Δημοσιεύθηκε στις : [ 06-06-2018 ]

Αιτιολογική έκθεση - Σχέδιο νόμου «Αναμόρφωση του δικαίου των Ανωνύμων Εταιρειών»

(«Αναμόρφωση του δικαίου των Ανωνύμων Εταιρειών»)

Κατηγορία: Εταιρικό δίκαιο (ΑΕ-ΕΠΕ-ΙΚΕ)

 

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ «ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ»



ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1
Έννοια της ανώνυμης εταιρείας - Πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου

1. Η ανώνυμη εταιρεία είναι κεφαλαιουχική εταιρεία με νομική προσωπικότητα, για τα χρέη της οποίας ευθύνεται μόνο η ίδια με την περιουσία της. Το κεφάλαιό της διαιρείται σε μετοχές.
2. Κάθε ανώνυμη εταιρεία είναι εμπορική, έστω και αν ο σκοπός της δεν είναι η άσκηση εμπορικής επιχείρησης.
3. 0 παρών νόμος εφαρμόζεται σε όλες τις ανώνυμες εταιρείες, με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων για τις ανώνυμες εταιρείες με μετοχές ή άλλους τίτλους εισηγμένους σε ρυθμιζόμενη αγορά. Οι διατάξεις για τις ανώνυμες εταιρείες με μετοχές ή άλλους τίτλους εισηγμένους σε ρυθμιζόμενη αγορά εφαρμόζονται και σε εταιρείες με μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ), μόνο όταν αυτό προβλέπεται ρητά.


Άρθρο 2 Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, ισχύουν οι εξής ορισμοί:

α) «ρυθμιζόμενη αγορά»: η ρυθμιζόμενη αγορά κράτους μέλους κατά την έννοια της περίπτ. 21 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α' 14) και της περίπτ. 21 της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (EE L173/349 12.6.2014),

β) μετοχές ή άλλοι τίτλοι «εισηγμένοι σε ρυθμιζόμενη αγορά» ή απλώς «εισηγμένοι»: οι μετοχές ή άλλοι τίτλοι που είναι εισηγμένοι για διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά,

γ) «ηλεκτρονικά μέσα»: οι τρόποι ηλεκτρονικής επικοινωνίας, μέσω διαδικτύου ή άλλου δημόσιου ή ιδιωτικού δικτύου, οι οποίοι επιτρέπουν την ευχερή αναγνώριση της ταυτότητος των χρηστών και την ασφάλεια της επικοινωνίας,

δ) υποβολή εταιρικής πράξης ή άλλου στοιχείου «σε δημοσιότητα»: η δημοσιότητα του άρθρου 13 του παρόντος νόμου,

ε) Γ.Ε.ΜΗ.: το Γενικό Εμπορικό Μητρώο, που συστάθηκε και λειτουργεί με το ν. 3419/2005 (Α’ 297),

στ) «κεντρικό αποθετήριο τίτλων»: το νομικό πρόσωπο κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23'κ Ιουλίου 2014 σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) 236/2012 (EE L 257/28.8.2014),

ζ) «επιχείρηση επενδύσεων»: η επιχείρηση επενδύσεων κατά την έννοια της περίπτ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α' 14) και της περίπτ. 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ της 15ns Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (EEL 173/349),

η) «πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» ή «ΠΜΔ»: ο πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης κατά την έννοια της περίπτ. 22 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 και της περίπτ. 22 της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (EE L 173/349 12.6.2014),

θ) «απλή απαρτία και πλειοψηφία»: η απαρτία και η πλειοψηφία που απαιτούνται για τη λήψη αποφάσεων από τη γενική συνέλευση σύμφωνα με τα τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 130 και την παρ. Ιτου άρθρου 132,

ι) «αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία»; η απαρτία και η πλειοψηφία που απαιτούνται για τη λήψη αποφάσεων από τη γενική συνέλευση σύμφωνα με τα τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 130 και την παρ. 2 του άρθρου 132.

ια) «πολύ μικρές», «μικρές», «μεσαίες» και «μεγάλες» επιχειρήσεις: οι οντότητες του ν. 4308/2014 (Α' 251). Για τις νεοϊδρυόμενες εταιρείες και μέχρι τη σύνταξη του πρώτου ισολογισμού, ως «πολύ μικρές», «μικρές» και «μεσαίες» εταιρείες νοούνται εκείνες των οποίων το κεφάλαιο δεν υπερβαίνει τα ποσά των 100.000, 500.000 και 1.000.000 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ ως «μεγάλες» νοούνται εκείνες των οποίων το κεφάλαιο υπερβαίνει το ποσό των 1.000.000 ευρώ.

ιβ) «οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος»: οι οντότητες του Παραρτήμτος Α του ν. 4308/2014, καθώς και οι εταιρείες του ν. 3429/2005 (Α’ 314).


Άρθρο 3
Επίλυση διαφορών

1. Για τις υποθέσεις που, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, υπάγονται σε δικαστήριο, αποκλειστικά αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο στον παρόντα νόμο.
2. Με διάταξη του αρχικού καταστατικού ανώνυμης εταιρείας μπορούν να υπάγονται οι υποθέσεις της παρ. 1, καθώς και κάθε άλλη διαφορά που ανακύπτει από την εταιρική σχέση μεταξύ μετόχων ή μεταξύ αυτών και της εταιρείας, σε διαιτησία. Ρήτρα διαιτησίας εισαγόμενη με τροποποίηση του καταστατικού ισχύει μόνο αν αποφασίστηκε ομόφωνα.


ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ


Αρθρο 4

Τρόπος ίδρυσης της ανώνυμης εταιρείας και τροποποίησης του καταστατικού της

1. Η ανώνυμη εταιρεία μπορεί να ιδρυθεί από ένα ή περισσότερα πρόσωπα (ιδρυτές) ή να καταστεί μονοπρόσωπη με τη συγκέντρωση όλων των μετοχών σε ένα μόνο πρόσωπο. Η ίδρυση ανώνυμης εταιρείας ως μονοπρόσωπης, η συγκέντρωση όλων των μετοχών της σε ένα μόνο πρόσωπο, καθώς και τα στοιχεία του μοναδικού μετόχου της, υποβάλλονται σε δημοσιότητα.

2. Η ανώνυμη εταιρεία συνιστάται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που περιέχει το καταστατικό, ή με ιδιωτικό έγγραφο, αν υιοθετείται πρότυπο καταστατικό σύμφωνα με την 31637/2017 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης (Β' 928) και το άρθρο 9 του ν. 4441/2016 (Α’ 227). Το έγγραφο είναι επίσης συμβολαιογραφικό, αν το επιβάλλει ειδική διάταξη νόμου, αν εισφέρονται στην εταιρεία περιουσιακά στοιχεία, για τη μεταβίβαση των οποίων απαιτείται ο τύπος αυτός, ή αν το συμβολαιογραφικό έγγραφο επιλέγεται από τα μέρη. Αν η ανώνυμη εταιρεία συνιστάται με ιδιωτικό έγγραφο, ως Υπηρεσία Μιας Στάσης ορίζονται οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Γ.Ε.ΜΗ., κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 του ν. 4441/2016.

3. Η τροποποίηση του καταστατικού της ανώνυμης εταιρείας αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση ή και από το διοικητικό συμβούλιο, αν τούτο ορίζεται ρητά στον παρόντα νόμο και επέρχεται με τη δημοσιότητα του άρθρου 13. Ολόκληρο το κείμενο του καταστατικού, όπως διαμορφώνεται ύστερα από κάθε τροποποίησή του, συντάσσεται με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου και υπογράφεται από τον πρόεδρο αυτού ή το νόμιμο αναπληρωτή του, χωρίς απόφαση της γενικής συνέλευσης. Για την τροποποίηση του καταστατικού και τη σύνταξη του νέου κειμένου τούτου δεν απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο.

4. Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις προσαρμογής του καταστατικού, που γίνονται με βάση τις διατάξεις του παρόντος νόμου, προκειμένου αυτό να εμφανίζει τις μεταβολές που έλαβαν χώρα, ιδίως αυξήσεις ή μειώσεις κεφαλαίου, χωρίς απόφαση εταιρικού οργάνου. Οι προσαρμογές όμως αυτές υποβάλλονται σε δημοσιότητα.

5. Απόφαση της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου στηριζόμενη σε τροποποίηση του καταστατικού, που δεν έχει ακόμη υποβληθεί σε δημοσιότητα, είναι επιτρεπτή, παράγει όμως αποτελέσματα από τη συντέλεση της δημοσιότητας.


Άρθρο 5
Περιεχόμενο του καταστατικού


1. Το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας πρέπει να περιέχει διατάξεις:
α) για την εταιρική επωνυμία και το σκοπό της εταιρείας,
β) για την έδρα της εταιρείας,
γ) για τη διάρκειά της, όταν αυτή δεν είναι αόριστη,
δ) για το ύψος και τον τρόπο καταβολής του κεφαλαίου,
ε) για το είδος των μετοχών, καθώς και για τον αριθμό, την ονομαστική αξία και την έκδοσή τους,
στ) για τον αριθμό των μετοχών κάθε κατηγορίας, αν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών,
ζ) για τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία μετατροπής ανωνύμων μετοχών σε ονομαστικές,
η) για τη σύγκληση, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου,
θ) για τη σύγκληση, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες των γενικών
συνελεύσεων,
ι) για τους ελεγκτές,
ια) για τα δικαιώματα των μετόχων,
ιβ) για τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις και τη διάθεση των κερδών,

ιγ) για τη λύση της εταιρείας και την εκκαθάριση της περιουσίας της,

ιδ) το ύψος του καλυφθέντος κεφαλαίου, που καταβλήθηκε κατά τον χρόνο της σύστασης της εταιρείας ή κατά τον χρόνο της χορήγησης της έγκρισης για τη δραστηριότητά της.

2. Το καταστατικό δεν απαιτείται να περιέχει διατάξεις, έστω και αν αυτές αναφέρονται στα θέματα της παρ. 1, στο μέτρο που αποτελούν απλώς επανάληψη ισχυουσών διατάξεων του νόμου, εκτός αν εισάγεται επιτρεπτή παρέκκλιση από αυτές.

3. Το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας πρέπει να επίσης αναφέρει:
α) Τα ατομικά στοιχεία των φυσικών ή νομικών προσώπων που υπέγραψαν το καταστατικό της εταιρείας ή στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων έχει υπογραφεί το καταστατικό αυτό.
β) Το συνολικό ποσό, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, όλων των δαπανών που απαιτήθηκαν για τη σύσταση της εταιρείας και βαρύνουν αυτή.


Άρθρο 6
Επωνυμία

1. Η επωνυμία της ανώνυμης εταιρείας σχηματίζεται είτε από το όνομα ενός ή περισσοτέρων ιδρυτών ή μετόχων είτε από το αντικείμενο της δραστηριότητας που ασκεί είτε από άλλες λεκτικές ενδείξεις. Η επωνυμία μπορεί να είναι και φανταστική ή να περιλαμβάνει ηλεκτρονική διεύθυνση ή άλλη ένδειξη, άμεσα και διαρκώς σχετιζόμενη με την εταιρεία. Η επωνυμία της εταιρείας μπορεί να αποδίδεται ολόκληρη ή εν μέρει με λατινικούς χαρακτήρες. Σε περίπτωση που η δραστηριότητα της εταιρείας εκτείνεται σε περισσότερα αντικείμενα, η επωνυμία μπορεί να λαμβάνεται από τα κυριότερα από αυτά. Η τυχόν διεύρυνση του σκοπού της εταιρείας δεν υποχρεώνει την εταιρεία σε μεταβολή της επωνυμίας της.

2. Στην επωνυμία της ανώνυμης εταιρείας πρέπει να περιέχονται σε κάθε περίπτωση ολογράφως οι λέξεις «Ανώνυμη Εταιρεία» ή το ακρωνύμιο «Α.Ε.». Για τις διεθνείς συναλλαγές, οι παραπάνω λέξεις εκφράζονται ως «Societe Anonyme» ή το ακρωνύμιο «S.A.».

3. Αν η ανώνυμη εταιρεία είναι μονοπρόσωπη, στην επωνυμία πρέπει να περιέχεται η ένδειξη «Μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία» ή «Μονοπρόσωπη Α.Ε.» Για τις διεθνείς συναλλαγές, οι παραπάνω λέξεις εκφράζονται ως «Single Member Societe Anonyme» ή «Single Member S.A.». Η ένδειξη αυτή προστίθεται ή αφαιρείται με καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ., με μέριμνα του διοικητικού συμβουλίου, χωρίς τροποποίηση του καταστατικού.


Άρθρο 7
Έδρα της εταιρείας

1. Η εταιρεία έχει την έδρα της στο δήμο που αναφέρεται στο καταστατικό της. 0 δήμος αυτός πρέπει να βρίσκεται στην Ελλάδα.
2. Η ελληνική ανώνυμη εταιρεία μπορεί να ιδρύει υποκαταστήματα, πρακτορεία ή άλλες μορφές δευτερεύουσας εγκατάστασης σε άλλους τόπους της Ελλάδας ή της αλλοδαπής.


Άρθρο 8
Διάρκεια της εταιρείας


1. Η διάρκεια της ανώνυμης εταιρείας είναι ορισμένου ή απεριορίστου χρόνου. Η διάρκεια ορισμένου χρόνου ορίζεται σε έτη. Αν δεν ορίζεται ο χρόνος της διάρκειας στο καταστατικό, η διάρκεια είναι απεριορίστου χρόνου. Στην περίπτωση της απεριόριστης διάρκειας, η εταιρεία λύεται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 164.

2. Η διάρκεια ορισμένου χρόνου μπορεί να παραταθεί με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία. Αν δεν ορίζεται κάτι άλλο στην απόφαση αυτή, η διάρκεια της εταιρείας γίνεται απεριόριστη.

3. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, η διάρκεια της ανώνυμης εταιρείας μπορεί να μετατραπεί από ορισμένου σε απεριορίστου χρόνου και αντίστροφα.


Άρθρο 9
Έλεγχος που διενεργείται κατά την ίδρυση της ανώνυμης εταιρείας και τις
εταιρικές μεταβολές


1. Κατά την ίδρυση της ανώνυμης εταιρείας η Υπηρεσία Μιας Στάσης προβαίνει στον έλεγχο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 ν. 4441/2016. Ειδικά στις εταιρείες οι οποίες συστήνονται με νόμο, καθώς και στις εταιρείες των παρ. 3 και 4 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 4441/2016.

2. Η τροποποίηση του καταστατικού, η μετατροπή εταιρείας άλλης μορφής σε ανώνυμη εταιρεία και αντίστροφα, η λύση της ανώνυμης εταιρείας ύστερα από απόφαση της γενικής συνέλευσης και η αναβίωσή της και κάθε άλλος μετασχηματισμός εγκρίνονται ύστερα από τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας από την Περιφερειακή Ενότητα της έδρας της εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και του ν. 3419/2005 (Α’ 297). Ο έλεγχος νομιμότητας περιορίζεται στην τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου, του καταστατικού και των διατάξεων του ν.3419/2005 και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διενέργεια της καταχώρισης και την πραγματοποίηση της δημοσιότητας από την αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. Σε περίπτωση μεταβολών των καταχωρίσεων της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ., που δεν εμπίπτουν στην παρ. 2, όπως, ενδεικτικά, μεταβολών στην εκπροσώπηση της εταιρείας ή δηλώσεων προσαρμογής του καταστατικού, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 4, η αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. προβαίνει σε τυπικό έλεγχο (έλεγχο πληρότητας) του άρθρου 7 του ν. 3419/2005 των υποβληθέντων εγγράφων. Ως τυπικός έλεγχος (έλεγχος πληρότητας) νοείται η διαπίστωση ότι τα υποβαλλόμενα έγγραφα είναι πλήρη και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του νόμου, χωρίς έλεγχο του περιεχομένου τους.

3. 0 Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης, ύστερα από έλεγχο νομιμότητας, εγκρίνει τη σύσταση και την τροποποίηση του καταστατικού των παρακάτω εταιρειών:
α) των εταιρειών δημόσιου ενδιαφέροντος κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 2 του παρόντος,
β) των μεγάλων οντοτήτων της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 (Α' 251) καθώς και κάθε άλλης ανώνυμης εταιρείας, εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά από διάταξη νόμου.
Το Γ.Ε.ΜΗ. των παραπάνω εταιρειών και των υποκαταστημάτων αλλοδαπών εταιρειών της παραπάνω μορφής, τηρείται από την αρμόδια Διεύθυνση Εταιρειών της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης.

4. Ο Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης εγκρίνει, ύστερα από έλεγχο νομιμότητας, τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις, σύμφωνα μ το ν. 3777/2009 (Α' 127), καθώς και τις συγχωνεύσεις ή διασπάσεις, στις οποίες συμμετέχει μία τουλάχιστον από τις εταιρείες της παρ. 3. Οι λοιπές συγχωνεύσεις και διασπάσεις ανωνύμων εταιρειών εγκρίνονται κατά περίπτωση, ύστερα από έλεγχο νομιμότητας, από τον Περιφερειάρχη της έδρας της απορροφώσας ή της νέας ή της διασπώμενης εταιρείας.

5. Σε καμιά περίπτωση ο έλεγχος που γίνεται κατά την καταχώριση αποφάσεων των εταιρικών οργάνων δεν εκτείνεται σε λόγους που επιφέρουν ακυρωσία των αποφάσεων των οργάνων αυτών.


Άρθρο 10
Πράξεις κατά το ιδρυτικό στάδιο - Ευθύνη ιδρυτών


1. Πρόσωπα που έχουν ενεργήσει στο όνομα υπό ίδρυση εταιρείας ευθύνονται για τις πράξεις αυτές απεριόριστα και εις ολόκληρον. Ευθύνεται όμως μόνη η εταιρεία για τις πράξεις που έγιναν ρητά στο όνομά της κατά το ιδρυτικό στάδιο αν, μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη σύστασή της, ανέλαβε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές τις πράξεις.

2. Οι ιδρυτές είναι υπεύθυνοι για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η εταιρεία ή οι καλόπιστοι τρίτοι, μέτοχοι ή μη, από τυχόν παράλειψη υποχρεωτικής διάταξης του καταστατικού ή ανακριβείς πληροφορίες που δόθηκαν κατά την εγγραφή στο κεφάλαιο ή περιλήφθηκαν στο καταστατικό, από τη μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την εκτίμηση και την καταβολή των εισφορών, καθώς και από την τυχόν κήρυξη της ακυρότητας της εταιρείας, αν γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τις σχετικές πλημμέλειες. Η αξίωση αποζημίωσης της παρούσας παραγράφου παραγράφεται μετά παρέλευση πέντε (5) ετών από την ίδρυση της εταιρείας.


Άρθρο 11
Κήρυξη της ακυρότητας της εταιρείας


1. Η εταιρεία κηρύσσεται άκυρη με δικαστική απόφαση μόνο αν: α) δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των περίπτ. α' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 5 και της παρ. 2 του άρθρου 4, β) ο σκοπός της, όπως ορίζεται στο καταστατικό, είναι παράνομος ή αντίθετος προς τη δημόσια τάξη και γ) ο μοναδικός ιδρυτής ή όλοι οι ιδρυτές δεν είχαν την ικανότητα για δικαιοπραξία κατά την υπογραφή της εταιρικής σύμβασης.

2. Η αγωγή ασκείται από κάθε πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον και απευθύνεται κατά της εταιρείας. Το δικαστήριο που απαγγέλλει την ακυρότητα διορίζει με την ίδια απόφαση και τους εκκαθαριστές της.

3. Οι λόγοι ακυρότητας των περίπτ. α' και β' της παρ. 1 θεραπεύονται αν, μέχρι τη κατάθεση των προτάσεων της παρ. 1 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, το καταστατικό τροποποιηθεί, ώστε να μην υφίσταται πλέον ο λόγος ακυρότητας που αναφέρεται στην αγωγή. Το δικαστήριο που εκδικάζει αγωγή για κήρυξη ακυρότητας της εταιρείας, μπορεί να χορηγήσει στην εταιρεία εύλογη προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των τριών (3) μηνών, με σκοπό να ληφθεί η απόφαση τροποποίησης του καταστατικού και να υποβληθεί στην αρμόδια Αρχή, σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 9, ή να γίνει μετατροπή της εταιρείας σε άλλη εταιρική μορφή. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί για ένα (1) ακόμη μήνα. Για το διάστημα που μεσολαβεί το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα.

4. Η δικαστική απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα της εταιρείας αντιτάσσεται στους τρίτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 3419/2005. Τριτανακοπή μπορεί να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την υποβολή της απόφασης σε δημοσιότητα.

5. Η ακυρότητα αυτή καθαυτή δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των υποχρεώσεων ή των απαιτήσεων της εταιρείας, χωρίς να βλάπτονται τα αποτελέσματα της κατάστασης εκκαθάρισής της.

6. Οι μέτοχοι της άκυρης εταιρείας υποχρεούνται να καταβάλουν το κεφάλαιο που κάλυψαν και δεν έχουν ακόμη καταβάλει, στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση του σκοπού της εκκαθάρισης.

7. Η αγωγή για κήρυξη της ακυρότητας ασκείται μέσα σε μια διέτια από τη σύσταση της εταιρείας. Στην περίπτ. β' της παρ. 1, η άσκηση της αγωγής δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό.


ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ
ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ
Άρθρο 12
Πράξεις και στοιχεία που υποβάλλονται σε δημοσιότητα στο Γ.Ε.ΜΗ.


1. Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία:
α) Οι ιδρυτικές πράξεις των ανωνύμων εταιρειών με το καταστατικό και, όπου τυχόν απαιτείται, με την εγκριτική απόφαση της Διοίκησης.
β) Οι αποφάσεις για τροποποίηση του καταστατικού με την εγκριτική απόφαση της Διοίκησης, όπου τυχόν απαιτείται, καθώς και ολόκληρο το νέο κείμενο του καταστατικού μαζί με τις γενόμενες τροποποιήσεις.
γ) Ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση, με τα στοιχεία ταυτότητας, των προσώπων που:
αα) ασκούν τη διαχείριση της εταιρείας,
ββ) έχουν την εξουσία να την εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα,

γγ) είναι αρμόδια να ασκούν τον τακτικό της έλεγχο.
δ) Κάθε απόφαση για τακτική ή έκτακτη αύξηση ή μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας. Στην απόφαση για αύξηση του κεφαλαίου πρέπει να αναγράφεται το νέο κεφάλαιο, ο αριθμός και το είδος των μετοχών που εκδίδονται, η ονομαστική τους αξία και γενικά οι όροι έκδοσής τους, καθώς και ο συνολικός αριθμός των μετοχών της εταιρείας.
ε) Η πιστοποίηση της καταβολής του κεφαλαίου, είτε κατά τη σύσταση της εταιρείας είτε ύστερα από κάθε αύξησή του, σύμφωνα με το άρθρο 20.
στ) Οι εγκεκριμένες ετήσιες και ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις και οι σχετικές εκθέσεις του διοικητικού συμβουλίου και των ελεγκτών της ανώνυμης εταιρείας. Οι ετήσιες και ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις πρέπει να περιέχουν τα ατομικά στοιχεία των προσώπων που, κατά νόμο, τις υπογράφουν και τις πιστοποιούν.
ζ) Οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 162 για τη διανομή προσωρινού μερίσματος,

η) Η λύση της εταιρείας.
θ) Η δικαστική απόφαση παντός βαθμού, που κηρύσσει άκυρη την εταιρεία ή σε κατάσταση πτώχευσης ή την υποβάλλει σε άλλη συλλογική διαδικασία, καθώς και οι δικαστικές αποφάσεις παντός βαθμού που αναγνωρίζουν ως άκυρες ή ακυρώνουν αποφάσεις γενικών συνελεύσεων. Σε δημοσιότητα υποβάλλονται και οι δικαστικές αποφάσεις που ανατρέπουν τις παραπάνω αποφάσεις.
ι) Ο διορισμός και η αντικατάσταση των εκκαθαριστών με τα στοιχεία της ταυτότητάς τους.
ια) Οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εκκαθάρισης, καθώς και οι τελικές
χρηματοοικονομικές καταστάσεις.
ιβ) Η διαγραφή της εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 170.
ιγ) Κάθε άλλη πράξη ή στοιχείο, του οποίου η δημοσιότητα επιβάλλεται από κατιδίαν διατάξεις.

2. Για τα αποτελέσματα της εγγραφής της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ. και των καταχωρίσεων σ' αυτό ισχύουν τα άρθρα 15 και 16 του ν. 3419/2005.


Άρθρο 13
Τρόπος πραγματοποίησης της δημοσιότητας

1. Η δημοσιότητα στο Γ.Ε.ΜΗ. πραγματοποιείται με εγγραφή της εταιρείας και με καταχώριση των δημοσιευτέων πράξεων και στοιχείων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3419/2005, του άρθρου 232 του ν. 4072/2012 (Ά 86) και του άρθρου 2 του ν. 4250/2014 (Ά 74).

2. Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας είναι υπεύθυνο για την υποβολή προς καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. των πράξεων και στοιχείων για τα οποία απαιτείται δημοσιότητα.



 
Άρθρο 14
Στοιχεία εγγράφων της εταιρείας


1. Κάθε έγγραφο της εταιρείας, έντυπο ή μη, περιλαμβανομένων των επιστολών, των διαφημίσεων και των εγγράφων παραγγελίας, πρέπει να περιέχει τις εξής, τουλάχιστον, ενδείξεις:
α) Τον αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. της εταιρείας.
β) Τη νομική μορφή της εταιρείας, την επωνυμία, την έδρα και, ενδεχομένως, το γεγονός ότι βρίσκεται σε εκκαθάριση ή έχει υποβληθεί σε συλλογική διαδικασία.

2. Αν στα έγγραφα της παρ. 1 γίνεται μνεία του κεφαλαίου της εταιρείας, πρέπει να αναφέρεται το καλυφθέν και το καταβεβλημένο κεφάλαιο.

3. Οι διαδικτυακοί τόποι της εταιρείας πρέπει να περιλαμβάνουν τις ενδείξεις της παρ. 1. Αν γίνεται μνεία του κεφαλαίου, εφαρμόζεται και η παρ. 2.


ΤΜΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Αρθρο 15
Κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας


1. Το μετοχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας εκφράζεται σε ευρώ.

2. Το ελάχιστο ύψος του κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας ορίζεται στο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ, ολοσχερώς καταβεβλημένο κατά τη σύσταση της εταιρείας.


Αρθρο 16
Κάλυψη του κεφαλαίου


1. Το κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας καλύπτεται με ανάληψη υποχρέωσης καταβολής του. Η καταβολή του κεφαλαίου γίνεται είτε σε χρήμα είτε σε είδος.

2. Το αρχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας καλύπτεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό, από έναν ή περισσότερους ιδρυτές και καταβάλλεται κατά τη σύσταση της εταιρείας στο σύνολό του ή, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 21, εν μέρει. Σε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου το κεφάλαιο καλύπτεται από μετόχους ή τρίτους και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου στο σύνολό του ή, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 21, εν μέρει.

3. Η ανώνυμη εταιρεία μπορεί να προσφύγει στο κοινό για την ολική ή μερική κάλυψη του κεφαλαίου της, είτε του αρχικού είτε του προερχόμενου από αύξηση, ή και για την κάλυψη μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τις δημόσιες προσφορές κινητών αξιών.


Άρθρο 17
Εισφορές σε είδος και αποτίμηση των εισφορών αυτών


1. Εφόσον προβλέπεται εισφορά που δεν είναι σε χρήμα (εισφορά σε είδος), πρέπει να αναφέρονται στο καταστατικό της εταιρείας ή στην απόφαση του εταιρικού οργάνου για την αύξηση του κεφαλαίου, το είδος της εισφοράς αυτής, το πρόσωπο που αναλαμβάνει την υποχρέωση να την καταβάλει και το ποσό του κεφαλαίου, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί.

2. Οι εισφορές σε είδος αποτελούνται μόνο από στοιχεία ενεργητικού, τα οποία μπορούν να τύχουν χρηματικής αποτίμησης. Τα στοιχεία αυτά του ενεργητικού δεν μπορεί να περιλαμβάνουν απαιτήσεις που προκύπτουν από ανάληψη υποχρέωσης εκτέλεσης εργασιών ή παροχής υπηρεσιών.

3. Για την εξακρίβωση της αξίας των εισφορών σε είδος κατά τη σύσταση της εταιρείας, καθώς και σε κάθε αύξηση του κεφαλαίου της, συντάσσεται έκθεση αποτίμησης από δύο ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτική εταιρεία ή, κατά περίπτωση, από δύο ανεξάρτητους πιστοποιημένους εκτιμητές κατά την έννοια της υποπαρ. Γ.1 του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107). Επιτρέπεται η πρόσληψη από τους ελεγκτές ή τους πιστοποιημένους εκτιμητές ειδικών εκτιμητών, ημεδαπών ή αλλοδαπών, για την εκτίμηση περιουσιακών στοιχείων που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις ή διεθνή εμπειρία.

4. Τα πρόσωπα που προβαίνουν στην εκτίμηση ως εκτιμητές ή ειδικοί εκτιμητές δεν μπορούν να είναι τα πρόσωπα που προβαίνουν στην εισφορά σε είδος, μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, πρόσωπα που διατηρούν επιχειρηματική ή άλλη επαγγελματική σχέση με την εταιρεία ή τον εισφέροντα, ή είναι συγγενείς με τα πρόσωπα αυτά μέχρι δεύτερου βαθμού ή σύζυγοι τούτων. Επιπλέον για τους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές και για τις ελεγκτικές εταιρείες, των οποίων είναι μέλη, δεν πρέπει να συντρέχουν κωλύματα ή ασυμβίβαστα, που θα απέκλειαν τη διενέργεια τακτικού ελέγχου από τα πρόσωπα αυτά, ούτε τα τελευταία θα πρέπει να έχουν αναλάβει τον τακτικό έλεγχο της εταιρείας ή συνδεδεμένης με αυτήν εταιρείας κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 κατά την τελευταία τριετία.

5. Η έκθεση αποτίμησης πρέπει να περιέχει την περιγραφή κάθε εισφοράς σε είδος, να αναφέρει τις μεθόδους αποτίμησης που εφαρμόστηκαν και να εκφέρει άποψη για την αξία της κάθε εισφοράς. Σε περίπτωση που η αποτίμηση καταλήγει σε εύρος τιμών, η έκθεση οφείλει να υποδεικνύει μια τελική τιμή.

6. Ειδικότερα, για την εκτίμηση των πάγιων περιουσιακών στοιχείων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η πραγματική και νομική κατάσταση αυτών και τα τυχόν βάρη, καθώς και: α) προκειμένου περί ακινήτων, η αξία και οι τίτλοι κτήσης, η εμπορικότητα της περιοχής, οι προοπτικές ανάπτυξης, οι πραγματικές τρέχουσες τιμές, η άδεια οικοδομής και αντίστοιχη τεχνική έκθεση μηχανικού, β) προκειμένου περί
μηχανημάτων, μεταφορικών μέσων και επίπλων, η χρονολογία και η αξία κτήσης, ο βαθμός χρησιμοποίησης, συντήρησης και εμπορευσιμότητάς τους, η ενδεχόμενη τεχνολογική απαξίωσή τους και οι τρέχουσες τιμές για ίδια ή παρεμφερή πάγια στοιχεία.

7. Οι εισφορές σε είδος δεν επιτρέπεται να υπολογίζονται σε ποσό μεγαλύτερο εκείνου, που προκύπτει από την έκθεση των παρ. 1,2,3,4,5 και 6.

8. Οι εκθέσεις αποτίμησης των εισφορών σε είδος υποβάλλονται στη δημοσιότητα του άρθρου 13 με μέριμνα των ενδιαφερομένων. Επί νέων εταιρειών η δημοσιότητα πραγματοποιείται ταυτόχρονα με την εγγραφή της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ.

9. Η καταβολή των εισφορών σε είδος με βάση την έκθεση αποτίμησης δεν επιτρέπεται να λάβει χώρα μετά την πάροδο εξαμήνου από τη χρονολογία της έκθεσης αυτής. Στην περίπτωση αυτή πραγματοποιείται νέα αποτίμηση.


Άρθρο 18
Δυνατότητα μη αποτίμησης των εταιρικών εισφορών


1. Η εταιρεία μπορεί να μην εφαρμόσει το άρθρο 17 όταν, σύμφωνα με το καταστατικό ή την απόφαση του εταιρικού οργάνου που αποφασίζει την αύξηση κεφαλαίου, αντικείμενο της εισφοράς σε είδος είναι μέσα χρηματαγοράς ή κινητές αξίες κατά την έννοια των περίπτ. 17 και 44 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 και των σημείων 17 και 44 της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (EE L173 της 12.6.2014), αντίστοιχα, με τους εξής όρους:
α) Oι κινητές αξίες ή τα μέσα χρηματαγοράς αποτιμώνται στη μέση σταθμισμένη τιμή, στην οποία αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενη αγορά κατά το τελευταίο εξάμηνο πριν από την ημερομηνία πραγματοποίησης της σχετικής εισφοράς,

β) Όταν η τιμή της προηγούμενης περίπτωσης έχει επηρεασθεί από εξαιρετικές περιστάσεις που μπορούν να μεταβάλουν αισθητά την αξία των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της εισφοράς, όπως μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις που η αγορά τέτοιων κινητών αξιών ή μέσων χρηματαγοράς έχει παύσει να έχει ρευστότητα, η αξία πρέπει να αναπροσαρμόζεται με πρωτοβουλία και ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου. Για την αναπροσαρμογή της παραπάνω αξίας γίνεται αποτίμηση σύμφωνα με το άρθρο 17. Ο μέτοχος που εισέφερε τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία υποχρεούται να καταβάλει αμέσως οποιαδήποτε επιπλέον διαφορά σε μετρητά, διαφορετικά θεωρείται ότι δεν κατέβαλε την εισφορά του.


2. Η εταιρεία μπορεί να μην εφαρμόσει το άρθρο 17, όταν, σύμφωνα με το καταστατικό ή την απόφαση του εταιρικού οργάνου που αποφασίζει την αύξηση του κεφαλαίου, αντικείμενο της εισφοράς σε είδος είναι περιουσιακά στοιχεία διαφορετικά από τις κινητές αξίες ή τα μέσα χρηματαγοράς της παρ. 1, τα οποία έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο αποτίμησης για την εύλογη αξία τους από αναγνωρισμένο ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα και πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
α) Η εύλογη αξία των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων έχει προσδιοριστεί για ημερομηνία που δεν προηγείται πέραν των έξι (6) μηνών της ημερομηνίας πραγματοποίησης της σχετικής εισφοράς.

β) Η αποτίμηση πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς κανόνες και τις αρχές αποτίμησης που ισχύουν στην Ελλάδα για το είδος των περιουσιακών στοιχείων που εισφέρονται.
γ) Όταν συντρέχουν νέες περιστάσεις που μπορούν να μεταβάλουν αισθητά την εύλογη αξία των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της εισφοράς τους, η αξία πρέπει να αναπροσαρμόζεται με πρωτοβουλία και ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου. Για την αναπροσαρμογή της αξίας γίνεται αποτίμηση σύμφωνα με το άρθρο 17. Αν δεν γίνει η αναπροσαρμογή αυτή, ένας ή περισσότεροι μέτοχοι που κατέχουν συνολικά ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) τουλάχιστον του καλυφθέντος κεφαλαίου της εταιρείας κατά την ημέρα που λαμβάνεται η απόφαση για την αύξηση του κεφαλαίου, μπορούν να ζητήσουν αποτίμηση σύμφωνα με το άρθρο 17. Οι μέτοχοι αυτοί μπορούν να υποβάλουν το αίτημά τους μέχρι την ημερομηνία πραγματοποίησης της εισφοράς σε είδος, με τον όρο ότι, κατά την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος, εξακολουθούν να κατέχουν συνολικά ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) τουλάχιστον του καλυφθέντος κεφαλαίου της εταιρείας, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την ημέρα που ελήφθη η απόφαση για αύξηση του κεφαλαίου. Ο μέτοχος που εισέφερε τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία είναι υποχρεωμένος να καταβάλει αμέσως οποιαδήποτε επιπλέον διαφορά σε μετρητά, διαφορετικά θεωρείται ότι δεν κατέβαλε την εισφορά του.

3. Η εταιρεία μπορεί να μην εφαρμόσει το άρθρο 17 όταν, σύμφωνα με το καταστατικό ή την απόφαση του εταιρικού οργάνου που αποφασίζει την αύξηση του κεφαλαίου, αντικείμενο της εισφοράς σε είδος είναι περιουσιακά στοιχεία διαφορετικά από τις κινητές αξίες ή τα μέσα χρηματαγοράς της παρ. 1, η εύλογη αξία των οποίων προκύπτει, για καθένα από αυτά, από τους υποχρεωτικούς λογαριασμούς του προηγούμενου οικονομικού έτους, εφόσον οι λογαριασμοί αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο ελέγχου σύμφωνα με τους ν. 4336/2015 (Α' 94} και 4449/2017 (Α’ 7). Αν συντρέχουν νέες περιστάσεις που μπορούν να μεταβάλουν αισθητά την εύλογη αξία των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της εισφοράς τους, εφαρμόζονται οι διατάξεις της περ. γ' της παρ. 2.

4. Όταν, κατά τις παρ. 1,2 και 3, πραγματοποιούνται εισφορές σε είδος, χωρίς αποτίμηση σύμφωνα με το άρθρο 17, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 5 του παρόντος νόμου, και μέσα σε ένα (1} μήνα από την ημερομηνία πραγματοποίησης της εισφοράς σε είδος, υποβάλλεται σε δημοσιότητα δήλωση του διοικητικού συμβουλίου που περιλαμβάνει:
α) περιγραφή της σχετικής εισφοράς σε είδος,
β) την αξία της, την προέλευση της αποτίμησης αυτής και, εφόσον απαιτείται, τη μέθοδο αποτίμησης,
γ) δήλωση για το αν η αξία που προκύπτει αντιστοιχεί τουλάχιστον στον αριθμό, την ονομαστική αξία και, ενδεχομένως, στο πρόσθετο ποσό που καταβάλλεται επί των μετοχών που πρόκειται να εκδοθούν έναντι της εν λόγω εισφοράς και
δ) δήλωση ότι δεν συντρέχουν νέες περιστάσεις όσον αφορά την αρχική αποτίμηση.

5. Όταν αυξάνεται το κεφάλαιο κατά την παρ. 1 του άρθρου 24 με εισφορές σε είδος, χωρίς αποτίμηση σύμφωνα με το άρθρο 17, δημοσιεύεται ανακοίνωση που περιλαμβάνει την ημερομηνία, κατά την οποία ελήφθη η απόφαση για την αύξηση του κεφαλαίου, και τις πληροφορίες της παρ. 4 του παρόντος άρθρου, προτού πραγματοποιηθεί η εισφορά. Στην περίπτωση αυτή, η δήλωση της παρ. 4 του παρόντος άρθρου περιορίζεται στη δήλωση ότι δεν έχουν συντρέξει νέες περιστάσεις μετά τη δημοσίευση της παραπάνω ανακοίνωσης.



Άρθρο 19
Μεταγενέστερη απόκτηση στοιχείων του ενεργητικού


1. Μέσα στα πρώτα δύο (2) έτη από τη σύσταση της εταιρείας απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η απόκτηση οποιοσδήποτε στοιχείου του ενεργητικού με τίμημα ανώτερο του ενός δέκατου (1/10) του κεφαλαίου, που έχει καταβληθεί, εφόσον πωλητές είναι ιδρυτές, μέτοχοι εκπροσωπούντες ποσοστό μεγαλύτερο του ενός εικοστού (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, τα στενά μέλη οικογένειας των παραπάνω προσώπων, όπως αυτά ορίζονται στο Παράρτημα Α του ν. 4308/2014, καθώς και εταιρείες που ελέγχονται από τα παραπάνω πρόσωπα. Το ίδιο ισχύει και αν ο πωλητής απέκτησε το στοιχείο που μεταβιβάζεται από κάποιο από αυτά τα πρόσωπα μέσα στους προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες από την υπογραφή του καταστατικού. Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχει μια εταιρεία, αν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 για τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα.

2. Οι αποκτήσεις στοιχείων που αναφέρονται στην παρ. 1 θεωρούνται ότι έγιναν έγκυρα, αν προηγηθεί έγκριση της γενικής συνέλευσης και αποτίμηση των στοιχείων που μεταβιβάζονται στην εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 18. Η έκθεση αποτίμησης υποβάλλεται σε δημοσιότητα με μέριμνα των ενδιαφερομένων.

3. Η απαγόρευση της παρ. 1 δεν ισχύει όταν πρόκειται για αποκτήσεις που γίνονται στο πλαίσιο των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας, για αποκτήσεις που πραγματοποιούνται με απόφαση διοικητικής ή δικαστικής αρχής ή στο πλαίσιο διαδικασιών που εποπτεύονται από τις αρχές αυτές, καθώς και για αποκτήσεις που πραγματοποιούνται σε ρυθμιζόμενη αγορά.

4. Την ακυρότητα της παρ. 1 μπορεί να επικαλεσθεί όποιος έχει έννομο συμφέρον. Επίκληση της ακυρότητας δεν είναι επιτρεπτή μετά παρέλευση διετίας από το τέλος του ημερολογιακού έτους, κατά το οποίο αποκτήθηκαν τα στοιχεία του ενεργητικού που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1.


Άρθρο 20
Καταβολή και πιστοποίηση της καταβολής του κεφαλαίου


1. Το αρχικό κεφάλαιο πρέπει να καταβληθεί κατά τη σύσταση της εταιρείας.

2. Η προθεσμία καταβολής της αύξησης του κεφαλαίου ορίζεται από το όργανο που έλαβε τη σχετική απόφαση και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκατεσσάρων (14) ημερών ούτε μεγαλύτερη των τεσσάρων (4) μηνών από την ημέρα που καταχωρίσθηκε η απόφαση αυτή στο Γ.Ε.ΜΗ.

3. Η καταβολή σε μετρητά του αρχικού κεφαλαίου ή των τυχόν αυξήσεων αυτού, καθώς και οι καταθέσεις μετόχων με προορισμό τη μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου, πραγματοποιούνται υποχρεωτικά με κατάθεση σε ειδικό λογαριασμό της εταιρείας, που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην
Ελλάδα ή σε χώρα του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ). Με την επιφύλαξη του άρθρου 19, η παράλειψη καταβολής σε λογαριασμό δεν επάγεται ακυρότητα, αν αποδεικνύεται ότι το σχετικό ποσό δαπανήθηκε για τους σκοπούς της εταιρείας, με την προϋπόθεση ότι αυτό έχει ειδικά προβλεφθεί στο καταστατικό ή στην απόφαση για την αύξηση του κεφαλαίου. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.

4. Η καταβολή της εισφοράς μπορεί να λάβει χώρα και με συμψηφισμό χρέους της εταιρείας προς τον καταβάλλοντα την εισφορά, εφόσον τούτο έχει προβλεφθεί στην απόφαση για την αύξηση του κεφαλαίου. Ο συμψηφισμός πρέπει να συνοδεύεται από βεβαίωση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ότι το χρέος αυτό είναι, όπως προκύπτει από τα βιβλία της εταιρείας, υπαρκτό και ληξιπρόθεσμο και δεν εξαρτάται από αίρεση. Σε περίπτωση μη ληξιπρόθεσμου χρέους, πρέπει να αποτιμάται η παρούσα αξία του σύμφωνα με το άρθρο 17. Τα παραπάνω εδάφια δεν εφαρμόζονται όταν γίνεται κεφαλαιοποίηση απαιτήσεων στο πλαίσιο σχεδίου εξυγίανσης ή αναδιοργάνωσης κατά τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007). Μονομερής συμψηφισμός απαγορεύεται. Η καταβολή μέσω συμψηφισμού και ο αριθμός των αναληφθεισών μετοχών μέσω αυτού υποβάλλονται σε δημοσιότητα.

5. Η εμπρόθεσμη καταβολή ή η μη καταβολή του κεφαλαίου πρέπει να πιστοποιείται. Πιστοποίηση καταβολής δεν απαιτείται, αν η αύξηση κεφαλαίου δεν γίνεται με νέες εισφορές.

6. Η πιστοποίηση πρέπει να λάβει χώρα μέσα στο πρώτο δίμηνο διμήνου από τη σύσταση της εταιρείας και μέσα σε ένα (1) μήνα από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής του ποσού της αύξησης. Η πιστοποίηση γίνεται με έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας, με μέριμνα του διοικητικού συμβουλίου μέσα στις παραπάνω προθεσμίες. Στην περίπτωση πολύ μικρών ή μικρών εταιρειών, μη εισηγμένων σε ρυθμιζόμενη αγορά, η πιστοποίηση μπορεί να γίνει από το ίδιο το διοικητικό συμβούλιο, που συνέρχεται σε συνεδρίαση μέσα στις παραπάνω προθεσμίες, με θέμα ημερήσιας διάταξης την πιστοποίηση της καταβολής ή μη του κεφαλαίου. Κατά τη σύσταση της εταιρείας η καταβολή πιστοποιείται είτε από ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία είτε από το διοικητικό συμβούλιο.

7. Η έκθεση του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας ή το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου πρέπει να αναφέρουν και τις ειδικές περιστάσεις καταβολής του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3 ή ότι η καταβολή έγινε με συμψηφισμό σύμφωνα με την παρ. 4. Επί εισφορών σε χρήμα που καταβάλλονται στον ειδικό τραπεζικό λογαριασμό της παρ. 3, τόσο η έκθεση του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας όσο και το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου πρέπει να στηρίζονται σε απόσπασμα κίνησης του λογαριασμού αυτού, χορηγούμενο από τοι πιστωτικό ίδρυμα. Το απόσπασμα αυτό θα πρέπει να επισυνάπτεται στην παραπάνω έκθεση ή πρακτικό. Η έκθεση και το πρακτικό υποβάλλονται σε δημοσιότητα.

8. Στην περίπτωση σύστασης ή αύξησης κεφαλαίου με εισφορά σε είδος του άρθρου 17 η πιστοποίηση καταβολής μπορεί να γίνει από το ίδιο το διοικητικό συμβούλιο ανεξαρτήτως του μεγέθους της ανώνυμης εταιρείας αφού ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταβίβασης.

9. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής του κεφαλαίου εφαρμόζονται αναλογικά οι παρ. 5 και 6 του άρθρου 21.

10. Ο ορκωτός ελεγκτής λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία που πιστοποιούν την καταβολή του κεφαλαίου, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δεν μπορεί να διενεργούν και τον τακτικό έλεγχο της εταιρείας. Επίσης ο ορκωτός ελεγκτής λογιστής δεν μπορεί να ανήκει σε ελεγκτική εταιρεία που διενεργεί τον έλεγχο αυτόν.


Άρθρο 21
Μερική καταβολή του κεφαλαίου


1. Μερική καταβολή του κεφαλαίου, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, θεωρείται η καταβολή κατά τη σύσταση της εταιρείας, καθώς και η καταβολή σε κάθε αύξηση του κεφαλαίου της, τμήματος της ονομαστικής αξίας της μετοχής, με ταυτόχρονη ανάληψη της υποχρέωσης για καταβολή της υπόλοιπης αξίας της μετοχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού.

2. Μερική καταβολή του κεφαλαίου δεν επιτρέπεται σε περίπτωση εισφοράς σε είδος, καθώς και επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.

3. Εφόσον προβλεφθεί η δυνατότητα μερικής καταβολής, ισχύουν υποχρεωτικά τα ακόλουθα:
α) Ο χρόνος, κατά τον οποίο η αξία μετοχής μπορεί να παραμένει εν μέρει μόνο καταβεβλημένη, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη.
β) Το τμήμα της αξίας κάθε μετοχής που έχει αμέσως καταβληθεί δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ένα τέταρτο (1/4) της ονομαστικής της αξίας. Αν προβλέπεται έκδοση μετοχών πάνω από το άρτιο, η διαφορά καταβάλλεται ολόκληρη εφάπαξ κατά την καταβολή της πρώτης δόσης.
γ) Το μέρος που καταβάλλεται κατά τη σύσταση της εταιρείας ή την αύξηση κεφαλαίου πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με το κατώτατο όριο που ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 15.
δ) Ο μεταβιβάζων μετοχή μη αποπληρωθείσα εξ ολοκλήρου εξακολουθεί να ευθύνεται για το οφειλόμενο τμήμα της μετοχής για μία διετία από την εγγραφή της μεταβίβασης σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 41 στο βιβλίο των μετόχων της εταιρείας.

4. Οι καταβολές για εξόφληση του κεφαλαίου καταλογίζονται αναλογικά σε όλες τις μετοχές που έχουν αναληφθεί από το ίδιο πρόσωπο.

5. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής οποιασδήποτε δόσης του υπολοίπου της αξίας των μετοχών, το διοικητικό συμβούλιο τάσσει στο μέτοχο που δεν έχει καταβάλει προθεσμία ενός (1) μηνός, με την προειδοποίηση, ότι σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας αυτής οι μη αποπληρωθείσες μετοχές θα ακυρωθούν και οι τυχόν καταβολές που έλαβαν χώρα παραμένουν στην εταιρεία ως ποινική ρήτρα. Η ως άνω προθεσμία θα πρέπει να κοινοποιηθεί με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο στους μη καταβαλόντες μετόχους. Με την παρέλευση άπρακτης της ως άνω προθεσμίας η εταιρεία γνωστοποιεί στους μη καταβαλόντες μετόχους, ότι ακυρώνει τις μετοχές τους και παρακρατεί υπέρ αυτής τυχόν καταβληθείσες προκαταβολές ή δόσεις, περιλαμβανομένης της διαφοράς υπέρ το άρτιο. Ταυτόχρονα η εταιρεία εκδίδει νέες μετοχές, ίσες σε αριθμό με τις ακυρωθείσες, και προβαίνει σε ελεύθερη διάθεση αυτών, αφού πάντως προηγουμένως τις προσφέρει στους λοιπούς μετόχους. Αν οι μετοχές είναι δεσμευμένες ή αν η διάθεση αποβεί εν όλω ή εν μέρει άκαρπη, η εταιρεία υποχρεούται να προβεί σε μείωση του κεφαλαίου κατά το ποσό της ονομαστικής αξίας των μη εκποιηθεισών μετοχών με την πρώτη γενική συνέλευση που θα συγκληθεί, ακόμη και αν το σχετικό θέμα δεν αναγράφεται στην ημερήσια διάταξη.

6. Η μη εμπροθέσμως καταβληθείσα εισφορά οφείλεται εντόκως με το νόμιμο επιτόκιο έως την ακύρωση των μετοχών. Στο καταστατικό της εταιρείας ή στην απόφαση για αύξηση κεφαλαίου μπορεί να προβλέπεται η κατάπτωση περαιτέρω ποινικών ρητρών για την περίπτωση της μη εμπρόθεσμης καταβολής της εισφοράς. Άλλες αξιώσεις της εταιρείας σε βάρος των υπερήμερων μετόχων δεν αποκλείονται

7. Αν εκδίδονται τίτλοι μετοχών που δεν έχουν αποπληρωθεί, πρέπει να αναγράφεται στην εμπρόσθια όψη τους το γεγονός της μη πλήρους εξόφλησης και οι όροι της τελευταίας.


Άρθρο 22
Απαγόρευση απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής εισφοράς ή επιστροφής της εισφοράς


1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν τη μείωση ή την απόσβεση του καλυφθέντος κεφαλαίου, οι μέτοχοι δεν μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση εισφοράς.

2. Με την επιφύλαξη των δυνατοτήτων που παρέχει ο παρών νόμος, απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση επιστροφή των εισφορών στους μετόχους, η καταβολή τόκων και η εκ μέρους της εταιρείας υπόσχεση εγγυημένης απόδοσης των μετοχών.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΟΧΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Άρθρο 23
Είδη αύξησης

Για την αύξηση κεφαλαίου απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης, που αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία (τακτική αύξηση), εκτός αν η αύξηση γίνει σύμφωνα με το άρθρο 24 (έκτακτη αύξηση. Σε κάθε περίπτωση αύξησης η απόφαση του αρμόδιου οργάνου υποβάλλεται σε δημοσιότητα.


Άρθρο 24
Έκτακτη αύξηση κεφαλαίου

1. α) Στο καταστατικό είναι δυνατόν να ορισθεί ότι, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει την πενταετία από τη σύσταση της εταιρείας, το διοικητικό συμβούλιο έχει το δικαίωμα με απόφασή του, που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) τουλάχιστον του συνόλου των μελών του, να αυξάνει το κεφάλαιο μερικά ή ολικά με την έκδοση νέων μετοχών, για ποσό που δεν μπορεί να υπερβεί το τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου.
β) Η ανωτέρω εξουσία μπορεί να χορηγείται στο διοικητικό συμβούλιο και με απόφαση της γενικής συνέλευσης, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει την πενταετία. Στην περίπτωση αυτή, το κεφάλαιο μπορεί να αυξάνεται κατά ποσό που δεν μπορεί να υπερβεί το τριπλάσιο του κεφαλαίου, που υπάρχει κατά την ημερομηνία που χορηγήθηκε στο διοικητικό συμβούλιο η εξουσία για αύξηση του κεφαλαίου.
γ) Η εξουσία αυτή του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ανανεώνεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία για κάθε χορηγούμενη ανανέωση. Η ισχύς κάθε ανανέωσης αρχίζει από την παρέλευση της διάρκειας ισχύος της προηγούμενης. Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης για χορήγηση ή ανανέωση της εξουσίας αύξησης του κεφαλαίου από το διοικητικό συμβούλιο υποβάλλονται σε δημοσιότητα.

2. Στο καταστατικό είναι δυνατόν να ορίζεται ότι, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει την πενταετία από τη σύσταση της εταιρείας, η γενική συνέλευση μπορεί με απόφασή της, που λαμβάνεται με απλή απαρτία και πλειοψηφία, να αυξάνει το κεφάλαιο, μερικά ή ολικά με την έκδοση νέων μετοχών, συνολικά μέχρι το οκταπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου.

3. Απαγορεύεται στις εταιρείες, στο καταστατικό των οποίων προβλέπονται μία ή περισσότερες από τις δυνατότητες των παρ. 1 και 2, να αναγράφουν σε οποιοδήποτε έντυπο, διαφήμιση, δημοσίευμα ή άλλο έγγραφο, ως κεφάλαιο το ποσό μέχρι το οποίο δικαιούται κατά τις παρ. 1 και 2 να εκδώσει νέες μετοχές το διοικητικό συμβούλιο ή η γενική συνέλευση.

4. Οι έκτακτες αυξήσεις του κεφαλαίου που αποφασίζονται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 συνιστούν τροποποίηση του καταστατικού, δεν υπόκεινται όμως σε διοικητική έγκριση, όπου αυτή απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 9.

5. Η δυνατότητα του διοικητικού συμβουλίου να αυξάνει το κεφάλαιο, σύμφωνα με την παρ. 1 μπορεί να ασκείται παράλληλα με την αντίστοιχη δυνατότητα της γενικής συνέλευσης σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου.


Άρθρο 25
Απόφαση και διαδικασία αύξησης κεφαλαίου


1. Σε κάθε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου, η απόφαση του αρμόδιου οργάνου της εταιρείας πρέπει να αναφέρει τουλάχιστον το ποσό της αύξησης, τον τρόπο και την προθεσμία κάλυψής της, τον αριθμό και το είδος των μετοχών που θα εκδοθούν, την ονομαστική αξία και την τιμή διάθεσης αυτών.

2. Στο πλαίσιο της τακτικής αύξησης κεφαλαίου, η γενική συνέλευση μπορεί με την απόφαση για την αύξηση να εξουσιοδοτήσει το διοικητικό συμβούλιο, όπως αυτό προσδιορίσει την τιμή διάθεσης των νέων μετοχών, ή, επί εκδόσεως προνομιούχων μετοχών με δικαίωμα απόληψης τόκου, το επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού του. Η διάρκεια ισχύος της εξουσιοδότησης προσδιορίζεται στη σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσης και δεν μπορεί να υπερβεί το ένα (1) έτος. Εφόσον χορηγείται η ανωτέρω εξουσιοδότηση προς το διοικητικό συμβούλιο, η προθεσμία καταβολής του κεφαλαίου κατά το άρθρο 20 αρχίζει από τη λήψη της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου, με την οποία καθορίζεται κατά περίπτωση η τιμή διάθεσης των μετοχών ή και το επιτόκιο ή ο τρόπος προσδιορισμού του. Η εξουσιοδότηση υποβάλλεται σε δημοσιότητα.

3. Σε περίπτωση περισσότερων κατηγοριών μετοχών, η απόφαση της γενικής συνέλευσης που αφορά την αύξηση του κεφαλαίου και η απόφασή της που παρέχει εξουσία στο διοικητικό συμβούλιο για αύξηση του κεφαλαίου, υπόκεινται στην έγκριση της κατηγορίας ή των κατηγοριών των μετόχων, των οποίων τα δικαιώματα θίγονται από τις αποφάσεις αυτές. Τα δικαιώματα αυτά δεν θεωρείται ότι θίγονται, ιδίως εφόσον η αύξηση γίνεται χωρίς νέες εισφορές και οι νέες μετοχές, που θα εκδοθούν ανά κατηγορία, παρέχουν τα ίδια δικαιώματα με τις αντίστοιχες παλαιές, διατίθενται δε στους μετόχους της αντίστοιχης κατηγορίας σε αριθμό ανάλογο με τις μετοχές που ήδη κατέχουν, ώστε να μην μεταβάλλονται τα ποσοστά συμμετοχής των μετόχων κάθε κατηγορίας. Η έγκριση της απόφασης της γενικής συνέλευσης που αφορά την αύξηση παρέχεται με απόφαση των μετόχων της κατηγορίας που θίγεται και λαμβάνεται σε ιδιαίτερη συνέλευση με αυξημένη απαρτία καιπλειοψηφία.

4. Για τη σύγκληση της ιδιαίτερης συνέλευσης κατά την παρ. 3, τη συμμετοχή σε αυτή, την παροχή πληροφοριών, την αναβολή λήψης αποφάσεων, την ψηφοφορία, καθώς και την ακύρωση των αποφάσεών της, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις για τη γενική συνέλευση των μετόχων.


Άρθρο 26
Δικαίωμα προτίμησης


1. Σε κάθε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου, που δεν γίνεται με εισφορά σε είδος, καθώς και σε περίπτωση έκδοσης ομολογιών με δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές, παρέχεται δικαίωμα προτίμησης σε ολόκληρο το νέο κεφάλαιο ή το ομολογιακό δάνειο, υπέρ των μετόχων που υφίστανται κατά το χρόνο της έκδοσης, ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο υφιστάμενο κεφάλαιο. Το καταστατικό μπορεί να επεκτείνει το δικαίωμα προτίμησης και σε περιπτώσεις αύξησης με εισφορές σε είδος. Το καταστατικό μπορεί επίσης να προβλέπει ότι, αν η εταιρεία έχει ήδη εκδώσει μετοχές περισσότερων κατηγοριών, στις οποίες τα δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής στα κέρδη ή στη διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης είναι διαφορετικά μεταξύ τους, είναι δυνατή η αύξηση του κεφαλαίου με μετοχές μιας μόνο από τις κατηγορίες αυτές. Στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα προτίμησης παρέχεται στους μετόχους των άλλων κατηγοριών μόνο μετά τη μη άσκηση του δικαιώματος από τους μετόχους της κατηγορίας, στην οποία ανήκουν οι νέες μετοχές.

2. Το δικαίωμα προτίμησης ασκείται μέσα στην προθεσμία, την οποία όρισε το όργανο της εταιρείας που αποφάσισε την αύξηση. Η προθεσμία αυτή, με την επιφύλαξη τήρησης της προθεσμίας καταβολής του κεφαλαίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 20, δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκατεσσάρων (14) ημερών. Στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 25, η προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης δεν αρχίζει πριν από τη λήψη της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου για τον προσδιορισμό της τιμής διάθεσης των νέων μετοχών ή του τυχόν επιτοκίου. Στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, η προθεσμία άσκησης του δικαιώματος από τους λοιπούς μετόχους ορίζεται, ομοίως, από το όργανο της εταιρείας που αποφάσισε την αύξηση. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δέκα
(10) ημερών και αρχίζει από την επομένη της ημέρας, κατά την οποία λήγει η προθεσμία για τους μετόχους της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι νέες μετοχές.

3. Σε περίπτωση κατά την οποία το όργανο της εταιρείας που αποφάσισε την αύξηση του κεφαλαίου παρέλειψε να ορίσει προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης, την προθεσμία αυτή ορίζει με απόφασή του το διοικητικό συμβούλιο, μέσα στα χρονικά όρια που προβλέπονται από το άρθρο 20.

4. Μετά το τέλος των προθεσμιών αυτών και εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση στο καταστατικό, οι μετοχές που δεν έχουν αναληφθεί, σύμφωνα με τα παραπάνω, διατίθενται από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας κατά την κρίση του σε τιμή όχι κατώτερη της τιμής που καταβάλλουν οι υφιστάμενοι μέτοχοι. Το καταστατικό ή το όργανο που αποφάσισε την αύξηση και πάντως το διοικητικό συμβούλιο που διαθέτει τις μετοχές που απέμειναν, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, μπορεί να δίνουν προτεραιότητα στους μετόχους, που άσκησαν ήδη το δικαίωμα προτίμησης, καθώς και σε άλλα πρόσωπα που κατέχουν εν γένει τίτλους μετατρέψιμους σε μετοχές.

5. Η πρόσκληση για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης, στην οποία μνημονεύεται υποχρεωτικά και η προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί αυτό το δικαίωμα, υποβάλλεται με επιμέλεια της εταιρείας σε δημοσιότητα. Στο καταστατικό μπορεί να προβλέπεται ευρύτερη δημοσιότητα. Με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 25, η πρόσκληση και η γνωστοποίηση της προθεσμίας άσκησης του δικαιώματος προτίμησης, κατά τα ανωτέρω, μπορούν να παραλειφθούν, εφόσον στη γενική συνέλευση παρέστησαν μέτοχοι που εκπροσωπούσαν το σύνολο του κεφαλαίου και έλαβαν γνώση της προθεσμίας που τάχθηκε για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης ή δήλωσαν την απόφασή τους για την από αυτούς άσκηση ή μη του δικαιώματος προτίμησης. Η δημοσίευση της πρόσκλησης μπορεί να αντικατασταθεί με συστημένη επιστολή «επί αποδείξει».


Άρθρο 27
Περιορισμός ή αποκλεισμός του δικαιώματος προτίμησης


1. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, μπορεί να περιοριστεί ή να καταργηθεί το δικαίωμα προτίμησης του προηγούμενου άρθρου. Για να ληφθεί η απόφαση αυτή, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να υποβάλει στη γενική συνέλευση γραπτή έκθεση στην οποία αναφέρονται οι λόγοι που επιβάλλουν τον περιορισμό ή την κατάργηση του δικαιώματος προτίμησης και στην οποία δικαιολογείται η τιμή ή η κατώτατη τιμή που προτείνεται για την έκδοση των νέων μετοχών. Η σχετική έκθεση του διοικητικού συμβουλίου και η απόφαση της γενικής συνέλευσης υποβάλλονται σε δημοσιότητα.

2. Δεν υπάρχει αποκλεισμός από το δικαίωμα προτίμησης, κατά την έννοια της παρούσας παραγράφου, όταν οι μετοχές αναλαμβάνονται από πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων, που έχουν δικαίωμα να δέχονται τίτλους προς φύλαξη, για να προσφερθούν στους μετόχους σύμφωνα με την παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου. Επίσης, δεν υπάρχει αποκλεισμός από το δικαίωμα προτίμησης, όταν η αύξηση κεφαλαίου έχει σκοπό τη συμμετοχή του προσωπικού στο κεφάλαιο της εταιρείας σύμφωνα με τα άρθρα 113 και 114.

3. To κεφάλαιο μπορεί να αυξηθεί εν μέρει με εισφορές σε μετρητά και εν μέρει με εισφορές σε είδος. Στην περίπτωση αυτή, πρόβλεψη του οργάνου που αποφασίζει την αύξηση, κατά την οποία οι μέτοχοι που εισφέρουν είδος δεν συμμετέχουν και στην αύξηση με εισφορές σε μετρητά, δεν συνιστά αποκλεισμό του δικαιώματος προτίμησης, αν η αναλογία της αξίας των εισφορών σε είδος, σε σχέση με τη συνολική αύξηση, είναι ίδια, τουλάχιστον, με την αναλογία της συμμετοχής στο κεφάλαιο των μετόχων που προβαίνουν στις εισφορές αυτές. Σε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου με εισφορές εν μέρει σε μετρητά και εν μέρει σε είδος, η αξία των εισφορών σε είδος πρέπει να έχει αποτιμηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 18 πριν από τη λήψη της σχετικής απόφασης.

4. Το καταστατικό ή η απόφαση της γενικής συνέλευσης που παρέχουν εξουσία έκτακτης αύξησης του κεφαλαίου, σύμφωνα με το άρθρο 24, μπορούν να παράσχουν στο διοικητικό συμβούλιο ή τη γενική συνέλευση, που αποφασίζουν, το μεν διοικητικό συμβούλιο με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) τουλάχιστον του συνόλου των μελών του, η δε γενική συνέλευση με απλή απαρτία και πλειοψηφία, και την εξουσία περιορισμού ή αποκλεισμού του δικαιώματος προτίμησης. Στην περίπτωση όπου το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει αυτό για τον περιορισμό ή τον αποκλεισμό του δικαιώματος προτίμησης, η έκθεση της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να εξηγεί γιατί επιλέγεται η κατάργηση του δικαιώματος να γίνει με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, και να υποβληθεί σε δημοσιότητα.


Άρθρο 28
Δυνατότητα μερικής κάλυψης του κεφαλαίου σε περιπτώσεις αύξησης


1. Αν η κάλυψη του ποσού της αύξησης του κεφαλαίου δεν είναι πλήρης, το κεφάλαιο αυξάνεται μέχρι το ποσό της κάλυψης, μόνο εφόσον στην απόφαση για αύξηση προβλέπεται ρητά αυτή η δυνατότητα.

2. Σε περίπτωση μερικής κάλυψης του κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να προσαρμόσει, με την απόφασή του για την πιστοποίηση της καταβολής, σύμφωνα με το άρθρο 20, το άρθρο του καταστατικού περί του κεφαλαίου, έτσι ώστε να προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου, όπως προέκυψε μετά τη μερική κάλυψη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΜΕΙΩΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΒΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΟΧΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Άρθρα 29
Μείωση κεφαλαίου


1. Για τη μείωση κεφαλαίου απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης, που αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, εκτός αν η μείωση γίνεται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 21 ή την παρ. 6 του άρθρου 49.

2. Το κεφάλαιο δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από το ελάχιστο όριο που ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 15, εκτός αν η απόφαση για τη μείωση προβλέπει την ταυτόχρονη αύξηση του κεφαλαίου τουλάχιστον έως το ελάχιστο όριο ή την ταυτόχρονη μετατροπή της εταιρείας σε εταιρεία άλλης νομικής μορφής. Στην αύξηση αυτή οι μέτοχοι της εταιρείας έχουν δικαίωμα προτίμησης ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο κεφάλαιο, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί πριν από τη μείωση. Στο δικαίωμα αυτό ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 26 και 27.

3. Η πρόσκληση για τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης και η απόφαση της τελευταίας για τη μείωση του κεφαλαίου πρέπει να ορίζουν κατ' ελάχιστο το σκοπό της μείωσης αυτής και τον τρόπο πραγματοποίησής της.

4. Η απόφαση της γενικής συνέλευσης για μείωση κεφαλαίου αποτελεί τροποποίηση του καταστατικού και υποβάλλεται σε δημοσιότητα. Επιπρόσθετα η απόφαση αυτή πρέπει να αναρτάται και στο διαδικτυακό τόπο της εταιρείας.

5. Αν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών, κάθε απόφαση της γενικής συνέλευσης, που αφορά τη μείωση του κεφαλαίου, τελεί υπό την έγκριση της κατηγορίας ή των κατηγοριών μετόχων, τα δικαιώματα των οποίων θίγονται από την απόφαση αυτή. Η έγκριση παρέχεται με απόφαση των μετόχων της θίγόμενης κατηγορίας, που λαμβάνεται σε ιδιαίτερη συνέλευση με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.

6. Για τη σύγκληση της ιδιαίτερης συνέλευσης κατά την παρ. 5, τη συμμετοχή σε αυτή, την παροχή πληροφοριών, την αναβολή λήψης αποφάσεων, την ψηφοφορία, καθώς και την ακύρωση των αποφάσεών της, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις για τη γενική συνέλευση των μετόχων.


Άρθρο 30
Προστασία δανειστών σε περίπτωση μείωσης κεφαλαίου


1. Δεν γίνεται καμία καταβολή στους μετόχους από το αποδεσμευόμενο με τη μείωση ενεργητικό της εταιρείας, αν οι δανειστές της εταιρείας, των οποίων οι απαιτήσεις γεννήθηκαν πριν από τη δημοσιότητα της απόφασης για τη μείωση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του προηγούμενο άρθρου και είναι ληξιπρόθεσμες, υποβάλουν στην εταιρεία αντιρρήσεις κατά της πραγματοποίησης των παραπάνω καταβολών μέσα σε προθεσμία σαράντα (40) ημερών από την παραπάνω δημοσιότητα και δεν ικανοποιηθούν πλήρως ή δεν διακανονίσουν με την εταιρεία τις απαιτήσεις τους.

2. Οι δανειστές των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων μπορούν, εφόσον θεωρούν ότι με τις παραπάνω καταβολές τίθεται σε κίνδυνο η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, να υποβάλουν στην εταιρεία αντιρρήσεις κατά της πραγματοποίησης των παραπάνω καταβολών μέσα στην ίδια προθεσμία.
3. Για το βάσιμο ή μη των αντιρρήσεων των δανειστών μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων κατά την παρ. 2, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την επάρκεια των προσφερόμενων από την εταιρεία ασφαλειών, αποφαίνεται το δικαστήριο, το οποίο κρίνει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά από αίτηση της εταιρείας. Αν υποβληθούν αντιρρήσεις από περισσότερους δανειστές μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, εκδίδεται μία απόφαση ως προς όλες. Αν οι δανειστές των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων αποδείξουν, ότι η πραγματοποίηση των καταβολών ενόψει της εταιρικής περιουσίας, που θα απομείνει μετά την πραγματοποίηση της μείωσης, λαμβανομένων υπόψη και των τυχόν ασφαλειών, που ήδη διαθέτουν, θέτει σε κίνδυνο την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, το δικαστήριο επιτρέπει την καταβολή των αποδεσμευόμενων με τη μείωση ποσών μόνο με τον όρο της τήρησης όρων ή της παροχής επαρκών ασφαλειών, το είδος και την έκταση των οποίων καθορίζει το δικαστήριο. Καταβολές στους μετόχους που γίνονται κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων είναι άκυρες.

4. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και όταν η μείωση του κεφαλαίου γίνεται με ολική ή μερική απαλλαγή των μετόχων από την υποχρέωση καταβολής καλυφθέντος και μη καταβληθέντος κεφαλαίου.


Άρθρα 31
Ειδικοί τρόποι μείωσης του κεφαλαίου


1. Επιτρέπεται η ολική ή μερική μείωση κεφαλαίου σε είδος, ως προς την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 17 και 18 για την αποτίμηση των εισφορών σε είδος. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση της γενικής συνέλευσης πρέπει να περιγράφει με ακρίβεια τα περιουσιακά στοιχεία που θα περιέλθουν σε καθένα από τους μετόχους. Αποτίμηση των στοιχείων σε είδος δεν απαιτείται, αν οι μέτοχοι αποφασίσουν ομόφωνα τον τρόπο υλοποίησης της μείωσης. Οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 30 ισχύουν σε κάθε περίπτωση.

2. Επιτρέπεται η μείωση κεφαλαίου με σκοπό το σχηματισμό ειδικού αποθεματικού. Οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 30 δεν εφαρμόζονται, εφόσον το ύψος του ειδικού αυτού αποθεματικού δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατόν (10%) του κεφαλαίου, όπως αυτό διαμορφώνεται μετά την μείωση. Το ανωτέρω ειδικό αποθεματικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο προς το σκοπό εκ νέου κεφαλαιοποίησής του ή του συμψηφισμού του προς απόσβεση ζημιών της εταιρείας.


Άρθρο 32
Απόσβεση του κεφαλαίου


1. Η γενική συνέλευση μπορεί με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία να αποφασίσει την ολική ή μερική απόσβεση του κεφαλαίου. Με καταστατική πρόβλεψη, η γενική συνέλευση μπορεί να αποφασίζει την ολική ή μερική απόσβεση του κεφαλαίου και με απλή απαρτία και πλειοψηφία. Η απόφαση της γενικής συνέλευσης για απόσβεση του κεφαλαίου υποβάλλεται σε διατυπώσεις δημοσιότητας.

2. Η απόσβεση δεν συνιστά μείωση του κεφαλαίου.

3. Η απόσβεση γίνεται με καταβολή στους μετόχους του συνόλου ή μέρους της ονομαστικής αξίας των μετοχών τους. Η απόσβεση επιτρέπεται μόνο με τη χρησιμοποίηση σχηματισμένων ειδικών αποθεματικών ή κάνοντας χρήση των ποσών που επιτρέπεται να διανεμηθούν με τις προϋποθέσεις των άρθρων 159 και 160. Η απόσβεση μπορεί να γίνει επίσης και με ολική ή μερική απαλλαγή των μετόχων από την υποχρέωση καταβολής του καλυφθέντος και μη καταβληθέντος κεφαλαίου.

4. Οι μέτοχοι, των οποίων οι μετοχές έχουν αποσβεστεί, διατηρούν τα δικαιώματά τους από τη μετοχική σχέση, με εξαίρεση το δικαίωμα επιστροφής της εισφοράς τους και το

δικαίωμα συμμετοχής στη διανομή του ελάχιστου μερίσματος, σύμφωνα με το άρθρο 161, που εισπράττεται μόνο από τις μετοχές που δεν έχουν αποσβεστεί

5. Αν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών, η εγκυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης που αφορά την απόσβεση του κεφαλαίου εξαρτάται από την έγκριση της κατηγορίας ή των κατηγοριών των μετόχων που τα δικαιώματά τους θίγονται από την απόφαση αυτή. Η έγκριση παρέχεται με απόφαση των μετόχων της κατηγορίας που θίγεται και λαμβάνεται σε ιδιαίτερη συνέλευση με αυξημένη απαρτία καιπλειοψηφία.

6. Για τη σύγκληση της ιδιαίτερης συνέλευσης κατά την παρ. 5, τη συμμετοχή σε αυτή, την παροχή πληροφοριών, την αναβολή λήψης αποφάσεων, την ψηφοφορία, καθώς και την ακύρωση των αποφάσεών της, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις για τη γενική συνέλευση των μετόχων.


ΤΜΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ
ΜΕΤΟΧΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΟΙ ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΙ ΤΙΤΛΟΙ
Αρθρο 33

Οι εκδιδόμενοι τίτλοι
1. Η ανώνυμη εταιρεία μπορεί να εκδίδει τα ακόλουθα είδη τίτλων:
α) μετοχές,
β) ομολογίες,
γ) τίτλους κτήσης μετοχών (warrants),
δ) ιδρυτικούς τίτλους, και
ε) άλλους τίτλους, οι οποίοι προβλέπονται από ειδικές διατάξεις.

2. Οι παραπάνω τίτλοι μπορούν να εκδίδονται σε επιμέρους κατηγορίες, όπως ο νόμος ορίζει ή αποφασίζει το αρμόδιο για έκδοσή τους όργανο. Η εταιρεία μπορεί να εκδίδει τίτλους της ίδιας κατηγορίας σε διαδοχικές στο χρόνο σειρές.

3. Σε περίπτωση που εκδίδονται ταυτόχρονα περισσότερα είδη ή κατηγορίες τίτλων, είναι δυνατόν να προβλέπεται κατά τους όρους έκδοσής τους ότι η κτήση τίτλου ενός είδους ή μιας κατηγορίας επιτρέπεται μόνο με την προϋπόθεση ταυτόχρονης κτήσης ορισμένου αριθμού εκδιδόμενων τίτλων άλλου είδους ή άλλης κατηγορίας. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να προβλέπεται στο καταστατικό, σε σχέση με μετοχές ή ιδρυτικούς τίτλους, ή στους όρους έκδοσης τίτλων κτήσης μετοχών ή στο πρόγραμμα έκδοσης ομολογιών, ότι μέχρι την επέλευση ορισμένης προθεσμίας ή μέχρι την πλήρωση ορισμένης αίρεσης ή για όλη τη διάρκεια της εταιρείας ή των οικείων τίτλων, οι ανωτέρω τίτλοι μπορούν να διατεθούν (μεταβιβασθούν ή επιβαρυνθούν) μόνο από κοινού.

4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων για την κοινωνία, το ενέχυρο και την επικαρπία και εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στο καταστατικό, οι τίτλοι εκδίδονται και μεταβιβάζονται μόνο με το σύνολο των δικαιωμάτων που περιλαμβάνουν και δεν επιτρέπεται η χωριστή διάθεση ορισμένων δικαιωμάτων.

5. Το καταστατικό ή, κατά περίπτωση, οι όροι έκδοσης των οικείων τίτλων μπορούν να αποκλίνουν από τη διάταξη της παρ. 4. Επί μετοχών το καταστατικό μπορεί να επιτρέπει τη χωριστή διάθεση μόνο του δικαιώματος απόληψης κερδών, για χρονική διάρκεια που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη από τη διάθεση του δικαιώματος.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΜΕΤΟΧΕΣ
Αρθρο 34
Διαίρεση του κεφαλαίου σε μετοχές

Το κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας διαιρείται σε μετοχές. Οι μετοχές μπορούν να ενσωματώνονται σε μετοχικούς τίτλους μιας ή περισσότερων μετοχών ή, με τις προϋποθέσεις του νόμου, να είναι άυλες.


Αρθρο 35
Ονομαστική αξία μετοχών

1. Η ονομαστική αξία κάθε μετοχής δεν μπορεί να ορισθεί σε ποσό κατώτερο των τεσσάρων λεπτών (0,04) του ευρώ ούτε ανώτερο των εκατό (100) ευρώ. Η ονομαστική αξία των μετοχών πρέπει να είναι η ίδια για όλες τις μετοχές. Κατ’ εξαίρεση, μετοχές που ανήκουν σε μια σειρά ή κατηγορία μπορούν να έχουν διαφορετική ονομαστική αξία από τις άλλες.

2. Απαγορεύεται η έκδοση μετοχών σε τιμή κατώτερη του αρτίου.

3. Η διαφορά που προκύπτει από την έκδοση μετοχών σε τιμή ανώτερη του αρτίου δεν μπορεί να διατεθεί για πληρωμή μερισμάτων ή ποσοστών, μπορεί όμως να κεφαλαιοποιηθεί.


Άρθρο 36
Αρχή της ισότητας

1. Με εξαίρεση τις μετοχές που εκδίδονται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 38, κάθε μετοχή παρέχει δικαίωμα ψήφου. Όλα τα δικαιώματα των μετόχων που απορρέυον από την μετοχή με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 38, είναι υποχρεωτικά ανάλογα προς το ποσοστό του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει η μετοχή. Σε περίπτωση περισσότερων κατηγοριών μετοχών η αρχή της ισότητας αφορά όλες τις μετοχές της ίδιας κατηγορίας.

2. Η εταιρεία διασφαλίζει την ίση μεταχείριση όλων των μετόχων που βρίσκονται στην ίδια θέση.


Άρθρο 37
Κοινές μετοχές

1. Οι εκδιδόμενες από την εταιρεία μετοχές είναι κοινές, εφόσον δεν ανήκουν σε ειδικά ρυθμιζόμενη στον παρόντα νόμο κατηγορία.

2. Η εταιρεία πρέπει να έχει μία τουλάχιστον κοινή μετοχή.

3. Οι κοινές μετοχές παρέχουν όλα τα δικαιώματα που προβλέπει ο νόμος, εκτός από εκείνα που προβλέπονται για ορισμένες κατηγορίες μετοχών. Σε κάθε περίπτωση οι κοινές μετοχές παρέχουν δικαίωμα ψήφου και δικαίωμα απόληψης των κερδών και του προϊόντος της εκκαθάρισης της εταιρείας.


Άρθρο 38
Προνομιούχες μετοχές

1. Επιτρέπεται να ορίζεται με διατάξεις του καταστατικού προνόμιο υπέρ μετοχών. Το προνόμιο αυτό συνίσταται στη μερική ή ολική απόληψη, πριν από τις κοινές μετοχές, του διανεμόμενου μερίσματος, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του καταστατικού, και στην προνομιακή απόδοση του του κεφαλαίου που καταβλήθηκε από τους κατόχους των προνομιούχων μετοχών από το προϊόν μείωσης του κεφαλαίου ή της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής τούτων στα υπέρ το άρτιο ποσά, που είχαν τυχόν καταβληθεί Επίσης, το καταστατικό επιτρέπεται να ορίζει ότι σε περίπτωση μη διανομής μερίσματος σε μια ή περισσότερες χρήσεις, το προνόμιο υπέρ των μετοχών αφορά την προνομιακή καταβολή μερισμάτων και για τις χρήσεις κατά τις οποίες δεν έγινε διανομή μερίσματος.

2. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι οι προνομιούχες μετοχές παρέχουν σταθερό μέρισμα ή ότι συμμετέχουν εν μέρει μόνο στα κέρδη της εταιρείας. Χορήγηση άλλων προνομίων περιουσιακής φύσης, συμπεριλαμβανομένης της απόληψης ορισμένου τόκου ή της συμμετοχής, κατά προτεραιότητα, σε κέρδη από ορισμένη εταιρική δραστηριότητα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο καταστατικό, δεν αποκλείεται. Το καταστατικό, ομοίως, μπορεί να ορίζει ότι η απόληψη ορισμένου τόκου μπορεί να γίνει, με την προϋπόθεση ότι οι προνομιούχες μετοχές δεν θα συμμετέχουν στα κέρδη της εταιρείας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που καθορίζεται κατά την έκδοσή τους. Τα δικαιώματα που παρέχουν οι προνομιούχες μετοχές υπόκεινται στους περιορισμούς του άρθρου 159. Προνομιούχες μετοχές της ίδιας σειράς έκδοσης παρέχουν τα ίδια δικαιώματα.

3. Οι προνομιούχες μετοχές μπορούν επίσης να εκδοθούν και ως μετατρέψιμες σε κοινές μετοχές ή σε προνομιούχες μετοχές άλλης κατηγορίας. Η μετατροπή γίνεται είτε υποχρεωτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού είτε με άσκηση σχετικού δικαιώματος του μετόχου, που έχει προβλεφθεί στο αρχικό καταστατικό ή την απόφαση για έκδοση των μετοχών. Οι όροι και οι προθεσμίες της μετατροπής ορίζονται στο καταστατικό. Το δικαίωμα της μετατροπής ασκείται από τον προνομιούχο μέτοχο ατομικά με δήλωση του προς την εταιρεία και η μετατροπή ισχύει από τη λήψη της δήλωσης αυτής, εκτός αν το καταστατικό προβλέπει άλλο χρονικό σημείο.

4. Οι προνομιούχες μετοχές μπορούν να εκδοθούν και χωρίς δικαίωμα ψήφου ή με δικαίωμα ψήφου περιοριζόμενο σε ορισμένα ζητήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού. Έκδοση μετοχών με πολλαπλό δικαίωμα ψήφου δεν επιτρέπεται.

5. Τα προνόμια που παρέχουν οι προνομιούχες μετοχές και ο περιορισμός του δικαιώματος ψήφου μπορούν να μεταβάλλονται στο χρόνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού. Τα προνόμια όμως μένουν σταθερά κατά το διάστημα της κάθε εταιρικής χρήσης.

6. Έκδοση νέων προνομιούχων μετοχών είναι δυνατή μόνο με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και με τους όρους των άρθρων 25 παρ. 3 και 4 και 26 παρ. 1.

7. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης που αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και με τους όρους των παρ. 3 και 4 του άρθρου 25 μπορεί να αποφασίζεται η τροπή μέρους των κοινών μετοχών σε προνομιούχες, τηρουμένης σε κάθε περίπτωση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των μετόχων. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται αναλόγως στην περίπτωση μετατροπής προνομιούχων μετοχών σε προνομιούχες μετοχές άλλης κατηγορίας.

8. Κατάργηση ή περιορισμός του προνομίου από την εταιρεία επιτρέπεται μόνο ύστερα από απόφαση, που λαμβάνεται σε ιδιαίτερη γενική συνέλευση των προνομιούχων μετόχων, στους οποίους αφορά το προνόμιο, με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του εκπροσωπούμενου προνομιούχου κεφαλαίου. Για τη σύγκληση της γενικής αυτής συνέλευσης, τη συμμετοχή σε αυτήν, την παροχή πληροφοριών, την ψηφοφορία, καθώς και την ακυρότητα ή την ακύρωση των αποφάσεών της, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές με τη γενική συνέλευση των μετόχων διατάξεις του νόμου. Για τη μετατροπή των προνομιούχων μετοχών, που δεν έχουν εκδοθεί ως μετατρέψιμες κατά την παρ. 3, σε κοινές απαιτείται, εκτός από την απόφαση των προνομιούχων μετόχων του πρώτου εδαφίου και απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων που κατέχουν κοινές μετοχές, η οποία λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του εκπροσωπούμενου κοινού κεφαλαίου. Η, κατά τα ανωτέρω, γενική συνέλευση των μετόχων που κατέχουν προνομιούχες και κοινές μετοχές, βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 130.

9. Αν για τις προνομιούχες μετοχές εκδίδονται τίτλοι, πρέπει να αναγράφονται σ' αυτούς οι λέξεις «Προνομιούχος Μετοχή» καθώς και τα κύρια χαρακτηριστικά τους, όπως ιδίως «μετατρέψιμη» και «μετά» ή «άνευ ψήφου».


Άρθρο 39
Εξαγοράσιμες μετοχές


1. Το καταστατικό μπορεί να επιτρέπει την αύξηση κεφαλαίου με έκδοση εξαγοράσιμων μετοχών. Οι μετοχές αυτές μπορούν να εκδίδονται και ως προνομιούχες μετοχές με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38. Η εξαγορά γίνεται με δήλωση της εταιρείας ή του μετόχου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο καταστατικό, και είναι έγκυρη μόνο με καταβολή του αντιτίμου της εξαγοράς κατά τα προβλεπόμενα στο καταστατικό.

2. Για την αύξηση του κεφαλαίου και την έκδοση των εξαγοράσιμων μετοχών, καθώς και για τον ενδεχόμενο αποκλεισμό του δικαιώματος προτίμησης, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 23 έως και 27.

3. Η δυνατότητα εξαγοράς τελεί με τις εξής προϋποθέσεις:
α) η εξαγορά πρέπει να επιτρέπεται από το καταστατικό πριν από την ανάληψη των
μετοχών που μπορούν να εξαγορασθούν.
β) οι προς εξαγορά μετοχές πρέπει να έχουν πλήρως εξοφληθεί.
γ) η εξαγορά μπορεί να γίνει με τη χρησιμοποίηση μόνο ποσών, που επιτρέπεται να διανεμηθούν σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 159 και 160, ή του προϊόντος νέας έκδοσης μετοχών που πραγματοποιήθηκε με σκοπό την εξαγορά αυτή, ή και ποσών που απελευθερώνονται με μείωση του κεφαλαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 29 επ.
δ) ποσό ίσο με την ονομαστική αξία όλων των μετοχών που εξαγοράστηκαν πρέπει να αποτελέσει μέρος αποθεματικού, το οποίο δεν μπορεί, εκτός από την περίπτωση μείωσης του καλυφθέντος κεφαλαίου, να διανεμηθεί στους μετόχους. Το αποθεματικό αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την αύξηση του καλυφθέντος κεφαλαίου με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών. Τα προηγούμενα εδάφια δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που η εξαγορά έγινε με τη χρησιμοποίηση του προϊόντος νέας έκδοσης, η οποία πραγματοποιήθηκε με σκοπό την εξαγορά αυτή, ή ποσών που απελευθερώθηκαν με μείωση του κεφαλαίου.
ε) όταν, λόγω της εξαγοράς, προβλέπεται η καταβολή πρόσθετου ποσού στους μετόχους, το ποσό αυτό δεν μπορεί να καταβληθεί παρά μόνο από τα ποσά που επιτρέπεται να διανεμηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 159 και 160, ή με μείωση του κεφαλαίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 29 επ. ή από αποθεματικό, διαφορετικό από το προβλεπόμενο στην προηγούμενη περίπτ. δ', το οποίο δεν μπορεί, εκτός από την περίπτωση μείωσης του καλυφθέντος κεφαλαίου, να διανεμηθεί στους μετόχους. Το αποθεματικό αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την αύξηση του καλυφθέντος κεφαλαίου με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών, για την κάλυψη των εξόδων που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 5 ή των εξόδων έκδοσης μετοχών ή ομολογιών ή για την καταβολή πρόσθετου ποσού στους κατόχους των μετοχών ή των ομολογιών που πρέπει να εξαγορασθούν.
στ) η εξαγορά υποβάλλεται σε δημοσιότητα.

4. Η δήλωση των μετόχων που κατέχουν εξαγοράσιμες μετοχές για την εξαγορά των μετοχών τους είναι υποχρεωτική για την εταιρεία μόνο αν κατά τον χρόνο λήψης της δήλωσης από την εταιρεία υπάρχουν ποσά που επιτρέπεται να διανεμηθούν σύμφωνα με τα άρθρα 159 και 160 και είναι επαρκή για την ικανοποίηση της δήλωσης, πληρούνται δε και άλλοι όροι που τάσσει το καταστατικό. Σε διαφορετική περίπτωση η δήλωση δεν παράγει αποτελέσματα.

5. Οι εξαγοραζόμενες μετοχές υπόκεινται στο καθεστώς των ιδίων μετοχών κατά τις διατάξεις των άρθρων 49 και 50.
 

6. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία μπορεί να αποφασίζεται η τροπή μέρους των υφιστάμενων μετοχών σε εξαγοράσιμες, τηρουμένης σε κάθε περίπτωση της αρχής της ισότιμης μεταχείρισης των μετόχων. Αν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών, η

απόφαση της γενικής συνέλευσης για την τροπή υφιστάμενων μετοχών σε εξαγοράσιμες υπόκειται στην έγκριση της κατηγορίας ή των κατηγοριών μετοχών που θίγονται από την απόφαση αυτή, με ανάλογη εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 29.


Άρθρο 40
Ονομαστικές μετοχές - Μετοχικοί τίτλοι


1. Οι μετοχές της εταιρείας είναι ονομαστικές. Οι ανώνυμες μετοχές που υφίστανται κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου υπόκεινται στις ρυθμίσεις του άρθρου 184.

2. Η εταιρεία οφείλει να τηρεί βιβλίο μετόχων. Στο βιβλίο αυτό καταχωρίζονται οι μέτοχοι, με αναγραφή του ονοματεπωνύμου ή της εταιρικής επωνυμίας και της διεύθυνσης ή της έδρας τους, καθώς και του επαγγέλματος και της εθνικότητας του κάθε μετόχου. Σε κάθε περίπτωση αναγράφεται ο αριθμός και η κατηγορία των μετοχών, που κατέχει κάθε μέτοχος. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει την ηλεκτρονική τήρηση του βιβλίου ή και την τήρησή του από κεντρικό αποθετήριο τίτλων, πιστωτικό ίδρυμα ή από επιχείρηση επενδύσεων, που έχουν το δικαίωμα να φυλάσσουν χρηματοπιστωτικά μέσα. Ως μέτοχος έναντι της εταιρείας θεωρείται ο εγγεγραμμένος στο βιβλίο αυτό.

3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αποϋλοποίηση των μετοχών και των οριζομένων στις παρ. 4, 5, 6 και 7 του παρόντος άρθρου, η εταιρεία υποχρεούται να εκδώσει και να παραδώσει στους μετόχους μετοχικούς τίτλους. Οι τίτλοι αυτοί μπορεί να είναι απλοί ή πολλαπλοί. Αν έχουν εκδοθεί πολλαπλοί τίτλοι, ύστερα από αίτηση κάθε μετόχου, η εταιρεία υποχρεούται να αντικαταστήσει τους υπάρχοντες τίτλους με νέους, που ενσωματώνουν μικρότερο αριθμό μετοχών.

4. Το καταστατικό μπορεί να αποκλείει ή να περιορίζει την υποχρέωση της εταιρείας να εκδίδει μετοχικούς τίτλους. Στην περίπτωση αυτή το καταστατικό ορίζει τον τρόπο απόδειξης της μετοχικής ιδιότητας, προκειμένου να ασκηθούν τα δικαιώματα από τις μετοχές. Αν το καταστατικό δεν περιέχει σχετικό όρο, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση που δεν εκδίδονται μετοχικοί τίτλοι, η απόδειξη της μετοχικής ιδιότητας γίνεται με βάση τα στοιχεία του βιβλίου που τηρείται κατά την παρ. 2 και, αν παρίσταται ανάγκη, με τα έγγραφα που κατέχει ο μέτοχος.

5. Οι μετοχές της εταιρείας μπορεί να τηρούνται σε λογιστική μορφή, ύστερα από αποϋλοποίηση ή ακινητοποίηση σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 και τα ειδικότερα προβλεπόμενα στις κείμενες διατάξεις. Το καταστατικό της εταιρείας προβλέπει τον εκ των ανωτέρω ειδικότερο τρόπο έκδοσης και τήρησης των μετοχών της σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων.

6. Σε περίπτωση μετοχών που έχουν εκδοθεί σε λογιστική μορφή κατά την παρ. 6, μέτοχος έναντι της εταιρείας θεωρείται ο εγγεγραμμένος στο μητρώο κεντρικού αποθετηρίου τίτλων ή ο ταυτοπο ιού μένος ως τέτοιος μέσω των εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών.


Άρθρο 41
Μεταβίβαση των μετοχών με ειδική διαδοχή


1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 43 και 44, οι μετοχές είναι ελεύθερα μεταβιβάσιμες. Το ίδιο ισχύει και κατά το στάδιο της εκκαθάρισης ή υπαγωγής της εταιρείας σε συλλογική διαδικασία.

2. Η μεταβίβαση των μετοχών γίνεται με καταχώριση στο βιβλίο μετόχων, που τηρείται σύμφωνα με παρ. 2 του άρθρου 40. Η καταχώριση χρονολογείται και υπογράφεται από τον μεταβιβάζοντα μέτοχο και τον αποκτώντα ή τους πληρεξουσίους τους. Δεν απαιτείται υπογραφή της καταχώρισης, αν η εταιρεία λάβει αντίγραφο της σύμβασης μεταβίβασης μετοχών με τις υπογραφές των μερών ή πληροφορηθεί την κατάρτισή της με άλλο τρόπο που προβλέπεται στο καταστατικό. Επίσης, δεν απαιτείται υπογραφή της καταχώρισης σε περίπτωση τήρησης του βιβλίου σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 40. Ύστερα από κάθε μεταβίβαση εκδίδεται νέος τίτλος ή επισημειώνονται από την εταιρεία επί του υπάρχοντος τίτλου, εφόσον έχει εκδοθεί, η μεταβίβαση που έγινε και τα στοιχεία του αποκτώντος που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο.

3. Κατά παρέκκλιση της παρ. 2, η μεταβίβαση μετοχών σε λογιστική μορφή γίνεται μέσω λογαριασμών αξιών που τηρούνται σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή διαμεσολαβητή σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.


Άρθρο 42
Μεταβίβαση των μετοχών λόγω καθολικής διαδοχής

Σε περίπτωση καθολικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής επί μετοχών, ο διάδοχος εγγράφεται στο βιβλίο μετόχων ή στο μητρώο του κεντρικού αποθετηρίου ή στο λογαριασμό αξιών του εγγεγραμμένου διαμεσολαβητή κατά περίπτωση, μόλις προσκομιστούν με την επιμέλεια όποιου έχει έννομο συμφέρον στην εταιρεία ή, κατά περίπτωση, στο πρόσωπο που τηρεί το βιβλίο ή το μητρώο ή το λογαριασμό αξιών, τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη διαδοχή.


Άρθρο 43
Δεσμευμένες μετοχές


1. Το καταστατικό μπορεί να επιτρέπει την έκδοση δεσμευμένων μετοχών, των οποίων η μεταβίβαση εξαρτάται από την έγκριση της εταιρείας. Την έγκριση παρέχει το διοικητικό συμβούλιο ή η γενική συνέλευση κατά τις προβλέψεις του καταστατικού. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει τους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται η άρνηση της έγκρισης.

2. Το καταστατικό μπορεί να ορίσει και άλλες μορφές περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, όπως ιδίως:
α) το ανεπίτρεπτο της μεταβίβασης, αν οι μετοχές δεν προσφερθούν προηγουμένως στους λοιπούς μετόχους ή σε ορισμένους από αυτούς,
β) την υπόδειξη, εκ μέρους της εταιρείας, μετόχου ή τρίτου που θα αποκτήσει τις μετοχές, αν ο μέτοχος επιθυμεί τη μεταβίβασή τους,
γ) τον όρο ότι, προκειμένου να εγκριθεί η μεταβίβαση μετοχών σε τρίτο, ο τρίτος θα δεσμευθεί να αποκτήσει μετοχές και άλλων μετόχων, που θα προσφερθούν με τους ίδιους όρους με τους οποίους εγκρίνεται η μεταβίβαση ή και διαφορετικούς όρους, κατά τις διατάξεις του καταστατικού, ή
δ) τον όρο ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης μετοχών από μέτοχο σε τρίτο, οι λοιποί μέτοχοι θα υποχρεούνται να μεταβιβάσουν και αυτοί στον τρίτο ποσοστό αντίστοιχο μετοχών σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού.
Το καταστατικό πρέπει να ορίζει τη διαδικασία, τους όρους και την προθεσμία, μέσα στην οποία η εταιρεία εγκρίνει τη μεταβίβαση ή προβαίνει στην υπόδειξη αγοραστή. Αν παρέλθει η προθεσμία αυτή, η μεταβίβαση των μετοχών είναι ελεύθερη. Οι περιορισμοί της παρούσας παραγράφου δεν επιτρέπεται να καθιστούν τη μεταβίβαση αδύνατη. Μεταβιβάσεις κατά παράβαση των διατάξεων του καταστατικού είναι άκυρες.

3. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι στις περιπτώσεις της παρ.2, αν η εταιρεία αρνηθεί να εγκρίνει τη μεταβίβαση των μετοχών ή δεν δίνει απάντηση στο μέτοχο μέσα στην προβλεπόμενη από το καταστατικό προθεσμία, υποχρεούται η εταιρεία, ύστερα από αίτηση του μετόχου και μέσα σε τρεις (3) μήνες από την υποβολή της, να εξαγοράσει τις μετοχές σύμφωνα με το άρθρο 45. Η προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 45 αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου.

4. Οι περιορισμοί στη μεταβίβαση δεν ισχύουν σε περίπτωση θανάτου, κατάσχεσης, πτώχευσης ή υπαγωγής του μετόχου σε άλλη συλλογική διαδικασία εκποίησης της περιουσίας του. Όμως το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι στις περιπτώσεις αυτές οι μετοχές εξαγοράζονται από πρόσωπο που υποδεικνύει η εταιρεία, αντί πλήρους τιμήματος που προσδιορίζει το δικαστήριο με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η υπόδειξη πρέπει να γίνει μέσα σε ένα (1) μήνα από τότε που η εταιρεία λάβει γνώση του περιστατικού και πρέπει να γνωστοποιείται κατά περίπτωση στον μέτοχο, τον κληρονόμο ή κληροδόχο, τον δανειστή, το σύνδικο ή το όργανο της άλλης συλλογικής διαδικασίας. Το καταστατικό μπορεί επίσης να προβλέπει ότι οι λοιποί μέτοχοι έχουν δικαίωμα προτίμησης στην εξαγορά κατά την αναλογία τους στο λοιπό κεφάλαιο της εταιρείας.

5. Το όργανο, που λαμβάνει την απόφαση έκδοσης ομολογιακού δανείου με ονομαστικές, μετατρέψιμες ή ανταλλάξιμες ομολογίες, μπορεί να αποφασίσει την εφαρμογή στις εκδιδόμενες ομολογίες των περιορισμών που αφορούν τη μεταβίβαση των μετοχών. Μεταβιβάσεις ομολογιών κατά παράβαση των περιορισμών αυτών είναι άκυρες.


Άρθρο 44
Δικαίωμα προαίρεσης


1. Συμφωνίες με τις οποίες παρέχεται δικαίωμα προαίρεσης για μεταβίβαση ή απόκτηση μετοχών μη εισηγμένων σε ρυθμιζόμενη αγορά μπορούν να καταγραφούν στο βιβλίο μετόχων ή, επί άυλων μετοχών, στο μητρώο, με επιμέλεια των μερών. Αν το διοικητικό συμβούλιο ή ο τηρών το μητρώο βεβαιωθεί ότι ασκήθηκε το δικαίωμα προαίρεσης και αποδεικνύεται ότι εκπληρώθηκαν τυχόν προϋποθέσεις ή διατυπώσεις άσκησής του (συμπεριλαμβανομένης της καταβολής του τυχόν προβλεπόμενου τιμήματος] οφείλει να καταχωρίσει αμελλητί στο βιβλίο ή στο μητρώο τη μεταβολή του μετόχου, κατά παρέκκλιση του άρθρου 41.

2. Στην συμφωνία της παρ. 1 μπορεί να τεθεί ρήτρα ότι μέχρι την άσκηση ή την απόσβεση του δικαιώματος προαίρεσης δεν επιτρέπεται να λάβει χώρα μεταβίβαση
των μετοχών. Έναντι τρίτων όμως η ρήτρα αυτή ισχύει μόνο αν έχει ειδικά μνημονευθεί στο βιβλίο μετόχων ή το μητρώο.


Άρθρο 45
Δικαίωμα της μειοψηφίας να ζητήσει την εξαγορά των μετοχών της από την εταιρεία


1. Ένας ή περισσότεροι μέτοχοι μπορούν, για τους λόγους που ορίζονται στην παρ. 2, να ζητήσουν με αγωγή από το δικαστήριο την εξαγορά των μετοχών τους από την εταιρεία, αν για τους λόγους αυτούς η παραμονή τους σε αυτήν καθίσταται, κατά τρόπο προφανή, ιδιαίτερα ασύμφορη. Το δικαίωμα αυτό υφίσταται με την προϋπόθεση ότι οι μέτοχοι που ζητούν την εξαγορά παρέστησαν στη γενική συνέλευση και αντιτάχθηκαν στη λήψη της σχετικής απόφασης, εκτός αν, στην περίπτ. γ' της παρ. 2, ο λόγος εξαγοράς δεν σχετίζεται με τέτοια απόφαση.

2. Εξαγορά μπορεί να ζητηθεί:
α) αν η γενική συνέλευση αποφάσισε τη μεταφορά της έδρας της εταιρείας σε άλλο κράτος,
β) αν η γενική συνέλευση αποφάσισε την εισαγωγή περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών ή την αλλαγή του σκοπού της εταιρείας, ή
γ) σε άλλες περιπτώσεις που προβλέπει το καταστατικό, επφόσον προβλέπει και σχετική προθεσμία για την άσκηση της αγωγής της παρ. 1.

3. Η αγωγή της παρ. 1 μπορεί να ασκηθεί μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη συντέλεση της σχετικής τροποποίησης του καταστατικού. Στην περίπτ. γ' της παρ. 2 η αγωγή ασκείται εντός της προθεσμίας που προβλέπει το καταστατικό.

4. Το δικαστήριο, που δικάζει και δέχεται την αγωγή, ορίζει το αντάλλαγμα της εξαγοράς, που πρέπει να είναι δίκαιο και να ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία των μετοχών, καθώς και τους όρους καταβολής του. Για τον προσδιορισμό της αξίας, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, που διενεργείται από τα πρόσωπα της παρ. 3 του άρθρου 17. Αν οι μέτοχοι που ζήτησαν την εξαγορά δεν αποδέχονται το τίμημα που προσδιορίζεται κατά τα ανωτέρω, μπορούν να αρνηθούν την εξαγορά, επιβαρύνονται όμως με τα έξοδα της δίκης για τον προσδιορισμό της αξίας των μετοχών τους.

5. Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη λύση της εταιρείας αν η εξαγορά που διατάσσεται, κατά το παρόν άρθρο, δεν ολοκληρωθεί μέσα σε ορισμένη προθεσμία, εξαιτίας πταίσματος του υπόχρεου σε εξαγορά.

6. Στις ανωτέρω περιπτώσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 4 έως 7 του άρθρου 49 και του άρθρου 50.

7. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται επί εταιρειών των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ΠΜΔ.


Άρθρο 46
Δικαίωμα της μειοψηφίας για εξαγορά των μετοχών της από τον πλειοψηφούντα μέτοχο



1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη δημόσια πρόταση αγοράς κινητών αξιών, αν ένας μέτοχος απέκτησε μετά την ίδρυση της εταιρείας και διατηρεί τουλάχιστον το ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) του κεφαλαίου της, ένας ή περισσότεροι από τους λοιπούς μετόχους μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο με αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ετών από τότε που ο μέτοχος απέκτησε το παραπάνω ποσοστό, την εξαγορά της συμμετοχής τους από το μέτοχο αυτόν. Στο ποσοστό του κεφαλαίου της εταιρείας που κατέχει ο παραπάνω μέτοχος συνυπολογίζονται τα ποσοστά που κατέχουν: α) συνδεδεμένες με αυτόν επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014, και β) τα στενά μέλη οικογένειας αυτού, όπως αυτά ορίζονται στο Παράρτημα Α του ν. 4308/2014.

2. Στην εξαγορά τους παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 45.


Άρθρο 47
Εξαγορά των μετοχών της μειοψηφίας από τον πλειοψηφούντα μέτοχο


1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη δημόσια πρόταση αγοράς κινητών αξιών, αν ένας μέτοχος απέκτησε μετά την ίδρυση της εταιρείας και διατηρεί το ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) τουλάχιστον του κεφαλαίου της μπορεί να εξαγοράσει τις μετοχές των μειοψηφούντων μετόχων έναντι ανταλλάγματος, που πρέπει να ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία των μετοχών αυτών. Το δικαίωμα αυτό ασκείται μέσα σε πέντε (5) έτη από τότε που ο πλειοψηφών μέτοχος απέκτησε το παραπάνω ποσοστό.

2. Στον έλεγχο των προϋποθέσεων άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς και στον προσδιορισμό του ανταλλάγματος προβαίνει, ύστερα από αίτηση του πλειοψηφούντος μετόχου, το δικαστήριο με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Ο αϊτών υποβάλλει στο δικαστήριο έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συντάσσεται από τα πρόσωπα της παρ. 3 του άρθρου 17. Τα πρόσωπα αυτά ορίζει ο αϊτών. Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας υποχρεούται να παράσχει στα πρόσωπα αυτά όλα τα αναγκαία οικονομικά στοιχεία. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την έκθεση των πραγματογνωμόνων.

3. Ο πλειοψηφών μέτοχος οφείλει να παρακαταθέσει το συνολικό αντάλλαγμα, που αντιστοιχεί στις μετοχές της μειοψηφίας, σε πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο αναλαμβάνει να καταβάλει το αντάλλαγμα στους δικαιούχους μετόχους, ύστερα από έλεγχο της νομιμοποίησής τους. Η καταβολή γίνεται με την παράδοση των μετοχικών τίτλων, εφόσον έχουν εκδοθεί. Το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να επιφυλαχθεί του δικαιώματος να παρακαταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το μέρος του ανταλλάγματος που δεν αναζητήθηκε για διάστημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Η ανωτέρω παρακατάθεση συνοδεύεται από τη δικαστική απόφαση της παρ. 2 και αντίγραφο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Οι μειοψηφούντες μέτοχοι δικαιούνται να λάβουν αντίγραφα των παραπάνω εγγράφων έναντι του κόστους αυτών.

4. Η άσκηση του δικαιώματος της παρ. 1 γίνεται, με ποινή ακυρότητας, με σχετική δημόσια δήλωση, που περιλαμβάνει:
α) την επωνυμία της εταιρείας, τα στοιχεία αυτού που ασκεί το δικαίωμα και το ποσοστό που ο τελευταίος έχει στην εταιρεία,

β) τα στοιχεία και το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης για τη διαπίστωση των προϋποθέσεων άσκησης του δικαιώματος και τον προσδιορισμό του ανταλλάγματος, και
γ) τα στοιχεία του πιστωτικού ιδρύματος όπου έχει γίνει η παρακατάθεση του ανταλλάγματος και από το οποίο οι μέτοχοι της μειοψηφίας μπορούν να εισπράξουν το αντάλλαγμα, καθώς και τις τυχόν προϋποθέσεις για την είσπραξη αυτού. Ιδιαίτερα, πρέπει να επισημαίνεται η δυνατότητα του πιστωτικού ιδρύματος να παρακαταθέσει το αντάλλαγμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

5. Η δήλωση της παρ. 4 υποβάλλεται σε δημοσιότητα. Από την ημερομηνία της δημοσίευσης, οι μετοχές των μειοψηφούντων μετόχων περιέρχονται αυτοδικαίως στον πλειοψηφούντα μέτοχο, και οι πρώτοι μπορούν να εισπράξουν αμέσως το αντάλλαγμα. Αν έχουν εκδοθεί μετοχικοί τίτλοι, μέχρι την παράδοσή τους κατά την παρ. 3 ενσωματώνουν μόνο το δικαίωμα λήψης του ανταλλάγματος.

6. Αν τα στοιχεία των μετόχων της μειοψηφίας είναι γνωστά, η δήλωση της παρ. 5 μπορεί να αντικατασταθεί με ατομική γνωστοποίηση προς αυτούς, με τρόπο που αποδεικνύει την παραλαβή της. Στην περίπτωση αυτή, η μεταβίβαση των μετοχών κάθε μετόχου επέρχεται κατά το χρόνο της τελευταίας γνωστοποίησης, η οποία πρέπει να συντελεσθεί μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την πρώτη. Σχετική ειδοποίηση για το χρόνο της πρώτης και της τελευταίας γνωστοποίησης γίνεται με νέα δήλωση του μετόχου που ασκεί το δικαίωμα εξαγοράς με τον ίδιο τρόπο.

7. Η μεταβίβαση των μετοχών δεν κωλύεται από τυχόν άσκηση ενδίκων μέσων, αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης ή τριτανακοπής κατά της απόφασης που διαπίστωσε τις προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς και όρισε το αντάλλαγμα. Στην περίπτωση αυτή, αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται.


Άρθρο 48
Ίδιες μετοχές - πρωτότυπη κτήση


1. Η εταιρεία δεν επιτρέπεται να προβεί σε κάλυψη δικών της μετοχών.

2. Σε περίπτωση που τις μετοχές της εταιρείας ανέλαβε πρόσωπο που ενεργεί στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό της εταιρείας, θεωρείται ότι το πρόσωπο αυτό τις ανέλαβε για δικό του λογαριασμό.

3. Κατά τη σύσταση της εταιρείας οι ιδρυτές και, σε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, υποχρεούνται να καταβάλουν την αξία των μετοχών που έχουν αναληφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Οι πιο πάνω ιδρυτές ή μέλη του διοικητικού συμβουλίου απαλλάσσονται από αυτή την υποχρέωση αν αποδείξουν ότι δεν τους βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα.


Άρθρο 49
Ίδιες μετοχές - παραγωγή κτήση


1. Με την επιφύλαξη της αρχής της ίσης μεταχείρισης των μετόχων που βρίσκονται στην ίδια θέση και των διατάξεων για την κατάχρηση της αγοράς, η εταιρεία μπορεί, η ίδια ή με πρόσωπο το οποίο ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της, να αποκτήσει μετοχές της που έχουν ήδη εκδοθεί, μόνο όμως ύστερα από έγκριση της γενικής συνέλευσης, η οποία ορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις των προβλεπόμενων αποκτήσεων και, ιδίως, τον ανώτατο αριθμό μετοχών που είναι δυνατόν να αποκτηθούν, τη διάρκεια για την οποία χορηγείται η έγκριση, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες και, σε περίπτωση απόκτησης από επαχθή αιτία, τα κατώτατα και ανώτατα όρια της αξίας απόκτησης. Η απόφαση της γενικής συνέλευσης υποβάλλεται σε δημοσιότητα.

2. Οι αποκτήσεις της παρ. 1 γίνονται με ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου, με τις εξής προϋποθέσεις:
α) Η ονομαστική αξία των μετοχών που αποκτήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών τις οποίες είχε αποκτήσει προηγουμένως η εταιρεία και διατηρεί, και των μετοχών τις οποίες απέκτησε πρόσωπο, το οποίο ενεργούσε στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της εταιρείας, δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνει το ένα δέκατο (1/10) του καταβεβλημένου κεφαλαίου.
β) Η απόκτηση μετοχών, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών τις οποίες είχε αποκτήσει προηγουμένως η εταιρεία και διατηρεί, και των μετοχών τις οποίες απέκτησε πρόσωπο, το οποίο ενεργούσε στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της εταιρείας, δεν επιτρέπεται να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε ποσό κατώτερο του οριζομένου της παρ. 1 του άρθρου 159.
γ) Η συναλλαγή μπορεί να αφορά μόνο μετοχές που έχουν εξοφληθεί πλήρως.

3. Η περίπτ. α' της παρ. 2 δεν εφαρμόζεται προκειμένου για μετοχές που αποκτώνται είτε από την ίδια την εταιρεία είτε από πρόσωπο το οποίο ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της με σκοπό να διανεμηθούν στο προσωπικό της εταιρείας ή στο προσωπικό εταιρείας συνδεδεμένης με αυτή κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014. Η διανομή των μετοχών του προηγούμενου εδαφίου πραγματοποιείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 113 και 114, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δώδεκα (12) μηνών από το χρόνο απόκτησης των μετοχών αυτών, μετά την πάροδο της οποίας έχει εφαρμογή η διάταξη της παρ. 5 του παρόντος άρθρου.

4. Οι παρ. 1 και 2 δεν εφαρμόζονται:
α) στις μετοχές που αποκτήθηκαν σε εκτέλεση απόφασης για μείωση του κεφαλαίου ή ως συνέπεια εξαγοράς μετοχών,
β) στις μετοχές που αποκτήθηκαν ύστερα από καθολική μεταβίβαση περιουσίας, γ) στις μετοχές που εξοφλήθηκαν πλήρως και έχουν αποκτηθεί από χαριστική αιτία ή έχουν αποκτηθεί από πιστωτικά ιδρύματα και άλλους πιστωτικούς οργανισμούς ως προμήθεια για αγορά,
δ) στις μετοχές που αποκτήθηκαν με βάση υποχρέωση που προκύπτει από το νόμο ή δικαστική απόφαση με σκοπό την προστασία των μειοψηφούντων μετόχων, κυρίως σε περίπτωση συγχώνευσης με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 75 κ.ν. 2190/1920 (Α'37/1963), αλλαγής του σκοπού ή της μορφής της εταιρείας, μεταφοράς της έδρας στο εξωτερικό ή επιβολής περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, καθώς και στις μετοχές που αποκτήθηκαν με σκοπό την ικανοποίηση υποχρεώσεων της εταιρείας από ανταλλάξιμο ομολογιακό δάνειο, και
ε) στις μετοχές που εξοφλήθηκαν πλήρως και αποκτήθηκαν με πλειστηριασμό μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης που πραγματοποιήθηκε για την ικανοποίηση αξίωσης της εταιρείας έναντι του κυρίου των μετοχών αυτών.
Οι αποκτήσεις κατά τις περιπτώσεις αυτές, συμπεριλαμβανομένων των αποκτήσεων που έγιναν σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2, δεν επιτρέπεται να έχουν ως αποτέλεσμα τη
μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε ποσό κατώτερο του οριζομένου στην παρ. 1 του άρθρου 159.

5. Οι μετοχές, που αποκτήθηκαν στις περίπτ. β' έως ε', της παρ. 4 , πρέπει να μεταβιβασθούν μέσα σε προθεσμία τριών (3) ετών το αργότερο από το χρόνο της απόκτησής τους, εκτός αν η ονομαστική αξία των μετοχών αυτών, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών που η εταιρεία μπορεί να έχει αποκτήσει από πρόσωπο το οποίο ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της, δεν υπερβαίνει το ένα δέκατο (1/10) του καταβεβλημένου κεφαλαίου.

6. Οι μετοχές που δεν μεταβιβάζονται στην προθεσμία που ορίζεται στην παρ. 5 ακυρώνονται. Η ακύρωση αυτή γίνεται με μείωση του κεφαλαίου κατά το αντίστοιχο ποσό, με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με απλή απαρτία και πλειοψηφία. Η μεταβίβαση των μετοχών, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να γίνει και μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται στην παρ. 5, το αργότερο μέχρι την ακύρωσή τους.

7. Οι μετοχές που αποκτήθηκαν κατά παράβαση των παρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 πρέπει να μεταβιβασθούν μέσα σε προθεσμία ενός (1) έτους από το χρόνο απόκτησής τους. Αν δεν μεταβιβασθούν στην προθεσμία αυτή, ακυρώνονται, με αντίστοιχη μείωση του κεφαλαίου, όπως ορίζεται στην παρ. 6.


Άρθρο 50
Μεταχείριση των ιδίων μετοχών


1. Η κατοχή από την εταιρεία ιδίων μετοχών είτε άμεσα από την ίδια είτε μέσω προσώπου που ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της, επιφέρει την αναστολή των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις μετοχές αυτές. Ειδικότερα ισχύουν τα ακόλουθα:
α) Αναστέλλονται τα δικαιώματα παράστασης στη γενική συνέλευση και ψήφου. Οι μετοχές αυτές δεν υπολογίζονται για το σχηματισμό απαρτίας.
β) Τα μερίσματα που αντιστοιχούν στις ίδιες μετοχές προσαυξάνουν το μέρισμα των λοιπών μετόχων.
γ) Σε περίπτωση αύξησης κεφαλαίου, το δικαίωμα προτίμησης που αντιστοιχεί στις ίδιες μετοχές δεν ασκείται και προσαυξάνει το δικαίωμα των λοιπών μετόχων, εκτός αν το όργανο που αποφασίζει την αύξηση αποφασίσει τη μεταβίβαση του δικαιώματος, ολικά ή μερικά, σε πρόσωπα που δεν ενεργούν για λογαριασμό της εταιρείας. Αν η αύξηση κεφαλαίου πραγματοποιείται χωρίς καταβολή εισφορών, οι ίδιες μετοχές συμμετέχουν στην αύξηση αυτή.

2. Όταν η εταιρεία έχει αποκτήσει δικές της μετοχές είτε η ίδια είτε με πρόσωπο που ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της, πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση διαχείρισης τουλάχιστον:
α) οι λόγοι των αποκτήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της εταιρικής ΧΡήσης,
β) ο αριθμός και η ονομαστική αξία των μετοχών που αποκτήθηκαν και μεταβιβάστηκαν κατά τη διάρκεια της χρήσης, καθώς και το τμήμα του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύουν,
γ) σε περίπτωση κτήσης ή μεταβίβασης από επαχθή αιτία, η αξία των μετοχών, και
δ) ο αριθμός και η ονομαστική αξία του συνολικού αριθμού των μετοχών που κατέχονται από την εταιρεία, καθώς και το τμήμα του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύουν.


Άρθρο 51
Παροχή πιστώσεων κ.λπ. για απόκτηση ιδίων μετοχών


1. Η εταιρεία δεν επιτρέπεται, με ποινή ακυρότητας, να προβαίνει σε προκαταβολές, να χορηγεί δάνεια ή να παρέχει εγγυήσεις με σκοπό την απόκτηση των μετοχών της από τρίτους, εκτός αν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
α) Οι παραπάνω συναλλαγές πραγματοποιούνται με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου με εύλογους όρους αγοράς, ιδίως όσον αφορά τους τόκους που εισπράττει η εταιρεία και τις εγγυήσεις που λαμβάνει προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της. Η φερεγγυότητα του τρίτου ή, σε περίπτωση πολυμερών συναλλαγών, κάθε αντισυμβαλλομένου, πρέπει να ερευνάται με την προσήκουσα επιμέλεια.
β) Οι παραπάνω συναλλαγές αποφασίζοντας πριν πραγματοποιηθούν, από τη γενική συνέλευση με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, εκτός αν το καταστατικό προβλέπει υψηλότερα ποσοστά απαρτίας ή πλειοψηφίας. Το διοικητικό συμβούλιο υποβάλλει στη γενική συνέλευση γραπτή έκθεση, στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της συναλλαγής, το ενδιαφέρον που αυτή παρουσιάζει για την εταιρεία, οι όροι της συναλλαγής, οι κίνδυνοι που αυτή εμπεριέχει για τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα της εταιρείας και η τιμή στην οποία ο τρίτος θα αποκτήσει τις μετοχές. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται σε δημοσιότητα.
γ) Η συνολική χρηματοδοτική συνδρομή που παρέχεται σε τρίτους σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε ποσό κατώτερο του οριζομένου στην παρ. 1 του άρθρου 159. Για τον υπολογισμό του ποσού αυτού συνυπολογίζεται κάθε μείωση των ιδίων κεφαλαίων που ενδέχεται να έχει προκόψει με την απόκτηση, από την εταιρεία ή για λογαριασμό της, ιδίων μετοχών σύμφωνα με το άρθρο 49. Η εταιρεία συμπεριλαμβάνει στον ισολογισμό, μεταξύ των στοιχείων του παθητικού, ένα αποθεματικό μη διανεμητέο, ίσο με το ποσό της συνολικής χρηματοδοτικής συνδρομής.

2. Η παρ. 1 εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις προκαταβολών, δανείων ή εγγυήσεων που χορηγούνται από θυγατρικές εταιρείες κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 για την απόκτηση μετοχών της μητρικής από τρίτους, καθώς και από ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες, στις οποίες ομόρρυθμο μέλος είναι η ανώνυμη εταιρεία.

3. Σε περιπτώσεις όπου συμβαλλόμενοι σε συναλλαγή της παρ. 1 είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ή της μητρικής εταιρείας, κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 ή η ίδια η μητρική εταιρεία ή πρόσωπα που ενεργούν στο όνομά τους, αλλά για λογαριασμό των παραπάνω προσώπων ή της μητρικής εταιρείας, η έκθεση της περίπτ. β' της παρ. 1 πρέπει να συνοδεύεται από έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας, από την οποία εμφαίνεται ότι η συναλλαγή δεν συγκρούεται με τα συμφέροντα της εταιρείας. Στις περιπτώσεις αυτές δεν εφαρμόζεται το άρθρο 99.

4. Οι παρ. 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται στις συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο των τρεχουσών συναλλαγών των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, καθώς και στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με σκοπό την κτήση μετοχών από ή για το προσωπικό της εταιρείας ή εταιρείας συνδεδεμένης με αυτήν. Σε κάθε περίπτωση, οι συναλλαγές αυτές δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε ποσό κατώτερο του οριζομένου στην παρ. 1 του άρθρου 159.


Άρθρο 52
Αποκτήσεις ιδίων μετοχών κ,λπ. μέσω τρίτων

1. Απαγορεύεται σε ανώνυμη εταιρεία να λαμβάνει δικές της μετοχές, καθώς και μετοχές μητρικής της εταιρείας, ως ενέχυρο για την εξασφάλιση δανείων που χορηγούνται από αυτήν ή άλλων απαιτήσεών της. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τις τρέχουσες συναλλαγές πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων χρηματοδοτικών οργανισμών.

2. Η ανάληψη, η απόκτηση ή η κατοχή μετοχών ανώνυμης εταιρείας από άλλη ανώνυμη εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία ή ετερόρρυθμη κατά μετοχές εταιρεία, στην οποία η ανώνυμη εταιρεία διαθέτει, άμεσα ή έμμεσα, την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου ή στην οποία μπορεί να ασκήσει, άμεσα ή έμμεσα κυριαρχική επιρροή, θεωρείται ότι έγιναν από την ίδια την ανώνυμη εταιρεία. Το τεκμήριο αυτό ισχύει και στην περίπτωση που η άλλη εταιρεία υπόκειται στο δίκαιο τρίτης χώρας και έχει νομική μορφή ανάλογη με την μορφή της ανώνυμης εταιρείας, της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας, της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ή της ετερόρρυθμης κατά μετοχές εταιρείας.

3. Κατά παρέκκλιση της παρ. 1, αποκτήσεις μετοχών μητρικής εταιρείας από θυγατρική της είναι επιτρεπτές στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η απόκτηση ιδίων μετοχών κατά το άρθρο 49. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και στην ενεχύραση μετοχών.

4. Το στοιχείο α' της παρ. 1 του άρθρου 50 εφαρμόζεται και στις μετοχές των παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

5. Η παρ. 2 του δεν εφαρμόζεται:
α) Όταν η ανάληψη, η απόκτηση ή η κατοχή γίνεται για λογαριασμό προσώπου διαφορετικού αυτού που αναλαμβάνει, αποκτά ή κατέχει και εφόσον το πρόσωπο αυτό δεν είναι ούτε η ανώνυμη εταιρεία που αναφέρεται στην παρ. 3, ούτε άλλη εταιρεία στην οποία η ανώνυμη εταιρεία διαθέτει άμεσα ή έμμεσα την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου ή στην οποία μπορεί να ασκήσει άμεσα ή έμμεσα κυριαρχική επιρροή.
β) Όταν η ανάληψη, απόκτηση ή κατοχή γίνεται από την άλλη εταιρεία ως κατ’ επάγγελμα διενεργούσα πράξεις επί τίτλων και με την ιδιότητά της αυτή, με τον όρο ότι είναι μέλος ρυθμιζόμενης αγοράς που βρίσκεται ή λειτουργεί σε κράτος μέλος ή ότι έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή υπόκειται στην εποπτεία αρχής κράτους μέλους που είναι αρμόδια για την εποπτεία των κατ' επάγγελμα διενεργούντων πράξεις επί τίτλων, στους οποίους, τηρουμένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, περιλαμβάνονται και τα πιστωτικά ιδρύματα.
γ) Όταν η κατοχή μετοχών της ανώνυμης εταιρείας από την άλλη εταιρεία είναι αποτέλεσμα απόκτησης η οποία έλαβε χώρα σε χρόνο κατά τον οποίο η σχέση των δύο εταιρειών δεν πληρούσε τα κριτήρια της παρ. 3.


Άρθρο 53
Κοινωνία επί μετοχών


1. Με την επιφύλαξη επιφύλαξη της παρ. 5 του άρθρου 33, οι μετοχές είναι αδιαίρετες, μπορούν όμως να αποτελόσουν αντικείμενο κοινωνίας.

2. Αν μετοχή ανήκει ή περιέλθει σε περισσότερους, οι κοινωνοί οφείλουν να υποδείξουν στην εταιρεία κοινό εκπρόσωπο. Για όσο διάστημα δεν τον υποδεικνύουν, τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μετοχές αναστέλλονται, δηλώσεις δε που έχουν σχέση με την μετοχική ιδιότητα των κοινωνών μπορεί να γίνουν εγκύρως προς οποιονδήποτε από αυτούς. Αντί να υποδείξουν κοινό εκπρόσωπο, οι κοινωνοί μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο το διορισμό διαχειριστή κατά το άρθρο 790 του Αστικού Κώδικα.


Άρθρο 54
Ενέχυρο και επικαρπία επί μετοχών

1. Οι μετοχές μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ενεχύρου ή επικαρπίας.

2. Αν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι άλλο, σε περίπτωση επικαρπίας ή ενεχύρου επί μετοχών, το δικαίωμα ψήφου στη γενική συνέλευση ασκείται από τον επικαρπωτή ή τον ενεχυριαστή. Το καταστατικό μπορεί να απαγορεύει αντίθετη συμφωνία.

3. Το πρόσωπο που, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 έχει το δικαίωμα ψήφου, δικαιούται να ασκεί και τα λοιπά μη περιουσιακά δικαιώματα του μετόχου.


Άρθρο 55
Κλοπή, απώλεια κλπ. του μετοχικού τίτλου

Σε περίπτωση κλοπής, απώλειας ή καταστροφής του τίτλου μετοχής, με τις τυχόν υπάρχουσες και μη αποχωρισθείσες από αυτόν μερισματαποδείξεις, εφαρμόζονται τα άρθρα 843 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΤΙΤΛΟΙ ΚΤΗΣΗΣ ΜΕΤΟΧΩΝ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
Άρθρο 56
Έκδοση τίτλων κτήσης μετοχών

1. Η γενική συνέλευση μπορεί να αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία την έκδοση τίτλων που παρέχουν στους δικαιούχους το διαπλαστικό δικαίωμα απόκτησης μετοχών που εκδίδονται από την εταιρεία (τίτλοι κτήσης μετοχών). Οι τίτλοι κτήσης μετοχών μπορούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ.

2. Η γενική συνέλευση με απόφασή της, που λαμβάνεται με απλή απαρτία και πλειοψηφία, καθώς και το διοικητικό συμβούλιο μπορούν να αποφασίζουν την
έκδοση τίτλων κτήσης μετοχών με τις προϋποθέσεις και μέσα στα όρια των παρ. 1 και 2 του άρθρου 24. Η παρ. 5 του άρθρου 24 εφαρμόζεται αναλόγως.

3. Το όργανο που αποφασίζει την έκδοση των τίτλων κτήσης μετοχών ορίζει το χρόνο, τον τρόπο και το τυχόν τίμημα έκδοσης των τίτλων και τον τρόπο καταβολής του, την προθεσμία άσκησης των δικαιωμάτων και τους λοιπούς όρους άσκησης του δικαιώματος που ενσωματώνουν οι τίτλοι, την κατηγορία και τον αριθμό των μετοχών που θα εκδοθούν, την αξία ή τον τρόπο υπολογισμού της αξίας των μετοχών, που θα καταβληθεί κατά την άσκηση του δικαιώματος, τον αριθμό των μετοχών, των οποίων παρέχει δικαίωμα κτήσης κάθε τίτλος, την προσαρμογή όρων των τίτλων και των δικαιωμάτων τους σε περιπτώσεις εταιρικών πράξεων και κάθε άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

4. Αν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών, για την έκδοση τίτλων κτήσης μετοχών από τη γενική συνέλευση καθώς και για την παροχή εξουσίας στο διοικητικό συμβούλιο για την έκδοση τέτοιων τίτλων εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 25.

5. Στις αποφάσεις των παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη δημοσιότητα της απόφασης για την αύξηση του κεφαλαίου. Η δημοσιότητα περιλαμβάνει και τους όρους έκδοσης των τίτλων κτήσης μετοχών.

6. Σε κάθε περίπτωση έκδοσης τίτλων κτήσης μετοχών παρέχεται δικαίωμα προτίμησης υπέρ των μετόχων κατά το χρόνο της έκδοσης, ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο υφιστάμενο κεφάλαιο. Οι διατάξεις των άρθρων 26 και 27 εφαρμόζονται αναλόγως.

7. Σε περίπτωση μερικής κάλυψης της έκδοσης τίτλων κτήσης μετοχών εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 28.

8. Οι τίτλοι κτήσης μετοχών είναι ονομαστικοί.

9. Οι διατάξεις των άρθρων 40 έως 43 εφαρμόζονται αναλόγως επί τίτλων κτήσης μετοχών, εκτός αν οι όροι των τελευταίων προβλέπουν διαφορετικά.


Άρθρο 57
Απόκτηση ιδίων τίτλων κτήσης μετοχών


1. Η εταιρεία δεν μπορεί να προβεί σε κάλυψη δικών της τίτλων κτήσης μετοχών, ούτε να λαμβάνει σε ενέχυρο δικούς της υφιστάμενους τίτλους κτήσης μετοχών της ίδιας ή μετοχών της μητρικής της εταιρείας, για την εξασφάλιση δανείων που χορηγούνται από αυτήν ή άλλων απαιτήσεών της. Η διάταξη του άρθρου 51 εφαρμόζεται αναλόγως.

2. Με την επιφύλαξη των όρων των τίτλων ή άλλης ειδικής διάταξης νόμου, καθώς και της αρχής της ίσης μεταχείρισης των κατόχων τίτλων που βρίσκονται στην ίδια θέση και των διατάξεων για την κατάχρηση της αγοράς, η εταιρεία μπορεί, η ίδια ή με πρόσωπο το οποίο ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της, να αποκτήσει τίτλους της που έχουν ήδη εκδοθεί, μόνο όμως ύστερα από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, για την οποία δεν επιτρέπεται ανάθεση κατά το άρθρο 87 παρ. 1, η οποία αιτιολογεί την εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος από τις προβλεπόμενες αποκτήσεις. Η απόφαση ορίζει υποχρεωτικά το σκοπό και τους όρους των αποκτήσεων, τον ανώτατο αριθμό τίτλων που είναι δυνατόν να αποκτηθούν, τη διάρκεια για την οποία χορηγείται η έγκριση, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες και, σε περίπτωση απόκτησης από επαχθή αιτία, τα κατώτατα και ανώτατα όρια της αξίας απόκτησης. Οι ως άνω προϋποθέσεις δεν απαιτούνται προκειμένου για την απόκτηση τίτλων της εταιρείας ύστερα από καθολική μεταβίβαση περιουσίας ή από χαριστική αιτία.

3. Οι αποκτήσεις της παρ. 2 από επαχθή αιτία γίνονται με τις ακόλουθες πρόσθετες προϋποθέσεις:
α) Ότι έχει υποβληθεί στο διοικητικό συμβούλιο έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας σχετικά με το εύλογο του ανώτατου ορίου της αξίας απόκτησης των τίτλων από την εταιρεία, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους όρους των δικαιωμάτων των τίτλων, καθώς και την απαγόρευση άσκησής τους από την εταιρεία.
β) Η απόκτηση των τίτλων δεν επιτρέπεται να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε ποσό κατώτερο του οριζομένου στην παρ. 1 του άρθρου 159.

4. Σε περίπτωση απόκτησης από την εκδότρια ιδίων τίτλων με σκοπό την απόσβεση των υποχρεώσεών της που απορρέουν από αυτούς, η εκδότρια υποχρεούται να ακυρώσει αμέσως τους αποκτώμενους τίτλους. Αν η απόκτηση ιδίων τίτλων γίνεται λόγω καθολικής μεταβίβασης περιουσίας ή από χαριστική αιτία, η εκδότρια οφείλει το αργότερο μέσα σε ένα μήνα οπό την απόκτησή τους να αποφασίσει αν θα ακυρώσει τους τίτλους ή θα προβεί σε εκ νέου διάθεσή τους, καθορίζοντας στην περίπτωση αυτή το χρόνο και τον τρόπο διάθεσης.

5. Οι τίτλοι που αποκτήθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων των παρ. 1, 2, 3 και 4 πρέπει να μεταβιβασθούν μέσα σε προθεσμία ενός (1) έτους από το χρόνο απόκτησής τους. Αν δεν μεταβιβασθούν στην προθεσμία αυτή, ακυρώνονται.


Άρθρο 58
Άσκηση δικαιώματος


1. Η άσκηση του δικαιώματος κτήσης μετοχών γίνεται με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς την εταιρεία, έναντι καταβολής σε αυτήν ποσού, το ύψος ή ο τρόπος προσδιορισμού του οποίου έχει ορισθεί από το όργανο που αποφάσισε την έκδοση των τίτλων ή εξουσιοδοτήθηκε σχετικώς. Ενόσω η εκδότρια έχει ίδιους τίτλους κτήσης μετοχών ή τίτλους κτήσης μετοχών της μητρικής της εταιρείας, απαγορεύεται η άσκηση του εξ αυτών δικαιώματος.

2. Απαγορεύεται η ονομαστική αξία των μετοχών που εκδίδονται με την άσκηση δικαιωμάτων κτήσης μετοχών να υπερβαίνει το άθροισμα του ποσού που προβλέπεται στην παρ. 1 και του τυχόν ποσού που καταβλήθηκε στην εταιρεία κατά την απόκτηση των τίτλων.

3. Με την άσκηση του δικαιώματος κτήσης μετοχών και την καταβολή του προβλεπόμενου στην παρ. 1 ποσού, σύμφωνα με τα παραπάνω, επέρχεται αύξηση του κεφαλαίου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην απόφαση έκδοσης των τίτλων. Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας υποχρεούται μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας άσκησης του δικαιώματος κτήσης μετοχών να αναπροσαρμόσει το περί κεφαλαίου άρθρο του καταστατικού, τηρώντας τις διατυπώσεις δημοσιότητας.

4. Κατά την άσκηση του δικαιώματος κτήσης μετοχών δεν ισχύουν οι διατάξεις για το δικαίωμα προτίμησης των μετόχων σε περίπτωση αύξησης κεφαλαίου.

5. Για όσο χρονικό διάστημα παραμένουν σε ισχύ οι τίτλοι κτήσης μετοχών, σχηματίζεται αποθεματικό, μη δυνάμενο να διανεμηθεί, ίσο με το τυχόν ποσό του τιμήματος που καταβλήθηκε στην εταιρεία κατά την απόκτηση των τίτλων. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση των δικαιωμάτων κτήσης μετοχών, το καταβληθέν τίμημα προσαυξάνει τον λογαριασμό από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο.


ΚΕΦΑΑΙΑΟ Δ’
ΟΜΟΛΟΓΙΕΣ
Άρθρο 59
Γενικές διατάξεις


1. Ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από ανώνυμη εταιρεία (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν απαίτηση ενός ή πολλών ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου. Η ανάληψη του ομολογιακού δανείου από ένα πρόσωπο ή η συγκέντρωση όλων των ομολογιών σε ένα ομολογιούχο, καθώς και η ενσωμάτωση του δανείου σε μία ομολογία δεν αίρουν το χαρακτήρα του δανείου ως ομολογιακού.

2. Για την έκδοση ομολογιακού δανείου αποφασίζει το διοικητικό συμβούλιο, εκτός αν ο νόμος ή το καταστατικό ορίζουν διαφορετικά. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να εξουσιοδοτείται μέλος ή μέλη του για να καθορίζουν τους όρους του δανείου, εκτός από το ύψος και την κατηγορία του.

3. Οι ομολογίες μπορούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενες αγορές, σε ΠΜΔ ή σε μηχανισμούς οργανωμένης διαπραγμάτευσης (ΜΟΔ), κατά την έννοια της περίπτ. 23 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη διάθεση ομολογιακού δανείου με δημόσια προσφορά, η έκδοση ομολογιακών δανείων οποιοσδήποτε κατηγορίας δεν υπόκειται σε περιορισμό ποσού, εκτός αν στο καταστατικό της εκδότριας ορίζεται διαφορετικά.

5. Οι ομολογίες μπορούν να είναι ενσώματες ή άυλες, ονομαστικές ή ανώνυμες. Κατ’ εξαίρεση είναι υποχρεωτικά ονομαστικές οι ομολογίες που είναι μετατρέψιμες σε μετοχές, καθώς και οι ομολογίες που είναι ανταλλάξιμες με ομολογίες ή άλλους τίτλους, που είναι εκ του νόμου ονομαστικοί. Στην περίπτωση ενσώματων ομολογιών δεν απαιτείται να αναγράφονται όλοι οι όροι των ομολογιών στους τίτλους, αλλά αρκεί να αναφέρονται η επωνυμία της εκδότριας, το ύψος του ομολογιακού δανείου, η ονομαστική αξία της ομολογίας, το επιτόκιο, η λήξη του ομολογιακού δανείου, οι τυχόν εξασφαλίσεις, η ημερομηνία του προγράμματος και, αν εκδίδονται περισσότερες σειρές
ομολογιών με το ίδιο πρόγραμμα, η σειρά στην οποία ανήκουν οι ομολογίες που ενσωματώνονται στον τίτλο. Επί ονομαστικών ομολογιών μη εισηγμένων σε ρυθμιζόμενη αγορά, οι όροι του ομολογιακού δανείου δύνανται να προβλέπουν ότι δεν εκδίδονται ομολογιακοί τίτλοι. Στην περίπτωση αυτή οι όροι του ομολογιακού δανείου ορίζουν τον τρόπο απόδειξης της ιδιότητας του ομολογιούχου, προκειμένου να ασκηθούν τα δικαιώματα εκ των ομολογιών, όπως η τήρηση βιβλίου ομολογιούχων από την εταιρεία ή τον εκπρόσωπο. Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 40 εφαρμόζεται αναλογικά.

6. Οι ομολογίες μπορεί να εκδίδονται και να τηρούνται σε λογιστική μορφή, ύστερα από αποϋλοποίηση ή ακινητοποίηση του συνόλου ή μέρους των ομολογιών ενός ομολογιακού δανείου εκ μέρους της εκδότριας ή κατόχου ομολογιών σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) 236/2012 (EE L 257/28.8.2014) και τα ειδικότερα προβλεπόμενα στις κείμενες διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή ως ομολογιούχος έναντι της εταιρείας και του εκπροσώπου θεωρείται ο εγγεγραμμένος στο μητρώο κεντρικού αποθετηρίου τίτλων ή ο ταυτοποιούμενος ως τέτοιος μέσω των εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών.


Άρθρο 60
Όροι και πρόγραμμα ομολογιακού δανείου


1. Οι όροι του ομολογιακού δανείου, ιδίως αυτοί που αφορούν το ανώτατο ποσό του δανείου, τη μορφή, την ονομαστική αξία ή τον αριθμό των ομολογιών, τον τρόπο καταβολής του ομολογιακού δανείου, το επιτόκιο, τον τρόπο προσδιορισμού αυτού, τα ωφελήματα και τις εξασφαλίσεις που παρέχονται στους ομολογιούχους, τον ορισμό πληρεξουσίου καταβολών, την οργάνωση των ομολογιούχων σε ομάδα, το εφαρμοστέο δίκαιο, τα αρμόδια δικαστήρια, την τυχόν συμφωνία διαιτησίας, το χρόνο αποπληρωμής και εν γένει της εξόφλησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις ομολογίες, τη διαδικασία καταγγελίας και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να διατεθούν οι ομολογίες, καθορίζονται ελεύθερα από την εκδότρια.

2. Το ομολογιακό δάνειο μπορεί να περιλαμβάνει και άλλους όρους. Ενδεικτικά επιτρέπονται οι εξής όροι:
α) ότι αντί καταβολής τόκου θα αποδίδονται στους ομολογιούχους άλλες ομολογίες που εκδίδονται από την εκδότρια για τον σκοπό αυτόν.
β) ότι το ομολογιακό δάνειο δεν έχει ρητή λήξη, οπότε η εκδότρια εξοφλεί το ομολογιακό δάνειο κατά τον χρόνο της επιλογής της.
γ) Ότι η υποχρέωση καταβολής τόκου ή επιστροφής του κεφαλαίου τελεί υπό αίρεση.
δ) ότι οι ομολογιούχοι δανειστές θα ικανοποιούνται ύστερα από τους υπόλοιπους πιστωτές της εκδότριας ή ύστερα από ορισμένη κατηγορία πιστωτών, ε) ότι το ομολογιακό δάνειο είναι εξασφαλισμένο με εμπράγματες ή άλλες ασφάλειες.
Το επιτόκιο του ομολογιακού δανείου συμφωνείται ελεύθερα, χωρίς να εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις για το ανώτατο δικαιοπρακτικό επιτόκιο.

3. Η εκδότρια εκδίδει πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου, το οποίο περιέχει τους όρους του δανείου και δεσμεύει τον ομολογιούχο και κάθε καθολικό ή ειδικό διάδοχό του, καθώς και κάθε τρίτο που έλκει δικαιώματα από τα παραπάνω πρόσωπα.

4. Στο πρόγραμμα ορίζονται επίσης ο τρόπος απόδειξης της ιδιότητας του ομολογιούχου για την είσπραξη των τόκων και του κεφαλαίου και γενικά για την άσκηση των δικαιωμάτων από τις ομολογίες. Αν το πρόγραμμα δεν περιέχει σχετική πρόβλεψη, σε περίπτωση ενσώματων ομολογιών απαιτείται η προσκόμιση των τίτλων και η σημείωση της άσκησης του δικαιώματος επ' αυτών, ενώ σε περίπτωση ομολογιών σε λογιστική μορφή η απόδειξη της ιδιότητας του ομολογιούχου διενεργείται βάσει ενημέρωσης από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, εφόσον παρέχει υπηρεσίες μητρώου, ή μέσω των συμμετεχόντων και εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων σε κάθε άλλη περίπτωση.

5. Αν δεν εκδίδεται ενημερωτικό δελτίο σε σχέση με το ομολογιακό δάνειο, το πρόγραμμα πρέπει να περιέχει τον ιστότοπο, στον οποίο είναι αναρτημένες οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις για τις τρεις τελευταίες χρήσεις της εταιρείας, στο μέτρο που υφίστανται. Αν δεν υπάρχει τέτοιος ιστότοπος, οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις πρέπει να προσαρτώνται στο πρόγραμμα.

6. Από τη λήξη του ομολογιακού δανείου ο ομολογιούχος ασκεί τα δικαιώματά του ατομικώς, εκτός αν προβλέπουν διαφορετικά οι όροι του δανείου.

7. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, δεν επιτρέπεται η τροποποίηση του δανείου με όρους που είναι δυσμενέστεροι για τους ομολογιούχους των αρχικών, εκτός αν η συνέλευση των ομολογιούχων έχει δώσει την έγκρισή της με πλειοψηφία δύο τρίτων (2/3) του συνόλου της ονομαστικής αξίας των ομολογιών, οι κάτοχοι των οποίων έχουν δικαίωμα ψήφου. Η έγκριση αυτή δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 68.

8. Ενδεικτικά η συνέλευση των ομολογιούχων μπορεί να εγκρίνει σύμφωνα με την παρ. 7 την τροποποίηση του προγράμματος σε σχέση με τα ακόλουθα θέματα:
α) τη μεταβολή του χρόνου που καθίστανται απαιτητοί οι τόκοι, για την μεταβολή του ύψους του επιτοκίου ή ακόμη και για τον μηδενισμό αυτού­

β) τη μεταβολή του χρόνου που καθίσταται απαιτητό το κεφάλαιο ή και για τον περιορισμό του ύψους του κεφαλαίου-

γ) την εισαγωγή όρου σύμφωνα με τον οποίο οι ομολογιούχοι δανειστές θα ικανοποιούνται ύστερα από ορισμένους ή όλους τους υπολοίπους πιστωτές-

δ) την κεφαλαιοποίηση του ομολογιακού δανείου ή την τροπή του σε άλλους τίτλους ή για την ανταλλαγή των ομολογιών με τίτλους εκδόσεως της εκδότριας ή τρίτου-

ε) την εναλλαγή υποθηκικής ή ενεχυρικής τάξης ή για την υποκατάσταση ασφαλειών του ομολογιακού δανείου με άλλες ή για την παραίτηση από ασφάλειες-

στ) την παραίτηση από το δικαίωμα καταγγελίας ή τον περιορισμό αυτού-

ζ) για τη μεταβολή του νομίσματος του ομολογιακού δανείου-

η) την αναδοχή, στερητική ή σωρευτική, των υποχρεώσεων από το ομολογιακό δάνειο-

θ) την τροποποίηση οποιουδήποτε άλλου όρου του προγράμματος ή οποιασδήποτε σύμβασης σε σχέση με το ομολογιακό δάνειο.


Άρθρο 61
Μεταβίβαση ομολογιών


1. Οι ομολογίες μεταβιβάζονται ελεύθερα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στους όρους του δανείου σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 43. Περιορισμοί στη δυνατότητα μεταβίβασης τελούν με την επιφύλαξη του άρθρου 10 του ν.3156/2003.

2. Οι διατάξεις των άρθρων 41 και 42 εφαρμόζονται αναλόγως επί ομολογιών. Οι ανώνυμες ομολογίες μεταβιβάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη μεταβίβαση κινητών πραγμάτων.


Άρθρο 62
Απόκτηση ομολογιών από την εκδότρια


1. Με την επιφύλαξη των όρων του δανείου ή των διατάξεων του παρόντος νόμου ή άλλης ειδικής διάταξης νόμου, επιτρέπεται χωρίς ποσοτικό, χρονικό ή άλλο περιορισμό η απόκτηση ιδίων ομολογιών από την εκδότρια, καθώς και η εκ νέου διάθεσή τους.

2. Σε περίπτωση απόκτησης από την εκδότρια ιδίων ομολογιών με σκοπό την οριστική μείωση των υποχρεώσεών της που απορρέουν από το δάνειο, η εκδότρια υποχρεούται να ακυρώσει τις αποκτώμενες ομολογίες αμέσως. Αν η απόκτηση ιδίων ομολογιών γίνεται λόγω καθολικής διαδοχής ή δωρεάς, η εκδότρια οφείλει το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την απόκτησή τους να γνωστοποιήσει προς τους ομολογιούχους του ίδιου προγράμματος αν θα ακυρώσει τις ομολογίες ή θα προβεί σε εκ νέου διάθεσή τους, καθορίζοντας στην περίπτωση αυτή το χρόνο και τον τρόπο διάθεσης.

3. Αν οι ομολογίες που αποκτώνται από την εκδότρια είναι μετατρέψιμες ή ανταλλάξιμες, ολικά ή μερικά, με μετοχές της εκδότριας, απαγορεύεται στην εκδότρια η άσκηση του δικαιώματος μετατροπής ή ανταλλαγής. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η ανταλλαγή ανταλλάξιμων ομολογιών, αν κατά το χρόνο της ανταλλαγής συντρέχουν γι αυτήν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 49 προϋποθέσεις για την κτήση ιδίων μετοχών, τουλάχιστον μέχρι του ποσού των ανταλλασσόμενων ιδίων μετοχών.


Άρθρο 63
Συνέλευση των ομολογιούχων


1. Η οργάνωση των ομολογιούχων ομολογιακού δανείου σε ομάδα είναι υποχρεωτική:
α) σε περίπτωση έκδοσης οποιουδήποτε είδους δανείου που εισάγεται σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ, εκτός αν έχει διάρκεια κατά την έκδοσή του μικρότερη του ενός (1) έτους,
β) σε περίπτωση έκδοσης ομολογιακού δανείου των άρθρων 10 και 11 του 3156/2003 (Α’ 157) και
γ) σε κάθε περίπτωση έκδοσης ομολογιακού δανείου, που εξασφαλίζεται με εμπράγματες ασφάλειες.
Σε κάθε άλλη περίπτωση, η οργάνωση των ομολογιούχων σε ομάδες είναι προαιρετική. Η ομάδα δεν έχει νομική προσωπικότητα.

2. Η ομάδα των ομολογιούχων λαμβάνει αποφάσεις σε συνέλευση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους όρους του δανείου, δεν επιτρέπεται όμως να καθιερώνει άνιση μεταχείριση μεταξύ των ομολογιούχων, εκτός αν συναινεί ο ομολογιούχος που υφίσταται δυσμενή μεταχείριση. Ειδικά για τις αποφάσεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 60, στο μέτρο που αφορούν συμφωνία εξυγίανσης του άρθρου 100 του Πτωχευτικού Κώδικα ή σχέδιο αναδιοργάνωσης του άρθρου 107 του Πτωχευτικού Κώδικα, η απαιτούμενη πλειοψηφία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο τρίτα (2/3) της συνολικής ονομαστικής αξίας των ομολογιών με δικαίωμα ψήφου.

3. Κάθε ομολογία παρέχει δικαίωμα μιας ψήφου στη συνέλευση των ομολογιούχων. Αν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι άλλο, σε περίπτωση επικαρπίας ή ενεχύρου επί ομολογιών, το δικαίωμα ψήφου στη συνέλευση των ομολογιούχων ασκείται από τον επικαρπωτή ή τον ενεχυραστή. Οι όροι του δανείου μπορεί να απαγορεύουν αντίθετη συμφωνία.

4. Η εκδότρια στερείται του δικαιώματος ψήφου για τις ομολογίες τις οποίες κατέχει η ίδια. Το πρόγραμμα μπορεί να προβλέπει ότι στερούνται του δικαιώματος ψήφου και πρόσωπα που συνδέονται με την εκδότρια με τους δεσμούς που ορίζει το πρόγραμμα. Σε περίπτωση ομολογιακών δανείων εισηγμένων σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ΠΜΔ στερείται σε κάθε περίπτωση του δικαιώματος ψήφου στη συνέλευση των ομολογιούχων πρόσωπο που κατέχει ποσοστό που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το ένα τέταρτο (1/4) του κεφαλαίου της εκδότριας. Ομολογιούχος δεν μπορεί να εκπροσωπηθεί στη συνέλευση από πρόσωπο που έχει κάποια από τις ιδιότητες της παρ. 2 του άρθρου 99 σε σχέση με την εκδότρια.

5. Η συνέλευση των ομολογιούχων συγκαλείται οποτεδήποτε από τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων ή το διοικητικό συμβούλιο ή τον εκκαθαριστή ή το σύνδικο της πτώχευσης της εκδότριας. Οι όροι του δανείου προβλέπουν υποχρεωτικά το ελάχιστο ποσοστό επί του συνολικού ανεξόφλητου υπολοίπου του ομολογιακού δανείου, που πρέπει να συγκεντρώνουν ένας ή περισσότεροι ομολογιούχοι, προκειμένου να μπορούν να ζητήσουν από τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων τη σύγκληση της συνέλευσης των ομολογιούχων. Σε κάθε περίπτωση, η πρόσκληση δημοσιεύεται ή αποστέλλεται με τα μέσα που προβλέπουν οι όροι του δανείου σε όλους τους ομολογιούχους με ευθύνη του συγκαλούντος και αναφέρει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης.

6. Αν δεν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο ή στους όρους του δανείου, για τη σύγκληση, τη λειτουργία και τη λήψη των αποφάσεων της συνέλευσης των ομολογιούχων, καθώς και για την ελαττωματικότητα τούτων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί γενικών συνελεύσεων των μετόχων. Τυχόν ακυρότητα της απόφασης της συνέλευσης των ομολογιούχων για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορεί να προταθεί μετά πάροδο έξι μηνών από τη λήψη της απόφασης.


Άρθρο 64
Εκπρόσωπος των ομολογιούχων

1. Σε κάθε περίπτωση οργάνωσης των ομολογιούχων σε ομάδα, ορίζεται υποχρεωτικά από την εκδότρια εκπρόσωπος των ομολογιούχων με έγγραφη σύμβαση.

2. Εκπρόσωπος των ομολογιούχων ορίζεται μόνο πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία συνδεδεμένη κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα), με πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) κατά την έννοια της υποπερίπτ. αα της περίπτ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 4 της παρ. 1 στοιχ. (β) (αα) ν. 4209/2013 (Α' 253) ή διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου κατά την έννοια του στοιχ. (γ) του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 115) ή πολυμερής τράπεζα ανάπτυξης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 117 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 176) ή Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις του ν. 4354/2015 (Α' 176). Σε περίπτωση που υπάρχει μόνο ένας ομολογιούχος, αυτός μπορεί να ορίζεται ως εκπρόσωπος, ακόμη και αν δεν πληροί της προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων, κεντρικό αποθετήριο, ΔΟΕΕ ή διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου πρέπει να λειτουργεί νόμιμα στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ). Σε περίπτωση που υπάρχει μόνο ένας ομολογιούχος, αυτός μπορεί να ορίζεται ως εκπρόσωπος, ακόμη και αν δεν πληροί της προϋποθέσεις των προηγούμενων εδαφίων.

3. Απαγορεύεται ο ορισμός ως εκπροσώπου των ομολογιούχων:
α) της εκδότριας ή συνδεδεμένης με αυτήν επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014,
β) εταιρείας που έχει παράσχει οποιοσδήποτε είδους εμπράγματη ή προσωπική ασφάλεια για την εξασφάλιση υποχρεώσεων που απορρέουν από το ομολογιακό δάνειο,
γ) εταιρείας η οποία έχει εκδώσει μετοχές, ομολογίες ή άλλους τίτλους που είναι ανταλλάξιμοι στο πλαίσιο του ομολογιακού δανείου. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει αν το άθροισμα της αξίας των μετοχών, ομολογιών και άλλων τίτλων που έχει εκδώσει η εταιρεία, που πρόκειται να ορισθεί ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων, δεν υπερβαίνει ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) της συνολικής αξίας των μετοχών, ομολογιών και άλλων τίτλων που προσφέρονται στο πλαίσιο της ανταλλαγής.


Άρθρο 65
Καθήκοντα εκπροσώπου


1. 0 εκπρόσωπος εκπροσωπεί τους ομολογιούχους έναντι της εκδότριας και των τρίτων και ενεργεί για την προάσπιση των συμφερόντων των ομολογιούχων σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, τους όρους του δανείου και τις αποφάσεις της συνέλευσης των ομολογιούχων.

2. Επί ομολογιών που τηρούνται σε λογιστική μορφή, ο εκπρόσωπος συνεργάζεται με το κεντρικό αποθετήριο ή τους εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές, κατά περίπτωση, για την καταχώριση των ομολογιών στους λογαριασμούς των δικαιούχων τους και την παρακολούθηση των μεταβολών στα πρόσωπα αυτών.

3. Ο εκπρόσωπος εκπροσωπεί τους ομολογιούχους δικαστικός και εξωδίκως. Ειδικότερα:
α) Όπου κατά τις κείμενες διατάξεις απαιτείται η εγγραφή του ονόματος του ομολογιούχου, εγγράφεται η επωνυμία του εκπροσώπου των ομολογιούχων και ο ακριβής προσδιορισμός του ομολογιακού δανείου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την καταχώριση δικαιούχων άυλων ομολογιών και ομολογιών που υπόκεινται σε ακινητοποίηση.
β) Ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων ασκεί στο όνομά του, με μνεία της ιδιότητάς του και του ότι ενεργεί για λογαριασμό της ομάδας των ομολογιούχων, χωρίς να απαιτείται ειδική εξουσιοδότηση από τη συνέλευση των ομολογιούχων, εκτός αν τέτοια ειδική εξουσιοδότηση απαιτείται κατά τους όρους του ομολογιακού δανείου ή της σύμβασης ορισμού του εκπροσώπου, τα κάθε είδους ένδικα μέσα και βοηθήματα, τακτικά και έκτακτα, με τα οποία σκοπείται η παροχή οριστικής ή προσωρινής ένδικης προστασίας, τις κάθε είδους διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένης και της κατάσχεσης, της αναγγελίας και επαλήθευσης των απαιτήσεων των ομολογιούχων σε πλειστηριασμούς, πτωχεύσεις, ειδικές ή δικαστικές εκκαθαρίσεις και τις δίκες που αφορούν την εκτέλεση ή την πτώχευση και κάθε άλλη διαδικασία αναγκαστικής ή συλλογικής εκτέλεσης.
γ) Για την παραίτηση από ένδικο βοήθημα ή ένδικο μέσο, την υποβολή αίτησης πτώχευσης ή θέσης στην ειδική διαχείριση του ν. 4307/2014 της (Α' 246) εκδότριας ή άλλου υπόχρεου, σύμφωνα με τους όρους του ομολογιακού δανείου, καθώς και για το συμβιβασμό, την κατάρτιση συμφωνίας εξυγίανσης του άρθρου 100 του Πτωχευτικού Κώδικα με την εκδότρια ή άλλο υπόχρεο σύμφωνα με τους όρους του ομολογιακού δανείου ή την παροχή ψήφου σε σχέδιο αναδιοργάνωσης κατά τα άρθρα 107 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα, απαιτείται απόφαση της συνέλευσης των ομολογιούχων.

4. Ο εκπρόσωπος καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, τα κεφάλαια που προορίζονται για την εξόφληση υποχρεώσεων από τα ομολογιακό δάνεια, υποχρεωτικά σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Στην κατάθεση γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιουσία του εκπροσώπου των ομολογιούχων και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται. Τα κεφάλαια και οι τόκοι αποδίδονται στους ομολογιούχους κατά το λόγο των απαιτήσεων καθενός από αυτούς, όπως ορίζεται στο ομολογιακό δάνειο. Εμπράγματη ασφάλεια που παρέχεται για λογαριασμό των ομολογιούχων και τα χρηματικό κεφάλαια, που εισπράττει ο εκπρόσωπος για λογαριασμό τους ή κινητές αξίες που κατατίθενται σε αυτόν, δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, συμψηφισμό ή άλλου είδους δέσμευση από τον ίδιο τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων ή τους δανειστές του ούτε περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία του.

5. Ο εκπρόσωπος εκδίδει τις πάσης φύσεως βεβαιώσεις και πιστοποιητικά, που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις από την έκδοση των τίτλων ομολογιών, με την επιφύλαξη της δυνατότητας έκδοσης βεβαίωσης της ιδιότητας του ομολογιούχου από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή τον εγγεγραμμένο διαμεσολαβητή επί ομολογιών που τηρούνται σε λογιστική μορφή. Σε περίπτωση καταγγελίας του ομολογιακού δανείου ή αν οπωσδήποτε προκύψουν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές υποχρεώσεις της εκδότριας από την έκδοση των τίτλων σε λογιστική μορφή, οι σχετικές βεβαιώσεις παρέχουν πλήρη απόδειξη κατά της εκδότριας και μπορούν να προσκομισθούν σε κάθε αρμόδιο δικαστήριο ή αρχή κατά την παροχή δικαστικής προστασίας υπέρ των ομολογιούχων.

6. Πράξεις του εκπροσώπου των ομολογιούχων, ακόμη και αν διενεργούνται καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, δεσμεύουν τους ομολογιούχους και τους ειδικούς και καθολικούς διαδόχους τους έναντι της εκδότριας και των τρίτων, εκτός αν η εκδότρια ή ο τρίτος γνώριζαν την υπέρβαση της εξουσίας.


Άρθρο 66
Ευθύνη και αμοιβή του εκπροσώπου


1. Ο εκπρόσωπος ευθύνεται έναντι των ομολογιούχων για κάθε πταίσμα. Οι όροι του ομολογιακού δανείου μπορεί να προβλέπουν ότι ο εκπρόσωπος δεν ευθύνεται για ελαφρά αμέλεια. 0 εκπρόσωπος που διορίσθηκε ακύρως και αποδέχθηκε το διορισμό του ενώ γνώριζε την ακυρότητα, καθώς και αυτός που υπαιτίως παρέλειψε να αντικατασταθεί, ευθύνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της διοίκησης αλλοτρίων, χωρίς να αποκλείεται περαιτέρω ευθύνη από αδικοπραξία.

2. Ο εκπρόσωπος για την ικανοποίηση ιδίων απαιτήσεών του κατά της εκδότριας, πλην των αναφερομένων στην παρ. 3, δεν έχει δικαίωμα συμψηφισμού ή κατάσχεσης ή επίσχεσης ή οποιοδήποτε προνόμιο επί των κεφαλαίων που καταβάλλονται και των κινητών αξιών που κατατίθενται σε αυτόν από την εκδότρια ή από τρίτους, με σκοπό την εκπλήρωση υποχρεώσεων της εκδότριας από το ομολογιακό δάνειο.

3. Η αμοιβή και τα πάσης φύσεως έξοδα του εκπροσώπου που πραγματοποιήθηκαν προς όφελος των ομολογιούχων ικανοποιούνται με τις απαιτήσεις της τρίτης σειράς των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ. Σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται από τον εκπρόσωπο, η αμοιβή και τα πάσης φύσεως έξοδα του εκπροσώπου, που πραγματοποιήθηκαν προς όφελος των ομολογιούχων από την πρώτη πράξη εκτέλεσης και μέχρι την είσπραξη, λογίζονται ως έξοδα της εκτέλεσης κατά το άρθρο 975 ΚΠολΔ.


Άρθρο 67
Αντικατάσταση του εκπροσώπου

1. Ο εκπρόσωπος μπορεί να αντικατασταθεί με απόφαση των ομολογιούχων, η οποία λαμβάνεται με την απαρτία και την πλειοψηφία που προβλέπονται στους όρους του δανείου, διαφορετικά σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 63. Με την ίδια διαδικασία αντικαθίσταται ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων αν παραιτηθεί ή αν είναι άκυρος ο διορισμός του ή αν ανακληθεί.

2. Αν ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων απωλέσει μεταγενέστερα τις ιδιότητες της παρ. 2 του άρθρου 64 ή συντρέξει στο πρόσωπό του κώλυμα της παρ. 3 του άρθρου 64, υποχρεούται να παραιτηθεί. Αν δεν παραιτηθεί ή δεν αντικατασταθεί σύμφωνα με την παρ. 1, αντικαθίσταται με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας της εκδότριας που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ύστερα από αίτηση της εκδότριας ή οποιουδήποτε ομολογιούχου. Σε κάθε περίπτωση ακυρότητας ή έκπτωσης εκπροσώπου ακολουθείται η διαδικασία αντικατάστασης αυτού σύμφωνα με την παρ. 1.

3. Ο νέος εκπρόσωπος των ομολογιούχων, συγχρόνως με την ανάληψη των καθηκόντων του, με δήλωσή του που κοινοποιείται στην εκδότρια, προσχωρεί στη σύμβαση της παρ. 1 του άρθρου 64 και εφεξής αντικαθιστά τον προηγούμενο εκπρόσωπο. Ο αντικατασταθείς εκπρόσωπος υποχρεούται αμελλητί να αποδώσει στον αντικαταστάτη του τα κατατεθειμένα για λογαριασμό των ομολογιούχων κεφάλαια και τις κατατεθείσες κινητές αξίες και να του παραδώσει όλα τα έγγραφα και βιβλία που αφορούν το ομολογιακό δάνειο. Ως προς τις συναλλαγές που αφορούν το ομολογιακό δάνειο, δεν ισχύουν έναντι του αντικαταστάτη οι διατάξεις περί τραπεζικού απορρήτου. 0 εκπρόσωπος των ομολογιούχων που αντικαταστάθηκε ευθύνεται έναντι της εκδότριας και των ομολογιούχων για πράξεις ή παραλείψεις του μέχρι την αντικατάστασή του από το νέο εκπρόσωπο.

4. Σε επείγουσες περιπτώσεις και για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, η προσωρινή αντικατάσταση εκπροσώπου των ομολογιούχων και ο προσωρινός διορισμός νέου πραγματοποιείται με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας της εκδότριας, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ύστερα από αίτηση της εκδότριας ή οποιουδήποτε ομολογιούχου.


Άρθρο 68
Γνωστοποιήσεις - Δημοσιότητα


1. Οι αποφάσεις ή τα απόσπασμα των αποφάσεων της συνέλευσης των ομολογιούχων γνωστοποιούνται στην εκδότρια αμελλητί και με κάθε πρόσφορο τρόπο, με επιμέλεια του εκπροσώπου των ομολογιούχων.

2. Ο διορισμός, η αντικατάσταση του εκπροσώπου, οι ανακοινώσεις του προς τους ομολογιούχους, σύμφωνα με τους όρους του ομολογιακού δανείου και της σύμβασης μεταξύ του εκπροσώπου και της εκδότριας, καθώς και οι προσκλήσεις των συνελεύσεων των ομολογιούχων υποβάλλονται σε δημοσιότητα, εκτός αν το ομολογιακό δάνειο δεν διατίθεται στο κοινό.

3. Αν οι ομολογίες είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ΠΜΔ, τα στοιχεία της παρ. 2 δημοσιοποιούνται επιπλέον μέσω του επίσημου διαδικτυακού τόπου του διαχειριστή της ρυθμιζόμενης αγοράς ή του ΠΜΔ.


Άρθρο 69
Κοινό ομολογιακό δάνειο

Το κοινό ομολογιακό δάνειο παρέχει στους ομολογιούχους δικαίωμα προς απόληψη τόκου, καταβλητέου είτε κατά τη διάρκεια του δανείου είτε στη λήξη του.


Άρθρο 70
Ομολογιακό δάνειο με ανταλλάξιμες ομολογίες


1. Με το ομολογιακό δάνειο με ανταλλάξιμες ομολογίες χορηγείται στους ομολογιούχους δικαίωμα με δήλωσή τους να ζητήσουν την εξόφληση των ομολογιών τους εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με τους όρους του δανείου, με
μεταβίβαση σε αυτούς άλλων ομολογιών ή μετοχών ή άλλων τίτλων της εκδότριας ή άλλων εκδοτών. Οι όροι του δανείου μπορεί να προβλέπουν ότι η ανταλλαγή είναι υποχρεωτική ή ότι τελεί υπό αίρεση ή ότι λαμβάνει χώρα με δήλωση της εκδότριας προς τους ομολογιούχους.

2. Η εκδότρια ή ο τρίτος κύριος ομολογιών ή μετοχών ή άλλων τίτλων, που παρέχει το δικαίωμα ανταλλαγής, δεσμεύεται το αργότερο μέχρι το χρόνο καταβολής του δανείου ότι θα έχει ήδη στην κυριότητά του, ελεύθερες βάρους, με την επιφύλαξη τυχόν βάρους υπέρ των ομολογιούχων, τις υποκείμενες ομολογίες, μετοχές ή άλλες κινητές αξίες, και διασφαλίζει τη διατήρηση αυτών καθ’ όλη τη διάρκεια του ομολογιακού δανείου και μέχρι την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό. Διαφορετικά ο παρέχων το δικαίωμα ανταλλαγής υποχρεούται να έχει καταρτίσει σύμβαση, με την οποία να διασφαλίζεται η δυνατότητα εμπρόθεσμης παράδοσης των ομολογιών, μετοχών ή άλλων τίτλων σε εκπλήρωση της σχετικής του υποχρέωσης.


Άρθρο 71
Ομολογιακό δάνειο με μετατρέψιμες ομολογίες


1. α) Η γενική συνέλευση μπορεί να αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία την έκδοση ομολογιακού δανείου, με το οποίο χορηγείται στους ομολογιούχους δικαίωμα μετατροπής των ομολογιών τους σε μετοχές της εταιρείας. Με τους όρους του ομολογιακού δανείου μπορεί να ορίζεται ότι οι ομολογίες μετατρέπονται υποχρεωτικά σε μετοχές με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προβλέπονται στους όρους του ομολογιακού δανείου.
β) Η γενική συνέλευση αποφασίζοντας με απλή απαρτία και πλειοψηφία και το διοικητικό συμβούλιο μπορούν να αποφασίζουν την έκδοση ομολογιακού δανείου με μετατρέψιμες ομολογίες με τις προϋποθέσεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 24. γ) Επί των αποφάσεων των περ. α' και β' εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη δημοσιότητα της απόφασης για την αύξηση του κεφαλαίου και οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 25. Η δημοσιότητα περιλαμβάνει και τους όρους έκδοσης των μετατρέψιμων ομολογιών.

2. Στην απόφαση του αρμόδιου οργάνου ορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος, η τιμή ή ο λόγος μετατροπής ή το εύρος τους. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ορίζεται ο τρόπος αναπροσαρμογής της τιμής ή του λόγου μετατροπής, αν συμβούν γεγονότα που δύνανται να επηρεάσουν την αξία ή την εμπορευσιμότητα των μετοχών. Η τελική τιμή ή ο λόγος μετατροπής ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας πριν από την έκδοση του δανείου. Απαγορεύεται χορήγηση μετοχών ονομαστικής αξίας ανώτερης της τιμής έκδοσης των μετατρεπόμενων ομολογιών.

3. Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 28 εφαρμόζεται ανάλογα.

4. Με τη μετατροπή των ομολογιών επέρχεται αύξηση του κεφαλαίου κατά το ποσό που προβλέπεται στους όρους του ομολογιακού δανείου. Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας υποχρεούται μέχρι τη λήξη του επόμενου μηνός από την ημέρα άσκησης του δικαιώματος μετατροπής να διαπιστώσει την αύξηση και να αναπροσαρμόσει το περί κεφαλαίου άρθρο του καταστατικού, τηρώντας τις διατυπώσεις δημοσιότητας. Κατά τη μετατροπή των ομολογιών σε μετοχές δεν ισχύουν οι διατάξεις για το δικαίωμα προτίμησης των μετόχων.



Άρθρο 72
Ομολογίες με δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη


1. Η γενική συνέλευση μπορεί να αποφασίζει με απλή απαρτία και πλειοψηφία την έκδοση ομολογιακού δανείου, με το οποίο χορηγείται στους ομολογιούχους δικαίωμα προς λήψη, πέραν ή αντί του τόκου, ορισμένου ποσοστού επί των κερδών, πριν ή μετά την απόληψη του κατά το άρθρο 161 ελάχιστου μερίσματος είτε προς λήψη άλλης παροχής που εξαρτάται από τα αποτελέσματα της εταιρείας.

2. Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 24 εφαρμόζεται ανάλογα.


Άρθρο 73 Ασφάλεια

1. Οι απαιτήσεις από ομολογιακά δάνεια του νόμου αυτού μπορεί να ασφαλίζονται κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα με κάθε είδους εμπράγματη ασφάλεια ή εγγύηση. Η ασφάλεια αυτή μπορεί να λαμβάνεται πριν, κατά ή και μετά την έκδοση του ομολογιακού δανείου.

2. Η εγγύηση παρέχεται με έγγραφη δήλωση του εγγυητή που περιέχεται στο πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου ή με σύμβαση εγγύησης που συνάπτεται με τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων. Οι κάθε μορφής εμπράγματες ασφάλειες παραχωρούνται στο όνομα του εκπροσώπου των ομολογιούχων και για λογαριασμό των ομολογιούχων ή και προσώπων που έχουν απαιτήσεις κατά της εκδότριας που συνδέονται με το ομολογιακό δάνειο, με σύμβαση μεταξύ του παρέχοντος την ασφάλεια και του εκπροσώπου. Θεωρείται ότι συνδέονται με το ομολογιακό δάνειο ενδεικτικά οι απαιτήσεις από συμβάσεις αντιστάθμισης επιτοκιακού κινδύνου, καθώς και οι απαιτήσεις από πιστωτικές και άλλες συμβάσεις που διέπονται από σύμβαση πλαίσιο, η οποία κατά τους όρους του ομολογιακού δανείου διέπει και το ομολογιακό δάνειο.

3. Σε περίπτωση ομολογιακού δανείου που διέπεται από αλλοδαπό δίκαιο, οι εμπράγματες ασφάλειες και εγγυήσεις παραχωρούνται στο όνομα προσώπου που, κατά το δίκαιο που διέπει το ομολογιακό δάνειο, μπορεί να κατέχει εμπράγματες ασφάλειες και εγγυήσεις στο όνομά του για λογαριασμό των ομολογιούχων. Όπου απαιτείται για τη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας η καταχώριση οποιουδήποτε εγγράφου ή της παραπάνω σύμβασης σε οποιαδήποτε αρχή ή μητρώο ή κτηματολόγιο, η καταχώριση πραγματοποιείται στο όνομα του εκπροσώπου, με ρητή μνεία ότι η ασφάλεια χορηγείται για την εξασφάλιση απαιτήσεων από ομολογιακό δάνειο.

4. Στην υποθήκη και το ενέχυρο εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.δ. 17.7-13.8/1923 (Α’ 224) καθώς και του άρθρου 2 ν.δ. 4001/1959. Εκτελεστό τίτλο αποτελεί η σύμβαση, με την οποία παρασχέθηκε η εμπράγματη ασφάλεια. Οι διατάξεις των άρθρων 39 και 44 του ν.δ. 17.7-13.8/1923 εφαρμόζονται ανάλογα και επί ενεχυριάσεως ονομαστικής απαίτησης σε ασφάλεια ομολογιακού δανείου. Σε περίπτωση ασφάλειας σε μετρητά χρηματοπιστωτικά μέσα ή πιστωτικές απαιτήσεις, με την έννοια του ν. 3301/2004 (Α’ 263), εφαρμόζεται ο τελευταίος.


Άρθρο 74
Εφαρμοστέο δίκαιο


1. Το εφαρμοστέο δίκαιο επί των συμβατικών ενοχών που προκύπτουν από ομολογιακά δάνεια προσδιορίζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 (L 177) για για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές («Ρώμη I») και, για τα ζητήματα που τυχόν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του, κατά το στοιχείο (δ) της παρ. 2 του άρθρου 1 του Κανονισμού αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 25 ΑΚ.

2. Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται και επί ομολογιακών δανείων που εκδίδονται από αλλοδαπούς εκδότες, στο μέτρο που το ελληνικό δίκαιο είναι εφαρμοστέο σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΙΔΡΥΤΙΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ
Άρθρο 75
Κοινοί ιδρυτικοί τίτλοι


1. Κατά τη σύσταση της εταιρείας μπορεί να προβλεφθεί στο καταστατικό, ότι όλοι ή μερικοί από τους ιδρυτές ή τρίτοι θα λάβουν ως ανταμοιβή για συγκεκριμένες ενέργειές τους κατά τη σύσταση της εταιρείας, αριθμό ιδρυτικών τίτλων που δεν μπορεί να υπερβεί το ένα δέκατο (1/10) του αριθμού των μετοχών που εκδίδονται.

2. Οι τίτλοι αυτοί δεν έχουν ονομαστική αξία και δεν παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στη διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας, ούτε στο προϊόν της εκκαθάρισης της περιουσίας της.

3. Οι τίτλοι αυτοί παρέχουν αποκλειστικά δικαίωμα απόληψης ποσού που δεν υπερβαίνει συνολικά το ένα τέταρτο (1/4) των καθαρών κερδών που απομένουν μετά τις αφαιρέσεις της κράτησης για το σχηματισμό τακτικού αποθεματικού και του απαιτούμενου ποσού για τη διανομή του ελάχιστου μερίσματος στους μετόχους.

4. Η εταιρεία δικαιούται δέκα (10) έτη μετά την έκδοση τέτοιων τίτλων ή σε συντομότερο χρόνο προβλεπόμενο από το καταστατικό, να τους εξαγοράσει και να τους ακυρώσει έναντι αντιτίμου, ο τρόπος προσδιορισμού του οποίου ορίζεται στο καταστατικό. Το αντίτιμο αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει για το σύνολο των τίτλων το δεκαπλάσιο του μέσου ετήσιου μερίσματος που πληρώθηκε συνολικά στους ιδρυτικούς τίτλους κατά την τελευταία πενταετία.

5. Η καταβολή οποιουδήποτε ποσού στους κατόχους ιδρυτικών τίτλων τελεί με τους όρους του άρθρου 159.

6. Οι διατάξεις των άρθρων 40 έως και 42 εφαρμόζονται αναλόγως επί των κοινών ιδρυτικών τίτλων.


Άρθρο 76
Εξαιρετικοί ιδρυτικοί τίτλοι


1. Είναι δυνατή κατά τη σύσταση ή κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εταιρείας η έκδοση εξαιρετικών ιδρυτικών τίτλων ως αντάλλαγμα για την παροχή ορισμένων αντικειμένων σε είδος εκ μέρους μετόχων ή τρίτων. Και επί των τίτλων αυτών εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου.

2. Για την έκδοση εξαιρετικών ιδρυτικών τίτλων σύμφωνα με το άρθρο αυτό κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εταιρείας απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης που αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και με βάση έκθεση αποτίμησης των παρεχόμενων αντικειμένων, στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 17 και 18.

3. Στην περίπτωση των εξαιρετικών ιδρυτικών τίτλων, το ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη, καθώς και η διάρκεια και οι όροι εξαγοράς αυτών καθορίζονται ελεύθερα με το καταστατικό, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 159.

4. Οι διατάξεις των άρθρων 40 έως και 42 εφαρμόζονται αναλόγως επί των εξαιρετικών ιδρυτικών τίτλων.


ΤΜΗΜΑ ΕΚΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ, ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
Άρθρο 77

Γενικές διατάξεις για το διοικητικό συμβούλιο

1. Την εταιρεία διοικεί το διοικητικό συμβούλιο. Η διοίκηση της εταιρείας περιλαμβάνει τη διαχείριση και τη δικαστική και εξώδικη εκπροσώπησή της. Με την επιφύλαξη του άρθρου 87, το διοικητικό συμβούλιο ενεργεί συλλογικά.

2. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου εκλέγονται ή ορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 78 έως 80. Οι σύμβουλοι, μέτοχοι ή μη μέτοχοι, είναι πάντοτε επανεκλέξιμοι και ελεύθερα ανακλητοί.

3. Ο αριθμός των μελών του διοικητικού συμβουλίου ορίζεται από το καταστατικό ή από τη γενική συνέλευση, εντός των ορίων που προβλέπονται στο καταστατικό. Με την επιφύλαξη του άρθρου 115, το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται τουλάχιστον από τρία (3) μέλη και όχι περισσότερα των δεκαπέντε (15). Όταν το καταστατικό
προβλέπει ελάχιστο και μέγιστο αριθμό μελών του διοικητικού συμβουλίου, τον ακριβή αριθμό των μελών προσδιορίζει η γενική συνέλευση.

4. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι μέλος του διοικητικού συμβουλίου είναι και νομικό πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο υποχρεούται να ορίσει ένα φυσικό πρόσωπο για την άσκηση των εξουσιών του νομικού προσώπου ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου. 0 ορισμός αυτός υποβάλλεται σε δημοσιότητα σύμφωνα με το άρθρο 13. Το φυσικό πρόσωπο είναι εις ολόκληρο συνυπεύθυνο με το νομικό πρόσωπο για την εταιρική διαχείριση. Παράλειψη του νομικού προσώπου να προβεί στον ορισμό φυσικού προσώπου για την άσκηση των αντιστοίχων εξουσιών εντός δέκα πέντα πέντε (15) ημερών από το διορισμό του νομικού προσώπου ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου λογίζεται ως παραίτηση του νομικού προσώπου από τη θέση του μέλους.


Άρθρο 78
Εκλογή του διοικητικού συμβουλίου από τη γενική συνέλευση ή ορισμός στο
καταστατικό


1. Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγει η γενική συνέλευση, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο στον νόμο.

2. Το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ορίζεται στο καταστατικό. Αν δεν έχει ορισθεί από το καταστατικό, το διοικητικό συμβούλιο εκλέγεται είτε με απόφαση γενικής συνέλευσης, λαμβανόμενη σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 121, είτε ορίζεται με δικαστική απόφαση κατά το άρθρο 69 του Αστικού Κώδικα.


Άρθρο 79
Απευθείας διορισμός του διοικητικού συμβουλίου από μέτοχο


1. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι ορισμένος μέτοχος ή μέτοχοι έχουν το δικαίωμα να διορίζουν απευθείας μέλη του διοικητικού συμβουλίου, όχι όμως πέραν των δύο πέμπτων (2/5) του προβλεπόμενου συνολικού αριθμού αυτών, καθώς επίσης και να ορίζει τις προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος, ιδίως σε ό,τι αφορά το ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο και τη δήλωση διορισμού.

2. Η άσκηση του δικαιώματος της προηγούμενης παραγράφου πραγματοποιείται πριν από την εκλογή του διοικητικού συμβουλίου από τη γενική συνέλευση, η οποία στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην εκλογή των υπόλοιπων μελών του διοικητικού συμβουλίου. 0 μέτοχος ή μέτοχοι που ασκούν το παραπάνω δικαίωμα γνωστοποιούν με δήλωσή τους το διορισμό των μελών του διοικητικού συμβουλίου στην εταιρεία τρεις (3) πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης και δεν συμμετέχουν στην εκλογή του υπόλοιπου διοικητικού συμβουλίου.

3. Οι σύμβουλοι που διορίζονται σύμφωνα με την παρ. 1 ανακαλούνται οποτεδήποτε από το μέτοχο ή τους μετόχους που έχουν το δικαίωμα διορισμού τους. Η ανάκληση μπορεί να αφορά έναν ή περισσότερους από τους διορισθέντες συμβούλους. Λόγω σπουδαίου λόγου που αφορά στο πρόσωπο του διορισθέντος, μπορεί το δικαστήριο να τον ανακαλέσει κατόπιν αίτησης μετόχων που εκπροσωπούν το 1/10 του καταβεβλημένου κεφαλαίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Στις
περιπτώσεις ανάκλησης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ο μέτοχος που έχει το δικαίωμα διορισμού μπορεί να διορίσει νέο σύμβουλο σε αντικατάσταση του ανακληθέντος. Σε περίπτωση παράλειψης το διοικητικό συμβούλιο εξακολουθεί να λειτουργεί με τα λοιπά μέλη, εκτός αν ο αριθμός τους είναι κάτω των τριών (3).

4. Σε περίπτωση μεταβολής του αριθμού των μελών του διοικητικού συμβουλίου με τροποποίηση του καταστατικού, διατηρείται υποχρεωτικά η υφιστάμενη με βάση το καταστατικό αναλογία της ιδιαίτερης εκπροσώπησης σε αυτό.

5. Το δικαίωμα απευθείας διορισμού μελών του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να χορηγηθεί είτε ατομικά σε μέτοχο ή μετόχους είτε από κοινού σε περισσότερους μετόχους. Στην τελευταία περίπτωση τόσο ο διορισμός όσο και η ανάκληση των μελών αυτών πρέπει να γίνει με κοινή πράξη των δικαιούχων.


Άρθρο 80
Εκλογή του διοικητικού συμβουλίου βάσει καταλόγων

1. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι προτείνονται προς εκλογή στο διοικητικό συμβούλιο υποψήφιοι βάσει καταλόγων και ότι εκλέγονται από αυτούς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου κατά την αναλογία των ψήφων που λαμβάνει κάθε κατάλογος. Τυχόν κλάσματα λογίζονται υπέρ του καταλόγου που συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους. Από τον κάθε κατάλογο εκλέγονται, ανάλογα με τις προβλέψεις του καταστατικού, είτε τα πρόσωπα που έλαβαν τις περισσότερες ψήφους είτε τα πρόσωπα που προηγούνται στη σειρά του καταλόγου. Οι λοιποί θεωρούνται επιλαχόντες. Το σύστημα της εκλογής αυτής, αν δεν προβλέπεται από το αρχικό καταστατικό, μπορεί να εισαχθεί ή να καταργηθεί με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται με απλή απαρτία και πλειοψηφία, εκτός αν το καταστατικό προβλέπει υψηλότερα ποσοστά απαρτίας ή πλειοψηφίας.

2. Το σύστημα εκλογής της παρ. 1 δεν επιτρέπεται, αν το καταστατικό προβλέπει δικαίωμα απευθείας διορισμού μελών του διοικητικού συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 79.


Άρθρο 81
Αναπληρωματικά μέλη


1. Εκείνος που εκλέγει ή διορίζει το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να εκλέξει ή να διορίσει και αναπληρωματικά μέλη για την περίπτωση παραίτησης ή θανάτου των προσώπων που εκλέχτηκαν ή διορίστηκαν από αυτόν ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο έχασαν την ιδιότητα του μέλους διοικητικού συμβουλίου. Σε περίπτωση εκλογής του διοικητικού συμβουλίου βάσει καταλόγων σύμφωνα με το άρθρο 80, ως αναπληρωματικά μέλη λογίζονται οι επιλαχόντες. Τα αναπληρωματικά μέλη θα αναπληρώνουν οποιοδήποτε ή συγκεκριμένο μέλος από τα εκλεγέντα ή διορισθέντα, ανάλογα με την πράξη εκλογής ή διορισμού των αναπληρωματικών μελών. Ο διορισμός των αναπληρωματικών μελών υποβάλλεται σε δημοσιότητα.

2. Η αναπλήρωση μπορεί να γίνει και στην περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων του μέλους του διοικητικού συμβουλίου με εκείνα της εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 97, αν αυτό προβλέπεται στην πράξη εκλογής ή διορισμού του αναπληρωματικού. Στην
περίπτωση αυτή η αναπλήρωση είναι προσωρινή και αφορά τις πράξεις για τις οποίες υφίσταταιη σύγκρουση.

3. Τα αναπληρωματικά μέλη μπορούν να παρίστανται στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου χωρίς ψήφο. Μπορούν να λάβουν το λόγο κατά την κρίση του προέδρου.


Άρθρο 82
Ελλιπές διοικητικό συμβούλιο


1. Σε περίπτωση παραίτησης ή θανάτου ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο απώλειας της ιδιότητας μέλους ή μελών του διοικητικού συμβουλίου, το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να εκλέγει μέλη αυτού σε αντικατάσταση των μελών που εξέλιπαν. Η εκλογή αυτή επιτρέπεται εφόσον η αναπλήρωση των παραπάνω μελών δεν είναι εφικτή από αναπληρωματικά μέλη, που έχουν εκλεγεί από τη γενική συνέλευση ή διοριστεί από μέτοχο ή μετόχους, σύμφωνα με τα άρθρα 78 έως 81. Η εκλογή από το διοικητικό συμβούλιο γίνεται με απόφαση των απομενόντων μελών, αν είναι τουλάχιστον τρία (3), και ισχύει για το υπόλοιπο της θητείας του μέλους που αντικαθίσταται. Η απόφαση της εκλογής υποβάλλεται σε δημοσιότητα και ανακοινώνεται από το διοικητικό συμβούλιο στην αμέσως προσεχή γενική συνέλευση, η οποία μπορεί να αντικαταστήσει τους εκλεγέντες, ακόμη και αν δεν έχει αναγραφεί σχετικό θέμα στην ημερήσια διάταξη.

2. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι, σε περίπτωση παραίτησης, θανάτου ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο απώλειας της ιδιότητας μέλους ή μελών του διοικητικού συμβουλίου, τα υπόλοιπα μέλη μπορούν να συνεχίσουν τη διαχείριση και την εκπροσώπηση της εταιρείας και χωρίς την αντικατάσταση των ελλειπόντων μελών σύμφωνα με την παρ. 1, με την προϋπόθεση ότι ο αριθμός αυτών υπερβαίνει το ήμισυ των μελών, όπως είχαν πριν από την επέλευση των παραπάνω γεγονότων. Σε κάθε περίπτωση τα μέλη αυτά δεν επιτρέπεται να είναι λιγότερα των τριών (3).

3. Τα απομένοντα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους, μπορούν να προβούν σε σύγκληση γενικής συνέλευσης με αποκλειστικό σκοπό την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου.


Άρθρο 83
Προϋποθέσεις εκλογιμότητας των μελών του διοικητικού συμβουλίου


1. Δεν μπορεί να είναι μέλος διοικητικού συμβουλίου ή να διορισθεί εκπρόσωπος νομικού προσώπου μέλους του διοικητικού συμβουλίου φυσικό πρόσωπο, που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 84, η εκλογή ή ο διορισμός μέλους του διοικητικού συμβουλίου κατά παράβαση της παρ. 1 του παρόντος άρθρου είναι άκυρος.

3. Τυχόν επιπλέον προϋποθέσεις, ανικανότητες ή ασυμβίβαστα, που προβλέπονται από άλλες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας δεν θίγονται. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει περαιτέρω προϋποθέσεις εκλογιμότητας των μελών του διοικητικού συμβουλίου, εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές δεν αντίκεινται σε άλλες διατάξεις.

Άρθρο 84
Ελαττώματα διορισμού των εκπροσώπων της εταιρείας


Εφόσον τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας για το διορισμό των προσώπων που εκπροσωπούν την εταιρεία, δεν αντιτάσσεται στους τρίτους οποιοδήποτε ελάττωμα σχετικά με το διορισμό των προσώπων αυτών, εκτός αν η εταιρεία αποδείξει ότι οι τρίτοι γνώριζαν το ελάττωμα.


Άρθρο 85
Θητεία μελών διοικητικού συμβουλίου


1. Η μεγίστη διάρκεια θητείας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ορίζεται στο καταστατικό, δεν μπορεί όμως να υπερβαίνει τα έξι (6] έτη. Αν ο διορισμός ή η εκλογή μέλους ή μελών γίνουν για χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει τη μέγιστη διάρκεια της θητείας, όπως αυτή ορίζεται σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, ισχύουν για τη μέγιστη αυτή διάρκεια. Η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου παρατείνεται μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, εντός της οποίας πρέπει να συνέλθει η αμέσως επόμενη τακτική γενική συνέλευση και μέχρι τη λήψη της σχετικής απόφασης.

2. Η γενική συνέλευση μπορεί, και αν το ορίζει το καταστατικό υποχρεούται, να αποφασίζει τμηματική ανανέωση του διοικητικού συμβουλίου ή και διαδοχικές λήξεις της θητείας των μελών του. Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται να προβλεφθούν αρχικά άνισες θητείες των μελών του διοικητικού συμβουλίου.


Άρθρο 86
Αρμοδιότητες και έκταση εξουσιών του διοικητικού συμβουλίου


1. Το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και την εν γένει επιδίωξη του σκοπού της.

2. Πράξεις του διοικητικού συμβουλίου, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρεία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, δεν μπορεί να την αγνοεί. Το βάρος απόδειξης των περιστατικών που αίρουν τη δέσμευση της εταιρείας, σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, φέρει η ίδια η εταιρεία. Δε συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό της εταιρείας ή τις τροποποιήσεις του.

3. Περιορισμοί της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης δεν αντιτάσσονται στους τρίτους ακόμα και αν έχουν υποβληθεί σε δημοσιότητα.


Άρθρο 87
Ανάθεση αρμοδιοτήτων του διοικητικού συμβουλίου σε μέλη του ή τρίτους


1. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες της διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη, εφόσον αυτό επιτρέπεται σύμφωνα με το καταστατικό.. Το καταστατικό μπορεί επίσης να επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο ή να το υποχρεώνει να αναθέτει τον εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μη μέλη του.

2. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή τρίτους.

3. Κατά την ίδρυση της εταιρείας ο διορισμός προέδρου, αντιπροέδρου, διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου ή προσώπων με άλλη ιδιότητα και αρμοδιότητες για το πρώτο διοικητικό συμβούλιο μπορεί να γίνει και με το καταστατικό. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί οποτεδήποτε να προβεί σε διαφορετική κατανομή των παραπάνω ιδιοτήτων μεταξύ των μελών του.

4. Με διάταξη του καταστατικού ή με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, εφόσον το καταστατικό το επιτρέπει, μπορεί επίσης να συγκροτείται εκτελεστική επιτροπή και να ανατίθενται σ’ αυτήν ορισμένες εξουσίες ή καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου. Στην περίπτωση αυτή, ο τρόπος λήψης των αποφάσεων της εκτελεστικής επιτροπής, καθώς και κάθε θέμα που αφορά τη λειτουργία της ρυθμίζονται με το καταστατικό ή την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου σχετικά με τη συγκρότησή της.

5. Στις εταιρείες που έχουν τίτλους εισηγμένους σε ρυθμιζόμενη αγορά εκλέγονται εκτελεστικά, μη εκτελεστικά και ανεξάρτητα μέλη, με τις προϋποθέσεις και με τις συνέπειες του ν. 3016/2002 (Α' 110), όπως ισχύει. Οι διατάξεις των άρθρων 3 έως 8 του ν. 3016/2002, όπως ισχύει, μπορούν να εφαρμόζονται αναλόγως και σε μη εισηγμένες εταιρείες, αν τούτο προβλέπεται από το καταστατικό. Η παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3016/2002 δεν εφαρμόζεται.


Άρθρο 88
Πράξεις εκπροσώπησης εταιρείας

Για κάθε πράξη εκπροσώπησης της εταιρείας αρκεί η υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της υπό την εταιρική επωνυμία, το όνομά του και η αναφορά της ιδιότητάς του. Χρήση εταιρικής σφραγίδας δεν απαιτείται.


Άρθρο 89
Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου


1. Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγει μεταξύ των μελών του τον πρόεδρο, αν δεν τον έχει ήδη ορίσει το καταστατικό ή η γενική συνέλευση. Το καταστατικό, η γενική συνέλευση ή και το διοικητικό συμβούλιο εκλέγουν επίσης αναπληρωτή του προέδρου. Εφόσον δεν υπάρχει πρόεδρος ούτε αναπληρωτής του, καθήκοντα προέδρου μπορεί να ασκήσει προσωρινά ο μέτοχος με τον μεγαλύτερο αριθμό μετοχών με δικαίωμα ψήφου, αν είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου.

2. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αντικαταστήσει τον πρόεδρο και τον αναπληρωτή του οποτεδήποτε. Αν τα πρόσωπα αυτά έχουν ορισθεί από το καταστατικό ή τη γενική συνέλευση, η αντικατάστασή τους από το διοικητικό συμβούλιο γίνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου των μελών.

3. 0 πρόεδρος ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπει ο νόμος και το καταστατικό.


Άρθρο 90
Τόπος συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου


1. Το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να συνεδριάζει στην έδρα της εταιρείας.

2. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται να ορίζεται στο καταστατικό και άλλος τόπος, στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, στον οποίο μπορεί να συνεδριάζει έγκυρα το διοικητικό συμβούλιο.

3. Σε κάθε περίπτωση το διοικητικό συμβούλιο συνεδριάζει έγκυρα εκτός της έδρας του σε άλλο τόπο, στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, εφόσον στη συνεδρίαση αυτή παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται όλα τα μέλη του και κανείς δεν αντιλέγει στην πραγματοποίηση της συνεδρίασης και στη λήψη αποφάσεων.

4. Εφόσον προβλέπεται στο καταστατικό ή συναινούν όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, η συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να διεξαχθεί με τηλεδιάσκεψη ως προς ορισμένα ή και ως προς όλα τα μέλη. Στην περίπτωση αυτή η πρόσκληση προς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου περιλαμβάνει τις αναγκαίες πληροφορίες και τεχνικές οδηγίες για τη συμμετοχή τους στη συνεδρίαση.

5. Σε κάθε περίπτωση κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να αξιώσει να διεξαχθεί η συνεδρίαση με τηλεδιάσκεψη ως προς αυτόν, αν κατοικεί σε άλλη χώρα από εκείνη όπου διεξάγεται η συνέλευση ή αν υπάρχει άλλος σπουδαίος λόγος, ιδίως ασθένεια ή αναπηρία.


Άρθρο 91
Συχνότητα συνεδριάσεων και σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου

1. Το διοικητικό συμβούλιο συνεδριάζει κάθε φορά που ο νόμος, το καταστατικό ή οι ανάγκες της εταιρείας το απαιτούν.

2. Το διοικητικό συμβούλιο συγκαλείται από τον πρόεδρο ή τον αναπληρωτή του, με πρόσκληση που γνωστοποιείται στα μέλη του δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συνεδρίαση και πέντε (5) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες αν η συνεδρίαση πρόκειται να διεξαχθεί εκτός της έδρας της εταιρείας. Στην πρόσκληση πρέπει να αναγράφονται με σαφήνεια και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, διαφορετικά η λήψη αποφάσεων επιτρέπεται μόνο εφόσον παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και κανείς δεν αντιλέγει στη λήψη αποφάσεων.

3. Τη σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ζητήσουν δύο (2) τουλάχιστον από τα μέλη του με αίτησή τους προς τον πρόεδρο αυτού ή τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υποχρεούνται να συγκαλέσουν εγκαίρως το διοικητικό συμβούλιο, ώστε αυτό
να συνέλθει εντός προθεσμίας επτά (7) ημερών από την υποβολή της αίτησης. Στην αίτηση πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρονται με σαφήνεια και τα θέματα που θα απασχολήσουν το διοικητικό συμβούλιο. Αν δεν συγκληθεί το διοικητικό συμβούλιο από τον πρόεδρο ή τον αναπληρωτή του εντός της παραπάνω προθεσμίας, επιτρέπεται στα μέλη που ζήτησαν τη σύγκληση να συγκαλέσουν αυτά το διοικητικό συμβούλιο εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας των επτά (7) ημερών, γνωστοποιώντας τη σχετική πρόσκληση στα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου.

4. Το καταστατικό εταιρειών των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά μπορεί να ορίσει άλλες διατυπώσεις ή βραχύτερες προθεσμίες πρόσκλησης, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παρόντος άρθρου.


Άρθρο 92
Λήψη αποφάσεων από το διοικητικό συμβούλιο


1. Το διοικητικό συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτό το ήμισυ πλέον ενός των συμβούλων, ουδέποτε όμως ο αριθμός των παρόντων ή αντιπροσωπευόμενων συμβούλων μπορεί να είναι μικρότερος των τριών (3). Για την εξεύρεση του αριθμού απαρτίας παραλείπεται τυχόν προκύπτον κλάσμα.

2. Εφόσον δεν ορίζει διαφορετικά ο νόμος ή το καταστατικό, οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται έγκυρα με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων και αντιπροσωπευόμενων μελών. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου.

3. Κάθε σύμβουλος μπορεί να αντιπροσωπεύει εγκύρως μόνον έναν άλλο σύμβουλο.

4. Η αντιπροσώπευση στο διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί ν' ανατεθεί σε πρόσωπα που δεν αποτελούν μέλη του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν η αντιπροσώπευση ανατεθεί σε τυχόν αναπληρωματικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου.


Άρθρο 93
Πρακτικά συνεδριάσεων και αποφάσεων διοικητικού συμβουλίου

1. Οι συζητήσεις και αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου καταχωρίζονται περιληπτικά σε ειδικό βιβλίο, που μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά. Με αίτηση μέλους του διοικητικού συμβουλίου ο πρόεδρος υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά περίληψη της γνώμης του μέλους αυτού. 0 πρόεδρος δικαιούται να αρνηθεί την καταχώριση γνώμης, η οποία αναφέρεται σε ζητήματα προφανώς εκτός ημερήσιας διάταξης, ή το περιεχόμενό της αντίκειται καταφανώς στα χρηστά ήθη ή το νόμο. Στο βιβλίο αυτό καταχωρίζεται επίσης κατάλογος των παραστάντων ή αντιπροσωπευθέντων κατά τη συνεδρίαση μελών του διοικητικού συμβουλίου.

2. Τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου υπογράφονται από τα παραστάντα μέλη. Σε περίπτωση άρνησης υπογραφής από κάποιο μέλος γίνεται σχετική μνεία στα πρακτικά. Αντίγραφα των πρακτικών εκδίδονται επισήμως από τον πρόεδρο ή άλλο πρόσωπο που ορίζεται προς τούτο από το καταστατικό ή από το διοικητικό συμβούλιο,
χωρίς να απαιτείται άλλη επικύρωσή τους. Η εταιρεία φέρει το βάρος απόδειξης ότι οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου έλαβαν χώρα την ημερομηνία και ώρα που αναγράφεται στο βιβλίο πρακτικών.

3. Αντίγραφα πρακτικών συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, για τα οποία υπάρχει υποχρέωση καταχώρισης τους στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος νόμου ή άλλες διατάξεις, υποβάλλονται στην αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. μέσα σε προθεσμία δέκα πέντε (15) ημερών από τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου.

4. Το βιβλίο πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου των εταιρειών, οι μετοχές των οποίων δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, μπορεί να τηρείται ενιαία με το βιβλίο πρακτικών της γενικής συνέλευσης.


Άρθρο 94
Προσυπογραφή πρακτικού χωρίς συνεδρίαση


1. Η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή τους αντιπροσώπους τους ισοδυναμεί με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, ακόμη και αν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση. Η ρύθμιση αυτή ισχύει και αν όλοι οι σύμβουλοι ή οι αντιπρόσωποί τους συμφωνούν να αποτυπωθεί πλειοψηφική απόφασή τους σε πρακτικό, χωρίς συνεδρίαση. Το σχετικό πρακτικό υπογράφεται από όλους τους συμβούλους.

2. Οι υπογραφές των συμβούλων ή των αντιπροσώπων τους μπορούν να αντικαθίστανται με ανταλλαγή μηνυμάτων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, αν τούτο προβλέπεται στο καταστατικό.

3. Το πρακτικό που καταρτίζεται σύμφωνα με το παρόν καταχωρίζεται στο βιβλίο πρακτικών σύμφωνα με το άρθρο 93.


Άρθρο 95
Ελαττωματικές αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου


1. Αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, το περιεχόμενο των οποίων αντίκειται στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρες.

2. Αποφάσεις που λήφθηκαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό είναι επίσης άκυρες, εκτός αν λήφθηκαν ομοφώνως από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, παρόντα ή νομίμως εκπροσωπούμενα.

3. Την ακυρότητα μπορούν να επικαλεσθούν, εντός έξι (6) μηνών από την καταχώριση της απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με το άρθρο 12, ή από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών, σύμφωνα με το άρθρο 93, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τρίτοι δε, μέτοχοι ή μη, αν έχουν προσωπικό και ειδικό έννομο συμφέρον. Αν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η δυνατότητα επίκλησης δεν υπόκειται σε προθεσμία. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα μπορεί είτε να προταθεί από τους μετόχους είτε να ληφθεί υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.

4. Αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου που αφορούν ζητήματα της παρ. 4 του άρθρου 27, της παρ.2 του άρθρου 56, της παρ. 1 του άρθρου 71 και των περίπτ. α', β' και ε’ της παρ. 2 του άρθρου 117 είναι άκυρες ή ακυρώσιμες, με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 137 και 138. Η περίπτ. β' της παρ. 2 του άρθρου 137 δεν εφαρμόζεται.

5. Αν η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της οποίας η ακυρότητα αναγνωρίσθηκε δικαστικά υπέκειτο σε δημοσιότητα, το ίδιο ισχύει και για τη δικαστική απόφαση που αναγνώρισε την ακυρότητά της.

6. Το παρόν άρθρο δεν επηρεάζει την εφαρμογή των παρ. 2 και 3 του άρθρου 86.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΚΑΙ
ΕΥΘΥΝΗ
Άρθρο 96
Καθήκοντα διοικητικού συμβουλίου

1. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και κάθε τρίτο πρόσωπο, στο οποίο έχουν ανατεθεί από αυτό εξουσίες σύμφωνα με το άρθρο 87, οφείλουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και των αρμοδιοτήτων τους να τηρούν το νόμο, το καταστατικό και τις νόμιμες αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Οφείλουν να διαχειρίζονται τις εταιρικές υποθέσεις με σκοπό την προαγωγή του εταιρικού συμφέροντος, να εποπτεύουν την εκτέλεση των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης και να ενημερώνουν τα άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου για τις εταιρικές υποθέσεις.

2. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου οφείλουν να τηρούν τα κατά το νόμο αρχεία, βιβλία και στοιχεία. Έχουν επίσης το συλλογικό καθήκον να εξασφαλίζουν ότι οι ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις, η ετήσια έκθεση διαχείρισης και, όταν προβλέπεται σύμφωνα με το άρθρο 152, η δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης, οι ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις, οι ενοποιημένες εκθέσεις διαχείρισης και η τυχόν ενοποιημένη δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης, καθώς και η έκθεση αποδοχών του άρθρου 112 συντάσσονται και δημοσιεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ή, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που έχουν υιοθετηθεί με τον Κανονισμό ΕΚ αριθ. 1606/2002 2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L243).


Άρθρο 97
Υποχρέωση πίστεως - Συγκρούσεις συμφερόντων


1. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και κάθε τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχουν ανατεθεί από αυτό αρμοδιότητές του έχουν υποχρέωση πίστεως απέναντι στην εταιρεία. Οφείλουν ιδίως:
α) Να μην επιδιώκουν ίδια συμφέροντα που αντιβαίνουν στα συμφέροντα της εταιρείας.
β) Να αποκαλύπτουν έγκαιρα και με επάρκεια στα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τα ίδια συμφέροντα τους, που ενδέχεται να ανακύψουν από συναλλαγές της εταιρείας, οι οποίες εμπίπτουν στα καθήκοντα τους, καθώς και κάθε σύγκρουση των συμφερόντων τους με εκείνα της εταιρείας ή συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014, η οποία ανακύπτει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οφείλουν ομοίως να αποκαλύπτουν και κάθε σύγκρουση των συμφερόντων της εταιρείας με τα συμφέροντα των προσώπων της παρ. 2 του άρθρου 99, εφόσον έχουν σχέση με τα πρόσωπα αυτά. Ως επαρκής αποκάλυψη θεωρείται εκείνη που περιλαμβάνει περιγραφή τόσο της συναλλαγής όσο και των ιδίων συμφερόντων. Οι εταιρείες δημοσιοποιούν τις περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων και τυχόν συμβάσεις που έχουν συναφθεί και εμπίπτουν στο άρθρο 99 στην επόμενη τακτική γενική συνέλευση των μετόχων. Στις εταιρείες με τίτλους εισηγμένους σε ρυθμιζόμενη αγορά η δημοσιοποίηση γίνεται και με την ετήσια έκθεση του διοικητικού συμβουλίου.
γ) Να τηρούν αυστηρή εχεμύθεια για τις εταιρικές υποθέσεις και τα απόρρητα της εταιρείας, τα οποία κατέστησαν γνωστά σ' αυτούς λόγω της ιδιότητάς τους ως συμβούλων.

2. Το καταστατικό της εταιρείας μπορεί να εξειδικεύει περαιτέρω τις υποχρεώσεις της προηγούμενης παραγράφου.

3. Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου δεν δικαιούται να ψηφίζει σε θέματα στα οποία υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων με την εταιρεία του ίδιου ή προσώπων με τα οποία συνδέεται με σχέση υπαγόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 99. Στις περιπτώσεις αυτές οι αποφάσεις λαμβάνονται από τα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, σε περίπτωση δε που η αδυναμία ψήφου αφορά τόσα μέλη, ώστε τα υπόλοιπα να μη σχηματίζουν απαρτία, τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους, οφείλουν να προβούν σε σύγκληση γενικής συνέλευσης με αποκλειστικό σκοπό τη λήψη της συγκεκριμένης απόφασης.


Άρθρο 98
Απαγόρευση ανταγωνισμού


1. Απαγορεύεται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου που συμμετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο στη διεύθυνση της εταιρείας, καθώς και στους διευθυντές αυτής, να ενεργούν, χωρίς άδεια της γενικής συνέλευσης ή σχετική πρόβλεψη του καταστατικού, για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται στους σκοπούς της εταιρείας, καθώς και να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι ή ως μόνοι μέτοχοι ή εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς.

2. Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης της απαγόρευσης της προηγούμενης παραγράφου, η εταιρεία δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση. Μπορεί όμως, αντί της αποζημίωσης, να απαιτήσει, προκειμένου μεν για πράξεις που έγιναν για λογαριασμό του ίδιου του συμβούλου ή του διευθυντή, να θεωρηθεί ότι οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν για λογαριασμό της εταιρείας, προκειμένου δε για πράξεις που έγιναν για λογαριασμό τρίτου, να δοθεί στην εταιρεία η αμοιβή για τη μεσολάβηση ή να εκχωρηθεί σε αυτήν η σχετική απαίτηση.

3. Οι απαιτήσεις αυτές παραγράφονται ύστερα από ένα έτος από τότε που οι παραπάνω πράξεις ανακοινώθηκαν σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου ή γνωστοποιήθηκαν στην εταιρεία. Η παραγραφή επέρχεται πάντως πέντε έτη (5) μετά την ενέργεια της απαγορευμένης πράξης.


Άρθρο 99
Διαφάνεια και εποπτεία των συναλλαγών με συνδεδεμένα μέρη
(άρθρο 9γ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)


1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων που εκάστοτε διέπουν τις συναλλαγές πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων με πρόσωπα τα οποία έχουν ειδική σχέση με αυτά, καθώς και της παρ. 3 του άρθρου 51 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε συμβάσεων της εταιρείας με πρόσωπα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, καθώς και η παροχή ασφαλειών και εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ των προσώπων αυτών, χωρίς ειδική άδεια παρεχόμενη με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή, με τους όρους του άρθρου 100, της γενικής συνέλευσης των μετόχων.

2. Η απαγόρευση της παρ. 1 ισχύει για τα ακόλουθα πρόσωπα (συνδεδεμένα μέρη): (α) Επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, τα πρόσωπα που ορίζονται ως συνδεδεμένα με αυτήν κατά το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 24 καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από αυτά, σύμφωνα με το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 27.
(β) Ως προς τις λοιπές εταιρείες, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα πρόσωπα που ελέγχουν την εταιρεία, τα στενά μέλη οικογένειας των προσώπων αυτών, όπως αυτά ορίζονται στο Παράρτημα Α του ν. 4308/2014, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους παραπάνω. Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχει την εταιρεία, αν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 32 του ν. 4308/2014.
(γ) Τα πρόσωπα, ως προς τα οποία έχει επεκταθεί με καταστατική πρόβλεψη η εφαρμογή του παρόντος άρθρου και των άρθρων 100 και 101 και, ιδίως, τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές της εταιρείας.

3. Η παρ. 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει προκειμένου για:
(α) Πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τα πρόσωπα της παρ. 2. Ως τρέχουσες συναλλαγές νοούνται εκείνες, που είναι συνήθεις σε σχέση με τις εργασίες και το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, ως προς το είδος και το μέγεθος τους και συνάπτονται με τους συνήθεις όρους της αγοράς. Επί εταιρείας με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει εσωτερική διαδικασία για την περιοδική αξιολόγηση του κατά πόσον πληρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Τα πρόσωπα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου δεν συμμετέχουν στην αξιολόγηση αυτή.
(β) Συμβάσεις που αφορούν τις αποδοχές των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, του γενικού διευθυντή και του τυχόν αναπληρωτή του, καθώς και των διοικητικών στελεχών της, όπως αυτά ορίζονται στο Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο, ως προς τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 109 έως 114.
(γ) Συμβάσεις που συνήφθησαν από πιστωτικά ιδρύματα βάσει μέτρων που αποσκοπούν στη διαφύλαξη της σταθερότητάς τους, κατόπιν έγκρισης της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την προληπτική εποπτεία.
(δ) Συμβάσεις της εταιρείας με τους μετόχους της, εφόσον η δυνατότητα κατάρτισης προσφέρεται σε όλους τους μετόχους της εταιρείας, με τους ίδιους όρους, και διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση όλων των μετόχων και η προστασία των συμφερόντων της εταιρείας.
(ε) Συμβάσεις της εταιρείας με 100% θυγατρική της ή θυγατρική, στην οποία δεν μετέχει κανένα πρόσωπο συνδεδεμένο σύμφωνα με την παρ. 2.
(στ) Συμβάσεις της εταιρείας με άμεσα ή έμμεσα ελεγχόμενη από αυτήν εταιρεία, οι οποίες συνάπτονται προς το συμφέρον και προς όφελος της εταιρείας αυτής ή από την οποία δεν κινδυνεύουν τα συμφέροντα της τελευταίας και τα συμφέροντα των μετόχων μειοψηφίας. Στην περίπτωση αυτή το διοικητικό συμβούλιο και η έκθεση που συντάσσεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 101 παρέχουν επεξηγήσεις για το ότι υπάρχει επαρκής προστασία των συμφερόντων της εταιρείας, των θυγατρικών της και των μετόχων τους που δεν είναι συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε εταιρείες με μετοχές μη εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.
(ζ) Συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19.

4. Με καταστατική πρόβλεψη είναι δυνατόν να εξαιρεθούν από την εφαρμογή της παρ. 1 του παρόντος άρθρου σαφώς καθορισμένοι τύποι συναλλαγών, ως προς τους οποίους το ελληνικό δίκαιο προϋποθέτει έγκριση από τη γενική συνέλευση, εφόσον οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις αντιμετωπίζουν ειδικώς και προστατεύουν επαρκώς τη δίκαιη μεταχείριση όλων των μετόχων, των συμφερόντων της εταιρείας καθώς και των μετόχων που δεν αποτελούν συνδεδεμένα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας.

5. Τεκμαίρεται ότι σύμβαση της εταιρείας με τα πρόσωπα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου δεν είναι συνήθης ως προς το μέγεθος της, αν η αξία της αποτιμάται τουλάχιστον σε δέκα τοις εκατόν (10%) του ενεργητικού της εταιρείας σύμφωνα με τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό και, αν τέτοιος δεν υπάρχει, σύμφωνα με ισολογισμό που συντάσσεται προς το σκοπό αυτό. Επί εταιρείας με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η υπέρβαση του ποσοστού αυτού αποκλείει το χαρακτηρισμό της συναλλαγής ως τρέχουσας, κατά την έννοια της παρ. 3 περ. α' του παρόντος άρθρου. Για τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσοτικού ορίου λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους αθροιστικά οι συναλλαγές που ολοκληρώθηκαν με το συνδεδεμένο μέρος ή άλλο πρόσωπο άμεσα ή έμμεσα ελεγχόμενο από αυτό, κατά το ίδιο οικονομικό έτος.


Άρθρο 100
Χορήγηση άδειας για την κατάρτιση συναλλαγής με συνδεδεμένο μέρος
(άρθρο 9γ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)


1. Η άδεια κατάρτισης συναλλαγής της εταιρείας με συνδεδεμένο μέρος ή παροχής ασφαλειών και εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ του συνδεδεμένου μέρους, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, παρέχεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία ισχύει για έξι (6) μήνες. Επί επαναλαμβανόμενων συμβάσεων με το ίδιο πρόσωπο μπορεί να δοθεί ενιαία άδεια σύναψης, που ορίζει τα χαρακτηριστικά των συμβάσεων και ισχύει για ένα (1) έτος.

2. Η αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου για τη χορήγηση άδειας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανάθεσης σύμφωνα με το άρθρο 87. Σε περίπτωση εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 97, ή εφόσον αυτό ζητηθεί από την μειοψηφία των μετόχων σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο, η ανωτέρω άδεια παρέχεται από τη γενική συνέλευση των μετόχων.

3. Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης της χορήγησης άδειας από το διοικητικό συμβούλιο κατά την παρ. 2 του άρθρου 101, μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του κεφαλαίου, μπορούν να ζητήσουν τη σύγκληση γενικής συνέλευσης για να αποφασίσει αυτή για το ζήτημα της παροχής της άδειας. Το καταστατικό μπορεί να μειώσει το ποσοστό αυτό μέχρι το ένα τις εκατό (1%) του κεφαλαίου. Η σύμβαση της παρ. 1 του άρθρου 99 ή η παροχή εγγύησης ή ασφάλειας, για την οποία χορηγήθηκε άδεια από το διοικητικό συμβούλιο θεωρείται οριστικά έγκυρη μόνο μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών ή τη λήψη της άδειας από τη γενική συνέλευση ή την έγγραφη δήλωση του συνόλου των μετόχων προς την εταιρεία ότι δεν προτίθενται να ζητήσουν τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης.

4. Αν μέχρι να χορηγηθεί άδεια από τη γενική συνέλευση, έχει ήδη συναφθεί η σύμβαση της παρ. 1 του άρθρου 99 ή έχει παρασχεθεί η εγγύηση ή η ασφάλεια, τότε η χορήγηση της άδειας από την γενική συνέλευση ματαιώνεται, αν αντιταχθούν σε αυτήν μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου. Το καταστατικό μπορεί να μειώσει το ποσοστό αυτό μέχρι το ένα τις εκατό (1%) του κεφαλαίου.

5. Στην περίπτωση που η συναλλαγή αφορά μέτοχο της εταιρείας, ο συγκεκριμένος μέτοχος δεν μετέχει στην ψηφοφορία της γενικής συνέλευσης. Ομοίως δεν μετέχουν στην ψηφοφορία άλλοι μέτοχοι, με τους οποίους ο αντισυμβαλλόμενος συνδέεται με σχέση υπαγόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 99.

6. Αν η άδεια σύναψης της σύμβασης δόθηκε από τη γενική συνέλευση, τυχόν τροποποιήσεις της μπορούν να γίνουν με άδεια του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν η γενική συνέλευση επιφυλάχθηκε να παρέχει η ίδια την άδεια και σε αυτές.


Άρθρο 101
Δημοσιότητα των συναλλαγών με συνδεδεμένα μέρη
(άρθρο 9γτης Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)


1. Επί εταιρείας με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή της γενικής συνέλευσης του προηγουμένου άρθρου λαμβάνεται με βάση έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ή άλλου ανεξάρτητου προς την εταιρεία τρίτου μέρους, η οποία αξιολογεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη για την εταιρεία και τους μετόχους που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας της εταιρείας, και εξηγεί τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται αυτή, μαζί με τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν. Τα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 99 δεν συμμετέχουν στην κατάρτιση της έκθεσης.

2. Το διοικητικό συμβούλιο ανακοινώνει την παροχή άδειας για την κατάρτιση συναλλαγής είτε από το ίδιο είτε από τη γενική συνέλευση. Η ανακοίνωση αυτή υποβάλλεται σε δημοσιότητα το αργότερο κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της συναλλαγής.

3. Η ανακοίνωση της παρ. 2 περιλαμβάνει κατ' ελάχιστον πληροφορίες: (α) ως προς τη φύση της σχέσης της εταιρείας με το συνδεδεμένο μέρος, (β) την ημερομηνία και την αξία της συναλλαγής, (γ) κάθε άλλη πληροφορία που είναι αναγκαία για να αξιολογηθεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη για την εταιρεία και τα πρόσωπα που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας. Επί εταιρείας με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η ανωτέρω ανακοίνωση συνοδεύεται από την έκθεση της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Στις διατυπώσεις δημοσιότητας υποβάλλεται επίσης η συναλλαγή που συνάπτεται μεταξύ του συνδεδεμένου με την εταιρεία προσώπου και θυγατρικής της-

4. Συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ του μοναδικού μετόχου και της εταιρείας καταχωρίζονται στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου ή καταρτίζονται εγγράφως με ποινή ακυρότητας. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στις τρέχουσες συναλλαγές της εταιρείας κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 99.

5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν με την επιφύλαξη των κανόνων σχετικά με τη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών, όπως αναφέρονται στο άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L173).


Άρθρο 102
Ευθύνη μελών του διοικητικού συμβουλίου

1. Κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ευθύνεται έναντι της εταιρείας για ζημία που αυτή υφίσταται λόγω πράξης ή παράλειψης που συνιστά παράβαση των καθηκόντων του.

2. Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται, αν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου αποδείξει ότι κατέβαλε κατά την άσκηση των καθηκόντων του την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία που δραστηριοποιείται σε παρόμοιες συνθήκες. Η επιμέλεια αυτή κρίνεται με βάση και την ιδιότητα κάθε μέλους και τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί κατά το νόμο, το καταστατικό ή με απόφαση των αρμόδιων εταιρικών οργάνων.

3. Αν από κοινή πράξη περισσότερων μελών του διοικητικού συμβουλίου προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία. Το δικαστήριο όμως μπορεί να αποφασίσει για επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ των υπευθύνων, ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης, το βαθμό του πταίσματος και την κατανομή των καθηκόντων των μελών του διοικητικού συμβουλίου. Το δικαστήριο μπορεί να ρυθμίσει και το δικαίωμα αναγωγής των υπευθύνων μεταξύ τους.

4. Η ευθύνη κατά το παρόν άρθρο δεν υφίσταται προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε σύννομη απόφαση της γενικής συνέλευσης ή που αφορούν εύλογη επιχειρηματική απόφαση, η οποία ελήφθη (α) με καλή πίστη, (β) με βάση επαρκή με τις συγκεκριμένες συνθήκες πληροφόρηση και (γ) με αποκλειστικό κριτήριο την εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος. Τα στοιχεία αυτά κρίνονται με αναφορά στο χρόνο λήψης της απόφασης. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου φέρουν το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων της παρούσας παραγράφου. Επίσης το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι δεν υφίσταται ευθύνη προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε εισήγηση ή γνώμη ανεξάρτητου οργάνου ή επιτροπής, που λειτουργεί στην εταιρεία σύμφωνα με το νόμο.

5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 103 έως 108 εφαρμόζονται και ως προς την ευθύνη των προσώπων που ενεργούν πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης, σύμφωνα με το άρθρο 87, ή των οποίων η πράξη διορισμού ως μελών του διοικητικού συμβουλίου είναι ελαττωματική.

6. Οι αξιώσεις της εταιρείας κατά το παρόν άρθρο παραγράφονται μετά τριετία από την τέλεση της πράξης ή την παράλειψη. Η παραγραφή αναστέλλεται ενόσω ο υπεύθυνος έχει την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή εκείνη της προηγούμενης παραγράφου. Σε κάθε περίπτωση η παραγραφή επέρχεται μετά πάροδο δεκαετίας από την τέλεση της πράξης ή την παράλειψη.

7. Η εταιρεία μπορεί, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, να παραιτηθεί των αξιώσεών της προς αποζημίωση ή να συμβιβασθείγια αυτές μετά πάροδο δύο (2) ετών από τη γένεση της αξίωσης και μόνο εφόσον συγκατατίθεται η γενική συνέλευση και δεν αντιτίθεται μειοψηφία που εκπροσωπεί το ένα δέκατο (1/10) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου. Μετά την άσκηση της αγωγής, η παραπάνω παραίτηση ή ο συμβιβασμός μπορούν να λάβουν χώρα οποτεδήποτε, εφόσον συγκατατίθεται η γενική συνέλευση και δεν αντιτίθεται το ένα εικοστό (1/20) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου. Στην συνέλευση αυτή καλείται να παραστεί και ο ειδικός εκπρόσωπος που τυχόν έχει ορισθεί.


Άρθρο 103
Άσκηση των αξιώσεων της εταιρείας

Το διοικητικό συμβούλιο έχει την υποχρέωση έγκαιρης, πλήρους και επιμελούς άσκησης των αξιώσεων της εταιρείας κατά των προσώπων που έχουν ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 102, σταθμίζοντας το εταιρικό συμφέρον. Το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να παρέχει στους μετόχους εξηγήσεις για την τυχόν μη άσκηση των αξιώσεων.


Άρθρο 104
Άσκηση των αξιώσεων της εταιρείας ύστερα από αίτημα της μειοψηφίας


1. Μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου έχουν δικαίωμα να υποβάλουν εγγράφως προς το διοικητικό συμβούλιο αίτηση με αντικείμενο την άσκηση των αξιώσεων της εταιρείας κατά το άρθρο 103. Το καταστατικό της εταιρείας μπορεί να μειώσει το παραπάνω ποσοστό. Οι αιτούντες πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν καταστεί μέτοχοι έξι (6) μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης.

2. Η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου αναφέρει τις πληροφορίες που κατέχουν οι αιτούντες μέτοχοι ως προς τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν κατά την κρίση τους την ευθύνη μελών του διοικητικού συμβουλίου και τη ζημία της εταιρείας. Στην αίτησή τους οι μέτοχοι θέτουν εύλογη προθεσμία, εντός της οποίας το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να αξιολογήσει το περιεχόμενο της αίτησης και να αποφασίσει αν η εταιρεία θα ασκήσει αγωγή για τις αξιώσεις που περιγράφει η αίτηση αυτή. Η ανωτέρω προθεσμία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) μήνα από τότε που η αίτηση υποβλήθηκε στο διοικητικό συμβούλιο.

3. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει επί του αιτήματος των μετόχων αφού λάβει υπόψη του τις παρατηρήσεις και εξηγήσεις των μελών εκείνων του διοικητικού συμβουλίου, που κατονομάζονται στην αίτηση των μετόχων. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου που κατονομάζονται στην αίτηση δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου για τη λήψη απόφασης επί του αιτήματος των μετόχων. Αν η αδυναμία ψήφου αφορά τόσα μέλη, ώστε τα υπόλοιπα να μη σχηματίζουν απαρτία, το διοικητικό συμβούλιο θεωρείται ότι δεν λαμβάνει απόφαση, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην παρ.3 του άρθρου 97, και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 105. Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου επί της αιτήσεως των μετόχων καθώς και το γεγονός της ενδεχόμενης αδυναμίας λήψεως αποφάσεως από το διοικητικό συμβούλιο, κοινοποιείται στους αιτούντες με επιμέλεια του ιδίου και με επιβάρυνση της εταιρείας.

4. Σε περίπτωση που η αίτηση της παρ. 1 υποβληθεί από την πλειοψηφία των μετόχων, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να προβεί αμελλητί στην άσκηση της εταιρικής αγωγής.


Άρθρο 105
Διορισμός ειδικού εκπροσώπου για άσκηση της αγωγής


1. Αν:
(α) το διοικητικό συμβούλιο απορρίψει εν όλω ή εν μέρει την αίτηση της μειοψηφίας, ή
(β) παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του εδαφ. β' της παρ. 2 του άρθρου 104, ή (γ) παρέλθουν τέσσερις (4) μήνες από την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που αποφάσισε την άσκηση της αγωγής, χωρίς να έχει ασκηθεί η αγωγή, όπως αποφασίστηκε από το διοικητικό συμβούλιο, ή
(δ) το διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως της μειοψηφίας, ή,
(ε) στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 104, η εταιρεία δεν ασκεί αμελλητί την αγωγή,
οι μέτοχοι που υπέβαλαν το αίτημα του προηγούμενου άρθρου έχουν δικαίωμα, εντός δύο (2) μηνών από την κατά το εδαφ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 104 κοινοποίηση της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου ή από την άπρακτη παρέλευση των προθεσμιών των περιπτ. β, γ και δ, να υποβάλουν αίτημα ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου με αντικείμενο το διορισμό ειδικού εκπροσώπου για  την άσκηση αγωγής κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αίτηση της μειοψηφίας του άρθρου 104.

2. Η αίτηση των μετόχων της παρ. 1 εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και κοινοποιείται προς την εταιρεία και το μέλος ή τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, που κατονομάζονται στην αίτηση. Παρεμβάσεις, πρόσθετες και κύριες, ενώπιον του δικαστηρίου ασκούνται και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Το δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση των μετόχων και ορίζει ειδικό εκπρόσωπο, εφόσον δεν συντρέχει προφανώς υπέρτερο συμφέρον της εταιρείας, που να δικαιολογεί τη μη διεξαγωγή δικαστικού αγώνα σε βάρος των μελών του διοικητικού συμβουλίου. Η απόφαση του δικαστηρίου αναφέρει την ιστορική βάση που θα διερευνήσει ο ειδικός εκπρόσωπος, ώστε να ασκήσει την αγωγή κατά των προσώπων του άρθρου 102.

3. Ως ειδικός εκπρόσωπος μπορεί να ορισθεί ένας εκ των μετόχων που υποβάλλουν την αίτηση του παρόντος άρθρου ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου ή και τρίτο πρόσωπο. Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται ως προς την επιλογή του ειδικού εκπροσώπου από τις προτάσεις των αιτούντων. Η απόφαση του δικαστηρίου μπορεί να ορίζει και αναπληρωτή ειδικό εκπρόσωπο.

4. 0 ειδικός εκπρόσωπος έχει ως ειδική και μόνη εξουσία την άσκηση της αγωγής κατά των προσώπων του άρθρου 102 και τη διεξαγωγή της σχετικής δίκης μέχρι την αμετάκλητη περάτωσή της με επιμέλεια και ταχύτητα. Καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο ειδικός εκπρόσωπος εκπροσωπεί κατ' αποκλειστικότητα την εταιρεία για τις ανάγκες της σχετικής δίκης και μόνο. Ο ειδικός εκπρόσωπος έχει εξουσία πρόσβασης σε έγγραφα και πληροφορίες, η γνώση των οποίων είναι κατά εύλογη κρίση απαραίτητη για την άσκηση της αγωγής και την διεξαγωγή της σχετικής δίκης.

5. Κατά την άσκηση των εξουσιών του, ο ειδικός εκπρόσωπος δεσμεύεται από τη δικαστική απόφαση περί ορισμού του όσον αφορά την ιστορική βάση που θα διερευνήσει για την άσκηση της αγωγής κατά των προσώπων του άρθρου 102. Η δέσμευση αυτή δεν περιορίζει την ευχέρεια του ειδικού εκπροσώπου να διαμορφώσει τους ισχυρισμούς της εταιρείας ως προς τη νομική βάση, την υπαιτιότητα ή την αιτιώδη συνάφεια και να προσδιορίσει την έκταση των αξιώσεων της, σύμφωνα με το άρθρο 102. Επίσης ο ειδικός εκπρόσωπος έχει υποχρέωση εχεμύθειας, όπως και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Το δικαστήριο μπορεί να του επιδικάσει εύλογη αμοιβή.

6. Αν, πριν ασκήσει την αγωγή, ο ειδικός εκπρόσωπος καταλήξει στο συμπέρασμα ότι για οποιοδήποτε λόγο δεν υπάρχει ευθύνη προς αποζημίωση, γνωστοποιεί τούτο στο διοικητικό συμβούλιο, που έχει την υποχρέωση να πληροφορήσει σχετικά τους μετόχους που ζήτησαν την άσκηση της αγωγής. Οι μέτοχοι αυτοί έχουν δικαίωμα να επανέλθουν με νεότερη αίτηση, η παραγραφή όμως δεν αναστέλλεται.

7. Σε περίπτωση κατ' ουσίαν απόρριψης της αγωγής σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, το διοικητικό συμβούλιο ύστερα από εισήγηση του ειδικού εκπροσώπου, μπορεί να παραιτηθεί των ενδίκων μέσων.


Άρθρο 106
Αοιπές διατάξεις


1. Η υποβολή της αίτησης της παρ. 1 του άρθρου 104 αναστέλλει την παραγραφή της παρ. 6 του άρθρου 102. Η παραγραφή συνεχίζεται μετά την έκδοση της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου επί της αιτήσεως των μετόχων.

2. Η απόφαση του δικαστηρίου που κάνει δεκτή την αίτηση των μετόχων κατά το άρθρο 105 κοινοποιείται με επιμέλεια των αιτούντων και με δαπάνες της εταιρείας στον ειδικό εκπρόσωπο και στην εταιρεία.

3. Η δαπάνη της δίκης για το διορισμό του ειδικού εκπροσώπου και τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα καθώς και η αμοιβή του ειδικού εκπροσώπου βαρύνουν την εταιρεία.


Άρθρο 107
Ευθύνη για άμεση ζημία τρίτων

Οι διατάξεις των προηγούμενων άρθρων 102 έως 106 δεν επηρεάζουν την ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου για άμεση ζημία μετόχων ή τρίτων και δεν θίγουν την ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου κατά το άρθρο 98 του Πτωχευτικού Κώδικα.


Άρθρο 108
Έγκριση συνολικής διαχείρισης


1. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται με φανερή ψηφοφορία μετά την έγκριση των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, μπορεί να εγκρίνεται η συνολική διαχείριση που έλαβε χώρα κατά την αντίστοιχη χρήση. Παραίτηση όμως της εταιρείας από αξιώσεις της κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή άλλων προσώπων ή συμβιβασμός της εταιρείας με αυτούς μπορεί να λάβει χώρα μόνο με τις προϋποθέσεις της παρ. 7 του άρθρου 102. Κατά τη δίκη για αποζημίωση της εταιρείας λόγω ευθύνης των μελών του διοικητικού συμβουλίου κατά τα άρθρα 102 και επ. συνεκτιμάται η παραπάνω έγκριση.

2. Στην ψηφοφορία περί έγκρισης της συνολικής διαχείρισης σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαιούνται να μετέχουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μόνο με μετοχές, των οποίων είναι κύριοι, ή ως αντιπρόσωποι άλλων μετόχων, εφόσον όμως έχουν λάβει σχετική εξουσιοδότηση με ρητές και συγκεκριμένες οδηγίες ψήφου. Το ίδιο ισχύει και για τους υπαλλήλους της εταιρείας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
Άρθρο 109
Διαδικασία και προϋποθέσεις χορήγησης αμοιβών


1. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δικαιούνται να λάβουν αμοιβή ή άλλες παροχές σύμφωνα με το νόμο και τα οριζόμενα στο καταστατικό και, κατά περίπτωση, την πολιτική αποδοχών της εταιρείας. Αμοιβή ή παροχή που χορηγείται σε μέλος του διοικητικού συμβουλίου και δεν ρυθμίζεται στο νόμο και το καταστατικό βαρύνει την εταιρεία, μόνο αν εγκριθεί με ειδική απόφαση της γενικής συνέλευσης.

2. Αμοιβή συνιστάμενη σε συμμετοχή στα κέρδη της χρήσεως παρέχεται μόνον αν αυτό προβλέπεται στο καταστατικό. Το ύψος της ανωτέρω αμοιβής προσδιορίζεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης, η οποία αποφασίζει με απλή απαρτία και πλειοψηφία. Αμοιβή χορηγούμενη από τα κέρδη της χρήσεως λαμβάνεται από το υπόλοιπο των καθαρών κερδών που απομένει μετά την αφαίρεση των νόμιμων κρατήσεων για τακτικό αποθεματικό και τη διανομή του ελάχιστου μερίσματος υπέρ των μετόχων.

3. Αμοιβή σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου για υπηρεσίες προς την εταιρεία βάσει ειδικής σχέσης, όπως ενδεικτικώς, από σύμβαση εργασίας, έργου ή εντολής καταβάλλεται με τις προϋποθέσεις των άρθρων 99 έως 101.

4. Η γενική συνέλευση μπορεί να επιτρέψει προκαταβολή αμοιβής για το χρονικό διάστημα μέχρι την επόμενη τακτική γενική συνέλευση. Η προκαταβολή της αμοιβής τελεί υπό την αίρεση της έγκρισής της από την επόμενη τακτική γενική συνέλευση.

5. Με την εξαίρεση των αμοιβών της παρ. 3, αμοιβή ή παροχή που καταβλήθηκε ή αποφασίστηκε να καταβληθεί σε συγκεκριμένο μέλος του διοικητικού συμβουλίου κατά τα ανωτέρω μπορεί να μειωθεί από το δικαστήριο αν, με τις υφιστάμενες συνθήκες, είναι κατά εύλογη κρίση υπέρογκη και αντιτάχθηκαν στην απόφαση αυτή μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα δέκατο (1/10) του κεφαλαίου. Η αίτηση προς το δικαστήριο υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έγκριση της γενικής συνέλευσης από μετόχους που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του μετοχικού κεφαλαίου και αντιτάχθηκαν στην απόφαση αυτή. Το δικαστήριο εκδικάζει την ανωτέρω αίτηση κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και αποφαίνεται λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες του συμβούλου, τις προσπάθειες που έχει καταβάλει, το επίπεδο αντίστοιχων αμοιβών των συμβούλων σε άλλες παρόμοιες εταιρείες, και την κατάσταση, την απόδοση και τις προοπτικές της εταιρείας.


Άρθρο 110
Πολιτική αποδοχών
(Άρθρο 9“ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)


1. Εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά υποχρεούνται να θεσπίζουν πολιτική αποδοχών για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και, αν υπάρχει, για τον γενικό διευθυντή ή τον αναπληρωτή του. Η αναφορά στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 111 και 112 στο διοικητικό συμβούλιο περιλαμβάνει και τον γενικό διευθυντή και τον τυχόν αναπληρωτή του. Με καταστατική διάταξη μπορεί να ορίζεται ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 111 και 112
εφαρμόζονται (α) και σε διοικητικά στελέχη, όπως αυτά ορίζονται στο Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 24 παρ. 9, καθώς (β) και σε εταιρείες με μετοχές μη εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.

2. Η πολιτική αποδοχών υποβάλλεται στην έγκριση της γενικής συνέλευσης. Η ψήφος των μετόχων επί της πολιτικής αποδοχών είναι δεσμευτική. Στη σχετική ψηφοφορία δεν μετέχουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου που έχουν συγχρόνως την ιδιότητα του μετόχου. Η διάρκεια ισχύος της εγκεκριμένης πολιτικής αποδοχών δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη από την έγκρισή της από τη γενική συνέλευση. Οι εταιρείες υποχρεούνται να υποβάλλουν την πολιτική αποδοχών προς έγκριση στη γενική συνέλευση κάθε φορά που σημειώνεται ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών με τις οποίες καταρτίσθηκε η εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών και σε κάθε περίπτωση ανά τέσσερα (4) έτη από την έγκρισή της-

3. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει πολιτική αποδοχών η εταιρεία συνεχίζει να καταβάλλει τις αμοιβές των μελών του διοικητικού της συμβουλίου, όπως αυτές είχαν κατά την προηγούμενη εταιρική χρήση. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία για τις αποδοχές των μελών του διοικητικού συμβουλίου για την προηγούμενη εταιρική χρήση, η εταιρεία καταβάλλει αμοιβές σύμφωνα με τις μέχρι τότε ισχύουσες πρακτικές της, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 109, έως την επόμενη γενική συνέλευση. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να υποβάλλει αναθεωρημένη πολιτική αποδοχών προς έγκριση από την επόμενη γενική συνέλευση.

4. Σε περίπτωση κατά την οποία η εταιρεία διαθέτει εγκεκριμένη από τη γενική συνέλευση πολιτική αποδοχών και η γενική συνέλευση δεν εγκρίνει την προτεινόμενη νέα πολιτική αποδοχών, η εταιρεία μπορεί να συνεχίσει να καταβάλλει τις αμοιβές των μελών του διοικητικού συμβουλίου μόνο σύμφωνα με την προηγούμενη, εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών και να υποβάλλει αναθεωρημένη πολιτική αποδοχών προς έγκριση από την επόμενη γενική συνέλευση.

5. Η εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών μαζί με την ημερομηνία και τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας υποβάλλεται σε διατυπώσεις δημοσιότητας και παραμένει διαθέσιμη στον διαδικτυακό τόπο της εταιρείας, χωρίς χρέωση, τουλάχιστον για όσο χρονικό διάστημα αυτή ισχύει.

6. Σε εξαιρετικές περιστάσεις επιτρέπεται προσωρινά η παρέκκλιση από την εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών, με την προϋπόθεση ότι: (α) η πολιτική αποδοχών ορίζει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, με τις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί παρέκκλιση από το περιεχόμενό της, (β) η πολιτική αποδοχών ορίζει τα στοιχεία της, ως προς τα οποία μπορεί να εφαρμοστεί η παρέκκλιση και (γ) η παρέκκλιση αυτή είναι αναγκαία για τη μακροπρόθεσμη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εταιρείας στο σύνολό της, ή για την διασφάλιση της βιωσιμότητάς της.

7. Εφόσον δεν υπάρχει πρόβλεψη στην πολιτική αποδοχών κατά τα οριζόμενα στην παρ. 6 του παρόντος άρθρου, παρέκκλιση από την εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών επιτρέπεται με τους όρους της παρ. 5 του άρθρου 109.


Άρθρο 111
Περιεχόμενο της πολιτικής αποδοχών
(Άρθρο 9ο της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)


1. Η πολιτική αποδοχών του προηγουμένου άρθρου περιγράφει με τρόπο σαφή και κατανοητό κατ' ελάχιστο τα εξής:
(α) τον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμένη πολιτική αποδοχών συνεισφέρει στην επιχειρηματική στρατηγική, στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα και τη βιωσιμότητα της εταιρείας·
(β) τις διαφορετικές συνιστώσες για τη χορήγηση σταθερών και μεταβλητών αποδοχών πάσης φύσεως, στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων προαίρεσης, του δικαιώματος συμμετοχής των μελών του διοικητικού συμβουλίου στα κέρδη της εταιρείας και όλων των επιμισθίων και άλλων επιδομάτων οποιοσδήποτε μορφής, τα οποία μπορεί να χορηγούνται σε αυτά, υποδεικνύοντας τα αντίστοιχα σχετικά ποσοστά·
(γ) τον τρόπο με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη κατά τον καθορισμό της πολιτικής αποδοχών οι μισθολογικές και εργασιακές συνθήκες των εργαζομένων της εταιρείας·
(δ) σαφή, περιεκτικά και διαφοροποιημένα κριτήρια για τη χορήγηση των υπό β' μεταβλητών αποδοχών και ιδίως τα κριτήρια χρηματοοικονομικής και μη απόδοσης που εφαρμόζονται για τη χορήγηση των μεταβλητών αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων, όπου κρίνεται σκόπιμο, των κριτηρίων που σχετίζονται με την εταιρική κοινωνική ευθύνη·
(ε) τις μεθόδους με τις οποίες εκτιμάται ο βαθμός στον οποίον πληρούνται τα ανωτέρω, υπό δ', κριτήρια απόδοσης και σε περίπτωση χορήγησης αποδοχών βάσει μετοχών, τις περιόδους κατοχύρωσης και, όπου κρίνεται σκόπιμο, τη διατήρηση μετοχών μετά την κατοχύρωση·
(στ) τις προϋποθέσεις για την αναβολή της καταβολής των μεταβλητών αποδοχών και τη χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και τις προϋποθέσεις ανάκτησης των μεταβλητών αποδοχών από την εταιρεία·
(ζ) τη διάρκεια των συμβάσεων της εταιρείας με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τις ισχύουσες προθεσμίες προειδοποίησης, τα βασικά χαρακτηριστικά της συμπληρωματικής σύνταξης ή των προγραμμάτων πρόωρης συνταξιοδότησης των μελών του διοικητικού συμβουλίου και τους όρους καταγγελίας των συμβάσεων, καθώς επίσης τις πληρωμές που συνδέονται με την καταγγελία των συμβάσεων·
(η) τυχόν δικαιώματα συμμετοχής των μελών σε προγράμματα διάθεσης μετοχών της εταιρείας·
(θ) τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων για την έγκριση και τον προσδιορισμό του περιεχομένου της πολιτικής αποδοχών, τις διαδικαστικές προϋποθέσεις για την επανεξέταση, την αναθεώρηση και την εφαρμογή της, με ιδιαίτερη αναφορά στα μέτρα για την αποφυγή ή τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων και στον ρόλο της επιτροπής αποδοχών και άλλων σχετικών επιτροπών, εφόσον υπάρχουν τέτοιες.

2. Σε περίπτωση αναθεώρησης της πολιτικής αποδοχών, η σχετική έκθεση του διοικητικού συμβουλίου πρέπει να περιγράφει και να επεξηγεί όλες τις μεταβολές στην πολιτική αποδοχών. Στη σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων πρέπει να περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη οι ψήφοι και οι απόψεις των μετόχων επί της πολιτικής και των εκθέσεων, από την   τελευταία ψηφοφορία σχετικά με την πολιτική αποδοχών κατά τη γενική συνέλευση των μετόχων και εντεύθεν.


Άρθρο 112
Έκθεση αποδοχών
(Άρθρο 9β της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, Οδηγία 2017/828/ΕΕ)


1. Η εταιρεία με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά υποχρεούται να καταρτίζει σαφή και κατανοητή έκθεση αποδοχών, η οποία περιέχει ολοκληρωμένη επισκόπηση του συνόλου των αποδοχών που ρυθμίζονται στην πολιτική του άρθρου 110 για το τελευταίο οικονομικό έτος. Στην έκθεση περιλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως επιδόματα που χορηγήθηκαν ή οφείλονταν στα πρόσωπα, οι αποδοχές των οποίων έχουν συμπεριληφθεί στην πολιτική αποδοχών του άρθρου 110, κατά το τελευταίο οικονομικό έτος, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για νεοεκλεγέντα ή παλαιότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου.

2. Η έκθεση αποδοχών περιέχει, κατ’ ελάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά τις αποδοχές κάθε επιμέρους μέλους του διοικητικού συμβουλίου:
(α) το σύνολο των αποδοχών που έχουν χορηγηθεί ή καταβληθεί, με ανάλυση στις επιμέρους συνιστώσες τους, τα σχετικά ποσοστά των σταθερών και των μεταβλητών αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών της παρ. 2 του άρθρου 109, και επεξήγηση του τρόπου εφαρμογής των κριτηρίων απόδοσης και του τρόπου με τον οποίο οι συνολικές αποδοχές συμμορφώνονται με την εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών,
(β) την ετήσια μεταβολή των αποδοχών των μελών του διοικητικού συμβουλίου, της απόδοσης της εταιρείας και των μέσων αποδοχών των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης της εταιρείας, εκτός των στελεχών, κατά τα τελευταία πέντε οικονομικά έτη τουλάχιστον, με κοινή παρουσίαση των εν λόγω στοιχείων, ώστε να διευκολύνεται η σύγκριση των στοιχείων από τους μετόχους,
(γ) τυχόν αποδοχές πάσης φύσεως από οποιαδήποτε εταιρεία ανήκει στον ίδιο όμιλο, όπως ορίζεται στο άρθρο 32 του ν. 4308/2014,
(δ) τον αριθμό μετοχών και δικαιωμάτων προαίρεσης για μετοχές που έχουν χορηγηθεί ή προσφερθεί στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τις κύριες προϋποθέσεις άσκησης των δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων της τιμής και της ημερομηνίας άσκησης, καθώς και οποιαδήποτε μεταβολή,
(ε) τυχόν ασκηθέντα δικαιώματα προαιρέσεως από μέρους του διοικητικού συμβουλίου στο πλαίσιο των προγραμμάτων διάθεσης μετοχών της εταιρείας,
(στ) πληροφορίες για τη χρήση της δυνατότητας ανάκτησης μεταβλητών αποδοχών,
(ζ) πληροφορίες σχετικά με τυχόν παρεκκλίσεις από την εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών κατ’ εφαρμογή της παρ. 7 του άρθρου 110, με επεξήγηση της εξαιρετικής φύσης των περιστάσεων και την ένδειξη των συγκεκριμένων στοιχείων της πολιτικής αποδοχών, έναντι των οποίων σημειώθηκε η παρέκκλιση.

3. Η έκθεση αποδοχών του τελευταίου οικονομικού έτους υποβάλλεται προς συζήτηση στην τακτική γενική συνέλευση, ως αντικείμενο της ημερήσιας διάταξης. Η ψήφος των μετόχων όσον αφορά την έκθεση αποδοχών είναι συμβουλευτική. Το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να επεξηγεί στην επόμενη έκθεση αποδοχών, τον   τρόπο με τον οποίο ελήφθη υπόψη το ανωτέρω αποτέλεσμα ψηφοφορίας κατά την τακτική γενική συνέλευση.

4. Μετά τη γενική συνέλευση και με την επιφύλαξη της παρ. 5 του παρόντος άρθρου, οι εταιρείες καθιστούν αμελλητί διαθέσιμη στο κοινό την έκθεση αποδοχών στον διαδικτυακό τους τόπο, χωρίς χρέωση, για περίοδο 10 ετών. Τυχόν διατήρηση της έκθεσης αποδοχών στον διαδικτυακό τόπο για μεγαλύτερο της δεκατίας χρονικό διάστημα, επιτρέπεται με την προϋπόθεση ότι η έκθεση αποδοχών δεν περιέχει πλέον δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Οι ελεγκτές της εταιρείας ελέγχουν, αν και κατά πόσον έχουν παρασχεθεί οι πληροφορίες του παρόντος άρθρου.

5. Οι εταιρείες δεν περιλαμβάνουν στην έκθεση αποδοχών ειδικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 9 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου_(ί 119/1) ή δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν την οικογενειακή κατάσταση των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Οι εταιρείες επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των μελών του διοικητικού συμβουλίου που περιλαμβάνονται στην έκθεση αποδοχών βάσει του παρόντος άρθρου προς τον σκοπό της αύξησης της εταιρικής διαφάνειας όσον αφορά τις αποδοχές των των μελών του διοικητικού συμβουλίου, με στόχο την ενίσχυση της λογοδοσίας των μελών και της εποπτείας των μετόχων επί των αποδοχών αυτών. Με την επιφύλαξη τυχόν μεγαλύτερης προθεσμίας που προβλέπεται από ειδική διάταξη, οι εταιρείες δε δημοσιοποιούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στην έκθεση αποδοχών, βάσει του παρόντος άρθρου, μετά την πάροδο δέκα (10) ετών από τη δημοσίευση της έκθεσης αποδοχών.

6. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου διασφαλίζουν ότι η έκθεση αποδοχών καταρτίζεται και δημοσιεύεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Η ευθύνη τους εξαιτίας παράβασης των διατάξεων του παρόντος άρθρου είναι συλλογική.


Άρθρο 113
Πρόγραμμα διάθεσης μετοχών σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό


1. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, μπορεί να θεσπισθεί πρόγραμμα διάθεσης μετοχών στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό της εταιρείας, καθώς και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιρειών κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014, με τη μορφή δικαιώματος προαίρεσης (option) απόκτησης μετοχών, κατά τους όρους της απόφασης αυτής, περίληψη της οποίας υποβάλλεται σε δημοσιότητα. Ως δικαιούχοι μπορούν να ορισθούν και πρόσωπα που παρέχουν στην εταιρεία υπηρεσίες σε σταθερή βάση.

2. Η συνολική ονομαστική αξία των μετοχών που διατίθενται κατά την παρούσα παράγραφο δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, συνολικά, το ένα δέκατο (1/10) του κεφαλαίου, που είναι καταβεβλημένο κατά την ημερομηνία της απόφασης της γενικής συνέλευσης. Η απόφαση της γενικής συνέλευσης προβλέπει αν για την ικανοποίηση του δικαιώματος προαίρεσης η εταιρεία θα προβεί σε αύξηση του  
μετοχικού της κεφαλαίου ή αν θα χρησιμοποιήσει μετοχές που αποκτά ή έχει αποκτήσει σύμφωνα με το άρθρο 49. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση της γενικής συνέλευσης πρέπει να ορίζει τον ανώτατο αριθμό μετοχών που μπορεί να αποκτηθούν ή να εκδοθούν, αν οι δικαιούχοι ασκήσουν το παραπάνω δικαίωμα, την τιμή διάθεσης ή τη μέθοδο προσδιορισμού της, τους όρους διάθεσης των μετοχών στους δικαιούχους, και τους δικαιούχους ή τις κατηγορίες αυτών, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 35, τη διάρκεια του προγράμματος, καθώς και κάθε άλλο συναφή όρο. Με την ίδια απόφαση της γενικής συνέλευσης μπορεί να ανατίθεται στο διοικητικό συμβούλιο ο καθορισμός των δικαιούχων ή των κατηγοριών αυτών, ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος και οποιοσδήποτε άλλος όρος του προγράμματος διάθεσης μετοχών.

3. Το διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος, εκδίδει στους δικαιούχους που άσκησαν το δικαίωμά τους πιστοποιητικά δικαιώματος απόκτησης μετοχών και, ανά ημερολογιακό τρίμηνο κατ’ ανώτατο όριο, παραδίδει τις μετοχές που έχουν ήδη εκδοθεί ή εκδίδει και παραδίδει τις μετοχές στους παραπάνω δικαιούχους, αυξάνοντας το κεφάλαιο της εταιρείας και τροποποιώντας αντίστοιχα το καταστατικό. Επίσης πιστοποιεί την αύξηση του κεφαλαίου και τηρεί τις διατυπώσεις δημοσιότητας. Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου για την αύξηση του κεφαλαίου και την πιστοποίηση της καταβολής του λαμβάνεται ανά ημερολογιακό τρίμηνο, κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο άρθρο 20. Στις αυξήσεις αυτές του κεφαλαίου δεν εφαρμόζεται το άρθρο 26.

4. Η γενική συνέλευση, με απόφασή της που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και υποβάλλεται σε δημοσιότητα, μπορεί να εξουσιοδοτεί το διοικητικό συμβούλιο να θεσπίζει πρόγραμμα διάθεσης μετοχών, με τις προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων, αυξάνοντας ενδεχομένως το κεφάλαιο και λαμβάνοντας όλες τις άλλες σχετικές αποφάσεις. Η εξουσιοδότηση αυτή ισχύει για πέντε (5) έτη, εκτός αν η γενική συνέλευση ορίσει συντομότερο χρόνο ισχύος αυτής και είναι ανεξάρτητη από τις εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου της παρ. 1 του άρθρου 24. Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνεται με τους όρους των παραπάνω παραγράφων.

5. Η παρ. 1 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, εφόσον το πρόγραμμα διάθεσης μετοχών περιλαμβάνεται στην εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών.


Άρθρο 114
Δωρεάν διάθεση μετοχών σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό


1. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία μπορεί να αποφασίζεται η δωρεάν διάθεση μετοχών στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και το προσωπικό της εταιρείας καθώς και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιρειών κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014. Ως δικαιούχοι μπορούν να οριστούν και πρόσωπα που παρέχουν στην εταιρεία υπηρεσίες σε σταθερή βάση. Περίληψη της απόφασης υποβάλλεται σε δημοσιότητα.

2. Για το σκοπό της προηγούμενης παραγράφου η εταιρεία είτε διαθέτει ίδιες μετοχές που αποκτώνται ή έχουν ήδη αποκτηθεί σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 49 είτε εκδίδει νέες μετοχές με κεφαλαιοποίηση μη διανεμηθέντων κερδών ή διανεμητών αποθεματικών ή διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο. Η απόφαση της γενικής συνέλευσης πρέπει να ορίζει τον αριθμό των μετοχών που θα διατεθούν και το κατά πόσο θα πρόκειται για ίδιες ή για νέες μετοχές, την κατηγορία των μετοχών που θα διατεθούν, τους όρους της διάθεσης, όπως ιδίως την τυχόν υποχρέωση διακράτησης των μετοχών για ορισμένο χρονικό διάστημα, τους δικαιούχους ή τις κατηγορίες τους και κάθε άλλο συναφή όρο. Με την ίδια απόφαση της γενικής συνέλευσης μπορεί να ανατίθεται στο διοικητικό συμβούλιο ο καθορισμός των δικαιούχων ή των κατηγοριών τους και οποιοσδήποτε άλλος όρος.

3. Η ονομαστική αξία των μετοχών που διατίθενται κατά το άρθρο αυτό αθροιζόμενη με την ονομαστική αξία των μετοχών που ενδέχεται να διατεθούν με βάση τυχόν εκκρεμή δικαιώματα προαίρεσης απόκτησης μετοχών του άρθρου 113 δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει συνολικά το ένα δέκατο (1/10) του κεφαλαίου που είναι καταβεβλημένο κατά την ημερομηνία της απόφασης της γενικής συνέλευσης.

4. Η διάθεση μετοχών του παρόντος άρθρου μπορεί να συνδυάζεται με εκείνη του άρθρου 113. Η παρ. 1 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, εφόσον το πρόγραμμα διάθεσης μετοχών περιλαμβάνεται στην εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ
Άρθρο 115
Δυνατότητα διορισμού μονομελούς διοικητικού οργάνου (σύμβουλος-διαχειριστής)


1. Αντί διοικητικού συμβουλίου, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει το διορισμό μονομελούς διοικητικού οργάνου (σύμβουλος-διαχειριστής), εκλεγόμενου από τη γενική συνέλευση. Ο σύμβουλος-διαχειριστής είναι πάντοτε φυσικό πρόσωπο.

2. Ο διορισμός, οι προϋποθέσεις εκλογιμότητας, η θητεία, οι αρμοδιότητες, τα καθήκοντα, οι εξουσίες, ο διορισμός αναπληρωματικού συμβούλου-διαχειριστή , η αστική και ποινική ευθύνη και η αμοιβή του συμβούλου-διαχειριστή και τα συναφή θέματα διέπονται από τους κανόνες που ισχύουν για το διοικητικό συμβούλιο, στο βαθμό που είναι συμβατές με το χαρακτήρα του συμβούλου - διαχειριστή, ως μονομελούς οργάνου.

3. Όπου υπάρχει υποχρέωση μέλους του διοικητικού συμβουλίου για ενημέρωση των άλλων μελών τούτου, ο σύμβουλος-διαχειριστής οφείλει να ενημερώνει τους μετόχους είτε σε γενική συνέλευση είτε και ατομικά, με τήρηση της αρχής της ισότιμης μεταχείρισης. Η αρμοδιότητα παροχής άδειας σύναψης συμβάσεων του συμβούλου-διαχειριστή με την εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 99, ανήκει στη γενική συνέλευση.

4. Στο βιβλίο πρακτικών καταχωρίζονται οι αποφάσεις του συμβούλου-διαχειριστή που δεν αφορούν θέματα τρέχουσας διαχείρισης ή συνιστούν πράξεις καταχωριστέες στο Γ.Ε.ΜΗ. Ως προς τις αποφάσεις αυτές ισχύει αναλογικά και το άρθρο 95.

5. Κατά τα λοιπά όπου γίνεται αναφορά στον παρόντα ή άλλους νόμους στο διοικητικό συμβούλιο νοείται και ο σύμβουλος-διαχειριστής ανώνυμης εταιρείας κατά το παρόν άρθρο.

6. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις μεγάλες και μεσαίες εταιρείες, ούτε σε εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.


ΤΜΗΜΑ ΕΒΔΟΜΟ
ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΙ ΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

Άρθρο 116

Η γενική συνέλευση ως ανώτατο εταιρικό όργανο
Η γενική συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Οι αποφάσεις της δεσμεύουν και τους απόντες ή διαφωνούντες μετόχους.


Άρθρο 117
Αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης


1. Η γενική συνέλευση είναι μόνη αρμόδια να αποφασίζει για:
α) Τροποποιήσεις του καταστατικού. Ως τροποποιήσεις θεωρούνται και οι αυξήσεις, τακτικές ή έκτακτες, και οι μειώσεις του κεφαλαίου,

β) Εκλογή μελών του διοικητικού συμβουλίου και ελεγκτών.

γ) Την έγκριση της συνολικής διαχείρισης κατά το άρθρο 108 και την απαλλαγή των ελεγκτών.

δ) Έγκριση των ετήσιων και των τυχόν ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων.

ε) Διάθεση των ετησίων κερδών.

στ) Την έγκριση παροχής αμοιβών ή προκαταβολής αμοιβών κατά το άρθρο 109.

ζ) Επί εισηγμένων σε ρυθμιζόμενη αγορά εταιρειών, την έγκριση της πολιτικής αποδοχών του άρθρου 110 και της έκθεσης αποδοχών του άρθρου 112,

η) Συγχώνευση, διάσπαση, μετατροπή, αναβίωση, παράταση της διάρκειας ή λύση της εταιρείας, και

θ) Διορισμό εκκαθαριστών.

2. Στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν υπάγονται:
α) Αυξήσεις κεφαλαίου ή πράξεις αναπροσαρμογής του κεφαλαίου που ρητά ανατίθενται από το νόμο ή το καταστατικό στο διοικητικό συμβούλιο, καθώς και αυξήσεις που επιβάλλονται από διατάξεις άλλων νόμων.
β) Η τροποποίηση ή η προσαρμογή διατάξεων του καταστατικού από το διοικητικό συμβούλιο στις περιπτώσεις που ορίζει τούτο ρητά ο νόμος.
γ) Ο διορισμός με το καταστατικό του πρώτου διοικητικού συμβουλίου.
δ) Η εκλογή κατά το καταστατικό, σύμφωνα με το άρθρο 82, συμβούλων σε αντικατάσταση παραιτηθέντων, αποθανόντων ή απωλεσάντων την ιδιότητά τους με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
ε) Η απορρόφηση κατά τα άρθρα 78 και 78α του κ.ν. 2190/1920 ανώνυμης εταιρείας από άλλη ανώνυμη εταιρεία που κατέχει το εκατό τοις εκατό (100%) ή το ενενήντα τοις εκατό (90%) ή περισσότερο των μετοχών της, και
στ) Η δυνατότητα διανομής προσωρινών μερισμάτων κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 162,
ζ) Η δυνατότητα διανομής κατά την παρ. 3 του άρθρου 162 κερδών ή προαιρετικών αποθεματικών μέσα στην τρέχουσα εταιρική χρήση με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, υποκείμενη σε δημοσίευση.


Άρθρο 118
Τρόποι λήψης αποφάσεων από την γενική συνέλευση

Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης λαμβάνονται είτε κατόπιν σύγκλησης και συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης, σύμφωνα με τα άρθρα 119 επ., είτε με ψηφοφορία αλλά χωρίς συνεδρίαση, σύμφωνα με το άρθρο 135. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης ισοδυναμούν αποφάσεις των μετόχων που λαμβάνονται με κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού σύμφωνα με το άρθρο 136.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΓΚΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ

Άρθρο 119
Είδη γενικών συνελεύσεων - Εταιρείες εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ)


1. Η γενική συνέλευση συνέρχεται υποχρεωτικά τουλάχιστον μία φορά κάθε εταιρική χρήση το αργότερο έως τη δεκάτη (10η) ημερολογιακή ημέρα του ένατου μήνα μετά τη λήξη της εταιρικής χρήσης, προκειμένου να αποφασίσει για την έγκριση των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων και για την εκλογή ελεγκτών (τακτική γενική συνέλευση). Η τακτική γενική συνέλευση μπορεί να αποφασίσει και για οποιοδήποτε άλλο θέμα αρμοδιότητάς της.

2. Με την επιφύλαξη της παρ.2 του άρθρου 121, η γενική συνέλευση συνέρχεται εκτάκτως οποτεδήποτε άλλοτε το διοικητικό συμβούλιο κρίνει τούτο σκόπιμο ή αναγκαίο (έκτακτη γενική συνέλευση).

3. Η γενική συνέλευση που συγκαλείται για να τροποποιήσει το καταστατικό ή να λάβει αποφάσεις, για τις οποίες απαιτείται αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία (καταστατική γενική συνέλευση), μπορεί να είναι τακτική ή έκτακτη.

4. Σε περίπτωση που το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας γίνει κατώτερο από το μισό (1/2) του κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλέσει τη γενική συνέλευση, μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη λήξη της χρήσης, με θέμα τη λύση της εταιρείας ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου.

5. Ανώνυμες εταιρείες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ) μπορούν, με σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό τους, να υπαχθούν στις διατάξεις του παρόντος νόμου, οι οποίες αφορούν τη σύγκληση, συνεδρίαση, συμμετοχή των μετόχων, λήψη αποφάσεων, καθώς και την άσκηση άλλων μετοχικών δικαιωμάτων σε γενικές συνελεύσεις εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά. Η σχετική καταστατική πρόβλεψη αφορά μόνο την υπαγωγή στο σύνολο των ανωτέρω διατάξεων.


Άρθρο 120
Τόπος όπου συνέρχεται η γενική συνέλευση

1. Η γενική συνέλευση συνέρχεται υποχρεωτικά στην έδρα της εταιρείας ή στην περιφέρεια άλλου δήμου εντός της περιφέρειας της έδρας ή άλλου δήμου όμορου της έδρας ή άλλου δήμου στην Ελλάδα προβλεπόμενου στο καταστατικό. Επί εταιρειών των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, που εδρεύει στην Ελλάδα, η γενική συνέλευση μπορεί να συνέρχεται και στην περιφέρεια του δήμου, όπου βρίσκεται η έδρα της ρυθμιζόμενης αγοράς. Επί εταιρειών των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, το καταστατικό μπορεί να επιτρέπει στη γενική συνέλευση να συνέρχεται και σε τόπο κείμενο στην αλλοδαπή.

2. Η γενική συνέλευση μπορεί να συνεδριάζει οπουδήποτε και χωρίς σχετική πρόβλεψη του καταστατικού, όταν στη συνέλευση παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούν το σύνολο του κεφαλαίου με δικαίωμα ψήφου και δεν αντιλέγει κανείς στην πραγματοποίηση της συνεδρίασης και τη λήψη αποφάσεων.

3. Επί εταιρειών των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι, αν αποφασίσει σχετικά το διοικητικό συμβούλιο, η γενική συνέλευση δεν θα συνέλθει σε κάποιο τόπο, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, αλλά θα συνεδριάσει εξ ολοκλήρου με συμμετοχή των μετόχων από απόσταση με τα ηλεκτρονικά μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 125.


Άρθρο 121
Πρόσκληση της γενικής συνέλευσης


1. Τη γενική συνέλευση συγκαλεί το διοικητικό συμβούλιο. Αν η εταιρεία έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, τη γενική συνέλευση μπορεί να συγκαλέσει και ο σύνδικος, αν δε έχει υπαχθεί σε διαδικασία εξυγίανσης, τη γενική συνέλευση μπορεί να συγκαλέσει και το πρόσωπο που ορίζεται βάσει του στοιχείου θ' της παρ. 1 του άρθρου 103 του Πτωχευτικού Κώδικα, ακόμη και αν ο τελευταίος δεν έχει εξουσιοδοτηθεί ρητά προς τούτο. Τη γενική συνέλευση εταιρειών που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ειδικής  διαχείρισης ή ειδικής εκκαθάρισης μπορεί να συγκαλέσει και ο ειδικός διαχειριστής ή ο ειδικός εκκαθαριστής, αντίστοιχα.

2. Η γενική συνέλευση μπορεί να συγκληθεί και κατόπιν αιτήματος της μειοψηφίας σύμφωνα με το άρθρο 141. Δικαίωμα να ζητήσει τη σύγκληση γενικής συνέλευσης έχει και ο ελεγκτής της εταιρείας με αίτησή του προς τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου. Η συνέλευση αυτή συγκαλείται υποχρεωτικά από το διοικητικό συμβούλιο εντός δέκα ημερών από την επίδοση της αίτησης, έχει δε ως αντικείμενο ημερήσιας διάταξης τα θέματα που περιέχονται στην αίτηση. Αν η γενική συνέλευση δεν συγκληθεί εντός της προθεσμίας αυτής, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 141.

3. Η πρόσκληση της γενικής συνέλευσης περιλαμβάνει τουλάχιστον το οίκημα με ακριβή διεύθυνση, τη χρονολογία και την ώρα της συνεδρίασης, τα θέματα της ημερήσιας διάταξης με σαφήνεια, τους μετόχους που έχουν δικαίωμα συμμετοχής, καθώς και ακριβείς οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο οι μέτοχοι θα μπορέσουν να μετάσχουν στη συνέλευση και να ασκήσουν τα δικαιώματά τους αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπου ή, ενδεχομένως, και από απόσταση.

4. Προκειμένου για εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η πρόσκληση, πέραν των αναγραφομένων στην προηγούμενη παράγραφο:
α) περιλαμβάνει πληροφορίες τουλάχιστον για:
αα) τα δικαιώματα των μετόχων των παρ. 2, 3, 6 και 7 του άρθρου 141, με αναφορά της προθεσμίας εντός της οποίας μπορεί να ασκηθεί κάθε δικαίωμα, ή εναλλακτικά, την καταληκτική ημερομηνία μέχρι την οποία μπορούν τα δικαιώματα αυτά να ασκηθούν. Λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα εν λόγω δικαιώματα και τους όρους άσκησής τους θα πρέπει να είναι διαθέσιμες με ρητή παραπομπή της πρόσκλησης στον διαδικτυακό τόπο της εταιρείας,
ββ) τη διαδικασία για την άσκηση του δικαιώματος ψήφου μέσω αντιπροσώπου και ιδίως τα έντυπα τα οποία χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτόν η εταιρεία, καθώς και τα μέσα και τις μεθόδους που προβλέπονται στο καταστατικό, κατά την παρ. 5 του άρθρου 128, για να δέχεται η εταιρεία ηλεκτρονικές κοινοποιήσεις διορισμού και ανάκλησης αντιπροσώπων, και
γγ) τις διαδικασίες για την άσκηση του δικαιώματος ψήφου με αλληλογραφία ή με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον συντρέχει περίπτωση κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 125 και 126,
β) καθορίζει την ημερομηνία καταγραφής, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 6 του άρθρου 124, επιση ραίνοντας ότι μόνο τα πρόσωπα που είναι μέτοχοι κατά την ημερομηνία εκείνη έχουν δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη γενική συνέλευση, γ) γνωστοποιεί τον τόπο στον οποίο είναι διαθέσιμο το πλήρες κείμενο των εγγράφων και των σχεδίων αποφάσεων, που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 123, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να λαμβάνονται αυτά, και
δ) αναφέρει τη διεύθυνση του διαδικτυακού τόπου της εταιρείας, όπου είναι διαθέσιμες οι πληροφορίες των παρ. 3 και 4 του άρθρου 123.

5. Πρόσκληση για σύγκληση γενικής συνέλευσης δεν απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία στη συνέλευση παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούν το σύνολο του κεφαλαίου και κανείς από αυτούς δεν αντιλέγει στην πραγματοποίησή της και στη λήψη αποφάσεων (καθολική γενική συνέλευση).




 
Άρθρο 122
Δημοσίευση της πρόσκλησης της γενικής συνέλευσης


1. Με εξαίρεση τις επαναληπτικές συνελεύσεις, η πρόσκληση της γενικής συνέλευσης πρέπει να δημοσιεύεται είκοσι (20) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα της συνεδρίασης.

2. Η πρόσκληση της γενικής συνέλευσης δημοσιεύεται με την καταχώρισή της στην Μερίδα της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει την υποχρέωση της εταιρείας να ενημερώσει τους μετόχους για την καταχώριση της πρόσκλησης και με άλλους τρόπους, τη διαδικασία ενημέρωσης ή και επιπλέον τρόπους δημοσίευσης της πρόσκλησης ή αποστολής της στους μετόχους. Σε αυτές τις περιπτώσεις η απόδειξη της τήρησης των διατυπώσεων για την ενημέρωση των μετόχων βαρύνει την εταιρεία.

3. Επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, εκτός από τη δημοσίευση της πρόσκλησης στο Γ.Ε.ΜΗ., το πλήρες κείμενο της πρόσκλησης δημοσιεύεται μέσα στη προθεσμία της παρ. 1 και στο διαδικτυακό τόπο της εταιρείας, και δημοσιοποιείται μέσα στην ίδια προθεσμία, με τρόπο που διασφαλίζει την ταχεία και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση σε αυτήν, με μέσα που κατά την κρίση του διοικητικού συμβουλίου θεωρούνται ευλόγως αξιόπιστα, για την αποτελεσματική διάχυση των πληροφοριών στο επενδυτικό κοινό, όπως ιδίως με έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης με εθνική και πανευρωπαϊκή εμβέλεια. Η εταιρεία δεν μπορεί να επιβάλλει στους μετόχους ειδική χρέωση για τη δημοσιοποίηση της πρόσκλησης για σύγκληση της γενικής συνέλευσης με οποιονδήποτε από τους παραπάνω τρόπους.

4. Ανεξάρτητα από τους παραπάνω τρόπους δημοσίευσης της πρόσκλησης, κάθε μέτοχος με μετοχές μη εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την εταιρεία να του αποστέλλει με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ατομική πληροφόρηση για επικείμενες γενικές συνελεύσεις τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από την ημέρα της συνεδρίασης.


Άρθρο 123
Δικαιώματα μετόχων πριν από τη γενική συνέλευση


1. Δέκα (10) ημέρες πριν από την τακτική γενική συνέλευση, η εταιρεία θέτει στη διάθεση των μετόχων της τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις της, καθώς και τις σχετικές εκθέσεις του διοικητικού συμβουλίου και των ελεγκτών.

2. Εφόσον η εταιρεία διατηρεί διαδικτυακό τόπο, εκπληρώνει την υποχρέωσή της βάσει της παρ. 1 αναρτώντας τα σχετικά στοιχεία στο διαδικτυακό της τόπο. Αν η εταιρεία δεν διατηρεί διαδικτυακό τόπο, τα στοιχεία της παρ. 1 αποστέλλονται στους μετόχους, εφόσον οι μέτοχοι έχουν γνωστοποιήσει εγκαίρως στην εταιρεία τα στοιχεία επικοινωνίας τους. Σε περίπτωση που τα στοιχεία αποστέλλονται με επιστολή, η αποστολή θα πρέπει, αποδεδειγμένα, να προηγείται κατά πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες της προβλεπόμενης ελάχιστης προθεσμίας της παρ. 1. Για την αποστολή των στοιχείων αρκεί και η χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) προς εκείνους τους μετόχους που έχουν γνωστοποιήσει εγκαίρως στην εταιρεία τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που διαθέτουν. Αν μέτοχοι δεν έχουν γνωστοποιήσει τα στοιχεία επικοινωνίας τους εγκαίρως στην εταιρεία, η  ενημέρωση της παρ. 1 αναζητείται από τους ίδιους τους μετόχους κατόπιν σχετικού τους αιτήματος προς την εταιρεία.

3. Από την ημέρα δημοσίευσης της πρόσκλησης για τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης μέχρι και την ημέρα της γενικής συνέλευσης, η εταιρεία θέτει στη διάθεση των μετόχων της στην έδρα της, τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες:
α) την πρόσκληση για τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης,
β) το συνολικό αριθμό των μετοχών και των δικαιωμάτων ψήφου που οι μετοχές ενσωματώνουν κατά την ημερομηνία της πρόσκλησης, αναφέροντας και χωριστά σύνολα ανά κατηγορία μετοχών, και
γ) τα έντυπα που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την ψήφο μέσω εκπροσώπου ή αντιπροσώπου και, εφόσον προβλέπονται, για την ψήφο με αλληλογραφία και για την ψήφο με ηλεκτρονικά μέσα, εκτός αν τα εν λόγω έντυπα αποστέλλονται απευθείας σε κάθε μέτοχο.

4. Επιπλέον των πληροφοριών της παρ. 3, από την ημέρα δημοσίευσης της πρόσκλησης για τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης μέχρι και την ημέρα της γενικής συνέλευσης, οι εταιρείες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, θέτουν στη διάθεση των μετόχων τους στην έδρα τους, τα έγγραφα που πρόκειται να υποβληθούν στη γενική συνέλευση, σχέδιο απόφασης για κάθε θέμα της προτεινόμενης ημερήσιας διάταξης ή, εφόσον καμία απόφαση δεν έχει προταθεί προς έγκριση, σχόλιο του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και τα σχέδια αποφάσεων που έχουν προτείνει οι μέτοχοι, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 141, αμέσως μετά την παραλαβή τους από την εταιρεία.

5. Οι εταιρείες της παρ. 4 αναρτούν τα στοιχεία των παρ. 3 και 4 στο διαδικτυακό τόπο τους. Εφόσον δεν είναι δυνατή για τεχνικούς λόγους η πρόσβαση μέσω διαδικτύου στα έντυπα του εδαφίου γ’ της παρ. 3, η εταιρεία σημειώνει στο διαδικτυακό της τόπο τον τρόπο προμήθειας των σχετικών εντύπων σε έγχαρτη μορφή και τα αποστέλλει χωρίς χρέωση σε κάθε μέτοχο που τα ζητεί.


Άρθρο 124
Δικαιούμενοι συμμετοχής στη γενική συνέλευση

1. Στη γενική συνέλευση δικαιούται να συμμετάσχει κάθε μέτοχος ο οποίος έχει και αποδεικνύει την ιδιότητα αυτή κατά την ημέρα διεξαγωγής της γενικής συνέλευσης. Μέτοχοι που είναι νομικά πρόσωπα μετέχουν στη γενική συνέλευση διά των εκπροσώπων τους. Δικαιούνται να μετάσχουν στη γενική συνέλευση, δεν υπολογίζονται όμως για το σχηματισμό της απαρτίας οι μέτοχοι με μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου.

2. Εξαιρουμένων των εταιρειών, των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή είναι άυλες, το καταστατικό μπορεί να εξαρτά τη συμμετοχή στη γενική συνέλευση από την προηγούμενη κατάθεση των μετοχών στο ταμείο της εταιρείας, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, που λειτουργεί στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος και έχει το δικαίωμα να δέχεται τίτλους προς φύλαξη, ή και σε άλλα πρόσωπα, τα οποία αναγράφονται στην πρόσκληση. Το καταστατικό μπορεί ακόμη να προβλέπει ότι οι μετοχές που κατατίθενται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο  δεν θα μπορούν να αναληφθούν ή και να εκποιηθούν πριν από τη διεξαγωγή της γενικής συνέλευσης.

3. Εξαιρούμενων των εταιρειών, των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, το καταστατικό μπορεί επίσης να προβλέπει ότι η συμμετοχή στη γενική συνέλευση εξαρτάται από την προηγούμενη υποβολή στην εταιρεία των εγγράφων αντιπροσώπευσης ή εκπροσώπησης των μετόχων, ορίζοντας την προθεσμία υποβολής των εγγράφων αυτών.

4. Στο καταστατικό μπορεί ακόμη να προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 3 του παρόντος, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να καταρτίζει και θέτει στη διάθεση των μετόχων, είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον ώρες πριν από τη συνέλευση, πίνακα των μετόχων που κατέθεσαν τις μετοχές τους και ενδεχομένως τα έγγραφα αντιπροσώπευσης ή εκπροσώπησης. Ο πίνακας αυτός αναφέρει και τις διευθύνσεις των μετόχων, τα ονόματα των αντιπροσώπων ή εκπροσώπων τους και τον αριθμό των μετοχών και ψήφων κάθε μετόχου.

5. Μέτοχοι, που δεν συμμορφώνονται με τις διατάξεις του καταστατικού που αναφέρονται στις παρ. 2 και 3 του παρόντος ή με την προθεσμία της παρ. 4 του άρθρου 128, μετέχουν στη γενική συνέλευση, εκτός αν η γενική συνέλευση αρνηθεί τη συμμετοχή αυτή για σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί την άρνησή της.

6. Στην περίπτωση εταιρειών, οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, μπορεί να συμμετάσχει στη γενική συνέλευση (αρχική συνεδρίαση και επαναληπτική) το πρόσωπο που έχει τη μετοχική ιδιότητα κατά την έναρξη της πέμπτης ημέρας πριν από την ημέρα της αρχικής συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης (ημερομηνία καταγραφής). Η ως άνω ημερομηνία καταγραφής ισχύει και στην περίπτωση εξ αναβολής ή επαναληπτικής συνεδρίασης, με την προϋπόθεση ότι η εξ αναβολής ή η επαναληπτική συνεδρίαση δεν απέχει περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες από την ημερομηνία καταγραφής. Αν αυτό δεν συμβαίνει ή αν για την περίπτωση της επαναληπτικής γενικής συνέλευσης δημοσιεύεται νέα πρόσκληση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 130, συμμετέχει στη γενική συνέλευση το πρόσωπο που έχει τη μετοχική ιδιότητα κατά την έναρξη της τρίτης ημέρας πριν από την ημέρα της εξ αναβολής ή της επαναληπτικής γενικής συνέλευσης. Η απόδειξη της μετοχικής ιδιότητας μπορεί να γίνεται με κάθε νόμιμο μέσο και πάντως βάσει ενημέρωσης που λαμβάνει η εταιρεία από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, εφόσον παρέχει υπηρεσίες μητρώου, ή μέσω των συμμετεχόντων και εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων σε κάθε άλλη περίπτωση.

7. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει διαδικασία συμμετοχής στη γενική συνέλευση βάσει ημερομηνίας καταγραφής, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 6 και για τις εταιρείες με μετοχές μη εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά. Δεν μπορεί όμως να προβλέπει ότι η μετοχική ιδιότητα πρέπει να υπάρχει σε χρόνο προγενέστερο των πέντε (5) ημερών που προηγούνται της αρχικής συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης.


Άρθρο 125
Συμμετοχή στη γενική συνέλευση από απόσταση σε πραγματικό χρόνο

1. To καταστατικό μπορεί να προβλέπει τη δυνατότητα συμμετοχής στη γενική συνέλευση από απόσταση με οπτικοακουστικά ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, χωρίς τη φυσική παρουσία του μετόχου στον τόπο διεξαγωγής της. Στην περίπτωση αυτή η εταιρεία λαμβάνει επαρκή μέτρα ώστε:
α) να είναι σε θέση να διασφαλίσει την ταυτότητα του συμμετέχοντος προσώπου, τη συμμετοχή αποκλειστικά των προσώπων που δικαιούνται να συμμετέχουν ή να παρίστανται στη γενική συνέλευση βάσει των άρθρων 124 και 127 και την ασφάλεια την ηλεκτρονικής σύνδεσης.
β) να παρέχεται η δυνατότητα στο συμμετέχοντα να παρακολουθεί με ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα τη διεξαγωγή της συνέλευσης και να απευθύνεται στη συνέλευση, προφορικά ή εγγράφως, κατά τη διάρκεια της συνέλευσης από απόσταση, καθώς και να ψηφίζει επί των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης, και
γ) να είναι δυνατή η ακριβής καταγραφή της ψήφου του συμμετέχοντος από απόσταση.

2. Οι μέτοχοι που συμμετέχουν στη γενική συνέλευση από απόσταση λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της απαρτίας και πλειοψηφίας όπως ακριβώς οι παρόντες.


Άρθρο 126
Συμμετοχή στη γενική συνέλευση με επιστολική ψήφο


1. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει τη δυνατότητα συμμετοχής στην ψηφοφορία από απόσταση, δι' αλληλογραφίας ή με ηλεκτρονικά μέσα, διεξαγόμενης πριν από τη συνέλευση. Τα θέματα και τα ψηφοδέλτια μπορεί να διατίθενται και η συμπλήρωσή τους να γίνεται και ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου ή σε έντυπη μορφή στην έδρα της εταιρείας.

2. Οι μέτοχοι που ψηφίζουν δι’ αλληλογραφίας ή με ηλεκτρονικά μέσα υπολογίζονται για το σχηματισμό της απαρτίας και της πλειοψηφίας, εφόσον οι σχετικές ψήφοι έχουν παραληφθεί από την εταιρεία το αργότερο είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από την έναρξη της συνεδρίασης.

3. Στις παραπάνω περιπτώσεις η εταιρεία υιοθετεί διαδικασίες για την συμμετοχή στη γενική συνέλευση από απόσταση, τη διασφάλιση της ταυτότητας του συμμετέχοντος προσώπου και της προέλευσης της ψήφου καθώς και την ασφάλεια της ηλεκτρονικής ή άλλης σύνδεσης.


Άρθρο 127
Παράσταση στη γενική συνέλευση μη μετόχων


1. Στη γενική συνέλευση δικαιούνται να παρίστανται και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου καθώς και οι ελεγκτές της εταιρείας.

2. Ο πρόεδρος της γενικής συνέλευσης μπορεί με ευθύνη του να επιτρέψει την παρουσία στη συνέλευση και άλλων προσώπων, που δεν έχουν μετοχική ιδιότητα ή δεν είναι εκπρόσωποι μετόχων, στο μέτρο που τούτο δεν αντιτίθεται στο εταιρικό συμφέρον. Τα πρόσωπα αυτά δεν θεωρείται ότι μετέχουν στη συνέλευση για μόνο το λόγο ότι έλαβαν το λόγο για λογαριασμό παριστάμενου μετόχου ή ύστερα από πρόσκληση του προέδρου.

3. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή στη γενική συνέλευση με τα ηλεκτρονικά μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 125 και για τα πρόσωπα των παρ. 1 και 2.


Άρθρο 128
Αντιπροσώπευση στη γενική συνέλευση

1. Ο μέτοχος μπορεί να συμμετέχει στη γενική συνέλευση αυτοπροσώπως ή μέσω αντιπροσώπου.

2. Το καταστατικό μπορεί να περιορίζει την ελευθερία των μετόχων να επιλέγουν αντιπροσώπους τους για τη συμμετοχή τους στη γενική συνέλευση, αλλά δεν μπορεί να αποκλείει την δι' αντιπροσώπων ενάσκηση των δικαιωμάτων του μετόχου. Επί εταιρειών, οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, διατάξεις του καταστατικού, οι οποίες περιορίζουν είτε την δι' αντιπροσώπων ενάσκηση των δικαιωμάτων του μετόχου είτε την ελευθερία των μετόχων να επιλέγουν αντιπροσώπους τους για τη συμμετοχή τους στη γενική συνέλευση, δεν έχουν ισχύ. Αντιπρόσωπος που ενεργεί για περισσότερους μετόχους μπορεί να ψηφίζει διαφορετικά για κάθε μέτοχο.

3. 0 μέτοχος μπορεί να διορίσει αντιπρόσωπο για μια ή περισσότερες γενικές συνελεύσεις και για ορισμένο χρόνο. 0 αντιπρόσωπος ψηφίζει σύμφωνα με τις οδηγίες του μετόχου, αν υφίστανται. Τυχόν μη συμμόρφωση του αντιπροσώπου με τις οδηγίες που έχει λάβει δεν επηρεάζει το κύρος των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, ακόμη και αν η ψήφος του αντιπροσώπου ήταν αποφασιστική για την επίτευξη της πλειοψηφίας.

4. 0 διορισμός και η ανάκληση ή αντικατάσταση του εκπροσώπου ή αντιπροσώπου του μετόχου γίνονται εγγράφως ή με ηλεκτρονικά μέσα και υποβάλλονται στην εταιρεία το αργότερο πριν από τη γενική συνέλευση. Επί εταιρειών, οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, ο διορισμός και η ανάκληση ή αντικατάσταση του εκπροσώπου ή αντιπροσώπου γίνονται εγγράφως ή με ηλεκτρονικά μέσα και υποβάλλονται στην εταιρεία σαράντα οκτώ (48) τουλάχιστον ώρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία συνεδρίασης της συνέλευσης. Για την κοινοποίηση του διορισμού και της ανάκλησης ή της αντικατάστασης αντιπροσώπου με ηλεκτρονικά μέσα απαιτείται καταστατική πρόβλεψη, η οποία πρέπει να μνημονεύει ρητά και μία τουλάχιστον αποτελεσματική μέθοδο κοινοποίησης, όπως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή άλλη ισοδύναμη. Κάθε μέτοχος μπορεί να διορίζει μέχρι τρεις (3) αντιπροσώπους. Ωστόσο, αν ο μέτοχος κατέχει μετοχές εταιρείας, οι οποίες εμφανίζονται σε περισσότερους του ενός λογαριασμούς αξιών, ο περιορισμός αυτός δεν εμποδίζει το μέτοχο να ορίζει διαφορετικούς αντιπροσώπους για τις μετοχές που εμφανίζονται στον κάθε λογαριασμό αξιών σε σχέση με ορισμένη γενική συνέλευση. Η παροχή πληρεξουσιότητας είναι ελεύθερα ανακλητή.

5. Προκειμένου περί εταιρειών, οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, ο αντιπρόσωπος μετόχου υποχρεούται να γνωστοποιεί στην  εταιρεία πριν από την έναρξη της συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης, κάθε συγκεκριμένο γεγονός, το οποίο μπορεί να είναι χρήσιμο στους μετόχους για την αξιολόγηση του κινδύνου να εξυπηρετήσει ο αντιπρόσωπος άλλα συμφέροντα πλην των συμφερόντων του μετόχου. Κατά την έννοια της παρούσας παραγράφου μπορεί να προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων ιδίως όταν ο αντιπρόσωπος:

α) είναι μέτοχος που ασκεί τον έλεγχο της εταιρείας, ή άλλο νομικό πρόσωπο ή οντότητα η οποία ελέγχεται από το μέτοχο αυτό,

β) είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή εν γένει της διοίκησης της εταιρείας ή μετόχου που ασκεί τον έλεγχο της εταιρείας, ή άλλου νομικού προσώπου ή οντότητας που ελέγχεται από μέτοχο ο οποίος ασκεί τον έλεγχο της εταιρείας,

γ) είναι υπάλληλος ή ελεγκτής της εταιρείας ή μετόχου που ασκεί τον έλεγχο της εταιρείας, ή άλλου νομικού προσώπου ή οντότητας που ελέγχεται από μέτοχο ο οποίος ασκεί τον έλεγχο της εταιρείας,

δ) είναι σύζυγος ή συγγενής πρώτου βαθμού με ένα από τα φυσικά πρόσωπα των περιπτ. (α) έως (γ).

6. Προκειμένου περί εταιρειών, οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, ο αντιπρόσωπος του μετόχου αρχειοθετεί τις οδηγίες ψήφου για ένα (1) τουλάχιστον έτος, από την ημερομηνία της γενικής συνέλευσης ή, σε περίπτωση αναβολής αυτής, της τελευταίας επαναληπτικής συνέλευσης στην οποία έκανε χρήση του πληρεξουσίου.


Άρθρο 129
Πρόεδρος της γενικής συνέλευσης


1. Μέχρι την εκλογή του προέδρου της, που γίνεται από την ίδια με απλή πλειοψηφία, στη γενική συνέλευση προεδρεύει ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ή ο αναπληρωτής του.

2. Ο πρόεδρος της συνέλευσης μπορεί να επικουρείται από γραμματέα και ψηφολέκτη, που εκλέγονται με τον ίδιο τρόπο. 0 πρόεδρος ελέγχει την κανονικότητα της συγκρότησης της γενικής συνέλευσης, την ταυτότητα και τη νομιμοποίηση των παρόντων, την ακίβεια των πρακτικών, διευθύνει τη συζήτηση, θέτει τα θέματα σε ψηφοφορία και αναγγέλλει το αποτέλεσμα της τελευταίας..

3. Η μη εκλογή ή η μη σύννομη εκλογή προέδρου καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων της παρ. 2 δεν επηρεάζουν το κύρος των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, αν δεν συντρέχουν άλλα ελαττώματα τούτων.


Άρθρο 130
Απαρτία

1. Η γενική συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι εκπροσωπούντες το ένα πέμπτο (1/5) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου.

2. Αν δεν επιτευχθεί η απαρτία αυτή, η γενική συνέλευση συνέρχεται εκ νέου μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη χρονολογία της ματαιωθείσας συνεδρίασης ύστερα από πρόσκληση προ δέκα (10) τουλάχιστον πλήρων ημερών. Στην επαναληπτική αυτή   συνεδρίαση η γενική συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της αρχικής ημερήσιας διάταξης, οσοδήποτε και αν είναι το εκπροσωπούμενο σε αυτήν τμήμα του καταβεβλημένου κεφαλαίου. Νεότερη πρόσκληση δεν απαιτείται, αν στην αρχική πρόσκληση είχε ήδη ορισθεί ο τόπος και ο χρόνος της επαναληπτικής συνεδρίασης, με την προϋπόθεση ότι μεσολαβούν πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες ανάμεσα στη ματαιωθείσα συνεδρίαση και την επαναληπτική.

3. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για αποφάσεις που αφορούν τη μεταβολή της εθνικότητας της εταιρείας, τη μεταβολή του αντικειμένου της επιχείρησης αυτής, την επαύξηση των υποχρεώσεων των μετόχων, την τακτική αύξηση του κεφαλαίου, εκτός αν επιβάλλεται από το νόμο ή γίνεται με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών, τη μείωση του κεφαλαίου, εκτός αν γίνεται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 21 ή την παρ. 6 του άρθρου 49, τη μεταβολή του τρόπου διάθεσης των κερδών, τη συγχώνευση, διάσπαση, μετατροπή, αναβίωση, παράταση της διάρκειας ή διάλυση της εταιρείας, την παροχή ή ανανέωση εξουσίας προς το διοικητικό συμβούλιο για αύξηση του κεφαλαίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 24, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που ορίζεται στο νόμο ότι η γενική συνέλευση αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, η συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της αρχικής ημερήσιας διάταξης, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι εκπροσωπούντες το ήμισυ (1/2) του καταβεβλημένου κεφαλαίου.

4. Στην περίππτωση της προηγούμενης παραγράφου, αν δεν επιτευχθεί η απαρτία του τελευταίου εδαφίου, η γενική συνέλευση προσκαλείται και συνέρχεται εκ νέου σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου, βρίσκεται δε σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της αρχικής ημερήσιας διάταξης, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι εκπροσωπούντες το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου. Προκειμένου περί εταιρειών με εισηγμένες μετοχές, ή, σε κάθε περίπτωση, όταν πρόκειται να ληφθεί απόφαση για αύξηση κεφαλαίου, η γενική συνέλευση στην επαναληπτική συνεδρίαση ευρίσκεται σε απαρτία όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα πέμπτο (1/5) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου. Νεότερη πρόσκληση δεν απαιτείται, αν στην αρχική πρόσκληση είχε ήδη ορισθεί ο τόπος και ο χρόνος της επαναληπτικής συνεδρίασης, με την προϋπόθεση ότι μεσολαβούν πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες ανάμεσα στη ματαιωθείσα συνεργασία και την επαναληπτική.

5. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει για όλα ή συγκεκριμένα θέματα μεγαλύτερα ποσοστά απαρτίας από τα προβλεπόμενα στις παρ. 1, 3, και 4 του παρόντος άρθρου. Η προβλεπόμενη από το καταστατικό απαρτία για τα θέματα της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο τρίτα (2/3) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ

Άρθρο 131
Τρόπος ψηφοφορίας στη γενική συνέλευση


1. Στη γενική συνέλευση, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο στο καταστατικό και με την επιφύλαξη της παρ. 9 του άρθρου 141, η ψηφοφορία είναι φανερή. Η γενική   συνέλευση με φανερή ψηφοφορία μπορεί να αποφασίσει ότι η ψηφοφορία σε κάποιο θέμα ή και σε όλα τα θέματα της ημερήσιας διάταξης θα είναι μυστική. Και στην περίπτωση αυτή μέτοχος μπορεί να δηλώσει ότι αντιτάσσεται στην απόφαση που λαμβάνεται για τους σκοπούς της παρ. 3 του άρθρου 137.

2. Δεν επιτρέπεται μυστική ψηφοφορία σε περιπτώσεις παροχής αμοιβών στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και όπου ο νόμος απαιτεί φανερή ψηφοφορία ή όταν η ψήφος δίδεται από απόσταση.


Άρθρο 132
Πλειοψηφία


1. Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των εκπροσωπούμενων σε αυτή ψήφων.

2. Κατ' εξαίρεση, οι αποφάσεις που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 130 λαμβάνονται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των ψήφων που εκπροσωπούνται στη συνέλευση.

3. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι για όλες ή συγκεκριμένες αποφάσεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 130 απαιτούνται μεγαλύτερα ποσοστά από αυτά που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του παρόντος.


Άρθρο 133
Αναγγελία του αποτελέσματος της ψηφοφορίας


1. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας αναγγέλλεται από τον πρόεδρο της γενικής συνέλευσης μόλις διαπιστωθεί.

2. Εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά δημοσιεύουν στο διαδικτυακό τους τόπο, με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου, τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας, μέσα σε πέντε (5) ημέρες το αργότερο από την ημερομηνία της γενικής συνέλευσης, προσδιορίζοντας για κάθε απόφαση τουλάχιστον τον αριθμό των μετοχών για τις οποίες δόθηκαν έγκυρες ψήφοι, την αναλογία του κεφαλαίου που εκπροσωπούν αυτές οι ψήφοι, το συνολικό αριθμό έγκυρων ψήφων, καθώς και τον αριθμό ψήφων υπέρ και κατά κάθε απόφασης και τον αριθμό των αποχών.


Άρθρο 134
Πρακτικά συνεδριάσεων και αποφάσεων της γενικής συνέλευσης

1. Οι συζητήσεις και αποφάσεις που λαμβάνονται κατά τη γενική συνέλευση καταχωρίζονται σε περίληψη σε ειδικό βιβλίο πρακτικών. Στο ίδιο βιβλίο καταχωρίζεται και κατάλογος των μετόχων που παραστάθηκαν ή αντιπροσωπεύθηκαν στη γενική συνέλευση. Με αίτηση μετόχου ο πρόεδρος της γενικής συνέλευσης υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά περίληψη της γνώμης του. Ο πρόεδρος της γενικής συνέλευσης δικαιούται να αρνηθεί την καταχώριση γνώμης, αν αυτή αναφέρεται σε ζητήματα προφανώς εκτός ημερήσιας διάταξης, ή το περιεχόμενό της αντίκειται καταφανώς στα χρηστά ήθη ή το νόμο.

2. Η εταιρεία υποχρεούται να χορηγεί στους μετόχους της αντίγραφα πρακτικών γενικών συνελεύσεων ύστερα από αίτησή τους. Οι μέτοχοι στους οποίους η εταιρεία αρνείται να χορηγήσει αντίγραφα των πρακτικών γενικής συνέλευσης, στην οποία παρέστησαν αυτοπροσώπως ή με νόμιμα εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, μπορούν να απευθυνθούν στην αρμόδια υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ., όπου τηρείται ο φάκελος της εταιρείας, η οποία υποχρεούται να τους χορηγήσει τα αντίγραφα αυτά, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3419/2005, εφόσον πρόκειται για πράξεις που καταχωρούνται στο ΓΕ.Μ.Η.. Οι τρίτοι που έχουν έννομο συμφέρον και οι μη παραστάντες στη γενική συνέλευση μέτοχοι μπορούν να λάβουν αντίγραφα των πρακτικών της γενικής συνέλευσης από το Γ.Ε.ΜΗ., σε περίπτωση δε άρνησης αυτού, ύστερα από σχετική εισαγγελική παραγγελία. Η αποσβεστική προθεσμία των άρθρων 137 παρ. 8 και 138 παρ. 4 και 5 δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο μηνός από τη χορήγηση στο μέτοχο του πρακτικού όπου έχει καταχωρισθεί η ακυρώσιμη ή η άκυρη (αντίστοιχα) απόφαση, με την προϋπόθεση ότι ο μέτοχος ζήτησε το πρακτικό μέσα στην προθεσμία.

3. Η εταιρεία φέρει το βάρος απόδειξης ότι οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης έλαβαν χώρα την ημερομηνία και ώρα που αναγράφονται στο βιβλίο πρακτικών.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ

Άρθρο 135
Λήψη αποφάσεων με ψηφοφορία χωρίς συνεδρίαση


1. Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης είναι δυνατόν να λαμβάνονται από τους μετόχους χωρίς συνεδρίαση, σύμφωνα με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος, αν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
α) Oι μετοχές της εταιρείας δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.
β) Το καταστατικό προβλέπει τη δυνατότητα του παρόντος άρθρου και προσδιορίζει τις αποφάσεις που μπορούν να ληφθούν με τον τρόπο αυτό. Αποφάσεις επί θεμάτων της τακτικής γενικής συνέλευσης δεν μπορούν να ληφθούν με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου.
γ) Όλοι οι μέτοχοι έχουν γνωστοποιήσει στην εταιρεία τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους.
δ) Μειοψηφία του ενός πέμπτου (1/5) του κεφαλαίου δεν αντιτίθεται στη λήψη απόφασης με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. Σχετική δήλωση πρέπει να σταλεί στο διοικητικό συμβούλιο μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες από τη λήψη της πρότασης του διοικητικού συμβουλίου σύμφωνα με την παρ.2.

2. Αποφάσεις των μετόχων χωρίς συνεδρίαση λαμβάνονται ύστερα από πρόταση του διοικητικού συμβουλίου προς τους μετόχους για λήψη συγκεκριμένης απόφασης χωρίς συνεδρίαση και αποδοχή της πρότασης από την πλειοψηφία των μετόχων, όπως αυτή προβλέπεται κατά περίπτωση από το νόμο και το καταστατικό. Οι διατάξεις περί απαρτίας δεν εφαρμόζονται και η πλειοψηφία υπολογίζεται επί του συνόλου των μετοχών που έχουν δικαίωμα ψήφου. Δικαίωμα συμμετοχής στη λήψη απόφασης χωρίς συνεδρίαση έχουν όσα πρόσωπα διαθέτουν τη μετοχική ιδιότητα κατά το χρόνο αποστολής της πρότασης από το διοικητικό συμβούλιο με το σύνολο των δικαιωμάτων ψήφου που διαθέτουν κατά το χρόνο αυτό.

3. Η κατά την παρ. 2 πρόταση του διοικητικού συμβουλίου κοινοποιείται σε όλους τους μετόχους στην ηλεκτρονική διεύθυνση που έχουν γνωστοποιήσει στην εταιρεία. Η αποστολή της πρότασης πρέπει να γίνει την ίδια ημέρα για όλους τους μετόχους. Η πρόταση περιλαμβάνει το πλήρες σχέδιο της απόφασης, τις αναγκαίες επεξηγήσεις του διοικητικού συμβουλίου, τον τρόπο με τον οποίο οι μέτοχοι δικαιούνται να δηλώσουν στην εταιρεία αν δέχονται ή όχι την πρόταση και τη σχετική προθεσμία απάντησης των μετόχων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των επτά (7) ημερών ούτε μεγαλύτερη των τριάντα (30) ημερών από την ημέρα αποστολής της πρότασης. Η προθεσμία ισχύει για όλους τους μετόχους. Η πρόταση συνοδεύεται από κάθε άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να υποβληθεί στους μετόχους κατά το νόμο.

4. Απόφαση χωρίς συνεδρίαση δε θεωρείται ότι ελήφθη πριν παρέλθει η προθεσμία των σαράντα οκτώ (48) ωρών της παρ. 1, εκτός αν οι δηλώσεις όλων των μετόχων περιήλθαν στην εταιρεία ενωρίτερα. Δήλωση μετόχου που περιέρχεται στην εταιρεία μετά τον προβλεπόμενο χρόνο απάντησης δεν λαμβάνεται υπόψη. Οι δηλώσεις των μετόχων είναι μη ανακλητές. Το βάρος της απόδειξης της υιοθέτησης ή μη της πρότασης και του χρόνου αυτής φέρει η εταιρεία. Το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται χωρίς υπαίτια βραδύτητα να γνωστοποιήσει σε όλους τους μετόχους το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και να βεβαιώσει ότι τηρήθηκε πλήρως η διαδικασία αυτή.

5. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται με το παρόν άρθρο καταχωρίζονται στο βιβλίο πρακτικών σύμφωνα με το άρθρο 134.

6. Εντός τριών (3) ημερών από την κατά την παρ. 2 πρόταση του διοικητικού συμβουλίου, οι μέτοχοι μπορούν να ζητούν από το διοικητικό συμβούλιο διευκρινίσεις ή πληροφορίες για τις υποθέσεις της εταιρείας, στο μέτρο που αυτές είναι χρήσιμες για την πραγματική εκτίμηση του σχεδίου απόφασης χωρίς συνεδρίαση. Οι πληροφορίες παρέχονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση όλων των μετόχων μέσα σε δύο (2) ημέρες από τη λήψη της αίτησης.


Άρθρο 136
Προσυπογραφή πρακτικού χωρίς συνεδρίαση

1. Στις εταιρείες των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους ισχύει ως απόφαση της γενικής συνέλευσης. Η ρύθμιση αυτή ισχύει και αν όλοι οι μέτοχοι ή οι αντιπρόσωποί τους συμφωνούν να αποτυπωθεί πλειοψηφική απόφασή τους σε πρακτικό, χωρίς συνέλευση. Το σχετικό πρακτικό υπογράφεται από όλους τους μετόχους με αναφορά των τυχόν μειοψηφούντων.

2. Οι υπογραφές των μετόχων ή των αντιπροσώπων τους μπορούν να αντικαθίστανται με ανταλλαγή μηνυμάτων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, αν τούτο προβλέπεται στο καταστατικό.

3. To πρακτικό της παρ. 1 καταχωρίζεται στο βιβλίο πρακτικών σύμφωνα με το άρθρο 134.

4. Το βάρος της απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων λήψης απόφασης σύμφωνα με το παρόν άρθρο και του χρόνου της απόφασης φέρει η εταιρεία.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ
Άρθρο 137
Ακυρωσία αποφάσεων της γενικής συνέλευσης

 

1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 138 και 139, απόφαση της γενικής συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για αποφάσεις τις οποίες έλαβε γενική συνέλευση που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί.

2. Ακυρώσιμη είναι και η απόφαση που λήφθηκε: α) χωρίς να παρασχεθούν οφειλόμενες πληροφορίες, που αφορούν το θέμα της ληφθείσας απόφασης, και ζητήθηκαν κατά το άρθρο 141 από μετόχους, οι οποίοι ζητούν την ακύρωση της απόφασης σύμφωνα με την παρ.3, ή β) κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, με τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα.

3. Η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί με αγωγή από οποιονδήποτε μέτοχο, κάτοχο μετοχών που εκπροσωπούν τα δύο εκατοστά (2/100) του κεφαλαίου, αν δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση. Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ξεχωριστά. Στην περίπτωση αυτή, αν παρίσταται ανάγκη, το δικαστήριο της παρ. 7 διορίζει, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ειδικό εκπρόσωπο της εταιρείας για τη διεξαγωγή της δίκης. Στην περίπτ. α' της παρ. 2, την ακύρωση μπορούν να ζητήσουν μόνο οι μέτοχοι που ζήτησαν τις πληροφορίες, εφόσον εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου.

4. Μέτοχοι, που δεν μπορούν να ζητήσουν την ακύρωση επειδή δεν έχουν το απαιτούμενο ποσοστό μετοχών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3, μπορούν να αξιώσουν από την εταιρεία αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν εξαιτίας του γεγονότος ότι η απόφαση λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό ή κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας ή από γενική συνέλευση που δεν συγκλήθηκε ή δεν συγκροτήθηκε νόμιμα ή εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν έλαβαν τις πληροφορίες που ζήτησαν. Αξίωση αποζημίωσης έχουν κατά τις γενικές διατάξεις οι μέτοχοι και αν ακόμη η απόφαση ακυρώθηκε.

5. Η απόφαση της γενικής συνέλευσης δεν μπορεί να ακυρωθεί εξαιτίας: α) συμμετοχής σε αυτή προσώπων που δεν είχαν το δικαίωμα αυτό, εκτός αν η συμμετοχή τους ήταν αποφασιστική για την επίτευξη απαρτίας ή η ψήφος τους ήταν αποφασιστική για την επίτευξη πλειοψηφίας, β) ακυρότητας ή ακυρωσίας επί  μέρους ψήφων, εκτός αν οι ψήφοι αυτές ήταν αποφασιστικές για την επίτευξη πλειοψηφίας, γ) ανακρίβειας, αοριστίας ή πλημμελειών τήρησης του σχετικού πρακτικού, εκτός αν για τους λόγους αυτούς δεν είναι δυνατόν να διαγνωσθεί το περιεχόμενο της απόφασης, δ) ελαττώματος της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου, με την οποία συγκλήθηκε η γενική συνέλευση, εκτός αν για το λόγο αυτόν δεν υπήρξε έγκαιρη και επαρκής πληροφόρηση των μετόχων, ε) μη τήρησης ή πλημμελούς τήρησης των άρθρων 122 παρ. 4,123 παρ. 3 και 4,128 και 129.

6. Δεν μπορούν να ακυρωθούν αποφάσεις της γενικής συνέλευσης που έχουν ως αντικείμενο την έκδοση τίτλων που πρόκειται να εισαχθούν σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ΠΜΔ. Μέτοχος που δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση και θίγεται από αυτήν, μπορεί να αξιώσει από την εταιρεία αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας των γεγονότων που αναφέρονται στην παρ. 4. Δεν μπορούν να ακυρωθούν αποφάσεις της γενικής συνέλευσης, τις οποίες η τελευταία επικύρωσε με νεότερη απόφασή της, διορθώνοντας ή αποκαθιστώντας την πλημμέλεια που αποτελούσε το λόγο της ακυρωσίας. Στην περίπτωση αυτή τρίτοι δικαιούνται να ζητήσουν από την εταιρεία τα έξοδα της δίκης ακύρωσης, στα οποία υποβλήθηκαν, καθώς και την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω της επικύρωσης.

7. Η αγωγή ακύρωσης της απόφασης της γενικής συνέλευσης εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας.

8. Η αγωγή της παρ. 7 στρέφεται κατά της εταιρείας και ασκείται μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη λήψη της απόφασης ή, αν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. Εντός της ίδιας προθεσμίας ασκείται και η αγωγή αποζημίωσης της παρ. 4.

9. Οι ενάγοντες μέτοχοι οφείλουν να αποδείξουν ότι, τόσο κατά την άσκηση της αγωγής όσο και κατά το χρόνο κατάθεσης των προτάσεων σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, έχουν τις μετοχές που τους παρέχουν το δικαίωμα να ασκήσουν την αγωγή. Αν μετά την άσκηση της αγωγής οι ενάγοντες μέτοχοι μεταβιβάσουν όλες τις μετοχές ή μέρος τούτων, ώστε κατά το χρόνο κατάθεσης των προτάσεων να μην συγκεντρώνουν πλέον τα ποσοστά της παρ. 3, οι ενάγοντες μέτοχοι μπορούν να ζητήσουν με τις προτάσεις τους αποζημίωση σύμφωνα με την παρ. 4.

10. Η ακύρωση της απόφασης ισχύει έναντι πάντων. Το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να λάβει τα μέτρα που επιβάλλει η κατάσταση η οποία προέκυψε από την ακύρωση. Σε κάθε περίπτωση δεν θίγονται τα δικαιώματα τρίτων που αποκτήθηκαν με απόφαση που ακυρώθηκε ή με πράξη που διενεργήθηκε με βάση την απόφαση αυτή, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε ή αγνοούσε από βαριά αμέλεια το ελάττωμα της απόφασης.

11. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα και πριν από την άσκηση της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή πρέπει να ασκηθεί μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την έκδοση της απόφασης που διέταξε τα ασφαλιστικά μέτρα, διαφορετικά τα ασφαλιστικά μέτρα αίρονται αυτοδικαίως. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που η αγωγή ασκηθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας της παρ. 8. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την προσωρινή αναστολή της ισχύος της απόφασης. Το δικαστήριο μπορεί να υποχρεώσει τους αιτούντες σε παροχή εγγύησης, σταθμίζοντας την ανάγκη προστασίας των αιτούντων την αναστολή και τη ζημία της εταιρείας που μπορεί να προκληθεί από την αναστολή αυτή.

12. Η ακυρωσία απόφασης δεν εμποδίζει την καταχώριση της τελευταίας στο Γ.Ε.ΜΗ. Η αγωγή ακύρωσης απόφασης της γενικής συνέλευσης, που έχει καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ., η δικαστική απόφαση παντός βαθμού δικαιοδοσίας που απαγγέλλει την ακύρωσή της και η δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα ή αναστέλλεται η ισχύς της υποβάλλονται σε δημοσιότητα.


Άρθρο 138
Ακυρότητα αποφάσεων της γενικής συνέλευσης

1. Σε περίπτωση που δεν υπήρξε σύγκληση της γενικής συνέλευσης ή το περιεχόμενο της απόφασής της είναι αντίθετο στον νόμο ή το καταστατικό, η απόφαση είναι άκυρη.

2. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου άρθρου, θεωρείται ότι συγκλήθηκε η γενική συνέλευση, αν υπήρξε πρόσκλησή της προερχόμενη από την εταιρεία και περιέχουσα τουλάχιστον ένδειξη της ημερομηνίας και του τόπου της γενικής συνέλευσης και η πρόσκληση αυτή δημοσιεύθηκε κατά τον νόμο και το καταστατικό. Ως προερχόμενη από την εταιρεία θεωρείται η πρόσκληση όταν έχει γίνει από το διοικητικό συμβούλιο ή μέλος του ή και από τα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 121 και της παρ.1 του άρθρου 141.

3. Η προβολή ακυρότητας εκ μέρους μετόχου λόγω έλλειψης σύγκλησης της γενικής συνέλευσης δεν είναι επιτρεπτή, αν ο μέτοχος αυτός μεταγενέστερα δήλωσε προς την εταιρεία εγγράφως ή με δήλωσή του στα πρακτικά, ότι η γενική συνέλευση συνεδρίασε νομίμως.

4. Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο, μέτοχο ή τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον, δικαστικά ή με ρητή έγγραφη εξώδικη δήλωσή του προς την εταιρεία, μέσα σε προθεσμία ενός (1) έτους από τη λήψη της απόφασης ή, αν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. Η προβολή της ακυρότητας πρέπει να αναφέρεται σε συγκεκριμένη απόφαση και να περιγράφει το λόγο, που, κατά την άποψη του δηλούντος, προκαλεί την ακυρότητα. Σε περίπτωση που με τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας καθίσταται παράνομος ή αντικείμενος στη δημόσια τάξη, καθώς και όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία.

5. Κατ' εξαίρεση, δεν μπορεί να προβληθεί η ακυρότητα αποφάσεων με αντικείμενο την έκδοση τίτλων που πρόκειται να εισαχθούν σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ΠΜΔ, μετά την έναρξη διαπραγμάτευσης των τίτλων που προκύπτουν από την απόφαση ή, σε περίπτωση έκδοσης τίτλων με δικαίωμα προτίμησης, μετά την αποκοπή του δικαιώματος προτίμησης. Μέσα στην προθεσμία της παρ. 4 κάθε πρόσωπο που θίγεται από την απόφαση μπορεί να αξιώσει από την εταιρεία αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη. Ο περιορισμός της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει στην περίπτωση που από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου.

6. Η ακυρότητα μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, μέσα στις προθεσμίες της παρ. 4.

7. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα και πριν από την άσκηση της αγωγής που έχει ως αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας απόφασης της γενικής συνέλευσης. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή πρέπει να ασκηθεί μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την έκδοση της απόφασης που διέταξε τα ασφαλιστικά μέτρα, διαφορετικά τα ασφαλιστικά μέτρα αίρονται αυτοδικαίως. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που η αγωγή ασκηθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας της παρ. 4. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και την προσωρινή αναστολή της ισχύος της απόφασης. Το δικαστήριο μπορεί να υποχρεώσει τους αιτούντες σε παροχή εγγύησης, σταθμίζοντας την ανάγκη προστασίας των αιτούντων την αναστολή και τη ζημία της εταιρείας που μπορεί να προκληθεί από την αναστολή αυτή.

8. Η αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας απόφασης της γενικής συνέλευσης, που έχει καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ., η δικαστική απόφαση παντός βαθμού δικαιοδοσίας που αναγνωρίζει την ακυρότητά της και η δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα ή αναστέλλεται η ισχύς της υποβάλλονται σε δημοσιότητα.


Άρθρο 139
Ανυπόστατες αποφάσεις

1. Οι διατάξεις των άρθρων 137 και 138 δεν εφαρμόζονται στις ανυπόστατες αποφάσεις.

2. Μια απόφαση είναι ανυπόστατη όταν στην ψηφοφορία συμμετέχουν πρόσωπα, τα οποία στο σύνολό τους: α) δεν είχαν μετοχική ιδιότητα, ή β) είχαν αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα.


Άρθρο 140
Ελαττώματα αποφάσεων που λαμβάνονται με άλλο τρόπο


1. Στις αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς συνεδρίαση, σύμφωνα με το άρθρο 135, οι διατάξεις για την ακυρωσία και την ακυρότητα των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης των άρθρων 137 και 138 εφαρμόζονται αναλόγως.

2. Στην περίπτωση προσυπογραφής πρακτικού σύμφωνα με το άρθρο 136, η απόφαση είναι ανυπόστατη, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής. Απόφαση που λαμβάνεται με τον τρόπο αυτό και αντίκειται στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρη. Οι παρ. 4 έως 8 του άρθρου 138 εφαρμόζονται αναλόγως.


ΤΜΗΜΑ ΟΓΔΟΟ
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ

Άρθρο 141
Συλλογικά και ατομικά δικαιώματα μειοψηφίας

1. Με αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλεί έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων, ορίζοντας ημέρα συνεδρίασης αυτής, η οποία δεν πρέπει να  απέχει περισσότερο από σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημερομηνία επίδοσης της αίτησης στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου. Η αίτηση περιέχει το αντικείμενο της ημερήσιας διάταξης. Αν δεν συγκληθεί γενική συνέλευση από το διοικητικό συμβούλιο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση της σχετικής αίτησης, η σύγκληση διενεργείται από τους αιτούντες μετόχους με δαπάνες της εταιρείας, με απόφαση του δικαστηρίου, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Στην απόφαση αυτή ορίζονται ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, καθώς και η ημερήσια διάταξη. Η απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα. Το διοικητικό συμβούλιο συγκαλεί τη γενική συνέλευση σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις ή κάνει χρήση της διαδικασίας του άρθρου 135, εκτός αν οι αιτούντες μέτοχοι απέκλεισαν την τελευταία αυτή δυνατότητα.

2. Με αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να εγγράψει στην ημερήσια διάταξη γενικής συνέλευσης, που έχει ήδη συγκληθεί, πρόσθετα θέματα, αν η σχετική αίτηση περιέλθει στο διοικητικό συμβούλιο δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη γενική συνέλευση. Τα πρόσθετα θέματα πρέπει να δημοσιεύονται ή να γνωστοποιούνται, με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου, κατά το άρθρο 122, επτά (7) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη γενική συνέλευση. Σε εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η αίτηση για την εγγραφή πρόσθετων θεμάτων στην ημερήσια διάταξη συνοδεύεται από αιτιολόγηση ή από σχέδιο απόφασης προς έγκριση στη γενική συνέλευση και η αναθεωρημένη ημερήσια διάταξη δημοσιοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο όπως η προηγούμενη ημερήσια διάταξη, δεκατρείς (13) ημέρες πριν από την ημερομηνία της γενικής συνέλευσης και ταυτόχρονα τίθεται στη διάθεση των μετόχων στο διαδικτυακό τόπο της εταιρείας, μαζί με την αιτιολόγηση ή το σχέδιο απόφασης που έχει υποβληθεί από τους μετόχους κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 123. Τόσο σε εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά όσο και σε εταιρείες χωρίς μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, αν τα θέματα αυτά δεν δημοσιευθούν, οι αιτούντες μέτοχοι δικαιούνται να ζητήσουν την αναβολή της γενικής συνέλευσης σύμφωνα με την παρ. 5 και να προβούν οι ίδιοι στη δημοσίευση, κατά τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, με δαπάνη της εταιρείας.

3. Σε εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν σχέδια αποφάσεων για θέματα που περιλαμβάνονται στην αρχική ή την τυχόν αναθεωρημένη ημερήσια διάταξη γενικής συνέλευσης. Η σχετική αίτηση πρέπει να περιέλθει στο διοικητικό συμβούλιο επτά (7) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημερομηνία της γενικής συνέλευσης, τα σχέδια δε αποφάσεων τίθενται στη διάθεση των μετόχων κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 123, έξι (6) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημερομηνία της γενικής συνέλευσης.

4. Το διοικητικό συμβούλιο δεν είναι υποχρεωμένο να προβαίνει στην εγγραφή θεμάτων στην ημερήσια διάταξη ούτε στη δημοσίευση ή γνωστοποίηση αυτών μαζί με αιτιολόγηση και με σχέδια αποφάσεων που υποβάλλονται από τους μετόχους σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3, αντίστοιχα, αν το περιεχόμενο αυτών έρχεται προφανώς σε αντίθεση με το νόμο ή τα χρηστά ήθη.

5. Με αίτηση μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, ο πρόεδρος της συνέλευσης υποχρεούται να αναβάλει μία μόνο φορά τη λήψη αποφάσεων από τη γενική συνέλευση, τακτική ή έκτακτη, για όλα ή ορισμένα θέματα, ορίζοντας ημέρα συνέχισης της συνεδρίασης, αυτήν που ορίζεται στην αίτηση των μετόχων, η οποία όμως δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από είκοσι (20) ημέρες από τη χρονολογία της αναβολής. Η ύστερα από αναβολή γενική συνέλευση αποτελεί συνέχιση της προηγούμενης και δεν απαιτείται η επανάληψη των διατυπώσεων δημοσίευσης της πρόσκλησης των μετόχων. Στη συνέλευση αυτή μπορούν να μετέχουν και νέοι μέτοχοι, τηρουμένων των σχετικών διατυπώσεων συμμετοχής. Επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 124.

6. Ύστερα από αίτηση οποιοσδήποτε μετόχου, που υποβάλλεται στην εταιρεία πέντε (5) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη γενική συνέλευση, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να παρέχει στη γενική συνέλευση τις αιτούμενες συγκεκριμένες πληροφορίες για τις υποθέσεις της εταιρείας, στο μέτρο που αυτές είναι σχετικές με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Υποχρέωση παροχής πληροφοριών δεν υφίσταται, όταν οι σχετικές πληροφορίες διατίθενται ήδη στο διαδικτυακό τόπο της εταιρείας, ιδίως με τη μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων. Επίσης, με αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να ανακοινώνει στη γενική συνέλευση, εφόσον είναι τακτική, τα ποσά που, κατά την τελευταία διετία, καταβλήθηκαν σε κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή τους διευθυντές της εταιρείας, καθώς και κάθε παροχή προς τα πρόσωπα αυτά από οποιαδήποτε αιτία ή σύμβαση της εταιρείας με αυτούς. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αρνηθεί την παροχή των πληροφοριών για αποχρώντα ουσιώδη λόγο, ο οποίος αναγράφεται στα πρακτικά. Τέτοιος λόγος μπορεί να είναι, κατά τις περιστάσεις, η εκπροσώπηση των αιτούντων μετόχων στο διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με τα άρθρα 79 ή 80. Στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να απαντήσει ενιαία σε αιτήσεις μετόχων με το ίδιο περιεχόμενο.

7. Ύστερα από αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα δέκατο (1/10) του καταβεβλημένου κεφαλαίου η οποία υποβάλλεται στην εταιρεία μέσα στην προθεσμία της παρ. 6, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να παρέχει στη γενική συνέλευση πληροφορίες για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων και την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αρνηθεί την παροχή των πληροφοριών για αποχρώντα ουσιώδη λόγο, ο οποίος αναγράφεται στα πρακτικά. Τέτοιος λόγος μπορεί να είναι, κατά τις περιστάσεις, η εκπροσώπηση των αιτούντων μετόχων στο διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με τα άρθρα 79 ή 80, εφόσον τα αντίστοιχα μέλη του διοικητικού συμβουλίου έχουν λάβει τη σχετική πληροφόρηση κατά τρόπο επαρκή. Στις περιπτώσεις της παρούσας το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να απαντήσει ενιαία σε αιτήσεις μετόχων με το ίδιο περιεχόμενο.

8. Στις περιπτώσεις των παρ. 6 και 7 του παρόντος, τυχόν αμφισβήτηση ως προς το βάσιμο ή μη της αιτιολογίας άρνησης εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου παροχής των πληροφοριών, επιλύεται από το δικαστήριο με απόφασή του, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Με την ίδια απόφαση το δικαστήριο υποχρεώνει και την εταιρεία να παράσχει τις πληροφορίες που αρνήθηκε. Η απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα.

9. Ύστερα από αίτηση μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, η ψηφοφορία σε κάποιο θέμα ή θέματα της ημερήσιας διάταξης ενεργείται με φανερή ψηφοφορία.

10. Ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε μετόχου, υποβαλλόμενη κατά πάντα χρόνο, το διοικητικό συμβούλιο οφείλει μέσα σε είκοσι (20) ημέρες να πληροφορήσει το μέτοχο για το ύψος του κεφαλαίου της εταιρείας, τις κατηγορίες των μετοχών που έχουν εκδοθεί και τον αριθμό των μετοχών κάθε κατηγορίας, ιδίως προνομιούχων, με τα δικαιώματα που κάθε κατηγορία παρέχει, καθώς και τις τυχόν δεσμευμένες μετοχές, τόσο κατά τον αριθμό τους όσο και τους περιορισμούς που προβλέπονται. Ο μέτοχος θα δικαιούται επίσης να πληροφορηθεί πόσες και τι είδους μετοχές διαθέτει ο ίδιος, όπως αυτές προκύπτουν από το βιβλίο μετόχων. Αν οι παραπάνω πληροφορίες είναι ήδη αναρτημένες στον διαδικτυακό τόπο της εταιρείας, δεν απαιτείται να παρασχεθούν, θα πρέπει όμως να υποδειχθεί στο μέτοχο σε ποιο διαδικτυακό τόπο μπορεί να τις αναζητήσει. Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις εταιρείες με εισηγμένες μετοχές σε ρυθμιζόμενη αγορά.

11. Με την επιφύλαξη των διατάξεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την προϋπόθεση ότι το προβλέπει το καταστατικό, κάθε μέτοχος μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί πίνακας των μετόχων της εταιρείας, με ένδειξη του ονοματεπωνύμου, της διεύθυνσης και του αριθμού μετοχών κάθε μετόχου. Η εταιρεία δεν υποχρεούται να περιλάβει στον πίνακα μετόχους που κατέχουν μέχρι ένα εκατοστό (1%) του κεφαλαίου.

12. Σε όλες τις περιπτώσεις του παρόντος άρθρου οι αιτούντες μέτοχοι οφείλουν να αποδεικνύουν τη μετοχική τους ιδιότητα και, εκτός από τις περιπτώσεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 6 και της παρ. 10, τον αριθμό των μετοχών που κατέχουν κατά την άσκηση του σχετικού δικαιώματος. Τέτοια απόδειξη αποτελεί και η κατάθεση των μετοχών τους σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 124. Προκειμένου για εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η απόδειξη της μετοχικής ιδιότητας μπορεί να γίνεται με κάθε νόμιμο μέσο και πάντως βάσει ενημέρωσης που λαμβάνει η εταιρεία από το κεντρικό αποθετήριο τίτλων, εφόσον παρέχει υπηρεσίες μητρώου, ή μέσω των συμμετεχόντων και εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων σε κάθε άλλη περίπτωση.

13. Το καταστατικό μπορεί να μειώσει, όχι όμως πέραν του μισού, τα ποσοστά του καταβεβλημένου κεφαλαίου, που απαιτούνται για την άσκηση των δικαιωμάτων σύμφωνα με το παρόν άρθρο.


Άρθρο 142
Αίτηση έκτακτου ελέγχου


1. Δικαίωμα να ζητήσουν έκτακτο έλεγχο της εταιρείας από το δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχουν:
α) Μέτοχοι της εταιρείας που αντιπροσωπεύουν το ένα εικοστό (1/20) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου.
β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προκειμένου περί εταιρειών, των οποίων οι μετοχές ή άλλοι τίτλοι έχουν εισαχθεί σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας προσφοράς στο πλαίσιο είτε κάλυψης κεφαλαίου είτε διάθεσης υφιστάμενων μετοχών.

2. Ο έλεγχος κατά την παρ. 1 διατάσσεται, αν πιθανολογούνται πράξεις που παραβιάζουν διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού της εταιρείας ή αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση ελέγχου πρέπει να υποβάλλεται  μέσα σε τρία (3) έτη από την έγκριση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της χρήσης, εντός της οποίας τελέστηκαν οι καταγγελλόμενες πράξεις.

3. Μέτοχοι της εταιρείας, που εκπροσωπούν το ένα πέμπτο (1/5) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, δικαιούνται να ζητήσουν από το δικαστήριο τον έλεγχο της εταιρείας, εφόσον από την όλη πορεία αυτής, αλλά και με βάση συγκεκριμένες ενδείξεις, καθίσταται πιστευτό ότι η διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση. Το καταστατικό μπορεί να μειώσει, όχι όμως πέραν του μισού, το ποσοστό του καταβεβλημένου κεφαλαίου που απαιτείται για την άσκηση του δικαιώματος της παρούσας παραγράφου.

4. Το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι η εκπροσώπηση των αιτούντων μετόχων στο διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 79 ή 80, δε δικαιολογεί την αίτηση των μετόχων με βάση το παρόν άρθρο.

5. Επί του δικαιώματος των μετόχων να ζητήσουν τον έλεγχο εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 11 και 12 του άρθρου 141.


Άρθρο 143
Διενέργεια του έκτακτου ελέγχου

1. Το δικαστήριο αναθέτει τη διενέργεια του έκτακτου ελέγχου σε έναν τουλάχιστον ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία.

2. Το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, ιδιαίτερα το μέγεθος της εταιρείας, τις καταγγελλόμενες πράξεις και τις αναμενόμενες ελεγκτικές εργασίες, μπορεί, αντί για ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, να διορίσει ως ελεγκτές κατόχους άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α' τάξης του ν. 2515/1997 (Α’ 154), οι οποίοι είναι μέλη του Οικονομικού Επιμελητηρίου. Για την αξιολόγηση της νομιμότητας ή της χρηστότητας της διαχείρισης, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει ως πρόσθετους ελεγκτές και άλλα πρόσωπα με ειδικές προς τούτο γνώσεις. Αν δεν ορίσει κάτι άλλο η απόφαση του δικαστηρίου, οι διοριζόμενοι ελεγκτές έχουν τα δικαιώματα πληροφόρησης και το καθήκον εχεμύθειας, που έχουν και οι τακτικοί ελεγκτές.

3. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση του δικαστηρίου ορίζει και την αμοιβή των ελεγκτών, η οποία καταβάλλεται από τον αιτούντα μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου. Το δικαστήριο όμως μπορεί να επιρρίψει στην εταιρεία το σύνολο ή μέρος της αμοιβής των ελεγκτών ή να ορίσει ότι ο αϊτών θα την προκαταβάλει και θα την αναζητήσει από την εταιρεία. Η αμοιβή υπόκειται σε αναθεώρηση μετά τη διενέργεια του ελέγχου, με αίτηση του ελεγκτή ή του βαρυνόμενου με την καταβολή της.

4. Οι ελεγκτές οφείλουν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, να περατώσουν το έργο που τους ανατέθηκε και να υποβάλουν την έκθεσή τους στην ελεγχόμενη εταιρεία και στο πρόσωπο που ζήτησε τον έλεγχο. Το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να θέσει υπόψη των μετόχων την έκθεση των ελεγκτών το αργότερο στην αμέσως επόμενη γενική συνέλευση. Αν η ελεγχόμενη εταιρεία έχει μετοχές ή άλλους τίτλους που έχουν εισαχθεί σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ, ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας προσφοράς, στο πλαίσιο είτε κάλυψης κεφαλαίου είτε διάθεσης υφιστάμενων μετοχών, η έκθεση πρέπει να υποβάλλεται και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Αν οι ελεγκτές διαπιστώνουν παραβάσεις που τιμωρούνται ποινικά, οφείλουν να υποβάλουν την έκθεσή τους και στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.

5. Το δικαστήριο μπορεί να τάξει προθεσμία για τη διενέργεια του ελέγχου, καθώς και να αντικαταστήσει τους ελεγκτές που διορίσθηκαν.


Άρθρο 144
Ενώσεις μετόχων


1. Τα δικαιώματα μειοψηφίας που παρέχονται σε μετόχους του παρόντος νόμου μπορούν να ασκηθούν και από ενώσεις μετόχων, στο όνομά τους αλλά για λογαριασμό των μελών τους, αν τα μέλη τους έχουν τον εκάστοτε απαιτούμενο για την άσκηση των δικαιωμάτων αριθμό μετοχών. Ως δικαιώματα μειοψηφίας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου δεν θεωρούνται και τα δικαιώματα που μπορούν να ασκηθούν από κάθε μέτοχο.

2. Οι ενώσεις μετόχων μπορούν να συσταθούν από μετόχους μιας ή περισσότερων συγκεκριμένων εταιρειών, έχουν τη μορφή σωματείου, διεπόμενου από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και του Αστικού Κώδικα, και αποκτούν νομική προσωπικότητα με την εγγραφή τους στο Μητρώο Ενώσεων Καταναλωτών του άρθρου 10 ν. 2251/1994 (Α' 191). Ένα μήνα πριν από την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, η ένωση πρέπει να έχει γνωστοποιήσει την έγκυρη σύσταση και το καταστατικό της στην εταιρεία, της οποίας μέτοχοι είναι τα μέλη της. Στη δήλωση άσκησης του δικαιώματος πρέπει να αναφέρονται τα ονόματα των μετόχων, για λογαριασμό των οποίων ασκείται το δικαίωμα.

3. Οι παραπάνω ενώσεις μπορούν επίσης να παρέχουν μέσω διαδικτύου πληροφορίες σε σχέση με τα δικαιώματα που έχουν οι μέτοχοι και οι επενδυτές στις εταιρείες, για τις οποίες έχουν συσταθεί, και να παρέχουν δυνατότητα επώνυμης συνεννόησης μεταξύ τούτων για την άσκηση των δικαιωμάτων τους κατά την παρ. 1 ενόψει συγκεκριμένης γενικής συνέλευσης των εταιρειών αυτών.

4. Τα ζητήματα της άσκησης των δικαιωμάτων, ιδίως της τυχόν προηγούμενης διαβούλευσης των μελών της ένωσης, της παροχής πληροφοριών, της ενδεχόμενης ανάγκης προηγούμενης ειδικότερης εντολής ή ανάκλησης της τελευταίας, ρυθμίζονται από το καταστατικό της ένωσης. Με π.δ. που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης ορίζεται ειδικότερα ο τρόπος λειτουργίας των ενώσεων αυτών.


ΤΜΗΜΑ ΕΝΑΤΟ
ΕΤΗΣΙΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΤΗΣΙΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ
Αρθρο 145

Εφαρμοζόμενες διάταξεις

Οι ετήσιες και ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις της ανώνυμης
εταιρείας καταρτίζονται, ελέγχονται και εγκρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4308/2014 και σύμφωνα με κάθε άλλη ειδική διάταξη που ρυθμίζει τα ζητήματα αυτά.


Άρθρο 146
Διενέργεια απογραφής - Γλώσσα βιβλίων - Εταιρική χρήση


1. Κατά την έναρξη της λειτουργίας της, η εταιρεία οφείλει να ενεργήσει την κατά το άρθρο 9 του Εμπορικού Νόμου (Ά 206/1910) και τις διατάξεις του ν. 4308/2014 απογραφή, εκτός αν απαλλάσσεται από το νόμο. Την ίδια υποχρέωση υπέχει και στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης.

2. Όλα τα βιβλία της εταιρείας πρέπει να τηρούνται στην ελληνική γλώσσα, εκτός αν επιτρέπεται η τήρησή τους και σε άλλη γλώσσα.

3. Η εταιρική χρήση δεν μπορεί να εκτείνεται σε διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα (12) μηνών.


Άρθρο 147
Υπογραφή ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων


1. Για να ληφθεί από τη γενική συνέλευση έγκυρη απόφαση επί των χρηματοοικονομικών καταστάσεων που έχουν καταρτιστεί από το διοικητικό συμβούλιο, πρέπει να έχουν υπογραφεί από τρία διαφορετικά πρόσωπα, και συγκεκριμένα από: α) τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου ή τον αναπληρωτή του, β) τον διευθύνοντα ή εντεταλμένο σύμβουλο και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοιος σύμβουλος ή η ιδιότητά του συμπίπτει με εκείνη των παραπάνω προσώπων, από ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου που ορίζεται από αυτό καιγ) τον κατά νόμο υπεύθυνο λογιστή για τη σύνταξη των χρηματοοικονομικών καταστάσεων.

2. Τα παραπάνω πρόσωπα, σε περίπτωση διαφωνίας από πλευράς νομιμότητας του τρόπου κατάρτισης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, οφείλουν να εκθέτουν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους στη γενική συνέλευση.

3. Η ετήσια έκθεση διαχείρισης και, όπου συντρέχει περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 152, η δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης, εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο και υπογράφονται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτ. α’ και β' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.

4. Οι ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις και η ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης και, όπου συντρέχει περίπτωση, η ενοποιημένη δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης υπογράφονται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δεσμεύουν την επιχείρηση που τις καταρτίζει, καθώς και από τον υπεύθυνο για την κατάρτισή τους.


Άρθρο 148
Έγκριση ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων


Οι ετήσιες και οι ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις εγκρίνονται από τη γενική συνέλευση της εταιρείας που τις συνέταξε.


Άρθρο 149
Δημοσίευση χρηματοοικονομικών καταστάσεων και έκθεσης διαχείρισης
(άρθρα 30(1), (3) 31(1) και 32(1) Οδηγίας 2013/34/ΕΕ)

1. Οι ανώνυμες εταιρείες δημοσιεύουν στο Γ.Ε.ΜΗ.:
α) τις νόμιμα εγκεκριμένες από την τακτική γενική συνέλευση ετήσιες οικονομικές καταστάσεις,
β) την έκθεση διαχείρισης και
γ) τη γνώμη του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας όπου απαιτείται, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την έγκρισή τους από την τακτική γενική συνέλευση. Όπου βάσει της περίπτ. 1 της υποπαρ. Α1 της παρ. Α' του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α’ 94) απαιτείται γνώμη ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας, οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και η έκθεση διαχείρισης δημοσιεύονται με τη μορφή και το περιεχόμενο βάσει των οποίων ο ορκωτός ελεγκτής λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία έχουν συντάξει το πιστοποιητικό ελέγχου. Συνοδεύονται επίσης από το πλήρες κείμενο της έκθεσης ελέγχου.

2. Οι πολύ μικρές ανώνυμες εταιρείες, εκτός από τις εταιρείες οι οποίες αποτελούν οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος κατά την έννοια του Παραρτήματος Α’ του ν. 4308/2014, απαλλάσσονται από την υποχρέωση δημοσίευσης της έκθεσης διαχείρισης.

3. Στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, στην ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης και στη γνώμη του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας, όπου απαιτείται, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί δημοσιότητας του άρθρου 13 και ισχύουν οι προθεσμίες της παρ. 1.

4. Όπου βάσει της διάταξης της περίπτ. 1 της υποπαρ. Α1 της παρ. Α του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 απαιτείται γνώμη ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας, οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται στη δημοσιότητα, που προβλέπεται στην παρ. 3, με τη μορφή και το περιεχόμενο, με βάση το οποίο ο ελεγκτής ή οι ελεγκτές έχουν συντάξει τη σχετική έκθεση ελέγχου τους. Αν οι ελεγκτές έχουν παρατηρήσεις ή αρνούνται την έκφραση γνώμης, το γεγονός αυτό πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, εκτός αν αυτό προκύπτει από το δημοσιευμένο σχετικό πιστοποιητικό ελέγχου.

5. Η δημοσιότητα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων πραγματοποιείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

6. Για την δημοσίευση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων (ενοποιημένων λογαριασμών) των πιστωτικών ιδρυμάτων εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του παρόντος.

7. Οι ετήσιες και ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και εκθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, των οποίων υποκαταστήματα κατά την έννοια της περίπτ.
17 της παρ. 1 του του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (ΕΕ L 176/1), είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα, δημοσιεύονται και στην Ελλάδα, μεταφρασμένες στην ελληνική γλώσσα. Η δημοσιότητα πραγματοποιείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 5 και 6.

8. Οι συντεταγμένες κατά τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Δ.Π.Χ.Α.) εγκεκριμένες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και οι εγκεκριμένες ετήσιες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, καθώς και οι λοιπές προβλεπόμενες από το νόμο εκθέσεις των εταιρειών:
α) δημοσιεύονται στο Γ.Ε.ΜΗ. κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 και στο παρόν άρθρο,
β) αναρτώνται στην ιστοσελίδα της εταιρείας και παραμένουν προσβάσιμες για χρονικό διάστημα δύο (2) τουλάχιστον ετών από την πρώτη δημοσίευσή τους και γ) εφόσον πρόκειται για εταιρείες με μετοχές ή άλλες κινητές αξίες τους εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΜΠΔ, κατατίθενται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

9. Αν οι ανώνυμες εταιρείες, που συντάσσουν οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με τα Δ.Π.Χ.Α., δημοσιοποιούν με οποιονδήποτε άλλον τρόπο λογιστικά στοιχεία, τα δημοσιοποιούμενα στοιχεία πρέπει να είναι εκείνα που προκύπτουν από την εφαρμογή των Δ.Π.Χ.Α. με την επιφύλαξη των πρόσθετων οικονομικών ή πρόσθετων λογιστικών στοιχείων που τυχόν απαιτούνται από άλλες κανονιστικές αρχές για τις εταιρείες των οποίων οι κινητές αξίες είναι εισηγμένες και σε εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά. Η ευθύνη για τη συμμόρφωση με τη διάταξη αυτή βαρύνει το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας.


Άρθρο 150
Ετήσια έκθεση διαχείρισης του διοικητικού συμβουλίου
(άρθρο 19 Οδηγίας 2013/34/ΕΕ)


1. Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας υποχρεούται κάθε χρόνο να συντάσσει και να υποβάλλει στη γενική συνέλευση έκθεση διαχείρισης.

2. α) Η έκθεση διαχείρισης περιλαμβάνει πραγματική απεικόνιση της εξέλιξης και των επιδόσεων των δραστηριοτήτων της εταιρείας και της θέσης της, καθώς και περιγραφή των κυριότερων κινδύνων και αβεβαιοτήτων που αντιμετωπίζει.
β) Η απεικόνιση παρουσιάζει ισορροπημένη και ολοκληρωμένη ανάλυση της εξέλιξης και των επιδόσεων των δραστηριοτήτων της εταιρείας και της θέσης της, κατάλληλη για την κλίμακα και την πολυπλοκότητα της εταιρείας.
γ) Στο βαθμό που απαιτείται για την κατανόηση της εξέλιξης της εταιρείας, των επιδόσεων ή της θέσης της, η ανάλυση αυτή περιλαμβάνει τόσο χρηματοοικονομικούς όσο και, όπου ενδείκνυται, μη χρηματοοικονομικούς βασικούς δείκτες επιδόσεων που έχουν σχέση με το συγκεκριμένο τομέα δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με περιβαλλοντικά και εργασιακά θέματα. Στο πλαίσιο της ανάλυσης αυτής, η έκθεση διαχείρισης περιλαμβάνει, όπου ενδείκνυται, αναφορές και πρόσθετες εξηγήσεις για τα ποσά που αναγράφονται στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις.

3. Η έκθεση διαχείρισης αναφέρει επίσης:
α) την προβλεπόμενη εξέλιξη της εταιρείας,
β) τις δραστηριότητες στον τομέα ερευνών και ανάπτυξης,
γ) τις πληροφορίες που αναφέρονται στην απόκτηση ιδίων μετοχών όπως
προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 50,
δ) την ύπαρξη υποκαταστημάτων της εταιρείας και
ε) σε σχέση με τη χρήση χρηματοπιστωτικών μέσων από την εταιρεία και εφόσον είναι ουσιαστικής σημασίας για την εκτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής κατάστασης και του λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσης:
αα) τους στόχους και τις πολιτικές της εταιρείας όσον αφορά τη διαχείριση του χρηματοοικονομικού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής της για την αντιστάθμιση κάθε σημαντικού τύπου προβλεπόμενης συναλλαγής για την οποία εφαρμόζεται λογιστική αντιστάθμισης και
ββ) την έκθεση της εταιρείας στον κίνδυνο μεταβολής των τιμών, στον πιστωτικό κίνδυνο, στον κίνδυνο ρευστότητας και στον κίνδυνο ταμειακών ροών.

4. Οι πολύ μικρές ανώνυμες εταιρείες, εκτός από τις ανώνυμες εταιρείες οι οποίες αποτελούν οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος, κατά την έννοια του Παραρτήματος Α’ του ν. 4308/2014 (Α' 251), εξαιρούνται από την υποχρέωση να καταρτίζουν έκθεση διαχείρισης με την προϋπόθεση ότι οι ενδείξεις που αναφέρονται στην περίπτ. γ' της παρ. 3 του παρόντος περιλαμβάνονται στο προσάρτημα.

5. Πολύ μικρές ανώνυμες εταιρείες, εκτός από τις ανώνυμες εταιρείες οι οποίες αποτελούν οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος, κατά την έννοια του Παραρτήματος Α' του ν. 4308/2014, οι οποίες συντάσσουν έκθεση διαχείρισης εξαιρούνται από την υποχρέωση που προβλέπεται στην περίπτ. γ’ της παρ. 2 του παρόντος όσον αφορά τη μη χρηματοοικονομική πληροφόρηση.

6. Αν η ετήσια έκθεση διαχείρισης του διοικητικού συμβουλίου δεν περιλαμβάνει τις παραπάνω πληροφορίες, επιβάλλονται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου οι ποινές του άρθρου 179.


Άρθρο 151
Μη χρηματοοικονομικές καταστάσεις
(άρθρο 19α Οδηγίας 2013/34/ΕΕ)


1. Οι μεγάλες ανώνυμες εταιρείες οι οποίες αποτελούν οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος, κατά την έννοια του Παραρτήματος Α' του ν. 4308/2014, και οι οποίες, κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους, υπερβαίνουν τον μέσο αριθμό των 500 εργαζομένων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, περιλαμβάνουν στην έκθεση διαχείρισης μία μη χρηματοοικονομική κατάσταση που περιέχει πληροφορίες, στον βαθμό που απαιτείται για την κατανόηση της εξέλιξης, των επιδόσεων, της θέσης και του αντίκτυπου των δραστηριοτήτων της, σε σχέση, τουλάχιστον, με περιβαλλοντικά, κοινωνικά και εργασιακά θέματα, τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την καταπολέμηση της διαφθοράς και με θέματα σχετικά με τη δωροδοκία. Στην κατάσταση αυτή συμπεριλαμβάνονται τα εξής:

α) σύντομη περιγραφή του επιχειρηματικού μοντέλου της εταιρείας,
 
β) περιγραφή των πολιτικών που εφαρμόζει η εταιρεία σε σχέση με τα εν λόγω θέματα, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζει,

γ) τα αποτελέσματα των εν λόγω πολιτικών,

δ) οι κυριότεροι κίνδυνοι που αφορούν τα εν λόγω θέματα και που συνδέονται με τις δραστηριότητες της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση και αναλογικά, των επιχειρηματικών σχέσεών της, των προϊόντων της ή των υπηρεσιών της τα οποία είναι πιθανόν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στους εν λόγω τομείς και ο τρόπος με τον οποίο η εταιρεία διαχειρίζεται αυτούς τους κινδύνους,

ε) Οι χρηματοοικονομικοί βασικοί δείκτες επιδόσεων που σχετίζονται με τον συγκεκριμένο τομέα επιχειρήσεων. Όταν η εταιρεία δεν ασκεί πολιτικές σε σχέση με ένα ή περισσότερα από τα εν λόγω θέματα, η μη χρηματοοικονομική κατάσταση περλαμβάνει σαφή και αιτιολογημένη εξήγηση για την απουσία των εν λόγω πολιτικών. Η μη χρηματοοικονομική κατάσταση περιλαμβάνει επίσης, όπου ενδείκνυται, αναφορές και πρόσθετες εξηγήσεις για τα ποσά που αναγράφονται στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούν να παραλειφθούν πληροφορίες σχετικά με επικείμενες εξελίξεις ή θέματα σε διαπραγμάτευση όταν, κατά τη δεόντως αιτιολογημένη γνώμη των μελών του διοικητικού συμβουλίου, που ενεργούν εντός των αρμοδιοτήτων τους και που υπέχουν σχετικώς συλλογική ευθύνη της εν λόγω γνώμης, η δημοσιοποίηση αυτών των πληροφοριών θα έβλαπτε σοβαρά την εμπορική θέση της εταιρείας, με την προϋπόθεση ότι η παράλειψη αυτή δεν εμποδίζει την ορθή και ισορροπημένη κατανόηση της εξέλιξης, των επιδόσεων, της θέσης και του αντίκτυπου των δραστηριοτήτων της ανώνυμης εταιρείας. Για την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παρ.1, οι εταιρείες μπορούν να βασίζονται σε εθνικά πλαίσια, πλαίσια βασισμένα στην Ένωση ή διεθνή πλαίσια και, στην περίπτωση αυτή, οι εταιρείες διευκρινίζουν σε ποια πλαίσια βασίστηκαν.

2. Οι εταιρείες που εκπληρώνουν την υποχρέωση της παρ. 1 του παρόντος θεωρείται ότι έχουν εκπληρώσει την υποχρέωση που αφορά την ανάλυση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών που προβλέπεται στην περίπτ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 150.

3. Ανώνυμη εταιρεία, η οποία είναι θυγατρική, απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρ. 1, αν αυτή και οι θυγατρικές της εταιρείες συμπεριλαμβάνονται στην ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης ή στη χωριστή έκθεση άλλης εταιρείας.

4. Ο ορκωτός ελεγκτής λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία εξετάζουν αν έχει υποβληθεί η μη χρηματοοικονομική κατάσταση της παρ. 1 του παρόντος.


Άρθρο 152
Δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης
(άρθρο 20 Οδηγίας 2013/34/ΕΕ)


1. Οι ανώνυμες εταιρείες με κινητές αξίες δεκτές προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά περιλαμβάνουν στην έκθεση διαχείρισης που συντάσσουν και δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης. Η δήλωση αυτή συμπεριλαμβάνεται ως ειδικό τμήμα της έκθεσης διαχείρισης και περιέχει τις εξής, τουλάχιστον, πληροφορίες:

α) παραπομπή, κατά περίπτωση, στα ακόλουθα:
αα) στον κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης στον οποίο υπόκειταιη εταιρεία,
ββ) στον κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης τον οποίο η εταιρεία έχει οικειοθελώς
αποφασίσει να εφαρμόζει,
γγ) σε κάθε σχετική πληροφορία για τις πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης που εφαρμόζονται πέρα από τις απαιτήσεις της κείμενης νομοθεσίας.
Αν γίνεται αναφορά στον κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης των υποπεριπτ. αα' ή ββ', η εταιρεία επισημαίνει τον τόπο στον οποίο διατίθενται στο κοινό τα σχετικά έγγραφα. Αν γίνεται αναφορά στις πληροφορίες της υποπεριπτ. γγ', η εταιρεία δημοσιοποιεί στοιχεία για τις πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης που εφαρμόζει,

β) αν η εταιρεία αποκλίνει από τον κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης που αναφέρεται στις υποπεριπτ. αα' ή ββ’ της περίπτ. α’, παραθέτει τα μέρη του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης από τα οποία αποκλίνει και σχετική αιτιολόγηση των λόγων απόκλισης. Αν η εταιρεία δεν εφαρμόζει καμία από τις διατάξεις εταιρικής διακυβέρνησης που αναφέρονται στις υποπεριπτ. αα' ή ββ’ της περίπτωσης α', παρέχει ειδική αιτιολόγηση για τη μη εφαρμογή,

γ) περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων της εταιρείας σε σχέση με τη διαδικασία σύνταξης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων,

δ) τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτούνται κατά τις περιπτ. γ', δ', στ', η' και θ' της παρ. 1 του άρθρου 10 της Οδηγίας 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς, εφόσον η εταιρεία υπάγεται στην εν λόγω Οδηγία,

ε) τη σύνθεση και τον τρόπο λειτουργίας των διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών οργάνων και των επιτροπών τους,

στ) περιγραφή της πολιτικής σχετικά με την πολυμορφία που εφαρμόζεται για τα διοικητικά, διαχειριστικά και εποπτικά όργανα της εταιρείας όσον αφορά πτυχές όπως, ενδεικτικά, η ηλικία, το φύλο ή το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό ιστορικό των μελών, οι στόχοι της εν λόγω πολιτικής για την πολυμορφία, ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε και τα αποτελέσματα κατά την περίοδο αναφοράς. Αν δεν εφαρμόζεται τέτοια πολιτική, η δήλωση περιλαμβάνει ειδική αιτιολόγηση του λόγου μη εφαρμογής.

2. Οι απαιτούμενες από την παρ. 1 πληροφορίες μπορούν να παρέχονται ως εξής:
α) σε χωριστή έκθεση που δημοσιεύεται μαζί με την έκθεση διαχείρισης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 150 ή
β) σε έγγραφο που διατίθεται για το κοινό στην ιστοσελίδα της εταιρείας και στο οποίο γίνεται σχετική αναφορά στην έκθεση διαχείρισης.
Στη χωριστή έκθεση ή στο έγγραφο των περιπτ. α' και β’ αντίστοιχα μπορεί να περιέχεται αναφορά στην έκθεση διαχείρισης στην οποία διατίθενται τα απαιτούμενα από την περίπτ. δ’ της παρ. 1 πληροφοριακά στοιχεία.

3. Ο ορκωτός ελεγκτής λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία διατυπώνουν γνώμη, σύμφωνα με το υποπεριπτ. γ’ της περίπτ. 5 της υποπαρ. Α1 της παρ. Α’ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α’ 94) για τα πληροφοριακά στοιχεία που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ' και δ' της παρ. 1 και ελέγχουν αν έχουν παρασχεθεί τα πληροφοριακά στοιχεία που αναφέρονται στις περιπτ. α’, β', ε' και στ' της παρ. 1.

4. Η περίπτ. στ' της παρ. 1 δεν εφαρμόζεται σε μικρές ή μεσαίες εταιρείες.

5. Αν η δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης δεν περιλαμβάνει τις παραπάνω πληροφορίες, επιβάλλονται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου οι ποινές του άρθρου 179.


Άρθρο 153
Ετήσια έκθεση διαχείρισης και δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης επί ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων
(άρθρο 29 Οδηγίας 2013/34/ΕΕ)


1. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου εμπίπτουν οι όμιλοι επιχειρήσεων οι οποίοι έχουν υποχρέωση σύνταξης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, σύμφωνα με το άρθρα 31, 32, 33 του ν. 4308/2014.

2. Στην ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης αναφέρονται οι πληροφορίες που απαιτεί το άρθρο 150, τουλάχιστον, λαμβανομένων υπόψη των αναγκαίων προσαρμογών που υπαγορεύονται από τις ιδιομορφίες της ενοποιημένης έκθεσης διαχείρισης σε σχέση με την έκθεση διαχείρισης, κατά τρόπο που να διευκολύνει την εκτίμηση της θέσης του συνόλου των επιχειρήσεων που συμπεριλαμβάνονται στην ενοποίηση. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν θίγει την υποχρέωση αναφοράς άλλων πληροφοριών που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία.

3. Στις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 150 εφαρμόζονται οι εξής προσαρμογές:
α) Όσον αφορά τις αποκτηθείσες μετοχές ή μερίδια, η ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης περιλαμβάνει τον αριθμό και την ονομαστική αξία ή ελλείψει ονομαστικής αξίας, την εσωτερική λογιστική αξία του συνόλου των μετοχών ή μεριδίων της μητρικής εταιρείας που κατέχονται είτε από την ίδια μητρική εταιρεία είτε από θυγατρικές της εταιρείας αυτής της μητρικής εταιρείας, είτε από πρόσωπο που ενεργεί επ’ ονόματί του αλλά για λογαριασμό οποιασδήποτε από τις εταιρείες αυτές.

β) όσον αφορά τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων, η δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης αναφέρει τα βασικά χαρακτηριστικά των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων για το σύνολο των επιχειρήσεων που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση.

4. Στις περιπτώσεις που εκτός από την έκθεση διαχείρισης απαιτείται και ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης, οι δύο εκθέσεις μπορούν να υποβάλλονται με μορφή ενιαίας έκθεσης.

5. Αν η ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης δεν περιλαμβάνει τις παραπάνω πληροφορίες, επιβάλλονται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου οι ποινές του άρθρου 179.


Άρθρο 154
Ενοποιημένη μη χρηματοοικονομική κατάσταση
(άρθρο 29α Οδηγίας 2013/34/ΕΕ)


Ι.α) Οι οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος, κατά την έννοια του Παραρτήματος Α'
του ν. 4308/2014, που είναι μητρικές ανώνυμες εταιρείες μεγάλου ομίλου ο οποίος, κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού του σε ενοποιημένη βάση υπερβαίνει τον μέσο αριθμό των 500 εργαζομένων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, περιλαμβάνουν στην ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης ενοποιημένη μη χρηματοοικονομική κατάσταση που περιέχει πληροφορίες, στον βαθμό που απαιτείται για την κατανόηση της εξέλιξης, των επιδόσεων, της θέσης και του αντίκτυπου των δραστηριοτήτων του, σε σχέση, τουλάχιστον, με περιβαλλοντικά, κοινωνικά και εργασιακά θέματα, τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την καταπολέμηση της διαφθοράς και με θέματα σχετικά με τη δωροδοκία, όπου συμπεριλαμβάνονταιτα εξής:
αα) σύντομη περιγραφή του επιχειρηματικού μοντέλου του ομίλου,
ββ) περιγραφή των πολιτικών που εφαρμόζει ο όμιλος σε σχέση με τα εν λόγω θέματα, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζει,
γγ) το αποτέλεσμα των εν λόγω πολιτικών,
δδ) οι κυριότεροι κίνδυνοι που αφορούν τα εν λόγω θέματα και που συνδέονται με τις δραστηριότητες του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση και αναλογικά, των επιχειρηματικών σχέσεών του, των προϊόντων του ή των υπηρεσιών του τα οποία είναι πιθανόν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στους εν λόγω τομείς και ο τρόπος με τον οποίο ο όμιλος διαχειρίζεται αυτούς τους κινδύνους,
εε) μη χρηματοοικονομικοί βασικοί δείκτες επιδόσεων που σχετίζονται με τον συγκεκριμένο τομέα επιχειρήσεων,
στστ) αναφορά και πρόσθετες εξηγήσεις για τα ποσά που αναγράφονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, όπου ενδείκνυται.

β) Σε περίπτωση που ο επιχειρηματικός όμιλος δεν εφαρμόζει οποιαδήποτε πολιτική σε σχέση με ένα ή περισσότερα από θέματα της περίπτωσης α’, παρέχεται σχετική ειδική αιτιολόγηση.

γ) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούν να παραλειφθούν πληροφορίες σχετικά με επικείμενες εξελίξεις ή θέματα υπό διαπραγμάτευση όταν, κατά τη δεόντως αιτιολογημένη γνώμη των μελών των διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών οργάνων, που ενεργούν εντός των αρμοδιοτήτων τους και που υπέχουν σχετικώς συλλογική ευθύνη της εν λόγω γνώμης, η δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών θα έβλαπτε σοβαρά την εμπορική θέση του ομίλου, με την προϋπόθεση ότι η παράλειψη αυτή δεν εμποδίζει την ορθή και ισορροπημένη κατανόηση της εξέλιξης, των επιδόσεων, της θέσης και του αντίκτυπου των δραστηριοτήτων του ομίλου,

δ) Προκειμένου να υλοποιηθεί η απαίτηση για δημοσιοποίηση των πληροφοριών της περίπτωσης α' η μητρική ανώνυμη εταιρεία μπορεί να βασίζεται σε εθνικά πλαίσια, πλαίσια βασισμένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή διεθνή πλαίσια αρκεί να δηλώνει σε ποια πλαίσια βασίστηκε.

2. Μητρική εταιρεία που εκπληρώνει την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ. 1 θεωρείται ότι έχει εκπληρώσει την υποχρέωση που αφορά την ανάλυση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών που προβλέπονται στην περίπτωση γ’ της παρ. 2 του άρθρου 150.

3. Μητρική εταιρεία που είναι επίσης θυγατρική εταιρεία τρίτης απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρ. 1, εφόσον η εν λόγω μητρική εταιρεία και οι θυγατρικές της συμπεριλαμβάνονται στην ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης της τρίτης εταιρείας η οποία συντάσσεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση διαχείρισης της απαλλασσόμενης. Ομοίως στην έκθεση διαχείρισης της απαλλασσόμενης θα πρέπει να δίνονται πληροφορίες για τη δημοσίευση της ενοποιημένης έκθεσης διαχείρισης της τρίτης εταιρείας.

4. Ο ορκωτός ελεγκτής λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία εξετάζει αν έχει υποβληθεί η ενοποιημένη μη χρηματοοικονομική κατάσταση που αναφέρεται στη παρ. 1.


Άρθρο 155
Έκθεση πληρωμών προς κυβερνήσεις
(άρθρα 41,42,43 Οδηγίας 2013/34/ΕΕ)


1. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ισχύουν οι εξής ορισμοί:
α) Ως «ανώνυμη εταιρεία που δραστηριοποιείται στην εξορυκτική βιομηχανία» νοείται η ανώνυμη εταιρεία που αναπτύσσει δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονται καθ'οιονδήποτε τρόπο με την αναζήτηση, την εξερεύνηση, τον εντοπισμό, την ανάπτυξη και την εξόρυξη κοιτασμάτων μεταλλευμάτων, πετρελαίου, φυσικού αερίου ή άλλων υλικών, στο πλαίσιο των οικονομικών δραστηριοτήτων που καταγράφονται στον τομέα Β - κλάδοι 05 έως 08 του Παραρτήματος I του Κανονισμού (ΕΚ) 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση της στατιστικής ταξινόμησης των οικονομικών δραστηριοτήτων NACE-Αναθεώρηση 2.

β) Ως «ανώνυμη εταιρεία που δραστηριοποιείται στην υλοτόμηση πρωτογενών δασών» νοείται η ανώνυμη εταιρεία που αναπτύσσει δραστηριότητες, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον τομέα Α, Διαίρεση 02, κλάδος 2.2 του Παραρτήματος I του Κανονισμού (ΕΚ) 1893/2006, σε πρωτογενή δάση.

γ) Ως «κυβέρνηση» νοείται η κεντρική, περιφερειακή ή τοπική κυβέρνηση κράτους - μέλους ή τρίτης χώρας. Η εν λόγω κεντρική, περιφερειακή ή τοπική κυβέρνηση έχει υπό τον έλεγχό της υπηρεσίες, οργανισμούς ή ομίλους επιχειρήσεων, οι οποίοι υποχρεούνται σε σύνταξη ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 31, 32 και 33 του ν. 4308/2014.

δ) Ως «έργο» νοούνται οι λειτουργικές δραστηριότητες που διέπονται από ενιαία σύμβαση, άδεια, μίσθωση, παραχώρηση ή παρεμφερείς νομικές συμφωνίες και αποτελούν την βάση των υποχρεώσεων πληρωμής προς μία κυβέρνηση. Εντούτοις, αν πολλαπλές συμφωνίες αλληλοσυνδέονται ουσιωδώς, τότε θεωρούνται έργο,

ε) Ως «πληρωμή» νοείται η παροχή η οποία καταβάλλεται, σε χρήματα ή σε είδος, για δραστηριότητες που περιγράφονται στα σημεία 1 και 2 των ακόλουθων ειδών:

αα) δικαιώματα παραγωγής,

ββ) φόροι που επιβάλλονται επί του εισοδήματος, της παραγωγής ή των κερδών των ανωνύμων εταιρειών, αλλά εξαιρούνται οι φόροι που επιβάλλονται στη κα­τανάλωση, όπως φόροι προστιθέμενης αξίας, οι φόροι εισοδήματος φυσικών προσώπων ή οι φόροι επί των πωλήσεων,

γγ) δικαιώματα,

δδ) μερίσματα,

εε) πριμ υπογραφής, εντοπισμού και παραγωγικότητας,

στστ) τέλη έκδοσης αδειών, τέλη εκμίσθωσης, τέλη εισόδου και λοιπά ζητήματα σχετικά με άδειες ή/και παραχωρήσεις και

ζζ) πληρωμές για βελτιώσεις υποδομών.

2. Οι μεγάλες ανώνυμες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην εξορυκτική βιομηχανία ή στην υλοτόμηση πρωτογενών δασών οφείλουν να καταρτίζουν και να δημοσιεύουν σε ετήσια βάση έκθεση για τις πληρωμές που καταβάλλουν προς κυβερνήσεις.

3. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για ανώνυμες εταιρείες οι οποίες είναι θυγατρικές ή μητρικές, εφόσον πληρούνται αμφότερες οι εξής προϋποθέσεις:
α) η μητρική εταιρεία διέπεται από τη νομοθεσία κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και

β) οι πληρωμές προς κυβερνήσεις της εταιρείας περιλαμβάνονται στην ενοποιημένη έκθεση για πληρωμές προς κυβερνήσεις που καταρτίζει η εν λόγω μητρική ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 156.

4. Δεν λαμβάνονται υπόψη στην έκθεση οι πληρωμές που δεν υπερβαίνουν τις 100.000 ευρώ εντός του οικονομικού έτους είτε καταβάλλονται ενιαία είτε ως σειρά συναφών πληρωμών.

5. Η έκθεση αναφέρει τις εξής πληροφορίες όσον αφορά τις δραστηριότητες που περιγράφονται στις περιπτ. α' και β' της παρ. 1 για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος:
α) το συνολικό ποσό των πληρωμών που καταβάλλονται σε κάθε κυβέρνηση,

β) το συνολικό ποσό ανά είδος πληρωμής, όπως ορίζεται στις υποπεριπτ. αα' έως ζζ' της περιπτ. ε' της παρ. 1, που καταβάλλεται σε κάθε κυβέρνηση,

γ) εφόσον οι πληρωμές αυτές αφορούν συγκεκριμένα έργα, το συνολικό ποσό ανά είδος πληρωμής, όπως ορίζεται στις υποπεριπτ. αα' έως ζζ' της περιπτ. ε'της της παρ. 1 για κάθε έργο και το συνολικό ποσό πληρωμών για κάθε έργο.
Οι πληρωμές της εταιρείας όσον αφορά υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει ως οντότητα μπορούν να δημοσιοποιούνται σε επίπεδο οντότητας και όχι σε επίπεδο έργου.

6. Σε περίπτωση καταβολής πληρωμών σε είδος προς κυβερνήσεις, τα σχετικά στοιχεία υποβάλλονται βάσει αξίας και, κατά περίπτωση, όγκου. Παρέχονται επεξηγηματικές σημειώσεις προς αποσαφήνιση του τρόπου καθορισμού της αξίας τους.

7. Η δημοσιοποίηση των πληρωμών, σύμφωνα με το παρόν άρθρο αντικατοπτρίζει την ουσία και όχι τη μορφή της πληρωμής ή της δραστηριότητας. Οι πληρωμές και οι δραστηριότητες δεν μπορούν να διαχωρίζονται ή να συγκεντρώνονται τεχνητά, με σκοπό την αποφυγή εφαρμογής του παρόντος.

8. Η έκθεση της παρ.2 δημοσιεύεται, σύμφωνα με το άρθρο 149.

9. Τα μέλη των αρμόδιων οργάνων μιας ανώνυμης εταιρείας, που ενεργούν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, έχουν καθήκον να εξασφαλίζουν, όσο γνωρίζουν και μπορούν καλύτερα, ότι η έκθεση για τις πληρωμές προς κυβερνήσεις καταρτίζεται και δημοσιεύεται, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.


Άρθρο 156
Ενοποιημένη έκθεση πληρωμών σε κυβερνήσεις
(άρθρο 44 Οδηγίας 2013/34/ΕΕ)

1. Οι όμιλοι επιχειρήσεων οι οποίοι έχουν υποχρέωση σύνταξης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, σύμφωνα με το άρθρα 31 και 32 του ν. 4308/2014 και οι οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος, κατά την έννοια του Παραρτήματος Α' του ν. 4308/2014, που δραστηριοποιούνται στην εξορυκτική βιομηχανία ή στην υλοτόμηση πρωτογενών δασών οφείλουν να καταρτίζουν ενοποιημένη έκθεση για πληρωμές προς κυβερνήσεις αν η μητρική ανώνυμη εταιρεία βαρύνεται με την υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 32 έως 36 του ν. 4308/2014. Μητρική ανώνυμη εταιρεία θεωρείται ότι δραστηριοποιείται στον εξορυκτικό κλάδο ή στην υλοτόμηση πρωτογενών δασών, εφόσον οποιαδήποτε από τις θυγατρικές της επιχειρήσεις δραστηριοποιείται στον εξορυκτικό κλάδο ή στην υλοτομία πρωτογενών δασών. Η ενοποιημένη έκθεση περιλαμβάνει μόνο τις πληρωμές που απορρέουν από δραστηριότητες εξόρυξής και υλοτόμησης πρωτογενών δασών.

2. Η υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένης έκθεσης της παρ. 1 δεν ισχύει για:
α) μητρικές ανώνυμες εταιρείες μικρών ομίλων, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4308/2014, εκτός αν κάποια συνδεδεμένη εταιρεία είναι οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος,

β) μητρικές ανώνυμες εταιρείες μεσαίων ομίλων, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 31 του ν. 4308/2014, εκτός αν κάποια συνδεδεμένη εταιρεία είναι οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος και

γ) μητρικές ανώνυμες εταιρείες που διέπονται από τη νομοθεσία κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες είναι ταυτόχρονα θυγατρικές επιχειρήσεις, αν η δική τους μητρική εταιρεία διέπεται από τη νομοθεσία κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Δεν απαιτείται να συμπεριλαμβάνεται εταιρεία, περιλαμβανομένης και εταιρείας δημόσιου ενδιαφέροντος, σε ενοποιημένη έκθεση για πληρωμές προς κυβερνήσεις εφόσον πληρούται μία τουλάχιστον από τις εξής προϋποθέσεις:
α) αυστηροί και διαρκείς περιορισμοί θίγουν ουσιαστικά την άσκηση από τη μητρική εταιρεία των δικαιωμάτων της στην περιουσία ή στη διαχείριση αυτής της εταιρείας,

β) συντρέχουν εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις όπου οι απαραίτητες πληροφορίες για την κατάρτιση της ενοποιημένης έκθεσης για πληρωμές προς κυβερνήσεις δεν μπορούν να ληφθούν χωρίς δυσανάλογα έξοδα ή αδικαιολόγητες καθυστερήσεις,

γ) οι μετοχές ή τα μερίδια αυτής της εταιρείας κατέχονται με αποκλειστικό σκοπό τη μεταγενέστερη μεταβίβασή τους,
Οι ανωτέρω εξαιρέσεις ισχύουν μόνον εφόσον χρησιμοποιούνται και για τον σκοπό των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.

4. Η έκθεση του παρόντος άρθρου δημοσιεύεται, σύμφωνα με το άρθρο 149.

5. Τα μέλη των αρμόδιων οργάνων της ανώνυμης εταιρείας, που ενεργούν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, έχουν συλλογικό καθήκον να εξασφαλίσουν, όσο γνωρίζουν και μπορούν καλύτερα, ότι η έκθεση για τις πληρωμές προς κυβερνήσεις καταρτίζεται και δημοσιεύεται, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.


Άρθρο 157
Κριτήρια ισοδυναμίας

(άρθρο 46 Οδηγίας 2013/34/ΕΕ)

Οι προβλεπόμενες στα άρθρα 155 και 156 ανώνυμες εταιρείες οι οποίες καταρτίζουν και δημοσιοποιούν έκθεση συμμορφούμενη με τις απαιτήσεις τρίτων χωρών οι οποίες έχουν εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 47 της Οδηγίας 2013/34 ως ισοδύναμες με τις απαιτήσεις των άρθρων 155 και 156 απαλλάσσονται από τις απαιτήσεις των άρθρων αυτών, εκτός από την δημοσιότητα στην οποία υποβάλλεται η εν λόγω έκθεση.


ΤΜΗΜΑ ΔΕΚΑΤΟ
ΔΙΑΘΕΣΗ ΚΕΡΔΩΝ


Άρθρο 158
Κράτηση αποθεματικού

Κάθε έτος αφαιρείται το ένα εικοστό (1/20) τουλάχιστον των καθαρών κερδών για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού. Η αφαίρεση για σχηματισμό αποθεματικού παύει να είναι υποχρεωτική, μόλις τούτο φθάσει το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του κεφαλαίου. Το τακτικό αποθεματικό χρησιμοποιείται αποκλειστικά πριν από κάθε διανομή μερίσματος προς εξίσωση του τυχόν χρεωστικού υπολοίπου της κατάστασης αποτελεσμάτων.


Άρθρο 159
Προϋποθέσεις και περιορισμός διανομής ποσών


1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη μείωση του κεφαλαίου, δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε διανομή στους μετόχους, εφόσον, κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας χρήσης, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας (καθαρή θέση), όπως προσδιορίζονται στο νόμο, είναι ή, ύστερα από τη διανομή αυτή, θα γίνει κατώτερο από το ποσό του κεφαλαίου, προσαυξημένου με (α) τα αποθεματικά των οποίων η διανομή απαγορεύεται από το νόμο ή το καταστατικό, (β) τα λοιπά πιστωτικά κονδύλια της καθαρής θέσης, τα οποία δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν, και (γ) τα ποσά των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη. Το ποσό του κεφαλαίου που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο μειώνεται κατά το ποσό του κεφαλαίου που έχει καλυφθεί αλλά δεν έχει καταβληθεί, όταν το τελευταίο δεν εμφανίζεται στο ενεργητικό του ισολογισμού.

2. Το ποσό που διανέμεται στους μετόχους δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των αποτελεσμάτων της τελευταίας χρήσης που έχει λήξει, προσαυξημένο με τα κέρδη, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις και δεν έχουν διατεθεί, και τα αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται και αποφασίστηκε από τη γενική συνέλευση η διανομή τους, και μειωμένο (α) κατά το ποσό των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη, (β) κατά το ποσό των ζημιών προηγούμενων χρήσεων και (γ) κατά τα ποσά που επιβάλλεται να διατεθούν για το σχηματισμό αποθεματικών σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό.

3. Η έννοια της διανομής των παρ. 1 και 2 περιλαμβάνει ιδίως την καταβολή μερισμάτων και τόκων από μετοχές.


Άρθρο 160
Καθαρά κέρδη - Διανομή κερδών


1. Τα καθαρά κέρδη της εταιρείας απεικονίζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων και είναι τα προκύπτοντα κατ’ εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας.

2. Τα καθαρά κέρδη, εφόσον και στο μέτρο που μπορούν να διατεθούν σύμφωνα με το άρθρο 159, διατίθενται με απόφαση της γενικής συνέλευσης κατά την εξής σειρά:

α) Αφαιρούνται τα ποσά των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη.
β) Αφαιρείται η κατά τον παρόντα νόμο και το καταστατικό κράτηση για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού.
γ) Κρατείται το απαιτούμενο ποσό για την καταβολή του ελάχιστου μερίσματος, όπως τούτο ορίζεται στο άρθρο 161.
δ) Το υπόλοιπο των καθαρών κερδών, όπως και τα τυχόν λοιπά κέρδη, που μπορεί να προκύψουν και να διατεθούν σύμφωνα με το άρθρο 159, διατίθεται κατά τους ορισμούς του καταστατικού και τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης.

3. Το προς διανομή ποσό καταβάλλεται στους μετόχους μέσα σε δύο μήνες από την απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης που ενέκρινε τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις και αποφάσισε τη διανομή.


Άρθρο 161
Ελάχιστο μέρισμα


1. Το ελάχιστο μέρισμα υπολογίζεται επί των καθαρών κερδών, ύστερα από αφαίρεση της κράτησης για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού και των λοιπών πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν προέρχονται από πραγματοποιημένα κέρδη.

2. Το ελάχιστο μέρισμα ορίζεται σε ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των καθαρών κερδών μετά τις μειώσεις της παρ. 1 και καταβάλλεται σε μετρητά. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία μπορεί να μειωθεί το ως άνω ποσοστό, όχι όμως κάτω του δέκα τοις εκατό (10%). Μη διανομή του ελάχιστου μερίσματος επιτρέπεται μόνο με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται με την αυξημένη απαρτία των παρ. 3 και 4 του άρθρου 130 και πλειοψηφία ογδόντα τοις εκατόν (80%) του εκπροσωπουμένου στη συνέλευση κεφαλαίου.

3. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία είναι δυνατόν τα κέρδη που είναι διανεμητέα ως ελάχιστο μέρισμα να κεφαλαιοποιηθούν και να διανεμηθούν σε όλους τους μετόχους με μορφή μετοχών, υπολογιζόμενων στην ονομαστική τους αξία.

4. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, είναι δυνατόν τα κέρδη, που είναι διανεμητέα ως ελάχιστο μέρισμα να χορηγηθούν με μορφή τίτλων ημεδαπών ή αλλοδαπών εταιρειών, εισηγμένων σε ρυθμιζόμενη αγορά, ή ιδίων τίτλων τους οποίους έχει στην κυριότητά της η εταιρεία, εφόσον είναι και αυτοί εισηγμένοι, με την επιφύλαξη της τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης των μετόχων και με την προϋπόθεση ότι οι ως άνω τίτλοι θα αποτελόσουν αντικείμενο αποτίμησης σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 18. Διανομή άλλων περιουσιακών στοιχείων αντί μετρητών είναι επιτρεπτή με τις παραπάνω προϋποθέσεις μόνο ύστερα από ομόφωνη απόφαση όλων των μετόχων. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται στις εταιρείες που υπόκεινται σε υποχρεωτικό ή σε προαιρετικό έλεγχο από ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία.

5. Οι παρ. 3 και 4 εφαρμόζονται αναλόγως και στη διανομή των περαιτέρω κερδών. Στην περίπτωση αυτή η γενική συνέλευση αποφασίζει επί όλων των σχετικών θεμάτων με απλή απαρτία και πλειοψηφία.


Άρθρο 162
Προσωρινό μέρισμα και μεταγενέστερη διανομή κερδών και προαιρετικών αποθεματικών


1. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται εντός της χρήσης, είναι δυνατή η διανομή προσωρινών μερισμάτων με τις εξής προϋποθέσεις:
α) καταρτίζονται οικονομικές καταστάσεις από τις οποίες προκύπτει ότι υφίστανται τα προς τούτο αναγκαία ποσά.
β) οι παραπάνω οικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται στις διατυπώσεις δημοσιότητας δύο (2) μήνες πριν από τη διανομή.

2. Το ποσό που θα διανεμηθεί δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των κερδών που προκύπτει με βάση την παρ. 2 του άρθρου 159.

3. Διανομή κερδών και προαιρετικών αποθεματικών μέσα στην τρέχουσα εταιρική χρήση είναι δυνατή και με απόφαση γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου, υποκείμενη σε δημοσιότητα.


Άρθρο 163
Επιστροφή παράνομα εισπραχθέντων ποσών


Κάθε ποσό που διανέμεται στους μετόχους κατά παράβαση των άρθρων 158 έως και 162 επιστρέφεται από αυτούς που το εισέπραξαν, αν η εταιρεία αποδείξει ότι οι μέτοχοι γνώριζαν ή, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι διανομές που έγιναν σ' αυτούς δεν ήταν σύννομες.


ΤΜΗΜΑ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
ΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

 
Άρθρο 164
Λόγοι λύσεως της εταιρείας

1. Η εταιρεία λύεται:
α) με την πάροδο του κατά το καταστατικό χρόνου διάρκειάς της,
β) με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία,
γ) με την κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση, και
δ) σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης πτώχευσης, λόγω ανεπάρκειας της περιουσίας του οφειλέτη για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας.

2. Η εταιρεία λύεται επίσης με δικαστική απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 165 και 166.

3. Η λύση της εταιρείας στην περίπτ. β’ της παρ. 1 και στην περίπτωση της παρ. 2 επέρχεται με την υποβολή της απόφασης της γενικής συνέλευσης ή της δικαστικής απόφασης αντίστοιχα σε δημοσιότητα.



Άρθρο 165
Λύση της εταιρείας με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση του έχοντος έννομο συμφέρον


1. Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον αν:

α) κατά τη σύσταση της εταιρείας δεν καταβλήθηκε το κεφάλαιο που ήταν καταβλητέο, ολικά ή μερικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και του καταστατικού, και εξακολουθεί να είναι μη καταβεβλημένο κατά την υποβολή της αίτησης, ή

β) η εταιρεία δεν έχει το ελάχιστο κεφάλαιο που ορίζεται κάθε φορά από το νόμο, ή

γ) η εταιρεία δεν έχει υποβάλει προς καταχώριση χρηματοοικονομικές καταστάσεις δύο (2) τουλάχιστον συνεχών διαχειριστικών χρήσεων, εγκεκριμένες από τη γενική συνέλευση.

2. Η αίτηση κοινοποιείται στην εταιρεία, εκδικάζεται δε με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας.

3. Το δικαστήριο, πριν εκδώσει την απόφασή του, παρέχει στην εταιρεία εύλογη προθεσμία για άρση των λόγων λύσης, εκτός αν αιτιολογημένα θεωρεί ότι το μέτρο αυτό είναι άσκοπο. Η προθεσμία αυτή μπορεί να είναι δύο (2) έως τέσσερις (4) μήνες. Αν παρασχεθεί η παραπάνω προθεσμία, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει μέτρα για την προσωρινή ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων.

4. Η αίτηση για λύση της εταιρείας και η απόφαση που διατάσσει τη λύση της υποβάλλονται σε δημοσιότητα του άρθρου 13.


Άρθρο 166
Λύση της εταιρείας με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση των μετόχων

1. Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου, αν υφίσταται προς τούτο σπουδαίος λόγος, που, κατά τρόπο προφανή και μόνιμο, καθιστά τη συνέχιση της εταιρείας αδύνατη.

2. Σπουδαίος λόγος κατά την παρ. 1 υφίσταται, ιδίως, αν, λόγω ίσων συμμετοχών στην εταιρεία, η εκλογή διοικητικού συμβουλίου είναι αδύνατη ή η εταιρεία δεν μπορεί να λειτουργήσει.

3. Η αίτηση κοινοποιείται στην εταιρεία, εκδικάζεται δε με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας.

4. Το δικαστήριο, πριν εκδώσει την απόφασή του, παρέχει στην εταιρεία και τους μετόχους εύλογη προθεσμία για άρση των λόγων λύσης, ιδίως μέσω εξαγοράς μετοχών μεταξύ των μετόχων, εκτός αν αιτιολογημένα θεωρεί ότι το μέτρο αυτό είναι άσκοπο. Η προθεσμία αυτή μπορεί να είναι δύο (2) έως τέσσερις (4) μήνες. Αν παρασχεθεί η παραπάνω προθεσμία, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει μέτρα για την προσωρινή ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων.

5. Μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του κεφαλαίου, μπορούν να παρέμβουν στη σχετική δίκη και να ζητήσουν την εξαγορά από αυτούς του συνόλου των μετοχών του αιτούντος ή των αιτούντων. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο διατάσσει την εξαγορά και ορίζει και το αντάλλαγμα, που πρέπει να είναι δίκαιο και να ανταποκρίνεται στην αξία των μετοχών αυτών, καθώς και τους όρους καταβολής του. Για τον προσδιορισμό της αξίας, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει πραγματογνωμοσύνη που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 17. Η αξία εξαγοράς δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που πιθανολογείται ότι θα λάβουν οι ενάγοντες σε περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας, το οποίο το δικαστήριο μπορεί να προσαυξήσει μέχρι είκοσι τοις εκατό (20%).

6. Σε περίπτωση εξαγοράς μετοχών, σύμφωνα με την παρ. 5, τυχόν διατάξεις του καταστατικού για δέσμευση των μετοχών αυτών, σύμφωνα με το άρθρου 43, δεν λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν το καταστατικό προβλέπει διαφορετικά.

7. Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη λύση της εταιρείας αν η διατασσόμενη κατά το παρόν άρθρο εξαγορά δεν ολοκληρωθεί μέσα σε ορισμένη προθεσμία, εξαιτίας πταίσματος του υπόχρεου σε εξαγορά.

8. Η αίτηση για λύση της εταιρείας και η απόφαση που διατάσσει τη λύση της υποβάλλονται σε δημοσιότητα του άρθρου 13.

9. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται επί εταιρειών των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.


Άρθρο 167
Εκκαθαριστές


1. Με εξαίρεση την περίπτωση της πτώχευσης, τη λύση της εταιρείας ακολουθεί η εκκαθάριση. Στην περίπτωση της πτώχευσης, οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται μόνο ύστερα την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας και με την επιφύλαξη της παρ. 6 του παρόντος άρθρου.

2. Στις περίπτ. α' και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 164, το διοικητικό συμβούλιο εκτελεί χρέη εκκαθαριστή, εφόσον το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, μέχρι να διορισθεί εκκαθαριστής από τη γενική συνέλευση. Στην περίπτ. β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, η
γενική συνέλευση με την ίδια απόφαση ορίζει τον εκκαθαριστή, άλλως εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο. Στις περιπτώσεις των άρθρων 165 και 166 ο εκκαθαριστής ορίζεται από το δικαστήριο με την απόφαση που κηρύσσει τη λύση της εταιρείας, άλλως εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

3. Η γενική συνέλευση ή το δικαστήριο μπορεί να διορίσει και ένα μόνον εκκαθαριστή, εφόσον το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά.

4. Ο διορισμός εκκαθαριστών συνεπάγεται αυτοδικαίως την παύση της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου. Αν όμως η παύση της εξουσίας του εκθέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της εταιρείας, το διοικητικό συμβούλιο έχει υποχρέωση έναντι της εταιρείας να συνεχίσει τη διαχείριση, ωσότου ο εκκαθαριστής αναλάβει τα καθήκοντά του.

5. Όσον αφορά τους εκκαθαριστές, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για το διοικητικό συμβούλιο. Οι συζητήσεις και οι αποφάσεις των εκκαθαριστών καταχωρούνται περιληπτικά στο βιβλίο πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου.

6. Το δικαστήριο ύστερα από αίτηση μετόχου που εκπροσωπεί το δέκα τοις εκατό (10%) του κεφαλαίου ή του εκκαθαριστή, μπορεί να διατάξει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας την παράλειψη ή τη διακοπή του σταδίου της εκκαθάρισης και την άμεση διαγραφή της εταιρείας από το Γ.Ε.ΜΗ., αν η περιουσία της εταιρείας δεν αναμένεται να επαρκέσει για την κάλυψη των εξόδων της εκκαθάρισης. Η περίπτωση αυτή θεωρείται ότι συντρέχει αν απορρίφθηκε αίτηση πτώχευσης της εταιρείας λόγω ανεπάρκειας της περιουσίας του οφειλέτη για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ορίζει τον τρόπο διάθεσης των τυχόν υπαρχόντων περιουσιακών στοιχείων, κατά προτίμηση προς πληρωμή εργατικών απαιτήσεων, και απαιτήσεων δικηγόρων, ασφαλιστικών ταμείων και φόρων.

7. Τα μέλη του τελευταίου διοικητικού συμβουλίου οφείλουν να παρέχουν πληροφορίες και, αν τους ζητηθεί, εύλογη συνδρομή στον εκκαθαριστή για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της εκκαθάρισης. Οφείλουν επίσης να του παραδώσουν κάθε περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας που τυχόν ευρίσκεται στη κατοχή τους.


Άρθρο 168
Τρόπος διενέργειας της εκκαθάρισης


1. Οι εκκαθαριστές οφείλουν, μόλις αναλάβουν τα καθήκοντά τους, να διενεργήσουν απογραφή της εταιρικής περιουσίας και να δημοσιεύσουν ισολογισμό έναρξης εκκαθάρισης, μη υποκείμενο σε έγκριση της γενικής συνέλευσης. Σε κάθε περίπτωση, η απογραφή θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ανάληψη των καθηκόντων τους.

2. Η γενική συνέλευση των μετόχων διατηρεί όλα τα δικαιώματά της κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης.

3. Οι εκκαθαριστές οφείλουν να περατώσουν χωρίς καθυστέρηση τις εκκρεμείς υποθέσεις της εταιρείας, να μετατρέψουν σε χρήμα την εταιρική περιουσία, με την επιφύλαξη της παρ. 8, να εξοφλήσουν τα χρέη της και να εισπράξουν τις απαιτήσεις της. Μπορούν να ενεργήσουν και νέες πράξεις, εφόσον με αυτές εξυπηρετούνται η εκκαθάριση και το συμφέρον της εταιρείας.

4. Οι εκκαθαριστές μπορούν επίσης να εκποιήσουν τα ακίνητα της εταιρείας, την εταιρική επιχείρηση στο σύνολό της ή κλάδους αυτής ή μεμονωμένα πάγια στοιχεία της, αλλά μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη λύση της. Εντός της προθεσμίας αυτής κάθε μέτοχος ή και δανειστής της μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο, το οποίο δικάζει κατά τα άρθρα 739 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, να καθορίσει την κατώτατη τιμή πώλησης των ακινήτων, κλάδων ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης, η απόφαση δε αυτού δεσμεύει τους εκκαθαριστές και δεν υπόκειται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, υπόκειται όμως σε αναθεώρηση κατά το άρθρο 758 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αν η εκποίηση δεν καθίσταται δυνατή.

5. Οι εκκαθαριστές μπορούν με αίτησή τους, που υποβάλλεται στο δικαστήριο και εκδικάζεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, να ζητήσουν τη διενέργεια της εκκαθάρισης σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη δικαστική εκκαθάριση κληρονομιάς (άρθρα 1913 επ. ΑΚ], αναλόγως εφαρμοζόμενες. Στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή η αναγκαστική εκτέλεση κατά της εταιρείας στο στάδιο της εκκαθάρισης.

6. Οι μέτοχοι της λυθείσας εταιρείας υποχρεούνται να καταβάλουν το κεφάλαιο που ανέλαβαν και δεν έχουν ακόμη καταβάλει, στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των σκοπών της εκκαθάρισης.

7. Κάθε έτος οι εκκαθαριστές συντάσσουν ενδιάμεσες χρηματοοικονομικές καταστάσεις, οι οποίες υποβάλλονται στη γενική συνέλευση των μετόχων με έκθεση των αιτίων τα οποία παρεμπόδισαν το τέλος της εκκαθάρισης. Οι ενδιάμεσες χρηματοοικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται σε δημοσιότητα. Επίσης, συντάσσονται χρηματοοικονομικές καταστάσεις πέρατος της εκκαθάρισης, οι οποίες εγκρίνονται από τη γενική συνέλευση και υποβάλλονται σε δημοσιότητα. Η γενική συνέλευση αποφασίζει και περί της έγκρισης του συνολικού έργου των εκκαθαριστών και περί της απαλλαγής των ελεγκτών.

8. Με βάση τις εγκεκριμένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις πέρατος της εκκαθάρισης οι εκκαθαριστές διανέμουν το προϊόν της εκκαθάρισης στους μετόχους, σύμφωνα με τα δικαιώματα τούτων. Αν συμφωνούν όλοι οι μέτοχοι, η διανομή μπορεί να γίνει και με αυτούσια απόδοση σ’ αυτούς των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας.


Άρθρο 169
Σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της εκκαθάρισης


1. Αν το στάδιο της εκκαθάρισης υπερβεί την τριετία, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να συγκαλέσει γενική συνέλευση, στην οποία υποβάλλει σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της εκκαθάρισης. Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνει έκθεση για τις μέχρι τότε εργασίες της εκκαθάρισης, τους λόγους της καθυστέρησης και τα μέτρα που προτείνονται για την ταχεία περάτωσή της. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν παραίτηση της εταιρείας από δικαιώματα, προσφυγές, ένδικα μέσα, δικόγραφα και αιτήσεις, αν η επιδίωξη τούτων είναι ασύμφορη σε σχέση με τα προσδοκώμενα οφέλη ή αβέβαιη ή απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα παραπάνω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν και συμβιβασμούς, αναδιαπραγματεύσεις ή καταγγελία συμβάσεων ή και σύναψη νέων, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο. Η γενική συνέλευση εγκρίνει το σχέδιο με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.

2. Αν το σχέδιο εγκριθεί, ο εκκαθαριστής ολοκληρώνει τη διαχείριση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο σχέδιο. Αν το σχέδιο δεν εγκριθεί, ο εκκαθαριστής ή μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου μπορούν να ζητήσουν την έγκριση του σχεδίου ή τον ορισμό άλλων κατάλληλων μέτρων από το δικαστήριο, με αίτησή τους που δικάζεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Το δικαστήριο μπορεί να τροποποιήσει τα μέτρα που προβλέπει το σχέδιο ή η αίτηση των μετόχων. Ο εκκαθαριστής δεν ευθύνεται για την εφαρμογή σχεδίου που εγκρίθηκε σύμφωνα με τα παραπάνω.


Άρθρο 170
Διαγραφή της εταιρείας


1. Με το πέρας της εκκαθάρισης, ο εκκαθαριστής μεριμνά για τη διαγραφή της εταιρείας από το Γ.Ε.ΜΗ. Τη διαγραφή μπορούν να ζητήσουν και άλλα πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον,, σύμφωνα με την περίπτ. ε’ της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3419/2005. Η πράξη διαγραφής ανακαλείται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον προς το δικαστήριο, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αν αποκαλυφθούν νέα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας ή χρέη της, που δεν ικανοποιήθηκαν μολονότι υπήρχε υπόλοιπο ενεργητικού. Στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο διορίζει εκκαθαριστή και διατάσσει την προσωρινή επανεγγραφή της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ.

2. Η εκκαθάριση τεκμαίρεται ότι περατώθηκε, αν παρέλθουν πέντε (5) έτη από την έναρξή της.

3. Τα βιβλία και τα έγγραφα της εταιρείας φυλάσσονται για δέκα (10) έτη από τον τελευταίο διατελέσαντα εκκαθαριστή ή πρόσωπο που θα ορίσει το δικαστήριο δικάζοντας με τη διαδικασία της εκούσιας διαδικασίας, με την επιφύλαξη ειδικών φορολογικών ή λογιστικών διατάξεων.

4. Τα έγχαρτα στοιχεία των ανωνύμων εταιρειών τηρούνται από το Γ.Ε.ΜΗ. για διάστημα είκοσι (20) ετών από την υποβολή τους σ' αυτό και για διάστημα δεκαπέντε (15) ετών από τη διαγραφή της εταιρείας. Λαμβάνεται υπόψη η προθεσμία που λήγει πρώτη.

5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Δικαιοσύνης επιτρέπεται η χορήγηση από το Γ.Ε.ΜΗ. πιστοποιητικού, από το οποίο να προκύπτει ότι η εταιρεία συστάθηκε σύμφωνα με το νόμο, ότι υφίσταται και δεν έχει διαγράφει από το Γ.Ε.ΜΗ., ότι δεν έχει πτωχεύσει και ότι δεν έχει υποβληθεί εναντίον της αίτηση πτώχευσης και ότι έχει υποβάλλει προς καταχώριση στο ΓΕΜΗ ετήσιες οικονομικές καταστάσεις κατά την τελευταία τριετία ή ότι νομίμως δεν έχει την υποχρέωση αυτή ("Πιστοποιητικό Καλής Λειτουργίας ή Good Standing Certificate”). Με την ίδια απόφαση προβλέπονται τυχόν πρόσθετες πληροφορίες που θα μπορεί να περιέχει το πιστοποιητικό, η διαδικασία χορήγησής του, το κόστος χορήγησης και η διάρκεια ισχύος του,. Το πιστοποιητικό αυτό αποδεικνύει κατά τη διάρκεια ισχύος του την ύπαρξη της εταιρείας έναντι του Δημοσίου και τρίτων. Η τυχόν επελθούσα λύση της εταιρείας κατά τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού δεν αντιτάσσεται στον λαβόντα τούτο, εκτός αν αυτός γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τη λύση.


Άρθρο 171
Αναβίωση, συγχώνευση και διάσπαση της λυθείσας εταιρείας

1. Αν η εταιρεία λύθηκε λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειας της ή με απόφαση της γενικής συνέλευσης, η εταιρεία αναβιώνει με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων, που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία. Με την απόφαση αυτή η εταιρεία μπορεί να αναβιώσει και ως εταιρεία άλλης μορφής, εφόσον τηρηθούν οι σχετικές προϋποθέσεις για τη σύσταση της τελευταίας. Η αναβίωση τελεί με την προϋπόθεση ότι τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας δεν είναι κατώτερα του ελάχιστου κεφαλαίου που προβλέπεται για τις ανώνυμες εταιρείες ή τις εταιρείες άλλης μορφής.

2. Αν η εταιρεία λύθηκε λόγω κήρυξής της σε πτώχευση και επήλθε περάτωση των εργασιών της πτώχευσης λόγω τελεσίδικης επικύρωσης του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή εξόφλησης όλων των πτωχευτικών πιστωτών, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 164 του Πτωχευτικού Κώδικα, είναι δυνατή η αναβίωση της εταιρείας με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων, που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία. Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και στην περίπτωση της παρούσας.

3. Οι διατάξεις των άρθρων 68 έως και 78Α, 79Α και 80 του κ.ν. 2190/1920 εφαρμόζονται και στην περίπτωση που εταιρεία ή εταιρείες έχουν λυθεί λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειας ή με απόφαση της γενικής συνέλευσης, καθώς επίσης και στην περίπτωση που μετά την κήρυξη της εταιρείας ή των εταιρειών σε πτώχευση επικυρώθηκε τελεσίδικα το σχέδιο αναδιοργάνωσης ή εξοφλήθηκαν όλοι οι πτωχευτικοί πιστωτές σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 164 του Πτωχευτικού Κώδικα. Η συγχώνευση τελεί με την προϋπόθεση ότι τα ίδια κεφάλαια της απορροφώσας ή της νέας εταιρσείας δεν είναι κατώτερα του ελάχιστου κεφαλαίου που προβλέπεται για τις ανώνυμες εταιρείες.

4. Οι διατάξεις των άρθρων 81 έως και 89 του κ.ν. 2190/1920 εφαρμόζονται και στην περίπτωση που εταιρεία έχει λυθεί λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειας ή με απόφαση της γενικής συνέλευσης, καθώς επίσης και στην περίπτωση που μετά την κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση επικυρώθηκε τελεσίδικα το σχέδιο αναδιοργάνωσης ή εξοφλήθηκαν όλοι οι πτωχευτικοί πιστωτές, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 164 του Πτωχευτικού Κώδικα. Η διάσπαση τελεί με την προϋπόθεση ότι τα ίδια κεφάλαια κάθε επωφελούμενης εταιρείας δεν είναι κατώτερα του ελάχιστου κεφαλαίου που προβλέπεται για τις ανώνυμες εταιρείες.

5. Στις περιπτώσεις των παρ. 3 και 4 η ολοκλήρωση της συγχώνευσης ή της διάσπασης επάγεται την αναβίωση της απορροφώσας ή της επωφελούμενης εταιρείας.


ΤΜΗΜΑ ΔΩΔΕΚΑΤΟ
ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ


Άρθρο 172
Πράξεις και στοιχεία υποκαταστημάτων εταιρειών άλλων κρατών μελών στις οποίες εφαρμόζεται η Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132

1. Οι πράξεις και τα στοιχεία που αφορούν τα υποκαταστήματα, τα οποία έχουν ιδρύσει στην Ελλάδα εταιρείες κρατών μελών υποβάλλονται σε δημοσιότητα. Ως εταιρείες κρατών μελών νοούνται οι εταιρείες κρατών μελών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), στις οποίες εφαρμόζεται η Οδηγία ΕΕ 2017/1132 (EE L 169/46 της 30.6.2017) σε συνδυασμό με την Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής του ΕΟΧ αριθ. 56/2010 της 30.4.2010 (ΕΕ L181 της 15.7.2010).

2. Σε δημοσιότητα σύμφωνα με την παρ. 1 υπόκεινται οι εξής πράξεις και στοιχεία:
α) η ιδρυτική πράξη και το καταστατικό, αν αυτό αποτελεί αντικείμενο χωριστής
πράξης, καθώς και οι τροποποιήσεις των εγγράφων,

β) η βεβαίωση του μητρώου, στο οποίο έχει καταχωρισθεί η εταιρεία,

γ) η ταχυδρομική ή άλλη διεύθυνση του υποκαταστήματος,

δ) η αναφορά των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος,

ε) το μητρώο στο οποίο έχει ανοιχθεί για την εταιρεία ο φάκελος που αναφέρει το άρθρο 16 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 καθώς και ο αριθμός εγγραφής της στο μητρώο αυτό,

στ) η επωνυμία και η μορφή της εταιρείας, καθώς και η επωνυμία του υποκαταστήματος, αν δεν είναι η ίδια με την επωνυμία της εταιρείας,

ζ) ο διορισμός, η λήξη των καθηκόντων, καθώς και τα ατομικά στοιχεία ταυτότητος των προσώπων, που έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρεία έναντι τρίτων και να την εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου:
- ως προβλεπόμενα από το νόμο όργανα διοίκησης της εταιρείας ή ως μέλη ενός τέτοιου οργάνου σύμφωνα με τη δημοσιότητα που λαμβάνει χώρα για την εταιρεία βάσει του άρθρου 14 στοιχ. δ' της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132,
- ως μόνιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας για τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος, με μνεία της έκτασης των αρμοδιοτήτων τους,

η) η λύση της εταιρείας, ο διορισμός, τα ατομικά στοιχεία ταυτότητος και οι εξουσίες των εκκαθαριστών, καθώς και η περάτωση της εκκαθάρισης σύμφωνα με τη δημοσιότητα που λαμβάνει χώρα για την εταιρεία, που στις περιπτ. η', ι' και ια' του άρθρου 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132, όπως επίσης η διαδικασία πτώχευσης, πτωχευτικού συμβιβασμού ή άλλη ανάλογη διαδικασία, στην οποία υπόκειται η εταιρεία,

θ) τα λογιστικά έγγραφα (χρηματοοικονομικές καταστάσεις) της εταιρείας, όπως καταρτίσθηκαν, ελέγχθηκαν και δημοσιεύθηκαν κατά το δίκαιο του κράτους μέλους, από το οποίο διέπεται η εταιρεία και σύμφωνα με τις Οδηγίες 2013/34/ΕΕ και 2006/43/ΕΚ. Αυτό δεν εφαρμόζεται στα υποκαταστήματα, τα οποία έχουν ιδρύσει τα πιστωτικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που αποτελούν αντικείμενο της Οδηγίας 89/117/ΕΟΚ,

ι) το κλείσιμο του υποκαταστήματος.


Άρθρο 173
Πράξεις και στοιχεία υποκαταστημάτων εταιρειών τρίτων χωρών

1. Οι πράξεις και τα στοιχεία που αφορούν τα υποκαταστήματα, που έχουν ιδρύσει στην Ελλάδα εταιρείες, οι οποίες διέπονται από το δίκαιο μη κράτους μέλους, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 172, έχουν όμως νομικό τύπο ανάλογο με τους αναφερόμενους στην Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132, υποβάλλονται σε δημοσιότητα. Η δημοσιότητα αφορά τις εξής πράξεις και στοιχεία:
α)τα αναφερόμενα στις περιπτ. α',γ',δ',στ',η' και Γ της παρ. 2 του άρθρου 172,

β) το δίκαιο του κράτους, από το οποίο διέπεται η εταιρεία,

γ) αν το δίκαιο του κράτους από το οποίο διέπεται η εταιρεία το προβλέπει, το μητρώο, στο οποίο η εταιρεία είναι εγγεγραμμένη και τον αριθμό εγγραφής της στο μητρώο αυτό,

δ) τη μορφή, την έδρα και το αντικείμενο της εταιρείας, καθώς και μία (1) τουλάχιστον φορά το χρόνο, το ποσό του καλυφθέντος κεφαλαίου, αν τα στοιχεία αυτά δεν περιέχονται στα παραπάνω έγγραφα,

ε) το διορισμό, τη λήξη των καθηκόντων, καθώς και τα στοιχεία ταυτότητος των προσώπων που έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρεία έναντι τρίτων και να την εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου:
- ως νόμιμα προβλεπόμενα όργανα της εταιρείας ή ως μέλη ενός τέτοιου οργάνου,
- ως μόνιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας για τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος, με μνεία της έκτασης των εξουσιών τους και ενδεχόμενης δυνατότητας να ασκούν τις εξουσίες αυτές μόνοι,

στ) τα λογιστικά έγγραφα (χρηματοοικονομικές καταστάσεις) της εταιρείας, με εξαίρεση τα λογιστικά έγγραφα των πιστωτικών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως καταρτίσθηκαν, ελέγχθηκαν και δημοσιεύθηκαν κατά το δίκαιο του κράτους, από το οποίο διέπεται η εταιρεία.

2. Οι ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις δημοσιεύονται εντός της επόμενης χρήσεως με τη λογιστική κατάσταση των εργασιών του υποκαταστήματος.


Άρθρο 174
Γενικές διατάξεις για τη δημοσιότητα των αλλοδαπών εταιρειών


1. Οι αλλοδαπές ανώνυμες εταιρείες υποχρεούνται πριν από την εγκατάσταση στην Ελλάδα υποκαταστήματος τους να καταχωρήσουν στο Γ.Ε.ΜΗ. τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 172 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 173. Κάθε μεταγενέστερη μεταβολή των στοιχείων αυτών πρέπει να καταχωρίζεται αμελλητί στο Γ.Ε.ΜΗ.

2. Όταν η δημοσιότητα που επιβάλλεται για το υποκατάστημα διαφέρει από τη δημοσιότητα που επιβάλλεται για την εταιρεία, η πρώτη υπερισχύει για τις εργασίες που διενεργούνται με το υποκατάστημα.

3. Όταν στην Ελλάδα έχουν ιδρυθεί περισσότερα του ενός υποκαταστήματα από την ίδια εταιρεία, η δημοσιότητα σχετικά με την ιδρυτική πράξη και το καταστατικό, καθώς και τα λογιστικά έγγραφα, όπως αυτά αναφέρονται στην περίπτ. θ' του άρθρου 172 και στην περίπτ. στ' του άρθρου 173, μπορεί να γίνεται μέσω της υπηρεσίας Γ.Ε.ΜΗ. ενός από τα υποκαταστήματα κατ’ επιλογήν της εταιρείας.

4. Εφόσον τηρήθηκαν οι σχετικές διατυπώσεις δημοσιότητας για το διορισμό των μονίμων εκπροσώπων αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας για τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος, δεν αντιτάσσεται στους τρίτους οποιοδήποτε ελάττωμα σχετικά με το διορισμό των προσώπων αυτών, εκτός αν η εταιρεία αποδείξει ότι οι τρίτοι γνώριζαν το ελάττωμα. Ομοίως δεν αντιτάσσεται στους τρίτους οποιοσδήποτε περιορισμός στην εξουσία των προσώπων αυτών, που τυχόν προκύπτει από το δίκαιο που διέπει την εταιρεία, εφόσον δεν έχει υποβληθεί σε δημοσιότητα κατά τα άρθρα 172 και 173, εκτός αν η εταιρεία αποδείξει ότι οι τρίτοι γνώριζαν τον περιορισμό ή δεν μπορούσαν, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να τον αγνοούν.


Άρθρο 175
Έγγραφα της αλλοδαπής εταιρείας

1. Κάθε έγγραφο της εταιρείας, έντυπο ή μη, περιλαμβανομένων των επιστολών και των εγγράφων παραγγελίας, που χρησιμοποιείται από υποκατάστημα στην Ελλάδα αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας φέρει, εκτός των ενδείξεων που προβλέπονται στο άρθρο 14, και την ένδειξη του αριθμού καταχώρισης του υποκαταστήματος στο Γ.Ε.ΜΗ.

2. Προκειμένου για εταιρείες μη διεπόμενες από το δίκαιο κράτους μέλους και εφ' όσον το δίκαιο της χώρας από το οποίο διέπεται η εταιρεία προβλέπει την καταχώριση σε μητρώο, πρέπει να δηλώνονται επίσης το μητρώο καταχώρισης της εταιρείας και ο αριθμός καταχώρισής της στο μητρώο αυτό.


ΤΜΗΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ
ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 176
Ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις προς το κοινό

Τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή από 10.000 μέχρι 100.000 ευρώ ο ιδρυτής, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή ο διευθυντής της εταιρείας, ο οποίος εν γνώσει του προβαίνει σε ψευδή ή παραπλανητική δήλωση προς το κοινό, α) που αφορά την κάλυψη ή την καταβολή του κεφαλαίου, ή
β) με σκοπό την εγγραφή σε τίτλους που εκδίδει η εταιρεία και αφορά στοιχεία αυτής, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή επί των εταιρικών υποθέσεων.


Άρθρο 177
Παραβάσεις μελών διοικητικού συμβουλίου

Τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή από 10.000 μέχρι 100.000 ευρώ το μέλος του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο:

1. Εν γνώσει του συντάσσει ή εγκρίνει ανακριβείς ή παραπλανητικές χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρείας ή τις ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις, που οφείλει να συντάξει, ή τις συντάσσει κατά παράβαση του νόμου. Ποινή δεν επιβάλλεται σε περίπτωση επουσιωδών ελλείψεων, που δεν επηρεάζουν τη συνολική εικόνα των καταστάσεων.

2. Προβαίνει σε διανομή κερδών ή άλλων ωφελημάτων σε μετόχους της εταιρείας ή τρίτο πρόσωπο, που δεν προκύπτουν από τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρείας ή χωρίς να έχουν συνταχθεί χρηματοοικονομικές καταστάσεις ή με βάση χρηματοοικονομικές καταστάσεις που εν γνώσει του είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές ή συντάχθηκαν κατά παράβαση του νόμου.

3. Εν γνώσει του εξαγοράζει εξαγοράσιμες μετοχές, κατά παράβαση του άρθρου 39 ή προκαλεί την απόκτηση από την εταιρεία ιδίων μετοχών της ή τίτλων κτήσης μετοχών της ή μετοχών της μητρικής της ή τίτλων κτήσης μετοχών της μητρικής της, κατά παράβαση των άρθρων 48,49, 52 ή 57 του παρόντος.

4. Χορηγεί προκαταβολή, δάνειο ή εγγύηση είτε επιβαρύνοντας την εταιρεία, με σκοπό να αποκτήσει τρίτος μετοχές αυτής, είτε επιβαρύνοντας θυγατρική της με σκοπό να αποκτήσει τρίτος μετοχές της μητρικής της, κατά παράβαση του άρθρου 51.

5. Εν γνώσει του συντάσσει αναληθή ή ελλιπή έκθεση διαχείρισης ή άλλη υποχρεωτική κατά το νόμο ετήσια έκθεση.


Άρθρο 178
Παραβάσεις ελεγκτών

Τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) έτη ή με χρηματική ποινή από 10.000 μέχρι 100.000 ευρώ ή και με τις δύο ποινές:

1. Ο τακτικός ελεγκτής ανώνυμης εταιρείας, ο οποίος θεωρεί οικονομική κατάσταση αυτής που εν γνώσει του έχει καταρτισθεί κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου.

2. Ο τακτικός ελεγκτής ανώνυμης εταιρείας ή ο διενεργών έκτακτο έλεγχο, ο οποίος παραβιάζει το καθήκον εχεμύθειας που έχει από το νόμο. Η ποινική δίωξη στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου ασκείται μόνο με έγκληση της εταιρείας.


Άρθρο 179
Παραβάσεις σχετικές με την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας

Τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή από 5.000 μέχρι 50.000 ευρώ:

1. Όποιος συνάπτει για λογαριασμό της εταιρείας σύμβαση, για την οποία απαιτείται προηγούμενη άδεια κατά το άρθρο 100, αν η άδεια δεν δόθηκε. Το αξιόποινο αίρεται αν η άδεια δοθεί κατά το άρθρο 100 μετά τη σύναψη της σύμβασης.

2. Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου το οποίο παραβιάζει την υποχρέωση πιστοποίησης καταβολής του κεφαλαίου μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 20 ή προβαίνει σε ψευδή πιστοποίηση της εν λόγω καταβολής. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο ορκωτός ελεγκτής ο οποίος προβαίνει σε ψευδή πιστοποίηση της εν λόγω καταβολής.

3. Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου που παραλείπει να συντάξει ή συντάσσει εκπρόθεσμα τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρείας ή τις ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις, που οφείλει να συντάξει, ή την ετήσια έκθεση διαχείρισης του διοικητικού συμβουλίου ή την ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης, ή την πολιτική αποδοχή ή την έκθεση αποδοχών, που οφείλει να συντάξει, ή άλλη υποχρεωτική κατά το νόμο ετήσια έκθεση.

4. Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου που παραβιάζει την υποχρέωση αναπροσαρμογής του κεφαλαίου της εταιρείας, όταν τούτο επιβάλλεται από τον νόμο.

5. Όποιος παρακωλύει τη διενέργεια ελέγχου της εταιρείας από τους τακτικούς ελεγκτές ή τους ελεγκτές που έχουν ορισθεί για την διενέργεια εκτάκτου ελέγχου ή δεν παρέχει σε αυτούς τις πληροφορίες που οφείλει να παράσχει και οι οποίες του ζητούνται νομίμως.


Άρθρο 180
Παραβάσεις σχετικές με τις συνελεύσεις μετόχων και ομολογιούχων

Τιμωρείται με χρηματική ποινή από 5.000 μέχρι 15.000 ευρώ:

1. Όποιος παραλείπει να συγκαλέσει γενική συνέλευση των μετόχων ή ομολογιούχων ή να συμπεριλάβει ορισμένο θέμα στην ημερήσια διάταξη κατά παράβαση του παρόντος νόμου ή του προγράμματος έκδοσης ομολογιών. Αν η υποχρέωση σύγκλησης γενικής συνέλευσης ή προσθήκης θέματος στην ημερήσια διάταξη ανακύψει ύστερα από αίτηση μετόχου ή ομολογιούχου, η ποινική δίωξη ασκείται μόνο με έγκληση αυτού.

2. Όποιος εν γνώσει του μετέχει σε γενική συνέλευση μετόχων ή ομολογιούχων ή ψηφίζει χωρίς να έχει το δικαίωμα αυτό.

3. Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου που παραβιάζει την υποχρέωση παροχής πληροφοριών σε μετόχους, σύμφωνα με το άρθρο 141. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο με έγκληση εκείνου που υπέβαλε το αίτημα παροχής πληροφοριών και με την προϋπόθεση ότι η άρνηση παροχής πληροφοριών κρίθηκε αβάσιμη από το δικαστήριο σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 141.


Άρθρο 181
Γενική διάταξη

1. Οι ποινικές διατάξεις των άρθρων 176 έως και 181 δεν αποκλείουν την εφαρμογή άλλων γενικών ή ειδικών ποινικών διατάξεων, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους για την εφαρμογή.

2. Δεν αποκλείονται διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται από ειδικότερες διατάξεις.


ΤΜΗΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


Άρθρο 182
Διατηρούμενες σε ισχύ διατάξεις


1. Ειδικές διατάξεις εταιρικού δικαίου για ειδικούς τύπους εταιρειών, όπως τα πιστωτικά ιδρύματα και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή για συγκεκριμένες εταιρείες, υπερισχύουν των διατάξεων του παρόντος νόμου.

2. Ο νόμος 3016/2002 για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις, παραμένει σε ισχύ.

3. Προστίθεται παράγραφος 4 στο άρθρο 16 ν. 3401/2005 (Α’ 257), ως εξής:
«Σε περίπτωση άσκησης δικαιώματος υπαναχώρησης επί έκδοσης νέων μετοχών από ελληνική ανώνυμη εταιρεία και στο μέτρο που δεν είναι εφικτή η εκ νέου εμπρόθεσμη διάθεση των μετοχών επί των οποίων ασκήθηκε το δικαίωμα υπαναχώρησης, το διοικητικό συμβούλιο προσαρμόζει στο καταστατικό το ύψος του κεφαλαίου, ώστε να ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα της υπαναχώρησης».


Άρθρο 183
Προσαρμογή καταστατικού και ελάχιστου κεφαλαίου των ανωνύμων εταιρειών

1. Οι υφιστάμενες ανώνυμες εταιρείες μπορούν να εναρμονίσουν τα καταστατικά τους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Η απόφαση τροποποίησης του καταστατικού για τον σκοπό αυτόν, μπορεί να ληφθεί με απλή απαρτία και πλειοψηφία, με την προϋπόθεση ότι η σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσης θα ληφθεί μέσα σε ένα (1) έτος από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μεταγενέστερη εναρμόνιση, καθώς και υιοθέτηση στο καταστατικό δυνητικών ρυθμίσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, γίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του παρόντος νόμου.

2. Ανώνυμες εταιρείες που κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου έχουν κεφάλαιο κάτω των 25.000 ευρώ, οφείλουν το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019 να αυξήσουν το κεφάλαιο τους σε 25.000 ευρώ ή να μετατραπούν σε εταιρεία άλλης μορφής. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται με απλή απαρτία και πλειοψηφία. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε νεότερη καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ., μέχρις ότου συντελεσθεί η αύξηση.


Άρθρο 184
Κατάργηση ανωνύμων μετοχών

1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, οι ελληνικές ανώνυμες εταιρείες δεν μπορούν πλέον να εκδίδουν ανώνυμες μετοχές. Ανώνυμες μετοχές που έχουν εκδοθεί από ελληνικές ανώνυμες εταιρείες ονομαστικοποιούνται υποχρεωτικά την 1η Ιανουάριου 2020.

2. Για την αντικατάσταση των ανωνύμων τίτλων με ονομαστικούς ακολουθούνται οι διατάξεις του καταστατικού, που αφορούν τη διαδικασία μετατροπής ανωνύμων μετοχών σε ονομαστικές. Αν το καταστατικό δεν προβλέπει με πληρότητα τη διαδικασία αυτή, ακολουθείται η διαδικασία των παρ. 3, 4, 5, 6 και 7.

3. Η εταιρεία υποχρεούται με απόφαση που λαμβάνει το διοικητικό συμβούλιο το αργότερο την 1ι Ιουλίου 2019 να ανακοινώσει μέσω του Γ.Ε.ΜΗ. και με άλλα πρόσφορα μέσα τον τρόπο με τον οποίο οι μέτοχοι ή άλλοι δικαιούχοι θα πρέπει να αναγγείλουν στην εταιρεία τα επί των μετοχών δικαιώματά τους, ώστε να εγγραφούν στο βιβλίο μετόχων του άρθρου 41 και να εκδοθούν οι νέοι τίτλοι. Μετά την 1η Ιανουαρίου 2020 και ενόσω οι μέτοχοι ή άλλοι δικαιούχοι δεν έχουν αναγγείλει τα δικαιώματά τους, οι μετοχές δεν παρέχουν μετοχικά δικαιώματα ούτε και μπορούν να μεταβιβασθούν. Για την αναστολή άσκησης των μετοχικών δικαιωμάτων η παρ. 1 του άρθρου 50 εφαρμόζεται αναλόγως.

4. Με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, που λαμβάνεται σύμφωνα με την παρ. 3, εξειδικεύεται με σαφήνεια ο τρόπος αναγγελίας των δικαιωμάτων, ορίζεται δε και ο τρόπος με τον οποίο θα εκδοθούν και θα παραδοθούν στους μετόχους και άλλους δικαιούχους οι νέοι ονομαστικοί μετοχικοί τίτλοι. Η εταιρεία δεν υποχρεούται να παραδώσει μετοχικούς τίτλους, αν οι ονομαστικές μετοχές εκδοθούν σε λογιστική μορφή σύμφωνα με το νόμο ή η εταιρεία δεν έχει υποχρέωση έκδοσης μετοχικών τίτλων, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 40.

5. Αν το διοικητικό συμβούλιο δεν προβεί στις παραπάνω ενέργειες μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019, κάθε μέτοχος που έχει ανώνυμες μετοχές μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να υποχρεωθεί η εταιρεία να εγγράψει τον αιτούντα στο βιβλίο μετόχων και να εκδώσει και να παραδώσει σε αυτόν νέες ονομαστικές μετοχές.

6. Στις εταιρείες με μετοχές που είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ΠΜΔ, για την καταγραφή των δικαιούχων ακολουθούνται οι κανόνες για τη νομιμοποίηση των μετόχων ενόψει συμμετοχής σε γενική συνέλευση. Επιμέρους ζητήματα αντικατάστασης των ανωνύμων εισηγμένων μετοχών με ονομαστικές ρυθμίζονται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

7. Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019 για τις υφιστάμενες ανώνυμες μετοχές ισχύουν οι εξής ρυθμίσεις:
α) Σε περίπτωση μερικής καταβολής του κεφαλαίου, σύμφωνα με το άρθρο 21, οι μετοχές μέχρι την αποπληρωμή τους είναι υποχρεωτικά ονομαστικές,

β) Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 26 δεν εφαρμόζεται ενόσω οι μετοχές δεν είναι ονομαστικές στο σύνολό τους.

γ) Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων για τη μεταβίβαση των ανωνύμων μετοχών, οι μετοχές αυτές μεταβιβάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη μεταβίβαση κινητών πραγμάτων.

δ) Το δικαίωμα του μετόχου σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 122 ισχύει μόνο αν ο μέτοχος έχει ονομαστικές μετοχές.

ε) Η αποστολή στους μετόχους των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, καθώς και των σχετικών εκθέσεων του διοικητικού συμβουλίου και των ελεγκτών, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 123, είναι δυνατή εφόσον οι μετοχές είναι ονομαστικές στο σύνολό τους.

στ) Η λήψη αποφάσεων με ψηφοφορία χωρίς συνεδρίαση, που προβλέπεται στο άρθρο 135, είναι δυνατή μόνο αν οι μετοχές της εταιρείας είναι στο σύνολό τους ονομαστικές.

ζ) Το δικαίωμα του μετόχου σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 10 και την παρ. 11 του άρθρου 141 ισχύει μόνο αν ο η εταιρεία έχει ονομαστικές μετοχές,

η) Μέτοχοι με ανώνυμες μετοχές δεν μπορούν να γίνουν μέλη ενώσεων μετόχων σύμφωνα με το άρθρο 144 και να ασκούν δικαιώματα μέσω των ενώσεων με τις μετοχές αυτές.

θ) Οι μέτοχοι με ανώνυμες μετοχές μπορούν μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2019 να ασκούν τα δικαιώματα που έχουν και οι μέτοχοι με ονομαστικές μετοχές.


Άρθρο 185
Διατάξεις για άλλες εταιρικές μορφές

1. Στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 150, 151, 152, 153 και 154 του παρόντος εμπίπτουν και προσωπικές εταιρείες, όταν όλοι οι άμεσοι ή έμμεσοι εταίροι έχουν περιορισμένη ευθύνη λόγω του ότι είναι νομικά πρόσωπα που έχουν τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, της ετερόρρυθμης κατά μετοχές εταιρείας ή της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας.

2. Στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 154 εμπίπτουν και οι οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος, κατά την έννοια του Παραρτήματος Α’ του ν. 4308/2014.

3. Οι διατάξεις του Κώδικα Περί Τελών Χαρτοσήμου που προβλέπουν μειωμένο φορολογικό συντελεστή για τις ανώνυμες εταιρείες εφαρμόζονται αναλογικά στις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και τις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες. Η ισχύς της παρούσας αρχίζει από την 31ι Μαΐου 2018.


Άρθρο 186
Εξουσιοδοτική διάταξη

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, κωδικοποιούνται σε ενιαίο αυτοτελές κείμενο οι διατάξεις για τις Ανώνυμες Εταιρείες (ΑΕ).


Άρθρο 187
Μεταβατικές διατάξεις


1. Οι διατάξεις του άρθρου 20 για την πιστοποίηση της καταβολής του κεφαλαίου εφαρμόζονται από την ημερομηνία του άρθρου 190 και μετά.

2. Η παρ. 2 του άρθρου 40 που προβλέπει νέες δυνατότητες ρύθμισης από το καταστατικό των ζητημάτων τήρησης του βιβλίου μετόχων, ισχύουν και σε υφιστάμενες εταιρείες.

3. Οι ρυθμίσεις του άρθρου 40 παρ. 2 που προβλέπουν νέες δυνατότητες ρύθμισης από το καταστατικό των ζητημάτων τήρησης του βιβλίου μετόχων ισχύουν και σε υφιστάμενες εταιρείες.
 
4. Η μη υπογραφή του βιβλίου μετόχων που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 41 εφαρμόζεται και στις μεταβιβάσεις μετοχών που καταχωρίζονται στο βιβλίο μετόχων από την ΐι Ιανουάριου 2019 και μετά, ακόμη και αν η σύμβαση μεταβίβασης μετοχών είχε συναφθεί προηγουμένως.

5. Τα άρθρα 45, 46 και 47 του παρόντος δεν εφαρμόζονται σε εκκρεμείς διαδικασίες των άρθρων 49α, 49β και 49γ κ.ν. 2190/1920.

6. Οι διατάξεις των άρθρων 59 έως και 74 εφαρμόζονται στα ομολογιακά δάνεια που εκδίδονται από την ημερομηνία της παρ. 1 και μετά. Τα μέρη μπορούν να αποφασίζουν με τη διαδικασία που προβλέπεται για την τροποποίηση των όρων τους, την εφαρμογή του παρόντος νόμου και σε ομολογιακά δάνεια που είχαν εκδοθεί πριν από την ημερομηνία του άρθρου 190.

7. Τα άρθρα 75 και 76 εφαρμόζονται στους ιδρυτικούς τίτλους που εκδίδονται από την ημερομηνία του άρθρου 190 και μετά.

8. Τα άρθρα 99 έως 101 εφαρμόζονται σε συμβάσεις που συνάπτονται από την ημερομηνία της παρ. 1 και μετά. Τα άρθρα 109 έως 112 εφαρμόζονται στις αμοιβές που αντιστοιχούν στις χρήσεις που αρχίζουν μετά την 31.12.2018,

9. Οι διατάξεις των άρθρων 109 έως 114 εφαρμόζονται στη χρήση που αρχίζει την ημερομηνία του άρθρου 190 και μετά.

10. Οι διατάξεις για τη γενική συνέλευση εφαρμόζονται σε συνελεύσεις που προσκαλούνται από την ημερομηνία του άρθρου 190 και μετά.

11. Το π.δ. της παρ. 4 του άρθρου 144 και οι υπουργικές αποφάσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο μπορούν να εκδοθούν και πριν από την ημερομηνία του άρθρου 190 και μετά.

12. Αιτήσεις λύσεως ανώνυμης εταιρείας σύμφωνα με την περίπτ. γ' της παρ. 1 του άρ. 48 κ.ν. 2190/1920, που υποβλήθηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου κρίνονται με βάση το άρθρο αυτό και μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος.

13. Η προθεσμία των τριών (3) ετών της παρ. 1 του άρθρου 169 ισχύει για εκκαθαρίσεις που αρχίζουν από την ημερομηνία του άρθρου 190 και μετά.

14. Στην περίπτωση των εκκρεμών κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου εκκαθαρίσεων, η προθεσμία των πέντε (5) ετών της παρ. 2 του άρθρου 170 δεν συμπληρώνεται πριν από την παρέλευση έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

15. Επί πτωχεύσεων που κηρύχθηκαν πριν από το ν.4446/2016, η αναβίωση της εταιρείας μπορεί να επέλθει και με πτωχευτικό συμβιβασμό ή αποκατάσταση, ανάλογα με το εφαρμοζόμενο στην πτώχευση δίκαιο.

16. Σε σχέση με τη διαχρονική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου που προβλέπουν παραγραφές ή αποσβεστικές προθεσμίες εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 18 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

17. Σε σχέση με τη διαχρονική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου που ρυθμίζουν την ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου και άλλων προσώπων εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 24 και 25 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

18. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου για τις διανομές κερδών εφαρμόζονται στις διανομές που αποφασίζονται από γενικές συνελεύσεις που λαμβάνουν χώρα από την ημερομηνία της παρ. 1 και μετά. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου για τη διανομή προσωρινού μερίσματος εφαρμόζονται στις διανομές που γίνονται με απόφαση διοικητικού συμβουλίου που λαμβάνεται από την ημερομηνία του άρθρου 190 και μετά.

19. Διατάξεις του παρόντος νόμου που ορίζουν αρμοδιότητα δικαστηρίων ή την ακολουθητέα διαδικασία εφαρμόζονται σε δίκες που αρχίζουν από την ημερομηνία του άρθρου 190 και μετά.


Άρθρο 188
Παραπομπές


Όπου διάταξη νόμου παραπέμπει σε διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 ή του ν. 3156/2003, οι οποίες καταργούνται δυνάμει του άρθρου 189, με την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η παραπομπή αυτή νοείται ότι αναφέρεται στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου. Αντίστοιχα, όπου στον ν. 3156/2003 γίνεται αναφορά σε «ομολογιακό δάνειο του νόμου αυτού» νοείται ομολογιακό δάνειο του παρόντος νόμου.


Άρθρο 189
Καταργούμενες διατάξεις


Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται:
α) τα άρθρα 1 έως 63δ και 90 έως 146 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν,

β) το άρθρο 3 του α.ν. 148/1967 (Α' 173)

γ) τα άρθρα 1 έως 9 και το άρθρο 12 του ν. 3156/2003 (Α' 157), με εξαίρεση την παρ. 4 του άρθρου 2 και τα λοιπά άρθρα του νόμου που παραμένουν σε ισχύ

δ) το άρθρο 4 και η παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 876/1979 (Α'48)

ε) το προεδρικό διάταγμα 30/1988 (Α' 13).


Άρθρο 190
Έναρξη ισχύος


Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει την 1η Ιανουάριου 2019, εκτός αν ειδικώς ορίζεται διαφορετικά.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ



 


 
 

 
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ


ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
ΜΕ ΤΙΤΛΟ
«ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ»


I. Επί του νομοσχεδίου γενικά
Με το προτεινόμενο νομοσχέδιο επιδιώκεται η αναμόρφωση του δικαίου της ανώνυμης εταιρείας με νέο νομοθέτημα.
 

1. Μετά παρέλευση σχεδόν εκατονταετίας από την εισαγωγή του «κωδικοποιημένου» νόμου 2190/1920, η συνολική ανακαίνιση της βασικής νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρείες αποτελεί πλέον προφανή ανάγκη. Τούτο δε, παρά τις επανειλημμένες τροποποιήσεις του κ.ν. 2190/1920, που έγιναν όχι μόνο για την κατά καιρούς ενσωμάτωση ευρωπαϊκών Οδηγιών εταιρικού δικαίου, αλλά και για την, ανεξάρτητα από τις Οδηγίες, βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου, όπως συνέβη ιδίως με τον Ν. 3604/2007.
(α) Πράγματι, η σημερινή κατάσταση του νόμου (του σπουδαιότερου νόμου εταιρικού δικαίου στην Ελλάδα) δεν είναι εκείνη που θα περίμενε κανείς από μια χώρα, που καταπολεμά τη γραφειοκρατία και προσδοκά την ανάπτυξη. Οι διατάξεις του σημερινού νόμου, παρά τις βελτιώσεις που κατά καιρούς επιχειρήθηκαν, διατηρούν την αρχική τους διάταξη: Είναι άτακτα τοποθετημένες, ασυστηματοποίητες και χωρίς πάντοτε εσωτερική λογική και συνοχή (π.χ. ορισμένες διατάξεις για τα ομολογιακά δάνεια βρίσκονται πριν από τις διατάξεις για την ίδρυση της εταιρείας, άλλες δε σε χωριστό νόμο), ορισμένες διατάξεις δεν ισχύουν πλέον ή έχουν απλώς ιστορική αξία (π.χ. οι διατάξεις για τη δημοσιότητα διά του Μητρώου Α.Ε. ή για το «δικαίωμα λειτουργίας» των αλλοδαπών α.ε.), στο ίδιο άρθρο ρυθμίζονται ετερόκλητα θέματα (όπως π.χ. η ρύθμιση στο ίδιο άρθρο της σύστασης της εταιρείας και της μείωσης του κεφαλαίου), η χρησιμοποιούμενη ορολογία δεν είναι ενιαία (π.χ. «κεφάλαιο», «μετοχικό κεφάλαιο», «εταιρικό κεφάλαιο», «φανερή» και «ονομαστική» ψηφοφορία). Επίσης ορισμένα ζητήματα, όπως π.χ. τα περί προέδρου του διοικητικού συμβουλίου (δ.σ.) ή της γενικής συνέλευσης (γ.σ.) επαφίενται στην πρακτική που έχει διαμορφωθεί, χωρίς να υπάρχουν ρυθμίσεις. Επιπλέον, υπάρχουν διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, που παραμένουν στην καθαρεύουσα, ενώ οι νεότερες διατάξεις είναι στη δημοτική.
(β) Όμως πέραν των νομοτεχνικών προβλημάτων, ο κ.ν. 2190/1920 αξίζει γενικότερα να αναθεωρηθεί, ώστε το καθεστώς της ανώνυμης εταιρείας και οι επιμέρους ουσιαστικές ρυθμίσεις του νόμου να βελτιωθούν, να απλουστευθούν και να γίνουν φιλικότερες, με εισαγωγή καινοτομιών, που θα βοηθήσουν τους Έλληνες επιχειρηματίες. Επομένως ο υφιστάμενος νόμος χρειάζεται γενικότερο εκσυγχρονισμό, κάτι που δεν είναι εφικτό με επιμέρους τροποποιήσεις του, και απαιτεί συνολική αναμόρφωσή του.
 

2. Με τις σκέψεις αυτές συστήθηκε Ομάδα Εργασίας με έργο την αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών (κ.ν. 2190/1920 όπως ισχύει).
 

3. Ευκαιρία για την αναμόρφωση του κ.ν. 2190/1920 παρουσιάζεται σήμερα και για τον πρόσθετο λόγο ότι ένα μεγάλο μέρος του νόμου (ολόκληρο το λογιστικό δίκαιο, το ελεγκτικό δίκαιο, το σύστημα δημοσιότητας, προσεχώς δε και το δίκαιο των μετασχηματισμών) αποχωρίζεται από το νόμο για τις ανώνυμες εταιρείες, με τη λογική ότι δεν αφορά μόνο αυτές, αλλά κι άλλες εταιρικές μορφές.
 

4. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναμόρφωση του δικαίου της α.ε. αποτελεί σήμερα αντικείμενο γενικότερης διεθνούς ενασχόλησης. Πολλές χώρες σήμερα, ευρωπαϊκές και μη, αντιλαμβανόμενες τη σημασία του παγκόσμιου ανταγωνισμού των δικαίων, φροντίζουν να εκσυγχρονίσουν τη νομοθεσία τους για τις ανώνυμες εταιρείες, ώστε με τον τρόπο αυτό να διαφημίσουν την εγχώρια αγορά και να την καταστήσουν φιλικότερη προς τις ξένες επενδύσεις.
 

5. Βέβαια, η αναμόρφωση ενός δικαιικού κλάδου και η αντικατάσταση ενός νόμου με ένα νεότερο δεν είναι χωρίς συνέπειες. Κάθε νέο νομοθετικό καθεστώς προκαλεί κάποια δυσκολία στην αγορά, δεδομένου ότι οι ενδιαφερόμενοι και οι νομικοί τους παραστάτες οφείλουν να μελετήσουν τη νέα νομοθεσία, ώστε όχι μόνο να αντιληφθούν τις γενικές γραμμές της, αλλά και να εντοπίσουν με προσοχή τις επιμέρους διαφορές στα κατιδίαν ζητήματα σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς. Ελπίζεται ότι η παρούσα αιτιολογική έκθεση θα βοηθήσει στον εντοπισμό των διαφορών αυτών. Γενικά, πάντως, είναι βάσιμη η ελπίδα ότι, παρά τις δυσκολίες της, η ανακαίνιση του δικαίου της ανώνυμης εταιρείας με νέο νομοθέτημα θα έχει θετικά μέσο-μακροπρόθεσμα αλλά και βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, αφού έτσι παρέχεται η ευκαιρία εισαγωγής καινοτομιών, που προάγουν την επιχειρηματικότητα, διευκρινίζουν πολλές διατάξεις που παρουσίαζαν ερμηνευτικές δυσκολίες και βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων, γενικότερα δε αναβαθμίζουν την ποιότητα και νομοτεχνική αρτιότητα του εταιρικού δικαίου.
 

6. Συγκεντρώνεται κατά το δυνατόν στο νέο νόμο οι διατάξεις που αφορούν την ανώνυμη εταιρεία και βρίσκονται σε άλλα νομοθετήματα. Έτσι π.χ.: 0 νέος νόμος περιλαμβάνει τα ομολογιακά δάνεια, με κατάργηση των αντίστοιχων διατάξεων του Ν. 3156/2003, αφού πρόκειται για δυνατότητα που έχει επιφυλαχθεί στις ανώνυμες εταιρείες και μόνο. Μεταφέρονται στο νέο νόμο οι ρυθμίσεις του π.δ. 30/1988 για τα stock options. Τα ζητήματα του ελάχιστου μερίσματος ρυθμίζονται εξ ολοκλήρου στο νόμο με κατάργηση των διατάξεων του α.ν. 148/1967. Μεταφέρονται στο νέο νόμο οι ρυθμίσεις του Ν. 4403/2016, που αφορούσαν ζητήματα (κυρίως) της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, και που δεν είχαν ενσωματωθεί στον κ.ν. 2190/1920 με το Ν. 4308/2014. Τα ζητήματα αυτά αφορούν την ετήσια έκθεση διαχείρισης του δ.σ., τη δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης, τις μη χρηματοοικονομικές καταστάσεις, την έκθεση πληρωμών σε κυβερνήσεις και την υποβολή των καταστάσεων αυτών σε δημοσιότητα. Όμως παρέμβαση στο Ν. 3016/2002 για την εταιρική διακυβέρνηση δεν έχει γίνει. Πρόκειται κατά βάση για νομοθεσία εποπτευόμενη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η πρωτοβουλία για την τροποποίησή της ανήκει φυσιολογικά σ' αυτήν. Ορισμένες όμως διατάξεις του νόμου αυτού έχουν ήδη ενσωματωθεί στην εταιρική νομοθεσία, όπως π.χ. οι διατάξεις για τη σύγκρουση συμφερόντων.


7. Ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία του Γ.Ε.ΜΗ. δεν αποτελούν αντικείμενο ειδικότερης ρύθμισης στο παρόν νομοσχέδιο, και πρόκειται να αντιμετωπισθούν με ειδικό νομοθέτημα. Εκκρεμεί επίσης η εθνική νομοθεσία για τη δυνατότητα τήρησης συλλογικών λογαριασμών μέσω του Αποθετηρίου, καθώς και η ενσωμάτωση των διατάξεων της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/828, που αφορούν την ταυτοποίηση των μετόχων και τη διαβίβαση των πληροφοριών μεταξύ της εταιρείας και των διαμεσολαβητών που τηρούν τους συλλογικούς λογαριασμούς.
 

 

II. Οι κύριες κατευθύνσεις της αναμόρφωσης
1. Οι νέες ρυθμίσεις αποβλέπουν σε μια καλύτερη και αποτελεσματικότερη λειτουργία της εταιρείας, αξιοποιούν την τεχνολογία, βελτιώνουν τη θέση των μετόχων, απλοποιούν την εταιρική «καθημερινότητα», με αντίστοιχη εξοικονόμηση κόστους, και εισάγουν καινοτομίες που κρίθηκαν ότι μπορούν να ενδιαφέρουν τον επιχειρηματικό κόσμο. Πρότυπα των διατάξεων αποτέλεσαν αντίστοιχες διατάξεις αλλοδαπών δικαίων ή προήλθαν από την ελληνική εμπειρία. Επιπλέον με το νέο νόμο επιδιώκεται η γλωσσική και ορολογική ομοιογένεια του κειμένου για ανετότερη και ασφαλέστερη ανάγνωση.
2. Μερικές από τις αξιοσημείωτες τροποποιήσεις του ισχύοντος δικαίου, που επέρχονται με το παρόν νομοσχέδιο, είναι οι ακόλουθες:
(α) Στο πλαίσιο καταπολέμησης της γραφειοκρατίας αναθεωρούνται ορισμένες διατάξεις για την κρατική εποπτεία επί των ανωνύμων εταιρειών. Το κεφάλαιο 8° του κ.ν. 2190/1920 δεν επαναλαμβάνεται στο νέο νόμο. Η κρατική εποπτεία, που δεν υπάρχει σε καμιά άλλη εταιρική μορφή, είχε απομειωθεί ήδη με το Ν. 3604/2007, η πείρα όμως έχει δείξει ότι, ακόμη και μειωμένη, δεν έχει να παρουσιάσει κάποιο χειροπιαστό όφελος και περισσότερο δημιουργεί γραφειοκρατικά εμπόδια, επιπλέον δε ζητήματα ίσης μεταχείρισης των επιχειρήσεων. Δεν πρέπει βέβαια να λησμονείται ότι η κρατική εποπτεία στο πλαίσιο του κ.ν. 2190/1920 αφορούσε πάντοτε την τήρηση του εταιρικού δικαίου και μόνο, ενώ η εποπτεία της τήρησης άλλων διατάξεων (π.χ. της εργατικής νομοθεσίας, της κεφαλαιαγοράς, της προστασίας του περιβάλλοντος, της τήρησης των νόμων για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, και όποιας άλλης), που είναι και η πιο σημαντική, ήταν χωριστή και φυσικά πρέπει να διατηρηθεί ως έχει. Πρέπει επιπλέον να σημειωθεί ότι είναι άλλο ζήτημα ο έλεγχος που ασκείται κατά την καταχώριση εταιρικών πράξεων (σύστασης της εταιρείας και τροποποίησης του καταστατικού) στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ). Και καταρχήν μεν ο έλεγχος αυτός πρέπει να είναι απλός και ταχύς, προκειμένου το Γ.Ε.ΜΗ. να μην αποτελεί πρόσκομμα στη λειτουργία των επιχειρήσεων, ευλόγως όμως είναι απλούστερος στις κοινές επιχειρήσεις, ενώ παραμένει πιο λεπτομερής κατά τη σύσταση και την τροποποίηση του καταστατικού ορισμένων εταιρειών, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την οικονομία και την κοινωνία (μεγάλες οντότητες και οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος). Μαζί με την εταιρικού δικαίου εποπτεία δεν επαναλαμβάνονται ορισμένοι συναφείς κανόνες, ιδίως η υποχρέωση υποβολής στη Διοίκηση πρακτικών της γ.σ. και του δ.σ. που δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη χρησιμότητα (αν πρόκειται όμως για αποφάσεις που πρέπει να καταχωρισθούν στο Γ.Ε.ΜΗ. υποβάλλονται για καταχώριση στο τελευταίο).
(β) Σε σχέση με τους τίτλους που εκδίδει μια α.ε.: Διατηρούνται οι υπάρχοντες, εισάγονται όμως οι «συνδεδεμένοι» τίτλοι, οι οποίοι μπορούν να αποκτηθούν ή να εκποιηθούν συνδυασμένα. Εισάγονται επίσης οι τίτλοι κτήσης μετοχών της εταιρείας (warrants), που είναι ήδη γνώριμοι στον τραπεζικό τομέα. Προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης άυλων τίτλων και από μη εισηγμένες εταιρείες.
(γ) Προτείνεται η κατάργηση των ανωνύμων μετοχών από 1.1.2020. Η κατάργηση αυτή οδηγεί σε ρυθμιστική απλοποίηση, αφού οι κανόνες είναι ενιαίοι, χωρίς διάκριση μεταξύ ονομαστικών και ανωνύμων μετοχών. Η κατάργηση των ανωνύμων μετοχών αποτελεί πλέον αναγκαίο μέτρο για πολλούς λόγους. Εν πρώτοις πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι ανώνυμες μετοχές έχουν ως πλεονέκτημα την ευχερέστερη μεταβίβασή τους. Όμως η μεταβίβαση των ανωνύμων μετοχών σπανίως επιτυγχάνεται με την παράδοση του τίτλου, και τούτο είτε διότι η έκδοση ανωνύμων τίτλων δεν είναι πια συχνό φαινόμενο, είτε διότι (και αυτό αφορά τις εισηγμένες μετοχές) η μεταβίβαση τόσο των ονομαστικών όσο και των ανωνύμων μετοχών ακολουθεί όμοιους κανόνες, στις μετοχές δε αυτές δεν μπορεί να αποκρυβεί ο ιδιοκτήτης. Μάλιστα μέχρι και το πρόσφατο παρελθόν το ελληνικό δίκαιο περιείχε κανόνες (φορολογικού ιδίως δικαίου), που επέβαλλαν την κατάρτιση εγγράφου για τη μεταβίβαση των μετοχών, ακόμα και των ανωνύμων. Μολονότι η ελληνική νομολογία είχε περιορίσει την εμβέλεια των κανόνων αυτών, θεωρώντας ότι έχουν μόνο φορολογικό αποτέλεσμα, όχι δε και αποτέλεσμα εταιρικού δικαίου, γεγονός παραμένει ότι οι αξιούμενες διατυπώσεις κάθε άλλο παρά διευκόλυναν την μεταβίβαση. Παραπέρα λόγος ύπαρξης των ανωνύμων μετοχών δεν υπάρχει, οπωσδήποτε δε δεν είναι ικανή δικαιολογία η βούληση απόκρυψης του ιδιοκτήτη τους. Σχετικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι εργασίες των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εμπνεόμενες από συμπεράσματα στα οποία έχουν καταλήξει διεθνείς οργανισμοί, όπως ο ΟΟΣΑ και η FATF, και που απέκτησαν επικαιρότητα μετά τα γνωστά Panama papers, Paradise papers κλπ., έχουν οδηγήσει στο να ζητείται από τα κράτη-μέλη να εξασφαλίσουν ότι οι ανώνυμες μετοχές (ακριβώς λόγω της ανωνυμίας τους) δεν θα αποτελόσουν μέσο καταχρηστικών πρακτικών. Η σχετική Οδηγία (EU) 2015/849, η ενσωμάτωση της οποίας αναμένεται προσεχώς, θεωρεί ότι η ύπαρξη ανωνύμων μετοχών δημιουργεί κινδύνους, που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την καταπολέμηση του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος, της τρομοκρατίας και της εγκληματικότητας. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργούνται με την παραπάνω Οδηγία μηχανισμοί για τον εντοπισμό όχι απλώς των προσώπων, που είναι δικαιούχοι των ανωνύμων μετοχών, αλλά και των προσώπων που είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι, όταν δηλαδή ο φαινόμενος ως ιδιοκτήτης κατέχει μετοχές για λογαριασμό κάποιου άλλου. Μέσο για τη διευκόλυνση της αντιμετώπισης του ξεπλύματος κλπ. εμφανίζεται σήμερα πλέον η κατάργηση των ανωνύμων μετοχών, ή άλλα ισοδύναμα μέτρα, όπως είναι η αποϋλοποίηση ή η ακινητοποίηση τούτων και η έκδοση ονομαστικών πιστοποιητικών, η κατάρτιση μητρώου ιδιοκτητών ανωνύμων μετοχών, ή και άλλα μέτρα, όπως οι γαλλικοί «ταυτοποιήσιμοι τίτλοι στον κομιστή». Στο πνεύμα αυτό πολλά κράτη σήμερα έχουν είτε καταργήσει τις ανώνυμες μετοχές (όπως οι ΗΠΑ, η Αγγλία, η Αυστρία, κ.ά.), είτε υιοθετήσει εναλλακτικά ισοδύναμα μέτρα (όπως το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, ο Παναμάς, η Ελβετία, κ.ά.). Όμως η απλούστερη μέθοδος είναι η κατάργηση των ανωνύμων μετοχών, που επιτρέπει την ενοποίηση των κανόνων και αποτρέπει πολύπλοκες εναλλακτικές ρυθμίσεις, που στην ουσία τους ούτε διασώζουν την ανωνυμία, ούτε διευκολύνουν την μεταβίβαση. Πράγματι, άλλα συστήματα παρακολούθησης των ανωνύμων μετοχών δημιουργούν πρόσθετες υποχρεώσεις αναφορών, εκθέσεων κλπ. που επιτείνουν την «πληροφοριακή κόπωση» των επιχειρήσεων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, τουλάχιστον για τις εισηγμένες μετοχές, η ονομαστικοποίηση των ανωνύμων μετοχών αφορά ελάχιστες (περίπου 10 συνολικά) εταιρείες. Η κατάργηση των ανωνύμων μετοχών συνοδεύεται από διατάξεις που προβλέπουν τη διαδικασία ονομαστικοποίησης (άρθρο 184).
(δ) Το νομοσχέδιο επιχειρεί μερική ενσωμάτωση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/828 της 17.5.2017 για την ενθάρρυνση της μακροπρόθεσμης ενεργού συμμετοχής των μετόχων, ιδιαίτερα ως προς τα κεφάλαια που αφορούν την καταβολή αμοιβών σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τη διαφάνεια και εποπτεία των συναλλαγών συνδεδεμένων μερών.
(ε) Βελτιώνονται οι τεχνικές μέθοδοι λειτουργίας των οργάνων της εταιρείας, με ευρύτερη χρήση των εξ αποστάσεως ψηφοφοριών δ.σ. και γ.σ. Το βιβλίο μετόχων μπορεί να τηρείται ηλεκτρονικά από το Κεντρικό Αποθετήριο, τράπεζες ή επιχειρήσεις επενδύσεων. Για τις μη εισηγμένες εταιρείες, το βιβλίο πρακτικών γ.σ. μπορεί να τηρείται ενιαία με το βιβλίο πρακτικών του δ.σ.
(στ) Εισάγεται (επιτρεπτά κατά το ενωσιακό δίκαιο) η «απεριόριστη» διάρκεια της εταιρείας, που απαλλάσσει τους μετόχους από τη μέριμνα παράτασης της ορισμένης διάρκειας κατά τη λήξη της. Η εταιρεία με απεριόριστη διάρκεια, σε αντίθεση με τις έννομες σχέσεις αορίστου χρόνου, δεν λύεται με καταγγελία, αλλά για τους ίδιους λόγους, για τους οποίους λύεται και η εταιρεία ορισμένου χρόνου.
(ζ) Ειδικότερα σε σχέση με το διοικητικό συμβούλιο: Το δ.σ., που καταρχήν πρέπει να είναι τουλάχιστον τριμελές, μπορεί εφεξής για τις μικρές και πολύ μικρές εταιρείας να είναι και μονομελές. Προβλέπεται η εκλογή και λειτουργία «εκτελεστικής επιτροπής» στο πλαίσιο του δ.σ. Επίσης προβλέπεται η περιοδική (σταδιακή) ανανέωση του δ.σ. (staggered board). Αρμοδιότητα έκδοσης ομολογιακού δανείου έχει κατά κανόνα το δ.σ. Εισάγονται ρητές ρυθμίσεις για τον πρόεδρο του δ.σ. (αλλά και τον πρόεδρο της γ.σ.). Προβλέπεται (αν και εκ περισσού) ότι για τη δέσμευση της εταιρείας δεν απαιτείται εταιρική σφραγίδα. Επίσης το δ.σ. είναι καταρχήν αρμόδιο για την έγκριση συναλλαγών της εταιρείας με συνδεδεμένα μέρη. Η έγκριση γίνεται έτσι απλούστερη, προβλέπεται όμως η δυνατότητα της μειοψηφίας να ζητήσει να κριθεί το ζήτημα από τη γ.σ. Ρυθμίζεται αναλυτικότερα το ευαίσθητο ζήτημα των παρεχομένων στα μέλη του δ.σ. αμοιβών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραπάνω οδηγίας (ΕΕ) 2017/828, όπου σημαντική είναι (για τις εισηγμένες εταιρείες) αφενός μεν η υιοθέτηση πολιτικής αποδοχών, αφετέρου δε η σύνταξη ετήσιας έκθεσης αποδοχών. Τέλος, εισάγεται ένα νέο πλαίσιο ευθύνης των μελών δ.σ., ώστε οι απαιτήσεις της εταιρείας να ασκούνται χωρίς να βλάπτεται το εταιρικό συμφέρον και από την άλλη μεριά η μειοψηφία να μπορεί να επιβάλει την άσκηση των εταιρικών αξιώσεων.
(η) Σε σχέση με τη γενική συνέλευση: Οι δύο επαναληπτικές συνεδριάσεις της καταστατικής γ.σ. περιορίζονται σε μια. Στην αρχική συνέλευση η απαρτία ορίζεται στο 1/2 και στην επαναληπτική στο 1/3 (ή σε ορισμένες περιπτώσεις στο 1/5) του κεφαλαίου. Εισάγεται δυνατότητα «ημέρας καταγραφής» και για μη εισηγμένες, αν αυτό προβλέπεται από το καταστατικό. Προστίθεται νέος τρόπος λήψης αποφάσεων από τη γ.σ. χωρίς συνεδρίαση. Εισάγεται επίσης δυνατότητα συνεδρίασης της γ.σ. εξ ολοκλήρου από απόσταση (virtual general meeting). Επίσης διευκρινίζονται ζητήματα ελαττωματικών αποφάσεων της γ.σ., ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις ανυπόστατες αποφάσεις.
(θ) Σε σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μετόχων: Προστίθενται ορισμένα νέα δικαιώματα του μετόχου π.χ. για ατομική πληροφόρηση σχετικά με την κεφαλαιακή συγκρότηση της εταιρείας και τη δική του συμμετοχή, καθώς και με επικείμενες γενικές συνελεύσεις. Μειώνονται σε ορισμένες περιπτώσεις τα ποσοστά επί του κεφαλαίου που είναι αναγκαία για την άσκηση δικαιωμάτων μειοψηφίας. Εισάγεται δυνατότητα ενώσεων μετόχων που θα μπορούν να ασκούν στο όνομά τους, αλλά για λογαριασμό των μετόχων, τα δικαιώματα μειοψηφίας. Από την άλλη μεριά αυστηροποιούνται οι προϋποθέσεις ορθής και έγκαιρης καταβολής του κεφαλαίου.
(ι) Δίδεται στους ενδιαφερομένους ευρύτερη καταστατική ελευθερία σε πολλά ζητήματα.
(ια) Αποσαφηνίζονται τα ποσά κερδών τα οποία μπορούν να διανεμηθούν, ώστε να είναι βέβαιο ότι πρόκειται για ποσά που συνιστούν πραγματικά κέρδη και όχι π.χ. υπεραξίες.
(ιβ) Λύση της εταιρείας επέρχεται και αν αίτηση πτώχευσης απορρίπτεται λόγω έλλειψης ενεργητικού. Μετά τη λύση της εταιρείας, εισάγεται δυνατότητα να παραλειφθεί η διαδικασία εκκαθάρισης και να γίνει απευθείας διαγραφή από το ΓΕ.Μ.Η., αν η εταιρεία δεν διαθέτει ενεργητικό. Εισάγονται και άλλα μέτρα για την επιτάχυνση των εκκαθαρίσεων.
(ιγ) Σε διάφορα σημεία διαφοροποιούνται οι διατάξεις, ανάλογα με το μέγεθος των επιχειρήσεων, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ν. 4308/2014.
(ιδ) Με σκοπό την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων, το παρόν νομοσχέδιο ενθαρρύνει τη διαιτητική επίλυση των διαφορών.
 

3. Σημαντικό είναι επίσης ότι εισάγονται διευκρινιστικές διατάξεις σε πολλά αμφισβητούμενα ζητήματα, όπως π.χ. εκείνα του επιτρεπτού της καταβολής του κεφαλαίου διά συμψηφισμού, του χρονικά μεταβλητού των προνομίων των προνομιούχων μετοχών, της δυνατότητας κατάργησης του δικαιώματος προτίμησης με απόφαση του δ.σ., των καθηκόντων και της ευθύνης των μελών του δ.σ., των ελαττωματικών αποφάσεων του δ.σ., της παράστασης στη γ.σ. μη μετόχων και του τρόπου ψηφοφορίας στη γ.σ., του επιτρεπτού μείωσης κεφαλαίου ή διανομής κερδών ή διανομής του προϊόντος της εκκαθάρισης σε είδος αντί σε μετρητά, του επιτρεπτού απόφασης της γ.σ. που στηρίζεται σε (σύγχρονη) τροποποίηση του καταστατικού, που αποφάσισε η γ.σ. στην ίδια συνεδρίαση, κ.ά.
 

III. Ειδικότερα επί των επιμέρους άρθρων
 

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ: Γενικές διάταξεις
 

Επί του άρθρου 1: Στο άρθρο 1 περιέχεται ο ορισμός της ανώνυμης εταιρείας και ορίζεται ότι οι διατάξεις του νόμου εφαρμόζονται τόσο στις εισηγμένες όσο και τις μη εισηγμένες εταιρείες, με την επιφύλαξη των ειδικότερων ρυθμίσεων για τις εισηγμένες. Δεν υιοθετήθηκε η άποψη ότι οι διατάξεις για τις εισηγμένες εταιρείες πρέπει να συγκεντρωθούν σε ένα κεφάλαιο (τη λύση αυτή δεν προκρίνουν ούτε τα ξένα δίκαια), διότι έτσι θα είναι δύσκολο να κατανοηθεί η ειδικότητα των ρυθμίσεων για τις εισηγμένες έναντι των γενικά ισχυόντων. Ορίζεται επίσης ότι οι διατάξεις για τις α.ε. με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά εφαρμόζονται και στις εταιρείες που έχουν μετοχές εισηγμένες σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ), μόνο όμως αν αυτό προβλέπεται ρητά. Η διάκριση μεταξύ των ρυθμιζόμενων αγορών και των ΠΜΔ επιβάλλεται καθώς υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στο μέγεθος, τη διασπορά μετοχών, τη φάση ωριμότητας αλλά και τον κύκλο εργασιών και την εσωτερική οργάνωση μεταξύ εταιρειών, οι κινητές αξίες των οποίων αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ΠΜΔ, και εταιρειών, οι κινητές αξίες των οποίων εισάγονται προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.
 

Επί του άρθρου 2: Για τη διευκόλυνση της κατανόησης του νόμου περιέχονται ορισμοί ορισμένων εννοιών. 0 ορισμός θα ισχύει αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από το νόμο. Π.χ. θα πρέπει να δίδεται προσοχή στο αν μια ρύθμιση αναφέρεται σε εταιρείες με μετοχές ή «άλλους τίτλους» εισηγμένους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή μήπως θα πρόκειται για εταιρεία που έχει μόνο εισηγμένες μετοχές ή μόνο εισηγμένες ομολογίες. Οι ορισμοί που αφορούν τις «πολύ μικρές», «μικρές», «μεσαίες» και «μεγάλες» επιχειρήσεις (ή «οντότητες») έχουν ληφθεί από την Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26^ Ιουνίου 2013 και έχουν ενσωματωθεί στο άρθρο 2 του Ν. 4308/2014, Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα.
 

Επί του άρθρου 3: Με το άρθρο αυτό, το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας αποκτά γενική αρμοδιότητα για τις εταιρικές διαφορές, που προκύπτουν κατά την εφαρμογή του νόμου. Επιπλέον το άρθρο αυτό αποσκοπεί στην επιτάχυνση μέσω διαιτησίας της επίλυσης των διαφορών αυτών για α.ε. που δεν είναι εισηγμένες, με πρότυπο το άρθρο 48 Ν. 4072/2012 για την ΙΚΕ, που προβλέπει επίσης διαδικασίες διαιτησίας. Η διαιτησία μπορεί να καλύπτει το σύνολο ή μέρος των εταιρικών διαφορών, ανάλογα με τη διατύπωση της διαιτητικής ρήτρας. Ακόμη και υποθέσεις που κρίνονται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μπορεί να υπάγονται σε διαιτησία, αν (όπως ορίζει το άρθρο 867 ΚΠολΔ) τα μέρη «έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς» (θα πρόκειται συνήθως για «μη γνήσιες» υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας).
 

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ίδρυση της α.ε. - τροποποιήσεις του καταστατικού της
 

Επί του άρθρου 4: Το άρθρο αυτό αφορά την ίδρυση της α.ε., η οποία γίνεται όπως και κατά το ισχύον δίκαιο, το ίδιο δε ισχύει και για την τροποποίηση του καταστατικού. Πάντως το καταρχήν απαιτούμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο για τη σύσταση της εταιρείας μπορεί να αντικατασταθεί από ιδιωτικό, αν υιοθετείται πρότυπο καταστατικό χωρίς άλλες διατάξεις (άρθρο 9 Ν. 4441/2016). Ως Υπηρεσία Μιας Στάσης ορίζονται στην περίπτωση αυτή οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Γ.Ε.ΜΗ. Δεν απαιτείται έγκριση του καταστατικού ή της τροποποίησής του από τη διοίκηση, εκτός όπου το ορίζει ρητά ο νόμος (βλ άρθρο 9 παρ. 3 και 4). Ρητά ο νόμος αναγνωρίζει (πέραν των τροποποιήσεων) και «προσαρμογές» του καταστατικού, που δεν αποτελούν άμεσο αποτέλεσμα απόφασης εταιρικού οργάνου, πρέπει όμως να λαμβάνουν χώρα, προκειμένου το καταστατικό να εμφανίζει γεγονότα όπως είναι π.χ. η μερική κάλυψη του κεφαλαίου κατά το άρθρο 28 παρ. 2 ή η αύξηση κεφαλαίου που επέρχεται «αυτόματα» σύμφωνα με τα άρθρα 58 παρ. 3 ή 71 παρ. 4. Στις προσαρμογές αυτές δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 4 και άρα δεν απαιτείται «κωδικοποίηση» του καταστατικού. Οι προσαρμογές όμως υποβάλλονται σε δημοσιότητα. Τέλος, η νέα διάταξη της § 5 διευκρινίζει ένα αμφισβητούμενο ζήτημα, αν τα εταιρικά όργανα (ιδίως η γ.σ.) μπορούν να λάβουν μια απόφαση, που προϋποθέτει τροποποίηση του καταστατικού, την οποία όμως αποφάσισε η ίδια γ.σ. στην ίδια συνεδρίαση. Π.χ. σε περίπτωση που η γ.σ. αυξάνει τον αριθμό των μελών του δ.σ. από 3 σε 5 με τροποποίηση του καταστατικού, ετίθετο το ερώτημα αν η ίδια συνέλευση μπορούσε αμέσως να εκλέξει επταμελές διοικητικό συμβούλιο, πριν καν λάβει χώρα η τροποποίηση. Η ρύθμιση επιβεβαιώνει το επιτρεπτό μιας τέτοιας εκλογής, υπό τον όρο όμως ότι η εκλογή αυτή θα ισχύσει από την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. της τροποποίησης του καταστατικού. Έτσι δεν χρειάζεται μετά την καταχώριση στο μητρώο της τροποποίησης να συνελθεί και πάλι η συνέλευση για εκλογή νέου δ.σ.
 

Επί του άρθρου 5: Με τη νέα διάταξη ορίζεται το βασικό περιεχόμενο του καταστατικού. Να σημειωθεί ότι στο νομοσχέδιο γίνεται χρήση του όρου «ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις» αντί «ετήσιες οικονομικές καταστάσεις», που χρησιμοποιεί ο κ.ν. 2190/1920, για ορολογική εναρμόνιση με το Ν. 4308/2014, Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα.
Επί του άρθρου 6: Διατηρείται η ουσία των προγενέστερων ρυθμίσεων για την επωνυμία. Προστίθεται όμως ότι η επωνυμία της α.ε. μπορεί να είναι φανταστική ή και να περιέχει ηλεκτρονική διεύθυνση (domain name, διεύθυνση e-mail κλπ.) ή άλλη ένδειξη (π.χ. συχνότητα ραδιοσταθμού, όνομα ξενοδοχείου κλπ.).
 

Επί τον άρθρου 7: Το άρθρο 7 αφορά την έδρα της α.ε. (α) Η προτεινόμενη παρ. 1 ορίζει ότι η έδρα της εταιρείας ορίζεται με βάση τον αναγραφόμενο στο καταστατικό τόπο. Η έδρα της εταιρείας μπορεί να μεταφερθεί σε άλλο δήμο της Ελλάδας με απόφαση της γ.σ. (β) Η προτεινόμενη παρ. 2 επαναλαμβάνει την αντίστοιχη διάταξη του δικαίου της 1ΚΕ (άρθρο 45 § 4 Ν. 4072/2012).
 

Επί του άρθρου 8: Το προτεινόμενο άρθρο 8 διακρίνει τη διάρκεια της εταιρείας σε ορισμένου και «απεριόριστου» χρόνου. Η δεύτερη μορφή διάρκειας είναι νέα και σημαίνει ότι η εταιρεία δεν λύεται, ενόσω δεν συντρέξει λόγος λύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν και την εταιρεία ορισμένου χρόνου. Η οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 κάνει λόγο για διάρκεια «επ' αόριστον», όμως επελέγη ο όρος «απεριόριστου χρόνου» για να διαφοροποιήσει την απεριόριστη διάρκεια από εκείνη του αορίστου χρόνου, που κατά κανόνα λήγει με καταγγελία. Η χρησιμότητα της διάρκειας απεριόριστου χρόνου είναι ότι δεν απαιτείται παράταση της διάρκειας της εταιρείας, κάτι που έχει δημιουργήσει σε ορισμένες περιπτώσεις προβλήματα, όταν η παράταση αποφασίζεται μετά τη λήξη.
 

Επί τον άρθρου 9: Με το άρθρο 9 ορίζεται ο τρόπος με τον οποίο μια νεοσύστατη α.ε. εγγράφεται στο Γ.Ε.ΜΗ. ή τροποποιείται το καταστατικό της. Ως προς την σύσταση της εταιρείας γίνεται παραπομπή στη διαδικασία σύστασης ανώνυμης εταιρείας σύμφωνα με το Ν. 4441/2016 (ίδρυση μέσω Υπηρεσίας Μιας Στάσης, που εν προκειμένω είναι ο συμβολαιογράφος ή η Υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ., αν η εταιρεία συνιστάται με ιδιωτικό έγγραφο) και προσδιορίζονται ορισμένες εξαιρέσεις (οι εταιρείες των παρ. 3 και 4). Ως προς την τροποποίηση του καταστατικού, τη μετατροπή εταιρείας σε α.ε. και άλλες εταιρικές μεταβολές (π.χ. λύση της εταιρείας με απόφαση γενικής συνέλευσης, αναβίωση) η παρ. 2 ορίζει ότι γίνεται έλεγχος νομιμότητας, περιοριζόμενος στην τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου, του καταστατικού και των διατάξεων του Ν. 3419/2005. Σε περίπτωση άλλων μεταβολών, όπως μεταβολή στην εκπροσώπηση της εταιρείας ή προσαρμογή του καταστατικού, η Υπηρεσία προβαίνει σε τυπικό έλεγχο («έλεγχο πληρότητας»). Ο έλεγχος αυτός συνίστανται στη διαπίστωση ότι τα υποβαλλόμενα έγγραφα είναι πλήρη και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του νόμου, χωρίς έλεγχο του περιεχομένου τους. Εξαιρέσεις στα παραπάνω εισάγονται με τις παρ. 3 και 4. Η παρ. 3 αφορά τις εταιρείες δημοσίου ενδιαφέροντος και τις μεγάλες οντότητες με μορφή ανώνυμης εταιρείας, για τις οποίες απαιτείται κατά τη σύσταση και την τροποποίηση του καταστατικού τους έλεγχος νομιμότητας και παροχή σχετικής έγκρισης από τον Υπουργό Οικονομίας και Ανάπτυξης, ενώ η παρ. 4 αφορά ορισμένες περιπτώσεις μετασχηματισμών, που εγκρίνονται ομοίως από τον Υπουργό Οικονομίας και Ανάπτυξης ή τον αρμόδιο Περιφερειάρχη, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου αυτής. Οι εξαιρέσεις οφείλονται στο ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες ή οι εταιρικοί μετασχηματισμοί (συγχωνεύσεις και διασπάσεις) είναι μεγάλου οικονομικού ενδιαφέροντος με ισχυρό αντίκτυπο στην οικονομία και στην κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση είναι αυτονόητο ότι ο διενεργούμενος κατά την καταχώριση έλεγχος δεν αποκλείει την ακυρότητα τυχόν παράνομων ρητρών ή αποφάσεων των εταιρικών οργάνων, ακόμη και αν έχει χορηγηθεί η έγκριση. Στην παρ. 5 ορίζεται ότι ο έλεγχος κατά την καταχώριση αποφάσεων των εταιρικών οργάνων δεν περιλαμβάνει και τον έλεγχο ελαττωμάτων που επιφέρουν ακυρωσία των αποφάσεων αυτών.


Επί του άρθρου 10: Επαναλαμβάνονται διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (άρθρα 7δ και 2 παρ. 3).
 

Επί του άρθρου 11: Επαναλαμβάνονται κατά το πλείστον οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 που αφορούν την κήρυξη της ακυρότητας της εταιρείας (άρθρο 4α). Δεν επαναλαμβάνεται όμως η ύπαρξη του κατά το νόμο ελάχιστου κεφαλαίου, διότι αυτή οδηγεί σε λύση της εταιρείας με το άρθρο 160. Προβλέπεται επίσης ότι μπορεί, αντί της ακυρότητας της εταιρείας, να προτιμηθεί η μετατροπή της σε άλλη εταιρική μορφή, με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θα πρέπει να τηρηθούν οι σχετικές διατάξεις για τη μετατροπή.
 

ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ: Δημοσιότητα
 

Επί του άρθρου 12: Επαναλαμβάνονται διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (άρθρο 7α παρ. 1), ενώ οι διατάξεις για τη δημοσιότητα των αλλοδαπών εταιρειών περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο για τις αλλοδαπές εταιρείες.
 

Επί του άρθρου 13: Το άρθρο αυτό αναφέρεται στη υποβολή των εταιρικών στοιχείων και πράξεων σε δημοσιότητα με παραπομπή στα ισχύοντα στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), όπως σήμερα ρυθμίζεται. Προς τούτο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι ρυθμίσεις των νόμων 4072/2012, 4281/2014 και 4250/2014 σε σχέση με την καταργηθείσα δημοσιότητα διά του τύπου, του ΦΕΚ και του διαδικτυακού τόπου της εταιρείας, καθώς και οι ρυθμίσεις του νόμου 4281/2014 (άρθρα 203 επ.) για την (προαιρετική) ηλεκτρονική υποβολή εγγράφων και στοιχείων στο Γ.Ε.ΜΗ.
 

Επί του άρθρου 14: Επαναλαμβάνονται διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (άρθρο 7γ).
 

 

ΤΜΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ: Μετοχικό κεφάλαιο
Όπως είναι γνωστό, το μετοχικό κεφάλαιο αποτελεί «αμετάβλητη» μαθηματική ποσότητα που αναγράφεται στο καταστατικό της εταιρείας και το οποίο κατά την ίδρυσή της αντιστοιχεί στο άθροισμα της αξίας των εισφορών. Το κεφάλαιο έχει παραδοσιακά αναχθεί σε βασικό μέσο προστασίας των δανειστών, αν και τις τελευταίες δεκαετίες έχει υποστεί έντονη κριτική, που εστιάζεται στην αναποτελεσματικότητα της προστασίας αυτής και το κόστος που έχουν οι μηχανισμοί εξασφάλισης της καταβολής και της διατήρησης του κεφαλαίου. Προτείνονται συνεπώς από την επιστήμη άλλοι τρόποι προστασίας των δανειστών, ιδίως μέσω «τεστ φερεγγυότητας». Με δεδομένο όμως ότι τα ζητήματα του κεφαλαίου εξακολουθούν να ρυθμίζονται από τη «δεύτερη» εταιρική οδηγία (ήδη Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132), τα περιθώρια για παράκαμψη των κανόνων για το κεφάλαιο είναι πολύ στενά και οπωσδήποτε δεν ενδείκνυται να υπάρχει διπλή προστασία, τόσο δηλ. μέσω των ενωσιακών κανόνων προστασίας του κεφαλαίου όσο και μέσω τεστ φερεγγυότητας.

Καταβλήθηκε πάντως προσπάθεια απλοποίησης της «γραφειοκρατίας» που συνεπάγονται οι κανόνες περί κεφαλαίου, π.χ. με απλοποίηση της διαδικασίας εκτίμησης των εισφορών, με περιορισμό της απαγόρευσης μεταγενέστερων αποκτήσεων μόνο στη σύσταση και όχι και στην αύξηση κεφαλαίου κλπ.
 

Επί τον άρθρου 15: Το άρθρο 15 αφορά το νόμισμα και το ελάχιστο ύψος του κεφαλαίου. Καταρχήν το κεφάλαιο θα πρέπει να αποτυπώνεται σε ευρώ, αφού αυτό αποτελεί το επίσημο νόμισμα των μελών της Ευρωζώνης. Τυχόν αναφορά στο καταστατικό άλλου νομίσματος (με επιφύλαξη ειδικών διατάξεων) δεν είναι επιτρεπτή. Με την παρ. 2 αυξάνεται το ελάχιστο κεφάλαιο των ανωνύμων εταιρειών στο ποσό των 25.000 Ευρώ, όπως προβλέπεται στο άρθρο 45 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 (αντί του προβλεπόμενου σήμερα ποσού των 24.000 ευρώ). Οι ανώνυμες εταιρείες με μικρότερο κεφάλαιο θα πρέπει να το προσαρμόσουν στο νέο ελάχιστο κεφάλαιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 183 του σχεδίου νόμου, άλλως υφίστανται ως κύρωση την αδυναμία νεότερων καταχωρίσεων στο Γ.Ε.ΜΗ.
 

Επί του άρθρου 16: Το άρθρο 16 επαναλαμβάνει τις ρυθμίσεις του κ.ν. 2190/1920 για την κάλυψη του κεφαλαίου. Ιδιαίτερα η παρ. 3 αναπαράγει το άρθρο 8α του νόμου αυτού.
 

Επί του άρθρου 17: Με την αναμόρφωση του άρθρου 9 επέρχεται ουσιώδης αλλαγή στο ισχύον καθεστώς, αφού στο πλαίσιο της απομείωσης της κρατικής εποπτείας της ανώνυμης εταιρείας καταργείται η επιτροπή του άρθρου 9 κ.ν. 2190/1920. Η αποτίμηση των εισφορών σε είδος διενεργείται πλέον από ανεξάρτητους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτική εταιρεία ή, κατά περίπτωση, από πιστοποιημένους εκτιμητές κατά την έννοια της παρ. Γ' του άρθρου πρώτου του Ν. 4152/2013 του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, οι οποίοι θα πρέπει να είναι εξοπλισμένοι με εχέγγυα αμεροληψίας. Οι λεπτομέρειες της διαδικασίας αποτίμησης παραμένουν ως έχουν. Η έκθεση αποτίμησης δεν υπόκειται σε αποδοχή από τη Διοίκηση, αφού αποστέλλεται κατευθείαν στο Γ.Ε.ΜΗ. με μέριμνα των ενδιαφερομένων. Επί νέων εταιρειών η δημοσιότητα πραγματοποιείται ταυτόχρονα με την εγγραφή της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ. και πάλι όμως δεν ελέγχεται από τον τηρούντα το Γ.Ε.ΜΗ. Εξάλλου, τίθεται απώτατο όριο ενός εξαμήνου μετά τη σύνταξη της έκθεσης για την πραγματοποίηση της εισφοράς σε είδος.
 

Επί του άρθρου 18: Επαναλαμβάνονται οι διατάξεις του άρθρου 9α κ.ν. 2190/1920.
 

Επί του άρθρου 19: Η διάταξη ακολουθεί το άρθρο 10 κ.ν. 2190/1920, με τη διαφορά όμως ότι δεν εφαρμόζεται πλέον στις αυξήσεις κεφαλαίου, όπως συμβαίνει και με το άρθρο 52 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 (θα εμπίπτει όμως στο άρθρο 99, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του). Επίσης ο κύκλος των προσώπων πλην των ιδρυτών, στα οποία εφαρμόζεται η διάταξη, αφενός μεν περιλαμβάνει πλέον και τα «στενά μέλη οικογένειας» του ιδρυτή της εταιρείας ή του μέλους του διοικητικού συμβουλίου, αφετέρου όμως εξαιρεί άλλα πρόσωπα, που κρίνεται υπερβολικό να περιληφθούν (όπως ενδεικτικά νομικό πρόσωπο στο οποίο μετέχει με μικρό ποσοστό συμμετοχής και χωρίς να ασκεί έλεγχο ένας ιδρυτής ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου). Πάντως συναλλαγές της εταιρείας και με άλλα πρόσωπα, πέραν εκείνων που αναγράφονται στην παρ. 1, μπορεί και αυτές να ελέγχονται, στο μέτρο που διαπιστώνεται ότι συνιστού  καλυμμένη επιστροφή εισφοράς (απαγορευόμενη κατά το άρθρο 22 παρ. 2).
 

Επί του άρθρου 20: Στο ζήτημα της καταβολής του κεφαλαίου το άρθρο 20 ακολουθεί κατά βάση το άρθρο 11 κ.ν. 2190/1920. Κύριες διαφορές είναι οι ακόλουθες: (α) Με την παρ. 7 αναγνωρίζεται η δυνατότητα καταβολής του κεφαλαίου με (συμβατικό) συμψηφισμό. Θα πρέπει σχετικά να σημειωθεί, ότι η «δεύτερη» εταιρική οδηγία αφήνει τη διχοτόμηση μεταξύ εισφοράς σε χρήμα και εισφοράς σε είδος στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, χωρίς να παίρνει επομένως θέση για τη φύση της καταβολής δια συμψηφισμού. Η αντιμετώπιση του ζητήματος ποικίλει κατά χώρες, αφού ορισμένες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις (π.χ. Αγγλία, Γαλλία) αντιμετωπίζουν το συμψηφισμό μίας απαίτησης κατά της εταιρείας με την υποχρέωση εισφοράς ως εισφορά σε χρήμα, ενώ σε άλλες έννομες τάξεις, όπως η γερμανική, η εισφορά μιας τέτοιας απαίτησης υποβάλλεται, όπως οι εισφορές σε είδος, σε εκτιμητικό έλεγχο, με συνέπεια να εφαρμόζεται σ' αυτή την περίπτωση η νομολογία για τις κεκαλυμμένες εισφορές σε είδος. Τέλος άλλες έννομες τάξεις (Ελβετία) επιλέγουν τρίτο δρόμο και προβλέπουν τη δυνατότητα καταβολής της εισφοράς δια συμψηφισμού ως τρίτη επιλογή, ανάμεσα στην εισφορά σε χρήμα και την εισφορά σε είδος. Με την παρ. 7 ο ελληνικός νόμος ευθυγραμμίζεται με τη τάση ελαστικοποίησης των διατάξεων που έχουν να κάνουν με την εισφορά κεφαλαίου, κυρίως δε αναγνωρίζει τη θετική συμβολή του συμψηφισμού (debt-equity swap) στην εξυγίανση της εταιρείας, στο πλαίσιο της οποίας βεβαίως δεν εισρέει στην εταιρεία «φρέσκο χρήμα» (άλλως δεν επαυξάνεται το ενεργητικό της), αλλά αυτή απελευθερώνεται από υποχρεώσεις. Προϋπόθεση είναι έκθεση ελεγκτή που βεβαιώνει ότι το χρέος της εταιρείας υπάρχει, είναι ληξιπρόθεσμο και είναι καταχωρισμένο στα βιβλία της. Εφόσον πρόκειται για μη ληξιπρόθεσμο χρέος, τότε είναι αναγκαία η αποτίμηση του χρέους της εταιρείας κατά το άρθρο 17, ενώ τα ως άνω εδάφια δεν εφαρμόζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης ή αναδιοργάνωσης του Πτωχευτικού Κώδικα, προκειμένου να διευκολυνθούν οι διαδικασίες αυτές. Εννοείται ότι η εφαρμογή της παρ. 4 προϋποθέτει, αν ο καταβάλλων δεν είναι μέτοχος, ότι έχει καταργηθεί (ή δεν έχει ασκηθεί) το δικαίωμα προτίμησης των υφιστάμενων μετόχων. (β) Κατά παρέκλιση από το δίκαιο του κ.ν. 2190/1920 η πιστοποίηση της καταβολής του κεφαλαίου γίνεται από ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, εκτός από τις μικρές και πολύ μικρές εταιρείας στις οποίες διατηρείται η αρμοδιότητα του δ.σ. Επίσης το δ.σ. ή ο ελεγκτής πρέπει να στηρίζονται σε απόσπασμα κίνησης του ειδικού τραπεζικού λογαριασμού, όταν η καταβολή γίνεται μέσω αυτού, (γ) Καταργείται η υφιστάμενη δυνατότητα μεταγενέστερης καταβολής του κεφαλαίου, «εάν αποδεικνύεται ότι το σχετικό ποσό υπάρχει και ότι κατατέθηκε εκ των υστέρων σε λογαριασμό της εταιρείας» (βλ άρθρο 11 παρ. 6 κ.ν. 2190/1920), ώστε να αποτραπούν φαινόμενα καταχρήσεων, (δ) Διατηρείται η δυνατότητα χρήσης των ποσών του κεφαλαίου για δαπάνες για τους σκοπούς της εταιρείας, τίθεται όμως ως προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο μνημονεύεται στο καταστατικό ή την απόφαση της γ.σ. για αύξηση κεφαλαίου, (ε) Διευκρινίζεται ότι ο ορκωτός ελεγκτής που καλείται να πιστοποιήσει την καταβολή του κεφαλαίου πρέπει να είναι ανεξάρτητος, να μην διενεργεί δηλ και τον τακτικό έλεγχο της εταιρείας, ούτε να ανήκει σε ελεγκτική εταιρεία που διενεργεί αυτή τον έλεγχο αυτόν, (στ) Επίσης συγχρονίζονται οι συνέπειες της μη καταβολής του κεφαλαίου με αυτές που επέρχονται όταν δεν καταβάλλεται το (μερικά καταβλητέο) κεφάλαιο σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 5.
 

Επί του άρθρου 21: Το άρθρο αυτό ρυθμίζει τη μερική καταβολή του κεφαλαίου (άρθρο 12 κ.ν. 2190/1920). Εν πρώτοις διευκρινίζεται (παρ. 4) ότι σε περίπτωση μερικής καταβολής του κεφαλαίου, οποιαδήποτε καταβολή καταλογίζεται αναλογικά σε όλες τις μη αποπληρωθείσες μετοχές. Ο μέτοχος δηλ. δεν μπορεί να ζητήσει να καταλογισθούν τα καταβληθέντα σε ορισμένες μετοχές, ώστε άλλες να είναι καταβεβλημένες και άλλες όχι. Περαιτέρω η διάταξη της παρ. 5 τροποποιεί το δίκαιο του κ.ν. 2190/1920 ως προς τις συνέπειες της μη εμπρόθεσμης καταβολής της υπόλοιπης αξίας της μετοχής. Συγκεκριμένα θεσπίζεται διαδικασία ακύρωσης των τίτλων και ταυτόχρονης έκδοσης νέων, που διατίθενται στους μετόχους ή τρίτους. Το καταστατικό της εταιρείας μπορεί επίσης να προβλέπει την κατάπτωση ποινικών ρητρών στην περίπτωση της μη εμπρόθεσμης καταβολής, ενώ η υπερημερία ως προς την καταβολή της εισφοράς έχει ως συνέπεια η εισφορά να καταβάλλεται εντόκως (βλ. τις όμοιες ρυθμίσεις του ελβετικού δικαίου, άρθρο 681 OR). Αν η εταιρεία δεν καταφέρει να εισπράξει ούτε να διαθέσει τις μετοχές, υποχρεούται να μειώσει το κεφάλαιο αντίστοιχα. Η μείωση αποφασίζεται με απλή απαρτία και πλειοψηφία. Ισχύουν παράλληλα πάντως και οι διατάξεις για την απαλλαγή των μετόχων από την υποχρέωση καταβολής καλυφθέντος και μη καταβληθέντος κεφαλαίου μέσω μείωσης ή απόσβεσης του κεφαλαίου (βλ. άρθρο 30 παρ. 4 και 32 παρ. 3). Καταργείται επίσης η απαγόρευση αύξησης κεφαλαίου αν προηγουμένως δεν απευθυνθεί πρόσκληση για καταβολή του τυχόν μη καταβληθέντος υφιστάμενου κεφαλαίου. Ο περιορισμός αυτός δεν κρίνεται απαραίτητος. Ορθό πάντως θα είναι να διακανονίζεται το ζήτημα της μη καταβολής εγκαίρως, ώστε να μη χρειάζεται μεταγενέστερη αναπροσαρμογή του κεφαλαίου.
 

Επί του άρθρου 22: Στο άρθρο αυτό παρατίθενται οι «γενικές ρήτρες» προστασίας του κεφαλαίου. Με την πρώτη παράγραφο ενσωματώνεται το άρθρο 53 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 της 14.6.2017 για την αδυναμία απαλλαγής από την υποχρέωση εισφοράς. Με τη δεύτερη παράγραφο προβλέπεται η γνωστή αρχή της απαγόρευσης της επιστροφής εισφορών, με την επιφύλαξη των δυνατοτήτων που ρητά παρέχει ο νόμος, όπως είναι η μείωση, η απόσβεση ή η εξαγορά του κεφαλαίου ή η κτήση ιδίων μετοχών. Απαγορεύεται επίσης η έμμεση επιστροφή των εισφορών, ιδίως μέσω καταβολής τόκων (εκτός αν πρόκειται για προνομιούχες μετοχές) ή άλλης εγγυημένης απόδοσης των μετοχών.
 

Επί του άρθρου 23: Στο άρθρο 23 απαριθμούνται οι δύο βασικές μέθοδοι αύξησης του κεφαλαίου, εκείνη με απόφαση της γ.σ., που αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία (τακτική αύξηση), και εκείνη που αποφασίζεται από το δ.σ. ή από τη γ.σ., αλλά με απλή απαρτία και πλειοψηφία (έκτακτη αύξηση).
 

Επί του άρθρου 24: Το άρθρο αυτό επαναλαμβάνει και αναμορφώνει τις ρυθμίσεις του άρθρου 13 κ.ν. 2190/1920 για την έκτακτη αύξηση κεφαλαίου. Διευρύνει τη δυνατότητα αυτή, αυξάνοντας το ύψος του κεφαλαίου στο τριπλάσιο αντί του διπλάσιου, όταν η αύξηση γίνεται με απόφαση του δ.σ., ή στο οκταπλάσιο αντί του πενταπλασίου, όταν η αύξηση γίνεται με απόφαση της γ.σ. Καταργείται η απαγόρευση έκτακτης αύξησης στην περίπτωση που υπάρχουν σημαντικά ποσά αποθεματικών, διότι μία τέτοια απαγόρευση αφενός μεν δεν είναι απαραίτητη για την προστασία του μετοχικού κεφαλαίου, αφετέρου δε η οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 δεν προβλέπει τέτοιο περιορισμό. Επαναλαμβάνεται η δυνατότητα ανανέωσης της εξουσίας του δ.σ. για μια πενταετία εκάστοτε, οπότε και θα είναι δυνατή η αύξηση με βάση το υφιστάμενο κατά την ανανέωση κεφάλαιο. Με την παρ. 4 καταργείται η ανορθόδοξη διατύπωση ότι η έκτακτη αύξηση κεφαλαίου δεν συνιστά τροποποίηση του καταστατικού. Πλέον, η έκτακτη αύξηση κεφαλαίου συνεπάγεται τέτοια τροποποίηση και, συνεπώς, το αποφασίζον όργανο θα πρέπει να τροποποιήσει τα σχετικά άρθρα του καταστατικού και να συντάξει το νέο κείμενο τούτου, η δε τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας έχει συστατικό χαρακτήρα. Τέλος διευκρινίζεται προς αποφυγή αμφισβητήσεων ότι οι συνυπάρχουσες δυνατότητες αύξησης από το δ.σ. και τη γ.σ. μπορούν να ασκηθούν σωρευτικά.
 

Επί τον άρθρου 25: Στο άρθρο αυτό ρυθμίζονται το περιεχόμενο της απόφασης για αύξηση κεφαλαίου, η δυνατότητα παροχής στο δ.σ. της εξουσίας προσδιορισμού της τιμής διάθεσης των νέων μετοχών ή ενδεχομένως του επιτοκίου και η απόφαση της ιδιαίτερης συνέλευσης των μετόχων που θίγονται από την αύξηση κεφαλαίου.
 

Επί του άρθρου 26: Επαναλαμβάνονται κατά βάση οι ρυθμίσεις του άρθρου 13 του κ.ν. 2190/1920 για το δικαίωμα προτίμησης, εναρμονίζεται όμως η ρύθμιση με την οδηγία σε σχέση με το δικαίωμα προτίμησης των μετόχων και σε περίπτωση έκδοσης ομολογιών μετατρέψιμων σε μετοχές. Παρέχεται επίσης δυνατότητα να ορίζεται ότι οι μέτοχοι που άσκησαν το δικαίωμα προτίμησης έχουν δικαίωμα προτίμησης «δευτέρου βαθμού» στις αδιάθετες μετοχές.
 

Επί τον άρθρου 27: Το άρθρο αυτό ρυθμίζει τα του περιορισμού ή και κατάργησης του δικαιώματος προτίμησης. Νέα είναι η ρύθμιση, σε αρμονία με το άρθρο 72 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132, κατά την οποία η εξουσία κατάργησης ή περιορισμού του δικαιώματος προτίμησης μπορεί να παρασχεθεί και στο δ.σ. ή τη γ.σ., που αποφασίζουν το μεν πρώτο με πλειοψηφία 2/3 επί του συνόλου των μελών του (όπως δηλ. κατά το άρθρο 24 παρ. 1), η δε γ.σ. με απλή απαρτία και πλειοψηφία. Στην έκθεση θα πρέπει να εξηγείται γιατί επιλέγεται η κατάργηση του δικαιώματος να γίνει με απόφαση του δ.σ. (π.χ. λόγω κατεπείγοντος).
 

Επί του άρθρου 28: Επαναλαμβάνονται οι ρυθμίσεις του άρθρου 13α κ.ν. 2190/1920 για τη δυνατότητα μερικής κάλυψης του κεφαλαίου σε περίπτωση αύξησης. Η παρ. 3 του άρθρου 13α δεν επαναλαβάνεται, διότι η έκτακτη αύξηση του κεφαλαίου αποτελεί τροποποίηση του καταστατικού.
 

Επί του άρθρου 29: Βάση των νέων ρυθμίσεων για τη μείωση κεφαλαίου είναι το άρθρο 4 παρ. 3 επ. κ.ν. 2190/1920. Με τη ρύθμιση της παρ. 2 του νέου άρθρου διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση μείωσης του κεφαλαίου με ταυτόχρονη απόφαση για αύξησή του δεν αίρεται το δικαίωμα προτίμησης των παλαιών μετόχων, ακόμη και στην περίπτωση που μετά τη μείωση η συμμετοχή τους στο κεφάλαιο ενδεχομένως μηδενίστηκε (βλ. αντίστοιχη διάταξη στο άρθρο 732a του Ελβετικού Κώδικα των Ενοχών). Το ζήτημα είχε δημιουργήσει αμφισβητήσεις, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές η επακολουθούσα αύξηση μπορεί να προϋποθέτει μηδενισμένο κεφάλαιο. Τέλος, διεγράφη η φράση της παρ. 3 «με ποινή ακυρότητας», ώστε οι έννομες συνέπειες από την παράβαση της παρ. 3 να διέπονται πλέον από τους γενικούς κανόνες περί ελαττωματικών αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, όπως αυτοί αποτυπώνονται στα οικεία άρθρα.


Επί του άρθρου 30: Για την προστασία των δανειστών σε περίπτωση μείωσης κεφαλαίου επαναλαβάνονται οι ρυθμίσεις της παρ. 4 του άρθρου 4 κ.ν. 2190/1920, διευκρινίζονται όμως ορισμένα ερμηνευτικά ζητήματα που έχουν ανακύψει σε σχέση με τη θέση των δανειστών, ανάλογα με το αν έχουν απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες ή όχι. Συντέμνεται η προθεσμία των 60 ημερών για τις αντιρρήσεις των πιστωτών σε 40, ώστε να επιταχύνεται η διαδικασία (στην περίπτωση συγχώνευσης είναι η αντίστοιχη προθεσμία είναι 20 ημερών, βλ άρθρο 70 παρ. 2 κ.ν. 2190/1920).
 

Επί του άρθρου 31: Προβλέπεται ρητά η δυνατότητα μείωσης κεφαλαίου σε είδος, υπό την προϋπόθεση της τήρησης των διατάξεων για την αποτίμηση των εταιρικών εισφορών και των διατάξεων του άρθρου 30 για την προστασία των δανειστών. Η διαδικασία αποτίμησης δεν είναι απαραίτητη, στο μέτρο που οι μέτοχοι αποφασίζουν ομοφώνως τη μείωση του κεφαλαίου και τον τρόπο υλοποίησής της. Με τη συγκεκριμένη ρύθμιση επιδιώκεται η αποφυγή του κινδύνου καταστρατήγησης της απαγόρευσης επιστροφής στους μετόχους των εισφορών τους και προστατεύονται τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και των λοιπών μετόχων. Η παρ. 2 αφορά τη μείωση κεφαλαίου με σχηματισμό αντίστοιχου αποθεματικού. Οι νέες διατάξεις είναι εναρμονισμένες με το άρθρο 37 της «δεύτερης» εταιρικής οδηγίας (ήδη άρθρο 76 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132), προκειμένου να αποφευχθούν τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από την προηγούμενη διατύπωση της ως άνω διάταξης (παρ. 4α του άρθρου 4 κ.ν. 2190/1920).
 

Επί του άρθρου 32: Το άρθρο 32 αντιστοιχεί στο άρθρο 15α κ.ν. 2190/1920, που αναφέρεται στην απόσβεση του κεφαλαίου, στο οποίο αντιστοιχούν πλέον οι (κατά την παλαιότερη ορολογία) «μετοχές επικαρπίας». Προστίθεται η δυνατότητα της απόσβεσης με ολική ή μερική απαλλαγή των μετόχων από την υποχρέωση καταβολής καλυφθέντος και μη καταβληθέντος κεφαλαίου, κατ' αντιστοιχία προς τα ισχύοντα στη μείωση. Η παρ. 2 επισημαίνει ότι η απόσβεση δεν ταυτίζεται με τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου. Για το λόγο αυτό οι καταβολές της παρ. 3 δεν συνιστούν επιστροφή της αναλογίας των μετοχών αυτών στο κεφάλαιο ή της αναλογίας του μέρους αυτών που έχει καταβληθεί.


ΤΜΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ: Μετοχές και άλλοι τίτλοι εκδιδόμενοι από την ανώνμη εταιρεία.
 

Επί του άρθρου 33: Το άρθρο αυτό αναφέρει τα είδη των τίτλων που μπορούν να εκδοθούν από μια α.ε. Πρόκειται για τις μετοχές, τις ομολογίες, τους τίτλους κτήσης μετοχών (warrants), και τους ιδρυτικούς τίτλους. Ο κατάλογος είναι καταρχήν περιοριστικός (numerus clausus). Η δεύτερη παράγραφος επιτρέπει την έκδοση κάθε είδους τίτλου σε «κατηγορίες» (π.χ. κοινές, προνομιούχες μετοχές κλπ.), σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου και τις αποφάσεις του οργάνου που αποφασίζει για την έκδοση, ενώ η τρίτη παράγραφος επιτρέπει μια πρακτική γνωστή στις διεθνείς αγορές, τη σύνδεση (stapling) περισσότερων τίτλων που εκδίδει η εταιρεία, ώστε να μπορούν να αποκτώνται ή και να διατίθενται μόνο από κοινού. Έτσι θα μπορούσαν να συνδεθούν π.χ. κοινές με προνομιούχες μετοχές, ομολογίες με τίτλους κτήσης μετοχών, μετοχές με ομολογίες και ούτω καθεξής. Η πρακτική αυτή επιτρέπει μια χαλάρωση της αρχής του κλειστού αριθμού. Εξάλλου με τις παρ. 4 και 5 διατηρείται ο κανόνας που γίνεται δεκτός σήμερα, σύμφωνα με τον οποίο τα δικαιώματα επί των τίτλων δύνανται να διατίθενται μόνο στο σύνολό τους και ως εκ τούτου δεν μπορεί να διασπαστεί μια κινητή αξία σε επιμέρους δικαιώματα. 0 κανόνας αυτός όμως καθίσταται ενδοτικού δικαίου, στο μέτρο που επιτρέπεται διαφορετική καταστατική πρόβλεψη, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η χωριστή διάθεση ορισμένων δικαιωμάτων από μια κινητή αξία, όπως π.χ. στην περίπτωση της χωριστής διάθεσης των τοκομεριδίων μιας ομολογίας. Ειδικά όμως ως προς τις μετοχές επιτρέπεται μόνον η χωριστή διάθεση του δικαιώματος απόληψης κερδών για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα 5 έτη. Οι περιορισμοί αυτοί αναφέρονται στην εξουσία διάθεσης των οικείων δικαιωμάτων και ως εκ τούτου αφορούν μονο τις σχετικές εκποιητικές δικαιοπραξίες με αντικείμενο κινητές αξίες. Ως προς τις υποσχετικές δικαιοπραξίες ισχύει ως προς την ανάληψη των οικείων υποχρεώσεων η ελευθερία των συμβάσεων.
 

Επί του άρθρου 34: Το άρθρο αυτό περιέχει το βασικό κανόνα για τη διαίρεση του κεφαλαίου σε μετοχές, που μπορούν να ενσωματώνονται σε μετοχικούς τίτλους ή, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, να είναι άυλες.
 

Επί του άρθρου 35: Η προτεινόμενη μείωση της ελάχιστης ονομαστικής αξίας των μετοχών από 0,30 Ευρώ σε 0,04 Ευρώ αποσκοπεί στην ευχερέστερη κυκλοφορία της μετοχής και στη διευκόλυνση ορισμένων μεταβολών, όπως η μείωση κεφαλαίου μέσω μείωσης της ονομαστικής αξίας των μετοχών. Από την άλλη μεριά η ονομαστική αξία των 0,04 λεπτών του ευρώ επιτρέπει την δυνατότητα μερικής καταβολής του κεφαλαίου σύμφωνα με το άρθρο 21 (άμεση καταβολή τουλάχιστον του % της ονομαστικής αξίας με ποσό ίσο με 0,01 ευρώ).
 

Επί του άρθρου 36: Το άρθρο 36 αποδίδει το άρθρο 30 κ.ν. 2190/1920, με τη διευκρίνιση πάντως ότι, όταν υπάρχουν μετοχές διαφορετικών κατηγοριών, η αρχή της ισότητας αφορά τις μετοχές της ίδιας κατηγορίας.
 

Επί του άρθρου 37: Για λόγους πληρότητας προστίθεται άρθρο σε σχέση με τις «κοινές» μετοχές. Με τον όρο αυτό νοούνται οι μετοχές που δεν ανήκουν σε κάποια ειδική κατηγορία και βέβαια δεν πρέπει να συγχέονται με τις μετοχές σε καθεστώς «κοινωνίας», που ανήκουν δηλ. εξ αδιαιρέτου σε περισσότερους. Ως «κατηγορίες» νοούνται (εκτός από τις κοινές) οι προνομιούχες, οι εξαγοράσιμες μετοχές και οι αποσβεσμένες μετοχές. Ορίζεται επίσης ότι η εταιρεία μπορεί να έχει μια τουλάχιστον κοινή μετοχή, εννοώντας έτσι ότι, κατά τα λοιπά, η έκδοση μετοχών άλλων κατηγοριών δεν υπόκειται σε περιορισμούς.
 

Επί του άρθρου 38: Το άρθρο 38 ακολουθεί κατά βάση το άρθρο 3 κ.ν. 2190/1920 για τις προνομιούχες μετοχές. Διευκρινίζεται ότι δικαίωμα πολλαπλής ψήφου δεν επιτρέπεται. Καταργείται η υποχρέωση αναγραφής των όρων του προνομίου στους τίτλους των προνομιούχων μετοχών, δεδομένης της ευκολίας αναζήτησης του καταστατικού στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. Επίσης προβλέπεται η (υπό προϋποθέσεις) δυνατότητα έκδοσης νέων προνομιούχων μετοχών, τροπής κοινών μετοχών σε προνομιούχες ή προνομιούχων σε προνομιούχες άλλης κατηγορίας, με διαφύλαξη όμως των δικαιωμάτων των μετόχων και τυχόν θίγόμενων κατηγοριών αυτών.


Επί του άρθρου 39: Με το παρόν άρθρο ρυθμίζεται ο θεσμός των εξαγοράσιμων μετοχών. Ακολουθούνται κατά βάση οι υφιστάμενες ρυθμίσεις του κ.ν. 2190/1920, με ορισμένες τροποποιήσεις. Κατά πρώτον, διευκρινίζεται ότι είναι δυνατή η εξαγορά εξαγοράσιμων μετοχών και με το προϊόν μείωσης κεφαλαίου. Εισάγεται επίσης η δυνατότητα έκδοσης εξαγοράσιμων μετοχών που εξαγοράζονται με δήλωση του μετόχου. Κατά τούτο, στις εξαγοράσιμες μετοχές μπορεί να προβλέπεται δικαίωμα προαίρεσης αγοράς από την εταιρεία (callable shares) ή δικαίωμα προαίρεσης πώλησης του μετόχου (puttable shares) ή και τα δύο. Στην περίπτωση άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης πώλησης από τους μετόχους η εξαγορά είναι υποχρεωτική για την εταιρεία μόνον εφόσον υπάρχουν ποσά από την εταιρική περιουσία που μπορούν να διανεμηθούν σύμφωνα με τα άρθρα 159 και 160, δεδομένου ότι η εταιρεία δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αυξήσει ή να μειώσει το κεφάλαιό της, προκειμένου να ικανοποιήσει τους μετόχους των εξαγοράσιμων μετοχών. Με την παρ. 5 ορίζεται ότι στις εξαγορασθείσες μετοχές εφαρμόζεται το καθεστώς των ιδίων μετοχών όσον αφορά τη νομική τους μεταχείριση. Συνεπώς ακυρώνονται υπό τους όρους και στις προθεσμίες του άρθρου 49. Τέλος, η παρ. 6 ρυθμίζει τη δυνατότητα μετατροπής κοινών μετοχών σε εξαγοράσιμες.
 

Επί του άρθρου 40: Το άρθρο αυτό αναφέρεται στις ονομαστικές και τις ανώνυμες μετοχές και τους μετοχικούς τίτλους. Πλέον προβλέπεται η κατάργηση των ανωνύμων μετοχών για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, ενώ εισάγεται μεταβατική διάταξη (στο άρθρο 184) για τις υφιστάμενες ανώνυμες μετοχές. Στην παρ. 2 περιέχονται διατάξεις για το ειδικό βιβλίο μετόχων και προστίθενται η δυνατότητα τήρησης του βιβλίου αυτού από κεντρικό αποθετήριο τίτλων, πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, καθώς και η δυνατότητα ηλεκτρονικής τήρησης του βιβλίου. Εξάλλου για τη διευκόλυνση των εταιρειών, ιδίως των πολύ μετοχικών, που επιθυμούν να τηρούν το βιβλίο μετόχων ηλεκτρονικά, και των εταιρειών που εισάγουν τις μετοχές τους σε αλλοδαπές ρυθμιζόμενες αγορές ή πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης, προτείνονται ορισμένες βελτιώσεις, ιδίως η δυνατότητα ακινητοποίησης μετοχών. Σημειώνεται ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων (L257/28.8.2014) προβλέπει την έκδοση ή τήρηση των «εισηγμένων» τίτλων σε λογιστική μορφή είτε με τη μορφή της ακινητοποίησης, είτε με αυτήν της άμεσης αποϋλοποίησης (βλ σημείο 11 του προοιμίου και άρθρα 2 παρ. 1 σημ. 3 και 3 παρ. 1). Μέχρι σήμερα το ελληνικό δίκαιο προβλέπει για τις ελληνικές εταιρείες μόνο την άμεση αποϋλοποίηση. Με τη νέα διάταξη του άρθρου 40 και την αντίστοιχη του άρθρου 59 για τις ομολογίες δίνεται η δυνατότητα στις ελληνικές εταιρείες να κάνουν χρήση και των δύο δυνατοτήτων που προβλέπει ο Κανονισμός. Βασική διαφοροποίηση από το προηγούμενο καθεστώς του ν. 2190/1920 είναι ότι σε περίπτωση που έχουν εκδοθεί μετοχές σε λογιστική μορφή, μέτοχος έναντι της εταιρείας θεωρείται όχι αποκλειστικά ο εγγεγραμμένος στο μητρώο κεντρικού αποθετηρίου τίτλων, αλλά και ο ταυτοποιούμενος ως τέτοιος μέσω των εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών. Η εν λόγω διάταξη ουσιαστικά συνιστά παραπομπή στις διατάξεις της ειδικής νομοθεσίας που διέπει τη λειτουργία των κινητών αξιών σε λογιστική μορφή και αποτελούν προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις του παραπάνω Κανονισμού (ΕΕ) 909/2014), με τον οποίο καθίσταται υποχρεωτική και στην ελληνική έννομη τάξη η παροχή δυνατότητας τήρησης κινητών αξιών σε λογιστική μορφή και σε συλλογικούς λογαριασμούς. Τέλος δεν προβλέπονται προσωρινοί τίτλοι, που λόγω της τεχνολογίας δεν διακρίνονται πλέον από τους οριστικούς.
 

Επί του άρθρου 41: Με την πρώτη παράγραφο του προτεινόμενου άρθρου τίθεται ο γνωστός κανόνας της δυνατότητας ελεύθερης μεταβίβασης των μετοχών. Στην παρ. 2 ορίζεται η διαδικασία καταχώρισης στο βιβλίο σε κάθε περίπτωση μεταβίβασης. Η καταχώριση πρέπει να υπογράφεται από τα μέρη (μεταβιβάζοντα και αποκτώντα), προβλέπεται όμως η (υπό προϋποθέσεις) δυνατότητα ανυπόγραφης καταχώρισης. Με την παρ. 3 , προβλέπεται ο τρόπος μεταβίβασης μετοχών σε λογιστική μορφή (βλ. και άρθρο 40 παρ. 7).
 

Επί του άρθρου 42: Στο άρθρο αυτό διευκρινίζεται ο τρόπος καταχώρισης στο ειδικό βιβλίο ή το μητρώο της καθολικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής επί των μετοχών. Η διάταξη αποδίδει και τις δυνατότητες που παρέχει (ιδίως) ο Κανονισμός (ΕΕ) 909/2014 της 23ης Ιουλίου 2014.
 

Επί του άρθρου 43: Σε σχέση με τις δεσμευμένες μετοχές το άρθρο 43 αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό το άρθρο 3 κ.ν. 2190/1920, προσθέτει όμως διατάξεις για την περίπτωση καθολικής και οιονεί καθολικής διαδοχής, κατάσχεσης και πτώχευσης. Μάλιστα το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι κατά την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς όρους μεταβίβασης για μετόχους ή κατηγορίες μετόχων.


Επί του άρθρου 44: Η διάταξη αντιστοιχεί στο άρθρο 86 Ν. 4072/2012 για την ΙΚΕ. Δίνει τη δυνατότητα σύναψης συμφωνίας των μετόχων, μεταξύ τους ή με τρίτους, για την παροχή δικαιώματος προαίρεσης αγοράς (call option) ή πώλησης (put option) ονομαστικών μετοχών. Στο παραπάνω πλαίσιο εκτελεστές θα είναι και συμφωνίες υποχρέωσης (drag along) ή δικαιώματος (tag along) της μειοψηφίας να πωλήσει μαζί με την πλειοψηφία, ακόμη και αν δεν προβλέπονται οι σχετικοί όροι στο καταστατικό (όπως κατά το άρθρο 43). Η συμφωνία καταγράφεται στο βιβλίο ή το μητρώο. Αν τούτο συμβεί, το δ.σ. ή ο τηρών το μητρώο θα καταχωρίσουν τη μεταβολή του μετόχου μόλις βεβαιωθούν για τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων. Εξάλλου, και προκειμένου να παρασχεθεί μεγαλύτερη ασφάλεια στο δικαίωμα προαίρεσης, δίδεται η δυνατότητα να ορισθεί και να μνημονευθεί στο  βιβλίο μετόχων ή το μητρώο ότι, ενόσω υπάρχει εκκρεμότητα, οι μετοχές που είναι αντικείμενο τούτου, είναι αμεταβίβαστες.
 

Επί των άρθρων 45, 46 και 47 (εξαγορές): Τα άρθρα αυτά αφορούν τις τρεις μορφές εξαγορών, τις οποίες ρυθμίζουν τα άρθρα 49α, 49β και 49γ κ.ν. 2190/1920, αντίστοιχα. Διατηρήθηκαν οι παλιές ρυθμίσεις με ελάχιστες φραστικές μεταβολές και ερμηνευτικές διασαφηνίσεις. Αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, που στις περιπτώσεις των άρθρων 45 και 46 κρίνει κατά την τακτική διαδικασία, ενώ στην περίπτωση του άρθρου 47 με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
 

Επί τον άρθρου 48: Διατηρούνται οι ρυθμίσεις του άρθρου 15β κ.ν. 2190/1920.
 

Επί του άρθρου 49: Διατηρούνται οι ρυθμίσεις των παρ. 1 έως 7 του άρθρου 16 κ.ν. 2190/1920. Όμως αντί των διοικητικών ποινών (προστίμων), που προέβλεπαν οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 16 υπάρχει πλέον ποινική διάταξη (άρθρο 171).
 

Επί του άρθρου 50: Διατηρούνται οι ρυθμίσεις των παρ. 8 έως 9 του άρθρου 16 κ.ν. 2190/1920. Η περ. δ' της παρ. 8 του άρθρου 16 δεν επαναλαμβάνεται λόγω της μεταβολής των λογιστικών κανόνων (βλ Ν. 4308/2014, Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα, με τον οποίο καταργήθηκε το άρθρο 16 παρ. 8 περ. δ’). Διευκρινίζεται ότι ο μη υπολογισμός των ιδίων μετοχών για το σχηματισμό απαρτίας (παρ. 1 α') σημαίνει ότι αυτές δεν υπολογίζονται ούτε στον αριθμητή ούτε στον παρανομαστή του κλάσματος.
 

Επί του άρθρου 51: Το άρθρο αυτό φορά την παροχή πιστώσεων για απόκτηση ιδίων μετοχών (financial assistance). Αντιστοιχεί στο άρθρο 16α κ.ν. 2190/1920.
 

Επί του άρθρου 52: Αντιστοιχεί στο άρθρο 17 κ.ν. 2190/1920 με ορισμένες διορθώσεις στις παραπομπές.
 

Επί του άρθρου 53: Με το άρθρο αυτό ρυθμίζεται το ζήτημα της κοινωνίας επί μετοχών, όπως περίπου έχει διαμορφωθεί στην πράξη. Το «αδιαίρετο» της μετοχής αναφέρεται στο ανεπίτρεπτο είτε να διαιρεθεί σε μικρότερες «υπό-μετοχές» είτε να διασπασθούν τα εξ αυτής δικαιώματα. Επιφυλάσσεται όμως το άρθρο 33 παρ. 5. Ορίζεται επίσης ότι οι συγκύριοι των μετοχών οφείλουν να υποδείξουν κοινό εκπρόσωπο, άλλως να ζητήσουν το δικαστικό διορισμό διαχειριστή των κοινών μετοχών, σύμφωνα με το άρθρο 790 ΑΚ, άλλως τα δικαιώματα εκ των μετοχών αναστέλλονται.

Επί του άρθρου 54: Το άρθρο αντιστοιχεί στο άρθρο 30α κ.ν. 2190/1920 (ρύθμιση για ενέχυρο και επικαρπία) και εναρμονίζεται με τα άρθρα 1177 και 1245 ΑΚ. Με αντίθετη συμφωνία θα μπορεί να μεταφέρεται το δικαίωμα ψήφου στον ψιλό κύριο ή τον ενεχυρούχο δανειστή, μπορεί όμως να προβλέπονται και άλλα, π.χ. η από κοινού άσκηση. Διευκρινίζεται ότι το πρόσωπο που έχει το δικαίωμα ψήφου έχει και τα λοιπά μη περιουσιακά δικαιώματα (εννοείται το δικαίωμα παράστασης στη γενική συνέλευση, λήψης πληροφοριών, ακύρωσης απόφασης γενικής συνέλευσης, κλπ.). Τα περιουσιακά δικαιώματα καθορίζονται από το δίκαιο του ενεχύρου και της επικαρπίας.


 

Επί τον άρθρου 55: Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί στο άρθρο 12α κ.ν. 2190/1920. Εννοείται ότι αν η εταιρεία είναι βέβαιη για την ταυτότητα του μετόχου (κάτι που θα συμβαίνει στο μέτρο που οι μετοχές είναι - μάλιστα από 1.1.2020 υποχρεωτικά - ονομαστικές) μπορεί να εκδώσει νέο τίτλο χωρίς την τήρηση της δικαστικής διαδικασίας.
 

Επί των άρθρων 56-58 (τίτλοι κτήσης μετοχών): Προτείνεται η εισαγωγή στο ελληνικό δίκαιο του γνωστού διεθνώς θεσμού των warrants με αντικείμενο μετοχές, που μπορεί να επιτρέψει την άντληση χρημάτων από επιχειρήσεις, ιδίως αναπτυσσόμενες. Προτείνεται η χρήση του όρου «τίτλοι κτήσης μετοχών», που είναι παρεμφερής του ήδη γνωστού όρου «τίτλοι παραστατικοί δικαιωμάτων κτήσης μετοχών» (πρβλ. το άρθρο 7 § 4 Ν. 3864/2010, προστεθέν με το άρθρο 9 § 6 Ν. 4051/2012). Οι νέοι τίτλοι παρέχουν το δικαίωμα στον κάτοχό τους να αποκτήσει μετοχές που εκδίδονται από την εταιρεία έναντι καταβολής ορισμένου ποσού κατά την άσκηση του δικαιώματος. Η εταιρεία είναι δυνατό να λαμβάνει αντάλλαγμα ακόμη και κατά την έκδοση και διάθεση των τίτλων κτήσης μετοχών. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης του χρόνου άσκησης του δικαιώματος το εν λόγω αντάλλαγμα δεν επιστρέφεται. Δεν αποκλείεται, πάντως, η έκδοση τίτλων κτήσης μετοχών χωρίς (ή με συμβολικό) χρηματικό αντάλλαγμα, προκειμένου π.χ. να δοθεί κίνητρο σε ένα πρόσωπο να προβεί σε ορισμένη σημαντική συναλλαγή με την εταιρεία.
 

Επί του άρθρου 56: Το άρθρο 56 ρυθμίζει την έκδοση των τίτλων κτήσης μετοχών και προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα εισαγωγής τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ. Οι διατάξεις για την αρμοδιότητα έκδοσης των τίτλων διαμορφώνονται κατά το πρότυπο των αντίστοιχων ρυθμίσεων σχετικά με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Δεδομένου ότι η έκδοση των τίτλων κτήσης μετοχών μπορεί να περιορίσει μελλοντικά το ποσοστό συμμετοχής των υφιστάμενων μετόχων, στους τελευταίους παρέχεται, σύμφωνα και με τις διατάξεις της «δεύτερης Οδηγίας» (βλ. ήδη άρθρο 72 παρ. 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132), η ίδια προστασία που παρέχεται σε σχέση με την αύξηση του κεφαλαίου και την έκδοση μετατρέψιμων ομολογιών. Ειδικότερα: (α) Η έκδοση τίτλων κτήσης μετοχών αποφασίζεται από τη γ.σ. με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, παρέχεται όμως η δυνατότητα έκδοσης τίτλων με τις προϋποθέσεις της έκτακτης αύξησης κεφαλαίου, (β) Για την έκδοση τίτλων κτήσης μετοχών παρέχεται δικαίωμα προτίμησης στους υφιστάμενους μετόχους, το οποίο μπορεί να αποκλειστεί μόνο υπό τους όρους που προβλέπονται για τον αποκλεισμό του δικαιώματος προτίμησης κατά την αύξηση κεφαλαίου. Οι μετοχές που θα προκύπτουν από την άσκηση του δικαιώματος καθορίζονται ως προς την κατηγορία τους από το καταστατικό. Αν εκδίδονται τίτλοι που παρέχουν δικαίωμα για έκδοση μετοχών διαφορετικής κατηγορίας (λ.χ. προνομιούχες μετοχές, εξαγοράσιμες μετοχές) σε σχέση με τα προβλεπόμενα από το καταστατικό της α.ε., θα πρέπει με αμέσως προηγούμενη απόφαση (που ασφαλώς μπορεί να λάβει χώρα στο πλαίσιο της ίδιας, καταστατικής, γενικής συνέλευσης που αποφασίζει την έκδοση των τίτλων) να τροποποιηθεί το καταστατικό. Ειδικότερα ζητήματα όπως η μερική κάλυψή της και η δημοσιότητα της έκδοσης, καθώς και το καθεστώς ονομαστικοποίησης και μεταβίβασης των τίτλων, ρυθμίζονται κατ’ αναλογία προς τα ισχύοντα στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και τις μετοχές, αντίστοιχα.
 

Επί τον άρθρου 57: Το άρθρο 57 ρυθμίζει τα ζητήματα απόκτησης ιδίων τίτλων κτήσης μετοχών και συναφή θέματα. Η πρωτότυπη απόκτηση από την ίδια την εταιρεία απαγορεύεται, καθώς και η ενεχυρίαση των τίτλων για την εξασφάλιση δανείων ή άλλων απαιτήσεων της εκδότριας. Όσον αφορά την παροχή πιστώσεων από την εκδότρια προς τρίτους για την απόκτηση τίτλων της εφαρμόζεται αναλόγως η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 51, που έχει αντικείμενο μετοχές της εκδότριας. Η παράγωγη απόκτηση ιδίων τίτλων κτήσης μετοχών επιτρέπεται, αλλά υπό ειδικούς όρους. Συνήθως θα αποσκοπεί στην ακύρωση των τίτλων ή επαναδιάθεσή τους με συγκεκριμένο τρόπο. Αρμόδιο για τη λήψη της σχετικής απόφασης ορίζεται το δ.σ., ως συλλογικό όργανο, το οποίο με την απόφασή του θέτει χρονικά και οικονομικά όρια όσον αφορά τις προβλεπόμενες αποκτήσεις και αιτιολογεί την εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος μέσω αυτών. Θα πρέπει να τηρείται η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των κατόχων τίτλων που βρίσκονται στην ίδια θέση, ενώ, σε περίπτωση που η απόκτηση των τίτλων λαμβάνει χώρα με επαχθή αιτία, προσαπαιτείται έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας για το εύλογο του ανώτατου ορίου της αξίας απόκτησης των τίτλων από την εταιρεία. Η απόκτηση των τίτλων δεν επιτρέπεται να οδηγεί σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε ποσό κατώτερο του οριζομένου στην παρ. 1 του άρθρου 159. Εάν αποκτήθηκαν τίτλοι κτήσης μετοχών κατά παράβαση των ορισμών του νόμου, αυτοί πρέπει να μεταβιβασθούν εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από το χρόνο απόκτησής τους, διαφορετικά ακυρώνονται. Η παράβαση των όρων απόκτησης ιδίων τίτλων κτήσης μετοχών τιμωρείται ποινικά, με βάση τη νέα διάταξη του άρθρου 177.
 

Επί του άρθρου 58: Η άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης το οποίο ενσωματώνουν οι τίτλοι κτήσης μετοχών γίνεται κατά τρόπο καταρχήν αντίστοιχο με την άσκηση του δικαιώματος μετατροπής μετατρέψιμων ομολογιών. Συγκεκριμένα η άσκηση του δικαιώματος γίνεται με μονομερή δήλωση του δικαιούχου του τίτλου κτήσης μετοχών προς την εταιρεία, επιπρόσθετα όμως απαιτείται και καταβολή του σχετικού ποσού, οπότε και χωρίς άλλη ενέργεια της εταιρείας επέρχεται αύξηση του κεφαλαίου με την έκδοση νέων μετοχών. Η άσκηση του δικαιώματος δεν επιτρέπεται προκειμένου για τυχόν ίδιους τίτλους κτήσης μετοχών ή τίτλους κτήσης μετοχών της μητρικής εταιρείας. Λόγω της απαγόρευσης έκδοσης μετοχών υπό το άρτιο, το άθροισμα του ποσού που καταβάλλεται κατά την άσκηση του δικαιώματος ορισμένου τίτλου και του τυχόν ποσού που καταβλήθηκε κατά την έκδοσή του δεν επιτρέπεται να υπολείπεται της ονομαστικής αξίας των μετοχών που εκδίδονται. Επιπρόσθετα, δεν επιτρέπεται μερική καταβολή του ποσού για την απόκτηση των μετοχών που εκδίδονται κατά την άσκηση του δικαιώματος. Το ποσό που καταβάλλεται στην εταιρεία κατά την απόκτηση των τίτλων καταχωρίζεται σε σχηματιζόμενο αποθεματικό «από την έκδοση τίτλων κτήσης μετοχών» το οποίο δεν μπορεί να διανεμηθεί, δεν θίγεται ακόμη και σε περίπτωση απόκτησης ιδίων τίτλων, και, σε περίπτωση απόσβεσης των δικαιωμάτων, προσαυξάνει το αποθεματικό από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο. Σε περίπτωση απόκτησης ιδίων τίτλων, το τυχόν προκύπτον κέρδος ή ζημία της εταιρείας κατά τους εφαρμοστέους λογιστικούς κανόνες με βάση την αποτίμηση των τίτλων, καταχωρίζεται στο αποθεματικό από την αποτίμηση χρεογράφων.
 

Επί των άρθρων 59-74 (ομολογιακά δάνεια): Στο Κεφάλαιο Δ' ρυθμίζονται οι ομολογίες που μπορεί να εκδώσει η α.ε. 0 ν. 3156/2003 χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τις ελληνικές επιχειρήσεις κατά τα 15 έτη εφαρμογής του και ως εκ τούτου πρέπει να θεωρηθεί πετυχημένος. Ενδείκνυται όμως η ενσωμάτωσή του στο νόμο για τις ανώνυμες εταιρείες καθώς και η αναθεώρηση ορισμένων διατάξεων, ώστε οι ρυθμίσεις αφενός μεν να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, αφετέρου δε να προσεγγίσουν τα κρατούντα στις διεθνείς αγορές. Αυτό καθίσταται ακόμη περισσότερο αναγκαίο υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης και έλλειψης ρευστότητας, οπότε η διευκόλυνση της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα.
 

Επί του άρθρου 59: Το άρθρο αυτό και το επόμενο αντιστοιχούν στο άρθρο 1 ν. 3156/2003, με τις ακόλουθες διευκρινίσεις: (α) Διευκρινίζεται (μετά και την γνωμοδότηση ΝΣΚ 43/2018) ότι το ομολογιακό δάνειο δεν χάνει το χαρακτήρα του ως ομολογιακού λόγω του ότι ενσωματώνεται σε μια ομολογία ή ότι ομολογιούχος είναι ένα πρόσωπο, (β) Διευκρινίζεται επίσης ότι οι ομολογίες μπορούν να εισάγονται σε κάθε ρυθμιζόμενη αγορά, πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ) ή μηχανισμό οργανωμένης διαπραγμάτευσης (ΜΟΔ)και όχι μόνο στις αγορές που λειτουργούν στην Ελλάδα. Διαφορετική ρύθμιση θα προσέκρουε στο δίκαιο της ΕΕ. (γ) Ως προς τους μετόχους της εταιρείας η έκδοση ενός κοινού ομολογιακού δανείου δεν διαφέρει από τη λήψη ενός κοινού δανείου. Δεν είναι συνεπώς εύλογο να απαιτείται απόφαση γενικής συνέλευσης για την έκδοση ομολογιακού δανείου, πλην του μετατρέψιμου και του κερδοφόρου, για τα οποία ισχύουν ειδικές διάταξεις. Ο ν. 3156/2003 αναγνώρισε την παραπάνω σκέψη επιτρέποντας στο καταστατικό να προβλέψει την έκδοση των ομολογιακών δανείων με απόφαση του δ.σ. Όμως η γενική ρύθμιση εξακολουθεί να ορίζει ως αρμόδιο όργανο τη γ.σ. Με το παρόν νομοσχέδιο προτείνεται η κατάργηση των σχετικών ρυθμίσεων (ήτοι των παλαιών παρ. 2 και 3 τελευταίο εδάφιο του άρθρου 1 ν. 3156/2003), ώστε να είναι πλέον αρμόδιο το δ.σ. ή ενδεχομένως οι υποκατάστατοι που αυτό ορίζει, κατά τις γενικές διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου. Είναι αυτονόητο ότι όπου οι μέτοχοι το επιθυμούν, μπορούν να περιορίσουν την εξουσία αυτή με το καταστατικό. Συνεπώς, ο νέος κανόνας έχει πρακτική σημασία μόνο στις περιπτώσεις που το καταστατικό σιωπά για το συγκεκριμένο ζήτημα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί ομολογιακών δανείων εμπίπτουν και οι τίτλοι μικρής διάρκειας που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης συνήθως στη χρηματαγορά και ονομάζονται στο δίκαιο της κεφαλαιαγοράς εμπορικά γραμμάτια (commercial paper). Τυχόν εξαίρεση των βραχυπρόθεσμων τίτλων από το πεδίο εφαρμογής του νόμου θα άφηνε ρυθμιστικό κενό, αφού δεν υπάρχουν άλλες διατάξεις που να ρυθμίζουν τους τίτλους αυτούς, (γ) Στη διεθνή πρακτική συνηθίζεται να μην εκδίδονται οι ομολογίες απευθείας ως άυλες, αλλά να γίνεται αποϋλοποίηση ή ακινητοποίηση των ομολογιών με την κατάθεση συνήθως ενός τίτλου που ενσωματώνει όλες τις ομολογίες σε κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων. Η νέα παρ. 6 αποβλέπει στη δυνατότητα υιοθέτησης της πρακτικής αυτής, δηλ. της ακινητοποίησης κατά την ορολογία του Κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 (βλ. και αιτιολογική έκθεση σε σχέση με το άρθρο 40), καθώς και της αποϋλοποίησης. Η ίδια παράγραφος ορίζει ότι στην περίπτωση αυτή ομολογιούχοι θεωρούνται τα πρόσωπα που αναφέρονται στο μητρώο του κεντρικού αποθετηρίου ή οι ταυτοποιούμενοι ως ομολογιούχοι μέσω των εγγεγραμμένων διαμεσολαβητών. Σημειώνεται ότι τα πρόσωπα αυτά ενδέχεται να μην είναι οι τελικοί δικαιούχοι των ομολογιών, καθώς οι ομολογίες μπορεί να κατέχονται στο όνομα πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων για λογαριασμό πελατών τους. Η περίπτωση αυτή και μηχανισμοί προστασίας των τελικών δικαιούχων προβλέπονται στο εποπτικό δίκαιο των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων (βλ. άρθρο 145 παρ. 3 ν. 4261/2014, άρθρα 16 παρ. 8, 12 και 13, 90 παρ. 6 και 91 παρ. 4 ν. 4514/2018) καθώς και στον Κανονισμό (ΕΕ) 909/2014 (ιδίως άρθρο 38).


Επί του άρθρου 60: Με το άρθρο αυτό εισάγονται οι ακόλουθες νέες ρυθμίσεις: (α) Τα ομολογιακά δάνεια που καλύπτονται από τράπεζες δεν υπόκεινται στο ανώτατο δικαιοπρακτικό επιτόκιο. Ήδη με τον ν. 4416/2016 η ίδια ρύθμιση προβλέφθηκε για τα ομολογιακά δάνεια που εισάγονται σε ρυθμιζόμενη αγορά ή καλύπτονται αποκλειστικά από επαγγελματίες επενδυτές. Δεδομένου ότι το ανώτατο δικαιοπρακτικό επιτόκιο τίθεται για προστασία του οφειλέτη και όχι του δανειστή δεν είναι εύλογο να γίνεται διάκριση ανάλογα με την ιδιότητα των ομολογιούχων και ως εκ τούτου προτείνεται η απελευθέρωση του επιτοκίου για όλα τα ομολογιακά δάνεια. Εννοείται ότι σε κάθε περίπτωση, οι συμφωνίες περί επιτοκίου υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο με βάση τα άρθρα 178, 179 και 281 ΑΚ. (β) Στη διεθνή πρακτική έχει δημιουργηθεί μια μορφή ομολογιακών δανείων που ονομάζονται ομολογίες πληρωμής σε είδος (payment in kind - «ΡΙΚ- bonds»). Τη δυνατότητα υιοθέτησης αυτού του χρηματοδοτικού εργαλείου, που είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για νέες επιχειρήσεις που δεν έχουν ακόμη ισχυρές ταμειακές ροές, επιτρέπει η προτεινόμενη περίπτωση (α) της παρ. 2. (γ) Το τραπεζικό δίκαιο προβλέπει ομολογιακά δάνεια χωρίς ημερομηνία λήξεως («perpetual bonds»). Το χρηματοδοτικό αυτό εργαλείο είναι ενδεχόμενο να είναι χρήσιμο και για άλλες επιχειρήσεις πλην των τραπεζών και προβλέπεται με την προτεινόμενη περίπτωση (β) της παρ. 2. (δ) Στη διεθνή πρακτική έχει δημιουργηθεί ο θεσμός ομολογιακών δανείων στα οποία προβλέπεται ότι δεν καταβάλλεται τόκος ή και κεφάλαιο, αν επέλθει ένας κίνδυνος, συνήθως μια φυσική καταστροφή που δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική αγορά. Πρόκειται για τις λεγόμενες «ομολογίες καταστροφής» (catastrophe bonds), που επιτρέπουν τη διασπορά του κινδύνου σε πληθώρα ομολογιούχων. Το χρηματοδοτικό αυτό εργαλείο και άλλα που ενδέχεται να δημιουργηθούν στην πράξη προβλέπεται με την προτεινόμενη περίπτωση (γ) της παρ. 2. Ταυτόχρονα, η διάταξη αυτή καλύπτει τις ανάγκες του άρθρου 54 παρ. 1 στοιχ. (δ) του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, έτσι ώστε ομολογίες να μπορούν να θεωρηθούν πρόσθετα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 των πιστωτικών ιδρυμάτων, (ε) Με την προτεινόμενη νέα παρ. 4 του άρθρου 60 δίνεται μεγαλύτερη ευχέρεια στο πρόγραμμα να καθορίσει τον τρόπο απόδειξης της ιδιότητας του ομολογιούχου σε αντικατάσταση των υπερβολικά περιοριστικών της συμβατικής ελευθερίας παλαιών παρ. 5 και 6 του άρθρου 1 ν. 3156/2003. (στ) Με την παρ. 5 διασφαλίζεται ότι στις περιπτώσεις που δεν απαιτείται από τον νόμο η έκδοση ενημερωτικού δελτίου, οι υποψήφιοι ομολογιούχοι θα έχουν τουλάχιστον πρόσβαση στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εκδότριας για την τελευταία τριετία, εφόσον υπάρχουν, (ζ) Δεδομένου ότι ο νόμος προβλέπει περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας ομολογιούχος στερείται του δικαιώματος ψήφου, διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση αυτή οι αντίστοιχες ομολογίες δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της πλειοψηφίας των 2/3 που απαιτείται για την τροποποίηση του δανείου με όρους που είναι δυσμενέστεροι των αρχικών, (η] Κατά το πρότυπο του γερμανικού νόμου περί ομολογιακών δανείων προστίθεται για λόγους ασφάλειας δικαίου ενδεικτικός κατάλογος των θεμάτων, για τα οποία μπορεί να αποφασίζει η συνέλευση των ομολογιούχων. Είναι αυτονόητο ότι το πρόγραμμα μπορεί να προβλέπει αυξημένη πλειοψηφία ή και ομοφωνία για ορισμένα ή όλα τα θέματα αυτά.
 

Επί του άρθρου 61: Η παρ. 1 του άρθρου 61 αποτελεί επανάληψη της παρ. 1 του άρθρου 2 ν. 3156/2003. Η παρ. 2 καλύπτει κενό στη ρύθμιση του ν. 3156/2003 ορίζοντας πώς γίνεται η μεταβίβαση των ομολογιών.
 

Επί του άρθρου 62: Οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού αντιστοιχούν στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 2 ν. 3156/2003. Η παρ. 2 του άρθρου αυτού, που αντιστοιχεί στην παρ. 1 του προτεινόμενου άρθρου, προέβλεπε τη λήψη απόφασης από το δ.σ. για την κτήση ιδίων ομολογιών. Όμως αυτό δεν είναι απαραίτητο και δεν επαναλήφθηκε στη νέα διάταξη, δεδομένου ότι πρόκειται για διαχειριστική πράξη που δεν θα απαιτεί κατ' ανάγκη συλλογική ενέργεια του δ.σ. Η παρ. 3 του άρθρου 2 ν. 3156/2003 επέτρεπε κατ’ εξαίρεση τη μετατροπή ομολογιών από την εκδότρια, όταν κατά το χρόνο μετατροπής συντρέχουν γι' αυτήν οι προβλεπόμενες από την ισχύουσα νομοθεσία προϋποθέσεις για την κτήση ιδίων μετοχών. Ωστόσο η μετατροπή των μετατρέψιμων ομολογιών που έχουν αποκτηθεί από την εκδότρια ισοδυναμεί με κάλυψη των μετοχών από την εκδότρια, αφού οι μετοχές γεννώνται στο όνομα και για λογαριασμό της και συνεπώς απαγορεύεται κατά το άρθρο 20 παρ. 1 της «δεύτερης» εταιρικής οδηγίας. Για το λόγο δεν επαναλήφθηκε η δυνατότητα αυτή.


Επί του άρθρου 63: Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί στο άρθρο 3 ν. 3156/2003 και επιφέρει τις ακόλουθες κύριες μεταβολές στις ισχύουσες ρυθμίσεις: (α) Δεδομένου ότι πλέον η αποϋλοποίηση δεν συνδέεται υποχρεωτικά με εισαγωγή σε ρυθμιζόμενη αγορά, δεν έχει νόημα να συνδέεται η υποχρεωτική συγκρότηση των ομολογιούχων σε ομάδα με την αποϋλοποίηση, όπως κατά το άρθρο 3. Συνεπώς προτείνεται να είναι υποχρεωτική η οργάνωση των ομολογιούχων σε ομάδα όταν το ομολογιακό δάνειο εισάγεται σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ. Εξαίρεση προβλέπεται για την περίπτωση βραχυπρόθεσμων τίτλων, στην περίπτωση των οποίων δεν είναι αναγκαία η συγκρότηση σε ομάδα, επειδή δεν παρίσταται ανάγκη τροποποίησης των όρων τους, (β) Τίθεται ανώτατο όριο στην πλειοψηφία που μπορεί να απαιτείται κατά τους όρους του δανείου για τη σύναψη συμφωνίας εξυγίανσης ή την παροχή ψήφου υπέρ σχεδίου αναδιοργάνωσης, ώστε να μη δυσχεραίνεται υπέρμετρα η σύναψη συμφωνιών εξυγίανσης και η έγκριση σχεδίων αναδιοργάνωσης, (γ) Καταργείται η απαγόρευση της μετατροπής ομολογιών σε μετοχές με απόφαση της συνέλευσης των ομολογιούχων ως περιττός περιορισμός στην ελευθερία των συναλλαγών. Όπου οι συναλλασσόμενοι δεν επιθυμούν να υπάρχει η δυνατότητα αυτή, δύνανται να προβλέψουν αυξημένη πλειοψηφία ή και ομοφωνία ως προϋπόθεση, προκειμένου να λάβει σχετική απόφαση η συνέλευση των ομολογιούχων, (δ) Ο απόλυτος αποκλεισμός του δικαιώματος ψήφου σε σχέση με ομολογιούχους που είναι ταυτόχρονα μέτοχοι κατά 25% της εκδότριας είναι προβληματικός σε περίπτωση ομολογιακών δανείων που καλύπτονται από μετόχους. Από την άλλη πλευρά είναι ενδεχόμενο τα μέρη να κρίνουν σκόπιμο να αποκλείσουν το δικαίωμα ψήφου σε ευρύτερο κύκλο συνδεόμενων με την εταιρεία προσώπων. Για τους λόγους αυτούς προτείνεται να αφεθεί το σχετικό ζήτημα στη συμβατική ελευθερία, με διατήρηση της υφιστάμενης απαγόρευσης μόνο για την περίπτωση των εισηγμένων ομολογιών, (ε) Το ζήτημα του δικαιώματος ψήφου στην περίπτωση επικαρπίας ή ενεχύρου ρυθμίζεται όπως στις μετοχές (άρθρο 54). (στ) Προβλέπεται η δυνατότητα αποστολής της πρόσκλησης αντί δημοσίευσής της, δυνατότητα χρήσιμη ιδίως σε περίπτωση μικρού αριθμού ομολογιούχων, (ζ) Η παρ. 5 αντιστοιχεί στην παρ. 5 του άρθρου 3 ν. 3156/2003, με την προσθήκη στην παρ. 6 της ανάλογης εφαρμογής και των διατάξεων για την ελαττωματικότητα των αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων.
 

Επί του άρθρου 64: Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί στις παρ. 1-3 του άρθρου 4 ν. 3156/2003 και επιφέρει τις ακόλουθες κύριες μεταβολές στην ισχύουσα ρύθμιση: (α) Στις διεθνείς αγορές τον ρόλο του εκπροσώπου των ομολογιούχων (κυρίως με τη μορφή εμπιστευματοδόχου - trustee) συνήθως αναλαμβάνουν εξειδικευμένα νομικά πρόσωπα που ανήκουν σε τραπεζικούς ομίλους, αλλά δεν αποτελούν τα ίδια πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων. Για το λόγο αυτόν ήδη στις διατάξεις για τις καλυμμένες ομολογίες προβλέπεται η δυνατότητα ανάθεσης του ρόλου αυτού σε νομικά πρόσωπα συνδεδεμένα με πιστωτικά ιδρύματα. Προτείνεται λοιπόν η μεταφορά της ρύθμισης αυτής και στα υπόλοιπα ομολογιακά δάνεια, (β) Επίσης, προκειμένου να αυξηθεί ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να καταστούν εκπρόσωποι των ομολογιούχων, προστίθενται εποπτευόμενα πρόσωπα που παρέχουν συναφείς υπηρεσίες, δηλαδή κεντρικά αποθετήρια αξιών, διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ), διαχειριστές εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου, πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης, καθώς και Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις του ν. 4354/2015. (γ) Όταν υπάρχει μόνο ένας ομολογιούχος, είναι εύλογο να μπορεί ο ίδιος να ορίζεται ως εκπρόσωπος και ως εκ τούτου να συμβάλλεται στις εξασφαλιστικές συμβάσεις, ακόμη και αν δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα κλπ., αφού δεν τίθεται θέμα προστασίας των ομολογιούχων, (δ) Στην περίπτωση (γ) της παρ. 3 διαγράφεται η φράση: «Για τον υπολογισμό του παραπάνω ποσοστού, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο ορισμού του εκπροσώπου και η αποτίμηση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 1969/1991», δεδομένης της κατάργησης της διάταξης, στην οποία γινόταν παραπομπή.
 

Επί του άρθρου 65: Το άρθρο αυτό επαναλαμβάνει τις παρ. 4-8 και 11 του άρθρου 4 ν. 3156/2003, χωρίς ουσιώδεις αλλαγές, πλην εκείνων της παρ. 2, που αφορούν τη συνεργασία του εκπροσώπου με το κεντρικό αποθετήριο ή τους εγγεγραμμένους διαμεσολαβητές.
 

Επί του άρθρου 66: Οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού αντιστοιχούν στις παρ. 9, 10 και 16 του άρθρου 4 ν. 3156/2003. Δεδομένου ότι στις διεθνείς αγορές οι εκπρόσωποι των ομολογιούχων δεν είθισται να ευθύνονται για κάθε αμέλεια, λόγω της δυσανάλογης με την αμοιβή τους ζημίας που μπορεί να προκληθεί από ένα σφάλμα τους, δίνεται η δυνατότητα περιορισμού της ευθύνης του εκπροσώπου με βάση τους όρους του ομολογιακού δανείου σε περίπτωση ελαφράς αμέλειας. Σημειώνεται ότι αντίστοιχη ρύθμιση περιέχεται στις διατάξεις για τις καλυμμένες ομολογίες (άρθρο 91 ν. 3601/2007 και ήδη άρθρο 152 ν. 4261/2014).
 

Επί τον άρθρου 67: Αφορά την αντικατάσταση του εκπροσώπου των ομολογιούχων και αντιστοιχεί στις ρυθμίσεις των παρ. 11-15 του άρθρου 4 ν. 3156/2003.
 

Επί του άρθρου 68: Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί στο άρθρο 5 ν. 3156/2003.
 

Επί του άρθρου 69\ Στα άρθρα 69 έως 73 ρυθμίζονται οι επιμέρους κατηγορίες των ομολογιακών δανείων. Το άρθρο 69, για το κοινό ομολογιακό δάνειο, επαναλαμβάνει το πρώτο εδάφιο του άρθρου 6 ν. 3156/2003 με τη διευκρίνιση ότι ο τόκος μπορεί να είναι καταβλητέος είτε κατά τη διάρκεια του δανείου είτε στη λήξη του. Το δεύτερο εδάφιο έχει μεταφερθεί στις γενικές ρυθμίσεις για τα ομολογιακά δάνεια (άρθρο 59 παρ. 4).
 

Επί του άρθρου 70: Το άρθρο αυτό αφορά τις ανταλλάξιμες ομολογίες και αντιστοιχεί στο άρθρο 7 ν. 3156/2003. Προτείνεταιη διεύρυνση της συμβατικής ελευθερίας των μερών με τη δυνατότητα έκδοσης υποχρεωτικώς ανταλλάξιμου ομολογιακού δανείου, ανταλλάξιμου υπό αίρεση ομολογιακού δανείου ή ανταλλάξιμου ομολογιακού δανείου, στο οποίο το δικαίωμα προαίρεσης ανταλλαγής ανήκει στην εκδότρια.
 

Επί τον άρθρου 71: Το άρθρο αυτό αφορά τις μετατρέψιμες ομολογίες και αντιστοιχεί στο άρθρο 3α κ.ν. 2190/1920, με τις ακόλουθες κύριες μεταβολές: (α) Με την προτεινόμενη διάταξη αίρονται οι αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα έκδοσης υποχρεωτικά μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου. Σημειώνεται ότι η δυνατότητα έκδοσης υποχρεωτικά μετατρέψιμων ομολογιακών δανείων προβλέπεται από τα περισσότερα ευρωπαϊκά δίκαια και συνεπώς η αμφιβολία που γεννάται από την έλλειψη ρητής διάταξης ως προς τη δυνατότητα έκδοσής τους στην Ελλάδα δημιουργεί ανταγωνιστικό μειονέκτημα στις ελληνικές εταιρείες, (β) Κατά κανόνα στις εκδόσεις μετατρέψιμων ομολογιακών δανείων προβλέπονται μηχανισμοί αναπροσαρμογής της τιμής μετατροπής σε περίπτωση εταιρικών πράξεων (π.χ. έκδοση νέων μετοχών ή άλλων γεγονότων, π.χ. υποβολής δημόσιας πρότασης). Προτείνεται να γίνει ρητή αναφορά στη δυνατότητα αυτή.
 

Επί του άρθρου 72: Το άρθρο αυτό αφορά τις κερδοφόρες ομολογίες και αντιστοιχεί στο άρθρο 3β κ.ν. 2190/1920, με τις ακόλουθες κύριες μεταβολές: (α) Το ποσοστό επί των κερδών μπορεί να λαμβάνεται και πριν από το ελάχιστο μέρισμα (πράγμα συνεπές με τη φύση των ομολογιών ως δανείου) και μπορεί να είναι το ποσοστό αυτό όχι μόνο πέραν του τόκου, αλλά και αντί αυτού, (β) Παρά το γεγονός ότι το αντάλλαγμα της ομολογίας συνδέεται με τα κέρδη της εταιρείας, η έκδοσή της δεν ισοδυναμεί με την έκδοση μετοχής - άλλωστε και οι τόκοι αφαιρούνται από τα κέρδη. Συνεπώς δεν πρέπει να απαιτείται αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία για την έκδοση των κερδοφόρων ομολογιών, (γ) Επιπλέον δεν είναι λογικό να μη μπορεί να εξουσιοδοτείται το δ.σ. για την έκδοση κερδοφόρων ομολογιών, όπως εξουσιοδοτείται για την αύξηση κεφαλαίου ή την έκδοση μετατρέψιμων ομολογιών.
 

Επί του άρθρου 73: Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί στο άρθρο 12 ν. 3156/2003 και επιφέρει τις ακόλουθες κύριες μεταβολές στην ισχύουσα ρύθμιση: (α) Διευκρινίζεται ότι η εμπράγματη ασφάλεια μπορεί να παρέχεται και πριν από την έκδοση του ομολογιακού δανείου, όπως γίνεται δεκτό και στη σχετική νομική θεωρία, (β) Παρέχεται η δυνατότητα ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων να λαμβάνει στο όνομά του ασφάλειες και υπέρ άλλων προσώπων που έχουν απαιτήσεις κατά της εκδότριας που συνδέονται με το ομολογιακό δάνειο. Η πρόταση αυτή γίνεται, επειδή είναι σύνηθες στο πλαίσιο της ίδιας χρηματοδότησης η εκδότρια να εκδίδει ομολογιακό δάνειο και να συνάπτει και άλλες συμβάσεις, όπως συμβάσεις παραγώγων, συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, συμβάσεις για την έκδοση εγγυητικών επιστολών κλπ. Στις περιπτώσεις αυτές συχνά όλοι οι πιστωτές απαιτούν να έχουν κοινές εμπράγματες ασφάλειες ώστε να επιτυγχάνεται η σύμμετρη ικανοποίησή τους, (γ] Διευκρινίζεται η δυνατότητα προσώπου που έχει εξουσίες ανάλογες με αυτές του εκπροσώπου των ομολογιούχων με οποιαδήποτε αλλοδαπή νομική κατασκευή σε ομολογιακό δάνειο που διέπεται από αλλοδαπό δίκαιο να λαμβάνει εμπράγματες ασφάλειες στο όνομά του για λογαριασμό των ομολογιούχων. Έτσι επιλύονται αμφιβολίες που θα μπορούσαν να γεννηθούν σε περίπτωση ομολογιακού δανείου που διέπεται από αλλοδαπό δίκαιο, αλλά ασφαλίζεται με εμπράγματες ασφάλειες που διέπονται από το ημεδαπό δίκαιο, (δ) Η αναφορά στον ν. 3301/2004 γίνεται μόνο για λόγους διευκρίνισης ενόψει των αναφορών στο ν.δ. 17.7-13.8/1923.
 

Επί του άρθρου 74: Το προτεινόμενο άρθρο τίθεται μόνο για λόγους διευκόλυνσης των εφαρμοστών του δικαίου παραπέμποντας στις ούτως ή άλλως ισχύουσες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
 

Επί του άρθρου 75: Η ρύθμιση για τους κοινούς ιδρυτικούς τίτλους ακολουθεί κατά βάση την παλαιά (άρθρο 15 κ.ν. 2190/1920), με τις εξής διαφορές: (α) Για λόγους προστασίας του κεφαλαίου διευκρινίζεται ότι οποιαδήποτε καταβολή προς τους κατόχους ιδρυτικών τίτλων γίνεται υπό τους όρους του άρθρου 151. (β) Προβλέπεται ρητά στην παρ. 4 το δικαίωμα της εταιρείας να εξαγοράσει τους ιδρυτικούς τίτλους και πριν από την πάροδο της δεκαετίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο συντομότερος χρόνος προβλέπεται στο καταστατικό, κάτι το οποίο γίνεται ήδη δεκτό στη θεωρία, (γ) Τροποποιείται με την παρ. 4 το ανώτατο αντίτιμο έναντι του οποίου η εταιρεία δύναται να εξαγοράσει τους ιδρυτικούς τίτλους (δεκαπλάσιο, έναντι 15% του μέσου ετήσιου μερίσματος κατά την τελευταία πενταετία (έναντι τριετίας) σύμφωνα με το άρθρο 15 του κ.ν. 2190/1920). (δ) Με την παρ. 6 διευκρινίζεται ότι για την μεταβίβαση των ιδρυτικών τίτλων εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για τη μεταβίβαση των μετοχών.
 

Επί του άρθρου 76: Στο άρθρο αυτό η ρύθμιση ακολουθεί επίσης κατά βάση την παλαιά (άρθρο 15 κ.ν. 2190/1920), με τη διαφορά ότι ως προς τους όρους έκδοσης ιδρυτικών τίτλων έναντι παροχών σε είδος καταργείται ο κανόνας ότι η διάρκεια τους δεν μπορεί να υπερβαίνει την προβλεπόμενη χρήση του παραχωρούμενού αντικειμένου, κανόνας που δύσκολα μπορούσε να εφαρμοστεί σε εισφορές σε είδος αντικειμένων που δεν έχουν συγκεκριμένη διάρκεια ζωής, όπως π.χ. ακίνητα, μετοχές κλπ.
 

 

ΤΜΗΜΑ ΕΚΤΟ: Διοικητικό συμβούλιο
 

Τα άρθρα 77 επ. αφορούν το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας. Το νομοσχέδιο εμμένει στον παραδοσιακό τρόπο διακυβέρνησης της α.ε. μέσω δ.σ. Δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να εισαχθεί δυνατότητα υιοθέτησης εναλλακτικού συστήματος διοίκησης, ιδίως κατά τη γερμανική διάκριση «εποπτικού» και «διοικητικού» οργάνου, διότι αυτό θα ήταν αντίθετο με τις ελληνικές συνήθειες και μάλλον θα περιέπιπτε εξαρχής σε αχρησία, ακριβώς όπως έχει συμβεί και αλλού (π.χ. στη Γαλλία), όπου ο νόμος, με τίμημα τη μεγάλη διόγκωση των ρυθμίσεων, προέβλεψε κατ' επιλογή το λεγόμενο «διώροφο» σύστημα. Ωστόσο, το νομοσχέδιο προβλέπει κάποιο υποκατάστατο, που είναι η δυνατότητα ορισμού «εκτελεστικής επιτροπής» (άρθρο 87 παρ. 4), που μπορεί να έχει ως αποστολή τη λήψη αποφάσεων για την καθημερινή διοίκηση της εταιρείας, ενώ το λοιπό δ.σ. μπορεί να περιορισθεί σε καθήκοντα εποπτείας. Άλλος σημαντικός νεωτερισμός είναι η πρόβλεψη μονομελούς δ.σ., με διορισμό ενός μόνο προσώπου για τη διοίκηση της εταιρείας.
 

Επί τον άρθρου 77: Το άρθρο αυτό περιέχει γενικές διατάξεις για το δ.σ., χωρίς σημαντικές μεταβολές έναντι των διατάξεων του ισχύοντος δικαίου. Με την παρ. 3 εισάγεται ανώτατος αριθμός των μελών που μπορεί να απαρτίζουν το δ.σ. (15 μέλη) πέραν του κατώτατου αριθμού, που προβλέπεται ήδη (3 μέλη). Με την παρ. 4 αποσαφηνίζεται το καθεστώς συνυπευθυνότητας του φυσικού προσώπου που ορίζει το νομικό πρόσωπο για την άσκηση των εξουσιών του ως μέλους του δ.σ., εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, με εκείνη του νομικού προσώπου που αποτελεί μέλος του δ.σ. Το σύστημα είναι εκείνο του άρθρου 71 ΑΚ. Ορίζεται επίσης ότι παράλειψη ορισμού του φυσικού προσώπου ισοδυναμεί με παραίτηση του νομικού προσώπου από τη θέση του συμβούλου.
Επί του άρθρου 78: Το άρθρο αυτό περιέχει τον κανόνα της εκλογής του δ.σ. από τη γενική συνέλευση και τον ορισμό του πρώτου δ.σ. από το καταστατικό. Επιφυλάσσονται οι άλλες επιμέρους δυνατότητες που παρέχει ο νόμος για το διορισμό μελών του δ.σ. απευθείας από μέτοχο (άρθρο 79) και εκλογή από τη γ.σ. βάσει καταλόγων (άρθρο 80).
 

Επί του άρθρου 79: Παρέχεται καταστατική δυνατότητα απευθείας διορισμού μελών του δ.σ. κατά το πρότυπο του άρθρου 18 παρ. 3 επ. κ.ν. 2190/1920. Αυξάνεται όμως το ποσοστό των μελών του δ.σ. που μπορούν να διοριστούν απευθείας από 1/3 σε 2/5. Διευκρινίζεται επίσης το ζήτημα αν το δικαίωμα μπορεί να χορηγηθεί σε περισσότερους μετόχους από κοινού. Με βάση τη διάταξη της παρ. 5 το δικαίωμα μπορεί να το έχουν είτε αυτοτελώς είτε και από κοινού δύο ή περισσότεροι μέτοχοι, με την προϋπόθεση πάντως ότι τα διοριζόμενα συνολικά μέλη δεν θα μπορούν να υπερβούν τον αριθμό που προκύπτει από την παρ. 1 του άρθρου αυτού.



Επί τον άρθρου 80: Διατηρούνται η δυνατότητα εκλογής μελών του δ.σ. βάσει καταλόγων, η οποία εισήχθη με τον ν. 3604/2007, όπως και η απαγόρευση στην περίπτωση αυτή της δυνατότητας απευθείας διορισμού μελών του δ.σ. από μέτοχο ή μετόχους, καθώς οι δύο αυτές δυνατότητες εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή την εκπροσώπηση στο διοικητικό συμβούλιο της μειοψηφίας.
 

Επί τον άρθρου 81: Η δυνατότητα εκλογής αναπληρωματικών μελών υπάρχει ήδη (άρθρο 18 παρ 7 κ.ν. 2190/1920). Νέα στοιχεία είναι η δυνατότητα εκλογής ή διορισμού αναπληρωματικών μελών του δ.σ., ανεξάρτητα από το αν η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ή όχι στο καταστατικό, η θεώρηση ως αναπληρωματικών και των τυχόν επιλαχόντων σε περίπτωση εκλογής δ.σ. βάσει καταλόγων, καθώς επίσης και η υποβολή σε δημοσιότητα του διορισμού των αναπληρωματικών. Η αναπλήρωση της παρ. 2 λόγω σύγκρουσης συμφερόντων έχει προσωρινό χαρακτήρα. Η δυνατότητα παράστασης των αναπληρωματικών μελών στις συνεδριάσεις του δ.σ., αναγνωριζόμενη από την παρ. 3, δεν τους παρέχει δικαίωμα συμμετοχής στην ψηφοφορία και δεν θεσπίζεται ως προς αυτούς διαδικασία πρόσκλησης. Τα αναπληρωματικά μέλη μπορούν να αντιπροσωπεύουν άλλο μέλος του δ.σ. (άρθρο 92 παρ. 4).
 

Επί τον άρθρου 82: Ρυθμίζεται το ελλιπές διοικητικό συμβούλιο, εκείνο δηλ. που λόγω θανάτου, παραίτησης κλπ. μέλους του ή μελών του βρίσκεται με λιγότερα μέλη από τον κανονικό αριθμό. Παρέχονται οι δυνατότητες που παρέχει και ο κ.ν. 2190/1920, με την εξής όμως διαφορά: Ότι εφόσον η εκλογή μελών του δ.σ. σε αντικατάσταση παραιτηθέντων κλπ. αποτελεί καθολική πλέον πρακτική, οι δυνατότητες αναπλήρωσης κλπ. θα μπορούν να ισχύουν και χωρίς την προϋπόθεση πρόβλεψής τους από το καταστατικό.
 

Επί του άρθρου 83: Εισάγεται διάταξη αναφορικά με τις προϋποθέσεις εκλογιμότητας των μελών του δ.σ. Πέραν της δικαιοπρακτικής ικανότητας δεν κρίθηκε σκόπιμο να τεθούν άλλοι περιορισμοί στην ελευθερία της γ.σ. να εκλέγει μέλη του δ.σ. (αν και υπάρχουν ειδικές διατάξεις για ορισμένες μορφές εταιρειών, π.χ. πιστωτικά ιδρύματα, οι οποίες, ως ειδικές, διατηρούνται). Αποσαφηνίζεται επίσης ότι η δικαιοπρακτική ικανότητα πρέπει να είναι πλήρης και δεν αρκεί η περιορισμένη. Εξάλλου, προϋποθέσεις σε σχέση με τις ιδιότητες και τα προσόντα που πρέπει να διαθέτουν τα πρόσωπα που εκλέγονται ως μέλη δ.σ. (π.χ. μέτοχοι με ορισμένο ποσοστό συμμετοχής ή πρόσωπα που έχουν συγκεκριμένες ιδιότητες) μπορεί να τίθενται και από το καταστατικό. Οι περιορισμοί αυτοί πάντως δεν πρέπει να οδηγούν σε καταστρατήγηση των αναγκαστικού δικαίου κανόνων της ανώνυμης εταιρείας (όπως για παράδειγμα, να περιορίζουν σε τέτοιο βαθμό τον αριθμό των δυνάμενων να εκλεγούν προσώπων, ώστε να καταργείται εν τοις πράγμασι η δυνατότητα εκλογής δ.σ. από τη γ.σ.) ή να προβαίνουν σε διακρίσεις φύλου ή άλλες διακρίσεις αντικείμενες στο νόμο.
 

Επί του άρθρου 84: Αναφορικά με τα ελαττώματα διορισμού των εκπροσώπων της εταιρείας διατηρείται η διάταξη του άρθρου 7ε κ.ν. 2190/1920 και απλώς μεταφέρεται συστηματικά στο κεφάλαιο περί δ.σ.

Επί του άρθρου 85: Το άρθρο αυτό αφορά τη θητεία του δ.σ. Με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 διευκρινίζεται ότι διορισμός μελών του δ.σ. για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ισχύει για τη μεγίστη θητεία των έξι ετών. Με το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 αποσαφηνίζεται ότι η θητεία των μελών του δ.σ. παρατείνεται στην περίπτωση κατά την οποία συγκαλείται μεν η γ.σ., πλην όμως αναβάλλεται ή διακόπτεται μέχρι να ληφθεί η απόφαση για εκλογή νέου δ.σ. από τη γ.σ. Η παρ. 2 προβλέπει τη δυνατότητα της γ.σ. να αποφασίζει τμηματική ανανέωση του δ.σ. («staggered board»). Μπορεί για παράδειγμα να προβλέπεται στο καταστατικό ότι το δ.σ. ανανεώνεται κατά ένα ποσοστό ή κατά ένα αριθμό μελών ανά διετία. Εννοείται ότι η δυνατότητα αυτή δεν εμποδίζει τη γ.σ. να ανακαλεί, όποτε το επιθυμεί ή το κρίνει σκόπιμο, το δ.σ. εν όλω ή εν μέρει, στην περίπτωση αυτή όμως θα πρέπει ο αντικαταστάτης να εντάσσεται στο χρόνο θητείας του ανακληθέντος.
Επί του άρθρου 86: Στο άρθρο 86 (αρμοδιότητες και εξουσίες του δ.σ.) επέρχεται με την παρ. 2 διαφοροποίηση σε σχέση με το άρθρο 22 παρ. 2 κ.ν. 2190/1920. Συγκεκριμένα, προτείνεται η απάλειψη των λέξεων «ή όφειλε να τη γνωρίζει», για λόγους ορθότερης ενσωμάτωσης της πρώτης εταιρικής οδηγίας (2009/101/ΕΚ), το άρθρο 10 της οποίας προβλέπει ότι: «Τα κράτη μέλη δύνανται εντούτοις να προβλέπουν ότι η εταιρεία δεν δεσμεύεται όταν οι εν λόγω πράξεις υπερβαίνουν τα όρια του εταιρικού σκοπού εφόσον η εταιρεία αποδεικνύει ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση ή δεν μπορούσε, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να την αγνοεί» (= άρθρο 9 παρ. 2 οδηγίας 2017/1132). Συνεπώς η οδηγία επιτρέπει εξαίρεση από τη δέσμευση της εταιρείας από πράξεις εκτός του εταιρικού σκοπού μόνο αν οι τρίτοι πράγματι γνώριζαν την υπέρβαση, η γνώση δε αυτή είτε αποδεικνύεται είτε συνάγεται έμμεσα εκ του ότι ο τρίτος δεν μπορούσε κατά τις περιστάσεις να την αγνοεί. Αντίθετα, οι λέξεις «ή όφειλε να τη γνωρίζει» καταλαμβάνουν και πρόσωπο που δεν γνώριζε την υπέρβαση, επειδή δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια, τούτο όμως δεν φαίνεται να είναι σύμφωνο με την οδηγία.
Επί του άρθρου 87: Το άρθρο 87 αφορά την ανάθεση αρμοδιοτήτων του δ.σ. σε μέλη του ή τρίτους. Με την παρ. 1 καταργείται η δυνατότητα ανάθεσης του εσωτερικού ελέγχου σε μέλη του δ.σ., όπως ίσχυε με την παρ. 3 του άρθρου 22, καθώς η ανάθεση αυτή ενδέχεται να δημιουργεί σύγκρουση συμφερόντων και να μην διασφαλίζει την ανεξαρτησία και την αμεροληψία που οφείλουν να διαθέτουν οι εσωτερικοί ελεγκτές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Με την παρ. 4 προβλέπεται, κατά το πρότυπο της ακολουθούμενης συχνά πρακτικής η δυνατότητα σύστασης εκτελεστικής επιτροπής, οριζόμενης από το δ.σ. ή από το καταστατικό, τα οποία θα ρυθμίζουν τη σύνθεση, τις αρμοδιότητες, τα καθήκοντά της και τον τρόπο λειτουργίας της. Στην επιτροπή αυτή μπορούν να μετέχουν τόσο μέλη του δ.σ. όσο και τρίτοι. Το επιτρεπτό μιας τέτοιας επιτροπής είχε δημιουργήσει αμφιβολίες στο παρελθόν, δεδομένου ότι δεν ήταν βέβαιο αν η δυνατότητα ανάθεσης καθηκόντων του δ.σ. σε συγκεκριμένα μέλη του μπορούσε να περιλαμβάνει και τη δημιουργία επιτροπής με καθήκοντα λήψης αποφάσεων. Στην παρ. 5 προβλέπεται η δυνατότητα ανάλογης εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3016/2002 περί εταιρικής διακυβέρνησης και σε μη εισηγμένες εταιρείες εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό τους. Στην τελευταία περίπτωση δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες του άρθρου 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου (οι συνέπειες αυτές αφορούν τις εποπτικές εξουσίες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς), αν παραβιαστούν οι σχετικές διατάξεις.
 

Επί του άρθρου 88: Με τη διάταξη αυτή αποσαφηνίζονται οι προϋποθέσεις νομιμοποίησης των εκπροσώπων της εταιρείας. Η ουσία του άρθρου είναι η νομοθετική επανάληψη του άρθρου τρίτου παρ. 12 ν. 4156/2013, για το μη αναγκαίο της εταιρικής σφραγίδας. Ο ν. 4156/2013 όμως στην πράξη δεν τηρείται πάντοτε και κρίνεται σκόπιμο η διάταξη να επαναληφθεί.
 

Επί του άρθρου 89: Το άρθρο αυτό επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν τα γενικώς ισχύοντα στο ζήτημα του προέδρου και του αναπληρωτή προέδρου του δ.σ., όπως έχουν διαμορφωθεί στην πράξη και τις συνήθεις ρήτρες των καταστατικών. Κρίθηκε όμως σκόπιμο να προβλεφθούν στο νόμο για λόγους πληρότητας και αποφυγή αμφισβητήσεων, λαμβανομένων υπόψη: (α) ότι ο νόμος σε αρκετά σημεία αναφέρεται σε αρμοδιότητες του προέδρου και του αναπληρωτή του, και (β) ο νόμος δεν προέβλεπε τι συμβαίνει σε περίπτωση που δεν οριστεί πρόεδρος.
 

Επί του άρθρου 90: Το άρθρο αυτό επαναλαμβάνει με επουσιώδεις διαφοροποιήσεις τις προϊσχύσασες ρυθμίσεις για τον τόπο συνεδρίασης του δ.σ. και τη δυνατότητα συνεδρίασης με τηλεδιάσκεψη. Προβλέπεται ωστόσο επίσης η δυνατότητα μέλους του δ.σ. που κατοικεί σε άλλη χώρα από εκείνη της συνεδρίασης ή εφόσον υπάρχει κάποιος άλλος σπουδαίος λόγος να αξιώσει τη συμμετοχή του σε συνεδρίαση του δ.σ. με τηλεδιάσκεψη, ακόμη και αν τούτο δεν προβλέπεται στο καταστατικό ή δεν συμφωνούν όλα τα μέλη του δ.σ..
 

Επί του άρθρου 91: Το άρθρο αυτό αφορά τη συχνότητα συνεδριάσεων και τη σύγκληση του δ.σ. Επαναλαμβάνει τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του άρθρου 20 του κ.ν. 2190/1920. Η μόνη διαφοροποίηση που επέρχεται με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 είναι η υποχρέωση γνωστοποίησης της πρόσκλησης προ πέντε (5) τουλάχιστον εργάσιμων ημερών (αντί δύο) πριν από τη συνεδρίαση, αν η τελευταία πρόκειται να λάβει χώρα εκτός της έδρας της εταιρείας.
 

Επί του άρθρου 92: Για να συνεδριάσει το δ.σ. θα πρέπει να υπάρχει απαρτία και πάντως να παρίστανται ή να αντιπροσωπεύονται τουλάχιστον τρία μέλη. 0 παλαιότερος κανόνας ότι σε κάθε περίπτωση απαιτείται η φυσική παρουσία τριών μελών κρίθηκε μη απαραίτητος, αφού και στο διά περιφοράς πρακτικό (άρθρο 94) τα μέλη του δ.σ. μπορούν όλα να αντιπροσωπεύονται. Με την παρ. 4 επεκτείνεται η δυνατότητα εκπροσώπησης στο δ.σ. και σε αναπληρωματικά μέλη. Οποιοδήποτε αναπληρωματικό μέλος μπορεί να εξουσιοδοτηθεί να παραστεί αντί του μέλους του δ.σ.
 

Επί του άρθρου 93: Στην παρ. 1 επαναλαμβάνεται η διάταξη για την υποχρεωτική καταγραφή της ατομικής γνώμης μέλους του δ.σ. στα πρακτικά, με τον περιορισμό όμως ότι τούτο δεν αναφέρεται σε θέματα προφανώς εκτός ημερήσιας διάταξης, ή η διατύπωση της γνώμης αντίκειται καταφανώς στα χρηστά ήθη ή το νόμο. Τούτο θα συμβαίνει και όταν το μέλος του δ.σ. επιχειρεί να αποκαλύψει χωρίς επαρκή αιτιολογία επιχειρηματικά απόρρητα της εταιρείας. Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 93 στοχεύει στην αποτροπή αλλοίωσης (ιδίως προχρονολόγησης ή μεταχρονολόγησης) των πρακτικών. Όμοια διάταξη υπάρχει για την ΙΚΕ (άρθρο 66 ν. 4072/2012).
 

Επί του άρθρου 94: Οι ρυθμίσεις που εισήχθησαν με τον ν. 3604/2007 αναφορικά με τη δυνατότητα πρακτικών «διά περιφοράς» ενισχύονται με το άρθρο 94, προκειμένου να είναι δυνατή η λήψη απόφασης και στην περίπτωση που όλα τα μέλη του δ.σ. ή οι αντιπρόσωποί τους συμφωνούν να αποτυπωθεί πλειοψηφική τους απόφαση σε πρακτικό χωρίς συνεδρίαση. Προβλέπεται επίσης η υποχρέωση καταχώρισης του εν λόγω πρακτικού στο βιβλίο πρακτικών. Η αντικατάσταση των υπογραφών με ηλεκτρονικά μέσα προϋποθέτει ειδική προς τούτο πρόβλεψη του καταστατικού. Όμοιες διατάξεις υπάρχουν και για την ΙΚΕ (άρθρο 73 ν. 4072/2012).
 

Επί του άρθρου 95: Για τις ελαττωματικές αποφάσεις του δ.σ. θεσπίσθηκαν ειδικές ρυθμίσεις, που δεν ταυτίζονται με τους αντίστοιχους κανόνες για τις ελαττωματικές αποφάσεις της γ.σ. Αυτό οφείλεται στη διαφορετική φύση των αποφάσεων των δύο οργάνων: Πρώτον, οι περισσότερες αποφάσεις του δ.σ. αφορούν θέματα διαχείρισης, θα ήταν δε παράτολμο να ανατεθεί στο δικαστήριο ο έλεγχος του κύρους διαχειριστικών αποφάσεων, ακόμη περισσότερο που υπάρχει ο κανόνας της επιχειρηματικής κρίσης. Δεύτερον, οι αποφάσεις του δ.σ. λαμβάνονται από όργανο που υπέχει ευθύνη απέναντι στην εταιρεία, ενώ καταρχήν οι μέτοχοι είναι ανεύθυνοι. Εύλογα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ευθύνη αυτή θα αποτελεί ασφαλιστική δικλείδα, που θα αντιμετωπίζει με κάποια επάρκεια, έστω και ex post, τα προβλήματα των παράνομων αποφάσεων του δ.σ. Τρίτον δε, και ίσως το κυριότερο, οι αποφάσεις του δ.σ. αφού ληφθούν εκτελούνται, οπότε θα είναι συχνά χωρίς νόημα το να εξετάζεται αν οι αποφάσεις αυτές ήσαν ή όχι «έγκυρες», ενώ, αν έχουν εκτελεσθεί (όπως συχνότατα θα συμβαίνει), θα απομένει (όπως μόλις ελέχθη) το ζήτημα της ευθύνης, ενώ παράλληλα θα λειτουργεί το φαινόμενο δικαίου. Κρίθηκε συνεπώς σκόπιμο για την πληρότητα και την ασφάλεια του δικαίου να υπάρξει ρύθμιση των ελαττωματικών αποφάσεων και να αντιμετωπιστούν προβλήματα που ανακύπτουν λόγω της απουσίας ρύθμισης, και στα οποία η νομολογία δεν έχει καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα, (α) Η ρύθμιση που επελέγη είναι καταρχήν μεν να υπάρχει ακυρότητα εκείνων των αποφάσεων του δ.σ. που, είτε κατά περιεχόμενο αντίκεινται στο νόμο (εννοείται και στα χρηστά ήθη) ή το καταστατικό, είτε ελήφθησαν κατά παράβαση διαδικαστικών κανόνων (έλλειψη πρόσκλησης, κακή σύνθεση, μη τήρηση διατάξεων για απαρτία και πλειοψηφία κλπ.). Οι διαδικαστικές παραβάσεις υποδηλώνονται με το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε και στο άρθρο 35α § 1 του κ.ν. 2190/1920, όπως αναμορφώθηκε με το Ν. 3604/2007 («αποφάσεις που λήφθηκαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό»), (β) Εισάγεται όμως μια διαφοροποίηση, στηριζόμενη στην ελάσσονα σημασία της παράβασης διαδικαστικών κανόνων, που δικαιολογεί τη διαφοροποιημένη μεταχείριση και των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης: Σε περίπτωση τέτοιας παράβασης, η ακυρότητα θα υπάρχει μόνο, αν η απόφαση ελήφθη κατά πλειοψηφία (και όχι ομοφώνως, οπότε η ακυρότητα για διαδικαστικές παραβάσεις δεν θα δικαιολογείται). Λόγος ακυρωσίας δεν είναι και η κατάχρηση της πλειοψηφίας, που αναφέρεται μόνο στη γενική συνέλευση. Δεν θεωρείται επίσης ότι επηρεάζει το κύρος μιας απόφασης η τυχόν άστοχη διαχείριση, και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του κανόνα της επιχειρηματικής κρίσης, (γ) Εννοείται ότι ελαττώματα μεμονωμένων ψήφων που δόθηκαν από μέλη του δ.σ. (π.χ. ψηφίζει σύμβουλος, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει λόγος σύγκρουσης συμφερόντων) θα επηρεάζουν το κύρος της απόφασης μόνο, αν χωρίς την ψήφο αυτή δεν θα σχηματιζόταν πλειοψηφία. (δ) Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται με πρακτικά «διά περιφοράς», ως εναλλακτικός τρόπος λήψης απόφασης από το δ.σ., θα είναι ανυπόστατες, αν δεν υπάρχουν οι υπογραφές όλων των μελών του δ.σ. (των ίδιων ή των εκπροσώπων τους), ενώ η αντίθεση του περιεχομένου τους με το νόμο ή το καταστατικό θα οδηγεί σε ακυρότητα, (ε) Όμως το βασικό χαρακτηριστικό της νέας ρύθμισης είναι οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες κάποιος μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα. Τα μέλη του δ.σ. ατομικά μπορούν να την επικαλεσθούν εντός εξάμηνης προθεσμίας, διότι έχουν συμμετάσχει - ή και αρνηθεί να συμμετάσχουν - στη λήψη της απόφασης, καταρχήν δε είναι υπεύθυνα για τα αποφασισθέντα, και έχουν συνεπώς λόγο να τηρείται η νομιμότητα. Η προθεσμία αρχίζει από την καταχώριση της απόφασης στο βιβλίο πρακτικών (η εταιρεία φέρει το βάρος απόδειξης της χρονολογίας καταχώρισης , πρβλ. άρθρο 93 παρ. 2 τέταρτο εδ.), αν όμως η απόφαση είναι καταχωριστέα στο Γ.Ε.ΜΗ. η προθεσμία αρχίζει από την τελευταία αυτή καταχώριση. Τρίτοι (ακόμη και μέτοχοι) καταρχήν δεν ενδείκνυται να επικαλούνται την ακυρότητα, διότι με τον τρόπο αυτό θα υποκαθιστούσαν το δ.σ. στη διαχειριστική του κρίση. Παρά ταύτα, είναι ανάγκη να προστατευθούν οι μέτοχοι και λοιποί τρίτοι, όταν από την παράνομη απόφαση του δ.σ. βλάπτονται προσωπικά τους συμφέροντα. Στην περίπτωση αυτή δηλ. (όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της άμεσης ζημίας) ο μέτοχος ή ο τρίτος έχουν ατομικό δικαίωμα προστασίας και θα έχουν έννομο συμφέρον να επικαλεσθούν την ακυρότητα της απόφασης, ομοίως εντός εξάμηνης προθεσμίας, όχι όμως με αναφορά στο εταιρικό συμφέρον και τη σκοπιμότητα της διαχειριστικής κρίσης του δ.σ., αλλά με αναφορά στη βλάβη που προσωπικά και άμεσα υφίστανται. Όπως δηλ. ο μέτοχος ή ο τρίτος δανειστής νομιμοποιούνται να αξιώσουν οι ίδιοι την άμεση ζημία που υφίστανται από πράξεις του δ.σ., με τον ίδιο τρόπο θα μπορούν και να επικαλεσθούν την ακυρότητα μιας απόφασης του δ.σ. που τους βλάπτει προσωπικά και άμεσα (π.χ. το δ.σ. αποφασίζει να μην καταβληθεί μέρισμα, που νόμιμα αποφασίστηκε από τη γ.σ. να καταβληθεί). Τέλος, η ακυρότητα μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως και από το δικαστήριο, αν πρόκειται για διαρκή παράβαση κανόνων αναγκαστικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή την παρανομία της απόφασης μπορούν να επικαλεσθούν και οι μέτοχοι, ανεξάρτητα αν βλάπτονται προσωπικά και άμεσα, με το σκεπτικό ότι δεν είναι ανεκτό για τους μετόχους να διαιωνίζεται μια παράνομη κατάσταση στην εταιρεία, χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν. (στ) Στο παραπάνω σύστημα εισάγεται μια εξαίρεση, για να ληφθεί υπόψη η λειτουργική ομοιότητα ορισμένων αποφάσεων που λαμβάνει το δ.σ. με εκείνες της γ.σ. (π.χ. αποφάσεις αύξησης κεφαλαίου, συγχώνευσης κλπ.). Λόγω της ομοιότητας αυτής, τα ελαττώματα της απόφασης θα κρίνονται με βάση τα άρθρα 137 και 138 του νόμου, αναλογικά εφαρμοζόμενα (και προσαρμοζόμενα στις ιδιαιτερότητες του δ.σ.). (ζ) Τέλος, προβλέπεται η υποβολή σε δημοσιότητα της δικαστικής απόφασης που αναγνωρίζει την ακυρότητα της απόφασης του δ.σ., αν και η τελευταία ήταν καταχωριστέα στο Γ.Ε.ΜΗ.

 


 

Επί του άρθρου 96: Με την παρ. 1 αποτυπώνονται τα γενικώς ισχύοντα σε ό,τι αφορά την υποχρέωση επιμελούς άσκησης των καθηκόντων των μελών του δ.σ. ως απόρροια της εκπροσωπευτικής και διαχειριστικής εξουσίας του. Βασική υποχρέωση είναι η τήρηση του νόμου, του καταστατικού και των νόμιμων αποφάσεων της γ.σ. Εννοείται ότι η νομιμότητα των αποφάσεων της γ.σ. θα πρέπει είτε να έχει κριθεί από τα δικαστήρια, είτε να μην έχει με βασιμότητα αμφισβητηθεί. Προσωπική άποψη του μέλους του δ.σ. για τη νομιμότητα της απόφασης θα μπορεί να στηρίξει τις επιλογές του με προσωπικό κίνδυνο τούτου. Η αναλυτική καταγραφή των επιμέρους εκφάνσεων της υποχρέωσης επιμελούς άσκησης των καθηκόντων των μελών του δ.σ. (όπως π.χ. κατά το αγγλικό δίκαιο) δεν κρίθηκε σκόπιμη, στο μέτρο που αφενός μεν το εύρος των αρμοδιοτήτων τους κατά την άσκηση της εκπροσωπευτικής και διαχειριστικής τους εξουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλο και αφετέρου η αξιολόγηση της τήρησης της κάθε υποχρέωσης συναρτάται με τις συγκεκριμένες εκάστοτε ειδικές περιστάσεις. Προβλέπονται πάντως ρητά δύο καθήκοντα που γίνονται ευρέως δεκτά στη θεωρία, δηλ. το καθήκον εποπτείας των αποφάσεων τόσο του ίδιου του δ.σ. όσο και της γ.σ. και το καθήκον ενημέρωσης των λοιπών μελών του δ.σ. για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων, ώστε να είναι σε θέση να ασκούν τον εποπτικό τους ρόλο. Ειδική μνεία γίνεται επίσης της συλλογικής ευθύνης του δ.σ. για την τήρηση των εταιρικών βιβλίων και αρχείων, καθώς και για την κατάρτιση των ετήσιων και ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, των σχετικών εκθέσεων διαχείρισης και εταιρικής διακυβέρνησης, όπως απαιτεί το άρθρο 33 της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ και της έκθεσης αποδοχών. Παράβαση του καθήκοντος αυτού επάγεται την αστική αλλά και ποινική ευθύνη του δ.σ.
 

Επί του άρθρου 97: Με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 97 συστηματοποιούνται οι κύριες εκφάνσεις της υποχρέωσης πίστεως των μελών του διοικητικού συμβουλίου βάσει του προϊσχύσαντος κ.ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3604/2007. Με την παρ. 1(β) καθιερώνεται, πέραν της υποχρέωσης της έγκαιρης αποκάλυψης στα λοιπά μέλη του δ.σ. ιδίων συμφερόντων των προσώπων της παρ. 1, η υποχρέωση «επαρκούς» αποκάλυψής τους, ώστε τα λοιπά μέλη του δ.σ. να σχηματίζουν κατά το δυνατόν τεκμηριωμένη άποψη σχετικά. Η επιβαλλόμενη αποκάλυψη σύγκρουσης συμφερόντων δεν αφορά μόνο τη σύγκρουση ιδίων συμφερόντων με αυτά της εταιρείας ή συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων (όπως κατά την παρ. 3β του άρθρου 22α του κ.ν. 2190/1920), αλλά αφορά και τη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της εταιρείας και (γενικότερα) των πρόσωπα που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 99 και με τα οποία το μέλος του δ.σ. σχετίζεται. Έτσι π.χ. το μέλος του δ.σ., ανεξάρτητα από την εφαρμογή του άρθρου 99, θα οφείλει να αποκαλύπτει και συγκρούσεις συμφερόντων της εταιρείας με τα συμφέροντα της συζύγου του ή των τέκνων του ή εταιρείας που ελέγχει, εφόσον λαμβάνει γνώση αυτών. Η παρ. 3 προβλέπει ότι το μέλος του δ.σ. στερείται του δικαιώματος ψήφου επί θεμάτων, στα οποία υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων της εταιρείας με εκείνα του ιδίου ή των προσώπων με τα οποία συνδέεται με σχέση υπαγόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 99 (συγγενείς, ελεγχόμενες εταιρείας κλπ.). Μη ουσιώδεις ή απόμακρες συγκρούσεις συμφερόντων δεν δικαιολογούν πάντως αποχή του από την ψηφοφορία. Ρυθμίζεται επίσης το ενδεχόμενο κάποια απόφαση να μην μπορεί να ληφθεί λόγω της υποχρέωσης αποχής περισσότερων μελών του δ.σ., ώστε τα υπόλοιπα να μην σχηματίζουν απαρτία, οπότε το ζήτημα πρέπει να παραπέμπεται στη γ.σ. μετά από πρωτοβουλία των λοιπών μελών.
 

Επί τον άρθρου 98: Με την παρ. 1 του άρθρου 98 διευρύνθηκε η δυνατότητα να επιτρέπονται πράξεις ανταγωνισμού όχι μόνο με απόφαση της γενικής συνέλευσης, αλλά και με το καταστατικό. Κατά τα λοιπά, το άρθρο αυτό δεν επιφέρει αλλαγές σε σχέση με το άρθρο 23 του κ.ν. 2190/1920.
 

Επί τον άρθρου 99: Το άρθρο αναφέρεται στις συναλλαγές της εταιρείας με συνδεδεμένα πρόσωπα (related party transactions), δηλαδή με πρόσωπα, που μπορούν να ασκήσουν έλεγχο ή αθέμιτη επιρροή σ’ αυτήν. Με τις ρυθμίσεις του παρόντος το ελληνικό δίκαιο εναρμονίζεται προς το άρθρο 9γ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, όπως αυτό εισήχθη δυνάμει της Οδηγίας 2017/828/ΕΕ. Οι ρυθμίσεις αφορούν όλες τις ανώνυμες εταιρείες, εισηγμένες και μη (η παραπάνω Οδηγία αφορά μόνο τις εισηγμένες), υπάρχουν όμως ειδικές διατάξεις για τις εισηγμένες. Επισημαίνεται επίσης, πέραν των διατάξεων του νόμου, ότι σε περίπτωση συμβάσεων με αλλοδαπά ν.π., η μεν ελληνική εταιρεία θα πρέπει να συμμορφωθεί με το άρθρο 99, ενώ το επιτρεπτό της σύμβασης για το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο θα εξαρτηθεί από το δίκαιο που διέπει το πρόσωπο αυτό. - Η παρ. 1 εισάγει την γενική αρχή της απαγόρευσης τέτοιων συναλλαγών χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται στα άρθρα 99-101. Πρόκειται για συμβάσεις της εταιρείας με τα πρόσωπα αυτά ή για παροχή ασφαλειών και εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ των προσώπων αυτών. Όπως και στην παρ. 1 του ισχύοντος άρθρου 23α παρ. 1 κ.ν. 2190/1920 διατηρείται και εδώ η επιφύλαξη της ειδικής ρύθμισης των συναλλαγών πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Οι παρ. 2 και 3 ορίζουν το πεδίο εφαρμογής του συστήματος ρυθμίσεων των άρθρων 99-101 και τις εξαιρέσεις από αυτό αντιστοίχως. Για τον προσδιορισμό του προσωπικού πεδίου εφαρμογής, η παρ. 2 παραπέμπει στις διατάξεις του λογιστικού δικαίου. Συγκεκριμένα για μεν τις εισηγμένες γίνεται αναφορά στα πρόσωπα που ορίζουν τα Δ.Λ.Π. 24 και 27, ενώ για τις μη εισηγμένες καλύπτονται τα μέλη του δ.σ., τα πρόσωπα που ελέγχουν την εταιρεία, τα στενά μέλη της οικογένειας τούτων, όπως αυτά ορίζονται στο Παράρτημα Α του ν. 4308/2014 για τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα, και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τα πρόσωπα αυτά. Το καταστατικό πάντως μπορεί να διευρύνει τον κύκλο των προσώπων που υπάγονται στη ρύθμιση. Το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής των ρυθμίσεων διαλαμβάνει κατ' αρχήν το σύνολο των συναλλακτικών σχέσεων μεταξύ της εταιρείας και των συνδεδεμένων με αυτήν προσώπων. Με τη νέα ρύθμιση δεν υπάρχει πλέον η διάκριση μεταξύ δανειακών και πιστωτικών συμβάσεων, από τη μία μεριά, και «άλλων συμβάσεων», από την άλλη, αλλά όλες οι συμβάσεις υπάγονται σε ενιαίο καθεστώς, όπως επιτάσσει και η Οδηγία. Από το πεδίο εφαρμογής των ρυθμίσεων εξαιρούνται (παρ. 3), μεταξύ άλλων, οι γνωστές υπό το προηγούμενο καθεστώς του άρθρου 23α κ,ν. 2190/1920 «τρέχουσες συναλλαγές» της εταιρείας, οι συμβάσεις που συνήφθησαν από πιστωτικά ιδρύματα βάσει μέτρων που αποσκοπούν στη διαφύλαξη της σταθερότητάς τους, κατόπιν έγκρισης της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την προληπτική εποπτεία, οι συμβάσεις της εταιρείας με 100% θυγατρική της ή θυγατρική, στην οποία δεν μετέχει κανένα πρόσωπο συνδεδεμένο σύμφωνα με την παρ. 2, και συμβάσεις της εταιρείας με άμεσα ή έμμεσα ελεγχόμενη από αυτήν εταιρεία, οι οποίες συνάπτονται προς το συμφέρον και προς όφελος της εταιρείας αυτής ή από την οποία δεν κινδυνεύουν τα συμφέροντα της τελευταίας και τα συμφέροντα των μετόχων μειοψηφίας. Εξαιρούνται επίσης και οι συμβάσεις που αφορούν τις αποδοχές των μελών του δ.σ. της εταιρείας και των διοικητικών στελεχών της, αφού ως προς τα πρόσωπα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 109 έως 114 για τις αμοιβές. Ειδικά ως προς τα διοικητικά στελέχη θα πρέπει να σημειωθεί ότι επί εισηγμένων εταιρειών οι ρυθμίσεις των άρθρων 110 έως 112 εφαρμόζονται στα στελέχη αυτά, μόνο αν το προβλέπει το καταστατικό. Αν το καταστατικό δεν περιέχει τέτοια πρόβλεψη, τα διοικητικά στελέχη θα πρέπει να υπάγονται κανονικά στο άρθρο 99, με την προϋπόθεση πάντως ότι η υπαγωγή αυτή προβλέπεται από το καταστατικό σύμφωνα με την παρ. 2 περ. γ’. Σύμφωνα με την παρ. 4, το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 99-101 μπορεί να συρρικνωθεί περαιτέρω, δυνάμει καταστατικής πρόβλεψης, υπό την προϋπόθεση ότι ο νόμος προβλέπει ήδη για τις εξαιρούμενες συναλλαγές ειδική ρύθμιση και επαρκή προστασία (δίκαιη μεταχείριση) όλων των μετόχων, των συμφερόντων της εταιρείας καθώς και των συμφερόντων των μετόχων που δεν αποτελούν συνδεδεμένα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας. Η παρ. 5 εισάγει, τέλος, ένα ποσοτικό κριτήριο διάκρισης των συναλλαγών της εταιρείας με συνδεδεμένα πρόσωπα. Σύμφωνα με αυτό, συναλλαγή της εταιρείας με συνδεδεμένα πρόσωπα, της οποίας η αξία υπερβαίνει σε αποτίμηση το δέκα τοις εκατό (10%) του ενεργητικού της εταιρείας τεκμαίρεται ότι δεν συνιστά συνήθη ως προς το μέγεθος συναλλαγή και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «τρέχουσα», κατά την παρ. 3. Το τεκμήριο είναι μαχητό, επί εισηγμένων όμως η υπέρβαση του 10% αποκλείει το χαρακτηρισμό της συναλλαγής ως τρέχουσας. Για τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσοτικού ορίου λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους (αθροιστικά) οι συναλλαγές που ολοκληρώθηκαν με το συνδεδεμένο μέρος ή άλλο πρόσωπο άμεσα ή έμμεσα ελεγχόμενο από αυτό, κατά το ίδιο οικονομικό έτος (παρ. 5 εδαφ. γ’). Η πρόβλεψη αυτή σκοπεί στην αποτροπή της καταστρατήγησης (μέσω του κατακερματισμού των συναλλαγών ή της διαμεσολάβησης παρένθετων προσώπων) του συστήματος προστασίας των άρθρων 99-101 ως προς τις συναλλαγές με συνδεδεμένα πρόσωπα.
 

Επί του άρθρου 100·. Το συγκεκριμένο άρθρο ρυθμίζει τις προϋποθέσεις για την έγκυρη χορήγηση άδειας από την εταιρεία προς κατάρτιση συναλλαγών με συνδεδεμένα πρόσωπα. Αυτές συνίστανται (σωρευτικώς): (α) στη χορήγηση άδειας από το αρμόδιο εταιρικό όργανο, (β) στην κατάρτιση έκθεσης αξιολόγησης (fairness opinion) προκειμένου για εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά και (γ) στην τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας. Ως προς το αρμόδιο εταιρικό όργανο, η παρ. 1 προβλέπει ότι η σχετική άδεια χορηγείται κατ’ αρχήν από το δ.σ. και έχει διάρκεια ισχύος έξι (6) μήνες ή ένα (1) έτος, επί επαναλαμβανόμενων συμβάσεων με το ίδιο πρόσωπο. Η νέα ρύθμιση διαφοροποιείται από το προϊσχύσαν άρθρο 23α κ.ν. 2190/1920, σύμφωνα με το οποίο η χορήγηση άδειας επαφίετο αποκλειστικά στη γενική συνέλευση. Η διαφοροποίηση αυτή συνάδει με το περιεχόμενο του άρθρου 9γ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, όπως αυτό εισήχθη δυνάμει της Οδηγίας 2017/828/ΕΕ, και οι λόγοι για τους οποίους επελέγη η προσέγγιση αυτή αφορούν στην ανάγκη παροχής ενός αποτελεσματικότερου, ταχύτερου και απλούστερου ελέγχου των σχετικών συναλλαγών. Τούτο επιτυγχάνεται πρώτον, λόγω της ευθύνης των μελών του δ.σ. έναντι της εταιρείας (σε αντίθεση με τους μετόχους, οι οποίοι μόνον κατ' εξαίρεση υπέχουν ευθύνη)· δεύτερον, λόγω της απαγόρευσης βάσει του άρθρου 97 συμμετοχής στη ψηφοφορία του μέλους του δ.σ. στο οποίο αφορά (άμεσα ή έμμεσα) η σύμβαση· τρίτον, διότι η διαδικασία λήψεως αποφάσεων στο δ.σ. είναι συντομότερη και απλούστερη σε σχέση με την αντίστοιχη της γενικής συνέλευσης. Αυτό δεν σημαίνει εντούτοις ότι αποκλείεται οποιαδήποτε συμμετοχή της γενικής συνέλευσης στην διαδικασία αδειοδότησης της συναλλαγής της εταιρείας με συνδεδεμένα πρόσωπα. Η παρ. 3 διαφυλάσσει συναφώς τη δυνατότητα να παραπεμφθεί το θέμα στη γ.σ., αν ζητήσει αυτό μειοψηφία του 5% του μετοχικού κεφαλαίου εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης της χορήγησης άδειας από το δ.σ. ή όταν η λήψη απόφασης από το τελευταίο είναι αδύνατη, π.χ. λόγω σύγκρουσης συμφερόντων των περισσότερων μελών του (παρ. 3 του άρθρου 97). Παρέχεται μάλιστα η δυνατότητα καταστατικής πρόβλεψης ότι το δικαίωμα αυτό το έχει μικρότερη μειοψηφία, όχι κατώτερη του 1%. Η παρ. 4 συμπληρώνει με τη σειρά της το περιεχόμενο της παρ. 3 ρυθμίζοντας την περίπτωση κατά την οποία το δ.σ. προέβη στη σύναψη της σύμβασης με συνδεδεμένο πρόσωπο χωρίς να λάβει προηγουμένως την άδεια της γ.σ. για τη συγκεκριμένη συναλλαγή (π.χ. πριν από την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας της παρ. 3 ή μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας και πριν από τη συνεδρίαση της γ.σ.). Στην περίπτωση αυτή, η χορήγηση της άδειας με μεταγενέστερη απόφαση της γενικής συνέλευσης ματαιώνεται, εάν αντιταχθεί σε αυτήν το 1/20 του εκπροσωπούμενου στη σχετική συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου (και εδώ το καταστατικό μπορεί να μειώσει το ποσοστό μέχρι το 1%). Η παρ. 5 αναφέρεται στη διαδικασία χορήγησης της άδειας από τη γενική συνέλευση και εισάγει τον περιορισμό ότι η απόφαση για την χορήγηση άδειας λαμβάνεται άνευ συμμετοχής του ενδιαφερομένου μετόχου, δηλαδή του μετόχου τον οποίον αφορά η συναλλαγή. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη συνάδει με το άρθρο 9γ παρ. 4 2007/36/ΕΚ, όπως αυτό εισήχθη δυνάμει της Οδηγίας 2017/828/ΕΕ. Τέλος, η παρ. 6 αναφέρεται στο ενδεχόμενο της τροποποίησης της καταρτισθείσας συναλλαγής με το συνδεδεμένο πρόσωπο και καθορίζει συναφώς το αρμόδιο για τη χορήγηση άδειας στην περίπτωση αυτή εταιρικό όργανο.
 

Επί του άρθρου 101: Η διάταξη του άρθρου 101 αναφέρεται στην έκθεση αξιολόγησης (fairness opinion)) με αντικείμενο τον δίκαιο και εύλογο χαρακτήρα της συναλλαγής της εταιρείας με το συνδεδεμένο πρόσωπο και στη δημοσιότητα των συναλλαγών αυτών της εταιρείας. Η νέα ρύθμιση διαφοροποιείται από εκείνη του άρθρου 23“ του ΚΝ 2190/1920, υπό την έννοια ότι: (α) καθιστά (για τις εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά) υποχρεωτική την λήψη έκθεσης αξιολόγησης και (β) προβλέπει γενικευμένη δημοσιότητα της απόφασης του δ.σ. ή, κατά περίπτωση, της γενικής συνέλευσης που χορηγεί άδεια για την κατάρτιση μίας τέτοιας συναλλαγής. Η ρύθμιση του άρθρου 101 ακολουθεί στο ζήτημα αυτό τις προβλέψεις των παρ. 2 και 7 του άρθρου 9γ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, όπως αυτό εισήχθη δυνάμει της Οδηγίας 2017/828/ΕΕ. - Η παρ. 1 αναφέρεται στην έκθεση αξιολόγησης που πρέπει να συνοδεύει τη χορήγηση άδειας από το αρμόδιο εταιρικό όργανο και ορίζει τα πρόσωπα που συντάσσουν αυτήν, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στην ανεξαρτησία των συντακτών αυτής έναντι της εταιρείας. Η παρ. 2 προβλέπει την υποχρέωση δημοσιοποίησης (ανακοίνωσης) της χορηγούμενης άδειας και η παρ. 3 προσδιορίζει το περιεχόμενο της σχετικής ανακοίνωσης. Η παρ. 4 αναφέρεται στις συμβάσεις της εταιρείας και του μοναδικού της μετόχου. Στις συμβάσεις αυτές δεν εφαρμόζεται η διαδικασία παροχής άδειας, πρέπει όμως να καταχωρούνται στα πρακτικά της γ.σ. ή του δ.σ., εκτός αν πρόκειται για τρέχουσες συναλλαγές. Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 5, οι διατάξεις του άρθρου 101 δεν θίγουν τις διατυπώσεις δημοσιοποίησης προνομιακών πληροφοριών, όπως αναφέρονται στο άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού και του Συμβουλίου. Η παρ. 5 συνάδει με το περιεχόμενο των ρυθμίσεωντου άρθρου 9γ παρ. 9 της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, όπως αυτό εισήχθη δυνάμει της Οδηγίας 2017/828/ΕΕ.


Επί τον άρθρου 102: Η ενότητα των άρθρων 102 έως 108 αφορούν την ευθύνη των μελών του δ.σ. Η παρ. 1 του άρθρου 102 αποσαφηνίζει το μέτρο επιμέλειας των μελών του δ.σ., το οποίο συνδυάζει το αντικειμενικοποιημένο κριτήριο του μέσου συνετού επιχειρηματία, στη δράση του οποίου εντάσσεται και η ανάληψη επιχειρηματικών κινδύνων, με τη σχετικότητα που διέπει τις εκάστοτε συνθήκες, στις οποίες δραστηριοποιείται η εταιρεία και το συγκεκριμένο μέλος του δ.σ. Η ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου εκ μέρους του δ.σ. δεν συνιστά από μόνη της παράβαση του μέτρου επιμέλειας της παρ. 2, παρά μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παρ. 1, 4 και 5 του παρόντος άρθρου. - Η παρ. 2 αναφέρεται στην κατανομή του βάρους απόδειξης σε σχέση με την τήρηση του μέτρου επιμέλειας της παρ. 1. Με τη συγκεκριμένη ρύθμιση, η απόδειξη σε σχέση με την τήρηση του υποκειμενικού μέτρου επιμέλειας βαρύνει το μέλος του δ.σ. Δεδομένης της διπλής λειτουργίας του κριτηρίου της αμέλειας, η κατανομή του συγκεκριμένου βάρους απόδειξης διευκολύνει επίσης την εταιρεία όσον αφορά την απόδειξη της αντικειμενικής υπόστασης του διαχειριστικού πταίσματος. Η παρ. 3 αναφέρεται στα κριτήρια καταλογισμού της ευθύνης στα επιμέρους μέλη του δ.σ. (πρβλ ΑΚ 927), με δυνατότητα του δικαστηρίου να επιμερίσει την ευθύνη και την υποχρέωση αποζημίωσης. Η παρ. 4 εξειδικεύει το περιεχόμενο του κανόνα της επιχειρηματικής κρίσης. Το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων του κανόνα αυτού, φέρουν τα μέλη του δ.σ. Κρίσιμος για την εκτίμηση της συνδρομής των προϋποθέσεων της παρ. 4 είναι ο χρόνος λήψης της συγκεκριμένης απόφασης, υπό το φως των συνθηκών που συνέτρεχαν τότε. Σημαντική είναι η διευκρίνηση της παρ. 5, κατά την οποία οι κανόνες για την ευθύνη των μελών του δ.σ. εφαρμόζονται και στα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η άσκηση εξουσιών του δ.σ. καθώς και στα πρόσωπα εκείνα, των οποίων η πράξη διορισμού ως μελών του δ.σ. είναι ελαττωματική. Η παρ. 6 ορίζει την (τριετή) παραγραφή των εταιρικών αξιώσεων και το χρόνο έναρξής της. Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο υπεύθυνος είναι μέλος του δ.σ., σε κάθε περίπτωση όμως επέρχεται μετά από δεκαετία. Τέλος, η παρ. 7 ορίζει τα της παραίτησης και του συμβιβασμού της εταιρείας με το υπεύθυνο μέλος του δ.σ.
Επί τον άρθρου 103: Με τις διατάξεις των άρθρων 103 επ. αναμορφώνεται η διαδικασία για την άσκηση της εταιρικής αγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 103, η άσκηση της εταιρικής αγωγής εμπίπτει καταρχήν στη διαχειριστική αρμοδιότητα του δ.σ., το οποίο οφείλει να την ασκεί κατά τρόπο που συνάδει προς το εταιρικό συμφέρον. Επομένως, τυχόν μη ενάσκηση των εταιρικών αξιώσεων θα πρέπει να δικαιολογείται από το εταιρικό συμφέρον. Η διάταξη παρέχει στο δ.σ. την ευχέρεια να σταθμίσει το εταιρικό συμφέρον με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης και να αποφασίσει ενδεχομένως είτε την καθυστέρηση της άσκησης ή και την παράλειψη της άσκησης των εταιρικών αξιώσεων, εφόσον τούτο προκρίνεται από το εταιρικό συμφέρον στη δεδομένη περίπτωση. Πράγματι, το εταιρικό συμφέρον ενδέχεται υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης να αντιτίθεται προφανώς στην άσκηση των αξιώσεων, αν η σύγκριση ωφέλειας και ζημίας είναι αρνητική, π.χ. όταν υπάρχει κίνδυνος έντονης αρνητικής δημοσιότητας σε βάρος της εταιρείας, ή ανάλωσης των προσπαθειών και των πόρων της σε μακροχρόνιο και αμφίβολης έκβασης δικαστικό αγώνα, ιδίως ενόψει της αφερεγγυότητας της αντίδικης πλευράς κλπ. Σε κάθε περίπτωση, το δ.σ. αποφασίζει τι ακριβώς θα πράξει με δικό του κίνδυνο, θα οφείλει δε να είναι σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν έχει προχωρήσει στην άσκηση των αξιώσεων. Η στάθμιση του εταιρικού συμφέροντος και εντεύθεν η νομιμότητα της άσκησης ή μη των αξιώσεων της εταιρείας κρίνεται με βάση τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για την άσκηση (ή και τη μη άσκηση) της εταιρικής αγωγής.
 

 

Επί του άρθρου 104: Οι διατάξεις του άρθρου 104 αναφέρονται στη διαδικασία άσκησης της εταιρικής αγωγής κατόπιν αιτήματος των μετόχων μειοψηφίας που εκπροσωπούν το ένα εικοστό 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Το ποσοστό αυτό δύναται να μειωθεί με καταστατική πρόβλεψη (παρ. 1). Το σχετικό δικαίωμα ενεργοποιείται, κατά την παρ. 1, εφόσον το δ.σ. δεν έχει ήδη προβεί αυτοβούλως στην άσκηση των σχετικών αξιώσεων κατά το άρθρο 103. Οι μέτοχοι που εκπροσωπούν το ανωτέρω ποσοστό μειοψηφίας δικαιούνται στην περίπτωση αυτή να υποβάλουν εγγράφως προς το δ.σ. (ή τον εκκαθαριστή) αίτηση με αντικείμενο την άσκηση των αξιώσεων της εταιρείας (παρ. 1). Σύμφωνα με την παρ. 2, οι μέτοχοι μειοψηφίας πρέπει να αναφέρουν στην αίτηση τους τις πληροφορίες που κατέχουν ως προς τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν, κατά την κρίση τους, την ευθύνη των μελών του δ.σ. και τη ζημία της εταιρείας. Στην αίτησή τους οι μέτοχοι θέτουν εύλογη προθεσμία εντός της οποίας το δ.σ. θα πρέπει να αξιολογήσει το περιεχόμενο της αίτησης και να αποφασίσει εάν η εταιρεία θα ασκήσει αγωγή για τις αξιώσεις που περιγράφει η αίτηση των μετόχων. Η ανωτέρω προθεσμία δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός (1) μηνός από τότε που η αίτηση υποβλήθηκε στο δ.σ. Σύμφωνα με την παρ. 3, το δ.σ. αποφασίζει επί του αιτήματος των μετόχων αφού λάβει υπόψη του τις παρατηρήσεις και εξηγήσεις των μελών εκείνων του δ.σ., που κατονομάζονται στην αίτηση των μετόχων. Αυτό σημαίνει ότι η αίτηση της μειοψηφίας πρέπει να γνωστοποιηθεί στα μέλη του δ.σ., στο οποίο αποδίδεται ευθύνη. Τα μέλη του δ.σ. που κατονομάζονται στην αίτηση δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στη συνεδρίαση του δ.σ. για τη λήψη απόφασης επί του αιτήματος των μετόχων. Εάν η αδυναμία ψήφου αφορά τόσα μέλη, ώστε τα υπόλοιπα να μη σχηματίζουν απαρτία, το δ.σ., θεωρείται ότι δεν λαμβάνει απόφαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 105. Η παρ. 4 πάντως ορίζει ότι αν η αίτηση των μετόχων προέρχεται από την πλειοψηφία τούτων, το δ.σ. υποχρεούνται να προβεί αμελλητί στην άσκηση της αγωγής, χωρίς υποχρέωση γνωστοποίησης της αίτησης στα μέλη που θεωρούνται υπεύθυνα.


Επί του άρθρου 105: Το παρόν άρθρο συμπληρώνει τη ρύθμιση του άρθρου 104 και καλύπτει τις περιπτώσεις που (α) το δ.σ. απορρίψει εν όλω ή εν μέρει την αίτηση της μειοψηφίας, ή (β) παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 εδαφ. β' του άρθρου 104, ή (γ) παρέλθουν άπρακτοι τέσσερις (4) μήνες από την απόφαση του δ.σ. που αποφάσισε την άσκηση της αγωγής, ή (δ) το δ.σ. δεν λαμβάνει απόφαση επί της αιτήσεως της μειοψηφίας, ή (ε) η εταιρεία δεν ασκεί αμελλητί την αγωγή στην περίπτωση του άρθρου 104 παρ. 4. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, η πλειοψηφία των μετόχων που υπέβαλαν το αίτημα του προηγούμενου άρθρου δικαιούται εντός δύο (2) μηνών από την κατά την παρ. 3 εδαφ. γ' του άρθρου 104 κοινοποίηση της απόφασης του δ.σ., ή από την άπρακτη παρέλευση των ανωτέρω προθεσμιών να υποβάλλει αίτημα ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας της εταιρείας με αντικείμενο το διορισμό ειδικού εκπροσώπου για την άσκηση αγωγής κατά των μελών του δ.σ., σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αίτηση της μειοψηφίας του άρθρου 104. Σύμφωνα με την παρ. 2, η αίτηση των μετόχων της προηγούμενης παραγράφου εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και κοινοποιείται προς την εταιρεία και το μέλος ή τα μέλη του δ.σ. που κατονομάζονται στην αίτηση. Παρεμβάσεις (πρόσθετες και κύριες) ενώπιον του δικαστηρίου ασκούνται και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ώστε να διευκολυνθεί η δυνατότητα των μελών του δ.σ. ή οποιοσδήποτε άλλου προσώπου με έννομο συμφέρον (περιλαμβανομένης βεβαίως της ίδιας της εταιρείας) να εκθέσει τις απόψεις του, ιδίως όσον αφορά το εταιρικό συμφέρον στην άσκηση ή μη της εταιρικής αγωγής. Το δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση των μετόχων και ορίζει ειδικό εκπρόσωπο, εφόσον δεν συντρέχει προφανώς υπέρτερο συμφέρον της εταιρείας που να δικαιολογεί τη μη διεξαγωγή δικαστικού αγώνα σε βάρος των μελών του δ.σ. Η απόφαση του δικαστηρίου αναφέρει την ιστορική βάση που θα διερευνήσει ο ειδικός εκπρόσωπος, ώστε να ασκήσει την αγωγή κατά των προσώπων του άρθρου 102. Σύμφωνα με την παρ. 3, ως ειδικός εκπρόσωπος μπορεί να ορισθεί ένας εκ των μετόχων που υποβάλλουν την αίτηση του παρόντος άρθρου ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου ή και τρίτο πρόσωπο. Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται ως προς την επιλογή του ειδικού εκπροσώπου από τις προτάσεις των αιτούντων. Η απόφαση του δικαστηρίου μπορεί να ορίζει και αναπληρωτή ειδικό εκπρόσωπο. Όσον αφορά τα καθήκοντα του ειδικού εκπροσώπου, η παρ. 4 προβλέπει ότι ειδική και μόνη εξουσία του είναι η άσκηση της αγωγής κατά των προσώπων του άρθρου 102 και τη διεξαγωγή της σχετικής δίκης μέχρι την αμετάκλητη περάτωσή της. Καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο ειδικός εκπρόσωπος εκπροσωπεί κατ' αποκλειστικότητα την εταιρεία για τις ανάγκες της σχετικής δίκης και υποχρεούται να δρα με επιμέλεια και ταχύτητα. Ο ειδικός εκπρόσωπος έχει εξουσία πρόσβασης σε έγγραφα και πληροφορίες, η γνώση των οποίων είναι κατά εύλογη κρίση απαραίτητη για την άσκηση της αγωγής και την διεξαγωγή της σχετικής δίκης. Σύμφωνα με την παρ. 5, ο ειδικός εκπρόσωπος δεσμεύεται από τη δικαστική απόφαση περί ορισμού του όσον αφορά την ιστορική βάση που θα διερευνήσει για την άσκηση της αγωγής κατά των προσώπων του άρθρου 102, όπως αυτή περιέχεται στην αίτηση των μετόχων και συμπληρώθηκε κατά τη συζήτηση της σχετικής αίτησης ενώπιον του δικαστηρίου. Η δέσμευση αυτή δεν περιορίζει, ωστόσο, την ευχέρεια του ειδικού εκπροσώπου να διαμορφώσει τους νομικούς ισχυρισμούς, την υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια, και να προσδιορίσει αντίστοιχα το περιεχόμενο των εταιρικών αξιώσεων. Σύμφωνα με την παρ. 6, εφόσον πριν ασκήσει την αγωγή, ο ειδικός εκπρόσωπος καταλήξει στο συμπέρασμα ότι για οποιοδήποτε λόγο δεν υπάρχει ευθύνη των μελών του δ.σ. προς αποζημίωση, γνωστοποιεί τούτο στο δ.σ., που έχει την υποχρέωση να πληροφορήσει σχετικά τους μετόχους που ζήτησαν την άσκηση της αγωγής. Οι μέτοχοι αυτοί έχουν δικαίωμα να επανέλθουν με νεότερη αίτηση, χωρίς ωστόσο το γεγονός αυτό να αναστέλλει την παραγραφή των σχετικών αξιώσεων της εταιρείας. Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 7, σε περίπτωση κατ’ ουσίαν απόρριψης της αγωγής σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, το δ.σ. μετά από εισήγηση του ειδικού εκπροσώπου, μπορεί να παραιτηθεί των ενδίκων μέσων.
 

Επί του άρθρου 106: Το άρθρο 106 περιέχει ειδικές ρυθμίσεις σε σχέση με την αναστολή της παραγραφής, την έγερση της αγωγής κατά τα άρθρα 102 και 104 και τη δικαστική δαπάνη.
 

Επί του άρθρου 107: Το άρθρο 107 επιβεβαιώνει ότι η ευθύνη του δ.σ. σύμφωνα με τα άρθρα 102-106 είναι «έμμεση» και εσωτερική και δεν αφορά τους τρίτους, που έχουν υποστεί «άμεση» ζημία. Όπως και υπό το κράτος του κ.ν. 2190/1920, στο ζήτημα αυτό θα εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις (ιδίως ΑΚ 914 επ.) και οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 98 ΠτΚ.
Επί του άρθρου 108: Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί στο άρθρο 35 κ.ν. 2190/1920, που αφορά την απαλλαγή του δ.σ. με απόφαση της γενικής συνέλευσης μετά την ψήφιση του ισολογισμού. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη, η γενική συνέλευση δεν «απαλλάσσει» το δ.σ. «από πάσης ευθύνης» (κάτι που είχε δημιουργήσει δυσεπίλυτα νομικά προβλήματα, ιδίως ως προς τη θέση της «απαλλαγής» αυτής στο σύστημα της ευθύνης του δ.σ.), αλλά εγκρίνει τη «συνολική διαχείριση», τη διακυβέρνηση δηλ. της εταιρείας γενικά, όχι δε και επιμέρους πράξεις ή παραλείψεις που έχουν τυχόν βλάψει την εταιρεία. Συνεπώς η ευθύνη του δ.σ. παραμένει ακέραιη, κρινόμενη με βάση τις οικείες διατάξεις, ορίζεται όμως ότι η τυχόν έγκριση της συνολικής διαχείρισης θα συνεκτιμηθεί, εφόσον δόθηκε, όταν κρίνεται δικαστικά το θέμα της ευθύνης.
 

Επί του άρθρου 109·. Με τα άρθρα 109 επ. αναμορφώνεται το καθεστώς αμοιβών του δ.σ. Η παρ. 1 του άρθρου 109 ορίζει το γενικό πλαίσιο χορήγησης αμοιβών ή άλλων παροχών στα μέλη του δ.σ. Η παρ. 2 ορίζει τις προϋποθέσεις για την χορήγηση αμοιβής στα μέλη του δ.σ., συνιστάμενης σε συμμετοχή στα κέρδη της χρήσης. Η παρ. 3 αναφέρεται σε αμοιβές σε μέλη του δ.σ. για υπηρεσίες προς την εταιρεία βάσει ειδικής σχέσεως. Τέτοιου είδους αμοιβές καταβάλλονται υπό τους όρους του άρθρου 99. Οι διατάξεις των άρθρων 109 επ. (όπως άλλωστε και εκείνες του άρθρου 99) δεν ισχύουν προκειμένου περί αποζημιώσεων και δαπανών που καταβάλλονται δυνάμει κατά νόμο εγκεκριμένης, όπου απαιτείται, έννομης σχέσης (π.χ. δαπάνες στο πλαίσιο εργασίας ή εντολής) ή/και προβλέπονται εκ του νόμου (π.χ. ΑΚ 723), όπως άλλωστε ισχύει και σήμερα, κατά πάγια θέση της νομολογίας. Η παρ. 4 ρυθμίζει το ζήτημα της προκαταβολής αμοιβών στα μέλη του δ.σ. Τέλος, η παρ. 5 ρυθμίζει τη διαδικασία του δικαστικού ελέγχου του υπέρογκου της αμοιβής ή παροχής που καταβλήθηκε ή αποφασίσθηκε να καταβληθεί σε συγκεκριμένο μέλος του δ.σ.
 

Επί του άρθρου 110: Με το παρόν άρθρο εναρμονίζεται το εθνικό δίκαιο με το άρθρο 9“ της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, όπως αυτό εισήχθη δυνάμει της Οδηγίας 2017/828/ΕΕ, και την εκεί προβλεπόμενη αρχή ότι για την καταβολή των αμοιβών πρέπει να αποφασίσουν οι μέτοχοι («say on pay»). Η διάταξη ισχύει για τις εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, αλλά μπορεί με καταστατική πρόβλεψη να ισχύσει - όπως και οι διατάξεις των άρθρων 110 και 111 - και για εταιρείες χωρίς μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά. Οι νέες ρυθμίσεις προβλέπουν αφενός μεν την ύπαρξη πολιτικής αποδοχών, αφετέρου δε τη σύνταξη ετήσιας έκθεσης αποδοχών. - Η παρ. 1 του άρθρου 110 προβλέπει την υποχρέωση θέσπισης πολιτικής αποδοχών για τα μέλη του δ.σ. και - δυνάμει καταστατικής πρόβλεψης - για τα διοικητικά στελέχη. Τα τελευταία ορίζονται σύμφωνα με το ΔΑΠ 24 παρ. 9. Σύμφωνα με την παρ. 2, η ανωτέρω πολιτική αποδοχών υποβάλλεται στην έγκριση της γενικής συνέλευσης. Η ψήφος των μετόχων είναι δεσμευτική και όχι συμβουλευτική. Η διάρκεια ισχύος της εγκεκριμένης πολιτικής αποδοχών δεν δύναται να υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη από την έγκρισή της από τη γ.σ. Οι εταιρείες υποχρεούνται να υποβάλλουν την πολιτική αποδοχών προς έγκριση στη γ.σ. κάθε φορά που σημειώνεται ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών και σε κάθε περίπτωση ανά τέσσερα (4) έτη από της εγκρίσεως αυτής κατ' ελάχιστο. Σύμφωνα με την παρ. 3, σε περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει πολιτική αποδοχών, η εταιρεία συνεχίζει να καταβάλλει τις αμοιβές των μελών του δ.σ. και (τυχόν) των διοικητικών στελεχών της, όπως αυτές είχαν κατά την προηγούμενη εταιρική χρήση. Με τη συγκεκριμένη διάταξη σκοπείται η διευθέτηση του ζητήματος της αμοιβής των μελών του δ.σ. στο μεταβατικό διάστημα μέχρι την προσαρμογή της εταιρείας στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι το δ.σ. της εταιρείας δύναται να παρατείνει επ' αόριστο το χρόνο της υποβολής της (πρώτης) πολιτικής αμοιβών στην κρίση της γ.σ. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία για τις αποδοχές των μελών του δ.σ. για την προηγούμενη εταιρική χρήση, η παρ. 3 προβλέπει σχετικά ότι η εταιρεία καταβάλλει έως την επόμενη γ.σ. αμοιβές σύμφωνα με τις μέχρι τότε ισχύουσες πρακτικές της. Η παρ. 4 ρυθμίζει την περίπτωση, κατά την οποία η εταιρεία διαθέτει εγκεκριμένη από τη γ.σ. πολιτική αποδοχών και η γ.σ. δεν εγκρίνει την προτεινόμενη νέα πολιτική αποδοχών. Στην περίπτωση αυτή, η εταιρεία μπορεί να συνεχίσει να καταβάλλει τις αμοιβές στα μέλη του δ.σ. σύμφωνα με την πρότερη και εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών και να υποβάλλει αναθεωρημένη πολιτική αποδοχών προς έγκριση από την επόμενη γ.σ. Η παρ. 5 αναφέρεται στη δημοσιότητα της πολιτικής αποδοχών. Τέλος, η παρ. 6 αναφέρεται στη δυνατότητα προσωρινής παρέκκλισης από την εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών. Αυτή είναι δυνατή υπό την προϋπόθεση ότι: (α) η πολιτική αποδοχών ορίζει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί παρέκκλιση από το περιεχόμενό της, (β) η πολιτική αποδοχών ορίζει τα στοιχεία της, ως προς τα οποία μπορεί να εφαρμοστεί η παρέκκλιση και (γ) η παρέκκλιση αυτή είναι αναγκαία για τη μακροπρόθεσμη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εταιρείας στο σύνολό της, ή για την διασφάλιση της βιωσιμότητάς της. Εφόσον δεν υπάρχει πρόβλεψη στην πολιτική αποδοχών για παρέκκλιση από την εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών, αυτή επιτρέπεται υπό τους όρους της παρ. 5 του άρθρου 109.


Επί τον άρθρου 111: Η συγκεκριμένη ρύθμιση εναρμονίζει το εθνικό δίκαιο με το άρθρο 9α της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, όπως αυτό εισήχθη δυνάμει της Οδηγίας 2017/828/ΕΕ, όσον αφορά το περιεχόμενο της πολιτικής αποδοχών. Η παρ. 1 ρυθμίζει το ελάχιστο περιεχόμενο της πολιτικής αποδοχών. Η πολιτική αποδοχών δύναται, σε κάθε περίπτωση, να εμπλουτισθεί ώστε να αποδίδει πιστά τις δυνατότητες αμοιβής των μελών του δ.σ. ή, κατά περίπτωση, των διοικητικών στελεχών. Σύμφωνα με την παρ.2, σε περίπτωση αναθεώρησης της πολιτικής αποδοχών, η σχετική έκθεση του δ.σ. πρέπει να περιγράφει και επεξηγεί όλες τις μεταβολές στην πολιτική αποδοχών. Στην απόφαση της γ.σ. πρέπει να περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη οι ψήφοι και οι απόψεις των μετόχων επί της πολιτικής και των εκθέσεων, από την τελευταία ψηφοφορία σχετικά με την πολιτική αποδοχών κατά τη γ.σ. των μετόχων και εντεύθεν.
 

Επί του άρθρου 112: Με τη συγκεκριμένη διάταξη εναρμονίζεται το εθνικό δίκαιο με το άρθρο 9β της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ, όπως αυτό εισήχθη δυνάμει της Οδηγίας 2017/828/ΕΕ, σε σχέση με την έκθεση αποδοχών. Η τελευταία σκοπεί στην ενημέρωση των μετόχων όσον αφορά την υλοποίηση της πολιτικής αποδοχών ανά εταιρική χρήση. Για το λόγο αυτό, η έκθεση αποδοχών του τελευταίου οικονομικού έτους υποβάλλεται προς συζήτηση στην τακτική γ.σ., ως αντικείμενο της ημερήσιας διάταξης (παρ. 3). Η παρ. 1 ρυθμίζει το πεδίο εφαρμογής της υποχρέωσης κατάρτισης έκθεσης αποδοχών και η παρ. 2 εξειδικεύει το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής. Η παρ. 3 αναφέρεται στην ψήφο των μετόχων στη γ.σ. με αντικείμενο την έκθεση αποδοχών, την οποία ορίζει - κατά την Οδηγία - ως συμβουλευτικού χαρακτήρα. Το δ.σ. οφείλει να επεξηγήσει στην επόμενη έκθεση αποδοχών, το πώς η ανωτέρω ψηφοδοσία κατά την τακτική γ.σ. ελήφθη υπόψη από αυτό. Η παρ. 4 αναφέρεται στη δημοσιότητα της έκθεσης αποδοχών. Τέλος, η παρ. 5 προβλέπει ότι οι εταιρείες θα πρέπει να λαμβάνουν μέριμνα για την τήρηση των διατάξεων περί των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 9 παρ. 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν την οικογενειακή κατάσταση επιμέρους διοικητικών στελεχών ή μελών του δ.σ. της εταιρείας. Τέλος, η παρ. 6 προβλέπει συλλογική ευθύνη των μελών του δ.σ. για παράβαση των υποχρεώσεων που σχετίζονται με την έκθεση αποδοχών.
 

Επί του άρθρου 113: Με το άρθρο αυτό επαναλαμβάνεται η ρύθμιση των παρ. 13 και 14 του άρθρου 13 κ.ν. 2190/1920 για τη διάθεση μετοχών στα μέλη του δ.σ. και το προσωπικό της εταιρείας. Το άρθρο περιέχει ειδική αναφορά στην περίπτωση που υπάρχει εγκεκριμένη πολιτική αποδοχών στην εταιρεία: σύμφωνα με την παρ. 5, δεν υπάρχει ανάγκη για την έγκριση του προγράμματος διάθεσης των μετοχών με απόφαση της γ.σ., όταν το ίδιο πρόγραμμα έχει ήδη εγκριθεί στην απόφαση της γ.σ. που ενέκρινε την πολιτική αποδοχών.


Επί του άρθρου 114: Για λόγους κωδικοποίησης του δικαίου ενσωματώνεται στον νόμο περί ανωνύμων εταιρειών η ρύθμιση του προεδρικού διατάγματος 30/1988, το οποίο καταργείται. Το π.δ. 30/1988 περιέχει ρυθμίσεις για τη δωρεάν διάθεση μετοχών στους εργαζομένους (stock awards) και τη χορήγηση δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών (stock options). Η δεύτερη αυτή ρύθμιση είχε καταργηθεί σιωπηρά με την εισαγωγή του θεσμού των δικαιωμάτων προαίρεσης απόκτησης μετοχών στον κ.ν. 2190/1920 (άρθρο 13), όμως η δυνατότητα δωρεάν διάθεσης εξακολουθούσε μέχρι σήμερα να διέπεται από το π.δ. 30/1988. Το νέο άρθρο δεν ρυθμίζει την περίπτωση διάθεσης μετοχών όχι δωρεάν, αλλά σε τιμή χαμηλότερη της ονομαστικής. Όμως αυτό θα οδηγούσε σε αρκετά περίπλοκες ρυθμίσεις, αφού οι μετοχές αυτές θα πρέπει να εκδοθούν με συνδυασμό πραγματικής και λογιστικής αύξησης κεφαλαίου, η δε ονομαστική αξία εν μέρει θα προέρχεται από το ποσό που καταβάλει ο εργαζόμενος και εν μέρει από αποθεματικά που κεφαλαιοποιούνται. Όμως τέτοια ρύθμιση δεν υπάρχει ούτε στο π.δ. 30/1988 και άλλωστε δεν υπάρχει πραγματική σχετική ανάγκη. Αν μια εταιρεία επιθυμεί π.χ. να δώσει σε έναν εργαζόμενο 100 μετοχές ονομαστικής αξίας 1 Ευρώ προς 0,50 Ευρώ ανά μετοχή, μπορεί να του δώσει 50 δωρεάν και 50 προς 1 Ευρώ. Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για την περίπτωση που η εταιρεία έχει εγκρίνει ήδη την πολιτική αποδοχών που προβλέπει την δωρεάν διάθεση μετοχών: σύμφωνα με την παρ. 4 δεν υπάρχει ανάγκη για την έγκριση του προγράμματος διάθεσης των μετοχών με απόφαση της γ.σ., όταν το ίδιο πρόγραμμα έχει ήδη εγκριθεί στην απόφαση της γ.σ. που ενέκρινε την πολιτική αποδοχών.
 

Επί του άρθρου 115: Η αναμόρφωση του νόμου για τις α.ε. είναι ευκαιρία για πρόβλεψη μονομελούς διοικητικού οργάνου για τις μικρές και πολύ μικρές εταιρείες, αντί του κανονικού (τουλάχιστον τριμελούς) δ.σ. Το μονομελές αυτό όργανο καλείται «σύμβουλος-διαχειριστής», ώστε να διακρίνεται από το διαχειριστή άλλων εταιρειών. Η δυνατότητα αυτή ελπίζεται να μειώσει το κόστος λειτουργίας των μη εισηγμένων ανωνύμων εταιρειών, που επιθυμούν να ενταχθούν στο σύστημα αυτό, αν από τη φύση τους δεν έχουν μέγεθος που να δικαιολογεί την απασχόληση σε διοικητική θέση περισσότερων ατόμων. Άλλωστε η πείρα έχει δείξει ότι σε πολλές μικρές α.ε. η διοίκηση ασκείται ουσιαστικά από ένα άτομο, ενώ τα λοιπά μέλη διαδραματίζουν απλό διακοσμητικό ρόλο. Επιπλέον η δυνατότητα εκλογής «συμβούλου-διαχειριστή» απλουστεύει τις ρυθμίσεις στις οποίες υπόκειται η εταιρεία. Στις προτεινόμενες διατάξεις ορίζεται ποιες διατάξεις εφαρμόζονται στο σύμβουλο-διαχειριστή και ποιες (εκείνες που αφορούν τη συλλογική δράση του δ.σ.) που δεν εφαρμόζονται. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και μετά την εισαγωγή του μονομελούς αυτού οργάνου, διμελές δ.σ. δεν είναι επιτρεπτό.
 

ΤΜΗΜΑ ΕΒΔΟΜΟ: Γενική συνέλευση
 

Επί του άρθρου 116: Το άρθρο αναπαράγει το άρθρο 33 κ.ν. 2190/1920 για τη γ.σ. ως «ανώτατο όργανο» της εταιρείας. 0 χαρακτήρας αυτός οφείλεται αφενός μεν στο ότι οι σημαντικότερες αποφάσεις λαμβάνονται από τη γ.σ. και αφετέρου στο ότι η γ.σ. εκλέγει το διοικητικό όργανο (δ.σ.) και τους ελεγκτές.
 

Επί του άρθρου 117: Στην παρ. 1 του άρθρου αυτού παρατίθενται οι αποκλειστικές αρμοδιότητες της γ.σ., ενώ στην παρ. 2 παρατίθενται οι εξαιρέσεις στην παρ. 1. Στις αποκλειστικές αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης έχει προστεθεί η έγκριση της συνολικής διαχείρισης κατά το άρθρο 106 και η απαλλαγή των ελεγκτών, καθώς και η έγκριση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων. Η τελευταία περίπτωση αφορά προφανώς μόνο την εταιρεία του ομίλου που συντάσσει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και όχι της θυγατρικές ή εγγονές αυτής, ενώ η έγκριση αφορά ως επί το πλείστον την ορθή εφαρμογή των διατάξεων περί ενοποίησης. Θα πρέπει να προσεχθεί ότι υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις όπου σε κάποιο ζήτημα ο νόμος απονέμει (υπό διαφορετικές όμως κάθε φορά προϋποθέσεις) αρμοδιότητα τόσο στη γ.σ. όσο και στο δ.σ., όπως π.χ. συμβαίνει με την έγκριση συμβάσεων της εταιρείας με συγγενή πρόσωπα κατά το άρθρο 99. Περιπτώσεις όπου ο νόμος αναθέτει στο δ.σ. την τροποποίηση του καταστατικού ή την αύξηση ή την αναπροσαρμογή του κεφαλαίου είναι π.χ. εκείνες των άρθρων 24,108 παρ. 3, 28 παρ. 2, 58 παρ. 2. Σημειωτέον επίσης ότι ο νόμος δεν ρυθμίζει ο ίδιος ζητήματα που έχουν τύχει νομολογιακής επεξεργασίας, όπως είναι οι λεγάμενες «αρρύθμιστες» αρμοδιότητες της γ.σ., όπου δηλ. σε ιδιαίτερα σημαντικά ζητήματα, έστω και αν αφορούν τη διαχείριση, η γ.σ. πρέπει να έχει λόγο. Προτιμήθηκε το ζήτημα αυτό να επαφεθεί στη νομολογιακή διάπλαση του ζητήματος, όπως μέχρι σήμερα. Τέλος γίνεται μνεία της δυνατότητας του δ.σ. αφενός μεν να διανέμει προσωρινά μερίσματα σύμφωνα με το άρθρο 157, όσο και να προβαίνει αυτό σε διανομή κερδών και προαιρετικών αποθεματικών με τους όρους της παραγράφου 3 του άρθρου 157.
 

Επί του άρθρου 118: Το άρθρο αυτό παρουσιάζει προγραμματικά τους τρόπους με τους οποίους οι μέτοχοι λαμβάνουν αποφάσεις. Εκτός από την απόφαση σε συνεδρίαση της γ.σ. και το πρακτικό «διά περιφοράς», εισάγεται τρίτη δυνατότητα λήψης αποφάσεων από τη γενική συνέλευση, δηλ. η διαδικασία γ.σ. χωρίς συνεδρίαση.
 

Επί του άρθρου 119: Ορίζονται τα είδη γ.σ. (τακτική, έκτακτη, καταστατική γ.σ.). Ουσία της τακτικής γ.σ. είναι η έγκριση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων και των ενοποιημένων για την εταιρεία που τις συντάσσει. Συχνά εκλέγεται στην τακτική γ.σ. δ.σ., η απόφαση αυτή όμως μπορεί να λαμβάνεται και σε έκτακτη γ.σ. Στην παρ. 4 οι λέξεις «όπως προσδιορίζονται στο υπόδειγμα ισολογισμού που προβλέπεται από το άρθρο 42γ» (βλ. άρθρο 47 κ,ν. 2190/1920) δεν επαναλήφθηκαν, ώστε η διάταξη να μπορεί να εφαρμοσθεί ανάλογα με τα ισχύοντα σε κάθε λογιστικό σύστημα που ακολουθεί η εταιρεία. Τέλος στην παρ. 5 δίδεται η δυνατότητα σε εταιρείες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ) να μπορούν, με σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό τους, να υπαχθούν στις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου, οι οποίες αφορούν τη σύγκληση, συνεδρίαση, συμμετοχή των μετόχων, λήψη αποφάσεων, καθώς και την άσκηση άλλων μετοχικών δικαιωμάτων σε γενικές συνελεύσεις εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται επιτρεπτή η προαιρετική επέκταση της εφαρμογής της οδηγίας 2007/36/ΕΚ της 11^ Ιουλίου 2007 σχετικά με την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων από μετόχους εισηγμένων εταιρειών, όπως ισχύει σήμερα και έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί, και σε εταιρείες, οι μετοχές των οποίων διαπραγματεύονται σε ΠΜΔ. Η επέκταση αυτή δύναται να γίνεται με επιλογή της εταιρείας αλλά και με κανονιστική πρόβλεψη του διαχειριστή του ΠΜΔ ο οποίος μπορεί να απαιτήσεις την καταστατική αυτή πρόβλεψη ως προϋπόθεση διαπραγμάτευσης, ανάλογα με τη φύση και τις συνθήκες λειτουργίας του κάθε ΠΜΔ.
 

Επί του άρθρου 120: Το άρθρο ορίζει τον τόπο όπου λαμβάνει χώρα η γ.σ. Με τη ρύθμιση της § 3 εισάγεται για μη εισηγμένες εταιρείες η δυνατότητα εξ ολοκλήρου διεξαγωγής της συνέλευσης με ηλεκτρονικά μέσα (virtual meeting) και όχι σε ορισμένο τόπο. Στην τελευταία περίπτωση οι μέτοχοι θα συμμετέχουν αποκλειστικά με ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα σε πραγματικό χρόνο στη γ.σ. κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 125.

 

Επί του άρθρου 121: Το άρθρο 121 ορίζει τα πρόσωπα που μπορούν να συγκαλέσουν γ.σ. Εκτός από το δ.σ., τη σύγκληση μπορούν εφεξής να διενεργούν και ο σύνδικος ή άλλα πρόσωπα που διαχειρίζονται διαδικασίες του Πτωχευτικού Κώδικα. Την πρωτοβουλία της σύγκλησης μπορεί να έχει και μειοψηφία μετόχων ή ο τακτικός ελεγκτής της εταιρείας. Παραπέρα το άρθρο αυτό ορίζει το περιεχόμενο της πρόσκλησης, ανάλογα με το αν η εταιρεία είναι εισηγμένη ή όχι, ορίζεται όμως ότι πρόσκληση δεν απαιτείται σε περίπτωση «καθολικής» γ.σ.
 

Επί του άρθρου 122: Το άρθρο αυτό αφορά τη δημοσίευση της πρόσκλησης της γ.σ. Το άρθρο αυτό αφορά την πρόσκληση της γ.σ. Ορίζονται η προθεσμία (20ήμερη, παρ. 1) και ο τρόπος δημοσιότητας (διά του Γ.Ε.ΜΗ., παρ. 2 και 3), ανάλογα με το αν πρόκειται για εταιρείες εισηγμένες ή μη και υπό την επιφύλαξη ειδικότερης διάταξης. Με την παρ. 4 εισάγεται δικαίωμα κάθε μετόχου σε εταιρείες με μετοχές μη εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά να ζητεί από την εταιρεία ατομική πληροφόρηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) για επικείμενες γενικές συνελεύσεις και μάλιστα να τη λαμβάνει τουλάχιστον 10 ημέρες πριν από την ημέρα της συνεδρίασης. Για να ενεργοποιηθεί το δικαίωμα δεν απαιτείται καταστατική πρόβλεψη. Όμως η ατομική ειδοποίηση πρέπει να διακρίνεται από την κανονική νόμιμη (ή καταστατική) πρόσκληση της γ.σ. Όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 132 παρ. 5, παράλειψη αποστολής της ατομικής ειδοποίησης δεν αποτελεί ελάττωμα των αποφάσεων της γ.σ., και συνεπώς ο μέτοχος θα έχει μόνο ενδεχόμενη αποζημιωτική αξίωση. - Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι καταργείται, ως άνευ νοήματος, η υποχρέωση υποβολής της πρόσκλησης της γ.σ. στη Διοίκηση (άρθρο 26α § 1 κ.ν. 2190/1920), αφού οι μεν μέτοχοι έχουν τη σχετική πληροφόρηση, η δε Διοίκηση δεν έχει δυνατότητα παράστασης στη γ.σ., όπως ίσχυε παλαιότερα. Καταργείται επίσης η υποβολή του πρακτικού της γ.σ. στην Διοίκηση. Και αν μεν πρόκειται για σημαντικές αποφάσεις, οι οποίες υπόκεινται σε καταχώριση, η τελευταία θα πρέπει να γίνει ούτως ή άλλως με υποβολή της απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ. Η υποβολή των λοιπών (μικρότερης σημασίας) αποφάσεων στη Διοίκηση είχε μόνο νόημα για την έναρξη της προθεσμίας ακύρωσης ή προβολής της ακυρότητας σύμφωνα με τα άρθρα 35α και 35β κ.ν. 2190/1920. Όμως επελέγη η προθεσμία αυτή να αρχίζει από τη λήψη της απόφασης, όπως συμβαίνει και στις αλλοδαπές νομοθεσίες, για αποφυγή σώρευσης στη Διοίκηση πρακτικών που δεν ελέγχονται Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις (άρθρο 129 παρ. 3), η εταιρεία φέρει αυτή το βάρος απόδειξης ότι η απόφαση της γ.σ. έλαβε χώρα την ημερομηνία που αναγράφεται στο πρακτικό. Εννοείται βέβαια ότι ικανή απόδειξη σχετικά με το χρόνο, αλλά και για την αποφυγή αμφισβητήσεων σχετικά με δυνατότητα εκ των υστέρων «παρεμβάσεων» στο περιεχόμενο ορισμένης απόφασης της γ.σ., μπορεί να επιτευχθεί μέσω κατάθεσης του σχετικού πρακτικού σε συμβολαιογράφο. Όμως κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο και η απόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο.
 

Επί του άρθρου 123: Ρυθμίζεται ειδικώς το ζήτημα της ενημέρωσης των μετόχων πριν από τη γ.σ. Επεκτείνονται οι υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών στους μετόχους από τη δημοσίευση της πρόσκλησης και για τις μη εισηγμένες εταιρείες, πλην της υποχρέωσης ανάρτησης σχεδίων αποφάσεων. Η παράβαση των διατάξεων αυτών δημιουργεί ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου και μάλιστα άμεση, έναντι των μετόχων, στο μέτρο που προέκυψε ζημία για τους τελευταίους, δεν επηρεάζεται όμως το κύρος των αποφάσεων που έλαβε η γ.σ., δεδομένου ότι το άρθρο 137 παρ. 2 αναφέρεται σε μη παροχή πληροφοριών που ζητήθηκαν από μετόχους κατά το άρθρο 141.
 

 

Επί του άρθρου 124: Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις καταργείται ο θεσμός της δέσμευσης μετοχών και η διαδικασία προηγούμενης ενημέρωσης της εταιρείας για τη συμμετοχή μετόχου στη γενική συνέλευση συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης κατάρτισης πίνακα μετόχων δικαιούμενων συμμετοχής στη γ.σ από το δσ. Πλέον κανόνες προηγούμενης κατάθεσης μετοχών, δέσμευσης ή προηγούμενης κατάθεσης εγγράφων αντιπροσώπευσης και κατάρτισης πίνακα μετόχων δύνανται να προβλέπονται μόνο ως καταστατικές επιλογές. Αντ' αυτού η νομιμοποίηση των μετόχων γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο κατά την ημέρα διεξαγωγής της γ.σ., καθώς η τεχνολογική εξέλιξη επιτρέπει την ταχύτερη και αμεσότερη ταυτοποίηση των μετόχων. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν οι μέτοχοι με δικαίωμα ψήφου. Οι μέτοχοι χωρίς δικαίωμα ψήφου δικαιούνται να συμμετάσχουν στη γ.σ., δεν υπολογίζονται όμως κατά την εξεύρεση της απαρτίας (άρα ούτε στον αριθμητή ούτε στον παρονομαστή του κλάσματος). Για τις εισηγμένες εταιρείες προβλέπεται ως κανόνας η ημερομηνία καταγραφής, όπως και υπό τον κ.ν. 2190/1920, διευκρινίζεται δε ότι διατηρείται η ίδια ημερομηνία καταγραφής και για την εξ αναβολής και την επαναληπτική γ.σ., εκτός αν αυτές απέχουν πάνω από 30 ημέρες από την αρχική ημερομηνία καταγραφής ή δημοσιεύεται νέα πρόσκληση. Για την ταυτοποίηση των δικαιούμενων συμμετοχής ο νόμος διευρύνει τα μέσα απόδειξης της μετοχικής ιδιότητας επιτρέποντας και την ηλεκτρονική ενημέρωση τόσο από το κεντρικό αποθετήριο όσο και από τους εγκεκριμένους διαμεσολαβητές σε περίπτωση συλλογικών λογαριασμών. Η ταυτοποίηση των μετόχων στην τελευταία περίπτωση γίνεται με τα μέσα που προβλέπονται στην ειδικότερη νομοθεσία με την οποία ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η οδηγία 2017/828, με την οποία τροποποιείται η οδηγία 2007/36 ΕΚ, και στα εκτελεστικά αυτής μέτρα. Παραλείπονται ως αυτονόητες οι διευκρινίσεις ότι οι μετοχές δεν δεσμεύονται λόγω της επικείμενης συμμετοχής στη γ.σ. Οι μετοχές είναι ελεύθερα εκποιήσιμες, εκτός αν το καταστατικό (επί μη εισηγμένων) περιέχει αντίθετη ρήτρα. Για μη εισηγμένες εταιρείες το καταστατικό μπορεί να προβλέπει διαδικασία συμμετοχής βάσει ημερομηνίας καταγραφής διαφορετικής της ημέρας διεξαγωγής της γ.σ κατά τα προβλεπόμενα για τις εισηγμένες εταιρείες, ωστόσο δεν επιτρέπεται να οριστεί ημερομηνία καταγραφής ενωρίτερα των 5 ημερών από την ημέρα της αρχικής συνεδρίασης της γ.σ. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι διατηρείται μια χρονική εγγύτητα ανάμεσα στους δικαιούμενους συμμετοχής στη γ.σ. και την ημερομηνία διεξαγωγής αυτής.
 

Επί των άρθρων 125 και 126 (συμμετοχή στη γ.σ. από απόσταση): Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις στα άρθρα αυτά συστηματοποιούνται οι διατάξεις περί συμμετοχής στη γενικής συνέλευση από απόσταση τόσο για τις εισηγμένες όσο και για τις μη εισηγμένες εταιρείες. Η συμμετοχή από απόσταση διακρίνεται σε συμμετοχή από απόσταση πριν από τη γ.σ. (επιστολική ψήφος) η οποία μπορεί να είναι και ηλεκτρονική, και κατά τη διάρκεια αυτής (τηλεδιάσκεψη). Στην πρώτη περίπτωση ο μέτοχος λαμβάνει τα θέματα και τα σχέδια απόφασης και ψηφίζει επί των σχεδίων αυτών αποστέλλοντας την ψήφο του πριν από τη διεξαγωγή της γ.σ. Για το σκοπό αυτό ρητά ορίζεται ότι οι ψήφοι αυτοί λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της απαρτίας και της πλειοψηφίας. Στη δεύτερη περίπτωση ο μέτοχος συμμετέχει σε πραγματικό χρόνο μέσω συστημάτων αμφίδρομης επικοινωνίας σε γ.σ. η οποία διεξάγεται πραγματικά και σε συγκεκριμένο τόπο. Λόγω όμως της μη φυσικής του παρουσίας απαιτείται η διασφάλιση της ταυτότητας του συμμετέχοντος μετόχου. Ο συμμετέχων με αυτόν τον τρόπο μέτοχος θεωρείται ότι συμμετέχει στη γ.σ. ωσάν να ήταν παρών. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο 120, με τηλεδιάσκεψη μπορεί να διεξάγεται η γ.σ. εξ ολοκλήρου και όχι μόνο ως προς ορισμένους μετόχους. Η διαφορά έγκειται ότι στην περίπτωση του άρθρου 125 προβλέπεται μηχανισμός διευκόλυνσης της συμμετοχής μετόχου σε πραγματικά διεξαχθείσα με φυσική υπόσταση γ.σ., ενώ στην περίπτωση του άρθρου 120 προβλέπεται τρόπος διεξαγωγής της ΓΣ με αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσα (virtual meeting).
 

Επί του άρθρου 127: Διευκρινίζονται τα ζητήματα συμμετοχής ή παράστασης τρίτων στη γενική συνέλευση, που έχουν δημιουργήσει κατά καιρούς αμφισβητήσεις.
 

Επί του άρθρου 128: Στο άρθρο αυτό ρυθμίζονται τα της αντιπροσώπευσης ή εκπροσώπησης στη γ.σ., με ειδικές ρυθμίσεις για τις εισηγμένες εταιρείες. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα παροχής εξουσιοδότησης και με ηλεκτρονικά μέσα, διευρύνοντας έτσι τα μέσα με τα οποία μπορεί να συμμετέχει και να ψηφίζει μέτοχος σε γ.σ. μέσω μηχανισμών ηλεκτρονικής εξουσιοδότησης προς τον πρόεδρο της συνέλευσης με προδιατυπωμένα έντυπα ή ηλεκτρονικά αρχεία, τα οποία συμπληρώνονται από κάθε μέτοχο και με τα οποία ο τελευταίος εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο της συνέλευσης να ψηφίσει για λογαριασμό του επί των θεμάτων της γ.σ. σύμφωνα με τις οδηγίες του. Η τελευταία αποτελεί μια ευρέως διαδεδομένη πρακτική διεθνώς γνωστή ως «proxy voting» ή «electronic proxy voting». Τεχνικά η αποστολή εξουσιοδοτήσεων με τη μέθοδο αυτή δεν διαφοροποιείται από την αποστολή επιστολικής ψήφου, αλλά νομικά η εταιρεία επιτυγχάνει μεγαλύτερη ασφάλεια, καθώς προστατεύεται από λάθη στη μετάδοση των ηλεκτρονικών συστημάτων ή περιπτώσεις hacking. Και αυτό γιατί, κατά ρητή διατύπωση του άρθρου 128, τυχόν μη συμμόρφωση του αντιπροσώπου με τις οδηγίες που έχει λάβει δεν επηρεάζει το κύρος των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, ακόμη και εάν η ψήφος του αντιπροσώπου ήταν αποφασιστική για την επίτευξη της πλειοψηφίας.
 

Επί του άρθρου 129: Το άρθρο αυτό αποδίδει στην ουσία τα ισχύοντα στην πράξη σε σχέση με τον πρόεδρο του δ.σ. Η διατύπωσή του έχει ληφθεί κυρίως από το άρθρο 2371 του ΙταλΑΚ.
 

Επί του άρθρου 130: Καταρχήν επαναλαμβάνονται οι ρυθμίσεις του άρθρου 29 κ.ν. 2190/1920. Προβλέπεται η δυνατότητα διεξαγωγής επαναληπτικής συνέλευσης λόγω μη επίτευξης απαρτίας σε περίπτωση που έχει ήδη προσκληθεί με την αρχική πρόσκληση εντός 5 (αντί 10) ημερών, καθώς εν προκειμένω ελλείπει η ανάγκη προστασίας των μετόχων από πρακτικές αιφνιδιαστικής υφαρπαγής ψήφου, αφού έχουν ενημερωθεί ήδη με την αρχική πρόσκληση για την ημερομηνία διεξαγωγής της επαναληπτικής γ.σ. Επίσης στην περίπτωση αποφάσεων που λαμβάνονται με αυξημένη απαρτία καταργείται η δεύτερη επαναληπτική συνέλευση και μειώνονται τα απαιτούμενα ποσοστά απαρτίας, ώστε να αποφεύγονται σημαντικές καθυστερήσεις στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων. Έτσι τα ποσοστά απαρτίας διαμορφώνονται πλέον σε 1/2 και 1/3 (ή 1/5), αντί 2/3, 1/2 και 1/3 (ή 1/5). Με τον τρόπο αυτό επιταχύνεται η λήψη των εταιρικών αποφάσεων. Τέλος, οι παρ. 5 και 6 του άρθρου 29 κν. 2190/1920 απλοποιούνται, ώστε να είναι σαφές ότι α) οι μέτοχοι μπορούν με το καταστατικό να επαυξάνουν (όχι και να μειώνουν) τα απαιτούμενα ποσοστά απαρτίας, τόσο για τα θέματα της παρ. 1, όσο και για τα θέματα της παρ. 3 και β) ότι, ειδικά για τα θέματα της παρ. 1, αυτά δηλ. που απαιτούν απλή απαρτία, δεν μπορεί το ποσοστό της να αυξηθεί πέραν των 2/3 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Η διάταξη αυτή θα πρέπει να ιδωθεί σε συνδυασμό με την τροποποίηση του άρθρου 132 περί πλειοψηφίας. Η διαφοροποίηση έγκειται στο ότι επιδιώκεται όσο το δυνατόν η συμμετοχή του μετόχου στη γ.σ,. Κατά συνέπεια περιορίζεται η ελευθερία διαμόρφωσης του καταστατικού για χάρη της ενεργητικότερης συμμετοχής των μετόχων στις εταιρικές υποθέσεις.
 

Επί του άρθρου 131: Η διάταξη της παρ. 1 ορίζει ότι, κατά κανόνα, η ψηφοφορία πρέπει να είναι φανερή, εκτός αν η ίδια η γ.σ. αποφασίσει διαφορετικά. Η παρ. 2 ορίζονται περιπτώσεις όπου η ψηφοφορία πρέπει να είναι φανερή, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εφαρμογή άλλων διατάξεων. Αυτό συμβαίνει π.χ. με τη δυνατότητα μείωσης της αμοιβής μελών του δ.σ. μετά από αίτημα των μετόχων που «αντιτάχθηκαν» στην έγκρισή της (άρθρο 109 παρ. 5). Επίσης μυστική ψηφοφορία δεν είναι δυνατή, όταν ο νόμος προβλέπει ρητά φανερή ψηφοφορία (π.χ. κατά το άρθρο 108 για την έγκριση της συνολικής διαχείρισης), καθώς και (εκ των πραγμάτων) στην περίπτωση της ψήφου που δίδεται από απόσταση.
 

Επί του άρθρου 132: Το άρθρο 132 επαναλαμβάνει το άρθρο 31 κν. 2190/1920, με εξαίρεση την παρ. 3. Με τις προτεινόμενες παρ. 2 και 3 διευρύνεται η καταστατική ελευθερία κατά την επαύξηση των ποσοστών πλειοψηφίας για όλες τις αποφάσεις, δηλ επί θεμάτων τόσο της παρ. 1 όσο και την παρ. 3 του άρθρου 130. Έτσι, σε αντίθεση με το ισχύον δίκαιο, για τα θέματα της απλής πλειοψηφίας μπορεί να ορίζεται καταστατικά πλειοψηφία ακόμα και ανώτερη των 2/3 (μέχρι και ομοφωνία) των εκπροσωπούμενων ψήφων.
 

Επί του άρθρου 133: Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας πρέπει να αναγγέλλεται από τον πρόεδρο της συνέλευσης (βλ. ήδη και 129 παρ. 2). Όμως σε περίπτωση εισηγμένων εταιρειών, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας πρέπει να ανακοινώνεται μέσω του διαδικτυακού τόπου της εταιρείας. Πρέπει να σημειωθεί ότι η μη ακριβής τήρηση των διατάξεων του άρθρου αυτού δεν επηρεάζει το κύρος της απόφασης.


Επί του άρθρου 134: Προβλέπεται δυνατότητα του προέδρου της συνέλευσης να αρνηθεί την καταχώριση στα πρακτικά της γνώμης μετόχου, η οποία αναφέρεται σε ζητήματα εμφανώς εκτός ημερήσιας διάταξης, ή το περιεχόμενό της αντίκειται στα χρηστά ήθη ή το νόμο. Επίσης ρυθμίζεται το ζήτημα της χορήγησης πρακτικών σε μετόχους της εταιρείας. Η διάταξη της τελευταίας παρ. 3 στοχεύει στην
αποτροπή αλλοίωσης (ιδίως προχρονολόγησης ή μεταχρονολόγησης] των πρακτικών. Όμοια διάταξη υπάρχει για την ΙΚΕ (άρθρο 66 Ν. 4072/2012) και κατ' ουσίαν αντικαθιστά την υποχρέωση παράστασης συμβολαιογράφου σύμφωνα με το άρθρο 32 § 2 κ.ν. 2190/1920, που δεν επαναλαμβάνεται. Συνεπώς η εταιρεία θα πρέπει να προνοεί ώστε να είναι σε θέση να αποδείξει (με οποιοδήποτε τρόπο) ότι έλαβε πράγματι χώρα η γ.σ. Σημειωτέον τέλος ότι βιβλίο πρακτικών της γενικής συνέλευσης μπορεί να τηρείται ενιαία με το βιβλίο πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου (άρθρο 93 παρ. 4).
 

Επί του άρθρου 135: Εισάγεται ο θεσμός της δυνατότητας λήψης πλειοψηφικής απόφασης από τη γ.σ. «χωρίς συνεδρίαση» κατά το αγγλοσαξωνικό πρότυπο για μη εισηγμένες εταιρείες («written resolutions»). To δ.σ. προτείνει τη λήψη μιας απόφασης και οι μέτοχοι απαντούν ηλεκτρονικά. Το άρθρο 135 καθορίζει τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες της διαδικασίας. Ζήτημα απαρτίας δεν υπάρχει, διότι η πρόταση απευθύνεται σε όλους τους μετόχους. Ο νέος τρόπος λήψης αποφάσεων εφαρμόζεται μόνο στις μη εισηγμένες εταιρείες και μόνο αν το καταστατικό την προβλέπει, ενώ μειοψηφία του 1/5 του κεφαλαίου μπορεί να αντιταχθεί στη λήψη απόφασης με τη διαδικασία αυτή. Όπως είναι προφανές, δικαιώματα μετόχων που συνδέονται με τη διεξαγωγή συνεδρίασης της γ.σ. δεν τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω. Ωστόσο, ειδικά ως προς το ζήτημα ενημέρωσης των μετόχων προβλέπεται στην παρ. 6 συγκεκριμένη διαδικασία ενημέρωσης ως υποκατάστατο της συζήτησης στη γ.σ.


Επί του άρθρου 136: Διατηρείται η δυνατότητα που προβλεπόταν για τη σύνταξη πρακτικού «διά περιφοράς» με ισχύ απόφασης. Προστίθεται όμως ότι δεν απαιτείται ομόφωνη απόφαση, αλλά σύμπραξη όλων των μετόχων, που συμφωνούν να ληφθεί η απόφαση με τον τρόπο αυτό, ενώ επιτρέπεται ρητά οι υπογραφές των μετόχων ή των αντιπροσώπων τους να αντικαθίστανται με ανταλλαγή μηνυμάτων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, αν τούτο προβλέπεται στο καταστατικό. Οι σχετικές ρυθμίσεις έχουν ληφθεί από το άρθρο 73 Ν. 4072/2012, που αφορά την ΙΚΕ.
 

 

Επί του άρθρου 137: Οι διατάξεις για τις ελαττωματικές αποφάσεις της γ.σ., όπως είχαν εισαχθεί με το ν. 3604/2007, δεν αναμορφώνονται ριζικά στο πλαίσιο του νέου νόμου, ωστόσο θεωρήθηκε εύλογο να εισαχθούν ορισμένες τροποποιήσεις, με βάση και την εμπειρία που έχει αποκτηθεί από τη μέχρι τώρα εφαρμογή τους. Το άρθρο 137 (ακυρωσία των αποφάσεων της γ.σ.) ακολουθεί το παλαιό άρθρο 35α κ.ν. 2190/1920, με τις εξής κύριες μεταβολές και διευκρινίσεις: (α) Διευκρινίζεται στην παρ. 2 ότι λόγος ακυρωσίας θα υπάρχει, αν οι ζητηθείσες και μη δοθείσες πληροφορίες αναφέρονται στα θέματα της απόφασης που λήφθηκε. (β) Η προθεσμία έγερσης αγωγής ακύρωσης απόφασης γ.σ. επεκτείνεται σε 4 μήνες (αντί των 3), με γνώμονα τον εύλογο χρόνο που απαιτείται για τη συλλογή των απαιτούμενων στοιχείων και τεκμηρίωση του υποβαλλόμενου αιτήματος, ενόψει και των πρακτικών συνθηκών αναζήτησης στοιχείων από τη Διοίκηση και δημοσίευσης των αποφάσεων στο Γ.Ε.ΜΗ. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 134 παρ. 2 η προθεσμία δεν συμπληρώνεται πριν ο μέτοχος λάβει το πρακτικό της γενικής συνέλευσης, όπου έχει καταχωρισθεί η απόφαση, με την προϋπόθεση ότι ζήτησε το πρακτικό αυτό εντός της παραπάνω προθεσμίας, (γ) Συγκεκριμένες διατάξεις του νέου νόμου σχετικές με πρόσθετες πτυχές της διαδικασίας της γ.σ., που κρίθηκαν ήσσονος σημασίας για να αναχθούν σε λόγους ακυρωσίας της απόφασης, εξαιρέθηκαν ρητώς από τη γενική ρύθμιση, ώστε να μην τεθεί για αυτές ζήτημα επιφύλαξης της - αυστηρής εν προκειμένω - συνέπειας αυτής, (δ) Η αγωγή ακύρωσης δικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο, με την επισήμανση, πάντως, ότι θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα από την Πολιτεία και τους διαδίκους για σύντομο προσδιορισμό δικασίμου της αγωγής, ενόψει της ανάγκης ταχύτερης επίτευξης ασφάλειας δικαίου, σχετικά με το κύρος των αποφάσεων της α.ε. (ε) Δυνατότητα ακύρωσης δεν παρέχεται προκειμένου για αποφάσεις που επικυρώθηκαν με νεότερη απόφαση της γενικής συνέλευσης, παρέχεται όμως δικαίωμα αποζημίωσης στους ζημιωθέντες, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της δίκης ακύρωσης (παρ. 12). (στ) Διευκρινίζεται, κατόπιν και σχετικού προβληματισμού της Διεύθυνσης Α.Ε. & Πίστεως και σχετικής γνωμοδότησης του ΝΣΚ, ότι τυχόν ακυρώσιμες αποφάσεις, που, με βάση το περιεχόμενό τους, υποβάλλονται σε δημοσιότητα, καταχωρίζονται στο Μητρώο, εφόσον δεν έχει εκδοθεί απόφαση για την ακύρωσή τους ή σχετική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή προσωρινή διαταγή, (ζ) Υποβάλλεται σε δηλωτική δημοσιότητα και η άσκηση της αγωγής ακύρωσης. - Επιπρόσθετα, με γνώμονα τις σοβαρές πρακτικές δυσχέρειες που μπορεί να επιφέρει τυχόν ακύρωση απόφασης γ.σ. σχετικά με έκδοση νέων τίτλων που πρόκειται να εισαχθούν στο χρηματιστήριο (ιδίως απόφαση για αύξηση κεφαλαίου ή έκδοση νέων μετοχών με μείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών - split, ή έκδοση ομολογιών), κατά κύριο λόγο εξαιτίας της ανάμειξης και - αναγκαία - της ενιαίας συναλλακτικής κυκλοφορίας των άυλων δικαιωμάτων προτίμησης και των εν γένει άυλων τίτλων της εταιρείας, προτείνεται να μην επιτρέπεται η ακύρωση των αποφάσεων αυτών. Στην περίπτωση αυτή, η προστασία κάθε προσώπου που θίγεται από το ελάττωμα της απόφασης θα είναι η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την απόφαση. Το θίγόμενο πρόσωπο μάλιστα θα μπορεί να αξιώσει αποζημίωση και από άλλα πλην της εταιρείας πρόσωπα, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των γενικών διατάξεων. Εξάλλου, σημειώνεται ότι δικαίωμα έγερσης αγωγής ακύρωσης φέρουν και πρόσωπα στα οποία έχουν παραχωρηθεί από μέτοχο εμπράγματα δικαιώματα σε μετοχές (ενεχυρούχος δανειστής, επικαρπωτής) που αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα με τα ανωτέρω ποσοστά του κεφαλαίου, δυνάμει της νέας διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 54, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά έχουν τα δικαιώματα ψήφου.


Επί του άρθρου 138: Το άρθρο αυτό ρυθμίζει την ακυρότητα των αποφάσεων της γ.σ. Ακολουθήθηκε το παλαιό άρθρο 35β Κ.Ν. 2190/1920, με τις εξής κύριες μεταβολές και διευκρινίσεις: (α) Στην παρ. 2, που ορίζει πότε έχει συγκληθεί η γ.σ., διευκρινίζεται ότι, για να υπάρχει σύγκληση, η πρόσκληση θα πρέπει να έχει δημοσιευθεί όχι μόνο όπως ορίζει ο νόμος, αλλά, ενδεχομένως και όπως (επιτρεπτά) ορίζει και το καταστατικό, (β) Διευκρινίζεται, λόγω των αμφιβολιών που έχουν ανακύψει στο παρελθόν, ότι η πρόσκληση προέρχεται από την εταιρεία σε περίπτωση που απευθύνεται από μέλος δ.σ. ή από μέτοχο που φέρει τις προϋποθέσεις σύγκλησης κατ’ ενάσκηση δικαιώματος μειοψηφίας ή από τον εταιρικό ελεγκτή, (γ) Σύμφωνα με το άρθρο 134 παρ. 2, η προθεσμία του έτους δεν συμπληρώνεται πριν ο μέτοχος λάβει στο πρακτικό της γενικής συνέλευσης, όπου έχει καταχωρισθεί η απόφαση, με την προϋπόθεση ότι ζήτησε το πρακτικό αυτό εντός της παραπάνω προθεσμίας, (δ) Με γνώμονα την άρση ερμηνευτικών αμφισβητήσεων, η τυχόν εξώδικη προβολή της ακυρότητας εντός της τασσόμενης προθεσμίας, επιβάλλεται να είναι ρητή και έγγραφη, να αφορά συγκεκριμένη απόφαση και να περιγράφει (έστω και με συντομία) το λόγο της ακυρότητας. - Επιπρόσθετα, υπό το κοινό σκεπτικό και τις αξιολογήσεις που μνημονεύθηκαν και παραπάνω για τις ακυρώσιμες αποφάσεις, με αντικείμενο την έκδοση νέων προς εισαγωγή τίτλων (βλ. αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 137), προτείνεται στην παρ. 5 η προβολή της ακυρότητας της απόφασης της γ.σ. να είναι δυνατή μόνο μέχρι την έναρξη διαπραγμάτευσης των μετοχών που προκύπτουν ή, κατά περίπτωση, μόνο μέχρι την αποκοπή του δικαιώματος προτίμησης. Εν προκειμένω συνεπώς δεν αποκλείεται πλήρως, αλλά περιορίζεται χρονικά η προβολή της ακυρότητας. Ανάλογες ρυθμίσεις για το ίδιο ή παρεμφερή θέματα υπάρχουν ήδη τόσο στο ελληνικό, όσο και σε αλλοδαπά δίκαια (βλ. άρθρο 15 Ν. 3777/2009, § 246a AktG). Αν συνεπώς έχει παρέλθει η προθεσμία που τάσσει η διάταξη, η προστασία κάθε προσώπου που θίγεται από το ελάττωμα της απόφασης θα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη. Το θίγόμενο πρόσωπο μάλιστα θα μπορεί να αξιώσει αποζημίωση και από άλλα πλην της εταιρείας πρόσωπα, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των γενικών διατάξεων. Πάντως οι περιορισμοί της παρ. 5 δεν ισχύουν αν από την παράβαση που σημειώθηκε προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου. Τέτοια παράβαση μπορεί να αφορά π.χ. την υιοθέτηση παράνομου εταιρικού σκοπού, ενώ δεν θα πρόκειται για διαρκή παράβαση αν π.χ. η έκθεση του δ.σ. για την κατάργηση του δικαιώματος προτίμησης ήταν ελλιπής. - Τέλος, προτείνονται δικονομικές διατάξεις (αντίστοιχες προς εκείνες επί ακυρώσιμων αποφάσεων) σχετικά με τη δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων επί προσβολής απόφασης γ.σ. λόγω ακυρότητας, σχετικά με τη δηλωτική δημοσιότητα της σχετικής αγωγής ακόμη και των πρωτόδικων αποφάσεων που αναγνωρίζουν άκυρη απόφαση γ.σ.
 

Επί του άρθρου 139: Η αυστηρή κύρωση του ανυποστάτου μιας απόφασης γ.σ. επιφυλάσσεται σε αποφάσεις, αν στην ψηφοφορία συμμετείχαν αποκλειστικά και μόνο πρόσωπα χωρίς μετοχική ιδιότητα ή πρόσωπα που είχαν αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα. Οι διευκρινίσεις αυτές κρίθηκαν απαραίτητες προς άρση αμφισβητήσεων που είχαν δημιουργηθεί μετά τις τροποποιήσεις στον κ.ν. 2190/1920 που επέφερε ο ν. 3604/2007.


Επί του άρθρου 140: Περιλαμβάνεται ειδικότερη, διευκρινιστικού χαρακτήρα, ρύθμιση σχετικά με τα ελαττώματα αποφάσεων της γ.σ. που λαμβάνονται με ψηφοφορία χωρίς συνεδρίαση ή με προσυπογραφή πρακτικού χωρίς συνεδρίαση. Μεταξύ αυτών ως περίπτωση ανυποστάτου περιλαμβάνεται και η μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 136.
 

ΤΜΗΜΑ ΟΓΔΟΟ: Δικαιώματα μειοψηφίας


Επί του άρθρου 141: Το άρθρο 141 για τα δικαιώματα μειοψηφίας (συλλογικά και ατομικά) ακολουθεί καταρχήν το άρθρο 39 κ.ν. 2190/1920, με ορισμένες όμως τροποποιήσεις. Η παρ. 1 προβλέπει το δικαίωμα της μειοψηφίας να ζητήσει τη σύγκληση έκτακτης γ.σ. Η διάταξη ακολουθεί την προηγούμενη διαδικασία με δύο τροποποιήσεις: Ορίζεται ρητά αφενός ότι η τυχόν απόφαση του δικαστηρίου που παρέχει την άδεια σύγκλησης δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, ώστε να αποφευχθεί η άποψη που διατυπώθηκε ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, οπότε το δικαίωμα της μειοψηφίας πρακτικά ματαιώνεται, και αφετέρου ότι το δ.σ. μπορεί να επιλέξει να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 135, εκτός αν οι αιτούντες μέτοχοι έχουν ζητήσει τη σύγκληση γ.σ. κατά τις γενικές διατάξεις. Στην παρ. 2 (δικαίωμα προσθήκης θέματος στην ημερήσια διάταξη ήδη συγκληθείσας γ.σ.) επαναφέρεται η δυνατότητα αναβολής, αν η προσθήκη των νέων θεμάτων δεν δημοσιευθεί νομίμως. Στην παρ. 3 το δικαίωμα υποβολής σχεδίου αποφάσεων αναμορφώνεται, ώστε να αποδίδει καλύτερα τις διατάξεις της οδηγίας 2007/36/ΕΚ. Στην παρ. 6 η προϋπόθεση της «χρησιμότητας» των αιτούμενων πληροφοριών αντικαταστάθηκε με τη «σχετικότητα», για ορθότερη ενσωμάτωση της Οδηγίας 2007/36/ΕΚ (άρθρο 9 § 1), αλλά και διότι έτσι κάπως διευρύνει τις πληροφορίες που μπορούν να παρασχεθούν. Στην παρ. 5 ορίζεται ότι η γ.σ. συνέρχεται το αργότερο 20 (αντί των 30 ημερών) μετά την αναβολή, καθώς και ότι η μετά από αναβολή συνεδρίαση της γ.σ. αποτελεί συνέχιση της προηγούμενης γ.σ. και δεν απαιτείται νέα πρόσκληση. Είναι μάλιστα δυνατή η συμμετοχή και νέων μετόχων. Επί των εισηγμένων εταιρειών ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 124 παρ. 6, και συνεπώς μετέχουν και νέοι μέτοχοι, αν η εξ αναβολής συνέλευση συνέρχεται μετά την παρέλευση 30 ημερών από την αρχική ημερομηνία καταγραφής. Για τους μετόχους αυτούς ως ημερομηνία καταγραφής θεωρείται η τέταρτη ημέρα πριν από την εξ αναβολής συνέλευση. Αν η εξ αναβολής συνέλευση συνέρχεται εντός 30 ημέρων, ισχύει η αρχική ημερομηνία καταγραφής. Μπορούν πάντως να συμμετέχουν και νέοι μέτοχοι, οι οποίοι διέθεταν την ιδιότητα αυτή κατά την αρχική ημερομηνία καταγραφής, αλλά δεν συμμετείχαν στην αρχική συνεδρίαση. Στην παρ. 7 τίθεται ποσοστό 1/10 αντί 1/5 για την πληροφόρηση για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων. Στην παρ. 8 ορίζεται για τον ίδιο λόγο, όπως και παραπάνω, για το δικαίωμα σύγκλησης γ.σ., ότι η απόφαση που διατάσσει την παροχή πληροφοριών δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Η παρ. 9, σε συνέπεια με το άρθρο 131, κατά το οποίο η ψηφοφορία είναι καταρχήν φανερή, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η γ.σ. μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά, ορίζει ότι και αν σε κάποια περίπτωση η ψηφοφορία πρόκειται να είναι μυστική, μέτοχοι του 1/20 μπορούν να ζητήσουν ονομαστική ψηφοφορία. Με την παρ. 10 προστίθεται ένα νέο ατομικό μετοχικό δικαίωμα πληροφόρησης (για μη εισηγμένες εταιρείες), που θα είναι χρήσιμο προκειμένου ο μέτοχος να γνωρίζει ποια είναι ακριβώς η θέση του στην εταιρεία. Η πληροφορία αυτή μπορεί να είναι απαραίτητη όχι μόνο για την άσκηση των δικαιωμάτων του, αλλά και σε περίπτωση εκποίησης των μετοχών του, ώστε ο αγοραστής να μπορεί ευχερώς να διαπιστώσει τι αγοράζει. Ακόμη, με την παρ. 11 εισάγεται καταστατική δυνατότητα για την πρόβλεψη ατομικού δικαιώματος πληροφόρησης των μετόχων, όσον αφορά τα πρόσωπα που συμμετέχουν στο κεφάλαιο της α.ε., με παράλληλη ευχέρεια της τελευταίας να μη συμπεριλάβει στο σχετικό πίνακα μετόχους που κατέχουν λιγότερο από 1% του κεφαλαίου. Η δυνατότητα αυτή όμως δεν θα μπορεί να παραβιάζει τις διατάξεις για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τέλος, προκειμένου για εισηγμένες εταιρείες η απόδειξη της μετοχικής ιδιότητας μπορεί επιπρόσθετα να γίνεται και με βάση ενημέρωση της α.ε. από κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή μέσω συμμετεχόντων και εγγεγραμμένων σε αυτό διαμεσολαβητών.
 

Επί των άρθρων 142 και 143 (έκτακτος έλεγχος): Η βασική ρυθμιστική δομή και λειτουργία του έκτακτου ελέγχου διατηρείται. Λόγω της κατάργησης της διοικητικής εποπτείας δεν επαναλαμβάνεται ότι ο Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης μπορεί να ζητήσει τον έκτακτο έλεγχο, ενώ παραμένει η αρμοδιότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τις εισηγμένες εταιρείες. Προβλέπεται ότι οι οριζόμενοι ελεγκτές έχουν τα δικαιώματα πληροφόρησης και την υποχρέωση εχεμύθειας που έχουν και οι τακτικοί ελεγκτές, και ορίζεται ότι, μετά την κατάρτισή του, η έκθεση του ελέγχου τίθεται υπόψη των μετόχων στην αμέσως επόμενη γ.σ. Για λόγους πρακτικούς, ιδιαίτερα δε για την περίπτωση όπου η εταιρεία λόγω οικονομικών δυσκολιών δεν αναμένεται να καταβάλει την αμοιβή του ελεγκτή, ορίζεται ότι η αμοιβή αυτή καταβάλλεται από τον αιτούντα, το δικαστήριο όμως εκτιμώντας τις περιστάσεις μπορεί να την επιρρίψει στην εταιρεία ή να ορίσει ότι ο αϊτών θα την προκαταβάλει και θα την αναζητήσει στη συνέχεια από την εταιρεία.


Επί του άρθρου 144: Με τις διατάξεις του άρθρου 144 εισάγεται στο ελληνικό δίκαιο η δυνατότητα σύστασης ενώσεων μετόχων, που, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, μπορούν να ασκήσουν, στο δικό τους όνομα αλλά για λογαριασμό των μελών τους, τα δικαιώματα μειοψηφίας τούτων. Με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η άσκηση των μετοχικών δικαιωμάτων και ο έλεγχος της εταιρικής διοίκησης. Μια παραπέρα διευκόλυνση μπορεί να είναι η οργάνωση διαδικτυακού forum μετόχων (Aktionarsforum), ώστε οι μέτοχοι να μπορούν μέσω αυτού να συνεννοούνται επωνύμως για την άσκηση των δικαιωμάτων τους στην προσεχή γ.σ. (έτσι π.χ. και στη Γερμανία, § 127α AktG). Οι λεπτομέρειες της ρύθμισης πρέπει να ορίζονται στο καταστατικό της ένωσης, ενώ προβλέπεται η έκδοση σχετικού Π.Δ. για τον τρόπο λειτουργίας των ενώσεων αυτών.
 

ΤΜΗΜΑ ΕΝΑΤΟ: Ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις και ετήσιες εκθέσεις
 

Επί του άρθρου 145·. Σημειωτέον ότι το παρόν νομοσχέδιο χρησιμοποιεί τον όρο «χρηματοοικονομικές» (αντί «οικονομικές») καταστάσεις για ορολογική συνέπεια με το ν. 4308/2014. Σε σχέση με τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις και τον έλεγχό τους, το άρθρο αυτό προβαίνει σε γενική παραπομπή στις «κείμενες διατάξεις». Δεδομένου ότι αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 για τις καταστάσεις αυτές με τη νέα νομοθεσία για τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (ν. 4308/2014), η νέα αυτή νομοθεσία θα διέπει εφεξής το όλο ζήτημα των καταστάσεων αυτών. Ωστόσο, στο Ένατο Τμήμα του νομοσχεδίου ρυθμίζονται ζητήματα, που δεν έχουν σχέση με το καθαρά λογιστικό μέρος, και για το λόγο αυτό έχουν μείνει εκτός ν. 4308/2014. Τα ζητήματα αυτά είχαν ήδη ενσωματωθεί στον κ.ν. 2190/1920 με το ν. 4403/2016, οι σχετικές δε διατάξεις επαναλαμβάνονται στο παρόν νομοσχέδιο. Εξάλλου τα ζητήματα του ελέγχου ρυθμίζονται ήδη με τονν. 4449/2017.
 

Επί του άρθρου 146·. Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί στα άρθρα 41 και 42 κ.ν. 2190/1920. Και ως προς μεν την απογραφή, επιφυλάσσεται η περίπτωση όπου κατά τους οικείους κανόνες η απογραφή δεν είναι υποχρεωτική. Επίσης δεν προβλέπεται η δυνατότητα εταιρικής χρήσης μεγαλύτερης των 12 μηνών, σε αρμονία με το άρθρο 8 του ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος).

Επί του άρθρου 147·. Το άρθρο αυτό αφορά την υπογραφή των ατομικών και ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, της ετήσιας και της ενοποιημένης έκθεσης διαχείρισης και, όπου συντρέχει περίπτωση, της δήλωσης εταιρικής διακυβέρνησης και της ενοποιημένης δήλωσης εταιρικής διακυβέρνησης και αντιστοιχεί στα άρθρα 42α παρ. 5 και 109 κ.ν. 2190/1920. Το άρθρο 147 εισάγει παρέκκλιση από την παρ. 4 του άρθρου 5 του Ν. 4308/2014 για τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα.

Επί του άρθρου 148·. Το άρθρο αυτό περιέχει τον γνωστό κανόνα για την αποκλειστική αρμοδιότητα της γ.σ. να εγκρίνει τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις. Προβλέπεται επίσης ρητά η έγκριση και των ετήσιων ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων από τη γ.σ. της ενοποιούσας εταιρείας. Προς τούτο υπάρχουν διάφοροι λόγοι: Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι επιμέρους χρηματοοικονομικές πληροφορίες των θυγατρικών που έχουν ενσωματωθεί σε αυτές δεν έχουν εγκριθεί από τις γενικές συνελεύσεις των θυγατρικών αυτών, αφού δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με τις χρηματοοικονομικές πληροφορίες που περιέχονται στις κατά το νόμο συνταγμένες οικονομικές καταστάσεις των θυγατρικών. Οι χρηματοοικονομικές πληροφορίες των θυγατρικών εταιρειών (γνωστές και ως «πακέτα ενοποίησης» ή «αναφορές χρηματοοικονομικής πληροφόρησης για σκοπούς ενοποίησης»), οι οποίες ενσωματώνονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της μητρικής εταιρείας, που είναι και υπεύθυνη για τη σύνταξή τους, εγκρίνονται μόνο από το διοικητικό συμβούλιο των θυγατρικών (και αυτό εφόσον προβλέπεται από το σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης του ομίλου). Επιπρόσθετα, ακόμη και στις περιπτώσεις που οι προς ενοποίηση χρηματοοικονομικές πληροφορίες των θυγατρικών εταιρειών ταυτίζονται με τις αντίστοιχες που έχουν συμπεριληφθεί στις κατά το νόμο οικονομικές καταστάσεις τους (και έχουν εγκριθεί και από τις γενικές συνελεύσεις τους), οι τελικές ενοποιημένες χρηματοοικονομικές πληροφορίες μπορεί να είναι σημαντικά διαφοροποιημένες λόγω των εγγραφών συμψηφισμού της πρώτης ενοποίησης και των απαλοιφών των ενδοομιλικών συναλλαγών και αποτελεσμάτων. Τέλος, στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις εμφανίζονται ειδικά κονδύλια όπως η «υπεραξία» και τα «δικαιώματα μειοψηφίας», καθώς και γνωστοποιήσεις στο ενοποιημένο προσάρτημα των σημειώσεων, που αποτελούν ιδιαίτερης σημασίας χρηματοοικονομικές πληροφορίες τις οποίες όχι μόνο πρέπει να γνωρίζουν αλλά και να εγκρίνουν οι μέτοχοι, εφόσον επηρεάζουν σημαντικά την καθαρή περιουσία και τις επιδόσεις του ομίλου.

Επί των άρθρων 149-157: Τα άρθρα αυτά επαναλαμβάνουν περίπου αυτούσια τα άρθρα 1-4 και 7 του ν. 4403/2016 με τον οποίο ενσωματώθηκαν στον κ.ν. 2190/1920 οι διατάξεις της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 2014/95/ΕΕ, στο μέτρο που αφορούν τη δημοσίευση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων και τις εκθέσεις που πρέπει να καταρτίζουν και να δημοσιεύουν είτε οι ανώνυμες εταιρείες εν γένει είτε ορισμένες ειδικές κατηγορίες ανωνύμων εταιρειών (βλ και αιτιολογική έκθεση ν. 4403/2016). Ειδικότερα: Με το άρθρο 4 του ν. 4403/2016 ρυθμίστηκε η δημοσίευση των χρηματοοικονομικών και ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, καθώς και της έκθεσης διαχείρισης και της ενοποιημένης έκθεσης διαχείρισης του δ.σ. (άρθρα 43β, 109,131 και 135 του κ.ν. 2190/1920). Με τα άρθρα 1-3 και 5 του v. 4403/2016 ρυθμίστηκαν η έκθεση διαχείρισης (άρθρο 43α κ.ν. 2190/1920) που οφείλουν να δημοσιεύουν όλες οι ανώνυμες εταιρείες με κάποιες εξαιρέσεις και διαφοροποιήσεις ως προς το περιεχόμενο, κατά περίπτωση, η δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης (άρθρο 43β κ.ν. 2190/1920) η οποία δημοσιεύεται από τις εισηγμένες εταιρείες, η ετήσια έκθεση διαχείρισης επί ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων (άρθρο 107α κ.ν. 2190/1920), την οποία οφείλουν να καταρτίζουν οι όμιλοι επιχειρήσεων που έχουν υποχρέωση σύνταξης ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, και η έκθεση πληρωμών σε κυβερνήσεις την οποία οφείλουν να καταρτίζουν ειδικά οι μεγάλες ανώνυμες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην εξορυκτική βιομηχανία ή στην υλοτόμηση πρωτογενών δασών. Οι διατάξεις αυτές αναπαράγονται στο παρόν σχέδιο νόμου, γίνεται δε παραπομπή στην αιτιολογική έκθεση επί των διατάξεων του ν. 4403/2016.


ΤΜΗΜΑ ΔΕΚΑΤΟ: Διάθεση κερδών
Η γενική ιδέα που διατρέχει τις προσθήκες που έγιναν στο κεφάλαιο περί της διάθεσης κερδών, το οποίο αναπαράγει σε κάποιο βαθμό τις αντίστοιχες διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, είναι να εξασφαλισθεί ότι η διανομή κερδών στους μετόχους γίνεται με βάση τα πραγματικά καθαρά κέρδη και όχι με βάση τυχόν υπεραξίες ή άλλα μη πραγματικά κέρδη που έχουν δημιουργηθεί.

Επί του άρθρου 158: Σε σχέση με την υποχρεωτική παρακράτηση τακτικού αποθεματικού αναπαράγεται χωρίς μεταβολές το άρθρο 44 κ.ν. 2190/1920.

Επί του άρθρου 159: Σε σχέση με τις προϋποθέσεις και τον περιορισμό των διανομών αναπαράγεται κατά βάση το άρθρο 44α κ.ν. 2190/1920. Η διαφοροποίηση ως προς την παρ. 1 του άρθρου 44α συνίσταται στο ότι προϋπόθεση για τη διανομή κερδών είναι, κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας χρήσης, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας (καθαρή θέση), όπως προσδιορίζονται στο νόμο, να μην είναι ή, μετά από τη διανομή αυτή, να μην γίνεται κατώτερο από το ποσό του κεφαλαίου, προσαυξημένου όχι μόνο με τα αποθεματικά των οποίων η διανομή απαγορεύεται από το νόμο ή το καταστατικό, αλλά και με τα λοιπά πιστωτικά κονδύλια της καθαρής θέσης, τα οποία δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν, καθώς επίσης και με τα ποσά των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 προστέθηκε για καλύτερη εναρμόνιση με τη δεύτερη οδηγία (ήδη οδηγία (ΕΕ) 2017/1132). Αντίστοιχα, στην παρ. 2 ορίζεται ότι το ποσό που διανέμεται στους μετόχους δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των αποτελεσμάτων της τελευταίας χρήσης που έχει λήξει, προσαυξημένο με τα κέρδη, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις και δεν έχουν διατεθεί, και τα αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται και αποφασίστηκε από τη γενική συνέλευση η διανομή τους, και μειωμένο όχι μόνο κατά το ποσό των ζημιών προηγούμενων χρήσεων και κατά τα ποσά που επιβάλλεται να διατεθούν για το σχηματισμό αποθεματικών σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό, αλλά και κατά το ποσό των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη.

Επί του άρθρου 160: Το άρθρο αυτό αφορά τον τρόπο διανομής των καθαρών κερδών, με τρόπο όμοιο εκείνου των άρθρων 44 παρ. 2 τελ.εδ. και 45 κ.ν. 2190/1920. Στην παρ. 2 αυτό το οποίο αλλάζει σε σχέση με τη διάθεση των καθαρών κερδών είναι ότι στην σειρά που προβλέπεται προηγείται η αφαίρεση των ποσών των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη.

Επί του άρθρου 161: Το ελάχιστο μέρισμα εξακολουθεί να ανέρχεται σε 35% των καθαρών κερδών. Η καταβολή γίνεται καταρχήν σε μετρητά. Προβλέπεται όμως τόσο η κεφαλαιοποίηση των κερδών, όσο και η καταβολή του μερίσματος, αν το εγκρίνει η γ.σ. με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, σε μετοχές και άλλους τίτλους που ανήκουν στην εταιρεία ή, με ομόφωνη απόφαση όλων των μετόχων και όχι μόνο των εκπροσωπουμένων στη γ.σ., και σε άλλα περιουσιακά στοιχεία, που θα πρέπει να αποτιμηθούν (πρβλ. άρθρο 131 § 1 του τραπεζικού Ν. 4261/2014). Προβλέπεται ακόμη η μείωση του μερίσματος από τη γ.σ., όχι όμως κάτω του 10% των καθαρών κερδών, επίσης με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, ενώ κατάργηση τούτου επιτρέπεται μόνο με ακόμη μεγαλύτερη πλειοψηφία (80%) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου. Εννοείται ότι άρνηση της πλειοψηφίας αυτής να εγκρίνει μέρισμα, παρά την ύπαρξη ικανών κερδών, μπορεί κατά τις περιστάσεις να κριθεί καταχρηστική.

Επί του άρθρου 162: Το προσωρινό μέρισμα αναδιαμορφώνεται για καλύτερη ενσωμάτωση της δεύτερης οδηγίας (άρθρο 17 παρ. 7 - ήδη οδηγία (ΕΕ) 2017/1132). Δεν υπάρχει μεν ο περιορισμός του ημίσεος των κερδών, όπως κατά το άρθρο 46 κ.ν. 2190/1920, τίθενται όμως αυστηρότερες προϋποθέσεις για τη διανομή τους, ώστε να αποφεύγεται η καταστρατήγηση της διάταξης του άρθρου 159. Διευκρινίζεται επίσης ότι αρμόδιο για τη διανομή είναι το δ.σ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η διανομή προσωρινού μερίσματος διακρίνεται από τη διανομή κερδών από το δ.σ. μετά την τακτική γ.σ., εφόσον έχει εξουσιοδοτηθεί από την τελευταία προς τούτο και εντός των ποσοτικών ορίων που η τελευταία έχει τάξει (άρθρο 117 παρ. 2 στ'), αφού στην τελευταία περίπτωση η διανομή γίνεται επί τη βάσει των χρηματοοικονομικών καταστάσεων που έχει ήδη εγκρίνει η γ.σ. χωρίς να απαιτείται να καταρτιστεί λογιστική κατάσταση. Προβλέπεται ακόμη ότι διανομή κερδών και προαιρετικών αποθεματικών μέσα στην τρέχουσα εταιρική χρήση είναι δυνατή και με απόφαση γ.σ. ή του δ.σ., υποκείμενη σε δημοσιότητα.

Επί του άρθρου 163: Το άρθρο 163 αναπαράγει το άρθρο 46α κ.ν. 2190/1920.

ΤΜΗΜΑ ΕΝΔΕΚΑΤΟ: Αύση και εκκαθάριση

Επί του άρθρου 164: Τα άρθρα 164 επ. αφορούν τη λύση και εκκαθάριση της εταιρείας. Το άρθρο 164 βασίζεται στις διατάξεις του ισχύοντος δικαίου (παρ. 1 και 2 άρθρου 47α κ.ν. 2190/1920). Ως λόγος λύσης προστίθεται η περίπτωση απόρριψης της αίτησης πτώχευσης λόγω ανεπάρκειας της περιουσίας του οφειλέτη σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του Πτωχευτικού Κώδικα, δεδομένου ότι εν προκειμένω έχει διαγνωσθεί δικαστικά ότι, ενώ πληρούνται οι προϋποθέσεις της πτώχευσης, αυτή δεν μπορεί να κηρυχθεί λόγω έλλειψης ενεργητικού. Εξάλλου, αντίστοιχη είναι η πρόβλεψη της παρ. 1 του άρθρου 167, σύμφωνα με την οποία η περάτωση της πτώχευσης (που μπορεί να οφείλεται και σε έλλειψη ενεργητικού) οδηγεί σε εκκαθάριση της εταιρείας. Στην παρ. 3 αποσαφηνίζεται ότι στην περίπτωση της λύσης με απόφαση της γ.σ., η λύση επέρχεται με την υποβολή της απόφασης της γενικής συνέλευσης ή της δικαστικής απόφασης σε δημοσιότητα. Στις λοιπές περιπτώσεις η λύση επέρχεται από την κήρυξη της πτώχευσης ή την απόρριψη της οικείας αίτησης λόγω έλλειψης ενεργητικού ή την πάροδο της διάρκειας της εταιρείας ή την έκδοση της δικαστικής απόφασης για λύση της εταιρείας κατά τα άρθρα 165 και 166. Στις περιπτώσεις αυτές η καταχώριση της δικαστικής απόφασης έχει δηλωτικό χαρακτήρα.
 

Επί του άρθρου 165: Το παρόν άρθρο μεταφέρει τις διατάξεις του ισχύοντος δικαίου (άρθρο 48 κ.ν. 2190/1920). Στην περ. α'της παρ. 1 διευκρινίζεται ότι η αίτηση λύσης προϋποθέτει ότι το κεφάλαιο εξακολουθεί να είναι μη καταβεβλημένο μέχρι και την ημέρα υποβολής της αίτησης. Η περ. γ' της παρ. 1 του ισχύοντος άρθρου, η οποία προέβλεπε λύση της εταιρείας με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, όταν το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων καταστεί κατώτερο του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου, δεν επαναλαμβάνεται, αφού είναι σκοπιμότερο και ασφαλέστερο να λειτουργήσει σε τέτοιες περιπτώσεις το πτωχευτικό δίκαιο (αντί της κοινής εταιρικής εκκαθάρισης), με τις δικές του προϋποθέσεις και τα δικά του αποτελέσματα. Επίσης, τροποποιείται η περ. δ' της παρ. 1 του ισχύοντος άρθρου (νυν περ. γ'), καθώς ορίζεται ότι αρκεί η μη υποβολή χρηματοοικονομικών καταστάσεων δύο διαχειριστικών χρήσεων για την υποβολή αίτησης λύσης (αντί τριών). Περαιτέρω, κατά τη νέα διατύπωση της παρ. 1 και λόγω της κατάργησης της διοικητικής εποπτείας, ο Υπουργός Ανάπτυξης ή η αρμόδια εποπτεύουσα αρχή δεν έχουν αυτομάτως εκ του νόμου έννομο συμφέρον να ζητήσουν τη λύση της εταιρείας, ενδέχεται, όμως, το Δημόσιο να έχει συμφέρον ad hoc, οπότε και θα μπορεί να ζητήσει τη λύση. Στην παρ. 2, ως αρμόδιο δικαστήριο ορίζεται το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας (το οποίο, άλλωστε, έχει και τη γενική αρμοδιότητα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νομοσχεδίου). Προβλέπεται, επίσης, ότι η αίτηση κοινοποιείται στην εταιρεία. Στην παράγραφο 3, καταργείται η δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας για την άρση των λόγων λύσης, καθώς κρίθηκε ότι αρκεί το διάστημα των δύο ως τεσσάρων μηνών.
 

Επί του άρθρου 166: Στο παρόν άρθρο (λύση με αίτηση των μετόχων) επέρχονται οι ακόλουθες αλλαγές σε σχέση με το ισχύον δίκαιο (άρθρο 48α κ.ν. 2190/1920): Ορίζεται ως αρμόδιο δικαστήριο για την εξέταση της εν λόγω αίτησης το μονομελές πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Στην παράγραφο 4, καταργείται η δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας για την άρση των λόγων λύσης, καθώς κρίθηκε ότι αρκεί το διάστημα των δύο ως τεσσάρων μηνών. Επιπλέον, επαυξάνεται το απαιτούμενο ποσοστό των μετόχων που δικαιούνται να ασκήσουν παρέμβαση, και συγκεκριμένα από 1/5 (όπως ορίζεται στην παρ. 3 του ισχύοντος δικαίου) σε 1/3 (όπως ορίζεται στην παρ. 5 του νομοσχεδίου). Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στους παρεμβαίνοντες μετόχους επιφυλάσσεται ένα σημαντικότατο δικαίωμα, ήτοι της εξαγοράς των μετοχών του αιτούντος.


Επί του άρθρου 167: Το άρθρο 167 αφορά τους εκκαθαριστές. Στην παρ. 1 του άρθρου αυτού επαναλαμβάνεται ο κανόνας ότι, με εξαίρεση την περίπτωση της πτώχευσης, τη λύση ακολουθεί η εκκαθάριση (άρθρο 47α παρ. 3 κ.ν. 2190/1920). Ορίζεται ότι στην περίπτωση της περάτωσης της διαδικασίας πτώχευσης η εταιρεία εισέρχεται αυτομάτως στο στάδιο της εκκαθάρισης, εκτός αν τύχει εφαρμογής η νέα διάταξη της παρ. 6. Η παρ. 2 του παρόντος άρθρου μεταφέρει τις λοιπές προβλέψεις της παρ. 3 του άρθρου 47α κ.ν. 2190/1920 (με μία προσαρμογή λόγω της προσθήκης του νέου λόγου λύσης στο άρθρο 156 παρ. 1 περ. δ'). Σε περίπτωση που δεν ορίστηκε εκκαθαριστής από τη γ.σ., καθήκοντα εκκαθαριστή ασκεί το διοικητικό συμβούλιο (ενώ το ίδιο συμβαίνει και όταν η εταιρεία λύθηκε δικαστικά, και το δικαστήριο δεν όρισε εκκαθαριστή). Η παρ. 3 αποσαφηνίζει ότι είναι δυνατός και ο διορισμός ενός μόνο εκκαθαριστή. Στην παρ. 4 του παρόντος άρθρου επαναλαμβάνεται ο κανόνας ότι ο διορισμός εκκαθαριστών συνεπάγεται αυτοδικαίως την παύση της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου (άρθρο 49 παρ. 7 κ.ν. 2190/1920), ορίζεται όμως επιπλέον ότι το δ.σ. έχει υποχρέωση έναντι της εταιρείας να συνεχίσει τη διαχείριση, ωσότου ο εκκαθαριστής αναλάβει τα καθήκοντά του, αν η παύση της εξουσίας του δ.σ. εκθέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της εταιρείας. Πρόκειται για ρύθμιση που έχει ως βάση αντίστοιχη διάταξη του Αστικού Κώδικα (ΑΚ 727). Η παρ. 5 μεταφέρει τις λοιπές προβλέψεις της παρ. 7 του άρθρου 49 κ,ν. 2190/1920. Η παρ. 6 εισάγει μια σημαντική καινοτομία. Όπως ο πτωχευτικός νόμος προβλέπει τη μη κήρυξη της πτώχευσης ή και την περάτωσή της, λόγω έλλειψης ενεργητικού (άρθρα 3 παρ. 4 και 166 παρ. 1 ΠτωχΚ), έτσι και η νέα διάταξη δίνει το δικαίωμα σε μετόχους με συμμετοχή άνω του 10% ή στον εκκαθαριστή να ζητήσουν από το δικαστήριο την παράλειψη ή τη διακοπή του σταδίου της εκκαθάρισης και την άμεση διαγραφή της εταιρείας από το Γ.Ε.ΜΗ., αν η περιουσία της εταιρείας δεν αναμένεται να επαρκέσει για την κάλυψη των εξόδων της εκκαθάρισης. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ορίζει τον τρόπο διάθεσης των τυχόν υπαρχόντων περιουσιακών στοιχείων, κατά προτίμηση προς πληρωμή εργατικών απαιτήσεων, απαιτήσεων ασφαλιστικών ταμείων και φόρων, καθώς και απαιτήσεων δικηγόρων και αμοιβής του εκκαθαριστή. Πάντως το δικαστήριο δεν θα δεσμεύεται από τη σειρά με την οποία αναφέρονται οι απαιτήσεις στο νόμο, ούτε από τις διατάξεις περί γενικών προνομίων (αν και τυχόν εμπράγματες ασφάλειες θα πρέπει να είναι σεβαστές), αλλά θα κρίνει με βάση τις υπάρχουσες ανάγκες και την επιείκεια. Η παρ. 6 θα τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε περίπτωση έλλειψης περιουσίας για τη συνέχιση των εργασιών της εκκαθάρισης. Διευκρινίζεται ότι θεωρείται ότι περίπτωση αυτή συντρέχει όταν έχει προηγηθεί απόρριψη αίτησης πτώχευσης λόγω έλλειψης ενεργητικού (χωρίς τούτο να καταργεί την αναγκαιότητα υποβολής αιτήματος κατά τις διατυπώσεις της παρ. 6). Η παρ. 7 αντιμετωπίζει μια πρακτική δυσκολία που παρουσιάζεται στις εταιρικές εκκαθαρίσεις, ήτοι της έλλειψης συνεργασίας της τελευταίας διοίκησης της εταιρείας με τον εκκαθαριστή. Ορίζεται ότι τα μέλη του τελευταίου δ.σ. οφείλουν να παρέχουν πληροφορίες και, αν τους ζητηθεί, εύλογη συνδρομή στον εκκαθαριστή για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της εκκαθάρισης. Διευκρινίζεται, αν και αποτελεί αυτονόητη υποχρέωση, ότι οφείλουν επίσης να του παραδώσουν κάθε περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας που τυχόν ευρίσκεται στη κατοχή τους.

Επί του άρθρου 168: Το άρθρο αυτό μεταφέρει τις διατάξεις του ισχύοντος δικαίου (άρ. 49 παρ. 1-5 κ.ν. 2190/1920), με ορισμένες τροποποιήσεις.

Διευκρινίζεται ότι η υποχρέωση της παρ. 1 για απογραφή της εταιρικής περιουσίας αφορά κάθε είδους εκκαθαριστές, και όχι μόνο αυτούς που διορίστηκαν από τη γ.σ. Τίθεται προθεσμία για την ολοκλήρωση της απογραφής, ώστε να μην καθυστερούν οι εργασίες της εκκαθάρισης. Διευκρινίζεται ότι ο ισολογισμός έναρξης εκκαθάρισης που συντάσσουν οι εκκαθαριστές δεν υπόκειται σε έγκριση της γενικής συνέλευσης. Στην παρ. 4 λαμβάνεται μέριμνα για την αναθεώρηση της απόφασης που καθόρισε την κατώτατη τιμή πώλησης των ακινήτων, κλάδων ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης, εφόσον διαπιστώνεται ότι η εκποίηση δεν καθίσταται δυνατή. Στην παρ. 7 ορίζεται ότι κάθε έτος συντάσσονται ενδιάμεσες χρηματοοικονομικές καταστάσεις, τις οποίες συντάσσει ο εκκαθαριστής και υποβάλλει στη γ.σ. των μετόχων (χωρίς να απαιτείται έγκριση των καταστάσεων αυτών από αυτήν), με έκθεση των αιτίων, τα οποία παρεμπόδισαν το τέλος της εκκαθάρισης. Ορίζεται, επίσης, ότι η συνέλευση που εγκρίνει τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις πέρατος της εκκαθάρισης αποφασίζει και περί έγκρισης του συνολικού έργου του εκκαθαριστή (κατ' αναλογία προς την έγκριση του άρθρου 106) και περί απαλλαγής των ελεγκτών. Στην παρ. 8 αποσαφηνίζεται ότι η διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης στους μετόχους γίνεται με βάση τις εγκεκριμένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις πέρατος της εκκαθάρισης, ενώ εισάγεται ρύθμιση που επιτρέπει, με συμφωνία του συνόλου των μετόχων, η διανομή να γίνεται με αυτούσια απόδοση σ’ αυτούς, εν όλω ή εν μέρει, των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Στην περίπτωση αυτή, η συμφωνία θα καθορίζει με ποιον τρόπο θα γίνει η διανομή. Πρόκειται για σημαντική καινοτομία, δεδομένου ότι, ιδιαίτερα σε περιβάλλον κρίσης, είναι δύσκολη η εκποίηση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων.


Επί του άρθρου 169: Το άρθρο αυτό μεταφέρει τις διατάξεις της παρ. 6 του άρ. 49 κ.ν. 2190/1920 με ορισμένες τροποποιήσεις. Ορίζεται ότι το σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της εκκαθάρισης υποβάλλεται 3 χρόνια μετά την έναρξη της εκκαθάρισης (αντί για 5). Στην παρ. 2 επαναλαμβάνεται η δυνατότητα του εκκαθαριστή ή μετόχων που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου να ζητούν από το δικαστήριο την έγκριση του σχεδίου, σε περίπτωση που η γ.σ. δεν έδωσε την έγκριση αυτή. Προστίθεται η δυνατότητα των αιτούντων να προτείνουν άλλα μέτρα στην αίτηση προς το δικαστήριο, όπως και η αντίστοιχη δυνατότητα του δικαστηρίου να αποκλίνει από το αρχικό σχέδιο, ακόμα και προσθέτοντας νέα μέτρα. Έτσι, παρέχεται διέξοδος στο δικαστήριο στην περίπτωση που τα προτεινόμενα μέτρα δεν είναι ρεαλιστικά.

Επί του άρθρου 170: Στο παρόν άρθρο ρυθμίζεται η διαγραφή της εταιρείας από το Γ.Ε.ΜΗ., οπότε και επέρχεται η παύση της νομικής της προσωπικότητας. Στην παρ. 1 ορίζεται ότι ο εκκαθαριστής προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για τη διαγραφή της εταιρείας, μόλις περατωθεί η εκκαθάριση, ενώ μπορούν να ζητήσουν τη διαγραφή και άλλα πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον, βάσει του άρθρου 10 παρ. 1 περ. ε' ν. 3419/2005. Η παρ. 1 αντιμετωπίζει, ακόμα, ένα ζήτημα που ανακύπτει μετά το πέρας της εκκαθάρισης, ήτοι τις συνέπειες της αποκάλυψης νέων περιουσιακών στοιχείων (ή και χρεών, τα οποία δεν ικανοποιήθηκαν παρά την ύπαρξη ενεργητικού). Ορίζεται ότι στην περίπτωση αυτή η πράξη της διαγραφής δύναται να ανακαλείται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον προς το δικαστήριο, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Το δικαστήριο ορίζει και τον εκκαθαριστή και διατάσσει την επανεγγραφή της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ. Η παρ. 2 εισάγει μία ακόμα διάταξη αποσκοπούσα στη μη διαιώνιση των εταιρικών εκκαθαρίσεων: Ορίζει ότι η εκκαθάριση τεκμαίρεται ότι περατώθηκε αν παρέλθουν πέντε (5) έτη από την έναρξή της. Πρόκειται για μαχητό τεκμήριο. Αν ο εκκαθαριστής αποδείξει στην αρμόδια αρχή (Γ.Ε.ΜΗ.) ότι η εκκαθάριση συνεχίζεται, η εκκαθάριση δεν θα πρέπει να θεωρείται περαιωμένη και η διαγραφή δεν θα είναι δυνατή. Με τη νέα διάταξη της παρ. 3 ορίζεται ο τρόπος φύλαξης των βιβλίων και εγγράφων της εταιρείας μετά το πέρας της εταιρείας, χωρίς να θίγονται ειδικές διατάξεις, ιδίως της φορολογικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας του λογιστικού δικαίου. Με το πέρας της εκκαθάρισης, τα έγγραφα αυτά φυλάσσει ο τελευταίος διατελέσας εκκαθαριστής ή πρόσωπο που θα ορίσει το δικαστήριο δικάζοντας με τη διαδικασία της εκούσιας διαδικασίας. Πρότυπο της διάταξης αποτέλεσαν οι αντίστοιχες διατάξεις του γερμανικού δικαίου (§ 279 AktG), όπως και η αντίστοιχη διάταξη του δικαίου προσωπικών εταιρειών (268 ν. 4072/2012). Στην παρ. 4 ορίζεται το χρονικό σημείο από το οποίο παύει το Γ.Ε.ΜΗ. να έχει υποχρέωση να φυλάσσει τα έγχαρτα στοιχεία των ανωνύμων εταιρειών. Καινοτομία αποτελεί τέλος η παρ. 5, που εισάγει τη δυνατότητα, μετά από κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, να παρέχεται από το Γ.Ε.ΜΗ. πιστοποιητικό «Καλής Λειτουργίας», από το οποίο να προκύπτει ότι η εταιρεία υφίσταται και δεν έχει διαγράφει από το μητρώο ούτε έχει πτωχεύσει. Πρόκειται για το διεθνώς γνωστό «good standing certificate», που μπορεί να διευκολύνει την εκπλήρωση διαφόρων διατυπώσεων κατά τις συναλλαγές της εταιρείας με τρίτους και μάλιστα με το Δημόσιο. Με την ίδια Υπουργική Απόφαση μπορούν να προβλεφθούν και άλλες πληροφορίες, που θα παρέχονται με το παραπάνω πιστοποιητικό.

Επί του άρθρου 171: Το άρθρο αυτό ρυθμίζει τις δυνατότητες αναβίωσης, συγχώνευσης και διάσπασης λυθείσας εταιρείας. Στις συνήθεις περιπτώσεις λύσης της εταιρείας (λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειάς της ή με απόφαση της γενικής συνέλευσης), η εταιρεία μπορεί να αναβιώσει με απόφαση της γ.σ. των μετόχων, που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία. Για πρώτη φορά, δίνεται η δυνατότητα αναβίωσης της εταιρείας ως εταιρείας άλλης μορφής, εφόσον τηρηθούν οι σχετικές προϋποθέσεις για τη σύσταση της τελευταίας. Στην περίπτωση λύσης της εταιρείας λόγω κήρυξής της σε πτώχευση, η παρ. 2 ορίζει ότι η περάτωση των εργασιών της πτώχευσης λόγω τελεσίδικης επικύρωσης του σχεδίου αναδιοργάνωσης, ή εξόφλησης όλων των πτωχευτικών πιστωτών σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 164 του Πτωχευτικού Κώδικα, επάγεται την αναβίωση της εταιρείας με απόφαση της γ.σ. (για τις παλαιότερες πτωχεύσεις βλ. μεταβατική διάταξη του άρθρου 186 αρ. 16). Ισχύει και εδώ η δυνατότητα αναβίωσης ως εταιρείας άλλης μορφής. Η αναβίωση προϋποθέτει ότι τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας δεν είναι κατώτερα του ελάχιστου κεφαλαίου που προβλέπεται για τις ανώνυμες εταιρείες. Οι παρ. 3 και 4 προσφέρουν μια δυνατότητα στις λυθείσες εταιρείες, εφόσον δεν έχει αρχίσει η διανομή της εταιρικής τους περιουσίας, σε αντιστοιχία με τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 47α του κ.ν. 2190/1920. Ειδικότερα, δίνεται η δυνατότητα στις εταιρείες αυτές να προβούν σε συγχώνευση ή σε διάσπαση, με ανάλογη εφαρμογή των οικείων διατάξεων του κ.ν. 2190/1920. Απορροφώσα ή πωφελούμενη εταιρεία μπορεί να είναι τόσο μια άλλη εταιρεία εν λειτουργία, όσο και μία εταιρεία υπό εκκαθάριση. Η παρ. 5 διευκρινίζει ότι στις περιπτώσεις αυτές η ολοκλήρωση της συγχώνευσης ή της διάσπασης επάγεται την αναβίωση της απορροφώσας ή της επωφελούμενης εταιρείας. Αυτή η διάταξη είναι χρήσιμη, διότι χωρίς αυτήν θα μπορούσε να υποστηριχθεί π.χ. ότι η απορροφώσα εταιρεία επιτρεπτά μεν συγχωνεύθηκε, εξακολουθεί όμως να είναι «λυμένη» και θα πρέπει να αναβιώσει.

 


ΤΜΗΜΑ ΔΩΔΕΚΑΤΟ: Αλλοδαπές εταιρείες.

Επί του άρθρου 172: Τα άρθρα 173 έως 176 αφορούν τη δημοσιότητα των υποκαταστημάτων αλλοδαπών εταιρειών. Το άρθρο 173 αναπαράγει την παρ. 2 του άρθρου 7α του κ.ν. 2190/1920, με μνεία των εταιρειών του ΕΟΧ.
Επί του άρθρου 173: Το άρθρο αυτό αναπαράγει την παρ. 3 του άρθρου 7α του κ.ν. 2190/1920, που αφορά εταιρείες τρίτων χωρών.

Επί του άρθρου 174: Με την προτεινόμενη διάταξη της πρώτης παραγράφου απαλείφονται οι λέξεις του άρθρου 50 κ.ν. 2190/1920 «κατά νόμον κεκτημέναι δικαίωμα λειτουργίας εν Ελλάδι αλλοδαπαί ανώνυμοι εταιρείαι», επειδή καταρχήν όλες οι αλλοδαπές ανώνυμες εταιρείες έχουν δικαίωμα εγκατάστασης στην Ελλάδα. Όπου κατ’ εξαίρεση απαιτείται άδεια για την εγκατάσταση ορισμένου τύπου εταιρείας, αυτό προκύπτει από ειδική σχετική νομοθεσία, η οποία δεν θίγεται από το παρόν, που περιλαμβάνει μόνο τις διατυπώσεις που απαιτούνται από πλευράς εταιρικού δικαίου. Επίσης καταργείται η διατύπωση της υποβολής αντιγράφου του πληρεξουσίου, επειδή υπάρχουν ήδη τα στοιχεία των προσώπων, που είναι μόνιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας για τη λειτουργία του υποκαταστήματος. Η εξουσία αυτή μπορεί να είναι οργανική κατά το εφαρμοστέο δίκαιο και δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει από πληρεξούσιο. Εξάλλου ο διορισμός αντικλήτου είναι περιττός, αφού αφενός είναι γνωστοί οι μόνιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας και αφετέρου η διεύθυνση του υποκαταστήματος, οπότε μπορεί να γίνει επίδοση κατά το άρθρο 126 παρ. 1 (γ) ή 124 παρ. 2 ΚΠολΔ. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 7β κ,ν. 2190/1920 καταργείται ως άνευ αντικειμένου μετά από τη δημιουργία του ΓΕ.Μ.Η. Για την παρ. 4: Η μεταφορά των διατάξεων για τη δημοσιότητα των αλλοδαπών ανωνύμων εταιρειών σε χωριστό κεφάλαιο θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την εφαρμογή του άρθρου 84. Αυτό θα έβλαπτε τη δημόσια πίστη του Γ.Ε.ΜΗ., ενώ θα ήταν άδικο να υφίστανται οι καλόπιστοι τρίτοι τις συνέπειες του ελαττώματος διορισμού των μονίμων εκπροσώπων, αφού η αποφυγή των ελαττωμάτων ανήκει στη σφαίρα επιρροής της εταιρείας. Επομένως το περιεχόμενο του άρθρου 84 επαναλαμβάνεται για τις αλλοδαπές εταιρείες. Προτείνεται επίσης η προσθήκη διάταξης, κατά την οποία δεν αντιτάσσονται στους καλόπιστους τρίτους περιορισμοί στην εξουσία των προσώπων αυτών που ενδεχομένως προκύπτουν από το δίκαιο που διέπει την εταιρεία. Οι ίδιοι λόγοι προστασίας της πίστης στο μητρώο και δικαιοσύνης επιβάλλουν και αυτή τη ρύθμιση. Οι αλλοδαπές εταιρείες πρέπει να έχουν το βάρος να φροντίζουν να καθιστούν γνωστούς στους συναλλασσόμενους με τα υποκαταστήματά τους περιορισμούς της εξουσίας των εκπροσώπων τους και να μην έχουν οι συναλλασσόμενοι το βάρος να εξακριβώσουν το περιεχόμενο του αλλοδαπού δικαίου. Ως προς την φράση «ή δεν μπορούσαν, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να τον αγνοούν» βλ. την παρούσα αιτιολογική έκθεση υπό το άρθρο 86.

Επί του άρθρου 175: Το άρθρο αυτό επαναλαμβάνει τη ρύθμιση του άρθρου 50β κ.ν. 2190/1920.
 

 

ΤΜΗΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ: Ποινικές διατάξεις

Επί των άρθρων 176 έως 181 (ποινικές διατάξεις). Οι ποινικές διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, πού μέχρι σήμερα έχουν τύχει ελάχιστης εφαρμογής, έχουν ελαφρά αναμορφωθεί. Πρέπει βέβαια να ληφθεί υπόψη ότι υπάρχουν παράλληλες ποινικές διατάξεις σε άλλους νόμους (π.χ. για την κατάχρηση αγοράς), που, στο μέτρο που εφαρμόζονται, καθιστούν περιττή την ύπαρξη συναφών ποινικών διατάξεων και στο νόμο για τις α.ε. Επίσης υπάρχουν συμπεριφορές που τιμωρούνται ήδη με βάση τις γενικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, ώστε να μην απαιτείται η κατάστρωση ειδικής ποινικής μεταχείρισης για τις ανώνυμες εταιρείες. Τέλος, ορισμένες ποινικές διατάξεις συνδεόμενες με την κρατική εποπτεία έχουν εκ των πραγμάτων απαλειφθεί, λόγω της ουσιαστικής κατάργησης της εποπτείας αυτής (π.χ. άρθρο 57 περ. ε' κ.ν. 2190/1920). Καταργήθηκαν εξάλλου και οι διοικητικές κυρώσεις που είχαν εισαχθεί με το άρθρο 63δ του κ.ν. 2190/1920, δεδομένου ότι ανάλογες κυρώσεις προβλέπονται από το άρθρο 17 ν. 3419/2005 για το Γ.Ε.ΜΗ. Άλλωστε η αρμοδιότητα εποπτείας για τις παραβάσεις του εταιρικού δικαίου, που θα δικαιολογούσε την επιβολή προστίμου, έχει ουσιαστικά καταργηθεί. Από την άλλη πλευρά προστέθηκαν ποινικές διατάξεις π.χ. για την παρά το νόμο κτήση ιδίων μετοχών από την εταιρεία και την παρά τον νόμο παροχή πιστώσεων, εγγυήσεων κλπ. για την απόκτηση ιδίων μετοχών (άρθρο 177 περ. 3 και 4), επειδή οι πράξεις αυτές αντιβαίνουν στην προστασία του κεφαλαίου και θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα των πιστωτών, όπως και η ήδη τιμωρούμενη παρά τον νόμο διανομή κερδών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε καμιά περίπτωση (αντίθετα προς το ποινικό δίκαιο του κ.ν. 2190/1920) η παράβαση του καταστατικού δεν συνιστά αξιόποινη πράξη.
 

 

ΤΜΗΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: Τελικές και μεταβατικές διατάξεις

Επί του άρθρου 182: Με το άρθρο 182 υπογραμμίζεται ότι οι εδικότερες διατάξεις δεν επηρεάζονται από το παρόν σχέδιο νόμου. Επιπλέον, ρυθμίζεται τι συμβαίνει σε περίπτωση άσκησης δικαιώματος υπαναχώρησης λόγω έκδοσης συμπληρώματος ενημερωτικού δελτίου σε περίπτωση αύξησης κεφαλαίου. Κρίθηκε σκόπιμο η ρύθμιση αυτή να τεθεί για λόγους ενότητας της ρύθμισης του δικαιώματος υπαναχώρησης στο άρθρο 16 του ν. 3401/2005 και όχι στον νόμο περί ανωνύμων εταιρειών.

Επί του άρθρου 183: Το άρθρο 183 ρυθμίζει δύο ζητήματα. Με την παρ. 1 παρέχεται η δυνατότητα στις εταιρείες να εναρμονίσουν τα καταστατικά τους με τις νέες ρυθμίσεις. Οι σχετικές τροποποιήσεις, αν λάβουν χώρα εντός έτους, αποφασίζονται με απλή απαρτία και πλειοψηφία, Η διάταξη είναι όμοια με το άρθρο 79 παρ. 10 του Ν. 3604/2007. Η δεύτερη παράγραφος παρέχει προθεσμία ενός έτους για την αύξηση κεφαλαίου των εταιρειών εκείνων που έχουν κεφάλαιο κάτω των 25.000 ευρώ, ώστε το κεφάλαιό τους να μην υπολείπεται του ποσού αυτού, όπως ορίζεται στην «δεύτερη» εταιρική οδηγία (ήδη Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132). Πρόκειται κυρίως για τις περιπτώσεις όπου το κεφάλαιο της εταιρείας είναι 24.000 ευρώ, για το λόγο ότι το άρθρο 8 του καταργούμενου κ.ν. 2190/1920 προέβλεπε ελάχιστο κεφάλαιο του ύψους αυτού. Η σχετική αύξηση μπορεί να αποφασισθεί και πάλι με απλή απαρτία και πλειοψηφία.

Επί του άρθρου 184: Το άρθρο 184 περιέχει ρυθμίσεις που αφορούν τις ανώνυμες μετοχές. Όπως ήδη αναφέρθηκε στο εισαγωγικό τμήμα της παρούσας αιτιολογικής έκθεσης και για τους λόγους που εκτίθενται εκεί, επιλογή του σχεδίου νόμου είναι η κατάργηση των ανωνύμων μετοχών, και η διατήρηση μόνο των ονομαστικών, ενώ απαγορεύεται, ήδη από τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου, η έκδοση νέων ανωνύμων μετοχών από τις ελληνικές εταιρείες. Για την κατάργηση των υφιστάμενων ανωνύμων μετοχών προβλέπεται ικανή μεταβατική περίοδος, ώστε να υπάρξει χρόνος προσαρμογής στο νέο καθεστώς. Συγκεκριμένα το άρθρο 184 προβλέπει ότι η ονομαστικοποίηση των υφιστάμενων ανωνύμων μετοχών θα επέλθει την 1η Ιανουάριου 2020 και μάλιστα αυτόματα, χωρίς δηλαδή να απαιτείται τροποποίηση του καταστατικού. Και αν μεν το καταστατικό προβλέπει ειδική διαδικασία αντικατάστασης των ανωνύμων τίτλων με ονομαστικούς, ακολουθείται η διαδικασία αυτή, άλλως εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του άρθρου 184. Οι ρυθμίσεις αυτές συνίστανται στα ακόλουθα: Πρώτον, η εταιρεία που έχει εκδώσει ανώνυμες μετοχές οφείλει να αποκτήσει βιβλίο μετόχων, ή αντίστοιχη ηλεκτρονική υποδομή, που θα της επιτρέψει να καταγράψει τους μετόχους της και τα δικαιώματά τους. Δεύτερον, θα πρέπει το αργότερο την 1η Ιουλίου 2019 να ανακοινώσει στους μετόχους τον τρόπο με τον οποίο οι τελευταίοι θα πρέπει να αναγγείλουν στην εταιρεία τα επί των μετοχών δικαιώματά τους, ώστε να εγγραφούν στο βιβλίο μετόχων και να τους παραδοθούν οι νέοι τίτλοι. Μετά την 1η Ιανουάριου 2020, οι μετοχές για τις οποίες δεν θα έχει γίνει καταχώριση στο βιβλίο μετόχων, δεν θα παρέχουν πια μετοχικά δικαιώματα (η άσκηση των τελευταίων θα έχει τους περιορισμούς των ιδίων μετοχών, σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 1), ούτε και θα μπορούν να μεταβιβασθούν εγκύρως. Η εταιρεία δεν θα υποχρεούται να παραδώσει νέους τίτλους, αν εκδίδει τις μετοχές σε λογιστική μορφή, ή το καταστατικό προβλέπει ότι δεν έχει τέτοια υποχρέωση. Τρίτον, με δεδομένο ότι η διαδικασία αυτή βρίσκεται ουσιαστικά στα χέρια της εταιρείας, ο νόμος παρέχει στον μέτοχο τη δυνατότητα να επιδιώξει ατομικά την εγγραφή του στο βιβλίο μετόχων και την παράδοση σε αυτόν των ονομαστικών μετοχών, με την προϋπόθεση ότι το διοικητικό συμβούλιο δεν θα έχει προβεί στην παραπάνω διαδικασία μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2019. Μπορεί δηλαδή ο μέτοχος να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει να υποχρεωθεί η εταιρεία να εκδώσει και να παραδώσει στο μέτοχο τις νέες ονομαστικές μετοχές και βέβαια να εγγράψει το μέτοχο στο βιβλίο μετόχων. Στο μέτρο που οι ανώνυμες μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, οι μέτοχοι καλούνται από την εταιρεία και καταγράφονται