηση ή άλλη αιτία ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στα φορολογικά στοιχεία.

Σε περίπτωση που κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι υπάρχει τιμολόγιο δαπανών ή αγορά διαφόρων υλικών μεγάλης αξίας που δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο της επιχείρησης, θα αποστέλλεται φωτοτυπία του τιμολογίου στην αρμόδια ΔΟΥ του εκδότη του στοιχείου για επαλήθευση. Μετά την απάντηση θα προβαίνετε ανάλογα στις νόμιμες ενέργειες.

5. Με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1884/1990 καθιερώνεται ως ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα η έκδοση και η αποδοχή εικονικού ή πλαστού φορολογικού στοιχείου και προβλέπονται για το αδίκημα αυτό αυστηρότατες ποινές, χωρίς να αίρεται το αξιόποινο σε περίπτωση συμβιβασμού.

Η θέσπιση αυστηρών κυρώσεων για τα παραπάνω αδικήματα κρίθηκε απαραίτητη γιατί τα αδικήματα αυτά από φορολογικής πλευράς έχουν μεγάλη σημασία και επειδή τελευταία το φαινόμενο αυτό έχει λάβει μεγάλη έκταση.

Για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 του Ν. 1884/90 παρέχουμε τις παρακάτω οδηγίες:

α) Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παραπάνω άρθρου, ορίζονται ότι για τα αδικήματα που αναφέρονται στις περιπτώσεις ζ και η της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Ν. 1591/86 ασκείται ποινική δίωξη από τον αρμόδιο Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ), μόλις διαπιστωθεί το αδίκημα, με μηνυτήρια αναφορά στον αρμόδιο εισαγγελέα του τόπου κατοικίας του υπαιτίου ή της έδρας της επιχείρησής του, χωρίς να απαιτείται οριστικοποίηση της σχετικής φορολογικής εγγραφής.

Εξάλλου η άσκηση της ποινικής δίωξης προβλέπεται και από το άρθρο 37 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Η διαπίστωση του αδικήματος συντελείται από τη στιγμή που με οποιοδήποτε τρόπο η αρμόδια φορολογική αρχή ή το αρμόδιο γενικά όργανο του φορολογικού ελέγχου λαμβάνει γνώση της γενομένης παραβάσεως.

Αυτονόητο, με την έννοια αυτή, είναι ότι η διαπίστωση πρέπει, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, να προκύπτει από σχετική έκθεση του αρμόδιου οργάνου που πρέπει να συντάσσεται αμέσως. Από το χρόνο της διαπίστωσης που θα πρέπει να είναι και χρόνος σύνταξης της έκθεσης διαπίστωσης, ενεργοποιείται η ευθύνη για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς. Ευνόητο είναι ότι προ της συντάξεως της σχετικής εκθέσεως παραβάσεως, θα έχει τηρηθεί η διαδικασία που ορίζει η παράγραφος 8 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Σ.

Με την κοινοποίηση της έκθεσης ελέγχου στον παραβάτη που θα συνοδεύει την πράξη επιβολής προστίμου του Κ.Φ.Σ. θα ασκείται ταυτόχρονα και η ποινική δίωξη, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1884/90, ενώ παράλληλα θα προβαίνετε, όπου συντρέχει περίπτωση και στις ενέργειες που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγρ. 12 του άρθρου 8 του Ν. 1882/90, για τον καταλογισμό του ΦΠΑ.

Για διευκόλυνση των φοροτεχνικών Υπηρεσιών επισυνάπτεται στην εγκύκλιο αυτή σχέδιο μηνυτήριας αναφοράς.

β) Με τη διάταξη της παραγράφου 2 του κοινοποιούμενου άρθρου ορίζεται ότι η μη άσκηση ποινικής δίωξης αποτελεί για τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ πειθαρχικό παράπτωμα.

Κατόπιν τούτου, εφιστάται η προσοχή των Προϊσταμένων της ΔΟΥ και τονίζεται ότι στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να αξιοποιούνται αμέσως τα στοιχεία και να συντάσσεται πλήρης και εμπεριστατωμένη έκθεση ελέγχου χωρίς καθυστέρηση, γιατί υπάρχει και προθεσμία παραγραφής του αδικήματος.

γ) Με τις διατάξεις της παραγρ. 3 προβλέπεται ότι το αξιόποινο δεν αίρεται εάν η φορολογική διαφορά επιλυθεί συμβιβαστικά και συνεπώς και στην περίπτωση αυτή πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη.

δ) Με τις διατάξεις της παραγρ. 4 του κοινοποιούμενου άρθρου προβλέπονται οι ποινές που επιβάλλονται στο δράστη των ποινικών αδικημάτων που προβλέπονται από τις περιπτώσεις ζ, η, α και β της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Ν. 1591/86 και συγκεκριμένα:

Για τα αδικήματα της παραγρ. ζ και η προβλέπεται για τους παραβάτες ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου δραχμών:

- Σε όποιον εκδίδει πλαστό ή εικονικό ή νοθεύει τιμολόγιο πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών ή οποιοδήποτε από τα φορολογικά στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις των παραγράφων 2, 3, 5 έως και 14, 16, 18 και 19 του άρθρου 13, των παραγρ. 1, 4 έως 7 και 10 του άρθρου 19, των παραγρ. 1, 3, 5 και 6 του άρθρου 20, των παραγρ. 1 και 6 του άρθρου 21, των παραγράφων 1 έως 6 του άρθρου 23, των παραγρ. 2, 3 και 5 του άρθρου 25, της παραγρ. 1 του άρθρου 26 και της παραγράφου 1, εδαφ. 4 και 5 του άρθρου 28 του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν κάθε φορά καθώς και από τις διατάξεις των υπ' αριθ. Σ. 2087/50/7.4.79 (ΦΕΚ 384 τ. Β) και Σ. 3537/37/20.6.79 (ΦΕΚ 933 τ. Β) αποφάσεων του υπουργού Οικονομικών, όπως οι διατάξεις ισχύουν αυτές κάθε φορά.

Επίσης ευθύνη φέρει εφόσον αποδειχθεί και αυτός που συνεργεί με οποιοδήποτε τρόπο στην κατασκευή ή έκδοση πλαστών φορολογικών στοιχείων ή γνωρίζει ότι τα στοιχεία είναι πλαστά ή αποδέχεται πλαστά ή εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Σε περίπτωση υποτροπής οι ανωτέρω ποινές διπλασιάζονται.

Για τα αδικήματα των περιπτώσεων α και β της παραγρ. 1 του άρθρου 31 του Ν. 1591/86, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση ορισμένων διατάξεών του με το άρθρο 19 του Ν. 1828/89, προβλέπεται για τον παραβάτη ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για τα εξής αδικήματα:

- «Όποιος δεν υποβάλλει δηλώσεις ή υποβάλλει ανακριβείς δηλώσεις για φόρους, τέλη ή εισφορές που σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις υποχρεούται να παρακρατεί και να αποδίδει στο Δημόσιο ή για το φόρο προστιθέμενης αξίας ή για το φόρο κύκλου εργασιών ή την ειδική εισφορά ειδών πολυτελείας της υποπερίπτωσης β της περίπτωσης ζ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Ν. 4169/1961 (ΦΕΚ Α 81), εφόσον το συνολικό ποσό των παραπάνω φόρων, τελών και εισφορών που είχε υποχρέωση να δηλώσει και να αποδώσει στο Δημόσιο, από συναλλαγές ή άλλες πράξεις που πραγματοποιήθηκαν σε διάστημα ενός ημερολογιακού εξαμήνου υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) δραχμών ή το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών για διάστημα ενός ημερολογιακού έτους».

Επίσης σε όποιον «δεν υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος, εφόσον για το ποσό του εισοδήματος που δε δηλώθηκε οφείλεται κύριος φόρος πάνω από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές».

Τέλος, σε κάθε παράβαση του άρθρου 31 του Ν. 1591/86 ο δράστης τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) μηνός.

ε) Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 ορίζεται ότι οι ποινές που επιβάλλονται με τις διατάξεις του κοινοποιημένου άρθρου, είναι ανεξάρτητες από φόρους και πρόστιμα που επιβάλλονται με άλλες διατάξεις.

στ) Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 ορίζεται το αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των μηνυτήριων αναφορών που είναι σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 32 του Ν. 1591/86, το Πλημμελειοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο υπαίτιος ή έχει την έδρα η επιχείρηση.

ζ) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1884/90 και με βάση τα όσα αναφέρονται στην εγκύκλιο αυτή, παρακαλούμε να προβείτε χωρίς καθυστέρηση στην άσκηση ποινικής δίωξης κατά των παραβατών πλαστών και εικονικών τιμολογίων και να στείλετε αντίγραφο της μηνυτήριας αναφοράς στη Διεύθυνση Ελέγχων, για να εξετασθεί η Νομική υποστήριξη ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της μηνυτήριας αναφοράς.

Για την πιστή εφαρμογή του κοινοποιούμενου άρθρου πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, γιατί πρόκειται για σοβαρά αδικήματα και πρέπει να ενεργείτε χωρίς καθυστέρηση για την επιβολή των προβλεπομένων από τις κείμενες διατάξεις κυρώσεων.

Τέλος, τονίζουμε ότι οι διατάξεις που κοινοποιούνται με την εγκύκλιο αυτή είναι από τα σοβαρότερα μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής και παρακαλούνται οι φοροτεχνικές υπηρεσίες να επιδείξουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πιστή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, γιατί όπως προαναφέρθηκε ο ίδιος νόμος θεωρεί, την παράλειψη μη άσκησης ποινικής δίωξης σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα. Η ΥΠΕΔΑ και τα παραρτήματα αυτής που κοινοποιείται η εγκύκλιος αυτή παρακαλούνται σε περίπτωση που διαπιστωθούν παραβάσεις πλαστών και εικονικών τιμολογίων να αποστέλλουν το συντομότερο δυνατό τα στοιχεία στις αρμόδιες ΔΟΥ για τις δικές τους πιο πάνω ενέργειες.

Οι κ.κ. Επιθεωρητές στους οποίους κοινοποιείται η εγκύκλιος αυτή παρακαλούνται να επιβλέψουν για την εφαρμογή του κοινοποιούμενου άρθρου 41 του Ν. 1884/1990 και να παράσχουν τις απαιτούμενες οδηγίες όπου κρίνουν τούτο απαραίτητο.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο