Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-2004 ]

ΣτΕ 867/2004 Για την αναγνώριση επαγγελματικής δαπάνης που καταβάλλεται σε αλλοδαπή επιχείρηση, η οποία δεν υπόκειται στις διατάξεις του ΚΦΣ, απαιτείται η έκδοση από τον καταβάλλοντα επιτηδευματία απόδειξης, η οποία πρέπει να φέρει την υπογραφή του λαμβάνοντος, διαφορετικά αρκεί το αποδεικτικό στοιχείο που εκδίδεται στο εξωτερικό. Τα μικροέξοδα κοινωνικής παραστάσεως, οι μικροδωρεές και τα μικροβοηθήματα εκπίπτουν χωρίς έρευνα της παραγωγικότητάς τους, αρκεί το ποσό να είναι εύλογο και καταχωρισμένο σε ιδιαίτερο λογαριασμό. Οι δαπάνες μεταφοράς οικοσκευής στελέχους είναι παραγωγικές και η καταβολή τους μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας δεν αναιρεί το χαρακτήρα αυτό. Δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία. (Αναιρεί την αριθμ. 4367/1996 ΔΕφΑθ).

(Για την αναγνώριση επαγγελματικής δαπάνης που καταβάλλεται σε αλλοδαπή επιχείρηση, η οποία δεν υπόκειται στις διατάξεις του ΚΦΣ, απαιτείται η έκδοση από τον καταβάλλοντα επιτηδευματία απόδειξης, η οποία πρέπει να φέρει την υπογραφή του λαμβάνοντος, διαφορετικά αρκεί το αποδεικτικό στοιχείο που εκδίδεται στο εξωτερικό. Τα μικροέξοδα κοινωνικής παραστάσεως, οι μικροδωρεές και τα μικροβοηθήματα εκπίπτουν χωρίς έρευνα της παραγωγικότητάς τους, αρκεί το ποσό να είναι εύλογο και καταχωρισμένο σε ιδιαίτερο λογαριασμό. Οι δαπάνες μεταφοράς οικοσκευής στελέχους είναι παραγωγικές και η καταβολή τους μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας δεν αναιρεί το χαρακτήρα αυτό. Δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία. (Αναιρεί την αριθμ. 4367/1996 ΔΕφΑθ). )

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Για την αναγνώριση επαγγελματικής δαπάνης που καταβάλλεται σε αλλοδαπή επιχείρηση, η οποία δεν υπόκειται στις διατάξεις του ΚΦΣ, απαιτείται η έκδοση από τον καταβάλλοντα επιτηδευματία απόδειξης, η οποία πρέπει να φέρει την υπογραφή του λαμβάνοντος, διαφορετικά αρκεί το αποδεικτικό στοιχείο που εκδίδεται στο εξωτερικό. Τα μικροέξοδα κοινωνικής παραστάσεως, οι μικροδωρεές και τα μικροβοηθήματα εκπίπτουν χωρίς
έρευνα της παραγωγικότητάς τους, αρκεί το ποσό να είναι εύλογο και καταχωρισμένο σε ιδιαίτερο λογαριασμό. Οι δαπάνες μεταφοράς οικοσκευής στελέχους είναι παραγωγικές και η καταβολή τους μετά τη λήξη της σύμβασης
εργασίας δεν αναιρεί το χαρακτήρα αυτό. Δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία. (Αναιρεί την αριθμ. 4367/1996 ΔΕφΑθ).



Αριθμός 867/2004
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2002, με την εξής σύνθεση : Φ. Στεργιόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β` Τμήματος, Σ. Καραλής, Α. Συγγούνα, Σύμβουλοι, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Μπερδεμπέ, Γραμματέας του Β` Τμήματος.

Για να δικάσει την από 8 Ιουλίου 1997 αίτηση :

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία .......... η οποία παρέστη με το δικηγόρο Σπυρίδωνα Μαράτο (Α.Μ. 6564), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Παναγιώτη
Παναγιωτουνάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ` αριθμ. 4367/1996 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Σ. Μαρκάτη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως κατεβλήθησαν τα νόμιμα τέλη (υπ' αριθμούς 7056533-4/1997 διπλότυπα εισπράξεως της Δ.Ο.Υ. Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών) και παράβολο (υπ' αριθμόν 978979, σειράς Α`, ειδικό παράβολο).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της αποφάσεως 4367/1996 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε μετ? αναίρεση της αποφάσεως 2996/1989 του ιδίου δικαστηρίου με την απόφαση 3053/1993 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση μεταρρυθμίσθηκε το
υπ? αριθμόν 881/1983 φύλλο ελέγχου φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 1979, το οποίο εκδόθηκε από τον Οικονομικό Έφορο Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών, κατόπιν εξαφανίσεως, κατά μερική αποδοχή εφέσεως της αναιρεσείουσας εταιρείας, της αποφάσεως 3735/1987 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και, εν συνεχεία, μερικής αποδοχής προσφυγής της ιδίας εταιρείας κατά του ως άνω φύλλου ελέγχου.

3. Επειδή, νομίμως συνεχίζει την δίκη η εταιρεία .......... ως καθολική διάδοχος, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα σχετικά έγγραφα, της εταιρείας η οποία άσκησε την κρινόμενη αίτηση.

4. Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με το προαναφερόμενο φύλλο ελέγχου το κατά το ένδικο οικονομικό έτος φορολογητέο εισόδημα της αναιρεσείουσας εταιρείας προσδιωρίσθηκε με την προσθήκη στα δηλωθέντα από αυτήν αποτελέσματα διαφόρων λογιστικών διαφορών συνολικού ύψους 81.518.221 δραχμών. Πλην μιας λογιστικής διαφοράς, ύψους 57.143.706 δραχμών, η οποία διεγράφη κατόπιν (μερικού) διοικητικού συμβιβασμού, και μιας λογιστικής διαφοράς, ύψους 2.575.938 δραχμών, η οποία διεγράφη με την προαναφερόμενη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατ' αποδοχή της προσφυγής της εταιρείας, οι λοιπές λογιστικές διαφορές δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως με την αιτιολογία ότι οι κατ' αυτών αιτιάσεις της εταιρείας είχαν προβληθεί κατ'ανεπίτρεπτη διεύρυνση του αντικειμένου της διαφοράς και, συνεπώς, απαραδέκτως
με δικόγραφο προσθέτων λόγων προσφυγής, με την ίδια δε αιτιολογία το διοικητικό εφετείο απέρριψε την έφεση της εταιρείας κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Η απόφαση του διοικητικού εφετείου αναιρέθηκε με την απόφαση 3053/1993 του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία κρίθηκε ότι αιτιάσεις κατά των επί μέρους κεφαλαίων μιας πράξεως δύνανται να προβάλλονται, εκτός του δικογράφου της προσφυγής, και με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Συμμορφούμενο με την αναιρετική αυτή απόφαση το διοικητικό εφετείο εξέτασε τις αιτιάσεις που είχαν προβληθεί με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων και, κατά μερική αποδοχή αυτών, μεταρρύθμισε το φύλλο ελέγχου διαγράφοντας μία λογιστική διαφορά και κρίνοντας νόμιμη την προσθήκη των λοιπών, η κρίση του δε ως προς ωρισμένες από αυτές αμφισβητείται με την κρινόμενη αίτηση.

5. Επειδή, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 περ. α` του Ν.Δ. 3323/1955 (Α` 214), το οποίο εφαρμόζεται και στην φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν.Δ. 3843/1958, από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως εκπίπτουν τα γενικά έξοδα διαχειρίσεως, ως τέτοια δε έξοδα νοούνται, κατά την διάταξη αυτή, οι παραγωγικές δαπάνες της επιχειρήσεως, δηλαδή, εκείνες οι οποίες συμβάλλουν στην διεύρυνση των εργασιών και την εν γένει βελτίωση της αποδόσεως της επιχειρήσεως. Εξ άλλου, ο Κώδικας
Φορολογικών Στοιχείων (Π.Δ. 99/1977, Α` 34) ορίζει στο άρθρο 24 παρ. 1 ότι "Ο επιτηδευματίας, ο υπόχρεως εις τήρησιν βιβλίων οιασδήποτε κατηγορίας ... δι` εκάστην εν γένει δαπάνην, αφορώσαν την άσκησιν του επαγγέλματός των ..., διά την οποίαν δεν ορίζεται υπό του Κώδικος τούτου η έκδοσις ιδίου στοιχείου, εκδίδουν διπλότυπον απόδειξιν δαπάνης, εις την οποίαν αναγράφουν το ονοματεπώνυμον, το επάγγελμα και την διεύθυνσιν του δικαιούχου, την αιτίαν της δαπάνης και το ποσόν ταύτης. Η απόδειξις αύτη υπογράφεται και υπό του λαμβάνοντος εις αμφότερα τα αντίτυπα ...". Ο ίδιος Κώδικας ορίζει στο άρθρο 15 παρ. 2 ότι "πάσα εγγραφή εις τα βιβλία αφορώσα συναλλαγήν ή ετέραν πράξιν του υποχρέου δέον να δικαιολογήται διά στοιχείων αποδεικνυόντων ταύτην" και στο άρθρο 43 παρ. 3 ότι "ουδέν έξοδον αναγνωρίζεται εάν δεν έχη εκδοθή αποδεικτικόν στοιχείον". Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για την αναγνώριση επαγγελματικής δαπάνης που καταβάλλεται σε αλλοδαπή επιχείρηση, η οποία δεν υπόκειται στις διατάξεις του ως άνω Κώδικος και, συνεπώς, δεν υποχρεούται να εκδώσει τα προβλεπόμενα από αυτόν στοιχεία, απαιτείται κατ` αρχήν, ελλείψει ειδικής προβλέψεως για τη συγκεκριμένη δαπάνη, η έκδοση, από τον καταβάλλοντα επιτηδευματία, αποδείξεως του ανωτέρω άρθρου 24, η οποία πρέπει να φέρει την υπογραφή του λαμβάνοντος. Αν όμως, λόγω των συνθηκών που συντρέχουν στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, δεν είναι δυνατή η λήψη της αποδείξεως αυτής, αρκεί για την αναγνώριση της δαπάνης το σχετικό αποδεικτικό στοιχείο που εκδίδεται στο εξωτερικό (ΣτΕ 1546/1999 επταμ.).


6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, η φορολογική αρχή δεν ανεγνώρισε προς έκπτωση έξοδα παραγωγής βιομηχανικού κλάδου 1.502.667 δραχμών, δαπάνες εμπορίας εμπορικού κλάδου 644.168 δραχμών και δαπάνες διοικήσεως εμπορικού κλάδου 213.950 δραχμών με την αιτιολογία ότι οι δαπάνες αυτές αποτελούν χρεώσεις αλλοδαπών συγγενών εταιρειών για παροχή εκ μέρους αυτών υπηρεσιών προς την αναιρεσείουσα και στηρίζονται σε χρεωστικά τους σημειώματα και όχι σε τιμολόγια αυτών ή, έστω, της αναιρεσείουσας, δεν εξήχθησαν σε ξένο συνάλλαγμα στην αλλοδαπή, αλλά πιστώθηκαν από την αναιρεσείουσα υπέρ των δικαιούχων εταιρειών, είναι δε και αόριστες. Το διοικητικό εφετείο έκρινε νόμιμη και ορθή την μη αναγνώριση των δαπανών αυτών και την προσθήκη των σχετικών κονδυλίων υπό την μορφή των λογιστικών διαφορών με την σκέψη ότι στην προκειμένη περίπτωση τα χρεωστικά σημειώματα, τα οποία δεν αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία, φέρουν μόνο τον χαρακτήρα στοιχείων εσωτερικής διαδικασίας της επιχειρήσεως, χωρίς τον επαρκή προσδιορισμό των παρασχεθεισών υπηρεσιών και, επομένως, είναι αόριστα αφού δεν μπορεί να διαπιστωθεί η παραγωγικότητα ή μη των σχετικών δαπανών. Η κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου είναι πλημμελώς αιτιολογημένη αφ'ενός, μεν, διότι, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, σύμφωνα με την προηγούμενη σκέψη, δεν αποκλείεται η αναγνώριση παραγωγικής δαπάνης προς αλλοδαπή επιχείρηση από οποιοδήποτε στοιχείο που εκδίδεται από την επιχείρηση αυτή, αφ' ετέρου, δε, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία, άλλωστε, δεν αναφέρεται με σαφήνεια ποίος ήταν ο εκδότης των χρεωστικών σημειωμάτων, δεν περιγράφεται το περιεχόμενο των χρεωστικών αυτών σημειωμάτων και, επομένως, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της κρίσεως του διοικητικού εφετείου περί αοριστίας των εν λόγω σημειωμάτων. Για τους λόγους αυτούς, βασίμως προβαλλόμενους με την υπό κρίση αίτηση, η προσβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα κατά το μέρος αυτό.

7. Επειδή, σε κάθε περίπτωση πιστώσεως δαπάνης για την οποία δεν προβλέπεται η έκδοση ειδικού αποδεικτικού στοιχείου, νόμιμο παραστατικό για την πιστωθείσα δαπάνη κατά τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων του έτους 1977 (Π.Δ. 99/1977) αποτελεί το πιστωτικό έγγραφο που εκδίδεται από τον οφειλέτη υπό την προϋπόθεση ότι περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται για τις αποδείξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Κώδικος αυτού.

8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, η φορολογική αρχή δεν ανεγνώρισε προς έκπτωση δαπάνη εμπορίας εμπορικού κλάδου 4.245.065 δραχμών με την αιτιολογία ότι η δαπάνη αυτή στηρίζεται σε πιστωτικό σημείωμα της αναιρεσείουσας και δεν υπάρχει νόμιμη έγκριση για την εξαγωγή του αντιστοίχου συναλλάγματος. Το διοικητικό εφετείο έκρινε νόμιμη την μη αναγνώριση της δαπάνης αυτής προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα με την σκέψη ότι τα πιστωτικά σημειώματα δεν αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία και φέρουν μόνο τον χαρακτήρα στοιχείων εσωτερικής διαδικασίας της επιχειρήσεως. Η κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου δεν είναι νομίμως αιτιολογημένη διότι η εν προκειμένω δαπάνη προς
αλλοδαπή επιχείρηση ή προς αλλοδαπές επιχειρήσεις, όπως προκύπτει από την παρατιθέμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία με την οποία η φορολογική αρχή δεν ανεγνώρισε την εν λόγω δαπάνη, οι οποίες δεν υπόκεινται στις διατάξεις του Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων, όπως εκτίθεται στην σκέψη 4, και δεν υποχρεούνται να εκδίδουν τα προβλεπόμενα από αυτόν στοιχεία, δεν αποκλείεται να στηρίζεται σε οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο αποδεικνύει αυτήν και, μάλιστα, σε πιστωτικό έγγραφο εκδιδόμενο σύμφωνα με τον Κώδικα
Φορολογικών Στοιχείων (Π.Δ. 99/1977). Για τον λόγο αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα κατά το μέρος αυτό.

9. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 35 παρ. 1 περ. θ` του Ν.Δ. 3323/1955, τα κατά την διάταξη αυτή μικροέξοδα κοινωνικής παραστάσεως, οι μικροδωρεές και τα μικροβοηθήματα εκπίπτουν χωρίς έρευνα της παραγωγικότητός τους, αρκεί το σχετικό ποσό να είναι εύλογο και ανάλογο προς την φύση της επιχειρήσεως και τον κύκλο των εργασιών της και υπό την προϋπόθεση ότι είναι καταχωρισμένα σε ιδιαίτερο λογαριασμό και έχουν χαρακτηρισθεί ως τέτοια στα βιβλία της επιχειρήσεως.

10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, η φορολογική αρχή δεν ανεγνώρισε προς έκπτωση μικροδωρεές σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, αθλητικά σωματεία της περιοχής των εγκαταστάσεων της κ.λπ., συνολικού ύψους 1.226.465 δραχμών, με την αιτιολογία ότι τα επί μέρους ποσά αποτελούν δαπάνες εξ ελευθεριότητος και δεν είναι παραγωγικές. Το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι τα ποσά αυτά, ανεξαρτήτως της μη συμβολής τους στην παραγωγικότητα της επιχειρήσεως, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μικροέξοδα κοινωνικής παραστάσεως εύλογα και ανάλογα προς την φύση και τον κύκλο εργασιών της αναιρεσείουσας και, επομένως, εν όψει και του ότι κατά την ένδικη χρήση η αναιρεσείουσα εδήλωσε ζημία, δόθηκαν εξ ελευθεριότητος και ορθώς δεν αναγνωρίσθηκαν προς έκπτωση από την φορολογική αρχή. Η κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου είναι πλημμελώς αιτιολογημένη αφ? ενός, μεν, διότι για την έκπτωση των ποσών αυτών ως μικροεξόδων, εφ? όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προαναφερομένης διατάξεως, δεν απαιτείται, όπως εκτίθεται στην προηγούμενη σκέψη, ο χαρακτηρισμός τους ως παραγωγικών δαπανών, ούτε η πραγματοποίηση κερδών κατά την οικεία διαχειριστική περίοδο, αφ` ετέρου, δε, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρονται τα σχετικά προς την φύση και τον κύκλο των εργασιών της αναιρεσείουσας στοιχεία στα οποία θα μπορούσε να στηριχθεί η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το μη εύλογο και ανάλογο των μικροεξόδων σε σχέση με την φύση και τον κύκλο των εργασιών. Για τον λόγο αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος αυτό.

11. Επειδή, τέλος, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, η φορολογική αρχή δεν ανεγνώρισε προς έκπτωση δαπάνες 872.222, 222.274 και 135.099 δραχμών οι οποίες αφορούν έξοδα μεταφοράς οικοσκευής αλλοδαπών στελεχών της αναιρεσείουσας με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε χρεωστικά σημειώματα αλλοδαπών συγγενών της εταιρειών, των οποίων υπάλληλοι ήσαν τα στελέχη αυτά πριν έλθουν στην Ελλάδα και οι οποίες κατέβαλαν τα έξοδα μεταφοράς των οικοσκευών, ότι δεν χορηγήθηκε έγκριση εξαγωγής συναλλάγματος και ότι η καταβολή των δαπανών αυτών δεν επιβάλλεται από συμβατική υποχρέωση. Το διοικητικό εφετείο έκρινε νόμιμη την μη αναγνώριση προς έκπτωση του συνόλου των δαπανών αυτών με την σκέψη ότι η δαπάνη των 872.222 δραχμών στηρίζεται σε χρεωστικό σημείωμα αλλοδαπής εταιρείας και όχι σε νόμιμο στοιχείο της φορολογουμένης, ενώ οι λοιπές δαπάνες αφορούν έξοδα μεταφοράς οικοσκευών από Αθήνα σε Λονδίνο σε χρόνο κατά τον οποίο είχε λήξει η σύμβαση εργασίας και ότι συνεπώς αποτελούν δαπάνες ελευθεριότητος. Η κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, καθ? όσον μεν αφορά την πρώτη δαπάνη διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην σκέψη 5, δεν αποκλείεται η αναγνώριση δαπάνης προς αλλοδαπή επιχείρηση από οποιοδήποτε στοιχείο που εκδίδεται από την επιχείρηση αυτή, καθ? όσον δε αφορά τις λοιπές δύο δαπάνες, διότι οι δαπάνες μεταφοράς οικοσκευής στελέχους εταιρείας αποτελούν κατ' αρχήν παραγωγικές δαπάνες, η δε καταβολή τους μετά την λήξη της συμβάσεως εργασίας δεν αναιρεί τον χαρακτήρα αυτόν.

12. Επειδή, αναιρουμένης κατά τα ανωτέρω της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να αναιρεθούν και τα μέρη αυτής που αφορούν την επιβολή εις βάρος της αναιρεσείουσας της κατ? άρθρο 8 του Ν.Δ. 4242/1962 χρηματικής ποινής και διοικητικής κυρώσεως εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 42 του Ν. 820/1978 λόγω του παρεπομένου χαρακτήρος των σε σχέση με την διαφορά του κυρίου φόρου και, επομένως, καθίσταται περιττή η εξέταση των σχετικώς προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως.

13. Επειδή, η υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη, χρήζει διευκρινίσεως ως προς το πραγματικό και πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

Διά ταύτα

Δέχεται την αίτηση
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμόν 4367/1996 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη σύμφωνα με το αιτιολογικό

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου και

Επιβάλλει εις βάρος του Δημοσίου την δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας η οποία ανέρχεται σε 760 ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2002 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος του Β` Τμήματος Η Γραμματέας του Β` Τμήματος


Φ. Στεργιόπουλος Μ. Μπερδεμπέ








ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο