Δημοσιεύθηκε στις : [ 04-12-2018 ]

Αιτιολογική έκθεση - Σχέδιο νόμου Κατάργηση των διατάξεων περί μείωσης των συντάξεων, ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων και άλλες διατάξεις

(Κατάργηση των διατάξεων περί μείωσης των συντάξεων, ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων και άλλες διατάξεις)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
Στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Υπουργείου Οικονομικών με τίτλο «Κατάργηση των διατάξεων περί μείωσης των συντάξεων, ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων και άλλες διατάξεις»


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Συνταξιοδοτικές Ρυθμίσεις

Άρθρο 1
Κατάργηση των διατάξεων περί μείωσης των συντάξεων


Με τον ν. 4387/2016 (Α' 85) επιτεύχθηκε η πλήρης αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και διασφαλίστηκε η βιωσιμότητά του, με τη θέσπιση για πρώτη φορά ενιαίων κανόνων για όλους παλαιούς και νέους συνταξιούχους, εργαζόμενους στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα, μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους αλλά και με τη θέσπιση ενιαίου τρόπου υπολογισμού της σύνταξης, κύριας και επικουρικής, για παλιούς και νέους ασφαλισμένους, με ίδια ποσοστά αναπλήρωσης για όλους.
Η ισονομία και η κοινωνική αλληλεγγύη, που συνιστούν τις θεμελιώδεις αρχές της μεταρρύθμισης του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος επιτυγχάνονται πρωτίστως μέσω του θεσμού της εθνικής σύνταξης, θεσμός που εγγυάται ένα κατώτατο ποσό σύνταξης, το οποίο δεν εξαρτάται από την καταβολή εισφορών ούτε από το ύψος των αποδοχών ή του εισοδήματος του ασφαλισμένου, συνιστώντας έτσι ένα σημαντικό εργαλείο κοινωνικής αναδιανομής υπέρ των ασθενέστερων κοινωνικών κατηγοριών. Από την άλλη πλευρά, η θέσπιση της ανταποδοτικής σύνταξης εξασφαλίζει το σύνδεσμο μεταξύ εισφορών, παροχών και εισοδήματος και, συνακόλουθα, εγγυάται την ισότιμη αντιμετώπιση των ασφαλισμένων βάσει των αρχών της ισονομίας και της ανταποδοτικότητας, χωρίς ευμενή μεταχείριση ειδικών κατηγοριών. Συνολικά, η κατά τα ανωτέρω σύνταξη, δηλαδή, το άθροισμα Εθνικής Σύνταξης και ανταποδοτικού μέρους, αφενός, εξασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης σε όλους τους ασφαλισμένους αφετέρου, εγκαθιδρύει ένα στενό δεσμό μεταξύ παροχής, εισφορών και εισοδήματος.
Με τον ν. 4387/2016 προβλέφθηκε έτι περαιτέρω, κατ' επιταγή των αρχών της συμμετοχικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης των γενεών που συνιστούν θεμελιώδεις κανόνες της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, ο επανυπολογισμός των συντάξεων των ήδη συνταξιούχων με αναφορά στο νέο, ενιαίο τρόπο υπολογισμού της κύριας και επικουρικής σύνταξης για παλαιούς και νέους ασφαλισμένους. Παράλληλα, όμως σύμφωνα και με τη θεμελιώδη αρχή του σεβασμού της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ασφαλισμένων, εξασφαλίστηκε η προστασία των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων, στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την 31.12.2014, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις με την πρόβλεψη του θεσμού της προσωπικής διαφοράς.
Οι θεσπιζόμενες με τον ν. 4472/2017 (Α'74) ρυθμίσεις περί απομείωσης της προσωπικής διαφοράς από 1/1/2019 στο πλαίσιο του νέου τρόπου υπολογισμού των συντάξεων, υπαγορεύτηκαν από την ανάγκη εξασφάλισης της επιτυχούς ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης στο πλαίσιο του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, της επίτευξης άμεσης χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας και της συνακόλουθης διαμόρφωσης του αναγκαίου περιβάλλοντος σταθερότητας αυτής, προϋποθέσεις απολύτως αναγκαίες για τον προσδιορισμό ουσιαστικών μέτρων ρύθμισης του ελληνικού δημόσιου χρέους.
Πλην όμως, τα δεδομένα που υφίσταντο κατά την ψήφιση του ν. 4472/2017 έχουν αλλάξει σημαντικά. Ήδη σήμερα μετά την ολοκλήρωση των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής και την οριστική έξοδο της χώρας από τα Μνημόνια, αποδείχθηκε πλήρως ότι η Ελλάδα έχει κατορθώσει να επιτύχει το δημοσιονομικό της στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα, στόχος που μπορεί πλέον να επιτευχθεί και χωρίς το μέτρο της απομείωσης της προσωπικής διαφοράς στο πλαίσιο του επανυπολογισμού των συντάξεων, το οποίο, άλλωστε, είναι μέτρο μη διαρθρωτικού χαρακτήρα. Τα υπερπλεονάσματα του ΕΦΚΑ, τα οποία αναμένονται να αυξηθούν ακόμη περισσότερο από την αύξηση των εισπραττόμενων εισφορών λόγω της ενίσχυσης της αγοράς εργασίας και της συνακόλουθης βελτίωσης της απασχόλησης, στα πλαίσια και της εν γένει αναπτυξιακής κατεύθυνσης της χώρας και της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, αποδεικνύουν ότι το ανωτέρω μέτρο είναι μη δημοσιονομικά αναγκαίο για την ισορροπία και τη βιωσιμότητα του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, η οποία έχει πλήρως διασφαλιστεί

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΓΕΝΙΚΑ


Με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου σκοπείται η εναρμόνιση της ελληνικής ασφαλιστικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20.1.2016 σχετικά με τη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων, όπως ισχύει μετά την Οδηγία 2018/411/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2018 καθώς και η αντικατάσταση και συμπλήρωση συναφών διατάξεων της νομοθεσίας περί ασφαλιστικής διαμεσολάβησης με σκοπό τη σύνταξη ενός ενιαίου κωδικοποιημένου κειμένου που θα ρυθμίζει συνολικά την υπηρεσία διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων και την άσκησή της στην ελληνική επικράτεια. Εξ αρχής σημειώνεται ότι η Οδηγία 2016/97/ΕΕ είναι Οδηγία ελάχιστης εναρμόνισης.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η πρόσφατη χρηματοπιστωτική αναταραχή ανέδειξε τη σημασία της διασφάλισης αποτελεσματικής προστασίας του καταναλωτή σε όλους τους χρηματοπιστωτικούς τομείς. Αναδείχθηκε η ανάγκη να ενισχυθούν, τόσο η εμπιστοσύνη των πελατών, όσο και η μεγαλύτερη ομοιομορφία της ρυθμιστικής αντιμετώπισης ως προς τη διανομή (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων, προκειμένου να διασφαλίζεται επαρκές επίπεδο προστασίας των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Περαιτέρω, αναγνωρίστηκε ότι είναι σημαντικό οι ενωσιακές και οι εθνικές ρυθμίσεις να λαμβάνουν υπόψη την ιδιάζουσα φύση των ασφαλιστικών συμβάσεων σε σύγκριση με τα επενδυτικά προϊόντα που ρυθμίζονται βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου προς την οποία εναρμονίστηκε η εθνική μας νομοθεσία με τον Ν. 4514/2018. Η Οδηγία 2016/97/ΕΕ έχει ευθυγραμμιστεί ως προς αυτό με τις αντίστοιχες διατάξεις της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
Ακόμη, με την παραδοχή ότι οι (αντ)αοφαλιστικοί διαμεσολαβητές διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη διανομή των (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Οδηγία 2016/97/ΕΕ βελτιώνει τα ελάχιστα πρότυπα όσον αφορά τους κανόνες που διέπουν τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων και δημιουργεί ισότιμους όρους ανταγωνισμού. Η εφαρμογή της οδηγίας 2002/92/ΕΚ κατέδειξε ότι ορισμένες διατάξεις έχρηζαν περαιτέρω αποσαφήνισης, με σκοπό να διευκολυνθεί η ανεμπόδιστη διασυνοριακή και επί ίσοις όροις άσκηση της διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και ότι το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας έπρεπε να επεκταθεί, ώστε οι καταναλωτές να απολαύουν της ίδιας προστασίας παρά τις διαφορές μεταξύ των διαύλων διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. Έτσι, διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες πωλούν ασφαλιστικά προϊόντα απευθείας, συμπεριλήφθηκαν στο πεδίο εφαρμογής της νέας οδηγίας 2016/97/ΕΕ, αντιμετωπίζοντας ίδιες με τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές υποχρεώσεις ενημέρωσης και πληροφόρησης του καταναλωτή, γι' αυτό εισήχθη και ο ευρύτερος όρος της «διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων».
Συνοψίζοντας τα παραπάνω, μέσω της ενσωμάτωσης των ρυθμίσεων και των προτύπων που εισάγονται με την Οδηγία 2016/97/ΕΕ στο εθνικό μας δίκαιο, επιτυγχάνουμε τα ακόλουθα: α. τον εκσυγχρονισμό και την καλύτερη εναρμόνιση μεταξύ των εθνικών κανόνων δικαίου για τη διανομή στην προώθηση των (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων,
β. την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της υφιστάμενης οδηγίας περί ασφαλιστικής διαμεσολάβησης (2002/92/ΕΚ) και ιδίως σε σχέση με το ότι οι απαιτήσεις καταλαμβάνουν όλα τα κανάλια διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων, συμπεριλαμβάνοντας στο πεδίο εφαρμογής τους και τις απευθείας πωλήσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, γ. την ενίσχυση της διαφάνειας στις συναλλαγές των υποχρεώσεων προσυμβατικής πληροφόρησης και ενημέρωσης του ασφαλισμένου και, κατ' αποτέλεσμα, την ενίσχυση της προστασίας του καταναλωτή.
Σε εθνικό επίπεδο, για την ασφάλεια δικαίου αλλά και για λόγους σαφήνειας προκρίθηκε η λύση της ενσωμάτωσης των διατάξεων της ανωτέρω Οδηγίας σε ένα νέο νομοθετικό κείμενο, στο οποίο ενσωματώνονται επιπλέον ορισμένες εθνικές διατάξεις.

Κατωτέρω παρατίθεται η ανάλυση των διατάξεων του νέου νόμου.

II. Επί των άρθρων

Κεφάλαιο Α'


Το Κεφάλαιο Α' (άρθρα 2 έως και 5) περιλαμβάνει τον σκοπό και το πεδίο εφαρμογής του νόμου, δίδει τους απαραίτητους ορισμούς και ακόμη, με μία αμιγώς εθνική διάταξη (άρθρο 5) καθορίζει τις σχέσεις των διανομέων ασφαλιστικών προϊόντων μεταξύ τους και με τους πελάτες.
Στο άρθρο 2 περιγράφεται το αντικείμενο των ρυθμίσεων που εισάγονται με το παρόν σχέδιο νόμου και ορίζεται ο σκοπός του, που είναι αφενός η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ, γνωστής με την αγγλική ονομασία IDD (Insurance Distribution Directive) όπως ισχύει μετά την Οδηγία 2018/411/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2018 και η αντικατάσταση, τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων εκ των υφιστάμενων διατάξεων της νομοθεσίας (αντ)ασφαλιστικής διαμεσολάβησης και ιδιαίτερα του π.δ. 190/2006 και του Ν. 1569/1985, όπως ισχύουν. Στόχος είναι η αποφυγή της συγχύσεως από την ισχύ διατάξεων διαφόρων νομοθετημάτων με το ίδιο πεδίο εφαρμογής που σε ορισμένα ζητήματα αλληλεπι καλύ πτονταν.
Στο άρθρο 3 ορίζεται το πεδίο εφαρμογής του νόμου και ενσωματώνονται οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 1 της Οδηγίας. Στο άρθρο 3 παρ. 2 του νόμου προσδιορίζεται ποιοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, απαλλάσσονται των υποχρεώσεων του νόμου. Ωστόσο, τονίζεται ότι στην παρ. 3 ορίζεται πως ακόμη και για τους εξαιρούμενους της παρ. 2 ισχύουν συγκεκριμένες ελάχιστες υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης του πελάτη, και υπό αυτήν την έννοια ουδείς δραστηριοποιούμενος στη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων, εξαιρείται εντελώς από τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Η παρ. 4 οριοθετεί το πλαίσιο σε σχέση με δραστηριότητες διανομής για κινδύνους και υποχρεώσεις εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και προβλέπει ότι για (αντ)ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές εγκατεστημένους σε τρίτη χώρα, που ασκούν δραστηριότητες διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων στην Ελλάδα, εφαρμόζεται η αρχή της ισότητας.
Στο άρθρο 4 ενσωματώνονται οι ορισμοί του άρθρου 2 παρ. 1 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ και προστίθενται ορισμοί που χρησιμεύουν για την πληρότητα και τη σαφήνεια του εθνικού δικαίου. Συγκεκριμένα:
Στο άρθρο 4 παρ. 1 περίπτ. 1 και 2 του νόμου εισάγεται ο ορισμός της δραστηριότητας της διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων, ο οποίος είναι ευρύς σύμφωνα με την σχετική διατύπωση της Οδηγίας, ώστε το πεδίο εφαρμογής του νόμου να καταλαμβάνει τις περισσότερες δυνατές περιπτώσεις. Επισημαίνεται ότι στην έννοια της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων εντάσσονται μεταξύ των λοιπών αναφερομένων περιπτώσεων και σι ιστοσελίδες σύγκρισης τιμών, οι οποίες δεν περιορίζονται στη διαφήμιση των ασφαλιστικών προϊόντων αλλά δίνουν τη δυνατότητα στον πελάτη να προβεί, μέσω αυτών ή άλλων παρεχόμενων μέσων, στη σύναψη σύμβασης ασφάλισης. Σε σχέση με τις εν λόγω διατάξεις αξίζει να επισημανθεί ότι στο άρθρο 4 παρ.1 περίπτ. 11 του νόμου ορίζεται ότι διανομείς (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων είναι, επιπλέον όσων αποτελούσαν τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές σύμφωνα με την προϊσχύουσα νομοθεσία για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οι (αντ)ασφαλιστικές επιχειρήσεις καθώς και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.
Στο άρθρο 4 παρ.1 περίπτ. 3, επίσης προβλέπονται οι κατηγορίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης της ελληνικής έννομης τάξης. Η βασική διαφορά σε σχέση με το προϊσχύον νομικό πλαίσιο είναι η συγχώνευση των κατηγοριών του ασφαλιστικού συμβούλου και του ασφαλιστικού πράκτορα σε μία, για την οποία προκρίθηκε η διατήρηση της ονομασίας του ασφαλιστικού πράκτορα, επειδή είναι όρος ευρύτερα χρησιμοποιούμενος διεθνώς ("agent"). Στις παρ. 4, 5 και 6 του εν λόγω άρθρου ορίζονται οι κατηγορίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης.
Οι νέοι ορισμοί και η νέα κατηγοριοποίηση των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών προέκυψαν από την αξιολόγηση του προηγούμενου νομικού πλαισίου, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα:
- τις βασικές διαφορές μεταξύ των δικτύων διανομής, όπως αποτυπώνονται στους ορισμούς τους, δηλαδή μία κατηγορία που διανέμει προϊόντα στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, και μία που διανέμει προϊόντα κατ' εντολήν του πελάτη,
- τις ομοιόμορφες, ίδιας βαρύτητας και σπουδαιότητας υποχρεώσεις ενημέρωσης και δεοντολογίας που επιβάλλει η IDD, ανεξάρτητα από την όποια εθνική κατηγοριοποίηση των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, σε συνδυασμό με την κοινοτική επιταγή για ισότητα στους όρους ανταγωνισμού και για τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια έναντι του καταναλωτή,
- τα παρατηρούμενα κενά στην προστασία του καταναλωτή, ώστε υφίσταται πλέον ίδια προστασία αυτού ανεξάρτητα από το δίκτυο διανομής που χρησιμοποίησε, και αντίστοιχη όμοια ευθύνη για κάθε είδους διανομέα,
- τα κρατούντα στην ασφαλιστική αγορά και ιδίως στις σχέσεις μεταξύ εταιρειών και δικτύων διανομής και
- τον κίνδυνο αδιαφάνειας και σύγχυσης του πελάτη, που προκαλείται όταν του παρέχονται υπηρεσίες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων από πρόσωπα που συγκεντρώνουν περισσότερες ιδιότητες.
Οι παραπάνω ανάγκες για νομοθετική ρύθμιση οδήγησαν στην αναδιαμόρφωση των εθνικών κατηγοριών ασφαλιστικής διαμεσολάβησης με τον παρόντα νόμο, ως εξής:
- Προβλέπονται πλέον οι εξής κατηγορίες ασφαλιστικών διαμεσολαβητών: οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι συντονιστές ασφαλιστικών πρακτόρων και οι μεσίτες ασφαλίσεων, με απόλυτο ασυμβίβαστο μεταξύ των δύο πρώτων κατηγοριών με την τρίτη (βλ. και άρθρο 19 παρ. 3 και 4 του νόμου).
- Οι διαφορές μεταξύ πρακτόρων και μεσιτών αφορούν στο βαθμό ανεξαρτησίας τους από την ασφαλιστική επιχείρηση με την οποία συνεργάζονται και πιθανόν στον τρόπο αμοιβής, εάν υπάρχει αμοιβή για τον μεσίτη και από την ασφαλιστική εταιρία και τον πελάτη ή μόνον από τον πελάτη, αποκλεισμένης της αμοιβής από την ασφαλιστική (βλ. και άρθρο 5 παρ. 1 και 4). Οι εν λόγω κατηγορίες των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών δεν διαφοροποιούνται ως προς τις υποχρεώσεις ενημέρωσης και δεοντολογίας που πηγάζουν από τον παρόντα νόμο, ούτε ως προς την αποζημίωση του πελάτη σε περίπτωση επαγγελματικής αστικής ευθύνης τους.
- Οι συντονιστές ασφαλιστικών πρακτόρων δεν διαμεσολαβούν οι ίδιοι απευθείας στον πελάτη, αλλά διευθύνουν και επιβλέπουν το έργο των ασφαλιστικών πρακτόρων, που έχουν σύμβαση συνεργασίας με την ασφαλιστική επιχείρηση στην οποία παρέχει τις υπηρεσίες του ο συντονιστής, με σκοπό την επίτευξη υψηλού επιπέδου συμμόρφωσης του δικτύου με τις σχετικές με τη διανομή, πολιτικές και τις διαδικασίες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Στο άρθρο 4 παρ.1 περίπτ. 7 ορίζεται ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος υπάγεται σε ελαφρύτερο καθεστώς υποχρεώσεων από τον παρόντα νόμο. Επισημαίνεται ότι στην κατηγορία αυτήν δεν υπάγονται τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, όταν ασκούν τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, καθώς αυτά εντάσσονται ευθέως στους ασφαλιστικούς πράκτορες (άρθρο 4 παρ. 4) και κατ' επέκταση υπάγονται στο σύνολο των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τον παρόντα νόμο.
Στην περίπτ. 8 ορίζεται ο αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής και προβλέπεται ότι μόνον ο μεσίτης έχει τη δυνατότητα προώθησης αντασφαλιστικών προϊόντων. Η επιλογή αυτή θεωρήθηκε συνεπής με τα μέχρι σήμερα κρατούντα στις συναλλαγές, ενώ ενισχύεται περαιτέρω η επιθυμητή διαφοροποίηση από τους πράκτορες ασφαλίσεων.
Στο άρθρο 4 παρ.1 περιπτ. 9 και 10 δίδονται οι ορισμοί της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης σε παραπομπή στα ήδη ισχύοντα (Ν. 4364/2016).
Στο άρθρο 4 παρ.1 περίπτ. 12 του νόμου ορίζεται κατά την σχετική διατύπωση της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ η έννοια της "αμοιβής" με ευρύτητα, ώστε να δύναται να περιλάβει οποιοδήποτε οικονομικό όφελος του διανομέα, χρηματικό ή μη, από την προώθηση συγκεκριμένου προϊόντος.
Στο άρθρο 4 παρ.1 περιπτ. 13 ως 17 του νόμου ορίζονται οι βασικότερες έννοιες για τη διασυνοριακή δραστηριότητα των διανομέων εντός της Ένωσης.
Στην περίπτ. 18 ορίζεται η έννοια της συμβουλής. Η έννοια αυτή αποτελεί την ύψιστης σπουδαιότητας παροχή του διανομέα προς τον πελάτη και ήδη είναι υποχρεωτική στην Ελληνική αγορά για όλους τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές. Για τον λόγο αυτόν, και σε άσκηση εθνικής ευχέρειας και επιλογής, η υποχρεωτικότητα της παροχής συμβουλής διατηρήθηκε σε όλα τα προϊόντα, κλάδους και τύπους ασφάλισης και από όλους τους διανομείς, είτε εδρεύουν στην Ελλάδα, είτε δραστηριοποιούνται σε αυτήν με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή ελεύθερης εγκατάστασης, και ανεξάρτητα από την επιμέρους κατηγορία του ειδικού μητρώου όπου είναι εγγεγραμμένοι. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η πρόβλεψη του άρθρου 32 του νόμου αυτού.
Στην περίπτ. 19 ορίζονται οι μεγάλοι κίνδυνοι, που μπορούν κατ' εθνική επιλογή να αντιμετωπιστούν διαφορετικά από τις λοιπές καλύψεις.
Στο άρθρο 4 περίπτ. 20 του νόμου ορίζεται η έννοια του επενδυτικού προϊόντος που βασίζεται σε ασφάλιση, λαμβάνοντας υπόψη τις συναφείς προβλέψεις του Κανονισμού 1286/2014 σχετικά με τα έγγραφα βασικών πληροφοριών που αφορούν συσκευασμένα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές και επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση (PRIIP), καθώς και τις συναφείς προβλέψεις του Ν. 4364/2016.
Στο άρθρο 4 παρ.1 περίπτ.21 τίθεται ο ορισμός του «σταθερού μέσου».
Στην περίπτ. 22 δίδεται ο ορισμός της ευρωπαϊκής εποπτικής αρχής των ασφαλίσεων (ΕΙΟΡΑ).
Στην περίπτ. 23 διευκρινίζεται ποιοι, για τον σκοπό συμμόρφωσης με τον παρόντα νόμο, θεωρούνται διοικούντες το νομικό πρόσωπο του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή. Σε ό,τι αφορά την ασφαλιστική επιχείρηση οι διοικούντες αυτήν για τον σκοπό συμμόρφωσης στον παρόντα νόμο ρυθμίζονται στο όρθρο 24 παρ. 3 με παραπομπή στο άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4364/2016.
Στην περίπτ. 24 ορίζεται η παραγωγή του ασφαλιστικού πράκτορα και του συντονιστή.
Στο άρθρο 4 παρ.2 ορίζονται οι δραστηριότητες που, αν και έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά με εκείνα της διανομής, δεν θεωρούνται δραστηριότητες διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων και συνεπώς εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του νόμου
Το άρθρο 5 προσδιορίζει τις συναλλακτικές σχέσεις των διανομέων ασφαλιστικών προϊόντων μεταξύ τους και με τους πελάτες, σε άσκηση εθνικής ευχέρειας και επιλογής που δίδει η Οδηγία. Με το παρόν άρθρο τροποποιούνται και αντικαθίστανται οι διατάξεις της υφιστάμενης εθνικής νομοθεσίας για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, με στόχο:
Α. Την ενίσχυση της διαφάνειας στις συναλλαγές, τόσο μεταξύ των φορέων της αγοράς, όσο και έναντι του πελάτη, ειδικά σε θέματα αμοιβών,
Β. την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου ως προς το ρόλο, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις κάθε φορέα της ασφαλιστικής αγοράς, και
Γ. την αποτύπωση στη νομοθεσία της πραγματικής λειτουργίας των δικτύων στην ασφαλιστική αγορά, όπως εξελίχθηκε σήμερα, σε σχέση με αυτήν που υπήρχε το έτος 1985, οπότε εισήχθη ο Ν. 1569/1985.
Στην παρ. 1 περιγράφεται η σχέση του ασφαλιστικού πράκτορα με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων προωθεί ασφαλιστικά προϊόντα, δυνάμει σύμβασης εντολής, για την μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή. Επίσης η διάταξη της παρ. 1 του όρθρου 5, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 περίπτ. 4, καθιστά σαφές ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί δύνανται να προωθούν προϊόντα περισσοτέρων από μιας ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με το παρόν σχέδιο νόμου, οι φορείς αυτοί εντάσσονται ρητά στην κατηγορία του ασφαλιστικού πράκτορα. Η δυνατότητα αυτή είναι προς το συμφέρον του καταναλωτή, διότι αυξάνει τις επιλογές του σε περισσότερα σημεία πώλησης. Διατηρείται ωστόσο ο τρόπος αμοιβής που ακολουθείται αυτή τη στιγμή στην αγορά (προμήθεια από την ασφαλιστική επιχείρηση).
Στην παρ. 2 περιγράφεται η σχέση του συντονιστή με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τους ασφαλιστικούς πράκτορες. Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι σύμφωνα με τον ορισμό του, όπως δίδεται στο άρθρο 4 παρ.1 περίπτ. 5, ο συντονιστής δεν μπορεί να συμβάλλεται απευθείας με τον ή τους πράκτορες που τελούν υπό την επίβλεψή του.
Η παρ. 3 εντάσσει στο παρόν σχέδιο νόμου και διατηρεί σε εκτεταμένο βαθμό και με τις κατάλληλες προσαρμογές λόγω των μεταβολών που επήλθαν στην κατηγοριοποίηση των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 1569/1985 σχετικά με το πλαίσιο καταγγελίας των συμβάσεων συνεργασίας μεταξύ ασφαλιστικών επιχειρήσεων και ασφαλιστικών πρακτόρων και συντονιστών ασφαλιστικών πρακτόρων. Επίσης, επεκτείνονται τα σχετικά δικαιώματα των ασφαλιστικών πρακτόρων και των συντονιστών, πέραν της περίπτωσης του θανάτου ή της μόνιμης ολικής ανικανότητας του διαμεσολαβητή, και στην περίπτωση της συνταξιοδότησής του. Η διάταξη της παρ. 3 αφορά ιδιωτικής φύσης διαφορές μεταξύ ασφαλιστικών επιχειρήσεων αφενός και ασφαλιστικών πρακτόρων και συντονιστών ασφαλιστικών πρακτόρων αφετέρου, ώστε οι ρυθμίσεις αυτές εκφεύγουν των εποπτικών αρμοδιοτήτων του άρθρου 43 του νομοσχεδίου.
Στην παρ. 4 περιγράφεται η σχέση του μεσίτη ασφαλίσεων με τις (αντ)ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τους πελάτες, εισάγεται δε ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης μεταξύ του μεσίτη ασφαλίσεων και του πελάτη, προς ενίσχυση της διαφάνειας και την ασφάλειας των συναλλαγών, σε περίπτωση που οι συναλλασσόμενοι επιλέξουν, αντί προμήθειας από την ασφαλιστική επιχείρηση, αμοιβή από τον πελάτη απευθείας προς τον μεσίτη. Επίσης, η διάταξη αποσαφηνίζει ότι η οικονομική και νομική ανεξαρτησία του μεσίτη δεν συναρτάται από την σύναψη γραπτής σύμβασης συνεργασίας με ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Και τούτο διότι, αφού η σύναψη των σχετικών συμβάσεων καθιστά τις συναλλαγές ασφαλείς και προστατεύει τα συμβαλλόμενα μέρη, είναι απολύτως θεμιτή και ενθαρρύνεται από τον παρόντα νόμο. Έτσι, η διάταξη της παρ. 4 ξεκαθαρίζει ότι μόνον η επαρκής διασπορά των ασφαλιστικών κινδύνων μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που παρέχουν τη σχετική κάλυψη μπορεί να διασφαλίσει σε ικανοποιητικό βαθμό και να αποδείξει την, έναντι αυτών, ανεξαρτησία του μεσίτη. Η διάταξη αυτή, εξάλλου, συνδυάζεται με εκείνην του άρθρου 23 παρ. 2 του νόμου περί προσκομιδής από τον μεσίτη στο Ειδικό Μητρώο, βεβαίωσης για την κατανομή των ασφαλιστικών του εργασιών στην αγορά.
Στην παρ. 5 ρυθμίζεται η σχέση των εκδιδόμενων από τους μεσίτες cover notes, που αποτελούν διεθνή πρακτική, με την πρόβλεψη του άρθρου. 2 του ν. 2496/1997, σύμφωνα με την οποία ο λήπτης της ασφάλισης/ασφαλισμένος πρέπει πάντοτε να λαμβάνει ασφαλιστική σύμβαση, ως αποδεικτικό της κάλυψής του έγγραφο. Η παρ. 5 ξεκαθαρίζει ότι ο μεμονωμένος μικρο-ασφαλισμένος (retail customer) λαμβάνει πάντοτε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του ν. 2496/1997, η δε έκδοση cover notes επιτρέπεται μόνον στην ασφάλιση μεγάλων κινδύνων ή την συνασφάλιση, και μόνον στην περίπτωση που η έκδοση της σχετικής ασφαλιστικής σύμβασης δεν είναι εφικτή άμεσα, λόγω για παράδειγμα της πολυπλοκότητας των όρων του συμβολαίου, του σύνθετου και χρονοβόρου underwriting ή του μεγάλου αριθμού των εμπλεκόμενων συνασφαλιστών. Επισημαίνεται ότι στο σχέδιο νόμου δεν περιελήφθησαν ειδικές διατάξεις για την περίπτωση της αντασφάλισης, όπου τα μέρη είναι ελεύθερα να προσδιορίσουν τις εσωτερικές τους σχέσεις.
Στην παρ. 6 περιγράφεται η σχέση του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και ο τρόπος αμοιβής του.
Με την παρ. 7 επιδιώκεται ο περαιτέρω εξορθολογισμός της λειτουργίας των φορέων της ασφαλιστικής αγοράς στην λειτουργία των «αλυσιδωτών» πωλήσεων. Σκοπός της ρύθμισης είναι, αν δημιουργηθούν «αλυσίδες» στην πώληση των ασφαλιστικών προϊόντων αποτελούμενες από περισσότερους από έναν ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, που μεσολαβούν μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του πελάτη, να λειτουργούν υπό τις εξής προϋποθέσεις:
α. Όλοι οι ενδιάμεσοι «κρίκοι» να ανήκουν στην ίδια κατηγορία ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, έτσι ώστε να διέπονται από τις ίδιες υποχρεώσεις και δικαιώματα έναντι του πελάτη και της ασφαλιστικής εταιρείας, και να ενισχύεται η διαφάνεια και η ασφάλεια στις συναλλαγές καθώς και η αποφυγή σχετικών συγκρούσεων συμφερόντων κατά τους ορισμούς της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ, και
β. η ασφαλιστική επιχείρηση να γνωρίζει όλους τους διαμεσολαβητές που εμπλέκονται στην πώληση, από τον πρώτο και συμβαλλόμενο μαζί της, μέχρι και τον τελευταίο, που έρχεται σε επαφή με τον πελάτη.
Η γνώση και η έγκριση της «αλυσίδας» από την ασφαλιστική επιχείρηση είναι αναγκαίες, προκειμένου μεταξύ άλλων η εταιρεία να διασφαλίσει την ορθή εφαρμογή των πολιτικών και των διαδικασιών της περί έγκρισης των ασφαλιστικών προϊόντων και να είναι σε θέση να αξιολογήσει, σύμφωνα με τις εσωτερικές της διαδικασίες, αν ο τελικός πωλητής, με τον οποίο ενδεχομένως δεν συμβάλλεται (έχει όμως εγκρίνει), είναι σε θέση να προωθήσει το προϊόν της με τρόπο που να μην την εκθέτει σε λειτουργικό κίνδυνο. Η διάταξη προβλέπει επίσης τις συνέπειες στη συμβατική σχέση με τους συνεργάτες της ασφαλιστικής επιχείρησης, αν εκείνοι παραβούν τις σχετικές υποχρεώσεις.

Κεφάλαιο Β'

Στο Κεφάλαιο Β' περιγράφονται οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες της εποπτικής αρχής, προκειμένου να είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο.
Στο άρθρο 6 προσδιορίζονται η αρμόδια αρχή, ο σκοπός και οι γενικές αρχές άσκησης της εποπτείας.
Το άρθρο 7 προβλέπει τη διενέργεια ελέγχων από την εποπτική αρχή, σε εποπτευόμενες κατά τον παρόντα νόμο οντότητες αλλά και σε κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο, του οποίου ο έλεγχος κρίνεται από την εποπτική αρχή ως αναγκαίος για την άσκηση του εποπτικού της έργου. Οι παρ. 2, 3 και 4 προβλέπουν τη δυνατότητα της εποπτικής αρχής να συλλέγει στοιχεία από μια πληθώρα πηγών, χωρίς να εμποδίζεται από την επίκληση οποιουδήποτε απορρήτου.
Το άρθρο 8 ρυθμίζει τη συμμόρφωση της εποπτικής αρχής με τα κανονιστικής ισχύος κείμενα της ΕΑΑΕΣ.
Το άρθρο 9 ρυθμίζει τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της εποπτικής αρχής και των άλλων αρχών, ευρωπαϊκών και εθνικών (όπως για παράδειγμα με τα Επιμελητήρια και την ΚΕΕΕ). Η παρ. 3 του εν λόγω άρθρου παραπέμπει στο άρθρο 44 του ν. 4364/2016 περί επαγγελματικού απορρήτου, που εφαρμόζεται και σχετικά με τις πληροφορίες που περιέρχονται στην εποπτική αρχή δυνάμει του παρόντος νόμου.
Το άρθρο 10 προβλέπει την παραλαβή και διαχείριση, από την εποπτική αρχή, καταγγελιών που στρέφονται κατά οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο ενεργεί δραστηριότητες διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων, και αφορούν σε πράξεις ή παραλείψεις που ενδέχεται να συνιστούν παράβαση του παρόντος νόμου. Επίσης προβλέπει την, προηγούμενη της επιβολής κυρώσεων, ακρόαση του ελεγχόμενου από την εποπτική αρχή, καθώς και την απάντηση προς τον καταγγέλλοντα, όταν ολοκληρωθεί η έρευνα ή και οι κατά την κρίση της απαιτούμενες εποπτικές ενέργειες, και πάντως εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.
Το άρθρο 11 προβλέπει τη δυνατότητα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών μεταξύ καταναλωτών και διανομέων ασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και τη συνεργασία των φορέων εξωδικαστικής επίλυσης με την εποπτική αρχή.

Κεφάλαιο Γ'

Το Κεφάλαιο Γ"του νόμου ρυθμίζει την άσκηση των δικαιωμάτων διασυνοριακής δραστηριότητας των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, από και προς την Ελλάδα, στο πλαίσιο της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς.
Στο άρθρο 12 προβλέπεται η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται από τον ενδιαφερόμενο διαμεσολαβητή με έδρα στην Ελλάδα προκειμένου να δραστηριοποιηθεί με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη της Ε.Ε. Προβλέπεται εν προκειμένω ότι ο ενδιαφερόμενος διαμεσολαβητής πρέπει να απευθύνεται με την αίτησή του ταυτόχρονα και στις 2 υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με αρμοδιότητες δυνάμει του παρόντος Κεφαλαίου, ήτοι τόσο στο Επιμελητήριο, στο Ειδικό Μητρώο του οποίου είναι εγγεγραμμένος όσο και στην εποπτική αρχή. Εν συνεχεία και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, το Επιμελητήριο οφείλει να επικοινωνήσει στην εποπτική αρχή τις πληροφορίες που προβλέπονται στην διάταξη και η εποπτική αρχή, που δρα ως αρμοδία αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, με την σειρά της αποστέλλει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας τις προβλεπόμενες από την Οδηγία πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.
Με την παρ. 4 η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, αφού λάβει την σχετική επιβεβαίωση από την αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής, ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο διαμεσολαβητή, ότι μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητές του στο κράτος μέλος υποδοχής επισημαίνοντάς του τις υποχρεώσεις συμμορφώσεως αυτού προς το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο για τις περί προστασίας του γενικού συμφέροντος διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής.
Σύμφωνα με την παρ. 5, η ίδια σειρά στην ενημέρωση που ξεκινά από τον ενδιαφερόμενο, συνεχίζεται προς το επιμελητήριο και από εκεί στην εποπτική αρχή και στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής προβλέπεται αντιστοίχως και στην περίπτωση αλλαγής οποιασδήποτε εκ των πληροφοριών που αφορούν στον ενδιαφερόμενο διαμεσολαβητή κατά τα ως άνω. Προβλέπεται επίσης η αντίστροφη διαδικασία, όταν η εποπτική αρχή ενεργεί ως αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής.
Επισημαίνεται ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν υπάγονται στη διαδικασία γνωστοποίησης των άρθρων 4 και 9 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ, διότι η διαδικασία για την γνωστοποίηση της διασυνοριακής τους δραστηριότητας διέπεται αποκλειστικά από τις ρυθμίσεις των άρθρων 145 ως 152 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όπως αυτές εμπλουτίζονται με την παρ. 7 του όρθρου 18 του παρόντος νόμου. Ωστόσο, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπάγονται κανονικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου, όσον αφορά την διαπίστωση της τυχόν παραβατικής τους συμπεριφοράς κατά την άσκηση διασυνοριακών δραστηριοτήτων διανομής είτε η Ελλάδα είναι γι' αυτές κράτος μέλος υποδοχής είτε κράτος μέλος καταγωγής.
Στο άρθρο 13 περιγράφονται τα μέτρα και οι κυρώσεις που μπορεί να λάβει και να επιβάλει η εποπτική αρχή για την αντιμετώπιση παραβάσεων του σχετικού θεσμικού πλαισίου από μέρους των (αντ)ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, ή ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα μέσω ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, επισημαίνοντας τις περιπτώσεις που υπάρχει λόγος άμεσου δράσεως για την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Τα μέτρα αυτά υπό τις αναφερόμενες στο νόμο προϋποθέσεις μπορεί να φθάσουν έως την απαγόρευση άσκησης από μέρους του διαμεσολαβητή νέων δραστηριοτήτων στην Ελλάδα.
Στο άρθρο 14 περιγράφονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την άσκηση δραστηριοτήτων (αντ)ασφαλιστικής διαμεσολάβησης και ασφαλιστικής διαμεσολάβησης ως δευτερεύουσας δραστηριότητας από διαμεσολαβητή με έδρα στην Ελλάδα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης με την ίδρυση υποκαταστήματος ή με μόνιμη παρουσία. Διευκρινίζεται ότι η μόνιμη παρουσία, η οποία δεν ορίζεται περαιτέρω στο νόμο αλλά αποτελεί αντικείμενο ad hoc εκτίμησης από την εποπτική αρχή, θα αντιμετωπίζεται εποπτικό ακριβώς όπως και το υποκατάστημα. Για τον λόγο αυτό, η «μόνιμη παρουσία» δεν επαναλαμβάνεται στο νόμο αλλά καλύπτεται από την αναφορά στο υποκατάστημα ή την εγκατάσταση, σε όσες περιπτώσεις κριθεί ότι αποτελούν μόνιμη παρουσία ασφαλιστικού διαμεσολαβητή στην Ελλάδα.
Στο ίδιο ως άνω άρθρο 14 προβλέπεται η διαδικασία προκειμένου ο ενδιαφερόμενος να δραστηριοποιηθεί σε άλλο κράτος μέλος μέσω υποκαταστήματος, και η σχετική επικοινωνία μεταξύ επιμελητηρίου, εποπτικής αρχής και αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής με τρόπο ομοιόμορφο με την παραπάνω ρύθμιση περί διασυνοριακής δράσης μέσω της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και με ορισμένες διαφοροποιήσεις στις παρεχόμενες πληροφορίες που άπτονται της φύσης του Υποκαταστήματος. Περαιτέρω, στην παρ. 5 προβλέπεται η δυνατότητα της εποπτικής αρχής, όταν δρα ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, να αρνηθεί να αποστείλει τις σχετικές πληροφορίες στο κράτος μέλος υποδοχής.
Με το άρθρο 15 κατανέμονται οι εποπτικές αρμοδιότητες με συμφωνία μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής, όταν ο κύριος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας ενός (αντ)ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, ή διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος από αυτό που είναι η χώρα καταγωγής του.
Στο άρθρο 16 προβλέπεται η δυνατότητα της εποπτικής αρχής να λάβει μέτρα σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι ένας (αντ)ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα με εγκατάσταση ή μόνιμη παρουσία, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από τον παρόντα νόμο. Ακόμη, προβλέπεται η αντίστοιχη αρμοδιότητα της εποπτικής αρχής όταν δρα ως αρμοδία αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, σε περίπτωση που γίνει αποδέκτης αντίστοιχων διαπιστώσεων από μέρους αρμοδίας αρχής κράτους μέλους υποδοχής. Για κάθε μέτρο ή κύρωση που λαμβάνεται ή επιβάλλεται από την εποπτική αρχή, προβλέπεται η έγγραφη γνωστοποίηση της αιτιολογημένης απόφασής της στον ενδιαφερόμενο (αντ)ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στον ενδιαφερόμενο ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, καθώς και η γνωστοποίηση του ληφθέντος μέτρου ή της επιβληθείσας κύρωσης στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του διαμεσολαβητή, στην ΕΑΑΕΣ και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Στο άρθρο 17 προβλέπονται οι αρμοδιότητες της εποπτικής αρχής, όταν δρα ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του παρόντος νόμου σε βάρος του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, ή του διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, στην περίπτωση που η εποπτική αρχή διαπιστώσει την παράβαση των διατάξεων που έχουν ταχθεί για την προστασία του γενικού συμφέροντος ως αναφέρονται στο άρθρο 18 του νόμου. Ακόμη, προβλέπεται ότι η εποπτική αρχή όταν δρα ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί να λάβει οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 43 του παρόντος νόμου, σε βάρος διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος, όταν κατά την άσκηση δραστηριοτήτων διανομής στην Ελλάδα είτε με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ή με ελεύθερη εγκατάσταση ή μόνιμη παρουσία, η εποπτική αρχή διαπιστώσει ότι η σχετική δραστηριότητα κατευθύνεται στην Ελλάδα ή κυρίως στην Ελλάδα ως κράτος μέλος υποδοχής, για την αποφυγή των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που θα ίσχυαν, αν η Ελλάδα ήταν το κράτος μέλος καταγωγής και ακόμη αν η εν λόγω δραστηριότητα θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την λειτουργία της σχετικής αγοράς και την προστασία των καταναλωτών. Στην περίπτωση αυτήν η εποπτική αρχή, είτε δρα ως αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, είτε του κράτους μέλους καταγωγής και δέχεται την αναφερόμενη ενημέρωση από το άλλο κράτος μέλος δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ ζητώντας την βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού EE αριθ. 1094/2010.
Με το άρθρο 18 ενσωματώνεται το άρθρο 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ. Το άρθρο 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ αναφέρεται σκόπιμα σε «διανομείς», καθιστώντας σαφές ότι οι εθνικοί κανόνες περί προστασίας του γενικού συμφέροντος που διέπουν τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων σε μια έννομη τάξη πρέπει εφαρμόζονται από όλα τα δίκτυα διανομής που δραστηριοποιούνται σε αυτήν, ανεξαιρέτως. Σε αυτό το πλαίσιο, το άρθρο 18 του νόμου, που ενσωματώνει το άρθρο 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ, αναφέρεται σε διανομείς και καταλαμβάνει, κατ' επέκταση, (και) όλες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που διανέμουν ασφαλιστικά προϊόντα στην Ελλάδα, είτε η Ελλάδα είναι χώρα καταγωγής είτε χώρα υποδοχής τους.
Στην παρ. 1 του άρθρου 18 προβλέπεται η γενική υποχρέωση όλων των διανομέων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ως χώρα υποδοχής να εφαρμόζουν τους κανόνες περί προστασίας του γενικού συμφέροντος της ελληνικής έννομης τάξης. Οι κανόνες αυτοί εκτείνονται πέραν της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση, ως εκ τούτου η διάταξη δεν εξειδικεύει τις σχετικές υποχρεώσεις των διανομέων. Στην παρ. 2 δίδεται στην εποπτική αρχή η εξουσιοδότηση να προσδιορίζει τους κανόνες περί προστασίας του γενικού συμφέροντος που ισχύουν για την άσκηση δραστηριοτήτων διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων στην Ελλάδα και στην παρ. 3 τίθεται η αναλογικότητα ως ένα σημαντικό κριτήριο για την επιλογή τους. Καθορίζεται ακόμη η δημοσιότητα των εν λόγω κανόνων και η επικαιροποίηση αυτών (παρ. 3 - 5). Στην παρ. 6 ορίζεται ότι η εποπτική αρχή καθίσταται η αρμόδια αρχή που θα αποτελεί το ενιαίο σημείο επαφής της Οδηγίας, και συγκεκριμένα θα παρέχει πληροφορίες για τις διατάξεις περί προστασίας του γενικού συμφέροντος που ισχύουν στην Ελλάδα σε σχέση με τη νομοθεσία διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. Η παρ. 7 συμπληρώνει τη διαδικασία των γνωστοποιήσεων του ν. 4364/2016, όταν η εποπτική αρχή δρα ως αρμοδία αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ειδικά των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Κεφάλαιο Δ'

Το Κεφάλαιο Δ' του νόμου ρυθμίζει τις προϋποθέσεις για την άσκηση της δραστηριότητας διανομής από (αντ)ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση με έδρα στην Ελλάδα. Για τις (αντ)ασφαλιστικές επιχειρήσεις, η δυνατότητα έναρξης της σχετικής δραστηριότητας συμπίπτει με την αδειοδότησή τους στο πλαίσιο του ν. 4364/2016.
Το άρθρο 19 παρ. 1 προβλέπει ότι η άσκηση της δραστηριότητας ασφαλιστικής διαμεσολάβησης είτε ως κύριας είτε ως δευτερεύουσας προϋποθέτει την εγγραφή του ενδιαφερομένου στο Ειδικό Μητρώο, ενώ στην παρ. 2 ορίζεται η αρχή που είναι αρμοδία για την τήρηση του Ειδικού Μητρώου.
Η παρ. 3 αναφέρει τις κατηγορίες του ειδικού μητρώου, στις οποίες μπορούν να εγγραφούν οι ενδιαφερόμενοι. Οι παρ. 3 και 4 εισάγουν ασυμβίβαστα τόσο μεταξύ αυτών των κατηγοριών, όσο και με τα στελέχη ή τους εκπροσώπους ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Οι διατάξεις αυτές σκοπούν να αποτρέψουν τις συγκρούσεις συμφερόντων που πολλές φορές ανακύπτουν όταν συγχέονται πολλές ιδιότητες στο αυτό πρόσωπο,-και να ενισχύσουν την ασφάλεια των συναλλαγών και την διαφάνεια έναντι του καταναλωτή, ο οποίος λαμβάνοντας τη σχετική πρσσυμβστική ενημέρωση του παρόντος νόμου, θα είναι σε θέση να γνωρίζει σε πρώτο χρόνο και πριν την σύναψη οιασδήποτε ασφαλιστικής συμβάσεως επακριβώς το καθεστώς του διανομέα, τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες και τα προσφερόμενα προϊόντα. Παρέκκλιση στο ασυμβίβαστο μεταξύ μεσίτη και αντιπροσώπου αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης εισάγεται για την περίπτωση των Lloyd's, οι οποίοι αποτελούν «αγορά» και όχι τυπική περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης, που λειτουργεί εδώ και δεκαετίες όχι μόνον στην Ελλάδα αλλά παγκοσμίως μέσω μεσιτών - ανταποκριτών, που διαθέτουν ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα (binding authority).
Η παρ. 5 προβλέπει τη διαδικασία που ακολουθείται από το ενδιαφερόμενο να εγγραφεί νομικό πρόσωπο προκειμένου να υποδείξει στο Ειδικό Μητρώο τα πρόσωπα από τα μέλη της διοίκησης του, που είναι υπεύθυνα για την διανομή ασφαλιστικών προϊόντων. Ειδική ρύθμιση επιφυλάχθηκε, λόγω της ιδιαίτερης οργανωτικής τους δομής, για τις περιπτώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων επενδύσεων και των αγροτικών συνεταιρισμών.
Σύμφωνα με την παρ. 6, στο Ειδικό Μητρώο καταχωρίζεται η άσκηση διασυνοριακής δραστηριότητας του εγγεγραμμένου (αντ)ασφαλιστικσύ διαμεσολαβητή και ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. Για το σκοπό αυτό, η σχετική αίτηση του ενδιαφερόμενου αποστέλλεται και στο Επιμελητήριο, σε τροποποίηση της προϊσχύουσας διαδικασίας, σύμφωνα με όσα προελέχθησαν για τα άρθρα 12 και 14 του παρόντος νόμου.
Η παρ. 7 προβλέπει την υποχρέωση, να υπάρχει η δυνατότητα ευχερούς εξαγωγής στατιστικών στοιχείων τόσο από τα κατά τόπον Επιμελητήρια, όσο και από την ΚΕΕΕ.
Η παρ. 8 σκοπεί να εκσυγχρονίσει την επικοινωνία των Επιμελητηρίων με τα μέλη τους και να διευκολύνει τους διοικούμενους κατά την υποβολή των αναγκαίων σύμφωνα με τον παρόντα νόμο δικαιολογητικών. Στο ίδιο πνεύμα, η παρ. 9 προβλέπει συγκεκριμένη μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εγγραφής από το Επιμελητήριο, εφόσον υποβληθούν από τον ενδιαφερόμενο όλα τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά. Στα προβλεπόμενα δικαιολογητικά για την έναρξη της προθεσμίας πρέπει να συνυπολογιστούν και όσα προκύπτουν από την ειδική επιμελητηριακή νομοθεσία, όπως ενδεικτικά βεβαίωση για την έναρξη εργασιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., καταστατικό εταιρείας κλπ., χωρίς την υποβολή των οποίων δεν θα πρέπει να ξεκινά η προθεσμία της παρ. 9.
Η παρ. 10 προβλέπει την οργάνωση Ενιαίου Σημείου Πληροφόρησης με επιμέλεια της ΚΕΕΕ, από το οποίο κάθε ενδιαφερόμενος θα μπορεί να ενημερώνεται με ασφάλεια ανά πάσα στιγμή αν συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο διαθέτει άδεια για την άσκηση της δραστηριότητας διανομής από οποιοδήποτε Επιμελητήριο στην ελληνική επικράτεια. Το περιεχόμενο των Ειδικών Μητρώων που δημοσιεύεται στο Ε.ΣΗ.Π. προβλέπεται αναλυτικά στην παρ. 11.
Η παρ. 12 ορίζει την υποχρέωση των διαμεσολαβητών να ενημερώνουν το μητρώο για κάθε μεταβολή των στοιχείων τους σε εύλογο χρόνο.
Η παρ. 13 προβλέπει τη συνεργασία ΚΕΕΕ - ΕΑΑΕΣ για θέματα δημοσίευσης διαμεσολαβητών που ασκούν διασυνοριακή δραστηριότητα.
Το άρθρο 20 σε συνδυασμό με το Παράρτημα XIII του νόμου, προβλέπει την υποχρέωση των αναφερομένων στην διάταξη προσώπων να κατέχουν επαρκείς γνώσεις και ικανότητες που απαιτούνται για την άσκηση της δραστηριότητας διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων, τόσο κατά την έναρξη αυτής (παρ. 1), όσο και κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού βίου. Οι παρ. 2 και 4 εξουσιοδοτούν την εποπτική αρχή να εκδώσει τις αναγκαίες πράξεις για την εξειδίκευση των προβλεπόμενων στις παρ. 1 και 3. Με την παρ. 5 θεσπίζεται παρέκκλιση για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, κάνοντας χρήση των ευχερειών της Οδηγίας, και προβλέπεται υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης που έχει αναλάβει την αστική ευθύνη από την διαμεσολάβηση των συγκεκριμένων προσώπων, να βεβαιώσουν ότι αυτά τα πρόσωπα διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις και ικανότητες κατά την παρ. 1 του άρθρου 20 του νόμου. Σύμφωνα άλλωστε με την οδηγία, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση δεν εμπίπτουν στην υποχρέωση της δια βίου επανεκπαίδευσης.
Το άρθρο 21 προβλέπει τα δικαιολογητικά που απαιτείται να προσκομίσει ο αιτών την εγγραφή του στο Ειδικό Μητρώο ως (αντ)ασφαλιστικός διαμεσολαβητής. Η παρ. 2 κάνει ειδική πρόβλεψη για τα επιπλέον της παρ. 1 απαιτούμενα δικαιολογητικά για την εγγραφή του ενδιαφερόμενου στην κατηγορία του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων. Η παρ. 5 εξουσιοδοτεί την εποπτική αρχή να παρέχει δια πράξεων αυτής διευκρινίσεις για τη μορφή, τον τύπο και το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου επαγγελματικής αστικής ευθύνης, να παρέχει σχετικά πρότυπα για την ασφάλιση αυτή καθώς και να αναθεωρεί το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσό της αναφερόμενης σε αυτό απαλλαγής, ο καθορισμός του οποίου κρίνεται αναγκαίος ώστε να αποφευχθεί η έκδοση ασφαλιστηρίων με μηδαμινή έως ανύπαρκτη πραγματική κάλυψη.
Το άρθρο 22 προβλέπει τα δικαιολογητικά που απαιτείται να προσκομίσει ο αιτών την εγγραφή του στο Ειδικό Μητρώο ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.
Το άρθρο 23 παρ. 1 προβλέπει τα αναγκαία δικαιολογητικά και τον χρόνο υποβολής τους προκειμένου να ανανεωθεί/διατηρηθεί η εγγραφή του ενδιαφερόμενου στο Ειδικό Μητρώο, με ειδική πρόβλεψη για τον μεσίτη στην παρ. 2. Προβλέπεται για πρώτη φορά ως αναγκαίο της ανανέωσης δικαιολογητικό, η βεβαίωση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ότι το εγγεγραμμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν έχει δηλώσει σε αυτήν την διακοπή της δραστηριότητας διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων. Η παρ. 3 αναθέτει στο Επιμελητήριο την αρμοδιότητα να διαγράφει από το Ειδικό Μητρώο, όποιον δεν προσκομίσει τα αναγκαία δικαιολογητικά ή παύει να πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 21 και 22 του παρόντος νόμου. Ο διαγραφείς έχει τη δυνατότητα προσβολής της εν λόγω απόφασης κατά τις γενικές διατάξεις της επιμελητηριακής νομοθεσίας ως εκ τούτου δεν απαιτείται ειδική μνεία περί αυτού στον παρόντα νόμο.
Το άρθρο 24 προβλέπει τις ελάχιστες οργανωτικές υποχρεώσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε ενσωμάτωση της παρ. 8 του άρθρου 10 της Οδηγίας.
Το άρθρο 25 προβλέπει μέτρα για την προστασία του πελάτη στην περίπτωση αφερεγγυότητας του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, στο πλαίσιο ασκήσεως σχετικής εθνικής επιλογής, που παρέχει η Οδηγία.
Τέλος, στο άρθρο 26 προβλέπεται ρητά η υποχρέωση όλων των φορέων της (αντ)ασφαλιστικής αγοράς να συνεργάζονται μόνον με πρόσωπα εγγεγραμμένα στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 ή στα μητρώα του άρθρου 3 της Οδηγίας.

Κεφάλαιο Ε'

Στο άρθρο 27 αποτυπώνονται οι γενικές αρχές δεοντολογικής συμπεριφοράς που διέπουν την άσκηση της δραστηριότητας διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων και σύμφωνα με τις οποίες βασικός γνώμονας των ενεργειών των διανομέων είναι η βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους. Ουσιαστικώς προβλέπεται καθήκον εντιμότητας αμεροληψίας και επαγγελματισμού. Περαιτέρω, με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2251/1994 περί «προστασίας καταναλωτών», τίθενται οι κανόνες για την παροχή πληροφοριών από μέρους του συνόλου των διανομέων ασφαλιστικών προϊόντων προς τους πελάτες τους ή προς δυνητικούς πελάτες τους, συμπεριλαμβανομένων των διαφημίσεων, που πρέπει να διοχετεύονται με αμερόληπτο, σαφή και μη παραπλανητικό τρόπο.
Προβλέπεται ακόμη ότι οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων δεν αμείβονται, ή δεν αμείβουν ή αξιολογούν την απόδοση των υπαλλήλων τους, κατά τέτοιο τρόπο που να έρχεται σε σύγκρουσή με το καθήκον τους να ικανοποιούν καλύτερα το συμφέρον των πελατών τους Ρυθμίζεται το ζήτημα σύναψης συμφωνιών ή συνεργασιών που υπό οιαδήποτε μορφή (αμοιβής, στόχων πωλήσεων ή εν γένει οποιαδήποτε μορφή οικονομικού οφέλους) θα αποτελούσαν κίνητρο για τον διανομέα, ή τον υπάλληλο του να συστήσει ένα συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν σε πελάτη, ενώ ο διανομέας θα μπορούσε να συστήσει προς τον πελάτη του άλλο ασφαλιστικό προϊόν, το οποίο θα ικανοποιούσε καλύτερα τις ανάγκες του. Αξίζει να διευκρινισθεί, για λόγους ασφάλειας δικαίου, ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 περίπτ. 1 του παρόντος, ως και σύμφωνα με τα άρθρα 148 και 149 του ν. 4364/2016 περί ελεύθερης τιμολόγησης δύνανται οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ως παραγωγοί, να προσφέρουν εκπτώσεις επί των ασφαλίστρων των ασφαλιστικών τους προϊόντων.
Στο εν λόγω άρθρο, πέραν των ελάχιστων ενωσιακών προβλέψεων της Οδηγίας ενσωματώθηκε η περιπτωσιολογία του προϊσχύοντος Κανονισμού Συμπεριφοράς των (αντ)ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, ήτοι της ΠΕΕ 86/2016 (ΦΕΚ Β 1109/19.4.2016). Ο σκοπός της ένταξης των εν λόγω προβλέψεων στο νόμο είναι η ανάδειξη της σπουδαιότητας των κανόνων δεοντολογίας ως τμήματος του πλαισίου για τη διανομή των (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και η επίτευξη μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου ως προς τις σχετικές υποχρεώσεις αλλά και ως προς τις προβλεπόμενες κυρώσεις σε περίπτωση παράβασής τους.
Καινούργια και πρόσθετη των ελάχιστων ενωσιακών προβλέψεων, υποχρέωση δεοντολογίας υφίσταται στην παρ. 6, σύμφωνα με την οποία οι υπάλληλοι των διανομέων θα πρέπει να αναρτούν, σε εμφανές σημείο του γραφείου τους, πινακίδα για την ενημέρωση του πελάτη σχετικά με το αν δύνανται να διαμεσολαβούν στη σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων και δη με επενδυτικά χαρακτηριστικά.
Η παρ. 9 εξουσιοδοτεί την εποπτική αρχή για την περαιτέρω εξειδίκευση των υποχρεώσεων εκ των άρθρων 27 ως 40 του νόμου.
Στο άρθρο 28, στο πλαίσιο της προστασίας των καταναλωτών, τίθενται κανόνες για την, προηγούμενη της σύναψης οποιασδήποτε σύμβασης ασφάλισης ενημέρωση των πελατών τόσο από μέρους των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, όσο και από μέρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ειδικότερα στην παρ. 1 προβλέπονται συγκεκριμένες πληροφορίες που ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής οφείλει να γνωστοποιήσει πριν από την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης προς τους πελάτες του, πληροφορίες που περιλαμβάνουν όχι μόνο στοιχεία σχετικά με την ταυτότητά του και την δραστηριοποίησή του, αλλά και το εάν παρέχει συμβουλές σχετικά με τα πωλούμενα ασφαλιστικά προϊόντα, για τις διαδικασίες υποβολής αιτιάσεων των πελατών και για τους φορείς απόπειρας εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών. Αντίστοιχα, στην παρ. 2 προβλέπεται η υποχρέωση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων κατά την δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων να προβαίνουν σε αντίστοιχη γνωστοποίηση πληροφοριών, γνωστοποίηση που επίσης πρέπει να λάβει χώρα πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και αφορά τόσο τα στοιχεία της επιχειρήσεως, όσο και το εάν παρέχονται συμβουλές σχετικά με τα πωλούμενα προϊόντα αλλά και ομοίως, κατά τα προβλεπόμενα για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, τις διαδικασίες περί αιτιάσεων και εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών.
Στην παρ. 3 προβλέπεται ότι η ασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει υποχρεωτικά έγγραφο αίτησης ασφάλισης και το παρέχει δωρεάν στους διανομείς των προϊόντων της. Αφού συμπληρωθεί και υπογραφεί, αντίγραφο της αίτησης ασφάλισης- μέσω του εκτελούντος την διανομή- παραδίδεται στον πελάτη. Επιπλέον προβλέπεται ότι η αίτηση ασφάλισης, καθώς και το ασφαλιστήριο, πέραν των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2496/1997, περιέχουν, για λόγους διαφάνειας, συγκεκριμένα στοιχεία για τα πρόσωπα που μετέχουν στην πώληση. Σημειώνεται για λόγους ερμηνευτικής σαφήνειας ότι το έγγραφο της αίτησης ασφάλισης δύναται να είναι και ηλεκτρονικό.
Στην παρ. 4 προβλέπονται οι υποχρεώσεις έναντι του πελάτη για την έκδοση απόδειξης είσπραξης ασφαλίστρου, όταν αυτά δεν εισπράττονται απευθείας από την ασφαλιστική επιχείρηση μέσω τραπεζικής κατάθεσης μεταφοράς ποσού από τον τραπεζικό λογαριασμό του πελάτη σε τραπεζικό λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, χρήση πιστωτικής κάρτας, αντικαταβολή στα ΕΛΤΑ και άλλα, ισοδύναμα μέσα. Τέλος κατά την παρ. 5 απαγορεύεται ρητά η παροχή εξουσιοδότησης από έναν ασφαλιστικό διαμεσολαβητή σε άλλον για την είσπραξη ασφαλίστρου χωρίς τη ρητή συναίνεση της ασφαλιστικής επιχείρησης, για λογαριασμό της οποίας γίνεται η είσπραξη.
Στο άρθρο 29 και στο άρθρο 30 προσδιορίζονται οι πληροφορίες που δίδονται προς τον πελάτη ώστε να αντιμετωπιστούν, στον βέλτιστο δυνατόν βαθμό, οι περιπτώσεις συγκρούσεως συμφερόντων μεταξύ πελατών και ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και ακόμη πελατών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Οι πληροφορίες αυτές όσον αφορά τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές σχετίζονται καταρχάς με την ενημέρωση για την περίπτωση συμμετοχής του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή σε ασφαλιστική επιχείρηση ή με την συμμετοχή ασφαλιστικής επιχειρήσεως στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή. Ακόμη, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές θα πρέπει να ενημερώνουν τον πελάτη αν η σύσταση της ασφαλιστικής συμβάσεως στηρίζεται σε αμερόληπτη και προσωπική ανάλυση, αν ο διαμεσολαβητής διανέμει προϊόντα μιας μόνο ασφαλιστικής συμβάσεως ή αν δραστηριοποιείται σε συνεργασία με περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, παρέχοντας ειδικότερες σχετικές πληροφορίες ανά περίπτωση, με στόχο την βέλτιστη ενημέρωση του πελάτη για τον τρόπο δραστηριοποίησης του διαμεσολαβητή. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής παρέχει ακόμη πληροφορίες προς τον πελάτη σε σχέση με την φύση της αμοιβής που λαμβάνει, ώστε ο πελάτης να γνωρίζει ποιος ακριβώς καταβάλλει την αμοιβή του διαμεσολαβητή, και κυρίως αν καταβάλλεται από τον πελάτη ή αν ο διαμεσολαβητής εργάζεται βάσει προμήθειας, η οποία περιλαμβάνεται στο ασφάλιστρο, και τέλος αν ο διαμεσολαβητής λαμβάνει οποιασδήποτε φύσης ή είδους οικονομικό όφελος σε σχέση με την προτεινόμενη σύμβαση ασφάλισης και εάν παρέχεται το όφελος αυτό από πρόσωπο άλλον από τον πελάτη.
Στο άρθρο 29 παρ. 2 προβλέπεται ότι ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής παρέχει στον πελάτη πληροφορίες και μετά την σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως, στην περίπτωση που ο πελάτης δυνάμει της ίδιας αυτής ασφαλιστικής συμβάσεως πραγματοποιεί πληρωμές εκτός των τρεχόντων ασφαλίστρων και των προγραμματισμένων πληρωμών, οπότε ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής θα πρέπει να του γνωστοποιεί σε σχέση με αυτό το μέρος της συμβάσεως καθεμιά από τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο αυτό.
Περαιτέρω, στο άρθρο 29 παρ. 3 προβλέπεται ότι και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την δραστηριότητα διανομής αυτών οφείλουν να παρέχουν εγκαίρως και πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης πληροφορίες προς τους πελάτες τους, για την αμοιβή που λαμβάνουν οι υπάλληλοι τους σε σχέση με την προτεινόμενη ασφαλιστική σύμβαση, ιδίως όταν το οικονομικό όφελος είναι ξεχωριστό από το τρέχον ασφάλιστρο και τις προγραμματισμένες πληρωμές ή και αν παρέχεται από άλλο πρόσωπο από τον πελάτη τους. Από την ισχύ του παρόντος νόμου, το καθεστώς πληρωμής των υπαλλήλων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με προμήθειες βάσει του άρθρου 19 του ν. 1569/1985 σε συνδυασμό με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 190/06, λαμβάνοντας υπόψη και τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. της 17ης Οκτωβρίου 2013 στην υπόθεση C-555/2011, καταργείται.
Στο άρθρο 30 καθορίζονται τα πρότυπα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων και ειδικότερα το πλαίσιο παροχής συμβουλής. Έτσι, ορίζεται ότι πριν από την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων προσδιορίζει τις ανάγκες του πελάτη βάσει πληροφοριών που έλαβε από εκείνον, δίδοντας σε αυτόν σε μορφή κατανοητή, αντικειμενικές πληροφορίες γιο τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού προϊόντος, ώστε ο πελάτης να λάβει απόφαση επαρκώς ενημερωμένος. Τονίζεται ότι η προτεινόμενη ασφαλιστική σύμβαση πρέπει να είναι πάντοτε σύμφωνη με τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη. Επίσης προβλέπεται ότι, προ της συνάψεως οποιασδήποτε ασφαλιστικής σύμβασης, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων, θα πρέπει να παρέχει στον πελάτη εγγράφως εξατομικευμένη σύσταση, στην οποία να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους το συγκεκριμένο προϊόν ικανοποιεί καλύτερα τις απαιτήσεις και ανάγκες του πελάτη.
Στην διάταξη περιγράφονται οι πληροφορίες που πρέπει να δίδονται προς τους πελάτες, ανεξαρτήτως εάν το ασφαλιστικό προϊόν είναι μέρος πακέτου σύμφωνα με το άρθρο 34 του παρόντος νόμου. Οι πληροφορίες που δίδονται από τον διανομέα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον σύνθετο χαρακτήρα του προτεινόμενου ασφαλιστικού προϊόντος και τα χαρακτηριστικά του πελάτη.
Για τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων του κλάδου ασφάλισης ζημιών του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 4364/2016, οι πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού προϊόντος παρέχονται με τυποποιημένο έγγραφο πληροφοριών για την ασφαλιστική σύμβαση, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, το οποίο συντάσσεται από την ασφαλιστική επιχείρηση που παράγει και διαθέτει το εν λόγω προϊόν του κλάδου ασφάλισης κατά ζημιών. Στο άρθρο προβλέπονται τα χαρακτηριστικά που πρέπει να πληροί το έγγραφο πληροφοριών για το προτεινόμενο ασφαλιστικό προϊόν, αλλά ακόμη και το ελάχιστο περιεχόμενο του εγγράφου πληροφοριών, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις νόμιμης ενημέρωσης του πελάτη.
Στο άρθρο 31 προσδιορίζονται οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχουν στους πελάτες τους οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, πληροφορίες που είναι ουσιαστικώς οι αναφερόμενες στο άρθρο 28 παρ. 1 περιπτ. α), γ) και δ), καθώς και των περιπτ. δ) και ε) της παρ. 1 του άρθρου 29 του παρόντος, προς τα οποία υποχρεούνται να συμμορφώνονται οι εν λόγω ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές.
Στο άρθρο 32 τίθεται το πλαίσιο των εξαιρέσεων από την παροχή πληροφοριών των άρθρων 28 παρ. 1 και 2, 29, 30, 39 και 40 του παρόντος νόμου.
Στο όρθρο 33 καθορίζονται οι όροι ενημέρωσης των πελατών επί των πληροφοριών των άρθρων 28 παρ. 1 και 2, 29, 30, 39 και 40 του παρόντος νόμου. Ειδικότερα ορίζεται ότι γνωστοποιούνται στους πελάτες οι εν λόγω πληροφορίες γραπτώς, με σαφήνεια και ακρίβεια, καταρχήν στην ελληνική γλώσσα, εκτός αν άλλως έχει εγγράφως και προηγουμένως συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, και ακόμη παρέχονται προς τους πελάτες δωρεάν. Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στην παρ. 1 του άρθρου, οι εν λόγω πληροφορίες δύνανται να παρέχονται και σε σταθερό μέσο πλην του χαρτιού, ή μέσω δικτυακού τόπου υπό συγκεκριμένες αναφερόμενες στο νόμο προϋποθέσεις, οι οποίες σχετίζονται με την καταλληλότητα της χρήσης του διαφορετικού μέσου, την συναίνεση του πελάτη και άλλα στοιχεία που θα πρέπει να συντρέχουν ώστε να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την κατάλληλη προηγούμενη ενημέρωση των πελατών.
Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ότι, και στην περίπτωση που οι πληροφορίες επιτρέπεται να χορηγηθούν στον πελάτη σε σταθερό μέσο πλην του χαρτιού, ή μέσω δικτυακού τόπου, αν ο πελάτης το ζητήσει, τότε υποχρεωτικώς παρέχεται σε αυτόν έντυπο αντίγραφο των πληροφοριών αυτών, δωρεάν. Προβλέπονται επίσης ο τρόπος παροχής των πληροφοριών από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή προς τον πελάτη, σε περίπτωση πώλησης από απόσταση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Στο άρθρο 34 ρυθμίζεται η περίπτωση διασταυρούμενων πωλήσεων και ειδικότερα η περίπτωση προσφοράς του ασφαλιστικού προϊόντος από κοινού με ένα ή περισσότερα συμπληρωματικά προϊόντα, ή με μια ή περισσότερες υπηρεσίες, τα οποία δεν είναι προϊόντα ή υπηρεσίες της ιδιωτικής ασφάλισης, ως μέρους πακέτου ή ως τμήμα της ίδιας συμφωνίας οπότε ο διανομέας υποχρεούται να ενημερώνει τον πελάτη εάν υπάρχει η δυνατότητα αγοράς των διαφορετικών συστατικών στοιχείων χωριστά και να παρέχει περαιτέρω πληροφορίες επ' αυτού ως αναφέρεται στο νόμο.
Ακόμη, στο άρθρο 34 προβλέπεται ότι, όταν ένα ασφαλιστικό προϊόν είναι συμπληρωματικό ενός ή περισσότερων αγαθών ή υπηρεσιών, τα οποία δεν είναι αγαθά ή υπηρεσίες της ιδιωτικής ασφάλισης, ως μέρος πακέτου ή της ίδιας συμφωνίας, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων προσφέρει υποχρεωτικά στον πελάτη την δυνατότητα να αγοράσει το αγαθό ή την υπηρεσία χωριστά. Εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτήν οι περιπτώσεις όπου το ασφαλιστικό προϊόν είναι συμπληρωματικό σε επενδυτική υπηρεσία, σε σύμβαση πίστωσης ή σε λογαριασμό πληρωμών.
Ρητώς ο νόμος διαφοροποιεί τις περιπτώσεις του άρθρου αυτού από την περίπτωση διανομής ασφαλιστικών προϊόντων που παρέχουν κάλυψη για διαφορετικούς κλάδους ασφάλισης ή τύπους κινδύνων ήτοι για ασφαλιστήρια συμβόλαια πολλαπλών κινδύνων.
Τέλος, στο άρθρο 34 προβλέπεται η υποχρέωση του διανομέα για προσδιορισμό των απαιτήσεων και των αναγκών του πελάτη, σε σχέση με τα ασφαλιστικά προϊόντα που αποτελούν μέρος του συνολικού πακέτου ή της ίδιας συμφωνίας.
Στο άρθρο 35 ρυθμίζονται η έγκριση, η εποπτεία των προϊόντων και οι απαιτήσεις διακυβέρνησής τους από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που τα δημιουργούν. Ειδικότερα, ορίζεται ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις κινούνται βάσει συγκεκριμένης στρατηγικής για τη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων και εκπονούν πολιτική και διαδικασία έγκρισης κάθε προϊόντος, προτού το διαθέσουν προς πώληση. Η εν λόγω διαδικασία πρέπει να διέπει τον σχεδιασμό, την παρακολούθηση, την αξιολόγηση και τη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων, ή τις σημαντικές προσαρμογές υφιστάμενου ασφαλιστικού προϊόντος. Στην εν λόγω διαδικασία εφαρμόζονται οι αρχές καταλληλότητας και αναλογικότητας προς την φύση του ασφαλιστικού προϊόντος που αφορά. Επισημαίνεται ότι οι υποχρεώσεις της παρ. 1 βαρύνουν και τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, στο βαθμό που δημιουργούν ασφαλιστικό προϊόν.
Σκοπός της διαδικασίας είναι:
- να προσδιοριστεί εξ αρχής από την ασφαλιστική επιχείρηση η αγορά - στόχος για κάθε προϊόν που παράγει
- να διασφαλιστεί ότι όλοι οι κίνδυνοι, που συνδέονται με την συγκεκριμένη αγορά, αξιολογούνται,
- ότι η σκοπούμενη στρατηγική διανομής και το δίκτυο διανομής είναι κατάλληλα για την συγκεκριμένη αγορά - στόχο,
- ότι η ασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνει εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το ασφαλιστικό προϊόν διανέμεται στην συγκεκριμένη αγορά - στόχο.
Σκοπός είναι η επίτευξη της ικανοποίησης του πελάτη από την αγορά του εκάστοτε ασφαλιστικού προϊόντος και η αντιμετώπιση του λειτουργικού κινδύνου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων από προϊόντα που δεν ικανοποιούν τους στόχους και τις ανάγκες των πελατών τους, ιδίως σε προγράμματα μακροχρόνιας διάρκειας.
Η ως άνω διαδικασία προβλέπει τακτική αναθεώρηση από την ασφαλιστική επιχείρηση των ασφαλιστικών προϊόντων που προσφέρονται ή προωθούνται στην αγορά με συνεχή αξιολόγηση της συγκεκριμένης αγοράς στόχου και των αναγκών αυτής, ώστε η σκοπούμενη στρατηγική διανομής να συνεχίζει να είναι κατάλληλη.
Περαιτέρω, προβλέπεται ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να θέτουν στη διάθεση των διανομέων όλες τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με το ασφαλιστικό προϊόν και τη διαδικασία έγκρισης προϊόντων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προσδιορισμένη αγορά στόχου του κάθε ασφαλιστικού προϊόντος. Ειδικώς οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων πρέπει να διαθέτουν τις κατάλληλες οργανωτικές ρυθμίσεις για να λαμβάνουν τις πληροφορίες σχετικώς με τη διαδικασία έγκρισης ασφαλιστικών προϊόντων, και να κατανοούν τα χαρακτηριστικά και την προσδιορισμένη αγορά στόχο για κάθε ασφαλιστικό προϊόν. Οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού δεν απαλλάσσουν τον διανομέα από κάθε άλλη υποχρέωση που προκύπτει από τον παρόντα νόμο, περιλαμβανομένων όσων σχετίζονται με την προσυμβατική ενημέρωση του πελάτη, τη Δήλωση Αξιολόγησης Καταλληλότητας Προϊόντος την προειδοποίηση για την μη συμβατότητα του προϊόντος τον εντοπισμό και τη διαχείριση φαινομένων σύγκρουσης συμφερόντων, και με τις κάθε είδους οικονομικές απολαβές του ασφαλιστικού διανομέα από την δραστηριότητά του. Τέλος προβλέπεται ότι το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις ασφαλίσεις μεγάλων κινδύνων.

Κεφάλαιο Στ'

Στο άρθρο 36 καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής των πρόσθετων απαιτήσεων προσυμβατικής παροχής πληροφοριών και επαγγελματικής δεοντολογίας που εφαρμόζονται στη διανομή επενδυτικών προϊόντων βασιζομένων σε ασφάλιση, πέραν των αναφερομένων στο Κεφάλαιο Ε'. Διευκρινίζεται ότι στις εν λόγω απαιτήσεις υπόκεινται ασφαλιστικές επιχειρήσεις και διαμεσολαβητές αποκλειομένων όμως των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών δευτερευούσης δραστηριότητας δεδομένου ότι δεν τους επιτρέπεται η πώληση των οικείων προγραμμάτων.
Στο άρθρο 37 παρ. 1, και με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 27, προβλέπεται η υποχρέωση των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν τη διανομή επενδυτικών προϊόντων βασιζόμενων σε ασφάλιση, να διατηρούν και να εφαρμόζουν ειδικές διαδικασίες που να ελαχιστοποιούν την επέλευση συγκρούσεων συμφερόντων, με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση των εννόμων συμφερόντων των πελατών τους. Στο εν λόγω άρθρο αποτυπώνονται οι κρισιμότερες διαδικασίες που οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να εφαρμόζουν κατά την διανομή βασιζόμενων σε ασφάλιση επενδυτικών προϊόντων, προκειμένου να εντοπίζουν και να αποτρέπουν συγκρούσεις συμφερόντων, ενώ σε περίπτωση που υφίσταται αμφιβολία σχετικώς με την επάρκεια των εν λόγω διαδικασιών, οφείλουν να προβούν σε γνωστοποίηση προς τον πελάτη ώστε αυτός να ενημερωθεί σχετικώς με τη φύση ή την αιτία της συγκρούσεως συμφερόντων, και η γνωστοποίηση αυτή να γίνει εγκαίρως προ της συνάψεως της ασφαλιστικής σύμβασης. Στην διάταξη καθορίζονται οι τρόποι της γνωστοποίησης αυτής προς τον πελάτη, ώστε να εξασφαλισθεί ότι θα λάβει απόφαση όντας επαρκώς ενημερωμένος ως προς τις δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, στο πλαίσιο των οποίων προκύπτει η σύγκρουση συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση, η γνωστοποίηση προς τον πελάτη αποτελεί την έσχατη λύση και δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογητική βάση για την παράλειψη του διαμεσολαβητή, να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα της παρ. 1.
Στο άρθρο 38 καθορίζεται η από μέρους των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, υποχρέωση τήρησης σχετικού αρχείου για τις συμβάσεις που αφορούν τις εντολές των πελατών τους ή άλλα έγγραφα σχετιζόμενα με τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών και τους εν γένει όρους των μεταξύ τους σχέσεων, στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών διανομής επενδυτικών προϊόντων βασιζόμενων σε ασφάλιση. Περισσότερο λεπτομερείς ρυθμίσεις περιλαμβάνονται στον κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμό (EE) 2017/2359 της Επιτροπής.
Στο άρθρο 39 προβλέπεται η υποχρέωση του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης που διανέμουν επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση να παρέχουν στους πελάτες τους ή τους δυνητικούς πελάτες τους εγκαίρως δηλαδή πριν την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης κατάλληλη ενημέρωση για το συνολικό κόστος της διανομής επενδυτικών προϊόντων βασιζόμενων σε ασφάλιση, αλλά και για κάθε συναφή επιβάρυνση. Ο νόμος θέτει εν συνεχεία το ελάχιστο περιεχόμενο των σχετικών γνωστοποιήσεων που ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές παρέχουν προς τον πελάτη και τις προϋποθέσεις των γνωστοποιήσεων αυτών.
Ακόμη, η παρ. 4 του εν λόγω άρθρου καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές ή οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να πληρώνουν ή να εισπράττουν οιαδήποτε αμοιβή ή προμήθεια και να παρέχουν ή να δέχονται οποιοδήποτε μη χρηματικό όφελος σε σχέση με τη διανομή βασιζόμενου σε ασφάλιση επενδυτικού προϊόντος ή παρεπόμενης υπηρεσίας, προς ή από οποιονδήποτε πλην του πελάτη ή αντιπροσώπου αυτού. Εν προκειμένω, καθορίζονται ειδικώς οι προϋποθέσεις που θα τηρούν σε αυτές τις περιπτώσεις οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές ή οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, έχοντας ως γνώμονα: α) την αποφυγή αρνητικών επιπτώσεων στην ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας διανομής και β) την ταυτόχρονη συμμόρφωση του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης με το καθήκον εντιμότητας αμεροληψίας και επαγγελματισμού για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους.
Τέλος, δίδεται σχετική κανονιστική αρμοδιότητα στην εποπτική αρχή για την παροχή διευκρινίσεων ή εν γένει για την υλοποίηση των υποχρεώσεων του άρθρου. Στο άρθρο 40 προβλέπεται η εφαρμογή από μέρους των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών ή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που διανέμουν βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα, διαδικασιών αξιολόγησης της καταλληλότητας και συμβατότητας των προτεινομένων προϊόντων. Οι διαδικασίες αυτές αφορούν την εξέταση των γνώσεων και της εμπειρίας του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον κλάδο των επενδύσεων, της χρηματοοικονομικής κατάστασής του, της δυνατότητάς του να υποστεί ζημίες, των επενδυτικών στόχων σε σχέση με το επίπεδο ανοχής κινδύνου του πελάτη και καταλήγουν στην Δήλωση Αξιολόγησης Καταλληλότητας Προϊόντος, όπου αποτυπώνεται η εξατομικευμένη προς τον πελάτη σύσταση συγκεκριμένου προϊόντος και αιτιολογείται πώς αυτό ανταποκρίνεται στους στόχους και στα χαρακτηριστικά του πελάτη. Στο ίδιο άρθρο ορίζεται ότι, όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχουν συμβουλές για την αγορά πακέτου υπηρεσιών ή προϊόντων κατά το άρθρο 34, και σε αυτά περιλαμβάνεται επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση, η εξατομικευμένη σύσταση οφείλει να αφορά πακέτο, που ως σύνολο να είναι κατάλληλο για τον πελάτη.
Στην παρ. 3 ρυθμίζεται ειδικώς η περίπτωση της από απόσταση αγοράς επενδυτικού προϊόντος που βασίζεται σε ασφάλιση, οπότε, υπό τις αναφερόμενες στο νόμο προϋποθέσεις, μπορεί να επιτραπεί η παροχή σε μόνιμο υπόθεμα της Δήλωσης Καταλληλότητας Προϊόντος μετά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης.
Η παρ. 4 ρυθμίζει ειδικώς την περίπτωση που ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση έχουν ενημερώσει τον πελάτη ότι θα πραγματοποιούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα επαναξιολόγηση της καταλληλότητας των επενδυτικών προϊόντων που βασίζονται σε ασφάλιση, προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση της συχνότητας αποστολής προς τον πελάτη της επικαιροποιημένης Δήλωσης Αξιολόγησης Καταλληλότητας Προϊόντος ως προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής δεσμεύσεως του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης έναντι του πελάτη.
Η παρ. 5 του άρθρου 40 προβλέπει τις κατάλληλες ενέργειες εκ μέρους του διαμεσολαβητή, όταν ο πελάτης δεν παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες στον διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση ή όταν αυτές είναι καταφανώς παρωχημένες με την έννοια του άρθρου 17 του κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμού (EE) 2017/2359 της Επιτροπής έτσι ώστε ο διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση να μην είναι σε θέση να προβούν σε εξατομικευμένη σύσταση συμμορφούμενοι με τα πρότυπα παροχής υπηρεσιών του παρόντος νόμου, και στην περίπτωση που δεν τερματιστεί εξαιτίας αυτού του λόγου η διαδικασία της προώθησης του προϊόντος τότε ο διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούνται, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 5 του κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμού (EE) 2017/2359 της Επιτροπής να απέχουν από την παροχή οποιασδήποτε εξατομικευμένης σύστασης. Η απαγόρευση αυτή προστατεύει τόσο τον πελάτη, από τη λήψη μιας κακής επαγγελματικής συμβουλής, όσο και τον επαγγελματία, από την επαγγελματική αστική ευθύνη που συνεπάγεται το ενδεχόμενο παροχής κακής συμβουλής στον πελάτη. Η αποχή από την παροχή συμβουλής γνωστοποιείται εγγράφως στον πελάτη, σύμφωνα με την περίπτ. α) της παρ. 5 του άρθρου 40 του παρόντος ώστε να είναι απολύτως διαφανής ο λόγος που η συναλλαγή δεν εξελίσσεται σύμφωνα με την κατά νόμο προβλεπόμενη διαδικασία (παροχή συμβουλής). Αν ο πελάτης επιθυμεί παρόλα αυτά να προχωρήσει στη σύναψη της συγκεκριμένης ασφαλιστικής σύμβασης, ο διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση προβαίνουν, βάσει των διαθέσιμων από τον πελάτη στοιχείων, σε αξιολόγηση συμβατότητας και σε περίπτωση που αυτή δεν προκύψει, προειδοποιούν σχετικά τον πελάτη.
Στην παρ. 7 δίδεται η δυνατότητα στην εποπτική αρχή να προβεί στην τυποποίηση της Δήλωσης Αξιολόγησης Καταλληλότητας προϊόντος. Εξυπακούεται ότι σχετική πρωτοβουλία «τυποποίησης» με πρωτοβουλία των φορέων της ασφαλιστικής αγοράς δεν αποκλείεται, δυνάμει της εν λόγω ρύθμισης.

Κεφάλαιο Ζ'

Με το άρθρο 41 παρ. 1, σε συνέπεια με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Β του παρόντος νόμου, καθορίζεται ότι η αρμόδια αρχή για την επιβολή των κάθε είδους διοικητικών κυρώσεων, προστίμων και μέτρων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο είναι η εποπτική και δη η Τράπεζα της Ελλάδος στην οποία και έχει ανατεθεί κατά τον Ν. 4364/2016 η εποπτεία της ασφαλιστικής αγοράς. Η διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα της εποπτικής αρχής να ενεργεί είτε αυτοτελώς, είτε σε συνεργασία με άλλες Αρχές, εθνικές ή ενωσιακές διοικητικές ή δικαστικές, κρίνοντας η ίδια κατά περίπτωση τον κατάλληλο τρόπο.
Στην παρ. 2 διευκρινίζεται ότι οι επιβληθησόμενες κυρώσεις απευθύνονται όχι μόνον εναντίον του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή - νομικού προσώπου που προέβη στην παράβαση, αλλά και του νομίμου εκπροσώπου του ατομικά.
Στην παρ. 3, επεκτείνεται η ευθύνη για την παράβαση του παρόντος πέραν από την ίδια την ασφαλιστική επιχείρηση, σε όλα τα κατ' άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4364/2016 μέλη της διοίκησής της, που εν προκειμένω περιλαμβάνουν και το/τα πρόσωπο/α που έχει/ουν ειδικά εξουσιοδοτηθεί για την διαχείριση της δραστηριότητας της διανομής των ασφαλιστικών προϊόντων κατ' άρθρο 23 παρ. 3 του ν.4364/2016, και διευκρινίζεται ότι οι κυρώσεις και τα μέτρα επιβάλλονται και εναντίον κάθε άλλου προσώπου που φέρει την ευθύνη ή προέβη στην παράβαση, όπως για παράδειγμα σε διευθυντικά στελέχη, υπαλλήλους εξωτερικούς συνεργάτες κ.λ.π., που με πράξεις ή παραλείψεις τους συνέπραξαν στην παράβαση των προβλέψεων του παρόντος νόμου.
Το άρθρο 42 εισάγει τον κανόνα της καταρχήν δημοσίευσης των κυρώσεων, για λόγους διαφάνειας αλλά και για σκοπούς γενικής και ειδικής πρόληψης. Η δημοσίευση μπορεί να αναβληθεί ή να ματαιωθεί, κατά την κρίση της εποπτικής αρχής εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στην διάταξη προϋποθέσεις.
Το άρθρο 43 ενσωματώνει το άρθρο 33 της Οδηγίας. Η διατύπωση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής της εν λόγω διάταξης που ρητά περιλαμβάνει και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε συνδυασμό με την τροποποίηση του άρθρου 256 παρ. 3 του ν. 4364/2016 που προβλέπεται στο άρθρο 47 παρ. 2 του παρόντος, αποσκοπεί στην αποφυγή αλληλοκαλυπτόμενων διατάξεων και στην επίτευξη της μέγιστης δυνατής ασφάλειας δικαίου.
Συγκεκριμένα, για κάθε περίπτωση παράβασης που αφορά είτε τον παρόντα νόμο, είτε τις κατ' εξουσιόδοτησή του Πράξεις, είτε την εν γένει νομοθεσία, εθνική και ενωσιακή, που διέπει τη δραστηριότητα της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης και διανομής (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων, οι κυρώσεις επιβάλλονται με βάση τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ακόμη και αν την παράβαση διέπραξε ασφαλιστική επιχείρηση. Μοναδική παρέκκλιση αποτελεί η παρ. 4 του εν λόγω άρθρου 43, που συνδέει την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου με τις οποίες εισάγονται οργανωτικές υποχρεώσεις για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, με τις διατάξεις του ν. 4364/2016 περί των εν γένει προϋποθέσεων εσωτερικής διακυβέρνησης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Και τούτο διότι η ασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί ενιαίο φορέα είτε αναλαμβάνει ασφαλιστικό κίνδυνο είτε διανέμει ασφαλιστικά προϊόντα, και η αντιμετώπισή του δεν μπορεί παρά να είναι συνεπής με το ν. 4364/2016, που πρωτίστως διέπει την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία της.
Στην παρ. 1 περιγράφονται οι κυριότερες παραβάσεις του παρόντα νόμου. Στην παρ. 2 προβλέπονται οι κυρώσεις για την παράβαση των υποχρεώσεων δεοντολογίας και ενημέρωσης έναντι του πελάτη, ειδικά κατά την πώληση βασιζομένων σε ασφάλιση επενδυτικών προϊόντων.
Στην παρ. 3 περιγράφονται οι κυρώσεις των λοιπών παραβάσεων της παρ. 1. Η εν λόγω ρύθμιση περιέλαβε, επιπλέον των προβλέψεων της Οδηγίας που περιορίζονταν στην επίπληξη και την αφαίρεση της άδειας, την δυνατότητα επιβολής διοικητικών προστίμων, με ξεχωριστή πρόβλεψη μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων, προκειμένου να υπάρχει ομοιομορφία με την παρ. 2. Ωστόσο, το ύψος των προστίμων διαφοροποιείται από τα προβλεπόμενα στην παρ. 2, προκειμένου να καταδειχθεί η σπουδαιότητα που αποδίδεται στην τήρηση των υποχρεώσεων που αφορούν στα βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα.
Στην περ. γ) της παρ. 2 και στην περ. β) της παρ. 3, προβλέπεται για πρώτη φορά η δυνατότητα της εποπτικής αρχής να διαγράφει από το Μητρώο διαμεσολαβητή, ο οποίος παραβαίνει τις εκ του νόμου υποχρεώσεις του. Η διαγραφή συντελείται με μόνη την απόφαση της εποπτικής αρχής που είναι άμεσα εκτελεστή, κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο για την έναρξη των κατά νόμο προθεσμιών προσβολής της και διαβιβάζεται στο αρμόδιο κατά τόπον Επιμελητήριο, το οποίο έχει υπηρεσιακό καθήκον να εκτελέσει την υλική ενέργεια διαγραφής του διαμεσολαβητή από το Μητρώο εντός της προβλεπόμενης στη διάταξη προθεσμίας, χωρίς να μεσολαβήσει οποιαδήποτε άλλη εκ μέρους του διοικητική ή άλλη ενέργεια. Η δυνατότητα αυτή της εποπτικής αρχής ουδόλως συγκρούεται με την αρμοδιότητα του Επιμελητηρίου να προβαίνει σε διαγραφή του διαμεσολαβητή, όταν παύουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 21, 22 και 23 του παρόντος νόμου, διότι η αρμοδιότητα του Επιμελητηρίου συνδέεται με την προσκομιδή ή μη, εμπροθέσμως ή μη, συγκεκριμένων δικαιολογητικών εγγράφων, ενώ η αρμοδιότητα της εποπτικής αρχής εκ του παρόντος Κεφαλαίου συνίσταται στην ουσιαστική εποπτική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του εποπτευόμενου.
Η παρ. 4 προβλέπει τις κυρώσεις σε βάρος ασφαλιστικών επιχειρήσεων που παραβαίνουν τις οργανωτικές τους υποχρεώσεις εκ του παρόντος νόμου και ιδίως των εκεί αναφερόμενων διατάξεων του παρόντος νόμου, ώστε από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών και του άρθρου 30 του v. 4364/2016, καθίσταται προφανές πως για την τήρηση αυτών των διατάξεων οι (αντ)ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται και στις διατάξεις του ν. 4364/2016 περί του συστήματος διακυβέρνησης.
Οι παρ. 5 και 6 προβλέπουν κυρώσεις για περιστατικά παρακώλυσης του εποπτικού ελέγχου ή για τυχόν άλλες περιπτώσεις παραβάσεων, που δεν έχουν ρητά προβλεφθεί στις παρ. 1, 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Η παρ. 7 προβλέπει ότι τα επιβαλλόμενα πρόστιμα αποτελούν δημόσιο έσοδο και εισπράττονται με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
Το όρθρο 44 ενσωματώνει τις προβλέψεις του άρθρου 34 της Οδηγίας και, επιπλέον, περιλαμβάνει ορισμένα εκ των κριτηρίων του άρθρου 256 παρ. 6 του ν. 4364/2016, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι επιβληθησόμενες κυρώσεις θα ικανοποιούν την αρχή της αναλογικότητας.
Το άρθρο 45 εξουσιοδοτεί την εποπτική αρχή να θεσπίσει εσωτερική διαδικασία για την ενθάρρυνση αναψορών από υπαλλήλους, συνεργάτες και προστηθέντες διανομέων σχετικών με παραβάσεις του παρόντος νόμου, των κατ' εξουσιοδότησή του αποφάσεων και της εν γένει νομοθεσίας, εθνικής και ενωσιακής που διέπει τη δραστηριότητα της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης.
Τέλος, το άρθρο 46 προβλέπει την αρμοδιότητα της εποπτικής αρχής να μεταφέρει τις σχετικές περί κυρώσεων πληροφορίες στην ΕΑΑΕΣ, για την άσκηση των εκ του Κανονισμού 1094/2010 αρμοδιοτήτων της.

Κεφάλαιο Η'

Με το άρθρο 47 παρ. 1 καταργούνται τα προηγούμενα νομοθετήματα που ρύθμισαν τη δραστηριότητα της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης.
Με την παρ. 2 διαγράφεται η φράση «και ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης» από το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 256 του ν. 4364/2016. Ο παρών νόμος είναι ειδικότερος για το ζήτημα της διανομής νεώτερος του ν. 4364/2016 και ενσωματώνει τις κυρώσεις της Οδηγίας 2016/97. Με την εν λόγω τροποποίηση καθίσταται απολύτως σαφές ότι οι περί κυρώσεων διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται μόνον για παραβάσεις που αφορούν στην άσκηση της δραστηριότητας διανομής των (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων, ενώ για κάθε άλλη παράβαση της εν γένει ασφαλιστικής νομοθεσίας, όπως για παράδειγμα του ν. 2496/1997, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 4364/2016.
Με την παρ. 3 τροποποιείται η υπουργική απόφαση Κ4-155/1985 (ΦΕΚ 114/16.01.1986 ΤΑΕ- ΕΠΕ) για λόγους εναρμόνισης με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.
Συγκεκριμένα, οι καταργούμενες και τροποποιούμενες διατάξεις της ως άνω υπουργικής απόφασης απηχούσαν την αρμοδιότητα του κράτους να καθορίζει τα τιμολόγια του κλάδου 10 για την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία οχημάτων, με τρόπο υποχρεωτικό για τους φορείς της ασφαλιστικής αγοράς. Η απελευθέρωση των σχετικών τιμολογίων επήλθε ήδη με το π.δ. 252/1996 (Α' 186), συνεπεία της οποίας οι με το παρόν καταργούμενες διατάξεις έχουν ήδη περιέλθει σε αχρησία. Η ανάγκη για σαφήνεια και ασφάλεια δικαίου, και η ανάγκη της ασφαλιστικής αγοράς να διατηρήσει το σύστημα της εν λόγω υπουργικής απόφασης για την εξαγωγή στατιστικών στοιχείων, για τη βέλτιστη διαχείριση του λειτουργικού κινδύνου, συνδεδεμένου ενίοτε με το φαινόμενο της ασφαλιστικής εξαπάτησης, και κατ' επέκταση για τη διασφάλιση της φερεγγυότητας των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον κοινωνικά ευαίσθητο κλάδο της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτου, επιβάλλουν την επικαιροποίηση των διατάξεων της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης στις συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, που επικρατούν σήμερα.
Με την παρ. 4 επέρχονται οι απαραίτητες τροποποιήσεις στο π.δ. 237/1986 (Α" 110). Ειδικότερα, καταργείται η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του π.δ. 237/1986, που προέβλεπε ότι, σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας ασφαλιστικής επιχείρησης, το Επικουρικό Κεφάλαιο είχε δικαίωμα αναγωγής μέχρι το ποσό των 1.500 ευρώ, εναντίον των διαμεσολαβητών που διαμεσολάβησαν στη σύναψη συμβάσεων με την εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση, ιδίως αν το έκαναν με δόλο, εκτός αν οι διαμεσολαβητές αποδείξουν ότι δεν γνώριζαν ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν, οσηδήποτε επιμέλεια και αν επέδειξαν, την επικείμενη ανάκληση της άδειας. Η εν λόγω διάταξη είναι εξαιρετικά ασαφής ως προς τη χρονική της έκταση, αφού δεν προσδιορίζει κάποια «ύποπτη περίοδο» μέσα στην οποία ενδέχεται να έλαβαν χώρα τέτοιες δραστηριότητες εκ μέρους του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή. Επίσης, δεν είναι σαφές ποιο είναι το όφελος του διαμεσολαβητή από αυτήν την ενέργεια, ώστε να έχει «δόλο» στην εκτέλεσή της. Ακόμη, δεν είναι δυνατόν να υποτεθεί ή να αποδειχθεί με ασφάλεια η βέβαιη γνώση του διαμεσολαβητή για την επικείμενη ανάκληση της άδειας, αφού τα σχετικά εποπτικό μέτρα, κατά πάγια πρακτική, δεν «προαναγγέλλονται» προς τους φορείς της ασφαλιστικής αγοράς.
Με την παρ. 5 προστίθεται νέα παρ. 8 στο άρθρο 19 του Ν. 4364/2016 σχετικά με την διαδικασία καταγγελιών ενώπιον της εποπτικής αρχής.
Με το άρθρο 48 επιδιώκεται η ομαλή μετάβαση από τις ισχύουσες πριν τον παρόντα νόμο κατηγορίες στις προβλεπόμενες στο άρθρο 19 κατηγορίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, και ταυτόχρονα η μηχανογραφική τακτοποίηση των εγγραφών των Ειδικών Μητρώων σε συμμόρφωση με τις προβλέψεις του παρόντος περί ασυμβιβάστων, η σκοπιμότητα των οποίων αναπτύχθηκε παραπάνω.
Για την μηχανογραφική συγχώνευση, οι εγγεγραμμένοι δεν απαιτείται να προσκομίσουν κανένα πρόσθετο δικαιολογητικό. Για όσους δεν διαθέτουν ούτε επαρκή επαγγελματική εμπειρία, στην παρ. 3 περιλαμβάνονται παρεκκλίσεις σχετικώς με την αυτόματη κατ' ουσίαν μετονομασία τους. Εξυπακούεται ότι όσοι επιθυμούν την άμεση ένταξή τους στην νέα κατηγορία του ασφαλιστικού πράκτορα μπορούν να το αιτηθούν, αφού προσκομίσουν την απαιτούμενη πιστοποίηση γνώσεων για την κατηγορία αυτή, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Επίσης, με την παρ. 3 ο μέγιστος αριθμός των εγγεγραμμένων στην κατηγορία του ασφαλιστικού συμβούλου από 1.1.2017 μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου οριστικοποιείται.
Με το άρθρο 49 εισάγεται το Παράρτημα XIII ως αναπόσπαστο τμήμα του νόμου για τις ελάχιστες απαιτήσεις επαγγελματικών γνώσεων και ικανοτήτων των διαμεσολαβητών.
Τέλος, στο άρθρο 50 προβλέπεται η έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου από τις 30. 9.2018, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 48.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Άρθρο 51

Οι οικοπεδούχοι, στο πλαίσιο της εργολαβικής σύμβασης και του οικείου προσυμφώνου, στερούνται επί της ουσίας της εξουσίας διάθεσης αυτού, μολονότι διατηρούν το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου. Τούτο το δικαίωμα ανήκει στον εργολάβο, ο οποίος θα ανεύρει τον αγοραστή, θα υποδείξει στον οικοπεδούχο το πρόσωπο αυτού, θα συμβληθεί, ενοχικά, ως τρίτο πρόσωπο της σύμβασης και θα εισπράξει το τίμημα της μεταβίβασης. Οι οικοπεδούχοι δεν εισπράττουν το τίμημα της μεταβιβάσεως (πωλήσεως), το οποίο, στη πράξη, εισπράττει ο εργολάβος. Το Δημόσιο δεν θα μπορέσει επί της ουσίας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του από το ως άνω εξ αδιαιρέτου εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, καθώς δεν θα μπορέσει στην πραγματικότητα να το ρευστοποιήσει με πλειστηριασμό (σημαντική δυσχέρεια στην ανεύρεση υπερθεματιστή). Με την προτεινόμενη διάταξη, προτείνεται, το βάρος της υποχρέωσης προσκόμισης αποδεικτικού ενημερότητας να «μεταφερθεί» από τον οικοπεδούχο στον εν τοις πράγμασι μεταβιβάζοντα, τον εργολάβο.

Άρθρο 52

Με την προτεινόμενη διάταξη τροποποιείται η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 4174/2013 «Φορολογικές Διαδικασίες και άλλες διατάξεις» (Α' 170).
Ειδικότερα, διευρύνονται οι φορείς στους οποίους δύναται να ανατεθεί η είσπραξη των φορολογικών και λοιπών εσόδων του Δημοσίου τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α' 170), κατόπιν απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε). Με όμοια απόφαση ρυθμίζεται και κάθε ζήτημα σχετικά με τον τρόπο και τη διαδικασία είσπραξης και απόδοσης των εισπραττόμενων ποσών, τις αμοιβές των φορέων είσπραξης καθώς και τον έλεγχο αυτής.
Η δυνατότητα αποπληρωμής των εν λόγω οφειλών σε περισσότερους φορείς είσπραξης κρίνεται σκόπιμη, ιδίως μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4537/2018, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην
ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την ίση μεταχείριση μεταξύ των νομίμως αδειοδοτημένων Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών, στο πλαίσιο της δραστηριοποίησής τους στην παροχή υπηρεσιών πληρωμών. Παράλληλα επιτυγχάνεται η καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και των επιχειρήσεων, μέσω της ταχύτερης και πιο ευέλικτης είσπραξης των δημοσίων εσόδων από περισσότερους φορείς.

Άρθρο 53

Με την προτεινόμενη διάταξη προστίθενται εδάφια στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων» (Α' 90).
Ειδικότερα, προβλέπεται ότι, η είσπραξη των δημοσίων εσόδων η οποία ανήκει στην αρμοδιότητα της Φορολογικής Διοίκησης και διενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, δύναται να ανατεθεί σε τρίτους φορείς είσπραξης, κατόπιν απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. Με όμοια απόφαση ρυθμίζεται και κάθε ζήτημα σχετικά με τον τρόπο και τη διαδικασία είσπραξης και απόδοσης των εισπραττόμενων ποσών, τις αμοιβές των φορέων είσπραξης καθώς και τον έλεγχο αυτής.
Η δυνατότητα αποπληρωμής των εν λόγω οφειλών σε περισσότερους φορείς είσπραξης κρίνεται σκόπιμη, ιδίως μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4537/2018, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την ίση μεταχείριση μεταξύ των νομίμως αδειοδοτημένων Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών , στο πλαίσιο της δραστηριοποίησής τους στην παροχή υπηρεσιών πληρωμών. Παράλληλα επιτυγχάνεται η καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και των επιχειρήσεων, μέσω της ταχύτερης και πιο ευέλικτης είσπραξης των δημοσίων εσόδων από περισσότερους φορείς.

Άρθρο 54

Με την προτεινόμενη ρύθμιση προστίθεται στο κείμενο της περίπτωσης ια' της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του ν. 4174/2013 νέα διαδικαστική παράβαση για την έκδοση στοιχείων λιανικής πώλησης από εγκεκριμένο και μη δηλωμένο φορολογικό ηλεκτρονικό μηχανισμό, για την οποία επιβάλλεται το πρόστιμο της περίπτωσης στ' της παραγράφου 2 του άρθρου 54 του ν. 4174/2013, ήτοι πεντακόσια (500) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο. Η προσθήκη της παράβασης αυτής κρίνεται σκόπιμη για την αποτροπή της χρήσης μη δηλωμένων φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών για την έκδοση των στοιχείων λιανικής πώλησης και την αντιμετώπιση των σχετικών φαινομένων φοροδιαφυγής.

Άρθρο 55

Η προτεινόμενη διάταξη αφορά νομοτεχνική βελτίωση της προς αντικατάσταση διάταξης ώστε με τη νέα διατύπωση να γίνεται σαφής η βούληση του νομοθέτη να επιβάλλεται πρόστιμο σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες δεν έχουν τηρηθεί όσα προβλέπονται στο άρθρο 54Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και όχι μόνο για όσες παραβάσεις αφορούν μεταβιβαστικά συμβόλαια με αντικείμενο ακίνητο.

Άρθρο 56

Με την εν λόγω διάταξη εντάσσεται το προβλεπόμενο στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 3846/2010 (Α' 66) ποσοστό 5% επί των εισπραττόμενων νοσηλίων από τις ιδιωτικές Μονάδες Χρόνιας Αιμοκάθαρσης στο Παράρτημα του ν. 4174/2013 και κατά τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η ομοιομορφία, ως προς την τηρούμενη διαδικασία προσδιορισμού και είσπραξης της ανωτέρω επιβάρυνσης καθώς και τις επιβαλλόμενες διοικητικές κυρώσεις με τα λοιπά έσοδα του Δημοσίου, για τα οποία εφαρμόζεται ο ν. 4174/2013.

Άρθρο 57

Με την προτεινόμενη διάταξη, προβλέπεται η δυνατότητα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) να λαμβάνει, με τρόπο μαζικό και αυτοματοποιημένο, στοιχεία και πληροφορίες που αφορούν σε τραπεζικούς λογαριασμούς, λογαριασμούς πληρωμών, επενδυτικών προϊόντων και δανειακές συμβάσεις ελεγχόμενων από την Α.Α.Δ.Ε. φυσικών ή νομικών προσώπων και οντοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων των αλλοδαπών Πιστωτικών Ιδρυμάτων, των υπό εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων, των ιδρυμάτων πληρωμών και των ιδρυμάτων έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος που παρέχουν και εκτελούν υπηρεσίες πληρωμών στην Ελλάδα, καθώς και από τις εποπτευόμενες από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επενδυτικές εταιρείες.
Τα στοιχεία και οι πληροφορίες που διαβιβάζουν τα υπόχρεα πρόσωπα, τηρούνται σε βάση δεδομένων της Α.Α.Δ.Ε. μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης να βεβαιώσει φόρο στη βάση των σχετικών προς έλεγχο υποθέσεων και προωθούνται κατόπιν επεξεργασίας στις ελεγκτικές υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. με ασφάλεια και ταχύτητα μέσω ειδικής μηχανογραφικής εφαρμογής.
Στόχο της διάταξης αποτελεί η ταχεία λήψη και επεξεργασία στοιχείων και πληροφοριών που αφορούν σε ελεγχόμενα πρόσωπα, κατά τρόπο τυποποιημένο και ενιαίο, προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη η φορολογική ελεγκτική διαδικασία, με τελικό σκοπό την περιστολή της φοροδιαφυγής, την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος και την εμπέδωση της φορολογικής δικαιοσύνης.
Η διαδικασία διαβίβασης των αιτημάτων προς τα υπόχρεα πρόσωπα, της αποστολής των στοιχείων και πληροφοριών από τα πρόσωπα αυτά προς την Α.Α.Δ.Ε, καθώς και της συνολικής διαχείρισης των στοιχείων και πληροφοριών από την Α.Α.Δ.Ε. διενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων [(ΕΕ)2016/679 της 27ης Απριλίου 2016, EL L 119/1 της 4.5.2016],

Άρθρο 58

Με την τροποποίηση του Κεφαλαίου Α' ΑΓΑΘΑ του Παραρτήματος III του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) επεκτείνεται το πεδίο εφαρμογής του υπερμειωμένου συντελεστή Φ.Π.Α. στα λευκά μπαστούνια πορείας και στις γραφομηχανές με χαρακτήρες Braille. Με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες προτείνονται κατ' εφαρμογή δυνατότητας που παρέχεται από την οδηγία Φ.Π.Α., επιδιώκεται μείωση της επιβάρυνσης των ατόμων με αναπηρία όρασης για την προμήθεια βοηθητικών οργάνων και συσκευών, συγκεκριμένα για την προμήθεια λευκών μπαστουνιών και γραφομηχανών με χαρακτήρες Braille, με την μετάταξη των ανωτέρω αγαθών στον υπερμειωμένο συντελεστή Φ.Π.Α., έξι τοις εκατό (6%), από τον μειωμένο συντελεστή (13%), που ισχύει γι' αυτά σήμερα.

Άρθρο 59

Με την προτεινόμενη διάταξη γίνεται εναρμόνιση με την αριθμ. 330/2018 απόφαση του Β' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε ότι, εφόσον δεν συντρέχει λόγος και μάλιστα προφανής λόγος δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί την υποχρεωτική υποβολή κοινής δήλωσης φόρου εισοδήματος των συζύγων, η διάταξη του άρθρου 67 παρ.4 του Κ.Φ.Ε. (ν.4172/2013, Α' 167) έχει την έννοια ότι ο σύζυγος υποβάλλει κατ' αρχήν κοινή δήλωση και για το εισόδημα της συζύγου του, εφόσον αμφότεροι οι σύζυγοι συναινούν, συναίνεση η οποία μπορεί να αποτυπώνεται και στην υποβολή, καθ' εαυτήν, της κοινής δήλωσης, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή διατυπώνεται ρητώς η έλλειψη τέτοιας συναίνεσης από έναν έστω από τους συζύγους, οι σύζυγοι διατηρούν το δικαίωμα τους να υποβάλλουν αυτοτελώς δηλώσεις φόρου για τα εισοδήματά τους.
Συνεπώς, οι σύζυγοι δεν απαιτείται να δηλώσουν στη Φορολογική Διοίκηση τη συναίνεσή τους για κοινή δήλωση, αφού αυτή εκδηλώνεται με μόνη την υποβολή της κοινής δήλωσης. Αντίθετα, όταν ο ένας εκ των δύο αιτηθεί χωριστής δήλωσης, τότε θα υποβάλλονται χωριστές δηλώσεις και για τους δύο συζύγους.
Για την ομαλή εξέλιξη της διαδικασίας υποβολής των φορολογικών δηλώσεων απαιτείται η δήλωση για υποβολή χωριστών δηλώσεων να υποβάλλεται εγκαίρως στη Φορολογική Διοίκηση, να είναι ανέκκλητη για το έτος στο οποίο αφορά και να είναι δεσμευτική και για τον άλλο σύζυγο, καλύπτει δε και τις τυχόν τροποποιητικές δηλώσεις που ήθελε υποβληθούν. Επισημαίνεται ότι με τις προτεινόμενες διατάξεις η οφειλή για φόρο, τέλη και εισφορές, που αναλογούν στα εισοδήματά των συζύγων βεβαιώνεται χωριστά σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή υποβάλλεται κοινή δήλωση είτε υποβάλλονται χωριστές δηλώσεις από τους συζύγους και η ευθύνη της καταβολής βαρύνει χωριστά κάθε σύζυγο. Τέλος, με τις διατάξεις αυτές ρυθμίζονται τα θέματα των εξαρτώμενων μελών καθώς και των τεκμαρτών δαπανών για τις περιπτώσεις που υποβάλλονται χωριστές δηλώσεις συζύγων, στις οποίες ουσιαστικά θα έχουν εφαρμογή τα περί ατομικών δηλώσεων.

Άρθρο 60

Η προτεινόμενη ρύθμιση καθίσταται αναγκαία για την υλοποίηση μηχανογραφικής εφαρμογής για την ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων φόρου για χρηματικές δωρεές/γονικές παροχές, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα οι τροποποιούμενες διατάξεις βασίζονταν στη χειρόγραφη υποβολή δηλώσεων.

Άρθρο 61

Με την προτεινόμενη ρύθμιση παρατείνεται ο χρόνος της γενικής παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλλει φόρους και πρόστιμα στις υποθέσεις φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών, προικών και κερδών από τυχερό παίγνια, από το τέλος του έτους 1994, όπως προβλέπεται σήμερα, στο τέλος του έτους 2003, ούτως ώστε για τις υποθέσεις αυτές να μην απαιτείται στο εξής η προσκόμιση του πιστοποιητικού του άρθρου 105 του Κώδικα και να μην μπορεί να επιβληθεί πλέον κανένας φόρος ή πρόστιμο. Η παράταση του χρόνου της γενικής παραγραφής είναι απολύτως αναγκαία και θα επιλύσει δυσλειτουργίες ιδίως μετά την εφαρμογή του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, οι διατάξεις του οποίου μάλιστα προβλέπουν ιδιαίτερα σύντομο χρόνο παραγραφής. Άλλωστε, σε τακτά χρονικά διαστήματα μέχρι σήμερα η Φορολογική Διοίκηση προβαίνει σε παράταση του χρόνου της γενικής παραγραφής της παραγράφου 5 του άρθρου 102 του Κώδικα, προκειμένου αφενός να περιοριστεί η ενασχόληση των Δ.Ο.Υ. με παλιές υποθέσεις, που δεν παρουσιάζουν πλέον ιδιαίτερο φορολογικό ενδιαφέρον, και αφετέρου να απαλλαγούν οι φορολογούμενοι από την υποχρέωση λήψης πιστοποιητικού για τόσο παλιές υποθέσεις.

Άρθρο 62

Με την προτεινόμενη ρύθμιση τροποποιούνται τα άρθρα 72, 73 και 78 του ν.2960/2001 (Α' 265), με σκοπό : α) την ενσωμάτωση της Εκτελεστικής Απόφασης (EE) 2018/552 της Επιτροπής της 6ης Απριλίου 2018 για την επικαιροποίηση των παραπομπών της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου στους κωδικούς της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Σ.Ο.) για ορισμένα προϊόντα (EL L 91/27 της 9.4.2018), και β) την εν γένει ευθυγράμμιση με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (EE L 256/1 της 7.9.1987), όπως τροποποιήθηκε με τον Εκτελεστικό Κανονισμό (EE) 2017/1925 της Επιτροπής της 12ης Οκτωβρίου 2017 (EL L 282/1 της 31.10.2017) και ισχύει.
Οι ανωτέρω ρυθμίσεις εντάσσονται στο πλαίσιο της εναρμόνισης κι ευθυγράμμισης της εθνικής μας νομοθεσίας με το ενωσιακό δίκαιο κι επιβάλλονται για λόγους ομοιομορφίας και ασφάλειας δικαίου.
Ειδικότερα, η τροποποίηση των εν λόγω άρθρων είναι απαραίτητη για την αντικατάσταση των αναφορών του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (Ε.Τ.Κ.) σε μη ενεργούς Κωδικούς Σ.Ο. ενεργειακών προϊόντων με τους αντιστοίχως ισχύοντες Κωδικούς, όπως αυτοί αποτυπώνονται στον Κανονισμό (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, όπως τροποποιήθηκε με τον Εκτελεστικό Κανονισμό (EE) 2017/1925 της Επιτροπής της 12ης Οκτωβρίου 2017 και ισχύει.
Επιπλέον, καθώς οι τροποποιούμενες διατάξεις του Ε.Τ.Κ. αποτελούν μεταφορά στο εθνικό μας δίκαιο της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2003 (EE L 283/1 της 31.10.2003), οι προτεινόμενες ρυθμίσεις συνιστούν κατάλληλο μέσο για την ενσωμάτωση στο εθνικό μας δίκαιο των τροποποιήσεων που επιφέρει στην ανωτέρω Οδηγία η Εκτελεστική Απόφαση (EE) 2018/552 της Επιτροπής.

Άρθρο 63

Με το παρόν άρθρο προστίθεται νέα παρ. 4Α στο άρθρο 121 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν.2960/2001)
Ειδικότερα, με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτ. α) της προστιθέμενης παραγράφου, λαμβάνεται μέριμνα, ώστε οι συντελεστές τέλους ταξινόμησης για επιβατικά αυτοκίνητα που πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές του αμέσως προηγούμενου από το ισχύον, ως προς την ταξινόμηση, ευρωπαϊκού προτύπου εκπομπών ρύπων (Euro), τα οποία έχουν κομιστεί ή θα κομιστούν στη χώρα μας μέχρι και 31-12-2018 και για τα οποία θα έχουν κατατεθεί, μέχρι την παραπάνω ημερομηνία δηλωτικά εισαγωγής ή δηλώσεις άφιξης οχημάτων ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία εισόδου, προκειμένου για μετοικούντα πρόσωπα, να μην αυξάνονται κατά 50%, όπως προβλέπεται από την περίπτωση α) της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου, με την προϋπόθεση ότι μέχρι και 30-4-2019 θα έχουν βεβαιωθεί και εισπραχθεί γΓ αυτά, οι οφειλόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα διάθεσης στην αγορά, λιγότερο ρυπογόνων επιβατικών αυτοκινήτων, με ευνοϊκότερους όρους και για λόγους ομαλής μετάβασης στη νέα αντιστοίχιση συντελεστών και επικαιροποιημένων προτύπων εκπομπών ρύπων (Euro), με την εφαρμογή αυτών από 1.9.2018, σύμφωνα με τους Κανονισμούς 715/2007 και 692/2008, όπως ισχύουν.
Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτ. β) της προστιθέμενης παραγράφου, λαμβάνεται πρόνοια, ώστε οι συντελεστές τέλους ταξινόμησης για επιβατικά αυτοκίνητα που δεν πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές του ισχύοντος, ως προς την ταξινόμηση, ευρωπαϊκού προτύπου εκπομπών ρύπων (Euro) και του αμέσως προηγούμενου και δεν είναι συμβατικής τεχνολογίας, τα οποία θα κομιστούν στη χώρα μας μέχρι και 31-12-2018 και για τα οποία θα έχουν κατατεθεί, μέχρι την παραπάνω ημερομηνία δηλωτικά εισαγωγής ή δηλώσεις άφιξης οχημάτων ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία εισόδου, προκειμένου για μετοικούντα πρόσωπα, να μην αυξάνονται κατά 200%, όπως προβλέπεται από την περίπτωση β' της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου, αλλά κατά 50% (όπως προβλεπόταν πριν την εφαρμογή των νέων προτύπων εκπομπών ρύπων), με την προϋπόθεση ότι μέχρι και 30-4-2019 θα έχουν βεβαιωθεί και εισπραχθεί γι' αυτά, οι οφειλόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις, για λόγους ομαλής μετάβασης στη νέα αντιστοίχιση συντελεστών και επικαιροποιημένων προτύπων εκπομπών ρύπων (Euro), με την εφαρμογή αυτών από 1.9.2018, σύμφωνα με τους Κανονισμούς 715/2007 και 692/2008, όπως ισχύουν και ενίσχυση της αγοράς, με ευνοϊκότερους όρους.
Με το τελευταίο εδάφιο εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των προτεινομένων διατάξεων αυτοκίνητα για τα οποία το τέλος ταξινόμησης βεβαιώθηκε από 1-9-2018 μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων αυτών, προκειμένου να μη επιστραφούν ήδη βεβαιωθέντα δημόσια έσοδα.

Άρθρο 64

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παρ. 1 τροποποιούνται το άρθρο 129 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, για την υποβολή Δήλωσης Άφιξης Οχήματος, και το άρθρο 137 του ίδιου νόμου για τις κυρώσεις που επιφέρει η μη υποβολή της ως άνω δήλωσης. Ειδικότερα:
Με την περ. α' της παρ. 1 του προτεινόμενου άρθρου, αντικαθίσταται η παρ. 1 του άρθρου 129, ώστε η δήλωση όλων των οχημάτων, ανεξάρτητα από τον τρόπο μεταφοράς τους, να γίνεται, αμέσως κατά την άφιξή τους στη χώρα στο πλησιέστερο στην είσοδο τελωνείο, για σκοπούς αποτελεσματικότερης παρακολούθησης της διακίνησης αυτών και διασφάλισης της έγκαιρης είσπραξης του τέλους ταξινόμησης.
Με την περ. β' της παρ. 1 του προτεινόμενου άρθρου, αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 129, και καθορίζονται, κατά περίπτωση, τα πρόσωπα που οφείλουν να δηλώνουν τα οχήματα, όταν αυτά μεταφέρονται αυτοδύναμα ή έμφορτα. Για τις περιπτώσεις έμφορτης ή αυτοδύναμης μεταφοράς παρέχεται η δυνατότητα δήλωσης εκτός από το πρόσωπο που πραγματοποιεί την είσοδο και από άλλα πρόσωπα που είναι υπόχρεα της δήλωσης, όπως οι ιδιοκτήτες των οχημάτων, οι παραλήπτες και οι νόμιμοι αντιπρόσωποι τους για την διευκόλυνση του εμπορίου και απλούστευση της διαδικασίας καθόσον η δήλωση υποβάλλεται ηλεκτρονικά.
Με την περ. γ' της παρ. 1 του προτεινόμενου άρθρου, αντικαθίσταται η παρ. 3 του άρθρου 129 του ν.2960/2001 και ορίζεται υποχρέωση καθορισμού στη δήλωση άφιξης οχήματος της αναγκαίας προθεσμίας για τη μεταφορά των οχημάτων στον δηλωθέντα πρώτο τόπο προορισμού δηλαδή τον πρώτο τόπο εκφόρτωσης για οχήματα που μεταφέρονται έμφορτα και διατηρείται η σχετική πρόβλεψη ως προς τον καθορισμό προθεσμίας για τη μεταφορά των οχημάτων που μεταφέρονται αυτοδύναμα στον τελικό τόπο προορισμού έτσι ώστε να ελέγχεται η διακίνηση των οχημάτων.
Με την περ. δ' της παρ. 1 του προτεινόμενου άρθρου, διπλασιάζεται το πρόστιμο για τις περιπτώσεις μη υποβολής της δήλωσης των οχημάτων, κατά την άφιξή τους στη χώρα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 129 του ν. 2960/2001, σε μια προσπάθεια περιορισμού των καταστρατηγήσεων που έχουν παρατηρηθεί, ειδικά στις περιπτώσεις των οχημάτων που μεταφέρονται έμφορτα.
Με την παρ. 2, ορίζεται ότι οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, τίθενται σε ισχύ δύο (2) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 65

Με την προτεινόμενη ρύθμιση της παραγράφου 1 επέρχεται τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 132 του ν. 2960/2001, όπως ισχύει, με την οποία μετά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 προστίθεται τρίτο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο σε περίπτωση κλοπής αυτοκινήτων που έχουν παραληφθεί με πλήρη ή μερική απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης και υπό την προϋπόθεση ότι παρέχεται από τις ισχύουσες διατάξεις η δυνατότητα εκ νέου χορήγησης απαλλαγής από το φόρο, για την εκ νέου υπαγωγή του δικαιούχου στο δικαίωμα, ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο κατά το οποίο συντελείται η κλοπή, εφόσον η υποβολή του αιτήματος για την απόκτηση νέου αυτοκινήτου ατελώς γίνεται εντός του εκάστοτε περιοριστικού διαστήματος οφείλεται το αναλογούν για το κλαπέν αυτοκίνητο τέλος ταξινόμησης, ενώ εφόσον η υποβολή του αιτήματος για την απόκτηση νέου αυτοκινήτου ατελώς γίνεται πέραν του εκάστοτε περιοριστικού διαστήματος απαλλάσσεται ο δικαιούχος από την καταβολή του αντίστοιχου τέλους ταξινόμησης.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση της παραγράφου 2 επέρχεται τροποποίηση του άρθρου 132 του ν. 2960/2001, με την προσθήκη στην παράγραφο 7 νέου εδαφίου αναφορικά με τη δυνατότητα τελωνειακής αποδέσμευσης από τους κληρονόμους επιβατικού αυτοκινήτου που έχει παραληφθεί με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης με βάση τις διατάξεις για άτομα με αναπηρίες και έχει περιέλθει στην κατοχή τους κατόπιν κληρονομικής διαδοχής, μέσω της μεταβίβασής του σε άλλο δικαιούχο της ίδιας απαλλαγής πρόσωπο χωρίς την καταβολή του τέλους ταξινόμησης και με νέα εκκίνηση του προβλεπόμενου περιοριστικού διαστήματος παρακολούθησης της ατέλειας από την ημερομηνία της μεταβίβασης.
Επίσης, με την προτεινόμενη ρύθμιση της παραγράφου 3 επέρχεται τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 1 της με αριθμό Δ. 697/35/20.3.90 (Β' 190) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, που έχει κυρωθεί νομοθετικά με την παράγραφο 2 του άρθρου 32 του ν. 1884/1990 (Α' 81) και ισχύει, με την κατάργηση της παραγράφου 3, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 65 του ν. 4370/2016 (Α' 37) και ισχύει, καθώς και της παραγράφου 4 του άρθρου 1 της απόφασης αυτής.

Άρθρο 66

Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ΔΕΦΚ Α 5042638ΕΞ 13.10.2011 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β'2283) τα μέλη μητρώου ΔΙ.ΠΕ.ΟΕ. από την 15-10-2011 υποχρεούνται να αναγράφουν στις αποδείξεις λιανικής πώλησης πετρελαίου θέρμανσης, εκτός άλλων, και τον Α.Φ.Μ. του πελάτη. Το πρώτο διάστημα μετά την ισχύ της παραπάνω απόφασης παρατηρήθηκε ότι αρκετά μέλη μητρώου ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. κατά την, κατ' άρθρο 73 παρ. 2 περίπτ. α' του ν. 2960/2001(Α'265), εμπρόθεσμη καταχώριση των παραστατικών είχαν παραλείψει να καταχωρίσουν τον Α.Φ.Μ. του πελάτη. Στις 30-11-2011 η αρμόδια υπηρεσία απέστειλε στα μέλη μήνυμα μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το οποίο τα ενημέρωνε ότι σε περίπτωση που μέχρι τις 10-12-2011 δεν συμπληρωθεί ορθά στο σύστημα ο Α.Φ.Μ. των πελατών, οι κινήσεις θα χαρακτηρισθούν ως ανακριβείς. Ορισμένα μελή ΔΙ.ΠΕ.ΟΕ. εξέλαβαν την παραπάνω ημερομηνία ως καταληκτική για την ακύρωση και επανυποβολή των παραστατικών, με αποτέλεσμα να προχωρήσουν σε ακύρωση της αρχικής καταχώρισης και σε νέα καταχώριση των στοιχείων του παραστατικού, συμπεριλαμβανομένου του Α.Φ.Μ. του πελάτη, μέχρι την 10-12-2011, η οποία (καταχώριση) όμως, σε πολλές περιπτώσεις ήταν μεταγενέστερη της ημερομηνίας λήξης του 14ημέρουπου προβλέπεται από την ως άνω διάταξη.
Στη συνέχεια, οι εν λόγω καταχωρίσεις συμπεριλήφθησαν ως εκπρόθεσμες στις καταστάσεις με τις εκπρόθεσμες και ανακριβείς καταχωρήσεις και στάλθηκαν στις κατά τόπο αρμόδιες τελωνειακές αρχές για την επιβολή κυρώσεων με την έκδοση σχετικών καταλογιστικών πράξεων.
Η επιβολή, όμως, κυρώσεων για εκπρόθεσμες καταχωρίσεις, στις οποίες τα μέλη μητρώου ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. προέβησαν προκειμένου να συμμορφωθούν στις συγκεκριμένες οδηγίες της διοίκησης, αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της προστασίας του διοικουμένου.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση δίνεται η δυνατότητα ανάκλησης των κατά τα ανωτέρω εκδοθεισών καταλογιστικών πράξεων και επιστροφής των τυχόν εισπραχθέντων ποσών, μετά από σχετική αίτηση προς τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές των ενδιαφερομένων, οι οποίοι θα πρέπει να αποδείξουν ότι υπάγονται στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Άρθρο 67

Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του ν.3943/2011 (Α' 66) καθιερώθηκε η δυνατότητα αντικατάστασης του εντύπου παραβόλου μα το ηλεκτρονικό. Με την προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση σκοπείται η επέκταση της ανωτέρω δυνατότητας και σε κάθε άλλη οίκοθεν διαδικασία είσπραξης των δημοσίων εσόδων. Με τον τρόπο αυτό, θα παρέχεται η δυνατότητα στον πολίτη να καταβάλλει ηλεκτρονικά το αντίτιμο ενός διοικητικού προστίμου (π.χ. πρόστιμο πολεοδομίας, πρόστιμο τροχαίας, χρηματικές ποινές επιβαλλόμενες από δικαστήρια κτλ).

Άρθρο 68

Με το άρθρο 17 του ν. 1676/1986 (Α' 204). επιβλήθηκε σε εμπορικές εταιρείες κοινοπραξίες συνεταιρισμούς, ενώσεις προσώπων, κλπ φόρος στην συγκέντρωση κεφαλαίων και με το άρθρο. 18 του ιδίου νόμου, ως συγκέντρωση κεφαλαίων θεωρήθηκε και υπήχθη στο φόρο και η αύξηση του κεφαλαίου των προσώπων αυτών, που γίνεται με την εισφορά περιουσιακών στοιχείων οποιουδήποτε είδους.
Με την παρούσα διάταξη, προκειμένου να τονωθεί το επενδυτικό ενδιαφέρον στον τομέα της Επιστημονικής και Τεχνολογικής Έρευνας, με απώτερο σκοπό την ταχύτερη έξοδο της ελληνικής οικονομίας από την κρίση, εισάγεται εξαίρεση από την επιβολή φόρου στη συγκέντρωση κεφαλαίου στις πράξεις της αύξησης του κεφαλαίου με μετρητά, όταν το προϊόν της αύξησης πρόκειται να διατεθεί αποκλειστικά για δαπάνες Επιστημονικής και Τεχνολογικής Έρευνας, όπως ορίζονται στο άρθρο 22 Α του ν. 4172/2013 (Α' 167) και της Κ.Υ.Α. 109343/Ι2/29.6.2017 (Β' 2351/11-07-2017). Η διάταξη δεν επηρεάζει το υποκείμενο ή το αντικείμενο του φόρου στις λοιπές περιπτώσεις που κατά το νόμο θεωρούνται συγκέντρωση κεφαλαίων και εξακολουθούν να υπάγονται στο φόρο, όπως η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με την εισφορά άλλων περιουσιακών στοιχείων, η αύξηση του ενεργητικού, το δάνειο, κοκ.

Άρθρο 69

Με τις προτεινόμενες διατάξεις επέρχονται τροποποιήσεις και συμπληρώσεις διατάξεων του ν. 2969/2001 (Α' 281).
Ειδικότερα:
Με την διάταξη της παραγράφου 1, του εν λόγω άρθρου προστίθενται στην περίπτωση β' της παραγράφου 4 του άρθρου 4 νέα εδάφια με τα οποία καθορίζεται με σαφήνεια η έννοια του κατεστραμμένου άμβικα μικρού αποσταγματοποιού (διήμερου) και προβλέπεται η σύνταξη πρωτοκόλλου καταστροφής, προκειμένου για την ενιαία και ομοιόμορφη εφαρμογή αλλά και αντιμετώπιση των οικείων επιτηδευματιών από τις αρμόδιες Αρχές.
Με την διάταξη της παραγράφου 2, αντικαθίσταται η παράγραφος 5 του άρθρου 4 σχετικά με τη χορήγηση άδειας κατασκευής και κατοχής νέου άμβικα στους αγροτικούς συνεταιρισμούς προκειμένου για τις περιπτώσεις μεταβίβασης αμβίκων σε αγροτικούς συνεταιρισμούς που προκύπτουν από τη μετατροπή των Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών σε Αγροτικούς συνεταιρισμούς βάσει διατάξεων του άρθρου 19 του ν.4015/2011 ή συγχωνεύονται με ή απορροφώνται από άλλους συνεταιρισμούς. Η διάταξη προτείνεται εν τέλει για λόγους ασφάλειας δικαίου.
Με τη διάταξη της παραγράφου 3, προστίθεται νέο εδάφιο στο τέλος της υποπαραγράφου 3 της παραγράφου Ε του άρθρου 7, παρεχομένης έτσι της δυνατότητας στο αρμόδιο τελωνείο να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας απόσταξης ή να ανακαλέσει ήδη χορηγηθείσα σε μικρό αποσταγματοποιό (διήμερο), ο οποίος έχει υποπέσει καθ' υποτροπή - όπως αυτή ορίζεται στην προτεινόμενη κατωτέρω (παρ. 7) συμπλήρωση της σχετικής διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 11 - σε παραβάσεις του εν λόγω νόμου (ν.2969/2001) ή σε παραβάσεις που τιμωρούνται με τις περί λαθρεμπορίας διατάξεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα. Η διάταξη προτείνεται ως ένα επιπρόσθετο, διοικητικής φύσεως, μέτρο προς αποτροπή παραβατικών πρακτικών και μάλιστα καθ' υποτροπή και εν τέλει περιστολή της φοροδιαφυγής.
Με την διάταξη της παραγράφου 4 προστίθενται νέα εδάφια στο τέλος της περίπτωσης γ' της υποπαραγράφου 8 της παραγράφου Ε του άρθρου 7, με τα οποία αφ' ενός καθορίζονται τα σημεία διάθεσης από τους ίδιους τους μικρούς αποσταγματοποιούς (διήμερους) του παραγόμενου από αυτούς προϊόντος (με λιανική πώληση) και αφ' ετέρου προβλέπεται η υποχρέωση για τις επιχειρήσεις-σημεία διάθεσης του εν λόγω προϊόντος της ανάρτησης των στοιχείων των παραγωγών - προμηθευτών τους. Η διάταξη αποσκοπεί στην ενίσχυση του αισθήματος ευθύνης των παραγωγών, αλλά και των επιχειρήσεων που διαθέτουν στην κατανάλωση το εν λόγω προϊόν.
Με την διάταξη της παραγράφου 5, καταργείται η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 11, οι διατάξεις της οποίας προστίθενται με τη διάταξη της προτεινόμενης παραγράφου 6 ως νέα περίπτωση ιβ' στην παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, προβλεπομένων έτσι αυστηρότερων κυρώσεων για τη συγκεκριμένη περίπτωση παραβάσεως με σκοπό την αποτροπή παραβατικών πρακτικών και την περιστολή της φοροδιαφυγής. Ακόμη, στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου 11, προστίθενται περιπτώσεις ιβ', ιγ' και ιδ' που αφορούν, αντιστοίχως, τις διατάξεις της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 11 (περίπτωση ιβ'), ως και τη διακίνηση ή διάθεση στην κατανάλωση καθ' οιονδήποτε τύπο ή τρόπο προϊόντος απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων) και αλκοολούχων ποτών πού έχουν κριθεί ως μη ασφαλή-ακατόλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση (περιπτώσεις ιγ' και ιδ'). Οι εν λόγω διατάξεις αποσκοπούν, η μεν της περιπτώσεως ιβ' στην επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων και την αποτροπή έτσι παραβατικών πρακτικών προς περιστολή της φοροδιαφυγής, οι δε των περιπτώσεων ιγ' και ιδ' στην αποτροπή της διάθεσης στην κατανάλωση μη ασφαλών - ακατάλληλων για ανθρώπινη κατανάλωση προϊόντων και την προστασία των καταναλωτών αλλά ταυτόχρονα και της ποιότητας και φήμης των οικείων προϊόντων, καθώς και στην αναλογική τιμωρία των παραβατών. Περαιτέρω, στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου 11, προστίθεται νέο εδάφιο με τις διατάξεις του οποίου ορίζεται η έννοια της υποτροπής προκειμένου για την εφαρμογή του εν λόγω ν.2969/2001, σε πλήρη συμφωνία με τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ [υποθέσεις C-3/06P (Group Danone κατά Επιτροπής) και C-413/08P (επί αιτήσεως αναιρέσεως της Lafarge S.A.)]. Η διάταξη προτείνεται για λόγους σαφήνειας και διαφάνειας.
Με την διάταξη της παραγράφου 8 προστίθενται στο άρθρο 12 νέες περιπτώσεις ια' και ιβ επιβολής ποινικών κυρώσεων που αφορούν, αντιστοίχως, στη διακίνηση ή διάθεση στην κατανάλωση, καθ' οιονδήποτε τύπο ή τρόπο αλκοολούχων ποτών καθώς και προϊόντων απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών, τα οποία έχουν κριθεί ως μη ασφαλή-επιβλαβή για την υγεία από το ΑΧΣ. Η διάταξη προτείνεται για την αποτροπή της διάθεσης στην κατανάλωση μη ασφαλών - επιβλαβών προϊόντων, για την προστασία των καταναλωτών, αλλά, ταυτόχρονα, και της ποιότητας και φήμης των οικείων προϊόντων, καθώς και για την αναλογική τιμωρία των παραβατών.
Με τη διάταξη της παραγράφου 9, προτείνεται η αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου 14 με σκοπό την αποσαφήνισή της όσον αφορά το όργανο που συντάσσει το σχετικό πρωτόκολλο παράβασης για τη βεβαίωσή της. Η διάταξη προτείνεται για λόγους διαφάνειας, σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου.
Με τη διάταξη της παραγράφου 10, καθορίζεται η έναρξη ισχύος των διατάξεων των ανωτέρω παραγράφων (περίπτωση α') ενώ, για λόγους ασφάλειας δικαίου, προβλέπεται (περίπτωση β^ αναγκαίο μεταβατικό στάδιο για την τακτοποίηση των σχετικών με τη μεταβίβαση υφισταμένων αμβίκων σε συνεταιρισμούς οι οποίοι έχουν ήδη συγχωνευθεί σε (με) άλλο συνεταιρισμό κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων (άρθρο 19, παρ.2) του ν. 4015/2011.

Άρθρο 70

Με την προτεινόμενη διάταξη επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση των διατάξεων του νόμου η υποβολή τροποποιητικών δηλώσεων Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α. με τις οποίες ανακαλείται υποβληθείσα δήλωση με τις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 57 έως και 60 του ν. 4446/2016. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα διόρθωσης των δηλώσεων Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α. στις περιπτώσεις εκείνες που οι φορολογούμενοι υπέπεσαν σε πρόδηλα λάθη. Για να γίνουν αποδεκτές οι δηλώσεις αυτές από τη Φορολογική Διοίκηση, πρέπει ο φορολογούμενος να προσκομίσει τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση παραστατικά τα οποία πρέπει να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου του οικείου έτους.

Άρθρο 71

Με την προτεινόμενη ρύθμιση αντικαθίσταται η περίπτωσης γ', της παραγράφου 8α, του άρθρου 15 του ν. 3054/2002 (Α'230), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει κατόπιν σχετικής Σύστασης 29 / Τομέας Χονδρεμπόριο της 3ης Εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ προκειμένου η διάταξη που προέβλεπε τη δυνητική εγκατάσταση ηλεκτρονικών συστημάτων διασφάλισης της ποσοτικής και ποιοτικής ακεραιότητας κατά τη διακίνηση προμετρημένων ποσοτήτων καυσίμου, μέσω σφράγισης των διαμερισμάτων, με δυνατότητα τηλεματικής μεταφοράς δεδομένων, να τροποποιηθεί ώστε η εγκατάσταση των συστημάτων αυτών να καταστεί υποχρεωτική. Επιπλέον, με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται, στη σχετική εξουσιοδοτική διάταξη, η συναρμοδιότητα του Διοικητή της ΑΑΔΕ για την έκδοση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης.

Άρθρο 72

Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται, με ρύθμιση ανάλογη με εκείνη της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν.4182/2013(ΑΊ85), ότι ο Διοικητής της Α.Α.Δ.Ε. αποδέχεται δωρεές εν ζωή κινητών και δωρεές συνιστάμενες σε παροχή υπηρεσιών, οι οποίες προορίζονται για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. και η αξία τους εκτιμάται σε ποσό που δεν υπερβαίνει τις σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται η ευελιξία και η αυτονομία της Αρχής, καθώς καθίσταται σαφές ότι για την αποδοχή των ανωτέρω δωρεών αρμόδιος είναι ο Διοικητής της. Ταυτόχρονα, για λόγους διαφάνειας, με την προτεινόμενη διάταξη συγκροτείται μητρώο δωρεών, το οποίο θα τηρείται στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε., σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που προβλέπεται στο τελευταίο εδάφιο της ως άνω παραγράφου 4 του άρθρου 3 του ν.4182/2013).

Άρθρο 73

Με τις προτεινόμενες διατάξεις τροποποιείται το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 23 του ν. 4389/2016, ως αναγκαία νομοτεχνική διόρθωση, καθώς προβλέπεται ότι στις Οργανικές μονάδες της Α.Α.Δ.Ε. που διακρίνονται για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά τους δύναται να απονέμονται βραβεία. Για τον ίδιο λόγο βραβεία δύναται να απονέμονται στο Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο (Σ.Ε.Κ.) που έχει συσταθεί στην Α.Α.Δ.Ε (πρώην Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων) με το άρθρο 6 του ν. 4410/2016 (Α' 141) και λειτουργεί ως συντονιστικό κέντρο μεταξύ των υπηρεσιών για την αντιμετώπιση και καταπολέμηση του λαθρεμπορίου προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης. Επίσης, προβλέπεται ότι ο Διοικητής της ΑΑΔΕ με απόφασή του καθορίζει τη διαδικασία και τα κριτήρια αξιολόγησης των οργανικών μονάδων της Αρχής και του Σ.Ε.Κ., θέτει τις προϋποθέσεις βράβευσης αυτών και ορίζει το είδος των βραβείων, σε περίπτωση που έχουν διακριθεί για την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητά τους.

Άρθρο 74

Με την προτεινόμενη ρύθμιση γίνεται αναγκαία συμπλήρωση των διατάξεων της περίπτ. β' της παρ. 2 του άρθρου 13 της υποπαραγράφου Δ.9 της παραγράφου Δ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015(Α'94), που αφορούν στα έξοδα διαμονής αποσπασμένων υπαλλήλων που διενεργούν φορολογικούς ελέγχους, προκειμένου οι διατάξεις αυτές να καταλαμβάνουν και τους αποσπασμένους υπαλλήλους που διενεργούν τελωνειακούς ελέγχους. Σκοπός της διάταξης η εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων, ώστε να διευκολύνεται η μετακίνηση των τελωνειακών υπαλλήλων και να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη διενέργεια των τελωνειακών ελέγχων.
Η πάταξη του λαθρεμπορίου προς όφελος του κοινωνικού συνόλου συνιστά πρωταρχικό στόχο της Τελωνειακής Υπηρεσίας και της Α.Α.Δ.Ε. εν γένει.
Η συνδρομή των σκύλων ανιχνευτών που έχει στην διάθεσή της η Τελωνειακή Υπηρεσία στην επίτευξη του ανωτέρω στόχου έχει αποδειχθεί καίρια και με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ιδίως από το έτος 2008 και εφεξής, αφότου το πρώην Γ' τμήμα Μέσων Δίωξης της Διεύθυνσης Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων ανέλαβε την ανάπτυξη, ανασύσταση και αναβάθμιση του τομέα των σκύλων ανιχνευτών, η εκπαίδευση των σκύλων και των συνοδών - χειριστών αυτών πραγματοποιείται στην Ελλάδα σε κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους με τον πλέον αποδοτικό και οικονομικό τρόπο για την Υπηρεσία.
Οι σκύλοι ανιχνευτές αποτελούν σε παγκόσμιο επίπεδο αποτελεσματικότατο και οικονομικότατο μέσο δίωξης (ευκολία στην μετακίνησή τους, ευελιξία στις κινήσεις τους, χαμηλό κόστος προμήθειάς τους και συντήρησής τους).
Για το λόγο αυτό τυγχάνει μεγάλης σπουδαιότητας η προσήκουσα εκπαίδευση των συνοδών σκύλων ανιχνευτών, ώστε αυτή να παράσχει τα μέγιστα δυνατά αποτελέσματα. Ειδικότερα, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ολοκληρώνεται σε χρονικό διάστημα 15 εβδομάδων και διακρίνεται σε δύο στάδια: το στάδιο βασικής εκπαίδευσης (basic) διάρκειας δέκα εβδομάδων, ήτοι 70 ημερών και το στάδιο προχωρημένης εκπαίδευσης (advanced) διάρκειας πέντε εβδομάδων, πλέον δύο εβδομάδων, που απαιτούνται για την προσαρμογή και επαναφορά των σκύλων ανιχνευτών από το διάλειμμα μεταξύ των δύο σταδίων, ήτοι 49 ημερών. Η χρονική απόσταση μεταξύ των δύο σταδίων πρέπει να είναι η μικρότερη δυνατή.
Ως εκ τούτου οι τιθέμενοι περιορισμοί από τις διατάξεις της ΥΠΟΠΑΡ. Δ9 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α94) ως προς το ανώτατο όριο ετήσιων μετακινήσεων θέτουν έναν άκαμπτο διοικητικό φραγμό στην ικανοποίηση μειζόνων αναγκών και την εξυπηρέτηση δράσεων που αφορούν άμεσα κρίσιμες πτυχές του δημοσίου συμφέροντος και των κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας μας. Είναι προφανές ότι μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο των 60 ημερών μετακίνησης κατ' έτος ή των 80 καθ' υπέρβαση του ανωτάτου ορίου, όπως αυτά ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 3 της ΥΠΟΠΑΡ. Δ9 ν. 4336/2015 δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί κανένας προγραμματισμός και καμία ολοκληρωμένη εκπαιδευτική κατάρτιση υπαλλήλων της Τελωνειακής Υπηρεσίας προς το συμφέρον της ιδίας της υπηρεσίας αλλά και του κοινωνικού συνόλου. Τα προβλεπόμενα χρονικά όρια δεν επαρκούν για την μετακίνηση και άρτια εκπαίδευση των υποψηφίων συνοδών σκύλων ανιχνευτών.
Η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει τη μετακίνηση εκτός έδρας κατ' έτος για χρονικό διάστημα πλέον των ημερών της παραγράφου 1 (δηλαδή των 60) για τους εκπαιδευόμενους υπαλλήλους - υποψηφίους συνοδούς των σκύλων ανιχνευτών, τους εκπαιδευτές αυτών και τους βοηθούς εκπαιδευτές ανάλογα με τις ανάγκες της εκπαίδευσης και μέχρι διακόσιες (200) ημέρες συνολικά για τους εκπαιδευτές, καθώς και για τους βοηθούς εκπαιδευτές, και μέχρι εκατόν είκοσι (120) ημέρες συνολικά για τους εκπαιδευόμενους συνοδούς, ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή στελέχωση της Τελωνειακής Υπηρεσίας μέσω της ολοκληρωμένης παρακολούθησης των προγραμμάτων εκπαίδευσης.

Άρθρο 76

Οι συνεταιρισμοί είναι αυτόνομες ενώσεις προσώπων που συγκροτούνται εθελοντικά για την αντιμετώπιση των κοινών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αλλαγών και επιδιώξεων τους διαμέσω μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικό διοικούμενης επιχείρησης. Οι αστικοί συνεταιρισμοί αυτοδιοικούνται, υποκείμενοι σε κρατική εποπτεία, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Συντάγματος. Το κράτος μεριμνά για την ανάπτυξη των συνεταιρισμών καθώς και για την ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος. Η οργάνωση, η λειτουργία η διοίκηση και η εποπτεία των αστικών συνεταιρισμών διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1667/1986.
Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986 (Α' 196), οι οποίες ορίζουν ότι στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από το συνεταιρισμό αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία έγινε η αποχώρηση ή ο αποκλεισμός, δεν διασαφηνίζουν εάν η εν λόγω απόδοση αφορά στην ονομαστική ή στην πραγματική αξία της μερίδας. Παράλληλα και οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 1667/1986 (Α' 196), οι οποίες ορίζουν ότι η συνεταιριστική μερίδα μεταβιβάζεται μόνο σε συνεταίρο, δεν διασαφηνίζουν αν η εν λόγω μεταβίβαση αφορά στην ονομαστική ή στην πραγματική αξία της μερίδας. Παράλληλα, οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1667/1986 (Α' 196) όπως είχε αντικατασταθεί με τις διατάξεις της παρ. 3α του άρθρου 28 του ν. 4141/2013 (Α' 81), οι οποίες ορίζουν ότι σε περίπτωση που οι κληρονόμοι δεν αποκτούν την ιδιότητα του συνεταίρου, τους αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που είχε εισφέρει ο κληρονομούμενος υπολογιζόμενης της αξίας της σε πραγματικούς όρους αντιβαίνει τη συνεταιριστική λογική σύμφωνα με την οποία η συνεταιριστική μερίδα αποτελεί έμμεσο εργαλείο συμβολής του συνεταίρου στην προώθηση του κοινού σκοπού και όχι επένδυση κεφαλαίου από την οποία ο επενδυτής προσδοκά, μεταξύ άλλων, στην επίτευξη υπεραξίας στο κεφάλαιο που επενδύει.
Με την εν λόγω ρύθμιση, προτείνεται όπως καθοριστεί η αξία της μερίδας που αποδίδεται στους συνεταίρους λόγω αποχώρησης αποκλεισμού, μεταβίβασης ή κληρονομιάς, στην ονομαστική της αξία και όχι στην πραγματική, αφού η συνεταιριστική μερίδα δεν αναπροσαρμόζει την αξία της βάσει των αποτελεσμάτων ή της καθαρής περιουσίας του συνεταιρισμού, όπως συμβαίνει στις κεφαλαιουχικές εταιρείες έχει σταθερή αξία και αυτή είναι ίση με την ονομαστική της αξία και επομένως ίση με το δεδομένο καταβληθέν χρηματικό ποσό που εισέφερε το μέλος.
Με την προτεινόμενη διάταξη επιδιώκεται όπως η συνεταιριστική μερίδα να μην αποτελεί αντικείμενο επένδυσης, αποθησαυρισμού ή κερδοσκοπίας, γεγονός το οποίο είναι αντίθετο με τα συνεταιριστικά ιδεώδη. Τέλος, επιδιώκεται να αποφευχθούν κρούσματα ταμειακών ελλειμμάτων ή πτωχεύσεων σε συνεταιρισμούς που αδυνατούν να καταβάλλουν την πραγματική αξία της μερίδας όταν αυτή τυγχάνει υψηλότερη της ονομαστικής, καθώς και να αποφευχθεί ο οικονομικός πόλεμος μεταξύ συνεταιρισμών.
Με τις διατάξεις της Κ.Υ.Α. οίκ. 24296/2018 (Β' 1302) των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 32 του ν. 4478/2017 (Α' 91), η Ειδική Γραμματεία του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, και ειδικότερα το Τμήμα Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Αμοιβαίας Συνδρομής της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού και Προγραμματισμού Ερευνών, ορίζεται ως αρμόδιος φορέας για τη διαχείριση των δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων. Στην παρ. 2 του πρώτου άρθρου της ως άνω Κ.Υ.Α. προβλέπεται, ότι ο ως άνω φορέας διαχειρίζεται τα δεσμευμένα και δημευμένα περιουσιακά στοιχεία μετά τον καθορισμό του θεσμικού πλαισίου που διέπει τη διαχείρισή τους, την οργανωτική δομή και τη στελέχωση του ίδιου του φορέα, τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες αυτού (παρ. 1). Ενόψει των ανωτέρω και για την εφαρμογή των προβλεπομένων στην ως άνω Κ.Υ.Α. θα πρέπει να συσταθεί νομοπαρασκευαστική επιτροπή με έργο τη σύνταξη α) σχεδίου νομοθετικής ρύθμισης β) σχετικής αιτιολογικής έκθεσης και γ) σχετικής ανάλυσης συνεπειών ρύθμισης.
Λόγω του εξειδικευμένου χαρακτήρα και της περιπλοκότητας που παρουσιάζει το εγχείρημα του καθορισμού του θεσμικού πλαισίου διαχείρισης των δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων, προτείνεται η σύσταση ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής στην οποία θα πρέπει απαραιτήτως να συμμετέχουν και δικαστικοί λειτουργοί. Ενόψει δε των συνταγματικών περιορισμών και της σχετικής εξαίρεσης της παρ. 2 του άρθρου 89 του Συντάγματος για τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε νομοπαρασκευαστική επιτροπή, προτείνεται η ακόλουθη ρύθμιση με την οποία παρέχεται η δυνατότητα συμμετοχής στη συγκεκριμένη νομοπαρασκευαστική επιτροπή δικαστικών λειτουργών των τακτικών διοικητικών και των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, προβλέπεται η συμμετοχή στην εν λόγω νομοπαρασκευαστική επιτροπή μέλους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, μέλους ΔΕΠ Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (εν ενεργεία ή ομότιμου) και στελεχών των Υπουργείων Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με τους αναπληρωτές αυτών (παρ. 2).
Τέλος, με την προτεινόμενη διάταξη ρυθμίζονται θέματα προέλευσης υπόδειξης και ορισμού των μελών της συνιστώμενης επιτροπής και του γραμματέα αυτής (παρ. 3).

Άρθρο 78

Η παρ. 5 του 9 του ν. 4557/2018 (Α' 139) επικεντρώνεται σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς χρηματοδοτούμενους από το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλα Υπουργεία, που είναι αρμόδια για την εποπτεία και επιχορήγησή τους και δραστηριοποιούνται κυρίως στο εξωτερικό. Η λήψη σχετικών μέτρων κρίνεται επιβεβλημένη λόγω του κινδύνου χρησιμοποίησης των μη κερδοσκοπικών οργανισμών για τη διοχέτευση κεφαλαίων προς τρομοκρατικές οργανώσεις, καθώς και λόγω πιθανής κατάχρησης των κεφαλαίων που διαχειρίζονται οι οργανισμοί αυτοί, δεδομένου ότι ορισμένες κατηγορίες αυτών λειτουργούν με χαμηλή εποπτεία και χωρίς την εφαρμογή των όρων και προϋποθέσεων που ισχύουν για άλλες νομικές οντότητες.
Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 αναφέρεται ότι ως προς το Υπουργείο Εξωτερικών ειδικότερα επιδιώκεται ο συντονισμός των αρμόδιων υπηρεσιών του με την Οικονομική Αστυνομία, τη Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομικών και την Αρχή. Με την προτεινόμενη τροποποίηση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 5 εντάσσεται και η Ειδική Γραμματεία Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Ε.Γ. Σ.Δ.Ο.Ε.), ως έχουσα σχετική αρμοδιότητα, μεταξύ των αρχών και υπηρεσιών με τις οποίες θα επιδιώκεται ο συντονισμός των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών,.
Αποστολή της Ε.Γ. Σ.Δ.Ο.Ε. ειδικότερα συνιστά, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 79 του Π.Δ.142/2017 (Α' 181), η αποκάλυψη και καταπολέμηση εστιών οικονομικού εγκλήματος, ...ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που σχετίζονται με τις εθνικές και κοινοτικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, η αποκάλυψη περιπτώσεων διαφθοράς και απάτης, καθώς επίσης και ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που αναφέρονται ... (σ)την προστασία γενικότερα των οικονομικών συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου, της εθνικής οικονομίας, του κοινωνικού συνόλου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.).» .
Περαιτέρω, στην Ε.Γ. Σ.Δ.Ο.Ε. λειτουργούν Τμήματα Ειδικών Υποθέσεων και Ερευνών τόσο στην Επιχειρησιακή Διεύθυνση Σ.Δ.Ο.Ε. Αττικής, όσο και στην Επιχειρησιακή Διεύθυνση Σ.Δ.Ο.Ε. Μακεδονίας με αρμοδιότητα μεταξύ άλλων την πρόληψη, έρευνα και καταστολή οικονομικών εγκλημάτων που αφορούν νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) και τον έλεγχο των μη κυβερνητικών οργανώσεων (άρθρο 82 παρ. 4 περ. γ, υποπερ. (δδ) και άρθρο 83 παρ. 4 περ. β, υποπερ. (γγ) του Π.Δ.142/2017 (Α' 181).

Άρθρο 79

Με την παρούσα ρύθμιση επιδιώκεται η ενίσχυση του ρόλου του Αυτοτελούς Τμήματος Εκτιμήσεων και Προσδιορισμού Αξιών Ακινήτων και η ποιοτική αναβάθμιση του παραγόμενου έργου του.
Η ανάγκη σύστασης επιπλέον θέσεων και η στελέχωσή του με προσωπικό που διαθέτει εμπειρία στις εκτιμήσεις αξιών ακινήτων προκύπτει από αυτή καθεαυτή τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του, όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικό στο άρθρο 127 του ν. 4549/2018 (Α' 105).
Επιπλέον, λόγω της σημασίας και της πολυπλοκότητας του έργου του προσδιορισμού των αξιών ακινήτων, που πρέπει να βασίζεται σε διεθνώς αναγνωρισμένες μεθοδολογίες και ένα σημαντικό αριθμό έγκυρων δεδομένων από πολλαπλές πηγές, όπως τα συμβόλαια αγοροπωλησιών, τα μισθωτήρια, εκτιμήσεις από ειδικούς εκτιμητές κ.λπ., η ανάγκη της συνεχούς παρακολούθησης των τιμών αξιών ακινήτων, καθώς και η διαμόρφωση προτάσεων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του εν λόγω Τμήματος, καθιστά αναγκαία τη σύσταση θέσεων, πέραν των μεταφερόμενων.
Η ικανοποιητική στελέχωση του νεοσυσταθέντος Τμήματος με εξειδικευμένο προσωπικό είναι απολύτως απαραίτητη, προκειμένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, με σκοπό την αποτελεσματικότερη άσκηση των ιδιαίτερα σημαντικών αρμοδιοτήτων του.

Άρθρο 80

Με την προτεινόμενη διάταξη προστίθεται νέα παράγραφος 3 στο άρθρο 29 του ν.4411/2016 (Α' 142), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν.4429/2016 (Α'199), με την οποία προβλέπεται η καταστροφή των αποθεμάτων παλαιών ενσήμων ταινιών φορολογίας καπνού τα οποία δεν διατέθηκαν έως 31.1.2017, με έξοδα του Δημοσίου εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, από επιτροπές που θα συγκροτηθούν για τον σκοπό αυτό σύμφωνα με όρους και προϋποθέσεις που θα καθοριστούν με απόφαση Υπουργού Οικονομικών. Η εν λόγω ρύθμιση κρίνεται αναγκαία καθόσον, κατόπιν της θέσης σε κυκλοφορία των νέων ενσήμων ταινιών από 1.1.2017 και της διάθεσης των παλαιών ενσήμων ταινιών το αργότερο μέχρι την 31.1.2017, υφίστανται αποθέματα παλαιών ενσήμων ταινιών, οι οποίες σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν δύνανται πλέον να διατεθούν και το ισχύον νομικό πλαίσιο δεν προβλέπει τον τρόπο διαχείρισης αυτών. Ως εκ τούτου, προτείνεται η καταστροφή των αποθεμάτων παλαιών ενσήμων ταινιών, καθόσον έχουν καταστεί άνευ σκοπού, υπό την επίβλεψη επιτροπών που θα συγκροτηθούν με απόφαση Υπουργού Οικονομικών. Επιπλέον, καθορίζεται, για λόγους ασφάλειας δικαίου, το εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της καταστροφής των παλαιών ενσήμων ταινιών.

Άρθρο 81

Με την προτεινόμενη ρύθμιση στο πλαίσιο της ορθολογικής διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας και γενικότερα αναπτυξιακής πολιτικής του Κράτους, αλλά και προς το σκοπό της εξοικονόμησης πόρων, παραχωρούνται δημόσια ακίνητα, που επιβαρύνεται το Δημόσιο με τη συντήρηση και διαχείριση τους, σε φορείς του δημόσιου τομέα, υπηρεσίες ΟΤΑ κ.λ.π. που δύνανται να τα διαχειριστούν και να τα συντηρήσουν για την κάλυψη στεγαστικών, λειτουργικών, οικονομικών και λοιπών αναγκών τους.
Ειδικότερα, με την προτεινόμενη ρύθμιση παραχωρείται άνευ ανταλλάγματος, κατόπιν σχετικών αιτημάτων: α) στο Δήμο Μακρακώμης του Νομού Φθιώτιδας, η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 2056 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Φθιώτιδας της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Φθιώτιδας, συνολικού εμβαδού 715,80 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται, με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Α στο από Ιούλιο 2017 συνημμένο, ως Παράρτημα I του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από την πολιτικό μηχανικό Τ.Ε. Αφροδίτη Ρήγα και θεωρήθηκε από την πολιτικό μηχανικό Τ.Ε. Παταργιά Λίτσα, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των υπηρεσιών του Δήμου Μακρακώμης. β) Στο Δήμο Μώλου - Αγίου Κωνσταντίνου του Νομού Φθιώτιδας, η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 2055 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Φθιώτιδας της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Φθιώτιδας συνολικού εμβαδού 693,52 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του , όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖ-Α στο από Σεπτέμβριο 2018 συνημμένο, ως Παράρτημα II του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Π.Ε Ντούβρα Βασίλειο και θεωρήθηκε από τον Αντιδήμαρχο του τέως Δήμου Καμένων Βούρλων Καραμανώλη Αθ., για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δήμου Μώλου-Αγίου Κωνσταντίνου, γ) Στο Δήμο Οροπεδίου του Νομού Λασιθίου, η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 76 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Λασιθίου της τέως Περιφερειακή Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Κρήτης, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Λασιθίου, συνολικού εμβαδού 547,47 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία 1,2,3,4,1 στο από Ιούλιο 2017 συνημμένο, ως Παράρτημα III του παρόντος τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Μανώλη Παντατωσάκη και θεωρήθηκε από τον ίδιο, για κοινωφελείς σκοπούς του Δήμου Οροπεδίου, δ) Στο Δήμο Αγίου Νικολάου του Νομού Λασιθίου, η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 75 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Λασιθίου της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Κρήτης, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Λασιθίου, συνολικού εμβαδού 323,03 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-1 στο από 15-6-2018 συνημμένο, ως Παράρτημα IV του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:100, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Ιωάννη Ε. Τσιχλή και θεωρήθηκε από την αρχιτέκτονα μηχανικό Μαρία Πρατσινάκη, για πολιτιστικές χρήσεις του Δήμου Αγίου Νικολάου, ε) Στο Δήμο Νότιας Κυνουρίας του Νομού Αρκαδίας η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 65 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της περιοχής της τότε Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Λεωνιδίου του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Αρκαδίας της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Πελοποννήσου-Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Αρκαδίας, συνολικού εμβαδού 531,62 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε....Μ,Ν,Ξ,Α στο από Ιούνιο 2017 συνημμένο, ως Παράρτημα V του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:100, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Χρήστο Γ. Γεωργίτση και θεωρήθηκε από την τοπογράφο μηχανικό Μητροπούλου Θεοδώρα, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Δήμου Νότιας Κυνουρίας, στ) Στο Δήμο Ξυλοκάστρου-Ευρωστίνης του Νομού Κορινθίας, η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 17 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Κορινθίας της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Πελοποννήσου-Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, συνολικού εμβαδού 600,00 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία 1,2,3,4,1 στο από 15-9-2017 συνημμένο, ως Παράρτημα VI του παρόντος τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Απόστολο Θεοδωρόπουλο και θεωρήθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό Χρόνη Καραγιάννη, για εκπαιδευτικούς πολιτιστικούς και κοινωφελείς σκοπούς του Δήμου Ξυλοκάστρου- Ευρωστίνης. Τα Δημοτικά Συμβούλια των οικείων δήμων αποφασίζουν την αποδοχή της παραχώρησης των ακινήτων και την καταχώριση αυτής στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο. Το απόσπασμα της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, στο οποίο περιγράφεται το μεταβιβασθέν ακίνητο και το δικαίωμα του οικείου Δήμου επ' αυτού, καθώς και όλα τα άλλα απαιτούμενα εκ της ισχύουσας νομοθεσίας στοιχεία, αποτελεί τον τίτλο για την καταχώριση της μεταβίβασης του ακινήτου στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο. Επίσης παραχωρούνται άνευ ανταλλάγματος, κατόπιν σχετικών αιτημάτων: α) Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 6128 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Σερρών της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Μακεδονίας- Θράκης νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Σερρών, συνολικού εμβαδού 769,42 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ- Δ-Ε-Ζ-Η-Α, στο από Φεβρουάριο 2017 συνημμένο, ως Παράρτημα VII του παρόντος τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:500 που συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό Δερμεντζή Στέργιο και θεωρήθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Θεοδ. Τασούλα, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Αστυνομικού Τμήματος Ηράκλειας Σερρών, β) Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 268 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Τρικάλων της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Τρικάλων, συνολικού εμβαδού 1.191,50 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Α στο από 27-2-1981 συνημμένο, ως Παράρτημα VIII του παρόντος τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από την αρχιτέκτονα Α.Μαντανά και θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο του Γραφείου Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης Μ. Δασκαλάκη, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Αστυνομικού Τμήματος Πύλης, γ) Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 154 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Φωκίδας της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Φωκίδας, συνολικού εμβαδού 889,25 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,I,Κ,Α στο συνημμένο, ως Παράρτημα IX του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό ΠΕ/Α Νικόλαο Τουρούντζη, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Αστυνομικού Σταθμού Γραβιάς, δ) Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 349 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Ηλείας συνολικού εμβαδού 717,15 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και παραρτήματα του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Α στο συνημμένο από Μάϊο 1989, ως Παράρτημα Χ του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Τρύφωνα Σεφερλή και θεωρήθηκε από τον Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Ηλείας Σωτήρη Στεφανάτο και από τον Δήμαρχο Κρεστένων Παναγιώτη Αθανασόπουλο, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Αστυνομικού Τμήματος Κρεστένων. ε) Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 269 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Τρικάλων της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Τρικάλων, συνολικού εμβαδού 785,20 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Α, στο από Ιανουάριο 1985 συνημμένο, ως Παράρτημα XI του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:50, που συντάχθηκε από τις αρχιτέκτονες Μηχανικούς Χαρίκλεια Βεβεκλή-Γιαννούση και Κυριακή Κοτσαμπάση και θεωρήθηκε από τον Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Τρικάλων Κωνσταντίνο Βήχα, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Αστυνομικού Τμήματος Φαρκαδόνας. Για την αποδοχή της παραχώρησης των ακινήτων εκδίδονται αποφάσεις του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη. Οι αποφάσεις αυτές, στις οποίες περιγράφονται τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία των παραγράφων 8 έως 13, το δικαίωμα και όλα τα άλλα απαιτούμενα εκ της ισχύουσας νομοθεσίας στοιχεία, αποτελούν τον τίτλο για την καταχώριση της μεταβίβασης ενός εκάστου των ακινήτων αυτών στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο. Με την προτεινόμενη, επομένως, ρύθμιση εκτός του ότι καλύπτονται οι επιτακτικές στεγαστικές ανάγκες των παραπάνω υπηρεσιών και εξασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία τους, επιπλέον προστατεύονται τα παραχωρούμενα κτήρια, τα οποία λόγω της μακρόχρονης αχρησίας τους δεν συντηρούνται. Η παραχώρηση της κυριότητας των ακινήτων του παρόντος άρθρου ανακαλείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, αντίστοιχα, εάν αυτά δεν χρησιμοποιηθούν εντός πενταετίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος για τους σκοπούς, για τους οποίους παραχωρήθηκαν. Με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, αντίστοιχα, αίρεται η παραχώρηση της κυριότητας, ιδίως για καθυστέρηση, ματαίωση ή πλημμελή εκπλήρωση του σκοπού της παραχώρησης, αλλαγή της προβλεπόμενης χρήσης, καθώς και για λόγους ανωτέρας βίας ή για σπουδαίο λόγο.

Άρθρο 82

Με την προτεινόμενη ρύθμιση, στο πλαίσιο της ορθολογικής διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας της κοινωνικής και γενικότερα της αναπτυξιακής πολιτικής του Κράτους παραχωρείται δημόσιο ακίνητο για την κατασκευή και λειτουργία του έργου διαχείρισης των λυμάτων αλλά και των απορριμμάτων του οικισμού της Χώρας των Σφακιών σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Οδηγία η οποία έχει ενσωματωθεί στο Εθνικό Δίκαιο με τίτλο «Μέτρα και Όροι για την επεξεργασία των Αστικών Λυμάτων» αλλά και την κατασκευή περιβαλλοντικού πάρκου λόγω της περιβαλλοντικής ιδιαιτερότητας της περιοχής.

Άρθρο 83

Με το παρόν άρθρο προτείνεται τροποποίηση του ν. 3130/2003 (Α' 76) και συγκεκριμένα της παρ. 5 του άρθρου 6 και του άρθρου 13, καθώς και η προσθήκη νέου άρθρου μετά το άρθρο 9. Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η επίτευξη μεγαλύτερης διαφάνειας, ασφάλειας, αμεροληψίας και αντικειμενικότητας στη διαδικασία στέγασης των δημοσίων υπηρεσιών.
Στο πλαίσιο αυτό, με την παρ. 1 προτείνεται η τροποποίηση της παρ. 5 του άρθρου 6 του νόμου 3130/2003, ώστε με βάση τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Στέγασης, ο Προϊστάμενος της Κτηματικής υπηρεσίας να εκδίδει πράξη παραχώρησης για ορισμένο χρόνο του δημοσίου ακινήτου στην υπηρεσία που αιτείται τη στέγαση. Σε περίπτωση μη ύπαρξης δημοσίου ακινήτου, με βάση τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Στέγασης που διαπιστώνει τη μη ύπαρξη ακινήτου και την έγκριση της σχετικής πίστωσης ο προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας συντάσσει σχέδιο διακήρυξης δημοπρασίας, το οποίο, συνοδευόμενο από τα πιο πάνω έγγραφα, υποβάλλεται για έγκριση στον Υπουργό Οικονομικών.
Με την παρ. 2 προτείνεται η προσθήκη, μετά το άρθρο 9 του ν.3130/2003 , άρθρου 9Α για τη σύσταση στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Στέγασης αποτελούμενης από: α) Έναν Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος προτείνεται από τον Πρόεδρο του ΝΣΚ, με το νόμιμο αναπληρωτή του, ως Πρόεδρο, β) το Διευθυντή της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, γ) δύο μηχανικούς της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, που προτείνονται από το Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας με τους αναπληρωτές τους, και δ) τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας στην οποία υπάγεται η προς στέγαση υπηρεσιακή μονάδα, με το νόμιμο αναπληρωτή του. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζει τον εισηγητή για κάθε θέμα. Χρέη Γραμματέα της Επιτροπής, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ασκεί υπάλληλος της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας. Η Δευτεροβάθμια Επιτροπή Στέγασης συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η Επιτροπή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο και προκειμένου να αποκτήσει πλήρη αντίληψη των πραγματικών γεγονότων για το σχηματισμό της κρίσης της, μπορεί να διατάσσει αυτοψία από Μηχανικό της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου, στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία, η οποία πρόκειται να στεγαστεί, σε ολόκληρη την Επικράτεια, ή να ορίσει μέλη της για τη διενέργεια αυτής.
Με την παρ. 3 προτείνεται η αντικατάσταση του άρθρου 13 του ν. 3130/2003, προκειμένου αφενός μεν να απαλλαγεί ο Υπουργός Οικονομικών από τον έλεγχο των ενστάσεων κατά του πρακτικού καταλληλότητας του προσφερομένου ακινήτου, αφετέρου δε όλες οι ενστάσεις είτε κατά του πρακτικού καταλληλότητας είτε της νομιμότητας της διακήρυξης της δημοπρασίας, της παράλειψης ουσιωδών όρων σ' αυτήν, της νομιμότητας συμμετοχής μειοδότη και της νομιμότητας της διεξαγωγής της προφορικής μειοδοσίας να κρίνονται από τη Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Στέγασης του άρθρου 9Απου εδρεύει στην Αθήνα. Δικαίωμα υποβολής ένστασης έχει όχι μόνο ο συμμετέχων στη διαδικασία, αλλά και οποιοσδήποτε τρίτος, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται πλήρης διαφάνεια και ασφάλεια στη στέγαση των δημοσίων υπηρεσιών, αφού και ο μη συμμετέχων, ο οποίος όμως έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να υποβάλει σχετική ένσταση. Εξάλλου, και για την αποφυγή καθυστερήσεων, προβλέπονται συντομότατες προθεσμίες τόσο για την υποβολή της ένστασης όσο και για την εξέτασή της και τη λήψη απόφασης. Προκειμένου δε να μην υπάρχει οποιαδήποτε δυσκολία στην άσκηση του δικαιώματος υποβολής της ένστασης προβλέπεται ότι αυτή υποβάλλεται στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, η οποία υποχρεούται να την αποστείλει αμελλητί και πάντως εντός συντομότατης προθεσμίας στο Γραμματέα της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Στέγασης μαζί με τον πλήρη φάκελο της υπόθεσης. Η μη υποβολή ένστασης δεν δημιουργεί απαράδεκτο για τη δικαστική προσβολή των παραπάνω πράξεων. Σε περίπτωση που η Δευτεροβάθμια Επιτροπή Στέγασης διατάξει τη διενέργεια αυτοψίας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 9Α, η προθεσμία των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου για τη λήψη απόφασης επιμηκύνεται κατά είκοσι (20) ημέρες. Εκτός από τις περιπτώσεις υποβολής εντάσεων η Δευτεροβάθμια Επιτροπή Στέγασης επιλαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως, μετά από αίτημα του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας, στις παρακάτω περιπτώσεις: α) σε κάθε περίπτωση που υποβληθεί οποιαδήποτε καταγγελία είτε από συμμετέχοντα στο διαγωνισμό είτε από τρίτο σχετικά με τη νομιμότητα του προσφερομένου προς μίσθωση ακινήτου και β) σε κάθε περίπτωση που οι πράξεις της διοίκησης, που έχουν εκδοθεί για την έναρξη και την πρόοδο της διαδικασίας της στέγασης δημόσιας υπηρεσίας, δεν φέρουν επαρκή αιτιολογία ή φέρουν εσφαλμένη αιτιολογία για τα θέματα της ύπαρξης ή μη στην περιοχή αναζήτησης δημοσίου ακινήτου, το οποίο να καλύπτει τις ανάγκες της ενδιαφερόμενης υπηρεσίας, ή της συνδρομής των προϋποθέσεων καταλληλότητας στα προσφερόμενα ακίνητα. Με την προτεινόμενη διάταξη εξασφαλίζεται απολύτως η απαιτούμενη διαφάνεια, ασφάλεια, αντικειμενικότητα και αμεροληψία στο σοβαρό ζήτημα της στέγασης των δημοσίων υπηρεσιών, ενόψει και του γεγονότος ότι το Δημόσιο καταβάλλει μεγάλα ποσά ετησίως για το συγκεκριμένο σκοπό.
Με την παρ. 4 ορίζεται ότι οι προηγούμενες παράγραφοι εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς διαδικασίες στέγασης δημοσίων υπηρεσιών και ότι η προθεσμία για την άσκηση των ενστάσεων της παρ. 3 αρχίζει από τη θέση σε ισχύ του παρόντος άρθρου. Η προθεσμία για την εξέταση της ένστασης αρχίζει από την επομένη της συγκρότησης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Στέγασης.

Άρθρο 84

Με την προτεινόμενη ρύθμιση σκοπείται η ενσωμάτωση του άρθρου 95 (Μεταβατικές διατάξεις) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (EE L 173/12.6.2014),, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παρ.9) του άρθρου 1 της οδηγίας 2016/1034/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 2016 (EE L175/30.6.2016).

Άρθρο 85

Το συσταθέν με το ν.489/1976 (Α'331) Επικουρικό Κεφάλαιο εξυπηρετεί κοινωνικό σκοπό, ήτοι την εξασφάλιση αποζημιώσεων λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητιστικά ατυχήματα, για τα οποία ο υπεύθυνος παραμένει άγνωστος το ατύχημα προέρχεται από ανασφάλιστο όχημα, ο ασφαλιστής πτώχευσε ή η εις βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας τους κλπ, και δεν εξυπηρετεί κανέναν επιχειρηματικό ή κερδοσκοπικό σκοπό. Ενόψει των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζει το Επικουρικό Κεφάλαιο, στην παρ.2 του άρθρου 20 του π.δ.237/1986(Α' 110), όπως ισχύει, ορίζεται ότι κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του, είτε εις χείρας του είτε εις χείρας τρίτων, αναστέλλεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα οικονομικά στοιχεία, εξαιτίας των δυσμενών εξελίξεων στην ασφαλιστική αγορά, το Επικουρικό Κεφάλαιο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες και το ύψος των υποχρεώσεών του που εκκρεμούν είναι τέτοιο ώστε, σε περίπτωση μη παράτασης της αναστολής κάθε αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, θα θέσει σε κίνδυνο την ομαλή συνέχιση της λειτουργίας του.
Με την προτεινόμενη διάταξη η ισχύουσα αναστολή κάθε αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου παρατείνεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2023, με σκοπό τη διευκόλυνση του προγραμματισμού των πληρωμών του και τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του.


Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Υπουργείου Οικονομικών με τίτλο «Κατάργηση των διατάξεων περί μείωσης των συντάξεων, ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων και άλλες διατάξεις»

Μέρος Πρώτο
Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις

Άρθρο 1
Κατάργηση των διατάξεων περί μείωσης των συντάξεων


1. Η περίπτ. β' της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 4387/2016 (Α'85), όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4472/2017 (Α'74), αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Από 1.1.2019, αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μεγαλύτερο εκείνου που προκύπτει από τον υπολογισμό τους σύμφωνα με την παρ. 1, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στο δικαιούχο, συμφηφιζόμενο κατ' έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του, με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων, όπως αυτή προκύπτει κατ' εφαρμογή της παρ. 3, όπως ισχύει».

2. Η παρ. 1 του άρθρου 1 και το άρθρο 2 του ν. 4472/2017 καταργούνται.

Μέρος Δεύτερο
Ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων

Κεφάλαιο Α'
Σκοπός, πεδίο εφαρμογής, ορισμοί, εθνικές ρυθμίσεις για τις κατηγορίες ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών


Άρθρο 2
Σκοπός


Σκοπός του παρόντος είναι η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 (EE L 26 ) σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2018/411/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2018 (EE L 76) και η θέσπιση άλλων διατάξεων για την ασφαλιστική και αντασφαλιστική διαμεσολάβηση.

Άρθρο 3
Πεδίο εφαρμογής
(Άρθρο 1 και άρθρο 2 παρ. 2 της Οδηγίας)


1. Ο παρών νόμος θεσπίζει κανόνες όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων από φυσικά και νομικά πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα.

2. Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) η ασφάλιση είναι συμπληρωματική προς το αγαθό ή την υπηρεσία που παρέχεται από προμηθευτή, όταν η εν λόγω ασφάλιση καλύπτει:
αα) τον κίνδυνο βλάβης, απώλειας ή ζημίας αγαθού ή τη μη χρήση της υπηρεσίας που παρέχει ο εν λόγω προμηθευτής, ή
ββ) την ζημία ή απώλεια αποσκευών και τους άλλους κινδύνους που σχετίζονται με ταξίδι για το οποίο έγινε κράτηση από τον εν λόγω προμηθευτή,
β) το ποσό των ασφαλίστρων, που καταβλήθηκε για το ασφαλιστικό προϊόν, δεν υπερβαίνει τα εξακόσια (600) ευρώ, υπολογιζόμενο αναλογικά σε ετήσια βάση,
γ) κατά παρέκκλιση της περίπτ. β), όταν η ασφάλιση είναι συμπληρωματική προς υπηρεσία της περίπτ. α) και η διάρκεια της εν λόγω υπηρεσίας είναι ίση ή μικρότερη από τρεις (3) μήνες, το ποσό των ασφαλίστρων που καταβλήθηκε κατ' άτομο δεν υπερβαίνει τα διακόσια (200) ευρώ.

3. Όταν η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ασκεί δραστηριότητα διανομής μέσω ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος εξαιρείται από την εφαρμογή του παρόντος, σύμφωνα με την παρ. 2, η εν λόγω επιχείρηση ή ο διαμεσολαβητής διασφαλίζει ότι:
α) τίθενται στη διάθεση του πελάτη, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα και τη διεύθυνσή του και σχετικά με τις διαδικασίες του άρθρου 10, οι οποίες επιτρέπουν στους πελάτες και άλλους ενδιαφερομένους να υποβάλουν καταγγελίες,
β) υπάρχουν κατάλληλες και αναλογικές διαδικασίες με σκοπό τη συμμόρφωση προς τα άρθρα 27 και 34 και την εξέταση των απαιτήσεων και των αναγκών του πελάτη πριν από την πρόταση σύμβασης,
γ) το έγγραφο πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 30 παρέχεται στον πελάτη πριν από τη σύναψη της σύμβασης.

4. Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων σε σχέση με κινδύνους και υποχρεώσεις που βρίσκονται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν ρυθμίζει, επίσης, δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων που διενεργούνται σε τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η άσκηση στην Ελλάδα της δραστηριότητας ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή διαμεσολαβητές εγκατεστημένους σε τρίτη χώρα, που εργάζονται στην Ελλάδα στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, γίνεται με τρόπο που εξασφαλίζει την ίση μεταχείριση όλων των προσώπων που ασκούν ή εξουσιοδοτήθηκαν να ασκούν δραστηριότητες ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διανομής στην ελληνική αγορά. Η εποπτική αρχή ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τις γενικής φύσης δυσκολίες τις οποίες συναντούν οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων που προέρχονται από την Ελλάδα ως κράτος μέλος καταγωγής, κατά την εγκατάστασή τους ή την άσκηση δραστηριοτήτων διανομής ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων σε τρίτη χώρα.

Άρθρο 4
Ορισμοί
(Άρθρο 2 παρ. 1 και άρθρο 12 παρ. 1 και 2 Οδηγίας)


1. Για τους σκοπούς του παρόντος, ισχύουν οι εξής ορισμοί:
1) «Διανομή ασφαλιστικών προϊόντων»: οι δραστηριότητες παροχής συμβουλής, πρότασης ή διενέργειας εργασιών προπαρασκευής για τη σύναψη συμβάσεων ασφάλισης, οι δραστηριότητες σύναψής τους, ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση που γεννηθεί αξίωση, περιλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών σχετικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις βάσει κριτηρίων που επιλέγονται από τον πελάτη μέσω ενός ιστότοπου ή κάποιου άλλου μέσου και η παροχή καταλόγου κατάταξης ασφαλιστικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρισης των τιμών και των προϊόντων, ή η παροχή έκπτωσης επί της τιμής ασφαλιστικής σύμβασης, όταν ο πελάτης είναι σε θέση να συνάψει άμεσα ή έμμεσα μια ασφαλιστική σύμβαση, χρησιμοποιώντας ιστότοπο ή άλλα μέσα.
2) «Διανομή αντασφαλιστικών προϊόντων»: οι δραστηριότητες παροχής συμβουλής, πρότασης ή διενέργειας εργασιών προπαρασκευής για τη σύναψη συμβάσεων αντασφάλισης, οι δραστηριότητες σύναψής τους, ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση που γεννηθεί αξίωση, περιλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνονται από αντασφαλιστική επιχείρηση χωρίς την παρέμβαση αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή.
3) «Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εκτός από την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση ή τους υπαλλήλους τους και εκτός από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, το οποίο αναλαμβάνει ή ασκεί επ' αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που έχουν έδρα στην Ελλάδα και υπόκεινται στα άρθρα 19 έως 26, διακρίνονται στις εξής κατηγορίες:
α) ασφαλιστικοί πράκτορες,
β) συντονιστές ασφαλιστικών πρακτόρων
γ) μεσίτες ασφαλίσεων.
4) «Ασφαλιστικός Πράκτορας»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Στους ασφαλιστικούς πράκτορες εντάσσονται τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, όταν ασκούν τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων.
5) «Συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων μέσω ομάδας ασφαλιστικών πρακτόρων, τους οποίους επιλέγει και προτείνει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για συνεργασία, και στη συνέχεια εκπαιδεύει και επιβλέπει το έργο τους, με σκοπό να διασφαλίσει την εκ μέρους τους εφαρμογή των σχετικών με τη διανομή πολιτικών και διαδικασιών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες συνεργάζεται, χωρίς να συμβάλλεται ο ίδιος με αυτούς.
6) «Μεσίτης ασφαλίσεων»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, με γραπτή εντολή του πελάτη, ασκεί τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων με βάση την ανάλυση επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, χωρίς να δεσμεύεται ως προς την επιλογή της ασφαλιστικής επιχείρησης.
7) «Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εκτός από πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, ή τον αγροτικό συνεταιρισμό, όπως ορίζονται στα σημεία 1) και 2) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (EE) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L 176), που αναλαμβάνει και ασκεί με αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του εν λόγω φυσικού ή νομικού προσώπου δεν είναι η διανομή ασφαλιστικών προϊόντων,
β) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο διανέμει μόνον ορισμένα ασφαλιστικά προϊόντα που συμπληρώνουν ένα αγαθό ή μια υπηρεσία,
γ) τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα δεν καλύπτουν την ασφάλιση ζωής ή κινδύνους αστικής ευθύνης, εκτός αν η εν λόγω κάλυψη συμπληρώνει το αγαθό ή την υπηρεσία που παρέχει ο διαμεσολαβητής ως την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του.
Οι επιχειρήσεις ενοικίασης οχημάτων και τα ταξιδιωτικά γραφεία που δραστηριοποιούνται στη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων εγγράφονται στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 ως ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.
8) «Αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, άλλο από την αντασφαλιστική επιχείρηση ή τους υπαλλήλους της, το οποίο αναλαμβάνει ή ασκεί με αμοιβή τη δραστηριότητα διανομής αντασφαλιστικών προϊόντων. Αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές με έδρα στην Ελλάδα είναι μόνον οι μεσίτες αντασφαλίσεων, δηλαδή τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που, κατ' εντολή του πελάτη, ασκούν τη δραστηριότητα της διανομής αντασφαλιστικών προϊόντων με βάση την ανάλυση επαρκούς αριθμού αντασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, χωρίς να δεσμεύονται ως προς την επιλογή της αντασφαλιστική ς επιχείρησης.
9) «Ασφαλιστική επιχείρηση»: οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016 (Α' 13).
10) «Αντασφαλιστική επιχείρηση»: οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016 .
11) «Διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων»: κάθε ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση ή ασφαλιστική επιχείρηση.
12) « Αμοιβή»: κάθε προμήθεια, τέλος, επιβάρυνση ή άλλη πληρωμή, συμπεριλαμβανομένου κάθε είδους οικονομικού οφέλους ή οποιουδήποτε άλλου χρηματικού ή μη χρηματικού οφέλους ή κινήτρου, που προτείνεται ή παρέχεται σε σχέση με τις δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων.
13) «Κράτος μέλος καταγωγής»:
α) αν ο διαμεσολαβητής είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο διαμένει,
β) εάν ο διαμεσολαβητής είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα ή, αν δεν έχει καταστατική έδρα σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική του διοίκηση.
14) «Κράτος μέλος υποδοχής»: το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής έχει μόνιμη παρουσία ή εγκατάσταση ή παρέχει υπηρεσίες και το οποίο δεν είναι το κράτος μέλος καταγωγής του.
15) «Υποκατάστημα»: το πρακτορείο ή το υποκατάστημα διαμεσολαβητή, το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εκτός του κράτους μέλους καταγωγής του.
16) «Στενοί δεσμοί»: οι στενοί δεσμοί, όπως ορίζονται στην παρ. 17 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016.
17) «Κύριος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας»: ο τόπος από τον οποίο ασκείται η διοίκηση επί της κύριας επιχειρηματικής δραστηριότητας.
18) «Συμβουλή»: η παροχή προσωπικής σύστασης στον πελάτη σε σχέση με μία ή περισσότερες συμβάσεις ασφάλισης.
19) «Μεγάλοι κίνδυνοι»: οι μεγάλοι κίνδυνοι, όπως ορίζονται στην παρ. 27 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016 .
20) «Επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση»: ένα ασφαλιστικό προϊόν που προσφέρει αξία κατά τη λήξη του ή αξία εξαγοράς, οι οποίες είναι, συνολικά ή μερικά, εκτεθειμένες, άμεσα ή έμμεσα, σε διακυμάνσεις της αγοράς και στο οποίο δεν περιλαμβάνονται:
α) οι ασφαλίσεις κατά ζημιών, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 4364/2016
β) οι ασφαλίσεις ζωής, οι παροχές των οποίων καταβάλλονται μόνο σε περίπτωση θανάτου ή για ανικανότητα λόγω σωματικής βλάβης, ασθένειας ή αναπηρίας,
γ) τα συνταξιοδοτικά προϊόντα, τα οποία έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την παροχή εισοδήματος στον επενδυτή κατά τη συνταξιοδότησή του και δίνουν στον επενδυτή το δικαίωμα σε ορισμένες παροχές, δ) τα επισήμως αναγνωρισμένα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά ταμεία που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3029/2002 (ΑΊ60) και του ν. 4364/2016 ,
ε) τα ατομικά συνταξιοδοτικά προϊόντα, για τα οποία απαιτείται εισφορά του εργοδότη και στα οποία ο εργαζόμενος ή ο εργοδότης δεν έχει δυνατότητα επιλογής ως προς το συνταξιοδοτικό προϊόν ή τον πάροχο.
21) «Σταθερό μέσο ή μόνιμο υπόθεμα»: κάθε μέσο το οποίο:
α) παρέχει στον πελάτη τη δυνατότητα να αποθηκεύει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά στον πελάτη αυτόν, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ανατρέχει σε αυτές μελλοντικά και για χρονικό διάστημα ικανό για τους σκοπούς των πληροφοριών,
β) επιτρέπει την αμετάβλητη αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών.
22) «Ευρωπάϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων» (Ε.Α.Α.Ε.Σ.): η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή που έχει συσταθεί με τον Κανονισμό (EE) 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 (EEL 331).
23) «Όργανο διοίκησης ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση»: το συλλογικό ή ατομικό όργανο που σύμφωνα με τη νομοθεσία για τις εμπορικές εταιρείες και αναλόγως της νομικής μορφής του νομικού προσώπου, είναι επιφορτισμένο με την εν γένει διοίκηση και εκπροσώπηση του νομικού προσώπου. Στις ατομικές επιχειρήσεις, ως όργανο διοίκησης νοείται ο ίδιος ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.
24) «Παραγωγή ασφαλιστικού πράκτορα ή συντονιστή»: το σύνολο των ασφαλιστικών συμβάσεων οι οποίες καταρτίστηκαν από την ασφαλιστική επιχείρηση με τη διαμεσολάβηση του ασφαλιστικού πράκτορα ή συντονιστή.

2. Για τους σκοπούς των περιπτ. 1 και 2 της παρ.1, οι ακόλουθες δραστηριότητες δεν θεωρούνται διανομή ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων:
α) η περιστασιακή παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, εάν:
αα) ο πάροχος δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να βοηθήσει στη σύναψη ή την εκτέλεση ασφαλιστικής σύμβασης,
ββ) σκοπός της εν λόγω δραστηριότητας δεν είναι η βοήθεια του πελάτη στη σύναψη ή την εκτέλεση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης,
β) η κατ' επάγγελμα διαχείριση των αξιώσεων μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και ο διακανονισμός ζημιών και η εκτίμηση των ζημιών από πραγματογνώμονα, γ) η απλή παροχή δεδομένων και πληροφοριών σχετικά με τους δυνητικούς ασφαλισμένους στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, αν ο πάροχος των πληροφοριών δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να βοηθήσει στη σύναψη ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης,
δ) η απλή παροχή πληροφοριών στους δυνητικούς ασφαλισμένους σχετικά με τα ασφαλιστικά ή αντασφαλιστικά προϊόντα ή τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αν ο πάροχος των πληροφοριών δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να βοηθήσει στη σύναψη ασφαλιστικής ή αντασφαλιστική ς σύμβασης.

Άρθρο 5
Συναλλακτικές σχέσεις των διανομέων ασφαλιστικών προϊόντων μεταξύ τους και με τον πελάτη


1. Ο ασφαλιστικός πράκτορας διανέμει προϊόντα μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής, και αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων διανέμει ασφαλιστικά προϊόντα.

2. Ο συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων ασκεί τη δραστηριότητα της περίπτ. 5 του άρθρου 4 στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής, και αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τις οποίες συνεργάζεται.

3. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, λυθεί η σύμβαση μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή ποσό που ισούται με την προμήθεια τριών (3) ετών που θα δικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση, και αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, για αυτό το διάστημα, να παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση. Η παραγωγή τεκμαίρεται ότι παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον διατηρείται η ασφαλιστική κάλυψη για το ασφαλιζόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή αντικείμενο, χωρίς ουσιώδη μεταβολή των όρων της αρχικής ασφαλιστικής σύμβασης. Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα, με αναλυτική κατάσταση, τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή για τη διατηρούμενη σε ισχύ παραγωγή του και τις προμήθειες του που αναλογούν σε αυτή.
Το βάρος απόδειξης για την απώλεια της παραγωγής φέρει η ασφαλιστική επιχείρηση. Το ποσό του πρώτου εδαφίου δεν καταβάλλεται, αν η σύμβαση λύθηκε με πρωτοβουλία του διαμεσολαβητή.
Αν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, για αξιόποινες πράξεις από τη σχέση του με την ασφαλιστική επιχείρηση ή που τελέστηκαν επ' ευκαιρία αυτής, καταβάλλεται στον ασφαλιστικό πράκτορα ή συντονιστή το ήμισυ του ποσού που θα δικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Σε περίπτωση αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή παύσης της ποινικής δίωξης ή εν γένει απαλλαγής του πράκτορα ή του συντονιστή από τις σχετικές κατηγορίες, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να καταβάλει εντόκως στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή το ποσό που υπολείπεται. Αντίθετα, αν ο πράκτορας ή ο συντονιστής καταδικαστεί αμετάκλητα, επιστρέφει, εντόκως το ποσό που έλαβε μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης.
Σε περίπτωση μόνιμης ολικής ανικανότητας του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή ποσό που ισούται με την προμήθεια τεσσάρων (4) ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί για αυτό το διάστημα να παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση. Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή, το ανωτέρω ποσό καταβάλλεται στα πρόσωπα που ο πράκτορας ή ο συντονιστής έχει ορίσει ως δικαιούχους. Αν δεν έχουν οριστεί δικαιούχοι, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει το ποσό αυτό στους κληρονόμους του θανόντος κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας.
Σε περίπτωση αποχώρησης του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, λόγω συνταξιοδότησης, η ασφαλιστική επιχείρηση του καταβάλλει ποσό που ισούται με την προμήθεια τριών (3) ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί να παραμένει γι' αυτό το διάστημα σε αυτήν.

4. Ο μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ασκεί τη δραστηριότητα διανομής βάσει έγγραφης σύμβασης με τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, με τρόπο που να αποτρέπεται η νομική και οικονομική εξάρτησή του έναντι αυτών. Ο μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων λαμβάνει:
α) προμήθεια από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στις οποίες τοποθέτησε τον ασφαλιστικό κίνδυνο κατ' εντολή του πελάτη του, ή και
β) αμοιβή από τον πελάτη, βάσει έγγραφης σύμβασης μεταξύ τους.
Ελάχιστο περιεχόμενο της συμφωνίας με τον πελάτη είναι ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου του μεσίτη ασφαλίσεων, ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου του πελάτη, ο χρόνος και ο τρόπος απόδοσης της αμοιβής και το ακριβές ποσό της αμοιβής ή, αν αυτό δεν είναι δυνατό, η βάση και η μέθοδος υπολογισμού της αμοιβής.

5. Στην ασφάλιση μεγάλων κινδύνων, όταν πρόκειται για επαγγελματία πελάτη του αριθμού 10 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α' 14) και στη συνασφάλιση της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν.2496/1997 (Α'87), ο μεσίτης ασφαλίσεων μπορεί, αν δεν είναι δυνατή η άμεση έκδοση από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφαλιστηρίου του άρθρου 2 του v. 2496/1997 , να υποβάλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις «συμφωνητικό ασφαλιστικής κάλυψης», στο οποίο αναγράφονται οι προϋποθέσεις και οι όροι αποδοχής της ασφάλισης από τις ενδιαφερόμενες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες βεβαιώνουν την αποδοχή της κάλυψης του κινδύνου. Ο μεσίτης ασφαλίσεων εκδίδει «πιστοποιητικό ασφάλισης» με βάση τα στοιχεία που συμφώνησε με την ασφαλιστική επιχείρηση, το οποίο παραδίδει στον πελάτη. Ο μεσίτης αντικαθιστά το πιστοποιητικό ασφαλιστικής κάλυψης, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, με τη σύμβαση ασφάλισης.

6. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση διανέμει προϊόντα μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για τη δραστηριότητά του, και αμείβεται από εκείνην.

7. Η συνεργασία μεταξύ των εγγεγραμμένων προσώπων στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 επιτρέπεται μόνο εφόσον είναι εγγεγραμμένοι στην ίδια κατηγορία. Αν μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του πελάτη μεσολαβούν περισσότεροι του ενός διαμεσολαβητές, οι οποίοι συνεργάζονται μεταξύ τους στην προώθηση του ασφαλιστικού προϊόντος, εκείνος από τους συνεργαζόμενους διαμεσολαβητές που έχει σύμβαση με την ασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνει έγκριση από την ασφαλιστική επιχείρηση για τη διανομή των προϊόντων της μέσα από τη συγκεκριμένη συνεργασία και, κατά περίπτωση, για την εξουσιοδότηση της παρ. 5 του άρθρου 28, πριν συναφθεί οποιαδήποτε ασφαλιστική σύμβαση. Αν η ασφαλιστική επιχείρηση διαπιστώσει την προώθηση των προϊόντων της από μη εγκεκριμένη συνεργασία, ζητεί, εγγράφως, διευκρινίσεις από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, που έχει σύμβαση με αυτή, και θέτει προθεσμία για την παροχή των διευκρινίσεων αυτών, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών (3) ημερών. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη ή αν οι διευκρινίσεις του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δεν κριθούν επαρκείς, η ασφαλιστική επιχείρηση δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση και τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής επέρχονται ύστερα από τρεις (3) ημέρες από την επίδοσή της στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή. Στην περίπτωση αυτή, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να παρακρατήσει τις αναλογούσες επί του ασφαλίστρου προμήθειες που θα κατέβαλλε στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, αν είχε εγκρίνει τη συνεργασία.

Κεφάλαιο Β'
Αρμόδιες αρχές, εποπτικές εξουσίες και συνεργασία μεταξύ αρχών

Άρθρο 6
Σκοπός και γενικές αρχές εποπτείας
(Άρθρο 12 και άρθρο 1 παρ. 5 της Οδηγίας)


1. Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των Επιμελητηρίων και της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος (Κ.Ε.Ε.Ε.) που προβλέπονται στα άρθρα 12 έως 26, αρμόδια για την εποπτεία της δραστηριότητας διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, εφεξής αναφερόμενη ως η εποπτική αρχή.

2. Η εποπτική αρχή εποπτεύει, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και του καταστατικού της (ν. 3424/1927, Α' 298), τον τρόπο που ασκείται η δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, ώστε να διασφαλίζει τη διαρκή συμμόρφωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών, καθώς και των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, με τις διατάξεις του παρόντος και της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας. Η εποπτική αρχή παρακολουθεί τη λειτουργία της αγοράς ασφαλιστικών προϊόντων, περιλαμβανομένης της αγοράς για ασφαλιστικά προϊόντα που είναι συμπληρωματικά άλλης υπηρεσίας ή αγαθού, τα οποία διατίθενται, διανέμονται ή πωλούνται στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως χώρας προέλευσης, ή πωλούνται προς την αγορά άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με χώρα προέλευσης την Ελλάδα.

3. Για την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων η εποπτική αρχή μεριμνά να διαθέτει σε συνεχή βάση επαρκές εξειδικευμένο προσωπικό.

4. Τα όργανα διοίκησης της εποπτικής αρχής και το προσωπικό αυτής, δεν ευθύνονται αστικά έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους εντός των κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιοτήτων τους, καθώς επίσης εντός των λοιπών αρμοδιοτήτων τις οποίες ασκεί η εποπτική αρχή κατά ανάθεση δημόσιας εξουσίας, εκτός αν βαρύνονται με δόλο.

Άρθρο 7
Διενέργεια ελέγχων


1. Για την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, η εποπτική αρχή μπορεί να διενεργεί, γενικούς ή ειδικούς, επιτόπιους ή μη ελέγχους σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. Επίσης, η εποπτική αρχή μπορεί να διενεργεί ελέγχους σε:
α) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος, αλλά, είτε του έχουν ανατεθεί εξωτερικά λειτουργίες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 37 του ν. 4364/2016 , είτε είναι τρίτος με τον οποίον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση έχει πραγματοποιήσει συναλλαγή η οποία είναι αναγκαίο να ελεγχθεί για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος,
β) οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μόνο όμως στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος και εφόσον ο έλεγχος δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστική ς επιχείρησης ή του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.

2. Η εποπτική αρχή, κατά την άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων της:
α) έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο, βιβλίο ή άλλο στοιχείο τηρείται, με οποιαδήποτε μορφή, για τις δραστηριότητες του ελεγχομένου, είτε στις ίδιες τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις είτε αλλού, εντός ή εκτός Ελλάδας, και μπορεί να λαμβάνει αντίγραφο του, ακόμη και αν αυτό περιέχει απλά ή ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα σύμφωνα με τη νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων,
β) μπορεί να ζητεί πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο ή δημόσια αρχή,
γ) μπορεί να απαιτεί τη διακοπή της πώλησης συγκεκριμένου ασφαλιστικού προϊόντος ή τη διακοπή δραστηριότητας ή πρακτικής προώθησης προϊόντος που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο,
δ) μπορεί να λαμβάνει πληροφορίες από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες και να αναθέτει εξακριβώσεις, μελέτες, έρευνες και κατά περίπτωση έργα σε εξωτερικούς συνεργάτες,
ε) μπορεί να λαμβάνει κάθε πληροφορία για συμβάσεις που βρίσκονται στην κατοχή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών διαμεσολαβητών ή έχουν συναφθεί με τρίτους.
Κατά τη διενέργεια ελέγχων από την εποπτική αρχή ή τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τον ν.4364/2016 , τα πρόσωπα που υπόκεινται στους ελέγχους αυτούς δεν δικαιούνται να επικαλεστούν το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων ή τη νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων ή άλλο απόρρητο έναντι των αρμόδιων αρχών ή των προσώπων που είναι εξουσιοδοτημένα από αυτές για τη διενέργεια του ελέγχου.

3. Οι διανομείς διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που υποβάλλουν στην εποπτική αρχή είναι πλήρεις, ακριβείς και κατάλληλες για την άσκηση του εποπτικού της έργου.

4. Τα πάσης φύσης έγγραφα που υποβάλλονται από τους διανομείς στην εποπτική αρχή, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον παρόντα νόμο, είναι στην ελληνική γλώσσα.
Η εποπτική αρχή μπορεί να λαμβάνει υπόψη της έγγραφα σε άλλες επίσημες ευρωπαϊκές γλώσσες, εφόσον κατά την απόλυτη και ανέλεγκτη κρίση της έχει, κατά το χρόνο εκείνο, τη δυνατότητα να το πράξει.

Άρθρο 8
Συνεργασία με την Ε.Α.Α.Ε.Σ. και εποπτική σύγκλιση


Η εποπτική αρχή καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές, τις συστάσεις και τα πρότυπα που εκδίδονται από την Ε.Α.Α.Ε.Σ. σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (EE) αριθ. 1094/2010, καθώς και από τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές μέσω της Μικτής Επιτροπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των Κανονισμών (EE) αριθ. 1093/2010, 1094/2010 και 1095/2010 όπως εκάστοτε ισχύουν, οι οποίες σχετίζονται με τις αρμοδιότητές της δυνάμει του παρόντος και εκδίδει σχετικές αποφάσεις που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 9
Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών
(Άρθρο 13 της Οδηγίας)


1. Η εποπτική αρχή συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και ανταλλάσσει πληροφορίες για τους διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, προκειμένου να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος. Ειδικότερα, κατά τη διαδικασία εγγραφής στο μητρώο του άρθρου 19 και σε διαρκή βάση, η εποπτική αρχή ανταλλάσσει πληροφορίες με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών της Ε.Ε. για την καλή φήμη, τις επαγγελματικές γνώσεις και τις ικανότητες των διανομέων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων.

2. Η εποπτική αρχή ανταλλάσσει πληροφορίες με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών για τους διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων στους οποίους έχει επιβληθεί κύρωση ή άλλο μέτρο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο VII της Οδηγίας 2016/97 και στα άρθρα 41 έως 46 του παρόντος, ιδίως αν έχει ή είχε ως αποτέλεσμα τη διαγραφή των εν λόγω διανομέων από τα μητρώα του άρθρου 3 της Οδηγίας 2016/97 και του άρθρου 19 του παρόντος.

3. Όλα τα πρόσωπα που υποχρεούνται να λαμβάνουν ή να παρέχουν πληροφορίες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο οφείλουν να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, όπως ορίζεται στο άρθρο 44 του ν. 4364/2016 .

4. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, η Κ.Ε.Ε.Ε. και τα αρμόδια επιμελητήρια παρέχουν στην εποπτική αρχή, μόλις τους ζητηθεί, κάθε πληροφορία, στοιχείο και έγγραφο που σχετίζεται με τις αρμοδιότητες αυτές.

Άρθρο 10
Καταγγελίες
(Άρθρο 14 της Οδηγίας)


Με απόφαση της εποπτικής αρχής καθορίζεται η διαδικασία υποβολής από τους πελάτες και τους άλλους ενδιαφερομένους και, ειδικότερα, τις ενώσεις καταναλωτών καταγγελιών κατά των διανομέων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και διερεύνησης της βασιμότητας των καταγγελιών αυτών, μετά την οποία και αφού ασκηθεί από τους ελεγχομένους το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α' 45), μπορεί, αν διαπιστωθούν παραβάσεις και ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης ποινικής τους ευθύνης, να τους επιβληθούν οι κυρώσεις του άρθρου 43, ανά παράβαση. Σε κάθε περίπτωση, η εποπτική αρχή αποστέλλει, μέσα σε εύλογο χρόνο, απάντηση στον καταγγέλλοντα για το περιεχόμενο της καταγγελίας του.

Άρθρο 11
Εξωδικαστική επίλυση διαφορών
(Άρθρο 15 της Οδηγίας)


1. Για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών του με διανομείς ασφαλιστών προϊόντων, ο πελάτης μπορεί να προσφεύγει στο Συνήγορο του Καταναλωτή, ο οποίος έχει συσταθεί με το ν. 3297/2004 (Α' 259), ή σε άλλο φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, νόμιμα καταχωρισμένο στο Μητρώο της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Καταναλωτή και Εποπτείας της Αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 18 της 70330οικ./30.6.2015 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β' 1421).

2. Οι φορείς της παρ. 1 συνεργάζονται με τους αντίστοιχους φορείς των άλλων κρατών μελών για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα νόμο.

Κεφάλαιο Γ'
Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και ελευθερία εγκατάστασης


Άρθρο 12
Άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
(Άρθρο 4 της Οδηγίας)


1. Κάθε ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, με χώρα καταγωγής την Ελλάδα, ο οποίος προτίθεται να ασκήσει τις δραστηριότητες του για πρώτη φορά στο έδαφος άλλου κράτους μέλους υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ενημερώνει, εγγράφως, για την πρόθεσή του αυτή:
α) το επιμελητήριο, στο ειδικό μητρώο του οποίου είναι εγγεγραμμένος,
β) την εποπτική αρχή.

2. Το επιμελητήριο αποστέλλει στην εποπτική αρχή, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την παραλαβή του εγγράφου της παρ. 1, τις εξής πληροφορίες:
α) το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και τον αριθμό ειδικού μητρώου του διαμεσολαβητή,
β) το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη στα οποία προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητες ο διαμεσολαβητής,
γ) την κατηγορία διαμεσολάβησης της παρ. 3 του άρθρου 19 στην οποία έχει εγγραφεί ο διαμεσολαβητής,
δ) τους κλάδους στους οποίους προτίθεται ο διαμεσολαβητής να δραστηριοποιηθεί, αναφέροντας κατά περίπτωση, εάν μπορεί να προωθεί επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται σε ασφάλιση,
ε) την επωνυμία κάθε ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για λογαριασμό της οποίας θα διαμεσολαβεί στο κράτος μέλος υποδοχής, εφόσον ο διαμεσολαβητής διαθέτει τη σχετική πληροφορία,
στ) αντίγραφο του ασφαλιστηρίου επαγγελματικής αστικής ευθύνης ή άλλου εγγράφου σύμφωνα με την περίπτ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 21 και την περίπτ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 22.

3. Η εποπτική αρχή αποστέλλει τις πληροφορίες των περιπτ. α) έως ε) της παρ. 2, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την παραλαβή τους, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο σκοπεύει να δραστηριοποιηθεί ο διαμεσολαβητής της παρ. 1.

4. Μόλις η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής επιβεβαιώσει στην εποπτική αρχή την παραλαβή των πληροφοριών της παρ. 2, η εποπτική αρχή ενημερώνει, εγγράφως, τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, καθώς και το αρμόδιο επαγγελματικό επιμελητήριο, ότι οι πληροφορίες έχουν παραληφθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και ότι ο διαμεσολαβητής μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητες του στο κράτος μέλος υποδοχής. Η εποπτική αρχή ενημερώνει ταυτόχρονα τον διαμεσολαβητή:
α) ότι οι πληροφορίες όσον αφορά τις νομοθετικές διατάξεις που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ, οι οποίες ισχύουν στο κράτος μέλος υποδοχής, είναι διαθέσιμες με τα μέσα που αναφέρονται στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ,
β) ότι ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις που αναφέρονται στην περίπτ. α), προκειμένου να αρχίσει τις δραστηριότητες του στο κράτος μέλος υποδοχής.

5. Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων της παρ. 2, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση ενημερώνει για τη μεταβολή αυτή το αρμόδιο επιμελητήριο, τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν επιφέρει τη μεταβολή. Το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τότε που έλαβε την ενημέρωση του πρώτου εδαφίου, το επιμελητήριο γνωστοποιεί τη μεταβολή στην εποπτική αρχή. Το αργότερο μέσα σε είκοσι (20) μέρες από τότε που ενημερώθηκε, η εποπτική αρχή γνωστοποιεί, με τη σειρά της, τη μεταβολή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

6. Όταν η Ελλάδα είναι το κράτος μέλος υποδοχής ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, με χώρα καταγωγής άλλο κράτος μέλος, ο οποίος προτίθεται να ασκήσει τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η εποπτική αρχή είναι αρμόδια να λαμβάνει από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τις πληροφορίες του άρθρου 4 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ. Η εποπτική αρχή επιβεβαιώνει, χωρίς καθυστέρηση, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής την παραλαβή των πληροφοριών του πρώτου εδαφίου.

Άρθρο 13
Παράβαση υποχρεώσεων κατά την άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
(Άρθρο 5 της Οδηγίας)


1. Όταν η Ελλάδα είναι το κράτος μέλος υποδοχής, αν η εποπτική αρχή έχει λόγους να θεωρεί ότι ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος ασκεί δραστηριότητες στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, γνωστοποιεί τις διαπιστώσεις αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

2. Αν, παρά τα ληφθέντα από το κράτος καταγωγής μέτρα, ύστερα από την ενημέρωση της παρ. 1, ή επειδή τα μέτρα αυτά αποδείχθηκαν ανεπαρκή ή επειδή δεν έχουν ληφθεί μέτρα από το κράτος μέλος καταγωγής, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση εξακολουθεί να ενεργεί κατά τρόπο σαφώς ζημιογόνο είτε για τα συμφέροντα των καταναλωτών στην Ελλάδα σε μεγάλη κλίμακα, είτε για την εύρυθμη λειτουργία της ελληνικής ασφαλιστικής και αντασφαλιστική ς αγοράς, η εποπτική αρχή μπορεί, αφού ενημερώσει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, να λάβει οποιοδήποτε κατάλληλο μέτρο, ιδίως από αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 43, για την πρόληψη νέων παρατυπιών, και, εφόσον είναι απόλυτα αναγκαίο, να απαγορεύσει στο διαμεσολαβητή την άσκηση νέων δραστηριοτήτων στην Ελλάδα. Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή, η εποπτική αρχή μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και να ζητήσει τη βοήθειά της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) 1094/2010.

3. Ανεξάρτητα από την υποχρέωση της παρ. 1, η εποπτική αρχή μπορεί να λαμβάνει σε βάρος του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 43 κρίνει κατάλληλο για την πρόληψη και τιμωρία των παρατυπιών που διαπράττονται στην Ελλάδα, αν είναι απαραίτητη η ανάληψη άμεσης δράσης, προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα των καταναλωτών. Στις περιπτώσεις αυτές, η εποπτική αρχή μπορεί, επιπλέον των μέτρων του άρθρου 43, να απαγορεύσει στο διαμεσολαβητή την άσκηση νέων δραστηριοτήτων στην Ελλάδα.

4. Κάθε μέτρο που λαμβάνει η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιείται εγγράφως με αιτιολογημένη απόφαση στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση και κοινοποιείται, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του διαμεσολαβητή, στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

5. Αν η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ενημερωθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος δραστηριοποιείται στο κράτος μέλος υποδοχής υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με την Οδηγία 2016/97/ΕΕ, η εποπτική αρχή, αφού αξιολογήσει την πληροφορία, λαμβάνει, το συντομότερο δυνατόν και κρίνοντας κατά περίπτωση, τα ενδεδειγμένα από τα μέτρα του άρθρου 43, για να διορθώσει την κατάσταση. Η εποπτική αρχή ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής για κάθε μέτρο που έλαβε. Επίσης, η εποπτική αρχή μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και να ζητήσει τη βοήθειά της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) 1094/2010. Όταν άλλο κράτος μέλος λαμβάνει μέτρα σε βάρος ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, με χώρα καταγωγής την Ελλάδα, ο οποίος δραστηριοποιείται στο άλλο κράτος μέλος υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η εποπτική αρχή είναι αρμόδια να λαμβάνει τη σχετική ενημέρωση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

Άρθρο 14
Άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης
(Άρθρο 6 της Οδηγίας)


1. Κάθε ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, με χώρα καταγωγής την Ελλάδα, ο οποίος προτίθεται να κάνει χρήση της ελευθερίας εγκατάστασης, ιδρύοντας υποκατάστημα ή έχοντας μόνιμη παρουσία στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ενημερώνει εγγράφως για την πρόθεσή του αυτή:
α) το επιμελητήριο στο ειδικό μητρώο του οποίου είναι εγγεγραμμένος, β) την εποπτική αρχή.

2. Το επιμελητήριο αποστέλλει στην εποπτική αρχή, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την παραλαβή του εγγράφου της παρ. 1, τις εξής πληροφορίες :
α) το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και τον αριθμό ειδικού μητρώου του διαμεσολαβητή,
β) το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ο διαμεσολαβητής σκοπεύει να ιδρύσει υποκατάστημα ή να έχει μόνιμη παρουσία,
γ) την κατηγορία διαμεσολάβησης της παρ. 3 του άρθρου 19 στην οποία έχει εγγραφεί ο διαμεσολαβητής,
δ) τους κλάδους στους οποίους προτίθεται να δραστηριοποιηθεί ο διαμεσολαβητής, αναφέροντας κατά περίπτωση αν μπορεί να προωθεί επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται σε ασφάλιση, ε) την επωνυμία κάθε ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για λογαριασμό της οποίας θα διαμεσολαβεί στο κράτος μέλος υποδοχής, εφόσον ο διαμεσολαβητής διαθέτει τη σχετική πληροφορία,
στ) τη διεύθυνση στο κράτος μέλος υποδοχής, στην οποία μπορεί να ζητηθούν έγγραφα,
ζ) το όνομα κάθε αρμοδίου για τη διοίκηση του υποκαταστήματος ή της μόνιμης παρουσίας,
η) αντίγραφο του υποβληθέντος από τον διαμεσολαβητή ασφαλιστηρίου επαγγελματικής αστικής ευθύνης ή άλλου εγγράφου σύμφωνα με την περίπτ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 21 και την περίπτ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 22.

3. Η εποπτική αρχή αποστέλλει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τις πληροφορίες των περιπτ. α) έως η) της παρ. 2, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την παραλαβή τους, τις πληροφορίες των περιπτ. α) έως η) της παρ. 2, εκτός εάν η εποπτική αρχή έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της οργανωτικής διάρθρωσης ή της χρηματοοικονομικής κατάστασης του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, λαμβανομένων υπόψη των δραστηριοτήτων διανομής που προτίθεται να ασκήσει.

4. Μόλις η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής επιβεβαιώσει στην εποπτική αρχή ότι παρέλαβε τις πληροφορίες της παρ. 3, η εποπτική αρχή ενημερώνει εγγράφως τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, καθώς και το αρμόδιο επιμελητήριο. Επιπλέον, η εποπτική αρχή γνωστοποιεί στο διαμεσολαβητή τις νομοθετικές διατάξεις που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ, οι οποίες ισχύουν στο κράτος μέλος υποδοχής, καθώς και τα μέσα των παρ. 3 και 4 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ με τα οποία αυτές είναι διαθέσιμες και ανακοινώνει στον διαμεσολαβητή ότι μπορεί να αρχίσει τη δραστηριότητά του στο κράτος μέλος υποδοχής υπό τον όρο ότι συμμορφώνεται προς τις εν λόγω νομοθετικές διατάξεις.
Αν ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση δεν λάβει από την εποπτική αρχή την ανωτέρω γραπτή ενημέρωση μέσα σε δύο (2) μήνες από την ημερομηνία που εκδήλωσε την πρόθεση της παρ. 1, ο εν λόγω διαμεσολαβητής μπορεί να εγκαταστήσει το υποκατάστημα και να αρχίσει την δραστηριότητά του στο κράτος μέλος υποδοχής.

5. Αν η εποπτική αρχή αρνηθεί να γνωστοποιήσει τις πληροφορίες της παρ. 3 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ενημερώνει για τους λόγους της άρνησης της τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την παραλαβή των πληροφοριών από το αρμόδιο επιμελητήριο σύμφωνα με την παρ. 2.

6. Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων της παρ. 2, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση ενημερώνει για τη μεταβολή αυτή το αρμόδιο επιμελητήριο, τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν επιφέρει τη μεταβολή. Το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τότε που έλαβε την ενημέρωση του πρώτου εδαφίου, το αρμόδιο επιμελητήριο γνωστοποιεί τη μεταβολή στην εποπτική αρχή. Το αργότερο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τότε που ενημερώθηκε, η εποπτική αρχή, με τη σειρά της, γνωστοποιεί τη μεταβολή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

7. Αν η Ελλάδα είναι το κράτος μέλος υποδοχής ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικόύ διαμεσολαβητή ή ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος έχει ως χώρα καταγωγής άλλο κράτος μέλος και προτίθεται να κάνει χρήση της ελευθερίας εγκατάστασης, ιδρύοντας υποκατάστημα ή έχοντας μόνιμη παρουσία στην Ελλάδα, η εποπτική αρχή λαμβάνει από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τις πληροφορίες του άρθρου 6 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ και επιβεβαιώνει την παραλαβή τους χωρίς καθυστέρηση. Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την παραλαβή των ανωτέρω πληροφοριών, η εποπτική αρχή γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τις διατάξεις γενικού συμφέροντος του άρθρου 18 που ισχύουν στην Ελλάδα, καθώς και τα μέσα με τα οποία αυτές είναι διαθέσιμες προς το κοινό.

8. Για τους σκοπούς του παρόντος, κάθε μόνιμη παρουσία διαμεσολαβητή στο έδαφος της Ελλάδας ή άλλου κράτους μέλους σαν να έχει υποκατάστημα εξομοιώνεται με υποκατάστημα, εκτός αν ο διαμεσολαβητής νομίμως έχει μόνιμη παρουσία με διαφορετική νομική μορφή σε αυτό το κράτος μέλος.

Άρθρο 15
Κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής
(Άρθρο 7 της Οδηγίας)


1. Αν ο κύριος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας ενός ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικό ύ διαμεσολαβητή ή ενός ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος και η Ελλάδα είναι η χώρα καταγωγής του, η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους μπορεί να συμφωνήσει με την εποπτική αρχή ότι η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους θα ενεργεί σαν να είναι η εποπτική αρχή, όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 19 έως 46. Αν υπάρξει τέτοια συμφωνία, η εποπτική αρχή ενημερώνει γι' αυτήν χωρίς καθυστέρηση τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, καθώς και την Ε.Α.Α.Ε.Σ.
Αν ο κύριος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας ενός ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικόύ διαμεσολαβητή ή ενός ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση βρίσκεται στην Ελλάδα, ενώ η χώρα καταγωγής του είναι άλλο κράτος μέλος, η εποπτική αρχή μπορεί να συμφωνήσει με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να ενεργεί η εποπτική αρχή σαν αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, όσον αφορά την εφαρμογή των Κεφαλαίων IV έως και VII της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ.

2. Η εποπτική αρχή διασφαλίζει ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται από την εγκατάσταση στην Ελλάδα είναι σύμφωνες με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 27 έως 40.

3. Η εποπτική αρχή διασφαλίζει ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται κατά το άρθρο 14 του παρόντος από φυσικά ή νομικά πρόσωπα άλλων κρατών μελών εγκαταστημένα στην Ελλάδα, είναι σύμφωνες με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 27 έως 40. Η εποπτική αρχή μπορεί να επανεξετάζει τις ρυθμίσεις που αφορούν την εγκατάσταση του προηγούμενου εδαφίου και να ζητεί όποιες αλλαγές είναι απαραίτητες για να μπορεί να επιβάλλει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 27 ως 40.

Άρθρο 16
Παράβαση υποχρεώσεων κατά την άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης
(Άρθρο 8 της Οδηγίας)


1. Αν η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, διαπιστώσει ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος δραστηριοποιείται στην Ελλάδα με ελεύθερη εγκατάσταση, παραβαίνει τις διατάξεις άρθρων 27 έως 40 μπορεί να λάβει τα ενδεδειγμένα, κατά την αιτιολογημένη κρίση της, μέτρα του άρθρου 43.

2. Αν η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, έχει λόγους να θεωρεί ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος δραστηριοποιείται στην Ελλάδα μέσω εγκατάστασης, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και αν η εποπτική αρχή δεν είναι υπεύθυνη σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 15, η εποπτική αρχή γνωστοποιεί τις διαπιστώσεις της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

3. Αν, παρά τα ληφθέντα από το κράτος καταγωγής μέτρα, ύστερα από την ενημέρωση της παρ. 2, ή επειδή τα μέτρα αυτά αποδείχθηκαν ανεπαρκή ή επειδή δεν έχουν ληφθεί μέτρα από το κράτος μέλος καταγωγής, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση εξακολουθεί να ενεργεί κατά τρόπο σαφώς ζημιογόνο για τα συμφέροντα των καταναλωτών στην Ελλάδα σε μεγάλη κλίμακα ή για την εύρυθμη λειτουργία της ελληνικής ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής αγοράς, η εποπτική αρχή μπορεί, αφού ενημερώσει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, να λάβει σε βάρος του ανωτέρω διαμεσολαβητή οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 43 για την πρόληψη νέων παρατυπιών και, εφόσον είναι απόλυτα αναγκαίο, να απαγορεύσει στον εν λόγω διαμεσολαβητή να συνεχίσει την άσκηση νέων δραστηριοτήτων στην Ελλάδα. Επιπλέον, η εποπτική αρχή μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) 1094/2010.

4. Εκτός από τα μέτρα των παρ. 2 και 3, η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί να λαμβάνει σε βάρος του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 43 κρίνει κατάλληλο για να αποτρέψει ή να τιμωρήσει παρατυπίες που διαπράττονται στην Ελλάδα, αν είναι απολύτως απαραίτητη η ανάληψη άμεσης δράσης, προκειμένου να προστατευτούν τα δικαιώματα των καταναλωτών και εφόσον τα ισοδύναμα μέτρα του κράτους μέλους καταγωγής είναι ανεπαρκή ή ανύπαρκτα. Τα ανωτέρω μέτρα δεν μπορεί να εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των διαμεσολαβητών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Στις περιπτώσεις αυτές, η εποπτική αρχή μπορεί, επιπλέον των μέτρων του άρθρου 43, να απαγορεύσει στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση την άσκηση νέας δραστηριότητας στην Ελλάδα.

5. Κάθε μέτρο που λαμβάνει η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου γνωστοποιείται εγγράφως με αιτιολογημένη απόφαση στον ενδιαφερόμενο ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση και κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του διαμεσολαβητή, στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

6. Αν η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ενημερωθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος δραστηριοποιείται στο άλλο κράτος μέλος μέσω εγκατάστασης, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με την Οδηγία 2016/97/ΕΕ, αφού αξιολογήσει τις πληροφορίες αυτές, λαμβάνει, το συντομότερο δυνατόν και κρίνοντας κατά περίπτωση, τα ενδεδειγμένα από τα μέτρα του άρθρου 43, για να διορθώσει την κατάσταση. Η εποπτική αρχή ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής για κάθε μέτρο που έλαβε. Επίσης, η εποπτική αρχή μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και να ζητήσει τη βοήθειά της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) 1094/2010.
Όταν άλλο κράτος μέλος λαμβάνει μέτρα σε βάρος ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος έχει ως χώρα καταγωγής την Ελλάδα και δραστηριοποιείται στο άλλο κράτος μέλος μέσω εγκατάστασης, η εποπτική αρχή είναι η αρμόδια να λαμβάνει τη σχετική ενημέρωση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

Άρθρο 17
Παράβαση κανόνων περί προστασίας του δημοσίου συμφέροντος
(Άρθρο 9 της Οδηγίας)


1. Η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί, εφόσον είναι απόλυτα αναγκαίο, να λαμβάνει σε βάρος του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 43 κρίνει κατάλληλο για την τιμωρία παραβάσεων των διατάξεων που αναφέρονται στο άρθρο 18, οι οποίες διαπράττονται στην Ελλάδα. Τα ανωτέρω μέτρα δεν μπορεί να εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των διαμεσολαβητών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Στις περιπτώσεις αυτές, η εποπτική αρχή μπορεί, επιπλέον των μέτρων του άρθρου 43, να απαγορεύσει στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση την άσκηση νέας δραστηριότητας στην Ελλάδα.

2. Εκτός από τα μέτρα της παρ. 1, η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, να λάβει οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 43 και να απαγορεύσει σε διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος να ασκήσει δραστηριότητα στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή ελευθερίας εγκατάστασης, αν η σχετική δραστηριότητα κατευθύνεται εξ ολοκλήρου ή κυρίως στην Ελλάδα ως κράτος μέλος υποδοχής με μοναδικό σκοπό την αποφυγή των νομοθετικών διατάξεων που θα ίσχυαν, αν η Ελλάδα ήταν το κράτος μέλος καταγωγής του εν λόγω διανομέα, και, επιπροσθέτως, αν η δραστηριότητα του διανομέα θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τη σωστή λειτουργία της ελληνικής ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής αγοράς όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών.

3. Στις περιπτώσεις της παρ. 2, η εποπτική αρχή, είτε δρα ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, είτε δρα ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) 1094/2010.

Άρθρο 18
Δημοσίευση κανόνων περί προστασίας του γενικού συμφέροντος
(Άρθρο 11 της Οδηγίας)


1. Διανομείς με άλλο κράτος μέλος καταγωγής από την Ελλάδα, που ασκούν τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων στην Ελλάδα, είτε μέσω της ελευθερίας εγκατάστασης, είτε μέσω της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, υπόκεινται στις διατάξεις της ελληνικής ασφαλιστικής, τραπεζικής και χρηματιστηριακής νομοθεσίας, καθώς και της νομοθεσίας περί καταναλωτή που αποβλέπουν στην προστασία του γενικού συμφέροντος.

2. Με απόφαση της εποπτικής αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να προσδιορίζεται ποιες από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τη διανομή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων αποτελούν κανόνες προστασίας του γενικού συμφέροντος (κανόνες γενικού συμφέροντος).

3. Η εποπτική αρχή διασφαλίζει ότι ο διοικητικός φόρτος που απορρέει από την εφαρμογή των κανόνων γενικού συμφέροντος της παρ. 2 είναι ανάλογος της προστασίας των καταναλωτών. Η εποπτική αρχή παρακολουθεί την εφαρμογή των κανόνων γενικού συμφέροντος της παρ. 2, ώστε να διασφαλίζει ότι ικανοποιείται η απαίτηση του πρώτου εδαφίου.

4. Πληροφορίες σχετικά με τους κανόνες γενικού συμφέροντος της παρ. 2 δημοσιεύονται στον ιστότοπο της εποπτικής αρχής και επικαιροποιούνται από αυτήν σε τακτική βάση.

5. Η εποπτική αρχή παρέχει στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. τον υπερσύνδεσμο προς το σημείο του ιστοτόπου της, όπου δημοσιεύει τις πληροφορίες της παρ. 4, καθώς και κάθε άλλη σχετική πληροφορία που της ζητείται από την Ε.Α.Α.Ε.Σ.

6. Η εποπτική αρχή είναι αρμόδια να παρέχει πληροφορίες, ως ενιαίο σημείο επαφής της παρ. 4 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ, σχετικά με τους κανόνες γενικού συμφέροντος που ισχύουν στην Ελλάδα για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων. Ο τρόπος επικοινωνίας με την εποπτική αρχή για τις ανάγκες της παρούσας παραγράφου αναγράφεται στον ιστότοπό της.

7. Όταν η εποπτική αρχή ενεργεί σαν αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής στο πλαίσιο της παρ. 5 του άρθρου 115 και της παρ. 4 του άρθρου 117 του ν.4364/2016, ενημερώνει τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή/και τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και για τους κανόνες της νομοθεσίας για τη διανομή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων που αποτελούν κανόνες για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Κεφάλαιο Δ'
Εγγραφή στο ειδικό μητρώο και συναφείς οργανωτικές υποχρεώσεις

Άρθρο 19
Ειδικό μητρώο και Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης
(Άρθρο 3 της Οδηγίας)


1. Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικόί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, εγγράφονται υποχρεωτικά στο ειδικό μητρώο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. Τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων επιτρέπεται να ασκούν μόνο οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικό ί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο ειδικό μητρώο και μόνο για την κατηγορία στην οποία εγγράφονται. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι υπάλληλοι τους δεν εγγράφονται στο ειδικό μητρώο.

2. Το ειδικό μητρώο τηρείται από τα επαγγελματικά επιμελητήρια ή από τα επαγγελματικά τμήματα των ενιαίων επιμελητηρίων, στην περιφέρεια των οποίων έχουν οι διαμεσολαβητές της παρ. 1 την εμπορική ή επαγγελματική κατοικία τους. Όπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται μόνον «επιμελητήριο» ή «επιμελητήρια», νοούνται τα επαγγελματικά επιμελητήρια ή τα επαγγελματικά τμήματα των ενιαίων επιμελητηρίων, κατά περίπτωση.

3. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο της παρ. 1 επιτρέπεται να εγγραφεί στις εξής κατηγορίες του ειδικού μητρώου:
α) είτε ως ασφαλιστικός πράκτορας ή και συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων,
β) είτε μόνον ως μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων,
γ) είτε μόνου ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.
Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγράφεται λαμβάνει αριθμό ειδικού μητρώου.

4. Η ιδιότητα του ασφαλιστικού πράκτορα, του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων και του μεσίτη ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του γενικού διευθυντή ή του διευθυντή ή του εκπροσώπου ημεδαπής ή αλλοδαπής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Η ιδιότητα του υπαλλήλου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ασφαλιστικού πράκτορα ή του μεσίτη ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων. Οι ιδιότητες του ασφαλιστικού πράκτορα και του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων είναι ασυμβίβαστες με την ιδιότητα του μεσίτη ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων. Οι ιδιότητες του ασφαλιστικού πράκτορα, του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων και του μεσίτη ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων είναι ασυμβίβαστες με την ιδιότητα του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.
Κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου, επιτρέπεται η εκπροσώπηση της Ένωσης Ασφαλιστών Lloyd's από μεσίτη ασφαλίσεων, δυνάμει ειδικής έγγραφης πληρεξουσιότητας.

5. Το νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης κοινοποιεί στο οικείο επιμελητήριο νόμιμα επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης του οργάνου διοίκησης του νομικού προσώπου, με την οποία ορίζεται ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα από τα μέλη της διοίκησής του στα οποία ανατίθεται η ευθύνη για τη δραστηριότητα της διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων. Στις περιπτώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων επενδύσεων, αγροτικών συνεταιρισμών και ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, μπορούν ειδικά να εξουσιοδοτηθούν ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα , τα οποία συνδέονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τους ανωτέρω φορείς και είναι μέλη της διοίκησης, υπεύθυνα για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. Στην περίπτωση αυτή, υποβάλλεται στο αρμόδιο επιμελητήριο το επικυρωμένο πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου ή του οργάνου διοίκησης που παρέχει την ειδική εξουσιοδότηση.

6. Στο ειδικό μητρώο αναφέρονται τα άλλα κράτη μέλη στα οποία ο διαμεσολαβητής έχει εκδηλώσει την πρόθεση να ασκήσει τις δραστηριότητές του υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

7. Τα αρμόδια επιμελητήρια και η Κ.Ε.Ε.Ε. είναι διαρκώς σε θέση να εξάγουν, ευχερώς, ακριβή και ασφαλή στατιστικά στοιχεία, τουλάχιστον για τον αριθμό των εγγεγραμμένων, ξεχωριστά για κάθε κατηγορία της παρ. 3 και ξεχωριστά για τα εγγεγραμμένα πιστωτικά ιδρύματα, τις εταιρείες επενδύσεων και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς.

8. Τα επιμελητήρια καθιερώνουν την επιγραμμική επικοινωνία (online) με τους αιτούντες την εγγραφή και με τα μέλη τους. Κατ' ελάχιστον, διαθέτουν στον ιστότοπό τους ηλεκτρονική αίτηση εγγραφής και μεταβολής στοιχείων και δυνατότητα ηλεκτρονικής παραλαβής των δικαιολογητικών των άρθρων 21, 22 και 23.

9. Οι αιτήσεις εγγραφής στο εδικό μητρώο εξετάζονται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την υποβολή όλων των δικαιολογητικών των άρθρων 21 και 22. Ο αιτών ενημερώνεται αμέσως για τη σχετική απόφαση. Τα
επιμελητήρια αρνούνται την εγγραφή στο ειδικό μητρώο, αν ενημερωθούν από την εποπτική αρχή ότι παρεμποδίζεται στην αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της είτε λόγω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων τρίτης χώρας, στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, με τα οποία έχει στενούς δεσμούς ο αιτών, είτε λόγω δυσχερειών σχετικών με την επιβολή των ανωτέρω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων.

10. Η Κ.Ε.Ε.Ε. οργανώνει και τηρεί Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης (Ε.ΣΗ.Π.) για τους εγγεγραμμένους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικού ς διαμεσολαβητές και τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οι οποίοι είναι νόμιμα εγγεγραμμένοι στα κατά τόπους ειδικά μητρώα των επιμελητηρίων. Το Ε.ΣΗ.Π. διαθέτει μηχανή αναζήτησης για τη διευκόλυνση όσων ενδιαφέρονται να εξακριβώσουν την εγγραφή προσώπου που ασκεί δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων.

11. Τα στοιχεία των ειδικών μητρώων που δημοσιεύονται στο Ε.ΣΗ.Π. είναι κατ' ελάχιστον τα εξής:
α) το όνομα και το επώνυμο του φυσικού προσώπου ή η εταιρική επωνυμία του νομικού προσώπου, που είναι εγγεγραμμένα στο ειδικό μητρώο,
β) η κατηγορία εκ των περιπτ. α) έως και γ) της παρ. 3, στην οποία είναι εγγεγραμμένο το φυσικό ή νομικό πρόσωπο,
γ) το κατά τόπον επιμελητήριο όπου είναι εγγεγραμμένο το φυσικό ή νομικό πρόσωπο και ο αριθμός ειδικού μητρώου της εγγραφής του,
δ) τα ονόματα και η ιδιότητα των εξής φυσικών προσώπων:
αα) του φυσικού προσώπου που εγγράφεται ως ατομική επιχείρηση στο ειδικό μητρώο,
ββ) των φυσικών προσώπων τα στοιχεία των οποίων κοινοποιούνται στο αρμόδιο επιμελητήριο σύμφωνα με την παρ. 5,
γγ) των υπαλλήλων του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικό ύ διαμεσολαβητή και του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οι οποίοι συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων,
ε) ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ), και η Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ) του εγγεγραμμένου προσώπου,
στ') η διεύθυνση της έδρας,
ζ) τα άλλα κράτη μέλη στα οποία ο διαμεσολαβητής έχει εκδηλώσει την πρόθεση να ασκήσει τις δραστηριότητές του υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών,
η) αν ο διαμεσολαβητής μπορεί, κατά περίπτωση, να προωθεί επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται σε ασφάλιση.
Το Ε.ΣΗ.Π. αναφέρει τα στοιχεία επικοινωνίας των κατά τόπους επιμελητηρίων και της εποπτικής αρχής και παρέχει υπερσυνδέσμους προς τους ιστοτόπους τους.

12. Ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής και ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση οφείλει να ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το οικείο ειδικό μητρώο για κάθε μεταβολή των στοιχείων που πρέπει να περιέχονται σε αυτό σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 22. Τα οικεία επιμελητήρια επικαιροποιούν τις εγγραφές τους και διασφαλίζουν την ορθότητα των στοιχείων που δημοσιεύουν σύμφωνα με την παρ. 11.

13. Η Κ.Ε.Ε.Ε. παρέχει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στην κάθε πληροφορία και συνδρομή στην Ε.Α.Α.Ε.Σ., η τελευταία να διατηρεί επικαιροποιημένο ενιαίο ηλεκτρονικό μητρώο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οι οποίοι έχουν γνωστοποιήσει την πρόθεσή τους να ασκήσουν διασυνοριακές δραστηριότητες. Η Κ.Ε.Ε.Ε. παρέχει μέσω της ιστοσελίδας της ένα σύνδεσμο για άμεση και αμφίδρομη πρόσβαση στα προαναφερόμενα μητρώα της ίδιας και της Ε.Α.Α.Ε.Σ. Τα υποκείμενα, τα προσωπικά δεδομένα των οποίων αποθηκεύονται στο μητρώο και ανταλλάσσονται σύμφωνα με τα ανωτέρω, έχουν δικαίωμα πρόσβασης στα αποθηκευμένα δεδομένα τους και δικαίωμα επαρκούς πληροφόρησης σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 20
Επαγγελματικές απαιτήσεις γνώσεων και ικανοτήτων
(Άρθρο 10 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας)


1. Για την έναρξη της άσκησης δραστηριότητας διανομής, τα μέλη του οργάνου διοίκησης των ασφαλιστικών πρακτόρων, των συντονιστών ασφαλιστικών πρακτόρων και των μεσιτών ασφαλίσεων και τα ειδικώς εξουσιοδοτημένα πρόσωπα των πιστωτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων επενδύσεων και των αγροτικών συνεταιρισμών που φέρουν την ευθύνη για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, οι υπάλληλοι των ανωτέρω ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, τα μέλη της διοίκησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που φέρουν την ευθύνη για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων και οι υπάλληλοι τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα αυτή κατέχουν επαρκείς γνώσεις και ικανότητες για την εκτέλεση των εργασιών και την άσκηση των καθηκόντων τους και συμμορφώνονται με τις ελάχιστες απαιτήσεις επαγγελματικών γνώσεων και επάρκειας του Παραρτήματος XIII.

2. Με απόφαση της εποπτικής αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο πιστοποιείται ότι ένα φυσικό πρόσωπο κατέχει επαρκείς γνώσεις και ικανότητες, είτε ως προϋπόθεση εγγραφής του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19, είτε ως προϋπόθεση για την έναρξη άσκησης δραστηριότητας διανομής από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Με την απόφαση αυτή μπορεί ιδίως να προβλέπεται η διενέργεια γραπτής εξέτασης και οι γνωστικές περιοχές της εξέτασης, να ορίζεται πότε η εξέταση θεωρείται επιτυχής, να προβλέπεται η χορήγηση πιστοποιητικού επαγγελματικών γνώσεων ή άλλου αποδεικτικού επιτυχούς εξέτασης, να καθορίζεται το περιεχόμενο του ως άνω πιστοποιητικού ή του αποδεικτικού και η διάρκεια ισχύος του, να προσαρμόζονται οι ανωτέρω απαιτήσεις ανάλογα με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα των διανομέων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων και τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο της διανομής, να θεσπίζονται σχετικές οργανωτικές υποχρεώσεις των φυσικών ή νομικών προσώπων που δραστηριοποιούνται στη διανομή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, ενδεικτικά η υποχρέωση τήρησης αρχείου, καθώς και να ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετικό με την εφαρμογή της παρ. 1 θέμα.

3. Τα πρόσωπα της παρ. 1 υποχρεούνται σε επαγγελματική εκπαίδευση διαρκείας τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ωρών κατ' έτος, προκειμένου να διατηρούν ικανοποιητικό επίπεδο ικανότητας και απόδοσης, και κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην απόφαση της εποπτικής αρχής της παρ. 4.

4. Με απόφαση της εποπτικής αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εξειδικεύονται το είδος, το περιεχόμενο και ο τρόπος παρακολούθησης της 15ωρης εκπαίδευσης των προσώπων της παρ. 1, είτε ως προϋπόθεση για τη διατήρηση της εγγραφής του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο ειδικό μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 23, είτε ως προϋπόθεση για την συνέχιση της νόμιμης άσκησης της δραστηριότητας διανομής από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, και μπορεί να προβλέπεται το σύστημα και η διαδικασία αξιολόγησης από την εποπτική αρχή του ελάχιστου ικανοποιητικού επιπέδου της παρεχόμενης εκπαίδευσης, ο τρόπος πιστοποίησης της επιτυχούς ολοκλήρωσης της εκπαίδευσης, ενδεικτικά μέσω της χορήγησης πιστοποιητικών επανεκπαίδευσης, ο χρόνος για την υποβολή των σχετικών πιστοποιητικών στο ειδικό μητρώο, καθώς και να προσαρμόζονται οι ανωτέρω απαιτήσεις ανάλογα με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα των διανομέων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων και τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο της διανομής, να ορίζονται τυχόν σχετικές με τα σεμινάρια οργανωτικές υποχρεώσεις των φυσικών ή νομικών προσώπων που δραστηριοποιούνται στη διανομή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και να ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα.

5. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες διανομής ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση χορηγούν στο αρμόδιο επιμελητήριο έγγραφη βεβαίωση ότι οι γνώσεις και οι ικανότητες των προσώπων που, χωρίς να είναι μέλη του οργάνου διοίκησης των εν λόγω ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, έχουν ειδικώς εξουσιοδοτηθεί και φέρουν την ευθύνη για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και των υπαλλήλων τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα αυτή, πληρούν τις απαιτήσεις της παρ. 1, προκειμένου οι εν λόγω διαμεσολαβητές να εγγραφούν στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 σύμφωνα με το άρθρο 22.

Άρθρο 21
Δικαιολογητικά για την εγγραφή του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο ειδικό μητρώο
(Άρθρο 10 παρ. 3 και 4 και άρθρο 3 παρ. 6 της Οδηγίας)


1. Για την εγγραφή του στο ειδικό μητρώο, ο ενδιαφερόμενος ασφαλιστικός και αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής των περιπτ. α) και β) της παρ. 3 του άρθρου 19 υποβάλλει στο αρμόδιο επιμελητήριο τα εξής έγγραφα: α) απολυτήριο λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής,
β) πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, που αναζητείται αυτεπάγγελτα και ανανεώνεται κάθε δύο έτη με επιμέλεια του αρμόδιου επιμελητηρίου, από το οποίο προκύπτει ότι δεν έχει καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, απιστία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, εκβίαση, κλοπή, λαθρεμπορία, πλαστογραφία, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών, έκδοση ακάλυπτων επιταγών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης,
γ) πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει κατατεθεί σε βάρος του αίτηση για πτώχευση και αναγκαστική διαχείριση και ότι δεν έχει πτωχεύσει, ούτε έχει τεθεί σε αναγκαστική διαχείριση ή, αν έχει πτωχεύσει, ότι έχει αποκατασταθεί,
δ) πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει υποβληθεί σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση,
ε) βεβαίωση ασφάλισης της επαγγελματικής αστικής ευθύνης του, η οποία να καλύπτει το σύνολο του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη εγγύηση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου διακοσίων πενήντα χιλιάδων εξακοσίων δεκαοκτώ (1.250.618) ευρώ ανά απαίτηση και τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι επτά (1.875.927) ευρώ συνολικά κατ' έτος για όλες τις απαιτήσεις, εκτός αν ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής, πλην του μεσίτη, προσκομίσει βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης επ' ονόματι της οποίας ενεργεί ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, από την οποία να προκύπτει ότι η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την επαγγελματική αστική ευθύνη για τις ενέργειές του. Τα ανωτέρω ποσά αναπροσαρμόζονται, με απόφαση της εποπτικής αρχής, σε περίπτωση αναθεώρησής τους από την Ε.Α.Α.Ε.Σ. Το μέγιστο ποσό απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη του πρώτου εδαφίου, εφόσον προβλέπεται στη σύμβαση, δεν μπορεί να ξεπερνά αυτό των δεκαοκτώ χιλιάδων επτακοσίων εξήντα (18.760) ευρώ.
στ') ένα ή τα περισσότερα πιστοποιητικά επαγγελματικών γνώσεων που κατά περίπτωση προβλέπονται από την απόφαση της εποπτικής αρχής που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 20,
ζ) υπεύθυνη δήλωση του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή με τις εξής πληροφορίες:
αα) την ταυτότητα των μετόχων ή των εταίρων, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στον διαμεσολαβητή, και τα ποσοστά των εν λόγω συμμετοχών τους,
ββ) την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς δεσμούς με τον διαμεσολαβητή,
γγ) πληροφορίες ότι οι εν λόγω συμμετοχές ή οι στενοί δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της εποπτικής αρχής.

2. Επιπλέον των ανωτέρω, ο αιτών, προκειμένου να εγγραφεί στο ειδικό μητρώο ως συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων, προσκομίζει έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι επί τουλάχιστον τρία (3) έτη είτε ήταν εγγεγραμμένος ως φυσικό πρόσωπο στο ειδικό μητρώο σε οποιαδήποτε κατηγορία ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, ή έχει διατελέσει μέλος της διοίκησης ή μέλος του οργάνου διοίκησης που ήταν υπεύθυνο για τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, σε επιχείρηση διαμεσολάβησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, ή ότι έχει εργαστεί σε επιχείρηση διαμεσολάβησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό ως υπάλληλος που συμμετείχε άμεσα στις εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Εφόσον ο αιτών την εγγραφή έχει πτυχίο Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής, αρκεί να έφερε οποιαδήποτε από τις ιδιότητες του προηγούμενου εδαφίου επί δύο έτη. Εφόσον ο αιτών την εγγραφή ως συντονιστής έχει μεταπτυχιακή εκπαίδευση ενός (1) τουλάχιστον έτους σε θέματα ιδιωτικής ασφάλισης, αρκεί να έφερε οποιαδήποτε από τις ιδιότητες του πρώτου εδαφίου επί ένα έτος.

3. Τα έγγραφα των περιπτ. α), β), γ), δ) και στ') της παρ. 1 και εκείνα της παρ. 2 αφορούν:
α) το φυσικό πρόσωπο που εγγράφεται ως ατομική επιχείρηση στο ειδικό μητρώο,
β) τα φυσικά πρόσωπα τα στοιχεία των οποίων κοινοποιούνται στο αρμόδιο επιμελητήριο σύμφωνα με τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 19,
γ) τους υπαλλήλους του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων.

4. Επιπλέον όσων ορίζονται στην παρ. 3, τα έγγραφα των περιπτ. γ) και ε) της παρ. 1 αφορούν το αιτούμενο την εγγραφή φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τα έγγραφα της περιπτ. ζ) της παρ. 1 αφορούν το αιτούμενο την εγγραφή νομικό πρόσωπο.

5. Με απόφαση της εποπτικής αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζεται η μορφή, ο τύπος και το περιεχόμενο της ασφάλισης επαγγελματικής αστικής ευθύνης της περιπτ. ε) της παρ. 1, καθώς και να αναθεωρείται το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσό απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη της ίδιας διάταξης.

Άρθρο 22
Δικαιολογητικά για την εγγραφή στο ειδικό μητρώο του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση
(Άρθρο 10 παρ. 3 τελευταίο εδάφιο και παρ. 5 και άρθρο 3 παρ. 6 της Οδηγίας)


1. Για την εγγραφή στο ειδικό μητρώο, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση προσκομίζει στο αρμόδιο επιμελητήριο τα εξής έγγραφα:
α) απολυτήριο λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής,
β) πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, το οποίο αναζητείται αυτεπάγγελτα και ανανεώνεται κάθε δύο έτη με επιμέλεια του αρμόδιου επιμελητηρίου, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν έχει καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, απιστία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, εκβίαση, κλοπή, λαθρεμπορία, πλαστογραφία, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών, έκδοση ακάλυπτων επιταγών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητας και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης,
γ) πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει πτωχεύσει ή, αν έχει πτωχεύσει, ότι έχει αποκατασταθεί,
δ) πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει υποβληθεί σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση,
ε) βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης επ' ονόματι της οποίας ενεργεί ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, από την οποία να προκύπτει ότι η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την επαγγελματική αστική ευθύνη για τις ενέργειες του διαμεσολαβητή σε σχέση με τα προωθούμενα προϊόντα της,
στ) τη βεβαίωση της παρ. 5 του άρθρου 20,
ζ) υπεύθυνη δήλωση του διαμεσολαβητή με τις εξής πληροφορίες:
αα) την ταυτότητα των μετόχων ή των εταίρων, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στο διαμεσολαβητή και τα ποσοστά της συμμετοχής αυτής,
ββ) την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς δεσμούς με το διαμεσολαβητή,
γγ) διαβεβαίωση ότι οι συμμετοχές αυτές ή οι στενοί δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της εποπτικής αρχής.

2. Τα έγγραφα των περιπτ. α), β), γ), δ) και στ') της παρ. 1 αφορούν:
α) το φυσικό πρόσωπο που εγγράφεται ως ατομική επιχείρηση,
β) το φυσικό πρόσωπο που ασκεί τη διοίκηση του νομικού προσώπου ή, σε περίπτωση συλλογικής διοίκησης, τα φυσικά πρόσωπα που είναι μέλη της διοίκησης και είναι υπεύθυνα για τη δραστηριότητα διανομής του αιτούμενου την εγγραφή νομικού προσώπου,
γ) τους υπαλλήλους του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οι οποίοι συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων.

3. Επιπλέον όσων ορίζονται στην παρ. 2, τα έγγραφα των περιπτ. γ), ε) και ζ) της παρ. 1 αφορούν το αιτούμενο την εγγραφή φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τα έγγραφα της περιπτ. ζ) της παρ. 1 το αιτούμενο την εγγραφή νομικό πρόσωπο.

Άρθρο 23
Διατήρηση εγγραφής στο ειδικό μητρώο και διαγραφή
(Άρθρο 3 παρ. 4 εδ. όγδοο, άρθρο 10 παρ. 2, 3, 4 και 5 της Οδηγίας)


1. Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικόί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση για την διατήρηση της εγγραφής τους στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 παρ. 1 του παρόντος υποβάλλουν στο αρμόδιο επιμελητήριο, μέσα στο πρώτο τρίμηνο κάθε τρίτου έτους με αφετηρία την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται εκείνου της εγγραφής τους, τα έγγραφα των άρθρων 21 και 22, εκτός από αυτά των περιπτ. α) και στ') της παρ. 1 του άρθρου 21 και των περιπτ. α) και στ') της παρ. 1 του άρθρου 22, με τις εξής παρεκκλίσεις:
α) τα έγγραφα της περιπτ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 21 και της περιπτ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 22 υποβάλλονται μέσα στο πρώτο τρίμηνο κάθε έτους,
β) η υπεύθυνη δήλωση της περιπτ. ζ) του άρθρου 21 και της περιπτ. ζ) του άρθρου 22, προσκομίζεται όποτε επέλθει μεταβολή στα σχετικά στοιχεία.
Επιπλέον των ανωτέρω, οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση υποβάλλουν στο αρμόδιο επιμελητήριο, στην ίδια προθεσμία, βεβαίωση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., ότι δεν έχουν δηλώσει διακοπή της δραστηριότητας διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων.
Τα πιστοποιητικά που κατά περίπτωση προβλέπονται από την απόφαση της εποπτικής αρχής, που έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 4 του άρθρου 20, προσκομίζονται εντός του πρώτου τριμήνου του έτους που έπεται εκείνου της διενέργειας των σχετικών σεμιναρίων, ως προϋπόθεση για την διατήρηση της εγγραφής στο Ειδικό Μητρώο.

2. Επιπλέον όσων ορίζονται στην παρ. 1, ο μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων υποβάλλει στο αρμόδιο επιμελητήριο, μέσα στο πρώτο τρίμηνο κάθε τρίτου έτους, με αφετηρία την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται εκείνου της εγγραφής του, την κατανομή των δραστηριοτήτων του ανά ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση κατά τα τρία(3) προηγούμενα έτη.

3. Αν ο ενδιαφερόμενος ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις των παρ. 1 και 2, καθώς και αν το αρμόδιο επιμελητήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 21 και 22, το επιμελητήριο διαγράφει, αμελλητί, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο από το ειδικό μητρώο και κοινοποιεί αντίγραφο της απόφασης διαγραφής στην εποπτική αρχή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη έκδοσή της. Η εποπτική αρχή ενημερώνει για τη διαγραφή αυτή το κράτος μέλος υποδοχής του διαμεσολαβητή.

Άρθρο 24
Επαγγελματικές και οργανωτικές υποχρεώσεις των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων
(Άρθρο 10 παρ. 8 της Οδηγίας)


1. Με ευθύνη του διοικητικού τους συμβουλίου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εγκρίνουν, εφαρμόζουν και αναθεωρούν, τακτικά και τουλάχιστον ετησίως τις εσωτερικές πολιτικές τους και τις κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες τους και διαθέτουν εσωτερική λειτουργία για την παρακολούθηση της ορθής εφαρμογής των εγκεκριμένων πολιτικών και διαδικασιών της διανομής, ώστε να διασφαλίζουν ότι τα μέλη της διοίκησης που είναι υπεύθυνα για τη διανομή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων και οι υπάλληλοι τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων:
α) διαθέτουν απολυτήριο λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής,
β) δεν έχουν καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, απιστία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, εκβίαση, κλοπή, λαθρεμπορία, πλαστογραφία, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών, έκδοση ακάλυπτων επιταγών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητας και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, γ) δεν έχουν πτωχεύσει ή, αν είχαν πτωχεύσει, ότι έχουν αποκατασταθεί,
δ) δεν έχουν υποβληθεί σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση,
ε) κατέχουν τα πιστοποιητικά που κατά περίπτωση προβλέπονται από την απόφαση της εποπτικής αρχής, που έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση των παρ. 2 και 4 του άρθρου 20. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορεί, για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, να ζητούν από τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα να τους υποβάλλουν πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης.

2. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θεσπίζουν, διατηρούν και τηρούν επικαιροποιημένα αρχεία με όλα τα έγγραφα για τη συμμόρφωσή τους με το παρόν άρθρο και γνωστοποιούν στην εποπτική αρχή κάθε σχετικό δικαιολογητικό, αμέσως μόλις ζητηθεί.

3. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις γνωστοποιούν στην εποπτική αρχή το ονοματεπώνυμο των μελών της διοίκησής τους σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4364/2016 , τα οποία είναι υπεύθυνα για τη δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων καθώς και του υπεύθυνου τήρησης των οριζόμενων στις παρ. 1 και 2. Κάθε αλλαγή αυτών γνωστοποιείται στην εποπτική αρχή μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από τότε που ελήφθη η σχετική απόφαση.

4. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εγκρίνουν, εφαρμόζουν και αναθεωρούν τακτικά τις εσωτερικές πολιτικές τους και τις κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες τους και διαθέτουν εσωτερική λειτουργία για να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 20. Οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες κατ' ελάχιστον προβλέπουν μέσα κατάρτισης και επαγγελματικής εξέλιξης των μελών διοίκησης των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών δευτερεύουσας δραστηριότητας, καθώς και των υπαλλήλων τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα της διανομής, τα οποία αντιστοιχούν στις απαιτήσεις γνώσεων και ικανοτήτων του Παραρτήματος XIII που είναι συναφείς με τα ασφαλιστικά προϊόντα που προωθούν τα πρόσωπα αυτά, και δίδουν, αμέσως μόλις τους ζητηθεί, τις σχετικές πληροφορίες στην εποπτική αρχή.

Άρθρο 25
Λοιπές υποχρεώσεις
(Άρθρο 10 παρ. 6 της Οδηγίας)


1. Ο πελάτης, καταβάλλοντος το ασφάλιστρο στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του προς την ασφαλιστική επιχείρηση και αν ακόμη ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δεν αποδώσει το ασφάλιστρο στην ασφαλιστική επιχείρηση, εκτός αν ο πελάτης, ενεργώντας με δόλο, καταβάλει το ασφάλιστρο σε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ο οποίος δεν έχει εντολή από την ασφαλιστική επιχείρηση να εισπράττει ασφάλιστρα για λογαριασμό της. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος της απόδειξης του δόλου του πελάτη φέρει η ασφαλιστική επιχείρηση.

2. Η ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία καταβάλλει στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση χρηματικά ποσά που προορίζονται για τον πελάτη, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της έναντι του πελάτη, παρά μόνον αν ο πελάτης εισπράξει πράγματι τα χρηματικά ποσά.

Άρθρο 26
Περιορισμός συνεργασίας με πρόσωπα εγγεγραμμένα στο μητρώο
(Άρθρο 16 της Οδηγίας)


Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων συνεργάζονται για την παροχή των υπηρεσιών διανομής αποκλειστικά με πρόσωπα εγγεγραμμένα στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 του παρόντος ή στα μητρώα του άρθρου 3 της Οδηγίας 2016/97.

Κεφάλαιο Ε'
Κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας και απαιτήσεις παροχής πληροφοριών

Άρθρο 27
Γενικές αρχές (Άρθρο 17 της Οδηγίας)


1. Οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων κατά την άσκηση δραστηριότητας διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, ενεργούν πάντοτε με έντιμο, αμερόληπτο και επαγγελματικό τρόπο, με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πελάτη.

2. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο άρθρο 32, όταν ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα ή το κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης είναι η Ελλάδα ή ο ασφαλισμένος ή/και ο λήπτης της ασφάλισης είναι κάτοικος Ελλάδας, η παροχή συμβουλής από διανομέα προς τον πελάτη σύμφωνα με τα άρθρα 30 και 40 είναι υποχρεωτική κατά τη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων όλων των κλάδων ασφάλισης.

3. Οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων:
α) επεξηγούν στον πελάτη τους όρους των ασφαλιστικών συμβάσεων που προτείνουν, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πελάτη και διασφαλίζουν ότι η πληροφόρηση που λαμβάνει ο πελάτης είναι έγκαιρη, πλήρης, ορθή, επαρκής και κατάλληλη,
β) επισημαίνουν στον πελάτη τις συνέπειες της πρόωρης διακοπής ή ακύρωσης ή εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, καθώς και κάθε εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, και τον ενημερώνουν για την υποχρέωσή του να προκαταβάλλει το ασφάλιστρο και για τις συνέπειες της μη έγκαιρης καταβολής του οφειλόμενου ασφαλίστρου,
γ) ενημερώνουν τον πελάτη για τα δικαιώματα εναντίωσης, υπαναχώρησης και καταγγελίας του συμβολαίου του και του χορηγούν τα σχετικά έντυπα με απόδειξη παραλαβής,
δ) ενημερώνουν τον πελάτη αν παύσουν να ασκούν τη δραστηριότητα ασφαλιστικής διανομής,
ε) προωθούν μόνο προϊόντα ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα.

4. Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων απαγορεύεται να χρησιμοποιούν μεθόδους αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς και αθέμιτες, παράνομες ή παραπλανητικές πράξεις και πρακτικές. Απαγορεύεται ιδίως να:
α) παρουσιάζουν παραπλανητικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως προς το ισχύον τιμολόγιο και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης,
β) υπόσχονται στον πελάτη καλύψεις που δεν περιλαμβάνονται στο ασφαλιστικό προϊόν που προωθούν, ή αποκρύπτουν κινδύνους που φέρει ο πελάτης ή/και κόστος που τον επιβαρύνει,
γ) δημιουργούν, αναπαράγουν και διαδίδουν δηλώσεις και φήμες που δεν στηρίζονται σε επίσημα δημοσιοποιημένα στοιχεία και που γίνονται ενσυνείδητα και αφορούν την οικονομική κατάσταση ή/και την κατάρτιση και την εν γένει ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από άλλους διανομείς ή άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις,
δ) προσφέρουν εκπτώσεις ή ειδικά ευεργετήματα με στόχο τη σύναψη ασφαλιστήριου συμβολαίου,
ε) διαφημίζουν εκπτώσεις, ωφελήματα ή και παροχές που δεν ανταποκρίνονται στα ισχύοντα τιμολόγια και όρους των ασφαλιστικών συμβολαίων,
στ) διακρίνουν μεταξύ πελατών που έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις ασφάλισης,
ζ) παραποιούν, αλλοιώνουν και με οποιονδήποτε τρόπο παρεμβαίνουν στη μορφή ή στο περιεχόμενο εγγράφων που αφορούν την ασφαλιστική σύμβαση, όπως αιτήσεων, ασφαλιστηρίων συμβολαίων και αποδείξεων είσπραξης ασφαλίστρου,
η) εισπράττουν ασφάλιστρο χωρίς να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης,
θ) παραδίδουν στον πελάτη μη γνήσιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

5. Οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων τηρούν τις υποχρεώσεις των άρθρων 27 έως 40, προσυμβατικά και σε κάθε αλλαγή επιμέρους όρων, ασφαλιστικού προϊόντος ή ασφαλιστικής επιχείρησης.

6. Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων αναρτούν, σε εμφανές σημείο στο γραφείο των υπαλλήλων τους που συμμετέχουν άμεσα στις δραστηριότητες διανομής, πινακίδα με τα στοιχεία των υπαλλήλων αυτών, που αναγράφει ότι οι εν λόγω υπάλληλοι κατέχουν τα απαραίτητα προσόντα για τη διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, με ειδική μνεία αν, κατά περίπτωση, επιτρέπεται να προωθούν ασφαλιστήρια με επενδυτικά χαρακτηριστικά.

7. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2251/1994 (Α' 191), οι πληροφορίες που σχετίζονται με το αντικείμενο του παρόντος, περιλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων σε πελάτη ή δυνητικό πελάτη, είναι αμερόληπτες, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει πάντοτε να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες.

8. Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων δεν αμείβονται ούτε αμείβουν ή αξιολογούν την απόδοση των υπαλλήλων τους κατά τρόπο που έρχεται σε σύγκρουση με το καθήκον τους να ενεργούν προς το συμφέρον του πελάτη. Ειδικότερα, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων δεν προβαίνει σε καμία εμπορική συμφωνία ή συνεργασία από την οποία να απορρέει αμοιβή, πωλησιακός στόχος ή οικονομικό όφελος του διανομέα υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή που θα αποτελούσε κίνητρο για τον ίδιο ή τους υπαλλήλους του να συστήσουν ένα συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν σε πελάτη, ενώ θα μπορούσαν να προσφέρουν διαφορετικό ασφαλιστικό προϊόν, το οποίο θα ικανοποιούσε καλύτερα τις ανάγκες του πελάτη.

9. Με απόφαση της εποπτικής αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να παρέχονται διευκρινίσεις, να καθορίζονται πρόσθετες υποχρεώσεις πληροφόρησης, ενημέρωσης και δεοντολογίας πέραν των προβλεπόμενων στα άρθρα 27 ως 40, να παρέχονται πρότυπα για την τυποποίηση της παρεχόμενης ενημέρωσης στον πελάτη, ιδίως για τη μορφή, την έκταση και το περιεχόμενο της και να ορίζονται οι διοικητικές κυρώσεις για την παράβαση των διατάξεων της ανωτέρω απόφασης.

Άρθρο 28
Γενικές πληροφορίες που παρέχει ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση
(Άρθρο 18 της Οδηγίας)


1. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής γνωστοποιεί εγκαίρως και πριν από τη σύναψη μιας ασφαλιστικής σύμβασης τις εξής πληροφορίες προς τον πελάτη:
α) την ταυτότητά του, τη διεύθυνσή του, το γεγονός ότι είναι ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και την συγκεκριμένη κατηγορία στην οποία είναι εγγεγραμμένος,
β) του αριθμό ειδικού μητρώου στο οποίο είναι εγγεγραμμέυος και το διαδικτυακό σύυδεσμο προς το Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης της παρ. 10 του άρθρου 19, ώστε ο πελάτης υα είυαι σε θέση υα εξακριβώσει τηυ εγγραφή του,
γ) ότι παρέχει συμβουλή για τα πωλούμευα ασφαλιστικά προϊόντα,
δ) τις διαδικασίες που αυαφέρονται στο άρθρο 10, οι οποίες επιτρέπουν στον πελάτη και άλλους ενδιαφερομένους να υποβάλλουν καταγγελίες για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, και τις διαδικασίες εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών που αναφέρονται στο άρθρο 11,
ε) αν ο διαμεσολαβητής εκπροσωπεί τον πελάτη ή αν ενεργεί για λογαριασμό και στο όνομα της ασφαλιστικής επιχείρησης,
στ) αν επιτρέπεται να προωθεί επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση,
ζ) αν του έχει δοθεί από την ασφαλιστική επιχείρηση εντολή είσπραξης ασφαλίστρων από τον πελάτη για λογαριασμό της.
Επιπλέον όσων προβλέπονται στην παρ. 1, ο μεσίτης ασφαλίσεων πληροφορεί τον πελάτη ότι παρέχει αμερόληπτη και προσωπική ανάλυση των προϊόντων που προωθούνται στην ελληνική αγορά. Για τον σκοπό της παροχής αμερόληπτης και προσωπικής ανάλυσης, ο μεσίτης ασφαλίσεων αναλύει επαρκώς μεγάλο αριθμό ασφαλιστικών συμβάσεων και προϊόντων που διατίθενται στην αγορά, ώστε να είναι σε θέση να συστήσει με εξατομικευμένα και επαγγελματικά κριτήρια τη σύμβαση ασφάλισης που ανταποκρίνεται καλύτερα στις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη.

2. Η ασφαλιστική επιχείρηση κατά τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων γνωστοποιεί εγκαίρως και πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης τις εξής πληροφορίες προς τον πελάτη:
α) την επωνυμία και την έδρα της, καθώς και το γεγονός ότι είναι ασφαλιστική επιχείρηση,
β) ότι παρέχει συμβουλή για τα πωλούμενα προϊόντα,
γ) τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 10, οι οποίες επιτρέπουν στον πελάτη και άλλους ενδιαφερομένους να υποβάλλουν καταγγελίες για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις,
δ) τις διαδικασίες εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών που αναφέρονται στο άρθρο 11.

3. Η ασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει έγγραφο αίτησης ασφάλισης και το παρέχει δωρεάν στους διανομείς των προϊόντων της. Πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, οι διανομείς συμπληρώνουν την αίτηση ασφάλισης βάσει των στοιχείων που παρέχει ο πελάτης, λαμβάνουν την υπογραφή του πελάτη επ' αυτής και παραδίδουν το μεν πρωτότυπο στην ασφαλιστική επιχείρηση που αναλαμβάνει τον κίνδυνο, το δε αντίγραφο της στον πελάτη. Η αίτηση ασφάλισης, όπως και το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που εκδίδεται στη συνέχεια, πέραν των όσων ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2496/1997 (Α' 87), περιέχουν κατά περίπτωση τα
εξής:
α) την επωνυμία, τον Α.Φ.Μ. και τον αριθμό ειδικού μητρώου του μεσίτη, του πράκτορα ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας που έρχεται σε άμεση επαφή με τον πελάτη για τη διανομή του ασφαλιστικού προϊόντος,
β) τα στοιχεία της περιπτ. α) που αφορούν το μεσίτη, τον πράκτορα ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας που διατηρεί σύμβαση με την ασφαλιστική επιχείρηση, αν αυτός είναι διαφορετικός από αυτόν που αναφέρεται στην περιπτ. α),
γ) τα στοιχεία της περιπτ. α) που αφορούν το συντονιστή του ασφαλιστικού πράκτορα.

4. Αν η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει εξουσιοδότηση και δίδει εντολή σε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή να προβαίνει στην είσπραξη ασφαλίστρων από τον πελάτη για λογαριασμό της, και εφόσον η καταβολή των ασφαλίστρων δεν αποδεικνύεται από άλλα ισοδύναμα μέσα, όπως καταθετήρια σε τραπεζικό λογαριασμό και αποδεικτικά πληρωμής στα ΕΛ.ΤΑ., ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής παραδίδει στον πελάτη:
α) είτε τη νόμιμη απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων που εξέδωσε η ασφαλιστική επιχείρηση,
β) είτε υπογεγραμμένη απόδειξη που εκδίδει ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, η οποία περιλαμβάνει την ημερομηνία έκδοσης της απόδειξης και είσπραξης των ασφαλίστρων, τα πλήρη φορολογικά και επαγγελματικά στοιχεία του εισπράξαντος, την επωνυμία της ασφαλιστικής επιχείρησης για λογαριασμό της οποίας εισπράττει τα ασφάλιστρα, τα πλήρη στοιχεία εξατομίκευσης του πελάτη, τα καταβληθέντα από τον πελάτη ασφάλιστρα, καθώς και σύντομη περιγραφή της ασφάλισης για την οποία καταβλήθηκαν τα ασφάλιστρα.
Οι παραπάνω αποδείξεις είναι τριπλότυπες, ένα αντίγραφο παραδίδεται στον πελάτη, το δεύτερο στην ασφαλιστική επιχείρηση και το τρίτο τηρείται σε αρχείο από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή. Το αρχείο μπορεί να τηρείται και σε ηλεκτρονική μορφή.

5. Απαγορεύεται η εξουσιοδότηση για την είσπραξη ασφαλίστρων από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή σε οποιονδήποτε τρίτο χωρίς τη γραπτή συναίνεση της ασφαλιστικής επιχείρησης, για λογαριασμό της οποίας ενεργείται η είσπραξη.

Άρθρο 29
Συγκρούσεις συμφερόντων και διαφάνεια
(Άρθρο 19 της Οδηγίας)


1. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής εγκαίρως πριν από τη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης παρέχει στον πελάτη, επιπροσθέτως όσων προβλέπονται στο άρθρο 28, και τις εξής πληροφορίες:
α) αν κατέχει οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση που να φθάνει ή να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10 %) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου της,
β) αν ασφαλιστική επιχείρηση ή μητρική ασφαλιστικής επιχείρησης κατέχει οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή που να φθάνει ή να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10 %) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή,
γ) σε σχέση με την προτεινόμενη σύμβαση:
αα) αν είναι μεσίτης, ότι παρέχει συμβουλή βάσει αμερόληπτης και προσωπικής ανάλυσης, δηλαδή με βάση την ανάλυση επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, ώστε αυτός να είναι σε θέση να προβεί σε εξατομικευμένη σύσταση, σύμφωνα με επαγγελματικά κριτήρια, της ασφαλιστικής σύμβασης που θα ανταποκρίνεται πληρέστερα στις ανάγκες του πελάτη,
ββ) αν ο ασφαλιστικός πράκτορας διανέμει προϊόντα μίας μόνον ασφαλιστικής επιχείρησης, είτε αυτή αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για τη δραστηριότητά του είτε όχι, ενημερώνει τον πελάτη για την αποκλειστικότητα της συνεργασίας και για την επωνυμία της ασφαλιστικής επιχείρησης,
γγ) αν ο ασφαλιστικός πράκτορας δραστηριοποιείται σε συνεργασία με περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, γνωστοποιεί στον πελάτη τις επωνυμίες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και τα προϊόντα τους τα οποία διανέμει,
δ) τη φύση της αμοιβής που λαμβάνει σε σχέση με τη σύμβαση ασφάλισης,
ε) σε σχέση με τη σύμβαση ασφάλισης αν εργάζεται:
αα) βάσει αμοιβής που καταβάλλεται απευθείας από τον πελάτη,
ββ) βάσει προμήθειας κάθε είδους που περιλαμβάνεται στο ασφάλιστρο,
γγ) βάσει άλλου τύπου αμοιβής, συμπεριλαμβανομένου κάθε είδους οικονομικού οφέλους, που προτείνεται ή παρέχεται σε σχέση με τη σύμβαση ασφάλισης,
δδ) βάσει συνδυασμού οποιουδήποτε τύπου αμοιβής ορίζεται στις υποπεριπτ.αα) έως γγ).

2. Αν ο πελάτης, με αφορμή την ασφαλιστική σύμβαση και μετά τη σύναψή της, πραγματοποιεί καταβολές πέραν των προβλεπόμενων ασφαλίστρων και πληρωμών, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής γνωστοποιεί, επίσης, στον πελάτη, για καθεμία από τις μεταγενέστερες πληρωμές, τις πληροφορίες της παρ. 1.

3. Εγκαίρως πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, η ασφαλιστική επιχείρηση κατά τη διενέργεια από αυτήν δραστηριότητας διανομής ενημερώνει τον πελάτη για τη φύση της αμοιβής που λαμβάνουν οι υπάλληλοι της σε σχέση με τη διανομή της ασφαλιστικής σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης που η αμοιβή συνδέεται με καταβολές πέραν των προβλεπόμενων ασφαλίστρων και των πληρωμών ή με καταβολές από πρόσωπο διαφορετικό από τον πελάτη.

Άρθρο 30
Παροχή συμβουλών και πρότυπα πωλήσεων
(Άρθρο 20 της Οδηγίας)


1. Πριν από την σύναψη σύμβασης ασφάλισης, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων προβαίνει στα εξής:
α) προσδιορίζει τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη, βάσει των πληροφοριών που του παρέχει ο πελάτης. Το προτεινόμενο ασφαλιστικό προϊόν και κάθε προτεινόμενη ασφαλιστική σύμβαση πρέπει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη,
β) επεξηγεί στον πελάτη τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού προϊόντος με τρόπο αντικειμενικό και κατανοητό, που του επιτρέπει να επιλέξει ασφαλιστικό προϊόν και να αποφασίσει για τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, αφού έχει επαρκώς ενημερωθεί για τις ασφαλιστικές καλύψεις και για τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ειδικά κατά τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων των κλάδων ασφάλισης της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4364/2016 , ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων παραδίδει επιπροσθέτως το έγγραφο πληροφοριών της παρ. 3,
γ) παρέχει στον πελάτη συμβουλή για συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν ή συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβαση και εξηγεί στον πελάτη τους λόγους για τους οποίους το προτεινόμενο προϊόν ικανοποιεί καλύτερα τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του. Η συμβουλή παρέχεται με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 33,
δ) ειδικά ο μεσίτης ασφαλίσεων, επιπλέον των ανωτέρω, παραδίδει στον πελάτη τη σύμβαση της περίπτ. β) της παρ. 4 του άρθρου 5.

2. Οι διευκρινίσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 διαφοροποιούνται ανάλογα με το σύνθετο χαρακτήρα του προτεινόμενου ασφαλιστικού προϊόντος και τον τύπο του πελάτη.

3. Η ασφαλιστική επιχείρηση συντάσσει έγγραφο πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν, το οποίο διανέμεται σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο.

4. Το έγγραφο πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν:
α) είναι σύντομο και χωριστό έγγραφο,
β) είναι σαφές και ευανάγνωστο, με χαρακτήρες αναγνώσιμου μεγέθους,
γ) παραμένει ευανάγνωστο, είτε παραδίδεται έγχρωμο, είτε σε ασπρόμαυρο αντίγραφο,
δ) συντάσσεται στην ελληνική γλώσσα, με την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας,
ε) είναι ακριβές και μη παραπλανητικό,
στ) φέρει τον τίτλο «έγγραφο πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν» στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας,
ζ) περιλαμβάνει δήλωση ότι δεν υποκαθιστά ούτε την προβλεπόμενη από την κείμενη νομοθεσία προσυμβατική ενημέρωση, ούτε την ασφαλιστική σύμβαση και τους γενικούς και ειδικούς όρους της.

5. Το έγγραφο πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν περιέχει τις εξής πληροφορίες:
α) το είδος της ασφάλισης, καθώς και την ονομασία του προϊόντος, εφόσον υφίσταται,
β) περίληψη της ασφαλιστικής κάλυψης, συμπεριλαμβανομένων των κύριων ασφαλιζόμενων κινδύνων, του ασφαλιζόμενου ποσού και, όπου έχει εφαρμογή, του γεωγραφικού πεδίου, καθώς και περίληψη των εξαιρούμενων κινδύνων,
γ) λεπτομέρειες για τον τρόπο και το χρόνο καταβολής του ασφαλίστρου,
δ) τις περιπτώσεις για τις οποίες η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αρνηθεί την καταβολή αποζημίωσης, πέραν των εξαιρούμενων κινδύνων,
ε) τις υποχρεώσεις του λήπτη της ασφάλισης κατά την έναρξη της ασφαλιστικής σύμβασης,
στ) τις υποχρεώσεις του λήπτη της ασφάλισης κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης,
ζ) τις υποχρεώσεις του λήπτη της ασφάλισης σε περίπτωση αξίωσης για αποζημίωση,
η) τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης παραθέτοντας σχετικό παράδειγμα με τις ημερομηνίες έναρξης και λήξης της σύμβασης,
θ) τον τρόπο καταγγελίας της σύμβασης από το λήπτη της ασφάλισης.

Άρθρο 31
Πληροφορίες που παρέχουν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων
(Άρθρο 21 της Οδηγίας)


Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων συμμορφώνονται με τις ρυθμίσεις των περιπτ. α), γ και δ) της παρ. 1 του άρθρου 28 και των περιπτ. δ) και ε) της παρ. 1 του άρθρου 29.

Άρθρο 32
Εξαιρέσεις παροχής πληροφοριών
(Άρθρο 22 παρ. 1 της Οδηγίας)


1. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 28 και στα άρθρα 29 και 30 δεν χρειάζεται να παρέχονται όταν ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων ασκεί δραστηριότητες διανομής σε σχέση με την ασφάλιση μεγάλων κινδύνων.

2. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 39 και 40 δεν χρειάζεται να παρέχονται σε επαγγελματία πελάτη, όπως ορίζεται με την περιπτ. 10 της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 και την περιπτ. 10 της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Άρθρο 33
Όροι ενημέρωσης
(Άρθρο 23 της Οδηγίας)


1. Οι πληροφορίες των παρ. 1 και 2 του άρθρου 28 και των άρθρων 29, 30, 39 και 40 παρέχονται στον πελάτη εγγράφως και δωρεάν, στην ελληνική γλώσσα, ή σε άλλη γλώσσα, ύστερα από συμφωνία των μερών. Οι ανωτέρω πληροφορίες διατυπώνονται με σαφήνεια και ακρίβεια, ώστε να είναι κατανοητές στον πελάτη.

2. Κατά παρέκκλιση από τη γενική υποχρέωση έγγραφης ενημέρωσης σύμφωνα με την παρ. 1, οι πληροφορίες των παρ. 1 και 2 του άρθρου 28 και των άρθρων 29, 30, 39 και 40 επιτρέπεται να παρέχονται στον πελάτη με ένα από τα εξής μέσα:
α) σε σταθερό μέσο πλην του χαρτιού, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ. 4,
β) μέσω ιστοτόπου, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ.

3. Ανεξαρτήτως της εφαρμογής της παρ. 2, οι πληροφορίες των παρ. 1 και 2 του άρθρου 28 και των άρθρων 29, 30, 39 και 40 παρέχονται σε κάθε περίπτωση εγγράφως στον πελάτη, εφόσον αυτός υποβάλλει σχετική αίτηση.

4. Οι πληροφορίες των παρ. 1 και 2 του άρθρου 28 και των άρθρων 29, 30, 39 και 40 μπορεί να παρέχονται με σταθερό μέσο πλην του χαρτιού, εφόσον:
α) η χρήση του σταθερού μέσου είναι κατάλληλη στο πλαίσιο της επιχειρηματικής σχέσης μεταξύ διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων και πελάτη,
β) η δυνατότητα επιλογής μεταξύ πληροφόρησης σε χαρτί και σε σταθερό μέσο έχει δοθεί στον πελάτη και εκείνος επέλεξε το σταθερό μέσο.

5. Οι πληροφορίες των παρ. 1 και 2 του άρθρου 28 και των άρθρων 29, 30, 39 και 40 μπορεί να παρέχονται μέσω δικτυακού τόπου, αν απευθύνονται προσωπικά στον πελάτη ή εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
α) η παροχή των πληροφοριών αυτών μέσω δικτυακού τόπου είναι κατάλληλη στο πλαίσιο της επιχειρηματικής σχέσης διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων και πελάτη,
β) ο πελάτης έχει συναινέσει στην παροχή των πληροφοριών αυτών μέσω δικτυακού τόπου,
γ) ο πελάτης έχει ενημερωθεί ηλεκτρονικά για τη διεύθυνση του δικτυακού τόπου και το σημείο αυτού με τις σχετικές πληροφορίες,
δ) οι πληροφορίες αυτές παραμένουν διαθέσιμες στο δικτυακό τόπο για όσο χρόνο είναι εύλογο να τις συμβουλεύεται ο πελάτης.

6. Για τους σκοπούς των παρ. 4 και 5, η παροχή πληροφοριών με σταθερό μέσο πλην του χαρτιού ή μέσω ιστοτόπου θεωρείται κατάλληλη, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής σχέσης διανομέα και πελάτη, αν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι ο πελάτης έχει τακτική πρόσβαση στο διαδίκτυο. Τέτοιο αποδεικτικό στοιχείο αποτελεί, ιδίως, η εκ μέρους του πελάτη παροχή στο διανομέα διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για τους σκοπούς αυτής της σχέσης.

7. Στην περίπτωση πώλησης μέσω τηλεφώνου οι πληροφορίες που δίδονται στον πελάτη από τον διανομέα πριν από τη σύναψη της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του εγγράφου πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν, παρέχονται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία για την εμπορία από απόσταση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Σε κάθε περίπτωση, οι πληροφορίες αυτές παρέχονται από τον διανομέα στον πελάτη σύμφωνα με τις παρ. 1 ή 2, αμέσως μετά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης.

Άρθρο 34
Διασταυρούμενες πωλήσεις
(Άρθρο 24 της Οδηγίας)


1. Όταν ένα ασφαλιστικό προϊόν προσφέρεται από κοινού με συμπληρωματικό προϊόν ή με μια υπηρεσία που δεν είναι ιδιωτική ασφάλιση, ως μέρος πακέτου ή της ίδιας συμφωνίας, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων ενημερώνει τον πελάτη αν υπάρχει η δυνατότητα αγοράς των διαφορετικών συστατικών στοιχείων χωριστά και, αν υπάρχει, παρέχει επαρκή περιγραφή των διαφορετικών στοιχείων της συμφωνίας ή του πακέτου, καθώς και χωριστή τεκμηρίωση για το κόστος και τις χρεώσεις του κάθε στοιχείου.

2. Στην περίπτωση της παρ. 1 και όταν ο κίνδυνος ή η ασφαλιστική κάλυψη που προκύπτει από αυτή τη συμφωνία ή το πακέτο που προσφέρεται σε πελάτη διαφέρει από τον κίνδυνο που σχετίζεται με κάθε συστατικό στοιχείο χωριστά, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων παρέχει επαρκή περιγραφή των διαφορετικών στοιχείων της συμφωνίας ή του πακέτου και του τρόπου με τον οποίο η αλληλεπίδρασή τους μεταβάλλει τον κίνδυνο ή την ασφαλιστική κάλυψη.

3. Όταν ένα ασφαλιστικό προϊόν είναι συμπληρωματικό αγαθού ή υπηρεσίας που δεν είναι ιδιωτική ασφάλιση, ως μέρος πακέτου ή της ίδιας συμφωνίας, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων προσφέρει στον πελάτη τη δυνατότητα να αγοράσει το αγαθό ή την υπηρεσία χωριστά. Η παρούσα δεν εφαρμόζεται όταν ένα ασφαλιστικό προϊόν είναι συμπληρωματικό σε επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, σε σύμβαση πίστωσης, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 4438/2016 (Α' 220), ή σε λογαριασμό πληρωμών, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 4465/2017 (Α' 47).

4. Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων που παρέχουν κάλυψη για διάφορους τύπους κινδύνων (ασφαλιστήρια συμβόλαια πολλαπλών κινδύνων).

5. Στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 3, ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων προσδιορίζει τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη σε σχέση με τα ασφαλιστικά προϊόντα που αποτελούν μέρος του συνολικού πακέτου ή της συμφωνίας.

Άρθρο 35
Εποπτεία προϊόντων και απαιτήσεις διακυβέρνησης
(Άρθρο 25 της Οδηγίας)


1. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που δημιουργούν ασφαλιστικό προϊόν προς πώληση, διαθέτουν, εφαρμόζουν και επανεξετάζουν διαδικασία για την έγκριση κάθε ασφαλιστικού προϊόντος ή για την έγκριση σημαντικών προσαρμογών σε υφιστάμενο ασφαλιστικό προϊόν, πριν το προωθήσουν στην αγορά ή το διανείμουν σε πελάτη. Η διαδικασία έγκρισης προϊόντων είναι κατάλληλη και ανάλογη προς τη φύση του ασφαλιστικού προϊόντος και:
α) εντοπίζει και προσδιορίζει συγκεκριμένη αγορά-στόχο για κάθε προϊόν,
β) διασφαλίζει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλοι οι κίνδυνοι που συνδέονται με την προσδιορισμένη αγορά - στόχο,
γ) διασφαλίζει ότι η σκοπούμενη στρατηγική διανομής είναι κατάλληλη για την προσδιορισμένη αγορά-στόχο,
δ) λαμβάνει εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το ασφαλιστικό προϊόν διανέμεται στην προσδιορισμένη αγορά-στόχο.

2. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις της παρ. 1 παρακολουθούν, επανεξετάζουν και αναθεωρούν τακτικά τα ασφαλιστικά προϊόντα που προσφέρουν ή προωθούν στην αγορά, λαμβάνοντας υπόψη κάθε γεγονός που μπορεί να επηρεάσει σοβαρά τον δυνητικό κίνδυνο για την προσδιορισμένη αγορά - στόχο, με σκοπό να αξιολογούν τουλάχιστον κατά πόσον το ασφαλιστικό προϊόν συνεχίζει να είναι συνεπές με τις ανάγκες της προσδιορισμένης αγοράς - στόχου και κατά πόσον η στρατηγική διανομής συνεχίζει να είναι η κατάλληλη.

3. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι διαμεσολαβητές που δημιουργούν ασφαλιστικό προϊόν προς πώληση, θέτουν στη διάθεση των διανομέων της παρ. 4 τις κατάλληλες πληροφορίες για το ασφαλιστικό προϊόν και τη διαδικασία έγκρισης προϊόντων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προσδιορισμένη αγορά στόχος του ασφαλιστικού προϊόντος.

4. Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων που δίδουν συμβουλή για ασφαλιστικά προϊόντα ή προτείνουν ασφαλιστικά προϊόντα που δεν δημιουργούν οι ίδιοι, διαθέτουν τις κατάλληλες οργανωτικές ρυθμίσεις για να λαμβάνουν τις πληροφορίες της παρ. 3 και να κατανοούν τα χαρακτηριστικά και την προσδιορισμένη αγορά-στόχο για κάθε ασφαλιστικό προϊόν.

5. Το παρόν δεν εφαρμόζεται στην ασφάλιση μεγάλων κινδύνων.

Κεφάλαιο ΣΤ'
Πρόσθετες απαιτήσεις σε σχέση με βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα


Άρθρο 36
Πεδίο εφαρμογής πρόσθετων απαιτήσεων
(Άρθρο 26 της Οδηγίας)


Το παρόν Κεφάλαιο καθορίζει πρόσθετες απαιτήσεις σε εκείνες που ισχύουν για δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων σύμφωνα με τα άρθρα 27, 28, 29 και 30, όταν οι δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων ασκούνται σε σχέση με την πώληση βασιζόμενων σε ασφάλιση επενδυτικών προϊόντων από τους εξής:
α) ασφαλιστικό διαμεσολαβητή,
β) ασφαλιστική επιχείρηση.

Άρθρο 37
Πρόληψη σύγκρουσης συμφερόντων
(Άρθρα 27 και 28 της Οδηγίας)


1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 27, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν διανομή επενδυτικών προϊόντων βασιζόμενων σε ασφάλιση διαθέτουν και εφαρμόζουν αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις για την αποτροπή φαινομένων σύγκρουσης συμφερόντων. Οι εν λόγω ρυθμίσεις είναι ανάλογες προς τις ασκούμενες από εκείνους δραστηριότητες, το είδος του διανομέα και τα ασφαλιστικά προϊόντα που προωθεί.

2. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τον έγκαιρο εντοπισμό σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αυτών των ιδίων, συμπεριλαμβανομένων των διευθυντών και των υπαλλήλων τους και κάθε προσώπου που ενεργεί υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο τους, και των πελατών τους ή μεταξύ δύο πελατών τους κατά την άσκηση δραστηριοτήτων διανομής ασφαλιστικών προϊόντων.

3. Αν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση εκτιμούν ότι, παρά τα μέτρα της παρ. 1, εξακολουθεί να υφίσταται κίνδυνος βλάβης των συμφερόντων του πελάτη, τον ενημερώνουν εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο, με σαφήνεια και εγκαίρως πριν από τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, για τη γενική φύση ή την πηγή της σύγκρουσης συμφερόντων, και η ενημέρωση περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του πελάτη, για να μπορέσει ο εν λόγω πελάτης να λάβει απόφαση ενημερωμένος για τις δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων στο πλαίσιο των οποίων προκύπτει η σύγκρουση συμφερόντων.

Άρθρο 38
Υποχρεώσεις οργάνωσης αρχείων
(Άρθρο 30 παρ. 4 της Οδηγίας)


1. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και η ασφαλιστική επιχείρηση τηρούν αρχείο όπου φυλάσσονται ένα ή περισσότερα έγγραφα, που αποτυπώνουν όσα έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του πελάτη και του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης για τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, καθώς και τους άλλους όρους με τους οποίους ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει υπηρεσίες διανομής στον πελάτη. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα.

2. Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της κατηγορίας για την οποία διατηρεί εγγραφή στο ειδικό μητρώο, αλλά και το εύρος και την πολυπλοκότητα των συμβάσεων για τις οποίες διαμεσολαβεί, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής διαθέτει κατάλληλη για τον όγκο και τη μορφή των δραστηριοτήτων του λογιστική και μηχανογραφική οργάνωση.

3. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής φυλάσσει, διαθέτει και χρησιμοποιεί για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται όλα τα ενημερωτικά προς τον πελάτη έντυπα που του διαθέτουν, στο πλαίσιο της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τις οποίες συνεργάζεται.

Άρθρο 39
Ενημέρωση πελατών
(Άρθρο 29 της Οδηγίας)


1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 28 και της παρ. 1 του άρθρου 29, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν τον πελάτη, εγκαίρως πριν από τη σύναψη σύμβασης επενδυτικών προϊόντων βασιζόμενων σε ασφάλιση, για το συνολικό κόστος διανομής και τις συναφείς επιβαρύνσεις. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:
α) το κατά πόσο ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση θα δίνει στον πελάτη περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας των βασιζόμενων σε ασφάλιση επενδυτικών προϊόντων που συστήνονται στον εν λόγω πελάτη, αξιολόγηση που αναφέρεται στην παρ. 4 του άρθρου 40,
β) όσον αφορά την ενημέρωση για τα βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα και τις προτεινόμενες στρατηγικές, κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τα βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα ή με την πρόταση συγκεκριμένων επενδυτικών στρατηγικών,
γ) όσον αφορά την ενημέρωση για όλα τα κόστη και τις συναφείς επιβαρύνσεις που πρέπει να κοινοποιηθούν, πληροφορίες σχετικά με τη διανομή του βασιζόμενου σε ασφάλιση επενδυτικού προϊόντος, μεταξύ άλλων, σχετικά με το κόστος των συμβουλευτικών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, το κόστος του βασιζόμενου σε ασφάλιση επενδυτικού προϊόντος που συνιστάται ή διαφημίζεται στον πελάτη, και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορεί ο πελάτης να το πληρώσει, περιλαμβάνοντας και όλες τις πληρωμές προς τρίτους.
Το κόστος και οι επιβαρύνσεις του προηγούμενου εδαφίου αθροίζονται, ώστε ο πελάτης να κατανοήσει το συνολικό κόστος που επωμίζεται μέχρι την προβλεπόμενη λήξη της σύμβασης και την αθροιστική επίπτωσή του στην επένδυση. Αν το ζητήσει ο πελάτης, του χορηγείται επιπλέον αναλυτική καταγραφή του κόστους και των χρεώσεων.

2. Η ενημέρωση της παρ. 1 δίδεται στον πελάτη σε κατανοητή μορφή, ώστε ο πελάτης να επιλέξει προϊόν και να αποφασίσει για τη σύναψη της σύμβασης, έχοντας επαρκώς ενημερωθεί όχι μόνον για τα δικαιώματα και τις καλύψεις, αλλά και για τις υποχρεώσεις, τα βάρη και τους κινδύνους που πηγάζουν για εκείνον από το βασιζόμενο σε ασφάλιση επενδυτικό προϊόν.

3. Η ενημέρωση της παρ. 1 δίδεται σε τακτική βάση, ετήσια τουλάχιστον, καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος του βασιζόμενου σε ασφάλιση επενδυτικού προϊόντος.

4. Με την επιφύλαξη του άρθρου 29, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να εισπράττουν ή να πληρώνουν αμοιβή ή προμήθεια και να παρέχουν ή να δέχονται οποιοδήποτε μη χρηματικό όφελος στο πλαίσιο διανομής επενδυτικού προϊόντος βασιζόμενου σε ασφάλιση ή παρεπόμενης υπηρεσίας, προς ή από οποιονδήποτε πλην του πελάτη ή του αντιπροσώπου του, μόνον αν η πληρωμή ή το όφελος:
α) δεν επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας διανομής,
β) δεν εμποδίζει τη συμμόρφωση του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή και της ασφαλιστικής επιχείρησης με το καθήκον τους να ενεργούν με έντιμο, αμερόληπτο και επαγγελματικό τρόπο για την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πελάτη.

Άρθρο 40
Δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας και συμβατότητας του προϊόντος
(Άρθρο 30 παρ. 1, 2 και 5 της Οδηγίας)


1. Με την επιφύλαξη όσων προβλέπονται στο άρθρο 30 παρ. 1, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνουν τις αναγκαίες πληροφορίες για τη γνώση και την προηγούμενη εμπειρία του πελάτη ως επενδυτή σε προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση, τη χρηματοοικονομική κατάστασή του, τη δυνατότητά του να υποστεί ζημίες, καθώς και για τους επενδυτικούς του στόχους, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου ανοχής του σε κίνδυνο, ώστε να είναι σε θέση να συστήσουν στον πελάτη το προϊόν που ταιριάζει με το επίπεδο ανοχής του πελάτη στον κίνδυνο, με τη δυνατότητά του να υποστεί ζημίες και με τα άλλα χαρακτηριστικά του.
Όταν ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή μια ασφαλιστική επιχείρηση συστήνουν ένα πακέτο υπηρεσιών ή προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 34, στο οποίο περιλαμβάνεται επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση, διασφαλίζουν ότι το συνολικό πακέτο, και όχι μόνον το βασιζόμενο σε ασφάλιση επενδυτικό προϊόν, είναι κατάλληλο για τον πελάτη.

2. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που λαμβάνουν κατά την παρ. 1, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχουν στον πελάτη, πριν τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος όπου αποτυπώνεται η συμβουλή τους και εξηγείται πώς αυτή ανταποκρίνεται στις επιλογές, στους στόχους και στα άλλα χαρακτηριστικά του πελάτη που αναφέρονται στην παρ. 1. Η δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος δίδεται με έγγραφο ή άλλο σταθερό μέσο και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 33 του παρόντος.
Αν οι πελάτες ή οι δυνητικοί πελάτες δεν παράσχουν τις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την πείρα τους, ή αν παράσχουν ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση τους προειδοποιεί ότι δεν είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσον το σκοπούμενο προϊόν είναι κατάλληλο γι' αυτούς. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.

3. Στην περίπτωση πώλησης από απόσταση επενδυτικού προϊόντος που βασίζεται σε ασφάλιση, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση μπορούν να παρέχουν τη δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος με έγγραφο ή άλλο σταθερό μέσο αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης, με τον όρο ότι πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
α) ο πελάτης συμφώνησε να παραλάβει τη δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος μετά τη σύναψη της σύμβασης,
β) η δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος παρέχεται στον πελάτη χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση,
γ) ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση προσέφεραν προηγουμένως στον πελάτη τη δυνατότητα να καθυστερήσει τη σύναψη της σύμβασης προκειμένου να παραλάβει πρώτα τη δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος της εν λόγω σύμβασης, αλλά εκείνος επέλεξε να την παραλάβει μετά.

4. Αν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση έχουν ενημερώσει τον πελάτη ότι θα πραγματοποιούν περιοδική επαναξιολόγηση της καταλληλότητας του επενδυτικού προϊόντος που βασίζεται σε ασφάλιση, οφείλουν να επαναλαμβάνουν τη διαδικασία της παρ. 1 και να αποστέλλουν στον πελάτη επικαιροποιημένη δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος.

5. Αν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση δεν εξασφαλίσουν τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με την παρ. 1 και τις διατάξεις των άρθρων 9, 10,14 και 17 του κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμού (EE) 2017/2359 της Επιτροπής της 21ης Σεπτεμβρίου 2017 (EE L 341), , ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλουν να απέχουν από την παροχή συμβουλής στον πελάτη για το επενδυτικό προϊόν που βασίζεται σε ασφάλιση, και να τον ενημερώσουν ότι, λόγω ελλιπούς εκ μέρους του πληροφόρησης, δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν κατά πόσον το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν που βασίζεται σε ασφάλιση είναι κατάλληλο για αυτόν, ώστε να του παρέχουν τη δήλωση αξιολόγησης καταλληλόλητας προϊόντος.
Αν ο πελάτης, παρόλο που έλαβε την προηγούμενη ενημέρωση, επιθυμεί να συνάψει τη συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβαση, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλουν να αξιολογήσουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με την παρ. 1, αν το συγκεκριμένο προϊόν είναι συμβατό με τον πελάτη, και αν δεν είναι συμβατό, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν γι' αυτό. Στην περίπτωση διασταυρούμενης πώλησης, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλουν επιπλέον να εξετάσουν κατά πόσον το συνολικό πακέτο είναι ενδεδειγμένο για το συγκεκριμένο πελάτη.

6. Η ενημέρωση του παρόντος άρθρου γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 33.

7. Η εποπτική αρχή μπορεί με απόφασή της να παρέχει διευκρινίσεις και να καθορίζει ελάχιστα πρότυπα για τη διαδικασία και τα κριτήρια για την αξιολόγηση της καταλληλότητας και της συμβατότητας του προϊόντος, να προβλέπει τον τύπο της παρεχόμενης δήλωσης αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος και της προειδοποίησης λόγω μη συμβατότητας προϊόντος, και ιδίως να εξειδικεύει την έκταση, τη μορφή και το περιεχόμενο τους, και να καθορίζει τις διοικητικές κυρώσεις για την παράβαση των διατάξεων της ανωτέρω απόφασης.

Κεφάλαιο Ζ'
Κυρώσεις και άλλα μέτρα

Άρθρο 41
Διοικητικές κυρώσεις και συναφείς ρυθμίσεις
(Άρθρο 31 της Οδηγίας)


1. Η εποπτική αρχή μπορεί να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις για παράβαση των διατάξεων του παρόντος, ενεργώντας είτε αυτοτελώς είτε σε συνεργασία με άλλες αρχές, ή και κατόπιν αιτήσεως για συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες δικαστικές αρχές. Σε περίπτωση υποθέσεων με διασυνοριακό χαρακτήρα, η εποπτική αρχή συνεργάζεται με τις άλλες αρμόδιες εθνικές ή ενωσιακές αρχές, συμπεριλαμβανομένων και των δικαστικών αρχών, αναφορικά με τις κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και λαμβάνει υπόψη τις προϋποθέσεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τη σχετική κείμενη εθνική και ενωσιακή νομοθεσία.

2. Αν ο παραβαίνων ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων είναι νομικό πρόσωπο, οι κυρώσεις και τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα νόμο επιβάλλονται στο νομικό πρόσωπο και, επιπλέον αυτού, στο ή στα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων κατά την παρ. 5 του άρθρου 19. Σε κάθε περίπτωση, οι κυρώσεις και τα μέτρα μπορεί να επιβληθούν και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που η Εποπτική αρχή διαπιστώσει ότι φέρει την ευθύνη ή και προέβη στην παράβαση.

3. Αν ο παραβαίνων είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, οι κυρώσεις και τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα νόμο επιβάλλονται στο νομικό πρόσωπο και, επιπλέον αυτού, στα πρόσωπα της παρ. 3 του άρθρου 23 του ν.4364/2016, στα κατά την παρ. 2 του άρθρου 29 του ανωτέρω νόμου, μέλη της διοίκησης του νομικού προσώπου, καθώς και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που η εποπτική αρχή διαπιστώσει ότι φέρει την ευθύνη ή και προέβη στην παράβαση.

Άρθρο 42
Δημοσιοποίηση κυρώσεων και λοιπών μέτρων
(Άρθρο 32 της Οδηγίας)


1. Η εποπτική αρχή αναρτά στον ιστότοπό της, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται κατ' εφαρμογή του παρόντος, περιλαμβάνοντας πληροφορίες για το είδος και τη φύση της παράβασης, καθώς και την ταυτότητα των προσώπων εις βάρος των οποίων επιβλήθηκαν οι κυρώσεις ή τα μέτρα. Αν η δημοσίευση των στοιχείων των νομικών προσώπων ή των προσωπικών δεδομένων των φυσικών προσώπων είναι δυσανάλογη της παράβασης, αξιολογώντας την εν λόγω δημοσίευση για κάθε περίπτωση ξεχωριστά, ή αν η εν λόγω δημοσίευση θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της χρηματοοικονομικής αγοράς ή την έκβαση έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη, η εποπτική αρχή μπορεί να αναβάλει τη δημοσίευση, να μη δημοσιεύσει τις κυρώσεις ή να τις δημοσιεύσει χωρίς αναφορά στην ταυτότητα των προσώπων.

2. Σε περίπτωση προσβολής των κυρώσεων ή των μέτρων που επιβάλλονται από την εποπτική αρχή, η δημοσίευση της παρ. 1 περιλαμβάνει τις πληροφορίες γι' αυτήν και την έκβασή της, έως και την ακύρωση της κύρωσης ή του μέτρου με δικαστική απόφαση.

3. Η εποπτική αρχή ενημερώνει την Ε.Α.Α.Ε.Σ. για τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται χωρίς να δημοσιευτούν, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2, αναφέροντας πληροφορίες για την άσκηση σχετικών προσφυγών και την έκβασή τους.

Άρθρο 43
Παραβάσεις, κυρώσεις και λοιπά μέτρα
(Άρθρο 33 της Οδηγίας)


1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται:
α) σε πρόσωπα που ασκούν δραστηριότητες διανομής χωρίς να είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο του άρθρου 19 ή δραστηριοποιούνται στην ασφαλιστική διανομή κατά παράβαση των όσων ορίζονται στις παρ. 1, 2, 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 5 και στο άρθρο 19,
β) στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή στους ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικόύς διαμεσολαβητές ή στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, οι οποίοι χρησιμοποιούν στις υπηρεσίες διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων πρόσωπα που εμπίπτουν στην περίπτ. α),
γ) στους ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ή στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, οι οποίοι έχουν εγγραφεί στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 προσκομίζοντας ανακριβή ή ψευδή στοιχεία ή δικαιολογητικά από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23,
δ) στους διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων που δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις των άρθρων 20 έως και 24,
ε) στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις επιχειρηματικής δεοντολογίας των άρθρων 27 έως και 40 σε σχέση με τη διανομή επενδυτικών προϊόντων βασιζόμενων σε ασφάλιση,
στ') στους διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων που δεν συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις επιχειρηματικής δεοντολογίας των άρθρων 27 έως 35 σε σχέση με ασφαλιστικά προϊόντα, εκτός των προϊόντων που αναφέρονται στην περιπτ. ε).

2. Στις περιπτώσεις των παραβάσεων που αναφέρονται στην περιπτ. ε) της παρ. 1, η εποπτική αρχή μπορεί να επιβάλλει τουλάχιστον μια από τις εξής κυρώσεις και μέτρα:
α) να δημοσιοποιήσει την παράβαση στον ιστότοπό της, αναφέροντας το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο και κάθε άλλο πρόσωπο που φέρει την ευθύνη ή προέβη στην παράβαση, καθώς και τη φύση της παράβασης,
β) να διατάξει το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο να παύσει την παράβαση και να αποφύγει να την επαναλάβει στο μέλλον,
γ) όταν ο παραβαίνων είναι ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, να εκδώσει απόφαση οριστικής διαγραφής του από το ειδικό μητρώο του αρμόδιου επιμελητηρίου του άρθρου 19. Η απόφαση της εποπτικής αρχής κοινοποιείται αμέσως στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή και στο αρμόδιο επιμελητήριο, το οποίο υποχρεούται στην υλοποίηση της απόφασης το αργότερα μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες. Το πρόσωπο σε βάρος του οποίου επεβλήθη η κύρωση της οριστικής διαγραφής, δεν μπορεί να ζητήσει εκ νέου την εγγραφή του στο ειδικό μητρώο
δ) αν ο παραβαίνων διανομέας είναι νομικό πρόσωπο, η εποπτική αρχή μπορεί να αναστείλει ή να παύσει οριστικά την άσκηση καθηκόντων διοίκησης εκ μέρους του φυσικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, σύμφωνα με τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 19 και την παρ. 3 του άρθρου 24,
ε) αν ο παραβαίνων είναι νομικό πρόσωπο, η εποπτική αρχή μπορεί να του επιβάλει τα εξής διοικητικά πρόστιμα: αα) πρόστιμο χρηματικού ποσού μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ ή μέχρι και πέντε τοις εκατό (5%) του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το όργανο διοίκησης. Αν το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που οφείλει να καταρτίζει ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με το ν. 4308/2014 (Α'251), ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ισούται με το συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το όργανο διοίκησης της τελικής μητρικής επιχείρησης,
ββ) πρόστιμο που ισούται έως και με το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εφόσον είναι δυνατός ο προσδιορισμός τους,
στ) αν ο παραβαίνων είναι φυσικό πρόσωπο, η εποπτική αρχή μπορεί να του επιβάλλει τα εξής διοικητικά πρόστιμα:
αα) πρόστιμο χρηματικού ποσού μέχρι επτακόσιες χιλιάδες (700.000) ευρώ,
ββ) πρόστιμο έως το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εφόσον είναι δυνατός ο προσδιορισμός τους.

3. Στις περιπτώσεις των παραβάσεων των περιπτ. α) έως δ) και στ') της παρ. 1, καθώς και σε κάθε περίπτωση παράβασης όσων προβλέπονται στην παρ. 7 του άρθρου 5, στο άρθρο 19 και στο άρθρο 26, η εποπτική αρχή μπορεί να επιβάλει μία ή περισσότερες από τις εξής κυρώσεις και μέτρα:
α) να διατάξει το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο να παύσει την παράβαση και να αποφύγει να την επαναλάβει στο μέλλον,
β) αν ο παραβαίνων είναι ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, να εκδώσει απόφαση οριστικής διαγραφής του από το ειδικό μητρώο του αρμόδιου επιμελητηρίου του άρθρου 19. Η απόφαση της εποπτικής αρχής κοινοποιείται αμέσως στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στο διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, καθώς και στο αρμόδιο επιμελητήριο, το οποίο υποχρεούται στην υλοποίηση της απόφασης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και πάντως όχι αργότερα από δύο (2) εργάσιμες ημέρες. Το πρόσωπο σε βάρος του οποίου επεβλήθη η κύρωση της οριστικής διαγραφής, δεν μπορεί να ζητήσει εκ νέου την εγγραφή του στο ειδικό μητρώο.
γ) αν ο παραβαίνων διανομέας είναι νομικό πρόσωπο, η εποπτική αρχή μπορεί να αναστείλει ή να παύσει οριστικά την άσκηση καθηκόντων διοίκησης εκ μέρους του φυσικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, σύμφωνα με τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 19 και την παρ. 3 του άρθρου 24,
δ) αν ο παραβαίνων είναι νομικό πρόσωπο, η εποπτική αρχή μπορεί να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο χρηματικού ποσού μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ και, σε περίπτωση κατ' επανάληψη παράβασης, μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ.
ε) αν ο παραβαίνων είναι φυσικό πρόσωπο, η εποπτική αρχή μπορεί να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο χρηματικού ποσού μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ και, σε περίπτωση κατ' επανάληψη παράβασης, μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.

4. Στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης που παραβαίνει τις οργανωτικές υποχρεώσεις της από τον παρόντα νόμο και ιδίως από τα άρθρα 5 παρ. 7, 20, 24, 26, 28 παρ. 3 και 4, 30 παρ. 3 έως 5, 35 και 38, η εποπτική αρχή μπορεί να λάβει, επιπλέον των αναφερομένων στις παρ. 2 και 3, οποιοδήποτε μέτρο ή κύρωση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 4364/2016.

5. Η εποπτική αρχή μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αρνείται τη συνεργασία ή παρακωλύει έρευνα ή έλεγχο που αυτή διενεργεί σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τις κατ' εξουσιοδότησή του πράξεις.

6. Η εποπτική αρχή μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ και, σε περίπτωση κατ' επανάληψη παράβασης, μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προβαίνει σε κάθε άλλη παράβαση του παρόντος, πέραν των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 4 ή και σε κάθε άλλη παράβαση της κείμενης νομοθεσίας για την ασφαλιστική διανομή.

7. Τα πρόστιμα που επιβάλλει η εποπτική αρχή αποτελούν δημόσιο έσοδο και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

Άρθρο 44
Αποτελεσματική εφαρμογή κυρώσεων και λοιπών μέτρων
(Άρθρο 34 της Οδηγίας)


Κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή άλλων μέτρων και την επιμέτρηση των διοικητικών προστίμων, η εποπτική αρχή αξιολογεί τις σχετικές συνθήκες στις οποίες περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση:
α) η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης,
β) ο βαθμός ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου που προέβη στην παράβαση,
γ) ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα του πελάτη,
δ) η ζημία που προκλήθηκε από την παράβαση στον πελάτη ή σε τρίτους, εφόσον είναι δυνατός ο προσδιορισμός του ύψους της,
ε) το ύψος του κέρδους που αποκτήθηκε ή της ζημίας που αποφεύχθηκε από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εφόσον είναι δυνατός ο προσδιορισμός τους,
στ) τα μέτρα που έλαβε το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για την αποτροπή και μη επανάληψη της παράβασης στο μέλλον, καθώς και η ανόρθωση της ζημίας που προκλήθηκε στον πελάτη ή σε τρίτους,
ζ) η οικονομική κατάσταση του φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει είτε από το ετήσιο εισόδημα του φυσικού προσώπου είτε από το συνολικό κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου,
η) ο βαθμός συνεργασίας του φυσικού ή νομικού προσώπου με την εποπτική αρχή,
θ) η κατ' επανάληψη τέλεση παραβάσεων.

Άρθρο 45
Αναφορά παραβάσεων
(άρθρο 35 της Οδηγίας)


1. Η εποπτική αρχή διαθέτει μηχανισμό για τη διευκόλυνση και την ενθάρρυνση αναφοράς σε αυτήν πιθανών ή πραγματικών παραβάσεων των διατάξεων του παρόντος.

2. Ο μηχανισμός της παρ. 1 περιλαμβάνει, τουλάχιστον, διαδικασίες για την:
α) παραλαβή των αναφορών της παρ. 1 και τη διερεύνησή τους,
β) κατάλληλη προστασία, τουλάχιστον έναντι αντιποίνων, διακρίσεων ή άλλων μορφών άνισης μεταχείρισης για τους υπαλλήλους των διανομέων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, και, όπου είναι δυνατόν, για άλλα πρόσωπα που αναφέρουν παραβάσεις που διαπράττονται εντός των οντοτήτων αυτών,
γ) προστασία της ταυτότητας τόσο του προσώπου που καταγγέλλει τις παραβάσεις, όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε την παράβαση, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, εκτός αν η αποκάλυψη της ταυτότητας απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία στο πλαίσιο περαιτέρω έρευνας, ή μεταγενέστερης διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας.

Άρθρο 46
Διαβίβαση πληροφοριών στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. για τις κυρώσεις και τα λοιπά μέτρα
(Άρθρο 36 της Οδηγίας)


Η εποπτική αρχή:
α) ενημερώνει την Ε.Α.Α.Ε.Σ. για τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλει και τα οποία δεν δημοσιεύτηκαν σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 42,
β) παρέχει, ετησίως, στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. συγκεντρωτικές πληροφορίες για τις διοικητικές κυρώσεις ή άλλα μέτρα που επιβάλλει σύμφωνα με το άρθρο 41,
γ) ενημερώνει την Ε.Α.Α.Ε.Σ. για τις διοικητικές κυρώσεις ή άλλα μέτρα που δημοσιοποιεί σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.

Κεφάλαιο Η'
Καταργούμενες, τροποποιούμενες, μεταβατικές και τελικές διατάξεις

Άρθρο 47
Καταργούμενες και τροποποιούμενες διατάξεις


1. Καταργούνται:
α) ο ν. 1569/1985 (Α' 183),
β) τα εδάφια τρίτο και τέταρτο της παρ. 1, η παρ. 6 και η παρ. 8 του άρθρου 23 του ν. 4364/2016 ,
γ) το π.δ. 190/2006 (Α' 196),
δ) η Κ3-8010/8.8.2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (Β' 1600),
ε) η παρ. 2 του άρθρου 4, το άρθρο 6 και το άρθρο 7 της Κ4-155/10.1.1985 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (114/16.01.1986 ΤΑΕ-ΕΠΕ),
στ) η 86/5.4.2016 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος (Β' 1109).

2. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 256 του ν. 4364/2016 διαγράφεται η φράση «και ασφαλιστικής και αντασφαλιστική ς διαμεσολάβησης».

3. Στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 3 της Κ4-155/10.1.1985 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (114/16.01.1986 ΤΑΕ-ΕΠΕ) διαγράφονται οι λέξεις «υποχρεούνται να» και το άρθρο 1 της απόφασης αυτής αντικαθίσταται ως εξής:
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα και ασκούν τον κλάδο 10 ασφαλίσεων κατά ζημιών υποβάλλουν στην Υπηρεσία Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών (Υ.Σ.Α.Ε.) τα στοιχεία που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3, με σκοπό την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία του κλάδου αυτοκινήτων, τη στατιστική παρακολούθησή του, τη διασφάλιση της φερεγγυότητας και της ακεραιότητάς του, καθώς και την προστασία και την ενίσχυση της ασφαλιστικής πίστης μέσω και της πρόληψης και της αποτροπής φαινομένων ασφαλιστικής εξαπάτησης.
Η Υ.Σ.Α.Ε. αποστέλλει, αμελλητί, οποιοδήποτε στοιχείο της ζητηθεί από την εποπτική αρχή.».

4. Η περίπτ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 19 του π.δ. 237/1986 (Α' 110), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) Ο ασφαλιστής πτώχευσε ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης. Στην περίπτωση αυτή, το Επικουρικό Κεφάλαιο έχει ίδια αξίωση κατά του αντασφαλιστή για τις υποχρεώσεις του προς την ασφαλιστική επιχείρηση που προκύπτουν από την αντασφαλιστική σύμβαση αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα».

5. Στο άρθρο 19 του ν. 4364/2016 προστίθεται νέα παρ. 8, ως εξής:
«8. Η εποπτική αρχή διαθέτει διαδικασία για την υποβολή, την παραλαβή και τη διαχείριση έγγραφων καταγγελιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 256. Η εποπτική αρχή είναι αρμόδια να ερευνά τη βασιμότητα των εν λόγω καταγγελιών και, αφού ασκηθεί από τους ελεγχομένουςτο δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, μπορεί, στο βαθμό που διαπιστωθούν παραβάσεις, να επιβάλλει τις κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο αντιστοίχως ανά παράβαση. Σε κάθε περίπτωση, η εποπτική αρχή αποστέλλει απάντηση στον καταγγέλλοντα επί του περιεχομένου της καταγγελίας του.».

Άρθρο 48
Μεταβατικές διατάξεις


1. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος λαμβάνοντας υπόψη τα προβλεπόμενα στην παρ. 4, είναι εγγεγραμμένοι στα αρμόδια επιμελητήρια σε περισσότερες από μία κατηγορίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, για τις οποίες υπάρχει το ασυμβίβαστο των παρ. 3 και 4 του άρθρου 19, υποχρεούνται εντός τριάντα (30) ημερών από την δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να δηλώσουν προς το αρμόδιο επιμελητήριο την κατηγορία ασφαλιστικής διαμεσολάβησης από τις περιπτ. α) και β) της παρ. 3 του άρθρου 19, στην οποία επιθυμούν να παραμείνουν εγγεγραμμένοι.

2. Με την επιφύλαξη της παρ. 3, τα αρμόδια επιμελητήρια έχουν καθήκον εντός τριάντα (30) ημερών από την λήξη της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου, λαμβάνοντας υπόψη και τα προβλεπόμενα στην παρ. 4:
α) να διαγράψουν από το ειδικό μητρώο τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που δεν συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση της παρ. 1 από όλες τις κατηγορίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης στις οποίες είναι εγγεγραμμένοι,
β) να συγχωνεύσουν μηχανογραφικά, χωρίς άλλη διατύπωση, στην κατηγορία του ασφαλιστικού πράκτορα της περίπτ. α) της παρ. 3 του άρθρου 19 τις κατηγορίες του ασφαλιστικού πράκτορα, του συνδεδεμένου ασφαλιστικού πράκτορα, του ασφαλιστικού συμβούλου και του συνδεδεμένου ασφαλιστικού συμβούλου του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006, καθώς και τα πιστωτικά ιδρύματα, τους αγροτικούς συνεταιρισμούς και τις επιχειρήσεις επενδύσεων, αποτυπώνοντας μηχανογραφικά την μετονομασία και ένταξη ανά περίπτωση όλων των προηγουμένων στην κατηγορία των «ασφαλιστικών πρακτόρων»,
γ) να συγχωνεύσουν μηχανογραφικά, στην κατηγορία των συντονιστών ασφαλιστικών πρακτόρων της περίπτ. α) της παρ. 3 του άρθρου 19 τις κατηγορίες των συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων και των συνδεδεμένων συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006, αποτυπώνοντας μηχανογραφικά την μετονομασία των τελευταίων σε συντονιστές ασφαλιστικών πρακτόρων,
δ) να συγχωνεύσουν μηχανογραφικά την κατηγορία των μεσιτών ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων της περίπτ. β) της παρ. 3 του άρθρου 19 με την κατηγορία των μεσιτών ασφαλίσεων του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006, αποτυπώνοντας μηχανογραφικά την μετονομασία των τελευταίων σε μεσίτες ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων.

3. Κατά παρέκκλιση της περίπτ. β) της παρ. 2, όσοι έχουν εγγραφεί στην κατηγορία του ασφαλιστικού συμβούλου του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006 μετά την 1.1.2017 και παραμένουν εγγεγραμμένοι στην κατηγορία αυτή μέχρι την δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετονομάζονται και η μετονομασία αυτή αποτυπώνεται μηχανογραφικά χωρίς άλλη διατύπωση από τα αρμόδια επιμελητήρια με την μεταφορά τους στην κατηγορία του ασφαλιστικού πράκτορα, μόνον αφού συμπληρώσουν δύο (2) έτη από την εγγραφή τους στα μητρώα των επιμελητηρίων ή και το ειδικό μητρώο. Η κατηγορία του ασφαλιστικού συμβούλου διατηρείται στο ειδικό μητρώο και στο Ε.ΣΗ.Π. μόνον για τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και μόνον μέχρι το τέλος της διετίας που αναφέρεται παραπάνω, χωρίς να επιτρέπεται η εγγραφή νέων προσώπων στην κατηγορία του ασφαλιστικού συμβούλου μετά την δημοσίευση του παρόντος. Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου παραμένουν ή είναι κατά περίπτωση εγγεγραμμένα στην κατηγορία του ασφαλιστικού συμβούλου, εξομοιώνονται όσον αφορά την δραστηριότητά τους αυτή με τους «ασφαλιστικούς πράκτορες» της περίπτ. α) της παρ. 3 του άρθρου 19, για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Μέρους.

4. Με την επιφύλαξη της περίπτ. α) της παρ. 2 και της παρ. 3, οι εγγεγραμμένοι στα αρμόδια επιμελητήρια την 30.9.2018:
α) στις κατηγορίες του ασφαλιστικού πράκτορα, του συνδεδεμένου ασφαλιστικού πράκτορα, του ασφαλιστικού συμβούλου και του συνδεδεμένου ασφαλιστικού συμβούλου του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006 εξομοιώνονται από 30.9.2018 με τους ασφαλιστικούς πράκτορες της περίπτ. α) της παρ. 3 του άρθρου 19, συγχωνεύονται αυτοδικαίως σε μία κατηγορία και ονομάζονται στο εξής «ασφαλιστικοί πράκτορες» της περίπτ. α) της παρ. 3 του άρθρου 19,
β) στην κατηγορία «συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων» του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006, εξομοιώνονται από 30.9.2018 με τους συντονιστές ασφαλιστικών πρακτόρων της περίπτ. α) της παρ. 3 του άρθρου 19 και ονομάζονται στο εξής «συντονιστές ασφαλιστικών πρακτόρων» της περίπτ. α) της παρ. 3 του άρθρου 19,
γ) στην κατηγορία «μεσίτες ασφαλίσεων» του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006 εξομοιώνονται από 30.09.2018 με τους μεσίτες ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων της περίπτ. β) της παρ. 3 του άρθρου 19 και ονομάζονται στο εξής «μεσίτες ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων».

5. Οι βεβαιώσεις επιτυχούς εξέτασης και περαίωσης σεμιναρίου επανεκπαίδευσης που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος δυνάμει του ν. 1569/1985 και του π.δ. 190/2006, εξακολουθούν να ισχύουν. Το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 23 ισχύει από την 1.1.2020.

6. Τυχόν αξιώσεις υπαλλήλων ασφαλιστικών επιχειρήσεων για προμήθειες δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 190/2006, που γεννήθηκαν μέχρι την δημοσίευση του παρόντος, δεν θίγονται.

7. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατηρούνται σε ισχύ, μέχρι την αντικατάσταση τους με νέες, που θα εκδοθούν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20, οι κάτωθι κανονιστικές πράξεις:
α) η 16/21.5.2013 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδας (Β'1257)
β) η 45/21.11.2014 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδας (Β'3350)
γ) η 46/4.12.2014 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδας (Β'3510).

Άρθρο 49
Παράρτημα


Προσαρτάται στον παρόντα νόμο και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού το Παράρτημα XIII.

Άρθρο 50
Έναρξη ισχύος


Η ισχύς του παρόντος Μέρους αρχίζει από τις 30.9.2018, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 48.

Μέρος Τρίτο
Άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών


Άρθρο 51
Τροποποίηση του άρθρου 12 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας


Μετά την παρ. 8 του άρθρου 12 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α' 170), προστίθεται παρ. 9, ως εξής:
«9. Σε περίπτωση προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου στο πλαίσιο εργολαβικής σύμβασης με την οποία αναλαμβάνεται η ανέγερση πολυκατοικίας με αντιπαροχή, απαλλάσσεται ο οικοπεδούχος από την υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικού ενημερότητας κατά την μεταβίβαση ποσοστών επί του οικοπέδου σε τρίτον, εφόσον κατά τη μεταβιβαστική δικαιοπραξία συμβάλλεται και ο εργολάβος. Στην περίπτωση αυτή το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται από τον εργολάβο. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.».

Άρθρο 52
Τροποποίηση του άρθρου 40 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας


Η παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Οι διαδικασίες είσπραξης για λογαριασμό του Δημοσίου των φόρων και λοιπών εσόδων μπορούν να ανατεθούν με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. σε ένα ή περισσότερα από τα κάτωθι πρόσωπα:
α) πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, όταν τα υποκαταστήματα αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε σε τρίτη χώρα, καθώς και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων,
β) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, όπως ορίζονται στην περίπτ. β' της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.4537/2018 (Α'84),
γ) γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών,
δ) ιδρύματα πληρωμών, όπως ορίζονται στο στοιχείο 4 του άρθρου 4 του ν.4537/2018.
ε) Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δεν ενεργεί με την ιδιότητα της νομισματικής αρχής,
στ) οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία.
Με όμοια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία είσπραξης και απόδοσης των εισπραττόμενων ποσών από τους προαναφερόμενους φορείς είσπραξης, οι αμοιβές των φορέων είσπραξης καθώς και ο έλεγχος για την είσπραξη από αυτούς.».

Άρθρο 53
Τροποποίηση του άρθρου 2 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων


Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (Α' 90) προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Ειδικά η είσπραξη των δημοσίων εσόδων που ανήκει στην αρμοδιότητα της Φορολογικής Διοίκησης και διενεργείται κατά τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, δύναται να ανατεθεί, με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) σε ένα ή περισσότερα από τα κάτωθι πρόσωπα:
α) πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, όταν τα υποκαταστήματα αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε σε τρίτη χώρα, καθώς και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων,
β) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος όπως ορίζονται στην περίπτ. β') της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.4537/2018 (Α'84),
γ) γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών,
δ) ιδρύματα πληρωμών, όπως ορίζονται στο στοιχείο 4 του άρθρου 4 του ν.4537/2018.
ε) Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δεν ενεργεί με την ιδιότητα της νομισματικής αρχής,
στ) οποιαδήποτε άλλη δημόσια υπηρεσία.
Με όμοια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία είσπραξης και απόδοσης των εισπραττόμενων ποσών από τους προαναφερόμενους φορείς είσπραξης, οι αμοιβές των φορέων είσπραξης, καθώς και ο έλεγχος για την είσπραξη από αυτούς.».

Άρθρο 54
Τροποποίηση του άρθρου 54 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας


Στην περίπτ. ια) της παρ. 1 του άρθρου 54 του ν. 4174/2013, μετά τη φράση «φορολογικού ηλεκτρονικού μηχανισμού», προστίθεται η φράση «ή από εγκεκριμένο και μη δηλωμένο φορολογικό ηλεκτρονικό μηχανισμό».

Άρθρο 55
Τροποποίηση του άρθρου 54Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας


Η παρ. 6 του άρθρου 54Α του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «6. Οι συμβολαιογράφοι, οι φύλακες μεταγραφών και οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων, που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται σε ένα τοις χιλίοις (1%ο) επί της αξίας του ακινήτου ή δικαιώματος επ' αυτού, που περιγράφεται σε συμβολαιογραφικό έγγραφο ή άλλη πράξη που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, το οποίο πρόστιμο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τριακόσια (300,00) ευρώ ούτε ανώτερο από χίλια (1.000;00) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής το πρόστιμο διπλασιάζεται.».

Άρθρο 56
Τροποποίηση του Παραρτήματος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας


Στο τέλος του Παραρτήματος του ν. 4174/2013 , όπως ισχύει, προστίθεται η φράση «Το προβλεπόμενο στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 3846/2010 (Α' 66) ποσοστό 5% των εισπραττόμενων από τις ιδιωτικές Μονάδες Χρόνιας Αιμοκάθαρσης νοσηλίων.».

Αρθρο 57
Τροποποίηση του ν. 4170/2013


1. Μετά το άρθρο 62Α του ν.4170/2013 (Α' 163) προστίθεται νέο άρθρο 62Β, του οποίου ο τίτλος και οι διατάξεις έχουν ως εξής:
«Άρθρο 62Β
Αρχείο Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών
1. Η Α.Α.Δ.Ε. δύναται στο πλαίσιο διενέργειας φορολογικών ελέγχων να απευθύνει αυτοματοποιημένα μαζικά αιτήματα παροχής πληροφοριών προς τα υπόχρεα πρόσωπα του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 62. Ως μαζικά νοούνται τα αιτήματα για στοιχεία και πληροφορίες που αφορούν σε πλέον του ενός ελεγχόμενους από την Α.Α.Δ.Ε., φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, και τα οποία τηρούνται από τα ως άνω αναφερόμενα υπόχρεα πρόσωπα. Τα στοιχεία και οι πληροφορίες διαβιβάζονται αυτοματοποιημένα στην Α.Α.Δ.Ε.
2. Τα στοιχεία και οι πληροφορίες που διαβιβάζονται μαζικά συνιστούν το «Αρχείο Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών», το οποίο τηρείται σε ασφαλή υποδομή (βάση δεδομένων) που δημιουργείται στη Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Δ.ΗΛΕ.Δ.) της Α.Α.Δ.Ε. έως το χρόνο παραγραφής του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για τη βεβαίωση των σχετικών απαιτήσεων.
3. Τη συνολική διαχείριση των στοιχείων και πληροφοριών του Αρχείου Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών έχουν αποκλειστικά οι αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 4174/2013, σε συνδυασμό με το άρθρο 63 του παρόντος. Τα στοιχεία και οι πληροφορίες του Αρχείου διαβιβάζονται, κατόπιν εξατομικευμένου αιτήματος των ελεγκτικών υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. και επεξεργασίας, μέσω μηχανογραφικής εφαρμογής (Ειδικό Λογισμικό) της Αρχής, σε ειδικά εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους των ελεγκτικών υπηρεσιών της.
4. Η ασφαλής ανταλλαγή, φύλαξη και διατήρηση των δεδομένων, διενεργείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. και της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και Διοικητικής Υποστήριξης (Γ.Γ.Π.Σ. & Δ.Υ.) του Υπουργείου Οικονομικών, κατά περίπτωση, και σύμφωνα με το άρθρο 37 του ν.4389/2016 (Α' 94).
5. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 62 εφαρμόζονται και για τα στοιχεία και τις πληροφορίες του Αρχείου Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών.
6. Με αποφάσεις του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι μορφότυποι των αιτούμενων και παραληφθέντων στοιχείων, ο αλγόριθμος αναζήτησης, η διαδικασία διαβίβασης των αιτημάτων και διαμόρφωσης, ταυτοποίησης, καθαρισμού, επεξεργασίας, αξιοποίησης και χορήγησης των δεδομένων. Επίσης, καθορίζονται οι αρμόδιες Υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. για τη συνολική διαχείριση του Αρχείου Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών, για τη διαβίβαση των μαζικών αιτημάτων παροχής πληροφοριών προς τα υπόχρεα πρόσωπα και την παραλαβή των απαντήσεών τους, για την ανάπτυξη ή επικαιροποίηση του Ειδικού Λογισμικού και τη διάθεση και διαχείριση των στοιχείων μέσω αυτού στις Ελεγκτικές Υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζονται και οι αρμόδιες Υπηρεσίες για τη δημιουργία ή αναθεώρηση των επιχειρησιακών προδιαγραφών ανάπτυξης του Ειδικού Λογισμικού, καθώς και κάθε ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος.
7. Οι μορφότυποι των αιτούμενων και παραληφθέντων στοιχείων, ο αλγόριθμος αναζήτησης, η διαδικασία διαβίβασης των αιτημάτων και διαμόρφωσης, ταυτοποίησης, καθαρισμού, επεξεργασίας και χορήγησης των δεδομένων του προηγούμενου εδαφίου δεν δημοσιοποιούνται.».

2. Τα ληφθέντα κατ' εφαρμογή της με αριθ.πρωτ. 4105/10.6.2015 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΑΔΑ: 790ΡΗ-ΩΨΧ) στοιχεία και πληροφορίες, αποτελούν, μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 62Β, το οποίο προστίθεται με την παρ.1 στο ν.4170/2013, στοιχεία και πληροφορίες του Αρχείου Χρηματοπιστωτικών Προϊόντων και Αναλυτικών Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών.

Άρθρο 58
Τροποποίηση του Παραρτήματος III του Κώδικα Φ.Π.Α.


1. Στην παρ. 30 του Κεφαλαίου Α' του Παραρτήματος III του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2859/2000 (Α'248), όπως το Παράρτημα αυτό ισχύει, η φράση «μπαστούνια (λευκά και ηλεκτρονικά) (Δ.Κ. ΕΧ 6602)» αντικαθίσταται με την φράση «μπαστούνια ηλεκτρονικά (Δ.Κ. ΕΧ 6602)».

2. Μετά την παρ. 30 του Κεφαλαίου Α' του Παραρτήματος III του Κώδικα Φ.Π.Α.. όπως το Παράρτημα αυτό ισχύει, προστίθεται παρ. 30Α ως εξής:
«30Α. Μπαστούνια λευκά (Δ.Κ. ΕΧ 6602), γραφομηχανές με χαρακτήρες Braille (Δ.Κ. ΕΧ 8472), τα οποία προορίζονται για την εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία όρασης. Ο συντελεστής φόρου για τα αγαθά της παρούσας περίπτωσης ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).».

3. Στην παρ. 31 του Κεφαλαίου Α' του Παραρτήματος III του Κώδικα Φ.Π.Α.. όπως το Παράρτημα αυτό ισχύει, η φράση «Braille note taker, γραφομηχανές (Δ.Κ. ΕΧ 8472)» αντικαθίσταται με τη φράση «Braille note taker (Δ.Κ. ΕΧ 8472)».

Άρθρο 59
Τροποποίηση των άρθρων 11, 34 και 67 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος


1. Η περίπτ. α) της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4172/2013 (Α' 167) αντικαθίσταται ως εξής:
«α) στην περίπτωση υποβολής κοινής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ο (η) σύζυγος, εφόσον δεν έχει ίδια φορολογητέα εισοδήματα οποιασδήποτε πηγής,»

2. Στο τέλος του άρθρου 11 του ν.4172/2013 προστίθεται νέα παρ. 5 ως εξής:
«5. Κατά το έτος υποβολής χωριστής δήλωσης των συζύγων, το εισόδημα των ανήλικων τέκνων, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, προστίθεται στα εισοδήματα του γονέα που έχει το μεγαλύτερο συνολικό εισόδημα και φορολογείται στο όνομά του. Αν οι γονείς έχουν ίσο ποσό συνολικού εισοδήματος, το εισόδημα του ανήλικου τέκνου προστίθεται στο εισόδημα του πατέρα και φορολογείται στο όνομά του. Σε περίπτωση που ένας των γονέων έχει τη γονική μέριμνα, το εισόδημα του ανήλικου τέκνου προστίθεται στα εισοδήματα του γονέα αυτού. Η ρύθμιση αυτή ισχύει και για τα μέρη του συμφώνου συμβίωσης.».

3. Στην περίπτ. ζ) της παρ. 2 του άρθρου 34 του ν.4172/2013 προστίθεται, μετά το τρίτο εδάφιο, τέταρτο εδάφιο ως εξής:
«Σε περίπτωση χωριστών δηλώσεων συζύγων, το ποσό της δαπάνης του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για κάθε σύζυγο.».

4. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 34 του ν.4172/2013 προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:
«Σε περίπτωση χωριστών δηλώσεων συζύγων, για την κάλυψη ή τον περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, λαμβάνονται υπόψη τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά της παραγράφου αυτής, όπως αυτά δηλώνονται από τον κάθε σύζυγο χωριστά. Οι αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες του άρθρου 31, καθώς και οι δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 32 που αφορούν τον κάθε σύζυγο βαρύνουν αυτόν ατομικά, ενώ για τα ανήλικα εξαρτώμενα μέλη τους εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 11.».

5. Η παρ. 4 του άρθρου 67 του ν.4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«4.α) Οι σύζυγοι, κατά τη διάρκεια του γάμου, υποβάλλουν κοινή δήλωση για τα εισοδήματά τους. Υπόχρεος για την υποβολή της κοινής δήλωσης είναι ο σύζυγος και για τα εισοδήματα της συζύγου του. Ο φόρος, τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν στα εισοδήματα εκάστου συζύγου βεβαιώνεται χωριστά και η ευθύνη της καταβολής βαρύνει κάθε σύζυγο.
β) Η δήλωση δύναται να υποβάλλεται χωριστά, εφόσον ένας τουλάχιστον εκ των συζύγων το επιλέξει, με ανέκκλητη δήλωσή του για κάθε φορολογικό έτος μέχρι την 28η Φεβρουαρίου του έτους υποβολής της δήλωσης. Η επιλογή αυτή είναι δεσμευτική ως προς το φορολογικό έτος που αφορά και για τον άλλο σύζυγο.
γ) Στις χωριστές δηλώσεις συζύγων εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11 για τα εξαρτώμενα μέλη του φορολογούμενου.
δ) Κοινή δήλωση δύνανται να υποβάλλουν και τα πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Στην περίπτωση αυτή έχουν την ίδια φορολογική αντιμετώπιση με τους έγγαμους που υποβάλλουν κοινή δήλωση. Υπόχρεος της υποβολής φορολογικής δήλωσης είναι το μέρος του συμφώνου συμβίωσης, το οποίο δηλώνεται ως υπόχρεος και για τα εισοδήματα του άλλου μέρους.
ε) Στις κοινές δηλώσεις της παραγράφου αυτής οι τυχόν ζημίες του εισοδήματος του ενός συζύγου ή μέρους συμφώνου συμβίωσης, δεν συμψηφίζονται με τα εισοδήματα του άλλου συζύγου ή του άλλου μέρους συμφώνου συμβίωσης.
στ') Οι σύζυγοι ή τα μέρη συμφώνου συμβίωσης, υποβάλλουν χωριστή φορολογική δήλωση, ο καθένας για τα εισοδήματά του, εφόσον:
αα) Έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση ή έχει λυθεί το σύμφωνο συμβίωσης κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης. Το βάρος της απόδειξης για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης ή τη λύση του συμφώνου συμβίωσης φέρει ο φορολογούμενος,
ββ) Ο ένας από τους δύο συζύγους ή ένα από τα δύο μέρη συμφώνου συμβίωσης είναι σε κατάσταση πτώχευσης ή έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση.
Για τα εισοδήματα των ανήλικων τέκνων εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11.».

6. Στο τέλος της παρ. 7 του άρθρου 67 του ν.4172/2013 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
«Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων(Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζονται οι όροι, η διαδικασία, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτ. β' της παρ. 4 του παρόντος άρθρου.».

7. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν για δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2018 και επόμενων.

Αρθρο 60
Τροποποίηση των άρθρων 85, 88 και 89 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια


1. Η ενότητα Α' του άρθρου 85 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2961/2001 (Α' 266) αντικαθίσταται ως εξής: «Α. Υπόχρεοι σε δήλωση
Σε σύσταση δωρεών και γονικών παροχών υπόχρεοι για την υποβολή της δήλωσης είναι οι συμβαλλόμενοι. Δεν έχουν υποχρέωση να υποβάλουν δήλωση οι δικαιούχοι της περίπτ. α) της παρ. 1 του άρθρου 25.
Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εξαιρέσεις από αυτήν.».

2. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 88 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια η φράση «, που συντάσσεται σε έντυπο που παρέχεται δωρεάν από την υπηρεσία,» διαγράφεται.

3. Οι παρ.1 και 2 του άρθρου 89 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Ο τρόπος υποβολής των δηλώσεων φόρου δωρεάς και γονικής παροχής καθορίζεται με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 68.
2. Απαγορεύεται στο συμβολαιογράφο να συντάξει συμβόλαιο δωρεάς ή γονικής παροχής, αν από την ημέρα υποβολής της δήλωσης έχει περάσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών. Σε περιοχές όπου, σύμφωνα με τις διατάξεις της ενότητας Β του άρθρου 10, εφαρμόζεται το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, συντάσσεται συμβόλαιο και μετά την προθεσμία του προηγουμένου εδαφίου, εφόσον, μέχρι τη σύνταξη του συμβολαίου, δεν έχει τροποποιηθεί το αντικειμενικό σύστημα στη συγκεκριμένη περιοχή.».

Άρθρο 61
Τροποποίηση του άρθρου 102 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια


Η παρ. 5 του άρθρου 102 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2961/2001, αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή των φόρων, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, σε υποθέσεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2003, έχει παραγραφεί. Στις υποθέσεις αυτές δεν απαιτείται το πιστοποιητικό που προβλέπεται από τα άρθρα 105 έως και 112. Αντί γι' αυτό, μπορεί να προσκομίζεται:
α) για τις κτήσεις αιτία θανάτου, ληξιαρχική πράξη θανάτου, από την οποία να προκύπτει ότι ο θάνατος του κληρονομουμένου ή δωρητή αιτία θανάτου επήλθε μέχρι και την 31.12.2003 καθώς και υπεύθυνη δήλωση του υπόχρεου ότι δεν συντρέχει περίπτωση μετάθεσης του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, β) για τις δωρεές εν ζωή, γονικές παροχές και προίκες, αντίγραφο του οικείου συμβολαίου που συντάχθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2003 ή βεβαίωση του συμβολαιογράφου, που συνέταξε το συμβόλαιο, ότι τούτο συντάχθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2003 και δεν συντρέχει περίπτωση μετάθεσης του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης.».

Άρθρο 62
Τροποποίηση των άρθρων 72, 73 και 78 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα


1. Η περίπτ. η) της παρ. 1 του άρθρου 72 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν.2960/2001, Α'265), αντικαθίσταται ως εξής:
«η) Προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 3824 99 86, 3824 99 92 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3824 99 93, 3824 99 96 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3826 00 10 και 3826 00 90, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων.».

2. Η περιπτ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 72 του ν.2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής: «γ) Ενεργειακά προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 2710 12 έως 2710 19 68 , 2710 20 έως 2710 20 39 και 2710 20 90 (μόνο για προϊόντα των οποίων λιγότερο από το 90% κατ' όγκο, συμπεριλαμβανομένων των απωλειών, αποστάζει σε θερμοκρασία 210 °C και τουλάχιστον το 65 % κατ' όγκο ,συμπεριλαμβανομένων των απωλειών, αποστάζει σε θερμοκρασία 250 °C, σύμφωνα με τη μέθοδο ISO 3405 (ισοδύναμη προς τη μέθοδο ASTM D 86)). Εντούτοις, για τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 2710 12 21, 2710 12 25, 2710 19 29 και 2710 20 90 (μόνο για προϊόντα των οποίων λιγότερο από το 90 % κατ' όγκο (συμπεριλαμβανομένων των απωλειών) αποστάζει σε θερμοκρασία 210 "C και τουλάχιστον το 65 % κατ' όγκο (συμπεριλαμβανομένων των απωλειών) αποστάζει σε θερμοκρασία 250 °C, σύμφωνα με τη μέθοδο ISO 3405 (ισοδύναμη προς τη μέθοδο ASTM D 86)), οι διατάξεις σχετικά με τον έλεγχο και την κυκλοφορία ισχύουν για τη χύμα εμπορική κυκλοφορία.».

3. Η περίπτ. η) της παρ. 3 του άρθρου 72 του ν.2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής: «η) Προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 3824 99 86, 3824 99 92 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3824 99 93, 3824 99 96 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3826 00 10 και 3826 00 90, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων.».

4. Η παρ. 4 του άρθρου 72 του ν.2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Οι τίτλοι και κωδικοί αριθμοί της Σ.Ο., που περιλαμβάνονται στο άρθρο αυτό, αναφέρονται στο κείμενο της Σ.Ο. του Εκτελεστικού Κανονισμού (EE) 2017/1925 της Επιτροπής, της 12ης Οκτωβρίου 2017 (EL L282/1 της 31.10.2017), που τροποποιεί το παράρτημα I του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο(ΕΕ L 256/1 της 7.9.1987).».

5. Οι περιπτ. α) έως θ) του πίνακα της παρ. 1 του άρθρου 73 του ν.2960/2001 αντικαθίστανται ως εξής:

«ΕΙΔΟΣ ΚΩΔΙΚΟΣ Σ.Ο. ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ ΜΟΝΑΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ
α) Βενζίνη με μόλυβδο

- με αριθμό οκτανίων (RON) μικρότερο του 98

-με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 98


2710 12 51

2710 12 59
681 1.000 λίτρα
β) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο

- με αριθμό οκτανίων (ron) μικρότερο του 95

- με αριθμό οκτανίων (ron) ίσο ή μεγαλύτερο του 95, αλλά μικρότερο του 98

- με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 98


2710 12 41

2710 12 45


2710 12 49
700 1.000 λίτρα

γ) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο με την προσθήκη ειδικών προσθέτων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί προσφέρεται προς πώληση ή και χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο καύσιμο αντί της μολυβδούχου βενζίνης των κωδικών της Σ.Ο. 2710 12 51 και 2710 12 59

2710 12 41
2710 12 45
2710 12 49

700

1.000 λίτρα

δ) Βενζίνη αεροπλάνων

2710 12 31

697

1.000 λίτρα

ε) Ειδικό καύσιμο αεριωθουμένων τύπου βενζίνης

2710 12 70

697

1.000 λίτρα

στ) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων

2710 19 43 έως 2710 19 48 και
2710 20 11 έως 2710 20 19

410

1.000 λίτρα

ζ) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης

2710 19 43 έως 2710 19 48 και
2710 20 11 έως 2710 20 19

410

1.000 λίτρα

η) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται για χρήσεις άλλες από αυτές που καθορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις στ) και ζ)

2710 19 43 έως 2710 19 48 και
2710 20 11 έως 2710 20 19

410

1.000 λίτρα

θ) Πετρέλαιο εξωτερικής καύσης (FUEL OIL-Μαζούτ)

2710 19 62 έως 2710 19 68 και
2710 20 31 έως 2710 20 39

38

1.000 χιλιόγραμμα»



6. Οι περιπτ. κδ) έως κστ') του πίνακα της παρ. 1 του άρθρου 73 του ν.2960/2001 αντικαθίστανται ως εξής:


«ΕΙΔΟΣ ΚΩΔΙΚΟΣ Σ.Ο. ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ ΜΟΝΑΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ

«κδ) Ελαφρύ πετρέλαιο (WHITE SPIRIT)

2710 12 21

20

1.000 χιλιόγραμμα

κε) Άλλα ελαφρά λάδια

2710 12 90

12

1.000 χιλιόγραμμα

κστ) Βιοντίζελ και μείγματα αυτού, όπως ορίζονται με την ΚΥΑ (Α.Χ.Σ.) 52/2016, που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα κινητήρων, είτε αυτούσια είτε σε ανάμιξη με πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) της παραπάνω περίπτωσης στ'

3826 00 10 3826 00 90

410

1.000 λίτρα»



7. Οι περιπτ. δ) και ε) της παρ. 1 του άρθρου 78 του ν.2960/2001, αντικαθίστανται ως εξής:
«δ) Το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που υπάγεται στους κωδικούς της Σ.Ο. 2710 19 43, 2710 19 46 και 2710 20 11, 2710 20 15 και προορίζεται να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως ηλεκτρομονωτικό υλικό ηλεκτρικών μετασχηματιστών.
ε) Το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) των κωδικών της Σ.Ο. 2710 19 43, 2710 19 46 και 2710 20 11, 2710 20 15, καθώς και το φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), το ελαφρύ πετρέλαιο (WHITE SPIRIT) και τα άλλα ελαφρά λάδια των περιπτ. ιβ), κδ) και κε), αντιστοίχως, της παρ. 1 του άρθρου 73, που παραλαμβάνονται από βιομηχανίες ή βιοτεχνίες και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά ως πρώτη ύλη για την παραγωγή των προϊόντων τους.».

8. Η περίπτ. α) του πίνακα της παρ. 2 του άρθρου 78 του ν.2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής:

«ΕΙΔΟΣ

ΚΩΔΙΚΟΣ Σ.Ο.

ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ

ΜΟΝΑΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ

α) Βενζίνη για γεωργικές χρήσεις άρθρου 16 του ν. 3686/1957 (φεκ 64 α) και δασικών συνεταιρισμών άρθρου 5 του ν.827/1978 (φεκ 194 α')

2710 12 51

και 2710 12 59

299

1.000 λίτρα»



9. Η περίπτ. γ) του πίνακα της παρ. 2 του άρθρου 78 του ν.2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής:

«ΕΙΔΟΣ

ΚΩΔΙΚΟΣ Σ.Ο.

ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ

ΜΟΝΑΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ

γ) Βενζίνη εκχύλισης (εξάνιο) που παραλαμβάνεται με τους όρους των διατάξεων του β.δ. 57/1967 (φεκ 4 Α')

2710 12 25

17

1.000 χιλιόγραμμα»



10. Η παρ. 3 του άρθρου 78 του ν.2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) των κωδικών της Σ.Ο. 2710 19 43 και 2710 20 11 της περίπτ. στ' της παρ. 1 του άρθρου 73, που χρησιμοποιείται από τις βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις στους κινητήρες σταθερής θέσης, στα μηχανήματα και μηχανολογικό εξοπλισμό και στα οχήματα που σύμφωνα με τον προορισμό τους χρησιμοποιούνται εκτός δημοσίων οδών ή δεν έχουν λάβει άδεια κύριας χρήσης στις δημόσιες οδούς, καθώς και από τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και τα δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτικά και προνοιακά ιδρύματα, επιστρέφεται ποσό του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης που ανέρχεται στα εκατόν εικοσιπέντε (125) ευρώ ανά χιλιόλιτρο.».

Άρθρο 63
Τροποποίηση του άρθρου 121 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα


1. Μετά την παρ. 4 του άρθρου 121 του ν.2960/2001 προστίθεται παρ. 4Α ως εξής:
«4Α.α) Οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης που προβλέπονται από την παρ. 2, όπως αυτοί διαμορφώνονται σύμφωνα με την παρ. 3 για επιβατικά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 87.03 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, που έχουν κομιστεί ή θα κομιστούν στη χώρα μας μέχρι και 31.12.2018 και για τα οποία θα έχουν κατατεθεί, μέχρι την παραπάνω ημερομηνία δηλωτικά εισαγωγής ή δηλώσεις άφιξης οχημάτων ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία εισόδου, προκειμένου για μετοικούντα πρόσωπα, εφόσον πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές του αμέσως προηγούμενου από το ισχύον, ως προς την ταξινόμηση, ευρωπαϊκού προτύπου εκπομπών ρύπων (Euro), δεν αυξάνονται κατά 50%, όπως προβλέπεται από την περίπτ. α) της παρ. 4 , με την προϋπόθεση ότι μέχρι και 30.4.2019 θα έχουν βεβαιωθεί και εισπραχθεί γι' αυτά, οι οφειλόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις.
β) Οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης που προβλέπονται από την παρ. 2 , όπως αυτοί διαμορφώνονται σύμφωνα με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου για επιβατικά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 87.03 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που έχουν κομιστεί ή θα κομιστούν στη χώρα μας μέχρι και 31.12.2018 και για τα οποία θα έχουν κατατεθεί, μέχρι την παραπάνω ημερομηνία δηλωτικά εισαγωγής ή δηλώσεις άφιξης οχημάτων ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία εισόδου, προκειμένου για μετοικούντα πρόσωπα, εφόσον δεν πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές του ισχύοντος και του αμέσως προηγούμενου , ως προς την ταξινόμηση, ευρωπαϊκού προτύπου εκπομπών ρύπων (Euro) και δεν είναι συμβατικής τεχνολογίας, δεν αυξάνονται κατά 200%, όπως προβλέπεται από την περίπτ. β) της παρ. 4,αλλά κατά 50%, με την προϋπόθεση ότι μέχρι και 30.4.2019 θα έχουν βεβαιωθεί και εισπραχθεί γι' αυτά, οι οφειλόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται για αυτοκίνητα για τα οποία το τέλος ταξινόμησης βεβαιώθηκε από 1.9.2018 μέχρι την έναρξη ισχύος τους.».

2. Οι διατάξεις της παρ.1 ισχύουν από την επομένη της δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 64
Τροποποίηση των άρθρων 129 και 137 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα


1.α) Η παρ. 1 του άρθρου 129 του ν.2960/2001 (Α'265) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Τα κοινοτικά οχήματα που αναφέρονται στα άρθρα 121, 121α, 122, 123 και 124 του παρόντος Κώδικα, καθώς και οι βάσεις των δασμολογικών κλάσεων 87.02 και 87.06 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, τα οποία εισέρχονται στο εσωτερικό της χώρας, δηλώνονται αμέσως στην πλησιέστερη Τελωνειακή Αρχή.».
β) Η παρ. 2 του άρθρου 129 του ν.2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Όταν τα παραπάνω οχήματα, μεταφέρονται έμφορτα ή αυτοδύναμα στο εσωτερικό της χώρας, δηλώνονται αμέσως από το πρόσωπο που πραγματοποίησε την είσοδο αυτή, ή τον ιδιοκτήτη των οχημάτων, ή τον παραλήπτη, ή τον νόμιμο αντιπρόσωπο τους.».
V) Η παρ. 3 του άρθρου 129 του ν.2960/2001, αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Κατά τη δήλωση των οχημάτων της παρ. 1 καθορίζεται η αναγκαία προθεσμία για τη μεταφορά των οχημάτων στον δηλωθέντα πρώτο ή τελικό τόπο προορισμού.».
δ) Η περίπτ. α) της παρ. 4 της Ενότητας Α του άρθρου 137 του ν.2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Για τη μη υποβολή της δήλωσης της παρ. 1 του άρθρου 129, πρόστιμο οκτακοσίων (800) ευρώ για κάθε όχημα.»

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου τίθενται σε ισχύ δύο (2) μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Άρθρο 65
Τροποποίηση του άρθρου 132 του ν. 2960/2001 και του άρθρου 1 της Δ. 697/35/1990 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών


1. Στην παρ. 6 του άρθρου 132 του ν. 2960/2001, όπως ισχύει, μετά το δεύτερο εδάφιο προστίθεται τρίτο εδάφιο, ως εξής:
«Σε περίπτωση κλοπής αυτοκινήτων που έχουν παραληφθεί με πλήρη ή μερική απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης και υπό την προϋπόθεση ότι παρέχεται από τις ισχύουσες διατάξεις η δυνατότητα εκ νέου χορήγησης απαλλαγής από το φόρο, για την εκ νέου υπαγωγή του δικαιούχου στο δικαίωμα, ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο κατά το οποίο συντελείται η κλοπή, εφόσον η υποβολή του αιτήματος για την απόκτηση νέου αυτοκινήτου ατελώς γίνεται εντός του εκάστοτε περιοριστικού διαστήματος, οφείλεται το αναλογούν για το κλαπέν αυτοκίνητο τέλος ταξινόμησης, ενώ, εφόσον η υποβολή του αιτήματος για την απόκτηση νέου αυτοκινήτου ατελώς γίνεται πέραν του εκάστοτε περιοριστικού διαστήματος, απαλλάσσεται ο δικαιούχος από την καταβολή του αντίστοιχου τέλους ταξινόμησης.».

2. Στην παρ. 7 του άρθρου 132 του ν. 2960/2001, όπως ισχύει, μετά το τρίτο εδάφιο προστίθεται τέταρτο εδάφιο, ως εξής:
«Οι νόμιμοι κληρονόμοι δύναται να αποδεσμεύουν τελωνειακά, εντός του εκάστοτε ισχύοντος περιοριστικού διαστήματος, επιβατικό αυτοκίνητο, το οποίο έχει παραληφθεί με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης με βάση τις διατάξεις για τα άτομα με αναπηρίες και έχει περιέλθει στην κατοχή τους κατόπιν κληρονομικής διαδοχής, μέσω μεταβίβασης σε άλλο δικαιούχο της ίδιας απαλλαγής πρόσωπο χωρίς την καταβολή του τέλους ταξινόμησης και με νέα εκκίνηση του προβλεπόμενου περιοριστικού διαστήματος παρακολούθησης της ατέλειας από την ημερομηνία της μεταβίβασης».
3. Η παρ. 3 του άρθρου 1 της με αριθμό Δ. 697/35/20.3.1990 (Β'190) απόφασης Υπουργού Οικονομικών, όπως έχει προστεθεί με το άρθρο 65 του ν. 4370/2016 (Α' 37) και ισχύει, καθώς και η παρ. 4 του άρθρου 1 της ανωτέρω απόφασης, η οποία έχει κυρωθεί με την παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 1884/1990 (Α' 81), καταργούνται.

Άρθρο 66

Στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 147 του ν. 2960/2001, προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Στις περιπτώσεις που η εκπρόθεσμη καταχώριση στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου θέρμανσης αφορά ακύρωση εμπρόθεσμης καταχώρισης και εκ νέου καταχώριση της ίδιας συναλλαγής με προσθήκη του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου του αγοραστή πετρελαίου θέρμανσης, κατόπιν αποστολής σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος στα μέλη του Μητρώου ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και εντός της ορισθείσας σε αυτό προθεσμίας, δεν οφείλονται τα πρόστιμα που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσας παραγράφου. Καταλογιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί για τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου ανακαλούνται, μετά από σχετική αίτηση του μέλους Μητρώου ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., από την εκδούσα τελωνειακή αρχή και τυχόν καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται.»

Άρθρο 67
Τροποποίηση του άρθρου 29 του ν.3943/2011


Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 3943/2011 (Α' 66) αντικαθίσταται ως εξής:
«Όπου, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, απαιτείται κατάθεση παραβόλου σε έντυπη μορφή ή διπλοτύπου αποδεικτικού οίκοθεν είσπραξης, αυτά δύνανται να αντικατασταθούν με ηλεκτρονικό παράβολο.».

Άρθρο 68
Τροποποίηση του άρθρου 22 του ν.1676/1986


Στο τέλος της περίπτ. β) της παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 1676/1986 (Α' 204) η τελεία αντικαθίσταται με κόμμα και μετά την περίπτωση αυτή προστίθεται περίπτ. γ) ως εξής:
«γ) η αύξηση του κεφαλαίου των προσώπων του άρθρου 17, που γίνεται με μετρητά, όταν το προϊόν της αύξησης πρόκειται να διατεθεί αποκλειστικά για δαπάνες Επιστημονικής και Τεχνολογικής Έρευνας, όπως αυτές ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 22Ατου ν. 4172/2013, όπως ισχύει.».

Άρθρο 69
Τροποποίηση των άρθρων 4, 7,11,12 και 14 του ν. 2969/2001


1. Στο τέλος της περίπτ. β) της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 2969/2001 (Α'281) προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:
«Για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής νοείται ως κατεστραμμένος ο άμβικας που, συνεπεία τυχαίου γεγονότος ή ανωτέρας βίας ή μακρόχρονης χρήσης, έχει υποστεί φθορά ή βλάβη που καθιστά αδύνατη τη χρήση του, ως και ο άμβικας που καταστρέφεται με την άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής διότι κρίνεται ακατάλληλος για χρήση για λόγους ποιότητας των παραγομένων προϊόντων. Για την ολική καταστροφή του άμβικα συντάσσεται πρωτόκολλο ολικής καταστροφής από την αρμόδια αρχή.».

2. Η παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 2969/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης, μπορεί να χορηγηθεί στους αγροτικούς συνεταιρισμούς δυσπρόσιτων δημοτικών ή κοινοτικών ενοτήτων ορεινών ή νησιωτικών δήμων της χώρας άδεια κατασκευής και κατοχής ενός (1) άμβικα χωρητικότητας μέχρι 130 λίτρων, εφόσον στην περιοχή αυτή δεν υπάρχει οργανωμένο οινοποιείο και οι αμπελοκτή μονές της δημοτικής ή κοινοτικής ενότητας δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν από τους άμβικες που λειτουργούν μέσα στα όρια αυτών. Ο άμβικας αυτός θα χρησιμοποιείται μόνο για την απόσταξη των στεμφύλων των αμπελοκτημόνων της δημοτικής ή κοινοτικής ενότητας, όπου εδρεύει ο αγροτικός συνεταιρισμός. Μεταβίβαση του παραπάνω άμβικα επιτρέπεται, κατόπιν απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, μόνον α) σε περίπτωση λύσης του συνεταιρισμού, οπότε ο άμβικας μεταβιβάζεται σε άλλο συνεταιρισμό που πληροί τις ίδιες προϋποθέσεις, β) σε περίπτωση λύσης του συνεταιρισμού μετά την εφαρμογή του ν.4015/2011(Α'210), οπότε ο άμβικας μεταβιβάζεται στον Αγροτικό συνεταιρισμό που προέκυψε από την μετατροπή της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 19 του νόμου αυτού, μέλος της οποίας ήταν ο συνεταιρισμός που λύθηκε, γ) σε περίπτωση συγχώνευσης ή απορρόφησης του συνεταιρισμού από άλλο συνεταιρισμό, οπότε ο άμβικας μεταβιβάζεται, κατά περίπτωση, στον νέο ή τον απορροφώντα συνεταιρισμό.
Για τις περιπτ. β) και γ) του προηγούμενου εδαφίου η μεταβίβαση τελεί υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι ο μεταβιβαζόμενος άμβικας εξακολουθεί και μετά από τη μεταβίβασή του, να παραμένει εγκατεστημένος και να λειτουργεί μέσα στα όρια της ίδιας κοινοτικής ή δημοτικής, κατά περίπτωση, ενότητας, σύμφωνα με τη χορηγηθείσα άδεια βάσει του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.
Στις περιπτώσεις μεταβίβασης σε άλλο συνεταιρισμό, εκτός της περίπτωσης που αυτός πληροί τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις, ο μεταβιβαζόμενος άμβικας χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την απόσταξη των στεμφύλων των αμπελοκτημόνων της δημοτικής ή της κοινοτικής ενότητας όπου έδρευε ο αγροτικός συνεταιρισμός στον οποίο είχε χορηγηθεί η άδεια κατασκευής και κατοχής που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.
Σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτός των ανωτέρω, ο άμβικας καταστρέφεται υπό τον έλεγχο των αρμοδίων αρχών.».

3. Στο τέλος της υποπαρ. 3 της παρ. Ε του άρθρου 7 του ν. 2969/2001 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
«Το αρμόδιο Τελωνείο μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση ή να ανακαλέσει χορηγηθείσα κατά τα ανωτέρω άδεια απόσταξης είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν σχετικής εισήγησης της αρμόδιας Χημικής Υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, στην περίπτωση που ο μικρός αποσταγματοποιός (διήμερος) είτε έχει υποπέσει καθ' υποτροπή, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 11 του παρόντος, στις παραβάσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 11, ως και του άρθρου 12 είτε έχει υποπέσει σε παραβάσεις που τιμωρούνται με τις περί λαθρεμπορίας διατάξεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν.2960/2001, Α'265).».

4. Στο τέλος της περίπτ. γ') της υποπαρ. 8 της παρ. Ε του άρθρου 7 του ν. 2969/2001 προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:
«Η κατά τα ανωτέρω διάθεση του εν λόγω προϊόντος διενεργείται αποκλειστικά, από τα δικαιούχα της παραγωγής του πρόσωπα, είτε απ' ευθείας με λιανική πώληση είτε στις επιχειρήσεις ομαδικής εστίασης, καθώς και σε επιχειρήσεις διάθεσης αλκοολούχων ποτών προς λιανική πώληση και κατανάλωση. Η διάθεση του εν λόγω προϊόντος με άλλο τρόπο απαγορεύεται.
Οι κατά τα ανωτέρω επιχειρήσεις που διαθέτουν προς λιανική πώληση και κατανάλωση προϊόν απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων) οφείλουν να έχουν σε εμφανές σημείο στο κατάστημά τους αναρτημένη πινακίδα, στην οποία αναγράφονται, με ευκρινείς χαρακτήρες, το ονοματεπώνυμο του παραγωγού ή των παραγωγών των οποίων το προϊόν διαθέτουν, καθώς και το σχετικό λογιστικό στοιχείο.».

5. Η περίπτ. α) της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 2969/2001 καταργείται.

6. Στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2969/2001 προστίθενται νέες περιπτ. ιβ), ιγ) και ιδ) ως εξής:
«ιβ) Όποιοι, χωρίς άδεια ή με άδεια της οποίας η ισχύς έχει λήξει, αγοράζουν, εισάγουν από τρίτες χώρες, παραλαμβάνουν από Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πωλούν, κατασκευάζουν, επισκευάζουν ή μεταφέρουν μηχανήματα κατάλληλα για παραγωγή αιθυλικής αλκοόλης και αλκοολούχων προϊόντων ή μέρη αυτών, καθώς και αυτοί που κατέχουν σφραγισμένα μεν αποστακτικά μηχανήματα χωρίς όμως να διαθέτουν άδεια κατοχής.
ιγ) Όποιοι παράγουν, εισάγουν από τρίτες χώρες, παραλαμβάνουν από Κράτος - Μέλος της EE, κατέχουν, διακινούν ή διαθέτουν στην κατανάλωση καθ' οιονδήποτε τύπο ή τρόπο αλκοολούχα ποτά τα οποία κρίθηκαν από το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο ως μη ασφαλή-ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση.
ιδ) Οι μικροί αποσταγματοποιοί (διήμεροι) που παράγουν, κατέχουν, διακινούν ή διαθέτουν στην κατανάλωση, ως και όποιοι κατέχουν διακινούν ή διαθέτουν στην κατανάλωση, καθ' οιανδήποτε τύπο ή τρόπο, προϊόν απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων) το οποίο κρίθηκε από το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο ως μη ασφαλές-ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση.».

7. Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 11 του ν.2969/2001 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Ως υποτροπή νοείται η διάπραξη από τον ίδιο επιτηδευματία περισσοτέρων της μιας παραβάσεων του παρόντος νόμου εντός χρονικού διαστήματος δέκα ετών από της βεβαιώσεως της πρώτης παραβάσεως.».

8. Στο άρθρο 12 του ν. 2969/2001 προστίθενται νέες περιπτώσεις ια) και ιβ) ως εξής:
«ια). Όποιοι παράγουν, εισάγουν από τρίτες χώρες, παραλαμβάνουν από Κράτος - Μέλος της EE, κατέχουν, διακινούν ή διαθέτουν στην κατανάλωση καθ' οιονδήποτε τύπο ή τρόπο αλκοολούχα ποτά τα οποία κρίθηκαν από το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο ως μη ασφαλή-επιβλαβή για την υγεία.
ιβ). Οι μικροί αποσταγματοποιοί (διήμεροι) που παράγουν, κατέχουν, διακινούν ή διαθέτουν στην κατανάλωση, ως και όποιοι κατέχουν, διακινούν ή διαθέτουν στην κατανάλωση, καθ' οιανδήποτε τύπο ή τρόπο, προϊόν απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων) το οποίο κρίθηκε από το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο ως μη ασφαλές-επιβλαβές για την υγεία.».

9. Η παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2969/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η παράβαση βεβαιώνεται με πρωτόκολλο παράβασης, το οποίο συντάσσεται από υπάλληλο της αρμόδιας , κατά περίπτωση, για την επιβολή του προστίμου Τελωνειακής ή Χημικής Υπηρεσίας.».

10. α. Η ισχύς των διατάξεων της παρ. 4 αρχίζει τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, των δε λοιπών διατάξεων από τη δημοσίευσή του..
β. Για τη μεταβίβαση αμβίκων συνεταιρισμών που έχουν λυθεί, συγχωνευθεί ή απορροφηθεί από άλλο συνεταιρισμό, παρέχεται προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου για την υποβολή σχετικής αίτησης στο αρμόδιο Τελωνείο.

Άρθρο 70
Τροποποίηση του άρθρου 61 του ν. 4446/2016

Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 61 του ν. 4446/2016 (Α' 240), προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η υποβολή τροποποιητικών δηλώσεων Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α. με τις οποίες ανακαλείται η υποβληθείσα με τις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 57 έως και 60 δήλωση, με τη συνυποβολή των προβλεπόμενων κατά περίπτωση παραστατικών, τα οποία απαιτείται να αποδεικνύουν ότι συντρέχει ο λόγος ανάκλησης την 1η Ιανουαρίου του οικείου έτους, εκτός εάν για τα συγκεκριμένα ακίνητα, για τα οποία είχαν υποβληθεί δηλώσεις με τις διατάξεις του νόμου αυτού, έχει εκδοθεί και χρησιμοποιηθεί το πιστοποιητικό ΕΝ.ΦΙ.Α. της παρ.1 του άρθρου 54Α του ν.4174/2013 (Α'170). Τυχόν φόροι και τόκοι που έχουν καταβληθεί δεν επιστρέφονται.».

Άρθρο 71
Τροποποίηση του άρθρου 15 του ν. 3054/2002


Η περίπτ. γ) της παρ. 8α του άρθρου 15 του ν. 3054/2002 (Α'230), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) Στα μεταφορικά μέσα, βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. ή Φ.Δ.Χ.) ή πλωτά εφοδιαστικά (όπως δεξαμενόπλοια και σλέπια), ιδιόκτητα ή μισθωμένα, των κατόχων άδειας Εμπορίας, Λιανικής Εμπορίας και Διάθεσης Βιοκαυσίμων, εγκαθίστανται υποχρεωτικά ηλεκτρονικά συστήματα διασφάλισης της ποσοτικής και ποιοτικής ακεραιότητας κατά τη διακίνηση προμετρημένων ποσοτήτων καυσίμου, μέσω σφράγισης των διαμερισμάτων, με δυνατότητα τηλεματικής μεταφοράς δεδομένων, σχετικών με την οποιαδήποτε παρέμβαση κατά τη διακίνηση. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών, Υποδομών και Μεταφορών, καθώς και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής όπου απαιτείται, και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι προδιαγραφές, η διαδικασία και οι όροι εγκατάστασης των ανωτέρω συστημάτων, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, οι συγκεκριμένες κατηγορίες βυτιοφόρων (Φ.Ι.Χ. και φ.Δ.Χ.) που υπάγονται στην ανωτέρω ρύθμιση, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.».

Αρθρο 72
Τροποποίηση του άρθρου 14 του ν. 4389/2016


Μετά την περίπτ. ι) της παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 4389/2016 (Α' 94) προστίθεται νέα περίπτ. ια) ως εξής:
«ια) Αποδέχεται δωρεές εν ζωή κινητών, καθώς και δωρεές συνιστάμενες σε παροχή υπηρεσιών, εφόσον προορίζονται για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών της Αρχής και η αξία τους εκτιμάται σε ποσό που δεν υπερβαίνει τις σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ. Στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών της Αρχής συγκροτείται Μητρώο Δωρεών, στο οποίο εγγράφονται υποχρεωτικά οι εν λόγω δωρεές. Το μητρώο αυτό τηρείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προβλεπόμενη στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 4182/2013 (Α' 185) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, αναλόγως εφαρμοζόμενα.».

Άρθρο 73
Τροποποίηση του άρθρου 23 του ν.4389/2016


1. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 23 του ν. 4389/2016 αντικαθίσταται ως εξής:
«Στις οργανικές μονάδες της Α.Α.Δ.Ε. που διακρίνονται για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά τους δύναται να απονέμονται βραβεία. Ομοίως, βραβεία δύναται να απονέμονται και στο Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο (Σ.Ε.Κ.) του άρθρου 6 του ν. 4410/2016 (Α' 141).
Με απόφαση του Διοικητή ορίζεται η διαδικασία και τα κριτήρια αξιολόγησης των οργανικών μονάδων και του Σ.Ε.Κ, οι προϋποθέσεις βράβευσης αυτών, το είδος των βραβείων, και, σε περίπτωση χρηματικών βραβείων, ο τρόπος κατανομής αυτών, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα.».

Άρθρο 74
Τροποποίηση της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015


Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτ. β' της παρ. 2 του άρθρου 13 της υποπαρ. Δ.9 της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α' 94) μετά τη λέξη «φορολογικών» προστίθενται οι λέξεις «και τελωνειακών».

Άρθρο 75
Τροποποίηση του άρθρου 3 της υποπαρ. Δ.9 της παρ.Δ του άρθρου 2 του ν.4336/2015


1. Η δεύτερη παρ. 6 του άρθρου 3 της υποπαρ. Δ.9 της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (Α'94), η οποία προστέθηκε με το άρθρο 63 παρ.1 του 4486/2017 (ΑΊ15), αναριθμείται σε παρ. 7.

2. Μετά από την παρ. 7 του άρθρου 3 της υποπαρ. Δ.9 της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν.4336/2015 προστίθεται νέα παρ. 8, ως εξής: «8. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) μπορεί, για τις ανάγκες εκπαίδευσης συνοδών σκύλων ανιχνευτών των τελωνειακών υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε, να καθορίζονται για τους εκπαιδευόμενους υπαλλήλους, τους εκπαιδευτές αυτών και τους βοηθούς εκπαιδευτές ημέρες μετακίνησης εκτός έδρας κατ' έτος, και πέραν του ανωτάτου ορίου της παρ. 1, για χρονικό διάστημα ανάλογο με τις ανάγκες του εκπαιδευτικού προγράμματος και μέχρι διακόσιες (200) ημέρες συνολικά για τους εκπαιδευτές, καθώς και για τους βοηθούς εκπαιδευτές, και μέχρι εκατόν είκοσι (120) ημέρες συνολικά για τους εκπαιδευόμενους συνοδούς.».

Άρθρο 76
Θέματα συνεταιριστικών μερίδων των αστικών συνεταιρισμών του ν. 1667/1986


1. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986 (Α' 196) αντικαθίσταται ως εξής: «Στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από το συνεταιρισμό αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε στην ονομαστική της αξία, το αργότερο τρεις μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία γίνεται η αποχώρηση ή ο αποκλεισμός.».

2. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 1667/1986 αντικαθίσταται ως εξής: «Η συνεταιριστική μερίδα μεταβιβάζεται, στην ονομαστική της αξία.».

3. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1667/1986 ,όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Σε περίπτωση που οι κληρονόμοι δεν αποκτούν την ιδιότητα του συνεταίρου, τους αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που είχε εισφέρει ο κληρονομούμενος στην ονομαστική της αξία, με την επιφύλαξη των διατάξεων του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 2, εφόσον πρόκειται για πιστωτικό συνεταιρισμό που έχει λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007.».

Άρθρο 77
Σύσταση νομοπαρασκευαστικής επιτροπής στην Ειδική Γραμματεία του Σ.Δ.Ο.Ε.


1. Στην Ειδική Γραμματεία του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομικών συνιστάται δωδεκαμελής νομοπαρασκευαστική επιτροπή, έργο της οποίας είναι ο καθορισμός του θεσμικού πλαισίου που διέπει τη διαχείριση των δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με την παρ. 2 του πρώτου άρθρου της Κ.Υ.Α. 24296 οίκ./29.3.2018 (Β' 1302), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 32 του ν. 4478/2017 (Α' 91). Το έργο της επιτροπής συνίσταται ειδικότερα στη σύνταξη α) σχεδίου νομοθετικής ρύθμισης, β) σχετικής αιτιολογικής έκθεσης και γ) σχετικής ανάλυσης συνεπειών ρύθμισης.

2. Η νομοπαρασκευαστική επιτροπή συγκροτείται από ένα δικαστικό λειτουργό των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και ένα δικαστικό λειτουργό των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, που υποδεικνύονται κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 1756/1988 (Α' 35), ένα Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους , ένα μέλος ΔΕΠ Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (εν ενεργεία ή ομότιμο), έναν εκπρόσωπο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και στελέχη των Υπουργείων και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, που υποδεικνύονται αρμοδίως, με τους αναπληρωτές τους. Χρέη Προέδρου εκτελεί ο αρχαιότερος των δικαστικών λειτουργών.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών ορίζονται ο αριθμός των στελεχών εκάστου των ανωτέρω Υπουργείων που συμμετέχουν στην επιτροπή, οι υπηρεσίες προέλευσής τους και τα μέλη της επιτροπής και ανατίθενται καθήκοντα γραμματέα και αναπληρωτή γραμματέα σε υπαλλήλους των Υπουργείων αυτών.

Άρθρο 78
Τροποποίηση του άρθρου 9 του ν.4557/2018


Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται ως εξής:
«Ειδικά ως προς το Υπουργείο Εξωτερικών λαμβάνονται υπόφη οι προβλεπόμενες από το άρθρο 27 του ν. 4110/2013 διατάξεις και επιδιώκεται ο συντονισμός των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου με την Οικονομική Αστυνομία, την Ε.Γ. Σ.Δ.Ο.Ε., τη Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομικών και την Αρχή.».

Άρθρο 79
Τροποποίηση του άρθρου 128 του ν. 4549/2018


Μετά την παρ. 1 του άρθρου 128 του ν. 4549/2018 (ΑΊ05) προστίθεται παρ. ΙΑ, ως εξής:
«ΙΑ. Πέραν των θέσεων που μεταφέρονται με τη διάταξη της παρ. 1, συνιστώνται οι κάτωθι οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού:
α) μία (1) θέση κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης κλάδου Πληροφορικής, β) δύο (2) θέσεις κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης κλάδου Μηχανικών, γ) μία (1) θέση κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης κλάδου Μηχανικών και δ) τρεις (3) θέσεις κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης κλάδου Διοικητικού Οικονομικού.
Οι ως άνω συνιστώμενες θέσεις δύνανται να καλύπτονται, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, με μετακίνηση ή απόσπαση υπαλλήλων που κατέχουν οργανική θέση στο Υπουργείο Οικονομικών και τα αντίστοιχα προσόντα διορισμού σε αυτές. Για την κάλυψη των ως άνω θέσεων, εκδίδεται, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, στην οποία προσδιορίζεται ο ακριβής αριθμός των θέσεων που θα καλυφθούν, εξειδικεύονται περαιτέρω τα προσόντα διορισμού, προσδιορίζονται τυχόν πρόσθετα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα ή και εργασιακή εμπειρία των υποψηφίων για την κάλυψη των θέσεων αυτών, ο χρόνος και ο τρόπος υποβολής αίτησης των ενδιαφερομένων, η διαδικασία αξιολόγησης των αιτήσεών τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

Άρθρο 80
Τροποποίηση του άρθρου εικοστού ένατου του ν. 4411/2016


Μετά την παρ. 2 του άρθρου εικοστού ένατου του ν. 4411/2016 (ΑΊ42), όπως αυτό ισχύει, προστίθεται νέα παρ. 3 ως εξής:
«3.Τα αποθέματα παλαιών ενσήμων ταινιών φορολογίας καπνού, τα οποία δεν διατέθηκαν έως 31.1.2017, καταστρέφονται με έξοδα του Δημοσίου, εντός ενός έτους από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας παραγράφου, από επιτροπές οι οποίες συγκροτούνται σύμφωνα με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.».

Άρθρο 81
Παραχώρηση δημοσίων κτημάτων σε Δήμους και στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη


1. Παραχωρείται, άνευ ανταλλάγματος, στο Δήμο Μακρακώμης του Νομού Φθιώτιδας η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 2056 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Φθιώτιδας της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Φθιώτιδας, συνολικού εμβαδού 715,80 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται, με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Α στο από Ιούλιο 2017 συνημμένο, ως Παράρτημα I του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από την πολιτικό μηχανικό Τ.Ε. Αφροδίτη Ρήγα και θεωρήθηκε από την πολιτικό μηχανικό Τ.Ε. Παταργιά Λίτσα, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των υπηρεσιών του Δήμου Μακρακώμης.

2. Παραχωρείται, άνευ ανταλλάγματος, στο Δήμο Μώλου - Αγίου Κωνσταντίνου του Νομού Φθιώτιδας η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 2055 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Φθιώτιδας της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Φθιώτιδας, συνολικού εμβαδού 693,52 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Α στο από Σεπτέμβριο 2018 συνημμένο, ως Παράρτημα II του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Π.Ε Ντούβρα Βασίλειο και θεωρήθηκε από τον Αντιδήμαρχο του τέως Δήμου Καμένων Βούρλων Καραμανώλη Αθ., για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δήμου Μώλου-Αγίου Κωνσταντίνου.

3. Παραχωρείται, άνευ ανταλλάγματος, στο Δήμο Οροπεδίου του Νομού Λασιθίου, η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 76 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Λασιθίου της τέως Περιφερειακή Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Κρήτης, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Λασιθίου, συνολικού εμβαδού 547,47 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία 1,2,3,4,1 στο από Ιούλιο 2017 συνημμένο, ως Παράρτημα III του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Μανώλη Παντατωσάκη και θεωρήθηκε από τον ίδιο, για κοινωφελείς σκοπούς του Δήμου Οροπεδίου.

4. Παραχωρείται, άνευ ανταλλάγματος, στο Δήμο Αγίου Νικολάου του Νομού Λασιθίου η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 75 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Λασιθίου της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Κρήτης, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Λασιθίου, συνολικού εμβαδού 323,03 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία 1-2-3-4- 5-6-7-1 στο από 15-6-2018 συνημμένο, ως Παράρτημα IV του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:100, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Ιωάννη Ε. Τσιχλή και θεωρήθηκε από την αρχιτέκτονα μηχανικό Μαρία Πρατσινάκη, για πολιτιστικές χρήσεις του Δήμου Αγίου Νικολάου.

5. Παραχωρείται, άνευ ανταλλάγματος, στο Δήμο Νότιας Κυνουρίας του Νομού Αρκαδίας, η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 65 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της περιοχής τ. Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Λεωνιδίου, του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Αρκαδίας της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Πελοποννήσου-Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Αρκαδίας, συνολικού εμβαδού 531,62 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε....Μ,Ν,Ξ,Α στο από Ιούνιο 2017 συνημμένο, ως Παράρτημα V του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:100, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Χρήστο Γ. Γεωργίτση και θεωρήθηκε από την τοπογράφο μηχανικό Μητροπούλου Θεοδώρα, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Δήμου Νότιας Κυνουρίας.

6. Παραχωρείται, άνευ ανταλλάγματος, στο Δήμο Ξυλοκάστρου-Ευρωστίνης του Νομού Κορινθίας, η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 17 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Κορινθίας, της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Πελοποννήσου-Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Κορινθίας, συνολικού εμβαδού 600,00 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία 1,2,3,4,1 στο από Σεπτέμβριο 2017 συνημμένο, ως Παράρτημα VI του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Απόστολο Θεοδωρόπουλο και θεωρήθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό Χρόνη Καραγιάννη, για εκπαιδευτικούς, πολιτιστικούς και κοινωφελείς σκοπούς του Δήμου Ξυλοκάστρου-Ευρωστίνης.

7. Τα Δημοτικά Συμβούλια των οικείων δήμων αποφασίζουν την αποδοχή της παραχώρησης των ακινήτων των παρ. 1 έως 6 και την καταχώριση αυτής στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο. Το απόσπασμα της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, στο οποίο περιγράφεται το μεταβιβασθέν ακίνητο και το δικαίωμα του οικείου δήμου επ' αυτού, καθώς και όλα τα άλλα απαιτούμενα εκ της ισχύουσας νομοθεσίας στοιχεία, αποτελεί τον τίτλο για την καταχώριση της μεταβίβασης του ακινήτου στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο.

8. Παραχωρείται, άνευ ανταλλάγματος, στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 6128 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Σερρών της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Μακεδονίας -Θράκης, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Σερρών, συνολικού εμβαδού 769,42 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ- Δ-Ε-Ζ-Η-Α στο από Φεβρουάριο 2017 συνημμένο, ως Παράρτημα VII του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:500, που συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό Δερμεντζή Στέργιο και θεωρήθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Θεοδ. Τασούλα, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Αστυνομικού Τμήματος Ηράκλειας Σερρών.

9. Παραχωρείται, άνευ ανταλλάγματος, στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 268 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Τρικάλων της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Τρικάλων, συνολικού εμβαδού 1.191,50 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Α στο από 27-2- 1981 συνημμένο ως Παράρτημα VIII του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από την αρχιτέκτονα Α. Μαντνά και θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο του Γραφείου Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης Μ. Δασκαλάκη, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Αστυνομικού Τμήματος Πύλης.

10. Παραχωρείται, άνευ ανταλλάγματος, στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 154 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Φωκίδας της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Φωκίδας, συνολικού εμβαδού 889,25 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,I,Κ,Α στο συνημμένο, ως Παράρτημα IX του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό ΠΕ/Α Νικόλαο Τουρουντζή, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Αστυνομικού Σταθμού Γραβιάς.

11. Παραχωρείται, άνευ ανταλλάγματος, στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η κυριότητα του Δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 349 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Ηλείας, συνολικού εμβαδού 717,15 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Α στο από Μάιο 1989 συνημμένο, ως Παράρτημα Χ του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Τρύφωνα Σεφερλή και θεωρήθηκε από τον Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Ηλείας Σωτήρη Στεφανάτο και από τον Δήμαρχο Κρεστένων Παναγιώτη Αθανασόπουλο, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Αστυνομικού Τμήματος Κρεστένων.

12. Παραχωρείται, άνευ ανταλλάγματος, στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η κυριότητα του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 269 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής του τέως Αυτοτελούς Γραφείου Τρικάλων της τέως Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Τρικάλων, συνολικού εμβαδού 785,20 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Α στο από Ιανουάριο 1985 συνημμένο, ως Παράρτημα XI του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:50, που συντάχθηκε από τις Αρχιτέκτονες Μηχανικούς Χαρίκλεια Βεβεκλή-Γιαννούση και Κυριακή Κοτσαμπάση και θεωρήθηκε από τον Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Τρικάλων Κωνσταντίνο Βήχα, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Αστυνομικού Τμήματος Φαρκαδόνας.

13. Για την αποδοχή της παραχώρησης των ακινήτων των παρ. 8 έως 12 εκδίδονται αποφάσεις του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη. Οι αποφάσεις αυτές, στις οποίες περιγράφονται τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία των ως άνω παραγράφων, το δικαίωμα και όλα τα άλλα απαιτούμενα εκ της ισχύουσας νομοθεσίας στοιχεία, αποτελούν τον τίτλο για την καταχώριση της μεταβίβασης ενός εκάστου των ακινήτων αυτών στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο.

14. Η παραχώρηση της κυριότητας των ακινήτων του παρόντος άρθρου ανακαλείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, αντίστοιχα, εάν αυτά δεν χρησιμοποιηθούν εντός πενταετίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος για τους σκοπούς, για τους οποίους παραχωρούνται.

15. Με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, αντίστοιχα, ανακαλείται η παραχώρηση της κυριότητας των ακινήτων του παρόντος άρθρου, ιδίως για καθυστέρηση, ματαίωση ή πλημμελή εκπλήρωση του σκοπού της παραχώρησης, αλλαγή της προβλεπόμενης χρήσης, καθώς και για λόγους ανωτέρας βίας ή για σπουδαίο λόγο.

Άρθρο 82

1. Παραχωρείται άνευ ανταλλάγματος στο Δήμο Σφακιών του Νομού Χανίων η κυριότητα μέρους του δημοσίου ακινήτου με ΑΒΚ 383 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της τότε Οικονομικής Εφορίας Χανίων, του τέως Αυτοτελούς γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Χανίων, νυν Κτηματικής Υπηρεσίας Χανίων και συγκεκριμένα η έκταση, συνολικού εμβαδού 19.082,80 τετραγωνικών μέτρων, με τα συστατικά και παραρτήματά της, όπως αυτή εμφαίνεται, ως ΤΜΗΜΑ 1, με μωβ περίγραμμα και με τα στοιχεία Δ, 4, 5...14, 14Α, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 20Α, 21, 22, 23, 24, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 195, 197, 200, 202, 204, 206, 208, 209, 211, 213, 216, 217, 219, 221, 223, 225, 226, 227, 228, 230, 231, 354, 355, 46, 47, 48, 49, 50, Β, Δ στο από Οκτώβριο 2018 συνημμένο, ως Παράρτημα XII του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:5000, που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό του Δήμου Σφακιών Μαραγκάκη Στυλιανό, και θεωρήθηκε από τον πολιτικό μηχανικό της Κτηματικής Υπηρεσίας Χανίων Πισσαδάκη Εμμανουήλ, για την κατασκευή και λειτουργία έργου διαχείρισης λυμάτων και απορριμμάτων του οικισμού της Χώρας των Σφακιών και την κατασκευή περιβαλλοντικού πάρκου λόγω της ιδιαιτερότητας της περιοχής.

2. Το Δημοτικό Συμβούλιο του οικείου δήμου αποφασίζει την αποδοχή της παραχώρησης του ακινήτου και την καταχώριση αυτής στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο της αποδοχής της παραχώρησης του ακινήτου. Το απόσπασμα της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, στο οποίο περιγράφεται το μεταβιβασθέν ακίνητο και το δικαίωμα του οικείου δήμου επ' αυτού, καθώς και όλα τα άλλα απαιτούμενα εκ της ισχύουσας νομοθεσίας στοιχεία, αποτελεί τον τίτλο για την καταχώριση της μεταβίβασης του ακινήτου στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο.

3. Η παραχώρηση της κυριότητας του ακινήτου του παρόντος άρθρου ανακαλείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, αντίστοιχα, εάν αυτό δεν χρησιμοποιηθεί εντός πενταετίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος για τους σκοπούς, για τους οποίους παραχωρείται.

4. Με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, αντίστοιχα, ανακαλείται η παραχώρηση της κυριότητας του ακινήτου του παρόντος άρθρου, ιδίως για καθυστέρηση, ματαίωση ή πλημμελή εκπλήρωση του σκοπού της παραχώρησης, αλλαγή της προβλεπόμενης χρήσης, καθώς και για λόγους ανωτέρας βίας ή για σπουδαίο λόγο.

Άρθρο 83

1. Η παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 3130/2003 (Α'76) αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Αν, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Στέγασης, στην περιοχή αναζήτησης του ακινήτου υπάρχει δημόσιο ακίνητο, το οποίο να καλύπτει τις στεγαστικές ανάγκες της ενδιαφερόμενης υπηρεσίας, ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας εκδίδει πράξη παραχώρησης της χρήσης του, για ορισμένο χρόνο, στην υπηρεσία που αιτείται τη στέγαση. Αν, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Στέγασης, στην περιοχή αναζήτησης του ακινήτου δεν υπάρχει δημόσιο ακίνητο, το οποίο να καλύπτει τις στεγαστικές ανάγκες της ενδιαφερόμενης υπηρεσίας, με βάση τη γνωμοδότηση αυτή και την έγκριση της σχετικής πίστωσης, ο προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας συντάσσει σχέδιο διακήρυξης δημοπρασίας, το οποίο, συνοδευόμενο από τα πιο πάνω έγγραφα, υποβάλλεται για έγκριση στον Υπουργό Οικονομικών.».

2. Μετά το άρθρο 9 του ν. 3130/2003 προστίθεται νέο άρθρο 9Α ως εξής:
«Άρθρο 9Α
1. Συστήνεται στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών Δευτεροβάθμια Επιτροπή Στέγασης, η οποία αποτελείται από:
α) έναν Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος προτείνεται από τον Πρόεδρο του ΝΣΚ, με τον αναπληρωτή του, ως Πρόεδρο,
β) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών με το νόμιμο αναπληρωτή του,
γ) δύο μηχανικούς της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, οι οποίοι προτείνονται από το Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας με τους νόμιμο αναπληρωτές τους, και
δ) τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας στην οποία υπάγεται η προς στέγαση υπηρεσιακή μονάδα με το νόμιμο αναπληρωτή του.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζει τον εισηγητή για κάθε θέμα. Χρέη Γραμματέα της Επιτροπής, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ασκεί υπάλληλος της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας.
Η Δευτεροβάθμια Επιτροπή Στέγασης συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Η Επιτροπή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, μπορεί να διατάσσει αυτοψία από Μηχανικό της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου, στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία, η οποία πρόκειται να στεγαστεί, σε ολόκληρη την Επικράτεια, ή να ορίσει μέλη της για τη διενέργεια αυτής.».

3. Το άρθρο 13 του ν. 3130/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Κατά του πρακτικού καταλληλότητας επιτρέπεται η υποβολή ένστασης ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Στέγασης από τους συμμετέχοντες στη δημοπρασία εντός αποκλειστικής προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών από την επίδοση του πρακτικού σε αυτούς, καθώς και από τρίτους που έχουν έννομο συμφέρον, εντός αποκλειστικής προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών από την τοιχοκόλλησή του έξω από τα γραφεία της υπηρεσίας που εξέδωσε τη διακήρυξη. Η ένσταση υποβάλλεται είτε στο Γραμματέα της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Στέγασης είτε στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, η οποία την αποστέλλει αμελλητί και πάντως εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών στο Γραμματέα της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής μαζί με πλήρη φάκελο. Η Επιτροπή αποφασίζει αιτιολογημένα για την ένσταση εντός τριάντα (30) ημερών από την ημέρα που αυτή περιέρχεται στο Γραμματέα της Επιτροπής. Σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η ανωτέρω προθεσμία, η ένσταση θεωρείται απορριφθείσα. Μετά την απόρριψη των ενστάσεων ή την πάροδο της προθεσμίας υποβολής τους συνεχίζεται η διαδικασία της δημοπρασίας με την προφορική δημοπρασία, εφόσον υπάρξει τέτοια.
2. Επιτρέπεται η υποβολή ενστάσεων σχετικά με τη νομιμότητα της διακήρυξης της δημοπρασίας, την παράλειψη ουσιωδών όρων σ' αυτήν, τη νομιμότητα συμμετοχής μειοδότη ή τη νομιμότητα της διεξαγωγής της προφορικής μειοδοσίας από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 9Α, εντός προθεσμίας τριών (3) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής της δημοπρασίας, εφόσον αναφέρονται στη διακήρυξη της δημοπρασίας, την παράλειψη ουσιωδών όρων σ' αυτήν και τη νομιμότητα συμμετοχής μειοδότη ή από την ημερομηνία διεξαγωγής της προφορικής μειοδοτικής δημοπρασίας, εφόσον αναφέρονται στη νομιμότητα αυτής . Η ένσταση κατατίθεται στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, η οποία υποχρεούται να την διαβιβάσει αμελλητί και πάντως εντός τριών (3) εργασίμων ημερών, μαζί με πλήρη φάκελο, στο Γραμματέα της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Στέγασης, η οποία αποφασίζει αιτιολογημένα εντός δέκα (10) ημερών από την ημέρα που η ένσταση περιέρχεται στο Γραμματέα της Επιτροπής. Σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η ανωτέρω προθεσμία, η ένσταση θεωρείται απορριφθείσα.
3. Σε περίπτωση που η Δευτεροβάθμια Επιτροπή Στέγασης διατάξει τη διενέργεια αυτοψίας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 9Α, η προθεσμία των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου για τη λήψη απόφασης επιμηκύνεται κατά είκοσι (20) ημέρες.
4. Η μη υποβολή ένστασης δεν καθιστά απαράδεκτη τη δικαστική προσβολή των παραπάνω πράξεων.
5. Η Δευτεροβάθμια Επιτροπή Στέγασης επιλαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως, μετά από αίτημα του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας, στις παρακάτω περιπτώσεις:
α) Σε κάθε περίπτωση που υποβληθεί οποιαδήποτε καταγγελία είτε από συμμετέχοντα στο διαγωνισμό είτε από τρίτο σχετικά με τη νομιμότητα του προσφερομένου προς μίσθωση ακινήτου.
β) Σε κάθε περίπτωση που οι πράξεις της διοίκησης, που έχουν εκδοθεί για την έναρξη και την πρόοδο της διαδικασίας της στέγασης δημόσιας υπηρεσίας, δεν φέρουν επαρκή αιτιολογία ή φέρουν εσφαλμένη αιτιολογία για τα θέματα της ύπαρξης ή μη στην περιοχή αναζήτησης κατάλληλου για την αιτούμενη στέγαση δημόσιου ακινήτου, ή της συνδρομής των προϋποθέσεων καταλληλότητας στα προσφερόμενα ακίνητα.».

4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς διαδικασίες στέγασης δημόσιας υπηρεσίας. Οι προθεσμίες για την άσκηση των ενστάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 13 του ν. 3130/2003, όπως αυτό αντικαθίσταται με την παρ. 3, αρχίζουν από τη δημοσίευση του παρόντος Οι προθεσμίες για την εξέταση των ενστάσεων αυτών αρχίζουν από την επομένη της συγκρότησης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Στέγασης.

Άρθρο 84
Ενσωμάτωση του άρθρου 95 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (EE L 173/12.6.2014)


Μέχρι τις 3 Ιουλίου 2021:
α) η υποχρέωση εκκαθάρισης που καθορίζεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (EE) 648/2012 και οι τεχνικές μείωσης του κινδύνου που καθορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 11 αυτού δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις ενεργειακών παραγώγων Γ6, κατά την έννοια της παρ. 16 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α' 14), που συνάπτονται από μη χρηματοπιστωτικούς αντισυμβαλλομένους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 10 του κανονισμού (EE) 648/2012 ή από μη χρηματοπιστωτικούς αντισυμβαλλομένους που αδειοδοτούνται για πρώτη φορά ως επιχειρήσεις επενδύσεων από τις 3 Ιανουαρίου 2018 και
β) οι εν λόγω συμβάσεις ενεργειακών παραγώγων Γ6 δεν θεωρούνται συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων για τους σκοπούς του ορίου εκκαθάρισης που ορίζεται στο άρθρο 10 του κανονισμού (EE) 648/2012. Οι συμβάσεις ενεργειακών παραγώγων Γ6 που επωφελούνται από το μεταβατικό καθεστώς, το οποίο ορίζεται στο πρώτο εδάφιο, υπόκεινται σε όλες τις άλλες απαιτήσεις που καθορίζονται στον Κανονισμό (EE) 648/2012.
Η εξαίρεση που αναφέρεται στην παρ. 1 χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) τις συμβάσεις ενεργειακών παραγώγων Γ6, για τις οποίες χορηγείται εξαίρεση σύμφωνα με την παρ. 1.

Άρθρο 85
Τροποποίηση του άρθρου 20 του π.δ.237/1986


Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 20 του π.δ.237/1986 (Α'110), όπως ισχύει, η φράση «μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018» αντικαθίσταται με τη φράση «μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2023».

Άρθρο 86
Έναρξη ισχύος


Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIII
ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ


I. Κίνδυνοι ζημιών που ταξινομούνται στο άρθρο 4 του ν. 4364/2016:
α. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των όρων και των προϋποθέσεων των προσφερόμενων ασφαλιστικών συμβάσεων, περιλαμβανομένων των παρεπόμενων κινδύνων, αν καλύπτονται από τις συμβάσεις αυτές,
β. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση της εφαρμοστέας νομοθεσίας που διέπει τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, όπως η νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών, η σχετική φορολογική νομοθεσία και το σχετικό κοινωνικό και εργατικό δίκαιο,
γ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών,
δ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση διαχείρισης καταγγελιών,
ε. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση αξιολόγησης των αναγκών του πελάτη,
στ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση της ασφαλιστικής αγοράς,
ζ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας και
η. ελάχιστη απαιτούμενη επάρκεια στον χρηματοοικονομικό τομέα.

II. Επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση:
α. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση επενδυτικών προϊόντων που βασίζονται σε ασφάλιση, περιλαμβανομένων των όρων και των προϋποθέσεων και των καθαρών ασφαλίστρων, και, κατά περίπτωση, των καλυπτόμενων και μη καλυπτόμενων από εγγύηση οφειλών,
β. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των διαφόρων επενδυτικών επιλογών για τους ασφαλισμένους,
γ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των χρηματοοικονομικών κινδύνων που βαρύνουν τους ασφαλισμένους,
δ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των συμβολαίων που καλύπτουν κινδύνους ασφάλισης ζωής και άλλων προϊόντων αποταμίευσης,
ε. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση για την οργάνωση και τα οφέλη που καλύπτονται από εγγύηση του συνταξιοδοτικού συστήματος,
στ', ελάχιστη απαιτούμενη γνώση της εφαρμοστέας νομοθεσίας που διέπει τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, όπως η νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών και η σχετική φορολογική νομοθεσία, ζ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση της ασφαλιστικής αγοράς και της αγοράς των προϊόντων αποταμίευσης,
η. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση διαχείρισης καταγγελιών,
θ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση αξιολόγησης των αναγκών του πελάτη,
ι. διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων,
ια. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας και
ιβ. ελάχιστη απαιτούμενη επάρκεια στον χρηματοοικονομικό τομέα.

III. Κίνδυνοι ασφάλισης ζωής που ταξινομούνται στο άρθρο 5 του ν. 4364/2016:
α. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση συμβολαίων, περιλαμβανομένων των όρων, των προϋποθέσεων, των καλυπτόμενων από εγγύηση οφελών και, όπου έχει εφαρμογή, των παρεπόμενων κινδύνων,
β. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση για την οργάνωση και τα οφέλη που καλύπτονται από εγγύηση του συνταξιοδοτικού συστήματος στην Ελλάδα,
γ. γνώση της εφαρμοστέας νομοθεσίας για τις συμβάσεις ασφάλισης, της νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή, της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της νομοθεσίας για τη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και, όπου έχει εφαρμογή, της σχετικής φορολογικής νομοθεσίας και της σχετικής κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας,
δ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση της ασφαλιστικής αγοράς και των αγορών σχετικών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών,
ε. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση διαχείρισης καταγγελιών,
στ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση αξιολόγησης των αναγκών των καταναλωτών,
ζ. διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων,
η. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας και θ. ελάχιστη απαιτούμενη επάρκεια στον χρηματοοικονομικό τομέα.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο