Δημοσιεύθηκε στις : [ 27-03-1990 ]

ΠΟΛ.1063/27.3.1990 Οι ρυθμίσεις χαρτοσήμου και ΕΦΤΕ με το ν. 1882/90

(Οι ρυθμίσεις χαρτοσήμου και ΕΦΤΕ με το ν. 1882/90)

 ΠΟΛ. 1063/27.3.90  Οι ρυθμίσεις χαρτοσήμου και ΕΦΤΕ με το ν. 1882/90

Εγκ. 1024409/1298/0014/ΠΟΛ. 1063/27.3.90

Κοινοποιούμε κατωτέρω τις διατάξεις των άρθρων 19, 20, 21, 22, 23, 40, 41 και 52 του ν. 1882/1990 «Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής, διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις», που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 43 Α/23-3-1990) και παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.

                                                                   ΑΡΘΡΟ  19

                        Ρυθμίσεις στα τέλη χαρτοσήμου και στον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών

Παράγραφοι 1 και 2

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού αντικαθίστανται οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 15α του Π.Δ. της 28/7/1931 (Κώδικα Χαρτοσήμου). Με τις νέες διατάξεις καθιερώνονται 12 νέα κλιμάκια ενσήμων εντύπων συναλλαγματικών και γραμματίων σε διαταγή, σε αντικατάσταση αυτών που κυκλοφορούν από τα έτη 1975 και 1979, η χρήση των οποίων θα είναι υποχρεωτική από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών, που θα ορισθεί όμως με απόφαση του υπουργού Οικονομικών, αφού προηγουμένως κατασκευασθούν τα νέα έντυπα. Με την ίδια απόφαση θα ορισθεί ο τύπος και το περιεχόμενο των νέων εντύπων καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ανωτέρων διατάξεων. Επομένως, μέχρι να ορισθεί με υπουργική απόφαση η ημερομηνία έναρξης κυκλοφορίας των νέων εντύπων, θα χρησιμοποιούνται ήδη κυκλοφορούντα έντυπα.

Παράγραφος 3

Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού καταργείται το πάγιο τέλος χαρτοσήμου (20 δραχμών) που επιβάλλεται σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Κώδικα Χαρτοσήμου, στις αιτήσεις ή αναφορές φυσικών ή νομικών προσώπων. Η κατάργηση αυτή δεν καταλαμβάνει τέλη χαρτοσήμου, που επιβάλλονται σε αιτήσεις ή αναφορές βάσει άλλων διατάξεων, οι οποίες θα εξακολουθούν να υποβάλλονται σε τέλη χαρτοσήμου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, όσες αιτήσεις ή αναφορές υπάγονταν στο τέλος χαρτοσήμου, που προέβλεπε η διάταξη της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Κώδικα Χαρτοσήμου (20 δραχμών) θα υποβάλλονται στις δημόσιες και άλλες αρχές από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών (8-4-1990) χωρίς τέλος χαρτοσήμου. Αντίθετα, όσες αιτήσεις ή αναφορές υπάγονται σε τέλος χαρτοσήμου, βάσει άλλων διατάξεων (του Κώδικα Χαρτοσήμου ή άλλων νομοθετημάτων), θα εξακολουθούν να υπάγονται στο πάγιο τέλος χαρτοσήμου, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, προσαυξημένο κατά 150%, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, περί της οποίας αναφερόμαστε παρακάτω.

Έτσι, από 8/4/1990, οι αιτήσεις ή αναφορές στις οποίες επιβαλλόταν τέλος χαρτοσήμου, βάσει της διάταξης της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Κώδικα Χαρτοσήμου (20 δραχμών), θα υποβάλλονται χωρίς τέλος χαρτοσήμου, τόσο για το πρώτο φύλλο, όσο και για τα τυχόν κατά συνέχεια φύλλα τους. Αντίθετα, θα επιβάλλεται τέλος χαρτοσήμου για όσες αιτήσεις ή αναφορές το τέλος ορίζεται από άλλες διατάξεις.

Κατωτέρω αναφέρουμε ενδεικτικά περιπτώσεις αιτήσεων, το τέλος των οποίων δεν καταργείται, αλλά διατηρείται προσαυξανόμενο, όμως, κατά 150%.

Τέτοιες αιτήσεις είναι:

α) Οι αναφερόμενες στο άρθρο 25 του Κώδικα Χαρτοσήμου, π.χ.

αιτήσεις ενώπιον προέδρου Πρωτοδικών περί αμφισβητήσεων ως προς τη δικαιοδοσία ή την αρμοδιότητα προς συνδιαλλαγή,

αιτήσεις έκδοσης διαταγής πληρωμής ή διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου,

αιτήσεις περί ασφαλιστικών μέτρων,

αιτήσεις περί κήρυξης σε κατάσταση πτώχευσης ή δήλωσης περί παύσης των πληρωμών,

αιτήσεις εξαίρεσης,

αιτήσεις ακύρωσης, αναίρεσης ή αναστολής στο Συμβούλιο της Επικρατείας,

αιτήσεις αναθεώρησης πράξης στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

β) Οι αναφερόμενες στο άρθρο 26 του Κώδικα Χαρτοσήμου:

αιτήσεις που υποβάλλονται σε έμμισθο ή άμισθο φύλακα υποθηκών ή μεταγραφών προς ενέργεια κάθε από το νόμο ανατεθειμένης σ' αυτόν πράξης.

γ) Οι αναφερόμενες στο άρθρο 28 του Κώδικα Χαρτοσήμου (ποινικής διαδικασίας).

Παράγραφος 4

Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, αυξάνεται από 20 σε 100 δρχ. (από 8-4-1990) το πάγιο τέλος χαρτοσήμου, που προβλέπεται από τη διάταξη της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Κώδικα Χαρτοσήμου για τις βεβαιώσεις, τα πιστοποιητικά και τα αποδεικτικά εν γένει έγγραφα. Η αύξηση αυτή δεν καταλαμβάνει το πάγιο τέλος χαρτοσήμου που επιβάλλεται στα έγγραφα αυτά βάσει άλλων διατάξεων (του Κώδικα Χαρτοσήμου ή άλλων νομοθετημάτων). Επίσης, η αύξηση που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές δεν αφορά τα παρ' οιουδήποτε εκδιδόμενα αντίγραφα ή αποσπάσματα εγγράφων, που κι αυτών η χαρτοσήμανση προβλέπεται με την ίδια διάταξη, γιατί η αύξηση αυτή αναφέρεται περιοριστικά στις βεβαιώσεις, τα πιστοποιητικά και αποδεικτικά εν γένει έγγραφα.

Για τις βεβαιώσεις, τα πιστοποιητικά και αποδεικτικά εν γένει έγγραφα, που υπάγονται σε τέλος χαρτοσήμου βάσει άλλων διατάξεων και για τα αντίγραφα και τα αποσπάσματα εγγράφων, το τέλος αυξάνεται κατά 150%, σύμφωνα με την παράγραφο 5, περί της οποίας κατωτέρω.

Κατωτέρω αναφέρουμε ενδεικτικά περιπτώσεις βεβαιώσεων, πιστοποιητικών και εν γένει αποδεικτικών εγγράφων που το τέλος χαρτοσήμου δεν αυξάνεται σε 100 δρχ., αλλά κατά 150%. Τέτοια έγγραφα είναι:

α) Τα αναφερόμενα στο άρθρο 20 του Κώδικα Χαρτοσήμου πιστοποιητικά στρατολογικής κατάστασης και άλλα εν γένει πιστοποιητικά εκδιδόμενα παρά των στρατολογικών γραφείων.

β) Τα αναφερόμενα στο άρθρο 21 του Κώδικα Χαρτοσήμου πιστοποιητικά και βεβαιώσεις που εκδίδονται από τις τελωνειακές αρχές αιτήσει ιδιωτών.

γ)Τα αναφερόμενα στο άρθρο 26 του Κώδικα Χαρτοσήμου πιστοποιητικά, δηλαδή:

- τα υπό των υποθηκοφυλάκων εκδιδόμενα πιστοποιητικά πάσης φύσεως,

- τα κατά το άρθρο 50 του Α.Ν. 434/1937 καθοριζόμενα πιστοποιητικά.

δ) Τα αναφερόμενα στο άρθρο 29 του Κώδικα Χαρτοσήμου αποδεικτικά (αποδεικτικά επίδοσης εγγράφων της πειθαρχικής διαδικασίας).

Παράγραφος 5

Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού και με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων που έγιναν με τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων, που αναλύθηκαν ανωτέρω (την κατάργηση δηλαδή του τέλους χαρτοσήμου των αιτήσεων και την αύξηση από 20 σε 100 δρχ. του τέλους των βεβαιώσεων, των πιστοποιητικών και των αποδεικτικών εν γένει εγγράφων), τα πάγια τέλη χαρτοσήμου, όπως αυτά ίσχυαν μετά και τις ρυθμίσεις που έγιναν με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 του ν. 1591/1986, αυξάνονται (από 8-4-1990) κατά 150%.

Από την αύξηση αυτή εξαιρούνται (α) τα τέλη χαρτοσήμου, που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 15α του Κώδικα Χαρτοσήμου, δηλαδή τα κλιμακωτά τέλη των συναλλαγματικών και γραμματίων σε διαταγή και (β) τα τέλη που προβλέπονται από τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του Ν.Δ. 1146/1972 (πάγια κλιμακωτά τέλη μεταβίβασης αυτοκινήτων οχημάτων).

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές (παραγράφου 5), εάν μετά την κατά 150% αύξηση σε αξία παγίου τέλους χαρτοσήμου, περιλαμβάνεται και μέρος αξίας μικρότερο των δέκα (10) δραχμών, γίνεται στρογγυλοποίηση του μέρους σε δραχμές 10. Η διάταξη αυτή αφορά κάθε πάγιο τέλος χαρτοσήμου, που μετά την κατά 150% αύξηση, θα περιλαμβάνει τυχόν και μέρος αξίας μικρότερο των 10 δραχμών. Επομένως, μετά τη στρογγυλοποίηση, τα πάγια τέλη χαρτοσήμου θα λήγουν πάντοτε σε δεκάδα.

Έτσι:

- Το τέλος χαρτοσήμου των δέκα (10) δρχ. γίνεται 30 (10+150%=25 και μετά τη στρογγυλοποίηση 30).

- Το τέλος των 25 δρχ. γίνεται 70 δρχ. (25+150%=62,5 και μετά τη στρογγυλοποίηση 70).

- Το τέλος των 50 δρχ. γίνεται 130 δρχ. (50+150%=125 και μετά τη στρογγυλοποίηση 130).

- Το τέλος των 250 δρχ. γίνεται 630 δρχ. (250+150%=625 και μετά τη στρογγυλοποίηση 630 δρχ.).

Κατά τον ίδιο τρόπο και τα λοιπά πάγια τέλη χαρτοσήμου, πλην βεβαίως αυτών που καταργήθηκαν (αιτήσεις ή αναφορές) ή αυξήθηκαν από 20 σε 100 δραχμές (βεβαιώσεις, πιστοποιητικά και αποδεικτικά εν γένει έγγραφα), αναπροσαρμόζονται ως ακολούθως:

Τα τέλη των 5 δρχ. σε δρχ. 20, των 8 δρχ. σε δρχ. 20, των 15 δρχ. σε δρχ. 40, των 20 δρχ. σε δρχ. 50, των 30 δρχ. σε δρχ. 80, των 40 δρχ. σε δρχ. 100, των 60 δρχ. σε δρχ. 150, των 75 δρχ. σε δρχ. 190, των 80 δρχ. σε δρχ. 200, των 100 δρχ. σε δρχ. 250, των 120 δρχ. σε δρχ. 300, των 150 δρχ. σε δρχ. 380, των 160 δρχ. σε δρχ. 400, των 200 δρχ. σε δρχ. 500, των 300 δρχ. σε δρχ. 750, των 400 δρχ. σε δρχ. 1.000, των 500 δρχ. σε δρχ. 1.250, των 600 δρχ. σε δρχ. 1.500, των 800 δρχ. σε δρχ. 2.000, των 900 δρχ. σε δρχ. 2.250, των 1.000 δρχ. σε δρχ. 2.500, των 1.600 δρχ. σε δρχ. 4.000, των 2.000 δρχ. σε δρχ. 5.000, των 3.000 δρχ. σε δρχ. 7.500, και των 4.000 δρχ. σε δρχ. 10.000.

Τέλος διευκρινίζεται, ότι η εισφορά 20% υπέρ ΟΓΑ θα υπολογίζεται στα ποσά των παγίων τελών χαρτοσήμου, όπως διαμορφώνονται κατά τα ανωτέρω, δηλαδή μετά τη στρογγυλοποίησή τους.

Παράγραφος 6

Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου αυτού γίνονται από 8-4-1990 οι κατωτέρω ρυθμίσεις:

α) καθιερώνεται η υποχρέωση υποβολής των δηλώσεων, που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του Ν. 1642/1986, για όλους όσους ασκούν οικονομική δραστηριότητα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του ίδιου νόμου (1642/1986), ανεξάρτητα από την υπαγωγή ή μη της δραστηριότητας αυτής σε φόρο προστιθέμενης αξίας,

β) για τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις αυτές δηλώσεις έναρξης δραστηριότητας χορηγείται υποχρεωτικά από τον αρμόδιο προϊστάμενο της ΔΟΥ σχετική βεβαίωση. Η ίδια βεβαίωση χορηγείται και για τις δηλώσεις μεταβολών, εφόσον, όμως αφορούν στην ίδρυση υποκαταστήματος ή στην είσοδο νέου μέλους σε υφιστάμενο νομικό πρόσωπο, με οποιαδήποτε αιτία,

γ) στις ανωτέρω βεβαιώσεις επιβάλλεται τέλος χαρτοσήμου, χωρίς όμως, να προσαυξάνεται με εισφορά υπέρ ΟΓΑ κ.λ.π., σύμφωνα με τις κατωτέρω διακρίσεις:

Α. Φυσικά πρόσωπα: α) δραχμές δύο χιλιάδες (2.000), εφόσον ασκούν δραστηριότητα σε χωριά ή κωμοπόλεις μέχρι 2.000 κατοίκους, εκτός από τις τουριστικές περιοχές, β) δραχμές πέντε χιλιάδες (5.000), εφόσον ασκούν δραστηριότητα σε κωμοπόλεις και πόλεις άνω των 2.000 μέχρι 10.000 κατοίκους, καθώς και σε χωριά ή κωμοπόλεις μέχρι 2.000 κατοίκους, που βρίσκονται σε τουριστικές περιοχές, γ) δραχμές δέκα χιλιάδες (10.000), εφόσον ασκούν δραστηριότητα σε πόλεις άνω των 10.000 και μέχρι 50.000 κατοίκους, δ) δραχμές είκοσι χιλιάδες (20.000), εφόσον ασκούν δραστηριότητα σε πόλεις άνω των 50.000 κατοίκων.

Κριτήριο δηλαδή για το ποσό του τέλους, που θα επιβληθεί σε κάθε περίπτωση χορήγησης των ανωτέρω βεβαιώσεων σε φυσικά πρόσωπα, είναι ο αριθμός των κατοίκων του χωριού, της κωμόπολης ή της πόλης, στην οποία τα πρόσωπα αυτά ασκούν δραστηριότητα, όπως ο αριθμός αυτός θα προκύπτει από την τελευταία, κάθε φορά, απογραφή του πληθυσμού της χώρας. Διευκρινίζεται, ότι η περιφέρεια της τέως διοικήσεως πρωτευούσης θα λαμβάνεται ως ενιαία πόλη. Επίσης, ως τουριστικές περιοχές νοούνται οι τουριστικοί τόποι, που έχουν ανακηρυχθεί ως τέτοιοι με τα Προεδρικά Διατάγματα 899/1976 (ΦΕΚ 329 Α) και 664/1977 (ΦΕΚ 222 Α).

Β. Ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες δραχμές δέκα χιλιάδες (10.000). Το τέλος αυτό επιβάλλεται για κάθε ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη εταιρία, ανεξάρτητα από τον τόπο, που οι εταιρίες αυτές ασκούν δραστηριότητα. Για κάθε μέλος (εταίρο) των προσώπων αυτών, ανεξάρτητα αν το μέλος είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, επιβάλλεται επιπλέον και με βάση τον τόπο, που οι εταιρίες αυτές ασκούν δραστηριότητα:

α) προκειμένου περί ομορρύθμων μελών, το τέλος που ορίζεται στην προηγούμενη κατηγορία Α' (φυσικά πρόσωπα), κατά τις διακρίσεις της κατηγορίας αυτής,

β) προκειμένου περί ετερόρρυθμων μελών, το τέλος, που ορίζεται στην κατηγορία Α΄, κατά τις διακρίσεις αυτής, προσαυξημένο κατά 50% π.χ. για τη βεβαίωση, που χορηγείται σε ομόρρυθμη εταιρία με δύο μέλη, που ασκεί δραστηριότητα σε χωριό ή κωμόπολη μέχρι 2.000 κατοίκους (μη τουριστική περιοχή), επιβάλλεται 10.000 δρχ. για την ομόρρυθμη εταιρία και 2.000 δρχ. για κάθε ένα μέλος της, δηλαδή συνολικά 14.000 δρχ.

- Για τη βεβαίωση, που χορηγείται σε ομόρρυθμη εταιρία με δύο μέλη, που ασκεί δραστηριότητα σε χωριό ή κωμόπολη άνω των 2.000 και μέχρι 10.000 κατοίκους ή σε χωριό ή κωμόπολη μέχρι 2.000 κατοίκους, που είναι σε τουριστική περιοχή, επιβάλλεται 10.000 δρχ. για την ομόρρυθμη εταιρία και 5.000 δρχ. για κάθε ένα μέλος της, δηλαδή συνολικά 20.000 δρχ.

- Για τη βεβαίωση, που χορηγείται σε ετερόρρυθμη εταιρία με 2 ομόρρυθμα μέλη και 1 ετερόρρυθμο, που ασκεί δραστηριότητα σε χωριό ή κωμόπολη μέχρι 2.000 κατοίκους (μη τουριστική περιοχή), επιβάλλεται 10.000 δρχ. για την ετερόρρυθμη εταιρία, 2.000 δρχ. για κάθε ομόρρυθμο μέλος και 3.000 δρχ. (2.000 +50%) για το ετερόρρυθμο μέλος, δηλαδή συνολικά 17.000 δρχ.

- Για τη βεβαίωση που χορηγείται σε ετερόρρυθμη εταιρία με 2 ομόρρυθμα μέλη και 1 ετερόρρυθμο, που ασκεί δραστηριότητα σε χωριό ή κωμόπολη άνω των 2.000 και μέχρι 10.000 κατοίκους ή σε χωριό ή σε κωμόπολη μέχρι 2.000 κατοίκους που είναι σε τουριστική περιοχή, επιβάλλεται 10.000 δρχ. για την ετερόρρυθμη εταιρία, 5.000 δρχ. για κάθε ομόρρυθμο μέλος και 7.500 δρχ. για το ετερόρρυθμο μέλος, δηλαδή συνολικά 27.500 δρχ.

Γ. Εταιρίες περιορισμένης ευθύνης δρχ. 50.000. Το τέλος επιβάλλεται για κάθε εταιρία περιορισμένης ευθύνης ανεξάρτητα από τον τόπο που ασκεί δραστηριότητα. Για κάθε μέλος των εταιριών αυτών, ανεξάρτητα από τον τόπο που ασκεί δραστηριότητα. Για κάθε μέλος των εταιριών αυτών, ανεξάρτητα αν το μέλος είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, επιβάλλεται επιπλέον το τέλος που ορίζεται στην κατηγορία Α΄ (φυσικά πρόσωπα), κατά τις διακρίσεις αυτής και με βάση τον τόπο άσκησης της δραστηριότητας της εταιρίας, προσαυξημένο κατά 50%.

Π.χ. για τη βεβαίωση, που χορηγείται σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης με τρία μέλη, που ασκεί δραστηριότητα σε χωριό ή κωμόπολη μέχρι 2.000 κατοίκους (μη τουριστική περιοχή), επιβάλλεται 50.000 δρχ. για την εταιρία και 3.000 δρχ. (2.000+50%) για κάθε μέλος της εταιρίας αυτής, δηλαδή συνολικά 59.000 δρχ.

- Για τη βεβαίωση, που χορηγείται σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης με τρία μέλη, που ασκεί δραστηριότητα σε χωριό ή κωμόπολη άνω των 2.000 και μέχρι 10.000 κατοίκους ή σε χωριό ή κωμόπολη μέχρι 2.000 κατοίκους, που είναι σε τουριστική περιοχή, επιβάλλεται 50.000 για την εταιρία και 7.500 δρχ. (5.000+50%) για κάθε μέλος της εταιρίας αυτής, δηλαδή συνολικά 72.500 δρχ.

Δ. Το πάγιο τέλος που ορίζεται ανωτέρω για τα μέλη των ομορρύθμων, ετερορρύθμων και περιορισμένης ευθύνης εταιριών, δηλαδή το τέλος που ορίζεται στην κατηγορία Α΄, κατά τις διακρίσεις αυτής, για τα ομόρρυθμα μέλη των ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιριών και το τέλος αυτό προσαυξημένο κατά 50% για τα ετερόρρυθμα μέλη των ετερόρρυθμων εταιριών και τα μέλη των εταιριών περιορισμένης ευθύνης, επιβάλλεται και στη βεβαίωση που εκδίδεται συνεπεία υποβολής από τις εταιρίες αυτές δηλώσεων μεταβολής δραστηριότητας για την είσοδο κάθε νέου μέλους σ' αυτές με οποιοδήποτε τρόπο (πρόσληψη νέου μέλους, εκχώρηση μερίδας κ.λ.π.).

Ε. Κοινοπραξίες επιτηδευματιών δρχ. 50.000. Το τέλος αυτό επιβάλλεται για κάθε κοινοπραξία, ανεξάρτητα από τον τόπο που ασκεί δραστηριότητα. Για κάθε μέλος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, των κοινοπραξιών της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Π.Δ. 99/1977, επιβάλλεται επιπλέον το τέλος που ορίζεται στην κατηγορία Α΄, κατά τις διακρίσεις αυτής και με βάση τον τόπο άσκησης της δραστηριότητας της κοινοπραξίας.

ΣΤ. Ανώνυμες εταιρίες δρχ. 150.000. Το τέλος αυτό επιβάλλεται για κάθε ανώνυμη εταιρία ανεξάρτητα από τον τόπο που ασκεί δραστηριότητα.

Ζ. Για τα λοιπά πρόσωπα, που ασκούν δραστηριότητα, επιβάλλεται τέλος δρχ. 10.000, ανεξάρτητα από τον τόπο που ασκούν δραστηριότητα. Το ίδιο τέλος επιβάλλεται και στις βεβαιώσεις έναρξης επιτηδεύματος, που χορηγούνται στον ιδρυτή νομικού προσώπου ή οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης.

Η. Το τέλος, που ορίζεται στις ανωτέρω περιπτώσεις, με εξαίρεση το τέλος για τα μέλη των ομόρρυθμων, ετερόρρυθμων και περιορισμένης ευθύνης εταιριών, επιβάλλεται στις βεβαιώσεις, που εκδίδονται συνεπεία υποβολής δήλωσης μεταβολής δραστηριότητας στην περίπτωση ίδρυσης υποκαταστήματος.

Έτσι, εάν ένα φυσικό πρόσωπο, εταιρία, κοινοπραξία ή άλλο πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα, ιδρύσει υποκατάστημα, για τη βεβαίωση που θα εκδοθεί για την υποβολή της δήλωσης μεταβολής δραστηριότητας θα επιβληθεί τέλος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, με εξαίρεση, βέβαια, το τέλος για τα μέλη των ομόρρυθμων, ετερόρρυθμων και περιορισμένης ευθύνης εταιριών.

Διευκρινίζεται, ότι προκειμένου περί φυσικών προσώπων, που ιδρύουν υποκατάστημα, θα καταβληθεί τέλος με βάση τον τόπο, που ασκείται δραστηριότητα από το υποκατάστημα.

Έτσι, εάν π.χ. το κύριο κατάστημα βρίσκεται σε πόλη άνω των 50.000 κατοίκων και το υποκατάστημα ιδρυθεί σε χωριό ή κωμόπολη μέχρι 2.000 κατοίκους (μη τουριστική περιοχή), για τη βεβαίωση, που θα χορηγηθεί για την υποβολή δήλωσης μεταβολής δραστηριότητας, συνεπεία της ίδρυσης του υποκαταστήματος από το φυσικό πρόσωπο, θα καταβληθεί τέλος δρχ. 2.000.

Το τέλος, που επιβάλλεται, στις ανωτέρω βεβαιώσεις, εισπράττεται, ανεξάρτητα από το ύψος του, με αποδεικτικό πληρωμής της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, που εκδίδει τις βεβαιώσεις. Σημειώνεται, ότι δεν θα χορηγούνται οι ανωτέρω βεβαιώσεις εάν προηγουμένως δεν έχει καταβληθεί το οφειλόμενο τέλος. Ο αριθμός του αποδεικτικού πληρωμής θα αναγράφεται στο αντίτυπο της βεβαίωσης, που παραμένει στη ΔΟΥ.

Το έσοδο από την επιβολή του ανωτέρω τέλους θα βεβαιώνεται στον κωδικό αριθμό εσόδου 1425 με τίτλο «τέλη χαρτοσήμου βεβαιώσεων έναρξης ή μεταβολής δραστηριότητας».

Παράγραφος 7

Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του κώδικα χαρτοσήμου, όπως ίσχυαν μέχρι τώρα, τα αναλογικά τέλη χαρτοσήμου εισπράττονταν, εάν δεν υπερέβαιναν το ποσό των εξακοσίων (600) δραχμών, με κινητό επίσημα και εάν υπερέβαιναν το ποσό αυτό, εξ ολοκλήρου με αποδεικτικό πληρωμής του Δημόσιου Τομέα (Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του κώδικα χαρτοσήμου, τα πάγια τέλη χαρτοσήμου εισπράττονταν, εφόσον δεν οριζόταν διαφορετικά, εάν δεν υπερέβαιναν το ποσό αυτό είτε με κινητό επίσημα, είτε με αποδεικτικό πληρωμής, κατά την κρίση του υπόχρεου.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 35 του κώδικα χαρτοσήμου, που αναφέρονται στα άρθρα 25, 26 και 27 εισπράττονταν εάν δεν υπερέβαιναν το ποσό των διακοσίων πενήντα (250) δρχ. είτε με επικόλληση επί των εγγράφων αναλόγου επισήματος, είτε με αποδεικτικό πληρωμής, κατά την κρίση του υποχρέου, και εάν υπερέβαιναν το ποσό των διακοσίων πενήντα (250) δρχ. εξ ολοκλήρου με αποδεικτικό πληρωμής.

Με τη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου αυτού (19), τα ανωτέρω ποσά των 600 και 250 δρχ., κατά περίπτωση, αυξάνονται από 8.4.1990 σε δρχ. 1.000.

Παράγραφος 8

Με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 19 ορίζεται ρητά η έναρξη ισχύος των διατάξεων των παραγράφων 3, 4, 5, 6 και 7 του άρθρου αυτού, για την οποία έγινε αναφορά και στην ανάλυση των επιμέρους διατάξεων. Οι διατάξεις αυτές αρχίζουν να ισχύουν μετά 15 ημέρες από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 8.4.1990.

Παράγραφος 9

Σε πολλές διατάξεις του Κώδικα Χαρτοσήμου τίθεται ως προϋπόθεση της μη υπαγωγής σε αναλογικό τέλος χαρτοσήμου μιας σύμβασης, πράξης, σχέσης ή συναλλαγής ή της υπαγωγής της σε πάγιο τέλος η προηγούμενη υπαγωγή στο προσήκον τέλος χαρτοσήμου (αναλογικό ή πάγιο) κάποιας άλλης σύμβασης - πράξης κ.λ.π. Μετά την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας και του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών, στους οποίους ενσωματώθηκε και το τέλος χαρτοσήμου, δημιουργήθηκε πρόβλημα, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, στις περιπτώσεις που δεν πληρούται μεν η προϋπόθεση της προηγούμενης χαρτοσήμανσης μιας σύμβασης, πράξης κ.λ.π., έχει υπαχθεί όμως αυτή στο καθεστώς του φόρου προστιθέμενης αξίας ή του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών, με συνέπεια την υπαγωγή της και σε τέλος χαρτοσήμου και σε φόρο προστιθέμενης αξίας ή σε ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών, κατά περίπτωση.

Για την αποφυγή της διπλής φορολόγησης της ανωτέρω σύμβασης, πράξης, κ.λ.π. προβλέπεται με τη διάταξη της παραγράφου αυτής, ότι, όπου από τις κείμενες διατάξεις ορίζεται ότι η μη υπαγωγή σε τέλος χαρτοσήμου μιας σύμβασης, πράξης, σχέσης ή συναλλαγής ή η υπαγωγή της σε πάγιο τέλος εξαρτάται από την προηγούμενη υπαγωγή κάποιας άλλης σύμβασης, πράξης κ.λ.π. στο προσήκον τέλος χαρτοσήμου, θεωρείται, ότι πληρούται η προϋπόθεση αυτή και στην περίπτωση που η σύμβαση, πράξη κ.λ.π. αυτή έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του φόρου προστιθέμενης αξίας ή του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών.

Κατωτέρω, παραθέτουμε ενδεικτικά συμβάσεις και σχέσεις, η χαρτοσήμανση των οποίων εξαρτάται από την προηγούμενη υπαγωγή στο προσήκον τέλος κάποιας άλλης σύμβασης, πράξης ή σχέσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, και επομένως θα υπαχθούν στη ρύθμιση της διάταξης αυτής εάν συντρέχει η προϋπόθεση της υπαγωγής προηγούμενης σύμβασης, πράξης κ.λ.π. στη ρύθμιση του φόρου προστιθέμενης αξίας ή του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών. Τέτοιες συμβάσεις, πράξεις κ.λ.π. είναι:

α) Η αναγνώριση χρέους και η άφεση χρέους. Οι συμβάσεις αυτές θα υπαχθούν στο πάγιο τέλος των άρθρων 17 παρ. 1γ' ή 34 παρ. 3 του Κώδικα Χαρτοσήμου, κατά περίπτωση, όχι μόνο στην περίπτωση που το χρέος προέρχεται από συναλλαγή, η οποία έχει υπαχθεί προηγουμένως στο προσήκον αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, αλλά και στην περίπτωση που το χρέος προέρχεται από συναλλαγή, η οποία υπάγεται στο καθεστώς του ΦΠΑ ή του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών.

β) Η λογοδοσία. Οι λογοδοσίες επιτρόπων, κηδεμόνων, δικαστικών αντιληπτόρων ή προσωρινών διαχειριστών θα υπαχθούν στο πάγιο τέλος της διάταξης της παρ. 12 του άρθρου 15 του Κώδικα Χαρτοσήμου (σήμερα 50 δρχ.), όχι μόνο στην περίπτωση, που για τις πράξεις ή σχέσεις, για τις οποίες δόθηκε η εντολή, καταβλήθηκε το προσήκον αναλογικό τέλος, αλλά και στην περίπτωση που για τις πράξεις κ.λ.π. αυτές καταβλήθηκε, αντί τέλους χαρτοσήμου, φόρος προστιθέμενης αξίας ή ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών.

γ) Ο συμψηφισμός. Η σύμβαση αυτή θα υπαχθεί στο πάγιο τέλος των άρθρων 13 παρ.1β΄ ή 15 παρ. 1β΄ του Κώδικα Χαρτοσήμου, όχι μόνο στην περίπτωση που οι προς συμψηφισμό προτεινόμενες απαιτήσεις και ανταπαιτήσεις προέρχονται από πράξεις, που έχουν υπαχθεί προηγουμένως στο προσήκον αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, αλλά και στην περίπτωση, που οι απαιτήσεις και ανταπαιτήσεις αυτές έχουν υπαχθεί στο καθεστώς του ΦΠΑ ή του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών.

δ) Τα απόγραφα εκτελεστών δικαστικών αποφάσεων. Τα απόγραφα αυτά θα υπαχθούν στο πάγιο τέλος των αντιγράφων της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 1γ΄ του Κώδικα Χαρτοσήμου (σήμερα δρχ.50), όχι μόνο στην περίπτωση που με τις δικαστικές αποφάσεις επιδικάζονται απαιτήσεις, που απορρέουν από πράξεις, οι οποίες έχουν υπαχθεί προηγουμένως στο προσήκον αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, αλλά και στην περίπτωση, που οι επιδικαζόμενες αυτές απαιτήσεις απορρέουν από πράξεις, που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς του ΦΠΑ ή του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών.

ε) Η θεώρηση από συμβολαιογράφο ιδιωτικού εγγράφου σύστασης ενεχύρου προς το σκοπό όπως αυτό αποκτήσει βέβαιη χρονολογία. Η θεώρηση αυτή θα υπαχθεί στο πάγιο τέλος της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 3 του Κώδικα Χαρτοσήμου (σήμερα 100δρχ.) όχι μόνο στην περίπτωση, που η κυρία σύμβαση η οποία ασφαλίζεται με το ενέχυρο, έχει υπαχθεί προηγουμένως στο προσήκον αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, αλλά και στην περίπτωση, που η κυρία αυτή σύμβαση υπάγεται στο καθεστώς του φόρου προστιθέμενης αξίας ή του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών.

στ) Τα νοσήλεια και τα έξοδα κηδείας, που εξοφλούνται από τα Ασφαλιστικά Ταμεία και τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς. Η εξόφληση από τα Ασφαλιστικά Ταμεία και τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς των νοσηλείων και των εξόδων κηδείας, που προκαταβλήθηκαν από τους ασφαλισμένους αυτών, δεν θα υπαχθούν σε τέλος χαρτοσήμου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 15ε του Κώδικα Χαρτοσήμου, γιατί τα εν λόγω νοσήλεια ή έξοδα κηδείας υπάγονται στο καθεστώς του φόρου προστιθέμενης αξίας.

ζ) Τα οδοιπορικά έξοδα και τα έξοδα κίνησης. Οι αποδείξεις εξόφλησης, επί αποδόσει λογαριασμού, οδοιπορικών εξόδων και εξόδων κίνησης δεν υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3ζ΄ του άρθρου 17 του Κώδικα Χαρτοσήμου, και στην περίπτωση που τα δικαιολογητικά των εξόδων και των δαπανών έχουν υπαχθεί στο καθεστώς του φόρου προστιθέμενης αξίας.

η) Οι εξοφλήσεις ενταλμάτων ή παρακαταθηκών από το Τ.Π.Δ. Οι εξοφλήσεις ενταλμάτων ή παρακαταθηκών οποιωνδήποτε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπόκεινται στο πάγιο τέλος των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1β ή 15 παρ. 1β του Κώδικα Χαρτοσήμου (σήμερα 50 δρχ.) όχι μόνο στην περίπτωση, που η σχέση, η οποία δηλώνεται στο γραμμάτιο σύστασης της παρακαταθήκης, αναφέρεται σε συναλλαγή, που έχει υπαχθεί προηγουμένως στο προσήκον αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, αλλά και στην περίπτωση, που η σχέση αυτή έχει υπαχθεί στο καθεστώς του ΦΠΑ ή του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών.

Αντίθετα, η διάταξη της παραγράφου αυτής δεν τυγχάνει εφαρμογής στις συμβάσεις εκείνες, των οποίων η χαρτοσήμανση δεν εξαρτάται από την προηγούμενη χαρτοσήμανση κάποιας άλλης πράξης ή σχέσης, καθόσον οι συμβάσεις αυτές είναι ανεξάρτητες και αυτοτελείς. Έτσι, υπόκεινται π.χ. σε αναλογικό τέλος (3% ή 2%, κατά περίπτωση):

α) Η εκχώρηση, έστω και αν η εκχωρούμενη απαίτηση προέρχεται από συναλλαγή, η οποία υπάγεται στο καθεστώς του ΦΠΑ ή του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών.

β) Η αναδοχή χρέους, έστω και αν το αναδεχόμενο χρέος προέρχεται από συναλλαγή, η οποία υπάγεται στο καθεστώς του ΦΠΑ ή του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών.

γ) Ο συμβιβασμός, έστω και αν οι προς συμβιβασμό προτεινόμενες απαιτήσεις προέρχονται από πράξεις, οι οποίες υπόκεινται στο καθεστώς του ΦΠΑ ή του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών.

Η διάταξη της παραγράφου αυτής ισχύει από 1.1.1987. Τέλη όμως χαρτοσήμου που έχουν τυχόν καταβληθεί πριν από την ανωτέρω ρύθμιση και μέχρι τη δημοσίευση του κοινοποιούμενου νόμου, δηλαδή μέχρι και 23.3.1990, θεωρούνται, ότι καλώς καταβλήθηκαν και δεν επιστρέφονται.

Παράγραφος 10

Με τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 19 παρέχεται αντικειμενική απαλλαγή από το τέλος χαρτοσήμου για τις συμβάσεις ενεγγύων πιστώσεων, που έχουν ήδη ανοιχθεί ή θα ανοιχθούν κατ' εντολή της Δημόσιας Επιχείρησης Πετρελαίου για την προμήθεια πετρελαιοειδών και φυσικού αερίου.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, δεν θα καταβληθεί τέλος χαρτοσήμου για τις συμβάσεις ενεγγύων πιστώσεων, που θα ανοιχθούν κατ' εντολή της Δημόσιας Επιχείρησης Πετρελαίου για την προμήθεια πετρελαιοειδών προϊόντων και φυσικού αερίου, ούτε να αναζητηθεί τέλος χαρτοσήμου για τις ίδιες συμβάσεις, που είχαν ήδη ανοιχθεί στο παρελθόν.

Παράγραφος 11

Με τη διαταγή μας Σ.3657/442/19.12.1986 (ΠΟΛ. 349) διευκρινίστηκε, ότι οι διατάξεις του Δεύτερου Μέρους (άρθρα 6-16) του Ν. 1676/1986, με τις οποίες επιβλήθηκε ο ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών, δεν αφορούν τις συμβάσεις πίστωσης σε ανοικτό λογαριασμό που καταρτίστηκαν μέχρι 31.12.1986 και συνεχίζονται και μετά την ημερομηνία αυτή, και ότι στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις περί τελών χαρτοσήμου.

Ήδη, με τη διάταξη της παραγράφου 11, παρέχεται η δυνατότητα στους δικαιούχους των συμβάσεων παροχής πίστωσης σ' ανοικτό λογαριασμό, που καταρτίστηκαν μέχρι 31.12.1986 και συνεχίζονται ακόμη, να ζητήσουν την υπαγωγή τους, από την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής (δηλαδή από 23.3.1990), αντί σε τέλος χαρτοσήμου (0,5% κατ' έτος) σε ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών (3% εφάπαξ).

Παράδειγμα:

Έστω ότι έχει καταρτισθεί πίστωση σ' ανοικτό λογαριασμό αόριστης διάρκειας την 1.7.1986, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί. Η πίστωση αυτή χαρτοσημάνθηκε διαδοχικά μέχρι 30.6.1990. Με τη διάταξη της παραγράφου 11 παρέχεται η δυνατότητα στο δικαιούχο (σ΄ αυτόν δηλαδή στον οποίο χορηγήθηκε η πίστωση), για όσο διάστημα η πίστωση λειτουργήσει μετά τις 30.6.1990, να ζητήσει την υπαγωγή της σε ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών (3% εφάπαξ) και όχι σε τέλος χαρτοσήμου (0,5%) κατ' έτος. Εννοείται, ότι το τέλος χαρτοσήμου, που έχει καταβληθεί για την πίστωση αυτή μέχρι τώρα, δεν θα επιστρέφεται ούτε θα συμψηφίζεται με τον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών.

Διευκρινίζεται, ότι την υπαγωγή της πίστωσης στον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών, αντί σε τέλος χαρτοσήμου, πρέπει να ζητήσουν οι δικαιούχοι πριν τη συμπλήρωση του ετήσιου διαστήματος, για το οποίο η πίστωση έχει χαρτοσημανθεί. Δεν έχουν δηλαδή την ευχέρεια αυτή και μέσα στη δίμηνη προθεσμία, που προβλέπεται για την εμπρόθεσμη χαρτοσήμανσή της.

Έτσι, εάν δεν ζητήσουν την υπαγωγή της στον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών πριν από τη συμπλήρωση του ετήσιου διαστήματος για το οποίο είχε χαρτοσημανθεί, δεν μπορούν να κάνουν χρήση της δυνατότητας, που τους παρέχει η διάταξη, για το επόμενο ετήσιο διάστημα, αλλά θα πρέπει να καταβάλουν τέλος χαρτοσήμου, το οποίο βεβαίως δεν θα επιστραφεί ούτε θα συμψηφισθεί με τον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών που θα καταβάλουν εάν ζητήσουν την εφαρμογή της διάταξης αργότερα και πάντα πριν συμπληρωθεί το ετήσιο διάστημα, για το οποίο χαρτοσημάνθηκε. Για τη διαπίστωση της προϋπόθεσης αυτής θα δηλώνεται από τους δικαιούχους εγγράφως στις τράπεζες, ότι επιθυμούν την υπαγωγή της πίστωσης στον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών. Οι τράπεζες πρέπει να αποδίδουν φόρο τραπεζικών εργασιών και για τις πιστώσεις αυτές, τις οποίες θα συμπεριλαμβάνουν στη δήλωση, που αφορά το μήνα μέσα στον οποίο συμπληρώνεται ο χρόνος, για τον οποίο οι πιστώσεις είχαν χαρτοσήμανση, θα έχει λήξει στις 30.6.1990, η πίστωση θα περιληφθεί στη δήλωση, που θα αφορά το μήνα Ιούνιο του 1990, (χρόνος υποβολής 25.7.1990).

Παράγραφος 12

Με τη διάταξη της παραγράφου 12 αντικαθίσταται η περίπτωση β του άρθρου 9 του ν. 1676/1986. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη, η υποχρέωση καταβολής του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών, αναφορικά με την παροχή πιστώσεως, γεννάται όχι κατά την κατάρτισή της, όπως μέχρι τώρα, αλλά κατά το χρόνο της πρώτης εκταμίευσής της, για ολόκληρο, όμως, το ποσό της πίστωσης.

Παράδειγμα:

Έστω ότι καταρτίζεται πίστωση σ' ανοικτό λογαριασμό στις 10 Αυγούστου 1990 για ποσό 5.000.000 δρχ. και η πρώτη εκταμίευση γίνεται στις 10 Σεπτεμβρίου 1990 για ποσό 1.000.000 δρχ. Η φορολογική υποχρέωση γεννάται στις 10 Σεπτεμβρίου 1990 για ολόκληρο το ποσό της πίστωσης, δηλαδή για τα 5.000.000 δρχ.

Η διάταξη αυτή ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 23.3.1990 και επομένως καταλαμβάνει πιστώσεις, που καταρτίζονται από την ημερομηνία αυτή και μετά. Αντίθετα, η διάταξη αυτή δεν καταλαμβάνει αυξήσεις πιστώσεων, έστω και αν οι αυξήσεις αυτές αφορούν πιστώσεις, που καταρτίζονται μετά την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής.

Παράγραφος 13

Με τις διατάξεις της δεύτερης περιόδου της παρ. 3 του άρθρου 23 του ν. 1731/1987 χορηγήθηκε απαλλαγή από τα τέλη χαρτοσήμου και τον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών, κατά περίπτωση, για τις συμβάσεις ρύθμισης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, που απορρέουν από δάνεια ή πιστώσεις, που έχουν χορηγηθεί ή θα χορηγηθούν από τράπεζες ή τα ειδικά πιστωτικά ιδρύματα σε επιχειρήσεις ή φυσικά πρόσωπα, εφόσον η ρύθμιση αυτή προβλέπεται με απόφαση των Νομισματικών Αρχών. Οδηγίες για τη διάταξη αυτή έχουν δοθεί με τη διαταγή μας Σ. 2854/394/ΠΟΛ. 263/1987.

Με τη διάταξη της παραγράφου 13 αντικαταστάθηκε η ανωτέρω περίοδος. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη, η απαλλαγή παρέχεται για τις συμβάσεις ρύθμισης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων από δάνεια ή πιστώσεις τραπεζών ή ειδικών πιστωτικών ιδρυμάτων προς οποιονδήποτε (και όχι μόνο σε επιχειρήσεις ή φυσικά πρόσωπα), με την προϋπόθεση πάλι, ότι η ρύθμιση αυτή προβλέπεται από απόφαση των νομισματικών αρχών.

Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 23.3.1990.

                                                                         ΑΡΘΡΟ  20

                                                           Φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων

Με τις διατάξεις του άρθρου 20 προβλέπεται η υπαγωγή στο φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίων της μεταβολής του σκοπού προσώπου του άρθρου 17 του ν. 1676/1986, στο οποίο, βάσει του προηγούμενου σκοπού του είχε χορηγηθεί απαλλαγή από το φόρο, ενώ δεν προβλέπεται τέτοια απαλλαγή και βάσει του νέου σκοπού.

Παράδειγμα:

Έστω, ότι έχει συσταθεί αμιγής ναυτιλιακή εταιρία, για την οποία σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του ν. 1676/1986, δεν καταβάλλεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων κατά τη σύστασή της και την αύξηση του κεφαλαίου της. Εάν ο σκοπός της εταιρίας αυτής μεταβληθεί, παύσει δηλαδή να είναι αμιγής ναυτιλιακή εταιρία, θα πρέπει να καταβληθεί κατά το χρόνο μεταβολής του σκοπού φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίων για το κεφάλαιο, που είχε κατά την αρχική σύσταση και για τις τυχόν γενόμενες αυξήσεις του κεφαλαίου μέχρι το χρόνο μεταβολής του σκοπού.

Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, (23.3.1990).

                                                                           ΑΡΘΡΟ  21

                                     Καταβολή φόρου κύκλου εργασιών ασφαλιστικών επιχειρήσεων

Με τη διάταξη του άρθρου 21 καταργείται η καταβολή σε δόσεις του φόρου κύκλου εργασιών από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που προβλέπεται από την απόφαση Μ. 10470/1954 του υπουργού Οικονομικών.

Έτσι, η υποβολή των δηλώσεων απόδοσης του φόρου κύκλου εργασιών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων θα γίνεται στις προβλεπόμενες μέχρι τώρα προθεσμίες, ο φόρος, όμως θα καταβάλλεται εφάπαξ κατά την υποβολή της δήλωσης και όχι σε τρεις δόσεις.

Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1.1.1990 και καταλαμβάνει ασφάλιστρα και δικαιώματα, που καθίστανται απαιτητά από την ημερομηνία αυτή και μετά. Η πρώτη δήλωση δηλαδή, που θα υπαχθεί στη νέα ρύθμιση, είναι αυτή που η προθεσμία υποβολής της λήγει στις 10 Ιουλίου 1990, (ασφάλιστρα και δικαιώματα του πρώτου ημερολογιακού τριμήνου του 1990). Αντίθετα, για τη δήλωση που πρέπει να υποβληθεί μέχρι 10 Απριλίου 1990, (ασφάλιστρα και δικαιώματα τετάρτου ημερολογιακού τριμήνου του 1989), ο φόρος θα καταβληθεί, όπως ορίζει η απόφαση του υπουργού Οικονομικών Μ. 10470/1954, δηλαδή σε τρεις δόσεις.

                                                                    ΑΡΘΡΟ  22

                 Επανυπολογισμός εφάπαξ πρόσθετου ειδικού τέλους - Τρόπος καταβολής εισφορών

Παράγραφος 1

Με τις μέχρι τώρα διατάξεις δεν παρεχόταν η δυνατότητα επανυπολογισμού του πρόσθετου ειδικού τέλους που καταβάλλεται για τα επιβατικά αυτοκίνητα, που τίθενται το πρώτο σε κυκλοφορία ως ιδιωτικής χρήσης, σε περίπτωση αντικατάστασης του κινητήρα τους με κινητήρα μεγαλύτερου κυλινδρισμού. Επίσης, δεν προβλεπόταν ρητά η καταβολή του εφάπαξ πρόσθετου ειδικού τέλους όταν, μετά την αντικατάσταση ο κινητήρας του αυτοκινήτου είχε κυλινδρισμό ανώτερο από το όριο, για το οποίο προβλέπεται απαλλαγή, η οποία και χορηγήθηκε κατά την αρχική άδεια, (π.χ. ανάπηροι).

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 22 ορίζονται τα ανωτέρω θέματα.

Ειδικότερα με τις διατάξεις αυτές:

α) Προβλέπεται επανυπολογισμός του πρόσθετου ειδικού τέλους σε περίπτωση αντικατάστασης κινητήρα αυτοκινήτου με κινητήρα μεγαλύτερου κυλινδρισμού, εφόσον η αντικατάσταση λαμβάνει χώρα εντός τριετίας από την έκδοση της πρώτης άδειας κυκλοφορίας, με βάση τον κυλινδρισμό του νέου κινητήρα και καταβάλλεται η διαφορά κατά την έκδοση της νέας άδειας κυκλοφορίας, με βάση τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο έκδοσης της άδειας αυτής. Αντίθετα, δεν θα γίνεται επανυπολογισμός, εφόσον η αντικατάσταση γίνεται μετά τριετία από την έκδοση της πρώτης άδειας κυκλοφορίας.

β) Προβλέπεται η καταβολή ολόκληρου του πρόσθετου ειδικού τέλους σε περίπτωση αντικατάστασης κινητήρα αυτοκινήτου των προσώπων, που απαλλάχθηκαν από το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος, με κινητήρα μεγαλύτερου κυλινδρισμού από το όριο, που προβλέπεται για την απαλλαγή. Η καταβολή γίνεται με βάση τις διατάξεις, που ισχύουν κατά το χρόνο έκδοσης της νέας άδειας κυκλοφορίας. Η υποχρέωση αυτή υπάρχει ανεξάρτητα από το χρόνο που γίνεται η αντικατάσταση και όχι μόνο μέσα στην τριετία, που προβλέπει η προηγούμενη περίπτωση.

γ) Προβλέπεται υποχρέωση, όσων προβαίνουν σε αντικατάσταση κινητήρα του αυτοκινήτου τους, προσκόμισης των σχετικών φορολογικών στοιχείων, που εκδόθηκαν για την αγορά ή τοποθέτηση του κινητήρα, προκειμένου να τους εκδοθεί νέα άδεια κυκλοφορίας.

Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 1.4.1990.

Παράγραφος 2

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 22 αλλάζει ο τρόπος καταβολής των εισφορών, που οφείλονται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Ν.Δ. 49/1968 για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας φορτηγού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης και του άρθρου 12 του ν. 383/1976 για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας φορτηγού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης.

Με τις διατάξεις αυτές, η ισχύς των οποίων αρχίζει από την πρώτη του επομένου μήνα, από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 1.4.1990, ο τρόπος καταβολής ορίζεται ως εξής:

Αν το ποσό της εισφοράς ανέρχεται μέχρι και εξήντα χιλιάδες (60.000) δρχ. καταβάλλεται εφάπαξ κατά τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας.

Αν υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) δρχ., τότε καταβάλλεται σε δόσεις κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 49/1968 και της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του ν. 383/1976, δηλαδή το 1/6 με τη χορήγηση της άδειας και το υπόλοιπο ποσό σε 5 ισόποσες μηνιαίες δόσεις από τις οποίες η πρώτη εντός του πρώτου δεκαημέρου του μεθεπόμενου μήνα από την έκδοση της άδειας. Η κάθε δόση, όμως, δεν μπορεί να είναι κατώτερη των σαράντα χιλιάδων (40.000) δρχ. εκτός από την τελευταία. Εάν για την τελευταία δόση προκύπτει ποσό μέχρι 20.000 δρχ., με το ποσό αυτό προσαυξάνεται το ποσό της προηγούμενης δόσης και έτσι οι δόσεις περιορίζονται κατά μία.

Για διευκόλυνσή σας παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:

α) Εάν η εισφορά ανέρχεται σε 240.000 δρχ., θα καταβληθεί το 1/6 αυτής δηλαδή 40.000 δρχ. κατά τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας και το υπόλοιπο ποσό των 200.000 δρχ. θα βεβαιωθεί σε πέντε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, δηλαδή για κάθε δόση δρχ. 40.000.

β) Εάν η εισφορά ανέρχεται σε 75.000 δρχ., θα καταβληθεί ποσό 40.000 δρχ. κατά τη χορήγηση της άδειας και το υπόλοιπο ποσό των 35.000 δρχ. θα βεβαιωθεί και θα καταβληθεί εφάπαξ.

Η ισχύς της διάταξης αυτής, όπως προαναφέραμε, αρχίζει από την πρώτη του επομένου μήνα από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 1.4.1990 και επομένως η ρύθμιση αυτή αφορά εισφορές, που οφείλονται για άδειες κυκλοφορίας, που εκδίδονται από την ημερομηνία αυτή και μετά.

                                                                             ΑΡΘΡΟ  23

                                                         Απαλλαγή αυτοκινήτων αναπήρων

Με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 1798/1988 είχε καταργηθεί η παράγραφος 2 του άρθρου 86 του ν. 1041/1980, όπως είχε συμπληρωθεί και είχε ρυθμισθεί σε νέα βάση το θέμα των απαλλαγών από το πρόσθετο ειδικό τέλος και τα τέλη κυκλοφορίας των Ι.Χ. επιβατικών αυτοκινήτων των αναπήρων Ελλήνων πολιτών και η έκταση αυτών.

Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 1731/1987 είχαν επεκταθεί οι απαλλαγές του ν. 490/1976 από το πρόσθετο ειδικό τέλος και τα τέλη κυκλοφορίας, που αφορούν τους αναπήρους πολέμου αξιωματικούς και οπλίτες και στους αγωνιστές της εθνικής αντίστασης, που υπάγονται στο ν. 1285/1982, οι οποίοι κατέστησαν ανάπηροι εξαιτίας των λόγων, που αναγράφονται στο άρθρο 5 του Π.Δ. 379/1983.

Με τις διατάξεις του άρθρου 23 αντικαθίστανται ορισμένες από τις ανωτέρω διατάξεις ή προστίθενται άλλες. Με τις νέες διατάξεις οι ανωτέρω απαλλαγές επεκτείνονται και σε άλλες κατηγορίες αναπήρων.

Ειδικότερα:

1. Οι απαλλαγές από το πρόσθετο ειδικό τέλος και τα τέλη κυκλοφορίας, που προβλέπονται για τα πρόσωπα του άρθρου 16 του ν. 1798/1988 επεκτείνονται και στους άνω των 4 ετών αναπήρους οι οποίοι:

- έχουν πλήρη παράλυση των άνω άκρων, ή αμφοτερόπλευρο ακρωτηριασμό αυτών ή

- είναι νοητικά καθυστερημένοι με δείκτη νοημοσύνης κάτω του 40% ή

- πάσχουν από αυτισμό, εφόσον αυτός συνοδεύεται από επιληπτικές κρίσεις ή πνευματική καθυστέρηση ή οργανικό ψυχοσύνδρομο, οι οποίοι εξαιτίας των παθήσεων αυτών έχουν καταστεί ανάπηροι με συνολικό ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, είναι ανίκανοι για εργασία και έχουν ανάγκη βοήθειας ή

- πάσχουν από μεσογειακή αναιμία ή

- πάσχουν από νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου.

Το παραλαμβανόμενο αυτοκίνητο των ανωτέρω προσώπων, προκειμένου να χορηγηθεί απαλλαγή πρέπει να έχει κυλινδρισμό κινητήρα μέχρι 1.650 κυβικά εκατοστά.

2. Οι απαλλαγές που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 490/1976 από το πρόσθετο ειδικό τέλος και τα τέλη κυκλοφορίας για τους αναπήρους πολέμου αξιωματικούς και οπλίτες και οι οποίες έχουν επεκταθεί και στους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης (άρθρο 34 του ν. 1731/1987), επεκτείνονται και στους ανάπηρους αγωνιστές του Δημοκρατικού Στρατού του ν. 1863/1989, εφόσον κατέστησαν ανάπηροι εξαιτίας της ιδιότητάς τους αυτής κατά τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στον παραπάνω νόμο.

Το παραλαμβανόμενο αυτοκίνητο των προσώπων αυτών (αγωνιστών Δημοκρατικού Στρατού), προκειμένου να χορηγηθεί απαλλαγή, πρέπει να έχει κυλινδρισμό κινητήρα μέχρι 1.650 κυβικά εκατοστά. Εξαιρετικά τα αυτοκίνητα που προορίζονται για παραπληγικούς ανάπηρους και ανάπηρους με αναπηρία 100%, μπορεί να έχουν κυλινδρισμό και πάνω από 1.650 κυβικά εκατοστά. Επίσης, σε ειδικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η φύση της αναπηρίας και η τοποθέτηση του βοηθητικού συστήματος οδήγησης απαιτούν αυτοκίνητα μεγαλύτερου χώρου από το χώρο των αυτοκινήτων κυλινδρισμού 1.650 κυβ. εκατοστών, κατά τη γνώμη της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής, οι απαλλαγές ισχύουν για αυτοκίνητα κυλινδρισμού μέχρι 2.000 κυβ. εκατοστά.

Οι όροι και οι προϋποθέσεις καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θα καθορισθούν με απόφαση του υπουργού Οικονομικών.

3. Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου αυτού αρχίζει μετά την πάροδο μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 24.4.1990.

                                                                       ΑΡΘΡΟ    40

                                         Κίνητρα για την απόσυρση επιβατικών αυτοκινήτων

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζεται, ότι για τη θέση σε κυκλοφορία επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, που έχει κυλινδρισμό κινητήρα μέχρι 1.600 κυβικά εκατοστά, δεν καταβάλλονται εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος ούτε τέλη κυκλοφορίας για το αυτοκίνητο αυτό για πέντε ημερολογιακά έτη, εφόσον όμως ο ιδιοκτήτης του θα αποσύρει από την κυκλοφορία και θα καταστρέψει μεταχειρισμένο επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης. Ως πρώτο έτος, για το οποίο δεν καταβάλλονται τέλη κυκλοφορίας, θεωρείται το έτος κατά το οποίο εκδόθηκε η άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου αντιρρυπαντικής τεχνολογίας.

Παράδειγμα:

Εάν το αυτοκίνητο αντιρρυπαντικής τεχνολογίας τεθεί σε κυκλοφορία την 1.10.1990, ύστερα από απόσυρση μεταχειρισμένου επιβατικού αυτοκινήτου, δεν θα καταβληθούν τέλη κυκλοφορίας μέχρι και το έτος 1994. Η ρύθμιση αυτή αφορά αυτοκίνητα, που θα τεθούν σε κυκλοφορία μέχρι 30.12.1992.

Όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, η διαδικασία για τη διαπίστωση της απόσυρσης και καταστροφής του αυτοκινήτου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, θα καθορισθεί με απόφαση των υπουργών Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και Μεταφορών και Επικοινωνιών.

                                                                         ΑΡΘΡΟ  41

                                                                    Κυρώσεις - Ποινές

Με το άρθρο αυτό καθορίζονται οι κυρώσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε περίπτωση αποσύνδεσης, τροποποίησης, αχρήστευσης του συστήματος αντιρρύπανσης ή χρησιμοποίησης καυσίμου άλλου από εκείνο που αναφέρεται στην άδεια κυκλοφορίας, καθώς και αντικατάστασης του κινητήρα του αυτοκινήτου, που έχει τελωνισθεί με το φορολογικό καθεστώς των επιβατικών αυτοκινήτων αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, εφόσον οι μετατροπές μεταβάλουν το χαρακτήρα του αυτοκινήτου από αντιρρυπαντικής τεχνολογίας σε αυτοκίνητο συμβατικής τεχνολογίας. Μεταξύ των κυρώσεων αυτών περιλαμβάνεται και η καταβολή του πρόσθετου ειδικού τέλους, που δεν είχε καταβληθεί και παύει και η απαλλαγή από τα τέλη κυκλοφορίας για το αυτοκίνητο αυτό, που προβλέπεται από τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου (40).

Τέλος, σας πληροφορούμε, ότι με το άρθρο 51 κυρώνονται και αποκτούν ισχύ νόμου οι αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών 1128765/5835/0014/22.12.1989, αναφορικά με την προθεσμία κοινοποίησης φύλλων ελέγχου στη φορολογία κύκλου εργασιών, 1060681/2239/0014/23.5.1989 αναφορικά με την απαλλαγή από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης των αμιγών νημάτων από συνθετικές ή τεχνικές υφαντικές ίνες συνεχείς και 1058141/2104/17.5.1989 αναφορικά με την απαλλαγή από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης των κοσμημάτων και συσκευών τεχνητού κλίματος. Οδηγίες για τις αποφάσεις αυτές σας δόθηκαν με τις διαταγές μας 1128941/5837/0014/29.12.1989 (ΠΟΛ. 1285), 1062339/2253/25.5.1989, (ΠΟΛ. 1133) και 1060087/209/0014/22.5.1989, (ΠΟΛ. 1126), αντίστοιχα.

 

 

 

 



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο