Δημοσιεύθηκε στις : [ 14-05-2019 ]

Ατομική γνωμοδότηση ΝΣΚ 91/2019 Διοικητικός κολασμός λαθρεμπορικών παραβάσεων

(Διοικητικός κολασμός λαθρεμπορικών παραβάσεων)

Κατηγορία: Τελωνεία - Ειδικ. φόροι

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΕΙΔΙΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΣΤΗΝ Α.Α.Δ.Ε.
ΤΜΗΜΑ Α' (ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ)

ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΣ 91/2019

ΑΤΟΜΙΚΗ


Γνωμοδοτών: Δημήτριος Αδ. Φαρμάκης, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.

Αριθμός ερωτήματος: Το υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΣΤΕΠ Δ 1135053 ΕΞ 2018/07-09-2018 έγγραφο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, της Γ ενικής Διευθύνσεως Τελωνείων και Ε.Φ.Κ., της Διευθύνσεως Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων, του Τμήματος Δ' Νομικής Υποστηρίξεως και Τελωνειακών Παραβάσεων.

Περίληψη ερωτήματος: Ερωτάται: εάν είναι νομικώς επιτρεπτό, κατά τη σύνταξη κάθε μίας των εκδοθησομένων 289 καταλογιστικών πράξεων για φερόμενες, ως διαπραχθείσες, λαθρεμπορικές παραβάσεις (ισάριθμων και αντίστοιχων των υποβληθεισών διασαφήσεων εισαγωγής), το Α' Τελωνείο Εισαγωγών - Εξαγωγών Θεσσαλονίκης να προβεί με διαχωρισμό κάθε μίας πράξεως ανά πραγματικό αγοραστή - επιτηδευματία - τελικό παραλήπτη ενδυμάτων και λοιπών ειδών εισαχθέντων από την Τουρκία με υποτιμολόγηση της πράγματι καταβληθείσας (συναλλακτικής - δασμοφορολογητέας) αξίας και μη καταβολή του αναλογούντος Φ.Π.Α., στην επιβολή: α) του διαφυγόντος Φ.Π.Α. που αναλογεί μόνο στα εμπορεύματα που παρέλαβε ο τελικός παραλήπτης, με αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη και των πέντε ατόμων που φέρεται να συνιστούσαν το βασικό κύκλωμα , β) του πολλαπλού τέλους (τριπλάσιο έως πενταπλάσιο του αναλογούντος Φ.Π.Α. ανά ποσότητα που παρελήφθη από τον τελικό παραλήπτη σε κάθε διασάφηση εισαγωγής, με την επιφύλαξη του ελάχιστου ορίου του άρθρου 150 του ν. 2960/2001 και μόνο για τους τελικούς παραλήπτες) επιμερισμένου και με αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του κάθε τελικού παραλήπτη μόνο με τους πέντε του κυκλώματος και όχι με το σύνολο των επιτηδευματιών - τελικών παραληπτών κάθε μίας διασαφήσεως.

Ιστορικό.

1. Η ερωτώσα υπηρεσία παραθέτει το ακόλουθο πραγματικό, όπως το συνήγαγε από τα τεθέντα υπόψη της έγγραφα, στα οποία συγκαταλέγονται: α) η από 11-07-2017 πορισματική αναφορά της ΕΑΥΤ Θεσσαλονίκης, κεφάλαιο VII. ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ, β) το υπ' αριθμ. πρωτ. 53351/06-11-2017 έγγραφο του Α' Τελωνείου Εισαγωγών - Εξαγωγών Θεσσαλονίκης , Τμήματος Δικαστικού, γ) το υπ' αριθμ. πρωτ. 30344/21-11-2017 έγγραφο της Τελωνειακής Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, Τμήματος Δικαστικού και Νομικής Υποστηρίξεως, δ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΣΤΕΠ Δ 1191922ΕΞ2017/27-12-2017 έγγραφο της Διευθύνσεως Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων, του Τμήματος Δ', ε) το υπ' αριθμ. πρωτ. 2717/17-01- 2018 έγγραφο του Α' Τελωνείου Εισαγωγών - Εξαγωγών Θεσσαλονίκης, Τμήματος Δικαστικού, στ) το υπ' αριθμ. πρωτ. 2352/24-01-2018 έγγραφο της Τελωνειακής Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, Τμήματος Δικαστικού και Νομικής Υποστηρίξεως, ζ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΣΤΕΠ Δ 1047278ΕΞ2018/23-03-2018 έγγραφο της Διευθύνσεως Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων, του Τμήματος Δ' Τελωνειακών Παραβάσεων και Νομικής Υποστηρίξεως, η) το υπ' αριθμ. πρωτ. 16345/30-03-2018 έγγραφο του Α' Τελωνείου Εισαγωγών - Εξαγωγών Θεσσαλονίκης , Τμήματος Δικαστικού, θ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΣΤΕΠ Δ 1058427ΕΞ2018/16-04-2018 έγγραφο της Διευθύνσεως Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων, του Τμήματος Δ' Τελωνειακών Παραβάσεων και Νομικής Υποστηρίξεως και ι) το υπ' αριθμ. πρωτ. 25504/23-05-2018 έγγραφο του Α' Τελωνείου Εισαγωγών - Εξαγωγών Θεσσαλονίκης, Τμήματος Δικαστικού.

2. Τα έτη 2014 έως και 2016 κατατέθηκαν 289 διασαφήσεις εισαγωγής στο Α' Τελωνείο Θεσσαλονίκης με υποτιμολογημένη την αξία των εισαγομένων από Τουρκία εμπορευμάτων. Σε όλες τις διασαφήσεις εισαγωγής είναι πάντα ο ίδιος ένας παραλήπτης - εισαγωγέας. Ο συγκεκριμένος παραλήπτης προέβαινε στην εισαγωγή των εμπορευμάτων για λογαριασμό άλλων, μετά από σχετικές παραγγελίες αυτών, τελικών παραληπτών - επιτηδευματιών - καταστηματαρχών σε Τούρκους προμηθευτές. Τα εμπορεύματα στη συνέχεια, μετά τον τελωνισμό τους, παραδίδονταν από τον εισαγωγέα, βάσει packing list (λίστας συσκευασίας), στους πραγματικούς παραλήπτες - επιτηδευματίες - καταστηματάρχες (κατά μέσο όρο εξήντα παραλήπτες ανά διασάφηση εισαγωγής) που είναι επιτηδευματίες που δραστηριοποιούνται στο χώρο κυρίως της ενδύσεως και υποδήσεως σε όλη την Ελλάδα. Στην όλη διαδικασία της εισαγωγής και μέχρι την παράδοση εμπλέκονταν και άλλα τέσσερα άτομα (κύκλωμα) και όλοι μαζί, ανάλογα με το ρόλο τους, αναλάμβαναν: παραδόσεις εμπορευμάτων στις έδρες των επιτηδευματιών - τελικών παραληπτών, παράνομη μεταφορά μετρητών στην Τουρκία για την πληρωμή των Τούρκων προμηθευτών, έκδοση εικονικών παραστατικών για τη νομιμοφάνεια των εμπορικών συναλλαγών κ.λπ. Οι πραγματικοί παραλήπτες - επιτηδευματίες δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, είναι διάσπαρτοι σε όλη την Ελληνική Επικράτεια, στην Ιταλία και στην Κύπρο, όπου και δραστηριοποιούνται. Έρχονταν σε επαφή μόνο με άτομα του κυκλώματος, και όχι μεταξύ τους, για πληρωμές, έκδοση εικονικών τιμολογίων, παράδοση εμπορευμάτων κ.λπ. Μεγάλος αριθμός τελικών παραληπτών παρελάμβανε εμπορεύματα από περισσότερες της μιας διασαφήσεις. Η ζημία του Δημοσίου αφορά στη μη καταβολή του αναλογούντος Φ.Π.Α. στα εισαγόμενα ανά διασάφηση εμπορεύματα. Για το σύνολο των διασαφήσεων ο διαφυγών Φ.Π.Α. ανέρχεται στο ποσό των 6.000.000,00 ευρώ περίπου. Η από 11-07-2017 πορισματική αναφορά της ΕΛΥΤ Θεσσαλονίκης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τελέσθηκε το αδίκημα της λαθρεμπορίας διά της υποτιμολογήσεως (για τους πέντε του κυκλώματος) και διά της κατοχής λαθρεμπορευμάτων (για τους τελικούς παραλήπτες - επιτηδευματίες). Σε ό,τι αφορά στον ποινικό χειρισμό της υποθέσεως, κατόπιν οδηγιών του Οικονομικού Εισαγγελέα, επιλαμβάνονται οι εισαγγελικές αρχές του τόπου, όπου δραστηριοποιούνται οι τελικοί παραλήπτες - επιτηδευματίες. Επίσης, η ερωτώσα υπηρεσία δέχεται ότι έχουν τελεσθεί τόσες λαθρεμπορίες (υποτιμολόγηση και κατοχή λαθρεμπορεύματος) όσες και οι διασαφήσεις που έχουν κατατεθεί, καθώς και ότι πρέπει να καταλογισθεί ο διαφυγών Φ.Π.Α. ανά διασάφηση εισαγωγής, όπως και το αντίστοιχο πολλαπλό τέλος (τριπλάσιο έως πενταπλάσιο του διαφυγόντος Φ.Π.Α.), ως διοικητική κύρωση της τελεσθείσας λαθρεμπορικής παραβάσεως.

Νομοθετικό πλαίσιο.

3. Στο ν. 2960/2001, Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας (Ε.Τ.Κ. - Α' 265/22-11-2001); ορίζονται τα ακόλουθα: άρθρο 142: «1. Η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντα Κώδικα, οι οποίες έχουν σχέση με τις τελωνειακές εργασίες και την Τελωνειακή Υπηρεσία, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση. 2. Ως τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται επίσης, η με οποιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των καθοριζομένων, στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διατυπώσεων και επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα ακόμη και αν κρινόταν, αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. 3. Η ποινή που επιβάλλεται επί των τελωνειακών παραβάσεων δεν απαλλάσσει από την καταβολή των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. 4. Οι τελωνειακές παραβάσεις βεβαιώνονται με πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης (π. τ. π.), που συντάσσεται από τα αρμόδια όργανα της Τελωνειακής Υπηρεσίας. Ειδικά, στις περιπτώσεις όπου οι τελωνειακές παραβάσεις χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορίες, αυτές βεβαιώνονται με σχετικό πρωτόκολλο από τα όργανα του αρμόδιου Τελωνείου, με βάση τα στοιχεία, που διαβιβάζονται στον Προϊστάμενο του, από τη Δημόσια Αρχή, η οποία πρώτη επιλήφθηκε της δίωξης του λαθρεμπορίου και τα οποία, στις περιπτώσεις της αυτόφωρης λαθρεμπορίας, απαριθμούνται στο αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης και του φακέλου της προανάκρισης, που σχηματίσθηκε, στις λοιπές δε περιπτώσεις στο αντίγραφο του προανακριτικού φακέλου. 5. Με ιδιαίτερο πρωτόκολλο είναι δυνατόν να βεβαιώνεται αυτοτελώς η υποχρέωση φυσικού ή νομικού προσώπου προς καταβολή δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, που διέφυγαν της καταβολής αν και γεννήθηκε κατά νόμο τελωνειακή οφειλή και ανεξάρτητα αν βεβαιωθεί τελωνειακή παράβαση επιφέρουσα πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος. 6.......... »,

άρθρο 150: «1. Κατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντος Κώδικα και ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής εκάστου, άσχετα από την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επόμενων του παρόντος Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος από το τριπλάσιο μέχρι το πενταπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, που αναλογούν στο αντικείμενο αυτής, συνολικά για όλους τους συνυπαιτίους. Για το σκοπό αυτόν, οι δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και τις συναφείς εθνικές διατάξεις περί γένεσης της τελωνειακής οφειλής. Επί υπερτιμολόγησης ή υποτιμολόγησης ως βάση επιβολής του ως άνω πολλαπλού τέλους αποτελεί η διαφορά των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που προκύπτει από τη ληφθείσα κατά τον τελωνισμό αξία και την τρέχουσα συναλλακτική τιμή. Στην περίπτωση που το τριπλάσιο των δασμών και λοιπών φόρων, που αντιστοιχούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας, είναι μικρότερο των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, το πρόστιμο καθορίζεται στο ποσό αυτό, προκειμένου για προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, στο μισό δε του ποσού αυτού για τα λοιπά εμπορεύματα, καθώς και για τις περιπτώσεις παραβάσεων του άρθρου 82 του παρόντος, από μικρούς αποσταγματοποιούς (διήμερους)...............
Δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που διέφυγαν της καταβολής, παρά το γεγονός ότι γεννήθηκε κατά νόμο τελωνειακή οφειλή, είναι δυνατόν να καταλογίζονται αυτοτελώς με αιτιολογημένη πράξη καταλογισμού. 2. Το, από την προηγούμενη παράγραφο, προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος επιβάλλουν με πράξεις τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 152 του παρόντα Κώδικα, οι Προϊστάμενοι των Τελωνειακών Αρχών, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο. Προς έκδοση της καταλογιστικής πράξης διαβιβάζεται στον Προϊστάμενο του αρμόδιου Τελωνείου, από τη Δημόσια Αρχή, που επιλήφθηκε πρώτη της δίωξης του λαθρεμπορίου, στις περιπτώσεις αυτόφωρης λαθρεμπορίας αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης και του σχηματισθέντος φακέλου προανάκρισης, στις άλλες δε περιπτώσεις αντίγραφο του φακέλου προανάκρισης. 3. Ο παραλαμβάνων Προϊστάμενος του αρμόδιου Τελωνείου, μετά την ενέργεια διοικητικής ανάκρισης, συντάσσει και εκδίδει, το ταχύτερο δυνατό, αιτιολογημένη πράξη, με την οποία, κατά περίπτωση, ή απαλλάσσει ή προσδιορίζει τους υπαίτιους, το βαθμό της ευθύνης ενός εκάστου, τους αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους επί του αντικειμένου της λαθρεμπορίας. Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων καθώς και εσόδων που συνιστούν Ίδιο Πόρο της Κοινότητας, οι οποίες καταλογίζονται παράλληλα και ανεξάρτητα προς την ποινή του άρθρου 160 παράγραφοι 2 και 4 του παρόντα Κώδικα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχεται και στη συνέχεια δημεύεται το αντικείμενο της λαθρεμπορίας. 4............... 5. Η εκδοθείσα καταλογιστική πράξη είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και την ποινική απόφαση πού θα εκδοθεί.»,

άρθρο 151: «Σε περίπτωση συρροής τελωνειακών παραβάσεων ή τελωνειακής παράβασης με άλλη ποινικώς τιμωρητέα πράξη, κάθε τελωνειακή παράβαση τιμωρείται ιδιαιτέρως, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα»,

άρθρο 152: «1. Αρμόδιος για την επιβολή των προστίμων ή πολλαπλών τελών που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα είναι ο προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας τελέσθηκε η παράβαση. Όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο τόπος τέλεσης, αρμόδιος είναι ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας διαπιστώθηκε η παράβαση. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης ή η διεύθυνση κατοικίας του παραβάτη, που υπέπεσε σε παράβαση. Οι ως άνω, εντός του βραχύτερου δυνατού χρονικού διαστήματος από της καταχώρησης του πρωτοκόλλου στο οικείο βιβλίο ή της παραλαβής του και ύστερα από προηγούμενη λήψη της απολογίας του υπαιτίου της παράβασης και τη διενέργεια κάθε άλλης εξέτασης, την οποία τυχόν κρίνουν αναγκαία, προβαίνουν στην έκδοση αιτιολογημένης πράξης, με την οποία καταλογίζουν, σε βάρος των υπαιτίων και αστικώς συνυπευθύνων, το πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος. Κατ' εξαίρεση σε περίπτωση συρροής τελωνειακών παραβάσεων τα κατά τον παρόντα Κώδικα πρόστιμα ή πολλαπλά τέλη μπορεί να επιβάλει για όλες τις συρρέουσες παραβάσεις ο αρμόδιος για τη μία από αυτές Διευθυντής ή Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής. 2. Οι διατάξεις των άρθρων 161 και επόμενα του παρόντα Κώδικα, περί αστικής ευθύνης, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις τελωνειακές παραβάσεις. Η άγνοια των αστικώς συνυπευθύνων για την πρόθεση των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων της τέλεσης της παράβασης δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη, εκτός αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης της παράβασης............»,

άρθρο 155: «1. Λαθρεμπορία είναι: α)...... β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. 2. Ως λαθρεμπορία θεωρείται: α).................. ζ) η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας.............. θ) Η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση εισαγόμενων ή εξαγόμενων εμπορευμάτων, εφόσον συνεπάγεται απώλεια δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.............»,

άρθρο 158, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 9 του ν. 4312/2014: «1. Όταν οι στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας αντιστοιχούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις δεν υπερβαίνουν στο σύνολο τα εβδομήντα χιλιάδες (70.000) ευρώ δεν ασκείται ποινική δίωξη ή η αρξάμενη, εφόσον δεν εξεδόθη οριστική απόφαση καταργείται, εφόσον οι υπόχρεοι, παραιτούμενοι των, κατά το άρθρο 152 του παρόντα Κώδικα, καθοριζομένων ενδίκων μέσων, καταβάλλουν άμεσα το καταλογιζόμενο σ' αυτούς, κατά τις διατάξεις του άρθρου 150 του παρόντα Κώδικα, πολλαπλό τέλος, το οποίο καθορίζεται στο διπλάσιο των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων με την επιφύλαξη των ελαχίστων ορίων του τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 150 του παρόντος Κώδικα............ Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής μόνον εάν το καταλογισθέν ποσό είναι ανώτερο του διπλασίου των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. 2 ..................3. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται εάν η λαθρεμπορία διεπράχθη από δημόσιους υπαλλήλους ή ασκούντες στο Τελωνείο εκτελωνιστικό ή κομιστικό επάγγελμα ή άλλο συναφές προς την Τελωνειακή Υπηρεσία έργο, ή εάν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας ελήφθη στην κατοχή του διαπράξαντος τη λαθρεμπορία δια κλοπής ή άλλου αδικήματος. Επίσης, το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται, εάν η λαθρεμπορία διεπράχθη από πρατηριούχους ενεργειακών προϊόντων, εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών, οδηγούς και ιδιοκτήτες οχημάτων μεταφοράς υγρών καυσίμων, κατέχοντες αποθηκευτικούς χώρους (δεξαμενές), πλοιάρχους και ιδιοκτήτες δεξαμενόπλοιων (σλεπίων), επιχειρήσεις λιανικής εμπορίας ενεργειακών προϊόντων ...........................».

4. Επίσης στο άρθρο 161 του ν. 2960/2001 ορίζεται ότι: «Το Ποινικό Δικαστήριο που εκδικάζει την κατηγορία για λαθρεμπορία δύναται, με την καταδικαστική απόφασή του, να κηρύξει αλληλέγγυα συνυπεύθυνο αστικά μετά του καταδικασθέντος για πληρωμή της καταγνωσθείσας χρηματικής ποινής και των δικαστικών εξόδων, με αίτηση δε του ως πολιτικώς ενάγοντα παριστάμενου Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της επιδικασθείσας σε αυτό απαίτησης, τον κύριο ή τον παραλήπτη των εμπορευμάτων, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, και όταν ακόμα αυτός δεν έχει ποινική ευθύνη για τη λαθρεμπορία, όταν ο καταδικασθείς ενήργησε επί των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτη, οποιαδήποτε και αν είναι η νομική σχέση με την οποία παρουσιάζεται ή καλύπτεται η εντολή, ήτοι αδιάφορα αν ο εντολοδόχος ενεργεί με το όνομα του εντολέα ή αν παρίσταται ως κύριος του εμπορεύματος ή με οποιαδήποτε άλλη προς αυτά νομική σχέση και αδιάφορα αν η ουσιαστική εκπροσώπηση του κυρίου είναι ειδική ή γενική, εκτός αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης λαθρεμπορίας».

Ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων.

5. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ερμηνευόμενες αυτοτελώς, αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ενόψει και του όλου νομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται, του σκοπού που εξυπηρετούν και την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που τέθηκαν υπόψη μας από την ερωτώσα υπηρεσία, συνάγονται τα εξής:

α) η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας στοιχειοθετείται όταν, κατά την εισαγωγή ειδών από την αλλοδαπή ή την εξαγωγή τους από τη χώρα ή την κατ' άλλον τρόπο θέση στην κατανάλωση ειδών βαρυνομένων με δασμούς, τέλη, φόρους και λοιπά δικαιώματα χωρίς άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, το Δημόσιο απολέσει, συνεπεία διαφυγής της καταβολής, τους οφειλόμενους κατά νόμο δασμούς, τέλη και φόρους ή, στην περίπτωση απόπειρας διαφυγής, όταν η απόπειρα θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, αν τελεσφορούσε (ΣτΕ 990/2004 Ολ., ΣτΕ 3051/2017, ΣτΕ 70/2019, ΣτΕ 123/2016, ΣτΕ 2114/2015, ΣτΕ 4564/2014, ΣτΕ 504/2012, ΣτΕ 1989/2010 7μ, ΣτΕ 744/2008, 3005, ΣτΕ 3560/2007 κ.ά.),

β) για την επιβολή του προβλεπόμενου από τις διατάξεις των άρθρων 142 παρ. 2 και 150 παρ. 1 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα πολλαπλού τέλους, απαιτείται η τέλεση με δόλο των πράξεων ή παραλείψεων που συνιστούν την τελωνειακή παράβαση, δηλαδή, απαιτείται η γνώση του τελούντος τελωνειακή παράβαση ή του συμμετέχοντος σ' αυτή ότι με τις εν λόγω ενέργειες ή παραλείψεις του και την εν γένει συμπεριφορά του το Δημόσιο θα αποστερηθεί από τους ανήκοντες σ' αυτό δασμούς και λοιπές δημοσιονομικές επιβαρύνσεις, χωρίς να είναι αναγκαίο να σκοπείται από το δράστη ή συνεργό της τελωνειακής παραβάσεως βλάβη της περιουσίας του Δημοσίου (ΣτΕ 990/2004 Ολ., ΣτΕ 3051/2017, ΣτΕ 70/2019, ΣτΕ 123/2016, ΣτΕ 504/2012, ΣτΕ 1989/2010 7μ, ΣτΕ 744/2008, 3005, ΣτΕ 3560/2007, κ.ά.),

γ) για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως της λαθρεμπορίας, πέραν της αποδείξεως εκ μέρους της τελωνειακής αρχής της γνώσεως του τελούντος ή συμμετέχοντος σε λαθρεμπορική παράβαση ότι η συμμετοχή του οδηγεί στην αποφυγή καταβολής στο Δημόσιο των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, δεν απαιτείται, επιπλέον, η απόδειξη ότι αυτός, τελικώς, θέλησε και αποκόμισε, τυχόν πρόσθετο οικονομικό όφελος (ΣτΕ 123/2016, πρβλ. ΣτΕ 2119, ΣτΕ 1140/2012, 1370, ΣτΕ 284/2009, ΣτΕ 2528/2006),

δ) λαθρεμπορία συνιστά και η απλή φύλαξη, ήτοι η κατοχή αγαθών εν γνώσει του ότι δεν έχουν καταβληθεί οι σχετικοί δασμοί και λοιποί φόροι (ΣτΕ 1900/2009, ΣτΕ 409/2004), χωρίς να απαιτείται περαιτέρω και διάθεση αυτών (ΣτΕ 145/2013, ΣτΕ 422/2007),

ε) ειδικότερα, με την περίπτωση ζ' της παρ. 2 του άρθρου 155 του Ε.Τ.Κ. καθιδρύεται αυτοτελής, ειδική περίπτωση λαθρεμπορίας, της οποίας η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα και που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, τα οποία δεν προέβησαν μεν αυτά σε ενέργειες οι οποίες αποσκοπούν στη στέρηση του Δημοσίου από τους σχετικούς δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα, πλην τελούν εν γνώσει του γεγονότος ότι τα ως άνω εμπορεύματα εισήχθησαν ή διετέθησαν στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά την τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας, με συνέπεια υποκειμενικώς, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή λαθρεμπορικής παραβάσεως, να απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση της ιδιότητας των εν λόγω εμπορευμάτων ως προϊόντων λαθρεμπορίας (ΣτΕ 2295/2015, ΣτΕ 486/2014, ΣτΕ 1663/2011, ΣτΕ 239/2010, ΣτΕ 3512/2006, ΣτΕ 3552/1998, ΣτΕ 4091/1996, (Ολομ.) ΣτΕ 1384/1994),

στ) η καθεμιά από τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 142 παρ. 2 και 155 του ν. 2960/2001 ενέργειες αποτελεί αυτοτελή περίπτωση λαθρεμπορίας, για την οποία επιβάλλεται ιδιαιτέρως (κεχωρισμένως) σε βάρος του δράστη αυτής πολλαπλό τέλος, από αυτό δε παρέπεται: 1) ότι επί περισσότερων της μιας τελωνειακών παραβάσεων δεν είναι επιτρεπτή η επιβολή ενιαίως πολλαπλού τέλους έστω και αν αυτές τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση, μη εχούσης εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα περί του κατ' εξακολούθηση τελούμενου εγκλήματος και στις τελωνειακές παραβάσεις. Τούτο ισχύει ακόμη και στην περίπτωση, κατά την οποία πραγματοποιούνται εισαγωγές υποτιμολογημένων εμπορευμάτων την αυτή ημέρα με διαφορετικές διασαφήσεις. Στην περίπτωση αυτή, καθεμία από τις εν λόγω εισαγωγές αποτελεί ξεχωριστή τελωνειακή παράβαση, για την οποία πρέπει να επιβληθεί κεχωρισμένως πολλαπλό τέλος, αναλόγως της σοβαρότητάς της (ΣτΕ 1378/2006 σκέψη 16, ΣτΕ 4088/1990 σκέψη 4) και 2) ότι η τελωνειακή αρχή οφείλει να προσδιορίζει, κάθε φορά, ξεχωριστά το αντικείμενο εκάστης συγκεκριμένης επί μέρους λαθρεμπορικής παραβάσεως και τα ειδικώς ενεχόμενα σ' αυτήν πρόσωπα, των οπωσδήποτε συμμετασχόντων στην κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του Ε.Τ.Κ. τελωνειακή παράβαση, δηλαδή, εκτός άλλων, στη, με οποιονδήποτε από τους τρόπους που μνημονεύονται στο άρθρο 155 του ίδιου Κώδικα, διαφυγή της πληρωμής των ανηκόντων στο Δημόσιο δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων, καθορίζοντας το επιβλητέο σε βάρος τους πολλαπλό τέλος στο προσήκον μέτρο με βάση τα πρόσωπα των υπαιτίων συνολικώς και το ποσό των αναλογούντων στη συγκεκριμένη παράβαση ποσών δασμών και φόρων (πρβλ. ΣτΕ 4588/2013, ΣτΕ 3926/2004, ΣτΕ 2544/1996, ΣτΕ 246/1990, ΣτΕ 3663/1988),

ζ) το επιβαλλόμενο συνολικό πολλαπλό πρέπει να επιμερίζεται σε ένα έκαστο των προσώπων, που συμμετείχαν στις λαθρεμπορικές πράξεις, αναλόγως της ευθύνης του, ήτοι αναλόγως του βαθμού συμμετοχής του καθενός στην τέλεση των λαθρεμπορικών πράξεων , ιδιαιτέρως στον καθένα και αλληλεγγύως (πρβλ. ΣτΕ 4588/2013, ΣτΕ 3009/2008, ΣτΕ 3926/2004, ΣτΕ 2943/1984, 2220 - 2225 / 1984, υπό την ισχύ των αντιστοίχων διατάξεων των άρθρων 89 παρ. 2, 97 παρ. 3 και 5 και 100 παρ. 1 του ν. 1165/1918, πρβλ., επίσης, ΣτΕ 434/2017, ΣτΕ 221/2015, ΣτΕ 840/2011 σκέψη 7, ΣτΕ 3512/2006 σκέψη 5). Ο προσδιορισμός της ιδιαίτερης ευθύνης εκάστου συμμετέχοντος στις τελωνειακές παραβάσεις της λαθρεμπορίας ευθυγραμμίζεται με την αρχή της υπαιτιότητας (δόλο) και συνιστά προϋπόθεση επιβολής του πολλαπλού τέλους (πρβλ. ΣτΕ 3926/2004 σκέψη 3),

η) εφ' όσον διαπιστωθεί ότι ο κάτοχος λαθρεμπορεύματος γνώριζε ότι αυτό εισήχθη κατά τρόπο συνιστώντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας και επομένως συμμετέσχε, υπό αυτή την έννοια, στη διαφυγή της πληρωμής των δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούσαν στην δια της υποτιμολογήσεως αποκρυβείσα αξία του λαθρεμπορεύματος, νομίμως κρίνεται ότι αυτός ήταν αλληλεγγύως υπόχρεος με τον διαπράξαντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας δια της υποτιμολογήσεως κατά την εισαγωγή, για την καταβολή του επιβληθέντος πολλαπλού τέλους και των λοιπών επιβαρύνσεων (ΣτΕ 3512/2006 σκέψεις 5 και 9) και

θ) επιμέρους ενέργειες (όπως η εισαγωγή, διακίνηση, αγορά, πώληση και κατοχή) των εμπλεκομένων σε λαθρεμπορικές παραβάσεις προσώπων, εφόσον στόχευαν και τελικώς απέληξαν στην επίτευξη του ίδιου παράνομου αποτελέσματος, δηλαδή στη διφυγή για τα παρανόμως διατεθέντα στην κατανάλωση εμπορεύματα της καταβολής των οφειλομένων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, χωρίς δε την ύπαρξη κάθε μιας των επιμέρους αυτών ενεργειών δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί το εν λόγω αποτέλεσμα, οι ενέργειες αυτές αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο λαθρεμπορικής παραβάσεως, που επισύρει την επιβολή ενιαίου πολλαπλού τέλους (Διοικ. Εφ. Πειρ. 1025/2015).

6. Επίσης, έχει κριθεί ότι κατά την έννοια των διατάξεων της παρ 2 του άρθρου 152 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 161 του ίδιου Κώδικα, αναφορικά με την αστική ευθύνη του κυρίου ή παραλήπτη των εμπορευμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, στην περίπτωση διαφυγής, με λαθρεμπορική ενέργεια, της πληρωμής των δικαιωμάτων του Δημοσίου, εφόσον δεν συντρέχει για τον κύριο ή παραλήπτη του αντικειμένου της λαθρεμπορίας περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 155 παρ. 2 εδαφ. ζ' του Τελωνειακού Κώδικα, εφόσον δηλαδή ο τελευταίος δεν μετείχε στην πράξη της λαθρεμπορίας, η αρμόδια τελωνειακή αρχή διατηρεί τη δυνατότητα να τον κηρύξει αλληλεγγύως συνυπεύθυνο μαζί με τον κυρίως υπαίτιο της τελωνειακής παραβάσεως, για την πληρωμή των ποσών που καταλογίστηκαν σε βάρος του τελευταίου (δηλαδή των δασμών και λοιπών φόρων και του πολλαπλού τέλους που βαρύνουν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας), εκτός εάν, κατά την κρίση της τελωνειακής αρχής ή των διοικητικών δικαστηρίων που επιλαμβάνονται κατόπιν προσφυγής, αποδεικνύεται ότι τα εν λόγω πρόσωπα (ο κύριος ή παραλήπτης του αντικειμένου της λαθρεμπορίας), τα οποία και φέρουν το βάρος της αποδείξεως , δεν μπορούσαν να έχουν καν γνώση της πιθανότητας τελέσεως της τελωνειακής παραβάσεως. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία ο κύριος ή παραλήπτης των εμπορευμάτων δεν μπορούσε ούτε γνώση να έχει της τελεσθείσας λαθρεμπορίας και, ως εκ τούτου, έχει δικαιολογημένη πεποίθηση ότι οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι έχουν καταβληθεί προσηκόντως στο Δημόσιο, ο τελευταίος αυτός δεν ευθύνεται για την καταβολή, ούτε του επιβληθέντος σε βάρος των υπαίτιων πολλαπλού τέλους, αλλά ούτε και των διαφυγόντων δασμών (βλ. ΣτΕ 3870/2013, ΣτΕ 2950/2013, ΣτΕ 1067/2013, ΣτΕ 3612/2006, ΣτΕ 1570/2008, 1575 - 8/2008, ΣτΕ 3731/ 2008, ΣτΕ 2675/2008, ΣτΕ 3971/2004, 3232 - 3/2005 κ.α.).

7. Εξάλλου, σε συμφωνία με τα προπαρατεθέντα πορίσματα της συναφούς νομολογίας, με την επικαλούμενη από την ερωτώσα υπηρεσία γνωμοδότηση 410/2009 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους έχουν γίνει δεκτά, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«......................για κάθε αυτοτελή περίπτωση λαθρεμπορίας με πλείονες συνυπαίτιους επιβάλλεται με πράξη του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Αρχής ένα και μόνο πολλαπλό τέλος, από το τριπλάσιο μέχρι το πενταπλάσιο των δασμολογικών επιβαρύνσεων, που αναλογεί στο αντικείμενο αυτής, συνολικά για όλους τους συνυπαιτίους, άνευ διακρίσεως του τρόπου της συμμετοχής, για τους οποίους θεσπίζεται αλληλέγγυα ευθύνη για την εξ ολοκλήρου καταβολή του (άρθρο 150 παρ. 1) επιφυλασσομένων των διατάξεων των άρθρων 161 και επόμενα περί της αλληλέγγυας ευθύνης και των κηρυχθέντων αστικώς συνυπευθύνων μετά των συνυπαιτίων, οι οποίες εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις τελωνειακές παραβάσεις (άρθρο 152 παρ. 2) ...Το επιβαλλόμενο ενιαίως πολλαπλό τέλος επιμερίζεται με την αυτή πράξη ιδιαιτέρως σε καθένα από τους συνυπαιτίους, αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής του, στη λαθρεμπορική παράβαση, μέχρις εξαντλήσεως αυτού. Ο προσδιορισμός της ιδιαίτερης ευθύνης κάθε συμμετέχοντος ευθυγραμμίζεται με την αρχή της υπαιτιότητας (δόλο) και συνιστά προϋπόθεση για την επιβολή του πολλαπλού τέλους................ Ο ως άνω επιμερισμός δεν καθιστά την ως άνω επίσης προβλεπόμενη εις ολόκληρον οφειλή διαιρετή, αλλά σε βάρος κάθε συνυπαπίου βεβαιώνεται (εν στενή εννοία) το σύνολο του πολλαπλού τέλους και όχι το μέρος αυτού, που αναλογεί στην ιδιαίτερη ευθύνη του. ............η φύση της κατ' άρθρο 150 παρ. 1 του Τελών. Κώδικα αλληλέγγυας ευθύνης των συνυπαιτίων λαθρεμπορίας για την καταβολή του επιβληθέντος ενιαίως πολλαπλού τέλους, συμπίπτει, ................, με την προβλεπόμενη στα άρθρα 481 - 488 Α.Κ. παθητική εις ολόκληρον ενοχή και κατά συνέπεια, καθένας από τους συνυπαιτίους υποχρεούται να καταβάλει ολόκληρο το πολλαπλό τέλος, όλοι δε παραμένουν υπόχρεοι μέχρι την πλήρη εξόφλησή του ..................».

Η εν λόγω γνωμοδότηση αφορά και επιλύει νομικά ζητήματα που ανάγονται στο μεταγενέστερο στάδιο της καταβολής του επιβληθέντος ήδη πολλαπλού τέλους από πρόσωπα που έχουν ήδη κριθεί συνυπαίτιοι - συμμέτοχοι λαθρεμπορικής παραβάσεως και έχει προσδιορισθεί η αλληλέγγυα ευθύνη τους για την καταβολή του πολλαπλού τέλους που έχει επιβληθεί συνολικά σε βάρος όλων των κριθέντων ως συνυπαιτίων - συμμετόχων της ίδιας λαθρεμπορικής πράξεως, καθώς και νομικά ζητήματα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 158 του ν. 2960/2001 και των έννομων συνεπειών από την εφαρμογή αυτή.

8. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η εκ μέρους της ερωτώσας υπηρεσίας συναγωγή των προαναφερομένων πραγματικών δεδομένων, ερειδόμενη μόνο στις τελικές διαπιστώσεις της από 11-07-2017 πορισματικής αναφοράς της ΕΛΥΤ Θεσσαλονίκης και στην προαναφερόμενη αλληλογραφία μεταξύ των υπηρεσιών, είναι μη δεσμευτική για την τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση των καταλογιστικών πράξεων στις εν θέματι περιπτώσεις τελέσεως λαθρεμπορικών παραβάσεων και ελεγκτέα από αυτήν από απόψεως πληρότητας και ορθότητας.

Ως εκ τούτου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι με βάση τα προαναλυθέντα νομικά δεδομένα και κατόπιν εξακριβώσεως των πραγματικών δεδομένων της προκείμενης υποθέσεως, όπως αυτά προκύπτουν από τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, επί των οποίων ερείδεται και η σχετική πορισματική αναφορά της ΕΛΥΤ Θεσσαλονίκης, ή και άλλων που τυχόν περιέλθουν εν γνώσει της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, εναπόκειται στην τελευταία, αφού λάβει υπόψη της τις μορφές ενέργειας των περισσοτέρων εμπλεκομένων στις εν θέματι λαθρεμπορικές παραβάσεις προσώπων και τις μεταξύ τους σχέσεις, να προβεί στον προσδιορισμό των υπαιτίων - αυτουργών και των συνυπαιτίων - συμμέτοχων, καθοιονδήποτε τρόπο, σε καθεμία από τις επίμαχες λαθρεμπορικές παραβάσεις.

Ο προσδιορισμός αυτός θα πρέπει να λάβει χώρα αναλόγως της σχέσεως καθενός από τα πρόσωπα που έχουν εμπλακεί στις επίμαχες λαθρεμπορικές παραβάσεις αφενός μεν προς το επελθόν αποτέλεσμα της διαφυγής των καταβλητέων κατά την εισαγωγή στο Τελωνείο ποσών Φ.Π.Α., αντιμετωπίζοντας κατά νόμο κάθε πράξη που υποκίνησε, προκάλεσε, υποβοήθησε, συντέλεσε στην εισαγωγή, αγορά, πώληση και εν τέλει κατοχή των επίμαχων λαθρεμπορευμάτων ως πράξη πραγματώσεως της λαθρεμπορίας υπό την έννοια είτε της αυτουργίας είτε της συμμετοχής σε αυτήν, αφετέρου δε προς τα λοιπά εμπλεκόμενα πρόσωπα, καθώς, εκ των προτέρων και προ πάσης αιτιολογημένης εκτιμήσεως εκ μέρους της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο συνυπαιτιότητας - συμμετοχής καθενός των επιτηδευματιών - τελικών παραληπτών με περισσότερους των πέντε συμμέτοχους, ήτοι και με κάποιους ή και με όλους τους λοιπούς επιτηδευματίες - τελικούς παραλήπτες των επίμαχων λαθρεμπορευμάτων που εισήχθησαν με βάση καθεμία διασάφηση.

Ακολούθως, αφού η αρμόδια τελωνειακή αρχή καταλήξει αιτιολογημένα στον προσδιορισμό και του βαθμού συμμετοχής και, συνακόλουθα, ευθύνης καθενός των προσώπων που εμπλέκονται σε κάθε μία λαθρεμπορική παράβαση, θα πρέπει να προβεί σε καθορισμό των καταλογιστέων ποσών του διαφυγόντος Φ.Π.Α. και των βάσει αυτών υπολογιστέων πολλαπλών τελών που θα πρέπει να επιβληθούν και, εν συνεχεία, σε επιμερισμό αυτών των πολλαπλών τελών και καταλογισμό των ποσών του διαφυγόντος Φ.Π.Α., κατά τέτοιον τρόπο ώστε τόσο η προσωπική όσο και η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη καθενός των συνυπαιτίων - συμμέτοχων για την καταβολή και εξόφληση των ποσών Φ.Π.Α. που θα καταλογισθούν και των πολλαπλών τελών που θα επιβληθούν να μην εκτείνεται πέραν των λαθρεμπορικών παραβάσεων, όπως και των αποτελούντων αντικείμενο των παραβάσεων αυτών λαθρεμπορευμάτων που εισήχθησαν παρανόμως και κατείχοντο από αυτούς και των αντίστοιχων προς αυτά ποσών διαφυγόντος Φ.Π.Α. - τις οποίες υπαιτίως διέπραξαν ή/και στη διάπραξη των οποίων συντέλεσαν καθοιονδήποτε τρόπο. Δεν θα μπορούσε εκ των προτέρων να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η εν λόγω ευθύνη να καταλάβει και λαθρεμπορεύματα που εισήχθησαν παρανόμως και κατείχοντο και από άλλους επιτηδευματίες - τελικούς παραλήπτες, εφόσον, όμως, εκτιμηθεί ότι και στα λαθρεμπορεύματα αυτά εκτείνονται οι παράνομες και υπαίτιες ενέργειές τους, οι οποίες συντέλεσαν στη διάπραξη και των αντίστοιχων προς αυτά λαθρεμπορικών παραβάσεων.

9. Εξάλλου, με δεδομένο ότι στην προκειμένη περίπτωση οι πραγματικοί αγοραστές - επιτηδευματίες - έμποροι- τελικοί παραλήπτες φέρεται να υπέπεσαν τουλάχιστον σε λαθρεμπορική παράβαση με την πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος (βλ. άρθρα 142 παρ. 2 και 155 παρ. 1β και 2ζ' του ν. 2960/2001), δεν τίθεται καταρχήν ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 161 του ν.2960/2001.

Απάντηση:

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα εκφέρουμε τη γνώμη ότι με τις καταλογιστικές πράξεις που πρόκειται να εκδώσει η αρμόδια προς τούτο τελωνειακή αρχή θα πρέπει να προβεί σε καθορισμό των καταλογιστέων ποσών του διαφυγόντος Φ.Π.Α. και των βάσει αυτών υπολογιστέων πολλαπλών τελών που θα πρέπει να επιβληθούν και, εν συνεχεία, σε επιμερισμό αυτών των πολλαπλών τελών και καταλογισμό των ποσών του διαφυγόντος Φ.Π.Α., κατά τέτοιον τρόπο ώστε τόσο η προσωπική όσο και η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη καθενός των συνυπαιτίων - συμμέτοχων για την καταβολή και εξόφληση των ποσών Φ.Π.Α. που θα καταλογισθούν και των πολλαπλών τελών που θα επιβληθούν να μην εκτείνεται πέραν των λαθρεμπορικών παραβάσεων, όπως και των αποτελούντων αντικείμενο των παραβάσεων αυτών λαθρεμπορευμάτων που εισήχθησαν παρανόμως και κατείχοντο από αυτούς και των αντίστοιχων προς αυτά ποσών διαφυγόντος Φ.Π.Α. - τις οποίες υπαιτίως διέπραξαν ή/και στη διάπραξη των οποίων συντέλεσαν καθοιονδήποτε τρόπο, χωρίς να μπορεί εκ των προτέρων να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η εν λόγω ευθύνη να καταλάβει και λαθρεμπορεύματα που εισήχθησαν παρανόμως και κατείχοντο και από άλλους επιτηδευματίες - τελικούς παραλήπτες, εφόσον, όμως, εκτιμηθεί ότι και στα λαθρεμπορεύματα αυτά εκτείνονται οι παράνομες και υπαίτιες ενέργειές τους, οι οποίες συντέλεσαν στη διάπραξη και των αντίστοιχων προς αυτά λαθρεμπορικών παραβάσεων.


Αθήνα, 10 Απριλίου 2019

Ο γνωμοδοτών
Δημήτριος Αδ. Φαρμάκης
Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΚΤΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΛΠ ΑΝΤΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ
  • ΕΦΚΑ
Up
Close
Close
Κλείσιμο