Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 10-04-1990 ]

ΠΟΛ.1082/10.4.1990 Οι ρυθμίσεις των αρθρ. 17 και 18 Ν.1882/90 σχετικά με τον ΚΦΣ και τις ταμειακές μηχανές

(Οι ρυθμίσεις των αρθρ. 17 και 18 Ν.1882/90 σχετικά με τον ΚΦΣ και τις ταμειακές μηχανές )

Κατηγορία: Κ.Β.Σ.

ΠΟΛ. 1082/10.4.90 Οι ρυθμίσεις των αρθρ. 17 και 18 Ν.1882/90 σχετικά με τον ΚΦΣ και τις ταμειακές μηχανές

Εγκ.1027928/265/0015/Πολ. 1082/10.4.90

ΆΑρθρο 17

Τροποποιήσεις διατάξεων Κ.Φ.Σ.

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού τροποποιούνται ορισμένες διατάξεις του Κ.Φ.Σ. (Π.Δ. 99/1977) και ειδικότερα:

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού η περίπτωση ΣΤ' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Κ.Φ.Σ. αντικαθίσταται και συμπληρώνεται ως εξής:

α) Αντικαθίσταται η υποπερίπτωση α' και τα κέντρα διασκέδασης ή τα καταστήματα γενικά που υπόκεινται σε αγορανομική κατάταξη, ανεξάρτητα από την κατηγορία κατάταξής τους από τις αρμόδιες αγορανομικές επιτροπές, εντάσσονται σε κατηγορία τήρησης βιβλίων του Κ.Φ.Σ. που αντιστοιχεί στα ετήσια ακαθάριστα έσοδά τους όχι όμως σε κατηγορία κατώτερη της δεύτερης.

Επιχειρήσεις που υπόκεινται σε αγορανομική κατάταξη είναι αυτές που προσδιορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 190 της Αγορανομικής Διάταξης 14/1989 (ΦΕΚ 343/11.5.1989 τ. Β') δηλαδή: Τα κέντρα διασκέδασης και καταστήματα (εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, πρατήρια ειδών ζαχαροπλαστικής και γάλακτος, ζυθεστιατόρια, μπαρ, καφέ-μπαρ, κέντρα διασκέδασης, μαγειρεία γενικά, οινομαγειρεία, καφενεία, κυλικεία, αναψυκτήρια, γαλακτοπωλεία, καφεγαλακτοπωλεία, κουρεία, κομμωτήρια και λοιπά παρόμοια) που προορίζονται για την εξυπηρέτηση του κοινού.

Όπως είναι γνωστό μέχρι σήμερα εντάσσονται στη δεύτερη κατηγορία τήρησης βιβλίων του Κ.Φ.Σ. οι επιχειρήσεις εκείνες που έχουν αγορανομική κατάταξη Β' και ανώτερη.

Από την ειδική αυτή ένταξη, της υποχρεωτικής δηλαδή τήρησης βιβλίων Β' κατηγορίας (εσόδων-εξόδων) και έκδοσης αποδείξεων λιανικής πώλησης, κρίθηκε αναγκαίο να εξαιρεθούν τα παραδοσιακά καφενεία που λειτουργούν σε οικισμούς μέχρι τριών χιλιάδων (3.000) κατοίκων, τα οποία μπορεί να εντάσσονται και στην πρώτη κατηγορία με βάση τα ετήσια ακαθάριστα έσοδά τους.

β) Προστίθενται δύο (2) νέες υποπεριπτώσεις ε' και στ', με τις οποίες ορισμένες επιχειρήσεις εντάσσονται σε κατηγορία τήρησης βιβλίων του Κ.Φ.Σ. που αντιστοιχεί στα ετήσια ακαθάριστα έσοδά τους όχι όμως σε κατηγορία κατώτερη της δεύτερης.

Έτσι, στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι επιχειρήσεις που στο αντικείμενο των εργασιών τους περιλαμβάνεται και η πώληση καλλυντικών, οπτικών, παιχνιδιών, λουλουδιών, φυτών, κρυστάλλων, πορσελανών, γυαλικών, ειδών οικιακής χρήσης, τουριστικών ειδών και ειδών λαϊκής τέχνης, ειδών δώρων, μουσικών οργάνων πάσης φύσεως, ποδηλάτων, μοτοποδηλάτων, μοτοσυκλετών, σιδηρικών, ειδών κιγκαλερίας, φωτογραφικών και κινηματογραφικών ειδών, οργάνων γυμναστικής, κοσμημάτων γενικά, ειδών χρυσοχοΐας και αργυροχοΐας όπως και οι επιχειρήσεις που στο αντικείμενο των εργασιών τους περιλαμβάνεται και η εκμετάλλευση εργαστηρίου ή παρασκευαστηρίου ειδών ζαχαροπλαστικής και συναφών ειδών. Στην έννοια των συναφών ειδών περιλαμβάνονται τα εργαστήρια ή παρασκευαστήρια ειδών πίτας (τυρόπιτας, σπανακόπιτας, χορτόπιτας, κρεατόπιτας), πίτσας, πεϊνιρλί, ντόνατς, φύλλων κρούστας κλπ.

Επομένως οι παραπάνω επιτηδευματίες έχουν υποχρέωση από 1.1.1991 να τηρήσουν βιβλία κατηγορίας όχι κατώτερης της δεύτερης (εσόδων-εξόδων) και να εκδίδουν για τις πωλήσεις αγαθών στο κοινό αποδείξεις λιανικής πώλησης, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδά τους κατά τη χρήση 1.1-31.12.1990 ξεπεράσουν το όριο του 1.000.000 δρχ., όπως το όριο αυτό θα διαμορφωθεί την 1η Ιανουαρίου 1991 μετά την τιμαριθμοποίησή του σύμφωνα με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 3 του Π.Δ. 99/1977, όπως οι διατάξεις αυτές προστέθηκαν και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 1 παραγρ. 2 του Π.Δ. 285/1989 και με το άρθρο 5 παραγρ. 1 της απόφασης του υπουργού Οικονομικών με αριθ. πρωτ. 1105195/725/Πολ. 1223/2.10.1989 που κυρώθηκε με το άρθρο 51 παραγρ. 5γ' του παρόντος νόμου.

Οι ρυθμίσεις που γίνονται με τις παραπάνω α', ε' και στ' υποπεριπτώσεις, που ισχύουν από 1.1.1991 και με τις οποίες ορισμένοι επιτηδευματίες εντάσσονται σε κατηγορία τήρησης βιβλίων όχι κατώτερη της δεύτερης, κρίθηκαν αναγκαίες ενόψει της εφαρμογής του μέτρου της χρησιμοποίησης φορολογικών ταμιακών μηχανών του νόμου 1809/1988 για την έκδοση αποδείξεων λιανικής πώλησης αγαθών και παροχής υπηρεσιών.

Τέλος, τονίζουμε ότι οι ειδικές αυτές εντάξεις, που θεσμοθετούνται με τις πιο πάνω διατάξεις, αναφέρονται πέρα από τις κατά καιρούς ειδικές εντάξεις, που έγιναν για άλλους επιτηδευματίες με σχετικές αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών Σ. 3673/314/Πολ. 357/21.12.1987 (ΦΕΚ 766/31.12.1987 τ. Β'), με την οποία εντάχθηκαν από την πρώτη στη δεύτερη κατηγορία τήρησης βιβλίων του Κ.Φ.Σ. και υποχρεώθηκαν από 1.1.1988 να εκδίδουν θεωρημένες αποδείξεις λιανικής πώλησης οι επιτηδευματίες που στο αντικείμενο των εργασιών τους περιλαμβάνεται και η πώληση:

α) ανδρικών, γυναικείων και παιδικών έτοιμων ενδυμάτων και εσωρούχων, β) ανδρικών, γυναικείων και παιδικών παπουτσιών, γ) γυναικείων, ανδρικών και σχολικών τσαντών, δ) ειδών ταξιδίου, ε) δερματίνων ειδών γενικά, στ) ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, ζ) συσκευών υγραερίου και θερμαστρών πετρελαίου, η) ηλιακών θερμοσιφώνων, θ) επίπλων γενικά, ι) ανταλλακτικών, εξαρτημάτων και αξεσουάρ αυτοκινήτων και μοτοσικλετών, ια) ειδών υγιεινής, υδραυλικών και σωμάτων καλοριφέρ, ιβ) ηλεκτρολογικού υλικού και ιγ) χρωμάτων οικοδομών.

2. Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προστίθεται στο άρθρο 5 του Κ.Φ.Σ. νέα παράγραφος 3, σύμφωνα με την οποία ο επιτηδευματίας της δεύτερης κατηγορίας υποχρεώνεται να τηρήσει μόνο για τα εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία και βιβλίο απογραφών. Στην έννοια του όρου εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται: Τα εμπορεύματα, τα προϊόντα (έτοιμα και ημιτελή), τα υποπροϊόντα και υπολείμματα, οι πρώτες και βοηθητικές ύλες και τα είδη συσκευασίας.

Με τη μεταβατική διάταξη του β' εδαφίου της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι απαλλάσσεται από τη σύνταξη απογραφής την 31.12.1990 και 31.12.1991 ο επιτηδευματίας του οποίου τα ακαθάριστα έσοδα της κάθε μιας των χρήσεων 1.1-31.12.1990 και 1.1-31.12.1991 δεν θα ξεπεράσουν τα 50.000.000 δρχ., εκτός από εκείνον που σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β' της παραγράφου 3 του άρθρου 56 του ν. 1642/1986, είχε υποχρέωση να συντάξει απογραφή.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης η' του άρθρου 52 η ισχύς της παραγράφου 2 αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Επειδή όμως από τις ίδιες διατάξεις της παραγράφου αυτής, δεν ορίζεται περαιτέρω υποχρέωση σύνταξης απογραφής κατά την ημερομηνία αυτή (απογραφή έναρξης), η απογραφή αυτή που είναι απογραφή λήξεως θα συντάσσεται στο τέλος κάθε διαχειριστικής περιόδου.

Έτσι, με βάση τα παραπάνω, οι επιτηδευματίες που τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. και που τα ακαθάριστά τους έσοδα κατά τη διαχειριστική περίοδο 1.1-31.12.1990 υπερβούν το όριο των 50.000.000 δρχ. πρέπει για τα αποθέματα της 31.12.1990 να τηρήσουν και βιβλίο απογραφών και να προβούν σε ποσοτική καταμέτρηση των εμπορεύσιμων στοιχείων τον πρώτο μήνα του έτους 1991 και μέσα στο δεύτερο μήνα, του ίδιου έτους, στην αποτίμησή τους, όπως ειδικότερα ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του Κώδικα αυτού.

Σημειώνεται ότι οι επιτηδευματίες που πωλούν και υγρά καύσιμα (βενζίνη και πετρέλαιο), για τα οποία (καύσιμα), με την απόφαση του υπουργού Οικονομικών Σ. 8396/37/23.12.1978 (ΦΕΚ 9/11.1.1979 τ. Β') τηρούν βιβλία πρώτης κατηγορίας (αγορών), στις περιπτώσεις που τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας (εσόδων-εξόδων), για άλλη δραστηριότητά τους, όταν παρακολουθούν τα καύσιμα σε ιδιαίτερη στήλη του βιβλίου εσόδων-εξόδων, δεν θα υπολογίζουν τα έσοδα των καυσίμων για την τήρηση του βιβλίου απογραφών.

Επομένως, ο επιτηδευματίας που τηρεί βιβλία δεύτερης κατηγορίας και παράλληλα με άλλο κλάδο διαθέτει και κλάδο καυσίμων για τον οποίο παρακολουθεί τις αγορές του στο τηρούμενο βιβλίο εσόδων-εξόδων θα υποχρεωθεί από 1.1.1991 να τηρήσει βιβλίο απογραφών, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδά του υπερβούν τα 50.000.000 δρχ., χωρίς να υπολογίζει τα έσοδα από την πώληση καυσίμων.

Η τήρηση του βιβλίου απογραφών, που δεν προκαλεί σημαντική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις, αφού απογράφονται μόνο τα εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία και απαλλάσσονται άλλωστε οι μικρής δυναμικότητας επιχειρήσεις (μέχρι 50.000.000 δρχ.) για τις χρήσεις 1990 και 1991, πιστεύουμε ότι θα συμβάλλει αποτελεσματικά στο φορολογικό έλεγχο σε ό,τι αφορά την επαλήθευση και τον προσδιορισμό της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει τρόπο λογιστικού προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος των επιτηδευματιών, αφού τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται από τις σχετικές «περί Φορολογίας Εισοδήματος» διατάξεις.

Αντιθέτως, μάλιστα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Π.Δ. 129/1989), ο προσδιορισμός του καθαρού εισοδήματος των επιτηδευματιών που τηρούν βιβλία και στοιχεία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. προσδιορίζεται εξωλογιστικώς με πολλαπλασιασμό των ακαθαρίστων εσόδων με ειδικούς, κατά γενικές κατηγορίες επιχειρήσεων, συντελεστές καθαρού κέρδους, όπως ειδικότερα ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

3. Με τη διάταξη της παραγρ. 3 αντικαθίσταται η παραγρ. 6 του άρθρου 18 του Κ.Φ.Σ. και παρέχεται η δυνατότητα η ταινία της ταμιακής μηχανής να θεωρείται ως στέλεχος όχι μόνο των αποδείξεων λιανικής πώλησης αγαθών και παροχής υπηρεσιών μετρητοίς και επί πιστώσει, όταν ο επιτηδευματίας τηρεί βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. , εφόσον στην ταινία αυτή αποτυπώνονται όλες οι ενδείξεις που ορίζονται από τις διατάξεις του Κ.Φ.Σ., εκτός από την αναγραφή στις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του ποσού της αμοιβής και ολογράφως.

4. Με τις διατάξεις της παραγρ. 4 του άρθρου αυτού τροποποιείται το πρώτο εδάφιο της παραγρ. 9 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Σ.

Ειδικότερα, με τις νέες ρυθμίσεις, που σκοπό έχουν την είσπραξη εσόδων για το Δημόσιο, δεν θεωρούνται φορολογικά στοιχεία σε κάθε υπόχρεο, εφόσον, εκτός των άλλων που προβλέπονται με τις τροποποιούμενες διατάξεις, οφείλει ληξιπρόθεσμες δόσεις από δάνεια που έχουν την εγγύηση του Δημοσίου, καθώς και στις περιπτώσεις μη υποβολής δηλώσεων Φ.Π.Α., Φ.Μ.Υ. και φόρου μερισμάτων.

Διευκρινίζεται ότι δεν δημιουργείται κώλυμα θεώρησης στοιχείων στον επιτηδευματία που ασκεί ατομική επιχείρηση, αν οι προσωπικές εταιρίες (Ο.Ε. και Ε.Ε.), Ε.Π.Ε. και κοινοπραξίες στις οποίες συμμετέχει δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παραγρ. 9 του άρθρου 45.

Με την ευκαιρία αυτή τονίζεται ότι, κατά την πρώτη θεώρηση φορολογικών στοιχείων σε ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες ή περιορισμένης ευθύνης εταιρίες ή κοινοπραξίες, εξετάζεται η ύπαρξη υποχρεώσεων της παραγρ.9 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Σ. από όλους τους εταίρους ή μέλη αυτών, υποχρεώσεων όμως που προέρχονται από την άσκηση επιχείρησης μόνο στο όνομα του μέλους και όχι υποχρεώσεων τρίτου νομικού προσώπου στο οποίο συμμετέχει το μέλος.

5. Με την παραγρ. 5 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται η περίπτωση η' του άρθρου 49 του Κ.Φ.Σ. και διευρύνεται η αρμοδιότητα του υπουργού Οικονομικών να ρυθμίζει με αποφάσεις του διαφορετικά όχι μόνο τον τρόπο, όπως μέχρι σήμερα προβλεπόταν, αλλά και το χρόνο έκδοσης τόσο των αποδείξεων λιανικής πώλησης, που μέχρι τώρα είχε το δικαίωμα, αλλά και των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών και των ειδικών στοιχείων και να ορίζει διαφορετικά τις προϋποθέσεις, βάσει των οποίων η ταινία της ταμιακής μηχανής μπορεί να θεωρείται σαν στέλεχος των αποδείξεων και των ειδικών στοιχείων.

Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε αναγκαία λόγω της καθιέρωσης από 1.5.1990 της υποχρεωτικής χρησιμοποίησης των φορολογικών ταμιακών μηχανών για την έκδοση των αποδείξεων.

6. Με την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου προστίθεται στο τέλος του άρθρου 49 του Κ.Φ.Σ. νέα περίπτωση ιη', σύμφωνα με την οποία παρέχεται το δικαίωμα στον υπουργό των Οικονομικών να απαλλάσσει από την υποχρέωση τήρησης βιβλίου απογραφών, που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του Κώδικα, ορισμένες κατηγορίες επιτηδευματιών σε ολόκληρη τη χώρα ή σε τμήματα αυτής στις περιπτώσεις που αντιμετωπίζουν αντικειμενικές δυσχέρειες στην τήρησή του.

ΆΑρθρο 18

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού τροποποιούνται το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παραγρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1809/88. Με τις ρυθμίσεις αυτές: α) Παραμένει η ευχέρεια στους επιτηδευματίες αντί να χρησιμοποιούν φορολογικές ταμιακές μηχανές να εκδίδουν διπλότυπες αποδείξεις λιανικής πώλησης με τη χρήση Η/Υ, εφόσον θεωρούν τα μηχανογραφικά έντυπα και εφόσον αποτυπώνονται σ' αυτές τα δεδομένα που αποτυπώνονται και στις αποδείξεις των φορολογικών ταμιακών μηχανών, εκτός των ενδείξεων «νόμιμη απόδειξη» και του αριθμού μητρώου του υπολογιστή.

β)Περιορίζεται η ευχέρεια έκδοσης χειρόγραφων αποδείξεων λιανικής πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών από τους επιτηδευματίες που υποχρεούνται να εκδίδουν τις αποδείξεις από φορολογική ταμιακή μηχανή και επιτρέπεται μόνο η έκδοσή τους στις περιπτώσεις εκείνες που οι συναλλαγές πραγματοποιούνται εκτός της κύριας επαγγελματικής τους εγκατάστασης ή του υποκαταστήματος, όπως στις περιπτώσεις πωλήσεων από εκθεσιακούς χώρους, πωλήσεις σε αγνώστους πελάτες από αυτοκίνητο Φ.Ι.Χ. κλπ.

Κύρωση αποφάσεων

Με τις διατάξεις της παραγράφου 5β', γ' και δ' του άρθρου 51 κυρώνονται οι αποφάσεις: α) 1108367/752/ Πολ. 1233/10.10.1989 (ΦΕΚ 797/11.10.1989 τ. Β') «Κατάργηση βιβλίου πελατών των φυσιοθεραπευτών», β) 1105195/725/ Πολ. 1223/2.10.1989 (ΦΕΚ 743/4.10.1989 τ. Β') «Τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του Κ.Φ.Σ.» και γ) 1062060/270/24.5.89 «Τροποποίηση διατάξεων του άρθρου 47 του Κ.Φ.Σ.».



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο