Δημοσιεύθηκε στις : [ 07-11-2018 ]

ΣτΕ 2096/2018 Σύνδικος πτώχευσης - Καταβολή επί φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών οφειλόμενου κύριου φόρου, δασμού ή τέλους σε ποσοστό 50% (ή 20%, σύμφωνα με τη νεότερη διάταξη του ν. 4446/2016) μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου

(Σύνδικος πτώχευσης - Καταβολή επί φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών οφειλόμενου κύριου φόρου, δασμού ή τέλους σε ποσοστό 50% (ή 20%, σύμφωνα με τη νεότερη διάταξη του ν. 4446/2016) μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου)

Κατηγορία: Είσπραξη δημοσίων Εσόδων

Αριθμός 2096/2018

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄
 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ε. Νίκα, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 14 Σεπτεμβρίου 2016 έφεση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ''..................'' και τον διακριτικό τίτλο «......................», που έδρευε στην .............. Αττικής (οδός ................, θέση .................) και τελεί σε πτώχευση, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο ............. (Α.Μ. .......), ως οριστικό σύνδικο της πτωχεύσεως και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του, κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, η οποία παρέστη με τον Χρήστο Κοραντζάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατά της υπ' αριθμ. 17314/2015 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η πιο πάνω έφεση εισάγεται στο Β΄ Τμήμα του Δικαστηρίου  κατόπιν της από 24 Απριλίου 2018 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Κ. Λαζαράκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον εκπρόσωπο της Αρχής, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο ν   Ν ό μ ο


1. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση, όπως συμπληρώνεται με το από 16-11-2017 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, ζητείται η εξαφάνιση της 17314/2015 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της εταιρείας “........................”, η οποία κηρύχθηκε, μετά την άσκηση της προσφυγής, σε πτώχευση και εκπροσωπήθηκε από τον σύνδικο αυτής, κατά της 261/16-11-2009 απόφασης του Προϊσταμένου του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (ΔΕΚ) Αθηνών περί επιβολής σε βάρος της προστίμου για παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων κατά τη διαχειριστική περίοδο 2003.

2. Επειδή, η έφεση αυτή εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 του ν. 4055/2012 (Α' 51) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 παρ. 4 του ν. 4446/2016 (Α' 240), κατόπιν της 14/24-4-2018 πράξης της οικείας Επιτροπής του Δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «ΕΣΤΙΑ» και «ΤΑ ΝΕΑ» στις 27-4-2018, καθώς και της από 8-5-2018 πράξης της Προέδρου του Β’ Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης αυτού, λόγω σπουδαιότητας.

3. Επειδή, σύμφωνα με την ως άνω 14/2018 πράξη της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 στην υπό κρίση έφεση τίθενται τα γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα, τα οποία έχουν συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων: α) Κατά πόσον το άρθρο 93 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας περί υποχρεώσεως καταβολής παρά του εκκαλούντος ποσοστού της αμφισβητούμενης οφειλής, για να τυγχάνει παραδεκτή και να συζητηθεί η έφεσή του στο Διοικητικό Εφετείο, δύναται να εφαρμόζεται και σε περίπτωση φυσικού ή νομικού προσώπου που τελεί σε κατάσταση πτώχευσης. β) Κατά πόσον οι διατάξεις του άρθρου 277 παρ. 3 και 4 του αυτού Κώδικα, που προβλέπουν την καταβολή  αναλογικού παραβόλου στις φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις, για να τυγχάνει παραδεκτή η άσκηση και συζήτηση της έφεσης, δύναται ομοίως να εφαρμόζονται σε περίπτωση φυσικού ή νομικού προσώπου που τελεί σε κατάσταση πτώχευσης.

4. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, καθώς και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τον εκκαλούντα σύνδικο της πτώχευσης της προαναφερθείσας εταιρείας, η τελευταία κηρύχθηκε σε πτώχευση με την 865/29-9-2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ορίσθηκε σύνδικος της πτώχευσης ο ................, δικηγόρος Αθηνών. Η πτωχευτική διαδικασία συνεχίζεται με ρευστοποίηση των κατ΄ ιδίαν στοιχείων της οφειλέτιδος (βλ. 12603/22-5-2018 πιστοποιητικό Τμήματος Πτωχεύσεων Πρωτοδικείου Αθηνών). Στην πτωχευτική διαδικασία έχει αναγγελθεί το Δημόσιο για την ένδικη οφειλή (βλ. 30625/21-5-2018 βεβαίωση Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών). Σύμφωνα με την τελευταία αυτή βεβαίωση, το κατ' άρθρο 93 παρ. 3 Κ.Δ.Δ. ποσοστό της αμφισβητούμενης οφειλής, το οποίο πρέπει να καταβληθεί για να είναι παραδεκτή η έφεση, υπολογισθέν σε ποσοστό 20%, κατά τη Διοίκηση, ανέρχεται σε 68.031,46 ευρώ, δεν έχει δε καταβληθεί· η νομιμότητα ή μη της καταβολής του ποσού αυτού θα κριθεί, κατά τα αναφερόμενα στη βεβαίωση πάντοτε, από το Συμβούλιο της Επικρατείας στο πλαίσιο της (παρούσας) πρότυπης δίκης. Σύμφωνα, εξάλλου, με το 38937/13-9-2016 σημείωμα πληρωμής παραβόλου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, το παράβολο ανέρχεται σε 3.402 ευρώ συνολικά και το 1/3 αυτού σε 1.134 ευρώ. Περαιτέρω, κατά την άσκηση της υπό κρίση έφεσης (15-9-2016), κατετέθη παράβολο 1.134 ευρώ (βλ. πράξη κατάθεσης της έφεσης και Θ 1019216 α.α. 9179/14-9-2016 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α' Δ.Ο.Υ. Δ' Αθηνών). Στη συνέχεια, όμως, ο εκκαλών σύνδικος της πτώχευσης άσκησε το από 16-11-2017 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, με το οποίο προέβαλε αφενός μεν ότι η κατ' άρθρο 93 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ. υποχρέωση προσώπου που τελεί σε πτώχευση, προς καταβολή ποσοστού 20% του ένδικου προστίμου (υπολαμβάνοντας προφανώς ως εφαρμοστέα τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του ν. 4446/2016, βλ. επόμενη σκέψη) ως προϋπόθεση παραδεκτού της έφεσης αντίκειται στις ειδικές διατάξεις των άρθρων 17, 21, 25, 26 του Πτωχευτικού Κώδικα και στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 13 της Ε.Σ.Δ.Α., αφετέρου δε ότι η κατ' άρθρο 277 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ. υποχρέωση καταβολής αναλογικού παραβόλου (υπολαμβάνοντας και πάλι ως εφαρμοστέα τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 5 του ν. 4446/2016, βλ. σκέψη 10) ως προϋπόθεση παραδεκτού της έφεσης αντίκειται στις αυτές διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα και των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ενώ η πτωχή εταιρεία στερείται, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 276 του Κ.Δ.Δ., τη δυνατότητα να τύχει ευεργετήματος πενίας. Τέλος, αίτηση αναστολής της εκκαλουμένης 17314/2015 απόφασης απορρίφθηκε, κατά τη διαδικασία των άρθρων 206-209 του Κ.Δ.Δ. με την 19/1-2-2018 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με τη στηριζόμενη σε σειρά σκέψεων αιτιολογία ότι η ήδη πτωχή εταιρεία δεν θα υποστεί ισχυρό οικονομικό κλονισμό από την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης.

5. Επειδή, η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97), η οποία προσετέθη με το άρθρο 22 του ν. 3900/2010 όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 παρ. 2 του ν. 4446/2016, το οποίο εφαρμόζεται σε ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά την πάροδο μηνός από τη δημοσίευσή του στις 22-12-2016 (βλ. άρθρα 44 και 45 ν. 4446/2016, 40 παρ. 5 ν. 4465/2017, Α' 47), ορίζει ότι: “3. Προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό 50% (μειωθέν σε 20% με το προαναφερθέν άρθρο 37 παρ. 2 του ν. 4446/2016) του οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει, εκτός αν έχει χορηγηθεί αναστολή σύμφωνα με το άρθρο 209Α. Το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, η οποία συντάσσει ατελώς, μετά από αίτηση του εκκαλούντος, ειδικό σημείωμα, με το οποίο βεβαιώνεται και η καταβολή του”.

6. Επειδή, ο Πτωχευτικός Κώδικας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 3588/2007 (Α΄ 153/10.7.2007), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζει στο άρθρο 1 [Σκοπός της πτώχευσης] ότι «Η πτώχευση αποσκοπεί στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του ή με άλλο τρόπο που προβλέπεται από σχέδιο αναδιοργάνωσης και ιδίως με τη διατήρηση της επιχείρησής του», στο άρθρο 7 [Απόφαση] ότι «1. Με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση το πτωχευτικό δικαστήριο διορίζει εισηγητή δικαστή και σύνδικο της πτώχευσης και διατάσσει τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας. Ορίζει ημέρα, ώρα και τόπο όπου οι πιστωτές θα συνέλθουν ενώπιον του εισηγητή σε συνέλευση για σύνταξη πίνακα εικαζόμενων πιστωτών και εκλογή της επιτροπής πιστωτών και ορίζει τον τρόπο δημοσιότητας. Με την ίδια απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο ορίζει ημερομηνία σύγκλησης της συνέλευσης των πιστωτών για να αποφασίσει με βάση την έκθεση του συνδίκου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 70 […]», στο άρθρο 10  [Εξασφαλιστικά μέτρα. Προληπτικά μέτρα] ότι “1. Μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, ο πρόεδρος του αρμόδιου [...] δικαστηρίου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. Κ.Πολ.Δ.), μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Ο πρόεδρος μπορεί, ιδίως, να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, να ορίσει μεσεγγυούχο. [...] 2. Τα διατασσόμενα μέτρα παύουν αυτοδικαίως με την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης.”, στο άρθρο 11 [Σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας] “1. Ο γραμματέας των πτωχεύσεων γνωστοποιεί αμέσως στον ειρηνοδίκη τη διάταξη της απόφασης για τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας. [...] Αρμόδιος για τη σφράγιση είναι ο ειρηνοδίκης του τόπου όπου βρίσκονται τα πράγματα [...] 2. [...] 3. Ο ειρηνοδίκης θέτει τις σφραγίδες στις θύρες και τα παράθυρα του καταστήματος του οφειλέτη και των λοιπών ακινήτων του, καθώς και επί των κινητών του που βρίσκονται εκτός κλειστού χώρου, ώστε να μην είναι δυνατή η είσοδος στα ακίνητα ή η αφαίρεση κινητών, χωρίς την καταστροφή των σφραγίδων. 4. [...] [Ε]ξαιρούνται από τη σφράγιση και παραδίδονται αμέσως στον σύνδικο [...] τα εμπορικά βιβλία του οφειλέτη [...] Τα εμπορικά βιβλία θεωρούνται από τον ειρηνοδίκη και βεβαιώνεται με συνοπτική έκθεση η κατάσταση τους [....] 5. Για τη σφράγιση συντάσσεται [...] έκθεση [...]”, στο άρθρο 16 [Πτωχευτική περιουσία] ότι «1. Η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, οπουδήποτε και αν βρίσκεται. 2. [...] 3. Στην πτωχευτική περιουσία ανήκουν τα εμπορικά βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη που αφορούν την επιχείρησή του. Η υποχρέωση διατήρησής τους, σύμφωνα με το νόμο, δεν θίγεται. 4. [...] 5. Στην πτωχευτική περιουσία δεν περιλαμβάνεται η περιουσία που αποκτά ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Κατ’ εξαίρεση, τόκοι και άλλες περιοδικές παροχές, καθώς και παρεπόμενες αξιώσεις ή δικαιώματα και αν ακόμη γεννώνται ή αναπτύσσονται μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, εφόσον προέρχονται από ενοχή ή κύριο δικαίωμα που υπήρχε πριν την κήρυξη της πτώχευσης.», στο άρθρο 17 [Πτωχευτική απαλλοτρίωση] ότι «1. Ο οφειλέτης από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης (διαχείρισης και διάθεσης) της περιουσίας του (πτωχευτική απαλλοτρίωση), την οποία ασκεί μόνος ο σύνδικος. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης, πράξεις διαχείρισης ή διάθεσης στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, είναι ανενεργείς και απαγορεύεται να καταχωρηθούν σε δημόσια βιβλία οποιασδήποτε φύσεως, χωρίς τη γραπτή έγκριση του συνδίκου. 2. […] 3. Η πτωχευτική απαλλοτρίωση αίρεται σε όσες περιπτώσεις ο παρών κώδικας προβλέπει. 4. Ο οφειλέτης δεν νομιμοποιείται μετά την κήρυξη της πτώχευσης σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Μόνο σε περίπτωση κατεπείγοντος και αδράνειας του συνδίκου νομιμοποιείται, κατ’ εξαίρεση, στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της πτωχευτικής περιουσίας. Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει προσθέτως στις δίκες που διεξάγει ο σύνδικος.», στο άρθρο 20 [Υποχρέωση ενημέρωσης και συνεργασίας] ”1. Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να ενημερώνει τον σύνδικο και να συνεργάζεται μαζί του για οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με την πτώχευση. […] 2. Ο οφειλέτης υποχρεούται να θέσει στη διάθεση του συνδίκου τα τηρούμενα από αυτόν εμπορικά βιβλία και στοιχεία, υποχρεωτικά και μη, που αφορούν την επιχείρησή του.”, στο άρθρο 21 [Πτωχευτικός πιστωτής] ότι «1. Πτωχευτικοί πιστωτές είναι εκείνοι που κατά την κήρυξη της πτώχευσης έχουν κατά του οφειλέτη γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη χρηματική ενοχική απαίτηση και ειδικότερα εκείνοι των οποίων: α. η απαίτηση δεν διασφαλίζεται με προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια (ανέγγυοι πιστωτές)· β. η απαίτηση ικανοποιείται προνομιακά από το σύνολο της πτωχευτικής περιουσίας (γενικοί προνομιούχοι πιστωτές) δ. […]. 2. Ο πτωχευτικός πιστωτής μπορεί να επιδιώξει την ικανοποίηση των απαιτήσεων του μόνο μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας, εκτός εάν στον παρόντα κώδικα ορίζεται διαφορετικά.», στο άρθρο 25 [Αναστολή των ατομικών καταδιώξεων] ότι «1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26 [που περιέχει ρυθμίσεις για τους ενέγγυους πιστωτές], από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες», στο άρθρο 52 [Τα όργανα της πτώχευσης] ότι «Τα όργανα της πτώχευσης είναι: το πτωχευτικό δικαστήριο, ο εισηγητής, ο σύνδικος, η συνέλευση των πιστωτών και η επιτροπή πιστωτών», στο άρθρο 60 [Διατάξεις του Εισηγητή] ότι “1. Ο εισηγητής με διάταξή του παρέχει τις προβλεπόμενες από τον παρόντα κώδικα άδειες και αποφασίζει [...] σε κάθε άλλη περίπτωση που έχει αρμοδιότητα κατά τον παρόντα κώδικα. 2 [...]”, στο άρθρο 66 [Συντηρητικά μέτρα] ότι “1. Ο σύνδικος είναι υποχρεωμένος να εγγράψει αμέσως τις υποθήκες και προσημειώσεις για τις οποίες υπάρχουν τίτλοι κατά οφειλετών της πτώχευσης και να ζητεί από το πτωχευτικό δικαστήριο τη λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου προς εξασφάλιση της πτωχευτικής περιουσίας. 2. [...]”, στο άρθρο 67 [Εκποίηση πραγμάτων που υπόκεινται σε φθορά κ.λπ.] ότι “1. Ο σύνδικος μπορεί να ζητήσει από τον εισηγητή να επιτρέψει να εξαιρεθούν από τη σφράγιση και να παραδοθούν σ’ αυτόν, όσα πράγματα υπόκεινται σε άμεση φθορά ή υποτίμηση της αξίας τους ή η διατήρηση τους είναι δαπανηρή [...]”, στο άρθρο 68 [Αποσφράγιση - απογραφή] “1. Ο σύνδικος μέσα σε τρεις (3) ημέρες από το διορισμό του και εφόσον έχει ολοκληρωθεί η σφράγιση, ζητεί από τον ειρηνοδίκη την αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και προβαίνει στην απογραφή της. […] 3. Μόλις περατωθεί η απογραφή, τα βιβλία και τα λοιπά έγγραφα, τα χρεόγραφα, εμπορεύματα, τα χρήματα και όλα τα πράγματα γενικά της πτώχευσης παραδίδονται στον σύνδικο, ο οποίος βεβαιώνει την παράδοση επί του εγγράφου της εκθέσεως απογραφής, […]”, στο άρθρο 69 [Ενημέρωση εισηγητή] ότι “Ο σύνδικος, με βάση τα στοιχεία της απογραφής και όσα άλλα έχει στη διάθεσή του, υποβάλλει προς τον εισηγητή το συντομότερο ειδική αναφορά για την κατάσταση της πτωχευτικής περιουσίας και περί του τρόπου συνέχισης των εργασιών της πτώχευσης”, στο άρθρο 70 [Έκθεση του συνδίκου] ότι «1. Ο σύνδικος υποχρεούται να υποβάλει στη συνέλευση των πιστωτών έκθεση σχετικά με την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και των αιτίων της πτώχευσης, τις προοπτικές διατήρησης της επιχείρησης, εν όλω ή εν μέρει, τις δυνατότητες βιωσιμότητάς της και υπαγωγής του οφειλέτη σε σχέδιο αναδιοργάνωσης και τις κατά περίπτωση προβλεπόμενες συνέπειες ως προς την ικανοποίηση των πιστωτών. 2. […]», στο άρθρο 73 [Είσπραξη απαιτήσεων - κατάθεση και ανάληψη χρημάτων] ότι “1. Ο σύνδικος επιμελείται για την είσπραξη των απαιτήσεων της πτώχευσης. Ανοίγει ειδικό έντοκο λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα στο όνομα του τελούντος σε πτώχευση οφειλέτη και στον οποίο λογαριασμό γίνεται ρητή και εμφανής αναφορά ότι ο οφειλέτης τελεί σε κατάσταση πτώχευσης, όπου καταθέτει τα χρήματα που υπήρχαν στο ταμείο ή σε οποιονδήποτε λογαριασμό του οφειλέτη ή εισπράχθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του. [...] 2. [...] 3. Ο ειδικός λογαριασμός κινείται από τον σύνδικο μόνο μετά από άδεια του εισηγητή. [...]”, στο άρθρο 76 [Εξέταση εμπορικών βιβλίων - Ισολογισμός] «1. Ο σύνδικος εξετάζει τα εμπορικά βιβλία και λοιπά στοιχεία του οφειλέτη και προσκαλεί αυτόν να αναγνωρίσει το περιεχόμενό τους, να βεβαιώσει την κατάστασή τους, να δώσει οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία και να παρίσταται κατά το κλείσιμο βιβλίων. […]», στο άρθρο 84 [Τρόπος εξακολούθησης των εργασιών της πτώχευσης] ότι “1. Μετά το πέρας των επαληθεύσεων, ο εισηγητής, εντός είκοσι (20) ημερών, υποχρεούται να συγκαλέσει τη συνέλευση των πιστωτών που αποφασίζει αν πρέπει να συνεχιστεί από τον σύνδικο η άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας της επιχείρησης του οφειλέτη ή ορισμένων κλάδων της για ορισμένο χρονικό διάστημα, αν πρέπει να εκμισθωθεί σε τρίτο η επιχείρηση ως σύνολο ή αν πρέπει να εκποιηθεί η επιχείρηση ως σύνολο ή να γίνει ρευστοποίηση των κατ' ιδίαν στοιχείων της χωριστά [...] 3. Τη σχετική απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών επικυρώνει με πράξη του ο εισηγητής, εφόσον συμφωνεί [...]”, στο άρθρο 89 [Πρόσκληση για αναγγελία] ότι «1. Ο οφειλέτης υποχρεούται να παραδώσει στον σύνδικο κατάλογο των πιστωτών του και του ύψους των απαιτήσεων τους, με κάθε στοιχείο που έχει στη διάθεση του. 2. Ο σύνδικος οφείλει αμέσως να ενημερώσει εγγράφως όλους τους πιστωτές που είναι γνωστής διαμονής, κατοικίας ή έδρας από τα στοιχεία της πτώχευσης και τους καλεί να αναγγείλουν την απαίτησή τους και να καταθέσουν […] τα έγγραφά τους στον γραμματέα των πτωχεύσεων και τις προθεσμίες εντός των οποίων υποχρεούνται σε αναγγελία και επαλήθευση των απαιτήσεών τους, και επισημαίνει τις συνέπειες από την παράλειψη ή το εκπρόθεσμο της αναγγελίας της κατάθεσης των εγγράφων ή της επαλήθευσης των απαιτήσεων […]», στο άρθρο 90 [Προθεσμία αναγγελίας] ότι «1. […] 3. Ο σύνδικος, μετά την παρέλευση της προθεσμίας αναγγελίας, οφείλει να καταρτίσει πίνακα όλων των αναγγελθέντων πιστωτών, […] σημειώνοντας το ύψος της κάθε απαίτησης, αν αυτή συνοδεύεται από κάποιο προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια και τη σειρά κατάταξης της [...]», στο άρθρο 91 [Τύπος και περιεχόμενο της αναγγελίας] ότι «1. Η αναγγελία γίνεται εγγράφως στον γραμματέα των πτωχεύσεων. 2. [...]», στο άρθρο 93 [Πώς γίνεται η επαλήθευση] ότι «1. Η επαλήθευση των απαιτήσεων διενεργείται από τον σύνδικο ενώπιον του εισηγητή [...]», στο άρθρο 132 [Γενική διάταξη] ότι «1. Μετά την ολοκλήρωση της εξέλεγξης των πιστώσεων και εφόσον δεν επιτεύχθηκε η αποδοχή ή η επικύρωση σχεδίου αναδιοργάνωσης της επιχείρησης του οφειλέτη ή αυτή ακυρώθηκε για οποιονδήποτε λόγο, η πτώχευση βρίσκεται στο στάδιο της ένωσης των πιστωτών. 2. Κατά το στάδιο αυτό ο σύνδικος προβαίνει στη ρευστοποίηση του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη και στη διανομή του προϊόντος αυτής στους πιστωτές είτε με την εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου είτε με την εκποίηση των επί μέρους στοιχείων αυτής, καθενός χωριστά ή ομαδικά, σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις.», στο άρθρο 153 [Πίνακας διανομής] ότι «1. Ο σύνδικος συντάσσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση πίνακα διανομής [...]. Ο πίνακας συντάσσεται με βάση τις επαληθευθείσες απαιτήσεις […]», στο άρθρο 154 [Γενικά προνόμια] ότι «Μετά από την αφαίρεση των δικαστικών εξόδων, των εξόδων της διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας […] και των τυχόν ομαδικών πιστωμάτων, οι πιστωτές κατατάσσονται με την ακόλουθη σειρά: […] ε) Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από φόρους που ορίστηκαν από την αξία της προσόδου ή από το είδος των πραγμάτων που πλειστηριάστηκαν και που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός και το προηγούμενο […]», στο άρθρο 164 [Γενικά] ότι «Η πτώχευση περατώνεται, με την επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης (άρθρο 125 παράγραφος 2), με την εκποίηση όλων των στοιχείων του ενεργητικού της, καθώς και με την παύση των εργασιών της, είτε για έλλειψη ενεργητικού είτε λόγω της παρόδου του χρόνου που ορίζεται στο άρθρο 166 παράγραφος 3», στο άρθρο 166 [Παύση των εργασιών της πτωχεύσεως] ότι «1. Αν οι εργασίες της πτωχεύσεως δεν μπορούν να εξακολουθήσουν, λόγω έλλειψης των αναγκαίων χρημάτων ή ευχερώς ρευστοποιήσιμης περιουσίας, το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από έκθεση του εισηγητή και αφού ακούσει τον σύνδικο και την επιτροπή πιστωτών, μπορεί, μετά από αίτηση του οφειλέτη, πιστωτή ή του συνδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να κηρύξει την παύση των εργασιών της πτωχεύσεως. 2. Στην περίπτωση της παραγράφου 1 περατώνεται η πτώχευση, αίρεται η πτωχευτική απαλλοτρίωση και ο οφειλέτης αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιουσίας του. Οι πιστωτές αναλαμβάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα και παύει το λειτούργημα του συνδίκου, καθώς και του εισηγητή. Τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μετά πάροδο μηνός από τη δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 1. 3. Μετά παρέλευση δέκα (10) ετών από την έναρξη της ένωσης των πιστωτών και σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση δεκαπέντε (15) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης επέρχονται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση τα αποτελέσματα της παραγράφου 2», στο άρθρο 181 [Καταργούμενες διατάξεις] ότι «Με την επιφύλαξη της διάταξης του επόμενου άρθρου, από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, καταργούνται: α) … στ) οι διατάξεις του ΚΕΔΕ περί αναγκαστικής εκτέλεσης επί της περιουσίας του οφειλέτη κατά τη διάρκεια της πτώχευσης, … και ι) κάθε άλλη διάταξη που αναφέρεται σε αντικείμενο που ρυθμίζεται από τον παρόντα κώδικα και αντιβαίνει στις διατάξεις αυτού». Εξάλλου, στην εισηγητική έκθεση επί του σχεδίου νόμου, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «[…] 2. Ο Πτωχευτικός Κώδικας εισάγει νέες ρυθμίσεις […]. Ως σύστημα ρυθμίσεων επιδιώκει : α) […] γ) την ισότιμη μεταχείριση των πιστωτών που έχουν την ίδια θέση […] 3. Δύο είναι οι βασικοί πυλώνες των ρυθμίσεων του νέου Πτωχευτικού Κώδικα: Πρώτος, η εισαγωγή ενός «ενιαίου συστήματος» εκκαθάρισης και αναδιοργάνωσης με υπαγωγή τους ενιαίως στον θεσμό της πτώχευσης […] Δεύτερος, η αυτορρύθμιση της πτώχευσης κατά το διαδικαστικό και ουσιαστικό της περιεχόμενο, με αναβάθμιση της αυτονομίας των πιστωτών και των άλλων εμπλεκομένων […] Η λεγόμενη συλλογικότητα της άσκησης και εφαρμογής των δικαιωμάτων στην πτώχευση από τους πιστωτές δεν περιορίζει, όμως, την εποπτεία, ως προς τη νομιμότητα της διαδικασίας, της δικαστικής αρχής. Ουσιαστικό και διαδικαστικό δίκαιο της πτώχευσης συνδέονται λειτουργικά. Και τα δύο δομούνται και διαμορφώνονται πάνω στην ίδια κατάσταση, την αδυναμία του οφειλέτη να ικανοποιήσει τους πιστωτές του. Και τα δύο κυριαρχούνται από την αρχή της “αυτονομίας των πιστωτών”. Η πτώχευση, ως θεσμός του εμπορικού δικαίου και όχι του δικονομικού δικαίου, με φύση αναγκαστικού δικαίου, αν και εποπτευόμενος από την Πολιτεία, λόγω των πολλαπλών εμπλεκόμενων συμφερόντων και της σημασίας του για την οικονομία καθόλου, χαρακτηρίζεται από συλλογικότητα δράσης των πιστωτών κατά την πραγμάτωση του δικαίου της πτώχευσης και την ικανοποίησή τους με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της σύμπραξής τους σε κοινωνία ζημίας [...]».

7. Επειδή, όπως συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, η πτώχευση οργανώνεται σε δύο βασικά διαδικαστικά στάδια: α) στο στάδιο της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, το οποίο αναφέρεται στην εξεύρεση, διασφάλιση και διοίκηση του ενεργητικού της πτώχευσης, και β) στο στάδιο που αναφέρεται στη διαπίστωση του παθητικού της κατά τη διαδικασία εξέλεγξης των πτωχευτικών απαιτήσεων. Η διενέργεια του εν λόγω οικονομικού έργου, δηλαδή της συγκέντρωσης, διαχείρισης, αξιοποίησης και διανομής της πτωχευτικής περιουσίας, ανατίθεται από τον νόμο σε ένα πρόσωπο, τον σύνδικο, οι ενέργειες του οποίου πλαισιώνονται και ελέγχονται από το πτωχευτικό δικαστήριο και τον εισηγητή δικαστή. Για την επίτευξη δε των σκοπών του πρώτου σταδίου, ο Πτωχευτικός Κώδικας περιέχει, μεταξύ άλλων, τις εξής ρυθμίσεις : 1. Προβλέπει ότι, από την κήρυξη της πτώχευσης (και μέχρι την άρση της σε όσες περιπτώσεις ο ίδιος ο Κώδικας προβλέπει), ο οφειλέτης στερείται αυτοδικαίως του δικαιώματος διαχείρισης και διάθεσης της (πτωχευτικής) περιουσίας του, η δε διοίκησή της περιέρχεται πλέον στον σύνδικο (πτωχευτική απαλλοτρίωση). Δικονομική συνέπεια της εν λόγω στέρησης είναι ότι ο οφειλέτης παύει πλέον να νομιμοποιείται τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά σε δίκες που αφορούν την ως άνω περιουσία. 2. Θεσπίζει την αρχή της άρσης του δικαιώματος ατομικής δίωξης του οφειλέτη για όλους τους in abstracto (εν δυνάμει) πτωχευτικούς πιστωτές (εκτός από τους εμπραγμάτως ασφαλισμένους που ασκούν την εμπράγματη αξίωσή τους ή εκείνους που έχουν εμπράγματη αγωγή κατά του οφειλέτη), αυτούς, δηλαδή, που, κατά το χρονικό σημείο κήρυξης της πτώχευσης, έχουν κατά του οφειλέτη γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη χρηματική ενοχή, οι οποίοι, μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ενώνονται αυτοδικαίως και οργανώνονται σε ομάδα (κοινωνία ιδιάζουσας νομικής σημασίας) και οι οποίοι, πλέον, ως μόνο τρόπο ικανοποίησης των ενοχικών αξιώσεών τους, έχουν το δικαίωμα να συμμετάσχουν στη διαδικασία εξέλεγξης των πιστώσεών τους. Ο κανόνας δε αυτός καταλαμβάνει το σύνολο των πτωχευτικών πιστωτών (πλην των ως άνω εξαιρέσεων), επομένως και το Δημόσιο, ως προς το οποίο όχι μόνο δεν διατηρήθηκε επιφύλαξη, αλλ΄ αντιθέτως, με τη διάταξη του άρθρου 181 του εν λόγω Κώδικα, καταργήθηκαν από την έναρξη της ισχύος του, οι διατάξεις του ΚΕΔΕ που προέβλεπαν τη δυνατότητα του Δημοσίου να προβαίνει μετά την κήρυξη της πτώχευσης “σε αναγκαστική εκτέλεση της περιουσίας του πτωχεύσαντος, της πτωχευτικής και μεταπτωχευτικής, ανεξάρτητα από την ύπαρξη υπέρ αυτού γενικού ή ειδικού προνομίου επί της περιουσίας του οφειλέτη” [βλ. ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 62 παράγραφος 4 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974 Α΄ 90), όπως η παράγραφος αυτή είχε αντικατασταθεί με την παρ. 3 του άρθρου 37 του ν. 2214/1994, Α΄ 75]. 3. Προβλέπει, ως ρυθμιστικό μέτρο (όταν δηλ. διατάσσεται με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση), τη σφράγιση, αποσφράγιση και απογραφή της ευρισκόμενης στην κατοχή του οφειλέτη πτωχευτικής περιουσίας 4. Προβλέπει το δικαίωμα του συνδίκου -που αποτελεί ταυτόχρονα και υποχρέωσή του- να λάβει στη νομή και κατοχή του το σύνολο της πτωχευτικής περιουσίας (ή σε περίπτωση αρνήσεως παράδοσης αυτής από τον οφειλέτη, να προβεί και σε εκτέλεση, με βάση την απόφαση κήρυξης σε πτώχευση, κατά τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.), να εισπράττει απαιτήσεις, να προβαίνει σε συντηρητικές πράξεις (π.χ. διακοπή παραγραφής) και δικαστικές ενέργειες, να εγγράφει υποθήκες εκ του νόμου υπέρ της ομάδας των πιστωτών, να προβαίνει σε συμβιβασμούς και εκποιήσεις αντικειμένων υποκείμενων σε φθορά. 5. Προβλέπει τη δυνατότητα λήψης, από τον Πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου, κατόπιν αιτήσεως παντός έχοντος έννομο συμφέρον (επομένως και κάθε πτωχευτικού πιστωτή), οποιουδήποτε (κατά την κρίση αυτού) αναγκαίου προληπτικού μέτρου (όπως “ιδίως” την απαγόρευση διάθεσης περιουσιακών στοιχείων από τον οφειλέτη ή την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών ή τον ορισμό μεσεγγυούχου), προκειμένου να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη είτε με μείωση αυτής είτε με διασπορά της είτε με προνομιακή ικανοποίηση πιστωτή, καθ΄ όλο το διάστημα από την υποβολή της αιτήσεως για την κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση μέχρι την έκδοση απόφασης επ' αυτής και 6. Προβλέπει την υποχρέωση του συνδίκου να ζητήσει από το πτωχευτικό δικαστήριο τη λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου προς εξασφάλιση της πτωχευτικής περιουσίας μέτρου. Για την επίτευξη, εξάλλου, των σκοπών του δεύτερου σταδίου (διαπίστωση του παθητικού της πτωχεύσεως), ο νόμος προβλέπει τη διαδικασία εξέλεγξης των πτωχευτικών απαιτήσεων, η οποία ανατίθεται στον σύνδικο και τον εισηγητή (έχει, δηλαδή, δικαστικό χαρακτήρα) και περιλαμβάνει δύο ειδικότερα υποστάδια, αυτό της αναγγελίας και αυτό της επαλήθευσης των πιστωτικών απαιτήσεων. Στη διαδικασία αυτή υπόκεινται οι πάσης φύσεως απαιτήσεις των πτωχευτικών πιστωτών (δηλαδή εκείνων το δικαίωμα των οποίων είχε γεννηθεί πριν από την κήρυξη της πτώχευσης), όπως άλλωστε και του Δημοσίου (βλ. ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 62 του Κ.Ε.Δ.Ε.) για κάθε είδους απαιτήσεις του, επομένως και αυτών από φόρους (το οποίο, πάντως, κατατάσσεται στον Πίνακα Διανομής με γενικό προνόμιο) (ΣτΕ 1101/2017 7μ., πρβλ. ΣτΕ 2311/2017, ΣτΕ 2986/2017).

8. Επειδή, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, οι οποίες ως οργανωμένο και αυτοτελές σύστημα κανόνων δικαίου, ρυθμίζουν κατά τρόπο αυστηρό, λεπτομερειακό και εξαντλητικό τον τρόπο αντίδρασης της έννομης τάξης στο (νομικό) γεγονός της οικονομικής πτώσης του οφειλέτη, εν όψει όχι μόνο της σημασίας του για την οικονομία αλλά και των πολλαπλών εμπλεκομένων συμφερόντων, η προάσπιση του συλλογικού συμφέροντος των πτωχευτικών πιστωτών αναδεικνύεται από τον νόμο σε κεντρικής σημασίας στόχο του πτωχευτικού δικαίου, αυτόν δε, μεταξύ άλλων, υπηρετούν τόσο ο κανόνας του αποχωρισμού από τον οφειλέτη της πτωχευτικής του περιουσίας και η ανάθεση της εξεύρεσης, διαφύλαξης και διατήρησής της στον σύνδικο, ενεργούντος άλλοτε κατά την κρίση του και άλλοτε σύμφωνα προς όσα αποφασίσει η ομάδα των πιστωτών ή η δικαστική αρχή, προς όφελος του συνόλου των πτωχευτικών πιστωτών, όσο και η αρχή της στέρησης του δικαιώματος ασκήσεως ατομικής διώξεως κατά του οφειλέτη, που αφορά (πλην των ανωτέρω εξαιρέσεων) όλους τους πτωχευτικούς πιστωτές και, επομένως, και το Δημόσιο (ΣτΕ 1101/2017 7μ., ΣτΕ 2311/2017, ΣτΕ 2986/2017).

9. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., η οποία προβλέπει ότι επί φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών ο εκκαλών οφείλει, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, ποσοστό 50% (ή 20%, σύμφωνα με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του ν. 4446/2016) του οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει, δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που την έφεση ασκεί σύνδικος πτώχευσης αναφορικά με φορολογική ενοχή του πτωχού περιλαμβανόμενη στην πτωχευτική του περιουσία. Και τούτο, διότι η σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη καταβολή από τον εκκαλούντα σύνδικο πτώχευσης ποσοστού 50% του κατά τα ανωτέρω οφειλομένου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει, θα σήμαινε εν τοις πράγμασι, σε αντίθεση τόσο προς το προεκτεθέν πνεύμα όσο και προς το γράμμα των ειδικών διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, ιδίως δε εκείνης της παραγράφου 2 του άρθρου 21 αυτού, (μερική) ικανοποίηση του Δημοσίου, πτωχευτικού πιστωτή για τις προαναφερόμενες αξιώσεις, που περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία, έξω από το πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας. Η διαδικασία, όμως, αυτή καταλείπεται ως μοναδική οδός για την ικανοποίηση του Δημοσίου για τις ανωτέρω απαιτήσεις (ΣτΕ 2311/2017, ΣτΕ 2986/2017). Αυτά, δε, ανεξαρτήτως του ότι πάντως η διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ. καθιερώνει ως προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης -είναι δε για τον λόγο αυτόν στενώς ερμηνευτέα- την καταβολή ποσοστού 50% του οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει, όχι όμως και του οφειλόμενου ποσού χρηματικής κύρωσης που επιβλήθηκε με την επίδικη καταλογιστική πράξη της φορολογικής ή τελωνειακής αρχής (ΣτΕ 752/2018 7μ.), όπως τα πρόστιμα για παραβάσεις των διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. Συνεπώς, σε περίπτωση τέτοιου προστίμου, για την παραδεκτή άσκηση εφέσεως δεν απαιτείται η καταβολή ποσοστού του οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, ποσού του εν λόγω προστίμου.

10. Επειδή, εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ. “1. [...] 2. [...] 3. [όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 και την τροποποίησή της με την παρ. 4 του άρθρου 65 του ν. 3994/2011 (Α´ 165) και πριν από την τροποποίησή της με τα άρθρα 29, το οποίο αντικατέστησε το τρίτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 277 και αφορά το αντικείμενο της διαφοράς επί προσβολής πλειόνων πράξεων με κοινή προσφυγή, και 37 παρ. 5 του ν. 4446/2016· τα διαμορφούμενα σύμφωνα με το τελευταίο αυτό άρθρο παράβολα ισχύουν για ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά την πάροδο μηνός από τη δημοσίευσή του (βλ. άρθρα 44 και 45 ν. 4446/2016, 40 παρ. 5 ν. 4465/2017)]. Κατ’ εξαίρεση, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, το παράβολο για την προσφυγή, την έφεση [...] ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το δύο τοις εκατό του αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των δέκα χιλιάδων ευρώ. Αν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό, το επιπλέον δε τυχόν οφειλόμενο και μέχρι του ορίου των δέκα χιλιάδων ευρώ, καταλογίζεται, αν συντρέχει περίπτωση, με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου επί της προσφυγής ή της έφεσης. Ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται η διαφορά του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου. Για την έφεση και την αντέφεση ως αντικείμενο της διαφοράς, όταν από το νόμο προβλέπεται η υποβολή δήλωσης του φορολογουμένου πριν από την έκδοση της σχετικής πράξης, θεωρείται η διαφορά του κύριου φόρου, που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση. Στην περίπτωση που δεν προβλέπεται η υποβολή δήλωσης, ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται το ποσό που καθορίστηκε στην πρωτόδικη απόφαση. 4. [όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 και την τροποποίησή της με το άρθρο 25 παρ. 9 του ν. 4509/2017 (Α' 201), το οποίο εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες, βλ. παρ. 10 αυτού] Κατά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων της παραγράφου 3 καταβάλλεται από τον υπόχρεο το 1/3 του κατά την προηγούμενη παράγραφο παραβόλου, έως δε την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης τα υπόλοιπα 2/3 αυτού, εφαρμοζομένης της διάταξης του άρθρου 139Α [...] 5. Αν τα ένδικα μέσα στρέφονται κατ’ αποφάσεων μονομελών δικαστηρίων, τα αντίστοιχα ποσά ή ποσοστά των παραβόλων μειώνονται στο μισό. 6. [...]”.

11. Επειδή, περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 276 του Κ.Δ.Δ., όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 44 του ν. 3900/2010 και 30 του ν. 4274/2014 (Α' 147), “1. Ο διάδικος μπορεί να απαλλαγεί από την προκαταβολή του τέλους του δικαστικού ενσήμου και του παράβολου, αν αποδεικνύεται ότι η προκαταβολή αυτή δημιουργεί κίνδυνο περιορισμού των απαραίτητων μέσων για τη διατροφή του ίδιου και της οικογένειάς του (ευεργέτημα πενίας). Η απαλλαγή αυτή μπορεί να χορηγηθεί και σε νομικά πρόσωπα που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό, καθώς και σε ενώσεις προσώπων που έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι αν αποδεικνύουν ότι με την προκαταβολή του πιο πάνω ποσού, καθίσταται αδύνατη ή ιδιαιτέρως προβληματική η εκπλήρωση του σκοπού τους. 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο απαλλαγή χορηγείται για συγκεκριμένη δίκη, ισχύει δε χωριστά για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. 3. Η απαλλαγή παύει να ισχύει με το θάνατο του φυσικού προσώπου ή με τη διάλυση του νομικού προσώπου ή της ένωσης προσώπων. 4. Η απαλλαγή χορηγείται ύστερα από αίτηση του διαδίκου που υποβάλλεται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Η αίτηση απαλλαγής σε κάθε περίπτωση πρέπει απαραιτήτως να συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία. 5. Για την παραδοχή ή την απόρριψη της κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτησης αποφαίνεται ο πρόεδρος του συμβουλίου, ή ο δικαστής, που διευθύνει το δικαστήριο ενώπιον του οποίου πρόκειται να εισαχθεί ή εκκρεμεί η υπόθεση, με πράξη του, η οποία και επιδίδεται στον αιτούντα δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος ή μέσου. 5α. Η απαλλαγή μπορεί να ανακληθεί ή να περιοριστεί με απόφαση του αρμόδιου κατά την παράγραφο 5 οργάνου, εφόσον αποδεικνύεται ότι οι προϋποθέσεις της είτε δεν συνέτρεχαν εξαρχής είτε έπαυσαν να συντρέχουν αργότερα είτε μεταβλήθηκαν. [...] 6. Αν η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αίτηση απορριφθεί, ο αιτών υποχρεούται να καταβάλει το προβλεπόμενο ποσό έως την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος ή μέσου. Αν γίνει δεκτή η αίτηση, ο διάδικος απαλλάσσεται από την προκαταβολή του πιο πάνω ποσού. Τούτο δεν επηρεάζει την τυχόν υποχρέωσή του προς καταβολή του, αν με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου καταλογιστούν σε αυτόν τα δικαστικά έξοδα της δίκης.". Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 του ν. 4446/2016 αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 276 ως εξής: «4. Η απαλλαγή χορηγείται ύστερα από αίτηση του διαδίκου. Η υποβολή της αίτησης διακόπτει την προθεσμία για την άσκηση του οικείου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, η οποία αρχίζει από την επομένη της κοινοποίησης της επ' αυτής απόφασης στον αιτούντα. Σε περίπτωση ήδη εκκρεμούς ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, η αίτηση υποβάλλεται είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Η αίτηση πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνοδεύεται από τα σχετικά έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία. 5. Για την αποδοχή ή την απόρριψη της κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτησης, αποφαίνεται ο πρόεδρος του συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή ο αναπληρωτής του ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο οριζόμενος από αυτούς πρόεδρος του δικαστηρίου, στο οποίο πρόκειται να εισαχθεί ή εκκρεμεί η υπόθεση, με πράξη του, η οποία επιδίδεται στον αιτούντα δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου. Η διαδικασία διεξάγεται ατελώς και δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο. Προϋπόθεση για την αποδοχή της αίτησης είναι το οικείο ένδικο βοήθημα ή μέσο να μην κρίνεται προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο. Για την ένδεια αρκεί η πιθανολόγηση. Η αποδοχή ή η απόρριψη της αίτησης πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μόνο μία φορά, σε περίπτωση μεταβολής των πραγματικών περιστατικών».

12. Επειδή, όπως έχει κριθεί, η κατά τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ. υποχρέωση καταβολής αναλογικού παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής και της έφεσης στις χρηματικού αντικειμένου φορολογικές εν γένει διαφορές, όπως η υπό κρίση, συνιστά περιορισμό του κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. δικαιώματος δικαστικής προστασίας, ο οποίος, όμως,  αποβλέπει στην αποτροπή της άσκησης απερίσκεπτων και αστήρικτων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων και της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης επί φορολογικών διαφορών, δεν θίγει δε τον πυρήνα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, είναι πρόσφορος για την επίτευξη του ως άνω επιδιωκόμενου σκοπού και δεν τελεί σε προφανή δυσαναλογία με τον σκοπό αυτό. Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ. συνιστούν θεμιτό περιορισμό του δικαιώματος ένδικης προστασίας και δεν αντίκεινται στα άρθρα 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. ΣτΕ 3832, ΣτΕ 761/2014 7μ., ΣτΕ 1619/2012 Ολομ., πρβλ. ΣτΕ 752/2018 7μ., επίσης ΣτΕ 210/2015 σε συμβούλιο). Εξάλλου, οι εν λόγω διατάξεις δεν προβλέπουν εξαίρεση για την περίπτωση της άσκησης προσφυγής ή έφεσης από σύνδικο πτώχευσης αναφορικά με ενοχή πτωχού από την επιβολή σε βάρος του φόρων πάσης φύσεως ή κυρώσεων για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας κατά τη λειτουργία της επιχείρησης του οφειλέτη πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ενοχή η οποία περιλαμβάνεται στην πτωχευτική του περιουσία. Αντιθέτως, ο Πτωχευτικός Κώδικας και ειδικότερα το άρθρο 154 αυτού προβλέπει την κατά προτεραιότητα ικανοποίηση, από το προϊόν της ρευστοποίησης του ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας, απαιτήσεων από δικαστικά έξοδα, έξοδα διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας και ομαδικά πιστώματα, στο μέτρο που εξακολουθούν προφανώς να οφείλονται. Επομένως, η κατά τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ. υποχρέωση καταβολής αναλογικού παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής και της έφεσης στις χρηματικού αντικειμένου φορολογικές εν γένει διαφορές, καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις που το ένδικο βοήθημα ή μέσο ασκείται από σύνδικο πτώχευσης αναφορικά με ενοχή πτωχού από την επιβολή σε βάρος του φόρων πάσης φύσεως ή κυρώσεων για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας κατά τη λειτουργία της επιχείρησης του οφειλέτη πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ενοχή η οποία περιλαμβάνεται στην πτωχευτική του περιουσία.

13. Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 276 του Κ.Δ.Δ. προβλέπει τη δυνατότητα απαλλαγής από την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, προκαταβολής παραβόλου με τη χορήγηση ευεργετήματος πενίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στο να διασφαλισθεί ότι η βοήθεια της Πολιτείας θα παρέχεται σε εκείνους που πραγματικά το έχουν ανάγκη, το ευεργέτημα της πενίας παρέχεται κατ' αρχήν σε εκείνους μόνο που δεν μπορούν να καταβάλουν το παράβολο χωρίς να στερηθούν τα απαραίτητα μέσα για τη διατροφή αυτών ή της οικογένειάς τους (πρβλ. 17, 202/2016, 1, 123/2017 πράξεις Προέδρου Β' Τμήματος ΣτΕ). Δεν προβλέπεται δε η χορήγηση ευεργετήματος πενίας για νομικό πρόσωπο που έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης. Ωστόσο, ακόμη και στις περιπτώσεις που η χορήγηση του ευεργετήματος της πενίας δεν προβλέπεται (πρβλ. ΣτΕ 1065/2002 7μ., ΣτΕ 4461/2012), δεν κωλύεται το δικαστήριο να απαλλάξει τον σύνδικο πτώχευσης, που ασκεί ένδικο μέσο αναφορικά με περιλαμβανόμενη στην πτωχευτική περιουσία ενοχή πτωχού νομικού προσώπου από την επιβολή σε βάρος του φόρων πάσης φύσεως ή κυρώσεων για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας κατά τη λειτουργία της επιχείρησής του πριν από την κήρυξη της πτώχευσης,  από την υποχρέωση προκαταβολής παραβόλου, όταν η παροχή της εν λόγω νομικής συνδρομής ως στοιχείου μιας δίκαιης δίκης παρίσταται αναγκαία στο πλαίσιο των συγκεκριμένων περιστάσεων κάθε υπόθεσης (πρβλ. ΕΔΔΑ decision CMVMC O LIMO c. Espagne, no 33732/05, σκ. 22-26, απόφαση της 22-3-2012, GRANOS ORGANICOS NACIONALES SA c. Germany, no 19508/07, σκ. 46-51, απόφαση της 8-2-2017, URBSIENE AND URBSYS c. Lithuania, no 16580/09, σκ. 45-54 και ΔΕΕ, απόφαση της 22-12-2010, C-279/09, DEB κατά Γερμανίας, σκ. 46-54, 59-62, διάταξη της 13-6-2012, C-156/12, GREP GmbH κατά Freitstaat Bayern, σκ. 38-47) λόγω πιθανολογούμενης αδυναμίας εκπλήρωσης του σκοπού της πτώχευσης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία του θεσμού της πτώχευσης -θεσμού με ιδιαίτερη σημασία για την οικονομία λόγω και των πολλών εμπλεκόμενων συμφερόντων- με την πρόοδο και ολοκλήρωση των εργασιών της, καθώς και με την εκπλήρωση του σκοπού της, ο οποίος δεν συνίσταται στη θεραπεία των οικονομικών συμφερόντων ενός νομικού προσώπου κεφαλαιουχικού χαρακτήρα, αλλά στην κατά το δυνατό σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη (ή ενδεχομένως και μέσω της επιβίωσής του). Υπό τα δεδομένα αυτά, σύνδικος πτώχευσης μπορεί να αιτηθεί, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 276 του Κ.Δ.Δ., να απαλλαγεί από την προκαταβολή παραβόλου για την άσκηση έφεσης επί διαφοράς σχετικά με περιλαμβανόμενη στην πτωχευτική περιουσία ενοχή του πτωχού νομικού προσώπου από την επιβολή σε βάρος του φόρων πάσης φύσεως ή κυρώσεων για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας κατά τη λειτουργία της επιχείρησής του πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, με τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται στις διατάξεις του άρθρου 276 του Κ.Δ.Δ., ήτοι, μεταξύ άλλων, εφόσον επικαλεσθεί και υποβάλει με την αίτησή του αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με το ότι με την προκαταβολή του πιο πάνω ποσού στη συγκεκριμένη υπόθεση, ενόψει και του ενεργητικού της πτώχευσης (η ύπαρξη χρημάτων ή ευχερώς ρευστοποιήσιμης περιουσίας αποτελεί προϋπόθεση για τη συνέχιση των εργασιών αυτής, βλ. άρθρο 166 παρ. 1 Πτωχευτικού Κώδικα), αλλά και ενδεχομένως λοιπών οικονομικών υποχρεώσεων που πρέπει να εκπληρωθούν κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, καθίσταται αδύνατη ή ιδιαιτέρως προβληματική η εκπλήρωση του σκοπού της πτώχευσης.

14. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση υπόκειται στο αναλογικό παράβολο των παραγράφων 3 έως 5 του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ., από το οποίο, όπως προαναφέρεται, έχει καταβληθεί ποσό 1.134 ευρώ κατά την άσκηση της έφεσης, δεν προκύπτει, όμως, ότι έχει καταβληθεί κατά τα λοιπά. Δοθέντος, ωστόσο, ότι η συζήτηση της έφεσης αυτής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τη διαδικασία του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 εχώρησε προκειμένου να κριθεί ειδικώς, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 277 παρ. 3 και 4 του Κ.Δ.Δ. που προβλέπουν στις φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις, ότι, για να τυγχάνει παραδεκτή η άσκηση και συζήτηση της έφεσης, σε περίπτωση φυσικού ή νομικού προσώπου που τελεί σε κατάσταση πτώχευσης, πρέπει να καταβληθεί αναλογικό παράβολο, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στον εκκαλούντα σύνδικο, σε περίπτωση απόρριψης τυχόν υποβληθησόμενου από αυτόν αιτήματος χορήγησης ευεργετήματος πενίας κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, να συμπληρώσει το καταβληθέν κατά την κατάθεση της κρινόμενης έφεσης παράβολο των 1.134 ευρώ έως την πρώτη συζήτηση αυτής ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στο οποίο και παραπέμπεται η υπόθεση  για περαιτέρω εκδίκαση σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 μετά την επίλυση των ζητημάτων που εισήχθησαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τη διαδικασία της πρότυπης δίκης (πρβλ. ΣτΕ 601/2012, ΣτΕ 1619/2012 Ολομ.).

Δ ι ά  τ α ύ τ α

Επιλύει τα ζητήματα που ετέθησαν ενώπιόν του σύμφωνα με το σκεπτικό, ως εξής:

Η διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., η οποία προβλέπει ότι επί φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών ο εκκαλών οφείλει, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, ποσοστό 50% (το οποίο μειώθηκε σε 20% με το άρθρο 37 παρ. 2 του ν. 4446/2016) του οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει, δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που την έφεση ασκεί σύνδικος πτώχευσης αναφορικά με φορολογική ενοχή του πτωχού περιλαμβανόμενη στην πτωχευτική του περιουσία.
Η κατά τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ. υποχρέωση καταβολής αναλογικού παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής και της έφεσης στις χρηματικού αντικειμένου φορολογικές εν γένει διαφορές, καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις που το ένδικο βοήθημα ή μέσο ασκείται από σύνδικο πτώχευσης αναφορικά με ενοχή πτωχού από την επιβολή σε βάρος του φόρων πάσης φύσεως ή κυρώσεων για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας κατά τη λειτουργία της επιχείρησης του οφειλέτη πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, περιλαμβανόμενη στην πτωχευτική του περιουσία, μπορεί, όμως, ο σύνδικος να ζητήσει τη χορήγηση ευεργετήματος πενίας υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 276 του Κ.Δ.Δ..

Παραπέμπει την υπό κρίση έφεση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2018 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 10ης Οκτωβρίου 2018.
 
Η Πρόεδρος του Β´ Τμήματος   
Ε. Σάρπ

Η Γραμματέας
Α. Ζυγουρίτσα



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο