Συνημμένα

Δημοσιεύθηκε στις : [ 20-09-2018 ]

Αιτιολογική έκθεση - Σχέδιο νόμου I) Κεντρικά Αποθετήρια Τίτλων, II) Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας (EE) 2016/2258 και άλλες διατάξεις, III) Λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών

(I) Κεντρικά Αποθετήρια Τίτλων, II) Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας (EE) 2016/2258 και άλλες διατάξεις, III) Λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών, με τίτλο «I) Κεντρικά Αποθετήρια Τίτλων, II) Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας (EE) 2016/2258 και άλλες διατάξεις, III) Λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών»


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
«Κεντρικά Αποθετήρια Τίτλων»

Α. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ


Σκοπός των διατάξεων του πρώτου μέρους του νομοσχεδίου είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις του Κανονισμού (EE) 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 "σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιόγραφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων (ΚΑΤ) (L 257/28.8.2014, σ.1).

Με τον Κανονισμό (EE) 909/2014 απελευθερώνονται οι υπηρεσίες που παρέχονται από κεντρικά αποθετήρια τίτλων (ΚΑΤ), ως φορείς διακανονισμού και τήρησης κινητών αξιών σε λογιστική μορφή, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό τα ΚΑΤ υπάγονται σε ειδικές ρυθμίσεις αδειοδότησης και εποπτείας, ενώ εισάγεται δέσμη μέτρων αναφορικά με την εναρμόνιση του χρόνου διακανονισμού στις συναλλαγές κινητών αξιών (Τ+2) και την έγκαιρη διεξαγωγή του σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ως και την εναρμόνιση των κανόνων λειτουργίας των ΚΑΤ με τη θεσμοθέτηση οργανωτικών, δεοντολογικών και προληπτικών απαιτήσεων αδειοδότησης και λειτουργίας ΚΑΤ, την εγκαθίδρυση ειδικών ελευθεριών εγκατάστασης και διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρέχουν, την αναγνώριση ευχερειών πανευρωπαϊκής χρήσης υπηρεσιών ΚΑΤ από τους εκδότες τίτλων, αλλά και πρόσβασης μεταξύ ΚΑΤ και υποδομών αγοράς (τόπων διαπραγμάτευσης και κεντρικών αντισυμβαλλομένων), και άλλα συναφή.

Ειδικώς με το άρθρο 38 του Κανονισμού (EE) 909/2014 υιοθετούνται ρυθμίσεις βάσει των οποίων ο κάθε συμμετέχων σε ΚΑΤ οφείλει να διαχωρίζει τις κινητές αξίες που του ανήκουν από τις κινητές αξίες των πελατών του και να επιτρέπει στους πελάτες του να επιλέγουν τον τρόπο διαχωρισμού των κινητών αξιών τους σε ΚΑΤ ήτοι να επιλέγουν ανάμεσα στο συλλογικό (συνολικό) διαχωρισμό ή το διαχωρισμό ανά πελάτη λαμβάνοντας υπόψη το κόστος και τους κινδύνους της κάθε περίπτωσης όπως θα δημοσιοποιούνται από τα ΚΑΤ και τους συμμετέχοντες. Εξάλλου κατά την ίδια διάταξη (άρθρ. 38 παρ. 5 εδαφ. 2) και όπως ειδικότερα αιτιολογείται στο σημείο 42 παρ. 2 του προοιμίου του Κανονισμού (EE) 909/2014, εισάγεται ειδική παρέκκλιση κατά την οποία δε θα απαιτηθεί να υιοθετήσουν το συλλογικό λογαριασμό μόνο εκείνα τα ΚΑΤ κράτους μέλους της EE τα οποία κατά το χρόνο έκδοσης του Κανονισμού (17.9.2014) οφείλουν βάσει της εθνικής νομοθεσίας τους να λειτουργούν υποχρεωτικώς με διαχωρισμό ανά πελάτη για πολίτες και κατοίκους του κράτους μέλους, καθώς και για νομικά πρόσωπα που εδρεύουν σε αυτό, για λόγους δημόσιας πολιτικής, κυρίως σε σχέση με την αποδοτική και διαφανή είσπραξη φόρων.

Κατόπιν τούτων, οι διατάξεις του πρώτου μέρους του νομοσχεδίου αποσκοπούν στην προσαρμογή του εθνικού δικαίου, που αφορά το διέπον την Ελληνική Κεφαλαιαγορά σύστημα άυλων τίτλων, όπως λειτουργεί υπό το εθνικό μονοπώλιο του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών ως διαχειριστή του Συστήματος Άυλων Τίτλων (ιδίως ν. 2396/1996, ν. 3756/2009, ν. 3606/2007), προς τις διατάξεις του Κανονισμού (EE) 909/2014. Το σύστημα αυτό, το οποίο δεν υπάγεται βέβαια στην ως άνω παρέκκλιση (ν. 2396/1996), λειτουργεί κατά βάση με διαχωρισμό ανά πελάτη, υπό τις κύριες θεσμικές προβλέψεις ότι μέτοχος είναι ο εγγεγραμμένος στα αρχεία του Κεντρικού Αποθετηρίου Τίτλων, οι μεταβιβάσεις άυλων τίτλων διενεργούνται με καταχωρίσεις στα αρχεία του (άρθρ. 39επ. ν. 2396/1996), καθώς και ότι οι άυλοι τίτλοι τηρούνται επ' ονόματι ενός εκάστου επενδυτή («Μερίδα επενδυτή») στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (βλ. Απόφαση 3/304/10.6.2004 Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Κανονισμός Λειτουργίας Συστήματος Άυλων Τίτλων», όπως ισχύει, ) και όχι επ' ονόματι των συμμετεχόντων υπό το πρότυπο του συλλογικού λογαριασμού. Επομένως, απαιτείται να τροποποιηθούν όλες εκείνες οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που στηρίζονται σε αυτές τις προβλέψεις ώστε να καταστεί εφικτή η προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα που εισάγει ο Κανονισμός (EE) 909/2014.

Ταυτόχρονα με τις διατάξεις του πρώτου μέρους του νομοσχεδίου επιχειρείται η ενοποίηση και ομογενοποίηση των ρυθμίσεων της κείμενης νομοθεσίας αναφορικά με το σύστημα άυλων τίτλων ώστε η προσαρμογή προς το εν θέματι ενωσιακό μέτρο να συμπεριλάβει τα ειδικότερα νομικά χαρακτηριστικά του ημεδαπού συστήματος, όπως ιδίως την εμπράγματη φυσιογνωμία που το δίκαιο έχει αποδώσει στους άυλους τίτλους (όπως, άρθρα 42 παρ. 3, 43 παρ. 2, 46 παρ. 2, 49 ν. 2396/1996, 991Α ΚΠολΔ) αλλά και τις ειδικότερες εταιρικές προεκτάσεις της λειτουργίας τους (άρθρο 8β παρ. 7 κ.ν. 2190/1920).

Επισημαίνεται ότι η παρούσα προσαρμογή δεν αφορά το Σύστημα Παρακολούθησης Συναλλαγών επί Τίτλων σε Λογιστική Μορφή, που προβλέπεται στο Κεφάλαιο Β" του ν. 2198/1994 (Α' 43) και την Τράπεζα της Ελλάδος ως διαχειριστή του, δεδομένου ότι ως προς αυτούς ισχύουν οι ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 1 παρ. 4 του Κανονισμού (EE) 909/2014.

Το πρώτο μέρος χωρίζεται σε επτά Κεφάλαια. Το Κεφάλαιο Α' θέτει ειδικές διατάξεις για την αδειοδότηση και τους όρους λειτουργίας των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων που θα υπάγονται στο ελληνικό δίκαιο.

Ακολούθως, το Κεφάλαιο Β' ρυθμίζει τα θέματα αναφορικά με την αρχική καταχώριση κινητών αξιών σε λογιστική μορφή σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων. Με το Κεφάλαιο επιδιώκεται ο εκσυγχρονισμός των κανόνων αποϋλοποίησης, που ήδη εφαρμόζονται στη χώρα μας (ν. 2396/1996), ώστε η έκδοση τίτλων σε λογιστική μορφή να μπορεί να λειτουργεί με βάση το νέο πλαίσιο παροχής βασικών και επικουρικών υπηρεσιών ΚΑΤ που ο Κανονισμός (EE) 909/2014 αναγνωρίζει.

Ταυτόχρονα, με το Κεφάλαιο αυτό υιοθετούνται και ορισμένα μέτρα που αποβλέπουν στην ενίσχυση των επιχειρήσεων. Ειδικότερα, με τις νέες ρυθμίσεις θα επιτρέπεται η χρήση υπηρεσιών αποϋλοποίησης τίτλων και από μη εισηγμένες επιχειρήσεις χάριν διευκόλυνσης των εταιρικών και άλλων συναφών λειτουργιών τους αλλά και ενίσχυσης της αξιοπιστίας τους ως προς τον τρόπο τήρησης των τίτλων που εκδίδουν (μετοχές, ομολογίες κλπ.).

Στα θέματα αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί κινητών αξιών και των υπηρεσιών μητρώου των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων, όπως επανακαθορίζονται για να συμπεριλάβουν και τις νέες μορφές τήρησης κινητών αξιών μέσω συλλογικών λογαριασμών κατά τον Κανονισμό (EE) 909/2014, αφιερώνεται το Κεφάλαιο Γ'. Οι νέες ρυθμίσεις αναφέρονται τόσο στα θέματα λειτουργίας και απόδειξης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί των κινητών αξιών όσο και στα θέματα νομιμοποίησης των μετόχων και άσκησης των δικαιωμάτων τους έναντι των εκδοτριών ανωνύμων εταιρειών (κ.ν. 2190/1920).

Συναφώς, το Κεφάλαιο Δ' θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις αναφορικά με την κατάσχεση κινητών αξιών και τις έννομες συνέπειες που επιφέρει, ενώ ταυτόχρονα εισάγει ειδικά προνόμια για τους επενδυτές όταν οι κινητές αξίες τους τηρούνται μέσω συλλογικών λογαριασμών διαμεσολαβητή για την επαρκέστερη προστασία των επενδυτών έναντι των κινδύνων πτώχευσης ή άλλης αφερεγγυότητας του διαμεσολαβητή.

Το Κεφάλαιο Ε' αναφέρεται στη συνέχεια στις περί απορρήτου διατάξεις ως προς τα τηρούμενα από κεντρικά αποθετήρια τίτλων στοιχεία και δεδομένα και τις καταχωρίσεις σε αυτά, ενώ το Κεφάλαιο ΣΤ' ρυθμίζει τα θέματα εποπτείας και κυρώσεων με γνώμονα τις διατάξεις του Κανονισμού (EE) 909/2014 (άρθρ. 61επ.) και τις σχετικές αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδιας αρχής για την εποπτεία της εφαρμογής των διατάξεων του.

Το Κεφάλαιο Ζ' περιλαμβάνει τέλος τις μεταβατικές διατάξεις για τη μετάβαση από το ισχύον νομοθετικό καθεστώς λειτουργίας του συστήματος άυλων τίτλων στο νέο', η οποία θα σηματοδοτηθεί από την αδειδότηση του εθνικού Κεντρικού Αποθετηρίου Τίτλων και διαχειριστή του Συστήματος Άυλων Τίτλων (ΣΑΤ) (του ν. 3756/2009 και ν. 2396/1996) που θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό (EE) 909/2014, τις εξουσιοδοτικές αυτού ενωσιακές πράξεις και τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Το εν λόγω Κεφάλαιο ολοκληρώνεται από μια σειρά καταργούμενων και τροποποιούμενων διατάξεων που θα πρέπει να υιοθετηθούν για τις ανάγκες της προσαρμογής.

Ειδικότερα:

Β. ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ

Το άρθρο 1 ορίζει το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται στα κεντρικά αποθετήρια τίτλων, κατά την έννοια του Κανονισμού (EE) 909/2014, τα οποία λειτουργούν στην Ελλάδα μετά από άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Εξαιρείται ρητά από το πεδίο εφαρμογής του νόμου το Σύστημα Παρακολούθησης Συναλλαγών επί Τίτλων σε Λογιστική Μορφή του ν. 2198/1994 (Α' 43) και η Τράπεζα της Ελλάδος ως διαχειριστής του.

Το άρθρο 2 προβλέπει ορισμούς που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή του παρόντος νόμου και οι οποίοι συμπληρώνουν τους ορισμούς που περιέχονται στον Κανονισμό (EE) 909/2014. Ιδιαίτερης σημασίας είναι ο ορισμός του εγγεγραμμένου διαμεσολαβητή και του συλλογικού λογαριασμού αξιών αποθετηρίου και διαμεσολαβητή, δεδομένου ότι αποτελούν όρους που εισάγονται το πρώτον στο δίκαιο με τον παρόντα νόμο αποβλέποντας στη διασαφήνιση των νομικών συνεπειών που η τήρησή τους επιφέρει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' - ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΩΝ ΤΙΤΛΩΝ

Τα άρθρα 3 και 4 του Κεφαλαίου Α') αποτελούν ειδικές διατάξεις για την αδειοδότηση και τους όρους λειτουργίας των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων που λειτουργούν στην Ελλάδα οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικά προς τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού για την αδειοδότηση και οι οποίες έχουν λάβει υπόψη τις έως τώρα ισχύουσες σχετικές διατάξεις του ν, 3606/2007. Ειδικότερα, τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων θα λειτουργούν με την μορφή της ανώνυμης εταιρείας μετά από άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και οι μετοχές τους θα είναι ονομαστικές. Τα κεντρικά αποθετήρια οφείλουν να υποβάλλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τις εκθέσεις των ορκωτών ελεγκτών λογιστών καθώς και των υπηρεσιών συμμόρφωσης και εσωτερικού ελέγχου. Τέλος, οφείλουν να έχουν Κανονισμό Λειτουργίας τον οποίο εγκρίνει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μετά από έλεγχο νομιμότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' - ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΚΙΝΗΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΣΕ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΣΕ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΟ ΤΙΤΛΩΝ

Το άρθρο 5 διευκρινίζει τις έννομες συνέπειες από πλευράς εθνικού δικαίου που επιφέρει η αρχική, υπό μορφή λογιστικής εγγραφής, καταχώριση κινητών αξιών σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων. Η καταχώριση αυτή, η οποία σύμφωνα με το δίκαιο παραμένει να είναι υποχρεωτική για την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε χρηματιστήριο (άρθρ. 39 ν. 2396/1996) διασφαλίζει την ακεραιότητα της έκδοσης και το διακανονισμό σε αντίστοιχο σύστημα διακανονισμού, σύμφωνα με τον Κανονισμό (EE) 909/2014.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 5 καθορίζει τις έννομες συνέπειες που επέρχονται όταν οι κινητές αξίες μετατρέπονται από ενσώματες σε κινητές αξίες σε λογιστική μορφή (αποϋλοποιημένες ή ακινητοποιημένες), ενώ η παράγραφος 3 αναφέρεται στην περίπτωση κινητών αξιών οι οποίες συνιστώνται με βάση αλλοδαπό δίκαιο οπότε η άσκηση των αξιογραφικών δικαιωμάτων έναντι του εκδότη θα διέπεται από το δίκαιο αυτό.

Στο άρθρο 6 περιγράφεται η διαδικασία αποϋλοποίησης, η οποία εκσυγχρονίζεται σε σχέση με το υφιστάμενο και ήδη καταργούμενο, με το άρθρο 29 του νόμου, καθεστώς του ν. 2396/1996 (άρθρα 39-44α), καθώς εισάγονται πιο εύκαμπτες διατυπώσεις για την ολοκλήρωσή της. Οι παράγραφοι 1 και 2 ρυθμίζουν την αποϋλοποίηση με απευθείας έκδοση κινητών αξιών σε άυλη μορφή, ενώ η παράγραφος 2 αναφέρεται ειδικώς στις μετοχές, διακρίνοντας μεταξύ ανωνύμων και ονομαστικών. Οι παράγραφοι 3 και 4 ρυθμίζουν την αποϋλοποίηση με μετατροπή ενσώματων κινητών αξιών σε άυλες, θέτοντας ταχύτερες διαδικασίες ολοκλήρωσής της σε σχέση με το προϋφιστάμενο πλαίσιο (άρθρα 42επ. ν. 2396/1996), ενώ η παράγραφος 5 διευκρινίζει μεταφέροντας ισχύον δίκαιο ότι η καταχώριση περιλαμβάνει και κάθε εμπράγματο δικαίωμα ή βάρος επί των κινητών αξιών.

Στο άρθρο 7 ορίζεται η αναγκαστική εκποίηση των μετοχών που αντιστοιχούν σε ενσώματους τίτλους, οι οποίοι δεν κατατέθηκαν στην εκδότρια προς αποϋλοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 6.

Πρόκειται για εκσυγχρονισμό της ακολουθούμενης μέχρι σήμερα διαδικασίας εκποίησης που πλέον δεν προϋποθέτει την έκδοση ειδικών κανονιστικών πράξεων για την ολοκλήρωσή της και διενεργείται με τους κανόνες της αγοράς. Για λόγους διαφάνειας και αντικειμενικότητας η εκποίηση διενεργείται από μέλος διαπραγμάτευσης που επιλέγεται κατ' αλφαβητική σειρά από κατάσταση μελών που ανακοινώνει και επικαιροποιεί ο διαχειριστής του τόπου διαπραγμάτευσης στην ιστοσελίδα του.

Με την παράγραφο 4 απλοποιείται και η διαδικασία εκποίησης κλασματικών υπολοίπων που πλέον δε θα υπάγεται σε ειδικές διοικητικές διαδικασίες, αλλά υπό τα ως άνω εχέγγυα αντικειμενικότητας θα μπορεί να διενεργείται από τον εκδότη μέσω της αγοράς και των διαθέσιμων μεθόδων διαπραγμάτευσης.

Το άρθρο 8 μεταφέρει υπό την ενιαία ρύθμιση την υφιστάμενη διαδικασία αποϋλοποίησης με τη μέθοδο της ακινητοποίησης, όπως ορίζεται ήδη στο δίκαιο (άρθρο 2 ν. 3756/2009). Στην παράγραφο 5 ορίζεται ότι οι ακινητοποιούμενοι τίτλοι δεν περιλαμβάνονται στον ισολογισμό και δεν εντάσσονται στην πτωχευτική περιουσία του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων και δεν μπορούν να αποτελέσουν εναντίον του αντικείμενο κατάσχεσης ή δέσμευσης.

Στο άρθρο 9 ορίζεται ότι το κεντρικό αποθετήριο ενημερώνει τα αρχεία του, μετά από οποιαδήποτε μεταβολή επί των τίτλων, σύμφωνα με όσα γνωστοποιεί σχετικά ο εκδότης, με ανακοίνωσή του (μεταφορά του άρθρου 45 του ν. 2396/1996 και ενσωμάτωσή του στο νέο πλαίσιο).

Το άρθρο 10 ρυθμίζει την καταχώριση των πιστοποιητικών κατάθεσης του άρθρου 4 του ν. 3756/2009, τα οποία αποτελούν ειδικό τύπο κινητής αξίας, που εκδίδεται από το ίδιο το κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή άλλο μητρώο ή πιστωτικό ίδρυμα ή νομιμοποιούμενο άλλως νομικό πρόσωπο που μπορεί να παρέχει την υπηρεσία φύλαξης τίτλων και καταχωρίζεται στο αποθετήριο σε λογιστική μορφή.

Στο άρθρο 11 προβλέπεται η ρυθμιζόμενη σήμερα στο άρθρο 5 του ν. 3756/2009, δυνατότητα του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων να διατηρεί επ' ονόματι του συλλογικό λογαριασμό σε άλλο κεντρικό αποθετήριο ή σε διαμεσολαβητή, σύμφωνα με τον Κανονισμό (υπηρεσία investor CSD). Ως δικαιούχοι των κινητών αξιών του λογαριασμού του ορίζονται οι εγγεγραμμένοι ή ταυτοποιούμενοι στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Στην παράγραφο 2 ορίζεται η υποχρέωση του κεντρικού αποθετηρίου να διαχωρίζει τους συλλογικούς λογαριασμούς που τηρεί σύμφωνα με το άρθρο αυτό και να προβαίνει στις απαραίτητες εγγραφές στα δικά του αρχεία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Κεφάλαιο Γ του παρόντος νόμου.

Ακολούθως, το άρθρο 12 εισάγει καινοτόμες ρυθμίσεις αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα καταχώρισης σε λογιστική μορφή μη εισηγμένων κινητών αξιών, προς διευκόλυνση των επιχειρηματικών λειτουργιών τους και ενίσχυσης της αξιοπιστίας τους ως προς τον τρόπο τήρησης των τίτλων που εκδίδουν (μετοχές, ομολογίες κλπ.).

Στην παράγραφο 1, προς άρση κάθε αμφιβολίας που μπορεί να απέρρεε από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, ορίζεται ότι εταιρείες μη εισηγμένες ή ενταγμένες σε διαπραγμάτευση μπορούν να εκδίδουν κινητές αξίες σε άυλη μορφή εφόσον το καταστατικό τους προβλέπει αυτόν τον τρόπο έκδοσης, καθώς και την καταχώρισή τους σε κεντρικό αποθετήριο, σε λογιστική μορφή. Ακολούθως, το κεντρικό αποθετήριο προβλέπεται ότι μπορεί να παρέχει την αντίστοιχη υπηρεσία καταχώρισης.

Στην παράγραφο 2 περιγράφεται η διαδικασία καταχώρισης με αποϋλοποίηση κατ' ανάλογο τρόπο με αυτόν των προς εισαγωγή ή ένταξη σε διαπραγμάτευση τίτλων, με την εξαίρεση των οριζομένων για την μετατροπή και εκποίηση μετοχών. Η καταχώριση διενεργείται αφού προηγουμένως τυχόν ενσώματοι τίτλοι ακυρωθούν στο σύνολο τους.

Στην παράγραφο 3 προβλέπεται ειδική ρύθμιση για τη διεξαγωγή των γενικών συνελεύσεων των ανωνύμων εταιρειών, ορίζοντας ότι η προβλεπόμενη στον κ.ν. 2190/1920 δέσμευση μετοχών ισοδυναμεί με την αντίστοιχη δέσμευση που διενεργεί το κεντρικό αποθετήριο. Περαιτέρω όμως, με την παράγραφο 4, δίδεται η δυνατότητα υπαγωγής των ανωνύμων εταιρειών, με πρόβλεψη στο καταστατικό τους, στις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 για τις εισηγμένες εταιρείες, που ισχύουν για τη σύγκληση, συνεδρίαση, συμμετοχή μετόχων, λήψη αποφάσεων και γενικά την άσκηση μετοχικών δικαιωμάτων στις γενικές συνελεύσεις. Η πρόβλεψη πρέπει να αφορά το σύνολο των σχετικών διατάξεων. Με τη ρύθμιση θα μπορεί συνεπώς να γίνεται χρήση των ως άνω ευεργετικών διατάξεων που ισχύουν για τις εισηγμένες εταιρείες (βλ. ιδίως άρθρο 28° κ.ν. 2190) και από μη εισηγμένες εταιρείες εφόσον επιλέξουν οι μετοχές τους να τηρούνται σε άυλη μορφή. Ολοκληρώνοντας το νέο αυτό πλαίσιο, η παράγραφος 5 θεσπίζει την υποχρέωση στις μη εισηγμένες εταιρείες, που θα κάνουν χρήση του, να διαθέτουν ιστοσελίδα, προκειμένου να διευκολύνεται η ενημέρωση των μετόχων τους, όπως ισχύει στις εισηγμένες εταιρείες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' - ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΕΠΙ ΚΙΝΗΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΚΑΙ ΊΊΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΗΤΡΩΟΥ

Με το Κεφάλαιο Γ' τίθενται ειδικές διατάξεις αναφορικά με τα εμπράγματα δικαιώματα επί κινητών αξιών σε λογιστική μορφή και τις υπηρεσίες μητρώου, όπως επανακαθορίζονται σε σχέση με το ισχύον δίκαιο (άρθρ. 39επ. ν. 2396/1996, άρθρ. 8β παρ. 7 κ.ν. 2190/1920) για να συμπεριλάβουν τις νομικές συνέπειες που θα επέρχονται στις περιπτώσεις όπου οι σχετικές κινητές αξίες θα τηρούνται μέσω συλλογικού λογαριασμού.

Ειδικότερα, το άρθρο 13 επανακαθορίζει το πλαίσιο λειτουργίας των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί των κινητών αξιών, το οποίο πέραν των κανόνων μεταβίβασης των κινητών αξιών και επιβαρύνσεων επ' αυτών στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων δια καταχωρίσεων (παρ. 1 και 5) όπως ισχύουν και σήμερα, περιλαμβάνει σειρά άλλων διατάξεων σε σχέση με τους συλλογικούς λογαριασμούς. Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του εν λόγω άρθρου θεσπίζονται ειδικές υποχρεώσεις στους συμμετέχοντες σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων και στους διαμεσολαβητές που αποβλέπουν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων των επενδυτών όταν τα εμπράγματα δικαιώματά τους επί, τηρούμενων μέσω συλλογικών λογαριασμών, κινητών αξιών αποδεικνύονται με σχετικές εγγραφές στα βιβλία των συμμετεχόντων και διαμεσολαβητών κατά την παράγραφο 3. Οι υποχρεώσεις αυτές περιλαμβάνουν την υποχρέωση των συμμετεχόντων και διαμεσολαβητών να εγγράφουν στα αρχεία και βιβλία τους τους δικαιούχους πελάτες τους ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση του διακανονισμού σύμφωνα με τις παραγράφους 2 του άρθρου 13, αλλά και την υποχρέωση αυτών για αντιστοίχιση (reconciliation) των κινητών αξιών στους συλλογικούς λογαριασμούς με τις κινητές αξίες των δικαιούχων που απεικονίζουν στα βιβλία τους κατά την παράγραφο 4. Τα αναφερόμενα μέτρα λειτουργούν βέβαια συμπληρωματικό σε σχέση με τις ειδικότερες υποχρεώσεις των συμμετεχόντων και διαμεσολαβητών ως επιχειρήσεων επενδύσεων (ΑΕΠΕΥ) και πιστωτικών ιδρυμάτων με βάση την κατά περίπτωση τομεακή νομοθεσία στην οποία υπάγονται.

Με γνώμονα το εθνικό δίκαιο διευκρινίζεται ότι η ως άνω απόδειξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων ως προς τις κινητές αξίες με καταχώριση ή λογιστική εγγραφή θα αφορά οπωσδήποτε τα εξής θέματα:
α) τη νομική φύση και την ισχύ των σχετικών δικαιωμάτων έναντι τρίτων
β) τη νομική φύση και την ισχύ έναντι τρίτων της μεταβίβασης των κινητών αξιών
γ) τυχόν διατυπώσεις που αφορούν στην ολοκλήρωση της μεταβίβασης των κινητών αξιών
δ) την απόσβεση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή το κατά πόσο το εμπράγματο δικαίωμα ή άλλο δικαίωμα ενός προσώπου επί των κινητών αξιών προηγείται ή έπεται ανταγωνιστικού εμπράγματου δικαιώματος ή άλλου δικαιώματος τρίτου ή έχει επέλθει απόκτηση με καλή πίστη
ε) τις ενέργειες που απαιτούνται για τη ρευστοποίηση των κινητών αξιών σε λογιστική μορφή σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος αναγκαστικής εκτέλεσης
στ) το κατά πόσο η μεταβίβαση κινητών αξιών εκτείνεται σε απαιτήσεις σε μερίσματα, άλλα εισοδήματα ή άλλες διαθέσεις ή αποσβέσεις, ή άλλες προσόδους.

Επιπλέον, με την παράγραφο 6 του άρθρου 13 διευρύνεται η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του ν. 5638/1932 «περί καταθέσεως εις κοινό λογαριασμό», όπως ίσχυε για τους άυλους τίτλους με την παράγραφο 8 του άρθρου 31 του ν. 3461/2006, η οποία πλέον θα περιλαμβάνει κάθε κινητή αξία που θα τηρείται σε λογιστική μορφή σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή μέσω διαμεσολαβητή. Με αυτό το τρόπο θα καλύπτονται από την εθνική ρύθμιση όχι μόνο οι κινητές αξίες που θα καταχωρίζονται πρωτογενώς από τα ημεδαπά κεντρικά αποθετήρια τίτλων ως αποθετήρια έκδοσης (issuer CSDs), αλλά και εκείνες άλλων αποθετηρίων έκδοσης του εξωτερικού στα οποία θα έχουν πρόσβαση τα ημεδαπά (investor CSDs) σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στον Κανονισμό (EE) 909/2014. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 13 το κεντρικό αποθετήριο τίτλων θα μπορεί να καθορίζει τα ειδικότερα θέματα με τον Κανονισμό του, ενώ επίσης θα μπορεί να παρέχει, σε σχέση με τους συμμετέχοντες και τους λοιπούς εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές που θα τηρούν συλλογικούς λογαριασμούς στα συστήματα του, υπηρεσίες λογιστικής εγγραφής και σε επίπεδο δικαιούχων των κινητών αξιών προς απόδειξη των δικαιωμάτων τους απευθείας από τα αρχεία του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων.

Ακολούθως, με το άρθρο 14 του νόμου καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι που αφορούν στις υπηρεσίες μητρώου σε σχέση με μετοχές σε λογιστική μορφή ανωνύμων εταιρειών του κ.ν. 2190/1920. Η ειδική αυτή πρόβλεψη λαμβάνει υπόψη την ανάγκη συμβατότητας των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 με τις υπηρεσίες μητρώου και τις ρυθμίσεις συλλογικών λογαριασμών του Κανονισμού (EE) 909/2014. Εξυπακούεται βέβαια ότι υπηρεσίες μητρώου θα μπορούν να παρέχουν τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και σε κάθε άλλη περίπτωση κινητών αξιών με βάση τους όρους λειτουργίας τους σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό (EE) 909/2014.

Ειδικότερα, με δεδομένο ότι οι υπηρεσίες μητρώου που αναφέρονται στις υπηρεσίες παροχής μετοχολογίου προς τις εκδότριες εταιρείες και άλλες συναφείς δε συνιστούν υποχρεωτικές υπηρεσίες για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων αλλά επικουρικές υπηρεσίες, σύμφωνα με τον Κανονισμό (EE) 909/2014 (βλ. παρ. 2 περ. α) του Παραρτήματος Κατάλογος Υπηρεσιών, του Τμήματος Β Μη τραπεζικές επικουρικές υπηρεσίες των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων οι οποίες δεν συνεπάγονται πιστωτικό κίνδυνο ή κίνδυνο ρευστότητας του Κανονισμού), η διάταξη του άρθρου 14 λαμβάνει υπόψη τόσο το ενδεχόμενο παροχής των σχετικών υπηρεσιών από το ίδιο το κεντρικό αποθετήριο τίτλων όσο και το ενδεχόμενο άντλησης πληροφοριών μετοχολογίων από τις εκδότριες απευθείας από τους συμμετέχοντες σε αυτό.

Εξάλλου, δεδομένου ότι οι λογαριασμοί στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων θα μπορούν να λειτουργούν πλέον όχι μόνο ως ατομικοί κατά το ισχύον δίκαιο, αλλά και ως συλλογικοί λογαριασμοί, οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 14 θέτουν ειδικότερους όρους για την ταυτοποίηση των μετόχων προς τις εκδότριες ανώνυμες εταιρείες. Την ταυτοποίηση θα πρέπει να διενεργεί το κεντρικό αποθετήριο τίτλων όταν παρέχει σχετικές υπηρεσίες στις εκδότριες που περιλαμβάνουν την εξακρίβωση των στοιχείων των μετόχων και μετοχών, όπως ειδικότερα ρυθμίζονται στα άρθρα 16 και 17 του παρόντος νόμου, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων ψήφου όπου συντρέχει περίπτωση. Στην περίπτωση αυτή το κεντρικό αποθετήριο τίτλων θα ενεργεί ως φορέας όπου τηρούνται οι κινητές αξίες κατά την έννοια του άρθρου 28α του κ.ν. 2190/1920. Σε διαφορετική περίπτωση, ήτοι εάν οι εκδότριες δεν κάνουν χρήση υπηρεσιών μητρώου από το ίδιο το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, θα ισχύει η παράγραφος 4 του άρθρου 14, οπότε και τα παραπάνω στοιχεία θα τα λαμβάνουν απευθείας από τους συμμετέχοντες και εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων που θα πρέπει να τους τα παρέχουν σε πρώτη ζήτηση.

Συναφώς, το άρθρο 15 καθορίζει τον κύκλο των προσώπων από τα οποία το κεντρικό αποθετήριο τίτλων θα νομιμοποιείται να λαμβάνει τα στοιχεία των δικαιούχων για να διενεργεί τις ταυτοποιήσεις. Η διάταξη λαμβάνει υπόψη κάθε πιθανή περίπτωση σχετικώς νομιμοποιούμενου προσώπου που θα πρέπει να λειτουργεί εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διαδικασίες ταυτοποίησης του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων και η οποία περιλαμβάνει τους εκδότες, τους διαχειριστές τόπων διαπραγμάτευσης, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους του Κανονισμού (EE) 648/2012, τους διαχειριστές Συστήματος κατά την έννοια του Μέρους II του ν. 3606/2007, αλλά και τους εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές, όπως ειδικότερα θα προβλέπεται στον Κανονισμό του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων.

Τα άρθρα 16 και 17 αναφέρονται στη συνέχεια στις περιπτώσεις ταυτοποίησης μετόχων στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων οι οποίες θα διενεργούνται ανάλογα με το αν ο μέτοχος εγγράφεται άμεσα σε αυτό ή μέσω συλλογικού λογαριασμού αντίστοιχα. Στη μεν πρώτη περίπτωση (άρθρ. 16) θα εφαρμόζεται ο κανόνας που ισχύει και σήμερα για τις ανώνυμες και ονομαστικές μετοχές του κ.ν. 2190/1920, ήτοι ότι ο εγγεγραμμένος δικαιούχος στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων θεωρείται μέτοχος και, εφόσον πρόκειται για ονομαστικές μετοχές, ότι θα θεωρείται ως τέτοιος και έναντι της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας. Συναφώς προβλέπεται ότι η εκδότρια ονομαστικών μετοχών θα δικαιούται να έχει πρόσβαση στις καταχωρίσεις και λογιστικές εγγραφές οποτεδήποτε.

Ως προς δε τη δεύτερη περίπτωση (άρθρ. 17), τίθενται ειδικές ρυθμίσεις που αποσκοπούν στην ομαλή λειτουργία της ταυτοποίησης όταν οι μετοχές σε λογιστική μορφή τηρούνται μέσω συλλογικού λογαριασμού.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 17 ορίζεται ότι επί ανωνύμων μετοχών σε λογιστική μορφή του κ.ν. 2190/1920 που τηρούνται μέσω συλλογικών λογαριασμών αξιών αποθετηρίου, μέτοχος θεωρείται ο ταυτοποιούμενος μέσω του εγγεγραμμένο διαμεσολαβητή που τηρεί το σχετικό λογαριασμό, ενώ επί ονομαστικών μετοχών του κ.ν. 2190/1920, ο ταυτοποιούμενος ως άνω θεωρείται μέτοχος έναντι της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας κατά παρέκκλιση των διατάξεων του όρθρου 8β του κ.ν. 2190/1920. Για τη διασφάλιση της ομαλής και εμπρόθεσμης λειτουργίας της ταυτοποίησης αυτής, τίθενται με τις παραγράφους 2, 3, 5 και 6 ειδικότερες υποχρεώσεις στους εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές και συμμετέχοντες που θα πρέπει να έχουν κατά τη διάταξη την οργανωτική και διαδικαστική ετοιμότητα να ταυτοποιούν τα στοιχεία των δικαιούχων πελατών αμελλητί με βάση το κατά περίπτωση αίτημα ταυτοποίησης, από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, την εκδότρια εταιρεία, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αλλά και οποτεδήποτε άλλοτε τούτο επιβάλλεται με διάταξη νόμου. Η παράγραφος 3 ρυθμίζει επίσης και θέματα ευθύνης των εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών σε σχέση με την πληρότητα και ακρίβεια των στοιχείων των δικαιούχων πελατών του που ταυτοποιεί.

Ως συμπληρωματική ρύθμιση, η παράγραφος 4 του άρθρου 17 διευκρινίζει τον ταυτοποιούμενο μέτοχο σε σχέση με την ημερομηνία καταγραφής (record date) που έχει ιδιαίτερη σημασία για τη λειτουργία του κανόνα της νομιμοποίησης του μετόχου σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 28α του κ.ν. 2190/1920. Με τη διάταξη καθορίζεται έτσι ότι έναντι της εκδότριας θεωρείται ότι έχει δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη γενική συνέλευση ο ταυτοποιούμενος ως μέτοχος κατά την οριζόμενη ημερομηνία καταγραφής, σύμφωνα με τη διαδικασία που η προμνησθείσα παράγραφος 1 του άρθρου 17 έχει προβλέψει.

Ακολούθως, το άρθρο 18 καθορίζει τον τρόπο χορήγησης βεβαιώσεων στους μετόχους λαμβάνοντας υπόψη και τους νέους τρόπους τήρησης κινητών αξιών μέσω συλλογικών λογαριασμών αλλά και το ενδεχόμενο οι πληροφορίες του μετοχολογίου να λαμβάνονται από τις εκδότριες τόσο μέσω των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων όσο και απευθείας από τους συμμετέχοντες και διαμεσολαβητές σε αυτά. Ειδικότερα, οι παράγραφοι 1 και 2 του εν λόγω άρθρου θεσπίζουν την υποχρέωση στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων περί προσδιορισμού των δικαιούχων κινητών αξιών και χορήγησης βεβαιώσεων στους δικαιούχους με βάση τα στοιχεία εγγεγραμμένων ή ταυτοποιημένων δικαιούχων, που θα διαθέτει σε σχέση με την κατά περίπτωση ημερομηνία καταγραφής (record date). Η παράγραφος 3, στη συνέχεια, συνδέει τις νέες ρυθμίσεις με τις ήδη ισχύουσες αναγνωρίζοντας ότι ως φορέας που εκάστοτε ορίζει η κείμενη νομοθεσία, στα αρχεία του οποίου τηρούνται κινητές αξίες εκδότη εισηγμένες σε τόπο διαπραγμάτευσης και ο οποίος είναι αρμόδιος για τη χορήγηση των σχετικών βεβαιώσεων, είναι το κεντρικό αποθετήριο τίτλων. Εφόσον βέβαια το κεντρικό αποθετήριο τίτλων δεν θα παρέχει στην εκδότρια υπηρεσίες μητρώου και σχετικής ταυτοποίησης, θα ισχύει η παράγραφος 4 του ιδίου άρθρου και τα στοιχεία δικαιούχων θα οφείλουν να παρέχουν προς τον εκδότη οι συμμετέχοντες και εγγεγραμμένοι διαμεσολαβητές στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων οι οποίοι θα εκδίδουν και τις σχετικές βεβαιώσεις.

Ολοκληρώνοντας το Κεφάλαιο Γ', το άρθρο 19 αυτού αναφέρεται στις συνέπειες μη εμπρόθεσμης ταυτοποίησης μετόχων από τους εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές συλλογικών λογαριασμών. Εφόσον συνεπώς ο μέτοχος δε θα έχει ταυτοποιηθεί εμπρόθεσμα, αλλά ούτε και εκπρόθεσμα με άδεια της γενικής συνέλευσης της ανώνυμης εταιρείας (άρθρ. 28α παρ. 6 εδαφ. 2 του κ.ν. 2190/1920) κατά τη διάταξη, δε θα δικαιούται να συμμετάσχει στη γενική συνέλευση και να ασκήσει δικαίωμα ψήφου. Η στέρηση των παραπάνω μετοχικών δικαιωμάτων θα επέρχεται συνεπώς ως απόρροια της μη τήρησης της διαδικασίας νομιμοποίησης του μετόχου, όπως εν προκειμένω υλοποιείται ειδικώς δια των ταυτοποιήσεων κατά την ημερομηνία καταγραφής (record date). Επίσης, με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 19 εισάγεται ειδικότερη ρύθμιση από πλευράς εννόμων συνεπειών για τις μετοχές της Τράπεζας της Ελλάδος. Σύμφωνα με τη διάταξη προβλέπεται ότι, πέραν των ως άνω συνεπειών, για τις μετοχές της Τράπεζας της Ελλάδος η εμπρόθεσμη ταυτοποίηση των μετόχων είναι υποχρεωτική για την καταβολή μερίσματος και την άσκηση κάθε άλλου περιουσιακού δικαιώματος. Έως ότου λάβει χώρα η ταυτοποίηση, το μέρισμα ή άλλο περιουσιακό όφελος που αντιστοιχεί στις μη εμπροθέσμως ταυτοποιούμενες μετοχές τηρείται από την Τράπεζα της Ελλάδος και δύναται να αναζητηθεί από τον μέτοχο που θα ταυτοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφόσον αυτός έχει αξίωση επί του μερίσματος ή άλλου περιουσιακού οφέλους. Για την παραγραφή εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις περί παραγραφής των μερισμάτων. Τα προβλεπόμενα στο δεύτερο εδάφιο της ιδίας παραγράφου 2 δεν επηρεάζουν την αναστολή των περιουσιακών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος.

Δεδομένης εξάλλου της σημασίας των παραπάνω εννόμων συνεπειών για τους μετόχους, τις εκδότριες εταιρείες αλλά και την Ελληνική Κεφαλαιαγορά γενικότερα, θεσπίζεται με την παράγραφο 3 του άρθρου 19 ειδική υποχρέωση στους συμμετέχοντες στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων να παρέχουν έγγραφη ενημέρωση στους εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές και πελάτες τους ως προς την ύπαρξη των παραπάνω νομοθετικά ρυθμιζόμενων εννόμων συνεπειών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' - ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΊΊΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Με τα άρθρα 20 και 21 του Κεφαλαίου Δ' θεσπίζονται ειδικές προστατευτικές διατάξεις για τους επενδυτές που τηρούν κινητές αξίες σε συλλογικό λογαριασμό αξιών. Ειδικότερα, στο άρθρο 20 προβλέπεται ότι οι συλλογικοί λογαριασμοί αξιών δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, ενώ σε κατάσχεση που επιβάλλεται στα βιβλία διαμεσολαβητή, όπου και ταυτοποιείται ο δικαιούχος των εν λόγω κινητών αξιών, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την κατάσχεση επί κινητού πράγματος εις χείρας τρίτου. Με τις παραγράφους 3 και 5 καθορίζονται θέματα αναγκαστικών εκποιήσεων κινητών αξιών που διενεργούνται σε τόπο διαπραγμάτευσης, ενώ με την παράγραφο 4 ρυθμίζονται τα θέματα εκποίησης κινητών αξιών που βρίσκονται σε αναστολή διαπραγμάτευσης και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 982επ ΚΠολΔ περί κατάσχεσης εις χείρας τρίτου κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 967ΚΠολΔ και 991ΑΚΠολΔ.

Εν συνεχεία με το άρθρο 21 θεσπίζεται το δικαίωμα των επενδυτών να αποχωρίσουν τις κινητές αξίες τους σε περίπτωση αφερεγγυότητας του διαμεσολαβητή που τηρεί τον συλλογικό λογαριασμό. Εφόσον οι κινητές αξίες που τηρούνται σε συλλογικό λογαριασμό δεν επαρκούν για την ικανοποίηση των επενδυτών, αυτοί δύνανται να ικανοποιηθούν από το ίδιο χαρτοφυλάκιο του διαμεσολαβητή, κατατάσσονται, δε, προνομιακά για το τυχόν υπόλοιπο της απαιτήσεως τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' - ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ

Τα άρθρα 22 και 23 (Κεφάλαιο Ε') αποτελούν διατάξεις περί απορρήτου ως προς τα στοιχεία που τηρούνται και τις καταχωρίσεις που διενεργούνται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων. Οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνουν ως προς τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων τις ρυθμίσεις του άρθρου 55 του ν. 2396/1996 και του άρθρου 81 του ν. 3606/2007.

Στο άρθρο 22 προβλέπεται η προστασία των ως άνω στοιχείων και καταχωρίσεων ως απορρήτων και ορίζονται περιοριστικά οι περιπτώσεις όπου επιτρέπεται η άρση του απορρήτου αυτού. Εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται ρητά στην κείμενη νομοθεσία (βλ. ιδίως παράγραφο 7 άρθρου 24 ν. 1746/1988, όπως ισχύει), το απόρρητο δεν ισχύει έναντι των εποπτικών αρχών αλλά και τυχόν άλλων αρχών και φορέων, εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη, έναντι του εκδότη των τίτλων προκειμένου για την άσκηση των δικαιωμάτων του από την κείμενη νομοθεσία και έναντι συστημάτων εκκαθάρισης, κεντρικού αντισυμβαλλομένου και κεντρικών αποθετηρίων τίτλων προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Το απόρρητο αίρεται, επίσης, και σε κάθε περίπτωση άρσης του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του ν.δ. 1059/1971. Τέλος, παροχή πληροφοριών επιτρέπεται και ως προς τους διαχειριστές τόπων διαπραγμάτευσης μόνο, όμως, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δηλαδή, προκειμένου περί υπόνοιας τέλεσης πράξεων κατάχρησης αγοράς και διαπίστωσης της επαρκούς διασποράς κινητών αξιών στο επενδυτικό κοινό.

Στο άρθρο 23 προβλέπεται η υποχρέωση τήρησης επαγγελματικού απορρήτου των προσώπων που έχουν πρόσβαση στα ως άνω στοιχεία και καταχωρίσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους η παράβαση της οποίας επιφέρει την επιβολή ποινικών κυρώσεων. Η υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου δεν αίρεται για τα πρόσωπα αυτά ούτε σε περίπτωση που κληθούν ως μάρτυρες σε δίκη ούτε με τη συναίνεση ή την έγκριση του δικαιούχου των σχετικών κινητών αξιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ' - ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Στο Κεφάλαιο ΣΤ' (άρθρα 24-28) προβλέπονται οι αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και οι κυρώσεις. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 24, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία των διατάξεων του νόμου, του Κανονισμού (EE) 909/2014 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών πράξεων. Η παράγραφος 2 προβλέπει τις εξουσίες εποπτείας ενώ η παρ. 3 προβλέπει την δυνατότητα να ασκούνται οι αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς είτε άμεσα είτε με τη συνεργασία άλλων αρχών ή και με αίτηση στις αρμόδιες δικαστικές αρχές, σύμφωνα και με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στην παρ.8 του άρθρου 61 του Κανονισμού (EE) 909/2014.

Στο άρθρο 25 προβλέπονται οι διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που δύναται να επιβάλλει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όταν διαπιστώσει παραβάσεις του νόμου, του Κανονισμού (EE) 909/2014 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών πράξεων, στο πλαίσιο των ειδικότερων προβλέψεων του άρθρου 63 του Κανονισμού (EE) 909/2014. Σε χωριστή παράγραφο 2 προβλέπεται η δυνατότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να επιβάλλει επίπληξη σε όποιο πρόσωπο παραβαίνει τις ως άνω διατάξεις, σύμφωνα με την διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από την Οδηγία για τη θέσπιση περαιτέρω κυρώσεων από τον εθνικό νομοθέτη. Η παράγραφος 3 ορίζει τις περιστάσεις που λαμβάνονται ενδεικτικά υπόψη κατά τον καθορισμό και την επιμέτρηση των κυρώσεων και μέτρων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 64 του Κανονισμού (EE) 909/2014.

Το άρθρο 26 εισάγει ειδικότερες ρυθμίσεις σχετικά με την δημοσιοποίηση των αποφάσεων για την επιβολή κυρώσεων κατ' εφαρμογή των προβλέψεων του άρθρου 62 του Κανονισμού 909/2014.

Το άρθρο 27 προβλέπει την δυνατότητα καταγγελίας παραβάσεων ή ενδεχόμενων παραβάσεων των διατάξεων του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (EE) 909/2014, σύμφωνα με διαδικασίες και μηχανισμούς που καθορίζει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 65 του Κανονισμού (EE) 909/2014. Η παράγραφος 2 προβλέπει ότι οι μηχανισμοί για την καταγγελία των παραβάσεων πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον ειδικές διαδικασίες για την λήψη των καταγγελιών, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης ασφαλών διαύλων επικοινωνίας για τις καταγγελίες, κατάλληλη προστασία έναντι αντιποίνων για εργαζόμενους σε εποπτευόμενους φορείς που καταγγέλλουν παραβάσεις, αλλά και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των προσώπων που εμπλέκονται.

Το άρθρο 28 προβλέπει το δικαίωμα προσφυγής κατά των αποφάσεων της Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο σύμφωνα με το όρθρο 25 του ν. 3371/2005.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ' - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ, ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ, ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ & ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Ακολουθεί το Κεφάλαιο Ζ' (άρθρα 29-31) που είναι και το τελευταίο κεφάλαιο του πρώτο μέρους του νομοσχεδίου. Το άρθρο 29 περιλαμβάνει τις μεταβατικές και τις καταργούμενες διατάξεις.

Ειδικότερα:
- η παράγραφος 1 του άρθρου 29 ρυθμίζει τα θέματα αδείας του διαχειριστή του Σ.Α.Τ. του ν. 3756/2009 από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που θα λάβει χώρα σύμφωνα με τον Κανονισμό (EE) 909/2014, τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού πράξεις και τις ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 29 του παρόντος νόμου,
- οι παράγραφοι 2, 3 και 4 αφορούν τις καταργούμενες διατάξεις η κατάργηση των οποίων θα λάβει χώρα από τη θέση σε ισχύ της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με την οποία θα χορηγηθεί άδεια στο διαχειριστή του Σ.Α.Τ. ως κεντρικό αποθετήριο τίτλων, η παράγραφος 5 ρυθμίζει θέματα προσαρμογής της ορολογίας της κείμενης νομοθεσίας υπό τη νέα λειτουργία του διαχειριστή του Σ.Α.Τ. ως κεντρικού αποθετηρίου τίτλων
- η παράγραφος 6 θέτει κανόνες διασφάλισης κατά τη μετάβαση της συνέχισης των εννόμων σχέσεων,
- ενώ οι παράγραφοι 7 έως 9 θέτουν ειδικές μεταβατικές ρυθμίσεις αναφορικά με τη λειτουργία ειδικού τύπου λογαριασμών στο Σ.Α.Τ. που ρυθμίζονταν με την απόφαση 3/304/10.6.2004 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Κανονισμός Λειτουργίας Συστήματος Άυλων Τίτλων» (Β' 901), όπως ισχύει, και πλέον καταργούνται
- δεδομένου ότι η διαδικασία ρευστοποίησης κινητών αξιών στο πλαίσιο αναγκαστικής εκτέλεσης διενεργείται με ειδική μέθοδο εκτός της κανονικής διαπραγμάτευσης που προβλέπεται στον Κανονισμό του τόπου διαπραγμάτευσης, καταργείται το άρθρο 24 του νόμου 3632/1928.

Εν συνεχεία, το άρθρο 30 καθορίζει τις τροποποιούμενες διατάξεις που θα ισχύουν ομοίως από τη θέση σε ισχύ της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς περί χορήγησης άδειας στο διαχειριστή του Σ.Α.Τ. ως κεντρικού αποθετηρίου τίτλων. Οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στα θέματα της κατάσχεσης (άρθρο 78 ν. 3606/2007), του φόρου πώλησης μετοχών εισηγμένων σε τόπους διαπραγμάτευσης (άρθρο 9 παρ. 2 ν. 2579/1998) οι διαδικασίες υπολογισμού και απόδοσης του οποίου προσαρμόζονται ώστε να συμπεριλάβουν και τις περιπτώσεις όπου οι μετοχές θα τηρούνται με τις νέες μορφές συλλογικών λογαριασμών, της λειτουργίας των συστημάτων και των διαχειριστών τους κατά την έννοια του Μέρους II του ν. 3606/2007 που πλέον δε θα περιλαμβάνει τα συστήματα διακανονισμού επί κινητών αξιών τα οποία με βάση τον Κανονισμό (EE) 909/2014 θα λειτουργούν υποχρεωτικώς μέσω κεντρικών αποθετηρίων τίτλων, της άρσης του απορρήτου έναντι του δανειστή (άρθρο 24 ν. 2915/2001) που πλέον δε θα αφορά μόνο τις άυλες μετοχές στο Σ.Α.Τ. αλλά κάθε κινητή αξία τηρούμενη σε λογιστική μορφή σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων το οποίο λειτουργεί στην Ελλάδα μετά από άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως και σε ειδικότερα θέματα εκποιήσεων κινητών αξιών στις περιπτώσεις αφερεγγυότητας ή άλλων λόγων αναστολής ή ανάκλησης άδειας συμμετέχοντος σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
«Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας (EE) 2016/2258 και άλλες διατάξεις»

Α. Επί του άρθρου 31


1. Με τις προτεινόμενες διατάξεις εναρμονίζεται η ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις της Οδηγίας (EE) 2016/2258 του Συμβουλίου της 6ης Δεκεμβρίου 2016 (EE L 342 της 16ης.12.2016) για την τροποποίηση της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ (EE L 64 της 11ης.3.2011), όπως αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικά με τις Οδηγίες 2014/107/ΕΕ, (ΕΕ)2015/2376 και (ΕΕ)2016/881, όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον φορολογικό τομέα. Η αρχική Οδηγία 2011/16/ΕΕ και οι διαδοχικές της τροποποιήσεις έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις των Κεφαλαίων Α' έως και Η' του ν. 4170/2013 (Α' 163), όπως έχει τροποποιηθεί αντίστοιχα με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 4 του ν. 4378/2016 (Α' 55), των άρθρων 1 έως 6 του ν. 4474/2017 (Α' 80) και των άρθρων 1 έως 9 του ν. 4484/2017 (Α' 110).

2. Στο πλαίσιο αυτό θεσπίζεται η πρόσβαση των φορολογικών αρχών κάθε κράτους μέλους της EE στους μηχανισμούς, τις διαδικασίες, τα έγγραφα και τις πληροφορίες που ορίζονται στα άρθρα 13, 30, 31 και 40 της οδηγίας (EE) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας - 4th "Anti-money Laundering" Directive - 4th AMLD). Η οδηγία αυτή ενσωματώθηκε πρόσφατα με τις διατάξεις του ν. 4557/2018 (Α' 139) και τα προαναφερόμενα άρθρα ενσωματώθηκαν αντίστοιχα με τις διατάξεις των άρθρων 13, 14 παρ. 4, 20, 21 και 30 του νόμου αυτού. Κατά τον τρόπο αυτό συνδέεται η πρόσβαση αυτή με τις διατάξεις της 1ης τροποποίησης της αρχικής οδηγίας 2011/16/ΕΕ («οδηγία για τη διοικητική συνεργασία» ή ΟΔΣ1 ή DAC1), ήτοι με την Οδηγία 2014/107/ΕΕ (εφεξής ΟΔΣ2 ή DAC2), σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών χρηματοοικονομικών λογαριασμών.

3. Οι διατάξεις της οδηγίας, που ενσωματώνονται με τις προτεινόμενες διατάξεις, αποτελούν μέρος του προγράμματος δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, με σκοπό την επίτευξη δικαιότερης και αποτελεσματικότερης φορολόγησης στην EE και την ενίσχυση της φορολογικής διαφάνειας (βλ. Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου COM (2016)0452 τελικό/5.7.2016 και Ανακοίνωση σχετικά με τα επιπλέον μέτρα για την ενίσχυση της διαφάνειας και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, COM (2016)451 ΤΕΛΙΚΟ/5.7.2016). Οι εν λόγω διατάξεις βασίζονται στις σαφείς συνέργειες που προκύπτουν από τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη δυνάμει της 4ης AMLD και των κανόνων υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας για την εφαρμογή του πλαισίου της διοικητικής συνεργασίας βάσει της αξιοσημείωτης προόδου των τελευταίων ετών που αποτυπώθηκε, μεταξύ άλλων, στα εξής πεδία:
(α) Στη θέση σε εφαρμογή σε επίπεδο EE, για τα 27 Κ-Μ της EE από 1.1.2016 και για την Αυστρία από 1.1.2017, του νέου πλαισίου για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών χρηματοοικονομικών λογαριασμών, μέσω της ΟΔΣ 2/DAC 2, με βάση το Κοινό Πρότυπο Αναφοράς (ΚΠΑ) (Common Reporting Standard, CRS), στο πλαίσιο των εργασιών και αποφάσεων του Παγκόσμιου Φόρουμ του ΟΟΣΑ για τη Διαφάνεια και την Ανταλλαγή Πληροφοριών για Φορολογικούς Σκοπούς. Με την εισαγωγή και εφαρμογή του ΚΠΑ μέσω της ΟΔΣ2 για τα κράτη μέλη της EE, διασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες σχετικά με τους δικαιούχους χρηματοοικονομικών λογαριασμών κοινοποιούνται στο κράτος μέλος στο οποίο κατοικεί ο δικαιούχος λογαριασμού. Επιπλέον, προβλέπεται ότι, όταν ο δικαιούχος λογαριασμού αποτελεί ενδιάμεση δομή (δηλαδή παθητική μη χρηματοπιστωτική οντότητα), τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εξετάζουν την εν λόγω παρεμβαλλόμενη/ενδιάμεση οντότητα και υποχρεούνται να εντοπίσουν και να αναφέρουν τα ελέγχοντα πρόσωπα της εν λόγω οντότητας, δηλαδή τους πραγματικούς δικαιούχους, σύμφωνα με τους ορισμούς που δίδονται βάσει της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με σκοπό την ταυτοποίηση των ελεγχόντων προσώπων. Επισημαίνεται ότι στα επιμέρους Τμήματα των Παραρτημάτων I και II (ΚΠΑ) του Κεφαλαίου Η' του ν.4170/2013, υπάρχει ρητή παραπομπή στην υποχρέωση των Δηλούντων Ελληνικών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων να συλλέγουν και να τηρούν τις απαιτούμενες, κατά περίπτωση, πληροφορίες, «σύμφωνα με τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες /Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML-KYC)».
(β) Παράλληλα, εντός της τελευταίας διετίας, επιβεβαιώθηκε η σημασία ενός ενισχυμένου προγράμματος δράσης για τη φορολογική διαφάνεια, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και σε επίπεδο EE, ιδίως μετά από διαρροές στα διεθνή μέσα ενημέρωσης για απόκρυψη υπεράκτιων κεφαλαίων. Στην κατεύθυνση αυτή η Ομάδα των 20 (G20) (βλ. Δήλωση G20/18.4.2016) κάλεσε την Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης («FATF») και το Παγκόσμιο Φόρουμ για τη Διαφάνεια και την Ανταλλαγή Πληροφοριών για Φορολογικούς Σκοπούς να υποβάλλουν προτάσεις για τη βελτίωση της εφαρμογής των διεθνών προτύπων σχετικά με τη διαφάνεια, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τη διαθεσιμότητα των πληροφοριών για τους πραγματικούς δικαιούχους, και την ανταλλαγή τους σε διεθνές επίπεδο. Επίσης, σε επίπεδο EE επισημάνθηκαν οι προκλήσεις που απαντώνται όσον αφορά τη διαθεσιμότητα πληροφοριών σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους, υπογραμμίζοντας τα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της φοροδιαφυγής και των παράνομων χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων.

Β. Επί του άρθρου 32

4. Με τις διατάξεις του άρθρου 32 τροποποιείται το υφιστάμενο άρθρο 29 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας περί αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής (ν. 4174/2013), προκειμένου οι προτεινόμενες διατάξεις να ενταχθούν στο πλαίσιο της διοικητικής συνδρομής. Ειδικότερα επισημαίνονται τα ακόλουθα:
(α) Με τις προτεινόμενες διατάξεις θεσμοθετείται η πρόσβαση, αφενός της ημεδαπής Φορολογικής Διοίκησης, δηλαδή των υπηρεσιών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, και αφετέρου, μέσω της εφαρμογής του πλαισίου της διοικητικής συνεργασίας, των φορολογικών αρχών των άλλων κρατών μελών της EE, στους μηχανισμούς, τις διαδικασίες, τα έγγραφα και τις πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 13, 14 παρ. 4, 20, 21 και 30 του ν. 4557/2018 με τα οποία έχουν ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία τα άρθρα 13, 30, 31, και 40 της οδηγίας (EE) 2015/849. Επισημαίνεται ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζουν ήδη από 1.1.2016 τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, δυνάμει του πλαισίου της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών επί των χρηματοοικονομικών λογαριασμών και η πρώτη, εντός αυτού του πλαισίου, αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών διενεργήθηκε ήδη μεταξύ των κρατών μελών τον Σεπτέμβριο του 2017. Με τις προτεινόμενες διατάξεις ενισχύεται η αποτελεσματικότητα του ελεγκτικού μηχανισμού της Φορολογικής Διοίκησης, όσον αφορά τη δυνατότητά του να παρακολουθεί, να ελέγχει και να επιβεβαιώνει ότι τα χρηματοπιστωτικό ιδρύματα εφαρμόζουν ορθά την οδηγία της διοικητικής συνεργασίας και τέλος ότι προσδιορίζουν ορθώς και αναφέρουν τα ελέγχοντα πρόσωπα ενδιάμεσων οντοτήτων.
(β) Με την προτεινόμενη εξουσιοδότηση της παρ. 3 του άρθρου 29 του ΚΦΔ προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης κοινής απόφασης του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) για τον καθορισμό των ειδικότερων θεμάτων της πρόσβασης της Φορολογικής Διοίκησης και εν γένει των φορολογικών αρχών στους μηχανισμούς τις διαδικασίες τα έγγραφα και τις πληροφορίες της προηγούμενης παραγράφου.
(γ) Τέλος, με την προτεινόμενη εξουσιοδότηση της παρ.4 του άρθρου 29 του ΚΦΔ προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης απόφασης του Διοικητή της ΑΑΔΕ για τον καθορισμό τυχόν ειδικότερων θεμάτων που αφορούν τους φορολογικούς ελέγχους στο πλαίσιο εφαρμογής του πλαισίου της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής.

Γ. Επί του άρθρου 33

5. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας (EE) 2016/2258, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις με τις οποίες ενσωματώνεται αυτή στην εσωτερική τους νομοθεσία από την 1η Ιανουαρίου 2018.

Δ. Επί του άρθρου 34


6. Περιλαμβάνονται απαραίτητες διορθώσεις των παραπομπών που περιέχονται στα Παραρτήματα του Κοινού Προτύπου Αναφοράς (ΚΠΑ) του άρθρου τρίτου του ν. 4428/2016 (Α' 190).

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ


Με την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 35 προβλέπεται η απαλλαγή από τον φόρο του 65% της πτητικής αποζημίωσης που λαμβάνουν οι πιλότοι της πολιτικής αεροπορίας και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας κατ' αντιστοιχία με τη φορολογική μεταχείριση του πτητικού επιδόματος των ενόπλων δυνάμεων.

Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 36 σκοπείται, σε επέκταση της ρύθμισης του άρθρου 74 του ν. 4484/2017, η επιτάχυνση της διαδικασίας επιστροφής φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων ή φόρου προστιθέμενης αξίας φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, μέχρι του συνολικού ποσού των 10.000 ευρώ σε εκκρεμείς, ανά δικαιούχο και ανά φορολογία, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος, υποθέσεις ελέγχου, με απώτερο στόχο, την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας. Η επιστροφή διενεργείται άμεσα για αιτήματα που ανέρχονται μέχρι του ποσού των 10.000 ευρώ. Σε περίπτωση που εκκρεμεί έλεγχος για περισσότερα του ενός αιτήματα ανά δικαιούχο, η επιστροφή διενεργείται άμεσα, εφόσον τα συνολικά αιτήματα του δικαιούχου ανέρχονται μέχρι και του ποσού των 10.000 ευρώ ανά φορολογία. Δεν θεωρούνται εκκρεμείς οι υποθέσεις για τις οποίες έχει εκδοθεί προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου.

Επίσης προβλέπεται η δυνατότητα ελέγχου δείγματος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 4174/2013, των επιστροφών αυτών, σε μεταγενέστερο χρόνο.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 37 παρέχεται η δυνατότητα σε φορολογούμενο, ο οποίος έχει οφειλές από φόρους επί της κατοχής ακίνητης περιουσίας, να λαμβάνει το οικείο πιστοποιητικό με παρακράτηση όχι μόνο του ποσού κύριων και πρόσθετων φόρων (Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α.) για το συγκεκριμένο ακίνητο αλλά και του συνολικά οφειλόμενου ποσού Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α., εφόσον το επιθυμεί, χωρίς να απαιτείται η ρύθμιση αυτού. Το ποσό παρακρατείται και αποδίδεται, επί ποινή ακυρότητας του συμβολαίου, από το συμβολαιογράφο μέσα σε αποκλειστική προθεσμία εντός τριών (3) ημερών. Με τον τρόπο αυτό διευκολύνονται οι συναλλαγές των πολιτών αλλά διασφαλίζονται και τα συμφέροντα του Δημοσίου.

Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 38 απαλλάσσονται από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. έτους 2018 τα δικαιώματα επί του συνόλου της ακίνητης περιουσίας των προσώπων που αποβιώνουν εξαιτίας των πυρκαγιών που έπληξαν τις περιοχές της Περιφέρειας Αττικής την 23ηκαι 24η Ιουλίου 2018, ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται η περιουσία αυτή.

Με τις διατάξεις του άρθρου 39 ορίζεται ότι οι συνταξιούχοι, των οποίων η σύνταξη εξακολουθεί να κανονίζεται και να καταβάλλεται από το Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 4387/2016 (Α'85) και οι οποίοι έχουν κύρια ή δευτερεύουσα κατοικία ή φιλοξενούνται, σύμφωνα με το έντυπο ΕΙ της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος των φορολογικών ετών 2016 και 2017 σε περιοχές της Περιφέρειας Αττικής οι οποίες επλήγησαν από τις πυρκαγιές της 23ης και 24ης Ιουλίου 2018, όπως αυτές θα οριοθετηθούν με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, θα λάβουν από το Δημόσιο ανάλογη οικονομική ενίσχυση με αυτή των συνταξιούχων του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), δηλαδή δύο ακαθόριστες μηνιαίες συντάξεις μηνός Ιουλίου 2018 και με την ίδια ακριβώς σχετική διαδικασία.

Με τις διατάξεις του άρθρου 40 τροποποιούνται διατάξεις του ν. 4270/2014. Ειδικότερα με την παρ. 1 της προτεινόμενης διάταξης τροποποιείται η παρ.1 του άρθρου 102 του ν.4270/2014 και απλοποιείται η διαδικασία λογιστικής καταγραφής των επιστροφών των αδιάθετων υπολοίπων των Χρηματικών Ενταλμάτων Προπληρωμής (Χ.Ε.Π.), ώστε από 1.1.2019 αυτές να μην γίνονται στις Δ.Ο.Υ. αλλά στον λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος, εν όψει της εφαρμογής του νέου Λογιστικού Πλαισίου (Π.Δ. 54/2018, Α' 103) στην Κεντρική Διοίκηση από 01/01/2019.

Με την παρ. 2 αναδιατυπώνεται το άρθρο 156 του ν. 4270/2014 προκειμένου να εναρμονισθεί με την ορολογία του νέου Λογιστικού Πλαισίου της Γενικής Κυβέρνησης, που θεσπίσθηκε με το Π.Δ. 54/2018 (Α' 103) καθώς και για την εξειδίκευση του περιεχομένου των σχετικών εξουσιοδοτικών διατάξεων προς τον Υπουργό Οικονομικών.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 41 τροποποιούνται τα άρθρα 11 και 12 του ν. 4314/2014 (Α' 265), προκειμένου να επικαιροποιηθούν μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Οικονομικών [Π.Δ. 142/2017, (Α' 181)], με τον οποίο έγινε αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής, στην οποία υπάγεται η ΕΔΕΛ.

Ειδικότερα, στο άρθρο 11 του ν. 4314/2014 ορίζεται η ΕΔΕΛ ως Αρχή Ελέγχου για όλα τα ΕΠ του ΕΣΠΑ 2014-2020 και του ΕΠ «Αλιεία και Θάλασσα 2014-2020», επιπλέον δε καθορίζονται η σύνθεση αυτής και οι αρμοδιότητές της. Στο άρθρο 12 ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη λειτουργία των Δ/νσεων της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων που υποστηρίζουν το έργο της ΕΔΕΛ, υπό την ισχύ των διατάξεων του καταργηθέντος Οργανισμού ΥΠΟΙΚ Π.Δ. 111/2014, τη στελέχωση των Δ/νσεων αυτών, θητεία των ελεγκτών, διαδικασίες του ελέγχου κλπ.

Μία από τις αλλαγές στην οργανωτική διάρθρωση της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής ήταν ο διαχωρισμός της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων σε δύο (2) Γενικές Διευθύνσεις: Τη Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων και τη Γενική Διεύθυνση Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων (ΓΔΕΣΠ). Οι οργανικές μονάδες που υποστηρίζουν την ΕΔΕΛ υπάγονται πλέον στη Γενική Δ/νση Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων (ΓΔΕΣΠ) ενώ συστάθηκαν νέες Διευθύνσεις καθώς και Αυτοτελή Τμήματα, οι Προϊστάμενοι των οποίων συμμετέχουν και παρίστανται στις συνεδριάσεις της ΕΔΕΛ ως συλλογικού οργάνου.

Για τους λόγους αυτούς και προκειμένου να υπάρχει ασφάλεια δικαίου κρίνεται απαραίτητη η τροποποίηση-επικαιροποίηση των ανωτέρω άρθρων 11 και 12 του ν. 4314/2014.

Επίσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή ταχύτερων διαδικασιών και να αποφευχθούν τυχόν καθυστερήσεις στην υλοποίηση του προγράμματος ελέγχων, η εμπρόθεσμη εκτέλεση του οποίου αποτελεί βασική υποχρέωση της Αρχής Ελέγχου της χώρας, με την πρόταση τροποποίησης της διάταξης της περίπτ. (α) της παρ. 6του άρθρου 12 εξουσιοδοτείται ο Πρόεδρος της ΕΔΕΛ να εκδίδει και τις αποφάσεις έγκρισης μετακίνησης των ελεγκτών της ΕΔΕΛ, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 της υποπαραγράφου Δ9 «Δαπάνες Μετακινούμενων εντός και εκτός επικράτειας» της παραγράφου Δ του άρθρου 2 του Μέρους Β' του Ν. 4336/2015. Τέλος, με την προσθήκη νέας περίπτ. (γ) στην παρ. 15 του άρθρου 12 του ν.4314/2013 παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Οικονομικών για την έκδοση ΥΑ, με την οποία θα ρυθμίζονται οι διαδικασίες με τις οποίες θα διενεργούνται οι έκτακτοι έλεγχοι (σε συνέχεια καταγγελίας ή εισαγγελικής παραγγελίας), καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετική με τους ελέγχους αυτούς.

Με τις διατάξεις του άρθρου 42 τροποποιούνται τα άρθρα 91 και 93 του ν.4549/2018 (Α'105).

Ειδικότερα, με την παρ. 1 προτείνεται η τροποποίηση των λοιπών εδαφίων μετά την υποπερίπτ. βγ) της περίπτ. β) του άρθρου 91 του ν. 4549/2018 σχετικά με τον ορισμό της «ενίσχυσης διάσωσης και αναδιάρθρωσης», με ευθεία παραπομπή στα σχετικά ενωσιακά νομοθετικά κείμενα.

Επιπροσθέτως, επειδή σύμφωνα με το ενωσιακά δίκαιο είναι δυνατή η υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις χορήγηση κρατικών εγγυήσεων σε επιχειρήσεις ή φορείς που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, ι ειδικότερα δε, το Δημόσιο δύναται να χορηγήσει εγγυήσεις προς δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις με όρους αγοράς, οι οποίες δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση, ή στην αντίθετη περίπτωση να χορηγήσει κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγύησης, υπό την προϋπόθεση της πλήρωσης των προϋποθέσεων του σχετικού ενωσιακού δικαίου περί κρατικών ενισχύσεων, με την παρ. 2 προτείνεται σχετική προσθήκη στην περίπτ. δ της παρ.1 του ίδιου ως άνω άρθρου 91.

Με την παρ. 3 προτείνεται η τροποποίηση της περίπτ. β) της παρ. 2 του άρθρου 93 του ν. 4549/2018, σχετικά με την μεθοδολογία υπολογισμού του ακριβούς ύψους της προμήθειας ασφαλείας, παραπέμποντας απευθείας στην εγκεκριμένη μεθοδολογία υπολογισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και απαλλάσσοντας από την υποχρέωση έκδοσης απόφασης του Υπουργού Οικονομικών για τον καθορισμό της μεθοδολογίας κάθε φορά που εκδίδεται νέα σχετική Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σημειώνεται, ότι εφαρμοστέα εν προκειμένω επί του παρόντος είναι η εγκεκριμένη με την υπ' αρ. C (2016) 4904 Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 29-7-2016 (EE C 425 της 18-11-2016) μεθοδολογία, η οποία έχει εγκριθεί για τέσσερα έτη από τη δημοσίευση της απόφασης, ήτοι έως 29-7-2020.

Με την προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 43 καθορίζεται αποζημίωση για τα μέλη συλλογικών οργάνων (επιτροπή συντονισμού, ομάδες εργασίας ή διοίκησης έργου) που συγκροτήθηκαν με κύριο έργο την επισκόπηση δαπανών των Υπουργείων και των εποπτευομένων φορέων τους, στο πλαίσιο συνεργασίας της Ελληνικής Δημοκρατίας με την Υπηρεσία Υποστήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (SRSS), η οποία θα επιβαρυνθεί εξολοκλήρου με τη κάλυψη της προκαλούμενης δαπάνης

Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 44 ρυθμίζονται ζητήματα μισθολογικής κατάταξης των μετατασσομένων υπαλλήλων από κατώτερη σε ανώτερη κατηγορία εκπαίδευσης και ειδικότερα ο χρόνος υπηρεσίας που θα ληφθεί υπόψη για τη μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη στα Μ.Κ. της ανώτερης εκπαιδευτικής βαθμίδας.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 45 εξομοιώνονται μισθολογικά με όσους υπηρετούσαν στο Υπουργείο Οικονομικών πριν την 1.11.2011 οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που έχουν διοριστεί ή μεταταχθεί μετά την ανωτέρω ημερομηνία, έως και την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεων, στο Υπουργείο Οικονομικών, σε εποπτευόμενα από αυτό Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, στην Ελληνική Στατιστική Αρχή, στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, καθώς και στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ως διοικητικό προσωπικό.

Ειδικότερα, προβλέπεται η χορήγηση στο σύνολο των εν λόγω υπαλλήλων της προσωπικής διαφοράς του άρθρου 27 του ν. 4354/2015 (A' 176) κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, με δεδομένο ότι πρόκειται για υπαλλήλους οι οποίοι παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες και ασκούν όμοια καθήκοντα με όσους υπηρετούσαν πριν την κρίσιμη ημερομηνία.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 46 επιδιώκεται η μείωση της επιβάρυνσης του έργου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και των μελών του, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι με την ένταξη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 (Α' 130) και των χρεών προς το Ελληνικό Δημόσιο φυσικών προσώπων στερουμένων πτωχευτικής ικανότητας, ενώπιον του Ειρηνοδικείων όλης της χώρας ασκήθηκε από ενδιαφερομένους και εκκρεμεί μεγάλος αριθμός σχετικών αιτήσεων, οι οποίες, μέχρι σήμερα, ανέρχονται σε 16.000 περίπου. Συνεπεία αυτού, τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αναγκάζονται να μετακινούνται σχεδόν καθημερινά πολλές φορές εκτός της έδρας της Υπηρεσίας τους προκειμένου να εκπροσωπήσουν το Ελληνικό Δημόσιο στις σχετικές δικαστικές διαδικασίες. Οι υποθέσεις αυτές, ανεξάρτητα από το οικονομικό τους αντικείμενο, δεν παρουσιάζουν σημαντικά νομικά και πραγματικά ζητήματα και τα μέλη του ΝΣΚ, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, περιορίζονται στο να εκθέσουν στο δικαστήριο τα στοιχεία και τις απόψεις των αρμοδίων Υπηρεσιών της Φορολογικής Διοίκησης, στις οποίες έχουν βεβαιωθεί τα σχετικά προς το Ελληνικό Δημόσιο χρέη των αιτούντων. Πρόκειται, συνεπώς, για υποθέσεις, για τις οποίες δεν είναι αναγκαία ενώπιον του δικαστηρίου η παρουσία μελών του ΝΣΚ και μπορεί να υποκατασταθεί επαρκώς από υπάλληλο της αρμόδιας οικονομικής αρχής, σε μια δικαστική διαδικασία, όπως η εκούσια δικαιοδοσία (άρθρα 743 επ. ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρα 3 και 4 του ν. 3869/2010), που προσομοιάζει με τη διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και κατά την οποία εφαρμόζεται το ανακριτικό σύστημα, δηλαδή της αυτεπάγγελτης από το δικαστήριο εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων για την προστασία τόσο των ενδιαφερομένων, όσο και του δημοσίου συμφέροντος (βλ. άρθρο 744 ΚΠολΔ). Πάντως, με την προτεινόμενη ρύθμιση λαμβάνεται πρόνοια ώστε, κατ' εξαίρεση, και στις υποθέσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο να παρίσταται με μέλος του ΝΣΚ, εφόσον το ζητήσει η Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης με αιτιολογημένη πρότασή της, ενώ η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων του Ελληνικού Δημοσίου και η παράστασή του σε επόμενους βαθμούς δικαιοδοσίας (έφεση και αναίρεση) να γίνονται αποκλειστικά με μέλος του ΝΣΚ.

Σημειώνεται ότι ρυθμίσεις παρόμοιες με την προτεινόμενη ισχύουν ήδη από πολλών ετών στις φορολογικές διαφορές, καθώς επίσης και σε διοικητικές διαφορές, που αναφέρονται στο άρθρο 20 παρ. 5 του Οργανισμού του ΝΣΚ (ν. 3086/2002, Α'324).

Τέλος, με το άρθρο 47 καθορίζονται τα θέματα ισχύος του νόμου.




Σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών, με τίτλο
«I) Κεντρικά Αποθετήρια Τίτλων, II) Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας (EE) 2016/2258 και άλλες διατάξεις και III) Λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών»


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΑ ΤΙΤΛΩΝ

Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής


1. Το Μέρος Πρώτο του παρόντος νόμου εφαρμόζεται στα κεντρικά αποθετήρια τίτλων κατά την έννοια του Κανονισμού (EE) 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L257/28.8.2014) τα οποία είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα και αδειοδοτούνται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Το άρθρο 5, η παρ. 1 του άρθρου 6 και τα άρθρα 8, 9, 11, 13, 20 και 21 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση των χρηματοπιστωτικών μέσων ή αξιογράφων κατά την έννοια της περίπτ. 8 της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (EE) 909/2014.

2. Από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους εξαιρούνται το Σύστημα Παρακολούθησης Συναλλαγών επί Τίτλων σε Λογιστική Μορφή, που έχει συσταθεί με το άρθρο 5 του ν. 2198/1994 (Α' 43), και η Τράπεζα της Ελλάδος ως διαχειριστής του.

Άρθρο 2
Ορισμοί


Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως:
α) "Διαμεσολαβητής": ΑΕΠΕΥ του ν. 4514/2018 (Α' 14) ή επιχείρηση επενδύσεων ή επιχείρηση τρίτης χώρας κατά την έννοια της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ (EE L 173/12.6.2014), πιστωτικό ίδρυμα του ν. 4261/2014 (Α' 107) ή κατά την έννοια του άρθρου 3 της Οδηγίας 2013/36/ΕΚ (EE L 176/27.6.2013) ή κεντρικό αποθετήριο τίτλων του Κανονισμού (EE) 909/2014 που παρέχουν υπηρεσίες φύλαξης κινητών αξιών, διαχείρισης κινητών αξιών ή τήρησης λογαριασμών αξιών εξ ονόματος τρίτων,
β) "Εγγεγραμμένος διαμεσολαβητής": Ο διαμεσολαβητής που τηρεί για λογαριασμό πελατών του συλλογικό λογαριασμό αξιών αποθετηρίου ως συμμετέχων σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή μέσω συμμετέχοντος σε αυτό.
γ) "Συλλογικός λογαριασμός αξιών": Ο λογαριασμός κινητών αξιών μέσω του οποίου τηρούνται συγκεντρωτικά κινητές αξίες που ανήκουν σε τρίτους,
δ) "Συλλογικός λογαριασμός αξιών αποθετηρίου": Ο συλλογικός λογαριασμός αξιών που τηρείται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων για σκοπούς συνολικού διαχωρισμού πελατών σύμφωνα με το άρθρο 38 του Κανονισμού (EE) 909/2014.
ε) "Συλλογικός λογαριασμός αξιών διαμεσολαβητή": Ο συλλογικός λογαριασμός αξιών που τηρείται από εγκατεστημένο στην Ελλάδα διαμεσολαβητή και απεικονίζει κινητές αξίες που τηρούνται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων.
στ') "Τόπος διαπραγμάτευσης": Η ρυθμιζόμενη αγορά ή ο πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ) κατά την έννοια της περίπτ. 24, της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 και της περίπτ. 24 της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, όπου τυγχάνουν διαπραγμάτευσης κινητές αξίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΩΝ ΤΙΤΛΩΝ

Άρθρο 3
Ειδικές διατάξεις για την άδεια λειτουργίας κεντρικού αποθετηρίου τίτλων


1. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας του κ.ν. 2190/1920 (Α' 37) και του ν.4548/2018 (Α'104) ύστερα από άδεια λειτουργίας που χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τον Κανονισμό (EE) 909/2014 και συμπληρωματικά τον παρόντα νόμο.

2. Οι μετοχές του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων είναι ονομαστικές. Οι καταχωρίσεις που προβλέπονται στον κ.ν. 2190/1920 και το ν.4548/2018 γίνονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο.

3. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων υποβάλλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τουλάχιστον ετησίως, τις εκθέσεις των ορκωτών ελεγκτών-λογιστών (ΟΕΛ) από τους τακτικούς και έκτακτους ελέγχους σχετικά με την ύπαρξη επαρκών διαδικασιών για τη συμμόρφωσή του με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Κανονισμό (EE) 909/2014 και των κατ' εξουσιοδότησή του ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων. Επιπρόσθετα, το κεντρικό αποθετήριο τίτλων οφείλει να υποβάλλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τις αναφορές των υπηρεσιών συμμόρφωσης και εσωτερικού ελέγχου αυτού που υποβάλλονται στο διοικητικό του συμβούλιο.

4. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς χορηγεί άδεια κεντρικού αποθετηρίου τίτλων εφόσον διαπιστώσει ότι πληρούνται, εκτός από τον Κανονισμό (EE) 909/2014, οι όροι και προϋποθέσεις του παρόντος. Οι αποφάσεις για τη χορήγηση άδειας κεντρικού αποθετηρίου τίτλων δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 4
Κανονισμός λειτουργίας


1. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων διαθέτει Κανονισμό, με τον οποίο ρυθμίζεται η λειτουργία του, σύμφωνα με τον Κανονισμό (EE) 909/2014 και τον παρόντα νόμο. Οι συμμετέχοντες στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων και κάθε άλλο πρόσωπο στο οποίο αφορά ο Κανονισμός οφείλουν να συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από αυτόν. Με τον Κανονισμό καθορίζονται οι συνέπειες που επέρχονται σε περίπτωση παράβασης των κανόνων του.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς εγκρίνει τον Κανονισμό του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων, ταυτόχρονα με τη χορήγηση της άδειας σύμφωνα με το άρθρο 3, ως προς τη νομιμότητά του, καθώς και κάθε τροποποίηση αυτού. Οι αποφάσεις της παρούσας παραγράφου δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εγκριτικής απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ο Κανονισμός και οι τροποποιήσεις του ισχύουν έναντι των προσώπων της παρ. 1.

3. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων υποβάλλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάθε απόφαση αναγκαία για την εφαρμογή του Κανονισμού του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΚΙΝΗΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΣΕ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΣΕ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΟ ΤΙΤΛΩΝ

Άρθρο 5
Αρχική καταχώριση κινητών αξιών σε λογιστική μορφή


1. Η αρχική καταχώριση κινητών αξιών σε λογιστική μορφή διενεργείται από κεντρικό αποθετήριο τίτλων σύμφωνα με τον Κανονισμό (EE) 909/2014 και συμπληρωματικά τον παρόντα νόμο.

2. Για τις κινητές αξίες που καταχωρίζονται στα αρχεία του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων δεν εκδίδονται τίτλοι. Οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι, που αποϋλοποιούνται ή ακινητοποιούνται, παύουν να ενσωματώνουν αξιογραφικά δικαιώματα και τα δικαιώματα αυτά παριστώνται μέσω των καταχωριζόμενων κινητών αξιών.

3. Αν οι καταχωριζόμενες κινητές αξίες έχουν συσταθεί βάσει αλλοδαπού δικαίου, τα πάσης φύσεως αξιογραφικά δικαιώματα από αυτές και η άσκησή τους έναντι του εκδότη καθορίζονται με βάση το ανωτέρω δίκαιο.

4. Η αξίωση του δικαιούχου κινητής αξίας έναντι του εκδότη για την έκδοση ενσώματου τίτλου αυτής γεννάται μόνο εφόσον αρθεί η καταχώριση της κινητής αξίας από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο.

Άρθρο 6
Ειδικές διαδικασίες αποϋλοποίησης


1. Αν η αποϋλοποίηση διενεργείται με απευθείας έκδοση των κινητών αξιών σε άυλη μορφή, κατά το χρόνο που εκκρεμεί αίτηση του εκδότη για καταχώριση , για τις κινητές αξίες τις οποίες αφορά η αίτηση, δεν εκδίδονται ενσώματοι τίτλοι. Εφόσον η αίτηση για καταχώριση γίνει αποδεκτή από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, ο εκδότης διαβιβάζει στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων τις απαραίτητες καταστάσεις δικαιούχων και σχετικών κινητών αξιών προς καταχώριση στα αρχεία του σύμφωνα με όσα ειδικότερα προβλέπονται στον Κανονισμό του.

2. Αν οι προς καταχώριση τίτλοι της παρ. 1 είναι ανώνυμες μετοχές του κ.ν. 2190/1920, η εκδότρια ανώνυμη εταιρεία διαβιβάζει στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων, για καταχώριση στα αρχεία του, κατάσταση μετόχων και μετοχών. Αν είναι ονομαστικές μετοχές, η εκδότρια γνωστοποιεί στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων τις οικείες εγγραφές στα βιβλία της προς καταχώριση στα αρχεία του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων.

3. Αν η αποϋλοποίηση διενεργείται με μετατροπή ενσώματων μετοχών του κ.ν. 2190/1920 σε άυλες, τηρείται η εξής ειδικότερη διαδικασία:
α) Η εκδότρια ανώνυμη εταιρεία αμελλητί, μόλις ειδοποιηθεί από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων για την αποδοχή της αίτησης καταχώρισης, καλεί τους μετόχους της προκειμένου, μέσα στην προθεσμία που αυτή ορίζει, να της παραδώσουν τους μετοχικούς τίτλους και να δηλώσουν τα πλήρη στοιχεία τους, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα επί των τίτλων, ώστε τα στοιχεία αυτά να διαβιβασθούν στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων, ενημερώνοντας, συγχρόνως, τους μετόχους της για τις συνέπειες της μη παράδοσης των μετοχών τους μέχρι την ημερομηνία μετατροπής σύμφωνα με τις περιπτ. γ) και δ). Η ανωτέρω προθεσμία δεν μπορεί να ορισθεί μικρότερη του ενός (1) μήνα. Η πρόσκληση προς τους μετόχους γίνεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26 του κ.ν. 2190/1920 και τα άρθρα 121 και 122 του ν.4548/2018 και, επιπλέον, με δημοσίευση στο διαδικτυακό τόπο του Γενικού Εμπορικού Μητρώου, σύμφωνα με το άρθρο 232 του ν. 4072/2012 (Α' 86),
β) με τη συγκέντρωση των μετοχικών τίτλων και στοιχείων η εκδότρια ανώνυμη εταιρεία παραδίδει στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων κατάσταση και αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή με τα στοιχεία των μετόχων και την ποσότητα των παραληφθέντων τίτλων που κατέχει ο κάθε μέτοχος. Για ονομαστικές μετοχές του κ.ν. 2190/1920, η εκδότρια μπορεί, να νομιμοποιήσει το μέτοχο της και χωρίς την προσκόμιση του τίτλου, εφόσον αυτός είναι εγγεγραμμένος στο μετοχολόγιό της,
γ) το κεντρικό αποθετήριο τίτλων μετά την παραλαβή των ανωτέρω στοιχείων ειδοποιεί την εκδότρια για την ημερομηνία μετατροπής, την οποία δημοσιοποιεί μέσω της ιστοσελίδας του, και καταχωρίζει τα στοιχεία στα αρχεία του σύμφωνα με όσα προβλέπονται στον Κανονισμό του. Οι καταχωρίσεις μπορεί να αφορούν και στοιχεία που κατατίθενται από την εκδότρια συμπληρωματικά σε σχέση με παραδόσεις τίτλων μέχρι την ορισθείσα ημερομηνία μετατροπής. Κατά την ημερομηνία μετατροπής η εκδότρια ακυρώνει τους παραληφθέντες τίτλους,
δ) σε περίπτωση μη εμφάνισης δικαιούχων μετόχων μέχρι την ημερομηνία μετατροπής, οι μετοχές των μη εμφανισθέντων μετόχων εκποιούνται αμελλητί από την εκδότρια σύμφωνα με το άρθρο 7.

4. Αν η αποϋλοποίηση διενεργείται με μετατροπή ενσώματων τίτλων σε άυλους που αφορούν άλλες κινητές αξίες εκτός από μετοχές, εφαρμόζεται διαδικασία ανάλογη προς αυτή της παρ. 3, με βάση τα ειδικότερα κατά περίπτωση χαρακτηριστικά των τίτλων τους οποίους αφορά.

5. Η καταχώριση στα αρχεία του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων περιλαμβάνει και την υφιστάμενη επικαρπία, ενέχυρο ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί των κινητών αξιών, εφόσον ο εκδότης ή ο δικαιούχος του σχετικού εμπραγμάτου δικαιώματος έχει προηγουμένως, εγγράφως, ενημερώσει σχετικά το κεντρικό αποθετήριο τίτλων.

Άρθρο 7
Αναγκαστική εκποίηση μετοχών συνεπεία μη εμφάνισης δικαιούχων ή εταιρικών πράξεων


1. Οι μετοχές οι οποίες αντιστοιχούν στους ενσώματους τίτλους που δεν κατατέθηκαν στην εκδότρια ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 6, και οι οποίες έχουν καταχωρισθεί στα αρχεία του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων υπόκεινται σε εκποίηση μέσω τόπου διαπραγμάτευσης.
Η εκποίηση διενεργείται με ειδική μέθοδο, εκτός της κανονικής διαπραγμάτευσης, που προβλέπεται στον Κανονισμό του τόπου διαπραγμάτευσης.

2. Η εκδότρια ανώνυμη εταιρεία ανακοινώνει στην ιστοσελίδα της και σε αυτή του τόπου διαπραγμάτευσης τις προκαθορισμένες από αυτή ημερομηνίες εκποίησης δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημερομηνία εκποίησης. Με τον ίδιο τρόπο ανακοινώνει και τα αποτελέσματα της εκποίησης.

3. Οι ανωτέρω υποκείμενες σε εκποίηση μετοχές εκποιούνται, με επιμέλεια της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας, ελεύθερες από κάθε δικαίωμα ή επιβάρυνση. Το προϊόν της εκποίησης κατατίθεται, μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία εκποίησης από την εκδότρια στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στη διάθεση των δικαιούχων, στους οποίους αποδίδεται με βάση σχετικό έγγραφο της εκδότριας. Η εκδότρια ενημερώνει, ταυτόχρονα με την κατάθεση, εγγράφως τους δικαιούχους μετόχους για τα αποτελέσματα της εκποίησης και το ποσό της εκποίησης, καθώς και για τα στοιχεία του λογαριασμού στον οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο για λογαριασμό τους το σχετικό ποσό.

4. Αν, ύστερα από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου εκδότη ή άλλη εταιρική πράξη, προκύψουν κλασματικά υπόλοιπα κινητών αξιών, οι σχετικές κινητές αξίες, αφού καταχωρισθούν στα αρχεία του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων, εκποιούνται αμελλητί, με επιμέλεια του εκδότη, μέσω τόπου διαπραγμάτευσης και το προϊόν της εκποίησης αποδίδεται στους δικαιούχους σύμφωνα με όσα ειδικότερα προβλέπονται στον Κανονισμό του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων. Για τη διαδικασία της εκποίησης εφαρμόζονται οι παρ. 1 και 2.

Άρθρο 8
Καταχώριση κινητών αξιών ύστερα από ακινητοποίηση


1. Κινητές αξίες εκδότη μπορεί να κατατίθενται για ακινητοποίηση και να καταχωρίζονται στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων σε λογιστική μορφή, σύμφωνα με όσα ειδικότερα προβλέπονται στον Κανονισμό του.

2. Οι κινητές αξίες που ακινητοποιούνται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων παριστώνται με λογιστικές εγγραφές ή αποθετήρια που εκδίδονται και καταχωρίζονται με λογιστική εγγραφή.

3. Για την ακινητοποίηση απαιτείται προηγούμενη κατάθεση των ενσώματων τίτλων στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων. Ο εκδότης καταθέτει τους τίτλους ύστερα από παράδοσή τους από τους δικαιούχους, όπου συντρέχει περίπτωση εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 6 και 7.

4. Από την κατάθεση των κινητών αξιών για ακινητοποίηση, η παρακολούθησή τους και η καταχώριση των πόσης φύσεως μεταβολών επ' αυτών διενεργείται μέσω λογιστικών εγγραφών στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων. Μεταβολές στους ακινητοποιημένους τίτλους, συνεπεία εταιρικού ή άλλου γεγονότος που σχετίζεται με τον εκδότη, παρακολουθούνται στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων με αντίστοιχες λογιστικές εγγραφές ή και με έκδοση νέων αποθετηρίων καταχωριζόμενων με λογιστική εγγραφή, όπου συντρέχει περίπτωση. Αν, συνεπεία του εταιρικού γεγονότος, απαιτείται αντικατάσταση των ακινητοποιημένων τίτλων με νέους ή άλλη μεταβολή επ' αυτών, ιδίως λόγω συνένωσης ή διάσπασης των τίτλων ή έκδοσης νέων τίτλων, ο εκδότης προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες αντικατάστασης και κατάθεσης νέων τίτλων στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων ανάλογα με την περίπτωση.

5. Οι ακινητοποιημένοι τίτλοι δεν περιλαμβάνονται στον ισολογισμό του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων, δεν αποτελούν μέρος της πτωχευτικής του περιουσίας, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εναντίον του κατάσχεσης ή δέσμευσης και αν παρά ταύτα, κατασχεθούν, μπορεί να ασκηθεί ανακοπή κατ' άρθρο 936 Κ.Πολ.Δ.6. Σε περίπτωση άρσης της ακινητοποίησης των κινητών αξιών, οι επενδυτές που είναι εγγεγραμμένοι στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων κατά το χρόνο της άρσης, διατηρούν τις πάσης φύσεως αξιώσεις που συνδέονται με αυτές έναντι του εκδότη των κινητών αξιών.

Άρθρο 9
Μεταβολές ως προς κινητές αξίες σε λογιστική μορφή


Για οποιαδήποτε μεταβολή που αφορά κινητές αξίες σε λογιστική μορφή, όπως η μεταβολή της ονομαστικής αξίας και η μετατροπή τους σε μετοχές άλλης κατηγορίας το κεντρικό αποθετήριο τίτλων ενημερώνει τα αρχεία του με βάση ανακοίνωση του εκδότη.

Άρθρο 10
Καταχώριση πιστοποιητικών κατάθεσης


Τα πιστοποιητικά κατάθεσης του άρθρου 4 του ν. 3756/2009 (Α' 53) καταχωρίζονται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων ως κινητές αξίες κατά τους όρους του παρόντος νόμου.

Άρθρο 11
Παρακολούθηση κινητών αξιών μέσω σύνδεσης με άλλα κεντρικά αποθετήρια τίτλων ή διαμεσολαβητές

Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων που διατηρεί επ' ονόματι του συλλογικό λογαριασμό αξιών σε άλλο κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή διαμεσολαβητή, σύμφωνα με το άρθρο 48 του Κανονισμού (EE) 909/2014, διαχωρίζει τους λογαριασμούς αυτούς, προβαίνοντας στις κατά περίπτωση αναγκαίες εγγραφές, με βάση τους λογαριασμούς δικαιούχων ή εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών στα δικά του αρχεία και βιβλία, σύμφωνα με τα άρθρα 13 έως 19. Ως δικαιούχοι των σχετικών κινητών αξιών αναγνωρίζονται οι εγγεγραμμένοι ή ταυτοποιούμενοι στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων, σύμφωνα με τις ανωτέρω εγγραφές

Άρθρο 12
Υπηρεσίες καταχώρισης για μη εισηγμένες κινητές αξίες


1. Εκδότες κινητών αξιών μπορεί να εκδίδουν κινητές αξίες σε άυλη μορφή, μη εισηγμένες ή ενταγμένες προς διαπραγμάτευση, εφόσον το καταστατικό τους προβλέπει τον τρόπο έκδοσης ή καταχώρισής τους σε λογιστική μορφή από κεντρικό αποθετήριο τίτλων. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων μπορεί να παρέχει σχετικές υπηρεσίες καταχώρισης σύμφωνα με όσα προβλέπονται στον Κανονισμό του.

2. Για τις κινητές αξίες που καταχωρίζονται σύμφωνα με την παρ. 1 εφαρμόζονται οι αντίστοιχες για κινητές αξίες διατάξεις του παρόντος, εκτός των παρ. 3 και 4 του άρθρου 6 και του άρθρου 7. Αν υφίστανται ενσώματοι τίτλοι κατά το χρόνο της αίτησης καταχώρισης που υποβάλλεται από τον εκδότη προς το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, δεν διενεργείται καταχώριση, εφόσον δεν παραδοθεί στον εκδότη προηγουμένως και ακυρωθεί το σύνολο των κινητών αξιών της έκδοσης, την οποία αφορά η σχετική αίτηση.

3. Για τις ανώνυμες εταιρείες της παρ. 1, όπου προβλέπεται από το νόμο κατάθεση των μετοχών για την άσκηση των μετοχικών δικαιωμάτων, η σχετική δέσμευση των άυλων μετοχών που διενεργεί το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, σύμφωνα με τον Κανονισμό του, ισοδυναμεί με κατάθεση. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων χορηγεί βεβαιώσεις δέσμευσης στους ενδιαφερομένους μετόχους ως αποδεικτικό κατάθεσης.

4. Οι ανώνυμες εταιρείες της παρ. 1 μπορούν, με σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό τους, να υπαχθούν στις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του ν.4548/2018 που ισχύουν για τη σύγκληση, συνεδρίαση, συμμετοχή των μετόχων, λήψη αποφάσεων και την άσκηση άλλων μετοχικών δικαιωμάτων σε γενικές συνελεύσεις εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο. Η σχετική καταστατική πρόβλεψη αφορά μόνο την υπαγωγή στο σύνολο των ανωτέρω διατάξεων.

5. Οι εκδότες που προβαίνουν σε καταχωρίσεις κινητών αξιών σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 4, οφείλουν να διαθέτουν ιστοσελίδα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΕΠΙ ΚΙΝΗΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΗΤΡΩΟΥ

Άρθρο 13
Εμπράγματα δικαιώματα επί κινητών αξιών


1. Οι μεταβιβάσεις κινητών αξιών που τηρούνται σε λογαριασμούς σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων διενεργούνται από την καταχώριση της μεταβίβασης στους λογαριασμούς αυτούς.

2. Στην περίπτωση συλλογικών λογαριασμών αξιών αποθετηρίου, οι συμμετέχοντες οφείλουν, ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση του διακανονισμού στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων, να εγγράφουν τους δικαιούχους πελάτες τους στα αρχεία και βιβλία τους. Στην περίπτωση συλλογικών λογαριασμών αξιών διαμεσολαβητή, οι διαμεσολαβητές οφείλουν να προβαίνουν αμελλητί σε αντίστοιχες εγγραφές των δικαιούχων πελατών τους στα αρχεία και βιβλία τους.

3. Στην περίπτωση συλλογικού λογαριασμού αξιών αποθετηρίου, τα πάσης φύσεως εμπράγματα δικαιώματα επί των τηρούμενων μέσω αυτού κινητών αξιών αποδεικνύονται με τις σχετικές λογιστικές εγγραφές στα αρχεία και βιβλία του συμμετέχοντος που τον τηρεί, καθώς και με κάθε άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο. Με αντίστοιχες εγγραφές στα αρχεία και βιβλία του διαμεσολαβητή, καθώς και συναφή αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύονται και τα πάσης φύσεως εμπράγματα δικαιώματα επί των κινητών αξιών που τηρούνται μέσω συλλογικού λογαριασμού αξιών διαμεσολαβητή.

4. Οι συμμετέχοντες και διαμεσολαβητές οφείλουν ανά πάσα στιγμή να διασφαλίζουν ότι υπάρχει αντιστοίχιση μεταξύ των κινητών αξιών που τηρούνται μέσω συλλογικού λογαριασμού αξιών με τις κινητές αξίες των πελατών τους, τις οποίες απεικονίζουν ανά πάσα στιγμή στα βιβλία τους τηρουμένων και των λοιπών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.

5. Για τη λογιστική εγγραφή δικαιώματος ενεχύρου ή άλλης επιβάρυνσης επί κινητών αξιών τηρούμενων σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή μέσω διαμεσολαβητή απαιτείται επίδοση της σχετικής σύμβασης στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή στο διαμεσολαβητή, αντίστοιχα, κατά τα άρθρα 122 επ. ΚΠολΔ. Επίδοση δεν απαιτείται όπου τούτο ειδικώς προβλέπεται από τον νόμο, όπως ιδίως στην περίπτωση της ασφάλειας του ν. 3301/2004 (Α' 263).

6. Για τις κινητές αξίες που τηρούνται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή μέσω διαμεσολαβητή σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 5, μπορεί, ύστερα από σχετική συμφωνία με τους πελάτες, να εφαρμόζεται αναλογικά ο ν. 5638/1932 (Α' 307).

7. Με τον Κανονισμό του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις καταχώρισης των δικαιούχων κινητών αξιών και των δικαιωμάτων τους, παρακολούθησης των τυχόν μεταβολών επί των καταχωρίσεων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

8. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων μπορεί να παρέχει σε εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές συλλογικών λογαριασμών αξιών αποθετηρίου υπηρεσίες λογιστικής εγγραφής για τους δικαιούχους πελάτες τους προς απόδειξη των δικαιωμάτων τους επί των σχετικών κινητών αξιών απευθείας από τα αρχεία και συστήματα του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις παροχής των σχετικών υπηρεσιών με τον Κανονισμό του.

Άρθρο 14
Υπηρεσίες μητρώου


1. Οι υπηρεσίες μητρώου μετόχων σε σχέση με μετοχές σε λογιστική μορφή ανωνύμων εταιρειών του κ.ν. 2190/1920 και του ν.4548/2018 παρέχονται από κεντρικό αποθετήριο τίτλων σύμφωνα με τον Κανονισμό (EE) 909/2014 και τον παρόντα νόμο.

2. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων παρέχει στο πλαίσιο των υπηρεσιών μητρώου και υπηρεσίες ταυτοποίησης των μετόχων προς τις εκδότριες ανώνυμες εταιρείες. Οι υπηρεσίες ταυτοποίησης αφορούν την εξακρίβωση των στοιχείων των μετόχων και των μετοχών, που τηρούνται μέσω των συλλογικών λογαριασμών αξιών αποθετηρίου, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων ψήφου, όπου συντρέχει περίπτωση, καθώς και τη γνωστοποίηση των στοιχείων αυτών από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων στις εκδότριες ανώνυμες εταιρείες.

3. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων παρέχει στις εκδότριες ανώνυμες εταιρείες στοιχεία μετόχων και μετοχών, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 17, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων ψήφου, όπου συντρέχει περίπτωση, ενεργώντας ως φορέας όπου τηρούνται οι κινητές αξίες κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 28° του κ.ν. 2190/1920 και τα αντίστοιχα προβλεπόμενα στην παρ.6 του άρθρου 124 του ν.4548/2018. Οι ανωτέρω υπηρεσίες παρέχονται ύστερα από σχετική συμφωνία με την εκδότρια. Οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις παροχής των υπηρεσιών μητρώου και ταυτοποιήσεων από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων καθορίζονται με τον Κανονισμό του.

4. Εκδότριες ανώνυμες εταιρείες του κ.ν. 2190/1920 και του ν.4548/2018 με μετοχές σε λογιστική μορφή για τις οποίες δεν παρέχονται υπηρεσίες μητρώου από κεντρικό αποθετήριο τίτλων, εξακριβώνουν τα στοιχεία των μετόχων και των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου μέσω των συμμετεχόντων και εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων. Στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία των συμμετεχόντων και εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών τίθενται από τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων στη διάθεση των εκδοτριών εταιρειών σε πρώτη ζήτηση και ως φορείς τήρησης των κινητών αξιών κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 28° του κ.ν. 2190/1920 και τα αντίστοιχα προβλεπόμενα στην παρ.6 του άρθρου 124 του ν.4548/2018 νοούνται το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, οι συμμετέχοντες και οι εγγεγραμμένοι διαμεσολαβητές. Η παρούσα εφαρμόζεται και σε κάθε άλλη περίπτωση κινητών αξιών εκδοτών που εκδίδονται σε λογιστική μορφή για τις οποίες το κεντρικό αποθετήριο τίτλων δεν παρέχει υπηρεσίες μητρώου.

Άρθρο 15
Στοιχεία ταυτοποιήσεων


1. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων διενεργεί τις ταυτοποιήσεις δικαιούχων στα συστήματά του με βάση τα παρεχόμενα ανάλογα με την περίπτωση στοιχεία από τους εκδότες, τους συμμετέχοντες σε αυτό ή και από άλλα νομιμοποιούμενα πρόσωπα. Στα νομιμοποιούμενα πρόσωπα μπορεί να περιλαμβάνονται διαχειριστές τόπων διαπραγμάτευσης, κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι του Κανονισμού (EE) 648/2012 (EE L 201/27.7.2012), άλλοι διαχειριστές Συστήματος κατά την έννοια του άρθρου 72 του ν. 3606/2007 (Α'195) και εγγεγραμμένοι διαμεσολαβητές, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στον Κανονισμό του.

2. Τα πρόσωπα της παρ. 1 οφείλουν να παρέχουν εμπροθέσμως και προσηκόντως κάθε στοιχείο και πληροφορία που τους ζητείται από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων για τη διενέργεια των ταυτοποιήσεων, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες του.

Άρθρο 16
Εγγεγραμμένοι μέτοχοι στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων


1. Στις περιπτώσεις ανώνυμων μετοχών του κ.ν. 2190/1920, ο εγγεγραμμένος δικαιούχος στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων θεωρείται μέτοχος.

2. Στις περιπτώσεις ονομαστικών μετοχών του κ.ν. 2190/1920 και του ν.4548/2018 ο εγγεγραμμένος δικαιούχος στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων θεωρείται μέτοχος έναντι της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας. Η εκδότρια ονομαστικών μετοχών δικαιούται να έχει πρόσβαση στις καταχωρίσεις και λογιστικές εγγραφές οποτεδήποτε.

Άρθρο 17
Ειδικές διατάξεις συλλογικών λογαριασμών αξιών αποθετηρίου και ταυτοποίησης


1. Στις περιπτώσεις ανώνυμων μετοχών σε λογιστική μορφή του κ.ν. 2190/1920 που τηρούνται μέσω συλλογικών λογαριασμών αξιών αποθετηρίου, μέτοχος θεωρείται ο ταυτοποιούμενος μέσω του εγγεγραμμένου διαμεσολαβητή που τηρεί το σχετικό λογαριασμό. Στις περιπτώσεις ονομαστικών μετοχών του κ.ν. 2190/1920 και του ν.4548/2018, ο ταυτοποιούμενος ως άνω θεωρείται μέτοχος έναντι της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας κατά παρέκκλιση της παρ. 7 του άρθρου 8β του κ.ν. 2190/1920 και σύμφωνα με την παρ.6 του άρθρου 40 του ν.4548/2018.

2. Ο εγγεγραμμένος διαμεσολαβητής οφείλει να ταυτοποιεί τα στοιχεία των δικαιούχων πελατών του προς άσκηση των δικαιωμάτων τους έναντι του εκδότη, οποτεδήποτε τούτο προβλέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Η εκδότρια ανώνυμη εταιρεία του κ.ν. 2190/1920 και του ν.4548/2018 δικαιούται να αιτείται την ταυτοποίηση των στοιχείων των μετόχων ονομαστικών μετοχών οποτεδήποτε.

3. Η γνωστοποίηση των στοιχείων των ως άνω ταυτοποιούμενων μετόχων διενεργείται προς την εκδότρια εταιρεία από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή, εφόσον δεν το επιλέξει η εκδότρια ή το κεντρικό αποθετήριο τίτλων δεν παρέχει σχετικές υπηρεσίες μητρώου, απευθείας από τους συμμετέχοντες και εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 14. Σε κάθε περίπτωση γνωστοποίησης σύμφωνα με τα ανωτέρω, υπεύθυνος για την πληρότητα και ακρίβεια των στοιχείων των ταυτοποιούμενων δικαιούχων πελατών του εγγεγραμμένου διαμεσολαβητή έναντι της εκδότριας παραμένει ο εγγεγραμμένος διαμεσολαβητής.

4. Έναντι της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας θεωρείται ότι έχει δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη γενική συνέλευση ο εγγεγραμμένος σύμφωνα με το άρθρο 16 ή ο ταυτοποιούμενος σύμφωνα με την παρ. 1 ως μέτοχος, κατά την ημερομηνία καταγραφής που ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 28α του κ.ν. 2190/1920 και τα αντίστοιχα προβλεπόμενα στην παρ.6 του άρθρου 124 του ν.4548/2018.

5. Η ταυτοποίηση των δικαιούχων διενεργείται αμελλητί, όταν αυτό ζητείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή επιβάλλεται με διάταξη νόμου.

6. Κάθε εγγεγραμμένος διαμεσολαβητής οφείλει να διαθέτει επαρκείς μηχανισμούς και διαδικασίες για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα ταυτοποίηση των δικαιούχων κινητών αξιών για τους οποίους τηρεί τις σχετικές κινητές αξίες μέσω συλλογικού λογαριασμού αξιών αποθετηρίου.

Άρθρο 18
Προσδιορισμός δικαιούχων κατά την ημερομηνία καταγραφής και χορήγηση βεβαιώσεων


1. To κεντρικό αποθετήριο τίτλων προσδιορίζει τους δικαιούχους κινητών αξιών, για την άσκηση των δικαιωμάτων τους έναντι του εκδότη, με βάση τα στοιχεία εγγεγραμμένων ή ταυτοποιημένων δικαιούχων, που διαθέτει, κατά την ημερομηνία καταγραφής (record date), όπως καθορίζεται με την κείμενη νομοθεσία και ιδίως τον κ.ν. 2190/1920, το ν.4548/2018 και την Οδηγία 2007/36/ΕΚ (EE L184/17.7.2007), ή και με άλλες νόμιμες προθεσμίες και ανακοινώσεις του εκδότη.

2. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων βεβαιώνει την ιδιότητα κάθε δικαιούχου κινητών αξιών, τον αριθμό των κινητών αξιών κάθε δικαιούχου, καθώς και τις επιβαρύνσεις επ' αυτών. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων χορηγεί σχετική βεβαίωση στο πρόσωπο υπέρ του οποίου είναι καταχωρισμένη ενεχυρίαση ή άλλη επιβάρυνση στα αρχεία του.

3. Όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η έκδοση βεβαίωσης από φορέα, στα αρχεία του οποίου τηρούνται κινητές αξίες εκδότη εισηγμένες σε τόπο διαπραγμάτευσης, που αφορά την άσκηση μετοχικών ή άλλων αξιογραφικών δικαιωμάτων έναντι του εκδότη, όπως αυτών που συνδέονται με γενική συνέλευση που συγκλήθηκε, ως σχετικός φορέας νοείται το κεντρικό αποθετήριο τίτλων που λειτουργεί σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, εκτός αν το κεντρικό αποθετήριο τίτλων δεν παρέχει υπηρεσίες μητρώου και σχετικής ταυτοποίησης στην εκδότρια, οπότε εφαρμόζεται η παρ. 4.

4. Αν το κεντρικό αποθετήριο τίτλων δεν παρέχει στην εκδότρια υπηρεσίες μητρώου και σχετικής ταυτοποίησης, τα στοιχεία δικαιούχων της παρ. 2 οφείλουν να παρέχουν προς τον εκδότη οι συμμετέχοντες και εγγεγραμμένοι διαμεσολαβητές στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 14. Στην περίπτωση αυτή, οι βεβαιώσεις εκδίδονται από τους συμμετέχοντες και εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές.

Άρθρο 19
Συνέπειες μη ταυτοποίησης μετόχων


1. Με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 28° του κ.ν. 2190/1920 και της παρ.5 του άρθρου 124 του ν.4548/2018, η μη εμπρόθεσμη ταυτοποίηση μετόχων εισηγμένων εταιρειών από τους εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές, κατά την ημερομηνία καταγραφής προς άσκηση των δικαιωμάτων τους συνεπάγεται τη στέρηση του δικαιώματος παράστασης στη γενική συνέλευση της εταιρείας και άσκησης του δικαιώματος ψήφου για τις μετοχές τις οποίες αφορά. Η παράλειψη της ταυτοποίησης ή η καθυστερημένη ταυτοποίηση δεν επιδρά στο κύρος της απόφασης της γενικής συνέλευσης.

2. Ειδικά για τις μετοχές της Τράπεζας της Ελλάδος, εκτός από όσα ορίζονται στην παρ. 1, η εμπρόθεσμη ταυτοποίηση των μετόχων είναι υποχρεωτική και για την καταβολή μερίσματος και την άσκηση κάθε άλλου περιουσιακού δικαιώματος. Έως ότου λάβει χώρα η ταυτοποίηση, το μέρισμα ή άλλο περιουσιακό όφελος που αντιστοιχεί στις μη εμπροθέσμως ταυτοποιούμενες μετοχές τηρείται από την Τράπεζα της Ελλάδος και μπορεί να αναζητηθεί από τον μέτοχο που θα ταυτοποιηθεί σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, εφόσον αυτός έχει αξίωση επί του μερίσματος ή άλλου περιουσιακού οφέλους. Για την παραγραφή εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις για την παραγραφή των μερισμάτων. Όσα προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν επηρεάζουν την αναστολή των περιουσιακών δικαιωμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, που κυρώθηκε με το ν. 3424/1927( Α'298).

3. Οι συμμετέχοντες στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων οφείλουν να παρέχουν έγγραφη ενημέρωση στους εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές και πελάτες τους για τις συνέπειες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΏΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 20
Ειδικές διατάξεις για την κατάσχεση και εκποίηση κινητών αξιών λόγω αναγκαστικής εκτέλεσης


1. Οι συλλογικοί λογαριασμοί που τηρούνται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων δεν υπόκεινται σε κατάσχεση.

2. Κατάσχεση που επιβάλλεται σε κινητές αξίες ή κεφάλαια που τηρούνται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων σε λογαριασμό επ' ονόματι δικαιούχου, για τα οποία εκκρεμεί εκκαθάριση σύμφωνα με τα άρθρα 72 επ. του ν. 3606/2007 ή διακανονισμός βάσει σχετικών εντολών μεταβίβασης σύμφωνα με το ν. 2789/2000 (Α' 21), θεωρείται ως επιβαλλόμενη επί του καθαρού προϊόντος του τελούμενου διακανονισμού ύστερα από αφαίρεση των πάσης φύσεως τελών και χρεώσεων που προβλέπονται.

3. Η κατάσχεση κινητών αξιών που τηρούνται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων, θεωρείται ως κατάσχεση επί κινητού πράγματος που βρίσκεται εις χείρας τρίτου, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 991Α ΚΠολΔ. Στην περίπτωση της ανωτέρω κατάσχεσης, ως δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός νοείται η διαδικασία της εκποίησης που διενεργείται με ειδική μέθοδο, εκτός της κανονικής διαπραγμάτευσης που προβλέπεται στον Κανονισμό του τόπου διαπραγμάτευσης, και έχει εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Για την εκποίηση ορίζεται μέλος διαπραγμάτευσης που επιλέγεται από το διαχειριστή του τόπου διαπραγμάτευσης βάσει κατάστασης μελών κατ' αλφαβητική σειρά. Ο διαχειριστής του τόπου διαπραγμάτευσης ανακοινώνει στην ιστοσελίδα του τη διενέργεια της ανωτέρω εκποίησης.

4. Σε περίπτωση εκποίησης κινητών αξιών που τηρούνται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων και βρίσκονται σε αναστολή διαπραγμάτευσης, ως και των κινητών αξιών του άρθρου 12 του παρόντος, εφαρμόζονται τα άρθρα 982επ. ΚΠολΔ για την κατάσχεση εις χείρας τρίτου κατά παρέκκλιση των άρθρων 967 και 991Α ΚΠολΔ.

5. Η παρ. 3 εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση εκποίησης κινητών αξιών που τηρούνται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων λόγω αναγκαστικής εκτέλεσης, δικαστικής διανομής ή εκούσιας πώλησης.

Άρθρο 21
Προνόμια επενδυτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας διαμεσολαβητή


1. Αν το υπόλοιπο συλλογικού λογαριασμού αξιών διαμεσολαβητή, έναντι του οποίου έχει αρχίσει διαδικασία αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 2789/2000, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δικαιούχων, αυτοί ικανοποιούνται προνομιακώς από τον ίδιο λογαριασμό του διαμεσολαβητή στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων. Αν δεν επαρκεί και το υπόλοιπο του ιδίου λογαριασμού, οι δικαιούχοι ικανοποιούνται σύμμετρα.

2. Ως ίδιος λογαριασμός για τις ανάγκες της παρ. 1 νοείται και ο λογαριασμός του διαμεσολαβητή, ως πελάτη άλλου διαμεσολαβητή. Ως λογαριασμός από τον οποίο ικανοποιούνται συμμέτρως οι δικαιούχοι νοείται ο λογαριασμός μόνο των κινητών αξιών της αυτής έκδοσης.

3. Για το υπόλοιπο της απαίτησής τους οι επενδυτές ικανοποιούνται προνομιακώς από τη λοιπή περιουσία του διαμεσολαβητή, κατατασσόμενοι ως προνομιούχοι πριν από τη σειρά των απαιτήσεων, που ορίζεται στην περίπτ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ. και πριν από τη διαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 977 ΚΠολΔ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ

Άρθρο 22
Απόρρητο αρχείων κεντρικού αποθετηρίου τίτλων


1. Τα πάσης φύσεως στοιχεία και δεδομένα που τηρούνται από κεντρικό αποθετήριο τίτλων, καθώς και οι καταχωρίσεις που διενεργούνται σε σχέση με κινητές αξίες στα αρχεία του, προστατεύονται από αυτό ως απόρρητα με την επιφύλαξη των ειδικότερων περιπτώσεων που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία.

2. Το απόρρητο των εν λόγω στοιχείων και δεδομένων δεν ισχύει έναντι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλων αρχών ή φορέων που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία, καθώς και έναντι των συστημάτων εκκαθάρισης ή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 81 του ν. 3606/2007, και των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.

3. Το απόρρητο δεν ισχύει έναντι του εκδότη των κινητών αξιών, ο οποίος μπορεί να έχει πρόσβαση στα αρχεία του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων προς άσκηση των δικαιωμάτων του σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

4. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες καταχωρίσεις στα αρχεία κεντρικού αποθετηρίου τίτλων που αφορούν κινητές αξίες σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται στην κείμενη νομοθεσία ότι επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις καταθέσεις σε τράπεζες.

5. Επίσης, επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών σε διαχειριστή τόπου διαπραγμάτευσης σε σχέση με καταχωρίσεις εισηγμένων ή ενταγμένων στο σχετικό τόπο κινητών αξιών που διενεργούνται στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων στις εξής περιπτώσεις:
α) για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων που διενεργεί ο διαχειριστής για την πρόληψη και τον εντοπισμό των πράξεων κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών και χειραγώγησης αγοράς σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία
β) για τη διαπίστωση από το διαχειριστή της επαρκούς διασποράς στο ευρύ επενδυτικό κοινό των σχετικών κινητών αξιών, όπου αυτό απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία ή προβλέπεται από τους κανόνες λειτουργίας του τόπου διαπραγμάτευσης.

Άρθρο 23
Ποινικές κυρώσεις - δικονομικές συνέπειες


1. Απαγορεύεται σε πρόσωπα, τα οποία έχουν πρόσβαση σε καταχωρίσεις, λόγω της ιδιότητάς τους ως μελών των διοικητικών, διευθυντικών ή εποπτικών οργάνων του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων ή της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο αυτού ή της πρόσβασης που έχουν στις πληροφορίες αυτές κατά την άσκηση της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων τους να παρέχουν, με οποιονδήποτε τρόπο, τις πληροφορίες αυτές σε τρίτους. Η παράβαση της ανωτέρω απαγόρευσης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Η συναίνεση ή έγκριση του δικαιούχου των κινητών αξιών ή του προσώπου, υπέρ του οποίου έχει καταχωρισθεί ενεχυρίαση ή άλλη επιβάρυνση, δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης.

2. Τα πρόσωπα της παρ. 1, καλούμενα ως μάρτυρες σε πολιτική ή ποινική δίκη, δεν εξετάζονται για τις απόρρητες καταχωρίσεις στα αρχεία του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων που αφορούν κινητές αξίες σε αυτό, ακόμη και αν συναινεί ο δικαιούχος των σχετικών κινητών αξιών υπέρ του οποίου υφίσταται το απόρρητο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου έχει καταχωρισθεί ενεχυρίαση ή άλλη επιβάρυνση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 24
Αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς


1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι αρμόδια για την αδειοδότηση και την εποπτεία των εγκατεστημένων στην Ελλάδα κεντρικών αποθετηρίων τίτλων, σύμφωνα με τον Κανονισμό (EE) 909/2014, τον παρόντα νόμο και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτών πράξεις.

2. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με την παρ. 1, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει όλες τις εξουσίες εποπτείας συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών ελέγχου και επιβολής επανορθωτικών μέτρων, που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, σύμφωνα με τον Κανονισμό (EE) 909/2014, τον παρόντα νόμο και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτών πράξεις, ιδίως αν υπάρχουν ενδείξεις παραβατικής συμπεριφοράς.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ασκεί τις εποπτικές της αρμοδιότητες συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών ελέγχου και επιβολής επανορθωτικών μέτρων σύμφωνα με την παρ.2, καθώς και τις εξουσίες για την επιβολή κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 25:
α) άμεσα,
β) σε συνεργασία με άλλες αρχές,
γ) με αίτηση προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

Άρθρο 25
Κυρώσεις


1. Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, για παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος , του Κανονισμού (EE) 909/2014 και των πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότησή τους, επιβάλλει τις εξής διοικητικές κυρώσεις και μέτρα:
α) δημόσια ανακοίνωση στην οποία αναφέρονται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η φύση της παράβασης σύμφωνα με το άρθρο 26,
β) απαίτηση από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο να διακόψει τη συμπεριφορά του και να μην την επαναλάβει στο μέλλον,
γ) ανάκληση της άδειας λειτουργίας που έχει χορηγηθεί δυνάμει του άρθρου 16 ή 54 του Κανονισμού (EE) 909/2014, σύμφωνα με το άρθρο 20 ή 57, αντίστοιχα, του ίδιου Κανονισμού,
δ) προσωρινή ή, σε περίπτωση επανειλημμένων σοβαρών παραβάσεων, οριστική απαγόρευση κατά οποιουδήποτε φυσικού προσώπου να συμμετέχει σε διοικητικό συμβούλιο ή να ασκεί διευθυντικά καθήκοντα στο εν λόγω κεντρικό αποθετήριο τίτλων,
ε) χρηματικό πρόστιμο έως το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση, εφόσον το όφελος αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, ακόμα και στην περίπτωση που υπερβαίνει τα ανώτατα ποσά που αναφέρονται στις περιπτ. στ' και ζ'
στ) σε περίπτωση νομικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο έως είκοσι εκατομμύρια (20.000.000,00) ευρώ ή έως 10% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό του Συμβούλιο κατά την προηγούμενη χρήση. Αν νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μητρικής επιχείρησης που οφείλει να καταρτίζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με το ν. 4308/2014 (Α' 251) και την Οδηγία 2013/34/ΕΕ (EE L 182/29.6.2013), ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών, ορίζεται ως ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή τα αντίστοιχα έσοδα, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για την κατάρτιση και παρουσίαση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων που προκύπτει από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησης που έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό της Συμβούλιο κατά την προηγούμενη χρήση,
ζ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000,00) ευρώ.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, επιπροσθέτως των κυρώσεων της παρ. 1, να επιβάλλει επίπληξη σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος, του Κανονισμού (EE) 909/2014 και των πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότησή τους.

3. Κατά τον καθορισμό του είδους και της σοβαρότητας των διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και κατά την επιμέτρηση του ύψους των προστίμων που προβλέπονται στην παρ. 1, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων, όπου κρίνεται αναγκαίο:
α) της βαρύτητας και της διάρκειας της παράβασης,
β) του βαθμού ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,
γ) της χρηματοοικονομικής ισχύος του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει ιδίως από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία του υπαίτιου φυσικού προσώπου,
δ) της σημασίας των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή των ζημιών για τρίτους που προκύπτουν από την παράβαση, στο βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,
ε) του βαθμού συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την επιφύλαξη της ανάγκης διασφάλισης της επιστροφής των κερδών που αποκτήθηκαν ή της αποφυγής των ζημιών από το εν λόγω πρόσωπο,
στ') των προηγούμενων παραβάσεων του Κανονισμού (EE) 909/2014 και του παρόντος νόμου από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο,
ζ) της επίπτωσης της παράβασης στη εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και στην προστασία των επενδυτών και
θ) των αναγκών της γενικής και ειδικής πρόληψης.

Άρθρο 26
Δημοσιοποίηση αποφάσεων


1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αναρτά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στον επίσημο διαδικτυακό της τόπο κάθε απόφασή της σχετικά με την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή μέτρου για παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος , του Κανονισμού (EE) 909/2014, καθώς και των πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότησή τους, ύστερα από ενημέρωση του προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε η κύρωση σχετικά με την εν λόγω απόφαση. Στην κατά τα ανωτέρω δημοσιοποίηση περιλαμβάνονται τουλάχιστον πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης, καθώς και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η κύρωση ή το μέτρο.

2. Εφόσον η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει ότι η δημοσιοποίηση της ταυτότητας των νομικών προσώπων ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των φυσικών προσώπων είναι δυσανάλογη, ύστερα από αξιολόγηση που διενεργείται σχετικά με την αναλογικότητα της δημοσίευσης αυτών των δεδομένων, ή αν η δημοσιοποίηση της απόφασης θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή διεξαγόμενη έρευνα, πράττει ένα από τα εξής:
α) καθυστερεί τη δημοσιοποίηση της απόφασης για την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή άλλου μέτρου έως τη στιγμή που παύουν να υφίστανται οι λόγοι για τη μη δημοσίευση,
β) δημοσιοποιεί την απόφαση για την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή άλλου μέτρου χωρίς αναφορά ονομάτων, εφόσον η ανώνυμη αυτή δημοσιοποίηση εξασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα,
γ) δεν δημοσιοποιεί την απόφαση επιβολής διοικητικής κύρωσης ή άλλου μέτρου αν θεωρείται ότι οι επιλογές που αναφέρονται στις περιπτ. α' και β' δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί:
αα) ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, ββ) η αναλογικότητα της δημοσιοποίησης των αποφάσεων αυτών σε σχέση με τα επιβληθέντα μέτρα που θεωρούνται ήσσονος σημασίας.
Στην περίπτωση απόφασης για ανώνυμη δημοσιοποίηση της διοικητικής κύρωσης ή άλλου μέτρου, η δημοσιοποίηση των σχετικών δεδομένων μπορεί να αναβληθεί για εύλογο χρονικό διάστημα, αν προβλέπεται ότι μέσα στο διάστημα αυτό θα εκλείψουν οι λόγοι που δικαιολογούν την ανώνυμη δημοσιοποίηση.

3. Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου κατά της απόφασης για την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή μέτρου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δημοσιεύει επίσης στον επίσημο διαδικτυακό τόπο της τις σχετικές πληροφορίες και κάθε περαιτέρω ενημέρωση για την έκβαση της εκδίκασης της προσφυγής. Επιπλέον, δημοσιοποιείται κάθε μεταγενέστερη απόφαση που ακυρώνει απόφαση επιβολής διοικητικής κύρωσης ή άλλου μέτρου.

4. Οι πληροφορίες που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο παραμένουν στον επίσημο διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τουλάχιστον πέντε (5) έτη από τη δημοσιοποίησή τους. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που δημοσιοποιούνται διατηρούνται στον επίσημο διαδικτυακό τόπο μόνο για το αναγκαίο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με το ν. 2472/1997 (Α' 50).
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (Ε.Α.Κ.Α.Α.) για όλες τις διοικητικές κυρώσεις που έχουν επιβληθεί χωρίς να δημοσιοποιηθούν σύμφωνα με την περίπτ. γ' της παρ. 2, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών προσφυγών και της έκβασής τους.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει σε ετήσια βάση στην Ε.Α.Κ.Α.Α. στοιχεία σε συγκεντρωτική μορφή για τις διοικητικές κυρώσεις και τα διοικητικά μέτρα που έχει επιβάλει σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 25 του παρόντος για παραβάσεις του άρθρου 63 του Κανονισμού (EE) 909/2014.

6. Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιοποιήσει διοικητικές κυρώσεις ή μέτρα για παραβάσεις του άρθρου 63 του Κανονισμού (EE) 909/2014, γνωστοποιεί παράλληλα το γεγονός αυτό στην Ε.Α.Κ.Α.Α.

Άρθρο 27
Καταγγελίες παραβάσεων


1. Παραβάσεις ή ενδεχόμενες παραβάσεις του παρόντος νόμου, του Κανονισμού (EE) 909/2014 και των πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση αυτών μπορεί να καταγγέλλονται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται κατάλληλες διαδικασίες και αποτελεσματικοί μηχανισμοί που επιτρέπουν την υποβολή προς αυτή καταγγελιών παραβάσεων ή ενδεχομένων παραβάσεων των εν λόγω διατάξεων.

2. Οι μηχανισμοί της παρ. 1 περιλαμβάνουν τουλάχιστον:
α) ειδικές διαδικασίες για τη λήψη και τη διερεύνηση καταγγελιών για παραβάσεις ή ενδεχόμενες παραβάσεις και την παρακολούθησή τους,
συμπεριλαμβανομένης της σύστασης ασφαλών διαύλων επικοινωνίας για τις εν λόγω καταγγελίες,
β) κατάλληλη προστασία, τουλάχιστον έναντι αντιποίνων, διακρίσεων ή άλλων μορφών μη δίκαιης μεταχείρισης, για εργαζομένους σε εποπτευόμενους φορείς οι οποίοι καταγγέλλουν παραβάσεις που διαπράττονται εντός των φορέων αυτών,
γ) προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τόσο του προσώπου που καταγγέλλει την παράβαση ή ενδεχόμενη παράβαση, όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε αυτήν, σε όλα τα στάδια των διαδικασίας, εκτός αν η δημοσιοποίηση αυτή απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή μεταγενέστερων δικαστικών διαδικασιών.

Άρθρο 28
Δικαίωμα προσφυγής


Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, του Κανονισμού (EE) 909/2014, καθώς και με τις πράξεις που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση αυτών, είναι επαρκώς αιτιολογημένες και υπόκεινται, κατά περίπτωση, σε αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 (Α' 178). Η παράλειψη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να αποφασίσει σχετικά με αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας, η οποία περιλαμβάνει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες, μέσα σε έξι (6) μήνες από την υποβολή της, υπόκειται επίσης σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ, ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ, ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ & ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 29
Μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις


1. Ο διαχειριστής του Συστήματος Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) που λειτουργεί σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3756/2009, υποχρεούται να λάβει άδεια κεντρικού αποθετηρίου τίτλων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τον Κανονισμό (EE) 909/2014, τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού πράξεις και τις διατάξεις του παρόντος.

2. Από την έναρξη ισχύος της άδειας της παρ. 1 καταργούνται:
α) οι παρ. 1 και 3 του άρθρου 40, τα άρθρα 41, 42, 43, 44, 44α, 45, 46, 47, 48, 49, 51, 52, 54, 55, 56, οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 57 και το άρθρο 58 του ν. 2396/1996 (Α' 73), καθώς και η παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 3371/2005, β) τα άρθρα 1, 2, 3, 5, 6 και 7 του ν. 3756/2009, γ) το άρθρο 24 του ν. 3632/1928 (Α' 137), δ) η παρ. 8 του άρθρου 31 του ν. 3461/2006.

3. Από την έναρξη ισχύος της άδειας της παρ.1 καταργείται η 3/304/10.6.2004 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Β' 901) και τα πάσης φύσεως θέματα που προβλέπονται από αυτήν ρυθμίζονται από τον Κανονισμό λειτουργίας που εγκρίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 και τους όρους του παρόντος άρθρου.

4. Αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 44 και την παρ. 2 του άρθρου 44α του ν. 2396/1996, καθώς και με την παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 3371/2005, παύουν να ισχύουν από την έναρξη ισχύος της άδειας της παρ. 1. Οι κινητές αξίες, για τις οποίες, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της άδειας της παρ. 1, συντρέχει περίπτωση μη εμφάνισης των δικαιούχων, σύμφωνα με το άρθρο 44 του ν. 2396/1996, εκποιούνται σύμφωνα με τις παρ. 1- 3 του άρθρου 7 του παρόντος. Υφιστάμενα, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της άδειας της παρ. 1, κλασματικά υπόλοιπα μετοχών, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 44α του ν. 2396/1996, εκποιούνται σύμφωνα με τη παρ. 4 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου.

5. Από την έναρξη ισχύος της άδειας της παρ. 1, όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρονται οι όροι «διαχειριστής του Συστήματος Αυλών Τίτλων», «Σ.Α.Τ.»,» Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών», «Κ.Α.Α.», «Ανώνυμη Εταιρεία Αποθετηρίων Τίτλων», «Α.Ε.ΑΠΟΘ.», «Ελληνικά Χρηματιστήρια-Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε.», «Ε.Χ.Α.Ε.» ή άλλος συναφής, ή λειτουργία σχετική με τις άυλες κινητές αξίες του ν. 2396/1996 και του ν. 3756/2009, νοείται το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, στο οποίο χορηγείται άδεια σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

6. Υφιστάμενες, κατά την έναρξη ισχύος της άδειας της παρ. 1, έννομες σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν σε τηρούμενες στο Σ.Α.Τ. άυλες αξίες ή στο διαχειριστή του Σ.Α.Τ., σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 5, διέπονται από τον Κανονισμό (EE) 909/2014, τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό λειτουργίας του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων του παρόντος άρθρου.

7. Υφιστάμενοι, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της αδείας της παρ. 1, ειδικοί λογαριασμοί του άρθρου 15 της 3/304/10.6.2004 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς παύουν να τηρούνται στο Σύστημα Αυλών Τίτλων (Σ.Α.Τ.) από την έναρξη ισχύος της άδειας της παρ. 1. Υπόλοιπα κινητών αξιών που υφίστανται σε ειδικό λογαριασμό θανόντος διατηρούνται σε αυτόν εωσότου ολοκληρωθεί νομίμως η μεταφορά τους στους κληρονόμους. Αν ειδικός λογαριασμός διαθέτει υπόλοιπο κινητών αξιών, εκτός από τα υπόλοιπα που προκύπτουν λόγω κληρονομικής διαδοχής ή τηρούνται σε μερίδα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, εφαρμόζεται η διαδικασία των κάτωθι περιπτώσεων:
α) Το αργότερο μέσα σε τρίμηνη προθεσμία που αρχίζει μετά την πάροδο διμήνου από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, οι σχετικές κινητές αξίες πρέπει να μεταφερθούν με ευθύνη του δικαιούχου σε λογαριασμό χειριστή στο Σ.Α.Τ. του δικαιούχου, εκτός αν πρόκειται για την περίπτωση της παρ. 8. β) Αν μετά την παρέλευση της προθεσμίας της περίπτ. α' υφίσταται υπόλοιπο κινητών αξιών σε ειδικό λογαριασμό του άρθρου 15 της 3/304/10.6.2004 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι εναπομείνασες σε αυτόν κινητές αξίες εκποιούνται αναγκαστικά το αργότερο μέσα σε ένα τρίμηνο από την παρέλευση της προθεσμίας της περίπτ. α'. Η εκποίηση διενεργείται ύστερα από ανακοίνωση του διαχειριστή του Σ.Α.Τ. που πραγματοποιείται με τα μέσα της παρ. 9 τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από την εκποίηση, από μέλος διαπραγμάτευσης μέσω τόπου διαπραγμάτευσης και βάσει των διαθέσιμων μεθόδων του τόπου αυτού. Η επιλογή του μέλους διαπραγμάτευσης διενεργείται ανά εκποίηση από το διαχειριστή του Σ.Α.Τ. βάσει κατάστασης μελών κατ' αλφαβητική σειρά. Το προϊόν της εκποίησης μετά από αφαίρεση των πάσης φύσεως τελών ή εξόδων της εκποίησης κατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων επ' ονόματι του δικαιούχου. Τα πάσης φύσεως έξοδα κατάθεσης βαρύνουν το δικαιούχο.
γ) Σε περίπτωση αναστολής διαπραγμάτευσης των προς εκποίηση κινητών αξιών ή αδυναμίας εκποίησης αυτών ολικά ή μερικά μέσα στην προθεσμία της περίπτ. β', οι μη εκποιηθείσες κινητές αξίες κατατίθενται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, σε ειδικό λογαριασμό του στο Σ.Α.Τ., επ' ονόματι του δικαιούχου. Τα πάσης φύσεως έξοδα κατάθεσης βαρύνουν το δικαιούχο.
δ) Αν στο υπόλοιπο του ειδικού λογαριασμού του δικαιούχου στο Σ.Α.Τ. έχει επιβληθεί κατάσχεση, οι κατασχεμένες κινητές αξίες εκποιούνται, σύμφωνα με την περίπτ. β', το αργότερο μέσα σε τρίμηνη προθεσμία που αρχίζει μετά την πάροδο ενός διμήνου από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η κατάσχεση θεωρείται ως επιβληθείσα επί του προϊόντος της εκποίησης, όπως κατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, σύμφωνα με την περίπτ. β'. Οι τυχόν μη εκποιηθείσες κινητές αξίες κατατίθενται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, σύμφωνα με την περίπτ. γ' με σχετική επισήμανση της κατάσχεσης επ' αυτών.

8. Εφόσον σε, υφιστάμενο κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, ειδικό λογαριασμό του άρθρου 15 της 3/304/10.6.2004 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υφίστανται δεσμευμένες κινητές αξίες λόγω ενεχυρίασης ή άλλης επιβάρυνσης ισχύουν τα εξής:
α) το αργότερο μέσα σε τρίμηνη προθεσμία που αρχίζει μετά την πάροδο διμήνου από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, οι σχετικές κινητές αξίες πρέπει να μεταφερθούν υπό το χειρισμό χειριστή, τον οποίο ορίζει ο δικαιούχος στο λογαριασμό αυτού στο Σ.Α.Τ., όπου και διατηρούνται δεσμευμένες από το διαχειριστή του Σ.Α.Τ. ανάλογα με τους όρους της ενεχυρίασης ή επιβάρυνσης. Μετά το πέρας της ανωτέρω προθεσμίας ο διαχειριστής του Σ.Α.Τ. οφείλει να ενημερώσει τα πρόσωπα υπέρ των οποίων έχουν συσταθεί τα σχετικά βάρη για την κατά τα ανωτέρω μεταφορά των κινητών αξιών. Αν ο δικαιούχος δεν έχει ορίσει χειριστή, το πρόσωπο υπέρ του οποίου έχει συσταθεί το βάρος δικαιούται να ορίσει χειριστή στο λογαριασμό του δικαιούχου στο Σ.Α.Τ μέσα σε ένα (1) μήνα από το πέρας της ανωτέρω προθεσμίας,
β) μετά την πάροδο της προθεσμίας της περίπτ. α και εφόσον οι κινητές αξίες παραμένουν στον ειδικό λογαριασμό του δικαιούχου και δεν έχει οριστεί ως προς αυτές χειριστής σύμφωνα με την περίπτ. α', οι σχετικές κινητές αξίες εκποιούνται αναγκαστικά, εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων των περιπτ. β' και γ' της παρ. 7 και το προϊόν της εκποίησης ή οι μη εκποιηθείσες σύμφωνα με την παρ. γ' της παρ. 7 κινητές αξίες κατατίθενται με τη σχετική επιβάρυνση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων,
γ) για ενεχυριάσεις ή επιβαρύνσεις μετά την πάροδο διμήνου από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζεται η περ. δ' της παρ. 3 του άρθρου 15 της 3/304/10.6.2004 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και κάθε σχετική μεταφορά και δέσμευση κινητών αξιών υλοποιείται αντί του ειδικού λογαριασμού, στο λογαριασμό του δικαιούχου στο Σ.Α.Τ. υπό το χειρισμό χειριστή που ορίζεται με τη σχετική σύμβαση,
δ) οι περιπτ. α' και β' εφαρμόζονται και αν για τις δεσμευμένες λόγω ενεχυρίασης ή επιβάρυνσης κινητές αξίες έχει επιβληθεί κατάσχεση.

9. Με απόφαση του διαχειριστή του Σ.Α.Τ. καθορίζεται κάθε τεχνικό ή διαδικαστικό θέμα σχετικό με την εφαρμογή των διαδικασιών των παρ. 7 και 8 μέσα σε ένα (1) μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Η ανωτέρω απόφαση και οι ανακοινώσεις που αφορούν τις διαδικασίες εκποίησης σύμφωνα με την περίπτ. β' της παρ. 7 και την περίπτ. β" της παρ. 8 δημοσιοποιούνται υποχρεωτικά στην ιστοσελίδα του διαχειριστή του Σ.Α.Τ., καθώς και σε μία (1) ημερήσια πολιτική και μία (1) οικονομική εφημερίδα, που εκδίδονται στην Αθήνα, ευρείας κυκλοφορίας σε ολόκληρη τη χώρα.

Άρθρο 30
Τροποποιούμενες και λοιπές διατάξεις


1. Η παρ. 1 του άρθρου 78 του ν. 3606/2007 τροποποιείται ως εξής:
«1. Εφόσον κατασχεθούν εις χείρας μέλους σε Σύστημα χρηματοπιστωτικά μέσα, που δεν συνιστούν και δεν έχουν ως υποκείμενη αξία κινητές αξίες, τα οποία, κατά το χρόνο της κατάσχεσης, είχαν πωληθεί χωρίς να έχει γίνει ακόμη η εκκαθάριση της σχετικής συναλλαγής ή είχαν λήξει γεννώντας υποχρεώσεις παράδοσης της υποκείμενης αξίας έναντι καταβολής του τιμήματος, αντικείμενο της κατάσχεσης αποτελεί το προϊόν της πώλησης ή της ανωτέρω λήξης, μετά την αφαίρεση φόρων, προμηθειών και λοιπών τελών και εξόδων, που περιέρχεται στο μέλος, αφού συμψηφισθούν τυχόν υφιστάμενες κατά το χρόνο της κατάσχεσης αντίθετες χρηματικές απαιτήσεις του μέλους κατά του δικαιούχου του προϊόντος της πώλησης ή της λήξης, μετά την αφαίρεση φόρων, προμηθειών και λοιπών τελών και εξόδων.».

2. Στην παρ. 2 του άρθρου 82 του ν. 3606/2007 η λέξη «κεφάλαια» αντικαθίσταται με τη λέξη «Κεφάλαια».

3. Η παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 2579/1998 (Α'31), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 3943/2011 (Α' 66), αντικαθίσταται ως εξής:
«2. α. Επιβάλλεται φόρος με συντελεστή δύο τοις χιλίοις (2) στις πωλήσεις μετοχών εισηγμένων σε ρυθμιζόμενη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης που λειτουργεί στην Ελλάδα σύμφωνα με το ν. 4514/2018, ανεξάρτητα από το αν οι σχετικές συναλλαγές διενεργούνται εντός ή εκτός των τόπων διαπραγμάτευσης («Φόρος Πώλησης»).
β. Ο Φόρος Πώλησης υπολογίζεται επί της αξίας πώλησης των μετοχών και βαρύνει τον πωλητή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, χωρίς να εξετάζεται η ιθαγένεια και ο τόπος που διαμένουν ή κατοικούν ή έχουν την έδρα τους. Αν δεν καταχωρίζεται τιμή, ο φόρος υπολογίζεται επί της τιμής κλεισίματος του τίτλου, την ημέρα που διενεργήθηκε η συναλλαγή.
γ. Ο Φόρος Πώλησης επιβάλλεται επίσης και στις πωλήσεις μετοχών εισηγμένων σε αλλοδαπά χρηματιστήρια ή σε άλλους διεθνώς αναγνωρισμένους χρηματιστηριακούς θεσμούς, εφόσον οι πωλητές είναι φυσικά πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα ή ημεδαπές επιχειρήσεις ή αλλοδαπές επιχειρήσεις που έχουν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα. Ο οφειλόμενος φόρος υπολογίζεται επί της αξίας πώλησης των μετοχών, η οποία αναγράφεται στα εκδιδόμενα αποδεικτικά στοιχεία και αποδίδεται από τον πωλητή στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, στην οποία υπάγεται αυτός, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα από αυτόν μέσα στον οποίο πωλήθηκαν οι μετοχές,
δ. Ο Φόρος Πώλησης υπολογίζεται και παρακρατείται κατά το διακανονισμό των συναλλαγών σε ημερήσια βάση, σύμφωνα με τις περιπτ. στ', ζ' και η'.
ε. Ο Φόρος Πώλησης επί των συναλλαγών που διακανονίζονται από κεντρικό αποθετήριο τίτλων υπολογίζεται και παρακρατείται από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, το οποίο χρεώνει σε ημερήσια βάση με το Φόρο Πώλησης τους συμμετέχοντες σε αυτό, για λογαριασμό των πωλητών.
στ'. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων υποχρεούται, σύμφωνα με τις διαδικασίες του, να αποδίδει εφάπαξ στην αρμόδια για τη φορολογία του ΔΟΥ τον αναλογούντα φόρο για τις πωλήσεις μετοχών που διακανονίστηκαν μέσα σε κάθε μήνα, με δήλωση που υποβάλλεται μέχρι το τέλος του πρώτου δεκαπενθήμερου του επόμενου μήνα από το μήνα που διακανονίστηκαν οι ανωτέρω συναλλαγές,
ζ. Εφόσον ο διακανονισμός των συναλλαγών πώλησης διενεργείται εκτός του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων, ο υπολογισμός και η χρέωση του σχετικού Φόρου Πώλησης βαρύνει το συμμετέχοντα του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων ή άλλο διαμεσολαβητή που ενεργεί μέσω αυτού και ο οποίος διαμεσολαβεί στην εκτέλεση της συναλλαγής πώλησης για τον πωλητή. Το συνολικό ποσό του αναλογούντος φόρου συγκεντρώνεται από το συμμετέχοντα, βάσει των επιμέρους δηλώσεων και καταβολών των διαμεσολαβητών, και καταβάλλεται στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων. Το κεντρικό αποθετήριο τίτλων αποδίδει τον αναλογούντα φόρο βάσει δήλωσης που διαβιβάζεται σε αυτό από το συμμετέχοντα. Ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης του συμμετέχοντος, καθώς και η διαδικασία συλλογής δηλώσεων και πληροφοριών ορίζονται από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων. Ο φόρος αποδίδεται, σε μηνιαία βάση, στην αρμόδια για τη φορολογία του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) για όλες τις συναλλαγές πώλησης που διενεργήθηκαν και διακανονίστηκαν κατά τον προηγούμενο μήνα του μήνα απόδοσης. Η απόδοση του φόρου διενεργείται μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του σχετικού μήνα απόδοσης, η. Ο Φόρος Πώλησης δεν επιβάλλεται ή δεν παρακρατείται, κατά περίπτωση, εφόσον προβλέπεται εξαίρεση σύμφωνα με ειδικές διατάξεις. ».

4. Το Μέρος Δεύτερο του ν. 3606/2007 τροποποιείται ως εξής:
α) . Ο τίτλος του Δεύτερου Μέρους του ν. 3606/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΕΚΚΑΟΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ».
β) Ο τίτλος του Κεφαλαίου Α' του Δεύτερου Μέρους του ν. 3606/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α" ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΑΝΤΙΣΥΜ ΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΕΚΚΑΟΑΡΙΣΗΣ».
γ) Η παρ. 1 του άρθρου 72 του ν. 3606/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Για τους σκοπούς του Μέρους αυτού νοούνται ως:
α) «Σύστημα»: Σύστημα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης, παρεμφερείς μηχανισμοί με ομοειδή χαρακτηριστικά ή και συνδυασμοί αυτών των συστημάτων που ασκούν δραστηριότητες οριστικοποίησης ή διευθέτησης της οριστικοποίησης σε χρηματοπιστωτικά μέσα.
β) «Διαχειριστής συστήματος»: Πρόσωπο ή πρόσωπα που διαχειρίζονται ή διευθύνουν τις δραστηριότητες Συστήματος.».
δ) Η παρ. 2 του άρθρου 73 του ν. 3606/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Το Σύστημα πρέπει κατ' ελάχιστο να παρέχει τα απαραίτητα εχέγγυα οργάνωσης για την άσκηση των δραστηριοτήτων εκκαθάρισης ή κεντρικού αντισυμβαλλομένου στο πλαίσιο λειτουργίας του, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων των περιπτ. α', β', γ' και στ' της παρ. 1 του άρθρου 47 του ν. 4514/2018, και επιπλέον:
α) να διαθέτει τους απαραίτητους μηχανισμούς για την αποτροπή συστημικών κινδύνων και τη συμμόρφωσή του με τις περί του αμετάκλητου του διακανονισμού διατάξεις του ν. 2789/2000 (Α' 21),
β) να λειτουργεί βάσει κανόνων που να διασφαλίζουν την ύπαρξη συνθηκών διαφάνειας για την άσκηση των δραστηριοτήτων εκκαθάρισης ή κεντρικού αντισυμβαλλομένου στο πλαίσιο λειτουργίας του, την ύπαρξη επαρκών και αποτελεσματικών όρων πρόσβασης των μελών του, ως και την ύπαρξη συνθηκών που να επιτρέπουν την άνευ διακρίσεων πρόσβαση, συμπεριλαμβανομένης της εξ αποστάσεως πρόσβασης,
γ) να διαθέτει Κανονισμό Λειτουργίας Συστήματος με τον οποίο ρυθμίζονται ιδίως θέματα σχετικά με τις διαδικασίες κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή εκκαθάρισης που εφαρμόζει, τους κανόνες πρόσβασης στο σύστημα και τις υποχρεώσεις των μελών σε αυτό, τους κανόνες διαχείρισης κινδύνου για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του συστήματος καθώς και την ύπαρξη κεφαλαίου ασφαλειοδοτικού χαρακτήρα ή την υποχρέωση των μελών του για την παροχή ασφαλειών.», ε) Η παρ. 5 του άρθρου 73 του ν. 3606/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί, επίσης, να ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων τα Συστήματα δύνανται να αναλαμβάνουν την εκκαθάριση συναλλαγών που διενεργούνται σε αγορές άλλων κρατών - μελών ή τρίτης χώρας», στ) Η παρ. 2 του άρθρου 74 του ν. 3606/2007 καταργείται.

5. Το άρθρο 24 του ν. 2915/2001 (Α' 109) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 24
Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των κινητών αξιών που τηρούνται σε λογιστική μορφή σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων το οποίο λειτουργεί στην Ελλάδα ύστερα από άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της κινητής αξίας. Το απόρρητο αίρεται μόνο για το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή.».

6. Σε περίπτωση μέτρου αφερεγγυότητας που επιβάλλεται κατά συμμετέχοντος σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή άλλου λόγου αναστολής ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του που έχει ως συνέπεια την προσωρινή μεταφορά κινητών αξιών πελατών του συμμετέχοντος σε ειδικούς λογαριασμούς, τους οποίους χειρίζεται απευθείας το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, οι μεταφερόμενες κινητές αξίες εκποιούνται υποχρεωτικά από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, εφόσον δεν οριστεί άλλος συμμετέχων για την τήρηση αυτών. Για τον ορισμό του συμμετέχοντος και τη διενέργεια της εκποίησης εφαρμόζονται οι παρ. 7 έως 9 του άρθρου 29. Η τρίμηνη προθεσμία της περίπτ. α' της παρ. 7 ως και η δίμηνη προθεσμία της περίπτ. α' της παρ. 8 του άρθρου 29 αρχίζει την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά το πέρας του ημερολογιακού μήνα μέσα στον οποίο πραγματοποιείται η μεταφορά των κινητών αξιών συνεπεία των περιπτώσεων μεταφοράς σύμφωνα με την παρούσα.

7. Οι παρ. 1, 2, 3, 4, 5, και 6 ισχύουν από την έναρξη ισχύος της άδειας της παρ. 1 του άρθρου 29.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας (EE) 2016/2258 και άλλες διατάξεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (EE) 2016/2258 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 6ης ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/16/ΕΕ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΤΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ


Αρθρο 31

Με τα άρθρα 31 έως και 33 εναρμονίζεται η ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις της Οδηγίας (EE) 2016/2258 του Συμβουλίου της 6ης Δεκεμβρίου 2016 (EE L 342 της 16ης.12.2016) για την τροποποίηση της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ (EE L 64 της Ιΐης.3.2011), όπως αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικά με τις Οδηγίες 2014/107/ΕΕ του Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 2014 (EE L 359 της 16ης. 12.2014), (EE) 2015/2376 του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 2015 (EE L 332 της 18ης. 12.2015) και (EE) 2016/881 του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2016 (EE L 146 της 3ης.6.2016), όσον αφορά την πρόσβαση των φορολογικών αρχών σε πληροφορίες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η αρχική Οδηγία 2011/16/ΕΕ έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τα Κεφάλαια Α' έως και Η' του ν.4170/2013 (Α' 163) και οι τροποποιητικές αυτής Οδηγίες 2014/107/ΕΕ, (EE) 2015/2376 και (EE) 2016/881, με τα άρθρα 1 έως 4 του ν.4378/2016 (Α' 55), με τα άρθρα 1 έως 6 του ν.4474/2017 (Α' 80) και με τα άρθρα 1 έως 9 του ν.4484/2017 (ΦΕΚ Α' 110), αντίστοιχα.

Άρθρο 32 (άρθρο 1 της Οδηγίας (EE) 2016/2258)


Οι διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 4174/2013 (Α' 170) αναριθμούνται σε παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου και προστίθενται παράγραφοι 2, 3 και 4, που έχουν ως εξής:
«2. Για τους σκοπούς της εφαρμογής και επιβολής του ν.4170/2013, όπως ισχύει, και διασφάλισης της λειτουργίας της διοικητικής συνεργασίας που θεσπίζει, θεσπίζεται η πρόσβαση της Φορολογικής Διοίκησης και εν γένει των φορολογικών αρχών, δυνάμει των διατάξεων του ίδιου νόμου, στους μηχανισμούς τις διαδικασίες, τα έγγραφα και τις πληροφορίες που προβλέπονται στα άρθρα 13, 14 παρ. 4, 20, 21 και 30 του ν. 4557/2018 (Α' 139).
3. Με κοινή απόφαση του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων μπορεί να ορίζονται τα ειδικότερα θέματα της πρόσβασης της Φορολογικής Διοίκησης και εν γένει των φορολογικών αρχών, στους μηχανισμούς, τις διαδικασίες, τα έγγραφα και τις πληροφορίες της παρ. 2.
4. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων μπορεί να ορίζονται ειδικότερα θέματα των φορολογικών ελέγχων βάσει του πλαισίου της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.»

Άρθρο 33
Έναρξη ισχύος (άρθρο 2 της Οδηγίας (EE) 2016/2258)


Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 32 αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2018.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 34 Τροποποίηση διατάξεων ν.4428/2016


1. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του Τμήματος 3 της μετάφρασης της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών στην ελληνική γλώσσα, όπως κυρώνεται με το άρθρο πρώτο του ν.4428/2016, οι λέξεις «Με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου» αντικαθίστανται με τις λέξεις «Κατά παρέκκλιση του προηγούμενου εδαφίου».

2. Στο δεύτερο εδάφιο της Ενότητας Β' του Τμήματος V του Παραρτήματος I της παραγράφου 1 του άρθρου τρίτου του ν.4428/2016, οι λέξεις «Ενότητα Δ'» αντικαθίστανται με τις λέξεις «Ενότητα Γ».

3. Στο τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 2 της Ενότητας Γ' του Τμήματος V του Παραρτήματος I της παραγράφου 1 του άρθρου τρίτου του ν.4428/2016, οι λέξεις «Ενότητα Δ'» αντικαθίστανται με τις λέξεις «Ενότητα Γ'».

4. Στην περίπτωση ϋ) της παρ. 4 και της παρ. 5 της Ενότητας Δ' του Τμήματος VIII του Παραρτήματος I της παραγράφου 1 του άρθρου τρίτου του ν.4428/2016, οι λέξεις «της παρ. 3» αντικαθίστανται με τις λέξεις «της παρ. 4».

5. Στην παράγραφο 2 του άρθρου τέταρτου του ν.4428/2016, οι λέξεις «της παραγράφου 3» αντικαθίστανται με τις λέξεις «της παραγράφου 4».

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Αρθρο 35
Τροποποίηση του άρθρου 14 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

Στην παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 4172/2013 (Α' 167) προστίθεται περίπτωση ια) ως εξής:
«ια) Η πτητική αποζημίωση που καταβάλλεται στους πιλότους της πολιτικής αεροπορίας και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%).».

Αρθρο 36
Επιστροφή φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ


Σε εκκρεμείς, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος, υποθέσεις ελέγχου επιστροφής φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων ή φόρου προστιθέμενης αξίας φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, εφόσον το συνολικώς αιτηθέν ποσό των εκκρεμών αιτήσεων ανέρχεται μέχρι του ύψους των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ανά φορολογία και ανά δικαιούχο, η επιστροφή διενεργείται άμεσα, με την επιφύλαξη των περί παραγραφής διατάξεων. Ως εκκρεμείς νοούνται οι υποθέσεις ελέγχου για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου. Για τις επιστροφές του παρόντος άρθρου δύναται να διενεργείται έλεγχος σε δείγμα που επιλέγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 4174/2013 (Α' 170).

Άρθρο 37
Τροποποίηση του άρθρου 54Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας

Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 54Α του ν. 4174/2013 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
«Είναι δυνατή, μετά από αίτηση του υπόχρεου, η χορήγηση πιστοποιητικού για μεταβίβαση συγκεκριμένου ακινήτου με παρακράτηση και απόδοση του συνολικά οφειλόμενου ποσού κύριων και πρόσθετων φόρων και προσαυξήσεων για όλα τα ακίνητα για τα οποία είναι υπόχρεος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο.».

Αρθρο 38
Τροποποίηση του άρθρου 3 του ν.4223/2013


Στο τέλος της παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 4223/2013 (Α'287), η οποία προστέθηκε με το άρθρο τρίτο της Π Ν Π της 10.08.2018 (Α' 149), προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Για το έτος 2018 απαλλάσσονται από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α τα δικαιώματα επί του συνόλου της ακίνητης περιουσίας των θανόντων εξαιτίας των πυρκαγιών του προηγούμενου εδαφίου.».

Αρθρο 39
Μέτρα ενίσχυσης πυρόπληκτων συνταξιούχων


Τα οριζόμενα στην αριθμ. Φ.11321/οικ. 42090/959/1.8.2018 απόφαση της Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β' 3176) έχουν εφαρμογή και για τα πρόσωπα της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 4387/2016 (Α' 85).

Αρθρο 40
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4270/2014


1. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 102 του ν. 4270/2014 (Α'143) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Από 1.1.2019 και εφεξής, τυχόν αδιάθετο υπόλοιπο κατατίθεται, εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας, σε λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος.»

2. Το άρθρο 156 του ν. 4270/2014 αντικαθίσταται ως εξής: «Λογιστικό Πλαίσιο Γενικής Κυβέρνησης
1. Με το Λογιστικό Πλαίσιο της Γενικής Κυβέρνησης επιδιώκεται ο λογιστικός χειρισμός των συναλλαγών της με ομοιόμορφο τρόπο, η αληθής και ορθή απεικόνιση της οικονομικής κατάστασης και της περιουσιακής διάρθρωσής της η διευκόλυνση της κατάρτισης ενοποιημένων χρηματοοικονομικών αναφορών, η ορθή εκτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητάς της, η άντληση αξιόπιστων πληροφοριών κάθε φύσης για αξιοποίηση, τόσο από τις διάφορες υπηρεσίες όσο και από τους διεθνείς οργανισμούς η εξαγωγή δεδομένων βάσει του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΛ), η απλούστευση και διευκόλυνση των κάθε μορφής ελέγχων.
2. Όλες οι δημόσιες οικονομικές συναλλαγές της Γενικής Κυβέρνησης, τόσο ως προς τα έσοδα όσο και ως προς τις δαπάνες, διαρθρώνονται και ταξινομούνται στην ίδια κατηγοριοποίηση, τόσο για τον προϋπολογισμό όσο και για τη λογιστική απεικόνιση. Οι ταξινομήσεις αυτές σχεδιάζονται σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και διαρθρώνονται κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η περιεκτική παρουσίαση στον ετήσιο Κρατικό Προϋπολογισμό όλων των εσόδων και δαπανών και όλων των πιστώσεων που εγκρίνονται από τη Βουλή.
3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζονται
α. οι βασικές αρχές και κανόνες του Λογιστικού Πλαισίου της Γενικής Κυβέρνησης,
β. το βασικό σχέδιο λογαριασμών
γ. τα τηρούμενα λογιστικά αρχεία και ο τρόπος τήρησής τους,
δ. ο χρόνος έναρξης ισχύος του Λογιστικού Πλαισίου της Γενικής Κυβέρνησης και
ε. κάθε άλλο σχετικό θέμα.
4. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:
α. Η πλήρης ανάπτυξη του βασικού σχεδίου λογαριασμών του προεδρικού διατάγματος της παρ. 3, η ανάπτυξη των ταξινομήσεων του προϋπολογισμού, το περιεχόμενο των αναλυτικών λογαριασμών, η μεταξύ τους συνδεσμολογία και οι αναλυτικές οδηγίες για την αρχική αναγνώριση, τη μεταγενέστερη επιμέτρηση και την παρουσίαση των στοιχείων των χρηματοοικονομικών αναφορών και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
β. Το περιεχόμενο του προσαρτήματος των χρηματοοικονομικών αναφορών.
5. Μέχρι την έκδοση και θέση σε ισχύ του προεδρικού διατάγματος της παρ. 3 εξακολουθεί να ισχύει η εφαρμογή του διπλογραφικού συστήματος στη σύνταξη του Ισολογισμού, του Απολογισμού, των οικονομικών καταστάσεων και στο σχεδιασμό γενικά της λογιστικής της Γενικής Κυβέρνησης, που καθορίσθηκε με:
α. το π.δ 15/2011 «Περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου έναρξης της Διπλογραφικής Λογιστικής Τροποποιημένης Ταμειακής Βάσης» (Α'30), για την Κεντρική Διοίκηση,
β. το π.δ. 80/1997 «Ορισμός του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου για τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης» (Α'68), για τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης,
γ. το π.δ. 205/1998 «Περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (Α' 163), για τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου,
δ. το π.δ. 146/2003 «Περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου Δημοσίων Μονάδων Υγείας» (Α' 122) και το ν. 3697/2008 σχετικά με την «Ενίσχυση της διαφάνειας του Κρατικού Προϋπολογισμού, έλεγχος των δημοσίων δαπανών, μέτρα φορολογικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις» (Α' 194), για τα δημόσια νοσοκομεία,
ε. το π.δ. 315/1999 «Περί του ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου Δήμων και Κοινοτήτων (Ο.Τ.Α. Α' Βαθμού)» (Α' 302), για τους Ο.Τ.Α. Α' βαθμού και κατ' αναλογία για τους Ο.Τ.Α. Β' βαθμού.».

Άρθρο 41
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4314/2014


1. Η παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4314/2014 (Α' 265) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Αρχή Ελέγχου της παρ. 4 του άρθρου 123 του Κανονισμού (ΕΚ) 1303/2013 για όλα τα ΕΠ του ΕΣΠΑ 2014-2020 και του ΕΠ «Αλιεία και θάλασσα 2014-2020» ορίζεται η Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου (Ε.Δ.ΕΛ.), η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών. Η Ε.Δ.ΕΛ. αποτελείται από τα παρακάτω μέλη: α) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων, ως Πρόεδρο, β) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Αξιολόγησης Ελέγχων, γ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Α' Ελέγχου Διαχείρισης Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων, δ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Β' Ελέγχου Διαχείρισης Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων, ε) τον Προϊστάμενο του Αυτοτελούς Τμήματος Έκτακτων Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων και στ') δύο (2) εμπειρογνώμονες από το δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα που διαθέτουν εμπειρία σε θέματα εφαρμογής δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και ελέγχου συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων ή δημοσίων έργων ή κρατικών ενισχύσεων. Στην Ε.Δ.ΕΛ. δύναται να μετέχει, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Προϊστάμενος του Αυτοτελούς Τμήματος Νομικής Υποστήριξης της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων. Με την ίδια ή όμοια απόφαση ορίζονται τα αναπληρωματικά μέλη της Ε.Δ.ΕΛ. και η γραμματεία αυτής, η οποία στελεχώνεται από υπαλλήλους της Γενικής Διεύθυνσης. Ανάλογα με το θέμα το οποίο εξετάζεται, εισηγητής της Ε.Δ.ΕΛ. είναι ο εκ των μελών της καθ' ύλην αρμόδιος Προϊστάμενος ο οποίος μετέχει στη σύνθεση της Επιτροπής χωρίς δικαίωμα ψήφου. Για τα μέλη και τη γραμματεία της Ε.Δ.ΕΛ., έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21του Ν. 4354/2015 (Α'176)».

2. Η παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Για τις ανάγκες της εκτέλεσης των ελέγχων και τη λειτουργία της Ε.Δ.ΕΛ. συστάθηκαν στη Γενική Διεύθυνση Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών οργανικές μονάδες (Διευθύνσεις και Αυτοτελή Τμήματα), σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Π.Δ. 142/2017 (Α' 181), όπως ισχύει κάθε φορά.».

3. Η περίπτ. (α) της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«(α) Οι υπάλληλοι που υπηρετούν στις οργανικές μονάδες της παρ. 1 και είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Δημοσιονομικών Ελεγκτών και Ελεγκτών της Ε.Δ.ΕΛ., θεωρούνται, κατά την έννοια του νόμου, αυτού ελεγκτικά όργανα.».

4. Η παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η στελέχωση των θέσεων των Διευθύνσεων και των Αυτοτελών Τμημάτων της παρ. 1 μπορεί να γίνεται και με υπαλλήλους που αποσπώνται ή μετατάσσονται ή μετακινούνται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα κρατικά ΝΠΔΔ, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων και με την επιφύλαξη των οριζόμενων στις διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 3801/2009 (Α' 163) και του άρθρου 79 του ν. 3584/2007 (Α' 143). Η στελέχωση των Διευθύνσεων και των Αυτοτελών Τμημάτων της παρ. 1, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, πραγματοποιείται κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, στην οποία θα ορίζονται κατ' ελάχιστο τα τυπικά προσόντα και η αναγκαία εμπειρία των υποψηφίων, καθώς και η διαδικασία αξιολόγησης. Ο χρόνος υπηρεσίας των κατά τα ανωτέρω μετατασσόμενων ή μεταφερόμενων υπαλλήλων στους φορείς από τους οποίους προέρχονται, θεωρείται, για τη μισθολογική και βαθμολογική τους εξέλιξη, ως διανυθείς στην υπηρεσία που τοποθετούνται.».

5. Η παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Οι τακτικοί έλεγχοι διενεργούνται βάσει ετήσιου προγραμματισμού, που εγκρίνεται από την Ε.Δ.ΕΛ. στο πλαίσιο της στρατηγικής ελέγχου».

6. Η περίπτ. (α) της παρ. 6 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«(α) Οι έλεγχοι διενεργούνται από ελεγκτικές ομάδες οι οποίες αποτελούνται από υπαλλήλους που είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Δημοσιονομικών Ελεγκτών και Ελεγκτών της Ε.Δ.ΕΛ. Για την έκδοση της απόφασης συγκρότησης των ελεγκτικών ομάδων και της μετακίνησής τους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 της υποπαρ. Δ9 της παρ. Δ του άρθρου 2 του Μέρους Β' του ν. 4336/2015(Α'94), αρμόδιος είναι ο Πρόεδρος της Ε.Δ.ΕΛ.».

7. Η περίπτ.(α) της παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«(α) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο κατόπιν αιτιολογημένης και διαπιστωμένης αδυναμίας της Ε.Δ.ΕΛ. να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ελέγχου πράξεων της περίπτ. β' της παρ. 2 του άρθρου 11 , λόγω του εξειδικευμένου αντικειμένου τους, η διενέργεια των ελέγχων αυτών δύναται να ανατεθεί σε ελεγκτικές εταιρείες, που δεν σχετίζονται, με οποιονδήποτε τρόπο, με τη διαχείριση των προγραμμάτων, την υλοποίηση των έργων και την πιστοποίηση των δαπανών. Η Ε.Δ.ΕΛ., μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της εκάστοτε αρμόδιας για τον έλεγχο Διεύθυνσης Ελέγχου, εισηγείται σχετικά στον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος είναι αρμόδιος για την τήρηση των διαδικασιών ανάθεσης. Η ελεγκτική εταιρεία διενεργεί τον έλεγχο πάντα παρουσία ελεγκτή της Ε.Δ.ΕΛ.».

8. Η περίπτ.(α) της παρ. 8 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«(α) Μετά το πέρας του ελέγχου, το όργανο ελέγχου των παρ. 6 και 7, συντάσσει έκθεση προσωρινών αποτελεσμάτων ελέγχου, στην οποία περιλαμβάνει και τυχόν συστάσεις για τη λήψη αναγκαίων δημοσιονομικών διορθώσεων, και την υποβάλλει στην αρμόδια Διεύθυνση Ελέγχου Διαχείρισης Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων. Η Διεύθυνση αυτή, αψού ελέγξει την πληρότητα της έκθεσης, την κοινοποιεί στον ελεγχόμενο, στην οικεία Διαχειριστική Αρχή και στον κατά περίπτωση ενδιάμεσο ψορέα διαχείρισης, στην Αρχή Πιστοποίησης και στην Εθνική Αρχή Συντονισμού. Οι ανωτέρω φορείς έχουν δικαίωμα να υποβάλουν εγγράφως αντιρρήσεις ή και παρατηρήσεις εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα επίδοσης της έκθεσης ελέγχου. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, οι εκθέσεις προσωρινών αποτελεσμάτων ελέγχου με τις τυχόν αντιρρήσεις ή και παρατηρήσεις των ανωτέρω φορέων και σχετική εισήγηση της εκάστοτε αρμόδιας Διεύθυνσης Ελέγχου εξετάζονται από την Ε.Δ.ΕΛ., η οποία εγκρίνει και οριστικοποιεί τα αποτελέσματα των ελέγχων. Στη συνεδρίαση της Ε.Δ.ΕΛ. δύναται να παρευρίσκονται, μετά από πρόσκλησή της οι φορείς που υπέβαλαν αντιρρήσεις ή και παρατηρήσεις για την υποστήριξη των θέσεών τους. Τα οριστικά αποτελέσματα των ελέγχων της Ε.Δ.ΕΛ. κοινοποιούνται σε όλους τους ανωτέρω φορείς καθώς και σε όποιο φορέα κρίνεται από την Ε.Δ.ΕΛ. αναγκαία η κοινοποίηση. Στις περιπτώσεις διαπίστωσης σημαντικού ευρήματος με δημοσιονομική επίπτωση ή υπόνοιας απάτης, τα οριστικά αποτελέσματα των ελέγχων της Ε.Δ.ΕΛ. κοινοποιούνται επιπλέον και στο Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.).
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθείσα δαπάνη, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 33. Η αρμοδιότητα για την έκδοση των αποφάσεων ανάκτησης των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών δαπανών ανήκει στον Υπουργό Οικονομικών.».

9. Η παρ. 10 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«10.Για τους ελέγχους του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015, καθώς και οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 48 του παρόντος νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.».

10. Οι περιπτ. (α), (β) και (γ) της παρ. 13 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 αντικαθίστανται ως εξής:
«(α) Το εν γένει προσωπικό των οργανικών μονάδων (Διευθύνσεων και Αυτοτελών Τμημάτων) της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων δεν διώκεται ποινικά για τα διαλαμβανόμενα σε έκθεση ελέγχου που συνέταξε ή συνυπέγραψε κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Εξαιρούνται των ανωτέρω η περίπτωση κατά την οποία το προσωπικό ενήργησε με δόλο, η παραβίαση του απορρήτου των πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του και η παράβαση του καθήκοντος εχεμύθειας των ελεγκτικών οργάνων.
Οι διατάξεις της παρούσας περίπτωσης έχουν εφαρμογή και για τους ελεγκτές του Μητρώου Δημοσιονομικών Ελεγκτών και Ελεγκτών της Ε.Δ.ΕΛ. και του Μητρώου Εμπειρογνωμόνων, όταν συμμετέχουν σε ελέγχους των οργανικών μονάδων (Διευθύνσεων και Αυτοτελών Τμημάτων) της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων.
(β) Το εν γένει προσωπικό των οργανικών μονάδων (Διευθύνσεων και Αυτοτελών Τμημάτων) της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων, εφόσον εξετάζεται ή διώκεται για αποδιδόμενες σε αυτό πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, μπορεί να εκπροσωπείται από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ), κατόπιν εγγράφου αιτήματος του προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων προς το ΝΣΚ, στο οποίο, κατόπιν σχετικής προκαταρκτικής έρευνας βεβαιώνεται ότι ο εξεταζόμενος ή διωκόμενος ενήργησε προς το δημόσιο συμφέρον και έγκρισης του αιτήματος αυτού από τον Υπουργό Οικονομικών.
(γ) Τα μέλη της Ε.Δ.ΕΛ. και το εν γένει προσωπικό των οργανικών μονάδων (Διευθύνσεων και Αυτοτελών Τμημάτων) της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων, δεν υπέχουν προσωπικά αστική ευθύνη έναντι οποιουδήποτε για πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την άσκηση των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους. Η διάταξη αυτή δεν απαλλάσσει τους ανωτέρω από ευθύνη τους έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για πράξεις ή παραλείψεις από δόλο ή βαρεία αμέλεια. Οι διατάξεις των περιπτ. (β) και (γ) έχουν εφαρμογή και για τους ελεγκτές του Μητρώου Δημοσιονομικών Ελεγκτών και Ελεγκτών της Ε.Δ.ΕΛ. και του Μητρώου Εμπειρογνωμόνων που φέρουν την υπαλληλική ιδιότητα, όταν συμμετέχουν σε ελέγχους των οργανικών μονάδων ( Διευθύνσεων και Αυτοτελών Τμημάτων) της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων».

11. Η παρ. 14 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«14.Τα προβλεπόμενα στην προηγούμενη παράγραφο εφαρμόζονται αναλόγως κατά την άσκηση όλων των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία αρμοδιοτήτων του Αυτοτελούς Τμήματος Έκτακτων Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων, εφόσον κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, οι υπάλληλοι κληθούν ενώπιον των Δικαστηρίων».

12. Η περίπτ. (α) της παρ. 15 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«(α) τα θέματα λειτουργίας της Ε.Δ.ΕΛ. και των οργανικών μονάδων που την υποστηρίζουν,».

13. α) Η περίπτ. (γ) της παρ. 15 του άρθρου 12 του ν. 4314/2014 αναριθμείται σε (δ),
β) Μετά την περίπτ. (β) της παρ. 15 του άρθρου του ν. 4314/2014 προστίθεται νέα περίπτ. (γ) ως εξής:
«(γ) οι διαδικασίες με τις οποίες διενεργούνται οι έλεγχοι αρμοδιότητας του Αυτοτελούς Τμήματος Έκτακτων Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με τους ελέγχους αυτούς η διενέργεια των οποίων, εφόσον υπάρχουν λόγοι επείγοντος και κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης της Ε.Δ.ΕΛ., είναι δυνατή, και πριν την έκδοση της υπουργικής απόφασης της παρούσας περίπτωσης με τις διαδικασίες και τη μεθοδολογία που προβλέπονται για τους τακτικούς ελέγχους της Ε.Δ.ΕΛ., προσαρμοσμένες στις ανάγκες των έκτακτων ελέγχων,».

Άρθρο 42
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4549/2018


1. Μετά την υποπερίπτ. βγ) της περίπτ. β) του άρθρου 91 του ν. 4549/2018 (Α' 105), τα λοιπά εδάφια της περίπτ. β) αντικαθίστανται ως εξής:
«βγ) που έχουν πληγεί από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα ή σοβαρές οικονομικές διαταραχές, αυστηρά προς επανόρθωση της προκληθείσας ζημίας και συνέχιση της οικονομικής τους δραστηριότητας, αφαιρουμένου τυχόν καταβληθέντος ποσού ασφαλιστικής αποζημίωσης.
Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δύναται να παρέχεται και υπέρ προβληματικών, κατά την έννοια του ενωσιακού δικαίου, επιχειρήσεων με τη μορφή ενίσχυσης διάσωσης και ενίσχυσης αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και αναδιάρθρωση μη χρηματοπιστωτικών προβληματικών επιχειρήσεων» (EE C 249 της 31.7.2014).
Δεν επιτρέπεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στην πτωχευτική ή προπτωχευτική διαδικασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, στις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, σε επιχειρήσεις με βεβαιωμένες στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. οφειλές από εγγυημένα δάνεια, καθώς και σε επιχειρήσεις με σημαντικό ύψος βεβαιωμένων φορολογικών οφειλών, όπως αυτό προσδιορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.».

2. Στο πρώτο εδάφιο της περίπτ. δ) του άρθρου 91 του ν.4549/2018 η φράση «Κρατικών φορέων δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου: δα) Που» αντικαθίσταται με τη φράση:
«Κρατικών φορέων δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου, εφόσον η παρεχόμενη εγγύηση δεν συνιστά κρατική ενίσχυση ή, σε περίπτωση που συνιστά κρατική ενίσχυση με τη μορφή εγγύησης, μόνο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του σχετικού ενωσιακού δικαίου περί κρατικών ενισχύσεων, ιδίως δε κρατικών φορέων δημοσίου, ιδιωτικού ή μικτού δικαίου: δα) που».

3. Η περίπτ. β) της παρ. 2 του άρθρου 93 του ν. 4549/2018 αντικαθίσταται ως εξής: «β) Για τις Μεγάλες Επιχειρήσεις, σύμφωνα με την εκάστοτε εγκεκριμένη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μεθοδολογία για τον υπολογισμό του ακριβούς ύψους της προμήθειας ασφαλείας.».

Άρθρο 43

Στα μέλη των συλλογικών οργάνων που συγκροτήθηκαν με αποφάσεις των οικείων Υπουργών κατά τα έτη 2016 και 2017, για την επισκόπηση δαπανών στα Υπουργεία και τους εποπτευόμενους φορείς τους, στα πλαίσια του προγράμματος οικονομικής πολιτικής, καταβάλλεται αποζημίωση το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, ο τρόπος και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καταβολής της εν λόγω αποζημίωσης. Η προκαλούμενη δαπάνη θα καλυφθεί αποκλειστικά από πόρους της Υπηρεσίας Υποστήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (SRSS), οι οποίοι προορίζονταν ειδικά για το σκοπό αυτό.

Άρθρο 44
Τροποποίηση του άρθρου 25 του ν. 4354/2015

Στο άρθρο 25 του ν.4354/2015 (Α' 176) προστίθεται παρ. 13 ως εξής:
«13. Για τη μισθολογική κατάταξη στα Μ.Κ. του άρθρου 9 των υπαλλήλων που μετατάσσονται από κατώτερη σε ανώτερη κατηγορία εκπαίδευσης, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της υπηρεσίας που είχε διανυθεί και λαμβανόταν υπόψη για τη μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη στα Μ.Κ. της κατώτερης εκπαιδευτικής βαθμίδας.».

Άρθρο 45
Ρύθμιση μισθολογικών ζητημάτων


1. Η προσωπική διαφορά της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 4354/2015 (Α' 176), όπως αυτή διαμορφώθηκε κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226), χορηγείται, από 1.9.2018, σε όλους τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των αποφοίτων της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.), που έχουν διοριστεί ή μεταταχθεί μετά την 1.11.2011 έως και την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών και των εποπτευομένων από αυτό Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΓΑΤ.), της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς επίσης και ως διοικητικό προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.).

2. Για τους σκοπούς του παρόντος και για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του ν. 4024/2011, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους, καθώς και των άρθρων 26 και 27 του ν. 4354/2015, χωρίς να είναι δυνατός ο υπολογισμός τυχόν πλασματικού χρόνου για την περαιτέρω μισθολογική εξέλιξη των ως άνω υπαλλήλων και χωρίς να είναι δυνατή η αναδρομική λήψη διαφοράς αποδοχών για το χρονικό διάστημα πραγματικής υπηρεσίας πριν την 1.9.2018.

3. Η παραπάνω προσωπική διαφορά συμψηφίζεται με κάθε άλλη προσωπική διαφορά που είχε χορηγηθεί στους εν λόγω υπαλλήλους δυνάμει άλλων διατάξεων.

4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογή στους υπαγόμενους στις διατάξεις της υποπαρ. ΙΔ.3. της παρ. ΙΔ του άρθρου πρώτου του ν.4152/2013 (Α' 107), του άρθρου 188 του ν.4261/2014 (Α' 107) και του άρθρου 14 του ν.4350/2015 (Α' 161).

Άρθρο 46
Τροποποίηση του άρθρου 20 του ν.3086/2002


1. Η παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 3086/2002 (Α' 324), όπως ισχύει, αναριθμείται σε παρ.7.

2. Μετά την παρ. 5 του άρθρου 20 του ν. 3086/2002, όπως ισχύει, προστίθεται νέα πα ρ. 6 ως εξής:
«6. Κατά την εξέταση και εκδίκαση σε πρώτο βαθμό ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου των αιτήσεων των άρθρων 3 και 4 του ν. 3869/2010 (ΑΊ30), το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας για την επιδίωξη της είσπραξης των οφειλών του αιτούντος Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης στην οποία έχουν βεβαιωθεί τα χρέη του αιτούντα, ή υπάλληλο νομίμως εξουσιοδοτημένο από αυτόν, ο οποίος καταθέτει εντός των καθοριζόμενων από το νόμο προθεσμιών κάθε αναγκαίο έγγραφο και στοιχείο σχετικά με τα χρέη αυτά, καθώς και τις απόψεις της Υπηρεσίας επί των ισχυρισμών και αιτημάτων, που υποβάλλονται με την αίτηση. Προς τούτο, η Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ) διαβιβάζει αμελλητί τις επιδιδόμενες προς αυτήν αιτήσεις στην ανωτέρω Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης. Σε ειδικές περιπτώσεις που παρουσιάζουν ιδιαίτερα νομικά ζητήματα η ανωτέρω Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει αιτιολογημένα, σε συγκεκριμένη υπόθεση αίτησης, τον ορισμό ως εκπροσώπου μέλους του Ν.Σ.Κ. Όλα τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που προβλέπονται από γενικές ή ειδικές διατάξεις, στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας του ν. 3869/2010, ασκούνται εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, από μέλος του Ν.Σ.Κ, ύστερα από αιτιολογημένο έγγραφο της ανωτέρω Υπηρεσίας, στο οποίο επισυνάπτεται έγκαιρα και εμπρόθεσμα ο φάκελος της υπόθεσης. Σε περίπτωση άσκησης ενδίκου βοηθήματος ή μέσου από άλλο διάδικο, που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ο φάκελος της υπόθεσης μαζί με την προσβαλλόμενη απόφαση διαβιβάζεται από την ανωτέρω Υπηρεσία στο Ν.Σ.Κ., το οποίο αναλαμβάνει την περαιτέρω εκπροσώπηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η ανωτέρω ρύθμιση καταλαμβάνει υποθέσεις αιτήσεων που κατατίθενται από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφεξής, καθώς επίσης και αιτήσεων, η εκδίκαση των οποίων έχει προσδιορισθεί μετά δίμηνο τουλάχιστον από την ημερομηνία αυτή.».

Άρθρο 47
Έναρξη ισχύος


Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκτός από τα άρθρα 29 και 30 που ισχύουν σύμφωνα με όσα ορίζονται σε αυτά, το άρθρο 24, η έναρξη ισχύος του οποίου, για τις ανάγκες εφαρμογής του Κανονισμού (EE) 909/2014, ανατρέχει στο χρόνο έναρξης ισχύος του Κανονισμού αυτού, και το άρθρο 32, που ισχύει σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 33 του παρόντος.

Συνημμένα



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο