Δημοσιεύθηκε στις : [ 09-06-2018 ]

Σχέδιο νόμου - Αιτιολογική έκθεση Διατάξεις για την ολοκλήρωση της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων - Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022

(Διατάξεις για την ολοκλήρωση της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων - Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

«Διατάξεις για την ολοκλήρωση της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων - Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022»

 

ΤΜΗΜΑ Α΄

Διατάξεις του Υπουργείου Εσωτερικών

Ίδρυση φορέα άρθρου 2.2 (vi) της από 14.11.2014 Σύμβασης Αγοραπωλησίας Μετοχών με τη νομική μορφή Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία «Φορέας Διαχείρισης Κοινοχρήστων εντός του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού - Αγίου Κοσμά»

Άρθρο 1

Ίδρυση Φορέα

1. Με το παρόν ιδρύεται νομικό πρόσωπο με την επωνυμία «Φορέας Διαχείρισης Κοινοχρήστων εντός του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού-Αγίου Κοσμά» (εφεξής "ο Φορέας"), σύμφωνα με την περίπτ. (vi) του άρθρου 2.2 της από 14-11-2014 Σύμβασης Αγοραπωλησίας Μετοχών για την απόκτηση του 100%του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ-ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΕΛΛΗΝΙΚΟ Α.Ε.» (εφεξής «η Σύμβαση»), που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4422/2016 (Α΄ 181), ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου της περίπτ. η΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (Α΄ 28), το οποίο έχει κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Η σύσταση του Φορέα εξυπηρετεί την ομαλή λειτουργία της επένδυσης για την αξιοποίηση του ακινήτου, η οποία έχει χαρακτήρα έντονου δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 4062/2012 (Α΄ 70).

2. Ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, και ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του Φορέα, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εσωτερικών, εκδίδονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας που εκπνέει την 30.09.2018 και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.

3. Ο Φορέας διέπεται από τις διατάξεις της Σύμβασης, από τις κατ' εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου τυχόν εκδιδόμενες διοικητικές πράξεις και από τις προβλέψεις του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας. Για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του ν. 4449/2017 (Α΄ 7), ιδίως του άρθρου 44 του ν. 4449/2017. Τα θέματα συγκρότησης και λειτουργίας των διοικητικών οργάνων του ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45).

Άρθρο 2

Σκοπός και αρμοδιότητες του Φορέα

1. Σκοπός του Φορέα είναι: α) η διαχείριση και διαρκής λειτουργία ή ετοιμότητα σε λειτουργία όλων των κοινόχρηστων χώρων, υποδομών, έργων και εξοπλισμού εντός του Ακινήτου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, της διοίκησης λειτουργιών, της συνήθους τακτικής και έκτακτης συντήρησης αυτών και κάθε άλλης σχετικής υπηρεσίας, και β) η αποκλειστική είσπραξη και διαχείριση οποιωνδήποτε ανταποδοτικών τελών και ανάλογων χρεώσεων (εφεξής ο «Σκοπός»).

2. Ειδικότερα ο Φορέας είναι αποκλειστικά υπεύθυνος και αρμόδιος για:

α. την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας,

β. την περισυλλογή, μεταφορά και διάθεση απορριμμάτων,

γ. την παροχή υπηρεσιών ηλεκτροφωτισμού,

δ. τη μέριμνα και τη λήψη μέτρων για την απρόσκοπτη πρόσβαση στους κοινόχρηστους χώρους,

ε. τη συντήρηση και διαχείριση οδικών υποδομών,

στ. την ονομασία των οδών, πλατειών, τοποθέτηση πινακίδων πληροφορίας και την αρίθμηση κτισμάτων,

ζ. τη διενέργεια δημοπρατήσεων στο πλαίσιο αρμοδιοτήτων του,

η. την έγκριση, τον έλεγχο, και την παραλαβή έργων και εργασιών, τα οποία ο Φορέας έχει δημοπρατήσει στο πλαίσιο αρμοδιοτήτων του,

θ. τη συντήρηση και αποκατάσταση ζημιών του πάσης φύσεως εξοπλισμού, καθώς και τη φύλαξή του,

ι. την παραλαβή και αποθήκευση των πάσης φύσεως εφοδίων και υλικών συντήρησης, καθώς και τη διαχείριση αυτών.

3. Στην αρμοδιότητα του Φορέα δεν συμπεριλαμβάνεται η έκταση του Μητροπολιτικού Πάρκου Πρασίνου και Αναψυχής (ΜΠΠΑ). Οι βασικές αρχές επίτευξης και διατήρησης συγκεκριμένου επιπέδου υπηρεσιών καθώς και οι ποιοτικές προδιαγραφές συντήρησης των κοινοχρήστων χώρων, υποδομών, έργων και εξοπλισμού αποτυπώνονται στην προβλεπόμενη στο άρθρο 11.1 παρ. στ (i) της Σύμβασης συμφωνία, που θα καταρτιστεί μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρείας «ΕΛΛΗΝΙΚΟ Α.Ε.».

4. Ο Φορέας ρυθμίζει θέματα της αρμοδιότητάς του, εκδίδοντας σχετικές αποφάσεις. Στις περιπτώσεις όπου απαιτείται η έκδοση κανονιστικών πράξεων, εκδίδονται αποφάσεις των αρμόδιων Υπουργών, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Φορέα.

5. Το οικονομικό αποτέλεσμα του Φορέα διατίθεται αποκλειστικά για την εκπλήρωση του σκοπού του.

Άρθρο 3

Έδρα Φορέα

1. Η έδρα του Φορέα ορίζεται εντός των ορίων του Δήμου Ελληνικού - Αργυρούπολης - και εντός του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού - Αγ. Κοσμά.

2. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα μπορεί να ορίζεται ως έδρα του Φορέα άλλος δήμος εντός του Νομού Αττικής.

Άρθρο 4

Σύνθεση Δ.Σ. Φορέα

1. Ο Φορέας διοικείται από εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο, που συγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και απαρτίζεται από:

α. Ένα μέλος, που υποδεικνύεται από τους ΟΤΑ α΄ βαθμού στην περιφέρεια των οποίων κείται το ακίνητο, το οποίο ορίζεται από τους Υπουργούς Εσωτερικών και Οικονομικών ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και του Φορέα γενικά. Για το σκοπό του προηγουμένου εδαφίου, κάθε Δήμος εκ των ανωτέρω αποστέλλει έγγραφη εισήγηση στους Υπουργούς Εσωτερικών και Οικονομικών, έπειτα από σχετική απόφαση των οικείων Δημοτικών Συμβουλίων.

β. Τρία μέλη με τους αναπληρωτές τους, που υποδεικνύονται από το Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης.

γ. Ένα μέλος με τον αναπληρωτή του, που υποδεικνύεται από το Δήμο Γλυφάδας,

δ. Ένα μέλος με τον αναπληρωτή του, που υποδεικνύεται από το Δήμο Αλίμου,

ε. Ένα μέλος με τον αναπληρωτή του, που ορίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών,

στ΄. Ένα μέλος με τον αναπληρωτή του, που ορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών και

ζ. Ένα μέλος με τον αναπληρωτή του, που ορίζεται από τη Διοίκηση της εταιρείας «ΕΛΛΗΝΙΚΟ Α.Ε.».

2. Τα υποδεικνυόμενα, κατά τις περιπτ. α΄ έως και δ΄ της παρ. 1, μέλη του Δ.Σ. και οι αναπληρωτές τους γνωστοποιούνται στους Υπουργούς Εσωτερικών και Οικονομικών από τους υποδεικνύοντες φορείς εντός είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτούς σχετικής έγγραφης πρόσκλησης. Σε περίπτωση παράλειψης ή άρνησης υπόδειξης μέλους ή μελών και των αναπληρωτών τους εντός της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, οι Υπουργοί Εσωτερικών και Οικονομικών, με κοινή απόφασή τους, ορίζουν στη θέση των ως άνω μελών και των αναπληρωτών τους πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας σε αντικείμενα συναφή με τους σκοπούς του Φορέα Διαχείρισης. Με όμοια απόφασή τους, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι Υπουργοί Εσωτερικών και Οικονομικών δύνανται να αντικαθιστούν υποδειχθέντα ή ορισθέντα μέλη φορέων, κατόπιν υπόδειξης ή ορισμού νέων μελών εκ του αρμοδίου για την υπόδειξη ή ορισμό οργάνου διοίκησης των φορέων που συμμετέχουν στο Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα Διαχείρισης.

3. Στην πρώτη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, που συγκαλείται σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Φορέα, το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτείται σε σώμα και ορίζονται οι αρμοδιότητες των μελών του και το μέλος που εκτελεί χρέη Αντιπροέδρου σε περίπτωση κωλύματος του Προέδρου. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν υποχρέωση πίστης και εχεμύθειας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Τα θέματα της εχεμύθειας, εμπιστευτικότητας, ευθύνης, δήλωσης ασυμβίβαστου, σύγκρουσης συμφερόντων και οι λοιπές λεπτομέρειες λειτουργίας ρυθμίζονται με τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας του Φορέα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών μπορεί να προβλέπεται η καταβολή αποζημίωσης για τη συμμετοχή εκάστου μέλους στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και να ορίζεται το ύψος και ο τρόπος καταβολής αυτής, σύμφωνα και με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4354/2015. Η λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου διέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

Άρθρο 5

Θητεία Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα

Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα είναι τετραετής και μπορεί να ανανεώνεται μία, μόνον, φορά.

Άρθρο 6

Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο για τη λήψη όλων των αποφάσεων που απαιτούνται για την εκπλήρωση του σκοπού του Φορέα.

2. Για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων του, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να εξουσιοδοτεί περαιτέρω τον Γενικό Διευθυντή του Φορέα.

3. Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου τηρούνται πρακτικά, σε ειδικό βιβλίο, στα οποία καταγράφονται οι απόψεις και οι προτάσεις των συμβούλων και οι αποφάσεις που λαμβάνονται. Τα πρακτικά υπογράφονται από όλα τα παρόντα μέλη. Σε περίπτωση άρνησης μέλους να υπογράψει γίνεται σχετική μνεία και αναγράφονται οι λόγοι. Οι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα δύναται να ηχογραφούνται με τη μέθοδο της μαγνητοφώνησης. Στην περίπτωση αυτή, οι συνεδριάσεις απομαγνητοφωνούνται και τα πρακτικά απομαγνητοφώνησης συνεδρίασης υπογράφονται στην επόμενη συνεδρίαση από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ή το νόμιμο αναπληρωτή του. Ο Φορέας διατηρεί αρχείο των ηλεκτρονικών ή άλλων μέσων ηχογράφησης των συνεδριάσεων.

Άρθρο 7

Αρμοδιότητες Προέδρου του Φορέα

Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα: α) συγκαλεί και διευθύνει τις τακτικές και έκτακτες συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και καταρτίζει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης του Διοικητικού Συμβουλίου, β) εποπτεύει τις λειτουργίες του Φορέα, εντός του πλαισίου της κείμενης νομοθεσίας και των εξουσιοδοτήσεων που του παρέχονται νομίμως από το Διοικητικό Συμβούλιο και γ) εκπροσωπεί τον Φορέα ενώπιον κάθε δικαστικής, διοικητικής και άλλης δημόσιας αρχής, πιστωτικών ιδρυμάτων και γενικά τρίτων. Η αρμοδιότητα του προηγουμένου εδαφίου μπορεί να μεταβιβάζεται σε άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο Αντιπρόεδρος αναπληρώνει τον Πρόεδρο σε όλα τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές του, κάθε φορά που αυτός κωλύεται. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου η αρμοδιότητα αυτή μπορεί να μεταβιβασθεί σε άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου.

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα με απόφασή του μπορεί να αναθέτει επιπλέον αρμοδιότητες στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα.

Άρθρο 8

Στελέχωση του Φορέα

1. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα, έπειτα από σχετική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα και σχετική εισήγηση του Προέδρου, κατόπιν αυτής, ορίζεται Γενικός Διευθυντής ο οποίος είναι επιφορτισμένος με την άσκηση των διαχειριστικών καθηκόντων της καθημερινής λειτουργίας του Φορέα. Ο Γενικός Διευθυντής ορίζεται σύμφωνα με της περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 4369/2016 (Α΄ 33). Σε περίπτωση έλλειψης ή απουσίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα πέντε (15) συνεχών ημερών, τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του Γενικού Διευθυντή διατηρεί και ασκεί το Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα μέχρι να επιτευχθεί συμφωνία και κοινή εισήγηση των ανωτέρω προσώπων. Ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας, στον οποίο προβλέπονται και οι θέσεις του αναγκαίου προσωπικού για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και λειτουργιών του Φορέα εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας περιλαμβάνει ενδεικτικά: α) υπηρεσία διοικητικού-οικονομικού-νομικού, β) τεχνική υπηρεσία. Στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας εξειδικεύονται οι απαιτούμενες θέσεις προσωπικού για τη λειτουργία και την εκπλήρωση των καθηκόντων του Φορέα καθώς και τα απαιτούμενα προσόντα για την κάλυψη κάθε θέσης σε κάθε κλάδο και ειδικότητα.

2. Ο Κανονισμός Εσωτερικής Λειτουργίας του Φορέα ρυθμίζει και τα θέματα καθημερινής λειτουργίας του Φορέα και του προσωπικού καθώς και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια για την λειτουργία του.

3. Κατά παρέκκλιση κάθε ειδικής ή γενικής διάταξης, επιτρέπεται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, η απόσπαση τακτικών υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ανεξάρτητων Αρχών, των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, των ΝΠΔΔ και των ΝΠΙΔ που ανήκουν στους φορείς Γενικής Κυβέρνησης στο Φορέα του παρόντος, μετά από α) αίτηση του υπαλλήλου και για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών με δυνατότητα παράτασης για δύο (2) ακόμη έτη και β) εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα. Η δαπάνη μισθοδοσίας βαρύνει το Φορέα.

4. Κατά παρέκκλιση κάθε ειδικής ή γενικής διάταξης επιτρέπεται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, η μετάταξη τακτικών υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ανεξάρτητων Αρχών, των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, των ΝΠΔΔ και των ΝΠΙΔ που ανήκουν στους φορείς Γενικής Κυβέρνησης στο Φορέα, μετά από α) αίτηση του υπαλλήλου και β) εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα. Περίληψη της απόφασης μετάταξης δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η μετάταξη διενεργείται σε κενή θέση του Φορέα, σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας.

5. Για την πρόσληψη προσωπικού του Φορέα Διαχείρισης δύνανται να εφαρμόζονται αναλογικά και οι διατάξεις της περίπτ. 3 της υποπαρ. ΣΤ΄1 της παρ. ΣΤ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄222), οι οποίες αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 του ν. 4368/2016 (Α΄ 21), όπως ισχύουν.

Άρθρο 9

Αναθέσεις Συμβάσεων και Προγραμματικές Συμβάσεις

1. Ο Φορέας συνάπτει προγραμματικές συμβάσεις, μνημόνια συνεργασίας, συμβάσεις για προμήθειες, εκτέλεση έργων και λήψη υπηρεσιών, και προβαίνει σε αναθέσεις έργων, υπηρεσιών, μελετών, στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων και της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, καθώς και τον κανονισμό της παρ. 2. Για την επίτευξη των ανωτέρω, ο Φορέας συνεργάζεται νομίμως με τις αρμόδιες υπηρεσίες των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, τις δημόσιες επιχειρήσεις και κάθε άλλο αρμόδιο οργανισμό του ευρύτερου δημοσίου τομέα. Ο Φορέας υποχρεούται να τηρεί τις αρχές της διαφάνειας, της δημοσιότητας, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης διάκρισης.

2. Με κανονισμό που καταρτίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα, εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύνανται να καθορίζονται ειδικότερα ζητήματα σχετικά με τους όρους και τις διαδικασίες ανάθεσης εκπόνησης μελετών, παροχής υπηρεσιών, εκτέλεσης έργων και εργασιών, προμηθειών κινητών πραγμάτων, εξοπλισμού, ανταλλακτικών και συναφών εργασιών, μισθώσεων, εκμισθώσεων, παραχωρήσεων χρήσης, ενοχικού ή εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτων και κάθε άλλης αναγκαίας δραστηριότητας για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών του Φορέα.

Άρθρο 10

Παραλαβή Στοιχείων από τον Φορέα

1. Ο Φορέας εγκαθίσταται στον Μητροπολιτικό Πόλο Ελληνικού - Αγίου Κοσμά και αναλαμβάνει την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών του, σε συνέχεια έγγραφης πρόσκλησης από το Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργού Οικονομικών.

2. Η εγκατάσταση του Φορέα μπορεί να υλοποιηθεί τμηματικά και να αναλάβει καθήκοντα σε επιμέρους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους, εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και υποδομές, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο έχει παραλάβει από την «ΕΛΛΗΝΙΚΟ Α.Ε.».

3. Το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει να παραδώσει προς το Φορέα το σύνολο των εγγράφων και πληροφοριών, που είναι απαραίτητα για την παρακολούθηση, διοίκηση, διαχείριση, λειτουργία και συντήρηση (τακτική και έκτακτη), εγγύηση λειτουργίας και αντικαταστάσεων, των παραδοτέων προς το Φορέα κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, εγκαταστάσεων, εξοπλισμού και υποδομών. Στα ανωτέρω έγγραφα περιλαμβάνονται τα αντίστοιχα Τεχνικά Εγχειρίδια Λειτουργίας, Προδιαγραφών και Συντήρησης, τα οποία αφορούν κάθε χώρο, έργο, υποδομή ή/και εξοπλισμό, που περιέρχεται στην αρμοδιότητα του Φορέα από το Ελληνικό Δημόσιο και τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο εκάστοτε παραλαμβάνει από την εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ Α.Ε.».

Άρθρο 11

Πόροι - Έσοδα Φορέα

Πόροι και έσοδα του Φορέα συνιστούν:

α) Η επαρκής χρηματοδότηση από το Υπουργείο Οικονομικών για την υλοποίηση του σκοπού του,

β) Κάθε άλλο έσοδο από την πραγματική παροχή υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων για την εξυπηρέτηση του σκοπού του,

γ) Χρηματοδοτήσεις, δωρεές, εισφορές, χορηγίες, επιχορηγήσεις, κληρονομιές, κληροδοσίες, καταπιστεύματα και κάθε άλλο έσοδο από κρατική ή ιδιωτική πηγή, ενισχύσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλους εθνικούς ή διεθνείς οργανισμούς,

δ) Υπαγωγή και χρηματοδότηση του Φορέα σε προγράμματα ενισχύσεων που προβλέπονται για επενδύσεις σε σχετικές υποδομές και συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας ή/και φυσικών πόρων

και

ε) Ποσά προερχόμενα από τα ανταποδοτικά τέλη που εισπράττουν οι ΟΤΑ α΄ βαθμού, στην περιφέρεια των οποίων κείται το ακίνητο, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 12 του παρόντος. Τα ποσά αυτά προσδιορίζονται στη βάση της έκτασης της χωρικής αρμοδιότητας εκάστου ΟΤΑ α΄ βαθμού, από τους προαναφερθέντες, και στη βάση των ιδρυτικών σκοπών του Φορέα Διαχείρισης στον οποίο και εισφέρονται. Τα ποσά του προηγουμένου εδαφίου παρακρατούνται υποχρεωτικά από τη ΔΕΗ Α.Ε. ή τον εναλλακτικό προμηθευτή από τα έσοδα του ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού των οικείων δήμων και αποδίδονται στο δικαιούχο Φορέα Διαχείρισης. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής από ΟΤΑ α΄ βαθμού τριμηνιαίας δόσης του οικείου ποσού πέραν του ενός μηνός, το οφειλόμενο ποσό παρακρατείται υποχρεωτικά από αυτούς, μετά από αίτημα του Φορέα Διαχείρισης που υποβάλλεται σε αυτούς, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου τους, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών τους, και αποδίδεται σε αυτόν. Σε περίπτωση που οι οικείοι ΟΤΑ α΄ βαθμού δεν αποδίδουν το εισπραχθέν ποσό του ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού που αναλογεί στο Φορέα, τότε με αίτημα του τελευταίου, που υποβάλλεται στον Υπουργό Εσωτερικών, το ποσό αυτό παρακρατείται από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους του υπόχρεου ΟΤΑ α΄ βαθμού.

Άρθρο 12

Ανταποδοτικά τέλη

Ανταποδοτικά τέλη που εισπράττονται από το Φορέα Διαχείρισης

Α. Χρήσης πεζοδρομίων, πλατειών και λοιπών κοινόχρηστων χώρων

1. Κατά παρέκκλιση των οριζομένων σε κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, επιτρέπεται υπέρ του Φορέα η επιβολή τέλους εις βάρος των χρησιμοποιούντων διαρκώς ή πρόσκαιρα πεζοδρόμια, οδούς, πλατείες, και εν γένει κοινόχρηστους χώρους και το υπέδαφος αυτών, τα οποία ευρίσκονται εντός των ορίων του ακινήτου, μη συμπεριλαμβανομένου του Μητροπολιτικού Πάρκου Πρασίνου και Αναψυχής (εφεξής ΜΠΠΑ).

2. Ως κοινόχρηστος χώρος για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νοείται και το δάπεδο χώρων μετά της θέσεως των προσόψεων των ισογείων των οικοδομών και των εγκεκριμένων οικοδομικών γραμμών, στοές και το υπέδαφος αυτών και αποτμήσεις γωνιών οικοδομικών τετραγώνων, που αποτελούν προεκτάσεις πεζοδρομίων και έχουν αφεθεί σε κοινή χρήση. Στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν εμπίπτουν οι «χώροι πρασίνου» εντός του ΜΠΑΑ, οι οποίοι μόνο εξ αποτελέσματος προορίζονται προς κοινή χρήση.

Β. Ανταποδοτικά τέλη φωτισμού και καθαριότητας

1. Κατά παρέκκλιση των οριζομένων σε κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, επιτρέπεται η αποκλειστική επιβολή τέλους βάσει άρθρων 21 και 22 του β.δ. της 24/9-20-10/1958 «Περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων» (Α΄ 171) και του άρθρου 17 ν. 1080/1980 (Α΄ 246) υπέρ του Φορέα, προκειμένου να μπορεί ο τελευταίος να παρέχει τις υπηρεσίες καθαριότητας των κοινοχρήστων χώρων, περισυλλογής και αποκομιδής των απορριμμάτων, καθώς και για την αντιμετώπιση των δαπανών ηλεκτροφωτισμού. Στα ως άνω τέλη περιλαμβάνονται οι δαπάνες διεξαγωγής, λειτουργίας και βελτίωσης της αντίστοιχης υπηρεσίας.

2. Το ως άνω ενιαίο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 1828/1989 (Α΄ 2), τέλος αντιστοιχεί στις δαπάνες καθαριότητας, εγκαταστάσεων, συντήρησης και ηλεκτρικής ενέργειας προς φωτισμό των κοινοχρήστων χώρων. Στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν εμπίπτει ο «φόρος επί των ηλεκτροδοτουμένων χώρων, των χρησιμοποιουμένων ή προοριζομένων δια κατοικίαν ή δια άσκησιν επαγγέλματος» του άρθρου 10 του ν. 1080/1980.

3. Ο τρόπος υπολογισμού των ανταποδοτικών τελών της παρ. 2, το ύψος και ο συντελεστής αυτών, καθώς επίσης και ο τρόπος είσπραξής τους προσδιορίζονται με απόφαση του Φορέα και εγκρίνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών.

4. Η κοινή απόφαση της παρ. 3 δύναται να προβλέπει την είσπραξη ανταποδοτικών τελών, μέσω ειδικού κωδικού είσπραξης, από τον εκάστοτε προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας και την απόδοσή τους στο Φορέα, που παρέχει την υπηρεσία στο πλαίσιο του σκοπού του.

Άρθρο 13

Οικονομικός και διαχειριστικός έλεγχος Φορέα

1. Στο Φορέα λειτουργεί τριμελής Εξελεγκτική Επιτροπή. Η Εξελεγκτική Επιτροπή ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών και αποτελείται από δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα, τα οποία υποδεικνύονται από το Φορέα, και ένα μέλος που ορίζεται από την ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΕ, και δεν συμμετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο. Η Εξελεγκτική Επιτροπή ελέγχει ανά μήνα την πορεία των οικονομικών μεγεθών του Φορέα. Ο τακτικός οικονομικός και διαχειριστικός έλεγχος του Φορέα ενεργείται με τη διαδικασία που ορίζεται από τις κείμενες διατάξεις περί Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και την συνδρομή της Εξελεγκτικής Επιτροπής.

2. Το διαχειριστικό έτος του Φορέα συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος. Το πρώτο διαχειριστικό έτος αρχίζει από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης έγκρισης του Καταστατικού του Φορέα στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους της πρώτης δημοσίευσης.

3. Οι ορκωτοί λογιστές που ασκούν τον τακτικό έλεγχο υποβάλλουν στο Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα μέχρι το τέλος Ιουνίου κάθε έτους έκθεση για τη διαχείριση και τον απολογισμό του διαχειριστικού έτους που έληξε. Οι εκθέσεις υποβάλλονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα στον Υπουργό Οικονομικών.

4. Ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να ζητά οποτεδήποτε έκτακτο έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης του Φορέα.

Άρθρο 14

Απαλλαγές και Προνόμια Φορέα

1. Οι κάθε είδους δωρεές, επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις, χορηγίες, χρηματικές παροχές ή παροχές σε είδος που δίδονται υπέρ του Φορέα από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, είτε κατά τη σύσταση ή κατά τη λειτουργία του, απαλλάσσονται από κάθε είδους φόρο, τέλος ή τέλος χαρτοσήμου, δικαίωμα ή εισφορά υπέρ του Δημοσίου με εξαίρεση το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και το φόρο δωρεάς και κληρονομίας.

2. Ο Φορέας δικαιούται να ζητήσει επιστροφή του πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. φορολογικής ή διαχειριστικής περιόδου σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Η επιστροφή του Φ.Π.Α. θα γίνεται εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της σχετικής αίτησης για την επιστροφή του Φ.Π.Α.

ΤΜΗΜΑ Β΄

Διατάξεις του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Άρθρο 15

Μεσολάβηση και διαιτησία συλλογικών εργατικών διαφορών

1. Στην παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 1876/1990 (Α΄ 27) η φράση «εξετάζει την οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της παραγωγικής δραστηριότητας στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά» αντικαθίσταται από τη φράση «εξετάζει την οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της παραγωγικής δραστηριότητας στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά και την εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης του μισθού».

2. Στο τέλος της περίπτ. α΄ της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 1876/1990 προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Ο μεσολαβητής έχει δικαίωμα, με αιτιολογημένη απόφασή του, να απόσχει από την υποβολή πρότασης τάσσοντας προθεσμία στα μέρη για συνέχιση των διαβουλεύσεων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τρεις (3) ούτε μεγαλύτερη από έξι (6) εργάσιμες ημέρες και η οποία δύναται να παραταθεί με συμφωνία των μερών. Το δικαίωμα του προηγούμενου εδαφίου παρέχεται άπαξ στον μεσολαβητή. Αν τα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία ή αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που τέθηκε, ο μεσολαβητής κοινοποιεί στα μέρη αιτιολογημένη πρόταση μεσολάβησης με τα στοιχεία που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.»

3. Η περίπτ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1876/1990 αντικαθίσταται ως εξής:

«β) από οποιοδήποτε μέρος αποδέχτηκε την πρόταση του μεσολαβητή που απέρριψε το άλλο μέρος.»

4. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 1876/1990 προστίθεται η φράση «, καθώς και την εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης του μισθού.»

5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, αιτήσεις μεσολάβησης και αιτήσεις προσφυγής στη διαιτησία.

 

Άρθρο 16

Θητεία μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΜΕΔ

1. Στο πρώτο εδάφιο της περίπτ. α΄ της παρ. 7 του άρθρου 17 του ν. 1876/1990 η λέξη «τριετής» αντικαθίσταται από τη λέξη «πενταετής».

2. Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτ. α΄ της παρ. 7 του άρθρου 17 του ν. 1876/1990 η λέξη «τριετία» αντικαθίσταται από τη λέξη «πενταετία».

3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τη θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΜΕΔ, το οποίο συγκροτήθηκε με την υπ` αριθμ. 10650/Δ1.1956/9.4.2014 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΥΟΔΔ 233), αναδρομικά από την ημερομηνία συγκρότησής του.

 

Άρθρο 17

Προνοιακές παροχές

1. Επεκτείνεται σταδιακά σε όλη την επικράτεια η διοικητική ηλεκτρονική διαδικασία απονομής προνοιακών παροχών σε χρήμα σε άτομα με αναπηρία που υποβάλλουν για πρώτη φορά αίτηση για τις παροχές αυτές από τον Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ) με τους όρους και προϋποθέσεις που εφαρμόζεται πιλοτικά στην Περιφέρεια Αττικής βάσει του άρθρου 215 του ν. 4512/2018 (Α΄ 5) και των παρ. 1-9 και 14-16 του άρθρου 2 της υπ' αριθμ. Δ12/Γ.Π. οικ.2738/36/2018 κοινής υπουργικής απόφασης (Β΄ 57).

2. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εσωτερικών και Οικονομικών καθορίζονται κάθε φορά οι περιοχές, σε επίπεδο Περιφέρειας, Περιφερειακής Ενότητας ή Δήμου στις οποίες θα επεκτείνεται η ανωτέρω διοικητική ηλεκτρονική διαδικασία καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια τεχνικού χαρακτήρα για την εφαρμογή του παρόντος.

Άρθρο 18

Τροποποίηση άρθρου 215 ν. 4512/2018

1.Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 215 του ν. 4512/2018 (Α΄5) προστίθεται δεύτερο και τρίτο εδάφιο ως εξής:

«Η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου παρατείνεται από τη λήξη της έως και την 31.12.2018 με τους όρους και προϋποθέσεις που ορίσθηκαν με την υπ' αριθμ. Δ12/Γ.Π. οικ.2738/36/2018 κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 57). Εντός του Ιουλίου 2018 τίθεται σε εφαρμογή η εν λόγω πιλοτική διαδικασία για τα άτομα με αναπηρία που υποβάλλουν για πρώτη φορά αίτηση για ένταξή τους σε προνοιακές παροχές σε χρήμα από τον ΟΠΕΚΑ και διαμένουν μόνιμα στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης και εντός του Σεπτεμβρίου 2018 για τα άτομα με αναπηρία που υποβάλλουν για πρώτη φορά αίτηση για ένταξή τους σε προνοιακές παροχές σε χρήμα από τον ΟΠΕΚΑ και διαμένουν μόνιμα στην Περιφερειακή Ενότητα Αχαΐας με τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στην υπ' αριθμ. Δ12/Γ.Π. οικ.2738/36/2018 κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 57).».

2. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 215 του ν. 4512/2018 (Α΄5) αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι αιτούντες των προηγούμενων εδαφίων απαλλάσσονται, κατά την εξέτασή τους από τις Υγειονομικές Επιτροπές ΚΕΠΑ, από την υποχρέωση καταβολής παράβολου, όπως ορίζεται στην αριθμ. Φ 40021/26407/2051/2006 (Β΄ 1829) υπουργική απόφαση.».

3.Στην παρ. 4 του άρθρου 215 του ν. 4512/2018 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Με όμοια κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εσωτερικών και Οικονομικών, ορίζεται κάθε συμπληρωματική τεχνική λεπτομέρεια ή τροποποίηση της ως άνω πιλοτικής διαδικασίας.».

Άρθρο 19

Ασφαλιστικές εισφορές

1. Η παρ. 1 του άρθρου 3Α του α.ν. 248/1967 (Α΄ 243), που προστέθηκε με το άρθρο 21 του ν. 4498/2017 (Α΄172), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Το ποσό της μηνιαίας εισφοράς επικουρικής ασφάλισης των ασφαλισμένων του ΕΔΟΕΑΠ ορίζεται σε ποσοστό 3,5% για τον ασφαλισμένο και 3,5% για τον εργοδότη επί των πάσης φύσεως τακτικών μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου.

Από την 1.6.2019 και μέχρι την 31.5.2022, το ποσό της μηνιαίας εισφοράς επικουρικής ασφάλισης ορίζεται σε ποσοστό 3,25% για τον ασφαλισμένο και σε ποσοστό 3,25% για τον εργοδότη επί των πάσης φύσεως τακτικών μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου. Από την 1.6.2022 το ποσοστό της μηνιαίας εισφοράς ορίζεται σε ποσοστό 3% για τον ασφαλισμένο και σε ποσοστό 3% για τον εργοδότη.»

2. Η εργοδοτική εισφορά της παρ. 1 του άρθρου 6 του α.ν. 248/1967, όπως προβλέπεται και προσδιορίζεται σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση Φ20155/25187/Δ16.624/8-5-2018 του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 1582), χρηματοδοτεί τον κλάδο υγείας του Οργανισμού, τροποποιούμενης της τελευταίας αναλόγως.

Άρθρο 20

Υπολογισμός επικουρικής σύνταξης

Μετά το άρθρο 26 του ν. 4498/2017 (Α΄ 172) προστίθεται άρθρο 26Α το οποίο έχει ως εξής:

«Άρθρο 26Α

1. Στους ασφαλισμένους για πρώτη φορά, από 1.7.2018 και μετά, στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του ΕΔΟΕΑΠ το ποσό της επικουρικής σύνταξης υπολογίζεται με βάση το διανεμητικό σύστημα καθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NDC). Οι ασφαλιστικές εισφορές για επικουρική σύνταξη που καταβάλλονται για κάθε ασφαλισμένο, τηρούνται σε ατομικές μερίδες. Σύμφωνα με το νέο σύστημα το ποσό της καταβαλλόμενης επικουρικής σύνταξης του ΕΔΟΕΑΠ, διαμορφώνεται με βάση: α) τα δημογραφικά δεδομένα που προκύπτουν από εγκεκριμένους πίνακες θνησιμότητας και β) το πλασματικό ποσοστό επιστροφής που θα εφαρμόζεται στις συνολικά καταβληθείσες εισφορές. Το ως άνω ποσοστό θα υπολογίζεται βάσει της ποσοστιαίας μεταβολής των συντάξιμων αποδοχών των ασφαλισμένων. Για την αντιμετώπιση πιθανών ελλειμμάτων θα γίνεται χρήση περιουσιακών στοιχείων. Σε περίπτωση ελλειμμάτων λειτουργεί αυτόματος μηχανισμός εξισορρόπησης, ο οποίος αποκλείει κάθε αναπροσαρμογή των εισφορών. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε μεταφορά κεφαλαίων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

2. Για την υλοποίηση των ανωτέρω εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην υπουργική απόφαση οικ. 23123/785/7.6.2016 (Β΄ 1604) «Καθορισμός των τεχνικών παραμέτρων σχετικά με τις παροχές του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης», η οποία εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση της παρ. 4 του άρθρου 42 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 96 του ν. 4387/2016 (Α΄ 85).

3. Στους ασφαλισμένους μέχρι 30.06.2018 στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του ΕΔΟΕΑΠ εφαρμόζεται το διανεμητικό σύστημα καθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NDC) για το χρόνο ασφάλισης από 1.7.2018 και εφεξής. Το ποσό της επικουρικής σύνταξης αποτελείται από το άθροισμα δύο τμημάτων:

α) το τμήμα σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης έως 30.06.2018, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του ΕΔΟΕΑΠ, όπως ισχύουν κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος νόμου, και

β) το τμήμα σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης από 1.7.2018 και εφεξής, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το διανεμητικό σύστημα καθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NDC), όπως προσδιορίζεται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου και στην ΥΑ οικ. 23123/785/7.6.2016.

4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία εκδίδεται εντός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ενσωματώνονται στο καταστατικό του ΕΔΟΕΑΠ, σύμφωνα με το άρθρο 26 του παρόντος.»

Άρθρο 21

Αποζημίωση συμβεβλημένων φορέων που παρέχουν υπηρεσίες προνοιακού χαρακτήρα

1. Ο Οργανισμός Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ) δύναται να μεταβιβάζει πιστώσεις στον ΕΟΠΥΥ, κατόπιν επιχορήγησής του από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής, για την αποζημίωση συμβεβλημένων με τον ΕΟΠΠΥ φορέων που παρέχουν υπηρεσίες προνοιακού χαρακτήρα. Η αναγνώριση, ο έλεγχος και η εκκαθάριση των δαπανών του προηγούμενου εδαφίου διενεργείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ.

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας καθορίζονται οι κατηγορίες των ωφελούμενων, οι παρεχόμενες υπηρεσίες, οι φορείς-δικαιούχοι της αποζημίωσης, η διαδικασία μεταβίβασης των πιστώσεων, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 22

Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης

1. Το πρώτο εδάφιο της περίπτ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 235 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) αντικαθίσταται ως εξής:

«γ. Άστεγοι: τα άτομα που διαβιούν στο δρόμο ή σε ακατάλληλα καταλύματα, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν καταγραφεί από τις κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων ή των Κέντρων Κοινότητας ή κάνουν χρήση Υπνωτηρίων που λειτουργούν στους Δήμους, δύναται να είναι δικαιούχοι του προγράμματος.»

2. Το όγδοο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 235 του ν. 4389/2016 αντικαθίσταται ως εξής:

«Το δηλούμενο εισόδημα δεν περιλαμβάνει το επίδομα αναδοχής της διάταξης του άρθρου 9 του ν. 2082/1992 (Α΄ 158), τα μη ανταποδοτικά επιδόματα αναπηρίας που χορηγούνται από το κράτος, την οικονομική ενίσχυση που χορηγείται στην περίπτ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 57/1973 (Α΄ 149) σε όσους περιέρχονται σε κατάσταση ανάγκης συνεπεία θεομηνίας και λοιπών φυσικών καταστροφών, καθώς και το επίδομα που καταβάλλεται σε ανέργους δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88).

3. Η παρ. 3 του άρθρου 235 του ν. 4389/2016 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Αρμόδιες υπηρεσίες για την υλοποίηση του Κ.Ε.Α. είναι οι εξής:

α) η Διεύθυνση Καταπολέμησης της Φτώχειας της Γενικής Διεύθυνσης Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης,

β) η Διεύθυνση Οικονομικής Διαχείρισης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης,

γ) ο Οργανισμός Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ο.Π.Ε.Κ.Α.),

δ) η Διεύθυνση Λογαριασμών του Δημοσίου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.),

ε) η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.) του Υπουργείου Οικονομικών,

στ) η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.),

ζ) η Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης (Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.) του ν. 3607/2007 (Α΄ 245),

η) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α΄ Βαθμού (Δήμοι),

θ) τα Κέντρα Κοινότητας,

ι) το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (Ε.Ι.Ε.Α.Δ.) του άρθρου 88 του ν. 3996/2011 (Α΄ 170),

ια) ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) και

ιβ) το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.).

Η διαχείριση των δαπανών, που θα διατεθούν για την Τεχνική Συνδρομή υλοποίησης του Προγράμματος «Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης», δύναται να ανατεθεί από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης σε φορείς υλοποίησης, κατόπιν σύναψης προγραμματικών συμβάσεων.»

4. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 235 του ν. 4389/2016 αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης είναι αφορολόγητο, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε κράτηση, δεν κατάσχεται ούτε συμψηφίζεται με ήδη βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο ή πιστωτικά ιδρύματα και δεν υπολογίζεται στα εισοδηματικά όρια και στον τρόπο υπολογισμού του ποσού για την καταβολή οποιασδήποτε άλλης παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα.»

5. Η παρ. 6 του άρθρου 235 του ν. 4389/2016 αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών, Διοικητικής Ανασυγκρότησης, καθώς και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων σε περίπτωση αρμοδιότητάς του, ρυθμίζονται ο καθορισμός των δικαιούχων βάσει κριτηρίων εισοδήματος, περιουσίας και διαμονής, η βάση και ο τρόπος υπολογισμού, καθώς και το ύψος του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης για κάθε ωφελούμενη μονάδα, οι αρμοδιότητες των οργάνων της παρ. 3 του παρόντος άρθρου για την υλοποίηση του Προγράμματος, οι εξαιρέσεις υπαγωγής στο Πρόγραμμα, οι υποχρεώσεις των δικαιούχων, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της εισοδηματικής ενίσχυσης, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και η διαδικασία ένταξης στο Πρόγραμμα, οι προϋποθέσεις αναστολής και ανάκλησης της πράξης έγκρισης του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης και οι επιπτώσεις αυτών, οι όροι και οι προϋποθέσεις της διοικητικής διαδικασίας επίλυσης των σχετικών διαφορών, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα λεπτομερειακού ή τεχνικού χαρακτήρα.»

 

ΤΜΗΜΑ Γ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Άρθρο 23

Τροποποίηση άρθρου 966 ΚΠολΔ

Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 966 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182) προστίθενται τρία εδάφια ως εξής:

«Η δικάσιμος για τη συζήτηση της σχετικής αίτησης ορίζεται υποχρεωτικά και κατά απόλυτη προτεραιότητα εντός οκτώ (8) εργασίμων ημερών από την κατάθεσή της και επιδίδεται τουλάχιστον τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά εντός οκτώ (8) εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση της αίτησης. Ο αιτών οφείλει να προσκομίσει κατά τη συζήτηση έκθεση εκτίμησης της αξίας του πράγματος με χρόνο εκτίμησης μεταγενέστερο της ημερομηνίας ορισμού διενέργειας του τελευταίου πλειστηριασμού. Το δικαστήριο προκειμένου να καθορίσει τη νέα τιμή πρώτης προσφοράς λαμβάνει υπόψη του κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, ιδίως τυχόν εκθέσεις εκτίμησης πιστοποιημένων εκτιμητών, και παραθέτει τους λόγους με βάση τους οποίους διαμόρφωσε τη νέα τιμή.»

Άρθρο 24

Τροποποιήσεις στον Πτωχευτικό Κώδικα

1. Στο τέλος του άρθρου 167 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α΄ 153) προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 3, το πτωχευτικό δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, εκτιμώντας τα αίτια και τις συνθήκες της υπόθεσης και τις παρατηρήσεις των πιστωτών, αποφαίνεται αν ο οφειλέτης είναι συγγνωστός.».

2. Στο άρθρο 168 του Πτωχευτικού Κώδικα προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:

«Στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 3, ο οφειλέτης υποβάλλει αίτηση περί της απαλλαγής του μετά την παρέλευση τριών (3) ετών από την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας του στο ΓΕΜΗ και στα μητρώα πτωχεύσεων της παρ. 3 του άρθρου 8.».

3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στις καταχωρίσεις που έγιναν από 01.10.2016, καθώς και στις εκκρεμείς, κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος, αιτήσεις πτώχευσης.

ΤΜΗΜΑ Δ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Υγείας

Άρθρο 25

Ρυθμίσεις για το μηχανισμό αυτόματης επιστροφής

Ο μηχανισμός αυτόματης επιστροφής (clawback) του άρθρου 11 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41), της κατ 'εξουσιοδότηση εκδοθείσας υπ' αριθμ. Γ5/63587/2015 (Β΄ 1803) υπουργικής απόφασης και του άρθρου 100 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, επεκτείνεται και στα έτη 2019-2022, με αρχικό έτος βάσης υπολογισμού για την πρώτη εφαρμογή του παρόντος το 2018, και για καθένα από τα επόμενα έτη το εκάστοτε προηγούμενο έτος. Τα επιτρεπόμενα όρια δαπανών αναπροσαρμόζονται για τα έτη 2019-2022, αποκλειστικά βάσει της προβλεπόμενης κατ' έτος μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ σε σταθερές τιμές, όπως αυτή απεικονίζεται στον προϋπολογισμό κάθε έτους. Η κατανομή των ορίων στις τρεις υποκατηγορίες δαπανών θα απεικονίζεται στην εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού κάθε έτους. Για την πρώτη εφαρμογή και όσον αφορά στο έτος 2019, η κατανομή των ορίων της φαρμακευτικής δαπάνης του ΕΟΠΥΥ, της νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης καθώς και της δαπάνης για παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας από τον ΕΟΠΥΥ θα ορισθεί με υπουργική απόφαση, που θα εκδοθεί εντός 30 ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος.

Άρθρο 26

Τροποποίηση ν. 1902/1990, 3918/2011 και π.δ. 312/1992

1. Στο άρθρο 19 του ν. 1902/1990 (Α΄ 138) προστίθεται παρ. 5 ως εξής:

«5. Το ποσοστό συμμετοχής, για τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 και στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είναι μηδέν τοις εκατό (0%) για τα γενόσημα φάρμακα».

2. Στο άρθρο 34 του ν. 3918/2011 (Α΄ 31) προστίθεται παρ. 8 ως εξής:

«8. Καθιερώνεται ποσοστό επιστροφής (rebate) 0,8% επί της λιανικής τιμής των συνταγογραφούμενων φαρμάκων αναφοράς μετά τη λήξη της περιόδου προστασίας προς τον ΕΟΠΥΥ για το έτος 2018. Το ποσό της επιστροφής που οφείλει το φαρμακείο υπολογίζεται και επιβάλλεται από τον ΕΟΠΥΥ κατά την εκκαθάριση των εκτελεσμένων συνταγών και συμψηφίζεται με οφειλές του ΕΟΠΥΥ προς το φαρμακείο για την εκτέλεση των συνταγών. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας δύναται να αναπροσαρμόζεται για τα επόμενα έτη το ποσοστό επιστροφής, ο τρόπος υπολογισμού του και να ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα εφαρμογής της άνω διάταξης.»

3. Στο τέλος του δευτέρου εδαφίου της περίπτ. 1 του άρθρου 4 του π.δ. 312/1992 (Α΄ 157) προστίθεται φράση ως εξής:

«Με απόφαση του Υπουργού Υγείας δύνανται να καθορίζονται οι ελάχιστες ποσότητες αποθεμάτων γενοσήμων φαρμάκων ανά θεραπευτική κατηγορία που οφείλουν να διαθέτουν τα φαρμακεία.»

 

Άρθρο 27

Ρυθμίσεις για τα οπτικά-γυαλιά οράσεως και τις υπηρεσίες ειδικής αγωγής

1. Τα οπτικά - γυαλιά οράσεως που χορηγούνται από μη συμβεβλημένο ιδιώτη πάροχο και αποζημιώνονται σύμφωνα με τον Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (ΕΚΠΥ) του ΕΟΠΥΥ, όπως ισχύει κάθε φορά, παρέχονται κατόπιν προηγούμενης γνωμάτευσης πιστοποιημένου ιατρού-οφθαλμιάτρου και κατόπιν ιατρικού ελέγχου από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Οργανισμού. Στην περίπτωση του δικαιούχου παροχής εκδίδεται βεβαίωση ως παράρτημα της γνωμάτευσης, με μοναδικό αριθμό, η οποία προσδιορίζει το προς αποζημίωση δικαιούμενο ποσό σύμφωνα με τις διατάξεις του ΕΚΠΥ, και η οποία υπογράφεται ηλεκτρονικά από το αρμόδιο διοικητικό όργανο του ΕΟΠΥΥ και παραδίδεται στον δικαιούχο περίθαλψης, προκειμένου να την υπογράψει και στη συνέχεια να την καταθέσει σε κατάστημα οπτικών, που λειτουργεί νόμιμα, και να λάβει την παροχή που δικαιούται. Το ποσό που αναγράφεται στη βεβαίωση αποζημιώνεται απευθείας από τον Οργανισμό στον πάροχο οπτικών ειδών κατόπιν προσκόμισης από τον τελευταίο της ιατρικής γνωμάτευσης, της ηλεκτρονικής βεβαίωσης και του παραστατικού πώλησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 7α΄ του άρθρου 90 του ν. 4368/2016 (Α΄ 21), όπως ισχύει. Σε περίπτωση που το παραστατικό πώλησης των χορηγούμενων ειδών είναι μικρότερης αξίας από το βεβαιούμενο ποσό, καταβάλλεται στον πάροχο οπτικών το αντίτιμο της πραγματικής τιμής πώλησης της παροχής.

2. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, κατόπιν πρότασης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΟΠΥΥ, καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. Το εξαμηνιαίο επιτρεπτό όριο δαπάνης του ΕΟΠΥΥ για τις παροχές του παρόντος άρθρου υπάγεται στις παρ. 1 έως 3 του άρθρου 100 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) και το ύψος αυτού προσδιορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 100 του ν. 4172/2013.

3. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται αναλογικά και στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών υγείας προς τους δικαιούχους περίθαλψης από μη συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΥΥ ιδιώτες παρόχους ειδικής αγωγής. Κάθε διάταξη που αντίκειται στο παρόν καταργείται.

 

Άρθρο 28

Τροποποίηση άρθρου 52 ν. 4430/2016

Μετά το έβδομο εδάφιο της περίπτ. α΄ της παρ. 7 του άρθρου 52 του ν. 4430/2016 (Α΄ 205), προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Δήλωση αρνήσεως του προηγούμενου εδαφίου, η οποία ανακαλείται εγγράφως από τον πάροχο, μέχρι την 15.06.2018, θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα.»

Άρθρο 29

Τροποποίηση άρθρου 11 ν. 4052/2012

Το πρώτο εδάφιο της περίπτ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41), αντικαθίσταται ως εξής:

«δ. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αυτοδικαίως συμψηφίζει τα παραπάνω ποσά με ισόποσες οφειλές του προς Κατόχους Άδειας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων από την προμήθεια φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων για τις ανάγκες των φαρμακείων του.»

 

Άρθρο 30

Ρυθμίσεις για τη διαδικασία επιλογής του Ε.Κ.Α.Π.Υ.

Για τη διενέργεια των οριζόμενων στο άρθρο 8 του ν. 4369/2016 διαδικασιών επιλογής που αφορούν το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Εθνική Κεντρική Αρχή Προμηθειών Υγείας» (Ε.Κ.Α.Π.Υ.) του άρθρου 21 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74), αρμόδιο ορίζεται το Α΄ Τμήμα του Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Διοικήσεων (Ε.Σ.Ε.Δ.) του άρθρου 10 του ν. 4369/2016, όπως συστάθηκε με την Υ.Α. υπ' αρ. ΔΙΔΚ/Φ.38/οικ.40717/2017 (Β΄ 4125) και τροποποιήθηκε με την Υ.Α. υπ' αρ. ΔΙΔΚ/Φ.38/8668/2018 (Β΄ 773).

Άρθρο 31

Τροποποίηση άρθρου 33 ν. 4025/2011

Η παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 4025/2011 (Α΄ 228) αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Στις Μονάδες Ημερήσιας Νοσηλείας (Μ.Η.Ν.) μπορεί να αναπτύσσεται μία ή περισσότερες ειδικότητες εκ των προβλεπομένων στις αποφάσεις της παρ. 5.»

Άρθρο 32

Τροποποίηση παρ. 6 του άρθρου 90 ν. 4368/2016

Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 90 του ν. 4368/2016 (Α΄ 21) προστίθενται τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο ως εξής:

«Στα πλαίσια των προηγούμενων εδαφίων δημιουργείται και τηρείται στον ΕΟΠΥΥ ηλεκτρονικός φάκελος δαπάνης ασφάλισης υγείας δικαιούχου. Ο δικαιούχος περίθαλψης έχει άμεση πρόσβαση στις δαπάνες που τον αφορούν, κατόπιν προηγούμενης πιστοποίησής του που διενεργείται από εξουσιοδοτημένους φορείς, και δυνατότητα αμφισβήτησης αυτών σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεώς τους. Η επεξεργασία των δεδομένων υπόκειται σε κατάλληλα και ειδικά μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων στον τομέα της δημόσιας υγείας σύμφωνα με το Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (Κανονισμός Ε.Ε. 679/2016) και αποσκοπεί στην πραγματική παροχή υγειονομικής περίθαλψης, στην πραγματική πρόσβαση όλων σε αυτήν, στη διασφάλιση των πόρων που διατίθενται για την υγειονομική περίθαλψη, τον έλεγχο των δαπανών και την αποτελεσματική χρηματοδότηση της υγειονομικής περίθαλψης. Η επεξεργασία δεδομένων σχετικών με την υγεία για λόγους δημόσιου συμφέροντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για άλλους σκοπούς από τρίτους, όπως εργοδότες ή ασφαλιστικές εταιρείες και τράπεζες.»

Άρθρο 33

Ψηφιακή υποβολή δικαιολογητικών

1. Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά βάσει των οποίων εκκαθαρίζονται και εντέλλονται προς πληρωμή δαπάνες των ιδιωτών παρόχων υγείας του ΕΟΠΥΥ, πλην υποβολών φαρμακοποιών που αφορούν αποκλειστικά στο φάρμακο, μπορούν να υποβάλλονται ηλεκτρονικά, και όχι σε έντυπη μορφή, στο πληροφοριακό σύστημα του ΕΟΠΥΥ. Ομοίως, μπορούν να υποβάλλονται ηλεκτρονικά και στις αρμόδιες Υπηρεσίες Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στον ΕΟΠΥΥ, τα δικαιολογητικά και τα εκδοθέντα για την πληρωμή της δαπάνης χρηματικά εντάλματα (Χ.Ε.), για την άσκηση προληπτικού ελέγχου στις προβλεπόμενες περιπτώσεις και τη θεώρηση των Χ.Ε. αντίστοιχα. Τα δημόσια ηλεκτρονικά έγγραφα εκδίδονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. ΥΑΠ/Φ.40.4/3/1031 (Β΄ 1317/2012) Υπουργική Απόφαση, όπως ισχύει, και στην υπ' αριθμ. απόφαση Επιτροπής της 25ης Φεβρουαρίου 2011 περί καθιέρωσης ελάχιστων απαιτήσεων για τη διασυνοριακή επεξεργασία εγγράφων, τα οποία έχουν υπογραφεί ηλεκτρονικά από αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με την οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, που έχει κοινοποιηθεί με αριθμό Ε(2011)1081.

2. Για την εκκαθάριση και ενταλματοποίηση των ανωτέρω δαπανών των ιδιωτών παρόχων υγείας υποβάλλονται μηνιαίως τα εξής δικαιολογητικά: α) ηλεκτρονικό τιμολόγιο, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), β) τα απαιτούμενα ηλεκτρονικά παραστατικά ανά κατηγορία δαπάνης, ψηφιακά υπογεγραμμένα στο σύνολό τους από τον ιδιώτη πάροχο, γ) πιστοποίηση της συναίνεσης και παρουσίας του ασφαλισμένου με χρήση προηγμένης ηλεκτρονικής υπογραφής, όπου αυτή προβλέπεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό 910/2014 της Ε.Ε. και δ) υπεύθυνη δήλωση ψηφιακά υπογεγραμμένη, με την οποία δηλώνεται η ακρίβεια του συνόλου των υποβληθέντων στοιχείων, το γεγονός ότι το σύνολο των υποβληθέντων πράξεων και υπηρεσιών εκτελέσθηκαν σύμφωνα με τον ΕΚΠΥ και τις συμβατικές του υποχρεώσεις και με την οποία βεβαιώνεται η ανάληψη υποχρέωσης του παρόχου για ασφαλή τήρηση του φυσικού αρχείου για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών και προσκόμισή του στον Οργανισμό, εφόσον ζητηθεί. Αμφότερα τα υπό β) και γ) στοιχεία πρέπει να πληρούν τις προδιαγραφές του άρθρου 15 του ν. 4308/2014. Τα δικαιολογητικά τηρούνται σε φυσική μορφή από τις οικείες οικονομικές υπηρεσίες τον παρόχων και τίθενται στη διάθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την άσκηση του κατασταλτικού ελέγχου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Ο υπεύθυνος τήρησης του φυσικού αρχείου του προηγούμενου εδαφίου γνωστοποιείται στον Οργανισμό και στην υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και υπάγεται στο εννοιολογικό πεδίο της περίπτ. α΄ του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα.

3. Το σύνολο του φυσικού αρχείου που υποβάλλεται στον ΕΟΠΥΥ απαιτείται σε μηνιαία βάση από δείγμα παρόχων σε ποσοστό, όχι κατώτερο του 1% του συνόλου αυτών. Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν προσκομισθεί στον ΕΟΠΥΥ το αιτούμενο φυσικό αρχείο, η οικεία δαπάνη δεν εκκαθαρίζεται και δεν αποζημιώνεται.

4. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από πρόταση του ΔΣ του ΕΟΠΥΥ, καθορίζεται ο χρόνος έναρξης του παρόντος άρθρου ανά κατηγορία παρόχων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Η απόφαση του ανωτέρω εδαφίου για την πρώτη κατηγορία παρόχων, θα δημοσιευθεί εντός 3 μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. Με απόφαση του ΔΣ του ΕΟΠΥΥ, η οποία θα ληφθεί το αργότερο εντός μηνός από την δημοσίευση του παρόντος, καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την πιλοτική εφαρμογή του παρόντος.

ΤΜΗΜΑ Ε΄

Διατάξεις του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού

Ενιαία τιμή βιβλίου

Άρθρο 34

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

1. Ως βιβλίο νοείται, για την εφαρμογή του παρόντος Τμήματος, η έντυπη έκδοση, το CD-ROM, το DVD ROM, οποιοσδήποτε τύπος ψηφιακού κειμένου (αρχείου) που αναπαράγει ακριβώς το περιεχόμενο συγκεκριμένου βιβλίου καθώς και το ηλεκτρονικό βιβλίο (e-book).

2. Ως εκδότης νοείται, για την εφαρμογή του παρόντος Τμήματος, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκδίδει βιβλία στην Ελλάδα σε οποιαδήποτε γλώσσα ή που εκδίδει βιβλία στο εξωτερικό στην ελληνική γλώσσα και τα οποία διατίθενται στην Ελλάδα.

3. Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος εφαρμόζονται σε βιβλία που κυκλοφορούν στην Ελλάδα από εκδότη που έχει την έδρα του στην Ελλάδα και τα οποία έχουν εκτυπωθεί ή αναπαραχθεί στο εξωτερικό για λογαριασμό του εκδότη.

4. Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος δεν εφαρμόζονται σε μεταχειρισμένα και ελαττωματικά βιβλία.

5. Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος δεν εφαρμόζονται στον καθορισμό τιμής βιβλίου μετά την παρέλευση δεκαοκτώ (18) μηνών από την πρώτη έκδοση του, με επιφύλαξη της παρ. 9 του άρθρου 35.

6. Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος δεν εφαρμόζονται στην τιμή διάθεσης βιβλίων στο συγγραφέα τους, στο Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ., σε κάθε νομικό πρόσωπο που εξυπηρετεί κοινωφελείς ή πολιτιστικούς ή επιστημονικούς σκοπούς ή παρέχει τέτοιες υπηρεσίες στο κοινό, καθώς και στις επαγγελματικές οργανώσεις συγγραφέων, εκδοτών και βιβλιοπωλών, εφόσον η διάθεση των βιβλίων δεν γίνεται με σκοπό την εμπορική τους εκμετάλλευση.

Άρθρο 35

Καθορισμός τιμής βιβλίου

1. Ο εκδότης οφείλει να καθορίζει την τιμή διάθεσης του βιβλίου του και τις ενδεχόμενες πρόσθετες παροχές που μπορούν να προσφέρονται στο κοινό και να ενημερώνει για τα ανωτέρω όσους προμηθεύονται αντίτυπα του βιβλίου για διάθεση στο κοινό.

2. Απαγορεύεται η διάθεση βιβλίων στο κοινό από τον ίδιο τον εκδότη τους ή από τρίτο:

α. σε τιμή που υπερβαίνει την τιμή που καθορίστηκε από τον εκδότη ή

β. σε τιμή που είναι μικρότερη του ενενήντα τοις εκατό (90%) της τιμής αυτής.

3. Κατά τη διάθεση του βιβλίου, ο εκδότης δεν προβαίνει σε προσφορά προσθέτων παροχών, αν αυτές δεν καθορίζονται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2. Απαγορεύεται επίσης η διαφήμιση παροχών που δεν καθορίζονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.

4. Όταν η επιχείρηση διάθεσης βιβλίων στο κοινό είναι εγκατεστημένη σε απόσταση μεγαλύτερη των πενήντα (50) χιλιομέτρων από την έδρα του εκδότη του διατιθέμενου βιβλίου, η διάθεσή του μπορεί να γίνεται σε τιμή που υπερβαίνει έως και πέντε τοις εκατό (5%) την καθορισμένη από τον εκδότη τιμή διάθεσης στο κοινό.

5. Ο εκδότης μπορεί να αναπροσαρμόζει την τιμή διάθεσης του βιβλίου στο κοινό. Στην περίπτωση αυτή, οφείλει να ενημερώσει για την αναπροσαρμογή της τιμής όσους προμηθεύονται ή έχουν προμηθευτεί αντίτυπα του βιβλίου για διάθεσή τους στο κοινό.

6. Όσα φυσικά ή νομικά πρόσωπα προμηθεύονται ή έχουν προμηθευτεί αντίτυπα βιβλίου για περαιτέρω διάθεση τους στο κοινό υποχρεούνται να τα διαθέτουν σε τιμή:

α. που δεν υπερβαίνει τη νέα τιμή που καθορίστηκε από τον εκδότη

β. που δεν είναι μικρότερη του ενενήντα τοις εκατό (90%) της τιμής αυτής.

Η υποχρέωση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα που το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο διαθέτει τα βιβλία στο κοινό, έλαβε γνώση του ανακαθορισμού της τιμής.

7. Σε περίπτωση αναπροσαρμογής της τιμής διάθεσης του βιβλίου σε ύψος χαμηλότερο της τιμής που είχε αρχικά καθοριστεί ο εκδότης οφείλει:

α. είτε να καταβάλει, ως αποζημίωση, στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα της παρ. 6 τη διαφορά ανάμεσα στην παλαιά και στη νέα τιμή επί τον αριθμό των αδιάθετων αντιτύπων,

β. είτε να δεχθεί ανεπιφύλακτα την επιστροφή των αδιάθετων αντιτύπων στην τιμή στην οποία έγινε η προμήθεια των αντιτύπων.

Η επιλογή μεταξύ της αποζημίωσης ή της επιστροφής των αδιάθετων αντιτύπων, σύμφωνα με τις περιπτ. α και β γίνεται από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα της παρ. 6.

8. Δεν θεωρείται υπέρβαση της καθορισμένης από τον εκδότη τιμής διάθεσης του βιβλίου στο κοινό η αμοιβή για συμπληρωματικές υπηρεσίες που παρέχονται στο κοινό κατά τη διάθεση του βιβλίου.

9. Σε περίπτωση ανατύπωσης του βιβλίου, η τιμή διάθεσής του στο κοινό δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη του 80% της καθορισμένης από τον εκδότη τιμής διάθεσης, επί δώδεκα μήνες. Το χρονικό διάστημα των δώδεκα (12) μηνών ξεκινάει:

α. είτε μετά την παρέλευση δεκαοκτώ (18) μηνών από την πρώτη έκδοση, όταν η ανατύπωση συντελείται πριν τη συμπλήρωση των δεκαοκτώ μηνών από την πρώτη έκδοση,

β. είτε από την ημερομηνία της πρώτης ανατύπωσης, όταν αυτή συντελείται μετά τη συμπλήρωση των δεκαοκτώ (18) μηνών από την πρώτη έκδοση.

10. Σε περίπτωση που το βιβλίο επανεκδοθεί με σημαντικές αλλαγές από τον ίδιο ή άλλον εκδότη με διαφορετικό Διεθνή Μοναδικό Αριθμό Βιβλίου (ISBN), οι παρ. 1 έως 7 εφαρμόζονται υπό την προϋπόθεση ότι έχουν παρέλθει τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία τα αντίτυπα του βιβλίου που διέθεσε ο εκδότης εξαντλήθηκαν. Τεκμήριο γι' αυτό αποτελεί η σχετική δήλωση του εκδότη στη βάση δεδομένων κυκλοφορούντων βιβλίων «Βιβλιονέτ».

11. Όλα τα βιβλία που τίθενται στην αγορά θα πρέπει να φέρουν αναγραφή του μήνα και του έτους της τρέχουσας έκδοσης καθώς και τον αριθμό των αντιτύπων. Σε περίπτωση ανατύπωσης ή επανέκδοσης, εκτός των όσων ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο, τα βιβλία θα πρέπει να φέρουν επίσης τον αύξοντα αριθμό της καθώς και το μήνα και έτος της πρώτης έκδοσης. Σε περίπτωση μη αναγραφής του μήνα έκδοσης, λογίζεται ως μήνας έκδοσης ο Ιανουάριος του έτους της έκδοσης του βιβλίου.

Άρθρο 36

Επιβολή κυρώσεων

1. Για τις παραβάσεις των παρ. 2, 3, 4, 5, 6, 9 και 11 του άρθρου 35 επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 22 του ν. 4177/2013 (Α΄ 173).

2. Η διαδικασία επιβολής προστίμων διενεργείται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 24 του ν. 4177/2013.

3. Τα ποσά των προστίμων που επιβάλλονται κατά την παρ. 1 εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. και μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών.

Άρθρο 37

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Εσωτερικών ρυθμίζεται ο τρόπος γνωστοποίησης από τον εκδότη της τιμής διάθεσης του βιβλίου, οι αρμόδιες αρχές για τον έλεγχο των παραπάνω και η διαδικασία πραγματοποίησης αυτού καθώς και κάθε αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης της παρούσας λεπτομέρεια.

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Πολιτισμού και Αθλητισμού μπορεί να καθορίζονται χρονικά διαστήματα, που συνολικά δεν υπερβαίνουν τις δεκαπέντε (15) ημέρες ετησίως, κατά τα οποία δεν θα ισχύουν οι κανόνες τιμολόγησης του άρθρου 35.

Άρθρο 38

Μεταβατική διάταξη

Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος εφαρμόζονται στα βιβλία που θα εκδοθούν μετά την δημοσίευση της κοινής υπουργικής απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 37.

Άρθρο 39

Καταργούμενες διατάξεις

Με τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργείται η παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2557/1997 (Α΄ 271), η υποπερίπτ. 1 της υποπαρ. ΣΤ4 της παρ. ΣΤ του πρώτου άρθρου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) και η παρ. 5 του άρθρου 186 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107) καθώς και κάθε άλλη διάταξη αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Τμήματος.

ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Άρθρο 40

Ρύθμιση θεμάτων Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α.

1. Το έβδομο και όγδοο εδάφιο της υποπερίπτ. ββ΄ της περίπτ. α΄ της παρ. 3 του άρθρου 143 του ν. 4001/2011 (Α΄ 179), όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 80 του ν. 4427/2016 (Α΄ 188) και με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4533/2018 (Α΄ 75), αντικαθίστανται ως εξής:

«Η χρέωση της περίπτωσης αυτής επιβάλλεται στους εκπροσώπους φορτίου αποκλειστικά για τα έτη 2016 έως 2020, οπότε και καταργείται, ως εξής: για το έτος 2016 ανέρχεται στο πενήντα τοις εκατό (50%) της χρέωσης που προκύπτει με την εφαρμογή της μεθοδολογίας, για το έτος 2017 και το πρώτο τρίμηνο του έτους 2018 στο εκατό τοις εκατό (100%) και από την 1η Απριλίου 2018 στο εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), από την 1η Ιανουαρίου 2019 στο πενήντα τοις εκατό (50%) και από την 1η Ιανουαρίου 2020 στο τριάντα τοις εκατό (30%) της χρέωσης που προκύπτει με την εφαρμογή της μεθοδολογίας. Ειδικότερα για τα έτη 2018, 2019 και 2020, το ετήσιο σωρευτικό απολογιστικό λογιστικό πλεόνασμα του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. Διασυνδεδεμένου Συστήματος και Δικτύου, που τυχόν θα προκύψει, λαμβανομένου υπόψη ειδικού αποθεματικού ασφαλείας έκτακτων δαπανών ποσού εβδομήντα εκατομμυρίων (70.000.000) ευρώ, βάσει του δημοσιευμένου δελτίου του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. Διασυνδεδεμένου Συστήματος και Δικτύου με εκκαθάριση μηνός Δεκεμβρίου εκάστου έτους, αποδίδεται κατά το επόμενο έτος στους εκπροσώπους φορτίου από τον Λειτουργό της Αγοράς ως εκροή του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. Διασυνδεδεμένου Συστήματος και Δικτύου. Η διαδικασία απόδοσης του πλεονάσματος και κάθε ειδικότερη λεπτομέρεια καθορίζονται στον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας.»

2. Στο τέλος του έκτου εδαφίου της υποπερίπτ. αα΄ της περίπτ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 143 του ν. 4001/2011 προστίθεται φράση ως εξής:

«, με την επιφύλαξη της διάθεσης του ετήσιου σωρευτικού απολογιστικού πλεονάσματος του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. Διασυνδεδεμένου Συστήματος και Δικτύου για τα έτη 2018, 2019 και 2020, σύμφωνα με την υποπερίπτ. ββ΄ της περίπτ. α΄ της παρούσας.»

3. Στην περίπτ. α΄ της παρ. Α2 του άρθρου 25 του ν. 3468/2006 (Α΄ 129) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Για τα έτη 2019 και 2020 το ποσοστό του προηγούμενου εδαφίου ανέρχεται σε εξήντα πέντε τοις εκατό (65%).»

Άρθρο 41

Τροποποίηση άρθρου 36 ν. 4067/2012

Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4067/2012 (Α΄ 79), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 55 του ν. 4508/2017 (Α΄ 200) και το άρθρο 400 του ν. 4512/2018 (Α΄ 5), προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Ειδικά για το έτος 2019 η πίστωση του προηγούμενου εδαφίου ανέρχεται μέχρι το ποσό των πενήντα εννέα εκατομμυρίων (59.000.000) ευρώ και για το έτος 2020 μέχρι το ποσό των εξήντα οχτώ εκατομμυρίων (68.000.000) ευρώ. Για το έτος 2018 δεν χορηγείται πίστωση.»

Άρθρο 42

Αναπροσαρμογή ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας προς δημοπράτηση μέσω δημοπρασιών πώλησης προθεσμιακών προϊόντων ηλεκτρικής ενέργειας με φυσική παράδοση

1. Με την έγκριση των όρων των πράξεων απόσχισης και των λογιστικών καταστάσεων απόσχισης από το Διοικητικό Συμβούλιο της Δ.Ε.Η. Α.Ε. και τη δημοσίευση των πράξεων αυτών σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4533/2018 (Α΄75), καθώς και με τη δημοσίευση της προκήρυξης του διαγωνισμού της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4533/2018, οι ποσότητες που τυχόν ορίζονται προς δημοπράτηση, με απόφαση της ΡΑΕ, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 135 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94), μειώνονται κατά πενήντα ποσοστιαίες μονάδες (50%).

2. Με την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων αγοραπωλησίας μετοχών (share purchase agreements) της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4533/2018, ο μηχανισμός αναπροσαρμογής των προς δημοπράτηση ποσοτήτων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 135 του ν. 4389/2016 καταργείται.

3. Με την υλοποίηση των αναγκαίων προαπαιτούμενων πράξεων για έκαστο συμβαλλόμενο μέρος με σκοπό την ολοκλήρωση των αντίστοιχων συναλλαγών της παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 4533/2018, το ποσοστό της υποπερίπτ. (δδ) της περίπτ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 135 του ν. 4389/2016 μειώνεται κατά εννέα ποσοστιαίες μονάδες (9%).

4. Η Ε.Χ.Ε. Α.Ε. εντός του Ιανουαρίου 2019 υποβάλλει στη ΡΑΕ εισήγηση για την τροποποίηση του Κώδικα Συναλλαγών Δημοπρασιών Προθεσμιακών Προϊόντων Ηλεκτρικής Ενέργειας, σύμφωνα με το άρθρο 140 του ν. 4389/2016, και του Κανονισμού της, εφόσον αυτό απαιτείται, προκειμένου ο σχετικός μηχανισμός πώλησης προθεσμιακών προϊόντων ηλεκτρικής ενέργειας με φυσική παράδοση με την έναρξη λειτουργίας των Αγορών Ηλεκτρικής Ενέργειας του ν. 4425/2016 (Α΄ 185), ως ισχύει, να είναι συμβατός με την οργάνωση και λειτουργία των ανωτέρω Αγορών, ιδίως όσον αφορά τις δηλώσεις χρήσης των ποσοτήτων προθεσμιακών προϊόντων στο σύστημα δήλωσης προγραμμάτων της Ε.Χ.Ε. Α.Ε και τις υποχρεώσεις φυσικής εκπλήρωσης και εξισορρόπησης των μερών.

 

ΤΜΗΜΑ Ζ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής

Άρθρο 43

Κατάργηση ελαχίστου ορίου διάρκειας της σύμβασης ναύλωσης

Η περίπτ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4256/2014 (Α΄ 92), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 94 του ν. 4504/2017 (Α΄ 184), και η περίπτ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4256/2014, καταργούνται από 1-11-2018.

ΤΜΗΜΑ Η΄

Διατάξεις του Υπουργείου Τουρισμού

Άρθρο 44

Τροποποίηση άρθρου 1 ν. 393/1976

Η περίπτ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 393/1976 (Α΄ 199) αντικαθίσταται ως εξής:

«Την κατάρτιση και εκτέλεση προγραμμάτων εκδρομών και περιηγήσεων που διοργανώνονται αποκλειστικά από τουριστικά γραφεία εντός ή εκτός χώρας με ιδιόκτητα ή μισθωμένα θαλάσσια, χερσαία ή αεροπορικά μεταφορικά μέσα.»

ΤΜΗΜΑ Θ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Οικονομίας & Ανάπτυξης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Τροποποιήσεις του ν. 4469/2017 (Α΄ 62)

Άρθρο 45

Ορισμοί

1. Στην περίπτ. ιστ΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4469/2017 (Α΄ 62) η ημερομηνία «31η Δεκεμβρίου 2016» αντικαθίσταται με την ημερομηνία «31η Δεκεμβρίου 2017».

2. Στην περίπτ. ιζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4469/2017 η ημερομηνία «31η Δεκεμβρίου 2016» αντικαθίσταται με την ημερομηνία «31η Δεκεμβρίου 2017».

3. Η περίπτ. ιη΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4469/2017 αντικαθίσταται ως εξής:

«ιη) Ως «οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης» νοούνται οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, που βεβαιώθηκαν έως το χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 4 και γεννήθηκαν έως την 31η Δεκεμβρίου 2017 ή ανάγονται σε χρόνο έως την 31η Δεκεμβρίου 2017, με τις προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 4.»

Άρθρο 46

Πεδίο εφαρμογής

1. Στην περίπτ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017 η ημερομηνία «31η Δεκεμβρίου 2016» αντικαθίσταται με την ημερομηνία «31 η Δεκεμβρίου 2017».

2. Στην παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017 η ημερομηνία «31 η Δεκεμβρίου 2016» αντικαθίσταται με την ημερομηνία «31 η Δεκεμβρίου 2017».

3. Το εδάφιο γ΄ της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017 αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο πιστωτής ενημερώνει την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) εντός τριών μηνών από την ημερομηνία προώθησης της αίτησης για την ολοκλήρωση ή μη της διαπραγμάτευσης και σε καταφατική περίπτωση για την επίτευξη ή μη συμφωνίας με τον οφειλέτη. Αν η διαπραγμάτευση ολοκληρωθεί μετά την ενημέρωση του προηγούμενου εδαφίου, ο πιστωτής ενημερώνει την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. μέσα σε ένα μήνα από την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης για την επίτευξη ή μη συμφωνίας.»

4. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017 προστίθεται το εξής εδάφιο:

«Αν δύο ή περισσότεροι πιστωτές έχουν ακριβώς ίσες απαιτήσεις και οι απαιτήσεις τους, αθροιζόμενες με τις μικρότερες απαιτήσεις, υπερβαίνουν το 15% του συνολικού χρέους ή το ποσό των 20.000.000 ευρώ, τότε οι πιστωτές αυτοί συμμετέχουν στη διαδικασία για το σύνολο των απαιτήσεών τους και δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών».

Άρθρο 47

Ρύθμιση οφειλών ομόρρυθμων εταίρων

Μετά το πέμπτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 4469/2017 προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Οι ομόρρυθμοι εταίροι ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας μπορούν να ζητήσουν τη ρύθμιση και του συνόλου των δικών τους οφειλών, οι οποίες θα επιτρεπόταν να ρυθμιστούν, αν οι εταίροι υπέβαλλαν αίτηση ως ιδιοκτήτες ατομικής επιχείρησης. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση περιέχει ως προς αυτούς το σύνολο των στοιχείων και συνοδεύεται από το σύνολο των δικαιολογητικών του άρθρου 5 και οι περιορισμοί των παρ. 3 και 5 του άρθρου 2 ισχύουν και ως προς το πρόσωπο του ομόρρυθμου εταίρου, ενώ οι περιορισμοί της παρ. 1 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 κρίνονται με βάση το πρόσωπο της εταιρίας. Για την εταιρία και τους ομόρρυθμους εταίρους της, που ζητούν ρύθμιση και του συνόλου των δικών τους οφειλών ακολουθείται, κατά το δυνατόν, ενιαία διαδικασία υπό τον ίδιο συντονιστή. Η απαρτία υπολογίζεται χωριστά για κάθε συνοφειλέτη. Οι προτάσεις ρύθμισης υποβάλλονται χωριστά για τον κάθε συνοφειλέτη και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για τη μία πρόταση δεν επηρεάζεται από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για τις λοιπές προτάσεις. Ο συντονιστής δικαιούται πλήρη αμοιβή για κάθε ομόρρυθμο εταίρο που ζητεί ρύθμιση του συνόλου των δικών του οφειλών.»

Άρθρο 48

Περιεχόμενο αίτησης και συνοδευτικά έγγραφα

1. Στην περίπτ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4469/2017, μετά τη φράση «των οφειλόμενων ποσών ανά πιστωτή» προστίθεται η φράση «, της ημερομηνίας, αναφορικά με την οποία προσδιορίζεται το ύψος της κάθε οφειλής,».

2. Η παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 4469/2017 αντικαθίσταται ως εξής:

«Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών μπορεί να τροποποιείται ο κατάλογος των δικαιολογητικών της παρ. 8. Με την απόφαση του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να προβλέπεται ότι ορισμένα από τα δικαιολογητικά απαιτούνται μόνο σε κάποιες κατηγορίες υποθέσεων, καθώς και ότι ορισμένα δικαιολογητικά δεν υποβάλλονται υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση, αλλά μπορούν να υποβληθούν το αργότερο έως τη λήξη της διαπραγμάτευσης.»

Άρθρο 49

Συντονιστής

1. Η παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4469/2017 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Εντός δύο εργάσιμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης, η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. διορίζει συντονιστή της διαδικασίας από το μητρώο συντονιστών που τηρείται στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. Προτιμάται συντονιστής με έδρα εντός της Περιφερειακής Ενότητας, στην οποία έχει την έδρα του ο οφειλέτης.».

2. Η παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 4469/2017 αντικαθίσταται ως εξής:

«Δεν επιτρέπεται ο διορισμός ως συντονιστή του ίδιου προσώπου σε περισσότερες από μία αιτήσεις, αν προηγουμένως δεν έχει εξαντληθεί η δυνατότητα διορισμού των λοιπών εγγεγραμμένων στο μητρώο της παρ. 1 με έδρα την Περιφέρεια, εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών.».

Άρθρο 50

Διαδικασία διαπραγμάτευσης

1. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4469/2017 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Αν μετά την εξέταση των προσκομισθέντων εγγράφων παραμένει αδικαιολόγητη απόκλιση, που υπερβαίνει το ένα πέμπτο της συνολικής οφειλής προς ρύθμιση, τότε ο συντονιστής ζητά από τον οφειλέτη και τον πιστωτή πρόσθετα αποδεικτικά έγγραφα για το ύψος της απαίτησης εντός προθεσμίας πέντε ημερών».

2. Στο τέλος του άρθρου 8 του ν. 4469/2017 προστίθεται παρ. 18 ως εξής:

«18. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομερειακά θέματα της διαδικασίας ελέγχου πληρότητας της αίτησης ή της διαδικασίας διαπραγμάτευσης, καθώς και να τροποποιούνται οι προθεσμίες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο ή στο άρθρο 7. Με την απόφαση αυτή μπορεί ιδίως:

1) να καθορίζεται διαδικασία συμπλήρωσης των στοιχείων της αίτησης, καθώς και διόρθωσης των σφαλμάτων της·

2) να ορίζονται προθεσμίες για συγκεκριμένες ενέργειες, όταν τέτοιες προθεσμίες δεν ορίζονται στο νόμο·

3) να προβλέπεται διαδικασία παράτασης της προθεσμίας σε συγκεκριμένη περίπτωση, όταν η μη τήρησή της οφείλεται σε λόγους, τους οποίους δεν μπορεί να ελέγξει το μέρος που ζητά την παράταση·

4) να καθορίζεται διαδικασία διαγραφής της αίτησης με ταυτόχρονη επανυποβολή της, όταν υπάρχουν ελλείψεις ή σφάλματα, τα οποία κατά το χρόνο διαπίστωσής τους δεν μπορούν να διορθωθούν με εισαγωγή των στοιχείων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα· στην περίπτωση αυτή ο συντονιστής που διορίστηκε για τη διαγραφόμενη αίτηση διατηρεί την ιδιότητά του και για τη νέα αίτηση, χωρίς να δικαιούται νέα αμοιβή, ενώ η προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 13 υπολογίζεται από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης στα πλαίσια της αρχικής αίτησης·

5) να προβλέπεται δυνατότητα και διαδικασία για την παραίτηση του οφειλέτη από εκκρεμή αίτηση· στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης από τον ίδιο οφειλέτη.»

Άρθρο 51

Αμοιβή του συντονιστή

Η παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4469/2017 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους καθορίζεται το ύψος της αμοιβής του συντονιστή. Η αμοιβή μπορεί να κλιμακώνεται ανάλογα με την κατηγοριοποίηση του οφειλέτη ως μικρής ή μεγάλης επιχείρησης ή ανάλογα με την πρόοδο της διαδικασίας. Η απόφαση αυτή μπορεί να προβλέπει ότι εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις.».

Άρθρο 52

Αναστολή εκτέλεσης

1. Στην παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017 ο αριθμός «εβδομήντα (70)» αντικαθίσταται με τον αριθμό «ενενήντα».

2. Μετά την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017 προστίθεται παρ. 1α ως εξής:

«1α. Κατά το χρονικό διάστημα της παρ. 1 αναστέλλεται και κάθε διοικητικό μέτρο, το οποίο επιβάλλεται, αυτοδικαίως ή με πράξη της Διοίκησης, ως συνέπεια της μη εξόφλησης υποχρεώσεων, των οποίων ζητείται η ρύθμιση, και το οποίο συνεπάγεται την αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης.».

3. Στην παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017 η φράση «την παράγραφο 1» αντικαθίσταται με τη φράση «τις παρ. 1 και 1α».

4. Στην παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017 η φράση «της παραγράφου 1» αντικαθίσταται με τη φράση «των παρ. 1 και 1α».

5. Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Με τις ίδιες προϋποθέσεις μπορεί η Διοίκηση να διατάξει την πρόωρη παύση της αναστολής της παρ. 1α.».

Άρθρο 53

Συμμετοχή του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης

1. Στην παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 διαγράφεται η φράση «, σύμφωνα με τις περιπτ. α΄ και β΄ της παρ. 2 του άρθρου 9».

2. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017, μετά τη φράση «Στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου,» προστίθεται η φράση «και εφόσον συμμετέχουν ιδιώτες πιστωτές,».

3. Στο τέλος της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης και υπό την προϋπόθεση ότι: α) έχει εξοφληθεί τουλάχιστον η πρώτη δόση της ρύθμισης δυνάμει αυτής, β) έχουν εξοφληθεί ή τακτοποιηθεί με νόμιμο τρόπο, με αναστολή είσπραξης ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οι μη υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές και γ) έχουν υποβληθεί όλες δηλώσεις που προβλέπονται στην περίπτ. β΄ της παρ. 6 του άρθρου 14, μετά από αίτηση του οφειλέτη, η Φορολογική Διοίκηση αποφασίζει ότι οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων σε βάρος του οφειλέτη δεν καταλαμβάνουν μελλοντικές απαιτήσεις. Η απόφαση αυτή εκδίδεται ανεξάρτητα από το εάν οι κατασχέσεις επιβλήθηκαν για υπαγόμενες ή μη στη σύμβαση οφειλές, και γνωστοποιείται στον τρίτο. Ποσά απαιτήσεων που γεννώνται μετά την ως άνω γνωστοποίηση, αποδεσμεύονται και αποδίδονται κατά νόμο, ενώ ποσά απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν από αυτή αποδίδονται στο Δημόσιο. Αν ανατραπεί ή ακυρωθεί η σύμβαση, οι ανωτέρω κατασχέσεις αναπτύσσουν πλήρως τις έννομες συνέπειές τους, αναφορικά με τις μελλοντικές απαιτήσεις, από τη γνωστοποίηση της ανατροπής στον τρίτο. Τυχόν αποκτηθέντα δικαιώματα ή αξιώσεις τρίτων δεν αντιτάσσονται έναντι του κατασχόντος Δημοσίου. Οι κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά για οφειλές υπαγόμενες στη σύμβαση, αίρονται μετά από αίτηση του οφειλέτη, εφόσον έχει εξοφληθεί ποσοστό τουλάχιστον 75% του συνολικού προς καταβολή στο Δημόσιο ποσού της σύμβασης. Στις περιπτώσεις των ανωτέρω εδαφίων, ποσά που έχουν αποδοθεί στο Δημόσιο δεν επιστρέφονται.».

4. Στην παρ. 21 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017, μετά τη φράση «της παρ. 8 του άρθρου 9,» προστίθεται η φράση «των παρ. 1, 1α, 2 και 5 του άρθρου 13,».

5. Στο άρθρο 11 του ν. 4469/2017 προστίθεται παρ. 5 ως εξής:

«5. Όταν το Δημόσιο ή Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης προτείνει εμπειρογνώμονα, αυτός επιλέγεται από μητρώο εμπειρογνωμόνων που συστήνεται με κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Στην απόφαση αυτή καθορίζεται η διαδικασία εγγραφής στο μητρώο, ο τρόπος επιλογής των εμπειρογνωμόνων από αυτό, τυχόν ασυμβίβαστα καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.».

Άρθρο 54

Ηλεκτρονική πλατφόρμα εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών

Στο τέλος του άρθρου 16 του ν. 4469/2017 προστίθεται παρ. 4 ως εξής:

«4. Μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών μπορούν να υποβάλλονται και να προωθούνται αιτήσεις οφειλετών, που υπάγονται στην παρ. 21 του άρθρου 15, για διμερή ρύθμιση των οφειλών τους είτε προς το Δημόσιο είτε προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης είτε προς χρηματοδοτικούς φορείς. Με την αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία κατά το προηγούμενο εδάφιο παρέχεται από τον οφειλέτη άδεια για κοινοποίηση στον πιστωτή, επεξεργασία και διασταύρωση από αυτόν των δεδομένων του, τα οποία περιλαμβάνονται στην αίτηση και τα συνοδευτικά έγγραφα για τους σκοπούς της διαδικασίας ρύθμισης οφειλών. Η άδεια του προηγούμενου εδαφίου συνεπάγεται την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971 και του φορολογικού απορρήτου του άρθρου 17 του ν. 4174/2013».

Άρθρο 55

Μεταβατικές διατάξεις

1. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται στις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του.

2. Οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 46, τα άρθρα 50 και 52 και οι παρ. 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 53 έχουν άμεση εφαρμογή και σε υποθέσεις που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

3. Η παρ. 3 του άρθρου 53 εφαρμόζεται και σε συμβάσεις αναδιάρθρωσης που υπογράφτηκαν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος.

4. Αιτήσεις, στις οποίες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος η διαδικασία έχει περατωθεί ως άκαρπη, μπορούν να επανυποβληθούν, εφόσον συμπεριλαμβάνουν οφειλές, οι οποίες καθίστανται επιδεκτικές ρύθμισης με το άρθρο 45 ή την παρ. 2 του άρθρου 46. Μετά την έκδοση της απόφασης που προβλέπεται στην παρ. 18 του άρθρου 8 του ν. 4469/2017, που προστίθεται με την παρ. 2 του άρθρου 50, μπορούν οι οφειλέτες εκκρεμών αιτήσεων να ζητήσουν τη διαγραφή της αίτησης με ταυτόχρονη επανυποβολή της, προκειμένου να συμπεριληφθούν οφειλές, οι οποίες καθίστανται επιδεκτικές ρύθμισης με τα άρθρα 45 έως 47.

5. Ομόρρυθμοι εταίροι εταιριών, οι οποίες πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος υπέβαλαν αίτηση, εκκρεμή ή περατωθείσα, μπορούν να υποβάλουν αυτοτελώς αίτηση για ρύθμιση των δικών τους οφειλών. Στην περίπτωση αυτή οι περιορισμοί των παρ. 3 και 5 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017 ισχύουν και ως προς το πρόσωπο του ομόρρυθμου εταίρου, ενώ οι περιορισμοί της παρ. 1 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του ν. 4469/2017 κρίνονται με βάση το πρόσωπο της εταιρίας. Στις περιπτώσεις αυτές η διαδικασία δεν απαιτείται να είναι ενιαία, ούτε είναι απαραίτητος ο διορισμός του ίδιου συντονιστή.

6. Μέχρι την έκδοση της απόφασης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4469/2017, όπως αυτή αντικαθίσταται με το άρθρο 51, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4469/2017, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Τροποποιήσεις του ν. 3869/2010 (Α΄ 130)

Άρθρο 56

Πεδίο εφαρμογής

Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η αποδοχή υπερχρεωμένης κληρονομίας από τους νόμιμους μεριδούχους του αρχικού οφειλέτη, ακόμα κι αν γίνεται εν γνώσει της υπερχρέωσης, δεν συνιστά από μόνη της και χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστάσεων δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής χρηματικών οφειλών».

Άρθρο 57

Διαδικασία προδικαστικού συμβιβασμού

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μέσα σε τριάντα ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να του παραδώσουν, χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνσή του, αναλυτική κατάσταση των οφειλών του προς αυτά, στην οποία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια το ύψος της οφειλής, αναλυόμενο κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ο αριθμός και η ημερομηνία σύναψης της δανειακής σύμβασης, εφόσον είναι διαθέσιμα, το επιτόκιο με το οποίο εκτοκίζεται η οφειλή, καθώς και το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης».

Άρθρο 58

Κατάθεση αίτησης και εγγράφων

1. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 προστίθενται περιπτ. γ΄ και δ΄ ως εξής:

«γ) δήλωση του οφειλέτη ότι παρέχει άδεια σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα, στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, να διαβιβάζει, έως τη συζήτηση της αίτησης, στους πιστωτές κατά των οποίων στρέφεται η αίτηση την κίνηση των τραπεζικών του λογαριασμών και των λοιπών τραπεζικών προϊόντων (άρση τραπεζικού απορρήτου του άρθρου 1 του ν. 1059/1971, Α΄ 270) για τη χρονική περίοδο από πέντε έτη πριν την άσκηση της αίτησης έως την ημέρα της συζήτησής της, καθώς και ότι παρέχει άδεια προς τους πιστωτές, κατά των οποίων στρέφεται η αίτηση, να προβαίνουν αποκλειστικά για το σκοπό δικαστικής και εξώδικης διαχείρισης της αίτησης σε επεξεργασία και ανταλλαγή των δεδομένων που κατέχουν ή λαμβάνουν από τα πιστωτικά ιδρύματα,

δ) υπεύθυνη δήλωση του οφειλέτη ότι δεν έχει πτωχευτική ικανότητα».

2. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Επιπλέον, εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου, η γραμματεία ελέγχει αν από τα συνυποβαλλόμενα έγγραφα προκύπτει εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και το είδος αυτής, καθώς και αν από τα αρχεία του Ειρηνοδικείου ή από το Γενικό Αρχείο ή από το Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης της παρ. 1 του άρθρου 13 ή από το ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα της παρ. 3 του άρθρου 13 προκύπτει ότι υποβλήθηκε άλλη αίτηση από τον ίδιο οφειλέτη, είτε είναι εκκρεμής είτε όχι. Σε καταφατική περίπτωση η γραμματεία προβαίνει σε σχετική επισημείωση στον φάκελο της αίτησης, η οποία αξιολογείται από το δικαστήριο ή από τον δικαστή που κρίνει το αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής κατά την παρ. 2 του άρθρου 5.».

3. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου δεν ισχύει αν ο οφειλέτης έχει ήδη καταθέσει δύο φορές την αίτηση του παρόντος άρθρου και έχει παραιτηθεί ισάριθμες φορές από αυτήν. Ως παραίτηση λογίζεται και η άπρακτη παρέλευση χρονικού διαστήματος τριάντα ημερών από την ματαίωση της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να έχει ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης.»

4. Στο άρθρο 4 του ν. 3869/2010 προστίθεται παρ. 5α ως εξής:

«5α. Αν η γραμματεία σημειώσει στο φάκελο της αίτησης ότι ο οφειλέτης έχει εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα, ο Ειρηνοδίκης αποφασίζει μέσα σε δέκα ημέρες αν μέχρι την ημέρα της επικύρωσης ή της συζήτησης της αναστολής ή της αίτησης του άρθρου 5α θα ισχύει η κατά την παρ. 5 απαγόρευση των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη. Προς το σκοπό αυτό ο Ειρηνοδίκης εξετάζει αποκλειστικά και μόνο τη συνδρομή εμπορικής ή όχι ιδιότητας του οφειλέτη.».

Άρθρο 59

Προδικασία

1. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 καταργείται.

2. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, συνυπολογίζονται στις καταβολές της παρ. 2 του άρθρου 8».

3. Η παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Αν ο οφειλέτης καθυστερεί την καταβολή των δόσεων που ορίζονται από τον ειρηνοδίκη, σύμφωνα με την παρ. 2, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών μηνιαίων δόσεων, διαδοχικών ή μη, ο θιγόμενος πιστωτής μπορεί να επιδώσει στον οφειλέτη εξώδικη όχληση με την οποία τον καλεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εντός τριάντα ημερολογιακών ημερών. Αν ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προσηκόντως, παύει να ισχύει αυτοδικαίως έναντι όλων των πιστωτών η διαταχθείσα αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων και κάθε άλλου ανασταλτικού μέτρου, από την ημέρα που ο θιγόμενος πιστωτής επιδώσει σχετική δήλωση στους υπόλοιπους πιστωτές, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταθέσει σχετικό σημείωμα με ενσωματωμένη την ανωτέρω αναφερόμενη εξώδικη όχληση στον φάκελο που τηρείται στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από τον αρμόδιο δικαστή την εκ νέου χορήγηση προσωρινής διαταγής αν αποδεικνύει ότι η μη καταβολή των δόσεων οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας, μη δυνάμενο να αντιμετωπιστεί με αίτηση μεταρρύθμισης της αρχικής προσωρινής διαταγής, ή ότι ο θιγόμενος πιστωτής άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα των προηγούμενων εδαφίων.»

4. Στο τέλος του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 προστίθεται παρ. 5 ως εξής:

«5. Ο Ειρηνοδίκης ή το κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να διατάξει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής της παρ. 2 και αν ο οφειλέτης καθυστερεί συστηματικά την καταβολή των δόσεων που ορίζονται με αυτήν, χωρίς το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών μηνιαίων δόσεων, οπότε επέρχεται η έννομη συνέπεια της παρ. 4. Οι διάδικοι καλούνται προ δέκα ημερών.».

Άρθρο 60

Αναστολή καταδιωκτικών μέτρων

1. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 καταργείται.

2. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 5 εφαρμόζονται αναλόγως.».

3. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 καταργείται.

4. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 5 εφαρμόζονται αναλόγως.».

5. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η παύση ή ο περιορισμός της τοκογονίας κατά τα πρώτα δύο εδάφια θεωρείται ότι ουδέποτε επήλθαν αν η αίτηση απορριφθεί τελεσίδικα.».

Άρθρο 61

Δικαστική ρύθμιση χρεών

1. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Επίσης δεν μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση, εάν η αρχική αίτηση απορρίφθηκε λόγω δόλου του οφειλέτη ως προς την περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του ή λόγω δόλιας παράβασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης κατά το άρθρο 10.»

2. Μετά το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Από το ποσό αφαιρείται ό,τι καταβλήθηκε συνολικά σε εκτέλεση της προσωρινής διαταγής του άρθρου 5 ή της απόφασης αναστολής του άρθρου 6, διαιρούμενο διά το πλήθος των δόσεων της παρούσας παραγράφου.»

Άρθρο 62

Προστασία κύριας κατοικίας

1. Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 διαγράφεται η φράση «η οποία θα εκδοθεί εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος».

2. Τα πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 9 αντικαθίστανται ως εξής:

«Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Ελληνικό Δημόσιο για τη μερική κάλυψη του ποσού της μηνιαίας καταβολής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου, το οποίο ορίζει η δικαστική απόφαση, ενημερώνοντας σχετικά τους πιστωτές. Η απόφαση του δικαστηρίου επισημαίνει τη δυνατότητα αυτή στον οφειλέτη. Μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης, οποιοσδήποτε πιστωτής μπορεί να υποβάλει την αίτηση του πέμπτου εδαφίου για λογαριασμό του οφειλέτη, ενημερώνοντάς τον εγγράφως. Ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και σε κάθε περίπτωση υποχρεούται στην καταβολή ελάχιστης συνεισφοράς. Η συνεισφορά του Ελληνικού Δημοσίου στο παραπάνω σχέδιο διευθέτησης οφειλών δεν μπορεί να υπερβαίνει σε διάρκεια τα τρία έτη και καταβάλλεται στους πιστωτές υπό την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης παραμένει συνεπής στην καταβολή της ελάχιστης συνεισφοράς. Αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει εγκαίρως τη συνεισφορά του, ο θιγόμενος πιστωτής υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως, περιλαμβανομένου του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το αργότερο μέσα σε ένα μήνα την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους. Αν ο πιστωτής παραλείψει την ενημέρωση του προηγούμενου εδαφίου και ο οφειλέτης εκπέσει κατά την παρ. 2 του άρθρου 11, τότε ο πιστωτής υποχρεούται να επιστρέψει στο Ελληνικό Δημόσιο με τον νόμιμο τόκο της παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) τα ποσά που αυτό κατέβαλε μετά την ασυνέπεια του οφειλέτη. Καθυστέρηση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει την εγκριθείσα συνεισφορά του ουδέποτε μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση του οφειλέτη κατά την παρ. 2 του άρθρου 11. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών καθορίζονται τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της συνεισφοράς του Δημοσίου, της ελάχιστης συνεισφοράς του οφειλέτη, καθώς και οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας.».

3. Μετά την παρ. 2 του άρθρου 9 προστίθενται παρ. 2α και 2β ως εξής:

«2α. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παρ. 2, οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να ζητήσει να ληφθεί υπόψη η εμπορική και όχι η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο διορίζει ως πραγματογνώμονα πιστοποιημένο εκτιμητή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο περιλαμβάνεται στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών της Διεύθυνσης Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικονομικών Προβλέψεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών. Τα έξοδα της πραγματογνωμοσύνης βαρύνουν το διάδικο που τη ζητεί. Το αίτημα για διορισμό πραγματογνώμονα είναι απαράδεκτο, αν δεν υποβάλλεται είτε με την αίτηση είτε με αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται τουλάχιστον έξι μήνες πριν την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης. Αν το αίτημα υποβληθεί με την αίτηση, ο Ειρηνοδίκης διορίζει πραγματογνώμονα κατά την ημέρα επικύρωσης. Αν υποβληθεί με αυτοτελές δικόγραφο, ο πραγματογνώμονας διορίζεται με πράξη του αρμόδιου δικαστή, η οποία εκδίδεται μέσα σε 15 ημέρες από την κατάθεσή του, με κλήτευση των διαδίκων πριν από 24 ώρες. Δεν απαιτείται διορισμός πραγματογνώμονα αν οποιοσδήποτε διάδικος προσκομίσει έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή του δεύτερου εδαφίου. Αν το δικαστήριο δεν εξαιρέσει την κύρια κατοικία από τη ρευστοποίηση, τότε για τρία έτη από τη δημοσίευση της απόφασης η τιμή πρώτης προσφοράς κατά τον πλειστηριασμό της δεν μπορεί να είναι κατώτερη του ορίου αξίας για την προστασία της κύριας κατοικίας κατά τη γ΄ περίπτ. του πρώτου εδαφίου της παρ. 2. Αν σε δύο διαδοχικούς πλειστηριασμούς, με τιμή πρώτης προσφοράς ίση με το όριο αξίας για την προστασία της κύριας κατοικίας κατά τη γ΄ περίπτ. του πρώτου εδαφίου της παρ. 2, δεν γίνει κατακύρωση, τότε ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει μεταρρύθμιση της απόφασης για τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του προκειμένου να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από τη ρευστοποίηση, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 2. Στη δίκη της αίτησης μεταρρύθμισης τεκμαίρεται αμάχητα ότι η εμπορική αξία της κατοικίας είναι κατώτερη του ορίου αξίας για την προστασία της κατά τη γ΄ περίπτ. του πρώτου εδαφίου της παρ. 2, ενώ ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 κρίνεται με βάση το χρόνο άσκησης της αρχικής αίτησης.

2β. Κατά το χρονικό διάστημα των καταβολών της παρ. 2 του άρθρου 8 το δικαστήριο κατανέμει το ποσό που μπορεί να καταβάλει ο οφειλέτης μεταξύ της ρύθμισης οφειλών του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου, διασφαλίζοντας ότι οι πιστωτές δεν θα βρεθούν χωρίς τη συναίνεσή τους σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν, στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης.».

4. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 η φράση «παραγράφου αυτής» αντικαθίσταται με τη φράση «παρ. 2».

5. Η παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Αν οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει της πρωτοβάθμιας απόφασης υπολείπονται αυτών που ορίζονται με τη δευτεροβάθμια, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει άτοκα το ποσό της διαφοράς που υπολείπεται. Το δικαστήριο εντάσσει τη διαφορά αυτή στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ώστε να μην υπερβαίνεται η μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη.».

6. Στο άρθρο 9 του ν. 3869/2010 προστίθεται παρ. 6 ως εξής:

«6. Οι παρ. 3-6 του άρθρου 8 εφαρμόζονται και στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου. Η μεταρρύθμιση της απόφασης γίνεται εντός των ορίων της παρ. 2 του άρθρου 9, όπως αυτή εφαρμόστηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση.».

Άρθρο 63

Καθήκον ειλικρινούς δήλωσης

Στην παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 3869/2010, μετά τη φράση «η αρμόδια υπηρεσία» προστίθεται η φράση «, τα πιστωτικά ιδρύματα».

Άρθρο 64

Απαλλαγή από υπόλοιπα χρεών

1. Η παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παρ. 2, 4 και 5 του άρθρου 8 επιφέρει, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την αυτοδίκαιη απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους. Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το Ειρηνοδικείο, με αίτηση που κοινοποιείται στους πιστωτές και εκδικάζεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την πιστοποίηση της απαλλαγής του από το υπόλοιπο των οφειλών.»

2. Η παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Αν ο οφειλέτης καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών μηνιαίων δόσεων, διαδοχικών ή μη, ο θιγόμενος πιστωτής μπορεί να επιδώσει στον οφειλέτη εξώδικη όχληση με την οποία τον καλεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εντός τριάντα ημερολογιακών ημερών. Αν ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προσηκόντως, εκπίπτει αυτοδικαίως από τη ρύθμιση έναντι όλων των πιστωτών από την ημέρα που ο θιγόμενος πιστωτής επιδώσει σχετική δήλωση στους υπόλοιπους πιστωτές, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταθέσει σχετικό σημείωμα με ενσωματωμένη την ανωτέρω αναφερόμενη εξώδικη όχληση στον φάκελο που τηρείται στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το Ειρηνοδικείο την ανατροπή της έκπτωσής του αν αποδεικνύει ότι η μη καταβολή των δόσεων οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας, μη δυνάμενο να αντιμετωπιστεί με αίτηση μεταρρύθμισης της απόφασης, ή ότι ο θιγόμενος πιστωτής άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα της παρούσας παραγράφου.»

Άρθρο 65

Δικαιώματα συνοφειλετών

Στο τέλος του άρθρου 12 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Αν όμως ο εγγυητής, ο εις ολόκληρον υπόχρεος ή άλλο δικαιούχο σε αναγωγή πρόσωπο καταβάλει τόσο το τμήμα της οφειλής από την οποία ο οφειλέτης πρόκειται να απαλλαγεί κατά την παρ. 1 του άρθρου 11 όσο και μέρος της οφειλής που περιλαμβάνεται στην απόφαση ρύθμισης του άρθρου 8 ή στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, τότε αυτός υποκαθίσταται αυτοδικαίως για το τελευταίο ποσό στη θέση του πιστωτή στο μέτρο και με τις προϋποθέσεις που η οφειλή αυτή έχει διαμορφωθεί δυνάμει της ρύθμισης ή του σχεδίου διευθέτησης οφειλών που επικυρώθηκε με τη δικαστική απόφαση».

Άρθρο 66

Θάνατος του οφειλέτη

Μετά το άρθρο 12 του ν. 3869/2010 προστίθεται άρθρο 12α ως εξής:

«Άρθρο 12α

Θάνατος του οφειλέτη

1. Αν ο οφειλέτης αποβιώσει όσο η αίτηση της παρ. 1 του άρθρου 4 είναι εκκρεμής, η δίκη καταργείται.

2. Αν ο οφειλέτης αποβιώσει πριν την απαλλαγή του κατά την παρ. 1 του άρθρου 11, οι απαιτήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος, στο οποίο θα βρίσκονταν αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση της παρ. 1 του άρθρου 4, μειωμένο κατά τα ποσά που καταβλήθηκαν από τον κληρονομούμενο. Η παύση ή ο περιορισμός της τοκογονίας κατά τα πρώτα δύο εδάφια της παρ. 3 του άρθρου 6 δεν ανατρέπονται για το χρονικό διάστημα μέχρι το θάνατο του οφειλέτη.

3. Αν το δικαστήριο είχε διατάξει την εξαίρεση της πρώτης κατοικίας του κληρονομουμένου από τη ρευστοποίηση, και ο κληρονόμος χρησιμοποιεί το ίδιο ακίνητο ως δική του κύρια κατοικία, μπορεί, εφόσον ασκήσει την αίτηση της παρ. 1 του άρθρου 4 και συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις παραδοχής της, να ζητήσει την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 9 χωρίς το χρονικό περιορισμό του πρώτου εδαφίου αυτής. Στην περίπτωση αυτή εξακολουθεί να ισχύει ο κανόνας της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών σε σχέση με την περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, ωστόσο για τον προσδιορισμό του σχεδίου διευθέτησης οφειλών, το ποσό, το οποίο θα λάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης μειώνεται κατά το αντίστοιχο ποσό που καταβλήθηκε από τον κληρονομούμενο. Η συνολική διάρκεια των σχεδίων διευθέτησης οφειλών του κληρονομουμένου και του κληρονόμου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τη διάρκεια που αναφέρεται στο δέκατο ένατο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 9.

4. Η παρ. 3 εφαρμόζεται και όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, εφόσον οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 9 συνέτρεχαν στο πρόσωπό του.»

Άρθρο 67

Αρχείο αιτήσεων

Το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο γραμματέας κάθε Ειρηνοδικείου της Επικράτειας με πρόσβαση στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, αποκτά αυτοδικαίως πρόσβαση και στο ως άνω αρχείο για τους σκοπούς του νόμου.».

Άρθρο 68

Μεταβατικές διατάξεις

1. Το άρθρο 56 εφαρμόζεται και όταν η αποδοχή κληρονομίας έλαβε χώρα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

2. Το άρθρο 57 εφαρμόζεται επί αιτημάτων που υποβάλλονται στα πιστωτικά ιδρύματα από την 1η Σεπτεμβρίου 2018. Μέχρι τότε εξακολουθεί να εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της.

3. Μετά την πάροδο τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, η δήλωση της περίπτ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 λογίζεται ότι υποβλήθηκε, στις αιτήσεις που είναι εκκρεμείς σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό, εκτός αν σε αυτό το χρονικό διάστημα ο οφειλέτης παραιτηθεί από την αίτησή του.

4. Οι παρ. 2 και 4 του άρθρου 58 εφαρμόζονται και σε αιτήσεις, που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εφόσον η ημέρα της επικύρωσης κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 απέχει πέραν των δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

5. Το έβδομο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010, όπως προστίθεται με την παρ. 3 του άρθρου 58, εφαρμόζεται και στις αιτήσεις, που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

6. Το όγδοο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010, όπως προστίθεται με την παρ. 3 του άρθρου 58, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αιτήσεις, εφόσον η συζήτηση ματαιωθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

7. Στις υποθέσεις που ματαιώθηκαν σε πρώτο βαθμό πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, χωρίς να έχει ζητηθεί προσδιορισμός νέας συζήτησης, θεωρείται ότι οι αιτούντες έχουν παραιτηθεί από τις αιτήσεις τους, αν δεν ζητηθεί προσδιορισμός νέας συζήτησης μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα των δικαστικών διακοπών.

8. Η παρ. 2 του άρθρου 59, η παρ. 5 του άρθρου 60, η παρ. 2 του άρθρου 61 και οι παρ. 3 και 5 του άρθρου 62 εφαρμόζονται και στις δίκες, που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

9. Η παρ. 3 του άρθρου 59 και οι παρ. 2 και 4 του άρθρου 60 εφαρμόζονται και στις δίκες, που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, με την προϋπόθεση ότι: α) η όχληση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 επιδίδεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, β) δεν έχει ήδη ανακληθεί η προσωρινή διαταγή. Εκκρεμείς αιτήσεις ανάκλησης της προσωρινής διαταγής κρίνονται κατά τις ουσιαστικές διατάξεις του παρόντος.

10. Η παρ. 1 του άρθρου 61 εφαρμόζεται και όταν η αίτηση του οφειλέτη απορρίφθηκε πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου σε δεύτερο βαθμό λόγω δόλου του οφειλέτη ως προς την περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του ή λόγω δόλιας παράβασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης. Δεν εφαρμόζεται όταν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η αίτηση απορρίφθηκε για τους λόγους αυτούς με απόφαση Ειρηνοδικείου, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.

11. Οι παρ. 2 και 6 του άρθρου 62 και το άρθρο 66 εφαρμόζονται και σε υποθέσεις, επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος.

12. Σε υποθέσεις, στις οποίες η προσδιορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης απέχει λιγότερο από επτά μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν το διορισμό πραγματογνώμονα για την εκτίμηση της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται μέσα σε δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Σε υποθέσεις, στις οποίες η προσδιορισθείσα ημερομηνία συζήτησης απέχει λιγότερο από δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, το αίτημα διορισμού πραγματογνώμονα μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις.

13. Το άρθρο 63 εφαρμόζεται και σε υποθέσεις, επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, εφόσον δεν έχει επέλθει απαλλαγή του οφειλέτη από τα υπόλοιπα των οφειλών του.

14. Η παρ. 1 του άρθρου 64 εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο οφειλέτης έχει αποπερατώσει τη ρύθμιση των οφειλών του κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

15. Η παρ. 2 του άρθρου 64 εφαρμόζεται και σε υποθέσεις, επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, με την προϋπόθεση ότι: α) η όχληση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 3869/2010 επιδίδεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, β) δεν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση έκπτωσης του οφειλέτη. Εκκρεμείς αιτήσεις έκπτωσης του οφειλέτη κρίνονται κατά τις ουσιαστικές διατάξεις του παρόντος.

16. Το άρθρο 65 εφαρμόζεται και επί αποφάσεων ρύθμισης ή σχεδίων διευθέτησης οφειλών, τα οποία δεν έχουν εκτελεσθεί στο σύνολό τους κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

Άρθρο 69

Τροποποιήσεις του ν. 4354/2015

1. Το δεύτερο εδάφιο της περίπτ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176) αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι παραπάνω εταιρίες, που είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται για τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος».

2. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4354/2015, μετά τις λέξεις «από μη εξυπηρετούμενα δάνεια» προστίθενται οι λέξεις «, εφόσον ο δανειολήπτης είναι καταναλωτής κατά την έννοια του άρθρου 1α του ν. 2251/1994,».

3. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 4354/2015 αντικαθίσταται ως εξής:

«Αναγγελία της καταχώρισης γίνεται ατύπως προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές με κάθε πρόσφορο μέσο, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας».

4. Η παρ. 1 εφαρμόζεται και σε εταιρίες, που έλαβαν άδεια πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η παρ. 2 εφαρμόζεται σε μεταβιβάσεις που καταχωρίζονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η παρ. 3 εφαρμόζεται και σε αναγγελίες που έλαβαν χώρα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Μετεγκατάσταση δραστηριοτήτων λόγω αλλαγών χρήσεων γης -

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3325/2005 (Α΄ 68)

Άρθρο 70

Μετεγκατάσταση λόγω αλλαγών χρήσεων γης

1. Αντικαθίστανται οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 7 του ν. 3325/2005 και προστίθεται παρ. 3 ως εξής:

«1. Οι δραστηριότητες που ιδρύθηκαν νόμιμα και λειτουργούν σε θεσμοθετημένους υποδοχείς παραγωγικών δραστηριοτήτων δεν υποχρεούνται σε απομάκρυνση στην περίπτωση μεταβολής της χρήσης γης που καθιστά αυτές μη συμβατές με τη νέα χρήση γης. Η επέκταση των δραστηριοτήτων αυτών είναι δυνατή εντός του χώρου ή του γηπέδου όπου λειτουργούσαν πριν τη μεταβολή της χρήσης γης και μέσα στα όρια του βαθμού όχλησης, όπως αυτά προσδιορίζονται βάσει της τελευταίας ισχύουσας έγκρισης ή γνωστοποίησης λειτουργίας. Στην περίπτωση κτηριακής επέκτασης δεν εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις για την εκτός σχεδίου πόλεως δόμηση.

2. Οι δραστηριότητες που ιδρύθηκαν νόμιμα και λειτουργούν σε περιοχές χωρίς καθορισμένες χρήσεις γης μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών από την ημερομηνία καθορισμού της χρήσης γης, με τον οποίο οι δραστηριότητες αυτές κατέστησαν μη συμβατές. Η επέκταση των δραστηριοτήτων αυτών είναι δυνατή εντός του χώρου ή του γηπέδου όπου λειτουργούσαν πριν τον καθορισμό της χρήσης γης και μέσα στα όρια του βαθμού όχλησης, όπως αυτά προσδιορίζονται βάσει της τελευταίας ισχύουσας έγκρισης ή γνωστοποίησης λειτουργίας και με την προϋπόθεση ότι η επέκταση θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τη συμπλήρωση του δωδέκατου έτους από τον καθορισμό της χρήσης γης. Σε περίπτωση κτηριακής επέκτασης δεν εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις για την εκτός σχεδίου πόλεως δόμηση».

3. Δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ΚΥΑ 172058/2016 (Β΄ 354) και οι οποίες ιδρύθηκαν νόμιμα και λειτουργούν σε θεσμοθετημένους υποδοχείς παραγωγικών δραστηριοτήτων μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών από την ημερομηνία μεταβολής της χρήσης γης, με την οποία οι δραστηριότητες αυτές κατέστησαν μη συμβατές. Στην περίπτωση που οι δραστηριότητες αυτές ιδρύθηκαν νόμιμα και λειτουργούν σε περιοχές χωρίς καθορισμένες χρήσεις γης μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών από την ημερομηνία καθορισμού της χρήσης γης. Και στις δύο περιπτώσεις, η επέκταση των δραστηριοτήτων αυτών είναι δυνατή εντός του χώρου ή του γηπέδου όπου λειτουργούσαν πριν τον καθορισμό ή τη μεταβολή της χρήσης γης και μέσα στα όρια του βαθμού όχλησης, όπως αυτά προσδιορίζονται βάσει της τελευταίας ισχύουσας έγκρισης ή γνωστοποίησης λειτουργίας. Στην περίπτωση κτηριακής επέκτασης δεν εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις για την εκτός σχεδίου πόλεως δόμηση.».

 

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Απλούστευση λειτουργίας μεταποιητικών και συναφών δραστηριοτήτων - Απλούστευση εγκατάστασης και λειτουργίας συστημάτων περιβαλλοντικών υποδομών - Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4442/2016 (Α΄ 230)

Άρθρο 71

Πεδίο εφαρμογής - τροποποίηση άρθρου 17 του ν. 4442/2016

1. Ο τίτλος του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του ν. 4442/2016 (Α΄ 230) αντικαθίσταται ως εξής:

«Απλούστευση λειτουργίας Μεταποιητικών και Συναφών Δραστηριοτήτων».

2. Το άρθρο 17 του ν. 4442/2016 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 17

Πεδίο εφαρμογής

Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου εμπίπτουν α) οι μεταποιητικές και συναφείς δραστηριότητες με Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ) 10 έως και 33 της 3ης ομάδας, οι δραστηριότητες με ΚΑΔ 49.50 της 7 ης ομάδας, οι «δραστηριότητες συσκευασίας» με ΚΑΔ 82.92 της 11 ης ομάδας και οι δραστηριότητες με ΚΑΔ 95 και 96.01 της 15ης ομάδας του Παραρτήματος του παρόντος και β) οι λοιπές δραστηριότητες που διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 17 έως 40 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143)».

 

Άρθρο 72

Γνωστοποίηση λειτουργίας - Τροποποίηση άρθρου 18 του ν. 4442/2016

Το άρθρο 18 του ν. 4442/2016 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 18

Γνωστοποίηση λειτουργίας

1. Η ίδρυση, επέκταση ή εκσυγχρονισμός των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου, πλην των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 18Α, υπάγονται στο καθεστώς γνωστοποίησης του άρθρου 5.

2. Η γνωστοποίηση υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ, η γνωστοποίηση των δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου, πλην των περιπτώσεων του επόμενου άρθρου, υποβάλλεται από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην Αρχή της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143), η οποία την κοινοποιεί αμελλητί στις αρμόδιες αρχές.

3. Για την υποβολή της γνωστοποίησης απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου του άρθρου 11. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 11, εφαρμόζονται αναλογικά η παρ. 1 και η υποπερ. i της περ. Β της παρ. 2 του άρθρου 1 της ΚΥΑ 14684/914/Φ15/2012 (Β΄ 3533).

4. Κατά την υποβολή της γνωστοποίησης δεν υποβάλλονται δικαιολογητικά. Τα δικαιολογητικά που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για τη λειτουργία της δραστηριότητας τηρούνται στην εγκατάσταση.

5. Μετά την υποβολή της γνωστοποίησης ή από το χρόνο κατά τον οποίο υπήρχε υποχρέωση για την υποβολή της, η αρμόδια αρχή της παρ. 2 διενεργεί ελέγχους με βάση τον βαθμό επικινδυνότητας των δραστηριοτήτων που υπέβαλαν τη γνωστοποίηση. Η αρμόδια αρχή ελέγχει βάσει βαθμού επικινδυνότητας κατά πρώτον εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου, και ακολούθως μεσαίου κινδύνου και χαμηλού κινδύνου. Μέχρι την εξειδίκευση των κριτηρίων αξιολόγησης κινδύνου και την κατάταξη των επιχειρήσεων σε βαθμό επικινδυνότητας σύμφωνα με το άρθρο 137 του ν. 4512/2018 (Α΄5), η κατάταξη γίνεται ύστερα από εκτίμηση της αρμόδιας αρχής λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια του άρθρου 137.

6. Για τις δραστηριότητες του παρόντος Κεφαλαίου που υπόκεινται σε καθεστώς γνωστοποίησης, όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται «άδεια λειτουργίας», «υπεύθυνη δήλωση λειτουργίας» ή «ενημέρωση», ως τέτοια νοείται εφεξής η γνωστοποίηση.».

 

Άρθρο 73

Έγκριση λειτουργίας

Μετά το άρθρο 18 του ν. 4442/2016 προστίθεται άρθρο 18Α ως εξής:

«Άρθρο 18Α

Έγκριση λειτουργίας

1. Η λειτουργία των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των παρ. 4 και 5 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 7 και 8 του παρόντος.

2. Η αίτηση για τη χορήγηση της έγκρισης υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ, η αίτηση για τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας των δραστηριοτήτων του παρόντος άρθρου υποβάλλεται από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην Αρχή της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) πριν την έναρξη της λειτουργίας. Η αδειοδοτούσα Αρχή εξετάζει το αίτημα για χορήγηση της έγκρισης εντός εξήντα (60) ημερών από την προσήκουσα υποβολή των δικαιολογητικών. Σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου τεκμαίρεται χορήγηση της έγκρισης.

3. Για τις δραστηριότητες που υπόκεινται σε καθεστώς έγκρισης λειτουργίας, όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται «άδεια λειτουργίας», «υπεύθυνη δήλωση λειτουργίας», «ενημέρωση» ή «γνωστοποίηση», ως τέτοια νοείται εφεξής η έγκριση λειτουργίας.»

 

Άρθρο 74

Κυρώσεις - Τροποποίηση άρθρου 23 του ν. 4442/2016

Το άρθρο 23 του ν. 4442/2016 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 23

Κυρώσεις

1. Αν ο φορέας που υποχρεούται σε γνωστοποίηση παραλείψει την υποβολή γνωστοποίησης, όπου αυτή απαιτείται, ή γνωστοποιήσει αναληθή στοιχεία, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 15.

2. Οι κυρώσεις της παρ. 2 επιβάλλονται και στον φορέα που υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, αν η δραστηριότητα λειτουργήσει χωρίς έγκριση.

3. Σε περίπτωση παραβίασης των όρων λειτουργίας των δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου, εφαρμόζονται οι κυρώσεις της κείμενης νομοθεσίας από τα αρμόδια όργανα που ορίζονται σε αυτή.

4. Για τις δραστηριότητες που υπόκεινται σε καθεστώς γνωστοποίησης, όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η κύρωση της προσωρινής ή οριστικής αφαίρεσης άδειας λειτουργίας, ως τέτοια νοείται η προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας με τη σφράγιση της εγκατάστασης και του παραγωγικού της εξοπλισμού από την αρμόδια αρχή της παρ. 2 του άρθρου 18.»

 

Άρθρο 75

Εξουσιοδοτήσεις - Τροποποίηση άρθρου 24 του ν. 4442/2016

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 24 του ν. 4442/2016 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης καθορίζονται τα δικαιολογητικά, η διαδικασία, οι όροι και το περιεχόμενο για τη γνωστοποίηση και την έγκριση. Με την ίδια απόφαση εξειδικεύονται οι επιβαλλόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 15, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου».

2. Η απόφαση της παρ. 1 εκδίδεται μέσα σ' ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος.

 

Άρθρο 76

Τροποποίηση άρθρου 25 του ν. 4442/2016.

1. Μετά την παράγραφο 5 του άρθρου 25 του ν. 4442/2016 προστίθενται παράγραφοι 6, 7, 8, 9 και 10 ως εξής:

«6. Η παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής:

''1. Απαλλάσσονται από την υποχρέωση έγκρισης εγκατάστασης τα επαγγελματικά εργαστήρια, οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις παροχής υπηρεσιών χαμηλής όχλησης και οι αποθήκες χαμηλής όχλησης, εφόσον η κινητήρια ή η θερμική ισχύς του μηχανολογικού εξοπλισμού τους δεν υπερβαίνει τα όρια που καθορίζονται στην περ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 17. Για την εγκατάσταση των δραστηριοτήτων υποβάλλεται στην Αδειοδοτούσα Αρχή γνωστοποίηση εγκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4442/2016 (Α΄ 230). Η Αδειοδοτούσα Αρχή διενεργεί εκ των υστέρων κατά περίπτωση επιτόπιο έλεγχο σχετικά με τη γνωστοποίηση εγκατάστασης.''

7. Η παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής:

''3. Με την επιφύλαξη των παρ. 1 και 2 του άρθρου 20 και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 48Α του ν. 4442/2016 (Α΄ 230), για την εγκατάσταση, την επέκταση ή τον εκσυγχρονισμό των δραστηριοτήτων ανεξαρτήτως βαθμού όχλησης, η αδειοδοτούσα αρχή χορηγεί έγκριση εγκατάστασης σύμφωνα με τις προβλέψεις της παρ. 11Α του άρθρου 17, με την προσκόμιση των απαραίτητων δικαιολογητικών και εγκρίσεων μετά από έλεγχο.''

8. Η παρ. 4 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής:

''4. α) Έγκριση λειτουργίας μετά από έλεγχο, κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν. 4442/2016 (Α΄ 230), απαιτείται στις περιπτώσεις ίδρυσης, επέκτασης ή εκσυγχρονισμού εγκαταστάσεων με ΚΑΔ 49.50 καθώς και των δραστηριοτήτων του άρθρου 17 του ν. 4442/2016 (Α΄ 123) που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της KYA 172058/11-02-2016 (Β 354), και του ν. 4409/2016 (A' 36).

β) Έγκριση λειτουργίας μετά από έλεγχο, κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν. 4442/2016 απαιτείται στις περιπτώσεις ίδρυσης των δραστηριοτήτων του άρθρου 17 του ν. 4442/2016 που κατατάσσονται στην κατηγορία Α1 σύμφωνα με την ΥΑ ΔΙΠΑ/οικ. 37674 (Β΄2471) ή που λόγω προσθήκης δραστηριότητας κατατάσσονται για πρώτη φορά στην κατηγορία Α1 ή λόγω μηχανολογικού εκσυγχρονισμού κατατάσσονται από κατηγορία Β΄ σε κατηγορία Α1, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση.''

9. Η παρ. 5 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 (Α΄143) αντικαθίσταται ως εξής:

''5. Μέχρι την 31η Μαρτίου 2020, η λειτουργία των εγκαταστάσεων των δραστηριοτήτων του άρθρου 17 του ν. 4442/2016 που κατατάσσονται στην κατηγορία Α2 σύμφωνα με την ΥΑ ΔΙΠΑ/οικ. 37674 (Β΄ 2471) ή των εγκαταστάσεων που μετά από εκσυγχρονισμό ή επέκταση κατατάσσονται για πρώτη φορά στην κατηγορία Α2, υπόκεινται σε έγκριση λειτουργίας μετά από έλεγχο κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν. 4442/2016. Από την 1η Απριλίου 2021 οι εγκαταστάσεις του προηγούμενου εδαφίου λειτουργούν έπειτα από γνωστοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 5 και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 4442/2016.''

10. Μετά το άρθρο 3 του ν. 2244/1994 (Α΄ 168) προστίθεται άρθρο 3Α, ως εξής:

''Άρθρο 3Α

Εφεδρικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής

1. Επιτρέπεται η εγκατάσταση εφεδρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με σκοπό τη λειτουργία τους σε περίπτωση διακοπής της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας λόγω βλάβης ή αδυναμίας των εγκαταστάσεων του δικτύου διανομής ή του συστήματος μεταφοράς. Για τη λειτουργία των σταθμών αυτών απαιτείται η σύναψη Πρόσθετης Συμφωνίας Σύνδεσης με τον αρμόδιο διαχειριστή.

2. Για τους καταναλωτές που συνδέονται στο δίκτυο διανομής ή στο σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και οι οποίοι εγκαθιστούν εφεδρικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής, φορέας ελέγχου της σύνδεσης του εφεδρικού σταθμού είναι ο διαχειριστής του δικτύου διανομής και ο διαχειριστής του συστήματος μεταφοράς, αντίστοιχα. Μετά την κατάθεση της απαιτούμενης υπεύθυνης δήλωσης εγκαταστάτη, πραγματοποιείται έλεγχος των σχεδίων και της λειτουργίας των διατάξεων ασφαλείας, ώστε να εξασφαλίζεται η μη παράλληλη λειτουργία του εφεδρικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής με το Δίκτυο Διανομής ή το Σύστημα Μεταφοράς και συντάσσεται η Πρόσθετη Συμφωνία σύνδεσης για εφεδρική ηλεκτροπαραγωγή.

3. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται η διαδικασία και τα δικαιολογητικά για την έναρξη λειτουργίας των εφεδρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής ανεξαρτήτως ισχύος.

4. Οι αποφάσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας και οι αποφάσεις απαλλαγής από τη λήψη άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας εφεδρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής που έχουν εκδοθεί δυνάμει του ν. 2244/1994 και της ΥΑ Δ5/ΗΛ/Γ/Φ6/οικ.25131/07.12.2009 (Β΄ 2442) εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι τη λήξη τους.

5. Αποφάσεις απαλλαγής από τη λήψη άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας εφεδρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής εξακολουθούν να εκδίδονται μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ. 3''.».

2. Η απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 3Α του ν. 2244/1994 (Α΄ 168) εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. Από την έκδοση της απόφασης αυτής καταργείται η ΥΑ Δ5/ΗΛ/Γ/Φ6/οικ.25131/07.12.2009 (Β΄ 2442).

 

Άρθρο 77

Εγκατάσταση μεταποιητικών και συναφών δραστηριοτήτων - Οχλήσεις -

Τροποποίηση άρθρων 48Α, 48Γ και 48Ε του ν. 4442/2016

1. Στο άρθρο 48Α του ν. 4442/2016 προστίθενται παράγραφοι 3, 4 και 5 ως εξής:

«3. Δεν απαιτείται έγκριση εγκατάστασης για τις δραστηριότητες που εγκαθίστανται, εκσυγχρονίζονται ή επεκτείνονται σε περιοχές που καθορίζονται γενικές κατηγορίες χρήσεων γης βιομηχανίας - βιοτεχνίας από Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΓΠΣ), Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοιχτής Πόλης (ΣΧΟΟΑΠ) και Τοπικά Χωρικά Σχέδια (ΤΧΣ) σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προεδρικό διάταγμα της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 1561/1985 (Α΄ 148).Οι δραστηριότητες αυτές υπάγονται στο καθεστώς γνωστοποίησης του άρθρου 6.

4. Η γνωστοποίηση υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ, η γνωστοποίηση των δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου υποβάλλεται από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην Αρχή της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143), η οποία υποχρεούται να την κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές.

Για την υποβολή της γνωστοποίησης των δραστηριοτήτων της παρ. 3 απαιτείται η κατάθεση παραβόλου, για το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά η περίπτ. Α΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 της ΚΥΑ με αριθμό 14684/914/Φ15/2012 (Β΄ 3533). Για την υποβολή της γνωστοποίησης των δραστηριοτήτων της παρ. 2 δεν απαιτείται κατάθεση παραβόλου.

Κατά την υποβολή της γνωστοποίησης δεν υποβάλλονται δικαιολογητικά. Τα δικαιολογητικά που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για την εγκατάσταση της δραστηριότητας τηρούνται από τον φορέα της δραστηριότητας. Από το χρόνο, κατά τον οποίο γεννάται η υποχρέωση υποβολής της γνωστοποίησης, η Αρχή της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) μπορεί να διενεργεί επιτόπιο έλεγχο σχετικά με τη γνωστοποίηση εγκατάστασης.

5. Από τις ρυθμίσεις των παρ. 2 και 3 εξαιρούνται οι δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής: α) της ΚΥΑ 172058/2016 (Β΄ 354),β) του ν. 4409/2016 (Α΄ 136) και γ) της YAΔ3/Α/οικ. 4303 ΠΕ 26510/2012 (Β΄ 603)».

2. Στο άρθρο 48Γ του ν. 4442/2016 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής:

«7. Η παρ. 9 του άρθρου 20 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής:

«9. Με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που εκδίδεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2020, αναθεωρούνται οι κατηγορίες όχλησης στις οποίες κατατάσσονται οι μεταποιητικές και συναφείς δραστηριότητες. Η αναθεώρηση των κατηγοριών όχλησης γίνεται στη βάση της κατάταξης της απόφασης της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4014/2011 (Α΄ 209) καθώς και της χωρικής διάστασης συμπεριλαμβανομένων κριτηρίων, όπως θόρυβος, οσμές, εκπομπές, δονήσεις, κυκλοφοριακοί φόρτοι, απόσταση από αστικό ιστό.

3. Στο άρθρο 48Ε του ν. 4442/2016 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Αιτήσεις για χορήγηση έγκρισης εγκατάστασης που είχαν ήδη υποβληθεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και αφορούν στις περιπτώσεις της παρ. 3 του άρθρου 48Α, δεν εξετάζονται και ο φάκελος επιστρέφεται στον αιτηθέντα την έγκριση, ο οποίος υποχρεούται στην υποβολή γνωστοποίησης εγκατάστασης. Ως παράβολο της γνωστοποίησης εγκατάστασης θεωρείται το παράβολο που είχε κατατεθεί για την έκδοση της έγκρισης εγκατάστασης».

 

Άρθρο 78

Απλούστευση εγκατάστασης και λειτουργίας Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών

1. Μετά το άρθρο 76 του ν. 4442/2016 προστίθεται Κεφάλαιο ΙΔ΄ ως εξής:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ΄

ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΕΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΜΩΝ

Άρθρο 77

Πεδίο εφαρμογής

1. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου εμπίπτουν τα έργα και οι δραστηριότητες της 4ης Ομάδας «Συστήματα Περιβαλλοντικών Υποδομών» της Απόφασης ΔΙΠΑ/οικ. 37674/2016 του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (B' 2471), που περιλαμβάνονται στην 5η ομάδα του Παραρτήματος με Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ) 37 και 38, καθώς και στην 7η ομάδα με ΚΑΔ 52.10.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν οι ορισμοί του άρθρου 11 του ν. 4042/2012 (Α΄ 24).

Άρθρο 78

Εγκατάσταση έργων και δραστηριοτήτων

«Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών»

1. Τα έργα και οι δραστηριότητες του παρόντος Κεφαλαίου δεν κατατάσσονται στους βαθμούς όχλησης της απόφασης της παρ. 9 του άρθρου 20 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143).

2. Για την εγκατάσταση των έργων και δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου, που υπάγονται στις περιβαλλοντικές κατηγορίες Α και Β του ν. 4014/2011 (Α΄ 209) και είναι συμβατά με τις θεσμοθετημένες χρήσεις γης της περιοχής όπου εγκαθίστανται, δεν απαιτείται βεβαίωση χωροθέτησης. Στην περίπτωση που δεν προκύπτει συμβατότητα με τις θεσμοθετημένες χρήσεις γης απαιτείται βεβαίωση χωροθέτησης. Η βεβαίωση αυτή χορηγείται από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού (ΠΕΧΩΣ) της οικείας Περιφέρειας στη βάση εφαρμογής εξειδικευμένων χωροθετικών κριτηρίων που καθορίζονται με την απόφαση του άρθρου 81.

Άρθρο 79

Λειτουργία έργων και δραστηριοτήτων «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών»

1. Για τη λειτουργία των έργων και δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου, που υπάγονται στην περιβαλλοντική κατηγορία Α1 του ν. 4014/2011 (Α΄ 209), απαιτείται η έγκριση του άρθρου 7. Η έγκριση λειτουργίας χορηγείται από τη Διεύθυνση ΠΕΧΩΣ της οικείας Περιφέρειας. Η αίτηση για τη χορήγηση της έγκρισης υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ, η αίτηση για τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας των δραστηριοτήτων του παρόντος άρθρου υποβάλλεται από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην Αρχή της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α' 143) πριν την έναρξη της λειτουργίας.

2. Για τη λειτουργία των έργων και δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου, που δεν υπάγονται στην περιβαλλοντική κατηγορία Α1 του ν. 4014/2011 (Α΄ 209), απαιτείται η γνωστοποίηση του άρθρου 5 προς την Διεύθυνση ΠΕΧΩΣ της οικείας Περιφέρειας, πριν την έναρξη λειτουργίας της δραστηριότητας. Η γνωστοποίηση υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ, η γνωστοποίηση των δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου υποβάλλεται από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην αρχή του πρώτου εδαφίου, η οποία υποχρεούται να την κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές. Με την απόφαση του άρθρου 81 μπορεί να εξαιρούνται έργα και δραστηριότητες που υπάγονται στην περιβαλλοντική κατηγορία Α2 του ν. 4014/2011 για τα οποία απαιτείται έγκριση λειτουργίας. Η έγκριση λειτουργίας σε αυτή την περίπτωση χορηγείται από τη Διεύθυνση ΠΕΧΩΣ της οικείας Περιφέρειας.

3. Για τις περιπτώσεις του παρόντος άρθρου απαιτείται η καταβολή παραβόλου του άρθρου 11, το ύψος του οποίου καθορίζεται με την απόφαση του άρθρου 81.

Άρθρο 80

Κυρώσεις

1. Στα έργα και τις δραστηριότητες του παρόντος Κεφαλαίου που λειτουργούν χωρίς την απαιτούμενη έγκριση εγκατάστασης ή λειτουργίας, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 15, όπως αυτές καθορίζονται στην απόφαση του άρθρου 81. Αρμόδιο όργανο για την επιβολή των κυρώσεων αυτών είναι ο οικείος Περιφερειάρχης.

2. Εάν ο υπόχρεος παραλείψει την υποβολή γνωστοποίησης ή γνωστοποιήσει αναληθή στοιχεία ή παραλείψει την υποβολή γνωστοποίησης των στοιχείων της οικονομικής δραστηριότητας σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής, επιβάλλονται σε βάρος του φορέα της οικονομικής δραστηριότητας οι κυρώσεις του άρθρου 15, όπως αυτές εξειδικεύονται στην απόφαση του άρθρου 81. Αρμόδιο όργανο για την επιβολή των κυρώσεων αυτών ορίζεται ο οικείος Περιφερειάρχης.

3. Κατά των αποφάσεων επιβολής κυρώσεων χωρεί ειδική διοικητική προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 227 του ν. 3852/2010 (Α΄87).

4. Σε περίπτωση παραβίασης των όρων λειτουργίας των δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται οι κυρώσεις της κείμενης νομοθεσίας από τα αρμόδια όργανα που ορίζονται σε αυτήν.

5. Για τις εγκαταστάσεις που υπόκεινται σε γνωστοποίηση, όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η κύρωση της προσωρινής ή οριστικής αφαίρεσης άδειας ή έγκρισης λειτουργίας, ως τέτοια νοείται η προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας με τη σφράγιση αυτών από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της οικείας Περιφέρειας.

Άρθρο 81

Εξουσιοδοτήσεις

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών καθορίζονται α) τα δικαιολογητικά, η διαδικασία και το περιεχόμενο της έγκρισης λειτουργίας, οι αναγκαίοι όροι για την έκδοσή τους, οι επιβαλλόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 15, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα που είναι αναγκαίο για τη χορήγηση προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας στο φορέα άσκησης οικονομικής δραστηριότητας, β) η διαδικασία έκδοσης της βεβαίωσης χωροθέτησης της παρ. 2 του άρθρου 78 και γ) τα δικαιολογητικά, το περιεχόμενο και η διαδικασία της γνωστοποίησης λειτουργίας, η σχετική διαδικασία σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων που έχουν γνωστοποιηθεί, οι αρχές στις οποίες υποβάλλεται η γνωστοποίηση προκειμένου να ασκήσουν τις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες, τα τυχόν έγγραφα που τηρούνται στην έδρα της δραστηριότητας, οι επιβαλλόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 15, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της υποχρέωσης γνωστοποίησης λειτουργίας από το φορέα άσκησης οικονομικής δραστηριότητας.

Άρθρο 82

Τροποποιούμενες διατάξεις

Στην παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 3982/2011 προστίθεται περίπτωση ως εξής:

«ιγ) Οι δραστηριότητες της 4ης Ομάδας «Συστήματα Περιβαλλοντικών Υποδομών» της ΥΑ ΔΙΠΑ/οικ.37674/2016 (Β΄ 2471)».

Άρθρο 83

Μεταβατικές διατάξεις

1. Για τις δραστηριότητες που υπόκεινται εφεξής στο καθεστώς γνωστοποίησης και λειτουργούν με άδεια λειτουργίας ή υπεύθυνη δήλωση, η λειτουργία τους εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις βάσει των οποίων εκδόθηκε η άδεια λειτουργίας τους ή κατατέθηκε η σχετική υπεύθυνη δήλωση. Αν μεσολαβήσει μεταβολή στοιχείου, ο φορέας της οικονομικής δραστηριότητας υποχρεούται σε γνωστοποίηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 79. Μετά την υποβολή της γνωστοποίησης η λειτουργία της δραστηριότητας διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.

2. Οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών» που έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με προηγούμενες διατάξεις συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παρόντος, μετά την λήξη της άδειας λειτουργίας ή μετά τη λήξη της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων τους ή μετά από αίτημα τροποποίησής τους.

3. Οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών» για τις οποίες απαιτείται εφεξής έγκριση λειτουργίας, και οι οποίες δεν είχαν αντίστοιχη υποχρέωση κατά την έναρξη λειτουργίας τους, λογίζονται ως νομίμως λειτουργούσες για τις συνέπειες του παρόντος νόμου. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει την υπαγωγή του στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου με αίτησή του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στην απόφαση του άρθρου 81.

4. Αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας εγκατάστασης ή λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3982/2011, οι οποίες είχαν ήδη υποβληθεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3982/2011. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει την υπαγωγή του στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου με αίτησή του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στην απόφαση του άρθρου 81».

2. Η απόφαση του εσωτερικού άρθρου 81 της παρ. 1 εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος.

3. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρ. 2 καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που ρυθμίζονται από αυτό.

4. Η ισχύς των διατάξεων της παρ. 1 αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης του εσωτερικού άρθρου 81 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την επιφύλαξη των διατάξεων του εσωτερικού άρθρου 83.

5. Το άρθρο 77 του ν. 4442/2016 αναριθμείται σε άρθρο 84.

Άρθρο 79

Μεταβατικές διατάξεις

1. Αιτήσεις για χορήγηση άδειας λειτουργίας ή υποβολή υπεύθυνων δηλώσεων λειτουργίας για δραστηριότητες του άρθρου 17 του ν. 4442/2016, που κατά τη δημοσίευση του παρόντος είναι σε εκκρεμότητα, διεκπεραιώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του ν. 4442/2016.

2. Οι δραστηριότητες του άρθρου 17 του ν. 4442/2016, που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος λειτουργούν νομίμως με καθεστώς γνωστοποίησης ή ενημέρωσης, εξακολουθούν να λειτουργούν με το ίδιο καθεστώς.

ΤΜΗΜΑ Ι΄

Διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

Ρυθμίσεις για τον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου

Άρθρο 80

Τροποποίηση του άρθρου 69Α του ν. 4270/2014

1. Το άρθρο 69Α του ν. 4270/2014 (Α΄143) αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 69Α

Ενιαίος Λογαριασμός Θησαυροφυλακίου

1. Ο κεντρικός λογαριασμός του Δημοσίου μετονομάζεται σε «Ελληνικό Δημόσιο - Ενιαίος Λογαριασμός Θησαυροφυλακίου» («Ενιαίος Λογαριασμός»). Όλοι οι λογαριασμοί της Κεντρικής Διοίκησης τηρούνται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος και εντάσσονται στον Ενιαίο Λογαριασμό. Ο Υπουργός Οικονομικών μέσω του Ενιαίου Λογαριασμού παρακολουθεί και προγραμματίζει με ενιαίο τρόπο τις ταμειακές ροές από και προς αυτόν, προσδιορίζει το ύψος των διαθεσίμων και τις ανάγκες δανεισμού και διαχειρίζεται τα διαθέσιμα προς τοποθέτηση πλεονάσματα.

2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται η διαδικασία και οι προθεσμίες μεταφοράς στον Ενιαίο Λογαριασμό των υπολοίπων των λοιπών λογαριασμών της Κεντρικής Διοίκησης, η διαδικασία κλεισίματος αυτών, οι όροι και οι προϋποθέσεις εξαίρεσης από τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

3. Το άνοιγμα οποιουδήποτε λογαριασμού της Κεντρικής Διοίκησης διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν αιτιολογημένης πρότασης του αρμόδιου φορέα ή οργάνου, με την οποία καθορίζονται τα όργανα διαχείρισης του λογαριασμού, ο τρόπος εμφάνισής του στην δημόσια ληψοδοσία, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση διενεργείται το κλείσιμο των λογαριασμών του Ελληνικού Δημοσίου σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα. Λογαριασμοί της Κεντρικής Διοίκησης εκτός του Ενιαίου Λογαριασμού ανοίγονται μόνο με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της απόφασης της παρ. 2.

4. Η κίνηση των λογαριασμών της Κεντρικής Διοίκησης σε πιστωτικά ιδρύματα ενεργείται με έγγραφες εντολές του Υπουργού Οικονομικών, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε νόμους ή συμβάσεις στις οποίες έχει συμπράξει ο Υπουργός Οικονομικών. Στις περιπτώσεις αυτές, τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να αναγγέλλουν αμέσως τη γενόμενη εγγραφή στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Για τη χρέωση των λογαριασμών αυτών απαιτείται η έγκριση του Υπουργού Οικονομικών.

5. Σε περίπτωση δέσμευσης λογαριασμού για ειδικούς σκοπούς του Δημοσίου απαιτείται προηγούμενη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια.

6. Το σύνολο των ταμειακών διαθεσίμων όλων των φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης, πέραν εκείνων που ανήκουν στην Κεντρική Διοίκηση, μεταφέρονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σε λογαριασμούς υπό τον Ενιαίο Λογαριασμό. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος κίνησης των λογαριασμών, η λειτουργία της ταμειακής τους διαχείρισης, η λογιστική απεικόνιση των κινήσεών τους, η περαιτέρω διάρθρωσή τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Με την ίδια ή με όμοια απόφαση δύνανται να καθορίζονται οι λογαριασμοί που εξαιρούνται από την υποχρέωση μεταφοράς στον Ενιαίο Λογαριασμό.

7. Με την απόφαση της παρ. 6 ή με όμοιες αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λοιποί φορείς της Γενικής Κυβέρνησης που υποχρεούνται να μεταφέρουν το σύνολο των ταμειακών διαθεσίμων τους σε λογαριασμούς υπό τον Ενιαίο Λογαριασμό. Η μεταφορά των ταμειακών διαθεσίμων στον Ενιαίο Λογαριασμό πραγματοποιείται με την ανωτέρω απόφαση, με την οποία καθορίζονται επίσης ο τρόπος κίνησης των λογαριασμών, η λειτουργία της ταμειακής τους διαχείρισης, η λογιστική απεικόνιση των κινήσεών τους, η περαιτέρω διάρθρωσή τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Οι φορείς της Κεντρικής και της Γενικής Κυβέρνησης που έχουν υπαχθεί στις αποφάσεις των παρ. 6 και 7 λαμβάνουν πληροφόρηση σε καθημερινή βάση αναφορικά με το ύψος των τηρούμενων στον αντίστοιχο υπολογαριασμό ταμειακών διαθεσίμων τους. Οι αποφάσεις των παρ. 6 και 7 εκδίδονται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2021.

8. Το άνοιγμα σε πιστωτικά ιδρύματα, οποιουδήποτε λογαριασμού φορέων της Γενικής Κυβέρνησης που συμμετέχουν στον Ενιαίο Λογαριασμό, επιτρέπεται αποκλειστικά σε εξαιρετικές περιπτώσεις και διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν αιτιολογημένης πρότασης του φορέα, με την οποία καθορίζονται τα όργανα διαχείρισης του λογαριασμού, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση διενεργείται το κλείσιμο των λογαριασμών, σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα, των ανωτέρω φορέων.

9. Οι διατάξεις των παρ. 6-8 ενεργοποιούνται με την έκδοση της Υπουργικής Απόφασης της παρ. 6 σχετικά με την μεταφορά του συνόλου των διαθεσίμων των φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης στον Ενιαίο Λογαριασμό. Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, οι φορείς της Κεντρικής Κυβέρνησης και της Γενικής Κυβέρνησης συμμετέχουν υποχρεωτικά στο Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου (Σ.Λ.Θ.) κατά τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. Το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου περιλαμβάνει, πέραν του Ενιαίου Λογαριασμού, το Κοινό Κεφάλαιο της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997 (Α΄ 38), καθώς και την ταμειακή διαχείριση που τηρούν οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, περιλαμβανομένου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ο Υπουργός Οικονομικών μέσω του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου παρακολουθεί και προγραμματίζει με ενιαίο τρόπο τις ταμειακές ροές προς και από αυτό και προσδιορίζει το ύψος των διαθεσίμων ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή διενέργεια των πληρωμών των συμμετεχόντων φορέων. Όπου στο παρόν άρθρο γίνεται αναφορά σε «ταμειακή διαχείριση» ή «λογαριασμούς ταμειακής διαχείρισης» που τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος, νοούνται οι λογαριασμοί της περίπτ. ζ΄ της παρ. 11 του άρθρου 15 ν. 2469/1997. Η «ταμειακή διαχείριση», περιλαμβανομένης της κατανομής των προσόδων στους δικαιούχους, λειτουργεί κατά τρόπο ανάλογο του Κοινού Κεφαλαίου. Σε ό,τι αφορά τις επιτρεπόμενες επενδύσεις και την κάλυψη τυχόν κεφαλαιακών ζημιών, ισχύουν τα οριζόμενα στην ως άνω περίπτωση ζ΄ της παρ. 11 του άρθρου 15 ν. 2469/1997. Οι Φορείς λαμβάνουν πληροφόρηση σε καθημερινή βάση αναφορικά με το ύψος των τηρούμενων στην ταμειακή διαχείριση περιουσιακών τους στοιχείων.

10. Οι Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτοί προσδιορίζονται από το εκάστοτε εν ισχύ «Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης» που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, συμπεριλαμβανομένων και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού, τηρούν υποχρεωτικά το σύνολο των ταμειακών τους διαθεσίμων στην ταμειακή τους διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η ανωτέρω υποχρέωση δεν ισχύει για τα κεφάλαια που έχουν μεταφερθεί από τους ανωτέρω Φορείς στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Επί των κεφαλαίων που έχουν ήδη μεταφερθεί ή θα μεταφερθούν στην ταμειακή διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτ. ζ΄ της παρ. 11 του άρθρου 15 του Ν. 2469/1997. Εξαίρεση από τη διάταξη του πρώτου εδαφίου είναι δυνατή μόνο με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος του Φορέα και σύμφωνης γνώμης της εποπτεύουσας Γ.Δ.Ο.Υ.

11. Τα προς επένδυση ταμειακά διαθέσιμα των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης στην ταμειακή διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος δύνανται να μεταφέρονται στο Κοινό Κεφάλαιο με απόφαση των Φορέων.

12. Το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται σε αποκατάσταση της θετικής ζημίας (penalties) που δύναται να προκύψει κατ' εφαρμογή της παρ. 10 σε βάρος των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης από την πρόωρη λήξη των προθεσμιακών τους καταθέσεων. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αποκατάστασης της τυχόν θετικής ζημίας των ως άνω φορέων από τη μεταφορά των κεφαλαίων προθεσμιακών καταθέσεων στην ταμειακή διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος.

13. Κατ΄ εξαίρεση των οριζόμενων στην παρ. 10, οι Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης δύνανται να διατηρούν λογαριασμούς σε πιστωτικά ιδρύματα για τη διευκόλυνση των συναλλαγών τους. Οι Φορείς Γενικής Κυβέρνησης μεριμνούν για τον περιορισμό των λογαριασμών που διατηρούν σε πιστωτικά ιδρύματα στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο που απαιτείται για την ομαλή διενέργεια των συναλλαγών τους.

14. Το μέγιστο όριο της ρευστότητας που οι Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης επιτρέπεται να διατηρούν εκτός του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου ισούται με τις καθαρές ταμειακές τους ανάγκες για το επόμενο δεκαπενθήμερο. Τα ταμειακά διαθέσιμα των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης πέραν του ανωτέρω μεγίστου ορίζονται ως πλεονάζοντα και τηρούνται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, κατά τις διατάξεις των παρ. 10 και 11. Εναλλακτικά, το μέγιστο όριο ρευστότητας εκτός του Σ.Λ.Θ. μπορεί να ισούται με ένα σταθερό ποσό, κατόπιν πρότασης του Φορέα και σύμφωνης γνώμης της εποπτεύουσας Γ.Δ.Ο.Υ. και του Γ.Λ.Κ. Με την απόφαση της παρ. 18 δύναται να καθορίζονται συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται ο κάθε τρόπος προσδιορισμού του μέγιστου ορίου ρευστότητας. Σε κάθε περίπτωση, η τήρηση του μεγίστου ορίου ρευστότητας δύναται να διασφαλίζεται μέσω της λειτουργίας συστήματος αυτόματης μεταφοράς ποσών, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 22. Το ακριβές ύψος των πλεοναζόντων ταμειακών διαθεσίμων και το μέγιστο ύψος της ρευστότητας που οι φορείς διατηρούν σε πιστωτικά ιδρύματα προκύπτουν μέσω του ταμειακού προγραμματισμού που διενεργούν οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης βάσει των σχετικών οδηγιών του Γ.Λ.Κ. Ο ταμειακός προγραμματισμός των φορέων υποβάλλεται προς έγκριση στην εποπτεύουσα Γ.Δ.Ο.Υ. και εν συνεχεία αποστέλλεται στην Διεύθυνση Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού του Γ.Λ.Κ. Η υποχρέωση κατάρτισης και αποστολής ταμειακού προγραμματισμού εκκινεί από την έκδοση της Υπουργικής Απόφασης της παρ. 18.

15. Το Γ.Λ.Κ. παρακολουθεί σε τουλάχιστον μηνιαία βάση τις κινήσεις και τα υπόλοιπα των λογαριασμών Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρούνται σε πιστωτικά ιδρύματα, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, καθώς και στην ταμειακή διαχείριση και στο Κοινό Κεφάλαιο στην Τράπεζα της Ελλάδος και τηρεί μητρώο των ανωτέρω λογαριασμών. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι φορείς Γενικής Κυβέρνησης, περιλαμβανομένων της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, υποχρεούνται να αποστέλλουν στο Γ.Λ.Κ. τα σχετικά στοιχεία κατόπιν αιτήματός του. Σε περίπτωση εντοπισμού λογαριασμών με υπόλοιπα τα οποία υπερβαίνουν συστηματικά τις ταμειακές ανάγκες των φορέων κατά ποσοστό μεγαλύτερο του οριζόμενου στην απόφαση της παρ. 18, η αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. ενημερώνει τον Υπουργό Οικονομικών και εισηγείται την επιβολή των κυρώσεων της παρ. 16.

16. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του εκάστοτε εποπτεύοντος Υπουργού είναι δυνατή, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης φορέα της Γενικής Κυβέρνησης με τις διατάξεις των παρ. 10, 14 και 15, η καθαίρεση των μελών του Δ.Σ. του φορέα, των εκτελεστικών του οργάνων και του Προϊσταμένου Οικονομικών Υπηρεσιών. Με την ίδια ή όμοια απόφαση δύναται να μειώνεται το ύψος της ετήσιας επιχορήγησης του φορέα από τον Τακτικό Προϋπολογισμό. Η έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας παραγράφου καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 18.

17. Τα κεφάλαια που μεταφέρονται από κάθε Φορέα Γενικής Κυβέρνησης στην ταμειακή διαχείριση και στο Κοινό Κεφάλαιο στην Τράπεζα της Ελλάδος είναι διαθέσιμα προς απόληψη από τον δικαιούχο φορέα, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 21 και της περίπτ. στ΄ της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997. Με την απόφαση της παρ. 18 δύναται να ορίζεται η υποχρέωση έγκαιρης προειδοποίησης της Τράπεζας της Ελλάδος, του Γ.Λ.Κ. και του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (Ο.Δ.ΔΗ.Χ.) σε περίπτωση απόληψης ποσού υψηλότερου από συγκεκριμένο όριο το οποίο καθορίζεται με την ίδια απόφαση. Από τη θέση σε ισχύ της υποχρέωσης έγκαιρης προειδοποίησης του προηγούμενου εδαφίου παύει να ισχύει η αντίστοιχη προς την Τράπεζα της Ελλάδος εξουσιοδοτική διάταξη της περίπτ. στ΄ της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997. Σε περιπτώσεις ακραίων συνθηκών ρευστότητας και αποκλειστικά για λόγους προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος, ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να προσδιορίζει ειδικά όρια απολήψεων για την πληρωμή των ανελαστικών δαπανών των φορέων. Ως έκτακτες συνθήκες ρευστότητας νοούνται αποκλειστικά οι περιστάσεις στις οποίες καθίσταται αδύνατη η χρηματοδότηση ανελαστικών υποχρεώσεων του Κράτους. Η προϋπόθεση της προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος θεωρείται ότι εκπληρώνεται μόνο σε περιπτώσεις στις οποίες ο μη προσδιορισμός ειδικών ορίων απολήψεων ποσών από τους ανωτέρω λογαριασμούς θα οδηγούσε σε άμεσο κίνδυνο αθέτησης ανελαστικών υποχρεώσεων του Κράτους ή μη επιτέλεσης στοιχειωδών λειτουργιών του. Η δυνατότητα προσδιορισμού ειδικών ορίων δεν ισχύει σε περιπτώσεις καταβολής τοκοχρεολυσίων. Ο προσδιορισμός των λοιπών ανελαστικών δαπανών, πέραν των καταβολών τοκοχρεολυσίων, καθώς και της σειράς προτεραιότητας αυτών, πραγματοποιείται με την απόφαση της παρ. 18. Η απόφαση περί προσδιορισμού ειδικών ορίων απολήψεων αναρτάται υποχρεωτικά στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών.

18. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών η οποία εκδίδεται εντός 30 ημερών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, καθορίζονται η διαδικασία μεταφοράς των πλεοναζόντων ταμειακών διαθεσίμων στην ταμειακή διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος, οι κανόνες, η διαδικασία και η συχνότητα υποβολής στοιχείων ταμειακού προγραμματισμού από τους φορείς Γενικής Κυβέρνησης, η διαδικασία παρακολούθησης και ελέγχου της συμμόρφωσης των φορέων από τις εποπτεύουσες Γ.Δ.Ο.Υ. και το Γ.Λ.Κ., η μέθοδος προσδιορισμού του μεγίστου ορίου ρευστότητας και το ποσοστό υπέρβασης των ταμειακών αναγκών του φορέα πέραν του οποίου μπορούν να ενεργοποιηθούν οι κυρώσεις της παρ. 16, οι βασικές αρχές προσδιορισμού του ελαχίστου ύψους ρευστών διαθεσίμων του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου, η μέγιστη χρονική διάρκεια αναστολής απολήψεων βάσει της παρ. 17 και κάθε άλλο ζήτημα που σχετίζεται με την εφαρμογή των παρ. 9-17 του παρόντος άρθρου. Οι διατάξεις της παρ. 14 ισχύουν για φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, το ύψος του προϋπολογισμού δαπανών των οποίων υπερβαίνει συγκεκριμένο όριο το οποίο προσδιορίζεται με την απόφαση της παρούσας παραγράφου.

19. Οι επιχορηγήσεις των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης από τον Τακτικό Προϋπολογισμό καταβάλλονται σε πίστωση της ταμειακής διαχείρισης που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ο χρόνος έναρξης ισχύος της παρούσας παραγράφου καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 20.

20. Η απόληψη ποσών από την ταμειακή διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιείται βάσει των εγκεκριμένων κατά τα διαλαμβανόμενα στην παρ. 14 ταμειακών αναγκών των φορέων. Σε περιπτώσεις επιπλέον απόληψης ποσών από την ταμειακή διαχείριση, ο φορέας υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα την εποπτεύουσα Γ.Δ.Ο.Υ., το Γ.Λ.Κ. και τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. Σε κάθε περίπτωση, η Τράπεζα της Ελλάδος ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο για την ακριβή εκτέλεση της εντολής που έχει λάβει από τον φορέα. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έναρξης της ανωτέρω διαδικασίας, η διαδικασία απόληψης ποσών από την ταμειακή διαχείριση των φορέων, καθώς και όλες οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου λεπτομέρειες. Με την ίδια ή όμοια απόφαση μπορεί να προβλέπεται η πιλοτική εφαρμογή της ανωτέρω διαδικασίας με συμμετοχή συγκεκριμένων φορέων. Οι προβλέψεις των παρ. 19 και 20 ισχύουν για φορείς Γενικής Κυβέρνησης οι οποίοι επιχορηγούνται ετησίως από τον Τακτικό Προϋπολογισμό με ποσό υψηλότερο από συγκεκριμένο όριο το οποίο τίθεται με την απόφαση του προηγούμενου εδαφίου.

21. Οι διατάξεις των παρ. 9-20 παύουν να ισχύουν για τους φορείς της Κεντρικής και της Γενικής Κυβέρνησης που μεταφέρουν τα ταμειακά τους διαθέσιμα στον Ενιαίο Λογαριασμό δυνάμει των Υπουργικών Αποφάσεων των παρ. 6 και 7 του παρόντος άρθρου. Δια των ίδιων αποφάσεων καθορίζονται όλες οι τεχνικές λεπτομέρειες της μετάβασης από το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου της παρ. 9 στον Ενιαίο Λογαριασμό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Οι διατάξεις των παρ. 9-20 συνεχίζουν να ισχύουν και μετά την έκδοση των Υπουργικών Αποφάσεων των παρ. 6 και 7 για τους φορείς για τους οποίους η μεταφορά των ταμειακών διαθεσίμων στον Ενιαίο Λογαριασμό δεν καθίσταται υποχρεωτική.

22. Στο πλαίσιο λειτουργίας του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου και του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου, ο Υπουργός Οικονομικών εξουσιοδοτείται να συνάπτει ειδικές συμφωνίες παροχής υπηρεσιών με πιστωτικά ιδρύματα με σκοπό τον καθορισμό όρων και προϋποθέσεων για την αυτόματη μεταφορά ποσών μεταξύ λογαριασμών φορέων Γενικής Κυβέρνησης στα εν λόγω ιδρύματα και της ταμειακής διαχείρισης των φορέων στην Τράπεζα της Ελλάδος, ή μεταξύ λογαριασμών φορέων Γενικής Κυβέρνησης στα εν λόγω ιδρύματα και του Ενιαίου Λογαριασμού. Η ένταξη φορέων της Γενικής Κυβέρνησης στο σύστημα αυτόματης μεταφοράς ποσών πραγματοποιείται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του φορέα και του Υπουργείου Οικονομικών. Οι προς ένταξη φορείς εξουσιοδοτούν τα πιστωτικά ιδρύματα και την Τράπεζα της Ελλάδος να προβαίνουν στις απαιτούμενες αυτόματες μεταφορές.

23. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου για τους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης ισχύουν με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 49 του ν. 4370/2016 (Α΄ 37) και της παρ. 5 του άρθρου 202 του ν. 4389/2016

2. Με την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου καταργούνται:

α) Ο ν. 4323/2015 (Α΄43).

β) Το άρθρο 3 του ν. 2216/1994 (Α΄83).

 

Άρθρο 81

Τροποποίηση της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997

Η παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997 αντικαθίσταται ως εξής:

«11. α. Τα ταμειακά διαθέσιμα των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης (Φ.Γ.Κ.) τα οποία μεταφέρονται στο Κοινό Κεφάλαιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69Α του ν. 4270/2014 βρίσκονται υπό την διαχείριση της Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα με τις περιπτ. β΄ έως ζ΄ της παρούσας παραγράφου.

β. Το Κοινό Κεφάλαιο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο αλλά ομάδα περιουσίας, της οποίας τα επί μέρους στοιχεία ανήκουν εξ αδιαιρέτου στους συμμετέχοντες σ` αυτό φορείς ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους. Οι φορείς που συμμετέχουν στο Κοινό Κεφάλαιο, εκπροσωπούνται δικαστικώς και εξωδίκως από την Τράπεζα της Ελλάδος ως προς τις έννομες σχέσεις από τη διαχείριση του Κοινού Κεφαλαίου και το δικαιώματά τους επί του ενεργητικού του.

γ. Το ενεργητικό του Κοινού Κεφαλαίου επενδύεται σε κινητές αξίες του Ελληνικού Δημοσίου. Στην έννοια των κινητών αξιών του Ελληνικού Δημοσίου περιλαμβάνονται και κινητές αξίες δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 3429/2005 (Α΄ 314), που καλύπτονται από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και αποτελούν μέρος του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εξειδικεύονται οι κινητές αξίες που ανήκουν στην κατηγορία του προηγούμενου εδαφίου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. Το ενεργητικό του Κοινού Κεφαλαίου δύναται να επενδύεται και σε τίτλους του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα κατωτέρω.

Εάν κατά το χρόνο πραγματοποίησης των επί μέρους επενδύσεων δεν υπάρχουν διαθέσιμοι τίτλοι στην πρωτογενή αγορά, το Ελληνικό Δημόσιο θα διαθέτει στην Τράπεζα της Ελλάδος τίτλους της τελευταίας έκδοσης στην τιμή εγγραφής ή στη μέση τιμή της δημοπρασίας, ανάλογα με τον τρόπο που είχαν διατεθεί οι τίτλοι κατά την ημερομηνία έκδοσης, με συνυπολογισμό των τόκων του διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος.

Αν από πλευράς Ελληνικού Δημοσίου δεν υπάρχει ενδιαφέρον για την πρωτογενή διάθεση τίτλων, παρέχεται η ευχέρεια στην Τράπεζα της Ελλάδος να αγοράζει τίτλους του Ε.Δ. στη δευτερογενή αγορά ή τίτλους του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης για την απόκτηση του αναγκαίου εκάστοτε χαρτοφυλακίου, έτσι ώστε τα δημιουργούμενα νέα υπόλοιπα στους λογαριασμούς των φορέων να επενδύονται άμεσα.

Η απόφαση συμμετοχής ή μη του Κοινού Κεφαλαίου σε πρόγραμμα ανταλλαγής τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, κατ` εφαρμογή προγράμματος για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος ως διαχειριστή του Κοινού Κεφαλαίου, η οποία, καθώς και τα στελέχη της, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, δεν υπέχουν καμία ευθύνη, ποινική, αστική, διοικητική ή άλλη.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να συναλλάσσεται με επαγγελματίες διαμεσολαβητές που συμμετέχουν στη δευτερογενή αγορά, όπως πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και, εν γένει, με μέλη οργανωμένων αγορών και πολυμερών μηχανισμών διαπραγμάτευσης, καθώς και με τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. και άλλους παρεμφερείς φορείς και οργανισμούς, καταρτίζοντας μαζί τους συναλλαγές εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς, με όρους αγοράς. Στις συναλλαγές αυτές περιλαμβάνονται και οι συμβάσεις αγοράς/πώλησης τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης με σύμφωνο επαναπώλησης/επαναγοράς (repos, reverse repos, buy/sell back, sell/buy back).

Από την 1.5.2016 τυχόν δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν ή απορρέουν από τίτλους που ανήκουν στο ενεργητικό του Κοινού Κεφαλαίου και ιδίως δικαιώματα ψήφου στο πλαίσιο γενικών συνελεύσεων κατόχων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν απόφαση συμμετοχής ή μη του Κοινού Κεφαλαίου σε πρόγραμμα ανταλλαγής τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, κατ` εφαρμογή προγράμματος για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα και ασκούνται από τους φορείς που συμμετέχουν στο Κοινό Κεφάλαιο δια των αρμοδίων οργάνων τους και κατά το λόγο συμμετοχής τους σε αυτό.

Σε περίπτωση κεφαλαιακών ζημιών των φορέων από τη για οποιονδήποτε λόγο μη προσήκουσα και ιδίως μη έγκαιρη ή μη ολοσχερή εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου ως αντισυμβαλλομένου σε συμβάσεις αγοράς ή πώλησης με σύμφωνα επαναγοράς, ο φορέας που υπέστη τη ζημία έχει απευθείας αξίωση αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

δ. Η διαχειριστική χρήση του Κοινού Κεφαλαίου έχει τη διάρκεια του ημερολογιακού εξαμήνου, στο τέλος του οποίου οι καθαρές πρόσοδοι κατανέμονται στους δικαιούχους ανάλογα με το ύψος και τη διάρκεια της συμμετοχής τους στο Κοινό Κεφάλαιο.

ε. Με Σύμβαση μεταξύ του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζεται το ύψος της αμοιβής που θα καταβάλλεται στην Τράπεζα της Ελλάδος από το Κοινό Κεφάλαιο για τη διαχείριση του Κοινού Κεφαλαίου, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού και καταβολής της.

στ. Οι φορείς που συμμετέχουν σε αυτό δύνανται να ζητήσουν από την Τράπεζα της Ελλάδος την απόληψη συγκεκριμένων χρηματικών ποσών και μέχρι της τρέχουσας αξίας της μερίδας τους στο Κοινό Κεφάλαιο. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταβάλλει το αιτούμενο ποσό στον φορέα, μειουμένης αναλόγως της μερίδας συμμετοχής του αιτούντος στο Κοινό Κεφάλαιο. Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται με πράξη του Διοικητή της να ορίζει το όριο των αναλαμβανόμενων ποσών πέραν του οποίου θα απαιτείται απλή προειδοποίηση προκειμένου να πραγματοποιηθεί η εκταμίευση. Οι πράξεις αυτές θα κοινοποιούνται στους φορείς. Οι πρόσοδοι που αναλογούν σε αναληφθέντα ποσά καταβάλλονται στους δικαιούχους στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου.

Η ρευστοποίηση μέρους του ενεργητικού του Κοινού Κεφαλαίου και ιδίως η πώληση κινητών αξιών του Ελληνικού Δημοσίου που ανήκουν στο ενεργητικό του Κοινού Κεφαλαίου πριν από την ημερομηνία λήξης τους, προκειμένου να αποδοθούν σε φορείς χρηματικά ποσά σε εκτέλεση των οριζομένων στα προηγούμενα εδάφια, δεν συνιστά κακή διαχείριση από την Τράπεζα της Ελλάδος.

ζ. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης & Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζεται κάθε άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.

η. Τα κεφάλαια που τηρούνται από τους Φ.Γ.Κ. στην Τράπεζα της Ελλάδος σε λογαριασμούς ταμειακής διαχείρισης, επενδύονται σε συμβάσεις αγοράς ή πώλησης τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου με σύμφωνα επαναπώλησης/επαναγοράς με αντισυμβαλλόμενο το Ελληνικό Δημόσιο (repos, reverse repos, buy/sell back, sell/buy back). Σε περίπτωση κεφαλαιακών ζημιών των Φ.Γ.Κ. από τη για οποιονδήποτε λόγο μη προσήκουσα και ιδίως μη έγκαιρη ή μη ολοσχερή εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου ως αντισυμβαλλομένου σε συμβάσεις αγοράς ή πώλησης με σύμφωνα επαναγοράς, ο φορέας που υπέστη τη ζημία έχει απευθείας αξίωση αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Η διαχείριση των επενδυόμενων κεφαλαίων από λογαριασμούς ταμειακής διαχείρισης, καθώς και η κατανομή των προσόδων στους δικαιούχους γίνεται κατά τρόπο ανάλογο εκείνου του Κοινού Κεφαλαίου.»

Άρθρο 82

Τροποποίηση του άρθρου 21 του ν. 4270/2014

Η περίπτ. η΄ του άρθρου 21 του ν. 4270/2014 αντικαθίσταται ως εξής:

«η. Παρακολουθεί και διαχειρίζεται, κατά το λόγο αρμοδιότητάς του, τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της Κεντρικής Διοίκησης, συντονίζει τις χρηματικές εκροές από τον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου και από το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου του άρθρου 69Α και προγραμματίζει την τήρηση των απαιτούμενων χρηματικών αποθεμάτων για την πληρωμή δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού και για τις απολήψεις των φορέων από το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου. Διοικεί και διαχειρίζεται το κεντρικό σύστημα πληρωμών, καθώς και το κεντρικό σύστημα ταμειακής διαχείρισης του Ελληνικού Δημοσίου, εποπτεύει και αναπτύσσει το πλέγμα τραπεζικών ρυθμίσεων αναφορικά με τον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου και με το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου και υποβάλλει προτάσεις στον Υπουργό Οικονομικών για την έγκριση ανοίγματος και κλεισίματος τραπεζικών λογαριασμών από φορείς της Κεντρικής Διοίκησης και της Γενικής Κυβέρνησης σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον παρόντα νόμο. Παρακολουθεί το σύνολο των λογαριασμών που τηρούνται από Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.»

Άρθρο 83

Τροποποίηση του άρθρου 24 του ν. 4270/2014

Η περίπτ. β΄ της παρ. 5 του άρθρου 24 του ν. 4270/2014 αντικαθίσταται ως εξής:

«β. Διασφαλίζει ότι η ΓΔΟΥ καταρτίζει προβλέψεις για τις μηνιαίες ταμειακές ανάγκες και παρακολουθεί την εκτέλεση του προϋπολογισμού του Υπουργείου και των εποπτευόμενων φορέων σε μηνιαία βάση, σύμφωνα με τους στόχους που έχουν τεθεί από τα μνημόνια συνεργασίας των άρθρων 70, 147 και 155Α. Καταρτίζει τον ταμειακό προγραμματισμό του Υπουργείου και τον υποβάλει έγκαιρα στο Γ.Λ.Κ.. Συγκεντρώνει στοιχεία ταμειακού προγραμματισμού των εποπτευόμενων φορέων και εγκρίνει το ύψος των ταμειακών τους αναγκών σε συμφωνία με τις οδηγίες του Γ.Λ.Κ.»

Άρθρο 84

Τροποποίηση του άρθρου 25 του ν. 4270/2014

Στην παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 4270/2014 προστίθεται περίπτωση στ΄ ως εξής:

«στ. Είναι υπεύθυνος για την κατάρτιση του ταμειακού προγραμματισμού του φορέα βάσει των οδηγιών του Γ.Λ.Κ., για την έγκαιρη υποβολή του στην εποπτεύουσα Γ.Δ.Ο.Υ. και για την τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου αναφορικά με τη συμμετοχή του φορέα στον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου και στο Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου.»

 

 

Άρθρο 85

Τροποποίηση του άρθρου 30 του ν. 4270/2014

Το άρθρο 30 του ν. 4270/2014 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 30

Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους

1. Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, ο Ο.Δ.ΔΗ.Χ. έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Καταρτίζει το πρόγραμμα δανεισμού και διαχείρισης του δημοσίου χρέους, το οποίο υποβάλλεται για έγκριση στον Υπουργό Οικονομικών.

β. Αναλαμβάνει, ως εντολοδόχος και για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, την εκτέλεση του εγκεκριμένου δανειακού προγράμματος, με τη σύναψη δανείων και την έκδοση τίτλων.

γ. Συμμετέχει στην κατάρτιση του Μ.Π.Δ.Σ. με την παροχή στο Γ.Λ.Κ. των στοιχείων του δημοσίου χρέους.

δ. Καταρτίζει τον ετήσιο προϋπολογισμό του δημοσίου χρέους και το σχετικό με το δημόσιο χρέος κεφάλαιο της εισηγητικής έκθεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού.

ε. Εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος.

στ. Σχεδιάζει, σε συνεννόηση με την αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., με βάση τις προδιαγραφές του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Δημοσιονομικής Πολιτικής, τη διαδικασία για την ορθή ενημέρωση των κωδικών του προϋπολογισμού και των λογαριασμών λογιστικής που αφορούν το δημόσιο χρέος.

ζ. Υπολογίζει και διενεργεί τις απαραίτητες προσαρμογές στα στοιχεία του δημοσίου χρέους, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών.

η. Συντάσσει εκθέσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών, σε τριμηνιαία βάση ή όποτε του ζητηθεί, για την εξέλιξη του δημοσίου χρέους και υποβάλλει προτάσεις σχετικά με την πολιτική διαχείρισης του δημοσίου χρέους.

θ. Συντάσσει και υποβάλλει στον Υπουργό Οικονομικών και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το πρώτο τρίμηνο κάθε έτους, απολογιστική έκθεση των πεπραγμένων, με αναλυτικά στοιχεία του κόστους δανεισμού, και της διάρθρωσης του δημοσίου χρέους, καθώς και επαρκώς αιτιολογημένη αναφορά για την περίπτωση υπέρβασης του ανώτατου ορίου του καθαρού δανεισμού.

ι. Υποβάλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αναλυτικά στοιχεία, συνοδευόμενα από τα απαραίτητα δικαιολογητικά για το δημόσιο χρέος, τη διαχείριση ταμειακών διαθεσίμων του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και των διαχειριστικών πράξεων παραγώγων και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων.

ια. Διαχειρίζεται τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου.

ιβ. Διαχειρίζεται τα ταμειακά διαθέσιμα του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου (Ε.Λ.Θ.) και του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου (Σ.Λ.Θ.) μέσω τοποθετήσεων σε πιστωτικά ιδρύματα και πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας υπό τη μορφή πράξεων πώλησης με συμφωνία επαναγοράς (repo agreements), τις οποίες συνάπτει ο Ο.Δ.ΔΗ.Χ. κυρίως με Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Για τον σκοπό αυτό, υποβάλλονται εγκαίρως στον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. από την αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. πίνακες προβλέψεων ταμειακής ρευστότητας της Κεντρικής Διοίκησης και της Γενικής Κυβέρνησης, κατά ελάχιστο ορίζοντα ενενήντα (90) ημερών σε ημερήσια βάση και δώδεκα (12) μηνών σε μηνιαία βάση.

ιγ. Λαμβάνει βραχυπρόθεσμες επενδυτικές αποφάσεις ώστε να διατηρούνται επαρκή ταμειακά αποθεματικά στον Ε.Λ.Θ. και στο Σ.Λ.Θ., σύμφωνα με τις βασικές αρχές χρηματοοικονομικής διαχείρισης και κινδύνου.

ιδ. Ορίζει, σε συνεργασία με την αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., το ελάχιστο ύψος ρευστών διαθεσίμων του Σ.Λ.Θ.

ιε. Καταρτίζει και επικαιροποιεί το δανειακό πρόγραμμα, τις πληρωμές εξυπηρέτησης και τις πράξεις διαχείρισης δημοσίου χρέους και υποβάλει τη σχετική πληροφόρηση στην αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. για την κατάρτιση των πινάκων προβλέψεων ταμειακής ρευστότητας.

ιστ. Καταρτίζει και επικαιροποιεί το χρηματοδοτικό πρόγραμμα.

ιζ. Ενημερώνει το Γ.Λ.Κ. σχετικά με τις δανειακές ανάγκες, καθώς και με το ενδεχόμενο απόκλισης από το δανειακό πρόγραμμα.

2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ανατίθενται στον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. και οι ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για τη σύναψη δανείων των οργανισμών και φορέων του δημόσιου τομέα και για τη δανειοδότηση με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου των δημοσίων επιχειρήσεων.

β. Σύναψη και παρακολούθηση διαχειριστικών πράξεων παραγώγων και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων.

γ. Παρακολούθηση και στήριξη της δευτερογενούς αγοράς ομολόγων.»

 

 

Άρθρο 86

Κατάργηση διατάξεων του π.δ. 142/2017

Οι υποπερίπτ. (εε), (στστ) και (ζζ) της περίπτ. (α) της παρ. 3 του άρθρου 41 του π.δ. 142/2017 (Α΄181) καταργούνται.

Άρθρο 87

Τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 142/2017

Τα άρθρα 46 και 47 του π.δ. 142/2017 αντικαθίστανται ως εξής:

«Άρθρο 46

Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων

1. Οι στρατηγικοί σκοποί της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων είναι οι ακόλουθοι:

(α) Η έγκαιρη και ενιαία ερμηνεία των δημοσιολογιστικών διατάξεων προς υποστήριξη των υπηρεσιών του Ελληνικού Δημόσιου για την εφαρμογή τους.

(β) Η αποτελεσματική διαχείριση των διαδικασιών πληρωμής του Ελληνικού Δημοσίου.

(γ) Ο καθορισμός, η παρακολούθηση και η διαχείριση του ενιαίου λογιστικού σχεδίου για όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.

(δ) Ο καθορισμός και η παρακολούθηση εφαρμογής των ενιαίων διαχειριστικών κανόνων για όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.

(ε) Η διασφάλιση της ορθής διαχείρισης της κρατικής εγγύησης κατά τη λειτουργία της ως εργαλείο άσκησης οικονομικής, κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής.

(στ) Η αποτελεσματική διαχείριση της περιουσίας και των εκκρεμοτήτων του τ. Ο.Α.Ε.

(ζ) Η υλοποίηση του ταμειακού προγραμματισμού για τον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου και για το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου.

2. Η Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων διαρθρώνεται ως εξής:

(α) Διεύθυνση Λογιστικής Γενικής Κυβέρνησης

(β) Διεύθυνση Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού

(γ) Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων

(δ) Διεύθυνση Κατάρτισης και Συντονισμού Εφαρμογής Δημοσιονομικών Κανόνων

(ε) Ενιαία Αρχή Πληρωμής.

Άρθρο 47

Διεύθυνση Λογιστικής Γενικής Κυβέρνησης

1. Οι επιχειρησιακοί στόχοι της Διεύθυνσης Λογιστικής Γενικής Κυβέρνησης είναι οι ακόλουθοι:

(α) Η διαχείριση λογιστικού συστήματος και η κατάρτιση χρηματοοικονομικών αναφορών για την Κεντρική Διοίκηση.

(β) H διαχείριση του Ενιαίου Λογιστικού Σχεδίου και ο καθορισμός ενιαίων λογιστικών προτύπων για τη Γενική Κυβέρνηση.

2. Η Διεύθυνση Λογιστικής Γενικής Κυβέρνησης διαρθρώνεται σε τρία (3) Τμήματα, ως κατωτέρω:

(α) Τμήμα Α΄- Απολογισμού - Ισολογισμού Κεντρικής Διοίκησης

(β) Τμήμα Β΄- Υπολόγου Συμψηφισμών

(γ) Τμήμα Γ΄- Λογιστικού Σχεδίου Γενικής Κυβέρνησης

3. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης κατανέμονται στα Τμήματα ως εξής:

(α) Τμήμα Α΄- Απολογισμού -Ισολογισμού Κεντρικής Διοίκησης

(αα) Η μέριμνα για την εφαρμογή των οδηγιών στο πλαίσιο υλοποίησης του Ενιαίου Λογιστικού Σχεδίου Γενικής Κυβέρνησης.

(ββ) Η επίβλεψη σε συνεργασία με το Τμήμα Β΄ - Υπολόγου Συμψηφισμών όλων των λογιστικών εργασιών των φορέων της Κεντρικής Διοίκησης και η μέριμνα για τη διευθέτηση λογιστικών ζητημάτων που ανακύπτουν.

(γγ) Ο έλεγχος και η λογιστική συμφωνία, σε μηνιαία και ετήσια βάση, όλων των εισαγομένων στο πληροφοριακό σύστημα στοιχείων προϋπολογισμού (έσοδα-έξοδα) και στοιχείων λογιστικής των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) και των Στρατιωτικών Ταμείων.

(δδ) Η συμφωνία σε μηνιαία βάση των τραπεζικών υπο-λογαριασμών των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) και των Στρατιωτικών Ταμείων με τους αντίστοιχους λογαριασμούς της λογιστικής.

(εε) Ο έλεγχος και η λογιστική παρακολούθηση, σε μηνιαία και ετήσια βάση, του συνολικού ισοζυγίου.

(στστ) Η κατάρτιση και η δημοσίευση των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων και του Απολογισμού των εσόδων και εξόδων του Προϋπολογισμού της Κεντρικής Διοίκησης.

(ζζ) Η αποστολή των ετήσιων Οικονομικών Καταστάσεων και του Απολογισμού στο Ελεγκτικό Συνέδριο, για έλεγχο και κατάθεση στη Βουλή των Ελλήνων προς ψήφιση.

(ηη) Η εκκαθάριση και η απόδοση σε τρίτους των εσόδων που εισπράττονται υπέρ αυτών μέσω του προϋπολογισμού.

(θθ) Η κατάρτιση αποφάσεων έκδοσης αντιγράφων χρηματικών ενταλμάτων, σε περίπτωσή απώλειάς τους.

(ιι) Το κλείσιμο των βιβλίων και ο προσδιορισμός του οικονομικού αποτελέσματος.

(β) Τμήμα Β΄- Υπολόγου Συμψηφισμών

(αα) Ο έλεγχος και η συμφωνία όλων των λογιστικών εγγραφών της Κεντρικής Διοίκησης, σε μηνιαία και ετήσια βάση, εκτός των λογιστικών εγγραφών των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) και των Στρατιωτικών Ταμείων.

(ββ) Η συμφωνία των τραπεζικών λογαριασμών της Κεντρικής Διοίκησης, εκτός των υπο-λογαριασμών των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) και των Στρατιωτικών Ταμείων, με τους αντίστοιχους λογαριασμούς της λογιστικής.

(γγ) ) Η καταχώριση λογιστικών εγγραφών της Κεντρικής Διοίκησης, εκτός αυτών που εμφανίζονται από άλλες Υπηρεσίες, καθώς και η καταχώριση διορθωτικών λογιστικών εγγραφών.

(δδ) Η συγκέντρωση και συσχέτιση των εντολών των αρμοδίων Υπηρεσιών των φορέων της Κεντρικής Διοίκησης προς την Τράπεζα της Ελλάδος με τα αντίστοιχα δελτία αναγγελίας της κίνησης των λογαριασμών του Δημοσίου που τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος καθώς και η συγκέντρωση και συσχέτιση όλων των Συμψηφιστικών Χρηματικών Ενταλμάτων.

(εε) Η τήρηση αρχείου δικαιολογητικών όλων των λογιστικών εγγραφών της Κεντρικής Διοίκησης.

(στστ) Η υποβολή των μηνιαίων και ετήσιων λογαριασμών της Κεντρικής Διοίκησης στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

(γ) Τμήμα Γ΄- Λογιστικού Σχεδίου Γενικής Κυβέρνησης

(αα) Η διαμόρφωση Ενιαίου Λογιστικού Σχεδίου και χρηματοοικονομικών καταστάσεων για το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης.

(ββ) Η παροχή οδηγιών σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης για την εφαρμογή του Ενιαίου Λογιστικού Σχεδίου.

(γγ) Η προώθηση αλλαγών του πληροφοριακού συστήματος για την υποστήριξη του προσαρμοσμένου λογιστικού σχεδίου.

(δδ) Η σταθερή διασύνδεση του λογιστικού συστήματος με το σύστημα ταξινόμησης του προϋπολογισμού.

(εε) Η παροχή γνώμης σχετικά με την τροποποίηση των Κωδικών Κατάταξης Εσόδων και Δαπανών.

(στστ) Η παρακολούθηση των διεθνών εξελίξεων και η εναρμόνιση των λογαριασμών του Δημοσίου με τα διεθνή πρότυπα.»

Άρθρο 88

Σύσταση Διεύθυνσης Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού

Μετά το άρθρο 47 του π.δ.142/2017, προστίθεται άρθρο 47Α ως εξής:

«Άρθρο 47Α

Διεύθυνση Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού

1. Οι επιχειρησιακοί στόχοι της Διεύθυνσης Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού είναι οι ακόλουθοι:

(α) Η παρακολούθηση και διαχείριση του συστήματος λογαριασμών της Γενικής Κυβέρνησης στην Τράπεζα της Ελλάδος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και σε λοιπά πιστωτικά ιδρύματα.

(β) Η εκτέλεση και παρακολούθηση του Κρατικού Προϋπολογισμού.

(γ) Η διεξαγωγή και η παρακολούθηση όλων των χρηματικών δοσοληψιών του ελληνικού κράτους με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

(δ) Η κατάρτιση του ταμειακού προγραμματισμού και η παρακολούθηση της ρευστότητας του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου και του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου.

(ε) Η εποπτεία και η περαιτέρω ανάπτυξη των τραπεζικών ρυθμίσεων αναφορικά με τον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου και το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου.

2. Η Διεύθυνση Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού διαρθρώνεται σε τέσσερα (4) Τμήματα, ως κατωτέρω:

(α) Τμήμα Α΄ - Λογαριασμών

(β) Τμήμα Β΄ - Ταμειακού Προγραμματισμού Κεντρικής Διοίκησης

(γ) Τμήμα Γ΄ - Ταμειακού Προγραμματισμού Γενικής Κυβέρνησης

(δ) Τμήμα Δ΄ - Χρηματικών Δοσοληψιών με την Ε.Ε.

3. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης κατανέμονται στα Τμήματα ως εξής:

(α) Τμήμα Α΄ - Λογαριασμών

(αα) Η παρακολούθηση και διαχείριση του συστήματος λογαριασμών Γενικής Κυβέρνησης στην Τράπεζα της Ελλάδος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και σε λοιπά πιστωτικά ιδρύματα.

(ββ) Η διαχείριση και παρακολούθηση λογαριασμών του ελληνικού δημοσίου, εντός ή εκτός προϋπολογισμού και ειδικών λογαριασμών, οι οποίοι τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και σε λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, εκτός αυτών που έχουν ανατεθεί σε άλλες οργανικές μονάδες εντός ή εκτός του Υπουργείου Οικονομικών.

(γγ) Η διενέργεια δαπανών του προϋπολογισμού της Κεντρικής Διοίκησης (αποδοχών υπαλλήλων, προκαταβολών του άρθρου 114 του ν. 4270/2014 συμπεριλαμβανομένης της αντισταθμιστικής καταβολής στον ΟΑΣΘ και λοιπών προκαταβολών), η παρακολούθηση των σχετικών λογαριασμών και η μέριμνα για την ορθή λογιστική απεικόνισή τους.

(δδ) Η μέριμνα για την εμφάνιση εισπραττομένων εσόδων - ποσών στη δημόσια ληψοδοσία.

(εε) Η διενέργεια πληρωμών για την επιστροφή εσόδων προϋπολογισμού και αποδόσεων κρατήσεων αρμοδιότητας ΑΑΔΕ (φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ κλπ)

(στστ) Οι επιστροφές - αποδόσεις ποσών σε δικαιούχους και η μέριμνα για τη λογιστική τακτοποίηση αυτών.

(ζζ) Η σύσταση και η παρακολούθηση των παγίων προκαταβολών σε φορείς της Κεντρικής Διοίκησης και των προσωρινών ενισχύσεων αυτών.

(ηη)Η παρακολούθηση των λογαριασμών των προξενικών αρχών και η μέριμνα για την ορθή λογιστική απεικόνιση των κινήσεων τους.

(θθ) Η διαχείριση και παρακολούθηση του Ειδικού Λογαριασμού νο. 234339/0 «ΕΔ- Λογαριασμός Εσόδων από Αποκρατικοποιήσεις».

(ιι) Η τήρηση μητρώου των λογαριασμών της Κεντρικής Διοίκησης σε πιστωτικά ιδρύματα, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και στην Τράπεζα της Ελλάδος.

(β) Τμήμα Β΄ - Ταμειακού Προγραμματισμού Κεντρικής Διοίκησης

(αα) Ο καθορισμός μηνιαίου ορίου πληρωμών των δαπανών του Δημοσίου, η παρακολούθηση και ο έλεγχος της υλοποίησής τους και η έκδοση σχετικής μηνιαίας απόφασης.

(ββ) Η συγκέντρωση, επεξεργασία και καταχώρηση των πληροφοριών από τις αρμόδιες υπηρεσίες για όλες τις εισροές και εκροές που επηρεάζουν τη ρευστότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

(γγ) Η παρακολούθηση, σε καθημερινή βάση, της ταμειακής θέσης του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η κατάρτιση σχετικών πινάκων προβλέψεων.

(δδ) Η κατάρτιση και επικαιροποίηση του ταμειακού προγραμματισμού για τον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου σε βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση και σε ορίζοντα τουλάχιστον ενενήντα (90) ημερών σε ημερήσια βάση και εννέα (9) έως δώδεκα (12) μηνών σε μηνιαία βάση.

(εε) Η ενοποίηση των πινάκων προβλέψεων ταμειακής ρευστότητας του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου και του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου και η υποβολή τους στον Ο.Δ.ΔΗ.Χ.

(στστ) Ο ορισμός, σε συνεργασία με τον ΟΔΔΗΧ, ενός ελαχίστου ύψους ρευστών διαθεσίμων του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου.

(γ) Τμήμα Γ΄ - Ταμειακού Προγραμματισμού Γενικής Κυβέρνησης

(αα) Η παρακολούθηση των κινήσεων και των υπολοίπων των λογαριασμών Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρούνται στα πιστωτικά ιδρύματα, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, καθώς και στην ταμειακή διαχείριση και στο Κοινό Κεφάλαιο στην Τράπεζα της Ελλάδος.

(ββ) Η παρακολούθηση της συμμόρφωσης των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης με τις διατάξεις περί λειτουργίας του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου και του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου και η εισήγηση για την επιβολή κυρώσεων.

(γγ) Η τήρηση μητρώου των λογαριασμών των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης σε πιστωτικά ιδρύματα, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και στην Τράπεζα της Ελλάδος.

(δδ) Ο συντονισμός και η παροχή υποστήριξης στις ΓΔΟΥ επί των ζητημάτων που άπτονται της κατάρτισης ταμειακού προγραμματισμού από τους φορείς αρμοδιότητάς τους.

(εε) Η κατάρτιση του ταμειακού προγραμματισμού για το Κοινό Κεφάλαιο και την ταμειακή διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος σε βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση και η κατάρτιση σχετικών πινάκων ταμειακών προβλέψεων σε ορίζοντα τουλάχιστον ενενήντα (90) ημερών σε ημερήσια βάση και εννέα (9) έως δώδεκα (12) μηνών σε μηνιαία βάση.

(στστ) Η εισήγηση στον Υπουργό Οικονομικών αναφορικά με το άνοιγμα ή το κλείσιμο λογαριασμών Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης που συμμετέχουν στον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου.

(ζζ) Η παροχή οδηγιών στους Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης αναφορικά με τη διενέργεια ταμειακού προγραμματισμού και την εξειδίκευση του μέγιστου ύψους ρευστότητας που μπορούν να τηρούν σε πιστωτικά ιδρύματα.

(ηη) Η απόφαση περί της εξαίρεσης συγκεκριμένων λογαριασμών Φορέων Γενικής Κυβέρνησης από τον υπολογισμό του μέγιστου ύψους ρευστότητας που τηρείται σε πιστωτικά ιδρύματα.

(θθ) Ο ορισμός, σε συνεργασία με τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. ενός ελαχίστου ύψους ρευστών διαθεσίμων του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου.

(δ) Τμήμα Δ΄ - Χρηματικών Δοσοληψιών με την Ε.Ε.

(αα) Η διεκπεραίωση όλων των εργασιών που συναρτώνται με τη διεξαγωγή χρηματικών δοσοληψιών με την ΕΕ κατόπιν εισήγησης των αρμόδιων Υπηρεσιών όσον αφορά στις (i) απολήψεις από την Ε.Ε. για την εκτέλεση όλων των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, καθώς και στις (ii) αποδόσεις σε λογαριασμούς της Ε.Ε. των μηνιαίων συνεισφορών των Ιδίων Πόρων, των επιστροφών αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών κατόπιν εντολής της Ε.Ε. ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου, καθώς και προστίμων κατόπιν σχετικής δικαστικής απόφασης.

(ββ) Η νομοθετική πρωτοβουλία για το άνοιγμα και την τήρηση όλων των λογαριασμών αναφορικά με τη διεξαγωγή των χρηματικών δοσοληψιών με την Ε.Ε.

(γγ) Η εισήγηση και η μέριμνα για τη λήψη μέτρων αναφορικά με τη βελτίωση υφιστάμενων διαδικασιών, αλλά και ο χειρισμός ζητημάτων που ανακύπτουν από την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας σε θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

(δδ) Η λογιστική παρακολούθηση όλων των χρηματοροών που πραγματοποιούνται μεταξύ Ελλάδος και Ε.Ε. μέσω του εκάστοτε ισχύοντος πληροφοριακού συστήματος δημοσιονομικής πολιτικής.

(εε) Η αποστολή απολογιστικών στοιχείων στη Διεύθυνση Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης και στο Τμήμα Β΄ - Ταμειακού Προγραμματισμού Κεντρικής Διοίκησης αναφορικά με τις προβλέψεις των απολήψεων και των αποδόσεων προς την Ε.Ε. στο πλαίσιο παρακολούθησης του Κρατικού Προϋπολογισμού.

(στστ) Η μέριμνα για την έκδοση των συμψηφιστικών ενταλμάτων των δαπανών από την απόδοση των υποχρεώσεων της χώρας στην Ε.Ε.

(ζζ) Η λειτουργία ως αρμόδια Εθνική Αρχή για τη συγκέντρωση, την επεξεργασία και τον έλεγχο των απαραίτητων στοιχείων για την απόδοση από την Ε.Ε. των οδοιπορικών εξόδων όλων των προσώπων που μετακινούνται με εντολή του Δημοσίου στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ε.Ε. και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και η παροχή εγκυκλίων οδηγιών προς τους εμπλεκόμενους φορείς για την ομαλή διεξαγωγή της εν λόγω διαδικασίας.

(ηη) Η παροχή απολογιστικών οικονομικών στοιχείων και διευκρινίσεων προς το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης για την παρακολούθηση των εσόδων του Π.Δ.Ε. που προέρχονται από τον Προϋπολογισμό της Ε.Ε.

(θθ) Η συμμετοχή στις συνεδριάσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής των Ιδίων Πόρων (Σ.Ε.Ι.Π.) για τον έλεγχο είσπραξης και απόδοσης.

(ιι) Η διαχείριση και παρακολούθηση του λογαριασμού 242174/1 «Επιτροπή Ε.Κ - ΓΛΚ», κατόπιν εντολών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μέσω του διεθνούς διατραπεζικού συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα (SWIFT), με σχετική ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

(ιαια) Η διαχείριση όλων των εκκρεμοτήτων που συναρτώνται με τη λειτουργία του λογαριασμού της Τεχνικής Βοήθειας στο πλαίσιο του Γενικού Προγράμματος «Αλληλεγγύη και διαχείριση Μεταναστευτικών Ροών περιόδου 2007-2013».

(ιβιβ) Η διευθέτηση όλων των ζητημάτων που απορρέουν από την λειτουργία της Αρχής Πιστοποίησης των Ταμείων του Γενικού Προγράμματος «Αλληλεγγύη και Διαχείριση των Μεταναστευτικών Ροών περιόδου 2007-2013».

Άρθρο 89

Σύσταση θέσεων

Για την κάλυψη των αναγκών της Διεύθυνσης Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού συνιστώνται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους οι παρακάτω θέσεις:

(α) 12 θέσεις μόνιμων υπαλλήλων κλάδου ΠΕ Δημοσιονομικών

(β) 3 θέσεις μόνιμων υπαλλήλων κλάδου ΤΕ Δημοσιονομικών

(γ) 3 θέσεις μόνιμων υπαλλήλων κλάδου ΔΕ Δημοσιονομικών

Η κατανομή των ανωτέρω θέσεων μεταξύ των Τμημάτων της Διεύθυνσης Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού προσδιορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Άρθρο 90

Μεταβατικές διατάξεις

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η έναρξη ισχύος των διατάξεων των άρθρων 86-88. Μέχρι την έναρξη ισχύος αυτών, οι κατά το άρθρο 88 αρμοδιότητες του Τμήματος Γ - Ταμειακού Προγραμματισμού Γενικής Κυβέρνησης, ασκούνται από το Τμήμα Α΄ - Λογαριασμών, με την εξαίρεση των αρμοδιοτήτων που περιγράφονται στις υποπεριπτ. (εε), (στστ) και (ζζ) της περίπτ. (α) της παρ. 3 του άρθρου 41 του π.δ. 142/2017, οι οποίες ασκούνται από την Διεύθυνση Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου

για τη χορήγηση δανείων, πιστώσεων

 

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 91

Αρμόδιο όργανο

Ο Υπουργός Οικονομικών είναι αποκλειστικά αρμόδιος να παρέχει με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην εφημερίδα της Κυβέρνησης, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, μετά από σύμφωνη γνώμη της Διυπουργικής Επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 96, προς ημεδαπά ή αλλοδαπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, οργανισμούς ή κοινοπραξίες αυτών και οργανισμούς δημοσίου δικαίου για δάνεια, εγγυητικές επιστολές, αντεγγυήσεις, πιστώσεις και κάθε άλλο χρηματοδοτικό μέσο που χορηγούν υπέρ:

α) Φυσικών προσώπων ή ομάδων φυσικών προσώπων, των οποίων το βιοτικό επίπεδο είναι ιδιαίτερα χαμηλό ή έχουν πληγεί από φυσικές καταστροφές ή άλλα έκτακτα γεγονότα, υπό την προϋπόθεση ότι η εγγύηση παρέχεται προς αποκατάσταση της προκληθείσης ζημίας αφαιρουμένου τυχόν καταβληθέντος ποσού ασφαλιστικής αποζημίωσης, χωρίς να συνιστά έμμεσο πλεονέκτημα για επιχειρήσεις που διαθέτουν τα απαιτούμενα προς τούτο προϊόντα ή υπηρεσίες. Η παρεχόμενη εγγύηση δεν καλύπτει ανάγκες που απορρέουν από την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, αλλά κοινωνικές ανάγκες, ιδίως στεγαστική αποκατάσταση, υγεία, εκπαίδευση.

β) Ιδιωτικών επιχειρήσεων, επαγγελματιών και συνεταιριστικών οργανώσεων:

βα) που ασκούν δραστηριότητα σε περιοχές στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθιστα χαμηλό ή επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, με σκοπό την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης των περιοχών αυτών και λαμβάνοντας υπόψη τη διαρθρωτική, οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση ή

ββ) που ασκούν ορισμένη οικονομική δραστηριότητα ή δραστηριοποιούνται σε ορισμένο κλάδο, με σκοπό την προώθησή του, εφόσον δεν νοθεύεται ή απειλείται να νοθευθεί ο ανταγωνισμός ή

βγ) που έχουν πληγεί από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα ή σοβαρές οικονομικές διαταραχές, αυστηρά προς επανόρθωση της προκληθείσης ζημίας και συνέχιση της οικονομικής τους δραστηριότητας, αφαιρουμένου τυχόν καταβληθέντος ποσού ασφαλιστικής αποζημίωσης.

Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δύναται να παρέχεται και υπέρ προβληματικών κατά την έννοια του ενωσιακού δικαίου επιχειρήσεων με τη μορφή:

i) ενίσχυσης διάσωσης, το ύψος της οποίας περιορίζεται στο ποσό που απαιτείται για τη συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης και είναι βραχυπρόθεσμης εξαμηνιαίας διάρκειας κατ' ανώτατο όριο από την καταβολή της πρώτης δόσης στην επιχείρηση. Οι αρμόδιες υπηρεσίες υποβάλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έγκρισης της ενίσχυσης διάσωσης, είτε σχέδιο αναδιάρθρωσης είτε σχέδιο εκκαθάρισης είτε αποδείξεις ότι το δάνειο έχει αποπληρωθεί ολοσχερώς και έχει αποσβεσθεί η εγγύηση.

ii) ενίσχυσης αναδιάρθρωσης, το ποσό και η ένταση της οποίας περιορίζονται στο απολύτως ελάχιστο των απαιτούμενων εξόδων αναδιάρθρωσης, με βάση τους διαθέσιμους χρηματοοικονομικούς πόρους της επιχείρησης, των μετόχων της ή του επιχειρηματικού ομίλου στον οποίο ανήκει, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε προηγουμένως χορηγηθείσα ενίσχυση διάσωσης.

Δεν επιτρέπεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στην πτωχευτική ή προπτωχευτική διαδικασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, στις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, σε επιχειρήσεις με βεβαιωμένες στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. οφειλές από εγγυημένα δάνεια, καθώς και σε επιχειρήσεις με σημαντικό ύψος βεβαιωμένων φορολογικών οφειλών, όπως αυτό προσδιορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.

γ) Ημεδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων που χρηματοδοτούνται:

γα) από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) για τη στήριξη και τη χρηματοδοτική διευκόλυνση του εμπορίου και των επενδύσεων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων με όρους εξίσου ευνοϊκούς με τους όρους δανειοδότησής τους από την ΕΤΕπ, ή

γβ) στο πλαίσιο του ν. 3723/2008, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του παρόντος ή

γγ) στο πλαίσιο του μηχανισμού έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (Emergency Liquidity Assistance - ELA) από την Τράπεζα της Ελλάδος.

δ) Κρατικών φορέων δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου:

δα) που δεν ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα ή δεν λειτουργούν σε ανταγωνιστικό περιβάλλον ή

δβ) που είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή έχουν χαρακτήρα μονοπωλίου που αποφέρει έσοδα ή

δγ) που έχουν πληγεί από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα ή σοβαρές οικονομικές διαταραχές, αυστηρά προς επανόρθωση της προκληθείσας ζημίας, αφαιρουμένου τυχόν καταβληθέντος ποσού ασφαλιστικής αποζημίωσης.

Δεν επιτρέπεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή/και σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, με εξαίρεση:

i) Εγγυήσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3723/2008,

ii) Εγγυήσεις που παρέχονται προς ευρωπαϊκούς ή διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, για δάνεια που χορηγούν σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και πιστωτικά ιδρύματα και μόνο για επενδυτικούς σκοπούς,

iii) Εγγυήσεις που παρέχονται προς την Τράπεζα της Ελλάδος προς εξασφάλιση απαιτήσεων αυτής κατά πιστωτικών ιδρυμάτων

iv) Εγγυήσεις που παρέχονται υπέρ εταιριών των οποίων την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο, για τη διασφάλιση της παροχής υπηρεσιών δημοσίου συμφέροντος.

ε) Αλλοδαπών κυβερνήσεων στο πλαίσιο διεθνών ή ευρωπαϊκών συμφωνιών, μέσω διεθνών ή ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών οργανισμών.

Άρθρο 92

Εφαρμοστέο δίκαιο

1. Η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, λαμβανομένων υπόψη των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε περί κρατικών ενισχύσεων με τη μορφή εγγυήσεων, καθώς και του πρωτογενούς, του παραγώγου και του επικουρικού ενωσιακού δικαίου.

2. Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται συμπληρωματικά.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Ασφάλειες και έσοδα

Άρθρο 93

Καθορισμός και καταβολή προμήθειας ασφαλείας

1. Επιβάλλεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, προμήθεια ασφαλείας που καθορίζεται κατά περίπτωση και σε ετήσια βάση με την απόφαση παροχής εγγύησης. Η προμήθεια ασφαλείας καταβάλλεται καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της εγγύησης επί του εκάστοτε ανεξόφλητου εγγυημένου υπολοίπου. Εάν δεν ορίζεται διαφορετικά στην απόφαση παροχής της εγγύησης, η προμήθεια ασφαλείας υπολογίζεται και καταβάλλεται στην αρχή κάθε εκτοκιστικής περιόδου. Κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος έκαστης δανειακής σύμβασης καταβάλλεται η αναλογούσα προμήθεια ασφαλείας.

Στις περιπτώσεις παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για την κάλυψη εγγυητικών επιστολών, η προμήθεια ασφαλείας υπολογίζεται επί του εκάστοτε σε ισχύ ποσού της εγγυητικής επιστολής και σε εξαμηνιαία βάση, ενώ η είσπραξή της γίνεται στην αρχή κάθε εξαμήνου.

2. Ο υπολογισμός του ακριβούς ποσοστού της προμήθειας που αντισταθμίζει πλήρως τυχόν στοιχείο ενίσχυσης πραγματοποιείται βάσει κριτηρίων της αγοράς, ανάλογα με την πιστοληπτική ικανότητα του ωφελούμενου δανειολήπτη ως ακολούθως:

α) Για τις Μικρές και Μεσαίες Επιχειρήσεις (ΜΜΕ), σύμφωνα με τον περιλαμβανόμενο στην περίπτωση 3.3 της Ανακοίνωσης της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (2008/C155/02) πίνακα.

β) Για τις Μεγάλες Επιχειρήσεις η μεθοδολογία υπολογισμού του ακριβούς ύψους της προμήθειας ασφαλείας καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται με βάση τη γενική αρχή αποτίμησης κινδύνου ότι το συνολικό κόστος δανεισμού της επιχείρησης με την εγγύηση του Δημοσίου, που αποτελείται από το επιτόκιο της τράπεζας και την προμήθεια υπέρ Δημοσίου, πρέπει τουλάχιστον να ισούται με το κόστος δανεισμού της επιχείρησης χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου.

γ) Για τα πιστωτικά ιδρύματα απαιτείται εισήγηση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται λεπτομέρειες αναφορικά με τον υπολογισμό, την καταβολή και την είσπραξη της οφειλόμενης προμήθειας ασφαλείας και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 94

Ασφάλειες

1. Για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δύναται να ζητηθούν, κατά την κρίση του εγγυητή, επαρκείς ασφάλειες, όπως εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης, σύσταση ενεχύρου, εκχώρηση πόρων και δικαιωμάτων.

2. Για οποιαδήποτε υποθήκη που εγγράφεται υπέρ του Δημοσίου προς εξασφάλισή του από παρεχόμενη εγγύηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν.δ. 4242/1962 (Α΄ 187).

3. Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δύναται να εξουσιοδοτεί εγγράφως τα πιστωτικά ιδρύματα να ενεργούν για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου τα προβλεπόμενα περί εγγραφής των απαιτούμενων ασφαλειών και να εκχωρεί τα σχετικά με αυτές δικαιώματα του Δημοσίου, προκειμένου να επιδιωχθεί η ρευστοποίησή τους προς όφελός του τελευταίου.

4. Σε περίπτωση ρευστοποίησής τους, οι ασφάλειες ικανοποιούν, κατά το ποσοστό της εγγύησης, το εγγυημένο τμήμα της οφειλής. Τυχόν δικαστικά και λοιπά έξοδα εκτέλεσης, σε περίπτωση που αυτά καλύπτονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, επιβαρύνουν συμμέτρως το εγγυημένο και μη εγγυημένο τμήμα του δανείου ή της πίστωσης.

5. Οι ληφθείσες ασφάλειες δύναται να εξαλειφθούν ενδεικτικά:

α) εφόσον έχει εξοφληθεί ολοσχερώς το εγγυημένο δάνειο ή πίστωση και οι βεβαιωθείσες στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. οφειλές λόγω κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου,

β) εφόσον αντικατασταθούν με άλλες αναλογικά ίσης αξίας με το υπόλοιπο του εγγυημένου δανείου,

γ) εφόσον σκοπός της εξάλειψης είναι η ευχερέστερη εκποίηση των σχετικών περιουσιακών στοιχείων, το προϊόν της οποίας αποδίδεται, κατά προτεραιότητα, προς εξόφληση τυχόν βεβαιωμένων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. οφειλών και ακολούθως του υπολοίπου του εγγυημένου δανείου.

Αιτήματα για την εξάλειψη ασφαλειών, που εξασφαλίζουν εγγυημένα δάνεια, πιστώσεις ή άλλα χρηματοδοτικά μέσα, εξετάζονται από τη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων ή από άλλα αρμόδια προς τούτο όργανα. Αιτήματα τροποποίησης ασφαλειών δεν εξετάζονται μετά την καταγγελία του δανείου.

Άρθρο 95

Απόδοση τόκων υπέρ του Δημοσίου και εισφορά του ν. 128/1975

1. Σε περίπτωση υπερημερίας οφειλετών που έχουν δανειοδοτηθεί με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και στο βαθμό που αυτή καλύπτεται με την εγγύηση, το ήμισυ της διαφοράς μεταξύ του συμβατικού επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας αποτελεί έσοδο του Δημοσίου και αποδίδεται υπέρ αυτού. Mε απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία απόδοσης των σχετικών ποσών σε λογαριασμό του Δημοσίου ή βεβαίωσής τους ως έσοδα, σε περίπτωση μη είσπραξής τους, και κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας διάταξης.

2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να ενημερώνουν ηλεκτρονικά, σε κεντρικό επίπεδο και σε ετήσια βάση, τη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων για τα ποσά που αποδίδουν, κατά τα ανωτέρω, υπέρ του Δημοσίου.

3. Η εκ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/75 (Α΄ 22) επιβαλλόμενη υπέρ του λογαριασμού του ιδίου νόμου εισφορά στα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα δεν καλύπτεται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

Σύσταση και αρμοδιότητες οργάνων

Άρθρο 96

Σύσταση και αρμοδιότητες της Διυπουργικής Επιτροπής

1. Συνιστάται Διυπουργική Επιτροπή, η οποία εξετάζει τα αιτήματα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, αξιολογεί τη σκοπιμότητα παροχής αυτής από οικονομικής και κοινωνικής πλευράς και αποφασίζει ομόφωνα για την παροχή της σύμφωνης γνώμης της στον Υπουργό Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής για την παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου.

2. Η Διυπουργική Επιτροπή απαρτίζεται από:

α) τον Υπουργό Οικονομικών, ως Πρόεδρο,

β) τον αρμόδιο επί της δημοσιονομικής πολιτικής Υπουργό, Αναπληρωτή Υπουργό ή Υφυπουργό και

γ) τον καθ' ύλη αρμόδιο Υπουργό, ως μέλη.

Στις συνεδριάσεις της Διυπουργικής Επιτροπής παρίσταται ο Πρόεδρος της Επιτροπής του άρθρου 7, ως εισηγητής. Χρέη Γραμματέα της Επιτροπής εκτελεί υπάλληλος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Άρθρο 97

Σύσταση και αρμοδιότητες της Επιτροπής για την παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου

1. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους Επιτροπή για την παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου η οποία έχει τις κάτωθι αρμοδιότητες:

α) εξετάζει κάθε αίτημα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, είτε μεμονωμένης είτε υπό μορφή καθεστώτος, για να διαπιστώσει εάν πληρούνται οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του παρόντος νόμου προϋποθέσεις,

β) μελετά και επεξεργάζεται τα υποβαλλόμενα οικονομικά στοιχεία με σκοπό να διαπιστώσει την προοπτική και τη δυνατότητα των υπό δανειοδότηση ή πιστοδότηση φορέων για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων από ίδια έσοδα,

γ) σταθμίζει το μέγεθος του αναλαμβανόμενου από το Ελληνικό Δημόσιο κινδύνου και την επίδρασή του στη διαμόρφωση του δημοσίου χρέους, αξιολογεί τις προσκομισθείσες προσφορές των πιστωτικών ιδρυμάτων και εισηγείται σχετικά με την επιβαλλόμενη προμήθεια ασφαλείας,

δ) μελετά ειδικά προβλήματα που ανακύπτουν και συνδέονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και προτείνει μέτρα για την αντιμετώπισή τους,

ε) εισηγείται εγγράφως στη Διυπουργική Επιτροπή για την παροχή ή μη της σχετικής σύμφωνης γνώμης της, προτείνοντας ειδικότερες προϋποθέσεις και όρους παροχής της εγγύησης, καθώς και τις ασφάλειες που πρέπει να ληφθούν κατά περίπτωση.

2. Την Επιτροπή απαρτίζουν:

α) Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, ως Πρόεδρος, ο οποίος αναπληρώνεται, σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του, από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

β) Ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ως μέλος, ο οποίος αναπληρώνεται, σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του, από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων.

γ) Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, ο οποίος αναπληρώνεται σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του, από τον Προϊστάμενο του καθ' ύλη αρμόδιου Τμήματος. Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων αναπληροί τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ως Πρόεδρο, χρέη μέλους ασκεί ο Προϊστάμενος του καθ' ύλη αρμόδιου Τμήματος,

δ) Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, ως μέλος, ο οποίος αναπληρώνεται, σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του από τον αναπληρωτή του

ε) Ένας εκπρόσωπος του ΟΔΔΗΧ, ως μέλος, ο οποίος αναπληρώνεται, σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του, από τον οριζόμενο με την απόφαση συγκρότησης της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, αναπληρωτή του.

στ) Ο Προϊστάμενος της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών, ως μέλος, ο οποίος αναπληρώνεται, σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του από τον αναπληρωτή του.

Χρέη εισηγητή στην Επιτροπή ασκεί ο Προϊστάμενος του καθ' ύλη αρμόδιου Τμήματος, ο οποίος αναπληρώνεται από αρμόδιο υπάλληλο του Τμήματος.

Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος του καθ' ύλη αρμόδιου Τμήματος αναπληροί ως μέλος της Επιτροπής τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, χρέη εισηγητή ασκεί ο αρμόδιος υπάλληλος.

3. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία ορίζεται υπάλληλος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων ως γραμματέας μαζί με τον αναπληρωτή του. Με την ανωτέρω απόφαση δύναται να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα αναφορικά με τη λειτουργία της Επιτροπής.

Άρθρο 98

Σύσταση και αρμοδιότητες του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου

1. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών για:

α) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφισταμένου καθεστώτος εγγύησης, σε φορείς της περίπτωσης β) του άρθρου 91, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται στην υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς εγγύησης,

β) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ύστερα από αίτημα του φορέα ή του πιστωτικού ιδρύματος. Δεν απαιτείται η προηγούμενη εισήγηση του Συμβουλίου σε περίπτωση αναστολής καταβολής δόσεων εγγυημένων δανείων η οποία δεν συνεπάγεται την επιμήκυνση της διάρκειας του δανείου ή την επαύξηση της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου,

γ) τη συνέχιση ισχύος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε περίπτωση μεταβολής του αρχικού φορέα.

2. Το Συμβούλιο απαρτίζεται από:

α) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ως Πρόεδρο, οποίος αναπληρώνεται από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων,

β) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, ο οποίος αναπληρώνεται από τον Προϊστάμενο του καθ' ύλη αρμόδιου Τμήματος.

Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων αναπληροί τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ως Πρόεδρο, χρέη μέλους ασκεί ο Προϊστάμενος του καθ' ύλη αρμόδιου Τμήματος,

γ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Εισπράξεων της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), με τον αναπληρωτή του,

δ) τον Προϊστάμενο της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών, με τον αναπληρωτή του,

ε) έναν εκπρόσωπο του Ο.Δ.ΔΗ.Χ, με τον οριζόμενο αναπληρωτή του,

στ) έναν εμπειρογνώμονα ειδικό σε χρηματοοικονομικά θέματα.

Τα προς εξέταση αιτήματα υποβάλλονται μέσω της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, με εισηγητή τον Προϊστάμενο του καθ' ύλη αρμόδιου Τμήματος, ο οποίος αναπληρώνεται, σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του, από τον υπάλληλο-χειριστή του συγκεκριμένου αιτήματος. Σε περίπτωση που χρέη μέλους ασκεί ο Προϊστάμενος του καθ' ύλη αρμόδιου Τμήματος, χρέη εισηγητή ασκεί ο υπάλληλος-χειριστής του συγκεκριμένου αιτήματος.

Το Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία δύναται να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα λειτουργίας του κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2690/1999 (Α΄ 45). Με την ίδια απόφαση ορίζεται υπάλληλος του αρμόδιου Τμήματος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων ως γραμματέας του Συμβουλίου με τον αναπληρωτή του.

3. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ εκάστου ενδιαφερομένου παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή του οργάνου στο οποίο έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης, κατόπιν εισήγησης του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Η ανωτέρω απόφαση παροχής εγγύησης κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο και στο πιστωτικό ίδρυμα, με μέριμνα της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων και αναρτάται στο Πρόγραμμα Διαύγεια (ν. 3861/2010).

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, μπορεί να μεταβιβάζεται η αρμοδιότητα έκδοσης της απόφασης παροχής εγγύησης, ανάλογα με το ύψος της παρεχόμενης εγγύησης, στο Γενικό Γραμματέα Δημοσιονομικής Πολιτικής ή στον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων ή στον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

Διαδικασία παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου

Άρθρο 99

Συμβατότητα αιτήματος παροχής εγγύησης με το Ενωσιακό Δίκαιο

Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου παρέχεται κατόπιν ελέγχου της συμβατότητας του υπό θέσπιση καθεστώτος εγγύησης με τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων του ενωσιακού δικαίου. Την ευθύνη για τη διατύπωση σχετικής γνώμης προς τη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων και Δανείων έχει η Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του ν. 4152/2013 (Α΄ 107), στην οποία η ανωτέρω Διεύθυνση υποβάλλει εντός εύλογου χρόνου το σχεδιαζόμενο καθεστώς εγγύησης.

Άρθρο 100

Διαδικασία εξέτασης των αιτημάτων για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου

1. Για τα δάνεια που χορηγούνται στους δικαιούχους της περίπτ. α΄ του άρθρου 91, η διαδικασία παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι η ακόλουθη:

Ο αρμόδιος φορέας υποβάλλει αίτημα στη Διεύθυνση, αναφέροντας αναλυτικά τον σκοπό της χρηματοδότησης. Το αίτημα εξετάζεται από την ανωτέρω Διεύθυνση, η οποία εισηγείται στην Επιτροπή του άρθρου 97 την παροχή ή μη της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Η Επιτροπή υποβάλλει εισήγηση στη Διυπουργική Επιτροπή, η οποία παρέχει τη σύμφωνη γνώμη της στον Υπουργό Οικονομικών για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Ακολουθεί η έκδοση της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με επιμέλεια της Διεύθυνσης.

2. Για τα δάνεια που χορηγούνται στους δικαιούχους της περίπτ. β΄ του άρθρου 91, η διαδικασία χορήγησης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι η ακόλουθη:

Ο αρμόδιος φορέας υποβάλλει αίτημα στη Διεύθυνση για τη θέσπιση καθεστώτος κρατικής εγγύησης, αναφέροντας αναλυτικά τον σκοπό της χρηματοδότησης και παρέχοντας τα σχετικά οικονομικά στοιχεία. Το αίτημα εξετάζεται από τη Διεύθυνση, η οποία εισηγείται στην Επιτροπή του άρθρου 97 την παροχή ή μη της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.

Η Επιτροπή υποβάλλει εισήγηση στη Διυπουργική Επιτροπή, η οποία παρέχει τη σύμφωνη γνώμη της στον Υπουργό Οικονομικών για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Ακολουθεί η έκδοση της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με επιμέλεια της Διεύθυνσης.

Με βάση την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ο εκάστοτε ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτημα στη Διεύθυνση για χρηματοδότηση από πιστωτικό ίδρυμα που έχει επιλέξει. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή του οργάνου στο οποίο έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής, κατόπιν εισήγησης του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου.

3. Για τα δάνεια, που χορηγούνται στους φορείς των περιπτ. γ΄ και δ΄ του άρθρου 91 η διαδικασία χορήγησης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι η ακόλουθη:

Ο ενδιαφερόμενος φορέας υποβάλλει αίτημα στη Διεύθυνση, αναφέροντας αναλυτικά το σκοπό της χρηματοδότησης. Το αίτημα πρέπει να συνοδεύεται από σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του φορέα, από οικονομικά στοιχεία και από τουλάχιστον τρεις προσφορές χρηματοδοτικών φορέων.

Μετά την λήψη του αιτήματος, η Διεύθυνση το αποστέλλει στον Ο.Δ.ΔΗ.Χ., ο οποίος αξιολογεί εγγράφως τις προσφορές των πιστωτικών ιδρυμάτων. Κατόπιν, η ανωτέρω Διεύθυνση υποβάλλει εισήγηση στην Επιτροπή του άρθρου 96 για την παροχή ή μη της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Η Επιτροπή του άρθρου 96, υποβάλει την εισήγησή της προς τη Διυπουργική Επιτροπή, η οποία παρέχει τη σύμφωνη γνώμη της στον Υπουργό Οικονομικών για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Ακολουθεί η έκδοση της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με επιμέλεια της Διεύθυνσης.

Επιμέρους όροι που διέπουν την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία, δύναται να καθορίζονται με σύμβαση εγγύησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του πιστωτικού ιδρύματος. Σε περίπτωση μεταβολής ορισμένων όρων χωρίς να επέλθει επαύξηση της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου, αρκεί η τροποποίηση της σύμβασης εγγύησης, χωρίς να απαιτείται και τροποποίηση της απόφασης εγγύησης.

Εξαιρούνται από την υποχρέωση υποβολής τουλάχιστον τριών (3) προσφορών χρηματοδοτικών φορέων:

i) οι φορείς που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) ή από ευρωπαϊκούς ή διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

ii) οι φορείς που έχουν απευθυνθεί σε τουλάχιστον τρεις χρηματοδοτικούς φορείς, αλλά δεν έλαβαν ικανοποιητικό αριθμό προσφορών, γεγονός που αποδεικνύεται εγγράφως και δεν οφείλεται στη μειωμένη πιστοληπτική τους ικανότητα και

iii) τα ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα.

Ειδικά στην περίπτωση παροχής της εγγύησης για δανεισμό πιστωτικών ιδρυμάτων δεν απαιτείται έγγραφη αξιολόγηση των προσφορών από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (Ο.Δ.ΔΗ.Χ.), ενώ για την κάλυψη δανείων συναφθέντων στο πλαίσιο του ν. 3723/2008 εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του νόμου αυτού.

4. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε δάνεια που χορηγούνται στο πλαίσιο διεθνών ή ευρωπαϊκών συμφωνιών δυνάμει της περίπτ. ε΄ του άρθρου 91 παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, χωρίς να απαιτείται η τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας.

5. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των παρ. 1 έως 4 του παρόντος άρθρου καθορίζονται κάθε φορά στην απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και προσδιορίζεται η έκταση της εγγυητικής του ευθύνης, η οποία σε κάθε περίπτωση παρακολουθεί την εξέλιξη της κύριας οφειλής. Στην ίδια απόφαση καθορίζονται τυχόν κυρώσεις σε βάρος των φορέων σε περίπτωση μη τήρησης από μέρους τους του σκοπού της εγγύησης.

 

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

Διαχείριση των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου

Άρθρο 101

Κατάπτωση της εγγύησης

1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση της υποχρέωσής του που απορρέει από την κατάπτωση της εγγύησης ή που τυχόν επιβληθεί ή καταλογιστεί σε βάρος του επ' αφορμή αυτής. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, σε βάρος των πρωτοφειλετών, των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα και κάθε είδους ασφάλειες του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά. Στην περίπτωση των φορέων της περίπτ. δ΄ του άρθρου 91 του παρόντος, το Ελληνικό Δημόσιο προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του ως εγγυητής μετά την εν ευρεία έννοια βεβαίωση αυτών.

2. Οι ασφάλειες που χορηγούνται υπέρ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών χρηματοδοτικών φορέων για την εξασφάλιση δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών ως εσόδων αυτού, μετά της αναλογούσης προμήθειας και των επ' αυτής επιβαλλόμενων τελών, και μέχρι το ύψος των βεβαιούμενων ποσών.

Οι ασφάλειες αυτές, σε περίπτωση βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. μέρους των ανεξόφλητων εγγυημένων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, αναλογικά κατά το λόγο του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών, χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό των ανεξόφλητων οφειλών, βεβαιωμένων και μη.

3. Η αληθής έννοια της παρ. 6 του άρθρου 126 του ν. 4270/2014, όπως ισχύει, είναι ότι σε δεκαετή παραγραφή υπόκεινται οι προς είσπραξη απαιτήσεις του Δημοσίου που απορρέουν εν γένει από την ιδιότητά του ως εγγυητή κατά του οφειλέτη, τυχόν συνοφειλετών, εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων, οι οποίες βεβαιώνονται εν στενή εννοία.

4. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα απαραίτητα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των πιστωτικών ιδρυμάτων, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης οφειλών, ο τρόπος και η διαδικασία διαγραφής οφειλών και επιστροφής καταβληθέντων λόγω κατάπτωσης ποσών και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

5. Στην περίπτωση των φορέων των περιπτ. α΄ και β΄ του άρθρου 91 του παρόντος, το εγγυημένο ποσό του δανείου καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό σε περίπτωση μη καταβολής τριών συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων.

Άρθρο 102

Απαλλαγή του Ελληνικού Δημοσίου και διαγραφή βεβαιωμένων οφειλών

1. Το Ελληνικό Δημόσιο ελευθερώνεται της παρασχεθείσας εγγύησής του ιδίως αν:

α) από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης ή εάν με υπαιτιότητά τους δεν ενημερώθηκε σχετικά το Ελληνικό Δημόσιο,

β) οι βασικοί όροι της δανειακής σύμβασης διαφοροποιούνται από αυτούς που προβλέπονται στην Υπουργική Απόφαση παροχής της εγγύησης,

γ) επέλθει μείωση της εταιρικής περιουσίας μέσω καταβολής μετρητών στους φορείς της εταιρείας, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η ικανοποίηση των απαιτήσεων του δανειστή ή πιστωτή και κατ' επέκταση του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου,

δ) με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της κύριας οφειλής, εν όλω ή εν μέρει, οπότε η ελευθέρωση αφορά αντίστοιχα το σύνολο ή μέρος της εγγύησης,

ε) το πιστωτικό ίδρυμα δεν είχε προβεί σε κατάλληλη αξιολόγηση της φερεγγυότητας του δανειολήπτη πριν τη χορήγηση του δανείου.

2. Εάν το πιστωτικό ίδρυμα έχει ικανοποιηθεί, υποχρεούται εντός δύο μηνών από τη σχετική έγγραφη ενημέρωση της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων να επιστρέψει στο Δημόσιο τα καταβληθέντα λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ποσά. Σε περίπτωση μη επιστροφής, τα σχετικά ποσά βεβαιώνονται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., με μέριμνα της Διεύθυνσης.

Ειδικά στις περιπτώσεις που τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν παράσχει εντολή, εξουσιοδότηση και πληρεξουσιότητα προς την Τράπεζα της Ελλάδος να αποδέχεται εντολές της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, χρεώνοντας τους τηρούμενους σε αυτή λογαριασμούς τους, τυχόν καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται κατόπιν σχετικής εντολής της ανωτέρω Διεύθυνσης προς την Τράπεζα της Ελλάδος.

3. Σε περίπτωση ακύρωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ταμειακής βεβαίωσης εγγυημένων ποσών, το Ελληνικό Δημόσιο, προβαίνει στη διαγραφή των βεβαιωμένων οφειλών και την ορθή επαναβεβαίωση τους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 137 του ν. 4270/2014. Τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν άμεσα στη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων κάθε στοιχείο που κριθεί απαραίτητο προς το σκοπό αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση, τυχόν καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται, κατά τα ανωτέρω περιγραφόμενα.

Άρθρο 103

Ρυθμίσεις δανείων

Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να ρυθμίζουν δάνεια για τα οποία έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο. Στην περίπτωση αυτή η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ακολουθεί τις απαιτήσεις για τις οποίες χορηγήθηκε, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη συμφωνία ρύθμισης. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να αυξάνεται το ύψος της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις διατήρησης της ισχύος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε περιπτώσεις ρυθμίσεων δανείων, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

Ειδικά θέματα

Άρθρο 104

Ετήσιο όριο εγγυήσεων

1. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από την ψήφιση του Κρατικού Προϋπολογισμού κάθε έτους, καθορίζεται, στο πλαίσιο της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής, το ανώτατο όριο νέων εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, που δύναται να παρασχεθούν μέσα στο έτος αυτό. Το ποσό που αντιστοιχεί στο ως άνω ανώτατο όριο δεν μπορεί να υπερβαίνει το ενάμιση τοις εκατό (1,5%) των πρωτογενών δαπανών του τακτικού κρατικού προϋπολογισμού του αντίστοιχου έτους.

Από το ετήσιο όριο εγγυήσεων εξαιρούνται:

α) οι εγγυήσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3723/2008,

β) οι εγγυήσεις που παρέχονται στους ευρωπαϊκούς ή διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για δάνεια που χορηγούν σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και πιστωτικά ιδρύματα και μόνο για επενδυτικούς και κοινωνικούς σκοπούς,

γ) οι εγγυήσεις που παρέχονται στην Τράπεζα της Ελλάδος προς εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτής κατά πιστωτικών ιδρυμάτων, στο πλαίσιο του Μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης σε Ρευστότητα.

δ) οι εγγυήσεις που χορηγούνται για την αποκατάσταση ζημιών προερχόμενων από φυσικές καταστροφές ή άλλα έκτακτα γεγονότα.

Άρθρο 105

Ενημέρωση του Ελληνικού Δημοσίου

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα, οι κοινοπραξίες αυτών και εν γένει οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί, στους οποίους έχει παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλουν στη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, ηλεκτρονικά και σε κεντρικό επίπεδο ανά υπουργική απόφαση εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, αναφορά για τις νέες χορηγήσεις δανείων, πιστώσεων ή εγγυητικών επιστολών, καθώς και τα ανεξόφλητα κάθε φορά υπόλοιπα αυτών.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται η περιοδικότητα της αποστολής των ως άνω στοιχείων, καθώς και επιπλέον απαιτούμενα στοιχεία.

2. Αναφορικά με δάνεια, πιστώσεις και εγγυητικές επιστολές που χορηγήθηκαν με την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, βάσει των διατάξεων του ν. 2322/1995 (Α΄ 143), τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αποστέλλουν ηλεκτρονικά, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του ΟΠΣΔΠ, αναφορά που θα περιλαμβάνει στοιχεία των σχετικών χορηγήσεων, των ανεξόφλητων υπολοίπων αυτών καθώς και των καταπτώσεων των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου.

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει τη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων για τις εκάστοτε διαπιστούμενες παραβάσεις των δανειστριών τραπεζών, οι οποίες αφορούν σε δάνεια ή πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, προκειμένου να κρίνεται από την ανωτέρω Υπηρεσία εάν και σε ποιο βαθμό εξακολουθεί να ισχύει η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

 

Άρθρο 106

Καταργούμενες διατάξεις

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις:

α) τα άρθρα 1 έως 12 του ν. 2322/1995,

β) η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με αριθ. 2015353/2267/1997 (Β΄ 498), όπως τροποποιήθηκε με την αριθ. οικ. 2/80713/0025/1999 (Β΄ 2132) όμοια,

γ) η κοινής απόφασης Υπουργού και Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με αριθ. 16736/ΕΓΔΕΚΟ2579/30.3.2009 (Β΄ 588),

2. Η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με αριθ. 2/35554/0025/27.4.2012 (Β΄1392) καταργείται από την έναρξη ισχύος του άρθρου 20 του ν. 4151/2013 (Α΄ 103).

Άρθρο 107

Τροποποιήσεις των νόμων 3429/2005 και 3775/2009

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου απαλείφεται η φράση «..και η παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου» από την περίπτ. α΄ της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 3429/2005 (Α΄ 314).

2. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 23 του ν. 3775/2009 (Α΄ 122) αντικαθίσταται ως εξής:

«Σε περίπτωση καταγγελίας δανειακής σύμβασης, λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του δανειολήπτη, η εγγύηση καταπίπτει αναλογικά εις βάρος του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εξόδων και τόκων, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην αριθ. οικ. 2/54544/0025/2009 (Β΄ 1645) κοινή απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Το Ελληνικό Δημόσιο καταβάλλει στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων που χορήγησε το δάνειο το ανεξόφλητο ποσό που καλύπτεται από την παρασχεθείσα εγγύησή του, μετά από προηγούμενη βεβαίωσή του, ως εσόδου του, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Οι ληφθείσες στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων ή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ασφάλειες προς εξασφάλιση των οικείων εγγυημένων δανείων λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών, χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό του δανείου και μεταφέρονται υπέρ αυτού σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του ν. 1957/1991 (Α΄ 114)».

Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 και η παρ. 6 του άρθρου 23 του ν. 3775/2009 καταργούνται. Οι παρ. 7 και 8 αναριθμούνται σε 6 και 7, αντίστοιχα.

3. Τα εδάφια από «Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων» έως «κατά την υλοποίηση της παρούσας, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.- Δ.25-Τµήµα Β΄)» της αριθ. οικ. 2/54544/0025/2009 (Β΄ 1645) κοινής απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών αντικαθίστανται ως εξής:

«Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου καλύπτει το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους συμβατικούς τόκους και τους τόκους υπερημερίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο της παρούσας απόφασης, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 23 του ν. 3775/2009 και στην παρούσα απόφαση.

Μετά την προσκόμιση και τον έλεγχο των ανωτέρω δικαιολογητικών από τη Διεύθυνση Κρατικών εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το Ελληνικό Δημόσιο καταβάλλει στο ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα τα καλυπτόμενα από την εγγύησή του ποσά, κατόπιν προηγούμενης βεβαίωσής τους ως εσόδων του, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο αρ. 126 του ν. 4270/2014 και την παρ. 5 του άρθρου 23 του ν. 3775/2009».

Η τρίτη από το τέλος παράγραφος της ανωτέρω απόφασης αντικαθίσταται ως εξής:

«Από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου προκαλείται δαπάνη, η οποία δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί και θα καλυφθεί από τις προβλέψεις πιστώσεων των αντίστοιχων κωδικών αριθμών εξόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού».

Άρθρο 108

Μεταβατικές και λοιπές διατάξεις

1. Οι αριθ. 2/478/0025/4.1.2006 (Β΄ 16) και 2/9441/0025/2012 (Β΄ 381) κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει διατάξεων που καταργούνται δυνάμει της περίπτ. α) της παρ. 1 του άρθρου 106, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την έκδοση των κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων των παρ. 4 του άρθρου 100 και 3 του άρθρου 92 κανονιστικών πράξεων.

2. Σε περίπτωση αναδιάρθρωσης ή κατάργησης οργανικής μονάδας του Υπουργείου Οικονομικών, υπάλληλος της οποίας είναι, ως εκ της θέσεώς του, μέλος ή αναπληρωματικό μέλος των προβλεπόμενων στις διατάξεις του παρόντος νόμου συλλογικών οργάνων, υποκαθίσταται εκ του νόμου, από υπάλληλο ίδιας θέσης, της οργανικής μονάδας, στην οποία μεταφέρονται οι ασκούμενες από την καταργούμενη /υποκείμενη σε αναδιάρθρωση μονάδα αρμοδιότητες.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

Εξουσιοδοτήσεις

Άρθρο 109

Παροχή εξουσιοδοτήσεων και έγκριση σχεδίου τροποποιητικής σύμβασης κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 3 ν. 4336/2015

1. Κατ' εφαρμογή της ρήτρας 3.4.f της από 19.8.2015 Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης),το σχέδιο της οποίας έχει κυρωθεί με το άρθρο 3 του ν. 4336/2015 (Α΄94):

α) Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να υπογράφει, ως εκπρόσωπος της Ελληνικής Δημοκρατίας, τη Σύμβαση προσχώρησης και τροποποίησης της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (τροποποιητική Σύμβαση), σχέδιο της οποίας κυρώνεται με το παρόν άρθρο, μαζί με τα Παραρτήματά της και τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις, διευκρινίσεις και συμπληρώσεις επί του σχεδίου αυτού και κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο σχετικό με τη σύμβαση αυτή,

β) Παρέχεται στον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, η εξουσιοδότηση να υπογράφει, ως εκπρόσωπος της Τράπεζας της Ελλάδος την τροποποιητική Σύμβαση που αναφέρεται στην περιπτ. α΄, σχέδιο της οποίας κυρώνεται με το παρόν άρθρο, μαζί με τα παραρτήματά της και τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις, διευκρινίσεις και συμπληρώσεις επί του σχεδίου αυτού και κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο σχετικό με τη σύμβαση αυτή,

γ)Παρέχεται στον Διευθύνοντα Σύμβουλο και στον Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, η εξουσιοδότηση να εκπροσωπήσουν το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και να υπογράψουν την τροποποιητική Σύμβαση που αναφέρεται στην περιπτ. α΄, σχέδιο της οποίας κυρώνεται με το παρόν άρθρο, μαζί με τα παραρτήματά της και τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις διευκρινήσεις και συμπληρώσεις επί του σχεδίου αυτού, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο σχετικό με τη σύμβαση αυτή,

δ) Παρέχεται στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και στο Διευθύνοντα Σύμβουλο της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ, η εξουσιοδότηση να εκπροσωπήσουν την Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ και να υπογράψουν την τροποποιητική Σύμβαση που αναφέρεται στην περιπτ. α΄, σχέδιο της οποίας κυρώνεται με το παρόν άρθρο, μαζί με τα παραρτήματά της και τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις διευκρινήσεις και συμπληρώσεις επί του σχεδίου που κυρώνεται με το παρόν άρθρο, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο σχετικό με την ως άνω Σύμβαση.

2. Κυρώνεται το ακόλουθο σχέδιο:

«ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ

της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης

μεταξύ του

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ

και της

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ως δικαιούχου κράτους μέλους

και της

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ως Κεντρικής Τράπεζας

και του

ΤΑΜΕΙΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ

ως Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης

και της

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

ως Ε.Ε.ΣΥ.Π.

Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ συνάπτεται από και μεταξύ:

(1) του ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ, διακυβερνητικού οργανισμού που ιδρύθηκε με τη Συνθήκη για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας που έχει συναφθεί μεταξύ κρατών μελών της ζώνης του ευρώ και εδρεύει στη διεύθυνση 6α, Circuit de la Foire Internationale, L-1347 Λουξεμβούργο (ΕΜΣ),

(2) της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ως δικαιούχου κράτους μέλους (το «δικαιούχο κράτος μέλος»),

(3) της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (η «Κεντρική Τράπεζα»),

(4) του ΤΑΜΕΙΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ (το «Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης»),

και

(5) της ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ, ανώνυμης εταιρείας που συστάθηκε με το ν. 4389/2016 («η ΕΕΣΥΠ» ),

στο εξής καλούμενοι από κοινού «τα μέρη» και καθένα από αυτά ως «μέρος».

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ

(Α) Στις 19 Αυγούστου 2015, συνήφθη σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης μεταξύ του ΕΜΣ, του δικαιούχου κράτους μέλους, της Κεντρικής Τράπεζας και του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης («σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης»).

(Β) Η σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης προέβλεπε ότι, κατόπιν αιτήματος του ΕΜΣ, το δικαιούχο κράτος μέλος, η Κεντρική Τράπεζα και το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης θα προέβαιναν σε τροποποιήσεις της σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, όπως ζήτησε ο ΕΜΣ, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η οντότητα που περιγράφεται στη Δήλωση της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης ως το ανεξάρτητο ταμείο που θα δημιουργηθεί από το δικαιούχο κράτος μέλος για να διαχειρίζεται αξιόλογα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία και να τα αξιοποιεί με ιδιωτικοποιήσεις και άλλα μέσα.

(Γ) Τον Μάιο του 2016, με το ν. 4389/2016 ιδρύθηκε η ΕΕΣΥΠ ΑΕ, ως η οντότητα που αποτελεί το ανεξάρτητο ταμείο που αναφέρεται στη Δήλωση της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης. Τον Φεβρουάριο του 2017 συγκροτήθηκε σε σώμα το πρώτο διοικητικό συμβούλιό της. Τον Ιανουάριο του 2018, οι συμμετοχές του δικαιούχου κράτους μέλους σε διάφορες εταιρείες μεταφέρθηκαν στην ΕΕΣΥΠ.

(Δ) Ο ΕΜΣ ζήτησε στις [......] 2018 από το δικαιούχο κράτος μέλος, την Κεντρική Τράπεζα, το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης και την ΕΕΣΥΠ να προσχωρήσει η ΕΕΣΥΠ ως συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης και να γίνουν οι αναγκαίες τροποποιήσεις στη σύμβαση αυτή ως προς την ΕΕΣΥΠ, σύμφωνα με τους όρους της.

(Ε) Τα Μέρη συμφώνησαν ότι οι τροποποιήσεις της σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης θα εφαρμοστούν σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης.

Ως εκ τούτου, τα μέρη συμφώνησαν τα εξής:

1. ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ

1.1 Εκτός εάν ορίζεται άλλως στην παρούσα τροποποιητική Σύμβαση ή απαιτείται από το περιεχόμενό της, οι όροι που ορίζονται στη σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης έχουν την ίδια έννοια στην παρούσα τροποποιητική Σύμβαση.

1.2 Στην παρούσα τροποποιητική σύμβαση, οι ακόλουθοι όροι έχουν την έννοια που τους αποδίδεται ακολούθως:

«τροποποιητική Σύμβαση»: το παρόν έγγραφο.

«σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης» έχει την έννοια που δίνεται στον όρο αυτό στην αιτιολογική σκέψη Α της παρούσας τροποποιητικής σύμβασης.

2. ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΕΣΥΠ

Η ΕΕΣΥΠ αναγνωρίζει και συμφωνεί ότι μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης:

α) η σύμβαση για τη χρηματοδοτική διευκόλυνση τροποποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης ·

β) Η ΕΕΣΥΠ θα προσχωρήσει ως συμβαλλόμενο μέρος και μέρος της σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (όπως τροποποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης) και ότι οι όροι της σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (όπως τροποποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της τροποποιητικής Σύμβασης ) είναι δεσμευτικοί και εφαρμόζονται ως προς την ΕΕΣΥΠ και

γ) για την αποφυγή αμφιβολιών, ο όρος "συμβαλλόμενο μέρος" ή "συμβαλλόμενα μέρη", όταν χρησιμοποιείται στη σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (όπως τροποποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης), περιλαμβάνει και την ΕΕΣΥΠ.

3. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ

Η σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης τροποποιείται ως εξής:

3.1 Μέρη

Στο τμήμα «Μέρη», συμπεριλαμβάνεται η ΕΕΣΥΠ ως συμβαλλόμενο μέρος ως εξής:

«(5) Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ, ανώνυμη εταιρεία που συστάθηκε με το ν. 4389/2016 (« ΕΕΣΥΠ» )»,

3.2 Προοίμιο

Στο προοίμιο, εισάγεται η ακόλουθη νέα παράγραφος:

"(L) Η παρούσα σύμβαση τροποποιήθηκε στις [………]2018 με τροποποιητική Σύμβαση σχετικά με την προσχώρηση της ΕΕΣΥΠ στη Σύμβαση."

3.3 Ορισμοί

Στη ρήτρα 1 (Ορισμοί και Ερμηνεία ),με:

(α) Εισαγωγή των ακόλουθων ορισμών:

" « τροποποιητική Σύμβαση » σημαίνει την τροποποιητική Σύμβαση που περιγράφεται στην παράγραφο L του προοιμίου της παρούσας σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης."

" «Επιλέξιμο μέρισμα της ΕΕΣΥΠ»: κάθε πληρωμή, μέσω μερίσματος ή άλλης διανομής κερδών, από την ΕΕΣΥΠ στο δικαιούχο κράτος μέλος, το οποίο είναι μέρισμα που καταβλήθηκε στο δικαιούχο κράτος μέλος από την ΕΕΣΥΠ δυνάμει του άρθρου 199 παρ. 1, περιπτ. α) του νόμου για την ΕΕΣΥΠ."

" «Εταιρεία της ΕΕΣΥΠ»: σημαίνει κάθε οντότητα στην οποία η ΕΕΣΥΠ κατέχει μετοχές ή παρεμφερή μερίδια κεφαλαίου ή δικαιώματα ψήφου (εξαιρουμένου του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης). "

" «Εσωτερικός Κανονισμός της ΕΕΣΥΠ»: σημαίνει τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας της ΕΕΣΥΠ, όπως περιγράφεται στο άρθρο 189 του νόμου της ΕΕΣΥΠ. "

" «Νόμος της ΕΕΣΥΠ»: σημαίνει το ν. 4389/2016 (ή / και άλλους νόμους ή κανονισμούς -εξαιρουμένων, για αποφυγή αμφιβολιών, του Εσωτερικού Κανονισμού της ΕΕΣΥΠ- όπως μπορεί κατά καιρούς να ρυθμίζουν τη λειτουργία της ΕΕΣΥΠ), όπως ο νόμος ή οι νόμοι αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται, συμπληρώνονται ή αντικαθίστανται και ισχύουν. "

(β) Διαγραφή των ορισμών του «Ταμείου Ιδιωτικοποίησης» και του «Μέρος Ταμείου ιδιωτικοποίησης».

3.4 Διαφοροποιήσεις, Συμπληρώσεις ή Αντικαταστάσεις των Γενικών Όρων

Στη ρήτρα 3 (Διαφοροποιήσεις, Συμπληρώσεις ή Αντικαταστάσεις των Γενικών Όρων), με :

α) Διαγραφή της ρήτρας 3.4 (στ) και αντικατάστασής της με τα ακόλουθα:

"στ) (Τροποποιήσεις του νόμου της ΕΕΣΥΠ) Το δικαιούχο κράτος μέλος δεσμεύεται ότι:

(i) οποιεσδήποτε αλλαγές απαιτούνται στο νόμο της ΕΕΣΥΠ ή άλλους νόμους ή κανονισμούς του δικαιούχου κράτους μέλους, προκειμένου να εφαρμοστούν πλήρως οι υποχρεώσεις εκάστου των μερών του δικαιούχου κράτους μέλους και της ΕΕΣΥΠ, βάσει της Σύμβασης ή για να δοθεί πλήρης ισχύς στη Συμφωνία Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων, καθώς, και χωρίς περιορισμό, προκειμένου:

(Α) να παρασχεθεί ασφάλεια στον ΕΜΣ · ή

(Β) να εκπληρωθούν δεσμεύσεις (συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων ενημέρωσης),

θα εφαρμοστούν αμέσως μετά από διαβούλευση με τον ΕΜΣ (σε διαβούλευση με την Επιτροπή, την ΕΚΤ και, όπου απαιτείται ενδεχομένως, το ΔΝΤ) · και

(ii) εκτός από τις απαιτούμενες:

(Α) σύμφωνα με την παράγραφο (i) παραπάνω και / ή

(Β) για την εφαρμογή οποιασδήποτε οδηγίας, κανονισμού ή άλλου νόμου της ΕΕ,

οποιαδήποτε τροποποίηση του νόμου της ΕΕΣΥΠ δεν θα θίγει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα του ΕΣΜ βάσει της σύμβασης. "

β) Εισαγωγή των ακολούθων νέων ρητρών 3.4 (ζ) και (η) (με επακόλουθη επανάληψη της αρίθμησης των επόμενων υφιστάμενων ρητρών στο άρθρο 3.4):

"(Ζ) (Τροποποιήσεις του Εσωτερικού Κανονισμού της ΕΕΣΥΠ) Το δικαιούχο κράτος μέλος, ως μοναδικός μέτοχος της ΕΕΣΥΠ, δεσμεύεται ότι οποιαδήποτε τροποποίηση του Εσωτερικού Κανονισμού της ΕΕΣΥΠ που εγκρίνεται από αυτό, δεν θα θίγει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα του ΕΜΣ βάσει της Σύμβασης.

(η) (εταιρείες της ΕΕΣΥΠ) Η ΕΕΣΥΠ δεσμεύεται ότι:

(i) θα διατηρεί {και θα φροντίζει ώστε κάθε Εταιρεία της ΕΕΣΥΠ να διατηρεί (στο βαθμό που είναι εφικτό, σύμφωνα με το επίπεδο ελέγχου και συμμετοχής της ΕΕΣΥΠ σε κάθε τέτοια Εταιρεία)}, επιβάλλει και ασκεί όλα τα συμβατικά δικαιώματα, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα μερίσματος και άλλα νόμιμα δικαιώματά της, όπως αυτά εφαρμόζονται κατά τη συνήθη πορεία της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της ·

(ii) δεν θα συνάπτει {και θα φροντίσει, ώστε κάθε Εταιρεία της ΕΕΣΥΠ δεν θα συνάπτει (στον βαθμό που είναι εφικτό με το επίπεδο ελέγχου και συμμετοχής της ΕΕΣΥΠ σε κάθε τέτοια εταιρεία της)} συμφωνίες ή προβαίνει σε αγορά, εκποίηση ή άλλου είδους συναλλαγή σε στοιχεία ενεργητικού ή χορηγεί εγγυήσεις ή αναλαμβάνει υποχρεώσεις έναντι οποιουδήποτε τρίτου, άλλες εκτός από αυτές :

(Α) που προβλέπονται στο νόμο της ΕΕΣΥΠ ή το ν. 2190/1920 ή

(Β) εντάσσονται στη συνήθη πορεία των εργασιών της και υπό την «αρχή των ίσων αποστάσεων» · και

(iii) δεν θα προβαίνει σε καμία προσφορά εξαγοράς ή επαναγοράς των μετοχών της ή προβαίνει με άλλο τρόπο σε μείωση του κεφαλαίου της εκτός από την διανομή κερδών ως μέρισμα σύμφωνα με τον νόμο της ΕΕΣΥΠ».

γ) Εισαγωγή νέας ρήτρας 3.6 (με επακόλουθη επανάληψη της αρίθμησης των επόμενων υφιστάμενων ρητρών στη ρήτρα 3):

"3.6 Αποπληρωμή, πρόωρη εξόφληση και υποχρεωτική εξόφληση

Εκτός από τις διατάξεις της ρήτρας 8 (Επιστροφή, Πρόωρη Εξόφληση, Υποχρεωτική Επιστροφή και Ακύρωση) των Γενικών Όρων, ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις:

(α) (Αποπληρωμή μετά από την είσπραξη Επιλέξιμου μερίσματος της ΕΕΣΥΠ) Κατά τη λήψη οποιουδήποτε Επιλέξιμου μερίσματος της ΕΕΣΥΠ, το δικαιούχο κράτος μέλος:

(i) ενημερώνει εγκαίρως τον ΕΜΣ γραπτώς για την ημερομηνία είσπραξης και το ποσό του εν λόγω μερίσματος της ΕΕΣΥΠ, και

(ii) με έγγραφη ειδοποίηση του ΕΜΣ (ή την ημερομηνία ή τις ημερομηνίες που καθορίζονται στην ειδοποίηση αυτή) και με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (β) παρακάτω, επιστρέφει μέρος οποιασδήποτε διευκόλυνσης που ζητείται από τον ΕΜΣ (μαζί με δεδουλευμένους τόκους και οποιασδήποτε άλλα ποσά οφείλονται σε σχέση με αυτό το μέρος), με το μέρος αυτό να μην υπερβαίνει το ποσό που εισπράττει το δικαιούχο κράτος μέλος από την ΕΕΣΥΠ σχετικά με το εν λόγω επιλέξιμο μέρισμα της ΕΕΣΥΠ.

(β) (Κατανομή των εσόδων) Τα ποσά που εισπράττει o ΕΜΣ σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο (α) εφαρμόζονται ως εξής:

(i) Πρώτον - προς πρόωρη αποπληρωμή της χρηματοδοτικής συνδρομής, η οποία έχει προγραμματιστεί για αποπληρωμή κατά την περίοδο που αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία ο ΕΜΣ λαμβάνει την πληρωμή που έγινε σύμφωνα με την παράγραφο (α) ανωτέρω και λήγει την ημερομηνία που είναι δώδεκα μήνες μετά (η περίοδος αυτή είναι η "περίοδος Επιλέξιμων Αποπληρωμών"), και

(ii) Δεύτερον, ως προς οποιοδήποτε υπόλοιπο - προς πρόωρη αποπληρωμή χρηματοδοτικής συνδρομής που είναι πληρωτέα μετά τη λήξη της περιόδου των Επιλέξιμων Αποπληρωμών, κατά σειρά ωριμότητας, αποπληρώνοντας χρηματοδοτική συνδρομή που λήγει συντομότερα.

(γ) (Προβλεπόμενη αποπληρωμή) Κάθε πληρωμή που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις παραγράφους (α) και (β) ανωτέρω θεωρείται ως επιστροφή που γίνεται σύμφωνα με τη ρήτρα 8.8 των Γενικών Όρων.

(δ) (Έγκαιρη διανομή) Η ΕΕΣΥΠ δεν καθυστερεί αδικαιολόγητα τη δήλωση και τη διανομή μερισμάτων στο δικαιούχο κράτος μέλος. "

δ) Στο τέλος της παραγράφου 3.6 (γ) (Αναφορά) (που επαναριθμείται στο σημείο 3.7 (γ) ως αποτέλεσμα της εισαγωγής που περιγράφεται στο σημείο 3.4 (γ) ανωτέρω), εισάγοντας το ακόλουθο πρόσθετο κείμενο:

"Κάθε ένα μέρος από το δικαιούχο κράτος μέλος και την ΕΕΣΥΠ δεσμεύεται περαιτέρω να παρέχει στον ΕΜΣ οποιαδήποτε πληροφορία απαιτείται εύλογα από τον ΕΜΣ σε σχέση με την ΕΕΣΥΠ ή οποιαδήποτε εταιρεία της ΕΕΣΥΠ(στο βαθμό που δεν απαγορεύεται από το νόμο ή δεν αποτελεί προνομιακή πληροφόρηση που καλύπτεται από υποχρέωση απορρήτου)".

ε) Στη ρήτρα 3.6 στοιχείο στ) (Πληροφορίες για τον παρατηρητή του Διοικητικού Συμβουλίου) (που επαναριθμείται στο σημείο 3.7 στοιχείο στ) ως αποτέλεσμα του σημείου 3.4 (γ) ανωτέρω), αντικαθιστώντας την αναφορά σε "πληροφορίες για παρατηρητή του Διοικητικού Συμβουλίου" με τις λέξεις "Πληροφορίες για τον παρατηρητή του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης".

στ) Εισαγωγή των ακόλουθων νέων άρθρων 3.7 (η), (θ) και (ι):

"(η) (Πληροφορίες για τον παρατηρητή του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΕΣΥΠ) Η ΕΕΣΥΠ αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει στον ΕΜΣ:

(i) το χρονοδιάγραμμα των συνεδριάσεων και των συζητήσεων του διοικητικού συμβουλίου της ΕΕΣΥΠ· και

(ii) την προτεινόμενη ημερήσια διάταξη κάθε τέτοιας συνεδρίασης ή συζήτησης,

έγκαιρα μετά την προετοιμασία κάθε τέτοιου εγγράφου και η ΕΕΣΥΠ αναλαμβάνει επίσης την υποχρέωση να κοινοποιεί κάθε τέτοιο έγγραφο στον παρατηρητή που διορίζει από κοινού η Επιτροπή και ο ΕΜΣ(όπως ορίζεται στον νόμο της ΕΕΣΥΠ) συγχρόνως με την κοινοποίηση του εγγράφου αυτού στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΕΣΥΠ.

(θ) (ΕΕΣΥΠ- πληροφορίες εσωτερικής διακυβέρνησης) Το δικαιούχο κράτος μέλος αναλαμβάνει:

(i) να γνωστοποιήσει αμελλητί τον ΕΜΣ όταν λάβει γνώση οποιασδήποτε πρότασης για ουσιώδη τροποποίηση του νόμου για την ΕΕΣΥΠ ή του Εσωτερικού Κανονισμού της ΕΕΣΥΠ, και τις λεπτομέρειες αυτής της τροποποίησης και να παράσχει στο ΕΜΣ τις περαιτέρω πληροφορίες που μπορεί εύλογα να απαιτήσει ο ΕΜΣ σε σχέση με την εν λόγω τροποποίηση ·

(ii) να παρέχει στον ΕΜΣ οποιαδήποτε στρατηγική καθοδήγηση δίνει ο Υπουργός Οικονομικών του δικαιούχου κράτους μέλους στην ΕΕΣΥΠ για τους σκοπούς του στρατηγικού σχεδίου της ΕΕΣΥΠ και όπως περιγράφεται στον νόμο ΕΕΣΥΠ, μετά την έκδοση αυτών των κατευθύνσεων στην ΕΕΣΥΠ· και

(iii) να παρέχει στο ΕΣΜ κάθε στρατηγικό σχέδιο της ΕΕΣΥΠ, όπως περιγράφεται στον νόμο της ΕΕΣΥΠ, εφόσον το έγγραφο αυτό εγκριθεί από τη γενική συνέλευση της ΕΕΣΥΠ (η ΕΕΣΥΠ με την παρούσα συναινεί η αποστολή του σχετικού εγγράφου να γίνεται από το δικαιούχο κράτος μέλος στον ΕΜΣ).

ζ)(ΕΕΣΥΠ- άλλες πληροφορίες) Η ΕΕΣΥΠ αναλαμβάνει την υποχρέωση να:

(i) παρέχει στον ΕΜΣ τις οικονομικές καταστάσεις του εξαμήνου (μη ελεγμένες) και ετήσιες (ελεγμένες σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης, όπως ισχύουν κάθε φορά), μόλις αυτές είναι διαθέσιμες και εν πάση περιπτώσει εντός της σχετικής περιόδου που καθορίζεται στον Εσωτερικό κανονισμό της ·

(ii) παρέχει στον ΕΜΣ οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με οποιοδήποτε γεγονός το οποίο εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται να προκαλέσει την εμφάνιση ενός Γεγονότος Αθέτησης, εγκαίρως αφού λάβει γνώση (και τα τυχόν μέτρα που λήφθηκαν, εάν συντρέχει τέτοια περίπτωση, για την αποκατάστασή του) και

(iii) κοινοποιεί στον ΕΜΣ οποιαδήποτε πρόταση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΕΣΥΠ στη γενική συνέλευση της ΕΕΣΥΠ σε σχέση με τη δήλωση ή διανομή μερίσματος από την ΕΕΣΥΠ και των λεπτομερειών αυτής της πρότασης, με την υποβολή της σχετικής πρότασης στη γενική συνέλευση της ΕΕΣΥΠ και των λεπτομερειών οποιασδήποτε έγκρισης από τη γενική συνέλευση της ΕΕΣΥΠ για τη διανομή μερίσματος. "

η) Στην παράγραφο 3.9 (εγγύηση και αποζημίωση) (που επαναριθμείται στο άρθρο 3.10 ως αποτέλεσμα της εισαγωγής που περιγράφεται στο σημείο 3.4 (γ) ανωτέρω), εισάγοντας μια νέα παράγραφο 3.10 (γ) ως εξής:

"Γ) Στη ρήτρα 14 (Εγγύηση και αποζημίωση) των Γενικών Όρων:

(i) Η ρήτρα 14.1 πρέπει να ερμηνεύεται ως εάν η αναφορά στην "παρούσα ρήτρα 14" διαβάζεται ως έ "ρήτρα 14.2".

(ii) εκτός από την εγγύηση που προβλέπεται στο άρθρο 14.2, εφαρμόζεται νέα ρήτρα 14.2A, ως εξής:

"14.2A Η ΕΕΣΥΠ αμετάκλητα και άνευ όρων:

14.2Α.1 εγγυάται στον ΕΜΣ την έγκαιρη εκπλήρωση από το δικαιούχο κράτος μέλος των υποχρεώσεων του δικαιούχου κράτους μέλους βάσει της σύμβασης.

14.2Α.2 υπόσχεται στον ΕΜΣ ότι κάθε φορά που το δικαιούχο κράτος μέλος δεν καταβάλλει ποσό οφειλόμενο βάσει ή σε σχέση με τη Σύμβαση, η ΕΕΣΥΠ μετά από αίτημα θα φέρει την ευθύνη καταβολής αυτού του ποσού σαν να ήταν ο κύριος οφειλέτης, εφόσον τα συνολικά καταβλητέα ποσά βάσει αυτής της εγγύησης δεν θα υπερβαίνουν συνολικά τα 25.000.000.000 ευρώ. και

14.2Α.3 συμφωνεί με τον ΕΜΣ ότι εάν οποιαδήποτε εγγύηση που εγγυάται είναι ή καθίσταται μη εκτελεστή, άκυρη ή παράνομη, ανεξάρτητα ως αρχική υποχρέωση, αποζημιώνει τον ΕΜΣ αμέσως μετά από αίτημά του έναντι οποιουδήποτε κόστους, απώλειας ή υποχρέωσης ευθύνης που προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαιούχο κράτος μέλος δεν καταβάλλει κανένα ποσό το οποίο θα καταβαλλόταν στο πλαίσιο της σύμβασης, αλλά λόγω μη εκτελεστότητας, ακυρότητας ή παρανομίας δεν καταβάλλεται την ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να καταβληθεί. Το ποσό που καταβάλλει η ΕΕΣΥΠ βάσει αυτής της αποζημίωσης δεν θα υπερβαίνει το ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει σύμφωνα με την εν λόγω ρήτρα 14 εάν το ζητούμενο ποσό ήταν ανακτήσιμο βάσει εγγύησης.

Τα συμβαλλόμενα μέρη ΕΜΣ, το δικαιούχο κράτος μέλος και η ΕΕΣΥΠ αναγνωρίζουν ότι η παροχή της εγγύησης που ορίζεται στην παρούσα ρήτρα 14.2Α πραγματοποιείται στο πλαίσιο και είναι συνεπής με τους σκοπούς της ΕΕΣΥΠ, όπως ορίζονται στον νόμο της ΕΕΣΥΠ σχετικά με τη συμβολή στην απομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων του δικαιούχου κράτους μέλους στον ΕΜΣ. "

(iii) Η ρήτρα 14.3 θα ερμηνευθεί ως εάν η αναφορά στην παράγραφο "Η εγγύηση που αναφέρεται στο άρθρο 14.1" διαβάζεται "Κάθε εγγύηση που ορίζεται στο άρθρο 14".

(iv) Οι ρήτρες 14.4, 14.5 και 14.7.1 θα πρέπει να ερμηνεύονται ως εάν κάθε αναφορά στις εν λόγω ρήτρες η οποία γίνεται σε " Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης" και σε κάθε μία από τις ρήτρες 14.6 και 14.8, διαβάζεται "καθένα μέρος από την ΕΕΣΥΠ και το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης ";

v) Η ρήτρα 14.8.3 θα ερμηνευθεί ως εάν η παραπομπή στην ρήτρα στο "Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης" και στο άρθρο 14.6, η δεύτερη τέτοια παραπομπή και στη ρήτρα 14.8 η τελευταία τέτοια παραπομπή, διαβάζεται ως "είτε της ΕΕΣΥΠ είτε του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης";

(vi) Η ρήτρα 14.7.2 ερμηνεύεται ως εάν η αναφορά σε "από το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης ή σε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης" διαβάζεται ως "είτε από την ΕΕΣΥΠ είτε από το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης ή από οποιαδήποτε υποχρέωση είτε της ΕΕΣΥΠ ή του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης"· και

vii) Η ρήτρα 14.9 θα πρέπει να ερμηνευθεί ως εάν η αναφορά "Αυτή η εγγύηση συμπληρώνεται και δεν είναι" διαβάζεται ως "Οι εγγυήσεις αυτές συμπληρώνονται και δεν είναι".

θ) Εισάγοντας μια νέα ρήτρα 3.11 ως εξής:

"3.11 Άλλες τροποποιήσεις για την ενσωμάτωση της ΕΕΣΥΠ

(α) (Προϋποθέσεις εκταμιεύσεων) Στη ρήτρα 5 (Αιτήσεις, εκταμιεύσεις και Προϋποθέσεις εκταμίευσης) των Γενικών Όρων, η παράγραφος 5.3.3 διαβάζεται ως εάν, μετά τις λέξεις "το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης", περιλαμβάνεται η λέξη "ΕΕΣΥΠ" και μετά τις λέξεις "που ελήφθησαν από τον ΕΜΣ σύμφωνα με τη ρήτρα 4.1.1", περιλαμβάνονται οι λέξεις "ή σε σχέση με την τροποποιητική σύμβαση".

(β) (Αναφορές) Στη ρήτρα 6 (Δηλώσεις, εγγυήσεις και υποσχέσεις) των Γενικών Όρων:

(i) Η ρήτρα 6.1 των Γενικών Όρων θα πρέπει να διαβάζεται ως εάν, μετά τις λέξεις "το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης", περιλαμβάνεται η λέξη "ΕΕΣΥΠ".

(ii) Η ρήτρα 6.1.1 των Γενικών Όρων θα πρέπει να διαβάζεται ως εάν, μετά τις λέξεις «σύμφωνα με το άρθρο 4.1.1», περιλαμβάνονται οι λέξεις «ή σε σχέση με την τροποποιητική σύμβαση». και

(iii) Η ρήτρα 6.1.2 των Γενικών Όρων θα πρέπει να ερμηνευθεί σαν να περιέχει στο τέλος της ρήτρας τις λέξεις «v) υποχρεώσεις της ΕΕΣΥΠ σε σχέση με αυτή τη χρηματοδοτική διευκόλυνση».

(γ) (Υποχρεώσεις) Στη ρήτρα 6 (Δηλώσεις, εγγυήσεις και υποσχέσεις) των Γενικών Όρων, οι ρήτρες 6.2.7, 6.2.8, 6.2.9 και 6.3 θα ερμηνεύονται ως εάν κάθε αναφορά στις εν λόγω ρήτρες στο «Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης» διαβάζεται "η ΕΕΣΥΠ και το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης" (με την προϋπόθεση ότι το άρθρο 6.3.4 δεν ισχύει για την ΕΕΣΥΠ).

(δ) (Αρνητική δέσμευση) Στη ρήτρα 6 (Δηλώσεις, εγγυήσεις και υποσχέσεις) των Γενικών Όρων, η παράγραφος 6.3.1 διαβάζεται ως εάν, μετά τις λέξεις "περιουσιακά στοιχεία ή έσοδα του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης σε σχέση με αυτά" συμπεριλαμβάνονται οι λέξεις «(στην περίπτωση του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης) ή στα περιουσιακά στοιχεία ή τα έσοδα της ΕΕΣΥΠ(στην περίπτωση της ΕΕΣΥΠ)» και μετά τις λέξεις «το δικαιούχο κράτος μέλος», περιλαμβάνονται οι λέξεις «ΕΕΣΥΠ».

(ε) (Γεγονότα Καταγγελίας) Στη ρήτρα 10 (Γεγονότα Καταγγελίας) των Γενικών Όρων, οι ρήτρες 10.1.1, 10.1.2, 10.1.4, 10.1.5 και 10.1.6 θα ερμηνεύονται ως εάν κάθε αναφορά σε αυτές τις ρήτρες για το "Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης" και στη ρήτρα 10.1.3 την πρώτη τέτοια αναφορά, συμπεριλαμβάνονται οι λέξεις "ή ΕΕΣΥΠ". Η ρήτρα 10.1.3 θα πρέπει να διαβάζεται ως ένα η αναφορά στο «"Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης (εάν υπάρχει)" ακολουθείται από τις λέξεις "ή την ΕΕΣΥΠ"

(στ) (Υποχρεώσεις Ενημέρωσης) στη ρήτρα 11 (Υποχρεώσεις Ενημέρωσης) των Γενικών Όρων, η ρήτρα 11.3 θα ερμηνευθεί ως εάν μετά τις λέξεις «τη νομική γνωμοδότηση που αναφέρεται στη ρήτρα 4.1.1 ανωτέρω» περιλαμβάνονται οι λέξεις «ή σε σχέση με την τροποποιητική σύμβαση».

(ζ) (Επιθεωρήσεις, πρόληψη της απάτης και έλεγχος) στη ρήτρα 12 (Υποχρεώσεις που αφορούν τις επιθεωρήσεις, την πρόληψη της απάτης και τους ελέγχους) των Γενικών Όρων:

(i) Η ρήτρα 12.2 πρέπει να ερμηνεύεται ως εάν η αναφορά στο "Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους" ακολουθείται από τις λέξεις "ή την ΕΕΣΥΠ" και ως εάν η δεύτερη αναφορά στο "Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης (εάν υπάρχει)", ακολουθείται από τις λέξεις « ΕΕΣΥΠ» και

(ii) Η ρήτρα 12.3 θα ερμηνευθεί ως εάν η αναφορά στο "Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης (εάν υπάρχει)" ακολουθείται από τις λέξεις "ΕΕΣΥΠ".

(η) (Εφαρμοστέο δίκαιο και επίλυση διαφορών ) στη ρήτρα 16 (εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία) των Γενικών Όρων:

(i) Η ρήτρα 16.2 θα ερμηνευθεί ως εάν η αναφορά σε "ούτε το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης (εάν υπάρχει)" ακολουθείται από τη φράση "ούτε η ΕΕΣΥΠ". και

(ii) Η ρήτρα 16.3 θα ερμηνευθεί σαν να είχε προηγηθεί η αναφορά «ΕΕΣΥΠ» των λέξεων «και το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης»

(θ) (Έγγραφα εκταμίευσης) σε:

(i) Παράρτημα 3 (Έντυπο Αίτησης Εκταμίευσης) των Γενικών Όρων, η ΕΕΣΥΠ συμπεριλαμβάνεται ως αποδέκτης για την παραλαβή αντιγράφων, και

(ii) του Παραρτήματος 4 (Έντυπο Ειδοποίησης αποδοχής) των Γενικών Όρων, η ΕΕΣΥΠ συμπεριλαμβάνεται ως αποδέκτης και ως υπογράφων."

3.5 Παράρτημα 1

Το Παράρτημα 1 (Κατάλογος Επαφών) τροποποιείται με την προσθήκη των ακολούθων:

"Για την ΕΕΣΥΠ:

Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας

[…]

4. ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ -ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Εκτός από τις ρήτρες της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης που τροποποιούνται από τις διατάξεις της ρήτρας 3 της παρούσας Τροποποιητικής Σύμβασης, όλες οι άλλες ρήτρες της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης παραμένουν αμετάβλητες.

5. ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ

(α) (Υφιστάμενα μέρη) Κάθε μέρος από το δικαιούχο κράτος μέλος και το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης δηλώνουν και εγγυώνται ότι οι δηλώσεις της ρήτρας 6 (Δηλώσεις, εγγυήσεις και δεσμεύσεις) των Γενικών Όρων:

(i) παραμένουν αληθείς και ακριβείς από την ημερομηνία της εκτέλεσης της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης και δεν υφίσταται Γεγονός καταγγελίας που εκκρεμεί στο πλαίσιο της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης κατά την ημερομηνία της παρούσας. και

(ii) είναι αληθείς και ακριβείς από την ημερομηνία εκτέλεσης της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι, για τους σκοπούς της παρούσας ρήτρας 5 (α) (ii), η ρήτρα 6 (Δηλώσεις, Εγγυήσεις και Υποσχέσεις) των Γενικών Όρων θεωρείται ότι οι αναφορές στη "Σύμβαση" ήταν παραπομπές στην παρούσα τροποποιητική Σύμβαση.

(β) (ΕΕΣΥΠ) Η ΕΕΣΥΠ δηλώνει και εγγυάται ότι:

(i) οι υποχρεώσεις της ΕΕΣΥΠ, όπως καθορίζονται στην παρούσα τροποποιητική Σύμβαση και στη Σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (όπως τροποποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης) δεν απαγορεύονται ή εμποδίζονται από τη νομική μορφή της ΕΕΣΥΠ, όπως αυτή έχει συσταθεί βάσει του ελληνικού νόμου 4389 / 2016; και

(ii) οι δηλώσεις στις ρήτρες 6.1.2, 6.1.3 και 6.1.4 των Γενικών Όρων είναι αληθείς και ακριβείς σε σχέση με την ΕΕΣΥΠ από την ημερομηνία της εκτέλεσης της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι για τους σκοπούς της παρούσας η ρήτρα 5 (β), η ρήτρα 6.1.2 των Γενικών Όρων θα ερμηνευθεί ως εάν στο τέλος της ρήτρας, περιλαμβάνονται οι λέξεις «v) υποχρεώσεις της ΕΕΣΥΠ σε σχέση με τη χρηματοδοτική διευκόλυνση έναντι της ΕΕΣΥΠ ».

6. ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Η ρήτρα 16 των Γενικών Όρων (Εφαρμοστέο Δίκαιο και Δικαιοδοσία) εφαρμόζεται στην παρούσα τροποποιητική Σύμβαση, υπό την προϋπόθεση ότι για τους σκοπούς της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης θα πρέπει να θεωρηθεί ότι οι αναφορές στην "Σύμβαση " είναι αναφορές στην παρούσα τροποποιητική Σύμβαση και υπό τον όρο ότι:

(α) Η ρήτρα 16.2 θα ερμηνευθεί ως εάν η αναφορά σε "ούτε το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης (εάν υπάρχει)" ακολουθείται από τη φράση "ούτε η ΕΕΣΥΠ", και

β) Η ρήτρα 16.3 θα ερμηνευθεί ως εάν της αναφοράς "και το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης" έχει προηγηθεί η λέξη " ΕΕΣΥΠ".

7. ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Μετά την υπογραφή της από όλα τα Μέρη, η παρούσα Τροποποιητική Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ μόλις παραληφθεί από τον ΕΜΣ:

α) νομική γνωμοδότηση ικανοποιητική για αυτόν, την οποία θα δώσει:

(i) ο Νομικός Σύμβουλος του δικαιούχου κράτους μέλους ·

(ii) ο νομικός σύμβουλος του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης · και

(iii) ο νομικός σύμβουλος της ΕΕΣΥΠ,

με το περιεχόμενο και τη μορφή που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα 1 (έντυπα νομικών γνωμοδοτήσεων) της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης · και

(β) επίσημο έγγραφο από την ΕΕΣΥΠ που αναφέρει τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράψουν αυτήν την τροποποιητική Σύμβαση και κάθε άλλο έγγραφο που πρέπει να παραδοθεί στο πλαίσιο ή σε σχέση με τη σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (όπως τροποποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης) (και το οποίο εγκρίνει έγκυρα η ΕΕΣΥΠ) και περιέχει τα υποδείγματα των υπογραφών αυτών.

8. ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

Η παρούσα σύμβαση και τα σχετικά πρότυπα (εφόσον υπάρχουν) εκτελούνται από κάθε συμβαλλόμενο μέρος σε πέντε (5) πρωτότυπα στην αγγλική γλώσσα, κάθε ένα εκ των οποίων συνιστά αυθεντική πράξη

9. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

9.1 Τα Παραρτήματα της παρούσας τροποποιητικής σύμβασης αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας και από την ημερομηνία της παρούσας τροποποιητικής σύμβασης περιλαμβάνουν:

Παράρτημα 1. Μορφές νομικών γνωμοδοτήσεων

Παράρτημα 2: Λίστα επαφών»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 110

Τροποποίηση ν. 2960/2001

Στο ν. 2960/2001 (Α΄ 265) προστίθεται νέο άρθρο 119Β ως ακολούθως:

«Άρθρο 119Β

ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΙΣ BIOMHXANOΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΚΑΠΝΩΝ

1. Οι επιχειρήσεις καπνικών προϊόντων και συγκεκριμένα οι αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια, οι εισαγωγείς βιομηχανοποιημένων καπνών από τρίτη χώρα και οι παραλήπτες βιομηχανοποιημένων καπνών από άλλο κράτος μέλος κοινοποιούν κατάλογο των εμπορικών τους σημάτων ή των σημάτων για τα οποία διαθέτουν άδεια χρήσης προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθώς και τα στοιχεία γνησιότητας, όπως τροποποιούνται και ισχύουν. Η πρώτη υποβολή του καταλόγου αυτού λαμβάνει χώρα εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου. Για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην υποβολή του καταλόγου των εμπορικών σημάτων επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) με ανώτατο όριο τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ με καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου, στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης καπνικών προϊόντων ή το υποκατάστημα, σε περίπτωση που η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια. Ο κατάλογος αυτός υποχρεωτικά επανυποβάλλεται επικαιροποιημένος από όλους τους ανωτέρω εντός μηνός από την προσθήκη ή διαγραφή εμπορικού σήματος.

2. Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης πενήντα χιλιάδων (50.000) και άνω τεμαχίων βιομηχανοποιημένων καπνών, που φέρουν τα εμπορικά σήματα οποιασδήποτε επιχείρησης καπνικών προϊόντων από τις μνημονευόμενες στην παρ. 1, η οποία διενεργήθηκε από οποιαδήποτε τελωνειακή αρχή ή άλλη υπηρεσία με αρμοδιότητα για τη δίωξη του λαθρεμπορίου, η Α.Α.Δ.Ε., εντός τριάντα (30) εργασίμων ημερών από την επιβολή της κατάσχεσης, προβαίνει σε γνωστοποίηση της κατάσχεσης στην επιχείρηση, με επιστολή της, που κοινοποιείται στην επιχείρηση από υπάλληλο της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, συντασσομένου αποδεικτικού επίδοσης, η οποία περιλαμβάνει:

(α) την ημερομηνία, ώρα και τόπο της κατάσχεσης,

(β) τη μάρκα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών όπως αναφέρεται στη συσκευασία, και, εφόσον υπάρχει, οποιαδήποτε ένδειξη ως προς την προοριζόμενη αγορά λιανικής πώλησης,

(γ) οποιεσδήποτε ενδείξεις ταυτότητας εμφανίζονται στη συσκευασία master case ή στις κούτες ή στα πακέτα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, (δ) την ποσότητα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα (1) γραμμάριο λεπτοκομμένου καπνού για στριφτά τσιγάρα θα θεωρείται ως αντίστοιχο ενός τεμαχίου τσιγάρου.

3. Εντός τριάντα (30) εργάσιμων ημερών από τη γνωστοποίηση της κατάσχεσης στην επιχείρηση, μικτά κλιμάκια από εκπροσώπους της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης και της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε. αφενός και η επιχείρηση καπνικών προϊόντων δια των εκπροσώπων της αφετέρου, μετά από πρόσκληση που κοινοποιείται σε αυτούς από υπάλληλο της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής προ πέντε (5) ημερών, συντασσομένου αποδεικτικού επίδοσης, μεταβαίνουν στην Τελωνειακή Υπηρεσία ή όπου αλλού φυλάσσονται τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης καπνικών προϊόντων και λαμβάνουν τέσσερα όμοια δείγματα βιομηχανοποιημένων καπνών για εργαστηριακή εξέταση, δύο για την επιχείρηση και δύο για την Α.Α.Δ.Ε.

4. Εάν τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά είναι λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης, αυτή υποχρεούται εντός τριάντα (30) ημερών από την κατά τα ανωτέρω γνωστοποίηση της κατάσχεσης, σε απάντηση, η οποία αποσκοπεί στην ενημέρωση της Τελωνειακής Αρχής και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή των πληρωμών. Η απάντηση περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η επιχείρηση σχετικά με τα ακόλουθα:

(α) τον τόπο κατασκευής των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(β) την ημερομηνία κατασκευής των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(γ) τη χώρα προορισμού των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών και την προοριζόμενη αγορά λιανικής πώλησης,

(δ) οποιαδήποτε ενδιάμεση αποθήκευση και αποστολή,

(ε) την ταυτότητα του πρώτου αγοραστή των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(στ) την ταυτότητα οποιουδήποτε γνωστού μεταγενέστερου αγοραστή των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(ζ) τα τιμολόγια που εκδόθηκαν προς τον πρώτο αγοραστή σχετικά με τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά και

(η) τα αρχεία πληρωμών από τον πρώτο αγοραστή για οποιαδήποτε κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά.

Η επιχείρηση μπορεί μέσα την ίδια προθεσμία να προσκομίσει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκρίνιση.

5. Σε βάρος της επιχείρησης καπνικών προϊόντων επιβάλλεται αμελλητί, με καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου, στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η έδρα της επιχείρησης καπνικών προϊόντων ή το υποκατάστημα, σε περίπτωση που η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια, η υποχρεωτική πληρωμή προς το Ελληνικό Δημόσιο :

(α) Ποσού που ισούται με το 100% των φόρων και δασμών που θα βεβαιώνονταν εάν τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης καπνικών προϊόντων είχαν διατεθεί νόμιμα προς ανάλωση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας.

(β) Εάν τα γνήσια βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης που έχουν κατασχεθεί εντός ενός ημερολογιακού έτους στην Ελληνική Επικράτεια, ανέρχονται σε συνολικό αριθμό που υπερβαίνει τα είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) τεμάχια, η επιχείρηση προβαίνει σε συμπληρωματική πληρωμή ποσού ίσου με το 200% του ποσού των φόρων και δασμών επί του συνόλου των ποσοτήτων που έχουν κατασχεθεί εντός του έτους αυτού, οι οποίοι θα βεβαιώνονταν εάν τα βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης είχαν διατεθεί νόμιμα προς λιανική πώληση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εφόσον η ποσότητα των κατασχεμένων βιομηχανοποιημένων καπνών ανέρχεται σε συνολικό αριθμό που υπερβαίνει τα σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) τεμάχια, η επιχείρηση θα προβαίνει σε συμπληρωματική πληρωμή ποσού ίσου με το 400% του ποσού των φόρων και δασμών επί του συνόλου των ποσοτήτων που έχουν κατασχεθεί εντός του έτους αυτού, οι οποίοι θα βεβαιώνονταν εάν τα βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης είχαν διατεθεί νόμιμα προς λιανική πώληση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το ποσό της περίπτωσης αυτής διατίθεται για την χρηματοδότηση των προσπαθειών καταπολέμησης της λαθραίας διακίνησης καπνικών προϊόντων.

Εφόσον η επιχείρηση καπνικών προϊόντων είναι νομικό πρόσωπο, η πληρωμή επιβάλλεται στο νομικό πρόσωπο. Το δικαίωμα του Προϊσταμένου του Τελωνείου προς έκδοση της καταλογιστικής πράξης υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, αρχόμενη από το τέλος του έτους εντός του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση. Κατά τα λοιπά, ως προς την τηρητέα διοικητική διαδικασία και την άσκηση δικαστικής προσφυγής, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 142 παρ. 4, 150 παρ. 4 και 152 παρ. 3,5,6 και 7 του παρόντος Κώδικα.

6. Οι προϋποθέσεις του καταλογισμού δεν συντρέχουν, αν τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά εκλάπησαν από τρίτους ή διέφυγαν της κατοχής της επιχείρησης από λόγους ανωτέρας βίας. Σε περίπτωση κλοπής, η επιχείρηση οφείλει να αποδείξει ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την αποτροπή της και να προσκομίσει τουλάχιστον αντίγραφο της μήνυσης που υπέβαλε για το αδίκημα της κλοπής, πριν από την κατάσχεση της παρ. 2, καθώς και αντίγραφο της καταχώρησης του περιστατικού της κλοπής στο βιβλίο συμβάντων της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Σε περίπτωση λόγου ανώτερης βίας, η επιχείρηση υποχρεούται να προσκομίσει, τουλάχιστον, βεβαίωση της αρμόδιας για την αντιμετώπισή του δημόσιας αρχής, ότι συνέβη το περιστατικό και η απώλεια των βιομηχανοποιημένων καπνών. Εάν μεταγενέστερα με αμετάκλητη ποινική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα αποδειχθεί ότι δεν έλαβε χώρα η ανωτέρω κλοπή, αναβιώνει η υποχρέωση της επιχείρησης να καταβάλει τα καταλογισθέντα ποσά για τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της που είχαν κατασχεθεί. Κατά το χρονικό διάστημα από τη διάπραξη της παράβασης μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η ποινική απόφαση ή το βούλευμα, αναστέλλεται η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να εκδώσει την καταλογιστική πράξη.

7. Τα ποσά που καταλογίζονται κατά τα ανωτέρω δεν έχουν το χαρακτήρα του διοικητικού προστίμου ή της ποινικής κύρωσης, αλλά επιβάλλονται ως αποζημίωση οφειλόμενη στο πλαίσιο αντικειμενικής ευθύνης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για το γεγονός της εκτροπής των βιομηχανοποιημένων καπνών της επιχείρησης στο παράνομο εμπόριο, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα επιχείρησης, ακόμη και εάν η επιχείρηση είχε συμμορφωθεί από κάθε άποψη προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις ισχύουσες τελωνειακές διατάξεις.

Η καταβολή των ανωτέρω πληρωμών ουδόλως εμποδίζει την κατά τις κείμενες διατάξεις έρευνα και τον κολασμό τυχόν λαθρεμπορικών παραβάσεων που έλαβαν χώρα σε σχέση με την ποσότητα βιομηχανοποιημένων καπνών που κατασχέθηκαν.

8. Με Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα της διαδικασίας της δειγματοληψίας, της διαδικασίας της χημικής εξέτασης των δειγμάτων, της οριστικοποίησης των αποτελεσμάτων της χημικής εξέτασης και κάθε άλλης αναγκαίας λεπτομέρειας για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.».

Άρθρο 111

Τροποποίηση διατάξεων Κώδικα ΦΠΑ

1. Η παρ. 2 του άρθρου 19 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000, Α΄ 248) αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Κατ' εξαίρεση, στις πιο κάτω περιπτώσεις, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται:

α) για τις πράξεις παράδοσης αγαθών, που αναφέρονται στο άρθρο 7, καθώς και για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών, που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ του άρθρου 12, η τρέχουσα τιμή αγοράς των αγαθών ή παρόμοιων αγαθών ή, αν δεν υπάρχει τιμή αγοράς, το κόστος των αγαθών, κατά το χρόνο πραγματοποίησης των πράξεων αυτών,

β) για τις προβλεπόμενες από τις περίπτ. α΄ και β΄ του άρθρου 9 παροχές υπηρεσιών, το σύνολο των εξόδων που αναλογούν στην εκτέλεση της παροχής των υπηρεσιών αυτών,

γ) για την παροχή υπηρεσιών, που προβλέπει η διάταξη της περίπτ. γ΄ του άρθρου 9, για την ανταλλαγή αγαθών, καθώς και για κάθε περίπτωση που η αντιπαροχή δεν συνίσταται σε χρήμα, η κανονική αξία τους,

δ) για την παράδοση αγαθών και την παροχή υπηρεσιών, μεταξύ συγγενικών ή/και συνδεδεμένων προσώπων, όπως αυτά ορίζονται στο ν. 4172/2013, η κανονική αξία, στις περιπτώσεις που η αντιπαροχή είναι κατώτερη αυτής, υπό την προϋπόθεση πως είτε ο προμηθευτής είτε ο λήπτης δεν έχουν πλήρες δικαίωμα έκπτωσης.

Τα παραπάνω ισχύουν και στην περίπτωση που η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών απαλλάσσεται από το φόρο στο εσωτερικό της χώρας, και ο προμηθευτής δεν έχει πλήρες δικαίωμα έκπτωσης.

ε) για τις πράξεις που προβλέπουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 περίπτ. α΄ του άρθρου 6, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται το τίμημα που έλαβε ή πρόκειται να λάβει για τις πράξεις αυτές ο υποκείμενος από τον αγοραστή, τον λήπτη ή τρίτο πρόσωπο, προσαυξημένο με οποιαδήποτε παροχή που συνδέεται με τις πράξεις αυτές.

Για τις παραδόσεις ακινήτων στον κύριο του οικοπέδου που αναθέτει σε εργολάβο την ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η αξία των κτισμάτων που παραδίδονται σε αυτόν, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αξία του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου που αντιστοιχεί σε αυτά. Η αξία αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την αξία των ποσοστών του οικοπέδου που μεταβιβάζονται από τον κύριο του οικοπέδου στον εργολάβο κατασκευαστή ή στον από αυτόν υποδεικνυόμενο τρίτο.

Σε περίπτωση διαχωρισμού της επικαρπίας από την κυριότητα, η αξία της επικαρπίας προσδιορίζεται σε ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 15 του Κώδικα κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία που κυρώθηκε με το ν. 2961/2001 (Α΄ 266), όπως ισχύει.

στ) για τις περιπτώσεις πλειστηριασμού ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται το εκπλειστηρίασμα.

Ως «κανονική αξία», για την εφαρμογή των περιπτώσεων γ) και δ), θεωρείται το συνολικό ποσό το οποίο αυτός που αποκτά αγαθά ή λαμβάνει υπηρεσίες, ευρισκόμενος στο ίδιο στάδιο εμπορίας με το στάδιο κατά το οποίο πραγματοποιείται η παράδοση των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών, θα έπρεπε να καταβάλει κατά το χρόνο της εν λόγω παράδοσης ή παροχής σε ανεξάρτητο προμηθευτή αγαθού ή πάροχο υπηρεσίας στο εσωτερικό της χώρας, υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού, προκειμένου να αποκτήσει το εν λόγω αγαθό ή την υπηρεσία.

Εάν δεν μπορεί να διαπιστωθεί ανάλογη παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, η «κανονική αξία», για την εφαρμογή των περιπτ. γ) και δ), δεν μπορεί να είναι κατώτερη της τιμής της αγοράς των αγαθών αυτών ή παρόμοιων αγαθών ή ελλείψει τιμής αγοράς, του κόστους των αγαθών κατά το χρόνο της παράδοσης και προκειμένου περί υπηρεσιών, από το συνολικό κόστος που συνεπάγεται για τον υποκείμενο στο φόρο η παροχή των υπηρεσιών.».

2. Το άρθρο 39 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Δύνανται να απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης και καταβολής του φόρου υποκείμενοι, οι οποίοι, κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, πραγματοποίησαν παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 2, χωρίς το φόρο προστιθέμενης αξίας, αξίας μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.

Δεν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής οι μεταβιβάσεις ενσώματων ή άυλων αγαθών επένδυσης καθώς και οι απαλλασσόμενες πράξεις χωρίς δικαίωμα έκπτωσης. Επίσης, δύνανται να απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης και καταβολής του φόρου υποκείμενοι κατά το χρόνο έναρξης των εργασιών τους.

2. Οι διατάξεις της παρ. 1 δεν έχουν εφαρμογή,

α) στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος,

β) στους υποκείμενους στο φόρο που δεν είναι εγκαταστημένοι στο εσωτερικό της χώρας,

γ) στην παράδοση καινούργιου μεταφορικού μέσου, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 28,

3. Οι υποκείμενοι που δεν υπερβαίνουν το όριο του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 και επιθυμούν να ενταχθούν στο απαλλασσόμενο καθεστώς, υποβάλλουν δήλωση μεταβολών εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη του φορολογικού έτους με ημερομηνία μεταβολής την έναρξη του φορολογικού έτους.

Οι ανωτέρω προθεσμίες για την ένταξη στο απαλλασσόμενο καθεστώς είναι ανατρεπτικές.

4. Αν ο υποκείμενος στο φόρο ασκεί τη δραστηριότητά του για χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους, προκειμένου να κριθεί αν μπορεί να απαλλαγεί κατά το επόμενο φορολογικό έτος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1, γίνεται αναγωγή της αξίας των παραδόσεων αγαθών ή των παροχών υπηρεσιών που πραγματοποιεί κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, σε ετήσια βάση.

5. Σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου του πρώτου εδαφίου της παρ. 1, ο υποκείμενος στο φόρο εφαρμόζει υποχρεωτικά το κανονικό καθεστώς για τις παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών που ακολουθούν, αρχής γενομένης από την πράξη παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών με την οποία πραγματοποιείται η υπέρβαση του ορίου αυτού και για το σύνολο της αξίας της πράξης αυτής, ανεξάρτητα από τον χρόνο υποβολής της δήλωσης μεταβολών.

6. Οι υποκείμενοι που απαλλάσσονται μπορούν να μεταταχθούν στο κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη του επόμενου φορολογικού έτους.

Η ανωτέρω προθεσμία για την ένταξη στο κανονικό καθεστώς είναι ανατρεπτική.

7. Αν υποκείμενος μετατάσσεται, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, από το ένα καθεστώς στο άλλο, τα αποθέματα των εμπορεύσιμων αγαθών, τα οποία υπάρχουν κατά την τελευταία ημέρα πριν τη μετάταξη, απογράφονται υποχρεωτικά ανά ισχύοντα συντελεστή φόρου, αποτιμώνται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, και υπάρχει υποχρέωση απόδοσης του φόρου που έχει εκπεσθεί για τα αποθέματα, όταν ο υποκείμενος μετατάσσεται από το κανονικό καθεστώς στο απαλλασσόμενο και δικαίωμα έκπτωσης, αντίστοιχα, όταν μετατάσσεται από το απαλλασσόμενο στο κανονικό καθεστώς.

8. Σε κάθε περίπτωση μετάταξης, ο υποκείμενος υποχρεούται να συντάσσει απογραφή των αγαθών επένδυσης, για τα οποία δεν έχει παρέλθει ο χρόνος διακανονισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33.

Τα εν λόγω αγαθά αποτιμώνται στην αξία κτήσης αυτών, η οποία προσαυξάνεται με τις δαπάνες βελτίωσης και επέκτασης, εκτός από τις δαπάνες επισκευής και συντήρησης. Οι μετατασσόμενοι υποκείμενοι, για τον εναπομένοντα χρόνο του διακανονισμού, έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου ή, κατά περίπτωση, υποχρέωση διακανονισμού και καταβολής του φόρου, ανάλογα με το εάν πρόκειται για μετάταξη από το απαλλασσόμενο στο κανονικό καθεστώς ή αντίστροφα.

9. Για τα απογραφόμενα αγαθά, που προβλέπουν οι διατάξεις των προηγούμενων παρ. 7 και 8, υποβάλλεται μέσα σε δύο μήνες από τη μετάταξη, δήλωση που περιλαμβάνει την αξία των αποθεμάτων κατά συντελεστή φόρου και το φόρο που αναλογεί.

Για τους υποκείμενους που μετατάσσονται στο κανονικό καθεστώς ο φόρος αυτός εκπίπτεται με την προβλεπόμενη από το άρθρο 38 δήλωση ΦΠΑ της φορολογικής περιόδου κατά την οποία υποβάλλεται η δήλωση αποθεμάτων. Για τους υποκείμενους που μετατάσσονται στο απαλλασσόμενο καθεστώς, η δήλωση για την απόδοση του φόρου υποβάλλεται εντός ενός μήνα από την υποβολή της δήλωσης του πρώτου εδαφίου.

10. Οι υποκείμενοι της παρ. 1, στις περιπτώσεις που σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας έχουν υποχρέωση έκδοσης φορολογικών στοιχείων, αναγράφουν σε αυτά την ένδειξη «χωρίς φόρο προστιθέμενης αξίας-απαλλαγή μικρών επιχειρήσεων» και δεν δικαιούνται να εκπέσουν το φόρο των εισροών τους.

11. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.»

3. Οι διατάξεις της παρ. 2 ισχύουν από 1.1.2019.

Άρθρο 112

Τροποποίηση των άρθρων 10 και 11 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας

(ν. 4174/2013)

1. α. Οι περίπτ. δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) αντικαθίστανται ως εξής:

«δ. Η Φορολογική Διοίκηση απαιτεί εγγύηση από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που πρόκειται να ασκήσει δραστηριότητα επιχειρηματικού περιεχομένου, εάν:

i) το ίδιο το φυσικό πρόσωπο, οποτεδήποτε κατά το τρέχον και τα προηγούμενα πέντε (5), πριν από την υποβολή της δήλωσης έναρξης, φορολογικά έτη, πτώχευσε ή κατέστη εν γένει αφερέγγυο ή υπήρξε διευθυντής, πρόεδρος, διαχειριστής, διευθύνων σύμβουλος ή πρόσωπο εντεταλμένο στη διοίκηση νομικού προσώπου ή οντότητας ή ήταν «συνδεδεμένο πρόσωπο» κατά το άρθρο 2 του Κ.Φ.Ε. με άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, που πτώχευσαν ή κατέστησαν αφερέγγυα κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, είτε

ii) μέτοχος με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%) ή εταίρος ή μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας υπήρξε οποτεδήποτε κατά το τρέχον και τα προηγούμενα πέντε (5), πριν από την υποβολή της δήλωσης έναρξης, φορολογικά έτη, διευθυντής, πρόεδρος, διαχειριστής, διευθύνων σύμβουλος ή πρόσωπο εντεταλμένο στη διοίκηση νομικού προσώπου ή οντότητας ή ήταν «συνδεδεμένο πρόσωπο» κατά το άρθρο 2 του Κ.Φ.Ε. με άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, που πτώχευσαν ή κατέστησαν εν γένει αφερέγγυα κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο,

και η πτώχευση ή άλλη αφερεγγυότητα είχε ως αποτέλεσμα να οφείλεται στη Φορολογική Διοίκηση κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης έναρξης, συνολική βασική ληξιπρόθεσμη φορολογική οφειλή από φόρο εισοδήματος, φόρο προστιθέμενης αξίας, παρακρατούμενους φόρους μισθωτών υπηρεσιών και πρόστιμα, τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Εξαιρούνται ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές, οι οποίες κατά την υποβολή της δήλωσης τελούν σε αναστολή που έχει χορηγηθεί με προσωρινή διαταγή, δικαστική απόφαση, πράξη διοικητικού οργάνου ή εκ του νόμου καθώς και οφειλές οι οποίες έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής η οποία τηρείται και έχουν καταβληθεί τουλάχιστον τρεις (3) δόσεις αυτής.

Ως αφερέγγυο για την εφαρμογή του παρόντος πρόσωπο, πλέον αυτού που πτώχευσε, νοείται και κάθε πρόσωπο που έχει υπαχθεί σε διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης εν λειτουργία, σε διαδικασία εξυγίανσης, σε ειδική διαχείριση του άρθρου 68 του ν. 4307/2014 (Α΄ 246) καθώς και κάθε πρόσωπο που έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του ν. 3869/2010. Εξαιρούνται νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δημόσιες επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αμιγείς ή μεικτές επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. και των συνδέσμων Δήμων, δημόσιοι οργανισμοί, καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται, τακτικώς, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος.

ε. Η εγγύηση, σύμφωνα με την περίπτ. δ, απαιτείται μόνο μετά από απόφαση της Φορολογικής Διοίκησης, από την οποία προκύπτει, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ανωτέρω περίπτ. δ΄ και με την οποία προσδιορίζεται το ύψος της εγγύησης. Η Φορολογική Διοίκηση οφείλει να κοινοποιεί στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή στη νομική οντότητα που υποβάλλει τη δήλωση την απαίτηση για παροχή εγγύησης. Στην περίπτωση αυτή η έναρξη στο φορολογικό μητρώο ολοκληρώνεται μόνο μετά την παροχή της αιτηθείσας εγγύησης. Εάν με την υποβολή της δήλωσης έναρξης υποβάλλεται ταυτόχρονα και δήλωση εγγραφής, η εγγραφή του φορολογούμενου στο φορολογικό μητρώο ολοκληρώνεται μόνο μετά την παροχή της αιτηθείσας εγγύησης.

Το ύψος της εγγύησης προσδιορίζεται λαμβάνοντας υπόψιν ενδεικτικά το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών της ανωτέρω περίπτ. δ΄ καθώς και τη νομική μορφή του υποβάλλοντος τη δήλωση προσώπου.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ορίζονται το είδος, η διάρκεια, το ύψος και η διαδικασία κατάθεσης της εγγύησης, οι περιπτώσεις κατάπτωσης αυτής, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων των περιπτ. δ΄ και ε΄ της παρούσας παραγράφου.»

β. Η περίπτ. δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«δ. Η δήλωση για την πραγματοποίηση ενδοκοινοτικών συναλλαγών υποβάλλεται πριν την πραγματοποίηση της πρώτης συναλλαγής».

γ. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 4174/2013 καταργείται.

2. Η περίπτ. β΄ της παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«β. Για τα φυσικά πρόσωπα, που προβαίνουν σε νέα έναρξη εργασιών, και κατά την άσκηση προηγούμενης δραστηριότητας επιχειρηματικού περιεχομένου ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου τους είχε ανασταλεί ή πληρούνται οι προϋποθέσεις αναστολής αυτού,, σε εφαρμογή των οριζομένων στην περίπτ. α΄ της παρ. 4 του παρόντος άρθρου, απαιτείται η κατάθεση εγγύησης.

Το ύψος της εγγύησης προσδιορίζεται λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της φοροδιαφυγής, τον λόγο της αναστολής, και την τυχόν υποτροπή, με ελάχιστο ποσό εγγύησης τα δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.

Η εν λόγω εγγύηση καταπίπτει αυτοδικαίως σε περίπτωση νέας αναστολής χρήσης του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και στην περίπτωση που νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα υποβάλλει δήλωση έναρξης και μέτοχος με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%) ή εταίρος ή μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, που υποβάλλει τη δήλωση,

i) υπήρξε οποτεδήποτε κατά το τρέχον και τα προηγούμενα πέντε (5), πριν από την υποβολή της δήλωσης, φορολογικά έτη, διευθυντής, πρόεδρος, διαχειριστής, διευθύνων σύμβουλος ή πρόσωπο εντεταλμένο στη διοίκηση νομικού προσώπου ή οντότητας ή ήταν «συνδεδεμένο πρόσωπο» κατά το άρθρο 2 του Κ.Φ.Ε. με άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, του οποίου ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου είχε ανασταλεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτ. α΄ της παρ. 4, ή

ii) άσκησε οποτεδήποτε κατά το τρέχον και τα προηγούμενα πέντε (5), πριν από την υποβολή της δήλωσης, φορολογικά έτη, ως φυσικό πρόσωπο, δραστηριότητα επιχειρηματικού περιεχομένου και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου του είχε ανασταλεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτ. α΄ της παρ. 4 ή,

iii) άσκησε οποτεδήποτε κατά το τρέχον και τα προηγούμενα πέντε (5) φορολογικά έτη πριν την υποβολή της δήλωσης, ως νομικό πρόσωπο, δραστηριότητα επιχειρηματικού περιεχομένου και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου του είχε ανασταλεί, σύμφωνα με την ανωτέρω περίπτ. α΄ της παρ. 4.».

3. Οι διατάξεις των άρθρων 10 και 11 σχετικά με την απαίτηση κατάθεσης εγγύησης έχουν εφαρμογή από την 1/1/2019 και μετά.

Άρθρο 113

Τροποποίηση Παραρτήματος ν. 4389/2016

Στο τέλος του Παραρτήματος Στ΄ του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) προστίθεται στοιχείο με αριθμό 9, ως εξής: «9. ΓΑΙΑΟΣΕ Α.Ε.».

Η ισχύς της παρούσας διάταξης αρχίζει από την 1.7.2018.

 

Άρθρο 114

Τροποποίηση ν. 4172/2013 και 3864/2010

1. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 27Α του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Αν το δικαίωμα μετατροπής των τίτλων σε κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες πιστωτικών ιδρυμάτων ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο, η κυριότητα των εν λόγω κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων περιέρχεται αυτοδικαίως και χωρίς αντάλλαγμα στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.»

2. Μετά την περίπτ. ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3864/2010 (Α΄ 119) προστίθεται περίπτ. η΄ ως εξής:

«η) Ασκεί τα δικαιώματα του μετόχου που απορρέουν από τη μεταβίβαση σε αυτό των κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 27Α του ν. 4172/2013, όπως τα δικαιώματα αυτά ορίζονται στον παρόντα νόμο και στις συμφωνίες-πλαίσιο της προηγούμενης περίπτ. ζ΄, σε συμμόρφωση με τους κανόνες για τη χρηστή διαχείριση της περιουσίας του Ταμείου και με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων και ανταγωνισμού. Η προηγούμενη περίπτ. ζ΄ εφαρμόζεται αναλόγως και για τις μετοχές ή μερίδες της παρούσας.»

3. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 3864/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Το Ταμείο εδρεύει στην Αθήνα και η διάρκειά του ορίζεται μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2022.»

4.Στο τέλος της παρ.3 του άρθρου 3 του ν. 3864/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Για τις κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες που περιέρχονται στο Ταμείο σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 27Α του ν. 4172/2013, το Ταμείο σχηματίζει ειδικό αποθεματικό, ισόποσο με την αξία αποτίμησής τους κατά την μεταβίβασή τους σε αυτό».

5. Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 3864/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, τα κάθε είδους έσοδα που συνδέονται με τις κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες που περιέρχονται στο Ταμείο δυνάμει των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 27 Α του ν. 4172/2013, δύναται να επενδύονται μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 11 ζ του ν. 2469/1997.»

6. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 3864/2010 διαγράφεται η φράση «είτε σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 7, όταν έχει λάβει χώρα διαδικασία βιβλίου προσφορών είτε σε όλες τις άλλες περιπτώσεις».

7. Στο άρθρο 12 του ν. 3864/2010 προστίθεται παρ. 7 ως εξής:

«7. Κάθε είδους έσοδα που λαμβάνει το Ταμείο και συνδέονται με τις κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες πιστωτικών ιδρυμάτων, οι οποίες περιήλθαν σε αυτό σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 27 Α του ν. 4172/2013, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των μερισμάτων, της διανομής κερδών, του τιμήματος από την τυχόν πώλησή τους, καθώς και του προϊόντος της εκκαθάρισης των ως άνω πιστωτικών ιδρυμάτων, τηρούνται σε ειδικό λογαριασμό ταμειακής διαχείρισης στην Τράπεζα της Ελλάδος, διαφορετικό από αυτόν της παρ. 6, και μεταφέρονται στο σύνολό τους, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν τόκων, στο Ελληνικό Δημόσιο, ανεξάρτητα από το αν υφίσταται διανεμητέο κέρδος, μετά από αίτημα του Υπουργού Οικονομικών. Το Ταμείο οφείλει να ενημερώνει αμελλητί τον Υπουργό Οικονομικών κάθε φορά που πραγματοποιείται πίστωση ποσών στον ως άνω ειδικό λογαριασμό. Τα έσοδα της παρούσας παραγράφου δεν περιλαμβάνονται στα ποσά και τις εισπράξεις που αναφέρονται στην παρ. 6.»

Άρθρο 115

Τροποποιήσεις Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

1. Στην περίπτ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α΄ 167) η φράση «ή το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων ήτοι τους προσωπικούς ή οικονομικούς ή κοινωνικούς δεσμούς του» αντικαθίσταται με τη φράση «ή το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων, ήτοι τους προσωπικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς δεσμούς του.»

2. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013 προστίθενται τρία νέα εδάφια ως εξής:

«Όταν το πραγματικό εισόδημα των φορολογουμένων δεν υπερβαίνει το ποσό των 6.000 ευρώ και το τεκμαρτό τους εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 9.500 ευρώ και εφόσον δεν ασκείται επιχειρηματική δραστηριότητα για την οποία απαιτείται η υποβολή δήλωσης έναρξης εργασιών ή ατομική αγροτική δραστηριότητα, το εισόδημα αυτό, εξαιρουμένου του εισοδήματος από κεφάλαιο και από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου, και η προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων, φορολογούνται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο και την παρ. 1 του άρθρου 16. Εάν το πραγματικό εισόδημα υπερβαίνει το ποσό των 6.000 ευρώ, το υπερβάλλον ποσό φορολογείται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 29. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και για τους φορολογούμενους που διέκοψαν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, για το εισόδημα που απέκτησαν μετά τη διακοπή της».

3.α. Στην παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013, οι λέξεις «το Ελληνικό Λογιστικό Σχέδιο και τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ), όπως ισχύει» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τα λογιστικά πρότυπα που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία».

β. Η παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως «επιχειρηματική συναλλαγή» θεωρείται κάθε μεμονωμένη πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για τους τίτλους του άρθρου 42 που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη ή μη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένης και της Εναλλακτικής Αγοράς του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ή για τα ομόλογα που εκδίδονται από εισηγμένες εταιρείες, καθώς και για τα κρατικά ομόλογα. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να προβλέπεται η εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου και σε κάθε άλλη ρυθμιζόμενη αγορά ή άλλους τίτλους. Σε περίπτωση συναλλαγών που αφορούν ακίνητα, η περίοδος του δεύτερου εδαφίου είναι δύο (2) έτη. Δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, η πράξη πώλησης περιουσιακού στοιχείου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο έχει αποκτηθεί αιτία κληρονομιάς ή με χαριστική αιτία από συγγενείς μέχρι δεύτερου βαθμού ή έχει διακρατηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών.

γ. Στο άρθρο 21 του ν. 4172/2013 προστίθεται παρ. 5 ως εξής:

«5. Για τις ανάγκες εφαρμογής της παρ. 3, ως μεμονωμένη πράξη νοείται η μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου η οποία δεν εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 41 ή 42.»

4. Η περίπτ. στ΄ του άρθρου 23 του ν. 4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«στ. Η παροχή αμοιβών σε χρήμα ή είδος που συνιστούν ποινικό αδίκημα,»

5.α. Στην περίπτ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 4172/2013, η φράση «χρηματοοικονομικής μίσθωσης» αντικαθίσταται με τη φράση «χρηματοδοτικής μίσθωσης κατά την έννοια του ν. 4308/2014, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον νόμο αυτό.».

β. Η παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 4172/2013 καταργείται.

γ. Στον πίνακα της παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 4172/2013:

i. διαγράφονται οι λέξεις «(εσωτερικές εμπορευματικές μεταφορές)»,

ii. Η περίπτ. «Μέσα μαζικής μεταφοράς, περιλαμβανομένων αεροσκαφών, σιδηροδρομικών συρμών, πλοίων και σκαφών» αντικαθίσταται από τις λέξεις «αεροσκάφη, σιδηροδρομικοί συρμοί, πλοία και σκάφη»

6. Η παρ. 5 του άρθρου 27 του ν. 4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Σε περίπτωση που μεταβληθεί η άμεση ή έμμεση συμμετοχή ή τα δικαιώματα ψήφου σε ένα νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα άνω του ποσοστού τριάντα τρία τοις εκατό (33%) εντός ενός φορολογικού έτους και παράλληλα γίνει, μέσα στο ίδιο ή/και το επόμενο φορολογικό έτος από αυτό που συντελέσθηκε η μεταβολή της συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου, αλλαγή της δραστηριότητας της εταιρείας στην οποία αποκτάται η συμμετοχή ή τα δικαιώματα ψήφου, σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) του κύκλου εργασιών της σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο φορολογικό έτος από την μεταβολή της συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου, οι διατάξεις της παρ. 1 δεν έχουν εφαρμογή.»

7. Στο τέλος της περίπτ. β΄ του άρθρου 32 του ν. 4172/2013 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«, καθώς και οι καταβολές που πραγματοποιούνται για τα ασφαλιστικά επενδυτικά συμβόλαια, κατά το μέρος που αποτελούν επενδυτικό προϊόν».

8. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατ' εξαίρεση, το τεκμαρτό εισόδημα του προηγούμενου εδαφίου που αφορά δωρεάν παραχώρηση κατοικίας μέχρι διακόσια τετραγωνικά μέτρα (200 τ.μ.) προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία προς ανιόντες ή κατιόντες, καθώς και το τεκμαρτό εισόδημα που προκύπτει από τη δωρεάν παραχώρηση της χρήσης ακινήτων στο Ελληνικό Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου απαλλάσσονται από τον φόρο.»

9. Στην παρ. 4 του άρθρου 42 του ν. 4172/2013, μετά το τρίτο εδάφιο προστίθεται νέο εδάφιο, ως εξής:

«Ως τιμή κτήσης για τίτλους που έχουν αποκτηθεί λόγω κληρονομικής διαδοχής ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία, λαμβάνεται η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής ή χορηγήθηκε απαλλαγή από αυτόν.».

10. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 43Α του ν. 4172/2013 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Επίσης, της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης απαλλάσσονται τα τεκμαρτά εισοδήματα που προκύπτουν α) από δωρεάν παραχώρηση κατοικίας μέχρι διακόσια τετραγωνικά μέτρα (200 τ.μ.) προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία προς ανιόντες ή κατιόντες και β) από δωρεάν παραχώρηση της χρήσης ακινήτων στο Ελληνικό Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

11. Στο άρθρο 47 του ν. 4172/2013 προστίθεται νέα παρ. 8 ως εξής:

«8. Σε αλλοδαπές επιχειρήσεις και οργανισμούς που εκμεταλλεύονται αεροσκάφη ή πλοία υπό ξένη σημαία η διαχείριση των οποίων δεν γίνεται από την Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 27/1975, λογίζεται ότι προκύπτει στην Ελλάδα και υπόκειται σε φόρο το κέρδος από τη μεταφορά επιβατών, εμπορευμάτων και λοιπών πραγμάτων γενικά από ελληνικούς αερολιμένες και λιμένες και μέχρι τον λιμένα προορισμού ή μέχρι τον αλλοδαπό αερολιμένα ή λιμένα επιβίβασης των επιβατών ή μεταφόρτωσης των εμπορευμάτων και λοιπών πραγμάτων σε αεροσκάφος ή πλοίο άλλης αλλοδαπής επιχείρησης. Το κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα προσδιορίζεται ως ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) στα ακαθάριστα έσοδα.»

12. Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 60 του ν. 4172/2013 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Ειδικά, στις καθαρές αμοιβές που καταβάλλονται σε αμειβόμενους με ημερομίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες ορισμένου χρόνου αλλά διάρκειας μικρότερης από ένα έτος καθώς και σε ξεναγούς που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 37 του ν.1545/1985, διενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%)».

13.α. Στην παρ. 1 του άρθρου 63 του ν. 4172/2013 οι λέξεις «στο Παράρτημα της Οδηγίας 2011/96/Ε.Ε.» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στο Παράρτημα Ι Μέρος Α της Οδηγίας 2011/96/Ε.Ε.».

β. Στην υποπερίπτ. αα΄ της περίπτ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 63 του ν. 4172/2013 οι λέξεις «Ι Μέρος Α» διαγράφονται.

γ. Στην υποπερίπτ. γγ΄ της περίπτ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 63 του ν. 4172/2013 οι λέξεις «Παράρτημα Ι Μέρος Β΄» αντικαθίστανται με τις λέξεις «άρθρο 3».

14. Στο άρθρο 64 του ν. 4172/2013 προστίθεται νέα παρ. 10 ως εξής:

«10. Σε περίπτωση που νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα αλλάζει κατηγορία βιβλίων από διπλογραφικά σε απλογραφικά, τα μη διανεμηθέντα κέρδη του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, κατά περίπτωση, όπως αυτά εμφανίζονται κατά τον χρόνο αλλαγής της κατηγορίας βιβλίων, υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου με τον συντελεστή της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου αυτού. Ο οφειλόμενος φόρος αποδίδεται εφάπαξ μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από τη λήξη του φορολογικού έτους μέχρι το οποίο τα βιβλία τηρούνταν με την διπλογραφική μέθοδο. Τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια ισχύουν και όταν ανώνυμη εταιρεία, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία μετατρέπεται σε προσωπική εταιρεία με αποτέλεσμα να αλλάζει κατηγορία βιβλίων από διπλογραφικά σε απλογραφικά. Στην περίπτωση αυτή ο οφειλόμενος φόρος αποδίδεται εφάπαξ μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την ολοκλήρωση της μετατροπής.»

15. Η παρ. 3 του άρθρου 65 του ν. 4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Μη συνεργάσιμα κράτη είναι εκείνα που δεν είναι κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κατάστασή τους σχετικά με τη διαφάνεια και την ανταλλαγή των πληροφοριών σε φορολογικά θέματα έχει εξεταστεί από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.) και δεν έχει χαρακτηριστεί «ως σε μεγάλο βαθμό συμμορφούμενη», και τα οποία:

α) δεν έχουν συνάψει και δεν εφαρμόζουν με την Ελλάδα σύμβαση διοικητικής συνδρομής στον φορολογικό τομέα ή δεν έχουν υπογράψει την Κοινή Σύμβαση Συμβουλίου της Ευρώπης - ΟΟΣΑ για αμοιβαία διοικητική συνδρομή σε φορολογικά θέματα και

β) δεν έχουν δεσμευθεί για αυτόματη ανταλλαγή χρηματοοικονομικών πληροφοριών με έναρξη το έτος 2018, το αργότερο.».

16.α. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 67 του ν. 4172/2013 οι λέξεις «με τα άρθρα 31 και 32» αντικαθίσταται με τις λέξεις «με το άρθρο 32».

β. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 67 του ν. 4172/2013 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Η καταβολή του φόρου που προσδιορίζεται από δηλώσεις φορολογούμενων που συμμετέχουν σε νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες που τηρούν απλογραφικά βιβλία, γίνεται σε δύο (2) ισόποσες διμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Σεπτεμβρίου και η δεύτερη μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Νοεμβρίου κάθε έτους».

17.α. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 68 του ν. 4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής:

«Ειδικά για τα μερίσματα που εισπράττει ημεδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα από ημεδαπό ή αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα με έδρα σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 48, από το ποσό του φόρου εκπίπτει το ποσό του αναλογούντος φόρου εισοδήματος κατά το μέρος που αφορά στα διανεμόμενα κέρδη του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας που προβαίνει στην διανομή, καθώς και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε ως φόρος επί του μερίσματος.».

β. Στο άρθρο 68 του ν. 4172/2013 προστίθεται νέα παρ. 6 ως εξής:

«6. Υποβάλλεται ειδική δήλωση απόδοσης του φόρου για τα κέρδη των επιχειρήσεων της παρ. 8 του άρθρου 47 του ν. 4172/2013 με εφάπαξ καταβολή αυτού. Η δήλωση αυτή υποβάλλεται πριν από τον απόπλου του υπό ξένη σημαία πλοίου από τον ελληνικό λιμένα. Στην περίπτωση αυτή με ευθύνη της αλλοδαπής επιχείρησης απαιτείται βεβαίωση της αρμόδιας για τον λιμένα αναχώρησης του πλοίου Δ.Ο.Υ., περί καταβολής του φόρου που αναλογεί στα κέρδη που προκύπτουν από την παρ. 8 του άρθρου 47 του ν. 4172/2013 και προσκόμιση αυτής στην αρμόδια λιμενική αρχή για τη χορήγηση της άδειας απόπλου του πλοίου.

Για κέρδη από εκμετάλλευση αεροσκαφών για τις αναχωρήσεις αυτών από ελληνικούς αερολιμένες που λαμβάνουν χώρα σε κάθε μήνα, υποβάλλεται δήλωση απόδοσης του φόρου που αναλογεί σε αυτά, με ευθύνη της αλλοδαπής επιχείρησης, μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα.»

18. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 69 του ν. 4172/2013 τροποποιείται ως εξής:

«Όταν αποκτάται για πρώτη φορά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, το προς βεβαίωση ποσό της παραγράφου αυτής περιορίζεται στο μισό.»

19. α. Οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3α, 3β, 4, 5, 7, 8, 9, 10, 11, 15, 17 και 18 εφαρμόζονται από το φορολογικό έτος 2018 και επόμενα.

β. Οι διατάξεις της παρ. 3γ εφαρμόζονται από το φορολογικό έτος 2019 και επόμενα.

γ. Οι διατάξεις της παρ. 6 ισχύουν από 1.1.2014.»

 

Άρθρο 116

Προσθήκη άρθρων 71Δ και 71Ε στο ν. 4172/2013

Μετά το άρθρο 71Γ του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) προστίθενται άρθρα 71Δ και 71Ε, ως εξής:

«Άρθρο 71Δ

Κίνητρα για την ενίσχυση των θέσεων απασχόλησης

1. Οι εργοδοτικές εισφορές για τη δημιουργία νέων θέσεων εξηρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των φυσικών προσώπων που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων προσαυξημένες κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) και μέχρι το 14πλάσιο του κατώτατου μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών ανά θέση εργασίας, εφόσον προκύπτει αθροιστικά:

α) αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων κατά το οικείο έτος πρόσληψης σε σχέση με τον μέσο όρο του προηγούμενου έτους και

β) αύξηση της μισθολογικής δαπάνης κατά το οικείο έτος πρόσληψης σε σχέση με αυτήν του προηγούμενου έτους.

Για τον υπολογισμό των περίπτ. α΄ και β΄ δεν προσμετρώνται: α) η συνταξιοδότηση εργαζομένου, β) η καταγγελία σύμβασης κατόπιν υποβολής μήνυσης από τον εργοδότη σε εργαζόμενο της επιχείρησης για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την άσκηση της εργασίας του, γ) η φυλάκιση και ο θάνατος εργαζομένου και δ) η αδυναμία ανανέωσης της άδειας διαμονής και πρόσβασης στην αγορά εργασίας αλλοδαπού εργαζομένου.

2. α. Η παρ. 1 εφαρμόζεται για νέους έως 30 ετών και για μακροχρόνια άνεργους που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα του ΟΑΕΔ.

β. Σε συνδεδεμένα πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, το κίνητρο χορηγείται άπαξ για κάθε εργαζόμενο.

3. Η παρ. 1 έχει εφαρμογή, υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, και σε περίπτωση μετατροπής συμβάσεων μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης ή συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ή έργου, σε συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης.

4. Η προσαύξηση της παρ. 1, εκτός από το έτος πρόσληψης ή μετατροπής της σύμβασης σε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης, χορηγείται και για τέσσερα (4) επιπλέον συναπτά έτη, υπό την προϋπόθεση ότι ο μέσος όρος του αριθμού των απασχολουμένων και η μισθολογική δαπάνη εκάστου έτους δεν έχουν μειωθεί σε σχέση με εκείνα του προηγούμενου έτους, εφαρμοζόμενων των όσων ορίζονται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 1.

5. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι προϋποθέσεις, οι όροι, η διαδικασία, ο τρόπος υπολογισμού του μέσου όρου απασχόλησης, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων.

6. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος παύουν να ισχύουν οι διατάξεις των παρ. 1 έως και 7 του άρθρου 73 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58).

Άρθρο 71Ε

Κίνητρα για την ενίσχυση της παραγωγής οπτικοακουστικών έργων

1. Από το φορολογητέο εισόδημα φυσικού ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας που είναι υποκείμενο φόρου στην Ελλάδα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος νόμου και επενδύει σε παραγωγές οπτικοακουστικών έργων, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 20 του ν. 4487/2017 (Α΄ 116), αφαιρείται το 30% των επιλέξιμων δαπανών, καθενός οπτικοακουστικού έργου, εφόσον αυτές πραγματοποιούνται στην Ελλάδα.

2. Στις περιπτώσεις συμπαραγωγών το ποσό που αφαιρείται, σύμφωνα με την παρ. 1, υπολογίζεται αναλόγως του ποσοστού συμμετοχής του φυσικού ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας στην παραγωγή.

3. Στις διατάξεις της παρ. 1 δεν υπάγονται επενδύσεις κατά το μέρος του ποσού που προέρχεται από χορηγίες που λήφθηκαν για τη χρηματοδότηση της παραγωγής οπτικοακουστικών έργων.

4. Το ποσοστό της αφαίρεσης των δαπανών από το φορολογητέο εισόδημα της παρ. 1 μαζί με άλλες ενισχύσεις που έχει λάβει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα για το ίδιο οπτικοακουστικό έργο, δεν μπορούν να ξεπερνούν το 50% του κόστους παραγωγής του έργου αυτού.

5. Εάν προκύψουν ζημίες μετά την αφαίρεση του ποσοστού της παρ. 1, η ζημία αυτή μεταφέρεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 27 του παρόντος νόμου.

6. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα καταβάλλει το χρηματικό ποσό, με το οποίο επιθυμεί να ενισχύσει την παραγωγή οπτικοακουστικού έργου, σε ειδικό λογαριασμό επ' ονόματι του έργου που επιθυμεί να ενισχύσει.

7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης και Πολιτισμού και Αθλητισμού και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι επιλέξιμες δαπάνες, οι κατηγορίες των οπτικοακουστικών έργων, η διαδικασία και ο χρόνος ελέγχου της τήρησης των όρων και προϋποθέσεων που τίθενται με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, καθώς επίσης και οι προϋποθέσεις, οι όροι, η διαδικασία και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

8. Οι διατάξεις των παρ. 9 έως και 13 του άρθρου 73 του ν. 3842/2010 καταργούνται.»

Άρθρο 117

Τροποποίηση ν. 4172/2013 και 3842/2010

1. Στο άρθρο 24 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) προστίθεται παράγραφος 10, ως εξής:

«10. α. Το συναφές με την ενεργειακή απόδοση ή εξοικονόμηση νερού κόστος, αποσβένυται με τους συντελεστές του πίνακα της παρ. 4 του παρόντος άρθρου προσαυξημένους κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).

β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι προϋποθέσεις, οι όροι, οι διαδικασίες, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.»

2. Οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 73 του ν. 3842/2010 καταργούνται.

Άρθρο 118

Ερμηνευτική διάταξη

Οι διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 4483/2017 (Α΄ 107) αναφορικά με την ισχύ των διατάξεων του π.δ. 315/1999 (Α΄302) νοούνται ως μεταβατικές έως τη θέση σε ισχύ του Προεδρικού Διατάγματος της παρ. 2 του άρθρου 156 του ν. 4270/2014.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε

Άρθρο 119

Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019−2022

 

Εγκρίνεται το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019−2022, το οποίο επισυνάπτεται ως Παράρτημα στον παρόντα νόμο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του νόμου αυτού και στο οποίο περιλαμβάνονται για το τρέχον έτος και τα τέσσερα επόμενα έτη, κατά κύριο λόγο, τα εξής:

− Οι ετήσιοι στόχοι για τη Γενική Κυβέρνηση, με πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα 3,5% του ΑΕΠ για την περίοδο 2019-2022, με βάση τη μεθοδολογία της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης.

− Οι ετήσιοι στόχοι για τους επί μέρους υποτομείς της Γενικής Κυβέρνησης.

− Η περιγραφή και αξιολόγηση των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων και προβλέψεων για τα δύο προηγούμενα έτη, το τρέχον έτος, και τα επόμενα τέσσερα έτη.

− Οι παραδοχές των οικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων (μισθολογικές και συνταξιοδοτικές εξελίξεις, παροχές, δαπάνες αγαθών και υπηρεσιών, δαπάνες επενδύσεων και δαπάνες τόκων).

− Οι δαπάνες και τα έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης σε ενοποιημένη βάση, καθώς και των επιμέρους υποτομέων για τα αντίστοιχα έτη.

− Τα ανώτατα όρια δαπανών της Κεντρικής Διοίκησης ανά Υπουργείο για την υπό εξέταση περίοδο, με διακριτή αναφορά στις ΑΔΑ.

- Οι οροφές της φαρμακευτικής δαπάνης και οι οροφές των παροχών ασθένειας του ΕΟΠΥΥ για την υπό εξέταση περίοδο.

− Κατώτατο όριο στην ενδιάμεση ανάλωση των ετών 2019-2022.

− Επικαιροποιημένες παρεμβάσεις του ΜΠΔΣ 2018-21, λοιπές παρεμβάσεις ΣΧΔ ενσωματωμένες στο παρόν ΜΠΔΣ, καθώς και επικαιροποιημένες εξισορροπητικές παρεμβάσεις.

Δεδομένου ότι στο ΜΠΔΣ 2019-2022 δεν προβλέπονται δημοσιονομικές παρεμβάσεις που δεν έχουν ήδη θεσμοθετηθεί, το «βασικό» και το «μετά μέτρων» σενάριο συμπίπτουν.

 

ΤΜΗΜΑ ΙΑ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης

Άρθρο 120

Τροποποίηση άρθρων 15 και 19 ν. 4440/2016

1. Στο άρθρο 15 του ν. 4440/2016 (Α΄ 224) «Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας, ασυμβίβαστα κ.λπ.» προστίθεται παρ. 5 ως εξής:

«5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών είναι δυνατή η μεταφορά των αναγκαίων πιστώσεων για την ολοκλήρωση μετατάξεων ή αποσπάσεων μεταξύ φορέων της Γενικής Κυβέρνησης στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του παρόντος νόμου, από πιστώσεις που εγγράφονται σε διακριτό Κωδικό Αριθμό Εξόδων του ειδικού φορέα «Γενικές Κρατικές Δαπάνες» του προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών.»

2. Στο άρθρο 19 του ν. 4440/2016 προστίθεται παρ. 4 ως εξής:

«4. Η κάλυψη των δαπανών μισθοδοσίας των αποσπάσεων και μετατάξεων του παρόντος άρθρου, καθώς και των αποσπάσεων και μετατάξεων που προβλέπονται κατά παρέκκλιση του παρόντος νόμου, στις περιπτώσεις που προκαλείται δαπάνη στον φορέα υποδοχής και αποκλειστικά για υπαλλήλους που προέρχονται από φορείς εντός γενικής κυβέρνησης και για αποφοίτους της ΕΣΔΔΑ που προέρχονται από φορείς εντός και εκτός γενικής κυβέρνησης, πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του παρόντος νόμου.».

Άρθρο 121

Ρυθμίσεις για την αξιολόγηση

1. Ειδικά για την αξιολογική περίοδο έτους 2017 οι προϋποθέσεις της παρ. 4 του αρ. 24Α του ν. 4369/2016 θα πρέπει να συντρέχουν κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της αξιολόγησης για την αξιολογική περίοδο έτους 2017 και πάντως έως τη συνεδρίαση του αρμόδιου συλλογικού οργάνου επιλογής κατά την οποία εξετάζεται το παραδεκτό των αιτήσεων υποψηφιότητας για την πλήρωση θέσεων ευθύνης που πληρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007) ή άλλες γενικές ή ειδικές διατάξεις.

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος προκηρύξεις πλήρωσης θέσεων ευθύνης που πληρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα ή άλλες γενικές ή ειδικές διατάξεις, για τις οποίες δεν έχει λήξει η προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων.

3. Στην παρ. 3 του άρθρου 86 του Υπαλληλικού Κώδικα προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής:

«Ειδικότερα, ο αναπληρωτής του μέλους της περίπτ. α της παρ. 2 του παρόντος άρθρου έχει την ίδια ιδιότητα με το τακτικό μέλος και προέρχεται από τον ίδιο φορέα ή, εφόσον δεν υπάρχει πρόσωπο με την ίδια ιδιότητα, από άλλο φορέα.

ΤΜΗΜΑ ΙΒ΄

ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Άρθρο 122

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

«ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2019-2022»

ΠΙΝΑΚΕΣ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

2019-2022

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' - ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ – ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ

 

Ι.          ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ – ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

 

 

 

ΙΙ.        ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ – ΕΣΟΔΑ ΑΠΟΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

 

Α.        Επικαιροποιημένες παρεμβάσεις του ΜΠΔΣ 2018-2021

 

 

Β.         Λοιπές παρεμβάσεις ΣΧΔ ενσωματωμένες στο ΜΠΔΣ 2019-2022

 

Γ.         Επικαιροποιημένες Εξισορροπητικές Παρεμβάσεις ΜΠΔΣ 2018-2021

 

Δ.        Έσοδα προγράμματος αποκρατικοποιήσεων

 

 

ΙΙΙ.       ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΕΤΩΝ ΚΑΙ ΤΡΕΧΟΝ ΕΤΟΣ

 

Α.        Πραγματοποιήσεις προηγουμένων ετών 2016-2017

Β.         Τρέχον έτος 2018

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ - ΕΞΕΛΙΞΗ ΕΣΟΔΩΝ–ΕΞΟΔΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΜΕ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ (ΜΠΔΣ)

 

Ι.          ΕΞΕΛΙΞΗ ΕΣΟΔΩΝ – ΕΞΟΔΩΝ ΚΑΙ ΧΡΕΟΥΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ - ΜΠΔΣ

 

A.        Ενοποιημένα Έσοδα και Δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης

 

Β.           Ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης κατά υποτομείς

 

Γ.         Πρωτογενές αποτέλεσμα με παρεμβάσεις κατά ΣΧΔ - στόχοι

 

Δ.        Εξέλιξη χρέους και ενοποιημένοι τόκοι γενικής κυβέρνησης

 

ΙΙ.        ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ ΤΑΚΤΙΚΟΥ Π/Υ ΚΑΙ ΟΡΙΑ ΔΑΠΑΝΩΝ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

 

Α.        Μεταβιβάσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό

 

Β.         Ανώτατα όρια δαπανών ανά φορέα κρατικού προϋπολογισμού

 

 

ΙΙΙ.       ΔΑΠΑΝΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΩΝ – ΠΕΔΥ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

 

Α.        Δεδουλευμένες δαπάνες νοσοκομείων - ΠΕΔΥ

 

Β.         Ανάλυση Κοινωνικού Προϋπολογισμού

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

 

ΔΗΛΩΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ ΠΕΡΙ ΥΙΟΘΕΤΗΣΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΩΝ

 

I.          Οι στόχοι και τα ανώτατα όρια του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, καθώς και οι προβλέψεις και εκτιμήσεις των δημοσιονομικών δεικτών της Επεξηγηματικής του Έκθεσης, είναι σύμφωνα με τους δημοσιονομικούς κανόνες και τις γενικές αρχές για τη διαχείριση των οικονομικών του Δημοσίου, που περιγράφονται στο ν.4270/2014 όπως ισχύει.

 

II.          Οι μακροοικονομικές και οι δημοσιονομικές προβλέψεις, πάνω στις οποίες βασίζεται το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, έχουν υιοθετηθεί υπό προϋποθέσεις από το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, κυρίως ως προς τη δυνατότητα αυξημένης συμβολής των επενδύσεων στην επίτευξη διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης άνω του 2% ετησίως.

 

 

Αθήνα, …/6/2018

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ


O browser δεν υποστηρίζει pdf viewεr. Κατεβάστε το παράρτημα από εδώ: Download PDF.










 

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ

ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Διατάξεις για την ολοκλήρωση της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων – Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

 

ΤΜΗΜΑ Α΄

Διατάξεις του Υπουργείου Εσωτερικών

Ίδρυση φορέα άρθρου 2.2 (vi) της από 14.11.2014 Σύμβασης Αγοραπωλησίας Μετοχών (ν. 4422/2016) με τη νομική μορφή Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία «Φορέας Διαχείρισης Κοινοχρήστων εντός του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού - Αγίου Κοσμά

Άρθρο 1

Ίδρυση φορέα

Με την προτεινόμενη διάταξη ιδρύεται Φορέας Διαχείρισης Κοινοχρήστων χώρων εντός του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού- Αγίου Κοσμά, για το σκοπό της πλήρωσης της με την παρ. vi του Άρθρου 2.2. του ν. 4422/2016 θεσπισθείσας αναβλητικής αίρεσης, σύμφωνα με την οποία η αγοραπωλησία των πωλούμενων μετοχών δυνάμει της σχετικής σύμβασης τελεί, μεταξύ άλλων, υπό την προϋπόθεση της θέσεως σε ισχύ νομοθετικής πράξης, με την οποία θα συστήνεται φορέας επιφορτισμένος με τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για τη διαχείριση και λειτουργία όλων των κοινοχρήστων χώρων, υποδομών, έργων και εξοπλισμού εντός του ακινήτου, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικώς και μη περιοριστικώς, της διοίκησης λειτουργιών, της συνήθους τακτικής και έκτακτης συντήρησης αυτών και κάθε άλλης σχετικής υπηρεσίας, καθώς και την αποκλειστική είσπραξη και διαχείριση οποιονδήποτε ανταποδοτικών τελών και ανάλογων, ήτοι ανταποδοτικών και μόνο, χρεώσεων. Ο Φορέας Διαχείρισης Κοινοχρήστων λαμβάνει τη νομική μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, έχει κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και λειτουργεί προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ο δε Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του Φορέα με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών.

Άρθρο 2

Σκοπός και αρμοδιότητες Φορέα

Στο αντικείμενο του σκοπού του ιδρυόμενου Φορέα Κοινοχρήστων χώρων εμπίπτουν, κατά πρώτον, η διαχείριση και η διαρκής λειτουργία ή ετοιμότητα σε λειτουργία όλων των κοινόχρηστων χώρων, υποδομών, έργων και εξοπλισμού που βρίσκονται εντός του ακινήτου (συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικώς και μη περιοριστικώς της διοίκησης λειτουργιών, της συνήθους τακτικής και έκτακτης συντήρησης αυτών και κάθε άλλης σχετικής υπηρεσίας) και, κατά δεύτερον, η αποκλειστική είσπραξη και διαχείριση οποιωνδήποτε ανταποδοτικών τελών και ανάλογων χρεώσεων. Ειδικότερα, με την παρούσα ρύθμιση προβλέπεται ότι ο Φορέας είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας, την περισυλλογή και μεταφορά απορριμμάτων, την παροχή υπηρεσιών ηλεκτροφωτισμού, τη μέριμνα και τη λήψη μέτρων για την απρόσκοπτη πρόσβαση στους κοινόχρηστους χώρους, τη συντήρηση και διαχείριση οδικών υποδομών, την ονομασία των οδών, πλατειών, την τοποθέτηση πινακίδων πληροφορίας και την αρίθμηση κτισμάτων, τη διενέργεια δημοπρατήσεων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την έγκριση, τον έλεγχο και την παραλαβή έργων και εργασιών τα οποία ο Φορέας έχει δημοπρατήσει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, τη συντήρηση και αποκατάσταση ζημιών του πάσης φύσεως εξοπλισμού, καθώς και τη φύλαξή του και την παραλαβή και αποθήκευση των πάσης φύσεως εφοδίων και υλικών συντήρησης, καθώς και τη διαχείριση αυτών. Με την παρούσα, προβλέπεται πρόσθετα ότι στην αρμοδιότητα του Φορέα δεν συμπεριλαμβάνεται η έκταση του Μητροπολιτικού Πάρκου Πρασίνου και Αναψυχής, ότι ο ανωτέρω δύναται να εκδίδει αποφάσεις για τη ρύθμιση θεμάτων της αρμοδιότητάς του και ότι το οικονομικό αποτέλεσμα της λειτουργίας του δύναται να διατίθεται αποκλειστικά και μόνον σε εργασίες συμβατές με την εκπλήρωση του σκοπού του, σύμφωνα με την αρχή της ανταποδοτικότητας και την πάγια και διαμορφωμένη, ήδη από τη δεκαετία του 80’, νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία η έννοια της ύπαρξης κερδών έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αρχή της ανταποδοτικότητας (ΣτΕ 981/92, 2063/86 και Στε 981/92, 2623/85).

Άρθρο 3

Έδρα Φορέα

Με το παρόν άρθρο προβλέπεται ότι η έδρα του Φορέα ορίζεται εντός των ορίων του Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης και εντός του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού-Αγίου Κοσμά και ότι, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, δύναται να ορίζεται ως έδρα του και άλλος Δήμος εντός του Νομού Αττικής.

Άρθρο 4

Σύνθεση Δ.Σ. Φορέα

Με την παρούσα ρύθμιση ορίζεται εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα Διαχείρισης, συγκροτούμενο με σχετική κοινή υπουργική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εσωτερικών. Ειδικότερα, το Διοικητικό Συμβούλιο απαρτίζεται από ένα μέλος, υποδεικνυόμενο από τους ΟΤΑ α’ βαθμού εντός των οποίων κείται το ακίνητο, ως Πρόεδρο, του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα, τρία μέλη, με τα αναπληρωματικά αυτών, υποδεικνυόμενα από το Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης, ένα μέλος, με το αναπληρωματικό του, υποδεικνυόμενο από το Δήμο Γλυφάδας, ένα μέλος, με το αναπληρωματικό του, υποδεικνυόμενο από το Δήμο Αλίμου, ένα μέλος, με το αναπληρωματικό του, οριζόμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, ένα μέλος, με το αναπληρωματικό του, οριζόμενο από τον Υπουργό Εσωτερικών και ένα μέλος, με το αναπληρωματικό του, οριζόμενο από τη Διοίκηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΛΗΝΙΚΟ Α.Ε.». Η πλειοψηφία της σύνθεσης του Διοικητικού Συμβουλίου του παρόντος ανήκει στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση δεδομένης της έντονης τοπικότητας από την οποία διακρίνεται η φύση των αρμοδιοτήτων του Φορέα Διαχείρισης, καθώς και του αδιαμφισβήτητου τεκμηρίου αρμοδιότητας που οι ίδιοι οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ βαθμού κατέχουν επί των εν λόγω εργασιών καθαριότητας και ηλεκτροφωτισμού κοινοχρήστων χώρων.

Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται ακόμη ότι τα υποδεικνυόμενα μέλη του Δ.Σ. και οι αναπληρωτές τους γνωστοποιούνται στον Υπουργό Οικονομικών και στον Υπουργό Εσωτερικών από τους υποδεικνύοντες φορείς εντός είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτούς σχετικής έγγραφης πρόσκλησης, ενώ Σε περίπτωση παράλειψης ή άρνησης υπόδειξης μέλους ή μελών και των αναπληρωτών τους εντός της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, ο Υπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Εσωτερικών διορίζουν στη θέση των ελλειπόντων μελών πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας σε αντικείμενα συναφή με τους σκοπούς του Φορέα Διαχείρισης. Με τροποποίηση της απόφασης τους, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Υπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Εσωτερικών δύνανται να αντικαθιστούν υποδειχθέντα μέλη φορέων, κατόπιν γνωστοποίησης των νέων μελών εκ του αρμοδίου για την υπόδειξη ή ορισμό οργάνου διοίκησης των φορέων που συμμετέχουν στο Δ.Σ. του Φορέα Διαχείρισης. Με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση ορίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Εσωτερικών ο εκτελών χρέη Αντιπροέδρου. Στην πρώτη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτείται σε σώμα και ορίζονται οι αρμοδιότητες των μελών του. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν υποχρέωση πίστης και εχεμύθειας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Τα θέματα της εχεμύθειας, εμπιστευτικότητας, ευθύνης , δήλωσης ασυμβίβαστου, σύγκρουσης συμφερόντων και οι λοιπές λεπτομέρειες λειτουργίας ρυθμίζονται με τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας του Φορέα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών προβλέπεται η καταβολή αποζημίωσης για τη συμμετοχή εκάστου μέλους στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και να ορίζεται το ύψος και ο τρόπος καταβολής αυτής, σύμφωνα και με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4354/2015, όπως ισχύει. Η λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου διέπεται από τις διατάξεις του Κ.Ν. 2690/1999, όπως εκάστοτε ισχύει.

 

Άρθρο 5

Θητεία Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα

Με την παρούσα διάταξη, η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα ορίζεται ως τετραετής με δυνατότητα μίας, μόνον, ανανέωσης.

 

Άρθρο 6

Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα

Στην προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα είναι αρμόδιο για τη λήψη όλων των αποφάσεων που απαιτούνται για την εκπλήρωση του Σκοπού του Φορέα και ότι το ίδιο δύναται να εξουσιοδοτεί περαιτέρω το Γενικό Διευθυντή του Φορέα για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων του. Προβλέπεται πρόσθετα, και για το σκοπό της διαφάνειας των συνεδριάσεων, ότι κατά τη διάρκειά τους τηρούνται πρακτικά, σε ειδικό βιβλίο, στα οποία καταγράφονται οι απόψεις ή και οι προτάσεις των συμβούλων και οι λαμβανόμενες αποφάσεις, τα οποία υπογράφονται από όλα τα παρόντα μέλη, σε περίπτωση δε αρνήσεως μέλους να υπογράψει γίνεται σχετική μνεία και αναγράφονται οι λόγοι. Ακόμη, οι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα δύναται να ηχογραφούνται με τη μέθοδο της μαγνητοφώνησης. Στην περίπτωση αυτή, οι συνεδριάσεις απομαγνητοφωνούνται και τα πρακτικά απομαγνητοφώνησης συνεδρίασης υπογράφονται στην επόμενη συνεδρίαση από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ή το νόμιμο αναπληρωτή του. Ο Φορέας είναι υποχρεωμένος να τηρεί αρχείο των ηλεκτρονικών ή άλλων μέσων ηχογράφησης των συνεδριάσεων.

 

Άρθρο 7
Αρμοδιότητες Προέδρου Φορέα

Με την προτεινόμενη διάταξη ορίζονται οι αρμοδιότητες του Προέδρου του Φορέα, ως μονοπρόσωπου οργάνου που συγκαλεί και διευθύνει τις τακτικές και έκτακτες συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και καταρτίζει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης του Διοικητικού Συμβουλίου, εποπτεύει τις λειτουργίες του Φορέα, εντός του πλαισίου της κείμενης νομοθεσίας και των εξουσιοδοτήσεων που του παρέχονται νομίμως από το Διοικητικό Συμβούλιο και εκπροσωπεί τον Φορέα ενώπιον κάθε δικαστικής, διοικητικής και άλλης δημόσιας αρχής, πιστωτικών ιδρυμάτων και γενικά τρίτων. Προβλέπεται πρόσθετα ότι σε περίπτωση κωλύματος του Προέδρου, αυτός αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο και ότι οι σχετικές αρμοδιότητες δύνανται να μεταβιβάζονται και σε άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου.

 

Άρθρο 8

Στελέχωση του Φορέα

Με την προτεινόμενη ρύθμιση θεσμοθετείται η στελέχωση του Φορέα με την πρόβλεψη περί ορισμού του οικείου Γενικού Διευθυντή έπειτα από σχετική πρόσκληση ενδιαφέροντος του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα, κατόπιν εισήγησης του Προέδρου του για το σκοπό αυτό, μέχρι και την πρώτη θέση σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 περ. (β) του ν. 4369/2016. Θεσμοθετείται ακόμη η πρόβλεψη περί έγκρισης του οικείου Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, στον οποίο προβλέπονται οι θέσεις του αναγκαίου προσωπικού για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και λειτουργιών του Φορέα με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Πρόσθετα, για τη στελέχωση του Φορέα με το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό προβλέπεται η κατά παρέκκλιση κάθε ειδικής ή γενικής διάταξης, απόσπαση τακτικών υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ανεξάρτητων Αρχών, των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, των ΝΠΔΔ και των ΝΠΙΔ που ανήκουν στους φορείς Γενικής Κυβέρνησης στο Φορέα του παρόντος, μετά από αίτηση των υπαλλήλων και για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών με δυνατότητα παράτασης για δύο (2) ακόμη έτη και σχετική εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα και η κατά παρέκκλιση κάθε ειδικής ή γενικής διάταξης μετάταξη τακτικών υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ανεξάρτητων Αρχών, των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, των ΝΠΔΔ και των ΝΠΙΔ που ανήκουν στους φορείς Γενικής Κυβέρνησης στο Φορέα, μετά από σχετική αίτηση των υπαλλήλων και σχετική εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα, με κοινή υπουργική απόφαση που εκδίδεται από τους Υπουργούς Οικονομικών, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Η προαναφερθείσα ρύθμιση αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ταχύτερης δυνατής στελέχωσης του Φορέα, του οποίου οι αρμοδιότητες, διαχείρισης κοινοχρήστων χώρων και υποδομών κρίνονται ιδιαίτερα νευραλγικές για την εξυπηρέτηση των ωφελουμένων από την επένδυση δημοτών και πολιτών. Για την πρόσληψη του προσωπικού δύνανται να εφαρμόζονται αναλογικά και οι διατάξεις που ισχύουν για το προσωπικό ανταποδοτικών υπηρεσιών Ο.Τ.Α..

Άρθρο 9

Αναθέσεις Συμβάσεων και Προγραμματικές Συμβάσεις

Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται ότι ο Φορέας δύναται να συνάπτει προγραμματικές συμβάσεις, μνημόνια συνεργασίας, συμβάσεις για προμήθειες, εκτέλεση έργων και λήψη υπηρεσιών και να προβαίνει σε αναθέσεις έργων, υπηρεσιών, μελετών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, καθώς και να συνεργάζεται με τις αρμόδιες υπηρεσίες των ΟΤΑ Α’ και Β΄ βαθμού, τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, τις δημόσιες επιχειρήσεις και κάθε άλλο αρμόδιο οργανισμό του ευρύτερου δημοσίου τομέα, για την εκπλήρωση του σκοπού του. Ο Φορέας υποχρεούται να τηρεί τις αρχές της διαφάνειας, της δημοσιότητας, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης διάκρισης, ενώ ειδικότερα ζητήματα σχετικά με τους όρους και τις διαδικασίες ανάθεσης μελετών, παροχής υπηρεσιών, εκτέλεσης έργων και εργασιών, προμηθειών κινητών πραγμάτων, εξοπλισμού, ανταλλακτικών και συναφών εργασιών, μισθώσεων, εκμισθώσεων, παραχωρήσεων χρήσης, ενοχικού ή εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτων και κάθε άλλης αναγκαίας δραστηριότητας για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών του Φορέα, δύνανται να ρυθμίζονται με κανονισμό που καταρτίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα και εγκρίνεται με κοινή υπουργική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εσωτερικών.

Άρθρο 10

Παραλαβή στοιχείων από τον Φορέα

Με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται η εγκατάσταση του Φορέα στον Μητροπολιτικό Πόλο Ελληνικού - Αγίου Κοσμά και η ανάληψη της άσκησης των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών του, έπειτα από έγγραφης πρόσκλησης από το Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργού Οικονομικών. Ορίζεται ότι η εγκατάσταση του Φορέα μπορεί να υλοποιηθεί τμηματικά και να αναλάβει καθήκοντα σε επιμέρους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους, εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και υποδομές, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο έχει παραλάβει από την εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ – ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Ορίζεται ακόμη ότι το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει να παραδώσει προς το Φορέα το σύνολο των εγγράφων και πληροφοριών, που είναι απαραίτητα για την παρακολούθηση, διοίκηση, διαχείριση, λειτουργία και συντήρηση (τακτική και έκτακτη), εγγύηση λειτουργίας και αντικαταστάσεων, των παραδοτέων προς το Φορέα κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, εγκαταστάσεων, εξοπλισμού και υποδομών.

Άρθρο 11

Πόροι - έσοδα Φορέα

Πόρους και έσοδα του φορέα συνιστούν η επαρκής χρηματοδότηση από το Υπουργείο Οικονομικών για την υλοποίηση του σκοπού του, κάθε άλλο έσοδο από την πραγματική παροχή υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων για την εξυπηρέτηση του σκοπού του, οι χρηματοδοτήσεις, δωρεές, εισφορές, χορηγίες, επιχορηγήσεις, κληρονομιές, κληροδοσίες, καταπιστεύματα και κάθε άλλο έσοδο από κρατική ή ιδιωτική πηγή, ενισχύσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλους εθνικούς ή διεθνείς οργανισμούς, η υπαγωγή και χρηματοδότηση του Φορέα σε προγράμματα ενισχύσεων που προβλέπονται για επενδύσεις σε σχετικές υποδομές και συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας ή/και φυσικών πόρων, καθώς και ποσά προερχόμενα από τα ανταποδοτικά τέλη που εισπράττουν οι ΟΤΑ Α’ βαθμού εντός των οποίων κείται το ακίνητο, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 12 του παρόντος. Τα ποσά αυτά προσδιορίζονται στη βάση της έκτασης της χωρικής αρμοδιότητας εκάστου ΟΤΑ Α’ βαθμού, από τους προαναφερθέντες, και στη βάση των ιδρυτικών σκοπών του Φορέα Διαχείρισης, στον οποίο και εισφέρονται. Τα ποσά του προηγουμένου εδαφίου παρακρατούνται υποχρεωτικά από τη ΔΕΗ Α.Ε. ή τον εναλλακτικό προμηθευτή από τα έσοδα του ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού των οικείων δήμων και αποδίδονται στο δικαιούχο Φορέα Διαχείρισης. Σε περίπτωση που ο ΟΤΑ α’ βαθμού δεν αποδίδει το εισπραχθέν ποσό του ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού που αναλογεί στο Φορέα, τότε με αίτημα του τελευταίου, που υποβάλλεται στον Υπουργό Εσωτερικών, το ποσό αυτό παρακρατείται από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους του υπόχρεου ΟΤΑ. Η τελευταία προτεινόμενη πρόβλεψη σχετίζεται με τη διάταξη της παρ. vi του Άρθρου 2.2. του ν. 4422/2016 από την οποία προκύπτει ότι ο Φορέας παρέχει υπηρεσίες που κατά κανόνα παρέχονται από τους Δήμους και ως εκ τούτου, η χρηματοδότησή του θα βασιστεί στο μοντέλο των ανταποδοτικών τελών. Δεδομένου ότι τα ανταποδοτικά τέλη συνιστούν μονομερώς επιβαλλόμενες χρηματικές υποχρεώσεις που διακρίνονται από τους φόρους κατά το ότι η καταβολή τους συνδέεται με την παροχή ειδικής ωφέλειας στον υπόχρεο, δηλαδή στην απόλαυση δημόσιας υπηρεσίας ή δημόσιου πράγματος και ότι κριτήριο για το χαρακτηρισμό ενός τέλους ως ανταποδοτικού είναι αφενός η παροχή υπηρεσίας και αφετέρου η αναλογική σχέση του ύψους του τέλους με το κόστος της υπηρεσίας, ο Φορέας δικαιούται να εισπράττει εντός της χωρικής του αρμοδιότητας κάθε τέλος, το οποίο επιβάλλεται από την κείμενη νομοθεσία ως αντιπαροχή σε υπόχρεους που δύνανται να απολαμβάνουν τις αντίστοιχες δημόσιες υπηρεσίες. Το ζήτημα αυτό είναι κεφαλαιώδες, διότι συνιστά το σημείο στο οποίο τέμνονται η οικονομική βιωσιμότητα του Φορέα και η οικονομική αυτοτέλεια και βιωσιμότητα του εκάστοτε ΟΤΑ α’ βαθμού, για την οποία η Πολιτεία υποχρεούται, κατ’ άρθρο 102 παρ. 2 του Συντάγματος να μεριμνά, και το σημείο στο οποίο επιχειρείται από το νομοθέτη η χάραξη της γραμμής οριοθέτησης της δυνατότητας του κράτους να αναδρομολογεί υφιστάμενους οικονομικούς πόρους από τους Δήμους προς τον Φορέα, δίχως να διακινδυνεύει τις αρχές τις λειτουργίας και οικονομικής διοίκησης των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ και, φυσικά, την οικονομική αυτοτέλεια και βιωσιμότητά τους.

Άρθρο 12

Ανταποδοτικά τέλη

Mε την προτεινόμενη διάταξη αποτυπώνονται στο νόμο τα εισπραττόμενα από το Φορέα Διαχείρισης ανταποδοτικά τέλη. Αυτά είναι τα μεν εισπραττόμενα για τη χρήση πεζοδρομίων, πλατειών και λοιπών κοινοχρήστων χώρων και τα δε εισπραττόμενα για φωτισμό και καθαριότητα που αφορούν στις υπηρεσίες καθαριότητας των κοινοχρήστων χώρων, περισυλλογής και αποκομιδής των απορριμμάτων, καθώς και για την αντιμετώπιση των δαπανών ηλεκτροφωτισμού. Στα ως άνω τέλη περιλαμβάνονται οι δαπάνες διεξαγωγής, λειτουργίας και βελτίωσης της αντίστοιχης υπηρεσίας. Ο τρόπος υπολογισμού των ανταποδοτικών τελών της προηγούμενης παραγράφου, το ύψος και ο συντελεστής αυτών, καθώς επίσης και ο τρόπος είσπραξής τους προσδιορίζονται με απόφαση του Φορέα και εγκρίνονται με κοινή υπουργική Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εσωτερικών.

Για τις ανάγκες του παρόντος ορίζεται η έννοια του κοινοχρήστου χώρου ως δάπεδο χώρων μετά της θέσεως των προσόψεων των ισογείων των οικοδομών και των εγκεκριμένων οικοδομικών γραμμών (στοές και το υπέδαφος αυτών και αποτμήσεις γωνιών οικοδομικών τετραγώνων), οι οποίοι αποτελούν προεκτάσεις πεζοδρομίων και έχουν αφεθεί σε κοινή χρήση. Στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν εμπίπτουν οι «χώροι πρασίνου» εντός του ΜΠΑΑ, οι οποίοι μόνο εξ αποτελέσματος προορίζονται προς κοινή χρήση.

Άρθρο 13

Οικονομικός και Διαχειριστικός έλεγχος Φορέα

Με την προτεινόμενη ρύθμιση ορίζεται ότι για το σκοπό του οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου του Φορέα, λειτουργεί τριμελής Εξελεγκτική Επιτροπή, επιφορτισμένη με τον έλεγχο της πορείας των οικονομικών μεγεθών του Φορέα. Ο τακτικός οικονομικός και διαχειριστικός έλεγχος του Φορέα ενεργείται με τη διαδικασία που ορίζεται από τις κείμενες διατάξεις περί Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και την συνδρομή της Εξελεγκτικής Επιτροπής.

Το διαχειριστικό έτος του Φορέα συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος. Το πρώτο διαχειριστικό έτος αρχίζει από την ημέρα δημοσίευσης στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της απόφασης έγκρισης του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Φορέα και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους της πρώτης δημοσίευσης.

Οι ορκωτοί λογιστές που ασκούν τον τακτικό έλεγχο υποβάλλουν στο Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα μέχρι το τέλος Ιουνίου κάθε έτους έκθεση για τη διαχείριση και τον απολογισμό του διαχειριστικού έτους που έληξε. Οι εκθέσεις υποβάλλονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα στον Υπουργό Οικονομικών.

Ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να ζητά οποτεδήποτε έκτακτο έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης του Φορέα.

Άρθρο 14

Απαλλαγές και προνόμια Φορέα

Με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται ότι οι κάθε είδους δωρεές, επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις, χορηγίες, χρηματικές παροχές ή παροχές σε είδος που δίδονται υπέρ του Φορέα από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, είτε κατά τη σύσταση ή κατά τη λειτουργία του, απαλλάσσονται από κάθε είδους φόρο, τέλος ή τέλος χαρτοσήμου, δικαίωμα ή εισφορά υπέρ του Δημοσίου ή οποιονδήποτε τρίτων με εξαίρεση τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας και το φόρο δωρεάς και κληρονομίας.

Ο Φορέας δικαιούται να ζητήσει επιστροφή του πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. φορολογικής ή διαχειριστικής περιόδου σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Η επιστροφή του Φ.Π.Α. θα γίνεται εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της σχετικής αίτησης για την επιστροφή του Φ.Π.Α.

ΤΜΗΜΑ Β΄

Διατάξεις του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Άρθρο 15

Μεσολάβηση και διαιτησία συλλογικών εργατικών διαφορών

Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ, Ετήσια έκθεση 2017, εκδ. Μάρτιος 2018), όπου αποτυπώνονται τα διαχρονικά στατιστικά δεδομένα εφαρμογής του ν. 1876/1990 (Α΄ 27), όπως εκάστοτε ίσχυε, οι διαιτητικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από την έναρξη ισχύος του ν. 1876/1990 αποτελούν, κατά μέσο όρο, μόλις το 12,18% των συλλογικών ρυθμίσεων. Μετά δε τις πρόσφατες τροποποιήσεις του ν. 4303/2014 (Α΄ 231), το ποσοστό των διαιτητικών αποφάσεων ανέρχεται μόλις στο 2,65% του συνόλου των συλλογικών ρυθμίσεων.

Συγχρόνως, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, από το σύνολο των συλλογικών διαφορών που υπήχθησαν στη διαδικασία της μεσολάβησης, το 43% αυτών επιλύθηκαν με κοινή συμφωνία των μερών και τη συνακόλουθη υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας, είτε μετά την υποβολή πρότασης από τον μεσολαβητή είτε δίχως καν την ανάγκη υποβολής πρότασης. Το ποσοστό συναινετικής επίλυσης των συλλογικών διαφορών αυξάνεται ακόμη περισσότερο, καθώς από τις υπόλοιπες συλλογικές διαφορές που οδηγήθηκαν τελικά στη διαιτησία, ένα επιπλέον ποσοστό της τάξης του 12,19% αυτών επιλύθηκε επίσης συναινετικά από τα μέρη με την υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας, δίχως την ανάγκη έκδοσης διαιτητικής απόφασης. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι για την πλειονότητα των συλλογικών διαφορών που οδηγούνται σε μεσολάβηση και διαιτησία κατορθώνεται η συναινετική επίλυση με συμφωνία των μερών.

Από την εκτίμηση των ανωτέρω στοιχείων αφενός προκύπτει ότι τα μέρη αξιοποιούν σε μεγάλο βαθμό τη διαδικασία της μεσολάβησης και αφετέρου καταδεικνύεται ότι η μεσολάβηση δεν αποτελεί μια τυπική προδικασία πριν την υποβολή της διαφοράς ενώπιον της διαιτησίας, αλλά αντίθετα λειτουργεί επικουρικά προς τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, ενισχύοντάς τες. Συγχρόνως δε, αποδεικνύεται ότι η διαιτησία λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, ως επικουρική διαδικασία επίλυσης των συλλογικών διαφορών, επιτελώντας στο ακέραιο τον συνταγματικά κατοχυρωμένο σκοπό της, όπως αυτός ερμηνεύτηκε από την υπ’ αριθ. 2307/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Σε ειδικότερη αναφορά προς τη διαδικασία της μεσολάβησης, από τα ανωτέρω στοιχεία και στατιστικά δεδομένα συνάγεται ότι η μεσολάβηση ανέκαθεν αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί ένα κεντρικό συστατικό στοιχείο στη λειτουργία του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων του ν. 1876/1990, που ενισχύει και υποβοηθά τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και συντελεί στη συναινετική επίλυση των συλλογικών διαφορών που άγονται ενώπιον του ΟΜΕΔ.

Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων και προς περαιτέρω ενίσχυση της διαδικασίας της μεσολάβησης, με απώτερο σκοπό την ενίσχυση των ίδιων των ελεύθερων διαπραγματεύσεων των μερών για την επίτευξη αμοιβαία αποδεκτής λύσης, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις ενισχύεται η επιβοηθητική λειτουργία της μεσολάβησης, με την εκ νέου εισαγωγή της νομοθετικής πρόβλεψης, κατά την οποία ο μεσολαβητής έχει τη δυνατότητα (και όχι την υποχρέωση, όπως προβλέπεται σήμερα μετά το ν. 4303/2014) να υποβάλει πρόταση μεσολάβησης. Ειδικότερα, ο μεσολαβητής, εφόσον διαπιστώνει ότι υφίσταται ακόμη περιθώριο ελεύθερων διαπραγματεύσεων των μερών και συνεπώς περιθώριο συναινετικής επίλυσης της συλλογικής διαφοράς, έχει τη δυνατότητα να απόσχει αιτιολογημένα από την υποβολή πρότασης, οδηγώντας τα μέρη εκ νέου σε διαπραγματεύσεις, ώστε να εξαντληθεί κάθε περιθώριο επίτευξης κοινής συμφωνίας. Εφόσον, όμως, διαπιστωθεί ότι τα μέρη δεν κατόρθωσαν να οδηγηθούν από κοινού σε επίλυση της διαφοράς, τότε ο μεσολαβητής προχωρά πλέον σε υποβολή της πρότασής του, κοινοποιώντας την στα μέρη.

Συγχρόνως, σε πλήρη αντιστοιχία προς τη γενική αρχή της καλόπιστης συμπεριφοράς, που πρέπει να διαπνέει και τις διαπραγματεύσεις συλλογικών εργατικών διαφορών, ενισχύεται η θέση του μέρους που με συγκαταβατική διάθεση προσήλθε σε συζητήσεις κατά το στάδιο της μεσολάβησης και το οποίο, επιδεικνύοντας καλή πίστη και θέληση συναινετικής επίλυσης της διαφοράς, έκανε αποδεκτή την πρόταση του μεσολαβητή. Επαναφέρεται, λοιπόν, εν μέρει, προϊσχύσασα ρύθμιση και ορίζεται ότι το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία παρέχεται στο μέρος που έκανε αποδεκτή την πρόταση του μεσολαβητή, ενώ το άλλο μέρος την απέρριψε.

Τέλος, στα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την υποβολή πρότασης μεσολάβησης ή την έκδοση διαιτητικής απόφασης προστίθεται ρητά η εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης του μισθού, ενός παράγοντα εξαιρετικά σημαντικού κατά την στάθμιση των συμφερόντων εργαζομένων και εργοδοτών. Υπό το ισχύον πλαίσιο, ο νόμος επικεντρώνεται αποκλειστικά στα οικονομικά δεδομένα της εργοδοτικής πλευράς, αντιμετωπίζοντας τον μισθό μόνο ως λειτουργικό κόστος που επιδρά στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Ωστόσο, καμία ειδική αναφορά δεν γίνεται στην ακόμα σημαντικότερη λειτουργία του μισθού, την καθοριστική δηλαδή συμβολή του στον αξιοπρεπή βιοπορισμό των εργαζομένων, οι οποίοι συχνά εκτίθενται σε κόστος διαβίωσης που επιδρά αρνητικά στην αγοραστική δύναμη του μισθού τους. Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις ανατρέπεται η μονόπλευρη απαρίθμηση κριτηρίων στο νόμο και αποκαθίσταται η καθοριστική θέση της αγοραστικής δύναμης του μισθού μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να συνεκτιμώνται από τον μεσολαβητή και τον διαιτητή.

Άρθρο 16

Θητεία μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΜΕΔ

Ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) συνιστά ανεξάρτητο φορέα με σκοπό την υποστήριξη των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων με την παροχή υπηρεσιών μεσολάβησης και διαιτησίας προς τις εργατικές και εργοδοτικές οργανώσεις και μεμονωμένους εργοδότες. Ο ΟΜΕΔ διοικείται από επταμελές διοικητικό συμβούλιο, που αποτελείται από εκπροσώπους των Κοινωνικών Εταίρων, καθ’ υπόδειξή τους.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις επανακαθορίζεται η διάρκεια της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΜΕΔ από τρία (3) σε πέντε (5) έτη. Ομοίως, ορίζεται πενταετούς διάρκειας η θητεία και σε περίπτωση επαναδιορισμού των ίδιων τακτικών μελών. Περαιτέρω, ορίζεται μεταβατικά ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ισχύουν και για το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΜΕΔ που συγκροτήθηκε με την υπ` αριθμ. 10650/Δ1.1956/09.04.2014 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΥΟΔΔ 233), έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η συνέχιση της ομαλής λειτουργίας του Οργανισμού.

 

Άρθρο 17

Προνοιακές παροχές

Με τη διαδικασία του άρθρου 215 του ν. 4512/2018 (Α΄ 5) και των παραγράφων 1-9 και 14-16 του άρθρου 2 της Δ12/Γ.Π. οικ.2738/36/2018 (Β’ 57) κοινής υπουργικής απόφασης, που στηρίζεται πλήρως σε πληροφοριακό σύστημα νέας τεχνολογίας το οποίο επεξεργάσθηκε η ΗΔΙΚΑ Α.Ε., εποπτευόμενος φορέας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καταργείται η ταλαιπωρία των αιτούντων ατόμων με αναπηρία, δεδομένου ότι οι αιτήσεις υποβάλλονται ηλεκτρονικά σε πολλά σημεία (240 Κέντρα Κοινότητας και 9 Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΟΠΕΚΑ), μειώνεται δραστικά η γραφειοκρατία δεδομένου ότι τα περισσότερα στοιχεία για τον αιτούντα ανασύρονται από αρχεία δεδομένων του κράτους συνδεδεμένα με το ηλεκτρονικό σύστημα υποβολής των αιτήσεων ενώ εκλείπει και η ανάγκη πολλαπλών μετακινήσεων αλλά και πολλαπλών αιτήσεων για άλλες παροχές πλην εκείνης σε χρήμα (εφορία, αναπηρικό αυτοκίνητο κ.λπ). Γενικά, το πληροφοριακό σύστημα είναι πολύ φιλικό για τον αιτούντα και εξασφαλίζει πλήρη διαφάνεια, ισότητα, δικαιοσύνη και δυνατότητα ελέγχου των πραγματικών δεδομένων και αναγκών των αιτούντων.

Για τον λόγο αυτόν κρίνεται σκόπιμο να ξεκινήσει σταδιακά η εφαρμογή της νέας αυτής διοικητικής ηλεκτρονικής διαδικασίας σε όλη την επικράτεια ώστε βαθμιαία να επωφεληθούν από αυτή όλοι οι δικαιούχοι προνοιακών παροχών της χώρας. Οι περιοχές στις οποίες θα υλοποιείται κάθε φορά η επέκταση θα πρέπει να ορίζονται με κοινή απόφαση των συναρμόδιων Υπουργών (Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εσωτερικών και Οικονομικών), σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε περιοχής και τις δυνατότητες των συναρμόδιων υπηρεσιών για εφαρμογή της νέας διαδικασίας εκτίμησης της αναπηρίας.

Οι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής της διοικητικής ηλεκτρονικής διαδικασίας σε παραμένουν όπως ισχύουν με το άρθρο 215 του ν.4512/2018 (Α΄5) και τις παραγράφους 1-9 και 14-16 του άρθρου 2 της Δ12/Γ.Π. οικ.2738/36/2018 (Β’ 57) κοινής υπουργικής απόφασης. Κρίνεται όμως απαραίτητο να δοθεί η δυνατότητα, με κοινή απόφαση των ίδιων συναρμόδιων Υπουργών να προστεθούν ή να τροποποιηθούν σημεία της διαδικασίας για την καλύτερη εφαρμογή της.

Άρθρο 18

Τροποποίηση άρθρου 215 ν. 4512/2018

Με το άρθρο 215 του ν. 4512/2018 (Α’ 5) ορίσθηκε ότι ως το τέλος Φεβρουαρίου 2018 θα τίθετο σε εφαρμογή πιλοτική διαδικασία απονομής προνοιακών παροχών σε χρήμα για τα άτομα με αναπηρία από τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων και τα Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας, μέσω ηλεκτρονικής διαδικασίας αξιολόγησης της αναπηρίας και απονομής της προνοιακής παροχής, με παράλληλη προσθήκη, στη σημερινή εκτίμηση της αναπηρίας, δεδομένων για τις καθημερινές δραστηριότητες του ατόμου με αναπηρία.

Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται σε άτομα με αναπηρία που υποβάλλουν για πρώτη φορά αίτηση για την ένταξή τους στις ως άνω προνοιακές παροχές και διαμένουν μόνιμα στην Περιφέρεια Αττικής.

Με την Δ12/Γ.Π. οικ.2738/36/2018 (Β’ 57) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών, και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ορίσθηκε επακριβώς η διαδικασία εφαρμογής της πιλοτικής διαδικασίας, τόσο ως προς το μέρος της διοικητικής ηλεκτρονικής διαδικασίας υποβολής των αιτήσεων, δημιουργίας του ηλεκτρονικού φακέλου αναπηρίας, διαβίβασης του αιτήματος εκτίμησης της αναπηρίας στα ΚΕΠΑ, διαβίβασης του αποτελέσματος της εκτίμησης από τα ΚΕΠΑ στον ΟΓΑ και καταβολής, από τον ΟΓΑ, της προνοιακής παροχής, όσο και ως προς το μέρος του νέου τρόπου εκτίμησης της αναπηρίας στα ΚΕΠΑ με προσθήκη ερωτηματολογίου για τις καθημερινές δραστηριότητες του ατόμου με αναπηρία.

Με τον ν. 4520/2018 (Α’ 45) «Μετεξέλιξη του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων σε Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ) και λοιπές διατάξεις» ο Ο.Γ.Α. μετεξελίχθηκε σε φορέα καταβολής των προνοιακών παροχών και μετονομάσθηκε σε Οργανισμό Προνοιακών Παροχών και Κοινωνικής Αλληλεγγύης -ΟΠΕΚΑ.

Από 1/3/2018 ξεκίνησε στην Περιφέρεια Αττικής το πιλοτικό πρόγραμμα του νέου τρόπου εκτίμησης της αναπηρίας. Κατά την εφαρμογή του διαπιστώθηκε η ομαλή εξέλιξη της διοικητικής ηλεκτρονικής διαδικασίας υποβολής των αιτημάτων και η ικανοποιητική λειτουργία των εργαλείων δημιουργίας του ηλεκτρονικού φακέλου αναπηρίας και διαβίβασης των αιτημάτων στα ΚΕΠΑ. Ωστόσο, οι ρυθμοί ανταπόκρισης των ιατρών στο νέο τρόπο ηλεκτρονικής συμπλήρωσης της διάγνωσης της πάθησης και δημιουργίας του ηλεκτρονικού φακέλου του αναπήρου δεν ήταν σε επίπεδο τέτοιο που να διασφαλίζει τη συγκέντρωση ικανού αριθμού αποτελεσμάτων μέχρι την ορισμένη με τον ν. 4512/2018 ημερομηνία λήξης εφαρμογής της πιλοτικής διαδικασίας ώστε να γίνει η δέουσα εκτίμηση των αποτελεσμάτων του πιλοτικού προγράμματος ως προς την προσθήκη στοιχείων για τις καθημερινές λειτουργίες του ατόμου με αναπηρία που θα οδηγούσε στην οριστικοποίηση του νέου τρόπου εκτίμησης της αναπηρίας από τα ΚΕΠΑ. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται απαραίτητο αφενός μεν να παραταθεί η περίοδος εφαρμογής της πιλοτικής διαδικασίας στην Περιφέρεια Αττικής και αφετέρου να προστεθούν και άλλες περιοχές ώστε το δείγμα να εμπλουτισθεί και να δίδεται η δυνατότητα εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων. Προτείνεται: α) η παράταση της περιόδου εφαρμογής της πιλοτικής διαδικασίας στην Περιφέρεια Αττικής έως 31/12/2018 και β) η εφαρμογή της πιλοτικής διαδικασίας για τα άτομα με αναπηρία που υποβάλλουν αίτηση πρώτη φορά για προνοιακές παροχές και διαμένουν μόνιμα στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης εντός του Ιουλίου 2018 και για όσους διαμένουν μόνιμα στην περιφερειακή Ενότητα Αχαΐας εντός του Σεπτεμβρίου 2018.

Οι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής της πιλοτικής διαδικασίας σε όλες τις περιπτώσεις παραμένουν όπως ισχύουν με τον ν. 4512/2018 και την προαναφερθείσα Δ12/Γ.Π. οικ.2738/36/2018 κοινή υπουργική απόφαση (Β’ 57). Κρίνεται, όμως, απαραίτητο να δοθεί η δυνατότητα, με όμοια κοινή απόφαση των ίδιων συναρμόδιων Υπουργών να προστεθούν ή να τροποποιηθούν σημεία της διαδικασίας για την καλύτερη εφαρμογή της.

 

Άρθρο 19

Ασφαλιστικές εισφορές

Με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 1 προβλέπονται τα ποσοστά εισφορών εργαζομένων και εργοδοτών για την επικουρική ασφάλιση των ασφαλισμένων του ΕΔΟΕΑΠ. Ειδικότερα, ορίζεται ότι το ποσό της μηνιαίας εισφοράς επικουρικής ασφάλισης των ασφαλισμένων του ΕΔΟΕΑΠ ορίζεται σε ποσοστό 3,5% για τον ασφαλισμένο και 3,5% για τον εργοδότη επί των πάσης φύσεως τακτικών μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, όπως ίσχυε, ενώ για το χρονικό διάστημα από την 1.6.2019 μέχρι και την 31.5.2022 αναπροσαρμόζεται σε 3,25% για τον ασφαλισμένο και 3,25% για τον εργοδότη και από την 1.6.2022 αναπροσαρμόζεται σε 3% για τον ασφαλισμένο και 3% για τον εργοδότη.

Με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 2, ορίζεται ότι η εργοδοτική εισφορά της παρ. 1 του άρθρου 6 του α.ν. 248/1967, όπως έχει τροποποιηθεί και όπως αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με την Φ20155/25187/Δ16.624/2018 (Β΄ 1582) απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Έγκριση του Κανονισμού Είσπραξης Εσόδων του Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.)», θα κατευθύνεται προς την χρηματοδότηση του Κλάδου Υγείας του Οργανισμού, τροποποιούμενης της τελευταίας αναλόγως.

 

Άρθρο 20

Υπολογισμός επικουρικής σύνταξης

Με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 1 καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της επικουρικής σύνταξης στους ασφαλισμένους για πρώτη φορά από 1.7.2018 και εφεξής στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του ΕΔΟΕΑΠ βάσει του διανεμητικού συστήματος προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NCD). Επιπροσθέτως, προβλέπεται ότι το ποσό της καταβαλλόμενης επικουρικής σύνταξης του ΕΔΟΕΑΠ καθορίζεται βάσει δύο παραγόντων. Πρώτον, των δημογραφικών δεδομένων που προκύπτουν από εγκεκριμένους πίνακες θνησιμότητας και δεύτερον του πλασματικού ποσοστού επιστροφής που θα εφαρμόζεται στις συνολικά καταβληθείσες εισφορές. Για την αντιμετώπιση ελλειμμάτων εισάγεται αυτόματος μηχανισμός εξισορρόπησης που αποκλείει κάθε αναπροσαρμογή των εισφορών. Περαιτέρω, προβλέπεται η απαγόρευση μεταφοράς κεφαλαίων από τον κρατικό προϋπολογισμό προς τον ΕΔΟΕΑΠ.

Με την παρ. 2 της προτεινόμενης διάταξης ορίζεται ότι για την εφαρμογή όλων των ανωτέρω, εφαρμόζεται η Υπουργική απόφαση 23123/785/7.6.2016 (Β΄ 1604).

Όσον αφορά τους ασφαλισμένους μέχρι 30.6.2018 στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του ΕΔΟΕΑΠ, καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της επικουρικής σύνταξης βάσει του διανεμητικού συστήματος προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NCD) για το χρόνο ασφάλισης από 1.7.2018 και εφεξής. Το ποσό της επικουρικής σύνταξης ισούται με το άθροισμα δύο τμημάτων: i) το τμήμα της σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης έως 30.6.2018 το οποίο υπολογίζεται βάσει των καταστατικών διατάξεων του ΕΔΟΕΑΠ και ii) το τμήμα της σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης από 1.7.2018 το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NCD) και την ίδια ως άνω ανωτέρω αναφερόμενη Υπουργική Απόφαση.

Με την παρ. 4 της προτεινόμενης διάταξης παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, να καθορίζει με Απόφασή του, η οποία εκδίδεται εντός μηνός από την έναρξη ισχύος της προτεινόμενης διάταξης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Τέλος, με την παρ. 5 της προτεινόμενης διάταξης προβλέπεται η ενσωμάτωση των ανωτέρω διατάξεων στο Καταστατικό του ΕΔΟΕΑΠ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26 του ν. 4498/2017.

Άρθρο 21

Αποζημίωση συμβεβλημένων φορέων που παρέχουν υπηρεσίες προνοιακού χαρακτήρα

Με την προτεινόμενη διάταξη δίδεται η δυνατότητα στον Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ) να μεταβιβάζει πιστώσεις στον ΕΟΠΠΥ, κατόπιν επιχορήγησής του από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προκειμένου να πληρωθούν δαπάνες που προκύπτουν από την παροχή προνοιακών υπηρεσιών σε περιθαλπόμενους από συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΠΥ φορείς. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η ενοποίηση των διαδικασιών ελέγχου και εκκαθάρισης των δαπανών, η επιτάχυνση της διαδικασίας καταβολής των αποζημιώσεων στους φορείς και συνακόλουθα η εξυπηρέτηση των αναγκών ευάλωτων ομάδων πληθυσμού, στην προστασία των οποίων αποσκοπούν οι δράσεις του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

 

 

Άρθρο 22

Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης

Στην προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων που ανέκυψαν από την κρίση, η Πολιτεία θέσπισε με το άρθρο 235 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) τη βαθμιαία εθνική εφαρμογή του προγράμματος «Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης» σε τριάντα Δήμους, το οποίο επεκτάθηκε σε όλους τους Δήμους της χώρας με το άρθρο 22 του ν. 4445/2016 (Α΄ 236).

Το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης είναι ένα προνοιακό πρόγραμμα, στο οποίο μέχρι σήμερα έχουν ενταχθεί περίπου 280.000 νοικοκυριά και συνδυάζει: i) εισοδηματική ενίσχυση, ii) διασύνδεση των μελών της ωφελούμενης μονάδας με συμπληρωματικές κοινωνικές υπηρεσίες, παροχές και αγαθά εφόσον πληρούν τα κριτήρια ένταξης εκάστου προγράμματος και iii) υπηρεσίες ενεργοποίησης μέσω προώθησης των δικαιούχων, εφόσον δύνανται να εργαστούν, σε δράσεις που στοχεύουν στην ένταξη ή επανένταξή τους στην αγορά εργασίας.

Το πρόγραμμα τέθηκε σε καθολική εφαρμογή από τον Φεβρουάριο του 2017, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της υπ’ αριθμ. 2961/10/2017 κοινής υπουργικής απόφασης (Β΄ 128) και δεδομένου ότι:

α) Στο επικαιροποιημένο κείμενο της Τεχνικής Συμφωνίας ανάμεσα στις Ελληνικές αρχές την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, ορίζεται ρητά ότι μέχρι τον Απρίλιο 2018 πρέπει να θεσμοθετηθεί η υποχρέωση εγγραφής στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ, για όλους τους ανέργους δικαιούχους του ΚΕΑ, οι οποίοι δύνανται να εργαστούν,

β) Κατά τη διάρκεια υλοποίησης του προγράμματος προέκυψε η ανάγκη για την εμπλοκή νέων αρμόδιων οργάνων με σκοπό την ομαλή εφαρμογή του,

γ) Με τη συμπλήρωση ενός χρόνου και πλέον υλοποίησης του προγράμματος, έχει καταγραφεί ικανοποιητικός αριθμός προβλημάτων, αναγκών και προτάσεων για την εξομάλυνση της ροής των διαδικασιών, κρίνεται σκόπιμη η τροποποίηση των όρων και προϋποθέσεων υλοποίησης αυτού.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση επικαιροποιείται ο ορισμός του αστέγου, ενώ προβλέπεται ρητά ότι στο δηλούμενο εισόδημα για τον υπολογισμό του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης δεν περιλαμβάνεται ούτε η οικονομική ενίσχυση που χορηγείται σε όσους περιέρχονται σε κατάσταση ανάγκης συνεπεία θεομηνίας και λοιπών φυσικών καταστροφών, ούτε και το επίδομα που καταβάλλεται σε ανέργους δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88). Επιπροσθέτως, επαναπροσδιορίζονται οι αρμόδιες υπηρεσίες για την υλοποίηση του προγράμματος και ορίζεται ότι δεν υπολογίζεται το ποσό του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης και στον τρόπο υπολογισμού του ποσού για την καταβολή οποιασδήποτε άλλης παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα.

 

ΤΜΗΜΑ Γ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Άρθρο 23

Τροποποίηση άρθρου 966 ΚΠολΔ

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 966 ΚΠολΔ τροποποιείται κατά τρόπο που διασφαλίζει την πιο αποτελεσματική εφαρμογή της. Ειδικότερα, η προβλεπόμενη διαδικασία οριοθετείται χρονικά στο σύνολό της, δηλαδή από την κατάθεση της αίτησης έως την έκδοση απόφασης, ενώ, για λόγους ασφάλειας δικαίου, ρυθμίζεται και κάθε άλλη διαδικαστική ενέργεια, όπως είναι η κλήτευση, αποθαρρύνοντας τελικώς τυχόν παρελκυστική προσφυγή στο εν λόγω γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο. Υπ’ αυτό το πνεύμα, με γνώμονα την αυστηρή τήρηση των προθεσμιών, θα πρέπει να επιλύεται κάθε ανακύπτον ζήτημα, λ.χ. αναβολής της συζήτησης. Αφετέρου, προκειμένου η εν λόγω διάταξη να συμβάλλει λυσιτελώς στην επίλυση της κατάστασης που ανακύπτει μετά την άκαρπη έκβαση των πλειστηριασμών, υπογραμμίζει την αποδεικτική εμβέλεια της έκθεσης εκτίμησης, μεταξύ των λοιπών πρόσφορων αποδεικτικών μέσων, πολύ περισσότερο όταν για τον σκοπό αυτό προσλαμβάνεται επί ακινήτων πιστοποιημένος εκτιμητής. Στόχος είναι η δικαστική κρίση να εκδίδεται το συντομότερο δυνατό και να αντιστοιχεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια προς την τρέχουσα πραγματικότητα ώστε να είναι πιο ουσιαστική και δίκαιη.

 

Άρθρο 24

Τροποποιήσεις στον Πτωχευτικό Κώδικα

Με την προτεινόμενη μεταρρύθμιση ενισχύεται ο θεσμός της απαλλαγής, όπως αυτός αναμορφώθηκε με τον ν. 4446/2016, προς την κατεύθυνση του αποστιγματισμού της πτώχευσης και της παροχής δεύτερης ευκαιρίας σε οφειλέτες – φυσικά πρόσωπα που πτώχευσαν χωρίς να τους βαρύνει κακόπιστη συμπεριφορά.

Εν προκειμένω, προβλέπεται η δυνατότητα δεύτερης ευκαιρίας σε φυσικά πρόσωπα τα οποία ελλείψει πτωχευτικής περιουσίας δεν δύνανται να πτωχεύσουν και παραμένουν τόσο τα ίδια αλλά και οι τρίτοι που συνέχονται επιχειρηματικά με αυτά σε διαρκή εκκρεμότητα. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης θα πρέπει ασφαλώς να κηρυχθεί συγγνωστός, μετά την παρέλευση τριών ετών από την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας του στο ΓΕΜΗ και στα μητρώα πτωχεύσεων. Στόχος είναι η επαναδραστηριοποίηση των επιχειρηματιών αυτών που παρά τις έντιμες προσπάθειες απέτυχαν ώστε να διαφύγουν τον «συναλλακτικό θάνατο».

Η προτεινόμενη ρύθμιση κινείται επί του βασικού άξονα διατάξεων που θεσπίστηκαν με τον ν. 4446/2016 με τις αναγκαίες νομοτεχνικές προσαρμογές. Ειδικότερα, το συγγνωστό του οφειλέτη φυσικού προσώπου παραμένει η αναγκαία αλλά και η μόνη πλέον προϋπόθεση για την απαλλαγή του, ενώ διασφαλίζεται η δυνατότητα να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου οι παρατηρήσεις των πιστωτών. Τίθεται, ωστόσο, αυστηρότερος χρονικός περιορισμός, αυτός των τριών ετών (αντί των δύο που προβλέπει η γενική ρύθμιση), με το σκεπτικό ότι ο χρόνος αυτός συμπίπτει με τη διαγραφή της σχετικής καταχώρισης, για την αποθάρρυνση τυχόν καταστρατηγήσεων του θεσμού.

ΤΜΗΜΑ Δ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Υγείας

Άρθρο 25

Ρυθμίσεις για τον μηχανισμό αυτόματης επιστροφής

Με την προτεινόμενη ρύθμιση επεκτείνεται, για λόγους δημοσιονομικού συμφέροντος, η εφαρμογή του μηχανισμού αυτόματης επιστροφής (clawback) στα έτη 2019-2022 και ρυθμίζεται ο τρόπος καθορισμού των ορίων δαπανών για όλες τις κατηγορίες, βάσει της ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ, δίνοντας περιθώρια στους φορείς να εξυπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη δημόσια υγεία. Τέλος, ορίζεται ότι τα ως άνω όρια θα κατανέμονται στις τρεις κατηγορίες δαπανών στον ετήσιο προϋπολογισμό του κράτους.

 

Άρθρο 26

Τροποποίηση ν. 1902/1990 και 3918/2011 και π.δ. 312/1992

Με τις προτεινόμενες διατάξεις επιδιώκεται η αύξηση του ποσοστού διείσδυσης των γενοσήμων φαρμάκων στην ελληνική αγορά αφενός με την παροχή στους ασφαλισμένους, για τους οποίους ήδη προβλέπεται ποσοστό συμμετοχής δέκα τοις εκατό (10%) της διατιμημένης αξίας του φαρμάκου, οικονομικού κινήτρου να επιλέγουν το γενόσημο φάρμακο και αφετέρου με την παροχή στους φαρμακοποιούς ενός αντικινήτρου να προτείνουν και να χορηγούν στους ασφαλισμένους φάρμακα αναφοράς μετά τη λήξη της περιόδου προστασίας αντί των γενοσήμων φαρμάκων.

Συγκεκριμένα, με την παρ. 1 της προτεινόμενης διάταξης για τους ασφαλισμένους για τους οποίους έως σήμερα προβλέπεται ποσοστό συμμετοχής δέκα τοις εκατό (10%) της διατιμημένης αξίας του φαρμάκου – δηλαδή για τους ασφαλισμένους που λαμβάνουν φάρμακα για τη θεραπεία χρόνιων ή εξαιρετικά σοβαρών παθήσεων, όπως αυτές ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και για τους κάθε φορά δικαιούχους επιδόματος κοινωνικής αλληλεγγύης (ΕΚΑΣ) και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους – το ποσοστό της συμμετοχής τους μηδενίζεται, εφόσον επιλέξουν να προμηθευτούν γενόσημα φάρμακα.

Με την παρ. 2 της προτεινόμενης διάταξης καθιερώνεται για τα φαρμακεία η υποχρέωση ποσοστού επιστροφής (rebate) 0,8% επί της λιανικής τιμής των συνταγογραφούμενων φαρμάκων αναφοράς μετά τη λήξη της περιόδου προστασίας προς τον ΕΟΠΥΥ για το έτος 2018 και παράλληλα δίνεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Υγείας, όπως με απόφασή του τροποποιεί το ποσοστό αυτό τα επόμενα έτη και τον τρόπο υπολογισμού και να ρυθμίζει τα ειδικότερα ζητήματα εφαρμογής της διάταξης.

Τέλος, με την παρ. 3 δίνεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Υγείας, όπως με απόφασή του ορίζει τις ελάχιστες ποσότητες γενοσήμων φαρμάκων ανά θεραπευτική κατηγορία που οφείλουν να έχουν ως απόθεμα τα φαρμακεία, με σκοπό τη διασφάλιση της επάρκειας των γενοσήμων φαρμάκων στα φαρμακεία και την απρόσκοπτη πρόσβαση των ασθενών σε αυτά.

Άρθρο 27

Ρυθμίσεις για τα οπτικά–γυαλιά οράσεως

Η παρούσα διάταξη κρίνεται αναγκαία, καθώς αφορά τις εναπομείνασες περιπτώσεις μη συμβασιοποιημένων ιδιωτών παρόχων με τον ΕΟΠΥΥ και προβλέπεται η διαδικασία σχετικά με την καταβολή της προβλεπόμενης δαπάνης, η οποία στο εξής διενεργείται χωρίς τη διαμεσολάβηση του δικαιούχου περίθαλψης, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και σύμφωνα με τον ΕΚΠΥ παροχή του είδους ή της υπηρεσίας υγείας. Επιπροσθέτως, οι εν λόγω δαπάνες εντάσσονται στον κλειστό προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ, με σκοπό την ενιαία αντιμετώπισής τους και την ορθότερη λειτουργία και αποτελεσματικότητα της διαδικασίας.

 

Άρθρο 28

Τροποποίηση άρθρου 52 ν. 4430/2016

Με την παρούσα ρύθμιση δίνεται η δυνατότητα στους παρόχους που υπέβαλαν αρχικά άρνηση, αλλά κρίνουν ότι δεν συντρέχουν πλέον οι λόγοι αυτής, να την ανακαλέσουν, περίπτωση που δεν είχε προβλεφθεί στον αρχικό νόμο.

 

Άρθρο 29

Τροποποίηση άρθρου 11 ν. 4052/2012

Με την παρούσα διάταξη επιτυγχάνεται η επιτάχυνση της διαδικασίας εκκαθάρισης, στις περιπτώσεις που υφίστανται ομοειδείς ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των φαρμακευτικών εταιριών - κατόχων άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών σκευασμάτων και του ΕΟΠΥΥ.

 

Άρθρο 30

Ρυθμίσεις για τη διαδικασία επιλογής του Ε.Κ.Α.Π.Υ.

 

Με την προτεινόμενη διάταξη, εισάγεται ρύθμιση με την οποία ορίζεται το αρμόδιο Τμήμα του Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Διοικήσεων (Ε.Σ.Ε.Δ.) του άρθρου 10 ν. 4369/2016 (Α’ 33) για τη διενέργεια των διαδικασιών επιλογής υποψηφίων σε θέσεις του άρθρου 8 παρ. 1 περ. α’ ν. 4369/2016, στην περίπτωση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Εθνική Κεντρική Αρχή Προμηθειών Υγείας» (Ε.Κ.Α.Π.Υ.) του άρθρου 21 ν. 4472/2017 (Α’ 74). Συγκεκριμένα, με την εν λόγω διάταξη ορίζεται ως αρμόδιο τμήμα, το Α’ Τμήμα του Ε.Σ.Ε.Δ., όπως συστάθηκε με την Υ.Α. υπ’ αρ. ΔΙΔΚ/Φ.38/οικ.40717/2017 (Β’ 4125), και τροποποιήθηκε με την Υ.Α. υπ’ αρ. ΔΙΔΚ/Φ.38/8668/2018 (Β’ 773).

Η διάταξη κρίνεται αναγκαία προκειμένου να επιταχυνθούν οι διαδικασίες στελέχωσης των εν λόγω θέσεων του Ε.Κ.Α.Π.Υ. και να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότερη λειτουργία του φορέα για λόγους δημοσίου συμφέροντος που ανάγονται στη διαφανέστερη και αποδοτικότερη διαχείριση των προμηθειών υγείας.

Άρθρο 31

Τροποποίηση άρθρου 33 ν. 4025/2011

Με την παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 4025/2011 (Α’ 228), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4486/2017 (Α’115, με διόρθωση σφάλματος στο Α’ 125), προβλέφθηκε ότι σε κάθε Μονάδες Ημερήσιας Νοσηλείας (ΜΗΝ) αναπτύσσεται μόνο μία ειδικότητα. Η συγκεκριμένη απαγόρευση δεν θεωρείται σκόπιμο να υφίσταται, ώστε οι ΜΗΝ να αναπτύσσουν περισσότερες από μία ειδικότητες, εφόσον τηρούν τις προϋποθέσεις του νόμου για την διασφάλιση της Δημόσιας Υγείας.

Άρθρο 32

Τροποποίηση παρ. 6 του άρθρου 90 ν. 4368/2016

Με την προτεινόμενη διάταξη διευρύνεται ο έλεγχος των δαπανών της υγείας, με την ενεργό συμμετοχή του δικαιούχου περίθαλψης στις δαπάνες που τον αφορούν, με σκοπό την διασφάλιση των πόρων που διατίθενται για την υγειονομική περίθαλψη, την πραγματική παροχή υγειονομικής περίθαλψης και την πραγματική πρόσβαση από όλους σε αυτήν, καθώς και τις δαπάνες και την αποτελεσματική χρηματοδότηση της υγειονομικής περίθαλψης, σύμφωνα με τα οριζόμενα και στον υπ’ αριθμ. 679/2016 Κανονισμό για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων- προοίμιο σκέψη 54).

 

Άρθρο 33

Ψηφιακή υποβολή δικαιολογητικών

 

H παρούσα διάταξη κρίνεται αναγκαία, καθώς με την εφαρμογή της θα καταστεί δυνατή η αξιοποίηση του υφιστάμενου νομικού πλαισίου σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, που προβλέπει την ηλεκτρονική διακίνηση των εγγράφων στα πλαίσια διοικητικών διαδικασιών, ώστε να προσαρμοστεί στη διαδικασία της εκκαθάρισης των απαιτήσεων των ιδιωτών παρόχων του ΕΟΠΥΥ. Με την υιοθέτηση της ηλεκτρονικής εκκαθάρισης επιταχύνεται η μέχρι σήμερα ακουλουθούμενη χρονοβόρα διοικητική διαδικασία, μειώνεται το διοικητικό λειτουργικό κόστος, επιταχύνεται η καταβολή των δαπανών υγείας, με σκοπό την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών υγείας προς τους δικαιούχους περίθαλψης μέσω της ανταγωνιστικής λειτουργίας της αγοράς στον τομέα της υγείας. Επίσης, με επίκεντρο τη διασφάλιση της διαδικασίας της εκκαθάρισης ενισχύεται σε προληπτικό επίπεδο ο έλεγχος του Οργανισμού, με την αξιοποίηση περιοδικών δειγματοληπτικών ελέγχων και εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του κατασταλτικού ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ιδιαίτερη μέριμνα, με την προτεινόμενη διάταξη, αποδίδεται στη διασφάλιση της συναίνεσης του δικαιούχου περίθαλψης και την πιστοποίηση της παρουσίας του κατά την παροχή των υπηρεσιών υγείας.

 

ΤΜΗΜΑ Ε΄

Διατάξεις του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού

Ενιαία Τιμή Βιβλίου

1. Γενικό μέρος: Επί της αρχής

Στην Ελλάδα, οι διατάξεις για την προστασία της τιμής του βιβλίου από τις ελεύθερες εκπτώσεις εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά με το ν. 2557/1997 (νόμος «Ενιαίας Τιμής Βιβλίου»). Οι διατάξεις αυτές αναθεωρήθηκαν με τους ν. 4254/2014 (άρθρο 1) και ν. 4261/2014 (άρθρο 186), λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της Έκθεσης: OECD, Competition Assessment Reports: Greece, Version 2013. Με την τροποποίηση του νόμου, η διετής προστασία της τιμής των βιβλίων από τις ελεύθερες εκπτώσεις του ν. 2557/1997, περιορίστηκε μόνον στα «λογοτεχνικά» βιβλία και μόνον στην 1η τους έκδοση. Με βάση την εμπειρία από την εφαρμογή της μερικής «απελευθέρωσης» της αγοράς του βιβλίου, τα τελευταία τρία χρόνια, η κατάσταση του κλάδου στη χώρα μας επιδεινώθηκε ως προς πολλούς από τους δείκτες της. Η δυνατότητα ελεύθερων εκπτώσεων δεν υιοθετήθηκε από τις περισσότερες επιχειρήσεις λιανικής πώλησης, οδηγώντας στη διαμόρφωση έντονα ολιγοπωλιακών συνθηκών στην αγορά, οι συνθήκες επιβίωσης των μικρών, ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων έγιναν πιο δύσκολες και πολλά από αυτά έκλεισαν, η μείωση των σημείων πώλησης επιδείνωσε τις συνθήκες παραγωγής και κυκλοφορίας των λιγότερο εμπορικών βιβλίων εκ μέρους των μικρών εκδοτών, μειώθηκαν κατακόρυφα οι εισπράξεις πνευματικών δικαιωμάτων όλων των δημιουργών. Η δε αυθαίρετη διάκριση μεταξύ λογοτεχνικών και μη λογοτεχνικών βιβλίων άφησε εκτός των ρυθμιστικών και προστατευτικών διατάξεων ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της βιβλιοπαραγωγής, με ιδιαίτερο ρόλο στην ανάπτυξη του δημόσιου διαλόγου και στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.

Τα προηγούμενα έτη διαπιστώθηκε με δραματικό τρόπο η αποτυχία της ασκούμενης πολιτικής και κρίνεται επιτακτική και επείγουσα η αναθεώρηση του νομικού πλαισίου. Η κρατική παρέμβαση στην αγορά του βιβλίου, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, έχει στόχο την εξασφάλιση του βέλτιστου επιπέδου συγγραφής, έκδοσης και κυκλοφορίας των βιβλίων. Η τελευταία έχει καθοριστική σημασία για τους τομείς της γλώσσας, του πολιτισμού, της εκπαίδευσης, της πολυμορφίας, του δημόσιου διαλόγου και της δημοκρατίας της χώρας. Η ανωτέρω ισορροπία δεν μπορεί να επιτευχθεί με την «ελεύθερη» λειτουργία της αγοράς.

Επίσης, η επιχειρηματολογία της Έκθεσης του ΟΟΣΑ του 2013, στην οποία βασίστηκαν οι διατάξεις των ν. 4254/2014 και ν. 4261/2014, υπήρξε πρόχειρη, ανεπαρκής, υπερβολικά συνοπτική (μόλις 7 σελίδων) χωρίς διεθνή τεκμηρίωση. Για την αποτύπωση των επιπτώσεων της νομοθετικής μεταρρύθμισης του 2014 εκπονήθηκε, αντιθέτως ενδελεχής μελέτη «Εκ των υστέρων αξιολόγησης των επιπτώσεων της τροποποίησης του νόμου περί ενιαίας τιμής βιβλίου» στο πλαίσιο της συγχρηματοδοτούμενης πράξης «Υποστήριξη της Επιτελικής Δομής ΕΣΠΑ-ΥπΟιΑΤ» του ΕΣΠΑ 2014-2020, με κωδικό ΟΠΣ (ΜΙS) 5000972 και Κωδικό Πράξης ΣΑ: 2016ΣΕ11910006, τα πορίσματα της οποίας ελήφθησαν υπόψη για τη διαμόρφωση των συγκεκριμένων διατάξεων.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις, εκτός από την επαναφορά της ενιαίας τιμής βιβλίου για περίοδο δεκαοκτώ μηνών από την πρώτη έκδοση, προβλέπεται σε περίπτωση ανατύπωσης, προστασία για διάστημα δώδεκα μηνών. Η ρύθμιση αυτή εισάγεται με σκοπό την ομαλότερη μετάβαση ενός βιβλίου εκτός περιόδου προστασίας και την παράταση του κύκλου ζωής ενός βιβλίου σε κατά το δυνατόν περισσότερα και περισσότερο διαφοροποιημένα σημεία πώλησης, με ιδιαίτερη μέριμνα για τα μικρά βιβλιοπωλεία της περιφέρειας, τα οποία σε κάποιους τόπους αποτελούν τους μοναδικούς θύλακες πολιτισμού. Επιπλέον, με την επανένταξη σε πλήρες καθεστώς ενιαίας τιμής εξαντλημένων βιβλίων που επανεκδίδονται ενθαρρύνεται η επανεισαγωγή στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή βιβλίων όχι ευπώλητων ή με αργό κύκλο ζωής στην αγορά, σημαντικών όμως για τη βιβλιογραφία στην ελληνική γλώσσα.

2. Ειδικό μέρος: Επί των άρθρων

Άρθρο 34

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

Δίνονται γενικοί ορισμοί και αποσαφηνίζονται οι έννοιες «βιβλίο» και «εκδότης» για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που ακολουθούν. Διασαφηνίζεται το εύρος εφαρμογής της ρύθμισης, καταλαμβάνοντας τα βιβλία που εκδίδονται στην Ελλάδα σε οποιαδήποτε γλώσσα και τα βιβλία που εκδίδονται στο εξωτερικό στην ελληνική γλώσσα και διατίθενται στην Ελλάδα. Επίσης, η ρύθμιση εκτείνεται και σε βιβλία που κυκλοφορούν στην Ελλάδα από εκδότη που έχει την έδρα του στην Ελλάδα και τα οποία έχουν εκτυπωθεί ή αναπαραχθεί στο εξωτερικό για λογαριασμό του εκδότη, καταλαμβάνοντας την περίπτωση που εκδότης στην Ελλάδα εκτυπώνει βιβλία στο Εξωτερικό σε ξένη γλώσσα, τα οποία όμως θα κυκλοφορήσουν στην Ελλάδα. Στις παρ. 4 έως 6 εισάγονται εξαιρέσεις που αφορούν μεταχειρισμένα και ελαττωματικά βιβλία, τα βιβλία μετά την παρέλευση δεκαοκτώ μηνών από την πρώτη έκδοση - με τους περιορισμούς της παρ. 9 του άρθρου 35 - και όταν η διάθεση των βιβλίων δεν γίνεται με σκοπό εμπορικής εκμετάλλευσης.

 

Άρθρο 35

Καθορισμός τιμής βιβλίου

Επιβάλλεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκδίδει βιβλία στην Ελλάδα να καθορίζει την τιμή διάθεσής τους στο κοινό και απαγορεύεται στα ίδια πρόσωπα και σε τρίτους να πωλούν τα βιβλία αυτά σε τιμή ανώτερη της τιμής που καθορίστηκε ή με έκπτωση μεγαλύτερη του 10% επί της τιμής αυτής με την εξαίρεση της παρ. 4 του παρόντος άρθρου. Με την παρ. 9 εισάγεται μεταβατική περίοδος δώδεκα μηνών με δυνατότητα έκπτωσης όχι μεγαλύτερης του 20%, που εκκινεί είτε μετά την παρέλευση δεκαοκτώ μηνών από την πρώτη έκδοση, όταν αυτή συντελείται πριν την συμπλήρωση των δεκαοκτώ μηνών, είτε από την ημερομηνία της πρώτης ανατύπωσης, όταν αυτή συντελείται μετά την συμπλήρωση των δεκαοκτώ μηνών από την πρώτη έκδοση. Με την παρ. 10 ορίζεται ότι σε περίπτωση επανέκδοσης του βιβλίου με σημαντικές αλλαγές και με νέο Διεθνή Μοναδικό Αριθμό Βιβλίου (ISBN) εφαρμόζεται η εκ νέου η προστασία της παρ. 1 του άρθρου 2, υπό την προϋπόθεση της εξάντλησης του βιβλίου για τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες. Η διαπίστωση της πλήρωσης της προϋπόθεσης της εξάντλησης των 24 μηνών θα γίνεται με προσφυγή στην βάση δεδομένων κυκλοφορούντων βιβλίων «Βιβλιονέτ». Με την παρ. 11 ορίζονται τα απαιτούμενα αναγραφόμενα στοιχεία στα κυκλοφορούντα βιβλία.

Άρθρο 36

Επιβολή κυρώσεων

Εισάγονται διοικητικές κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης ορισμένων από τις υποχρεώσεις του προβλέπονται στο άρθρο 35. Στόχος των προτεινόμενων διατάξεων είναι ο αποτελεσματικότερος έλεγχος της κρατικής παρέμβασης στην αγορά του βιβλίου, με στόχο την εξασφάλιση του βέλτιστου επιπέδου συγγραφής, έκδοσης και κυκλοφορίας των βιβλίων και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου.

 

Άρθρο 37

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

Στην παρ. 1 προβλέπονται οι εξουσιοδοτικές διατάξεις για την έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων αναγκαίες για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του παρόντος Τμήματος και για την ρύθμιση κάθε αναγκαίας λεπτομέρειας. Με την παρ. 2 ρυθμίζεται η δυνατότητα να καθορίζεται κάθε χρόνο περίοδος, που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες συνολικά, για εκπτώσεις που θα υπερβαίνουν τα οριζόμενα 10% και 20% αντίστοιχα.

 

ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Άρθρο 40

Ρύθμιση θεμάτων Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α.

Με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 1 θεσπίζεται ποσοστιαία μείωση 50% και 70% για τα έτη 2019 και 2020 αντίστοιχα, σε συνέχεια της μείωσης 35% επί της Χρέωσης των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας που ισχύει ήδη από την 1η Απριλίου 2018. Οι μειώσεις αυτές, όπως και η προηγούμενη, καθίστανται εφικτές λόγω του ισοσκελισμού του Ειδικού Λογαριασμού Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Ε.Λ.Α.Π.Ε.) που επιτεύχθηκε κατά το προηγούμενο έτος και του πλεονάσματος που προβλέπεται να εμφανίσει ο λογαριασμός αυτός κατά τα επόμενα έτη, διατηρώντας σε κάθε περίπτωση την οικονομική βιωσιμότητά τού εφεξής. Συγχρόνως, προβλέπεται μηχανισμός επιστροφής επιπλέον πλεονασμάτων που τυχόν θα εμφανίσει ο λογαριασμός κατά τα έτη 2018, 2019 και 2020, μετά το σχηματισμό ενός αποθεματικού ασφαλείας ποσού 70.000.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι αν από την εκκαθάριση του μηνός Δεκεμβρίου κάθε έτους προκύψει πλεόνασμα μεγαλύτερο των 70.000.000 ευρώ, το ισόποσό του θα αποδοθεί από τον Λειτουργό της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας στους εκπροσώπους φορτίου ως εκροή του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. Διασυνδεδεμένου Συστήματος και Δικτύου. Η ειδικότερη διαδικασία απόδοσής των αντίστοιχων ποσών στους προμηθευτές και κάθε άλλη τεχνική λεπτομέρεια, όπως για παράδειγμα η δυνατότητα συμψηφισμού τους με αντίστοιχες απαιτήσεις του ΛΑΓΗΕ έναντι των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, παραπέμπεται να ρυθμισθεί στον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας.

Με τη ρύθμιση της παρ. 2 ορίζεται ρητά ότι οι αποφάσεις της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας αναφορικά με την αναπροσαρμογή των μοναδιαίων χρεώσεων του Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ. για τα έτη 2018, 2019 και 2020 λαμβάνουν υπόψη την απόδοση των πλεονασμάτων πέραν του αποθεματικού ασφαλείας του ποσού των 70.000.000 ευρώ του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. στους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας.

Με τη ρύθμιση της παρ. 3 αυξάνεται για τα έτη 2019 και 2020 το ποσοστό από τα έσοδα από πλειστηριασμούς αδιαθέτων δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που αποτελεί πόρο του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. σε τουλάχιστον 65%, από 60% που ήταν ως σήμερα.

 

Άρθρο 41

Τροποποίηση άρθρου 36 ν. 4067/2012

Το έτος 2017 ο κρατικός προϋπολογισμός κατέβαλε το ποσό των 476.000.000 ευρώ στον ειδικό διαχειριστικό λογαριασμό Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας για την κάλυψη μέρους του κόστους για τα έτη 2012 έως 2018. Με την προτεινόμενη ρύθμιση διασφαλίζεται ότι η χρηματοδότηση μέρους του κόστους των Υπηρεσιών Κοινής Ωφελείας από τον κρατικό προϋπολογισμό δεν μπορεί να υπερβεί τα προβλεπόμενα υπέρ αυτού του σκοπού ποσά για τα έτη 2019 έως 2020.

Άρθρο 42

Αναπροσαρμογή ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας προς δημοπράτηση μέσω των δημοπρασιών πώλησης προθεσμιακών προϊόντων ηλεκτρικής ενέργειας με φυσική παράδοση

Με τις προτεινόμενες διατάξεις αποκλιμακώνονται σταδιακά - και σε χρονική συσχέτιση με τη λήψη διαρθρωτικών μέτρων για την πρόσβαση στο λιγνίτη και το περαιτέρω άνοιγμα της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρισμού του ν. 4533/2018 (Α’ 75) - οι ποσότητες που πρέπει να διαθέτει η Δ.Ε.Η. Α.Ε. προς δημοπράτηση μέσω των δημοπρασιών πώλησης προθεσμιακών προϊόντων ηλεκτρικής ενέργειας με φυσική παράδοση (άρθρα 133 επ. ν. 4389/2016, Α’ 94).

Συγκεκριμένα, με την παρ. 1 ορίζεται ότι μειώνονται άμεσα, ήτοι μετά την έγκριση της απόσχισης από το Διοικητικό Συμβούλιο της Δ.Ε.Η. Α.Ε. και την προκήρυξη του διαγωνισμού της αποεπένδυσης, κατά πενήντα ποσοστιαίες μονάδες (50%) οι πρόσθετες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που τυχόν ορίζονται προς δημοπράτηση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 135 του ν. 4389/2016.

Με την παρ. 2 ορίζεται ότι με την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων αγοραπωλησίας μετοχών (share purchase agreements) της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4533/2018 καταργείται ο μηχανισμός αναπροσαρμογής των προς δημοπράτηση ποσοτήτων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 135 του ν. 4389/2016, ενώ με την παρ. 3 προβλέπεται η μείωση των προς δημοπράτηση ποσοτήτων για το έτος 2019 από 22% σε 13% επί του συνολικού όγκου ηλεκτρικής ενέργειας του διασυνδεδεμένου συστήματος του προηγούμενου έτους, αμέσως μετά την υλοποίηση όλων των αναγκαίων προαπαιτούμενων πράξεων, ώστε να αναλάβει έκαστος εκ των νέων επενδυτών τη διαχείριση των προς αποεπένδυση λιγνιτικών μονάδων, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 4533/2018.

Τέλος, με την παρ. 4 ρυθμίζεται η διαδικασία με την οποία ο μηχανισμός δημοπράτησης ηλεκτρικής ενέργειας με φυσική παράδοση του ν. 4389/2016 θα καταστεί συμβατός με την έναρξη λειτουργίας των Αγορών Ηλεκτρικής Ενέργειας του ν. 4425/2016 (Α’ 185), ιδίως όσον αφορά τις δηλώσεις χρήσης των ποσοτήτων προθεσμιακών προϊόντων στο σύστημα δήλωσης προγραμμάτων της Ε.Χ.Ε. Α.Ε και τις υποχρεώσεις φυσικής εκπλήρωσης και εξισορρόπησης των μερών.

ΤΜΗΜΑ Ζ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιώτικης Πολιτικής

Άρθρο 43

Κατάργηση ελαχίστου ορίου διάρκειας της σύμβασης ναύλωσης

Με την προτεινόμενη ρύθμιση, επιδιώκεται η ενίσχυση του υγιούς ανταγωνισμού στον κλάδο θαλάσσιου τουρισμού και αναψυχής, με την κατάργηση του ελαχίστου ορίου διάρκειας της σύμβασης ολικής ναύλωσης και της σύναψης μόνο δύο (2) ναυλοσυμφώνων εντός του ίδιου εικοσιτετραώρου, για τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής του ν. 4256/2014 (Α’ 92), ώστε να καταστεί δυνατή η σύναψη ναυλώσεων χρόνου μικρότερου των δώδεκα (12) ωρών και περισσότερων των δύο. Επιτυγχάνεται, με τον τρόπο αυτό, η διευκόλυνση της εκμετάλλευσης των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής, με την εξυπηρέτηση μεγαλύτερου αριθμού επιβατών, με απώτερο σκοπό και στόχο την ανάπτυξη του θαλασσίου τουρισμού και την ενίσχυση της εθνικής οικονομίας γενικότερα.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι για τον μη αιφνιδιασμό της αγοράς θαλασσίου τουρισμού και αναψυχής, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του προωθούμενου άρθρου, η έναρξη ισχύος της παραγράφου 2 ορίζεται η 1η-11-2018.

 

ΤΜΗΜΑ Η΄

Διατάξεις του Υπουργείου Τουρισμού

Άρθρο 44

Τροποποίηση άρθρου 1 ν. 393/1976

Το άρθρο 1 του ν. 711/1977 (Α΄ 284), περί ειδικών τουριστικών λεωφορείων, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ορίζει ότι «Το μεταφορικό έργο που πραγματοποιείται, κατ’ αποκλειστικότητα, από τα ειδικά τουριστικά λεωφορεία δημόσιας χρήσης, συνίσταται στη διενέργεια έκτακτων γραμμών και γραμμών κλειστής διαδρομής που εξυπηρετούν μεταφορά προσχηματισμένης ομάδας προσώπων και αποσκευών, απαγορευομένης της με οποιονδήποτε τρόπο εκτέλεσης συγκοινωνίας, ως εξής: α. […]. β. Μεταφορά προσώπων σε οργανωμένες εκδρομές εντός και εκτός της χώρας. γ. […]. δ. […]. ε. […]. στ. […]. ζ […]. η. […]». Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «Το μεταφορικό έργο της παρ. 1 διενεργείται από δημόσιας χρήσης Τουριστικά Λεωφορεία που τίθενται σε κυκλοφορία από επιχειρήσεις τουριστικών γραφείων ή Τουριστικές Επιχειρήσεις Οδικών Μεταφορών (Τ.Ε.Ο.Μ.). Στην περίπτωση που η μεταφορά προσώπων σε οργανωμένες εκδρομές και περιηγήσεις εντός και εκτός της χώρας, καθώς και η μεταφορά μαθητών για πραγματοποίηση εκδρομών των περιπτώσεων β’ και ζ’ της παρ. 1 του παρόντος πραγματοποιούνται στο πλαίσιο οργανωμένου ταξιδιού της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 339/1996, το ανωτέρω περιγραφόμενο έργο διενεργείται από δημόσιας χρήσης Τουριστικά Λεωφορεία για λογαριασμό τουριστικού γραφείου». Δεδομένου ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα άρθρα των ν. 393/1976 και ν. 711/1977 συνδυαστικά εφαρμοζόμενα φαίνεται να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αποκλείεται η δυνατότητα διοργάνωσης οργανωμένων εκδρομών από τουριστικά γραφεία με οποιαδήποτε άλλα οχήματα πλην των ειδικών τουριστικών λεωφορείων -κάτι που προφανώς είναι έξω από τις πραγματικές προθέσεις του νομοθέτη- κρίνεται σκόπιμο να αναδιατυπωθεί η παρ. 2 περ. α του άρθρου 1 του ν. 393/1976, έτσι ώστε να καθίσταται σαφές, ότι επιτρέπεται η πραγματοποίηση οργανωμένης εκδρομής με κάθε είδους μέσο (χερσαίο, πλωτό, εναέριο) δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσης.

 

 

 

ΤΜΗΜΑ Θ΄

Διατάξεις του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Τροποποιήσεις του ν. 4469/2017 (Α΄ 62)

Από τον Αύγουστο του 2017 άρχισε να λειτουργεί ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων, τον οποίο εισήγαγε ο ν. 4469/2017 (Α΄ 62). Μολονότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας του εξωδικαστικού μηχανισμού η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) αντιμετωπίζει τα προβλήματα που παρουσιάζονται κατά την εφαρμογή του, επισημάνθηκαν διάφορα θέματα, τα οποία απαιτούν νομοθετική ρύθμιση. Ως προς αυτά τα θέματα το κεφάλαιο Α΄ επιδιώκει να βελτιώσει το πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού, χωρίς πάντως να επηρεάζει τη γενική δομή του.

Άρθρο 45

Ορισμοί

Σύμφωνα με το ν. 4469/2017 μπορούν να ρυθμιστούν μόνο οι οφειλές που γεννήθηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016, καθώς και οι οφειλές προς το Δημόσιο και προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίες βεβαιώθηκαν μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία. Η πρόβλεψη της ημερομηνίας αυτής ήταν επιβεβλημένη, δεδομένου ότι το νομοσχέδιο του εξωδικαστικού μηχανισμού τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση την 21η Φεβρουαρίου 2017 και έπρεπε να αποτραπεί το ενδεχόμενο δημιουργίας οφειλών με σκοπό μελλοντικής υπαγωγής τους στο μηχανισμό. Τώρα όμως παρατηρείται το φαινόμενο υπαγωγής πολλών επιχειρήσεων στον εξωδικαστικό μηχανισμό, οι οποίες βαρύνονται με μεγάλες οφειλές, γεννημένες ή βεβαιωμένες το 2017. Οι τελευταίες οφειλές, ως ανεπίδεκτες υπαγωγής στο μηχανισμό, έπρεπε να εξοφληθούν κατά προτεραιότητα, με αποτέλεσμα να μειώνεται σημαντικά η ικανότητα της επιχείρησης να αποπληρώσει τις υπαγόμενες οφειλές. Έτσι, αρκετές επιχειρήσεις υποχρεώθηκαν εκ των πραγμάτων να υποβάλουν προτάσεις ρύθμισης των οφειλών τους, οι οποίες δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από τους πιστωτές.

Για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο αυτό, το άρθρο 45 τροποποιεί τους ορισμούς των οφειλών προς το Δημόσιο, των οφειλών υπέρ τρίτων, που εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση, και των οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, ώστε να μπορούν να υπαχθούν και οι οφειλές του 2017.

Περαιτέρω, εισάγεται διαφοροποίηση ως προς τον ορισμό των οφειλών προς το Δημόσιο και υπέρ τρίτων σε σχέση με τις οφειλές προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Ενώ για τις δύο πρώτες κατηγορίες κρίσιμος παραμένει ο χρόνος της βεβαίωσης, για την τελευταία κατηγορία κρίσιμος καθίσταται ο χρόνος γέννησης της οφειλής. Σκοπός της ρύθμισης αναφορικά με τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, είναι να μη χάνει ο διοικούμενος το δικαίωμα ρύθμισης των εισφορών του 2017 μόνο και μόνο για το λόγο ότι αυτές βεβαιώθηκαν το 2018. Αντίστοιχη ρύθμιση δεν μπορεί να εισαχθεί για τις οφειλές προς το Δημόσιο, καθώς δεν έχει λήξει ακόμα η προθεσμία υποβολής δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2017 και επομένως η εισαγωγή δυνατότητας ρύθμισης οφειλών που ανάγονται στο φορολογικό έτος 2017 και βεβαιώνονται το 2018 θα δημιουργούσε ηθικό κίνδυνο.

Άρθρο 46

Πεδίο εφαρμογής

Οι παρ. 1 και 2 κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με τις ρυθμίσεις του άρθρου 45, επιδιώκοντας να καταστήσουν επιδεκτικές υπαγωγής τις οφειλές που γεννήθηκαν εντός του 2017. Επιπλέον η παρ. 1 διευρύνει και το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του νόμου, μεταθέτοντας στην 31η Δεκεμβρίου 2017 το χρόνο, κατά τον οποίο ο οφειλέτης πρέπει να έχει οφειλή προς χρηματοδοτικό φορέα με καθυστέρηση 90 ημερών ή ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση ή προς Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης κλπ.

Με την παρ. 3 αντιμετωπίζεται το πρόβλημα που προέκυπτε, όταν ένας πιστωτής συγκέντρωνε περισσότερο από το 85% των συνολικών απαιτήσεων και η διμερής διαπραγμάτευση διαρκούσε περισσότερο από τρεις μήνες. Η ισχύουσα διάταξη προβλέπει ότι ο πιστωτής ενημερώνει εντός τριών μηνών την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για την επίτευξη ή όχι συμφωνίας. Αν η διμερής διαπραγμάτευση δεν είχε ολοκληρωθεί εντός του τριμήνου, δεν προβλεπόταν περαιτέρω ενημέρωση, με αποτέλεσμα η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. να μην μπορεί να έχει ακριβή εικόνα για τις διμερείς διαδικασίες που περατώθηκαν επιτυχώς και γι’ αυτές που περατώθηκαν ανεπιτυχώς. Προς αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού, προβλέπεται με την παρ. 3 ότι, αν η διαπραγμάτευση ολοκληρωθεί μετά την αρχική ενημέρωση της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., ο πιστωτής θα ενημερώσει την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για την επίτευξη ή μη συμφωνίας μέσα σε ένα μήνα από την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης.

Με την παρ. 4 καλύπτεται ένα κενό της ισχύουσας ρύθμισης της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017. Η ισχύουσα διάταξη δεν προβλέπει τι ισχύει αν δύο ή περισσότεροι πιστωτές, με ποσοστό ο καθένας μικρότερο του 1,5% της συνολικής οφειλής, έχουν ακριβώς ίσες απαιτήσεις και οι απαιτήσεις αυτές, αθροιζόμενες με τις μικρότερες απαιτήσεις, υπερβαίνουν το 15% της συνολικής οφειλής. Η περίπτωση αυτή μπορεί να φαίνεται απίθανη, παρουσιάστηκε όμως στην πράξη και χρειάζεται αντιμετώπιση. Η λύση που προκρίθηκε είναι η συμμετοχή όλων των μικροπιστωτών με ίσες απαιτήσεις στη διαδικασία και η δέσμευσή τους από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Η λύση αυτή αποσκοπεί στο να αποτραπεί το ενδεχόμενο συγκέντρωσης μεγάλου συνολικού ποσοστού απαιτήσεων μικροπιστωτών ανεπίδεκτων ρύθμισης (π.χ. πολλών εργαζομένων με ακριβώς ίσα ποσά οφειλόμενων αποδοχών), το οποίο θα αναιρούσε τη βασική επιδίωξη του εξωδικαστικού μηχανισμού για συνολική ρύθμιση των οφειλών της επιχείρησης.

Άρθρο 47

Ρύθμιση οφειλών ομόρρυθμων εταίρων

Με το άρθρο 47 επιλύεται ένα πρόβλημα, το οποίο αντιμετώπιζαν οι ομόρρυθμοι εταίροι ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιριών, όταν ζητούσαν τη ρύθμιση όχι των οφειλών της εταιρίας, αλλά των ατομικών τους οφειλών. Οι εταίροι αυτοί, επειδή έχουν πτωχευτική ικανότητα, μπορούν μεν να υποβάλουν αυτοτελή αίτηση για ρύθμιση των δικών τους χρεών. Ωστόσο, κατά τον έλεγχο των κριτηρίων επιλεξιμότητας του άρθρου 3 του ν. 4469/2017, δεν είναι σαφές, αν αυτά θα πρέπει να κριθούν με βάση τα αποτελέσματα της εταιρίας ή κάποιας ατομικής επιχείρησης των εταίρων, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υφίσταται καν.

Για τους εταίρους αυτούς η εισαγόμενη διάταξη προβλέπει ρητώς τη δυνατότητά τους να ζητήσουν τη ρύθμιση και των δικών τους οφειλών μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού. Προϋπόθεση βέβαια αποτελεί το να είναι οι υπό ένταξη ατομικές οφειλές επιλέξιμες κατά νόμο. Επομένως δεν εντάσσονται οφειλές άσχετες με την επιχειρηματική δραστηριότητα, που δεν κρίνονται απαραίτητες για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του εταίρου, ή οφειλές μεταγενέστερες της 31/12/2017 ή οφειλές για επιστροφή κρατικών ενισχύσεων.

Το αν οι εταίροι θα υποβάλουν αυτοτελή αίτηση, η οποία θα συσχετιστεί με την αίτηση της εταιρίας, ή αν, κατά τη συνυπογραφή της αίτησης της εταιρίας θα δηλώνουν ότι επιθυμούν τη ρύθμιση και των ατομικών τους οφειλών, αποτελεί τεχνικό ζήτημα, το οποίο θα επιλύσει η κοινή υπουργική απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 4469/2017.

Σε κάθε περίπτωση, όταν εταίροι ζητούν τη ρύθμιση των δικών τους οφειλών, οι πιστωτές επιβάλλεται να έχουν πλήρη εικόνα των οικονομικών τους στοιχείων, σαν να υποβαλλόταν αυτοτελής αίτηση. Γι’ αυτό προβλέπεται ότι σε αυτήν την περίπτωση η αίτηση πρέπει να περιέχει το σύνολο των στοιχείων και να συνοδεύεται από το σύνολο των δικαιολογητικών του άρθρου 5 του ν. 4469/2017. Για τον ίδιο λόγο επιβάλλεται να κριθούν στο πρόσωπο του εταίρου οι περιορισμοί των παρ. 3 και 5 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017 (μη πτώχευση του εταίρου, μη καταδίκη του εταίρου για συγκεκριμένα αδικήματα, μη συγκέντρωση πλέον του 85% των οφειλών του εταίρου σε έναν πιστωτή). Εξυπακούεται ότι οι περιορισμοί αυτοί θα εφαρμοστούν μόνο όταν συμβιβάζονται με το γεγονός ότι ζητείται ρύθμιση των οφειλών του εταίρου και όχι της εταιρίας. Έτσι, δεν θα αποκλειστεί η ρύθμιση των οφειλών του εταίρου από το γεγονός ότι ο εταίρος έχει διακόψει ατομική επιχειρηματική του δραστηριότητα (περ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 4469/2017), αρκεί να μην έχει λυθεί η ίδια η εταιρία. Από την άλλη πλευρά, ο εταίρος μπορεί να ρυθμίσει τις δικές του οφειλές, εντάσσοντας και τις οφειλές που τον βαρύνουν ως ομόρρυθμο εταίρο, ακόμα και αν η εταιρία έχει λυθεί, εφόσον ο εταίρος διατηρεί δική του ατομική επιχείρηση σε λειτουργία. Αναφορικά με την επιλεξιμότητα (μία θετική χρήση στις τρεις τελευταίες), αυτή εκ των πραγμάτων δεν θα μπορεί να κριθεί στο πρόσωπο του εταίρου, αφού ο ίδιος δεν τηρεί λογιστικά βιβλία στο δικό του όνομα. Επομένως αναγκαστικά η επιλεξιμότητα θα πρέπει να κριθεί στο πρόσωπο της εταιρίας.

Προκειμένου να εξοικονομηθούν χρόνος και ανθρώπινοι πόροι, προβλέπεται ότι η διαδικασία ρύθμισης οφειλών της εταιρίας διεξάγεται ενιαία και υπό τον ίδιο συντονιστή με τη διαδικασία ρύθμισης οφειλών όλων των εταίρων, που ζητούν ρύθμιση και του συνόλου των δικών τους οφειλών. Αυτό βέβαια θα γίνεται μόνο στο μέτρο του εφικτού, καθώς δεν αποκλείεται η διαδικασία να καθυστερήσει για λόγο που αφορά μόνο ένα συνοφειλέτη, π.χ. να αμφισβητηθεί προσωπική οφειλή εταίρου και να ανατεθεί η επαλήθευσή της σε εμπειρογνώμονα, οπότε δεν υπάρχει λόγος να καθυστερήσει η διαδικασία και για τους άλλους συνοφειλέτες. Εξάλλου δεν θα ήταν επιεικές να στερηθεί ένας συνοφειλέτης και η πλειοψηφία των πιστωτών του το δικαίωμα να ρυθμίσουν τις οφειλές του, μόνο και μόνο για το λόγο ότι η πλειοψηφία των πιστωτών ενός άλλου συνοφειλέτη δεν συμφώνησε με τη ρύθμιση ή δεν δέχτηκε καν να συμμετάσχει στη διαδικασία. Για το λόγο αυτό προβλέπεται ότι, παρά το ενιαίο της διαδικασίας, η απαρτία υπολογίζεται χωριστά για κάθε συνοφειλέτη, ο κάθε συνοφειλέτης υποβάλλει χωριστή πρόταση ρύθμισης και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για την πρόταση του ενός συνοφειλέτη δεν επηρεάζεται από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για τις λοιπές προτάσεις. Επειδή λοιπόν είναι αρκετά πιθανό η διαδικασία να παρουσιάσει ουσιώδεις αποκλίσεις για τον κάθε συνοφειλέτη, είναι εύλογο ο συντονιστής να δικαιούται πλήρη αμοιβή για κάθε ομόρρυθμο εταίρο που ζητεί ρύθμιση και των δικών του οφειλών.

Άρθρο 48

Περιεχόμενο αίτησης και συνοδευτικά έγγραφα

Με την παρ. 1 αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της διαφωνίας μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή ως προς το ύψος της οφειλής, η οποία διαφωνία οφείλεται στη χρέωση του οφειλέτη με τόκους. Συγκεκριμένα παρατηρήθηκε το φαινόμενο, μετά τη συμπλήρωση της αίτησης από τον οφειλέτη, να επιβαρύνεται η οφειλή του με τόκους ή έξοδα και έτσι, όταν ο πιστωτής δηλώνει αν συμμετέχει ή όχι, να αμφισβητεί το ύψος της οφειλής, ενίοτε και την ειλικρίνεια του οφειλέτη. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού προβλέπεται ότι ο οφειλέτης θα συμπληρώνει και το χρόνο, αναφορικά με τον οποίο προσδιορίζεται το ύψος της κάθε οφειλής, οπότε, αν μετά το χρόνο αυτό η οφειλή επιβαρύνθηκε, να μην θεωρείται καν ότι υφίσταται διαφωνία.

Με την παρ. 2 τροποποιείται η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 4469/2017. Σκοπός της τροποποίησης είναι η παροχή δυνατότητα στους συναρμόδιους υπουργούς να προβλέψουν τη δυνατότητα τμηματικής υποβολής των δικαιολογητικών. Με τον τρόπο αυτό, η τυχόν καθυστέρηση της Διοίκησης να εκδώσει κάποια δικαιολογητικά, τα οποία δεν είναι απαραίτητα για την έναρξη της διαδικασίας, δεν θα εμποδίζει τον οφειλέτη από το να υποβάλει την αίτηση και να δρομολογήσει τη διαδικασία ρύθμισης, προσκομίζοντάς τα μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπραγμάτευσης.

Άρθρο 49

Συντονιστής

Το άρθρο 6 του ν. 4469/2017 προβλέπει ότι η έδρα του συντονιστή πρέπει να βρίσκεται εντός της Περιφερειακής Ενότητας, στην οποία έχει την έδρα του ο οφειλέτης και μόνο, αν δεν υπάρχει εγγεγραμμένος συντονιστής με έδρα εντός της ίδιας Περιφερειακής Ενότητας, επιτρέπεται διορισμός συντονιστή με έδρα άλλη Περιφερειακή Ενότητα της ίδιας Περιφέρειας. Η ρύθμιση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα εντός της ίδιας Περιφέρειας να υπάρχουν αφενός Περιφερειακές Ενότητες με αριθμό συντονιστών δυσανάλογα μικρό σε σχέση με τις υποβληθείσες αιτήσεις, αφετέρου Περιφερειακές Ενότητες με αριθμό συντονιστών δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις υποβληθείσες αιτήσεις. Το φαινόμενο αυτό οδηγεί όχι μόνο σε άνιση κατανομή των υποθέσεων ανά συντονιστή, αλλά και σε καθυστέρηση διεκπεραίωσης των υποθέσεων στις Περιφερειακές Ενότητες που έχουν μικρό αριθμό συντονιστών. Δεδομένου ότι η ηλεκτρονική πλατφόρμα λειτουργεί άψογα και η διαδικασία διεξάγεται ηλεκτρονικά, καθίσταται σαφές ότι η φυσική εγγύτητα του συντονιστή στην έδρα του οφειλέτη έχει μειωμένη χρησιμότητα. Για το λόγο αυτό τροποποιείται το άρθρο 6 του ν. 4469/2017 και προβλέπεται ότι ο συντονιστής μπορεί να εδρεύει οπουδήποτε στην Περιφέρεια του οφειλέτη, με απλή προτίμηση των συντονιστών που εδρεύουν στην ίδια Περιφερειακή Ενότητα, εφόσον φυσικά ο κατά προτίμηση διορισμός τους δεν παραβιάζει τον κανόνα της ισοκατανομής των υποθέσεων μεταξύ των συντονιστών της Περιφέρειας (παρ. 2).

Άρθρο 50

Διαδικασία διαπραγμάτευσης

Η παρ. 1 επιδιώκει να συμβάλει στην αντιμετώπιση της περίπτωσης, όπου ο οφειλέτης και ο πιστωτής διαφωνούν για το ύψος της οφειλής. Η παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4469/2017 προβλέπει ότι σε αυτήν την περίπτωση ο συντονιστής ζητεί αποδεικτικά στοιχεία από τον οφειλέτη και τον πιστωτή και, αν από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει το ύψος της απαίτησης, τότε ο πιστωτής συμμετέχει μόνο για το μη αμφισβητούμενο ποσό. Αν όμως η διαφορά που παραμένει είναι ιδιαίτερα σημαντική, τότε η εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα απειλεί την επιτυχία της διαδικασίας, διότι αφενός δημιουργείται κλίμα δυσπιστίας μεταξύ οφειλέτη και αμφισβητούμενου πιστωτή, αφετέρου οι μη αμφισβητούμενοι πιστωτές θα είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί στην υπερψήφιση μίας πρότασης ρύθμισης, η οποία θα κινδυνεύει να ανατραπεί αν ο αμφισβητούμενος πιστωτής διεκδικήσει το αμφισβητούμενο τμήμα της απαίτησής του. Για το λόγο αυτό προτείνεται σε αυτήν την περίπτωση (ύπαρξη αδικαιολόγητης απόκλισης μεγάλου ύψους) ένας δεύτερος γύρος συλλογής δικαιολογητικών από το συντονιστή, ως μία πρόσθετη προσπάθεια προσδιορισμού του ύψους της οφειλής πριν την έναρξη της διαδικασίας. Αν κι αυτή η προσπάθεια αποβεί άκαρπη, τότε θα ισχύουν οι υπόλοιποι κανόνες που προβλέπει η παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4469/2017.

Με την παρ. 2 προστίθεται εξουσιοδοτική διάταξη, προκειμένου να ρυθμιστούν λεπτομερειακά θέματα της διαδικασίας, ώστε να αντιμετωπίζονται με ευελιξία πρακτικές ανάγκες που προέκυψαν στην πράξη ή που ενδεχομένως προκύψουν στο μέλλον. Η διάταξη μνημονεύει ρητώς ορισμένα θέματα, όπως την πρόβλεψη, την τροποποίηση ή την παράταση προθεσμιών, ώστε να μην υφίσταται αμφιβολία για το αν τα θέματα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο της εξουσιοδοτικής διάταξης ή όχι.

Άρθρο 51

Αμοιβή του συντονιστή

Η παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4469/2017 καθορίζει την αμοιβή του συντονιστή στα 200 ευρώ για τις μικρές και στα 400 ευρώ για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Η αμοιβή αυτή μπορεί να είναι εύλογη, αν η διαδικασία τερματιστεί σε πρώιμο στάδιο, π.χ. αν υπάρχουν λίγοι πιστωτές και δεν επιτευχθεί απαρτία, είναι όμως ιδιαίτερα χαμηλή, αν η διαδικασία προχωρήσει και ιδίως αν αποδειχθεί πολύπλοκη, π.χ. επειδή υπάρχει μεγάλο πλήθος πιστωτών, πολλές αντιπροτάσεις, ενστάσεις κλπ. Σε τέτοιες περιπτώσεις μία χαμηλή αμοιβή εγκυμονεί τον κίνδυνο είτε απροθυμίας του συντονιστή να επισπεύσει τη διαδικασία είτε και απαίτησης πρόσθετης αμοιβής, ενόψει της δυνατότητας συμφωνίας για μεγαλύτερη αμοιβή που προβλέπει η ισχύουσα διάταξη. Για να αποτραπούν τα ενδεχόμενα αυτά, προτείνεται αντικατάσταση της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4469/2017 με εξουσιοδοτική διάταξη, η οποία θα επιτρέπει στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ.) όχι μόνο να προσαρμόσει την αμοιβή με βάση τα δεδομένα της αγοράς, αλλά κυρίως να την κλιμακώσει ανάλογα με την πρόοδο της διαδικασίας. Για να μη δημιουργείται αντικίνητρο στους συντονιστές από την ανάληψη υποθέσεων πριν την έκδοση της εν λόγω απόφασης του ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ., προβλέπεται δυνατότητα της πράξης του ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ. να καταλάβει και τις εκκρεμείς υποθέσεις. Τέλος καταργείται η δυνατότητα συμφωνίας μεγαλύτερης αμοιβής, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο καταχρήσεων.

 

Άρθρο 52

Αναστολή εκτέλεσης

Με την παρ. 1 επιμηκύνεται το χρονικό διάστημα αυτοδίκαιης αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά το άρθρο 13 του ν. 4469/2017 από εβδομήντα σε ενενήντα ημέρες. Η επιμήκυνση κρίνεται αναγκαία, καθώς είναι αρκετές οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες η διαδικασία δεν ολοκληρώνεται εντός εβδομήντα ημερών. Άλλωστε δεν υφίσταται σοβαρός κίνδυνος κατάχρησης της επιμήκυνσης από στρατηγικούς κακοπληρωτές, δεδομένης της δυνατότητάς τους να άρουν οποτεδήποτε την αυτοδίκαιη αναστολή (περ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017).

Με τις παρ. 2 έως 4 επεκτείνεται η αυτοδίκαιη αναστολή και σε διοικητικά μέτρα, τα οποία επιβάλλονται συνεπεία της μη πληρωμής των προς ρύθμιση χρεών και τα οποία συνεπάγονται την αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης. Σκοπός της ρύθμισης είναι η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, χωρίς να παρεμποδίζεται από διοικητικά μέτρα αναστολής λειτουργίας, τα οποία επιβάλλονται αποκλειστικά λόγω ύπαρξης χρεών προς ρύθμιση. Εξυπακούεται ότι μέτρα αναστολής λειτουργίας, που επιβάλλονται λόγω άλλων παραβάσεων, π.χ. δυνάμει του άρθρου 13α του ν. 2523/1997 (Α΄ 179), και όχι λόγω της απλής μη πληρωμής χρεών, δεν αναστέλλονται.

Δεδομένου ότι τα ανωτέρω διοικητικά μέτρα αφορούν αποκλειστικά τη σχέση της επιχείρησης με τη Διοίκηση, η παρ. 5 προβλέπει ότι η πρόωρη παύση της αναστολής τους δεν απαιτεί δικαστική απόφαση, όπως στην περίπτωση των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά πράξη της διοίκησης. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις πάντως της πρόωρης παύσης της αναστολής των διοικητικών μέτρων είναι ανάλογες με αυτές της παύσης της αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης, θα πρέπει δηλαδή να πιθανολογεί η Διοίκηση ότι η αναστολή των διοικητικών μέτρων θα επιφέρει ανεπανόρθωτη προσβολή του δημοσίου συμφέροντος που υπαγορεύει την επιβολή τους.

Άρθρο 53

Συμμετοχή του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης

Με την παρ. 1 προβλέπεται ότι ως προς τις απαιτήσεις του Δημοσίου η καθαρή παρούσα αξία θα λαμβάνεται υπόψη αναφορικά με την εφαρμογή όλων των υποχρεωτικών κανόνων. Η υφιστάμενη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 προβλέπει λήψη υπόψη της καθαρής παρούσας αξίας μόνο αναφορικά με τους κανόνες της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών και της είσπραξης τουλάχιστον της αξίας ρευστοποίησης. Τούτο έχει σαν συνέπεια να είναι αμφίβολο, αν η εφαρμογή του κανόνα της σύμμετρης διανομής των καταβολών επιπλέον της αξίας ρευστοποίησης λαμβάνει υπόψη την καθαρή παρούσα αξία των καταβολών προς το Δημόσιο. Επειδή η μη συνεκτίμησή της θα οδηγούσε σε διατάραξη της ισορροπίας των πιστωτών σε βάρος του Δημοσίου, γενικεύεται η λήψη υπόψη της καθαρής παρούσας αξίας και επεκτείνεται σε όλους τους υποχρεωτικούς κανόνες.

Με την παρ. 2 συμπληρώνεται ένα κενό της υφιστάμενης νομοθεσίας. Η παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 4469/2017 προβλέπει ότι, όταν το Δημόσιο ή, κατ’ αναλογία, Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης, έχει απαίτηση έως 20.000 ευρώ, εφαρμόζει τους ειδικότερους κανόνες της διάταξης αυτής και δεν συμμετέχει στη διαπραγμάτευση ούτε υποβάλλει πρόταση, αλλά οι οφειλές προς αυτό προσμετρώνται στις θετικές ψήφους των ιδιωτών πιστωτών. Η διάταξη αυτή όμως δεν προέβλεψε την περίπτωση, που παρουσιάστηκε στην πράξη, ο οφειλέτης να έχει οφειλές μόνο προς Δημόσιο και προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, χωρίς να συμμετέχουν ιδιώτες πιστωτές. Για την περίπτωση αυτή η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει ότι το Δημόσιο και αντίστοιχα οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης θα συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις και θα υποβάλουν αντιπρόταση, τηρώντας φυσικά όλους τους υποχρεωτικούς κανόνες.

Με την παρ. 3 επιλύεται το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι οφειλέτες όταν, πριν την έναρξη της διαδικασίας του εξωδικαστικού μηχανισμού και τη συνακόλουθη αυτοδίκαιη αναστολή εκτέλεσης, το Δημόσιο τους επέβαλε κατάσχεση εις χείρας τρίτων, συνήθως πιστωτικών ιδρυμάτων. Δεδομένου ότι η αναστολή εκτέλεσης δεν συνεπαγόταν άρση των ήδη επιβληθεισών κατασχέσεων, αυτές διατηρούνται και καταλαμβάνουν ποσά που πιστώνονται στους κατασχεθέντες τραπεζικούς λογαριασμούς τόσο κατά τη διάρκεια της αναστολής εκτέλεσης όσο και κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Με αυτόν τον τρόπο όμως οι οφειλέτες δεν έχουν πρόσβαση στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς και στερούνται τη ρευστότητα που είναι απαραίτητη για τη συνέχιση λειτουργίας της επιχείρησής τους. Από την άλλη πλευρά, πλήρης άρση των κατασχέσεων δεν θα ήταν εύλογη, καθώς τούτο θα σήμαινε αποδέσμευση και των ποσών που ήταν πιστωμένα στο λογαριασμό πριν την επιβολή της κατάσχεσης και δεν πρόλαβαν να αποδοθούν στο Δημόσιο, ενώ περαιτέρω το Δημόσιο θα παρέμενε πλήρως απροστάτευτο σε περίπτωση ανατροπής ή ακύρωσης της σύμβασης λόγω υπερημερίας του οφειλέτη. Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, η παρ. 3 προβλέπει έκδοση πράξης της Φορολογικής Διοίκησης, γνωστοποιούμενης στον τρίτο, η οποία περιορίζει τις συνέπειες των κατασχέσεων στα χέρια του τρίτου, αποδεσμεύοντας τις μελλοντικές απαιτήσεις. Για την έκδοση της πράξης αυτής προβλέπονται προϋποθέσεις, οι οποίες διασφαλίζουν ότι η πιθανότητα ανατροπής της σύμβασης είναι μειωμένες. Με την έκδοση της πράξης αυτής ο οφειλέτης έχει πρόσβαση στα ποσά που πιστώνονται μετά τη γνωστοποίηση της αδρανοποίησης στον τρίτο. Ωστόσο η κατάσχεση δεν ανατρέπεται, με αποτέλεσμα: α) ποσά απαιτήσεων, που γεννήθηκαν πριν τη γνωστοποίηση στον τρίτο, να αποδίδονται στο Δημόσιο, β) αν η σύμβαση ανατραπεί ή ακυρωθεί, οι κατασχέσεις αναπτύσσουν τις έννομες συνέπειές τους τόσο έναντι του οφειλέτη όσο και των τρίτων που επικαλούνται δικαιώματα ή αξιώσεις. Πλήρης ανατροπή της κατάσχεσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο εφόσον η κατάσχεση επιβλήθηκε αποκλειστικά για οφειλές εντεταγμένες στη σύμβαση και μόνο εφόσον εξοφλήθηκε τουλάχιστον το 75% του ποσού που πρέπει να καταβληθεί στο Δημόσιο δυνάμει της σύμβασης.

Με την παρ. 4 επεκτείνεται η αυτοδίκαιη αναστολή εκτέλεσης και στην περίπτωση της διαδικασίας διμερούς διαπραγμάτευσης με το Δημόσιο ή με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Η διάταξη επιδιώκει να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα που παρουσιάστηκε στην πράξη. Συγκεκριμένα, υπήρξαν περιπτώσεις που, ενώ η Α.Α.Δ.Ε. εξέταζε αίτημα ρύθμισης, η αρμόδια Δ.Ο.Υ. επέβαλλε μέτρα διοικητικής εκτέλεσης, μη όντας ενήμερη για την εκκρεμότητα του αιτήματος ρύθμισης. Η προτεινόμενη ρύθμιση λοιπόν διασφαλίζει το απαραίτητο για τη διαπραγμάτευση κλίμα συνεργασίας και αποτρέπει την παρεμπόδιση της λειτουργίας της επιχείρησης από ενέργειες της Διοίκησης, που οφείλονται σε πλημμελή συντονισμό. Οπωσδήποτε η Φορολογική Διοίκηση διατηρεί το δικαίωμα να άρει από μόνη της τόσο την αναστολή διοικητικής εκτέλεσης όσο και την αναστολή των διοικητικών μέτρων που αναστέλλουν τη λειτουργία της επιχείρησης (περ. β΄ της παρ. 2 και τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 4469/2017, που εφαρμόζονται αναλόγως). Ωστόσο αυτό θα πρέπει να το κάνει με ρητή και αιτιολογημένη πράξη της και όχι εν αγνοία της εκκρεμούς διαδικασίας διαπραγμάτευσης.

Τέλος, με την παρ. 5 επιδιώκεται να διευκολυνθεί ο διορισμός εμπειρογνώμονα από το Δημόσιο, ώστε να μην καθυστερεί η διεκπεραίωση ιδίως εκείνων των υποθέσεων, στις οποίες ο διορισμός εμπειρογνώμονα είναι υποχρεωτικός.

Άρθρο 54

Ηλεκτρονική πλατφόρμα εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών

Η ηλεκτρονική πλατφόρμα του εξωδικαστικού μηχανισμού αποδείχθηκε στην πράξη πολύ χρήσιμο εργαλείο για τη ρύθμιση των οφειλών των επιχειρήσεων. Χάρη σε αυτήν αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας, καθώς μειώνεται το διοικητικό κόστος εξέτασης του αιτήματος από τους πιστωτές, καθώς και η ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών. Λόγω αυτής της χρησιμότητάς της, είναι σκόπιμο η δυνατότητα χρήσης της πλατφόρμας να επεκταθεί και σε περιπτώσεις επιχειρήσεων, οι οποίες δεν υπάγονται στην κανονική διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού, ιδίως αγροτών ή ελεύθερων επαγγελματιών, που όμως επιθυμούν να ρυθμίσουν διμερώς τις οφειλές τους με τους χρηματοδοτικούς φορείς. Αυτήν την επέκταση εισάγει η προτεινόμενη ρύθμιση. Προς περαιτέρω άρση της ασυμμετρίας πληροφόρησης και ενίσχυση της πιθανότητας επιτυχίας της διαπραγμάτευσης προβλέπεται άρση του τραπεζικού και του φορολογικού απορρήτου και σε αυτές τις περιπτώσεις.

Άρθρο 55

Μεταβατικές διατάξεις

Με την παρ. 1 τίθεται ως γενικός μεταβατικός κανόνας ότι οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται μόνο στις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του. Ο κανόνας αυτός επιβάλλεται από την ανάγκη να μη διαταραχθεί η ομαλότητα της διαδικασίας από τη μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος κατά τη διάρκειά της.

Με την παρ. 2 τίθενται κάποιες εξαιρέσεις από τον κανόνα της παρ. 1, στις οποίες κρίνεται ότι είναι σκόπιμη η εφαρμογή του προτεινόμενου σχεδίου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις. Συγκεκριμένα: α) η ενημέρωση της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. μετά την περάτωση των διαδικασιών διμερούς διαπραγμάτευσης που παραμένουν εκκρεμείς και μετά την παρέλευση τριμήνου θα δώσει στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. πληρέστερη εικόνα για την αποτελεσματικότητα του εξωδικαστικού μηχανισμού, χωρίς να διαταράσσει την ομαλότητα της διαδικασίας· β) η εφαρμογή του κανόνα για τη συμμετοχή μικροπιστωτών με ίσες ακριβώς απαιτήσεις θα δώσει λύση και σε εκκρεμείς υποθέσεις που, ελλείψει ρύθμισης, δεν μπορούν να προχωρήσουν· γ) η ρύθμιση με κ.υ.α. λεπτομερειακών θεμάτων της διαδικασίας θα αντιμετωπίσει προβλήματα που εντοπίζονται στην πράξη και επομένως χρειάζονται άμεση αντιμετώπιση· δ) η άμεση επέκταση της αναστολής εκτέλεσης και στις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 52 και παρ. 4 του άρθρου 53) επιβάλλεται από την ανάγκη αποτροπής της δημιουργίας αμετάκλητων καταστάσεων εις βάρος των οφειλετών αυτών· ε) η λήψη υπόψη, και στις εκκρεμείς υποθέσεις, της καθαρής παρούσας αξίας των καταβολών προς το Δημόσιο για την ανάγκη εφαρμογής όλων των υποχρεωτικών κανόνων περισσότερο θα απλοποιήσει τους υπολογισμούς στη σύμβαση αναδιάρθρωσης, παρά θα περιπλέξει τις εκκρεμείς υποθέσεις· στ) η συμμετοχή του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, με απαίτηση μέχρι 20.000 ευρώ έκαστος, στη διαπραγμάτευση υποθέσεων που δεν έχουν ιδιώτες πιστωτές, επιβάλλεται να καταλάβει και εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς σε αντίθετη περίπτωση αυτές οι υποθέσεις δεν θα μπορούν να περατωθούν. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται στις εκκρεμείς διαδικασίες άμεσα, δηλαδή από το στάδιο, στο οποίο οι εκκρεμείς υποθέσεις βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, χωρίς να επηρεάζουν στάδια της διαδικασίας που προηγήθηκαν της έναρξης ισχύος του.

Με την παρ. 3 επεκτείνεται και σε ήδη υπογραφείσες συμβάσεις η ρύθμιση για τον περιορισμό των συνεπειών των κατασχέσεων στα χέρια τρίτων, καθώς η ανάγκη πρόσβασης στα μελλοντικά έσοδα από τους τρίτους είναι το ίδιο επιτακτική και σε αυτούς που έχουν ήδη ολοκληρώσει επιτυχώς τη διαδικασία διαπραγμάτευσης του εξωδικαστικού μηχανισμού.

Με την παρ. 4 ρυθμίζονται ζητήματα διαχρονικού δικαίου που προκύπτουν από την υπαγωγή στον εξωδικαστικό μηχανισμό και των οφειλών του 2017. Οπωσδήποτε συμβάσεις αναδιάρθρωσης, που έχουν ήδη συναφθεί, δεν μπορούν να θιχτούν. Η άμεση ένταξη των οφειλών του 2017 σε εκκρεμείς διαδικασίες θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη διατάραξη της διαδικασίας, αφού θα έπρεπε π.χ. να επανεξεταστεί η ύπαρξη απαρτίας και να αναπροσαρμοστούν οι προτάσεις και αντιπροτάσεις. Γι’ αυτό το λόγο το δεύτερο εδάφιο προβλέπει δυνατότητα διαγραφής της αίτησης με ταυτόχρονη επανυποβολή της, προκειμένου είτε να ενταχθούν οφειλές του 2017 είτε να συσχετιστεί η αίτηση της προσωπικής εταιρίας με αίτημα του ομόρρυθμου εταίρου για ρύθμιση των δικών του οφειλών. Αυτή η διαγραφή θα πρέπει πάντως να γίνει μετά την έκδοση της απόφασης της παρ. 2 του άρθρου 50, ώστε να τηρηθεί συγκεκριμένη διαδικασία και να μπορεί η διαγραφή να υποστηριχθεί τεχνικά από την ηλεκτρονική πλατφόρμα. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούν να αγνοηθούν οι περιπτώσεις εκείνες, που λόγω μεγάλου ύψους οφειλών του 2017 οι πιστωτές είτε έκριναν τον οφειλέτη μη βιώσιμο είτε έκριναν την πρόταση ρύθμισης ασύμφορη, δεδομένου ότι η ικανότητα αποπληρωμής των παλαιών οφειλών περιορίστηκε από την ανάγκη άμεσης εξόφλησης των οφειλών του 2017. Για την αντιμετώπιση αυτών των περιπτώσεων το πρώτο εδάφιο προβλέπει τη δυνατότητα επανυποβολής της αίτησης και επί διαδικασιών που περατώθηκαν ως άκαρπες, προκειμένου να συμπεριληφθούν οφειλές του 2017.

Η παρ. 5 παρέχει στους ομορρύθμους εταίρους εταιριών, οι οποίες υπέβαλαν αίτηση πριν την έναρξη ισχύος του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, ανεξαρτήτως της τύχης της αίτησης της εταιρίας, τη δυνατότητα να ζητήσουν τη ρύθμιση των δικών τους οφειλών. Η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται, προκειμένου να μη δημιουργηθεί ανισότητα εις βάρος των ομόρρυθμων μελών των εταιριών που έχουν ήδη υποβάλει αιτήσεις. Ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις η διάταξη επαναλαμβάνει ουσιαστικά τη διάταξη του άρθρου 47. Ωστόσο προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις αυτές η διαδικασία ούτε χρειάζεται να είναι ενιαία ούτε να διεξαχθεί υπό τον ίδιο συντονιστή, δεδομένου ότι η υπόθεση επί της αίτησης της εταιρίας μπορεί να βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο ή και να έχει περατωθεί.

Η παρ. 6 διατηρεί προσωρινά σε ισχύ τη διάταξη που καθορίζει την αμοιβή των συντονιστών, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ. που θα τις αναπροσαρμόζει. Η ρύθμιση αποσκοπεί στην αποτροπή δημιουργίας νομικού κενού κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ έναρξης ισχύος του νόμου και έκδοσης της απόφασης του ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Τροποποιήσεις του ν. 3869/2010 (Α΄ 130)

Με το Κεφάλαιο Β΄ τροποποιείται ο ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων (Α΄ 130). Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις υπαγορεύτηκαν από δύο κυρίως ανάγκες: α) την αποτροπή κατάχρησης του νόμου από στρατηγικούς κακοπληρωτές, η οποία κατάχρηση οδηγεί σε επιδείνωση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους, αλλά και σε δημιουργία κλίματος καχυποψίας και προκατάληψης σε βάρος όλων όσοι προσφεύγουν στην προστασία του νόμου αυτού, ακόμα κι αν πραγματικά τη χρειάζονται και τη δικαιούνται, β) τη διόρθωση επιμέρους αστοχιών του νόμου, οι οποίες είτε οδηγούσαν σε αδικίες κατά των οφειλετών ή κατά των πιστωτών είτε εγκυμονούσαν τον κίνδυνο να υποχρεωθεί ο οφειλέτης να καταβάλει ποσά μεγαλύτερα από την ικανότητα αποπληρωμής του που η ίδια η δικαστική απόφαση προσδιόριζε. Δευτερευόντως και εμμέσως, ορισμένες από τις προτεινόμενες διατάξεις (π.χ. η κατάργηση της μέγιστης διάρκειας των προσωρινών διαταγών ή ο αποκλεισμός της δεύτερης αίτησης από δόλια υπερχρεωμένους οφειλέτες) θα συμβάλουν και στη μερική αποφόρτιση των Ειρηνοδικείων και συνακόλουθα στην επιτάχυνση της διαδικασίας.

 

Άρθρο 56

Πεδίο εφαρμογής

Όταν αποβιώνει υπερχρεωμένο πρόσωπο, οι κληρονόμοι του πολλές φορές αποδέχονται την κληρονομία είτε ελπίζοντας ότι θα καταφέρουν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις του κληρονομουμένου είτε επειδή συγκατοικούσαν με τον κληρονομούμενο σε κατοικία ιδιοκτησίας του και θα αντιμετωπίσουν στεγαστικό πρόβλημα σε περίπτωση αποποίησης. Αν στη συνέχεια, δεν καταφέρουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που πλέον βαρύνουν αυτούς και ζητήσουν την υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010, κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν την ένσταση δόλιας περιέλευσής τους σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής μόνο και μόνο για το λόγο ότι αποδέχθηκαν εν γνώσει τους υπερχρεωμένη κληρονομία. Το φαινόμενο όμως αυτό αφενός συνιστά κοινωνικό πρόβλημα από μόνο του, αφετέρου είναι επιβλαβές για την εθνική οικονομία, αφού δημιουργεί κίνητρο για αποποιήσεις κληρονομιών, με αποτέλεσμα το ενεργητικό του κληρονομουμένου να παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα αναξιοποίητο. Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα αυτό, προβλέπεται ρητά με την προτεινόμενη διάταξη ότι η αποδοχή υπερχρεωμένης κληρονομίας, ακόμα κι αν ο κληρονόμος γνώριζε την υπερχρέωση του κληρονομουμένου κι απέβλεπε στην προστασία της κληρονομιαίας κύριας κατοικίας, δεν συνιστά από μόνη της δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής, παρά θα πρέπει να συνδυάζεται με άλλα περιστατικά (π.χ. υπαιτιότητα του κληρονόμου για την υπερχρέωση του κληρονομουμένου). Από την άλλη πλευρά, γενίκευση της διάταξης σε κάθε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, ακόμα κι αν ο κληρονόμος δεν είχε στενή συγγένεια με τον αρχικό οφειλέτη ή κληρονόμησε από διαθήκη, θα έδινε ευκαιρία καταχρήσεων από πρόσωπα, που αποδέχονται την κληρονομία όχι από ανάγκη ούτε υπό δυσμενείς ψυχολογικές συνθήκες, αλλά βάσει σταθμίσεων και υπολογισμών. Για το λόγο αυτό η εμβέλεια της διάταξης περιορίζεται στην περίπτωση των νόμιμων μεριδούχων, ανεξάρτητα από το αν κληρονομούν από διαθήκη, εξ αδιαθέτου ή από τη νόμιμη μοίρα. Για τις λοιπές περιπτώσεις, τα δικαστήρια θα πρέπει να είναι ελεύθερα να κρίνουν αν η αποδοχή υπερχρεωμένης κληρονομίας εν γνώσει της υπερχρέωσης συνιστά από μόνη της δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής.

Άρθρο 57

Διαδικασία προδικαστικού συμβιβασμού

Με την προτεινόμενη διάταξη προστίθεται στο περιεχόμενο της αναλυτικής κατάστασης οφειλών που παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα προς τους οφειλέτες τους, ο αριθμός και η ημερομηνία της δανειακής σύμβασης, εφόσον βέβαια είναι διαθέσιμα. Οι πληροφορίες αυτές θα βοηθήσουν τον οφειλέτη να συντάξει το δικόγραφο της αίτησης, χωρίς να χρειάζεται να αναζητεί την ίδια τη σύμβαση.

Άρθρο 58

Κατάθεση αίτησης και εγγράφων

Με την παρ. 1 υποχρεώνεται ο οφειλέτης να παραιτηθεί του τραπεζικού του απορρήτου, καθώς και να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση περί μη πτωχευτικής ικανότητάς του. Η διάταξη αποσκοπεί στην αποκάλυψη στρατηγικών κακοπληρωτών, οι οποίοι είχαν μεγάλα ποσά κατατεθειμένα σε πιστωτικά ιδρύματα που δεν είναι διάδικοι. Περαιτέρω αποσκοπεί στο να αποτρέψει την άσκηση αιτήσεων από πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα, τα οποία επιδιώκουν να επωφεληθούν της αυτοδίκαιης αναστολής εκτέλεσης μέχρι την ημέρα επικύρωσης.

Με την παρ. 2 διευκολύνεται το έργο του δικαστή στη διερεύνηση αιτήσεων είτε από πρόσωπα με εμπορική ιδιότητα είτε από πρόσωπα που ασκούν πολλαπλές αιτήσεις, παράλληλες ή διαδοχικές. Συγκεκριμένα ανατίθεται στη γραμματεία ένας προκαταρκτικός έλεγχος είτε για τυχόν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, εφόσον προκύπτει από τα συνυποβαλλόμενα έγγραφα, είτε για άσκηση άλλης αίτησης στο παρελθόν. Ο έλεγχος αυτός είναι αμιγώς επιβοηθητικός, καθώς ο γραμματέας απλώς σημειώνει τις διαπιστώσεις του στο φάκελο της αίτησης, ενώ ο δικαστής θα αποφασίσει τελικά αν ο οφειλέτης έχει εμπορική ιδιότητα ή αν η άσκηση πολλαπλών αιτήσεων συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά.

Με την παρ. 3 προστίθενται δύο εδάφια στην παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010. Με το πρώτο επιδιώκεται να αντιμετωπιστεί η καταχρηστική συμπεριφορά ορισμένων αιτούντων, ενίοτε εμπόρων, οι οποίοι ασκούσαν αίτηση για να επωφεληθούν της αυτοδίκαιης αναστολής καταδιωκτικών μέτρων και την ημέρα επικύρωσης παραιτούνταν του δικογράφου μόνο και μόνο για να επανασκήσουν την αίτηση και να επιτύχουν νέα αυτοδίκαιη αναστολή. Με την προτεινόμενη διάταξη παρέχεται αυτοδίκαιη αναστολή και στη δεύτερη αίτηση, αν ο οφειλέτης έχει παραιτηθεί μία φορά και την επανασκήσει, καθώς η παραίτηση μπορεί να οφείλεται στη διαπίστωση ενός σφάλματος ή στην επιθυμία ένταξης οφειλών προς το Δημόσιο, αν όμως έχει ήδη παραιτηθεί δύο φορές, τότε τυχόν τρίτη αίτηση δεν θα αναστέλλει αυτοδικαίως εκ του νόμου τα καταδιωκτικά μέτρα, παρά θα απαιτείται διαταγή του δικαστή κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010.

Με το δεύτερο προστιθέμενο εδάφιο, αποτρέπεται το ενδεχόμενο διαιώνισης υποθέσεων μέσω ματαίωσης της συζήτησης χωρίς επαναπροσδιορισμό.

Η παρ. 4 επιδιώκει να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της καταχρηστικής επίτευξης αυτοδίκαιης αναστολής από πρόσωπα με εμπορική ιδιότητα. Συγκεκριμένα, υπάρχουν, ευτυχώς μεμονωμένες, περιπτώσεις ειρηνοδικείων, στις οποίες η ημέρα επικύρωσης απέχει αρκετά μεγάλο διάστημα σε σχέση με την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης. Στα ειρηνοδικεία αυτά παρατηρήθηκε το φαινόμενο άσκησης αιτήσεων από εμπόρους, προκειμένου να ανασταλούν τα καταδιωκτικά μέτρα για αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα. Για το λόγο αυτό η παρ. 4 προβλέπει ότι, αν η γραμματεία διαπιστώσει εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, τότε θα πρέπει ο Ειρηνοδίκης να κρίνει μέσα σε δέκα ημέρες την εμπορική ή όχι ιδιότητα του οφειλέτη και να αποφασίσει αν θα ισχύει η απαγόρευση των καταδιωκτικών μέτρων μέχρι την ημέρα επικύρωσης. Για να διασφαλιστεί ότι αυτή διαταγή θα εκδοθεί το συντομότερο δυνατό, δεν προβλέπεται υποχρέωση κλήτευσης των διαδίκων, χωρίς πάντως να κωλύεται ο Ειρηνοδίκης να τους καλέσει, εφόσον κρίνει ότι η κλήτευσή τους θα μπορέσει να αποσαφηνίσει το ζήτημα της εμπορικής ιδιότητας, χωρίς να καθυστερήσει την απόφασή του.

Άρθρο 59

Προδικασία

Με την παρ. 1 καταργείται η διάταξη που προβλέπει ισχύ της προσωρινής διαταγής το πολύ για έξι μήνες. Δεδομένου ότι με το άρθρο 58 εισάγεται άρση του τραπεζικού απορρήτου, οπότε οι πιστωτές μπορούν να πληροφορηθούν οποιαδήποτε μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη και να ζητήσουν μεταρρύθμιση ή ακόμα και ανάκληση της προσωρινής διαταγής, η διατήρηση της καταργούμενης διάταξης θα οδηγούσε σε ανακύκλωση των υποθέσεων προσωρινής διαταγής και σε υπερφόρτωση των Ειρηνοδικείων χωρίς κάποια ουσιαστική ωφέλεια.

Η παρ. 2 συνδυάζεται με τη ρύθμιση που εισάγει η παρ. 2 του άρθρου 61. Η ισχύουσα διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 σε συνδυασμό με την παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 οδηγούσε σε αξιολογική αντινομία. Αν ένας οφειλέτης κατέβαλλε δυνάμει της προσωρινής διαταγής ποσό μικρότερο από αυτό που όριζε η οριστική απόφαση και από τη χορήγηση της προσωρινής διαταγής μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης μεσολαβούσε μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε ο οφειλέτης αντιμετώπιζε το εξής πρόβλημα: Οι δόσεις της προσωρινής διαταγής συνυπολογίζονταν στο χρονικό διάστημα της ρύθμισης του άρθρου 8 ν. 3869/2010, επομένως το χρονικό διάστημα των τριών ετών του άρθρου 8 μετρούσε από τη χορήγηση της προσωρινής διαταγής και συμπληρωνόταν σε μικρό διάστημα από την έκδοση της οριστικής απόφασης. Μετά δε τη συμπλήρωση της τριετίας, καλούνταν ο οφειλέτης να αποπληρώσει εντόκως σε μόλις ένα έτος τη διαφορά, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται να υπερβεί την ικανότητα αποπληρωμής του. Αντίθετα, ο οφειλέτης στον οποίο δεν χορηγήθηκε καθόλου προσωρινή διαταγή, πληρώνει το ποσό ακριβώς που αντιστοιχεί στην ικανότητα αποπληρωμής του επί τρία έτη από την έκδοση της οριστικής απόφασης. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η αντινομία, οι προτεινόμενες διατάξεις προβλέπουν ότι το χρονικό διάστημα των τριών ετών θα υπολογίζεται σε κάθε περίπτωση από την έκδοση της οριστικής απόφασης, το δε συνολικό ποσό που καταβλήθηκε δυνάμει της προσωρινής διαταγής θα αφαιρείται από τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρου 8 ν. 3869/2010, αφού βέβαια διαιρεθεί διά το πλήθος των δόσεων της ρύθμισης. Έτσι διασφαλίζεται αφενός ότι κανείς δεν θα χρειαστεί να υπερβεί την ικανότητα αποπληρωμής του, αφετέρου ότι όποιος κατέβαλε ποσά δυνάμει προσωρινής διαταγής θα περιέρχεται σε καλύτερη θέση από εκείνον που δεν έλαβε προσωρινή διαταγή και δεν κατέβαλε τίποτε.

Με την παρ. 3 αντιμετωπίζονται περιπτώσεις οφειλετών, οι οποίοι λαμβάνουν προσωρινή διαταγή, δεν καταβάλλουν όμως τα ποσά που ορίζει η προσωρινή διαταγή, στηριζόμενοι στο ότι η ανάκληση της προσωρινής διαταγής απαιτεί νέα πράξη του δικαστή, την οποία οι θιγόμενοι πιστωτές θα αποθαρρυνθούν να ζητήσουν λόγω κόστους, ιδίως αν το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη συζήτηση της αίτησης δεν είναι μεγάλο. Προβλέπεται λοιπόν με την προτεινόμενη ρύθμιση ότι με την καθυστέρηση ποσού ίσου με την αξία τριών μηνιαίων δόσεων θα παύει αυτοδικαίως η διαταχθείσα αναστολή, χωρίς να απαιτείται νέα πράξη του δικαστή. Από την άλλη πλευρά, λαμβάνονται ασφαλιστικές δικλείδες τόσο για την προστασία του οφειλέτη όσο και τη διαφύλαξη του συλλογικού χαρακτήρα της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, πριν την παύση της αναστολής καλείται ο οφειλέτης να εξοφλήσει τις καθυστερούμενες δόσεις εντός τριάντα ημερών, ώστε να έχει μία ακόμα ευκαιρία να διατηρήσει τη διαταχθείσα αναστολή. Αν δεν συμμορφωθεί, τότε ο θιγόμενος πιστωτής επιδίδει τη σχετική δήλωση σε όλους τους πιστωτές, καθώς θα πρέπει αυτοί να είναι ενήμεροι για τη δυνατότητα λήψης ατομικών μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε να διαφυλάξουν τα δικαιώματά τους. Η λύση αυτή είναι δίκαιη, όταν ο οφειλέτης σκοπίμως παραλείπει την καταβολή των δόσεων, θα πρέπει όμως να ληφθεί μέριμνα τόσο για την περίπτωση, που η ασυνέπεια του οφειλέτη οφείλεται σε ανωτέρα βία μη δυνάμενη να αντιμετωπιστεί με αίτηση μεταρρύθμισης της προσωρινής διαταγής, όσο και για την περίπτωση, που ο πιστωτής ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του να προκαλέσει την παύση της αναστολής, π.χ. επειδή άσκησε το δικαίωμά του με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με την ασυνέπεια του οφειλέτη, εισπράττοντας κανονικά τις δόσεις μεγάλου ενδιάμεσου χρονικού διαστήματος. Για τις περιπτώσεις αυτές προβλέπεται δικαίωμα του οφειλέτη να ζητήσει εκ νέου χορήγηση της προσωρινής διαταγής.

Με την παρ. 4 καλύπτεται η περίπτωση, που ο οφειλέτης είναι συστηματικά ασυνεπής ως προς την καταβολή των δόσεων της προσωρινής διαταγής, φροντίζει όμως να μην συσσωρεύεται ποτέ οφειλή τριών μηνών. Η περίπτωση αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική επίκληση της προσωρινής διαταγής από τον οφειλέτη και χρήζει αντιμετώπισης. Δεδομένου ωστόσο ότι η συστηματικότητα της ασυνέπειας απαιτεί διάγνωση και υποκειμενικών στοιχείων, δεν προβλέπεται αυτοδίκαιη παύση ισχύος της προσωρινής διαταγής σε αυτήν την περίπτωση, αλλά ανάκλησή της από το δικαστή.

Άρθρο 60

Αναστολή καταδιωκτικών μέτρων

Οι παρ. 1 και 3 ευθυγραμμίζουν τις ρυθμίσεις του άρθρου 6 ν. 3869/2010 με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου REF Προσωρινή \h \* MERGEFORMAT 59 (κατάργηση της εξάμηνης διάρκειας της απόφασης αναστολής). Εξάλλου οι παρ. 2 και 4 ευθυγραμμίζουν το άρθρο 6 ν. 3869/2010 με την προτεινόμενη ρύθμιση των παρ. 3 και 4 του άρθρου REF Προσωρινή \h \* MERGEFORMAT 59. Όσα λοιπόν αναφέρονται προς αιτιολόγηση των ανωτέρω διατάξεων ισχύουν και για το παρόν άρθρο mutatis mutandis.

Με την παρ. 5 προβλέπεται ότι η παύση ή ο περιορισμός της τοκογονίας κατά την παρ. 3 του άρθρου 6 ν. 3869/2010 θεωρείται ότι ουδέποτε επήλθαν, αν η αίτηση απορριφθεί τελεσίδικα. Η ρύθμιση είναι εύλογη, καθώς δεν επιτρέπεται να ωφελείται ο οφειλέτης μόνο και μόνο από το γεγονός ότι άσκησε μία αίτηση απορριπτέα, είτε επειδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προστασίας του βάσει του ν. 3869/2010 είτε επειδή η αίτησή του βαρύνεται με τυπικές πλημμέλειες που την καθιστούν απαράδεκτη.

Άρθρο 61

Δικαστική ρύθμιση χρεών

Η παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 προβλέπει ότι, αν η αίτηση του οφειλέτη απορριφθεί, νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μόνο μετά την πάροδο ενός έτους. Η δυνατότητα νέας αίτησης είναι εύλογη εφόσον η απόρριψη της προηγούμενης έγινε για ουσιαστικούς λόγους, οι οποίοι μπορεί στη συνέχεια να μεταβληθούν, π.χ. επειδή υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών, που στη συνέχεια μπορεί να εκλείψει, ή επειδή ασκείται εμπορική δραστηριότητα, που στη συνέχεια μπορεί να διακοπεί. Δεν ισχύει όμως το ίδιο όταν η αίτηση απορρίπτεται λόγω δόλιας περιέλευσης του οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμής ή λόγω δόλιας παράβασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης. Σε αυτήν την περίπτωση δεν νοείται μεταγενέστερη άρση του λόγου απόρριψης, η δε δυνατότητα επανάσκησης της αίτησης μόνο σε άσκοπη, ή και καταχρηστική από την πλευρά του οφειλέτη, ανακύκλωση υποθέσεων μπορεί να οδηγήσει. Για το λόγο αυτό η παρ. 1 αποκλείει την άσκηση δεύτερης αίτησης στις περιπτώσεις αυτές.

Η παρ. 2 αιτιολογήθηκε παραπάνω, με την παρ. 2 του άρθρου REF Προσωρινή \h \* MERGEFORMAT 59.

 

Άρθρο 62

Προστασία κύριας κατοικίας

Με την παρ. 1 καταργείται ο χρονικός περιορισμός που ισχύει για την έκδοση της πράξης της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 4469/2010. Σκοπός της κατάργησης είναι η παροχή δυνατότητας για τροποποίηση της ήδη εκδοθείσας απόφασης (54/2015, Β΄ 2740), αν στο μέλλον η Τράπεζα της Ελλάδος κρίνει μία τέτοια τροποποίηση σκόπιμη.

Με την παρ. 2 τροποποιούνται οι διατάξεις για τη συνεισφορά του Ελληνικού Δημοσίου στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών για προστασία της κύριας κατοικίας. Η συνεισφορά αυτή, μολονότι είναι ανεκτίμητο βοήθημα για τους οικονομικά αδύναμους οφειλέτες, δεν έχει βρει την αντίστοιχη απήχηση στην πράξη, καθώς δεν υπάρχει επαρκής πληροφόρηση των οφειλετών για τη δυνατότητα αυτή. Για την ενεργοποίηση αυτής της δυνατότητας, η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει τις εξής ρυθμίσεις: α) επισήμανση της δυνατότητας αυτής στην ίδια τη δικαστική απόφαση, που εξαιρεί την κύρια κατοικία από τη ρευστοποίηση· η επισήμανση αυτή έχει ρόλο αμιγώς υπομνηστικό και δεν είναι προϋπόθεση για την αποδοχή του αιτήματος συνεισφοράς από τη Διοίκηση· β) δυνατότητα των ίδιων των πιστωτών να υποβάλουν την αίτηση προς τη Διοίκηση για λογαριασμό του οφειλέτη μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης.

Παράλληλα, λαμβάνεται μέριμνα, ώστε να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του Δημοσίου σε περίπτωση ασυνέπειας του οφειλέτη ως προς την καταβολή της δικής του συνεισφοράς. Προς το σκοπό αυτό προβλέπεται ότι οι πιστωτές οφείλουν να ενημερώνουν τη Διοίκηση, όταν ο οφειλέτης δεν καταβάλει τη δική του συνεισφορά, ώστε το Δημόσιο να διακόψει την καταβολή της συμμετοχής του. Αν, εξαιτίας της μη έγκαιρης ενημέρωσής του, το Δημόσιο συνεχίσει να καταβάλλει τη συνεισφορά του και τελικά ο οφειλέτης λόγω της ασυνέπειάς του εκπέσει από τη ρύθμιση, τότε το Δημόσιο θα μπορεί να αναζητήσει από τον πιστωτή ό,τι κατέβαλε μετά την ασυνέπεια του οφειλέτη.

Επίσης, λαμβάνεται μέριμνα, ώστε ο οφειλέτης να μην υφίσταται δυσμενείς συνέπειες από τυχόν καθυστερήσεις της Διοίκησης ως προς την καταβολή της συνεισφοράς του Δημοσίου. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι η καθυστέρηση του Δημοσίου ως προς την καταβολή της συνεισφοράς του ουδέποτε μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση του οφειλέτη. Σε αυτήν την περίπτωση, εφόσον η συμμετοχή του Δημοσίου έχει εγκριθεί από τη Διοίκηση, θα μπορεί ο πιστωτής να αναζητήσει τη συνεισφορά απευθείας από το Δημόσιο.

Τέλος, διαγράφεται ο χρονικός περιορισμός ως προς την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης που καθορίζει τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της συνεισφοράς του Δημοσίου και τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων. Σκοπός είναι και εδώ η παροχή δυνατότητας στη Διοίκηση να τροποποιήσει την υπ’ αριθ. 130377/2015 κ.υ.α. (Β΄ 2723), αν η τροποποίηση κριθεί στο μέλλον σκόπιμη.

Με την παρ. 3 προστίθενται δύο παράγραφοι (2α και 2β) στο άρθρο 9 του ν. 3869/2010.

Με την προστιθέμενη παρ. 2α ν. 3869/2010 εισάγεται μία σημαντική μεταβολή στις προϋποθέσεις για προστασία της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση. Η ισχύουσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 εξαρτά την προστασία της κύριας κατοικίας από ένα ανώτατο όριο αντικειμενικής αξίας (180.000 ευρώ, προσαυξανόμενο ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη). Η εξάρτηση από την αντικειμενική αξία μπορεί να οδηγήσει σε αδικίες τόσο κατά του οφειλέτη όσο και κατά των πιστωτών, όταν η εμπορική αξία αποκλίνει από την αντικειμενική είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω. Για το λόγο αυτό δίνεται η δυνατότητα σε οποιονδήποτε διάδικο να ζητήσει η απόφαση του δικαστηρίου για την εξαίρεση ή μη της κύριας κατοικίας να βασιστεί στην εμπορική αξία αυτής. Επειδή τη ζήτημα της προστασίας ή μη της κύριας κατοικίας είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ο προσδιορισμός της εμπορικής αξίας δεν μπορεί να επαφεθεί σε κάθε αποδεικτικό μέσο, αλλά επιβάλλεται η εμπορική αξία να τεκμηριώνεται με έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή, εγγεγραμμένου στο οικείο Μητρώο του Υπουργείου Οικονομικών. Δεδομένης της μη επιδίκασης δικαστικής δαπάνης (παρ. 6 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010), είναι επίσης εύλογο η αμοιβή του εκτιμητή να καταβάλλεται από το διάδικο που ζητεί το διορισμό του εκτιμητή ως πραγματογνώμονα, χωρίς πάντως να θίγονται οι διατάξεις για τη νομική βοήθεια (ν. 3226/2004, Α΄ 24) ή για το ευεργέτημα πενίας (άρθρα 194 έως 204 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος σκόπιμης πρόκλησης καθυστερήσεων από διαδίκους, που θα υποβάλλουν το αίτημα διορισμού πραγματογνώμονα το πρώτον με τις προτάσεις, προκαλώντας έτσι την έκδοση μη οριστικής απόφασης, προβλέπεται ότι, αν ο διάδικος δεν προσκομίζει ήδη έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή, ο διορισμός πραγματογνώμονα από το δικαστήριο θα πρέπει να ζητείται είτε με το δικόγραφο της αίτησης είτε με αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο θα πρέπει να κατατίθεται τουλάχιστον έξι μήνες πριν την ημερομηνία συζήτησης.

Επιπλέον η προστιθέμενη παρ. 2α ν. 3869/2010 λαμβάνει μέριμνα ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο να απορρίψει το δικαστήριο το αίτημα προστασίας της κύριας κατοικίας λόγω υψηλής αξίας αυτής, εν συνεχεία όμως αυτή να ρευστοποιηθεί σε τιμή κατώτερη του ορίου προστασίας της. Προς το σκοπό αυτό προβλέπεται ότι το όριο αξίας για προστασία της κύριας κατοικίας τίθεται ως ελάχιστη επιτρεπτή τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό της. Ο περιορισμός αυτός ισχύει μόνο για τρία έτη από τη δημοσίευση της απόφασης, καθώς μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο μεταβολής της αξίας της κατοικίας, η οποία μεταβολή, ως επιγενόμενο περιστατικό, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αναφορικά με την τιμή πρώτης προσφοράς, δεν δικαιολογεί όμως αμφισβήτηση της ορθότητας της δικαστικής απόφασης. Αν όμως μέσα το ανωτέρω χρονικό διάστημα υπάρξουν δύο άγονοι πλειστηριασμοί με τιμή πρώτης προσφοράς ίση με το όριο αξίας για προστασία κύριας κατοικίας, τότε είναι προφανές ότι το δικαστήριο εσφαλμένα αρνήθηκε λόγω υψηλής αξίας την προστασία της. Σε αυτήν την περίπτωση είναι εύλογο η απόφαση να μεταρρυθμιστεί και το δικαστήριο να διατάξει την προστασία της, εφόσον φυσικά συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 9, δεσμευόμενο ως προς την εμπορική αξία από το γεγονός των δύο άγονων πλειστηριασμών. Η αίτηση μεταρρύθμισης θα μπορεί να υποβληθεί και μετά την 31/12/2018, εφόσον η αρχική αίτηση είχε υποβληθεί πριν την ημερομηνία αυτή, γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είχε νόημα η πρόβλεψη της τριετούς προθεσμίας, κατά την οποία ισχύει ο περιορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς.

Με την προστιθέμενη παρ. 2β του ν. 3869/2010 ρυθμίζεται το ζήτημα της χρονικής σύμπτωσης της δικαστικής ρύθμισης του άρθρου 8 ν. 3869/2010 και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9 ν. 3869/2010. Το ζήτημα αυτό φαίνεται να μένει αρρύθμιστο από τον ισχύοντα νόμο. Με αυτόν τον τρόπο όμως: α) είτε θα υποχρεωθούν οι οφειλέτες κατά τη διάρκεια της ρύθμισης του άρθρου 8 να καταβάλουν ποσά που υπερβαίνουν την ικανότητα αποπληρωμής τους, με ορατό τον κίνδυνο έκπτωσής τους, β) είτε το δικαστήριο θα τοποθετήσει την έναρξη του σχεδίου διευθέτησης οφειλών στη λήξη της δικαστικής ρύθμισης, οπότε όμως οι οφειλέτες θα επιβαρυνθούν με τους τόκους του σχεδίου διευθέτησης και επιπλέον επιμηκύνεται η συνολική περίοδος αποπληρωμής. Για να μη μείνει λοιπόν το ζήτημα αρρύθμιστο και προκειμένου να αποτραπούν και τα δύο ανωτέρω ενδεχόμενα, προβλέπεται ότι το δικαστήριο θα κατανείμει το συνολικό ποσό, που μπορεί να καταβάλλει ο οφειλέτης, μεταξύ της ρύθμισης του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης του άρθρου 9. Κριτήριο για την κατανομή θα πρέπει να είναι η μη χειροτέρευση της θέσης των πιστωτών σε σχέση με τη θέση που θα είχαν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Αν π.χ. ο οφειλέτης μπορεί να καταβάλλει 500 ευρώ μηνιαίως και η αξία ρευστοποίησης της πρώτης κατοικίας μπορεί να καλυφθεί σε 20 έτη με καταβολή τοκοχρεωλυτικής μηνιαίας δόσης 350 ευρώ, τότε η μηνιαία δόση της ρύθμισης του άρθρου 8 δεν θα μπορεί να υπερβαίνει τα 150 ευρώ ούτε η μηνιαία δόση του σχεδίου διευθέτησης του άρθρου 9 θα μπορεί να υπολείπεται των 350 ευρώ.

Η παρ. 4 επιδιώκει τη σαφήνεια της τροποποιούμενης διάταξης, καθώς προστίθενται παρ. 2α και 2β και η φράση «της παραγράφου αυτής», που υπάρχει στην παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, πρέπει να καταστεί σαφές σε ποια παράγραφο αναφέρεται.

Η παρ. 5 αντιμετωπίζει την περίπτωση που το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατ’ έφεση, ορίζει μηνιαία δόση μεγαλύτερη από αυτήν που είχε ορίσει το Ειρηνοδικείο. Η περίπτωση αυτή ομοιάζει με την περίπτωση της διαφοράς δόσης μεταξύ προσωρινής διαταγής και οριστικής απόφασης. Στην τελευταία περίπτωση το ζήτημα αντιμετωπίζεται από την παρ. 2 του άρθρου 59 και την παρ. 2 του άρθρου REF Ρύθμιση_8 \h \* MERGEFORMAT 61 με τοποθέτηση της έναρξης της τριετίας στη δημοσίευση της οριστικής απόφασης. Υιοθέτηση όμως παρόμοιας ρύθμισης και στην περίπτωση της κατ’ έφεση δίκης θα δημιουργούσε ανασφάλεια αναφορικά με την απαλλαγή ή όχι του οφειλέτη και μία επ’ άπειρον «ομηρεία» όλων των διαδίκων σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από αυτούς ασκήσει έφεση. Για το λόγο αυτό, χωρίς να θίγεται η έναρξη της τριετούς ρύθμισης από την πρωτοβάθμια απόφαση, προβλέπεται ότι η διαφορά θα καταβληθεί, εντασσόμενη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην υπερβαίνεται η μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη. Αν π.χ., στο παράδειγμα που αναφέρθηκε στην αιτιολόγηση της προστιθέμενης παρ. 2β του άρθρου 9 ν. 3869/2010, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε ορίσει τη δόση της ρύθμισης του άρθρου 8 στα 150 ευρώ και τη δόση του σχεδίου διευθέτησης του άρθρου 9 στα 350 ευρώ και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προσδιορίσει την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη στα 600 ευρώ, τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα κατανείμει τα επιπλέον 100 ευρώ μεταξύ της ρύθμισης του άρθρου 8, του σχεδίου διευθέτησης του άρθρου 9 και της διαφοράς δόσεων μεταξύ πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας απόφασης. Η διάταξη κάνει λόγο για άτοκη εξόφληση της διαφοράς. Ωστόσο θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο κανόνας της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών σε σύγκριση με τη θέση τους σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης ισχύει και σε αυτήν την περίπτωση αναφορικά με το σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Επομένως, μολονότι δεν θα καταβληθεί τόκος επί της διαφοράς, η αφαίρεσή της από την αξία ρευστοποίησης της προστατευόμενης κύριας κατοικίας θα αναχθεί σε όρους καθαρής παρούσας αξίας, λαμβάνοντας υπόψη και τον καθυστερημένο χρόνο καταβολής της.

Με την παρ. 6 δίνεται η δυνατότητα σε όλους τους διαδίκους να ζητήσουν μεταρρύθμιση του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, εφόσον η μεταρρύθμιση υπαγορεύεται από μεταγενέστερα γεγονότα. Ο ισχύων νόμος προβλέπει μεταρρύθμιση μόνο της ρύθμισης του άρθρου 8, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκαμπτο το σχέδιο διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9 και αφενός οι οφειλέτες, που αντιμετωπίζουν κάποια δυσμενή μεταβολή της οικονομικής τους κατάστασης, να βρίσκονται ενώπιον του κινδύνου απώλειας της προστασίας της κύριας κατοικίας τους, αφετέρου οι πιστωτές να υφίστανται ζημία παρά τη βελτίωση των εισοδημάτων του οφειλέτη. Για να διατηρηθεί ο μεταρρυθμιστικός χαρακτήρας του αιτήματος και να μην δοθεί η δυνατότητα καταστρατήγησης των μεταβατικών διατάξεων των νόμων, που κατά καιρούς τροποποίησαν την παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, προβλέπεται ρητώς ότι το σχέδιο διευθέτησης οφειλών, και μετά τη μεταρρύθμισή του, θα παραμένει εντός των ορίων που θέτει η παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως αυτό εφαρμόστηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση. Αν λοιπόν π.χ. η μεταρρυθμιζόμενη απόφαση εφάρμοσε το ν. 4346/2015 (Α΄ 152) και μερίμνησε για τη μη χειροτέρευση της θέσης των πιστωτών σε σχέση με τη θέση που θα είχαν επί αναγκαστικής εκτέλεσης, ο κανόνας αυτός θα πρέπει να γίνει σεβαστός και από τη μεταρρυθμιστική απόφαση.

Άρθρο 63

Καθήκον ειλικρινούς δήλωσης

Με τη διάταξη αυτή προστίθενται τα πιστωτικά ιδρύματα στους φορείς που υποχρεούνται να δίνουν στους πιστωτές κάθε χρήσιμη πληροφορία για την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, ύστερα από αίτηση που διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα. Δεδομένης της άρσης του τραπεζικού απορρήτου κατά τη διάρκεια της δίκης, που εισάγεται με την παρ. 1 του άρθρου REF Απόρρητο \h \* MERGEFORMAT 58, η διάταξη διασφαλίζει την πληρέστερη πληροφόρηση των πιστωτών για την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.

Άρθρο 64

Απαλλαγή από υπόλοιπα χρεών

Με την παρ. 1 καθίσταται προαιρετική πλέον η απόφαση του Ειρηνοδικείου που πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη. Έτσι απαλλάσσεται ο οφειλέτης από μία διαδικασία, η οποία συνεπάγεται δαπάνες γι’ αυτόν, αλλά και αποφορτίζονται τα Ειρηνοδικεία από περιττές δίκες. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, η απαλλαγή του οφειλέτη επέρχεται αυτοδικαίως με την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεών του από την απόφαση ρύθμισης οφειλών, χωρίς να απαιτείται κάποια πρόσθετη διαδικασία. Διατηρείται πάντως το δικαίωμα του οφειλέτη να ζητήσει την έκδοση απόφασης που θα βεβαιώνει την απαλλαγή του, αν επιθυμεί μία πρόσθετη διασφάλισή του.

Η ρύθμιση της παρ. 2 είναι συναφής με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 3 του άρθρου REF Προσωρινή \h \* MERGEFORMAT 59. Όσα λοιπόν αναφέρονται προς αιτιολόγηση τις ανωτέρω διάταξης ισχύει και για το παρόν άρθρο mutatis mutandis. Επισημαίνεται μόνο ότι σκοπίμως δεν προτείνεται για την έκπτωση από τη ρύθμιση διάταξη παρόμοια με την παρ. 4 του άρθρου REF Προσωρινή \h \* MERGEFORMAT 59 (έκπτωση λόγω συστηματικής παράβασης της δικαστικής ρύθμισης), αφού η έκπτωση από ρύθμιση δυνάμει οριστικής απόφασης είναι πολύ σοβαρότερη από την παύση ισχύος μιας προσωρινής διαταγής και επομένως επιβάλλεται να έχει αυστηρότερες προϋποθέσεις.

Άρθρο 65

Δικαιώματα συνοφειλετών

Με την προτεινόμενη διάταξη καλύπτεται ένα κενό του προϊσχύοντος δικαίου. Η ισχύουσα διάταξη προβλέπει απαλλαγή του οφειλέτη έναντι των εγγυητών, των εις ολόκληρο υπόχρεων ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή. Ο σκοπός της ισχύουσας διάταξης είναι προφανής: αν ο οφειλέτης εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από την απόφαση δικαστικής ρύθμισης και απαλλαγεί από τα υπόλοιπα των οφειλών του, η άσκηση οποιασδήποτε αναγωγικής αξίωσης κατ’ αυτού θα ματαίωνε τη βασική επιδίωξη του νόμου για παροχή δεύτερης ευκαιρίας στον οφειλέτη. Δεν προβλέπεται όμως τι ισχύει σε περίπτωση που ο εγγυητής ή ο εις ολόκληρον υπόχρεος καταβάλει στον πιστωτή, πριν την ολοκλήρωση της δικαστικής ρύθμισης, όχι μόνο το τμήμα της οφειλής, από το οποίο πρόκειται να απαλλαγεί ο οφειλέτης μετά την ολοκλήρωση της ρύθμισης, αλλά και τμήμα της οφειλής, που πρόκειται να ικανοποιηθεί από την απόφαση ρύθμισης ή από το σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Σε αυτήν την περίπτωση, η ισχύουσα διάταξη θα οδηγούσε σε απαλλαγή του οφειλέτη πριν την ολοκλήρωση της ρύθμισης, μία λύση που είναι άδικη για τον εγγυητή ή τον εις ολόκληρο υπόχρεο. Για τους παραπάνω λόγους η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει ότι ο εγγυητής, αν καταβάλει όχι μόνο το τμήμα της οφειλής, από το οποίο θα απαλλαγεί ο πρωτοφειλέτης, αλλά και τμήμα της οφειλής που εντάσσεται είτε στη ρύθμιση του άρθρου 8 είτε στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, τότε υποκαθίσταται στη θέση του πιστωτή, με τους όρους που θα συμμετείχε ο τελευταίος στη ρύθμιση. Η λύση αυτή είναι δίκαιη για τον εγγυητή, χωρίς να επιβαρύνει τη θέση του πρωτοφειλέτη, ο οποίος θα καταβάλει στον εγγυητή τα ίδια ποσά που θα κατέβαλλε στον πιστωτή.

Άρθρο 66

Θάνατος του οφειλέτη

Με την προτεινόμενη διάταξη αντιμετωπίζεται η περίπτωση, που ο οφειλέτης αποβιώνει είτε κατά τη διάρκεια της δίκης είτε μετά την έκδοση οριστικής απόφασης, αλλά πριν την απαλλαγή του. Σε αυτήν την περίπτωση, επειδή η απόφαση ρυθμίζει τις οφειλές με βάση συνθήκες που συντρέχουν στο πρόσωπο του οφειλέτη, η δίκη δεν μπορεί να συνεχιστεί από τους κληρονόμους ούτε η απόφαση μπορεί να ισχύσει αυτομάτως υπέρ των κληρονόμων. Από την άλλη πλευρά, η αναβίωση των οφειλών του κληρονομουμένου οδηγεί σε ανεπιεικείς λύσεις για τους κληρονόμους που χρησιμοποιούν την κληρονομιαία κύρια κατοικία ως δική τους κύρια κατοικία, καθώς αυτοί δεν θα μπορούν μετά την 31/12/2018 να ζητήσουν την προστασία της, έστω κι αν ο κληρονομούμενος είχε ασκήσει αίτηση πριν την ημερομηνία αυτή και πληρούσε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την προστασία της. Ακόμα κι αν ο οφειλέτης αποβιώσει και ο κληρονόμος ασκήσει δική του αίτηση πριν την ημερομηνία αυτή, ο κληρονόμος θα υποχρεωθεί να καταβάλει εκ νέου το σύνολο της αξίας ρευστοποίησης της κατοικίας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι καταβολές του κληρονομουμένου, εκτός φυσικά και αν το άθροισμα των καταβολών του κληρονομουμένου και της αξίας ρευστοποίησης υπερβαίνει το συνολικό ύψος των οφειλών. Αυτά τα προβλήματα προσπαθεί να αντιμετωπίσει η προτεινόμενη ρύθμιση, η οποία προσθέτει άρθρο 12α στο ν. 3869/2010.

Με την παρ. 1 του άρθρου 12α επιβεβαιώνεται ο προσωποπαγής χαρακτήρας της δίκης, με την πρόβλεψη κατάργησής της σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη.

Η παρ. 2 ρυθμίζει το ύψος των οφειλών, που βαρύνουν τον κληρονόμο, αν ο οφειλέτης αποβιώσει είτε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας είτα μετά την έκδοση οριστικής απόφασης, αλλά πριν την απαλλαγή του κατά την παρ. 1 του άρθρου 11. Οι απαιτήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος που θα βρίσκονταν, αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση, μειωμένο κατά τις καταβολές του κληρονομουμένου. Διατηρείται όμως η παύση ή ο περιορισμός της τοκογονίας κατά το χρονικό διάστημα μέχρι το θάνατο του οφειλέτη, καθώς για το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπερημερία του, ούτε άλλωστε είναι εύλογο να διαταραχθεί με αναδρομική ενέργεια η ισορροπία μεταξύ των πιστωτών, των οποίων οι απαιτήσεις επιβαρύνονται με διαφορετικά επιτόκια, μόνο και μόνο λόγω του θανάτου του οφειλέτη.

Με την παρ. 3 αντιμετωπίζεται η περίπτωση που ο οφειλέτης είχε προστατεύσει δικαστικά την κύρια κατοικία του από τη ρευστοποίηση πλην όμως αποβίωσε πριν την ολοκλήρωση του σχεδίου διευθέτησης οφειλών. Σε αυτήν την περίπτωση δίνεται η δυνατότητα στον κληρονόμο, που πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο ν. 3869/2010, χρησιμοποιεί την κύρια κατοικία του κληρονομουμένου ως δική του κύρια κατοικία και συντρέχουν στο πρόσωπό του οι λοιπές προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιτρέψει τη συνέχιση του σχεδίου διευθέτησης, προσαρμοσμένου φυσικά στη δική του ικανότητα αποπληρωμής. Η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών δεν θίγεται ούτε επιτρέπεται η συνολική διάρκεια των σχεδίων διευθέτησης του κληρονομουμένου και του κληρονόμου να υπερβαίνουν τη μέγιστη επιτρεπόμενη διάρκεια (20 έτη και κατ’ εξαίρεση 35 έτη επί συμβάσεων μεγαλύτερης διάρκειας). Ωστόσο ο κληρονόμος θα μπορεί να ζητήσει προστασία της κύριας κατοικίας και μετά την 31/12/2018, η δε αξία ρευστοποίησης, την οποία θα καταβάλει για την προστασία της κύριας κατοικίας, θα μειωθεί κατά τα ποσά που κατέβαλε ο κληρονομούμενος.

Τέλος η παρ. 4 ρυθμίζει την περίπτωση που ο κληρονόμος χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία την κύρια κατοικία του κληρονομουμένου, ο τελευταίος όμως αποβίωσε μετά την άσκηση αίτησης αλλά πριν την έκδοση απόφασης που προστατεύει την κύρια κατοικία του. Στην περίπτωση αυτή ο κληρονόμος δεν χάνει την προστασία της κληρονομιαίας κύριας κατοικίας στο πρόσωπό του με τους όρους της παρ. 3, θα πρέπει όμως το δικαστήριο να κρίνει επιπλέον ότι οι προϋποθέσεις προστασίας της κύριας κατοικίας συνέτρεχαν και στο πρόσωπο του κληρονομουμένου, δηλαδή ότι το αίτημα του κληρονομουμένου για προστασία της θα γινόταν δεκτό, αν η δίκη δεν καταργούταν.

Άρθρο 67

Αρχείο αιτήσεων

Με την προτεινόμενη διάταξη διευκολύνεται η πρόσβαση της γραμματείας των Ειρηνοδικείων στο γενικό αρχείο αιτήσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ώστε να είναι ευχερέστερος ο έλεγχος της ύπαρξης προηγούμενων αιτήσεων από τον ίδιο οφειλέτη, εκκρεμών ή μη, τον οποίο εισάγει η παρ. 2 του άρθρου REF Απόρρητο \h \* MERGEFORMAT 58. Τον ίδιο σκοπό επιδιώκει και η κατάργηση της δυνατότητας διαγραφής των στοιχείων από το εν λόγω αρχείο μετά την παρέλευση ενός έτους από την αμετάκλητη απόρριψη των αιτήσεων ή την κατάργηση των δικών.

 

Άρθρο 68

Μεταβατικές διατάξεις

Με την παρ. 1 ορίζεται ότι ο κανόνας, περί μη θεμελίωσης δόλιας υπερχρέωσης μόνο και μόνο στο γεγονός της αποδοχής υπερχρεωμένης κληρονομίας, ισχύει αναδρομικά και σε αποδοχές που έλαβαν χώρα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται για λόγους ισότητας.

Η ρύθμιση της παρ. 2 επιβάλλεται από την ανάγκη να δοθεί ένας εύλογος χρόνος στα πιστωτικά ιδρύματα να προσαρμόσουν τα μηχανογραφικά τους συστήματα, ώστε να μπορούν να χορηγούν βεβαιώσεις με το πρόσθετο περιεχόμενο που προβλέπει το άρθρο REF Βεβαιώσεις \h \* MERGEFORMAT 57.

Με την παρ. 3 ρυθμίζεται το ζήτημα της άρσης του τραπεζικού απορρήτου στις περιπτώσεις των εκκρεμών αιτήσεων. Η απαίτηση προσκόμισης της σχετικής δήλωσης και από τους οφειλέτες εκκρεμών αιτήσεων θα επιβάρυνε δυσανάλογα τις γραμματείες των Ειρηνοδικείων και επιπλέον θα ενείχε τον κίνδυνο απόρριψης αιτήσεων μόνο και μόνο για το λόγο ότι κάποιοι οφειλέτες, ενδεχομένως αμελώς οπωσδήποτε όμως όχι κακόπιστα, θα παρέλειπαν να προσκομίσουν αυτή τη δήλωση. Για το λόγο αυτό προκρίθηκε η λύση να δοθεί μία προθεσμία τριών μηνών, στους οφειλέτες που δεν επιθυμούν την άρση του τραπεζικού απορρήτου, να παραιτηθούν από τις αιτήσεις τους, με αυτόματη άρση του απορρήτου μετά την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας. Με τον τρόπο αυτό αφενός οι πιστωτές θα έχουν την πληροφόρηση που χρειάζονται για την υπεράσπισή τους, αφετέρου εκτιμάται ότι θα αποφορτιστούν τα πινάκια από υποθέσεις στρατηγικών κακοπληρωτών.

Με την παρ. 4 επεκτείνεται ο έλεγχος από τη γραμματεία για την ύπαρξη εισοδημάτων από επιχειρηματική δραστηριότητα και για ύπαρξη προηγούμενων αιτήσεων σε ορισμένες εκκρεμείς υποθέσεις. Για να μην επιβαρυνθεί υπερβολικά η γραμματεία των δικαστηρίων, επιλέχθηκαν οι υποθέσεις, στις οποίες ο έλεγχος αυτός θα έχει τη μεγαλύτερη χρησιμότητα: είναι οι υποθέσεις, στις οποίες δεν έχει αποφανθεί ακόμα ο Ειρηνοδίκης για τη χορήγηση ή όχι προσωρινής διαταγής και η ημέρα επικύρωσης απέχει πέραν των δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου. Αν ο Ειρηνοδίκης έχει ήδη αποφανθεί για τη χορήγηση ή όχι προσωρινής διαταγής, τότε η υπόθεση έχει περάσει και από δικαστική βάσανο και από τον έλεγχο των πιστωτών και οπωσδήποτε δεν πρόκειται για την περίπτωση του στρατηγικού κακοπληρωτή που καταχράται την αυτοδίκαιη αναστολή εκτέλεσης. Αν πάλι η ημέρα επικύρωσης απέχει λιγότερο από δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου, τότε το αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα θα διαρκέσει τόσο λίγο, ώστε αξίζει η γραμματείες να επικεντρωθούν σε υποθέσεις με μεγαλύτερο κίνδυνο καταχρήσεων.

Η παρ. 5 επιδιώκει να τερματίσει το αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα (όχι τις χορηγηθείσες προσωρινές διαταγές) των εκκρεμών αιτήσεων, όταν ο οφειλέτης έχει ήδη ασκήσει δύο αιτήσεις και έχει παραιτηθεί από αυτές. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο κίνδυνος κατάχρησης είναι τόσο σοβαρός, ώστε η ρύθμιση επιβάλλεται να επεκταθεί και σε εκκρεμείς αιτήσεις.

Οι παρ. 6 και 7 περιέχουν μεταβατικές διατάξεις αναφορικά με τον κανόνα της πλασματικής παραίτησης από την αίτηση, όταν η συζήτηση ματαιωθεί και δεν προσδιοριστεί νέα συζήτηση εντός τριάντα ημερών. Κατά την παρ. 6 ο κανόνας αυτός ισχύει κατ’ αρχήν όταν η ματαίωση λάβει χώρα μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Τούτο είναι εύλογο, καθώς μόνο αν η ματαίωση γίνει μετά από την έναρξη ισχύος είναι οι διάδικοι προϊδεασμένοι για τις συνέπειες της ματαίωσης και μπορεί να απαιτηθεί από αυτούς να βρίσκονται σε εγρήγορση για νέο προσδιορισμό συζήτησης. Επειδή όμως δεν δικαιολογείται να παραμένουν εσαεί σε εκκρεμότητα υποθέσεις που ματαιώθηκαν στο παρελθόν, η παρ. 7 επεκτείνει την πλασματική παραίτηση και σε αυτές τις υποθέσεις, θέτοντας όμως μεγαλύτερη προθεσμία για την επαναφορά τους. Η μεγαλύτερη προθεσμία επιβάλλεται ακριβώς από το γεγονός ότι οι διάδικοι δεν βρίσκονται στην ίδια εγρήγορση όπως στην περίπτωση των μεταγενέστερων ματαιώσεων. Εξάλλου επιβάλλεται ο μη συνυπολογισμός των δικαστικών διακοπών στην προθεσμία αυτή, προκειμένου να μην υποστούν δυσμενείς συνέπειες οι αιτούντες «ξεχασμένων» υποθέσεων που ενδεχομένως έχουν χάσει την επαφή με το δικηγόρο τους και μπορεί να δυσκολευτούν κατά τις δικαστικές διακοπές να προκαλέσουν τον επαναπροσδιορισμό των υποθέσεών τους.

Με την παρ. 8 επεκτείνονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις ορισμένες ρυθμίσεις, των οποίων η άμεση εφαρμογή θα επιλύσει προβλήματα, χωρίς να διαταράξει την ομαλότητα της διαδικασίας. Η άμεση εφαρμογή της ρύθμισης για το συνυπολογισμό των δόσεων δυνάμει της προσωρινής διαταγής στο ποσό (και όχι στο χρόνο) της ρύθμισης του άρθρου 8 ν. 3869/2010 θα αποτρέψει το ενδεχόμενο να κληθούν οι οφειλέτες των εκκρεμών αιτήσεων να υπερβούν την ικανότητα αποπληρωμής τους. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί η άμεση εφαρμογή της ρύθμισης για κατανομή του ποσού που μπορεί να καταβάλλει ο οφειλέτης μεταξύ της ρύθμισης του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, καθώς και της ρύθμισης για την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της χαμηλότερης δόσης που ορίζει η πρωτοβάθμια απόφαση και της υψηλότερης δόσης που ορίζει η δευτεροβάθμια απόφαση. Η άμεση εφαρμογή και στις εκκρεμείς αιτήσεις της ρύθμισης, για επιβάρυνση του οφειλέτη απορριπτόμενης αίτησης με τους τόκους του ενδιάμεσου χρονικού διαστήματος, θα διασφαλίσει ότι οι πιστωτές δεν θα ζημιωθούν από αιτήσεις που είναι εκκρεμείς, αλλά απορριπτέες. Η άμεση εφαρμογή της ρύθμισης για προστασία της κύριας κατοικίας βάσει της εμπορικής της αξίας θα αποτρέψει οποιαδήποτε αδικία, εις βάρος οφειλέτη ή πιστωτών, στις εκκρεμείς αιτήσεις.

Με την παρ. 9 προβλέπεται ότι οι ρυθμίσεις για αυτοδίκαιη παύση της προσωρινής διαταγής ή της απόφασης αναστολής, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις. Επειδή όμως θα ήταν ανεπιεικές οι οφειλέτες, για τους οποίους οι προϋποθέσεις παύσης της προσωρινής διαταγής κατά τον παρόντα νόμο, συνέτρεξαν ήδη στο παρελθόν, να βρεθούν ξαφνικά απροστάτευτοι, χωρίς καμία δυνατότητα αντίδρασης, προβλέπεται ότι οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονται μόνο εφόσον η όχληση του πιστωτή επιδοθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους οφειλέτες αυτούς να συμμορφωθούν, έστω και εκ των υστέρων. Εξάλλου η επέκταση των ρυθμίσεων για αυτοδίκαιη παύση της προσωρινής διαταγής δεν έχει νόημα, αν οι προσωρινές διαταγές έχουν ήδη ανακληθεί κατ’ εφαρμογή του προϊσχύοντος δικαίου. Αν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου υπάρχουν εκκρεμείς αιτήσεις ανάκλησης, η κρίση τους κατά τις ουσιαστικές διατάξεις του παρόντος θα οδηγήσει σε δικαιότερες λύσεις.

Η παρ. 10 ρυθμίζει την περίπτωση, που πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η αίτηση του οφειλέτη απορρίφθηκε τελεσίδικα λόγω δόλου του. Αν ο δόλος κρίθηκε επί της ουσίας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι εύλογο να μην επιτραπεί η άσκηση νέας αίτησης από αυτόν τον οφειλέτη, αφού δεν μπορεί να υπήρξε κάποια μεταβολή ως προς την περίσταση αυτή. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις οφειλετών, των οποίων οι αιτήσεις απορρίφθηκαν από το Ειρηνοδικείο λόγω δόλου, οι δε οφειλέτες αυτοί, μολονότι είχαν την επιλογή να ασκήσουν έφεση και ενδεχομένως υπήρχαν και πιθανότητες ευδοκίμησης αυτής, επέλεξαν, είτε προς περιορισμό των εξόδων είτε για άλλο μη μεμπτό λόγο, να μην ασκήσουν έφεση, αλλά νέα αίτηση. Για αυτούς τους οφειλέτες δεν δικαιολογείται η αναδρομική ισχύς της απαγόρευσης άσκησης νέας αίτησης και η νέα αίτησή τους, είτε ασκήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, είτε ασκηθεί μετά, θα πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της.

Με την παρ. 11 εφαρμόζονται και επί υποθέσεων με ήδη εκδοθείσες αποφάσεις οι εξής ρυθμίσεις: α) οι ρυθμίσεις για τη συνεισφορά του Δημοσίου, β) η δυνατότητα μεταρρύθμισης του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9 και γ) οι ρυθμίσεις για το θάνατο του οφειλέτη. Η εφαρμογή των ρυθμίσεων αυτών και στις εν λόγω περιπτώσεις κρίνεται ότι δεν δημιουργεί κάποια πολυπλοκότητα στις υποθέσεις ή ανασφάλεια δικαίου, αλλά αντιθέτως δίνει λύσεις σε προβλήματα που παρουσιάζονται και σε υποθέσεις με ήδη εκδοθείσες αποφάσεις.

Με την παρ. 12 ρυθμίζεται η δυνατότητα των διαδίκους εκκρεμών αιτήσεων να ζητήσουν το διορισμό εκτιμητή ως πραγματογνώμονα από το δικαστήριο. Η ρύθμιση επιβάλλεται από το ότι σε υποθέσεις, των οποίων επίκειται η συζήτηση, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη η τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας που τίθεται στην προστιθέμενη παρ. 2α του άρθρου 9 του ν. 3869/2010.

Η παρ. 13 επεκτείνει την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να παρέχουν στους πιστωτές κάθε χρήσιμη πληροφορία ακόμα και όταν έχουν ήδη εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις. Η ρύθμιση αυτή προτείνεται με το σκεπτικό ότι δεν δημιουργεί κάποια πολυπλοκότητα στις υποθέσεις ή ανασφάλεια δικαίου, αλλά αντιθέτως δίνει λύσεις σε προβλήματα που παρουσιάζονται και σε υποθέσεις με ήδη εκδοθείσες αποφάσεις. Στην περίπτωση αυτή όμως θα πρέπει επιπροσθέτως να μην έχει επέλθει απαλλαγή του οφειλέτη, αφού ούτως ή άλλως η τροποποιούμενη παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 3869/2010 μόνο μέχρι αυτό το χρονικό σημείο εφαρμόζεται.

Η παρ. 14 επεκτείνει την προαιρετικότητα της δικαστικής απόφασης, που πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη, και στις περιπτώσεις ρυθμίσεων που ολοκληρώθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται για λόγους ισότητας.

Η ρύθμιση της παρ. 15 είναι παρόμοια με τη ρύθμιση της παρ. 9. Όσα λοιπόν ειπώθηκαν προς αιτιολόγηση της παρ. 9 ισχύουν και προς αιτιολόγηση της παρ. 15.

Τέλος η παρ. 16, επίσης για λόγους ισότητας, επεκτείνει τη ρύθμιση του άρθρου 65 για τα δικαιώματα των συνοφειλετών, σε όλες τις περιπτώσεις που δεν έχουν ολοκληρωθεί τα σχέδια διευθέτησης οφειλών. Κατά μείζονα λόγο ισχύει η ίδια ρύθμιση όταν δεν έχουν ολοκληρωθεί οι ρυθμίσεις του άρθρου 8 ν. 3869/2010.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

Άρθρο 69

Τροποποιήσεις του ν. 4354/2015

Με το άρθρο αυτό επέρχονται βελτιώσεις μικρής εμβέλειας στο ν. 4354/2015 (Α΄ 176).

Με την παρ. 1 ορίζεται ρητώς, προς αποφυγή κάθε ερμηνευτικής αμφιβολίας ότι οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα. Λόγω του ερμηνευτικού χαρακτήρα της διάταξης, η παρ. 4 ορίζει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και σε εταιρίες που έχουν ήδη λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Με την παρ. 2 περιορίζεται η υποχρέωση πρόσκλησης του δανειολήπτη μη εξυπηρετούμενων δανείων, για να ρυθμίσει την οφειλή του πριν τη μεταβίβασή της, μόνο στην περίπτωση που ο οφειλέτης είναι καταναλωτής κατά το άρθρο 1α του ν. 2251/1994 (Α΄ 191). Η διάταξη αποσκοπεί στη διευκόλυνση της μεταβίβασης πακέτων επιχειρηματικών δανείων, περιορίζοντας το διοικητικό κόστος της μεταβίβασης. Πάντως η διάταξη δεν περιορίζει την προστασία των οφειλετών, που δεν εμπίπτουν στον ορισμό του καταναλωτή, καθώς και γι’ αυτούς τους οφειλέτες οι εταιρίες διαχείρισης υποχρεούνται να τηρήσουν τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών (παρ. 22 του άρθρου 1 του ν. 4354/2015), ενώ, αν η διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας ξεκίνησε από το πιστωτικό ίδρυμα, τότε συνεχίζεται από τον εκδοχέα (τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4354/2015). Για να μη διαταραχτεί η ασφάλεια των συναλλαγών, η παρ. 4 προβλέπει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο σε μεταβιβάσεις που καταχωρίζονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Τέλος η παρ. 3 αποσαφηνίζει, προς αποφυγή ερμηνευτικών αμφισβητήσεων, ότι η αναγγελία της εκχώρησης μπορεί να γίνει άτυπα, καθώς και με μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Λόγω του ερμηνευτικού χαρακτήρα της διάταξης, η παρ. 4 προβλέπει ότι εφαρμόζεται και σε αναγγελίες που έλαβαν χώρα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος.

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΜΕΤΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΛΟΓΩ ΑΛΛΑΓΩΝ ΧΡΗΣΕΩΝ ΓΗΣ –

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ν. 3325/2005 (Α΄ 68)

Άρθρο 70

Μετεγκατάσταση λόγω αλλαγών χρήσεων γης

Με την αντικατάσταση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 7 ν. 3325/2005, ρυθμίζεται το καθεστώς των νομίμων έως σήμερα λειτουργουσών δραστηριοτήτων σε επιμέρους χωροταξικά σημεία, στα οποία ο καθορισμός ή η μεταβολή χρήσης γης τις καθιστά πλέον μη συμβατές με αυτήν. Με τις διατάξεις αυτές προβλέπεται ρητά η προστασία της δραστηριότητας έναντι αλλαγών των χρήσεων γης του τόπου εγκατάστασης. Ο σκοπός είναι διττός: Αφενός η προστασία της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της απρόσκοπτης λειτουργίας της αλλά και η εξασφάλιση της εμπιστοσύνης προς τη Διοίκηση. Αφετέρου, με το σαφές χρονικό πλαίσιο που ορίζουν ιδίως οι παράγραφοι 2 και 3 του εν λόγω άρθρου, τίθεται και ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, από το οποίο και μετά οι δραστηριότητες αυτές θα πρέπει να πάψουν να λειτουργούν.

 

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΜΕΤΑΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ - ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΜΩΝ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ν. 4442/2016 (Α΄ 230)

Άρθρο 71

Πεδίο εφαρμογής – τροποποίηση άρθρου 17 του ν. 4442/2016

Με το προτεινόμενο άρθρο τροποποιείται ο τίτλος του Κεφαλαίου ΣΤ’ του ν. 4442/2016 (Α’ 230) και μετονομάζεται σε «Απλούστευση λειτουργίας Μεταποιητικών και Συναφών Δραστηριοτήτων». Με τις προτεινόμενες διατάξεις διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του ν.4442/2016, καθώς πλέον προστίθενται στις ήδη ενταγμένες δραστηριότητες και νέοι Κωδικοί Αριθμοί Δραστηριότητας (ΚΑΔ), οι οποίοι καταγράφονται στο Παράρτημα του νόμου.

 

Άρθρο 72

Γνωστοποίηση λειτουργίας – Τροποποίηση άρθρου 18 του ν. 4442/2016

Με τις προτεινόμενες διατάξεις, με τις οποίες αντικαθίσταται το άρθρο 18 του ν.4442/2016, προβλέπεται ότι στο εξής η διαδικασία γνωστοποίησης απαιτείται για την ίδρυση, επέκταση ή εκσυγχρονισμό των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του ν. 4442/2016, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 18Α αυτού. Η υποχρέωση ηλεκτρονικής υποβολής της γνωστοποίησης αποκλειστικά μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) διατηρείται, ωστόσο εισάγεται πρόβλεψη για το διάστημα μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ, με την οποία ορίζεται ο κατά περίπτωση αρμόδιος φορέας υποδοχής της γνωστοποίησης.

Με τη νέα παρ. 3 του προτεινόμενου άρθρου 18 του ν. 4442/2016 διατηρείται η υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την υποβολή της γνωστοποίησης.

Με τη νέα παρ. 4 του άρθρου 18 του ν.4442/2016 ενεργοποιείται η ουσιαστική ρύθμιση της διάταξης περί απλοποίησης της διαδικασίας, καθώς πλέον δεν υποβάλλονται δικαιολογητικά κατά την υποβολή της γνωστοποίησης, αλλά αυτά θα τηρούνται στην εγκατάσταση, όπου αυτή λειτουργεί.

Με τις διατάξεις της παρ. 5 του νέου άρθρου 18 του ν. 4442/2016 εισάγονται κριτήρια για τη διενέργεια ελέγχων από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές. Ειδικότερα, η αρμόδια αρχή ελέγχει βάσει βαθμού επικινδυνότητας κατά πρώτον εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου και ακολούθως μεσαίου κινδύνου και χαμηλού κινδύνου, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων που πρόκειται να εξειδικευθούν στο εγγύς μέλλον. Μέχρι την εξειδίκευση των κριτηρίων αξιολόγησης κινδύνου και την κατάταξη των επιχειρήσεων σε βαθμό επικινδυνότητας, η κατάταξη θα γίνεται ύστερα από εκτίμηση της αρμόδιας αρχής.

Με τις διατάξεις της παρ. 6 αποσαφηνίζεται προς άρση παρερμηνειών ότι για τις δραστηριότητες του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του ν. 4442/2016 που υπόκεινται σε καθεστώς γνωστοποίησης, όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται η «άδεια λειτουργίας», «υπεύθυνη δήλωση λειτουργίας» ή «ενημέρωση», ως τέτοια νοείται εφεξής η γνωστοποίηση.

Άρθρο 73

Έγκριση λειτουργίας

Με τις προτεινόμενες διατάξεις εισάγεται άρθρο 18Α, το οποίο καθιερώνει τη διαδικασία έγκρισης του ν.4442/2016 και για τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 (Α’ 143). Θεσπίζεται γενική υποχρέωση ηλεκτρονικής υποβολής της αίτησης για τη χορήγηση της έγκρισης αποκλειστικά μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ). Μέχρι την ενεργοποίηση του συστήματος, η σχετική αίτηση θα υποβάλλεται από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην Αρχή της παραγράφου 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α’ 143) πριν την έναρξη της λειτουργίας. Τέλος, με τις προτεινόμενες διατάξεις αποσαφηνίζεται προς άρση παρερμηνειών ότι για τις δραστηριότητες που υπόκεινται σε καθεστώς έγκρισης λειτουργίας, όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται «άδεια λειτουργίας», «υπεύθυνη δήλωση λειτουργίας», «ενημέρωση» ή «γνωστοποίηση», ως τέτοια νοείται εφεξής η έγκριση λειτουργίας.

Άρθρο 74

Κυρώσεις – Τροποποίηση άρθρου 23 του ν. 4442/2016

Με τις προτεινόμενες διατάξεις επικαιροποιείται το υφιστάμενο άρθρο των κυρώσεων, καθώς πλέον εισάγονται κυρώσεις για παραβάσεις που αφορούν σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις σχετικά με τις διαδικασίες γνωστοποίησης, έγκρισης και τους όρους λειτουργίας.

Άρθρο 75

Εξουσιοδοτήσεις – Τροποποίηση άρθρου 24 του ν. 4442/2016

Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται η έκδοση κανονιστικής απόφασης, με την οποία θα καθορίζονται τα δικαιολογητικά, η διαδικασία, οι όροι και το περιεχόμενο για τις διαδικασίες γνωστοποίησης και έγκρισης και θα εξειδικεύονται περαιτέρω οι προβλεπόμενες, στο άρθρο 15 του ν. 4442/2016, κυρώσεις.

 

Άρθρο 76

Τροποποίηση άρθρου 25 του ν. 4442/2016.

Με τις παραγράφους 6, 7, 8, 9 και 10 που προστίθενται στο άρθρο 25 του ν. 4442/2016 ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες απαλλάσσονται από την έγκριση εγκατάστασης τα επαγγελματικά εργαστήρια, οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις παροχής υπηρεσιών χαμηλής όχλησης και οι αποθήκες χαμηλής όχλησης, για τις οποίες ορίζεται πλέον το καθεστώς γνωστοποίησης. Περαιτέρω, ορίζονται συγκεκριμένες δραστηριότητες, ανεξαρτήτως βαθμού όχλησης και νέοι Κωδικοί Αριθμοί Δραστηριότητας για τους οποίους ορίζεται το καθεστώς της έγκρισης μετά από έλεγχο. Ορίζεται περαιτέρω ότι μέχρι την 31η Μαρτίου 2020, η λειτουργία των εγκαταστάσεων των δραστηριοτήτων του άρθρου 17 του ν. 4442/2016 που κατατάσσονται στην κατηγορία Α2 σύμφωνα με την ΥΑ ΔΙΠΑ/οικ. 37674 (Β΄ 2471) ή των εγκαταστάσεων που μετά από εκσυγχρονισμό ή επέκταση κατατάσσονται για πρώτη φορά στην κατηγορία Α2, υπόκεινται σε έγκριση λειτουργίας μετά από έλεγχο κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν. 4442/2016. Οι ίδιες αυτές δραστηριότητες από 1η Απριλίου 2021 θα υπόκεινται στο καθεστώς της γνωστοποίησης, όπως ειδικότερα ορίζει η διάταξη. Με τη διάταξη του άρθρου 3Α που προστίθεται στον ν. 2244/1994 επιτρέπεται η εγκατάσταση εφεδρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με σκοπό τη λειτουργία τους σε περίπτωση διακοπής της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας λόγω βλάβης ή αδυναμίας των εγκαταστάσεων του δικτύου διανομής ή του συστήματος μεταφοράς και ορίζεται ο φορέας και ο τρόπος ελέγχου. Ορίζεται επίσης ότι το χρονικό πλαίσιο ισχύος για αποφάσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας και οι αποφάσεις απαλλαγής από τη λήψη άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας εφεδρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής.

Άρθρο 77

Εγκατάσταση μεταποιητικών και συναφών δραστηριοτήτων – Οχλήσεις –

Τροποποίηση άρθρων 48Α, 48Γ και 48Ε του ν. 4442/2016

Με την προσθήκη της παραγράφου 3 στο άρθρο 48Α, ορίζεται ότι οι δραστηριότητες που εγκαθίστανται, εκσυγχρονίζονται ή επεκτείνονται σε περιοχές που καθορίζονται χρήσεις γης βιομηχανίας – βιοτεχνίας από ΓΠΣ/ ΣΧΟΟΑΠ και ΤΧΣ, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 5 και 6 του π.δ. της 23 ης Φεβρουαρίου 1987 (Δ’166) θα υπάγονται εφεξής στο καθεστώς γνωστοποίησης του άρθρου 6, για λόγους απλούστευσης και επιτάχυνσης των σχετικών διαδικασιών. Έτσι επεκτείνεται και σε αυτές τις δραστηριότητες το καθεστώς της γνωστοποίησης, όπως έχει ήδη ρυθμιστεί για άλλες δραστηριότητες του ν. 4442/2016. Με τη διαδικασία της γνωστοποίησης δίνεται επίσης η δυνατότητα να ενημερώνεται έγκαιρα η αρμόδια υπηρεσία προς αποφυγή λαθών στη χωροθέτηση. Στην ίδια παράγραφο ορίζεται επίσης ο τρόπος γνωστοποίησης, το αρμόδιο όργανο διενέργειας επιτόπιων ελέγχων ενώ προβλέπεται και η καταβολή σχετικού παραβόλου. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας του ολοκληρωµένου συστήµατος, προβλέπεται εναλλακτικά η υποβολή µε κατάθεση στην αρµόδια αρχή, προκειµένου η µεταρρύθµιση να εφαρµοστεί άµεσα.

Με την προσθήκη της παραγράφου 4 στο άρθρο 48Α, ορίζονται οι δραστηριότητες που εξαιρούνται από το καθεστώς γνωστοποίησης και εξακολουθούν να υπάγονται σε καθεστώς έγκρισης, για λόγους αυξημένου βαθμού επικινδυνότητας και ειδικότερα: α) για τις δραστηριότητες της ΚΥΑ 172058/2016 (Β’ 354) «Καθορισμός κανόνων, μέτρων και όρων για την αντιμετώπιση κινδύνων από ατυχήματα μεγάλης έκτασης σε εγκαταστάσεις ή μονάδες, λόγω της ύπαρξης επικίνδυνων ουσιών, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας 2012/18/ΕΕ “για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες και για την τροποποίηση και στη συνέχεια την κατάργηση της οδηγίας 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου” του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012. Αντικατάσταση της υπ’ αριθ. 12044/613/2007 (Β΄376), όπως διορθώθηκε (Β΄2259/2007)» (Οδηγία SEVESO), β) για τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4409/2016 (Α’ 136) «Πλαίσιο για την ασφάλεια στις υπεράκτιες εργασίες έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/30/ΕΕ, τροποποίηση του Π.δ. 148/2009 και άλλες διατάξεις» και γ) για τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υπ’ αριθμ. Δ3/Α/οικ. 4303 ΠΕ 26510/2012 «Τεχνικός κανονισμός “Συστήματα μεταφοράς Φυσικού Αερίου με Μέγιστη Πίεση Λειτουργίας άνω των 16 bar”» (Β’ 603)».

Με την προσθήκη παραγράφου στο άρθρο 48Γ του ν. 4442/2016, με την οποία τροποποιείται το άρθρο 20 του ν. 3982/2011, προβλέπεται η αναθεώρηση της κατάταξης των βιομηχανικών - μεταποιητικών δραστηριοτήτων σε βαθμούς όχλησης, με στόχο την δημιουργία ενός σύγχρονου, σαφούς και απλοποιημένου πλαισίου κατάταξης που θα αποτυπώνει την έννοια της όχλησης με όρους πολεοδομικούς - χωρικούς. Η παραπάνω αναθεώρηση θα πραγματοποιηθεί στη βάση του συνυπολογισμού πολεοδομικών παραμέτρων και περιβαλλοντικών παραμέτρων επιπτώσεων. Συγκεκριμένα οι πολεοδομικές παράμετροι περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων θόρυβο, δονήσεις, εκπομπές, οσμές, κυκλοφοριακούς φόρτους, ασφάλεια, αποστάσεις από αστικό ιστό κ.α. Οι περιβαλλοντικές παράμετροι περιλαμβάνουν την κατάταξη έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορίες και υποκατηγορίες της διαδικασίας εκτίμησης των επιπτώσεων συγκεκριμένων έργων και δραστηριοτήτων στο περιβάλλον σύμφωνα με τις Οδηγίες 2011/92/EΕ και 2014/52/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και τον ν. 4014/2011.

Με την προσθήκη της παραγράφου 4 στο άρθρο 48Ε του ν. 4442/2016 ρυθμίζεται το καθεστώς των εκκρεμών αιτήσεων για έγκριση, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος των σχετικών διατάξεων. Οι υποβληθείσες αιτήσεις δεν θα εξετάζονται, θα επιστρέφονται στον αιτούντα ο οποίος θα πρέπει να υποβάλει πλέον γνωστοποίηση εγκατάστασης. Με τον τρόπο αυτό ομογενοποιούνται οι διαδικασίες προκειμένου να μην υφίστανται για τις ίδιες δραστηριότητες κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, δύο παράλληλα καθεστώτα.

Άρθρο 78

Απλούστευση εγκατάστασης και λειτουργίας Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών

Με το προτεινόμενο άρθρο προστίθεται νέο Κεφάλαιο στον ν. 4442/2016, το οποίο περιλαμβάνει διατάξεις για την απλούστευση του πλαισίου εγκατάστασης και λειτουργίας συστημάτων περιβαλλοντικών υποδομών. Ειδικότερα ορίζεται το πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου αυτού, καθώς και τα έργα και οι δραστηριότητες που εμπίπτουν σε αυτό και ειδικότερα στις απλουστευμένες διαδικασίες γνωστοποίησης και έγκρισης των άρθρων 5 και 7 του ν.4442/2016.

Με το προτεινόμενο άρθρο 78 του ν. 4442/2016 ορίζεται ότι τα έργα οι δραστηριότητες «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών» δεν κατατάσσονται σε βαθμούς όχλησης, όπως οι λοιπές δραστηριότητες που προβλέπονται στην ΚΥΑ 3137/191/Φ.15/2012 (Β΄ 1048). Για την εγκατάστασή τους δεν απαιτείται έγκριση εγκατάστασης ή άλλη διοικητική πράξη στις περιπτώσεις που οι δραστηριότητες αυτές είναι συμβατές με τις θεσμοθετημένες χρήσης γης της περιοχής όπου εγκαθίστανται. Στην περίπτωση που δεν προκύπτει συμβατότητα, απαιτείται βεβαίωση χωροθέτησης στη βάση εξειδικευμένων χωροθετικών κριτηρίων που θα οριστούν σε εθνικό επίπεδο και ενδεικτικά αφορούν σε αποστάσεις από οικιστικά κέντρα, συμβατότητα χρήσεων, περιβαλλοντικούς – πολιτιστικούς πόρους και τα οποία θα καθοριστούν με την απόφαση του άρθρου 81 Η Διεύθυνση ΠΕΧΩΣ της οικείας Περιφέρειας είναι αρμόδια για τη χορήγηση της έγκρισης αυτής, Με το προτεινόμενο άρθρο 79 ορίζεται ότι για τη λειτουργία των έργων και δραστηριοτήτων «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών», που υπάγονται στην περιβαλλοντική κατηγορία Α του ν. 4014/2011 (Α΄ 209), απαιτείται η έγκριση του άρθρου 7 του ν. 4442/2016, ενώ για εκείνες που δεν υπάγονται στην περιβαλλοντική κατηγορία Α του ν. 4014/2011 (Α΄ 209), απαιτείται η γνωστοποίηση του άρθρου 5 του ν. 4442/2016 και δίνεται εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικής απόφασης, με την οποία καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την γνωστοποίηση των δραστηριοτήτων που υπάγονται στην περιβαλλοντική κατάταξη στις κατηγορίες Α2 και Β του ν. 4014/2011 (Α΄ 209).

Με το προτεινόμενο άρθρο 80 ορίζεται το πλαίσιο των κυρώσεων, που επιβάλλονται σε παραβάσεις σχετικές με τη λειτουργία των έργων και δραστηριοτήτων «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών». Ειδικότερα, για παραβάσεις που αφορούν στη λειτουργία χωρίς απαιτούμενη έγκριση εγκατάστασης ή λειτουργίας, σε παράλειψη υποβολής γνωστοποίησης, σε γνωστοποίηση αναληθών στοιχείων ή σε παράλειψη υποβολής γνωστοποίησης των στοιχείων της οικονομικής δραστηριότητας σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 15 του ν.4442/2016. Αρμοδιότητα επιβολής των κυρώσεων αυτών έχει ο οικείος Περιφερειάρχης, ενώ κατά των αποφάσεων επιβολής κυρώσεων χωρεί ειδική διοικητική προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 227 του ν. 3852/2010 (Α΄87). Τέλος, με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου αυτού προσδιορίζεται ότι για τις εγκαταστάσεις που υπόκεινται σε διαδικασία γνωστοποίησης, όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η κύρωση της προσωρινής ή οριστικής αφαίρεσης άδειας ή έγκρισης λειτουργίας, ως τέτοια θα νοείται στο εξής η προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας με τη σφράγισή τους από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της οικείας Περιφέρειας.

Στο προτεινόμενο άρθρο 81 περιλαμβάνεται εξουσιοδοτική διάταξη για την έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του άρθρου, η οποία θα εξειδικεύει τις προτεινόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις για τη διαδικασία της έγκρισης εγκατάστασης ή λειτουργίας και για τη διαδικασία της γνωστοποίησης λειτουργίας των έργων και δραστηριοτήτων «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών», καθώς επίσης και τις επιβαλλόμενες κυρώσεις επί παραβάσεων που αφορούν στις ως άνω διαδικασίες, όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 15 του ν.4442/2016.

Με το προτεινόμενο άρθρο 82 προστίθεται νέα περίπτωση ιγ στην παράγραφο 3 του άρθρου 18 του ν. 3982/2011.

Στο προτεινόμενο άρθρο 83 περιλαμβάνονται διατάξεις μεταβατικού χαρακτήρα, προκειμένου να ρυθμισθεί το πλαίσιο που διέπει δραστηριότητες και εγκαταστάσεις που λειτουργούσαν η έχουν αδειοδοτηθεί με βάση προϊσχύουσες διατάξεις νόμων. Πιο συγκεκριμένα, για τις δραστηριότητες που υπόκεινται εφεξής στο καθεστώς γνωστοποίησης και λειτουργούν με άδεια λειτουργίας ή υπεύθυνη δήλωση, η λειτουργία τους εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις βάσει των οποίων εκδόθηκε η άδεια λειτουργίας τους ή κατατέθηκε η σχετική υπεύθυνη δήλωση, ενώ οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις που έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με προγενέστερες διατάξεις πρέπει να συμμορφωθούν στις ρυθμίσεις του ν.4442/2016, μετά την λήξη της άδειας λειτουργίας ή μετά τη λήξη της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων τους ή μετά από αίτημα τροποποίησής τους. Οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών» για τις οποίες απαιτείται εφεξής έγκριση λειτουργίας, και οι οποίες δεν είχαν αντίστοιχη υποχρέωση κατά την έναρξη λειτουργίας τους, λογίζονται ως νομίμως λειτουργούσες.

Τέλος, στο προτεινόμενο άρθρο περιλαμβάνεται ειδική πρόβλεψη για τις αιτήσεις χορήγησης άδειας εγκατάστασης ή λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3982/2011, που είχαν ήδη υποβληθεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος των προτεινόμενων διατάξεων, και οι οποίες θα συνεχίσουν να εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νομοθετικού πλαισίου βάσει του οποίου είχαν υποβληθεί.

Στο προτεινόμενο άρθρο 84 του ν.4442/2016 περιλαμβάνεται ρητή πρόβλεψη κατάργησης κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, που αντίκειται ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα εγκατάστασης και λειτουργίας «συστημάτων περιβαλλοντικών υποδομών» ορίζεται η έναρξη ισχύος του προτεινόμενου κεφαλαίου.

Γίνεται αναρίθμηση του άρθρου 77 του ν.4442/2016.

 

ΤΜΗΜΑ Ι΄

Διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Ρυθμίσεις για τον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου

Ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη διαχείριση ρευστότητας τόσο σε επίπεδο Κράτους όσο και σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης. Σκοπός των διατάξεων είναι η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας ως προς τη χρήση της διαθέσιμης ρευστότητας, η επίτευξη αξιόπιστων προβλέψεων αναφορικά με τις ταμειακές ροές του συνόλου της Γενικής Κυβέρνησης και η βελτίωση της παρακολούθησης από το Υπουργείο Οικονομικών των ταμειακών διαθεσίμων που τηρούνται είτε στην Τράπεζα της Ελλάδος είτε σε πιστωτικά ιδρύματα. Η επίτευξη των ανωτέρω στόχων επιχειρείται μέσω της κωδικοποίησης και εναρμόνισης υφιστάμενων διατάξεων σχετικά με την υποχρέωση των φορέων περί μεταφοράς των πλεοναζόντων ταμειακών τους διαθεσίμων στην Τράπεζα της Ελλάδος, μέσω του ορισμού και της περιγραφής της λειτουργίας του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου και του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου, μέσω της θεσμοθέτησης ενός νέου συστήματος διενέργειας ενοποιημένων προβλέψεων ταμειακών ροών για το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης και μέσω της αποσαφήνισης και της καταγραφής των αρμοδιοτήτων των διαφόρων εμπλεκόμενων φορέων.

 

Άρθρο 80

Τροποποίηση του άρθρου 69Α του ν. 4270/2014 (Α΄143)

Τροποποιείται το άρθρο 69Α του ν.4270/2014 περί του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου αφενός διατηρώντας τις ήδη υφιστάμενες διατάξεις συμπεριλαμβανομένης και της υποχρέωσης μεταφοράς των διαθεσίμων των φορέων της Κεντρικής και της Γενικής Κυβέρνησης στον Ενιαίο Λογαριασμό (παράγραφοι 1-8) και αφετέρου περιγράφοντας με σαφήνεια τις ισχύουσες ρυθμίσεις κατά τη μεταβατική περίοδο, μέχρι δηλαδή να καταστεί τεχνικά εφικτή η ανωτέρω μεταφορά. Σε σχέση με τη μεταβατική αυτή περίοδο, ορίζεται η έννοια του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου (παράγραφος 9), στο οποίο περιλαμβάνονται πέραν του Ενιαίου Λογαριασμού το Κοινό Κεφάλαιο και η Ταμειακή Διαχείριση που τηρούν οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, θεσπίζεται η υποχρέωση τήρησης της ταμειακής διαχείρισης των φορέων στην Τράπεζα της Ελλάδος και η δυνατότητα μεταφοράς των προς επένδυση διαθεσίμων στο Κοινό Κεφάλαιο (παράγραφοι 10-11) και παρέχεται η δυνατότητα διατήρησης λογαριασμών σε πιστωτικά ιδρύματα με σκοπό τη διευκόλυνση των συναλλαγών των φορέων (παράγραφος 13).

Μέσω της παραγράφου 14 ορίζεται το μέγιστο ύψος της ρευστότητας που οι φορείς επιτρέπεται να διατηρούν σε λογαριασμούς σε πιστωτικά ιδρύματα, ενώ μέσω των παραγράφων 15-16 θεσπίζεται η αρμοδιότητα του Γενικού Λογιστηρίου για την τακτική παρακολούθηση των κινήσεων και των υπολοίπων των λογαριασμών αυτών, καθώς και η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης. Με την παράγραφο 17 διασφαλίζεται η διαθεσιμότητα των ποσών που τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος για τους αντίστοιχους φορείς, ενώ με την παράγραφο 19 ορίζεται ότι οι επιχορηγήσεις των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης από τον Τακτικό Προϋπολογισμό καταβάλλονται σε πίστωση των λογαριασμών ταμειακής διαχείρισης που τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος. Τέλος, με την παράγραφο 22 παρέχεται η εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών για σύναψη ειδικών συμφωνιών παροχής υπηρεσιών με πιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο των οποίων θα είναι δυνατή, κατόπιν σχετικής συμφωνίας μεταξύ του φορέα και του Υπουργείου Οικονομικών, η αυτόματη μεταφορά ποσών μεταξύ λογαριασμών που τηρούνται σε πιστωτικά ιδρύματα και της ταμειακής διαχείρισης στην Τράπεζα της Ελλάδος.

 

Άρθρο 81

Τροποποίηση της παραγράφου 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997 (Α΄ 38)

Τροποποιείται η παράγραφος 11 του άρθρου 15 του ν.2469/1997, με σκοπό την ευθυγράμμιση των ορισμών που περιλαμβάνονται στον νόμο αυτόν και των αντίστοιχων ορισμών του ν.4270/2014, καθώς και την ταύτιση του πεδίου εφαρμογής των δύο νόμων.

Άρθρα 82– 84

Με τα άρθρα 82 -84 τροποποιούνται τα άρθρα του ν. 4270/2014 τα οποία αναφέρονται στις βασικές αρμοδιότητες του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, των Γενικών Διευθυντών Οικονομικών Υπηρεσιών των φορέων της Κεντρικής Διοίκησης και των Προϊσταμένων Οικονομικών Υπηρεσιών των φορέων Γενικής Κυβέρνησης αντίστοιχα, ώστε να ενσωματωθούν στα εν λόγω άρθρα και οι νέες αρμοδιότητες που προκύπτουν από τις διατάξεις του παρόντος. Ομοίως, με το άρθρο 85 τροποποιείται κατάλληλα το άρθρο 30 του ν.4270/2014 το οποίο αναφέρεται στις βασικές αρμοδιότητες του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους.

Άρθρα 86– 88

Με τα άρθρα 86-88 τροποποιείται ο εν ισχύ Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών (π.δ. 142/2017) μέσω της δημιουργίας μίας νέας Διεύθυνσης (Διεύθυνση Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού), η οποία θα αναλάβει τις νέες αρμοδιότητες που σχετίζονται με την παρακολούθηση των λογαριασμών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης σε πιστωτικά ιδρύματα και με τη διενέργεια των ταμειακών προβλέψεων τόσο για το Κράτος όσο και για τη Γενική Κυβέρνηση, καθώς και μέρος ήδη υφιστάμενων αρμοδιοτήτων οι οποίες ασκούνται επί του παρόντος από τη Διεύθυνση Λογιστικής Γενικής Κυβέρνησης.

Άρθρα 89 – 90

Σύσταση θέσεων και Μεταβατικές διατάξεις

Με το άρθρο 89 συνιστώνται νέες θέσεις μόνιμων υπαλλήλων στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της νεοσυσταθείσας Διεύθυνσης και τη διασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης των αρμοδιοτήτων της, ενώ το άρθρο 90 περιέχει μεταβατικές διατάξεις που καθορίζουν τον φορέα άσκησης των αρμοδιοτήτων αυτών κατά το μεταβατικό διάστημα που θα απαιτηθεί μέχρι την πλήρη λειτουργία της νέας Διεύθυνσης.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

«Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων, πιστώσεων και άλλες διατάξεις»

Η παροχή της κρατικής εγγύησης σε ημεδαπά και αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα προς εξασφάλιση δανείων, εγγυητικών επιστολών και άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων που χορηγούνται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εντασσόμενα ή μη στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτοί προσδιορίζονται από το κατά καιρούς επικαιροποιούμενο μητρώο της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, είναι ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία που τα κράτη, σε διεθνές επίπεδο, έχουν στη διάθεσή τους για την άσκηση οικονομικής, κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής.

Παρά το γεγονός ότι η δυνητική συμβολή του εν λόγω εργαλείου στην επίτευξη στόχων δημόσιας πολιτικής είναι αναντίρρητη, ταυτόχρονα συνεπάγεται ανάληψη κινδύνου για το κράτος και ενδεχόμενη δημοσιονομική επιβάρυνση, η ορθή διαχείριση των οποίων, τόσο σε προληπτικό επίπεδο, ήτοι πριν την παροχή της εγγύησης του Κράτους, όσο και κατασταλτικά, αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για την επέλευση των επιδιωκόμενων θετικών αποτελεσμάτων.

Με το ν. 2322/1995 (Α΄143) «Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις», έγινε αξιόλογη προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού πλαισίου και τη θέση αυστηρότερων, σε σχέση με το παρελθόν, προϋποθέσεων για την παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου.

Έκτοτε έχει παρέλθει ικανό χρονικό διάστημα, ενώ έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και ο ρόλος του σύγχρονου κράτους, το οποίο, στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς καλείται να επιτελέσει περισσότερο επιτελικό, παρά παρεμβατικό ρόλο, διακρατώντας, σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα παρεμβάσεων σε περίπτωση αστοχιών της αγοράς.

Έχει καταστεί σαφές, πολλώ δε μάλλον στο πλαίσιο της τρέχουσας οικονομικής συγκυρίας, ότι είναι απαραίτητη η λελογισμένη παροχή κρατικών εγγυήσεων, σύμφωνα με εκ των προτέρων τιθέμενα, διαφανή, και αντικειμενικά κριτήρια, κατόπιν συνεπούς αξιολόγησης των ειδικότερων χαρακτηριστικών κάθε περίπτωσης, και σε συμμόρφωση με το υπέρτερης τυπικής ισχύος νομικό πλαίσιο.

Προς επίτευξη του ανωτέρω σκοπού και χάριν ασφάλειας δικαίου, επιβάλλεται, να προσδιορισθούν σαφώς, στο μέτρο του δυνατού, οι «δυνητικοί δικαιούχοι» και οι ειδικότερες προϋποθέσεις για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ θα πρέπει να καταστεί σαφές πως η παροχή της, είναι απλώς εργαλείο για την εξασφάλιση ρευστότητας των «δικαιούχων», στο πλαίσιο της ασκούμενης κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής και όχι εναλλακτικός τρόπος χρηματοδότησής τους. Η θέση αυστηρότερων προϋποθέσεων και κριτηρίων είναι απαραίτητη προκειμένου η κατάπτωση των κρατικών εγγυήσεων να αποτελεί την εξαίρεση, ενώ παράλληλα θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα προκειμένου να δημιουργηθεί ένα απόθεμα ασφαλείας προς αντιμετώπιση τυχόν δημοσιονομικού κόστους, λόγω καταπτώσεων παρασχεθεισών εγγυήσεων.

Από την άλλη πλευρά, η παροχή της εγγύησης, αποτελεί ένα κρατικό μέτρο, το οποίο, πληρουμένων και των λοιπών τιθέμενων προϋποθέσεων, είναι δυνατόν να αποτελεί κρατική ενίσχυση, με την έννοια του άρθρου 107 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΣΛΕΕ). Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με την αποκτηθείσα έως σήμερα εμπειρία, κατέστησαν αφενός δυνατό τον εντοπισμό των αστοχιών του υφιστάμενου πλαισίου και αφετέρου αναγκαία την αναδιαμόρφωση του, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της σύγχρονης οικονομίας και κοινωνίας και να είναι σύμφωνο με τις επιταγές του ευρωπαϊκού δικαίου.

Τα προαναφερθέντα, σε συνδυασμό με τις συστάσεις της Έκθεσης του Εσωτερικού Ελέγχου που διενεργήθηκε στην Υπηρεσία μας, ελήφθησαν υπόψη κατά τη σύνταξη του παρόντος σχεδίου νόμου, με τις διατάξεις του οποίου, σκοπείται η αντιμετώπιση, των εγγυήσεων, από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, ως αναπτυξιακού εργαλείου ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου και όχι ως μέθοδος υποκατάστασης του Δημοσίου στις δανειακές υποχρεώσεις των πρωτοφειλετών.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 91

Αρμόδιο όργανο

Β. Επί των άρθρων:

Με το άρθρο 91 και δεδομένης της ενδεχόμενης δημοσιονομικής επιβάρυνσης που συνεπάγεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, διατηρείται η πρόβλεψη της αποκλειστικής προς τούτο αρμοδιότητας του Υπουργού Οικονομικών, ως καθ’ ύλη αρμόδιου, καταρχήν, για την ασκούμενη οικονομική και δημοσιονομική πολιτική της χώρας, αρμοδιότητα η οποία οριοθετείται αυστηρά, καθότι ασκείται, σύμφωνα με τη ρητά περιγραφόμενη στα άρθρα του Κεφαλαίου Γ΄ του παρόντος άρθρου διαδικασία. Παράλληλα, προσδιορίζονται τα μέσα διασφάλισης ρευστότητας που δυνητικά καλύπτονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κυρίως, δάνεια, πιστώσεις, εγγυητικές επιστολές, οι φορείς, φυσικά και νομικά πρόσωπα, προερχόμενα από το δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, τα οποία δυνητικά επωφελούνται της παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και οι ειδικότερες προϋποθέσεις που συνιστούν τον αναγκαίο όρο ανά κατηγορία δικαιούχων για την παροχή της εγγύησης.

Ειδικότερα, προβλέπονται οι ακόλουθες κατηγορίες «δικαιούχων»:

α) φυσικά πρόσωπα και ομάδες φυσικών προσώπων για λόγους κοινωνικούς, ή αποκλειστικά προς αποκατάσταση ζημίας, επελθούσας συνεπεία έκτακτων φυσικών φαινόμενων, σύμφωνα με τις υποπαραγράφους α) και β) της παραγράφου 2 του άρθρου 107 της ΣΛΕΕ.

Η παροχή της εγγύησης υπέρ των δικαιούχων αυτής της κατηγορίας ανταποκρίνεται στο αίτημα ικανοποίησης αναγκών κοινωνικής φύσεως, μη συναρτώμενων με οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, ο δυναμικός χαρακτήρας της έννοιας των κοινωνικών αναγκών επιτάσσει την αποφυγή αποκλειστικής απαρίθμησης τους, προκειμένου το κράτος, ανά πάσα στιγμή, να δύναται να επιτελέσει αποτελεσματικά το ρόλο του ως κοινωνικό κράτος δικαίου και μέσω της παροχής της εγγύησής του.

β) φορείς εντασσόμενοι στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, κρατικά νομικά πρόσωπα και δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, ασφαλιστικοί οργανισμοί και ταμεία.

Ως εκ της φύσης της δραστηριότητάς τους, είναι σαφές, ότι οι προαναφερόμενες στην περ. α) ίδιες ανάγκες υπαγορεύουν την παροχή της εγγύησης και σε φορείς ανήκοντες στο στενότερο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα ή/και δεν λειτουργούν σε περιβάλλον ανοιχτό στον ανταγωνισμό.

γ) φυσικά και νομικά πρόσωπα, δραστηριοποιούμενα στον ιδιωτικό τομέα, με σκοπό την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθιστα χαμηλό ή συγκεκριμένων κλάδων και δραστηριοτήτων.

Τέλος, καθίσταται αναγκαία προς το σκοπό της λελογισμένης χορήγησής της, η ρητή απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες δεν επιτρέπεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.

Συγκεκριμένα, δεν δύναται να επωφεληθούν αυτής, επιχειρήσεις που έχουν ενταχθεί σε πτωχευτική ή προπτωχευτική διαδικασία, καθότι στερούμενες φερεγγυότητας δεν πληρούν τα στοιχειώδη εχέγγυα περί της δυνατότητάς τους να ανταποκριθούν στις αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα η δημοσιονομική επιβάρυνση του Δημοσίου να καθίσταται βέβαιη. Πολύ δε περισσότερο, δεδομένου ότι μια εκ των τιθέμενων με την Ανακοίνωση 2008/C 155/02 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων, προϋποθέσεων προκειμένου να

μη συνιστά ενίσχυση ένα κρατικό μέτρο εγγύησης, είναι η μη αντιμετώπιση οικονομικών δυσχερειών εκ μέρους του δανειολήπτη. Όμοια απαγόρευση καταλαμβάνει και τις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης επιχειρήσεις, οι οποίες ως επί το πλείστον ισχυρές και μεγάλες επιχειρήσεις δύνανται να αναζητήσουν ρευστότητα στην κεφαλαιαγορά. Σε αντίθετη περίπτωση, θα ετίθεντο σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με μη εισηγμένες επιχειρήσεις, μικρές και μεσαίες κατά κύριο λόγο, για τις οποίες η μόνη δυνατότητα αναζήτησης ρευστότητας είναι η προσφυγή στον τραπεζικό δανεισμό.

δ) προβληματικές επιχειρήσεις.

Εν προκειμένω, καθορίζονται οι προϋποθέσεις παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη διάσωση και αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις οικείες κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές, προκειμένου να διασφαλισθεί ο περιορισμός των περιπτώσεων εφαρμογής του μέτρου. Οι προκαλούμενες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού θα πρέπει να περιορίζονται στο απολύτως απαραίτητο και αναγκαίο μέτρο.

Προς το σκοπό αυτό ορίζεται ότι η ενίσχυση διάσωσης περιορίζεται στο ποσό που απαιτείται για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης για μια βραχυπρόθεσμη περίοδο εξαμηνιαίας διάρκειας κατ’ ανώτατο όριο, έχοντας ως κύριο σκοπό την προσωρινή υποστήριξη της επιχείρησης λόγω της σημαντικής επιδείνωσης της οικονομικής της κατάστασης.

Περαιτέρω και προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος της τεχνητής διατήρησης επιχειρήσεων σε λειτουργία, προβλέπεται ότι το ποσό και η ένταση της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης περιορίζονται στο απολύτως ελάχιστο των εξόδων που απαιτούνται για την υλοποίηση της αναδιάρθρωσης με βάση τους διαθέσιμους χρηματοοικονομικούς πόρους της επιχείρησης, των μετόχων της ή του επιχειρηματικού ομίλου στον οποίο ανήκει, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε προηγουμένως χορηγηθείσα ενίσχυση διάσωσης.

ε) πιστωτικά ιδρύματα.

Στο πλαίσιο της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης αναδείχθηκε η αναγκαιότητα στήριξης των πιστωτικών ιδρυμάτων και με τη μορφή μεταξύ άλλων της κρατικής εγγύησης. Πρόκειται για μια κατηγορία δικαιούχων, για τους οποίους καθίσταται αναγκαία η πρόβλεψη ειδικών διατάξεων για την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, εξαιτίας τόσο του ειδικού ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία τους, όσο και του εγγενούς συστημικού κινδύνου που χαρακτηρίζει τη δραστηριότητά τους. Ήδη, με το ν. 3723/2008 (Α΄ 250), ο οποίος έχει κριθεί συμβιβάσιμος από τα αρμόδια Ευρωπαϊκά όργανα, και με βάση την υποπαράγραφο β) της παραγράφου 3 του άρθρου της ΣΛΕΕ, προβλέπονται οι ειδικότεροι όροι παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για την κάλυψη δανεισμού των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων.

Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτεύουσα αρχή, επιτελεί το ρόλο του τελικού αναχρηματοδοτικού δανειστή υπέρ φερέγγυων, αλλά προσωρινά στερούμενων ρευστότητας πιστωτικών ιδρυμάτων. Για την παροχή των οικείων πιστωτικών διευκολύνσεων, στο πλαίσιο του επονομαζόμενου μηχανισμού έκτακτης παροχής ρευστότητας (ELA) προβλέπεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.

Τέλος, η τρέχουσα οικονομική συγκυρία, έπληξε σημαντικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αποστερώντας τους την ευχερή πρόσβαση σε ρευστότητα και κατέστησε επιτακτική τη στήριξή τους. Μια από της αναληφθείσες προς την κατεύθυνση αυτή ενέργειες, υπήρξε το αποτέλεσμα κοινής πρωτοβουλίας της ελληνικής πλευράς και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Συνίσταται στη διαμεσολάβηση των ημεδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων για τη διάχυση ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (εφεξής ΕΤΕπ), σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), μέσω δανείων χορηγούμενων από τα πιστωτικά ιδρύματα. Πρακτικά, προβλέπεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΤΕπ προς κάλυψη δανείων που αυτή χορηγεί στα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου αυτά με τη σειρά τους να χορηγήσουν δάνεια σε ΜΜΕ. Προϋπόθεση για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι τα χορηγούμενα στις ΜΜΕ δάνεια να επιβαρύνονται με το ελάχιστο δυνατό επιτόκιο, καλύπτοντας αποκλειστικά το κόστος δανεισμού τους, το κόστος που συνεπάγεται η παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, το διαχειριστικό κόστος και το κόστος διαχείρισης κινδύνου του δανειζόμενου. Η συμμόρφωση με τα ανωτέρω εξασφαλίζεται με την υπογραφή του Συμφώνου Συνεργασίας μεταξύ των δανειζόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων και του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, όπου περιγράφονται λεπτομερώς οι ανωτέρω δεσμεύσεις. Η τήρηση του ισχύοντος περί κρατικών ενισχύσεων νομικού πλαισίου καταλαμβάνει τυχόν πλεονέκτημα των τελικών αποδεκτών των δανείων.

στ) Επιπλέον, λαμβάνεται μέριμνα, έτσι ώστε σε περίπτωση που επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος, όπως το τελευταίο προσδιορίζεται εννοιολογικά από τη νομολογία και τη θεωρία και εξειδικεύεται ad hoc, να υπάρχει η νομική βάση παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ ενός φορέα, μη δυνάμενου να υπαχθεί ευθέως σε μια από τις ανωτέρω κατηγορίες, υπό τον αυτονόητο όρο τήρησης της υπέρτερης τυπικής ισχύος νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένης της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων, και της περιγραφόμενης στις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου διαδικασίας.

ζ) Τέλος, προβλέπεται η δυνατότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ αλλοδαπών κυβερνήσεων, στο πλαίσιο ευρωπαϊκών ή διεθνών συνθηκών, μέσω των οποίων σκοπείται η στήριξη αναπτυσσόμενων κυρίως οικονομιών, όπως ενδεικτικά οι Συμβάσεις Λομέ και Κοτονού, υπογραφείσες κατά το παρελθόν μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναπτυσσόμενων κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού.

Άρθρο 92

Εφαρμοστέο δίκαιο

Με το άρθρο 92 περιγράφονται οι γενικότερες αρχές που διέπουν την παροχή της κρατικής εγγύησης. Η παροχή εγγυήσεων του Δημοσίου συνεπάγεται τη δέσμευση πόρων του κρατικού προϋπολογισμού και ως εκ τούτου, πληρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 107 της ΣΛΕΕ, ήτοι της επιλεκτικότητας, της παροχής πλεονεκτήματος στο δικαιούχο αυτής, της επίδρασης στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της νόθευσης του ανταγωνισμού, συνιστούν κρατική ενίσχυση. Για το λόγο αυτό, με το άρθρο αυτό προβλέπεται πως, εκτός από τις διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου κατά την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, οι αρμόδιες αρχές τηρούν και την ευρωπαϊκή νομοθεσία περί κρατικών ενισχύσεων, όπως αποτυπώνεται στα άρθρα 107 -108 της ΣΛΕΕ, στο παράγωγο και στο επικουρικό ενωσιακό δίκαιο.

Συμπληρωματικά δε τυγχάνουν εφαρμογής και οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για όσα θέματα ρυθμίζονται ειδικότερα από αυτόν.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Ασφάλειες και έσοδα

Άρθρο 93

Καθορισμός και καταβολή προμήθειας ασφαλείας

Με το άρθρο 93 διευκρινίζεται ο χαρακτήρας της επιβαλλόμενης προμήθειας ασφαλείας ως δημοσίου εσόδου, μέσω του οποίου, εν είδη ανταποδοτικού ανταλλάγματος, διακρινόμενου από φόρους, εισφορές ή κάθε είδους επιβαρύνσεις που επιβάλλονται υπέρ Δημοσίου, σκοπείται η αντιστάθμιση του κινδύνου που το αυτό αναλαμβάνει, παρέχοντας την εγγύησή του.

Το ύψος της προμήθειας αυτής, θα πρέπει να συνδέεται κατά τρόπο αντίστροφο με την πιστοληπτική ικανότητα του φορέα. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται μάλλον αναχρονιστικό και εν δυνάμει αντικείμενο με το ενωσιακό δίκαιο, το μέχρι σήμερα ισχύον ανώτατο όριο προμήθειας που δικαιούται το Ελληνικό Δημόσιο, ύψους 2% επί του εκάστοτε εγγυημένου κεφαλαίου.

Για το λόγο αυτό, προσδιορίζεται ειδικά ο τρόπος υπολογισμού της προμήθειας ασφαλείας με διάκριση αναλόγως εάν πρόκειται για Μικρές και Μεσαίες Επιχειρήσεις, όπως αυτές προσδιορίζονται από το ευρωπαϊκό δίκαιο (ΕΚ 70/2001 – EEL 10/13.1.2001, όπως τροποποιήθηκε από τον ΕΚ 1976/2006 – EE L 368/23.1.2006) ή Μεγάλες Επιχειρήσεις.

Ως προς την πρώτη κατηγορία υιοθετείται ο υποδεικνυόμενος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τρόπος υπολογισμού, βάσει του περιλαμβανόμενου στην προαναφερθείσα Ανακοίνωση 2008/C 155/02, πίνακα. Για τις Μεγάλες Επιχειρήσεις, η μεθοδολογία υπολογισμού της ενδεικνυόμενης προμήθειας θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, προκειμένου να αντικατοπτρίζει την εγγενή διαφοροποίησή τους σε σχέση με τις ΜΜΕ.

Σε κάθε περίπτωση η μεθοδολογία που θα διαμορφωθεί ενδείκνυται να λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά της σχετικής οικονομικής συναλλαγής (ποσό και διάρκεια), την πιστοληπτική ικανότητα της επιχείρησης, όπως αυτή προκύπτει με συνεκτίμηση των ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών της, το προκαλούμενο από την παροχή της εγγύησης διοικητικό κόστος και την ανάγκη δημιουργίας ενός αποθεματικού κεφαλαίου προς απομείωση της δυνητικής δημοσιονομικής επιβάρυνσης του Δημοσίου.

Επιπλέον ρυθμίζονται διαδικαστικά ζητήματα αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού και την περιοδικότητα καταβολής της προμήθειας ασφαλείας, η οποία, ελλείψει αντίθετης ρύθμισης με την απόφαση παροχής της εγγύησης, πραγματοποιείται στην έναρξη κάθε εκτοκιστικής περιόδου. Ειδικά κατά την εκταμίευση του δανείου, καταβάλλεται η αναλογούσα για την εκτοκιστική περίοδο που ακολουθεί προμήθεια ασφαλείας. Ελλείψει εκτοκιστικών περιόδων σε περίπτωση κάλυψης εγγυητικών επιστολών, περιλαμβάνεται ειδική πρόβλεψη για τον ανά εξάμηνο υπολογισμό και καταβολή της προμήθειας ασφαλείας.

Στο ίδιο άρθρο παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών για τη ρύθμιση συναφών ειδικότερων και λεπτομερειακών ζητημάτων που τυχόν ανακύψουν.

Άρθρο 94

Ασφάλειες

Με το άρθρο 94 προβλέπεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ένεκα της παρεχόμενης εγγύησής του, δύναται να ζητήσει επαρκείς, κατά την κρίση του ασφάλειες, όπως ενδεικτικά εγγραφή υποθήκης ή προσημείωση υποθήκης, σύσταση ενεχύρου, εκχώρηση πόρων και δικαιωμάτων. Σκοπός της λήψης ασφαλειών υπέρ του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου είναι να αντισταθμιστεί ο κίνδυνος τον οποίο αναλαμβάνει με την παροχή της εγγύησής του, ώστε σε, περίπτωση που επέλθει η κατάπτωση αυτής, το Δημόσιο να μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του μέσω της ρευστοποίησης των ληφθεισών ασφαλειών.

Στην περίπτωση που επιλεγεί η εγγραφή υποθήκης υπέρ Ελληνικού Δημοσίου τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν.δ. 4242/1962, σύμφωνα με τις οποίες η εγγραφή υποθήκης ενεργούμενη επιμελεία του Δημοσίου προς εξασφάλιση απαιτήσεων αυτού απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου και παντός δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου και οποιοδήποτε τρίτου, εξαιρουμένων των δικαιωμάτων των συμβολαιογράφων. Με τον τρόπο αυτό ο δανειολήπτης απαλλάσσεται των πρόσθετων εξόδων που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εγγραφής υποθήκης με ιδιωτική βούληση.

Με τις διατάξεις της τρίτης παραγράφου παρέχεται η δυνατότητα στον εγγυητή Ελληνικό Δημόσιο να εξουσιοδοτεί εγγράφως τα πιστωτικά ιδρύματα, υπέρ των οποίων παρέχει την εγγύησή του, να ενεργούν για λογαριασμό του τις απαιτούμενες ενέργειες προς ολοκλήρωση της διαδικασίας εγγραφής των ασφαλειών, καθώς και να εκχωρεί τα δικαιώματά του που απορρέουν από τις ληφθείσες ασφάλειες, σε περίπτωση που επίκειται ρευστοποίησή τους. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη και ταχύτερη ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας προς όφελος του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου.

Οι διατάξεις τις παραγράφου 4 αποσκοπούν στη σύμμετρη ικανοποίηση του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου και του πιστωτικού ιδρύματος που χορήγησε το δάνειο ή την πίστωση κατά το λόγο του εγγυημένου και μη ποσοστού του δανείου. Για το λόγο αυτό, σε περίπτωση ρευστοποίησης των ληφθεισών ασφαλειών, το προϊόν αυτής ικανοποιεί το εγγυημένο και το μη εγγυημένο τμήμα εκ του χορηγηθέντος δανείου ή πίστωσης, κατά τον ανωτέρω λόγο.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 καθορίζεται η ακολουθητέα διαδικασία για την εξάλειψη των ασφαλειών που έχουν ληφθεί προς εξασφάλιση δανείων ή πιστώσεων που χορηγήθηκαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και απαριθμούνται οι περιπτώσεις με τη συνδρομή των οποίων δύναται να αποφασισθεί η εξάλειψη των εν λόγω ασφαλειών, όπως η πλήρης και ολοσχερής εξόφληση της οφειλής ή η αντικατάσταση της ασφάλειας που εξαλείφεται με άλλες, ίσης τουλάχιστον αξίας, κατά τρόπο ώστε να μην απομειώνεται επί της ουσίας το ύψος των ασφαλειών που έχουν τελικώς ληφθεί και ισχύουν. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα εξάλειψης μιας ασφάλειας εφόσον καθίσταται ευχερέστερη η ρευστοποίηση του περιουσιακού στοιχείου που βαρύνεται, με απώτερο σκοπό όπως το προϊόν αυτής αποδοθεί, κατά προτεραιότητα, προς εξόφληση τυχόν βεβαιωμένων στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία οφειλών, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, και ακολούθως του ανεξόφλητου υπολοίπου του εγγυημένου δανείου ή τμήματος αυτού, εφόσον αποδεδειγμένα η ρευστοποίηση της ληφθείσας ασφάλειας είναι περισσότερο συμφέρουσα από οικονομικής πλευράς από τη διατήρησή της.

 

Άρθρο 95

Απόδοση τόκων υπέρ του Δημοσίου και εισφορά του ν. 128/1975

Με τις διατάξεις του άρθρου 95 ορίζεται έσοδο υπέρ του Δημοσίου, πέρα από την οφειλόμενη εκ μέρους έκαστου δανειολήπτη προμήθεια ασφαλείας, το οποίο περιέρχεται σε πίστωση του οικείου λογαριασμού του, προκειμένου να μειωθεί η επιβάρυνση που προκαλείται λόγω των παρεχόμενων εγγυήσεών του. Το εν λόγω έσοδο συνίσταται στο ήμισυ της διαφοράς μεταξύ των οφειλόμενων συμβατικών τόκων και των τόκων υπερημερίας και προκύπτει όταν οι οφειλέτες που δανειοδοτήθηκαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου καταστούν υπερήμεροι, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω υπερημερία καλύπτεται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Σκοπός της ρύθμισης είναι να αντισταθμιστεί οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση του Δημοσίου, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος της εγγύησης περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας. Για το λόγο αυτό προβλέπεται υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενημερώνουν την αρμόδια Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων του Υπουργείου Οικονομικών ηλεκτρονικά, σε κεντρικό επίπεδο και σε ετήσια βάση για τα ποσά τα οποία αποδίδουν υπέρ του Δημοσίου από τη συγκεκριμένη αιτία. Με σχετική απόφαση εκδιδόμενη από τον Υπουργό Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία απόδοσης των σχετικών ποσών σε λογαριασμό του Δημοσίου ή η πρόβλεψη περί βεβαίωσής τους ως εσόδων, σε περίπτωση μη είσπραξής τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία.

Επιπλέον, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινισθεί, πως η επιβαλλόμενη σε βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975, σε κάθε περίπτωση, δεν καλύπτεται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

Σύσταση και αρμοδιότητες οργάνων

Άρθρα 96 -97

Με τα άρθρα 96-97 συνιστώνται τα όργανα (Επιτροπές, Συμβούλιο) που συμμετέχουν στη διαδικασία για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου εξετάζοντας τα αιτήματα των ενδιαφερόμενων φορέων και παρέχοντας τη γνώμη τους για την παροχή ή μη της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και για σχετικά με αυτήν θέματα.

Συγκεκριμένα, με το άρθρο 97 συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους πενταμελής Επιτροπή για την παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τρόπο σύμφωνο με τις διατάξεις των άρθρων 8, 13 και 14 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν.2690/1999), η οποία εξετάζει τα αιτήματα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου – αλλά και άλλα θέματα και προβλήματα που ανακύπτουν και συνδέονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως τυχόν ρυθμίσεις δανείων, τροποποιήσεις αποφάσεων παροχής εγγύησης κλπ. – και εισηγείται εγγράφως, υποβάλλοντας τη σύμφωνη γνώμη της για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου στη Τριμελή Διυπουργική Επιτροπή του άρθρου 96 του Σχεδίου Νόμου. Στην εισήγησή της προς τη Διυπουργική Επιτροπή η Επιτροπή προτείνει τις ειδικότερες προϋποθέσεις, τους όρους για την παροχή της εγγύησης καθώς και τις ασφάλειες που πρέπει να παραχωρηθούν από τους φορείς που έχουν αιτηθεί την παροχή της εγγύησης. Η Διυπουργική Επιτροπή εξετάζει τα αιτήματα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και, λαμβάνοντας υπόψη την εισήγηση της Επιτροπής, αποφασίζει ομόφωνα για την παροχή της σύμφωνης γνώμης της προς τον Υπουργό Οικονομικών για τη χορήγηση ή μη της εγγύησης.

 

Άρθρο 98

Σύσταση και αρμοδιότητες του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου

Με τις διατάξεις του άρθρου 98 καθορίζονται ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία και τη συγκρότηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο είναι αρμόδιο πλέον να εισηγείται επί αιτημάτων παροχής εγγύησης υποβαλλόμενων αποκλειστικά και μόνο από επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και αποκτούν εισόδημα από την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας. Επιπλέον, οριοθετούνται οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου με σκοπό την αποφυγή της χρονοβόρου διαδικασίας εισαγωγής προς εξέταση από το Συμβούλιο αιτημάτων για τα οποία δεν απαιτείται νέα ουσιαστική κρίση και αξιολόγηση, και ειδικότερα οι περιπτώσεις χορήγησης αναστολής καταβολής δόσεων χωρίς επιμήκυνση της συνολικής διάρκειας του δανείου ή επαύξησης της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου με τις οποίες δεν αλλοιώνονται οι όροι και προϋποθέσεις υπό τις οποίες έχει παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ συγκεκριμένου δικαιούχου.

Η τελευταία αυτή ρύθμιση ισχύει από την έναρξη ισχύος του ν. 4151/2013 (Α΄ 103). Στις περιπτώσεις αυτές η ειδικότερη διαδικασία και το αρμόδιο όργανο θα καθορίζονται με την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία τροποποιείται το καθεστώς ενίσχυσης ως προς το ζήτημα αυτό.

Ειδικότερα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 καθορίζεται η εξαμελής σύνθεση του Συμβουλίου κατά τρόπο σύμφωνο με τις διατάξεις των άρθρων 8, 13 και 14 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999), με συμμετοχή των Υπηρεσιών οι οποίες εμπλέκονται σε θέματα παροχής και διαχείρισης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, γεγονός το οποίο καθιστά δυνατή την εκτενή παρουσίαση των δυνατοτήτων, των ορίων και των περιορισμών που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση αιτημάτων παροχής εγγύησης. Η εν λόγω σύνθεση υπαγορεύεται πρωτίστως και από λόγους δημοσιονομικής ασφάλειας, προκειμένου να διασφαλίζει ότι για κάθε εισήγησή του έχει προηγηθεί αξιολόγηση των ενδεχόμενων δημοσιονομικών επιπτώσεων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 ορίζεται ρητά ότι η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή του οργάνου στο οποίο έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα έκδοσης της απόφασης παροχής εγγύησης, ανάλογα με το ύψος αυτής. Περαιτέρω, και για λόγους ενίσχυσης της διαφάνειας, η απόφαση για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού υπέρ έκαστου δανειολήπτη αναρτάται στο Πρόγραμμα Διαύγεια.

 

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

Διαδικασία παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου

Άρθρο 99

Συμβατότητα αιτήματος παροχής εγγύησης με το Ενωσιακό Δίκαιο

Με το άρθρο 99 του Κεφαλαίου Δ΄ του Σχεδίου Νόμου καθορίζεται το πρώτο βήμα για την έναρξη της διαδικασίας παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, που είναι η υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενδιαφερόμενο φορέα στην Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και η εν συνεχεία διαβίβασή του στη συσταθείσα με τις διατάξεις του ν. 4152/2013 (Α΄107) Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών για εξέταση περί της ύπαρξης κρατικής ενίσχυσης και πιθανή έγκρισή του.

Άρθρο 100

Διαδικασία εξέτασης των αιτημάτων για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου

Με τις διατάξεις του άρθρου 100 καθορίζεται η διαδικασία εξέτασης των αιτημάτων για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου ανά κατηγορία «δικαιούχων».

Με την παράγραφο 1 καλύπτονται οι περιπτώσεις δανείων που χορηγούνται σε φυσικά πρόσωπα και ομάδες φυσικών προσώπων των οποίων το βιοτικό επίπεδο είναι ιδιαίτερα χαμηλό (αθίγγανοι, παλιννοστούντες κ.λπ.) ή που έχουν πληγεί από φυσικές καταστροφές ή άλλα έκτακτα γεγονότα (σεισμοπαθείς, πλημμυροπαθείς κ.λπ.) προς αποκατάσταση των ζημιών που έχουν υποστεί- περίπτωση α) του άρθρου 1 του παρόντος σχεδίου νόμου. Προϋπόθεση για την παροχή της εγγύησης στις περιπτώσεις αυτές αποτελεί το γεγονός ότι η εν λόγω εγγύηση δεν πρέπει να αποσκοπεί στην αγορά συγκεκριμένου προϊόντος, δηλαδή θα πρέπει να χορηγείται άνευ διακρίσεως συνδεόμενης με την καταγωγή του προϊόντος και να μην συνεπάγεται έμμεσο πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις που διαθέτουν τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες. Η προϋπόθεση αυτή αποσκοπεί στη διασφάλιση απουσίας κρατικής ενίσχυσης μέσω της παρεχόμενης εγγύησης για δανεισμό των δικαιούχων της κατηγορίας αυτής.

Με την παράγραφο 2 καθορίζεται η διαδικασία παροχής της εγγύησης για τα δάνεια που χορηγούνται στους δικαιούχους της περιπτ. β΄ του άρθρου 91, δηλαδή σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, επαγγελματίες και συνεταιριστικές οργανώσεις, ενώ με τις παραγράφους 3 και 4 καθορίζεται η διαδικασία για όλες τις λοιπές κατηγορίες «δικαιούχων» του άρθρου 91 του νομοσχεδίου.

Τέλος, με την παράγραφο 5 του παρόντος παρέχεται η εξουσιοδότηση για την έκδοση αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών για τον καθορισμό της έκτασης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της εγγύησης, αλλά και των περαιτέρω λεπτομερειών που σχετίζονται με τη διαδικασία παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.

Συγκεκριμένα, το δάνειο μπορεί να καλύπτεται εξ’ ολοκλήρου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ή μπορεί η εγγύηση να καλύψει ένα μέρος αυτού, εκφραζόμενου συνήθως ως ποσοστό επί τοις εκατό (%). Για λόγους ασφάλειας δικαίου, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινισθεί πως, προκειμένου περί παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και σε περίπτωση που δεν ορίζεται άλλως στη σχετική απόφαση παροχής της εγγύησης, ισχύει η γενική αρχή του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της εγγύησης, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 851 του Αστικού Κώδικα και έχει θεωρητικά και νομολογιακά ερμηνευθεί, σύμφωνα με την οποία η ευθύνη του εγγυητή παρακολουθεί την εξέλιξη της κύριας οφειλής, υπό τον αυτονόητο όρο ότι το ύψος της δεν αυξάνεται με μεταγενέστερη της εγγύησης συμφωνία μεταξύ δανειστή και πρωτοφειλέτη, οπότε, προφανώς το υπερβάλλον δεν καλύπτεται με την εγγύηση. Καθίσταται λοιπόν σαφές, πως σε περίπτωση μείωσης, για οποιοδήποτε λόγο, της κύριας οφειλής, μειώνεται αντίστοιχα και η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου.

Σημειωτέον, πως, σε αντίθετη περίπτωση, θα ακυρωνόταν εν τοις πράγμασι η ελάφρυνση του πρωτοφειλέτη, διότι προϋπόθεση, κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου, κατά την παράγραφο 3 του άρθρο 126 του ν. 4270/2014 και κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, είναι η προηγούμενη βεβαίωση σε βάρος του πρωτοφειλέτη και τυχόν συνυπόχρεων του ποσού της κατάπτωσης. Το ποσοστό κάλυψης του δανείου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δεν μπορεί να μεταβληθεί παρά μόνο με τροποποίηση της αρχικής απόφασης παροχής εγγύησης, σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος Υποκεφαλαίου Δ΄, ανάλογα με την κατηγορία του δικαιούχου.

 

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

Διαχείριση των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου

Άρθρο 101

Κατάπτωση της εγγύησης

Με το άρθρο 101 του Υποκεφαλαίου Ε΄ του παρόντος ρυθμίζονται διαδικαστικά θέματα που συνδέονται με τη διαδικασία κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου ακολουθώντας το πνεύμα της διαδικασίας βεβαίωσης και πληρωμής που ίσχυε και με το μέχρι σήμερα νομικό πλαίσιο των εγγυήσεων. Ύστερα από το σχετικό αίτημα του οικείου πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σε κάθε απόφαση παροχής εγγύησης, το Ελληνικό Δημόσιο προβαίνει στη βεβαίωση προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ως εσόδων του, των καταπιπτόμενων, αλλά και όλων των συνδεόμενων άμεσα ή έμμεσα με την παροχή της εγγύησής του, ποσών και ύστερα από την ολοκλήρωση της διαδικασίας βεβαίωσης από τη Δ.Ο.Υ., πραγματοποιεί τη σχετική πληρωμή στη δανειοδότρια τράπεζα.

Περαιτέρω, ρυθμίζονται θέματα που προκύπτουν από τη βεβαίωση των εν λόγω ποσών όπως η λειτουργία των ασφαλειών που χορηγούνται για την εξασφάλιση των δανείων κ.λπ., προκειμένου να επιλυθούν θέματα που έχουν προκύψει μέχρι σήμερα κατά τη διαδικασία των βεβαιώσεων.

Ειδικότερα, με την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, αποσαφηνίζεται η έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 126 του ν. 4270/14, όπως ισχύει, η οποία κρίνεται απαραίτητη για λόγους ασφάλειας δικαίου, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι στη δεκαετή παραγραφή της εν λόγω παραγράφου υπόκεινται οι απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως εγγυητή εν γένει, είτε αφορούν απαιτήσεις του έναντι του δανειολήπτη, που προέκυψαν λόγω υποκατάστασής του στα δικαιώματα του πιστωτή ή δανειστή με την ολική ή τμηματική κατάπτωση της παρασχεθείσας εγγύησής του, είτε αφορούν την προμήθεια ασφαλείας και τυχόν άλλο παρεπόμενο έσοδο που το Δημόσιο δικαιούται, δυνάμει του εκάστοτε ισχύοντος νομικού πλαισίου και ανεξαρτήτως κατάπτωσης ή μη.

Τέλος, με την παράγραφο 4 παρέχεται η εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών με αποφάσεις του να καθορίζει τη διαδικασία βεβαίωσης και πλήρους υποκατάστασης του Δημοσίου στα δικαιώματα των πιστωτικών ιδρυμάτων και να διευθετεί κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, αλλά και την διαγραφή βεβαιωμένων οφειλών και την επιστροφή τυχόν ποσών που καταβλήθηκαν σε περίπτωση επέλευσης η διαπίστωσης συνδρομής λόγου απαλλαγής του Δημοσίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο.

 

Άρθρο 102

Απαλλαγή του Ελληνικού Δημοσίου και διαγραφή βεβαιωμένων οφειλών

Στις διατάξεις του άρθρου 102 αναφέρονται ενδεικτικά οι περιπτώσεις που οδηγούν σε απελευθέρωση του Ελληνικού Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη, με συνέπεια να επέρχεται η απαλλαγή του τελευταίου από την υποχρέωση του να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του πιστωτικού ιδρύματος-δανειστή στην περίπτωση κατά την οποία ο δανειολήπτης υπέρ του οποίου παρασχέθηκε η εγγύηση δεν εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Οι λόγοι απαλλαγής αφορούν πρωτίστως στη μη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων παροχής της εγγύησης, στη μεταβολή αυτών ή στη μεταγενέστερη τροποποίησή τους, κατά τρόπο ώστε να αναιρείται ο σκοπός χορήγησης της εγγύησης. Αυτό συμβαίνει για το λόγο ότι ο σκοπός έκδοσης των αποφάσεων παροχής εγγύησης είναι η στήριξη ορισμένης κατηγορίας δικαιούχων που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια και προϋποθέσεις. Συνεπεία αυτού, οι εγγυήσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά υπέρ του εγγυητή. Επίσης, δεδομένου του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της εγγύησης αλλά και της επέκτασης του δεδικασμένου επί αγωγής μεταξύ δανειστή και πρωτοφειλέτη υπέρ του εγγυητή, αποσαφηνίζεται πως σε περίπτωση περιορισμού του ποσού της κύριας οφειλής με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, περιορίζεται αντίστοιχα και η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου.

Πέρα από τους προαναφερόμενους λόγους, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί εγγυήσεως, στο μέτρο που συνάδουν με το χαρακτήρα της εγγύησης ως μέσου άσκησης οικονομικής πολιτικής εκ μέρους του Κράτους, καθώς η ιδιότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως εγγυητή δεν αναιρεί τον συμβατικό χαρακτήρα της εγγύησης. Τέλος, αποσαφηνίζεται η δυνατότητα, σε περίπτωση ακύρωσης για λόγους τυπικούς του νομίμου τίτλου βεβαίωσης, της επαναβεβαίωσης με διόρθωση των σφαλμάτων αοριστίας. Προς το σκοπό αυτό προβλέπεται η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να συνδράμουν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο κριθεί αναγκαίο το Δημόσιο, επί ποινή επιστροφής τυχόν καταβληθέντων ποσών, όπως άλλωστε συνάγεται και εκ των γενικών διατάξεων του άρθρου 862 του Αστικού Κώδικα.

 

Άρθρο 103

Ρυθμίσεις δανείων

Με τη διάταξη του άρθρου 103 παρέχεται η δυνατότητα διατήρησης της ισχύος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε περιπτώσεις ρυθμίσεων εγγυημένων δανείων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αυξάνεται η εγγυητική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου. Στην περίπτωση αυτή, ορίζεται ότι η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ακολουθεί τις απαιτήσεις για τις οποίες χορηγήθηκε, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη συμφωνία ρύθμισης του δανείου. Ορίζεται επιπλέον ότι αναλυτικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή των συγκεκριμένων διατάξεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

 

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

Ειδικά θέματα

Άρθρο 104

Ετήσιο όριο εγγυήσεων

Στο άρθρο 104 του παρόντος ορίζεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται το ανώτατο ποσό των νέων εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου που δύνανται να παρασχεθούν μέσα σε ένα έτος, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το ενάμιση τοις εκατό (1,5%) των δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού του αντίστοιχου έτους. Εξαιρούνται α) τα δάνεια από ευρωπαϊκούς ή διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που χορηγούνται σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και πιστωτικά ιδρύματα και μόνο για επενδυτικούς και κοινωνικούς σκοπούς, β) τα δάνεια που παρέχονται στο πλαίσιο του ν. 3723/2008 (Α΄ 250) για την ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών, γ) τα δάνεια που παρέχονται στα ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα στο πλαίσιο του Μηχανισμού Έκτακτης Βοήθειας Ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance – ELA) από την Τράπεζα της Ελλάδος και δ) τα δάνεια που αφορούν φυσικές καταστροφές ή άλλα έκτακτα γεγονότα.

Η επιβολή ανώτατου ετήσιου ορίου εγγυήσεων είναι αναγκαία προκειμένου να υπάρχει ένας έλεγχος και περιορισμός στα ποσά των παρεχομένων εγγυήσεων κατ’ έτος και κατ’ επέκταση ενδεχόμενων καταπτώσεων εγγυήσεων.

Σημειώνεται ότι το όριο του ενάμιση τοις εκατό (1,5%) ετησίως που καθορίζεται με το παρόν Σχέδιο Νόμου είναι μειωμένο σε σχέση με αυτό που ίσχυε με το καταργούμενο νομικό πλαίσιο εγγυήσεων που ήταν ίσο με το 3% των δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού, σε μία προσπάθεια μείωσης του δημοσιονομικού κόστους των εγγυήσεων.

Άρθρο 105

Ενημέρωση του Ελληνικού Δημοσίου

Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 105, το Ελληνικό Δημόσιο ενημερώνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για τις εκάστοτε διαπιστούμενες από την τελευταία, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της, παραβάσεις των δανειστριών τραπεζών, οι οποίες αφορούν σε δάνεια ή πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Η εν λόγω ενημέρωση κρίνεται απαραίτητη, καθόσον ορισμένες περιπτώσεις παραβάσεων, ανάλογα με τη σοβαρότητά τους, μπορεί να στοιχειοθετούν λόγους άρσης της παρασχεθείσας εγγύησης και να οδηγούν σε απαλλαγή του Ελληνικού Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη.

Επιπλέον, θεσπίζεται η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να αποστέλλουν στην αρμόδια Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων ενημέρωση, σε ηλεκτρονική μορφή και σε κεντρικό επίπεδο, για έκαστη υπουργική απόφαση παροχής εγγύησης, αναφορικά με τις νέες χορηγήσεις δανείων, πιστώσεων ή εγγυητικών επιστολών, καθώς και αναφορικά με τα ανεξόφλητα κάθε φορά υπόλοιπα αυτών.

Η εν λόγω ενημέρωση είναι απολύτως απαραίτητη για την παρακολούθηση από πλευράς του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου της εξέλιξης των χορηγηθεισών εγγυήσεών του, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, πρέπει να έχει σαφή εικόνα αναφορικά με τις αποφάσεις του περί παροχής της εγγύησης οι οποίες έγιναν αποδεκτές από τα πιστωτικά ιδρύματα και υλοποιήθηκαν, καθώς και αναφορικά με τα χορηγηθέντα δάνεια ή τις πιστώσεις που εξυπηρετούνται κανονικά ή εμφανίζουν ληξιπρόθεσμες οφειλές. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται ανά πάσα στιγμή δυνατή η ποσοτική αποτίμηση των αναληφθεισών υποχρεώσεων του Δημοσίου, λόγω των παρεχόμενων εγγυήσεών του, και συνακόλουθα του ποσού των καταπτώσεων με το οποίο δύναται να επιβαρυνθεί σε μια δεδομένη χρονική περίοδο.

 

Άρθρα 106 – 107

Καταργούμενες διατάξεις και

Τροποποιήσεις των νόμων 3429/2005 και 3775/2009

 

Στα άρθρα 106 και 107 του σχεδίου νόμου περιλαμβάνονται οι κατηγορίες των τροποποιούμενων διατάξεων νόμου, καθώς και των καταργούμενων, για κάθε μια εκ των οποίων προσδιορίζεται και το ακριβές χρονικό σημείο, με την παρέλευση του οποίου καταργούνται.

Για το λόγο αυτό προκρίνεται η κατάργησή του συνόλου των διατάξεων του ν. 2322/1995 που αφορούν τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι των άρθρων 1 έως 12 και των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδοθεισών διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν ζητήματα που άπτονται της διαδικασίας παροχής και κατάπτωσης της εγγύησης και ως εκ τούτου δεν έχουν δημιουργήσει δικαιώματα τρίτων.

Ειδικής ωστόσο μνείας χρήζουν ορισμένες από τις καταργούμενες διατάξεις, όπως της υπ’ αριθ. 2/35554/0025/27.4.2012 (Β΄1392) υπουργικής απόφασης, η οποία ούτως ή άλλως είχε καταργηθεί σιωπηρά από την έναρξη ισχύος του αρ. 20 του ν. 4151/2013 (Α΄ 103) σχετικά με το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Δημοσίου. Χάριν ωστόσο πληρότητας και ασφάλειας δικαίου, περιλαμβάνεται ρητή διάταξη σχετικά με το ακριβές χρονικό σημείο κατάργησης της προαναφερθείσας διάταξης νόμου.

Επίσης, εξαιτίας του ότι, μέσω των διατάξεων του παρόντος σχεδίου νόμου, προβλέπεται μεταξύ άλλων, για λόγους ασφάλειας δικαίου, η ενοποίηση της ακολουθητέας, για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, διαδικασίας και η κατάργηση της μέχρι σήμερα ισχύουσας διαφοροποίησής της, ανάλογα με το εάν πρόκειται για φορέα υπαγόμενο ή μη στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2004, της κοινής υπουργικής απόφασης με αριθ. 16736/ΕΓΔΕΚ0 2579/30.3.2009 (Β΄ 588). Για την ταυτότητα του λόγου και προς αποφυγή του ενδεχόμενου αλληλοεπικάλυψης αρμοδιοτήτων, κατά τη διαδικασία παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε δημόσια επιχείρηση ή οργανισμό υπαγόμενο στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005 (Α΄ 314), προβλέπεται η απάλειψη της φράσης «…. και η παροχή εγγυήσεων του Δημοσίου» από την υποπαράγραφο α) της παρ. 3 του άρθρου 10 του νόμου αυτού, σχετικά με τις αρμοδιότητες της Διυπουργικής Επιτροπής Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών.

Ειδικά σε ό,τι αφορά στις διατάξεις των αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών υπ’ αριθ. 2/478/0025/2006 (ΦΕΚ Β΄16) «Διαδικασία Βεβαίωσης και Διαγραφής Οφειλών με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου», όπως ισχύει τροποποιημένη και οικ. 2/9441/0025/2012 (Β΄1588) «Τρόπος υπολογισμού και απόδοσης της προμήθειας που δικαιούται το Ελληνικό Δημόσιο για τις παρεχόμενες εγγυήσεις του», λόγοι πρακτικής αποτελεσματικότητας και ομαλής λειτουργίας της αρμόδιας Υπηρεσίας επιβάλλουν τη διατήρησή τους σε ισχύ, όπως ισχύουν ή έχουν αντικατασταθεί, μέχρι την αντικατάστασή τους, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 107/17 του σχεδίου νόμου.

Επίσης, προβλέπεται η τροποποίηση της παραγράφου 5 του άρθρου 23 του ν. 3723/2009 (Α΄ 122) και των αντίστοιχων διατάξεων της κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 8 του ανωτέρω άρθρου, υπ’ αριθ. οικ. 2/54544/0025/2009 απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄ 1645). Η τροποποίηση αυτή κρίνεται σκόπιμη προκειμένου να αποφευχθεί η διάσπαση της ακολουθούμενης διαδικασίας, κατά την εκπλήρωση υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου που απορρέουν από κατάπτωση παρασχεθείσας εγγύησής του, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 126 του ν. 4270/2014 και 11 του ν. 2322/1995, τα οποία προβλέπουν την καταβολή από το Ελληνικό Δημόσιο των καλυπτόμενων με την εγγύησή του ποσών, κατόπιν της προηγούμενης εν στενή εννοία βεβαίωσής τους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζεται το Ελληνικό Δημόσιο κατά την εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεων, καθώς κάθε εκροή ποσού αντισταθμίζεται από ισόποση βεβαίωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αποτέλεσμα των ανωτέρω η είσπραξη των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, καθ’ υποκατάστασή του, κατά το καταβληθέν εγγυημένο ποσό, στη θέση του πιστωτικού ιδρύματος, να πραγματοποιείται από τις αρμόδιες Υπηρεσίες των Δ.Ο.Υ., οι οποίες θα έχουν στη διάθεσή τους τα προβλεπόμενα από τον ΚΕΔΕ, όπως εκάστοτε ισχύει, μέσα είσπραξης, τηρουμένων των προϋποθέσεων που τίθενται από τις επιμέρους διατάξεις του.

Τέλος, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποφεύγεται η περαιτέρω επιβάρυνση με τυχόν δαπάνες, στις οποίες θα προέβαιναν τα πιστωτικά ιδρύματα, που, ως εντολοδόχοι του Ελληνικού Δημοσίου, θα αναλάμβαναν για λογαριασμό του την είσπραξη των καταβληθέντων εγγυημένων ποσών και τις οποίες πιθανόν να αναζητούσαν από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της έννομης σχέσεως εντολής.

 

Άρθρο 108

Μεταβατικές και λοιπές διατάξεις

Περιλαμβάνονται μεταβατικές διατάξεις με σκοπό τη διασφάλιση της ομαλής και απρόσκοπτης λειτουργίας των καθ’ ύλη αρμόδιων Υπηρεσιών κατά την επιτέλεση του έργου τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

Εξουσιοδοτήσεις

Άρθρο 109

Παροχή εξουσιοδοτήσεων και έγκριση σχεδίου τροποποιητικής σύμβασης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 του ν. 4336/2015

Την 14η Αυγούστου 2015, η Βουλή των Ελλήνων με το άρθρο 3 του ν. 4336/2015 (A’ 94) κύρωσε το σχέδιο της Σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (F.F.A.) που πρόκειτο να υπογραφεί μεταξύ αφενός του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (ΕΜΣ) και αφετέρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για την παροχή οικονομικής ενίσχυσης ανώτατου ύψους 86 δις ευρώ, παρέχοντας τις σχετικές εξουσιοδοτήσεις για την υπογραφή της. Στο εν λόγω σχέδιο (και την υπογραφείσα σύμβαση) περιλαμβάνεται η δέσμευση των συμβαλλομένων μερών, να προβούν σε τροποποιήσεις της Σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης και σε κάθε αναγκαία ενέργεια προκειμένου, κατόπιν αιτήματος του ΕΜΣ, να προσχωρήσει στη Σύμβαση αυτή ως μέρος, δεσμευόμενη από τους όρους της, η οντότητα που προβλεπόταν να συσταθεί στο μέλλον με σκοπό τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, σύμφωνα με τη Δήλωση της Συνόδου Κορυφής της Ευρωομάδας της 12ης Ιουλίου 2015.

Με το ν. 4389/2016 (Α’ 94) συστάθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας» (ΕΕΣΥΠ), που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, για να εξυπηρετεί ειδικό δημόσιο σκοπό, δηλαδή να διαχειρίζεται και αξιοποιεί τα περιουσιακά της στοιχεία προκειμένου να: α) συνεισφέρει πόρους για την υλοποίηση της επενδυτικής πολιτικής της χώρας και για την πραγματοποίηση επενδύσεων που συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και β) συμβάλει στην απομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το ν. 4336/2015.

Έχοντας υπόψη το γεγονός ότι το Φεβρουάριο 2017 συγκροτήθηκε σε σώμα το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΕΣΥΠ και έχει ήδη ξεκινήσει η ουσιαστική λειτουργία της, ο ΕΜΣ κάλεσε τα συμβαλλόμενα μέρη να εφαρμόσουν τη δέσμευση της ρήτρας 3.4.f της ως άνω σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης και να υπογράψουν την τροποποίησή της προκειμένου η ΕΕΣΥΠ να προσχωρήσει στη Σύμβαση και να αναλάβει τις δεσμεύσεις που ήδη προβλέπονται στην αρχική συμφωνία των μερών.

Με το παρόν άρθρο δίνονται οι σχετικές εξουσιοδοτήσεις στον Υπουργό Οικονομικών, το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, το Διευθύνοντα και τον Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, καθώς και στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και το Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΕΣΥΠ να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση προσχώρησης και τροποποίησης της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της 19.8.2015, και κυρώνεται το σχέδιο της τροποποιητικής σύμβασης.

Η τροποποιητική σύμβαση περιέχει τις αναγκαίες αλλαγές στους υφιστάμενους όρους και ρήτρες ώστε να καταστεί συμβαλλόμενο μέρος η ΕΕΣΥΠ και εξειδικεύει τις δεσμεύσεις και υποχρεώσεις που αυτή αναλαμβάνει έναντι του ΕΜΣ, συμπεριλαμβανομένων των ρυθμίσεων σχετικά με τις επιστροφές που πρέπει να καταβάλει η Ελλάδα σε ποσά ισοδύναμα με τα μερίσματα που θα λαμβάνει το Ελληνικό Δημόσιο ως μέτοχος της ΕΕΣΥΠ, όποτε αυτό συμβαίνει, για τη μείωση του χρέους.

Ειδικότερα, με την εν λόγω τροποποίηση η ΕΕΣΥΠ προσχωρεί ως συμβαλλόμενο μέρος της FFA, καθορίζεται το περιεχόμενο των πληροφοριών που πρέπει να παρέχει προς τον ΕΜΣ, και, όπως έχει συμβεί και με το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας προβλέπεται η παροχή εγγύησης από την ΕΕΣΥΠ προς τον ΕΜΣ για τα δάνεια που χορηγεί ο τελευταίος στην Ελλάδα, η οποία όμως περιορίζεται στο ποσό των εικοσιπέντε δισεκατομμυρίων ευρώ. Τέλος, καθορίζεται ο μηχανισμός αποπληρωμής του δανείου σε σχέση με τα τυχόν ετήσια μερίσματα που προέρχονται από την ΕΕΣΥΠ και καταβάλλονται στο Ελληνικό Δημόσιο ως μέτοχο, με τρόπο που βελτιώνει το προφίλ χρέους της χώρας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 110

Τροποποίηση ν. 2960/2001

Εισάγεται νέο άρθρο 119Β στον ν. 2960/2001 («Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας») με σκοπό τη θέσπιση υποχρεωτικών πληρωμών προς το ελληνικό Δημόσιο εξαρτώμενων από τις κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών από τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα βιομηχανοποιημένων καπνών. Το νέο άρθρο 119 Β εισάγεται κατ’ ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει στα συμβαλλόμενα κράτη το άρθρο 17 του Πρωτοκόλλου για την Καταπολέμηση της Παράνομης Εμπορίας Προϊόντων Καπνού και προκειμένου να ενισχυθεί το νομοθετικό πλαίσιο για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου καπνικών προϊόντων στη χώρα μας που έχει προσλάβει μεγάλες διαστάσεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 119 Β οι επιχειρήσεις υποχρεούνται σε πληρωμές αποζημιωτικής φύσης προς το ελληνικό Δημόσιο οφειλόμενες εξ αντικειμενικής ευθύνης σε κάθε περίπτωση που κατάσχονται γνήσια βιομηχανοποιημένα καπνά τους, 50.000 τεμαχίων και άνω.

Στο άρθρο 119 Β προβλέπεται ότι οι επιχειρήσεις κοινοποιούν κατάλογο των εμπορικών τους σημάτων προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων εντός δύο μηνών από την έναρξη της ισχύος του άρθρου και ότι η παραβίαση αυτής της υποχρέωσης τιμωρείται με πρόστιμο.

Επίσης, στο άρθρο 119 Β περιγράφεται γενικά η διαδικασία της δειγματοληψίας για τα κατασχεμένα βιομηχανοποιημένα καπνά και παράλληλα παρέχεται εξουσιοδότηση στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων για την έκδοση κανονιστικής πράξης που θα ορίζει τα ειδικότερα θέματα της δειγματοληψίας και της χημικής εξέτασης.

Η πληρωμή θα επιβάλλεται με καταλογιστική πράξη που θα εκδίδει ο Προϊστάμενος του Τελωνείου στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η έδρα της επιχείρησης. Προβλέπονται εξαιρέσεις από την υποχρέωση πληρωμής στις περιπτώσεις κλοπής των βιομηχανοποιημένων καπνών ή διαφυγής τους από την επιχείρηση από λόγους ανωτέρας βίας.

Τα ποσά των πληρωμών θα διατίθενται αποκλειστικά για την χρηματοδότηση των προσπαθειών καταπολέμησης της λαθραίας διακίνησης καπνικών προϊόντων.

 

Άρθρο 111

Τροποποίηση διατάξεων Κώδικα ΦΠΑ

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 19 του Κώδικα ΦΠΑ. Ειδικότερα, προστίθεται νέα περίπτωση δ΄, προκειμένου να προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις πράξεων (παραδόσεων αγαθών ή/και παροχών υπηρεσιών) μεταξύ συγγενικών ή/και συνδεδεμένων προσώπων κατά τη Φορολογία Εισοδήματος, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται πλέον η κανονική αξία, για τις περιπτώσεις που η αντιπαροχή – τίμημα είναι κατώτερη από αυτήν.

Η διάταξη αυτή στόχο έχει να αντιμετωπίσει τις περιπτώσεις υποτιμολογήσεων μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων για σκοπούς φορολογίας εισοδήματος, οι οποίες επηρέαζαν και τα έσοδα του ΦΠΑ. Πρόκειται για διάταξη που ενσωματώνει δυνατότητα που παρέχεται από την οδηγία ΦΠΑ, εξορθολογίζοντας το σύστημα ΦΠΑ, για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την ορθή απόδοση του φόρου στις περιπτώσεις συγγενικών ή συνδεδεμένων επιχειρήσεων.

Για την εφαρμογή της κανονικής αξίας, η διάταξη προϋποθέτει ο προμηθευτής ή ο λήπτης να μην έχουν πλήρες δικαίωμα έκπτωσης, καθόσον, σε αντίθετη περίπτωση, το αποτέλεσμα (έσοδο για το κράτος) θα ήταν ουδέτερο. Αναλόγως η διάταξη προβλέπει ότι και στην περίπτωση που η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών απαλλάσσεται από το φόρο στο εσωτερικό της χώρας, και ο προμηθευτής δεν έχει πλήρες δικαίωμα έκπτωσης, εφαρμόζεται η κανονική αξία.

Επιπλέον, προστίθεται νέα περίπτωση ε΄, σύμφωνα με την οποία στις περιπτώσεις πλειστηριασμού ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται το εκπλειστηρίασμα, προκειμένου να μην υφίσταται αμφισβήτηση για τη φορολογητέα βάση σε περίπτωση πλειστηριασμού.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού αντικαθίσταται το άρθρο 39 του Κώδικα ΦΠΑ, προκειμένου να επιλυθούν διάφορα προβλήματα που προέκυψαν κατά την εφαρμογή του άρθρου, καθώς και να καλυφθούν νομοθετικά κενά που είχαν εντοπιστεί. Έτσι, επιτρέπεται πλέον να υπάγονται στο ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων και όσοι για πρώτη φορά κάνουν έναρξη εργασιών, ενώ παύει να είναι υποχρεωτική η διετής παραμονή στο καθεστώς των απαλλασσόμενων επιχειρήσεων και οι υποκείμενοι μπορούν να μεταταχθούν στο κανονικό καθεστώς από το επόμενο έτος. Επίσης, για λόγους εναρμόνισης με την οδηγία ΦΠΑ, ορίζεται ότι δεν λαμβάνονται υπόψιν για τον προσδιορισμό του ορίου υπαγωγής στο ειδικό καθεστώς οι μεταβιβάσεις παγίων και οι απαλλασσόμενες πράξεις χωρίς δικαίωμα έκπτωσης. Επιπλέον, καλύπτεται νομοθετικό κενό και πλέον με την υπέρβαση του ορίου των 10.000 ευρώ, ο υποκείμενος υποχρεούται άμεσα να επιβάλει ΦΠΑ και να εφαρμόσει το κανονικό καθεστώς από την πρώτη πράξη παράδοσης αγαθών ή υπηρεσιών με την οποία πραγματοποιείται η υπέρβαση του ορίου, ανεξάρτητα από το χρόνο υποβολής της δήλωσης μεταβολών, ώστε να μην υπάρχει έδαφος καταστρατήγησης της διάταξης.

Άρθρο 112

Τροποποίηση των άρθρων 10 και 11 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας

(ν. 4174/2013)

Με τις προτεινόμενες διατάξεις τροποποιούνται οι διατάξεις των άρθρων 10 και 11 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) για την παροχή εγγύησης για την έναρξη δραστηριότητας επιχειρηματικού περιεχομένου ως μέτρου πρόληψης της φοροδιαφυγής. Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις καλύπτονται νομοθετικά κενά, όπως η εφαρμογή των διατάξεων και για τα φυσικά πρόσωπα που προβαίνουν σε έναρξη δραστηριότητας επιχειρηματικού περιεχομένου, επέρχεται εξορθολογισμός του υφιστάμενου σχετικού πλαισίου ως προς το ύψος, το είδος των οφειλών και τις περιπτώσεις για τις οποίες απαιτείται εγγύηση, καθώς και αναγκαίες νομοτεχνικές βελτιώσεις. Τέλος, με τις νέες διατάξεις, απαίτηση εγγύησης προβλέπεται μόνον για την έναρξη δραστηριότητας επιχειρηματικού περιεχομένου και όχι για την πραγματοποίηση ενδοκοινοτικών συναλλαγών, ως εκ τούτου η δήλωση για την πραγματοποίηση ενδοκοινοτικών συναλλαγών δεν υποβάλλεται πλέον υποχρεωτικά μόνον με δήλωση μεταβολών.

Άρθρο 113

Τροποποίηση Παραρτήματος ν. 4389/2016

Για λόγους λειτουργικούς και προς το σκοπό της βέλτιστης αξιοποίησης της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, η εταιρεία ΓΑΙΑΟΣΕ Α.Ε. εντάσσεται στις εταιρείες των οποίων οι μετοχές μεταβιβάζονται στην Ε.Ε.ΣΥ.Π. Α.Ε. Όπως ισχύει και για τις υπόλοιπες εταιρείες, η μεταβίβαση των μετοχών της ΓΑΙΑΟΣΕ Α.Ε. δεν επηρεάζει και δεν τροποποιεί το υφιστάμενο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο καθορίζει τους σκοπούς και τις αρμοδιότητες της εταιρείας, όπως αυτό αποτυπώνεται στο ν. 3891/2010 (Α’ 188). Η ΓΑΙΑΟΣΕ Α.Ε. μέσω του Επιχειρησιακού της Σχεδίου, όπως αυτό θα διαμορφώνεται με βάση τον εσωτερικό κανονισμό (“Coordination Mechanism”) της Ε.Ε.ΣΥ.Π. Α.Ε., θα μεριμνά για την ενσωμάτωση και την υλοποίηση των προτεραιοτήτων του εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού στον τομέα των Μεταφορών, όπως αυτό θα επικαιροποιείται, αναφορικά με την ακίνητη περιουσία που διαχειρίζεται η ΓΑΙΑΟΣΕ Α.Ε. σύμφωνα με το ν. 3891/2010 (Α’ 188). Επίσης, ορίζεται ότι η ισχύς της παρούσας διάταξης άρχεται την 01-07-2018.

 

Άρθρο 114

Τροποποίηση ν. 4172/2013 και 3864/2010

Με την παρ. 1 προστίθεται νέο εδάφιο στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 27Α του ν. 4172/2013 (Α’ 167), σύμφωνα με το οποίο οι κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες σε πιστωτικά ιδρύματα που αποκτώνται από την άσκηση του δικαιώματος μετατροπής από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, μεταβιβάζονται κατά κυριότητα αυτοδικαίως και χωρίς αντάλλαγμα στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Με το παρόν άρθρο τροποποιείται επίσης ο ν.3864/2010 (Α’ 119). Ειδικότερα, με την παρ. 2 προστίθεται νέα περίπτωση η’ στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ως άνω νόμου, προκειμένου να προστεθεί στο σκοπό του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας η άσκηση των δικαιωμάτων του μετόχου από τη μεταβίβαση σε αυτό των κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων της παρ. 6 του άρθρου 27Α του ν. 4172/2013 (Α’ 167), όπως αυτή τροποποιείται με το προηγούμενο άρθρο. Με την παρ. 3 παρατείνεται η διάρκεια του Ταμείου έως και την 31 Δεκεμβρίου 2022. Με την παρ. 4 ορίζεται ότι για τις κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες που περιέρχονται στο Ταμείο, δυνάμει των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 27 Α του ν. 4172/2013, το Ταμείο σχηματίζει ειδικό αποθεματικό ισόποσο με την αξία αποτίμησής τους κατά την μεταβίβασή τους σε αυτό. Με την παρ. 5 ορίζεται ο αποκλειστικός τρόπος με τον οποίον δύναται να επενδύονται τα κάθε είδους έσοδα που συνδέονται με τις κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες του παρόντος άρθρου. Με την παρ. 6 τροποποιείται η παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 3864/2010, προκειμένου η τιμή διάθεσης από το Ταμείο των μετοχών που κατέχει αυτό σε πιστωτικά ιδρύματα και η ελάχιστη τιμή κάλυψης των μετοχών από τους ιδιώτες επενδυτές, κατά περίπτωση, να ορίζονται με τον ίδιο τρόπο για κάθε περίπτωση, ήτοι με βάση τις δύο εκθέσεις αποτίμησης που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο και σύμφωνα με την έκθεση που αναφέρεται στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου. Τέλος, με την παρ. 7 προστίθεται παρ. 7 στο άρθρο 12 του ν. 3864/2010, με την οποία ορίζεται ότι τα ως άνω κάθε είδους έσοδα που συνδέονται με τις κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες του παρόντος άρθρου, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα ποσά που αναφέρονται στην παρ. 6 του ως άνω άρθρου, καταχωρούνται σε ειδικό λογαριασμό ταμειακής διαχείρισης στην Τράπεζα της Ελλάδος και μεταφέρονται στο σύνολό τους, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν τόκων ή λοιπών αποδόσεων, στο Ελληνικό Δημόσιο, ανεξάρτητα από το αν υφίσταται διανεμητέο κέρδος, μετά από αίτημα του Υπουργού Οικονομικών. Το Ταμείο οφείλει να ενημερώνει αμελλητί τον Υπουργό Οικονομικών κάθε φορά που πραγματοποιείται πίστωση ποσών στον ως άνω ειδικό λογαριασμό.

Άρθρο 115

Τροποποιήσεις Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α΄ 167)

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 1 αναδιατυπώνεται η έννοια του κέντρου των ζωτικών συμφερόντων, έτσι ώστε να ευθυγραμμίζεται τόσο με τα ερμηνευτικά σχόλια της Πρότυπης Σύμβασης του ΟΟΣΑ για την Αποφυγή της Διπλής Φορολογίας Εισοδήματος, όσο και με την Απόφαση ΣτΕ 1445/2016.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 2 η υφιστάμενη όμοια ρύθμιση των ετών 2014 έως και 2017, που ισχύει ως μεταβατική διάταξη με το άρθρο 72 παρ. 35 και 35Α ΚΦΕ, αποκτά μόνιμο χαρακτήρα, με την προσθήκη της στο άρθρο 15 του ΚΦΕ, σύμφωνα με την οποία για τα εισοδήματα που αποκτούν οι περιστασιακά ή ευκαιριακά απασχολούμενοι (άνεργοι, νοικοκυρές, φοιτητές, συμμετέχοντες σε προγράμματα εργασιακής εμπειρίας κ.λπ.) και εφόσον αυτοί δεν είναι επιτηδευματίες, δηλαδή δεν έχουν κάνει έναρξη εργασιών, έχει εφαρμογή, για λόγους φορολογικής δικαιοσύνης, η ενιαία κλίμακα των μισθωτών/συνταξιούχων/επιχειρηματικής δραστηριότητας, υπολογιζόμενου του ποσού της μείωσης φόρου των 1.900 έως 2.100 ευρώ, εφόσον το πραγματικό τους εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 6.000 ευρώ και το τεκμαρτό τους εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 9.500 ευρώ. Όταν το πραγματικό εισόδημα των φορολογουμένων υπερβαίνει το ποσό των 6.000 ευρώ, το υπερβάλλον ποσό φορολογείται με την προαναφερθείσα ενιαία κλίμακα ή εφαρμοζόμενων των μειώσεων του άρθρου 16 του ν. 4172/2013. Περαιτέρω, κατά τα φορολογικά έτη 2015 και 2016 πολλοί φορολογούμενοι δήλωσαν μόνο μικρά ποσά εισοδημάτων από μισθωτή εργασία (π.χ. 60 ευρώ) καθώς και μικρά εισοδήματα από κεφάλαιο (π.χ. 62 ευρώ τόκοι). Επειδή, οι περιπτώσεις αυτές δεν εντάχθηκαν στη διάταξη της παρ.35Α του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, με συνέπεια η προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων σε αυτές τις περιπτώσεις να φορολογηθεί με την κλίμακα της επιχειρηματικής δραστηριότητας προτείνεται η τροποποίηση της διάταξης προς άρση των αδικιών αυτών δηλαδή, φορολογούμενοι με πολύ μικρότερα εισοδήματα να φορολογούνται δυσμενέστερα από άλλους με πολύ μεγαλύτερα εισοδήματα.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 3 γίνεται νομοτεχνική τακτοποίηση στην παράγραφο 2 του άρθρου 21 του ν.4172/2013, προκειμένου να εναρμονιστούν οι σχετικές διατάξεις του Κ.Φ.Ε. με τα λογιστικά πρότυπα μετά την κατάργηση του ΚΦΑΣ. Επίσης, με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης β’ εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 21 οι πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί αιτία κληρονομιάς ή με χαριστική αιτία από συγγενείς μέχρι δευτέρου βαθμού ή έχουν διακρατηθεί μεγάλο χρονικό διάστημα. Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης γ’ προστίθεται νέα παράγραφος 5 στο άρθρο 21, προκειμένου ως μεμονωμένη πράξη να μην νοείται η μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου η οποία εμπίπτει στο άρθρο 42.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 4 γίνεται νομοτεχνική διόρθωση στην περίπτωση στ’ του άρθρου 23 του ΚΦΕ, καθόσον η φράση «λήψη αμοιβών» δεν στοιχειοθετεί δαπάνη που αποτελεί και το περιεχόμενο των διατάξεων (μη εκπιπτόμενες δαπάνες).

Με τις προτεινόμενες διατάξεις των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 5 και προκειμένου για την αντιμετώπιση πληθώρας πρακτικών και ερμηνευτικών ζητημάτων που έχουν προκύψει κατά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 24 (προσδιορισμός παρούσας αξίας μισθωμάτων, επιτοκίου, ωφέλιμης ζωής, σύγκριση με αγοραία αξία) καταργείται η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του ΚΦΕ και η έννοια της χρηματοδοτικής μίσθωσης εναρμονίζεται με τα ΕΛΠ. Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης γ’, o πίνακας της παρ. 4 του άρθρου 24 τροποποιείται και ορίζεται ότι αφενός αποσβένονται τόσο οι εσωτερικές όσο και οι διασυνοριακές εμπορευματικές μεταφορές με συντελεστή 12% και, αφετέρου, προκειμένου για την αντιμετώπιση πληθώρας πρακτικών και ερμηνευτικών ζητημάτων που έχουν προκύψει από την ερμηνεία των μέσων μαζικής μεταφοράς (ΚΤΕΛ) και των μέσων μεταφοράς ατόμων, όλα τα μέσα μεταφοράς ατόμων εξαιρουμένων των τρένων, σιδηροδρομικών συρμών, πλοίων και σκαφών αντιμετωπίζονται ενιαία και αποσβένονται με συντελεστή 16%.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 6 τροποποιείται ο ειδικός αντικαταχρηστικός κανόνας του άρθρου 27 παρ. 5 για τη μεταφορά των ζημιών, στο πλαίσιο της πρότασης Οδηγίας για την Κοινή Βάση Φορολογίας Εταιρειών, και περαιτέρω διαγράφονται οι λέξεις «μετοχικού κεφαλαίου» προκειμένου οι διατάξεις αυτές να καταλαμβάνουν όλα τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες του άρθρου 45 και όχι μόνο τις ανώνυμες εταιρείες. Επισημαίνεται ότι, ως προς τους μετασχηματισμούς επιχειρήσεων με βάση τις διατάξεις του ν. 4172/2013, οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 27 αποτελούν ειδικότερο κανόνα που εφαρμόζεται για την μεταφορά των ζημιών, σε σχέση με τον αντικαταχρηστικό κανόνα του άρθρου 56 ν. 4172/2013, ο οποίος εφαρμόζεται συμπληρωματικά για τα λοιπά παρεχόμενα ευεργετήματα στους μετασχηματισμούς κατά τον ν. 4172/2013. Δεδομένων των ερμηνευτικών προβλημάτων της υφιστάμενης ρύθμισης της παραγράφου 5 του άρθρου 27 και για λόγους ασφάλειας δικαίου, τίθεται έναρξη ισχύος της προτεινόμενης ρύθμισης η 1.1.2014.

Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 7 θα υπάγεται πλέον στο τεκμήριο της απόκτησης περιουσιακών στοιχείων και η δαπάνη για ασφαλιστικά συμβόλαια επενδυτικού χαρακτήρα, καθόσον αυτά προσιδιάζουν στην αγορά και επένδυση χρεογράφων τα οποία ήδη αποτελούν τεκμήριο.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 8 αντικαθίσταται το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 39 και προβλέπεται ότι απαλλάσσεται από τον φόρο το τεκμαρτό εισόδημα που προκύπτει από τη δωρεάν παραχώρηση ακινήτων στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ προκειμένου να μην αποθαρρύνονται οι πράξεις αυτές καθόσον αποτελούν όφελος για το Δημόσιο.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 9 ορίζεται ότι ως τιμή κτήσης τίτλων, που έχουν αποκτηθεί λόγω κληρονομικής διαδοχής ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία λαμβάνεται η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής ή χορηγήθηκε απαλλαγή από αυτόν.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 10 τροποποιείται η παράγραφος 2 του άρθρου 43Α του ΚΦΕ και ορίζεται ότι απαλλάσσεται της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης το τεκμαρτό εισόδημα από δωρεάν παραχώρηση κύριας κατοικίας έως 200 τ.μ. προς ανιόντες ή κατιόντες και παραχώρηση χρήσης ακινήτων στο Ελληνικό Δημόσιο η ΝΠΔΔ, ως μη πραγματικό εισόδημα.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 11 ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν τον τρόπο προσδιορισμού των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα αλλοδαπών επιχειρήσεων και οργανισμών που εκμεταλλεύονται αεροσκάφη ή πλοία υπό ξένη σημαία η διαχείριση των οποίων δεν γίνεται από την Ελλάδα, κατόπιν έκδοσης των ΣτΕ 153, 154/2018.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 12 εισάγεται συντελεστής παρακράτησης φόρου στις αμοιβές από μισθωτή εργασία των αμειβόμενων με ημερομίσθιο και των ξεναγών, καθόσον η αναγωγή του ημερομισθίου σε ετήσιο δεν αντικατοπτρίζει το πραγματικό ετήσιο εισόδημα των προσώπων αυτών.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 13 γίνονται νομοτεχνικές διορθώσεις προκειμένου να συμφωνούν οι σχετικές διατάξεις με το περιεχόμενο των αντίστοιχων διατάξεων της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2011 σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών και της Οδηγίας 2003/49/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για την καθιέρωση κοινού συστήματος φορολόγησης των τόκων και των δικαιωμάτων που καταβάλλονται μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών διαφορετικών κρατών μελών.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 14 ρυθμίζεται η υποχρέωση απόδοσης παρακρατούμενου φόρου σε περίπτωση μετάβασης από το διπλογραφικό σύστημα στο απλογραφικό, καθόσον ελλείψει τέτοιας διάταξης τα εν λόγω κέρδη διαφεύγουν της φορολόγησης.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφο