Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 01-01-2006 ]

ΣτΕ 46/2006 Εκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των ανωνύμων εταιρειών των γενικών εξόδων διαχείρισης, εφόσον τοποσόν έχει αναγραφεί στα βιβλία της επιχείρησης, και έχει εκδοθεί το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών περιέχουν τα νόμιμα στοιχεία. Ελλιπή τα αναγραφόμενα στα επίδικα τιμολόγια στοιχεία χωρίς όμως να πλήττεται η αιτιολογία τους, αφού γίνεται σε αυτά μνεία των οικείων συμβάσεων έστω και άν δεν μνημονεύονται ρητά. Δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία (αναιρεί την αριθμ. 934/2003 ΔΕφΘεσ/κης).

(Εκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των ανωνύμων εταιρειών των γενικών εξόδων διαχείρισης, εφόσον τοποσόν έχει αναγραφεί στα βιβλία της επιχείρησης, και έχει εκδοθεί το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών περιέχουν τα νόμιμα στοιχεία. Ελλιπή τα αναγραφόμενα στα επίδικα τιμολόγια στοιχεία χωρίς όμως να πλήττεται η αιτιολογία τους, αφού γίνεται σε αυτά μνεία των οικείων συμβάσεων έστω και άν δεν μνημονεύονται ρητά. Δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία (αναιρεί την αριθμ. 934/2003 ΔΕφΘεσ/κης). )

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Εκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των ανωνύμων εταιρειών των γενικών εξόδων διαχείρισης, εφόσον τοποσόν έχει αναγραφεί στα βιβλία της επιχείρησης, και έχει εκδοθεί το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών περιέχουν τα νόμιμα στοιχεία. Ελλιπή τα αναγραφόμενα στα επίδικα τιμολόγια στοιχεία χωρίς όμως να πλήττεται η αιτιολογία τους, αφού γίνεται σε αυτά μνεία των οικείων συμβάσεων έστω και άν δεν μνημονεύονται ρητά. Δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία (αναιρεί την αριθμ. 934/2003 ΔΕφΘεσ/κης).



Αριθμός 46/2006
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2005, με την εξής σύνθεση: Φ. Στεργιόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β` Τμήματος, Σ. Καραλής, Ν. Σκλίας, Α. Συγγούνα, Ε. Αναγνωστοπούλου, Σύμβουλοι, Α. Σδράκα, Ε. Σκούρα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Μπερδεμπέ, Γραμματέας του Β` Τμήματος.

Για να δικάσει την από 31 Οκτωβρίου 2003 αίτηση:
της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ............... η οποία παρέστη με τους δικηγόρους: 1) Κυριακή Τζωρτζίδου (Α.Μ. 11412) και 2) Ανδρέα Μπουκουβάλα (Α.Μ. 121/Δ.Σ. Θεσ/νίκης), που τους διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Κατσούλα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ`αριθμ. 934/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Ε. Σκούρα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους της αναιρεσείουσας εταιρίας, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1373523/03 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου), ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 934/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1930/2000 αποφάσεως
του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία είχε απορριφθεί προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά του 176/1996 φύλλου ελέγχου φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 1995 (διαχειριστικής περιόδου 1.10.1994- 30.9.1995) του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που με αυτό είχε προστεθεί ως λογιστική διαφορά στα κέρδη της αναιρεσείουσας εταιρίας, ποσό 1.636.762.803 δραχμών, που αναφέρεται στο λογαριασμό «αμοιβές και έξοδα τρίτων» και αφορά προμήθειες που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στην εταιρία «............» για πωλήσεις εμπορευμάτων.

2. Επειδή, ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α` 151) ορίζει στο άρθρο 31, το οποίο εφαρμόζεται και για τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος των ημεδαπών ανώνυμων εταιριών, κατ` άρθρ. 101 και 105 του ίδιου Κώδικα, ότι από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης εκπίπτονται τα γενικά έξοδα διαχείρισης, δηλαδή οι παραγωγικές δαπάνες της επιχείρησης (παρ. 1 εδ. α), υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό των εξόδων αυτών έχει αναγραφεί στα βιβλία της επιχείρησης. Εξάλλου, ο Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ., π.δ. 186/1992, Α΄ 84) προβλέπει στο άρθρο 12 τα εξής: «1. Για την πώληση αγαθών για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου ή δικαιώματος εισαγωγής και την παροχή υπηρεσιών από επιτηδευματία σε άλλο επιτηδευματία και τα πρόσωπα των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 του Κώδικα αυτού, για την άσκηση του επαγγέλματός τους ή την εκτέλεση του σκοπού τους, κατά περίπτωση, καθώς και για την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών εκτός της χώρας εκδίδεται τιμολόγιο. 2. ? 9. Στο τιμολόγιο αναγράφονται η ημερομηνία έκδοσης αυτού, τα πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων, τα στοιχεία της συναλλαγής, καθώς και ο αύξων αριθμός ή οι αριθμοί των δελτίων αποστολής που εκδόθηκαν κατά τη διακίνηση των αγαθών που αφορά το τιμολόγιο. 10. ? 11. Ως πλήρη στοιχεία της
συναλλαγής νοούνται το είδος των αγαθών, η ποσότητα, η μονάδα μέτρησης, η τιμή μονάδας και η αξία ή το είδος των υπηρεσιών και η αμοιβή, η οποία, όπου συντρέχει περίπτωση, αναλύεται κατά συντελεστή Φ.Π.Α. ή απαλλαγή από το Φ.Π.Α. Οι παρεχόμενες εκπτώσεις αναγράφονται κατά τις ίδιες διακρίσεις. Στο καθαρό ποσό προστίθενται οι κατά το χρόνο της συναλλαγής συναλλακτικές και ειδικές φορολογικές επιβαρύνσεις και ο Φ.Π.Α. που αναλογεί. Ακόμη αναγράφεται το συνολικό ποσό της αξίας της συναλλαγής αριθμητικώς ή της αμοιβής αριθμητικώς, καθώς και ολογράφως όταν εκδίδεται χειρόγραφο τιμολόγιο ? Επί παροχής πολλαπλών συναφών υπηρεσιών ως είδος μπορεί να αναγράφεται συνοπτική περιγραφή τούτων, εφόσον γίνεται παραπομπή στην οικεία σύμβαση. 12. ?».

3. Επειδή, όταν δικαιολογητικό για την έκπτωση παραγωγικής δαπάνης της επιχείρησης είναι τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών που έχει εκδοθεί από άλλον επιτηδευματία, η τυχόν αοριστία της περιγραφής σ` αυτό των παρασχεθεισών υπηρεσιών δεν εμποδίζει την έκπτωσή τους, εφόσον η αοριστία αυτή καλύπτεται από αναφορά που γίνεται στο ίδιο τιμολόγιο σε έγγραφη (προϋπάρχουσα ή ταυτόχρονη) σύμβαση των μερών από την οποία προκύπτει ακριβώς η αιτιολογία της δαπάνης και μπορεί να ελεγχθεί η παραγωγικότητα και το αληθές αυτής. Η
αναφορά αυτή πρέπει και μπορεί να γίνεται κατά τρόπο ώστε να δηλώνεται συγκεκριμένα η οικεία σύμβαση. Η αναφορά μπορεί να γίνει ακόμα και με τρόπο με τον οποίο να υποδηλώνεται μόνο η σύμβαση για την οποία πρόκειται, αρκεί τούτο να προκύπτει με σαφήνεια, κατά την ουσιαστική κρίση της φορολογικής αρχής και, αν αυτή αμφισβητηθεί, των διοικητικών δικαστηρίων. Είναι άλλο δε το ζήτημα αν ενδεχομένως η ελλιπής περιγραφή συνιστά παράβαση των διατάξεων του Κ.Β.Σ.

4. Επειδή, εν προκειμένω, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε τα εξής: η αναιρεσείουσα εταιρία κατά την κρινόμενη διαχειριστική περίοδο (10.10.1994- 30.9.1995) είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη (...........) και αντικείμενο εργασιών
την παραγωγή ηλεκτροτεχνικού υλικού τηλεπικοινωνιακών εφαρμογών και την πώληση αυτού κυρίως στον Ο.Τ.Ε. και σε μικρότερες ποσότητες στην ευρωπαϊκή αγορά. Για την παρακολούθηση των εργασιών της τήρησε βιβλία και στοιχεία Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., από τα οποία προέκυψαν ακαθάριστα έσοδα 33.075.403.717 δρχ. και καθαρά κέρδη 1.834.122.418 δρχ., τα οποία και περιέλαβε στην 30/14.2.1996 δήλωση φορολογία εισοδήματος. Η φορολογική αρχή, μετά από έλεγχο, έκρινε τα βιβλία και στοιχεία της αναιρεσείουσας επαρκή και
ειλικρινή, πλην δεν αναγνώρισε για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά της, μεταξύ άλλων, για τα οποία επήλθε διοικητική επίλυση της διαφοράς, ένα κονδύλιο ύψους 1.636.762.803 δρχ., το οποίο αναφέρεται στο λογαριασμό
«αμοιβές και έξοδα τρίτων» και αφορά προμήθειες που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στην εταιρία «...........». Ως λόγος της μη αναγνώρισης της δαπάνης προεβλήθη, μεταξύ άλλων, ότι στα οικεία τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της «...........» προς την αναιρεσείουσα δεν αναφέρονται οι υπηρεσίες που προσέφερε η πρώτη προς τη δεύτερη, ενόψει και του ότι η σύμβαση που αναγράφεται στα τιμολόγια είναι εκείνη που συνάφθηκε μεταξύ της
αναιρεσείουσας και του Ο.Τ.Ε. και όχι μεταξύ των προαναφερόμενων εταιριών. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην έκθεση ελέγχου και προέκυψε, κατά την κρίση του διοικητικού εφετείου, από τα προσκομισθέντα οικεία φορολογικά στοιχεία, σε όλα τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε η εταιρία «............» προς την αναιρεσείουσα για το αμφισβητούμενο κονδύλιο κατά την κρινόμενη χρήση αναγράφονται η ένδειξη «αφορά σύμβαση Ο.Τ.Ε.» ή μόνο «Ο.Τ.Ε.» και ο αριθμός της συμβάσεως που συνάφθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Ο.Τ.Ε. για την κατασκευή συγκεκριμένων έργων, το ποσό (σε πολλές περιπτώσεις) επί του οποίου υπολογίζεται η προμήθεια, το ποσοστό της και το ύψος της και ενδείξεις όπως «.........», «.......» ή «.........», «έξοδα διαχείρισης», «πωλήσεις» κ.λπ. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα επέδειξε στους ελεγκτές την από 20.9.1986 σύμβαση αντιπροσωπείας μεταξύ των δύο εταιριών, όπως τροποποιήθηκε με το από 3.1.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, με την οποία, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφό της, συμφωνήθηκε ότι η «..........» αναλαμβάνει την αποκλειστική αντιπροσώπευση της αναιρεσείουσας για τη διάθεση τηλεπικοινωνιακών προϊόντων της τελευταίας στην Ελλάδα, ότι οι διαπραγματεύσεις των συμβάσεων θα γίνονται από την «...........» επ` ονόματι της αναιρεσείουσας καθώς και ότι η αντιπρόσωπος αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση συγκεκριμένων εργασιών, που περιγράφονται αναλυτικά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι, για κάθε σύμβαση με τον πελάτη (τρίτο), οι όροι θα συμφωνούνται ξεχωριστά και με βάση το εν λόγω συμφωνητικό - πλαίσιο και καθορίσθηκε το ύψος της προμήθειας της αντιπροσώπου, η οποία ανέρχεται μέχρι 12%. Επίσης, η αναιρεσείουσα επέδειξε τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα παραρτήματα της συμφωνίας αυτής, από τα οποία προκύπτει ότι,
ενόψει του τελευταίου όρου της παραπάνω σύμβασης, για κάθε μία από τις συμβάσεις της αναιρεσείουσας με τον Ο.Τ.Ε. υπογραφόταν και αντίστοιχη ειδικότερη συμφωνία (παράρτημα της αρχικής) μεταξύ αυτής και της «........»,
με την οποία καθορίζονταν το αντικείμενο και η αξία κάθε παραγγελίας, το χρονικό διάστημα (πιθανόν εκτελέσεως της παραγγελίας) και το ποσοστό προμήθειας της αντιπροσώπου για τη συγκεκριμένη σύμβαση, χωρίς να αναφέρονται οι υπηρεσίες της αντιπροσώπου προς την αναιρεσείουσα για την κάθε παραγγελία.
Με το 176/1996 φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος, για το κρινόμενο οικονομικό έτος, τα καθαρά κέρδη της αναιρεσείουσας προσδιορίσθηκαν αρχικά σε 4.373.738.185 δρχ. (1.144.457.450 δρχ. καθαρά κέρδη που προέκυψαν από τα βιβλία + 2.086.255.045 δρχ. λογιστικές διαφορές βάσει ελέγχου + 1.143.025.690 δρχ. λογιστικές διαφορές βάσει δηλώσεως) και τα φορολογητέα καθαρά κέρδη της σε 3.924.083.408 δρχ., με βάση τα οποία καταλογίσθηκε σε βάρος της κύριος φόρος 1.373.429.192 δρχ. και πρόσθετος φόρος ανακρίβειας, σύμφωνα με το άρθρο 86 του ν. 2238/1994, 1.096.729.519 δρχ. Στη συνέχεια, μετά τη διοικητική επίλυση της διαφοράς ως προς τις λοιπές λογιστικές διαφορές, εκτός από την ένδικη, τα φορολογητέα καθαρά κέρδη της αναιρεσείουσας προσδιορίσθηκαν στο συνολικό ποσό των 3.508.908.866 δρχ. (1.872.145.263 καθαρά κέρδη μετά τη
μερική επίλυση της διοικητικής διαφοράς + 1.636.762.803 η λογιστική διαφορά) και η οφειλόμενη διαφορά κύριου φόρου εισοδήματος στο ποσό των 586.174.977 δρχ. (13.307.996 η διαφορά μεταξύ φόρου δηλώσεως και αυτού που αναλογεί στα καθαρά κέρδη μετά τη διοικητική επίλυση της διαφοράς + 572.866.981 φόρος που αναλογεί στα καθαρά κέρδη της λογιστικής διαφοράς) στην οποία αντιστοιχεί πρόσθετος φόρος ανακρίβειας ποσού 865.287.785 δρχ. (ενόψει και του περιορισμού αυτού στο 1/3 για τις λογιστικές διαφορές, για τις οποίες επήλθε
διοικητική επίλυση της διαφοράς). Το εφετείο έκρινε ότι τα ανωτέρω στοιχεία που αναγράφονται στα τιμολόγια δεν πληρούν την απαίτηση του νόμου για περιγραφή του είδους των υπηρεσιών, αφού δεν προκύπτει από αυτά ποιες
συγκεκριμένες υπηρεσίες παρέσχε η εκδότρια εταιρία προς την αναιρεσείουσα και για ποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις πωλήσεων ή άλλων συναλλαγών. Εξάλλου, η αόριστη, κατά το διοικητικό εφετείο, παραπομπή, που γίνεται (στα εν λόγω τιμολόγια) στις οικείες συμβάσεις μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Ο.Τ.Ε., για την εκτέλεση των οποίων φέρεται ότι παρέσχε τις επικαλούμενες υπηρεσίες η «..........», δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας των τιμολογίων, διότι έπρεπε, εφόσον πρόκειται για παροχή πολλαπλών συναφών υπηρεσιών, να
γίνει συνοπτική έστω περιγραφή τούτων και ρητή παραπομπή στη σύμβαση μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αντιπροσώπου της και όχι στη σύμβαση μεταξύ της πρώτης και τρίτου (Ο.Τ.Ε.). ?λλωστε, εν όψει του ότι η σύμβαση που αναφέρεται στα τιμολόγια αυτά δεν αφορά την αναιρεσείουσα και την «........», οι παραπάνω ελλείψεις τους δεν μπορούν να καλυφθούν από στοιχεία εκτός του σώματός τους, όπως είναι οι αναγραφόμενες εργασίες στην αρχική σύμβαση, δεδομένου ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες δεν είναι δυνατό να είναι ίδιες για
κάθε εκτελούμενο έργο και κατά συνέπεια ήταν απαραίτητη η εξειδίκευσή τους? επιπλέον, στην ένδειξη «αντικείμενο παραγγελίας» των παραρτημάτων της αρχικής συμβάσεως αναφέρεται το είδος του αγαθού που επρόκειτο να πουληθεί στον Ο.Τ.Ε. χωρίς να γίνεται εξειδίκευση των υπηρεσιών της εκδότριας των τιμολογίων προς την αναιρεσείουσα για την πώληση αυτή. Κατά συνέπεια, δέχθηκε το εφετείο ότι τα εν λόγω τιμολόγια δεν αποτελούν νόμιμα δικαιολογητικά εκπτώσεως της δαπάνης και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοδικείου, με την οποία είχε απορριφθεί η προσφυγή.

5. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων (στη σκέψη 3), η κρίση του εφετείου δεν είναι νομίμως αιτιολογημένη, διότι, προκειμένου να εξετάσει αν καλύπτεται η αοριστία των τιμολογίων, δεν ερεύνησε αν από την αναφορά που γίνεται στα επίδικα τιμολόγια υποδηλώνονται οι οικείες συμβάσεις, έστω και αν δεν μνημονεύονται ρητώς. Για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

6. Επειδή, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τον ανωτέρω λόγο, παρέλκει ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, η δε υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση.

Διά ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την 934/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2005

Ο Πρόεδρος του Β` Τμήματος Η Γραμματέας του Β` Τμήματος


Φ. Στεργιόπουλος Μ. Μπερδεμπέ και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 2006.
Ο Πρόεδρος του Β` Τμήματος Η Γραμματέας


Φ. Στεργιόπουλος Π. Στεργιοπούλου


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο