Δημοσιεύθηκε στις : [ 09-03-2018 ]

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αριθμ. απόφ. 1/808/2018 Οργανωτικές απαιτήσεις αναφορικά με την προστασία των χρηματοπιστωτικών μέσων και κεφαλαίων πελατών, την παρακολούθηση των προϊόντων και την παροχή ή λήψη αμοιβών, προμηθειών ή άλλων χρηματικών ή μη χρηματικών οφελών

(Οργανωτικές απαιτήσεις αναφορικά με την προστασία των χρηματοπιστωτικών μέσων και κεφαλαίων πελατών, την παρακολούθηση των προϊόντων και την παροχή ή λήψη αμοιβών, προμηθειών ή άλλων χρηματικών ή μη χρηματικών οφελών)

Κατηγορία: Κεφαλαιαγορά - Χρηματιστήριο

Αριθμ. απόφ. 1/808/07-2-2018

(ΦΕΚ Β' 812/07-03-2018)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Λαμβάνοντας υπόψη:

1. Την παράγραφο 16 του άρθρου 16 και την παράγραφο 13 του άρθρου 24 του ν. 4514/2018 «για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄/ 14/30.1.2018.

2. Την παράγραφο 4 του άρθρου 12 του ν. 4099/2012 «Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες και ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, Οδηγία 2009/65/ΕΚ. Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις των Οδηγιών 2010/78/ΕΕ, 2010/73/ΕΕ, 2011/96/ΕΕ, 2009/133/ΕΚ, 2004/113/ΕΚ. Ευρωπαϊκή Συνεταιριστική Εταιρεία. Μέτρα εφαρμογής των Κανονισμών (ΕΚ) 1338/2001 και (ΕΕ) 1210/2010 περί προστασίας του ευρώ και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α/250/20.12.2012).

3. Την παράγραφο 6 του άρθρου 6 του ν. 4209/2013 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2011/61/ΕΕ σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και την Οδηγία 2011/89/ΕΕ σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων, μέτρα για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012/ΕΕ περί εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, κεντρικών αντισυμβαλλομένων και αρχείων καταγραφής συναλλαγών και άλλες διατάξεις.» (ΦΕΚ Α/253/21.11.2013).

4. Την κατ’ εξουσιοδότηση οδηγία (ΕΕ) 2017/593 της Επιτροπής της 7ης Απριλίου 2016 «για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τη διατήρηση των χρηματοπιστωτικών μέσων και κεφαλαίων που ανήκουν στους πελάτες, τις υποχρεώσεις παρακολούθησης των προϊόντων και τους κανόνες που ισχύουν για την παροχή ή λήψη αμοιβών, προμηθειών ή άλλων χρηματικών ή μη χρηματικών οφελών» (L 87/500).

5. Το άρθρο 90 του π.δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (ΦΕΚ Α/98/2005).

6. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,

αποφασίζει ομόφωνα:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1
Σκοπός και πεδίο εφαρμογής
(Άρθρο 1 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


1. Η παρούσα απόφαση έχει ως σκοπό την ενσωμάτωση της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας (ΕΕ) 2017/593 της Επιτροπής της 7ης Απριλίου 2016 «για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τη διατήρηση των χρηματοπιστωτικών μέσων και κεφαλαίων που ανήκουν στους πελάτες, τις υποχρεώσεις παρακολούθησης των προϊόντων και τους κανόνες που ισχύουν για την παροχή ή λήψη αμοιβών, προμηθειών ή άλλων χρηματικών ή μη χρηματικών οφελών».

2. Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται: α) στις Ανώνυμες Εταιρίες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΑΕΠΕΥ) του ν. 4514/2018, β) στις Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ) που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν τις υπηρεσίες του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 4099/2012, γ) στις Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΑΕΔΟΕΕ), που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν τις υπηρεσίες του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 4209/2013 δ) στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ) του ν. 4514/2018, και ε) στα υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών, στα οποία χορηγείται άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 2 του ν. 4514/2018. Τα άρθρα 11 έως 13 εφαρμόζονται και στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 4261/2014, τα οποία παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, στις εταιρείες διαχείρισης που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν τις υπηρεσίες του άρθρου 6 παρ. 4 της Οδηγίας 2009/65/ΕΕ, στους Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΔΟΕΕ), που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν τις υπηρεσίες του άρθρου 6 παρ. 6 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, οι οποίες παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, καθώς και στις επιχειρήσεις επενδύσεων άλλου κράτους μέλους, οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες μέσω υποκαταστήματος ή συνδεδεμένου αντιπροσώπου, σύμφωνα με την ενότητα Β του άρθρου 35 του ν. 4514/2018.

3. Για τους σκοπούς του κεφαλαίου IV της παρούσας απόφασης, οι αναφορές στις ΑΕΠΕΥ και τα χρηματοπιστωτικά μέσα περιλαμβάνουν και τα πιστωτικά ιδρύματα και τις δομημένες καταθέσεις σε σχέση με όλες τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφοι 3 και 4 του ν. 4514/2018.

4. Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης νοούνται ως:

1. «Συναλλαγή χρηματοδότησης τίτλων»: συναλλαγές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 11) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί διαφάνειας των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων και επαναχρησιμοποίησης.

2. «Αναγνωρισμένο αμοιβαίο κεφάλαιο διαχείρισης διαθεσίμων»: ένας οργανισμός συλλογικών επενδύσεων που έχει αδειοδοτηθεί βάσει του ν. 4099/2012 ή της οδηγίας 2009/65/EΚ, ή που υπόκειται σε εποπτεία και, κατά περίπτωση, έχει αδειοδοτηθεί από αρμόδια αρχή βάσει της εθνικής νομοθεσίας κράτους μέλους, και ο οποίος πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) πρωταρχικός επενδυτικός σκοπός του είναι η διατήρηση της καθαρής αξίας της περιουσίας του οργανισμού, είτε σταθερά στο άρτιο (χωρίς τα κέρδη) είτε στην αξία του αρχικού κεφαλαίου των επενδυτών συν τα κέρδη,

(β) για την επίτευξη του πρωταρχικού επενδυτικού σκοπού, επενδύει αποκλειστικά σε υψηλής ποιότητας μέσα χρηματαγοράς με ληκτότητα ή εναπομένουσα ληκτότητα όχι μεγαλύτερη των 397 ημερών, ή με τακτικές προσαρμογές απόδοσης (regular yield adjustments) συνεπείς με αυτή τη ληκτότητα, και με σταθμισμένη μέση ληκτότητα 60 ημερών. Μπορεί επίσης να επιτυγχάνει το αποτέλεσμα αυτό επενδύοντας σε παρεπόμενη βάση σε καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα,

(γ) παρέχει ρευστότητα με διακανονισμό την ίδια ή την επόμενη ημέρα.

Για τους σκοπούς του στοιχείου (β) ένα μέσο χρηματαγοράς θεωρείται υψηλής ποιότητας εάν η ΑΕΠΕΥ διενεργεί δική της τεκμηριωμένη αξιολόγηση της πιστοληπτικής ποιότητας των μέσων χρηματαγοράς που της επιτρέπει να το θεωρήσει υψηλής ποιότητας. Εάν ένας ή περισσότεροι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας που είναι εγγεγραμμένοι και εποπτεύονται από την ΕΑΚΑΑ έχουν δώσει βαθμολογία του μέσου, η εσωτερική αξιολόγηση της ΑΕΠΕΥ λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τις εν λόγω αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΤΩΝ ΠΕΛΑΤΩΝ

Άρθρο 2
Προστασία των χρηματοπιστωτικών μέσων και κεφαλαίων των πελατών
(Άρθρο 2 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


1. Όταν οι ΑΕΠΕΥ κατέχουν χρηματοπιστωτικά μέσα και κεφάλαια πελατών τους:

(α) τηρούν αρχεία και λογαριασμούς έτσι ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή και χωρίς καθυστέρηση να διαχωρίζουν τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται για λογαριασμό ενός πελάτη από τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται για λογαριασμό οποιουδήποτε άλλου πελάτη, καθώς και από τα δικά τους περιουσιακά στοιχεία,
(β) τηρούν τα αρχεία και τους λογαριασμούς τους κατά τρόπο που να διασφαλίζει την ακρίβεια και ιδίως την αντιστοιχία τους με τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τα κεφάλαια που κατέχονται για λογαριασμό πελατών καθώς και ότι μπορούν να χρησιμοποιούνται ως διαδρομή ελέγχου (audit trail),
(γ) εξετάζουν τακτικά τη συμφωνία μεταξύ των εσωτερικών λογαριασμών και αρχείων τους και εκείνων τυχόν τρίτων οι οποίοι κατέχουν τα περιουσιακά στοιχεία,
(δ) λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών που έχουν κατατεθεί σε τρίτο, σύμφωνα με το άρθρο 3, μπορούν να διαχωριστούν από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν στην ΑΕΠΕΥ και από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν στον τρίτο, με τη χρήση λογαριασμών με διαφορετικές ονομασίες στα βιβλία του τρίτου ή με άλλα ισοδύναμα μέτρα με τα οποία επιτυγχάνεται το ίδιο επίπεδο προστασίας,
(ε) λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα κεφάλαια που έχουν καταθέσει οι πελάτες, σύμφωνα με το άρθρο 4, σε κεντρική τράπεζα, πιστωτικό ίδρυμα ή τράπεζα που έχει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα ή σε αναγνωρισμένα αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων κατέχονται σε λογαριασμό ή λογαριασμούς χωριστούς από τυχόν άλλους λογαριασμούς που χρησιμοποιούνται για την κατοχή κεφαλαίων που ανήκουν στην ΑΕΠΕΥ,
(στ) θεσπίζουν επαρκείς οργανωτικές ρυθμίσεις για να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο απώλειας ή μείωσης των περιουσιακών στοιχείων πελατών ή των δικαιωμάτων σε σχέση με τα περιουσιακά αυτά στοιχεία, λόγω κατάχρησης των περιουσιακών στοιχείων, απάτης, κακής διαχείρισης, ελλιπούς τήρησης αρχείου ή αμέλειας.

2. Εάν για λόγους που σχετίζονται με το εφαρμοστέο δίκαιο, περιλαμβανομένης ιδίως της νομοθεσίας σχετικά με την περιουσία ή την αφερεγγυότητα, οι ΑΕΠΕΥ δεν μπορούν να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου για τη διασφάλιση των συμφερόντων των πελατών όσον αφορά την τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 16 παράγραφοι 8 και 9 του ν. 4514/2018, θεσπίζουν ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν τη διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων των πελατών τους με σκοπό την επίτευξη των στόχων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3. Εάν το εφαρμοστέο δίκαιο της χώρας στην οποία κατέχονται τα κεφάλαια ή τα χρηματοπιστωτικά μέσα των πελατών εμποδίζει τις ΑΕΠΕΥ να συμμορφωθούν με τα στοιχεία δ) ή ε) της παραγράφου 1, οι ΑΕΠΕΥ θεσπίζουν ρυθμίσεις με ισοδύναμο αποτέλεσμα όσον αφορά τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των πελατών.
Όταν βασίζονται σε τέτοιου είδους ισοδύναμες απαιτήσεις σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία δ) ή ε), οι ΑΕΠΕΥ ενημερώνουν τους πελάτες ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν επωφελούνται από τις διατάξεις που προβλέπονται από τον ν. 4514/2018 και την παρούσα απόφαση.

4. Τυχόν ασφάλειες, δικαιώματα παρακράτησης ή δικαιώματα συμψηφισμού επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή κεφαλαίων του πελάτη που επιτρέπουν σε τρίτους να διαθέτουν χρηματοπιστωτικά μέσα ή κεφάλαια του πελάτη, για την είσπραξη οφειλών που δεν έχουν σχέση με τον πελάτη ή την παροχή υπηρεσιών προς τον πελάτη δεν επιτρέπονται, εκτός εάν αυτό απαιτείται από την ισχύουσα νομοθεσία σε δικαιοδοσία τρίτης χώρας στην οποία κατέχονται τα κεφάλαια ή τα χρηματοπιστωτικά μέσα του πελάτη.
Εφόσον η ΑΕΠΕΥ είναι υποχρεωμένη να συνάπτει συμφωνίες που δημιουργούν τις εν λόγω ασφάλειες, δικαιώματα παρακράτησης ή δικαιώματα συμψηφισμού γνωστοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες στους πελάτες, ενημερώνοντάς τους για τους κινδύνους που συνδέονται με τις εν λόγω ρυθμίσεις.
Όταν ασφάλειες, δικαιώματα παρακράτησης ή δικαιώματα συμψηφισμού παρέχονται από την ΑΕΠΕΥ επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή κεφαλαίων του πελάτη, ή όταν η ΑΕΠΕΥ ενημερωθεί ότι έχουν παρασχεθεί, καταγράφονται στις συμβάσεις του πελάτη και στους λογαριασμούς της ΑΕΠΕΥ, ώστε να καθίσταται σαφές το ιδιοκτησιακό καθεστώς των περιουσιακών στοιχείων του πελάτη, όπως σε περίπτωση αφερεγγυότητας.

5. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τα άμεσα διαθέσιμα κεφάλαια των πελατών στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στους διορισμένους διαχειριστές διαδικασίας αφερεγγυότητας και στους υπεύθυνους για την εξυγίανση αφερέγγυων ιδρυμάτων. Οι πληροφορίες που διατίθενται περιλαμβάνουν τα εξής:
(α) σχετικούς εσωτερικούς λογαριασμούς και αρχεία που προσδιορίζουν εύκολα τα υπόλοιπα των κεφαλαίων και των χρηματοπιστωτικών μέσων που κατέχονται για κάθε πελάτη,
(β) στις περιπτώσεις όπου τα κεφάλαια πελατών κατέχονται από ΑΕΠΕΥ σύμφωνα με το άρθρο 4, λεπτομέρειες των λογαριασμών στους οποίους κατέχονται τα κεφάλαια των πελατών, και των σχετικών συμφωνιών με τις εν λόγω επιχειρήσεις,
(γ) στις περιπτώσεις όπου τα χρηματοπιστωτικά μέσα κατέχονται από ΑΕΠΕΥ σύμφωνα με το άρθρο 3, λεπτομέρειες των λογαριασμών που έχουν ανοιχτεί σε τρίτους και των σχετικών συμφωνιών με τους εν λόγω τρίτους, καθώς και λεπτομέρειες των σχετικών συμφωνιών,
(δ) λεπτομέρειες τρίτων που ασκούν οποιαδήποτε σχετικά καθήκοντα (εξωτερικής ανάθεσης) και λεπτομέρειες οποιωνδήποτε καθηκόντων εξωτερικής ανάθεσης,
(ε) τα πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις στην επιχείρηση και που συμμετέχουν στις σχετικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των υπευθύνων για την επίβλεψη των απαιτήσεών της σε σχέση με τη προστασία των περιουσιακών στοιχείων του πελάτη και
(στ) συμφωνίες σχετικά με τη σύσταση κυριότητας των πελατών επί των περιουσιακών στοιχείων.

Άρθρο 3
Κατάθεση χρηματοπιστωτικών μέσων πελατών
(Άρθρο 3 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


1. Οι ΑΕΠΕΥ μπορούν να καταθέτουν χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία κατέχουν για λογαριασμό πελατών τους σε λογαριασμό ή λογαριασμούς που έχουν ανοιχτεί σε τρίτο, υπό τον όρο να επιδεικνύουν τη δέουσα ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια κατά την επιλογή, τον διορισμό και τον περιοδικό έλεγχο του τρίτου και των ρυθμίσεων για την κατοχή και φύλαξη των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων.
Οι ΑΕΠΕΥ λαμβάνουν υπόψη την εξειδίκευση και τη φήμη στην αγορά του τρίτου, καθώς και τυχόν νομικές απαιτήσεις που σχετίζονται με την κατοχή των χρηματοπιστωτικών μέσων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τα δικαιώματα των πελατών.

2. Οι ΑΕΠΕΥ καταθέτουν χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών τους σε τρίτο, μόνον σε δικαιοδοσία, όπου η φύλαξη χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό άλλου προσώπου υπόκειται σε ειδικές ρυθμίσεις και εποπτεία και ο τρίτος υπόκειται σε συγκεκριμένη ρύθμιση και εποπτεία.

3. Οι ΑΕΠΕΥ δεν καταθέτουν χρηματοπιστωτικά μέσα που κατέχονται για λογαριασμό πελατών σε τρίτο εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα η οποία δεν ρυθμίζει κανονιστικά την κατοχή και φύλαξη χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό άλλου προσώπου, εκτός εάν πληρούται μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) η φύση των χρηματοπιστωτικών μέσων ή των επενδυτικών υπηρεσιών που συνδέονται με αυτά απαιτεί την κατάθεσή τους σε τρίτο εγκατεστημένο σε αυτή την τρίτη χώρα,
(β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα κατέχονται για λογαριασμό επαγγελματία πελάτη και ο πελάτης έχει ζητήσει εγγράφως από την ΑΕΠΕΥ να τα καταθέσει σε τρίτο εγκατεστημένο σε αυτή την τρίτη χώρα.

4. Οι απαιτήσεις σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 ισχύουν επίσης όταν ο τρίτος έχει αναθέσει σε άλλο τρίτο οποιοδήποτε από τα καθήκοντά του όσον αφορά την κατοχή και φύλαξη των χρηματοπιστωτικών μέσων.

Άρθρο 4
Κατάθεση κεφαλαίων πελατών
(Άρθρο 4 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


1. Οι ΑΕΠΕΥ, μόλις λαμβάνουν κεφάλαια πελατών, τα τοποθετούν αμέσως σε έναν ή περισσότερους λογαριασμούς που ανοίγονται σε:
(α) κεντρική τράπεζα,
(β) πιστωτικό ίδρυμα που έχει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον ν. 4261/2014 ή την οδηγία 2013/36/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,
(γ) τράπεζα που έχει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα,
(δ) αναγνωρισμένο αμοιβαίο κεφάλαιο διαχείρισης διαθεσίμων.

2. Οι ΑΕΠΕΥ που δεν καταθέτουν κεφάλαια πελατών σε κεντρική τράπεζα επιδεικνύουν την απαιτούμενη ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια κατά την επιλογή, το διορισμό και τον περιοδικό έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος, της τράπεζας ή του αμοιβαίου κεφαλαίου διαχείρισης διαθεσίμων όπου τοποθετούνται τα κεφάλαια και για τις ρυθμίσεις σχετικά με την κατοχή των εν λόγω κεφαλαίων και λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη για διασπορά των εν λόγω κεφαλαίων, ως μέρος της δέουσας επιμέλειάς τους. Οι ΑΕΠΕΥ λαμβάνουν υπόψη τους ιδίως την εξειδίκευση και τη φήμη στην αγορά των εν λόγω ιδρυμάτων και αμοιβαίων κεφαλαίων διαχείρισης διαθεσίμων προκειμένου να διασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων των πελατών τους, καθώς και τυχόν νομικές και κανονιστικές απαιτήσεις ή πρακτικές της αγοράς που συνδέονται με την κατοχή κεφαλαίων πελατών και θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τα δικαιώματα των πελατών.
Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι οι πελάτες δίνουν τη ρητή συγκατάθεσή τους για την τοποθέτηση των κεφαλαίων τους σε αναγνωρισμένο αμοιβαίο κεφάλαιο διαχείρισης διαθεσίμων. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι αυτό το δικαίωμα συγκατάθεσης θα είναι αποτελεσματικό, οι ΑΕΠΕΥ ενημερώνουν τους πελάτες ότι τα κεφάλαια που τοποθετούνται σε αναγνωρισμένο αμοιβαίο κεφάλαιο διαχείρισης διαθεσίμων δεν θα κατέχονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις για τη διασφάλιση των κεφαλαίων των πελατών οι οποίες ορίζονται στην παρούσα απόφαση.

3. Όταν οι ΑΕΠΕΥ καταθέτουν κεφάλαια πελατών σε πιστωτικό ίδρυμα, τράπεζα ή αμοιβαίο κεφάλαιο διαχείρισης διαθεσίμων του ίδιου ομίλου με την ΑΕΠΕΥ, περιορίζουν τα κεφάλαια που καταθέτουν σε οποιαδήποτε τέτοια οντότητα του ομίλου ή συνδυασμό οποιωνδήποτε τέτοιων οντοτήτων του ομίλου, ούτως ώστε τα κεφάλαια να μην υπερβαίνουν το 20 % του συνόλου των εν λόγω κεφαλαίων.
Μια ΑΕΠΕΥ μπορεί να μην συμμορφώνεται με αυτό το όριο, όταν είναι σε θέση να αποδείξει ότι, λόγω της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της, καθώς και λόγω της ασφάλειας που προσφέρουν οι τρίτοι που εξετάζονται στο προηγούμενο εδάφιο, και περιλαμβανομένου, σε κάθε περίπτωση, του μικρού υπολοίπου των κεφαλαίων του πελάτη που κατέχει η ΑΕΠΕΥ, η απαίτηση σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο δεν είναι αναλογική. Οι ΑΕΠΕΥ επανεξετάζουν περιοδικά την εκτίμηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το παρόν εδάφιο και κοινοποιούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την αρχική και την αναθεωρημένη αξιολόγησή τους.

Άρθρο 5
Χρησιμοποίηση χρηματοπιστωτικών μέσων των πελατών
(Άρθρο 5 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


1. Οι ΑΕΠΕΥ δεν συνάπτουν συμφωνίες για συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που κατέχουν για λογαριασμό πελάτη και δεν χρησιμοποιούν με άλλο τρόπο τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή πελάτη της επιχείρησης, εκτός εάν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) ο πελάτης έχει δώσει προηγουμένως ρητή συγκατάθεση για τη χρησιμοποίηση των μέσων με συγκεκριμένους όρους, όπως αποδεικνύεται εγγράφως μέσω υπογραφής ή με ισοδύναμο τρόπο,
(β) η χρησιμοποίηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του πελάτη περιορίζεται στους συγκεκριμένους όρους, στους οποίους συγκατατίθεται ο πελάτης.

2. Οι ΑΕΠΕΥ δεν συνάπτουν συμφωνίες για συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που κατέχονται για λογαριασμό πελάτη σε συλλογικό λογαριασμό, ο οποίος τηρείται από τρίτο και δεν χρησιμοποιούν με άλλο τρόπο για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου προσώπου χρηματοπιστωτικά μέσα που κατέχονται σε τέτοιο λογαριασμό, παρά μόνον εάν πληρούται, επιπλέον των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μία τουλάχιστον από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) κάθε πελάτης, χρηματοπιστωτικά μέσα του οποίου κατέχονται από κοινού σε συλλογικό λογαριασμό, πρέπει να έχει δώσει την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1,
(β) oι ΑΕΠΕΥ έχουν θεσπίσει συστήματα και ελέγχους που διασφαλίζουν ότι χρησιμοποιούνται κατ’ αυτό τον τρόπο μόνο χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες που έχουν δώσει την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή τους σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1. Τα αρχεία των ΑΕΠΕΥ περιλαμβάνουν λεπτομερή στοιχεία για τον πελάτη με τις οδηγίες του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα χρηματοπιστωτικά μέσα, καθώς και τον αριθμό των χρησιμοποιούμενων χρηματοπιστωτικών μέσων κάθε πελάτη που έχει δώσει τη συγκατάθεσή του, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η ορθή κατανομή τυχόν ζημιών.

3. Οι ΑΕΠΕΥ λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή μη εξουσιοδοτημένης χρήσης χρηματοπιστωτικών μέσων πελατών για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Τέτοια μέτρα αποτελούν ενδεικτικά:
(α) η σύναψη συμφωνιών με πελάτες σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τις ΑΕΠΕΥ σε περίπτωση που ο πελάτης δεν έχει επαρκή κάλυψη στον λογαριασμό του κατά την ημερομηνία διακανονισμού, όπως δανεισμό των αντίστοιχων τίτλων για λογαριασμό του πελάτη ή αναστροφή της θέσης,
(β) η συνεπής παρακολούθηση από την ΑΕΠΕΥ της προβλεπόμενης ικανότητάς της να παραδώσει τα χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την ημερομηνία διακανονισμού και η εφαρμογή διορθωτικών μέτρων σε περίπτωση που αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί και
(γ) η συνεπής παρακολούθηση και έγκαιρη απαίτηση των μη παραδοθέντων τίτλων που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία διακανονισμού και μετά.

4. Οι ΑΕΠΕΥ θεσπίζουν ειδικές ρυθμίσεις για όλους τους πελάτες για να διασφαλίζεται ότι ο δανειζόμενος των χρηματοπιστωτικών μέσων του πελάτη παρέχει την κατάλληλη ασφάλεια και ότι η επιχείρηση παρακολουθεί σε συνεχή βάση την καταλληλότητα της εν λόγω ασφάλειας και λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για να διατηρείται η κάλυψη της αξίας των μέσων των πελατών.

5. Οι ΑΕΠΕΥ δεν συνάπτουν συμφωνίες που απαγορεύονται βάσει του άρθρου 16 παράγραφος 10 του ν. 4514/2018.

Άρθρο 6
Ακατάλληλη χρήση των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου
(Άρθρο 6 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


1. Οι ΑΕΠΕΥ εξετάζουν και αξιολογούν τη χρήση συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ της υποχρέωσης του πελάτη προς την επιχείρηση και των περιουσιακών στοιχείων του πελάτη που υπόκεινται σε συμφωνίες παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου από την επιχείρηση. Οι ΑΕΠΕΥ ύστερα από αίτημα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αποδεικνύουν τη συμμόρφωσή τους με το προηγούμενο εδάφιο.

2. Κατά την εξέταση, και την τεκμηρίωση, της καταλληλότητας της χρήσης των συμφωνιών παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου, οι ΑΕΠΕΥ λαμβάνουν υπόψη όλους τους παρακάτω παράγοντες:
(α) κατά πόσον υπάρχει μικρή μόνο σύνδεση μεταξύ της υποχρέωσης του πελάτη προς την επιχείρηση και της χρήσης των συμφωνιών παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον η πιθανότητα ευθύνης του πελάτη προς την επιχείρηση είναι μικρή ή αμελητέα,
(β) κατά πόσον το ύψος των κεφαλαίων ή των χρηματοπιστωτικών μέσων του πελάτη που υπόκειται σε διμερείς συμφωνίες παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου υπερβαίνει κατά πολύ την υποχρέωση του πελάτη, ή είναι ακόμη και απεριόριστο αν ο πελάτης έχει οποιαδήποτε υποχρέωση προς την επιχείρηση και
(γ) κατά πόσον όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα ή κεφάλαια των πελατών υπόκεινται σε συμφωνίες παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ποια υποχρέωση έχει κάθε πελάτης προς την επιχείρηση.

3. Όταν χρησιμοποιούνται συμφωνίες παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου, οι ΑΕΠΕΥ επισημαίνουν σε επαγγελματίες πελάτες και επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους τους κινδύνους που απορρέουν και το αποτέλεσμα οποιασδήποτε συμφωνίας παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου για τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τα κεφάλαια του πελάτη.

Άρθρο 7
Ρυθμίσεις παρακολούθησης για τη διασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων του πελάτη
(Άρθρο 7 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


Οι ΑΕΠΕΥ ορίζουν έναν μόνο υπάλληλό τους με επαρκείς δεξιότητες και αρμοδιότητα, με ειδική ευθύνη για θέματα που αφορούν τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων προς τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την προστασία των χρηματοπιστωτικών μέσων και κεφαλαίων των πελατών.
Οι ΑΕΠΕΥ αποφασίζουν, διασφαλίζοντας την πλήρη συμμόρφωση με την παρούσα απόφαση, κατά πόσον ο ορισμένος υπάλληλος πρόκειται να ασχολείται αποκλειστικά με αυτό το καθήκον ή μπορεί να ανταπεξέρχεται αποτελεσματικά στις ευθύνες του, ενώ έχει πρόσθετες ευθύνες.

Άρθρο 8
Εκθέσεις εξωτερικών ελεγκτών
(Άρθρο 8 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι οι εξωτερικοί ελεγκτές τους υποβάλλουν τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έκθεση σχετικά με την επάρκεια των ρυθμίσεων της επιχείρησης, βάσει του άρθρου 16 παράγραφοι 8, 9 και 10 του ν. 4514/2018 και του παρόντος κεφαλαίου. Η έκθεση υποβάλλεται εντός διμήνου από το τέλος της διαχειριστικής χρήσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

Άρθρο 9
Υποχρεώσεις παρακολούθησης των προϊόντων για ΑΕΠΕΥ που κατασκευάζουν χρηματοπιστωτικά μέσα
(Άρθρο 9 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


1. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ όταν κατασκευάζουν χρηματοπιστωτικά μέσα συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας, ανάπτυξης, έκδοσης ή/και τον σχεδιασμό χρηματοπιστωτικών μέσων.
Οι ΑΕΠΕΥ που κατασκευάζουν χρηματοπιστωτικά μέσα συμμορφώνονται κατά τρόπο που να είναι κατάλληλος και αναλογικός με τις σχετικές απαιτήσεις των παραγράφων 2 έως 15, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του χρηματοπιστωτικού μέσου, την επενδυτική υπηρεσία και την αγορά-στόχο για το προϊόν.

2. Οι ΑΕΠΕΥ θεσπίζουν, εφαρμόζουν και διατηρούν διαδικασίες και μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η κατασκευή χρηματοπιστωτικών μέσων συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις για ορθή διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών. Ειδικότερα, οι ΑΕΠΕΥ που κατασκευάζουν χρηματοπιστωτικά μέσα διασφαλίζουν ότι ο σχεδιασμός του χρηματοπιστωτικού μέσου, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών του, δεν επηρεάζει αρνητικά τους τελικούς πελάτες και δεν οδηγεί σε προβλήματα ακεραιότητας της αγοράς, με το να επιτρέπει στην επιχείρηση να μετριάζει ή/και να μεταθέτει τους ίδιους κινδύνους ή τα ανοίγματα στα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία του προϊόντος, όταν η ΑΕΠΕΥ ήδη κατέχει τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία για ίδιο λογαριασμό.

3. Οι ΑΕΠΕΥ αναλύουν τις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων κάθε φορά που κατασκευάζεται ένα χρηματοπιστωτικό μέσο. Ειδικότερα, οι επιχειρήσεις εκτιμούν κατά πόσον το χρηματοπιστωτικό μέσο δημιουργεί μια κατάσταση κατά την οποία οι τελικοί πελάτες μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά αν λάβουν:
(α) ένα άνοιγμα αντίθετο προς εκείνο που κατείχε προηγουμένως η ίδια η επιχείρηση ή
(β) ένα άνοιγμα αντίθετο προς εκείνο που η επιχείρηση επιθυμεί να κατέχει μετά την πώληση του προϊόντος.

4. Οι ΑΕΠΕΥ εξετάζουν κατά πόσον το χρηματοπιστωτικό μέσο μπορεί να αποτελεί απειλή για την εύρυθμη λειτουργία ή τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, πριν αποφασίσουν να προχωρήσουν στην διάθεση του προϊόντος.

5. Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι το σχετικό προσωπικό που συμμετέχει στην κατασκευή των χρηματοπιστωτικών μέσων διαθέτει την απαραίτητη τεχνογνωσία για να κατανοεί τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των χρηματοπιστωτικών μέσων που σκοπεύουν να κατασκευάσουν.

6. Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι το όργανο διοίκησης έχει πραγματικό έλεγχο επί της διαδικασίας παρακολούθησης του προϊόντος της επιχείρησης. Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι οι εκθέσεις συμμόρφωσης προς το όργανο διοίκησης περιλαμβάνουν συστηματικά πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που κατασκευάζονται από την επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με τη στρατηγική διανομής. Οι ΑΕΠΕΥ θέτουν τις εκθέσεις στη διάθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατόπιν αιτήματός της.

7. Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης παρακολουθεί την ανάπτυξη και τον περιοδικό έλεγχο των ρυθμίσεων παρακολούθησης των προϊόντων, προκειμένου να ανιχνεύουν κάθε κίνδυνο μη συμμόρφωσης της επιχείρησης με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

8. Οι ΑΕΠΕΥ όταν συνεργάζονται, μεταξύ άλλων με οντότητες που δεν έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται σύμφωνα με τον ν. 4514/2018 ή την οδηγία 2014/65/ΕΕ ή με επιχειρήσεις τρίτων χωρών με σκοπό να δημιουργούν, να αναπτύσσουν, να εκδίδουν ή/και να σχεδιάζουν ένα προϊόν, να προσδιορίζουν τις αμοιβαίες ευθύνες τους σε γραπτή συμφωνία.

9. Οι ΑΕΠΕΥ προσδιορίζουν λεπτομερειακά τη δυνητική αγορά-στόχο για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο και καθορίζουν την κατηγορία/ες πελατών με τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους των οποίων είναι συμβατό το χρηματοπιστωτικό μέσο. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, η ΑΕΠΕΥ προσδιορίζει κάθε ομάδα ή ομάδες πελατών με τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους των οποίων δεν είναι συμβατό το χρηματοπιστωτικό μέσο. Όταν οι ΑΕΠΕΥ συνεργάζονται για την κατασκευή ενός χρηματοπιστωτικού μέσου, αρκεί να προσδιορίζεται μόνο μία αγορά-στόχος.
Οι ΑΕΠΕΥ οι οποίες κατασκευάζουν χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία διανέμονται μέσω άλλων ΑΕΠΕΥ καθορίζουν τις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά των πελατών με τους οποίους το προϊόν είναι συμβατό, με βάση τις θεωρητικές τους γνώσεις και την εμπειρία τους σε σχέση με το χρηματοπιστωτικό μέσο ή με παρόμοια χρηματοπιστωτικά μέσα, τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους των δυνητικών τελικών πελατών.

10. Οι ΑΕΠΕΥ διενεργούν ανάλυση σεναρίου των χρηματοπιστωτικών μέσων τους, με την οποία αξιολογούνται οι κίνδυνοι χαμηλών αποτελεσμάτων για τους τελικούς πελάτες από το προϊόν καθώς και σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να παρουσιαστούν αυτά τα αποτελέσματα. Οι ΑΕΠΕΥ αξιολογούν το χρηματοπιστωτικό μέσο υπό αρνητικές συνθήκες, οι οποίες καλύπτουν το τι θα συνέβαινε αν, για παράδειγμα:
(α) επιδεινωνόταν το περιβάλλον της αγοράς,
(β) ο κατασκευαστής ή ο τρίτος που συμμετέχει στην κατασκευή ή/και τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού μέσου αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες ή αν επέλθει άλλος κίνδυνος αντισυμβαλλομένου,
(γ) το χρηματοπιστωτικό μέσο δεν καταστεί εμπορικά βιώσιμο ή
(δ) ζήτηση για το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι πολύ υψηλότερη από ό,τι αναμενόταν, επιβαρύνοντας τους πόρους της επιχείρησης ή/και την αγορά του υποκείμενου μέσου.

11. Οι ΑΕΠΕΥ καθορίζουν κατά πόσον ένα χρηματοπιστωτικό μέσο πληροί τις προσδιορισθείσες ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους σκοπούς της αγοράς-στόχου, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης των ακόλουθων στοιχείων:
(α) το προφίλ κινδύνου/απόδοσης του χρηματοπιστωτικού μέσου είναι σύμφωνο με την αγορά-στόχο και
(β) ο σχεδιασμός του χρηματοπιστωτικού μέσου βασίζεται σε χαρακτηριστικά που ωφελούν τον πελάτη και όχι σε ένα επιχειρηματικό μοντέλο που βασίζεται σε χαμηλές αποδόσεις για τον πελάτη προκειμένου να είναι κερδοφόρο.

12. Οι ΑΕΠΕΥ λαμβάνουν υπόψη τη δομή χρέωσης που προτείνεται για το χρηματοπιστωτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης των ακόλουθων:
(α) τα κόστη και οι χρεώσεις του χρηματοπιστωτικού μέσου είναι συμβατά με τις ανάγκες, τους στόχους και τα χαρακτηριστικά της αγοράς-στόχου,
(β) οι χρεώσεις δεν υπονομεύουν τις εκτιμώμενες αποδόσεις του χρηματοπιστωτικού μέσου, όπως όταν τα έξοδα ή οι επιβαρύνσεις ισούνται, υπερβαίνουν ή εξαλείφουν σχεδόν όλα τα εκτιμώμενα φορολογικά πλεονεκτήματα που συνδέονται με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο και
(γ) η δομή των χρεώσεων του χρηματοπιστωτικού μέσου είναι κατάλληλα διαφανής για την αγορά-στόχο, ούτως ώστε να μη συγκαλύπτει χρεώσεις ή δεν είναι υπερβολικά περίπλοκη για να γίνει κατανοητή.

13. Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι η παροχή πληροφοριών στους διανομείς σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τα κατάλληλα κανάλια για τη διανομή του χρηματοπιστωτικού μέσου, τη διαδικασία έγκρισης του προϊόντος και την αξιολόγηση της αγοράς-στόχου και είναι επαρκής για να επιτρέπει στους διανομείς να κατανοούν και να προτείνουν ή να διαθέτουν σωστά το χρηματοπιστωτικό μέσο.

14. Οι ΑΕΠΕΥ επανεξετάζουν τα χρηματοπιστωτικά μέσα που κατασκευάζουν σε τακτική βάση, λαμβάνοντας υπόψη κάθε γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς τον δυνητικό κίνδυνο για τη προσδιορισμένη αγορά-στόχο. Οι ΑΕΠΕΥ εξετάζουν εάν το χρηματοπιστωτικό μέσο παραμένει συνεπές με τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους σκοπούς της αγοράς-στόχου και εάν διανέμεται στην αγορά-στόχο ή καταλήγει σε πελάτες με τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους των οποίων δεν είναι συμβατό το χρηματοπιστωτικό μέσο.

15. Οι ΑΕΠΕΥ επανεξετάζουν τα χρηματοπιστωτικά μέσα πριν από οποιαδήποτε περαιτέρω έκδοση ή διάθεσή τους, εάν αντιληφθούν οποιοδήποτε γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς τον δυνητικό κίνδυνο για τους επενδυτές, και εκτιμούν ανά τακτά διαστήματα κατά πόσον τα χρηματοπιστωτικά μέσα λειτουργούν σύμφωνα με τον προορισμό τους. Οι ΑΕΠΕΥ καθορίζουν την περιοδικότητα επανεξέτασης των χρηματοπιστωτικών μέσων τους βάσει σχετικών παραγόντων συμπεριλαμβανομένων όσων συνδέονται με την πολυπλοκότητα ή τον καινοτόμο χαρακτήρα των επενδυτικών στρατηγικών που επιδιώκονται. Οι ΑΕΠΕΥ προσδιορίζουν επίσης τα κρίσιμα γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον πιθανό κίνδυνο ή τις εκτιμώμενες αποδόσεις του χρηματοπιστωτικού μέσου, όπως:
(α) η υπέρβαση ενός ορίου που θα επηρεάσει το προφίλ απόδοσης του χρηματοπιστωτικού μέσου ή
(β) η φερεγγυότητα ορισμένων εκδοτών των οποίων οι τίτλοι ή οι εγγυήσεις ενδέχεται να επηρεάσουν την απόδοση του χρηματοπιστωτικού μέσου.
Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι, όταν προκύπτουν τέτοια γεγονότα, λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα που μπορεί να περιλαμβάνουν:
(α) την παροχή κάθε σχετικής πληροφορίας σχετικά με το γεγονός και τις συνέπειές του στο χρηματοπιστωτικό μέσο προς τους πελάτες ή τους διανομείς του χρηματοπιστωτικού μέσου, εάν η ΑΕΠΕΥ δεν προσφέρει ή διαθέτει το χρηματοπιστωτικό μέσο απευθείας στους πελάτες,
(β) την αλλαγή της διαδικασίας έγκρισης του προϊόντος,
(γ) τη διακοπή της περαιτέρω έκδοσης του χρηματοπιστωτικού μέσου,
(δ) την αλλαγή του χρηματοπιστωτικού μέσου για την αποφυγή των καταχρηστικών ρητρών των συμβάσεων,
(ε) την εξέταση κατά πόσον τα δίκτυα πώλησης μέσω των οποίων πωλούνται τα χρηματοπιστωτικά μέσα είναι κατάλληλα, όταν οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο δεν πωλείται όπως προβλέπεται,
(στ) την επικοινωνία με τον διανομέα για να συζητηθεί μια τροποποίηση της διαδικασίας διανομής,
(ζ) τη λήξη της σχέσης με τον διανομέα ή
(η) την ενημέρωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Άρθρο 10
Υποχρεώσεις παρακολούθησης των προϊόντων για τους διανομείς
(Άρθρο 10 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


1. Οι ΑΕΠΕΥ, όταν αποφασίζουν το εύρος των χρηματοπιστωτικών μέσων που εκδίδονται από τις ίδιες ή άλλες επιχειρήσεις και τις υπηρεσίες που σκοπεύουν να προσφέρουν ή να προτείνουν στους πελάτες, πληρούν, κατά τρόπο που να είναι κατάλληλος και αναλογικός, τις σχετικές απαιτήσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 10, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του χρηματοπιστωτικού μέσου, την επενδυτική υπηρεσία και την αγορά-στόχο για το προϊόν.
Οι ΑΕΠΕΥ συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του ν. 4514/2018 όταν προσφέρουν ή προτείνουν χρηματοπιστωτικά μέσα που κατασκευάζονται από οντότητες που δεν υπόκεινται στον ν. 4514/2018 ή στην οδηγία 2014/65/ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, οι εν λόγω ΑΕΠΕΥ εφαρμόζουν αποτελεσματικές ρυθμίσεις για να διασφαλίσουν ότι θα αποκτήσουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με αυτά τα χρηματοπιστωτικά μέσα από τους κατασκευαστές τους.
Οι ΑΕΠΕΥ προσδιορίζουν την αγορά-στόχο για το αντίστοιχο χρηματοπιστωτικό μέσο, ακόμη και αν η αγοράστόχος δεν έχει καθοριστεί από τον κατασκευαστή του.

2. Οι ΑΕΠΕΥ διαθέτουν επαρκείς ρυθμίσεις παρακολούθησης των προϊόντων προκειμένου να διασφαλίζουν ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που σκοπεύουν να προσφέρουν ή να προτείνουν είναι συμβατά με τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους σκοπούς μιας προσδιορισμένης αγοράς στόχου και ότι η σχεδιαζόμενη στρατηγική διανομής είναι συμβατή με την προσδιορισμένη αγορά-στόχο. Οι ΑΕΠΕΥ προσδιορίζουν και αξιολογούν κατάλληλα τις περιστάσεις και τις ανάγκες των πελατών στις οποίες προτίθενται να επικεντρωθούν, ούτως ώστε να διασφαλίζουν ότι δεν διακυβεύονται τα συμφέροντα των πελατών, ως αποτέλεσμα εμπορικών ή χρηματοδοτικών πιέσεων. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, οι επιχειρήσεις προσδιορίζουν τις ομάδες πελατών με τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους των οποίων δεν είναι συμβατό το προϊόν ή η υπηρεσία.
Οι ΑΕΠΕΥ λαμβάνουν από κατασκευαστές που υπόκεινται στον ν. 4514/2018 ή στην οδηγία 2014/65/ΕΕ πληροφορίες για να αποκτήσουν την απαραίτητη κατανόηση και γνώση για τα προϊόντα που προτίθενται να προτείνουν ή να διαθέσουν, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα εν λόγω προϊόντα θα διανέμονται σύμφωνα με τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους σκοπούς της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου.
Οι ΑΕΠΕΥ λαμβάνουν όλα τα εύλογα μέτρα για να διασφαλίζεται ότι θα αποκτούν επίσης επαρκείς και αξιόπιστες πληροφορίες από τους κατασκευαστές που δεν υπόκεινται στον ν. 4514/2018 ή στην οδηγία 2014/65/ ΕΕ, για να διασφαλίζουν ότι τα προϊόντα θα διανέμονται σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά, τους σκοπούς και τις ανάγκες της αγοράς-στόχου. Όταν οι σχετικές πληροφορίες δεν είναι δημόσια διαθέσιμες, ο διανομέας λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποκτήσει τις σχετικές πληροφορίες από τον κατασκευαστή ή τον αντιπρόσωπό του. Αποδεκτές δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες είναι οι πληροφορίες που είναι σαφείς και αξιόπιστες και παράγονται σε συμμόρφωση με τις κανονιστικές απαιτήσεις, όπως οι απαιτήσεις γνωστοποίησης σύμφωνα με την οδηγία 2003/71/ΕΚ ή 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Αυτή η υποχρέωση αφορά τα προϊόντα που διατίθενται στην πρωτογενή και δευτερογενή αγορά και εφαρμόζεται με αναλογικό τρόπο, ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο μπορούν να αποκτηθούν δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες και με την πολυπλοκότητα του προϊόντος.
Οι ΑΕΠΕΥ χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που λαμβάνονται από τους κατασκευαστές και τις πληροφορίες για τους δικούς τους πελάτες για να προσδιορίζουν τη στρατηγική αγοράς-στόχου και διανομής. Όταν μια ΑΕΠΕΥ ενεργεί τόσο ως κατασκευαστής όσο και ως διανομέας, απαιτείται μόνο μία αξιολόγηση της αγοράς-στόχου.

3. Οι ΑΕΠΕΥ, όταν αποφασίζουν το εύρος των χρηματοπιστωτικών μέσων και των υπηρεσιών που προσφέρουν ή προτείνουν και τις αντίστοιχες αγορές-στόχους, εφαρμόζουν διαδικασίες και μέτρα για να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με όλες τις ισχύουσες απαιτήσεις σύμφωνα με τον ν. 4514/2018, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη γνωστοποίηση, την αξιολόγηση της καταλληλότητας ή της συμβατότητας, τις αντιπαροχές και την ορθή διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων. Στο πλαίσιο αυτό, δίνουν ιδιαίτερη προσοχή όταν οι διανομείς σκοπεύουν να προσφέρουν ή να προτείνουν νέα προϊόντα ή υπάρχουν διαφοροποιήσεις στις υπηρεσίες που παρέχουν.

4. Οι ΑΕΠΕΥ επανεξετάζουν και επικαιροποιούν περιοδικά τις ρυθμίσεις παρακολούθησης του προϊόντος, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι θα παραμείνουν ισχυρές και κατάλληλες για τον σκοπό τους, και να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, όταν είναι αναγκαίο.

5. Οι ΑΕΠΕΥ επανεξετάζουν τα επενδυτικά προϊόντα που προσφέρουν ή προτείνουν και τις υπηρεσίες που παρέχουν σε τακτική βάση, λαμβάνοντας υπόψη κάθε γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς τον δυνητικό κίνδυνο για την προσδιορισμένη αγορά-στόχο. Οι ΑΕΠΕΥ αξιολογούν τουλάχιστον κατά πόσον το προϊόν ή η υπηρεσία συνεχίζει να εξυπηρετεί τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους σκοπούς της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου και κατά πόσον η σχεδιαζόμενη στρατηγική διανομής εξακολουθεί να είναι κατάλληλη. Οι ΑΕΠΕΥ επανεξετάζουν την αγορά-στόχο ή/και επικαιροποιούν τις ρυθμίσεις παρακολούθησης του προϊόντος, εάν αντιληφθούν ότι έχουν προσδιορίσει εσφαλμένα την αγορά-στόχο για ένα συγκεκριμένο προϊόν ή υπηρεσία ή ότι το προϊόν ή η υπηρεσία δεν πληροί πλέον τις συνθήκες της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου, όπως όταν το προϊόν καθίσταται μη ρευστό ή παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις, λόγω των αλλαγών της αγοράς.

6. Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι η λειτουργία της κανονιστικής συμμόρφωσης επιβλέπει την ανάπτυξη και τον περιοδικό έλεγχο των ρυθμίσεων παρακολούθησης των προϊόντων, προκειμένου να ανιχνεύουν κάθε κίνδυνο αποτυχίας συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

7. Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι το σχετικό προσωπικό διαθέτει την απαραίτητη εμπειρία για να κατανοεί τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των προϊόντων που σκοπεύουν να προσφέρουν ή να προτείνουν και τις υπηρεσίες που παρέχουν, καθώς και τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους σκοπούς της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου.

8. Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο έχει πραγματικό έλεγχο επί της διαδικασίας παρακολούθησης του προϊόντος της επιχείρησης ώστε να προσδιορίζει το εύρος των επενδυτικών προϊόντων που προσφέρουν ή προτείνουν και των υπηρεσιών που παρέχουν στις αντίστοιχες αγορές-στόχους. Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι οι εκθέσεις συμμόρφωσης προς το διοικητικό όργανο περιλαμβάνουν συστηματικά πληροφορίες σχετικά με τα προϊόντα που προσφέρουν ή προτείνουν και τις υπηρεσίες που παρέχουν. Οι εκθέσεις συμμόρφωσης τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, εφόσον ζητηθούν.

9. Οι διανομείς παρέχουν στους κατασκευαστές πληροφορίες σχετικά με τις πωλήσεις και, όταν χρειάζεται, πληροφορίες σχετικά με τις παραπάνω αξιολογήσεις για την υποστήριξη της επανεξέτασης προϊόντων που πραγματοποιούνται από τους κατασκευαστές.

10. Όταν διαφορετικές επιχειρήσεις συνεργάζονται στη διανομή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, η ΑΕΠΕΥ με την άμεση σχέση με τον πελάτη θα έχει την τελική ευθύνη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων παρακολούθησης των προϊόντων οι οποίες ορίζονται στο παρόν άρθρο. Ωστόσο, οι ΑΕΠΕΥ, οι οποίες διαμεσολαβούν:
(α) διασφαλίζουν ότι οι σχετικές πληροφορίες για τα προϊόντα καταλήγουν από τον κατασκευαστή στον τελικό διανομέα της αλυσίδας,
(β) αν ο κατασκευαστής απαιτεί πληροφορίες σχετικά με τις πωλήσεις των προϊόντων, προκειμένου να συμμορφωθεί με τις δικές του υποχρεώσεις παρακολούθησης των προϊόντων, του παρέχουν τη δυνατότητα να τις αποκτήσει και
(γ) εφαρμόζουν υποχρεώσεις παρακολούθησης των προϊόντων για τους κατασκευαστές, στο βαθμό που είναι απαραίτητο, σε σχέση με την υπηρεσία που παρέχουν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΕΣ

Άρθρο 11 Αντιπαροχές
(Άρθρο 11 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


1. Οι ΑΕΠΕΥ, οι οποίες καταβάλλουν ή εισπράττουν οποιαδήποτε αμοιβή ή προμήθεια ή παρέχουν ή τους παρέχεται μη χρηματικό όφελος σε σχέση με την παροχή μιας επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας στον πελάτη διασφαλίζουν ότι πληρούνται ανά πάσα στιγμή όλοι οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 24 παράγραφος 9 του ν.4514/2018 και οι απαιτήσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5 της παρούσας απόφασης.

2. Μια αμοιβή, προμήθεια ή μη χρηματικό όφελος θεωρείται ότι έχουν σχεδιασθεί για τη βελτίωση της ποιότητας της εν λόγω υπηρεσίας προς τον πελάτη, εάν ισχύουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) δικαιολογείται από την παροχή πρόσθετης υπηρεσίας ή υπηρεσίας υψηλότερου επιπέδου στον σχετικό πελάτη, ανάλογης με το επίπεδο των αντιπαροχών που λαμβάνονται, όπως:
(αα) η παροχή επενδυτικών συμβουλών σε μη ανεξάρτητη βάση και η πρόσβαση σε ευρύ φάσμα κατάλληλων χρηματοπιστωτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένου ενός κατάλληλου αριθμού μέσων από τρίτους παρόχους προϊόντων που δεν έχουν στενούς δεσμούς με την ΑΕΠΕΥ,
(ββ) η παροχή επενδυτικών συμβουλών σε μη ανεξάρτητη βάση σε συνδυασμό: είτε με μια προσφορά προς τον πελάτη, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, για την αξιολόγηση της συνέχισης της καταλληλότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων στα οποία έχει επενδύσει ο πελάτης είτε με μια άλλη εν εξελίξει υπηρεσία που είναι πιθανό να έχει αξία για τον πελάτη, όπως η παροχή συμβουλών σχετικά με την προτεινόμενη βέλτιστη κατανομή περιουσιακών στοιχείων του ή
(γγ) η παροχή πρόσβασης, σε ανταγωνιστική τιμή, σε ευρύ φάσμα χρηματοπιστωτικών μέσων που είναι πιθανό να καλύψουν τις ανάγκες του πελάτη, συμπεριλαμβανομένου ενός κατάλληλου αριθμού μέσων από τρίτους παρόχους προϊόντων που δεν έχουν στενούς δεσμούς με την ΑΕΠΕΥ, σε συνδυασμό είτε i) με την παροχή εργαλείων προστιθέμενης αξίας, όπως εργαλεία αντικειμενικής πληροφόρησης, τα οποία βοηθούν τον συγκεκριμένο πελάτη να λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις ή επιτρέποντας στον συγκεκριμένο πελάτη να παρακολουθεί, να μοντελοποιεί και να προσαρμόζει το φάσμα των χρηματοπιστωτικών μέσων στα οποία έχει επενδύσει είτε ii) με την παροχή περιοδικών εκθέσεων των αποδόσεων, του κόστους και των χρεώσεων που σχετίζονται με τα χρηματοπιστωτικά μέσα,
(β) δεν ωφελεί άμεσα την επιχείρηση αποδέκτη, τους μετόχους της ή τους υπαλλήλους της, χωρίς απτό όφελος για τον συγκεκριμένο πελάτη,
(γ) δικαιολογείται από την παροχή ενός εν εξελίξει οφέλους στον συγκεκριμένο πελάτη σε σχέση με μια εν εξελίξει αντιπαροχή.
Μια αμοιβή, προμήθεια ή ένα μη χρηματικό όφελος δεν θεωρούνται αποδεκτά, εάν η παροχή των σχετικών υπηρεσιών προς τον πελάτη είναι μεροληπτική ή στρεβλωμένη, ως αποτέλεσμα της αμοιβής, της προμήθειας ή του μη χρηματικού οφέλους.

3. Οι ΑΕΠΕΥ συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 σε συνεχή βάση, για όσο χρόνο καταβάλλουν ή εισπράττουν την αμοιβή, την προμήθεια ή το μη χρηματικό όφελος.

4. Οι ΑΕΠΕΥ τηρούν αποδεικτικά στοιχεία ότι οποιαδήποτε αμοιβή, προμήθεια ή μη χρηματικό όφελος που καταβάλλεται ή εισπράττεται από την επιχείρηση έχουν σχεδιασθεί για τη βελτίωση της ποιότητας της εν λόγω υπηρεσίας προς τον πελάτη:
(α) τηρώντας εσωτερικό κατάλογο με όλες τις αμοιβές, τις προμήθειες και τα μη χρηματικά οφέλη που εισπράττει η ΑΕΠΕΥ από τρίτο σε σχέση με την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και
(β) Καταγράφοντας:
(αα) τον τρόπο με τον οποίο οι αμοιβές, οι προμήθειες και τα μη χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή εισπράττονται από την ΑΕΠΕΥ, ή που προτίθεται να χρησιμοποιήσει, βελτιώνουν την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στους συγκεκριμένους πελάτες και (ββ) τα μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να μην επηρεάζεται η υποχρέωσή της να ενεργεί με εντιμότητα, δίκαιο τρόπο και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της.

5. Σε σχέση με οποιαδήποτε πληρωμή ή όφελος που εισπράττεται ή καταβάλλεται σε τρίτους, οι ΑΕΠΕΥ γνωστοποιούν στον πελάτη τις ακόλουθες πληροφορίες:
(α) πριν από την παροχή της σχετικής επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας, η ΑΕΠΕΥ γνωστοποιεί στον πελάτη τις πληροφορίες σχετικά με την οικεία πληρωμή ή όφελος, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 9 δεύτερο εδάφιο του ν. 4514/2018. Τα ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη μπορεί να περιγράφονται με γενικό τρόπο. Άλλα μη χρηματικά οφέλη που εισπράττονται ή καταβάλλονται από την ΑΕΠΕΥ σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία που παρέχεται σε πελάτη τιμολογούνται και γνωστοποιούνται χωριστά,
(β) σε περίπτωση που μια ΑΕΠΕΥ δεν μπόρεσε να εξακριβώσει εκ των προτέρων το ποσό οποιασδήποτε πληρωμής ή οφέλους που πρόκειται να εισπραχθεί ή να καταβληθεί και αντ’αυτού γνωστοποίησε στον πελάτη τη μέθοδο υπολογισμού του εν λόγω ποσού, η επιχείρηση παρέχει επίσης στους πελάτες της πληροφορίες για το ακριβές ποσό της πληρωμής ή του οφέλους που εισπράχθηκε ή καταβλήθηκε εκ των υστέρων και
(γ) τουλάχιστον μία φορά ετησίως, για όσο διάστημα εξακολουθούν να εισπράττονται (εν εξελίξει) αντιπαροχές από την ΑΕΠΕΥ σε σχέση με τις επενδυτικές υπηρεσίες που παρέχονται στους σχετικούς πελάτες, η ΑΕΠΕΥ ενημερώνει τους πελάτες της σε ατομική βάση για το πραγματικό ποσό των πληρωμών ή των οφελών που εισπράττονται λαμβάνονται ή καταβάλλονται. Τα ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη μπορεί να περιγράφονται με γενικό τρόπο.
Κατά την εφαρμογή αυτών των απαιτήσεων, οι επιχειρήσεις επενδύσεων λαμβάνουν υπόψη τους κανόνες για το κόστος και τις χρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 24 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του ν. 4514/2018 και στο άρθρο 50 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2017/565 της Επιτροπής.
Όταν σε έναν δίαυλο διανομής συμμετέχουν πολλές ΑΕΠΕΥ, κάθε μία από αυτές, η οποία παρέχει μια επενδυτική ή παρεπόμενη υπηρεσία συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της να προβαίνει σε γνωστοποιήσεις προς τους πελάτες της.

Άρθρο 12
Αντιπαροχές σε σχέση με επενδυτικές συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση ή υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου
(Άρθρο 12 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


1. ΑΕΠΕΥ, οι οποίες παρέχουν επενδυτικές συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση ή υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου, επιστρέφουν στους πελάτες οποιεσδήποτε αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από κάθε τρίτο ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρέχονται στον εν λόγω πελάτη, το συντομότερο δυνατό μετά τη λήψη τους. Όλες οι αμοιβές, προμήθειες ή χρηματικά οφέλη που λαμβάνονται από τρίτους σε σχέση με την παροχή ανεξάρτητων επενδυτικών συμβουλών και διαχείρισης χαρτοφυλακίου μεταφέρονται εξ ολοκλήρου στον πελάτη.
Οι ΑΕΠΕΥ καταρτίζουν και εφαρμόζουν πολιτική για να διασφαλίζουν ότι οποιεσδήποτε αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από κάθε τρίτο ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου σε σχέση με την παροχή ανεξάρτητων επενδυτικών συμβουλών και διαχείρισης χαρτοφυλακίου κατανέμονται και μεταφέρονται σε κάθε μεμονωμένο πελάτη.
Οι ΑΕΠΕΥ ενημερώνουν τους πελάτες σχετικά με τις αμοιβές, τις προμήθειες ή οποιαδήποτε χρηματικά οφέλη που μεταφέρονται σε αυτές, όπως μέσω των περιοδικών ενημερώσεων που παρέχουν στον πελάτη.

2. Οι ΑΕΠΕΥ που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση ή διαχείριση χαρτοφυλακίου δεν δέχονται μη χρηματικά οφέλη που δεν αναγνωρίζονται ως αποδεκτά ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη, σύμφωνα με την παράγραφο 3.

3. Τα ακόλουθα αναγνωρίζονται ως αποδεκτά ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη:
(α) πληροφορίες ή υλικό τεκμηρίωσης σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο ή μια επενδυτική υπηρεσία, τα οποία είναι γενικής φύσεως ή εξατομικευμένα ώστε να αντικατοπτρίζουν τις συνθήκες ενός μεμονωμένου πελάτη,
(β) έγγραφο υλικό από τρίτο που ανατίθεται και πληρώνεται από εταιρικό εκδότη ή δυνητικό εκδότη για να προωθήσει μια νέα έκδοση από την εταιρεία, ή όταν η τρίτη επιχείρηση έχει οριστεί συμβατικά και πληρώνεται από τον εκδότη για την παραγωγή του εν λόγω υλικού σε διαρκή βάση, υπό την προϋπόθεση η σχέση να γνωστοποιείται με σαφήνεια στο υλικό και το υλικό να είναι διαθέσιμο ταυτόχρονα σε οποιαδήποτε ΑΕΠΕΥ επιθυμεί να το λάβει ή στο ευρύ κοινό,
(γ) συμμετοχή σε συνέδρια, σεμινάρια και άλλες εκπαιδευτικές εκδηλώσεις σχετικά με τα οφέλη και τα χαρακτηριστικά ενός συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου ή μιας επενδυτικής υπηρεσίας,
(δ) φιλοξενία εύλογης αξίας de minimis, όπως τρόφιμα και ποτά κατά τη διάρκεια μιας επιχειρηματικής συνάντησης ή ενός συνεδρίου, σεμιναρίου ή άλλων εκπαιδευτικών εκδηλώσεων που αναφέρονται στο σημείο (γ) και (ε) άλλα ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη τα οποία η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει ικανά να ενισχύσουν την ποιότητα της υπηρεσίας που παρέχεται σε πελάτη και, λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό ύψος των οφελών που παρέχονται από μια οντότητα ή ομάδα οντοτήτων, είναι τέτοιας κλίμακας και φύσης ώστε είναι απίθανο να εμποδίζουν τη συμμόρφωση με την υποχρέωση μιας ΑΕΠΕΥ να ενεργεί με τον βέλτιστο τρόπο για τα συμφέροντα του πελάτη.
Τα αποδεκτά ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη είναι εύλογα και αναλογικά και τέτοιας κλίμακας ώστε να μην μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά της ΑΕΠΕΥ με οποιονδήποτε τρόπο επιζήμιο για τα συμφέροντα του πελάτη, τον οποίο αφορούν, τρόπο.
Η γνωστοποίηση ήσσονος σημασίας μη χρηματικών οφελών πραγματοποιείται πριν από την παροχή των σχετικών επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 5 στοιχείο α), τα ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη μπορεί να περιγράφονται με γενικό τρόπο.

Άρθρο 13
Αντιπαροχές σε σχέση με την έρευνα
(Άρθρο 13 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


1. Η παροχή έρευνας από τρίτους σε ΑΕΠΕΥ οι οποίες παρέχουν την υπηρεσία διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή άλλες επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες δεν θεωρείται αντιπαροχή, αν λαμβάνεται ως αντάλλαγμα για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
(α) άμεσες πληρωμές από την ΑΕΠΕΥ από τους ιδίους πόρους της
(β) πληρωμές από χωριστό λογαριασμό πληρωμών έρευνας που ελέγχεται από την ΑΕΠΕΥ, υπό τον όρο να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις που αφορούν τη λειτουργία του λογαριασμού:
(αα) ο λογαριασμός πληρωμών έρευνας χρηματοδοτείται από μια ειδική χρέωση έρευνας στον πελάτη,
(ββ) στο πλαίσιο της δημιουργίας ενός λογαριασμού πληρωμών έρευνας και της συμφωνίας με τους πελάτες τους για τη χρέωση έρευνας, οι ΑΕΠΕΥ καταρτίζουν και αξιολογούν τακτικά έναν προϋπολογισμό έρευνας ως εσωτερική διοικητική διαδικασία,
(γγ) η ΑΕΠΕΥ είναι υπεύθυνη για τον λογαριασμό πληρωμών έρευνας,
(δδ) η ΑΕΠΕΥ αξιολογεί τακτικά την ποιότητα της έρευνας που αγοράζει, βάσει αξιόπιστων κριτηρίων ποιότητας και της ικανότητάς της να συμβάλλει στην καλύτερη λήψη επενδυτικών αποφάσεων.
Όσον αφορά το στοιχείο (β) του πρώτου εδαφίου, όταν μια ΑΕΠΕΥ κάνει χρήση του λογαριασμού πληρωμών έρευνας, παρέχει τις ακόλουθες πληροφορίες στους πελάτες:
(α) πριν από την παροχή μιας επενδυτικής υπηρεσίας προς τους πελάτες, πληροφορίες σε σχέση με το ποσό του προϋπολογισμού για την έρευνα και το ποσό της εκτιμώμενης χρέωσης έρευνας για καθέναν από αυτούς, (β) ετήσιες πληροφορίες σχετικά με το συνολικό κόστος με το οποίο έχει επιβαρυνθεί καθένας από αυτούς για έρευνα από τρίτους.

2. Όταν μια ΑΕΠΕΥ τηρεί λογαριασμό πληρωμών έρευνας, κατόπιν αιτήματος των πελατών της ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, παρέχει περίληψη των παρόχων που πληρώνονται από αυτόν το λογαριασμό, το συνολικό ποσό που εισέπραξαν κατά τη διάρκεια μιας καθορισμένης περιόδου, τα οφέλη και τις υπηρεσίες που λαμβάνει η ΑΕΠΕΥ, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο το συνολικό ποσό που δαπανάται από το λογαριασμό συγκρίνεται με τον προϋπολογισμό που ορίζεται από την επιχείρηση για την εν λόγω περίοδο, σημειώνοντας οποιαδήποτε έκπτωση ή μεταφορά, αν παραμείνουν υπολειμματικά κεφάλαια στο λογαριασμό. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β) σημείο αα), η ειδική επιβάρυνση έρευνας:
(α) βασίζεται μόνο στον προϋπολογισμό έρευνας που καταρτίζεται από την ΑΕΠΕΥ για τον καθορισμό της ανάγκης για έρευνα τρίτου σε σχέση με τις επενδυτικές υπηρεσίες που παρέχονται στους πελάτες της και
(β) δεν συνδέεται με τον όγκο ή/και την αξία των συναλλαγών που εκτελούνται για λογαριασμό των πελατών.

3. Κάθε επιχειρησιακή ρύθμιση για την είσπραξη της χρέωσης έρευνας του πελάτη, όταν δεν εισπράττεται χωριστά, αλλά μαζί με την προμήθεια συναλλαγής, αναφέρει διακριτά τη χρέωση έρευνας και συμμορφώνεται πλήρως με τους όρους της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και της παραγράφου 1 δεύτερο εδάφιο.

4. Το συνολικό ποσό των χρεώσεων έρευνας που εισπράττεται δεν μπορεί να υπερβαίνει τον προϋπολογισμό για την έρευνα.

5. Η ΑΕΠΕΥ συμφωνεί με τους πελάτες, κατά τη συμφωνία διαχείρισης επενδύσεων της επιχείρησης ή στους γενικούς όρους συναλλαγών, τη χρέωση έρευνας, όπως έχει προϋπολογιστεί από την επιχείρηση και τη συχνότητα με την οποία η συγκεκριμένη χρέωση έρευνας θα αφαιρείται από τα διαθέσιμα του πελάτη εντός του έτους. Οι αυξήσεις στον προϋπολογισμό για την έρευνα πραγματοποιούνται μόνο μετά την παροχή σαφούς ενημέρωσης προς τους πελάτες για τις εν λόγω σχεδιαζόμενες αυξήσεις. Εάν υπάρχει πλεόνασμα στον λογαριασμό πληρωμών έρευνας στο τέλος μιας περιόδου, η επιχείρηση διαθέτει διαδικασία για την επιστροφή των εν λόγω κεφαλαίων στον πελάτη ή για τον συμψηφισμό τους με τον προϋπολογισμό για την έρευνα και τη χρέωση που υπολογίζεται για την επόμενη περίοδο.

6. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, εδάφιο πρώτο, στοιχείο β), σημείο ββ), η διαχείριση του προϋπολογισμού για την έρευνα γίνεται αποκλειστικά από την ΑΕΠΕΥ και βασίζεται σε μια εύλογη αξιολόγηση της ανάγκης για έρευνα από τρίτους. Η κατανομή του προϋπολογισμού για την έρευνα για την αγορά έρευνας από τρίτους υπόκειται σε κατάλληλους ελέγχους και εποπτεία από τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη, για να διασφαλιστεί ότι η διαχείριση και η χρήση του γίνονται για να βελτιστοποιηθεί το συμφέρον των πελατών της επιχείρησης. Οι εν λόγω έλεγχοι περιλαμβάνουν μια σαφή διαδρομή ελέγχου των πληρωμών προς τους παρόχους της έρευνας και τον τρόπο προσδιορισμού των καταβαλλόμενων ποσών σε σχέση με τα κριτήρια ποιότητας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) σημείο δδ). Οι ΑΕΠΕΥ δεν χρησιμοποιούν τον προϋπολογισμό για την έρευνα και τον λογαριασμό πληρωμών έρευνας για τη χρηματοδότηση της εσωτερικής έρευνας.

7. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β) σημείο γγ) η ΑΕΠΕΥ δύναται να αναθέσει σε τρίτο τη διαχείριση του λογαριασμού πληρωμών έρευνας, υπό την προϋπόθεση η ρύθμιση να διευκολύνει την αγορά έρευνας από τρίτους και τις πληρωμές σε παρόχους έρευνας εξ ονόματος της ΑΕΠΕΥ, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σύμφωνα με τις οδηγίες της ΑΕΠΕΥ.

8. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β) σημείο δδ), οι ΑΕΠΕΥ καταρτίζουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία σε μια γραπτή πολιτική και την παρέχουν στους πελάτες τους. Εξετάζουν επίσης το βαθμό στον οποίο η έρευνα που αγοράζεται μέσω του λογαριασμού πληρωμών έρευνας μπορεί να ωφελήσει τα χαρτοφυλάκια των πελατών, λαμβάνοντας επίσης υπόψη, κατά περίπτωση, τις επενδυτικές στρατηγικές που εφαρμόζονται σε διάφορους τύπους χαρτοφυλακίων, καθώς και την προσέγγιση που θα υιοθετούν οι ΑΕΠΕΥ για να κατανέμουν δίκαια το εν λόγω κόστος στα χαρτοφυλάκια των διαφόρων πελατών.

9. Μια ΑΕΠΕΥ που παρέχει υπηρεσίες εκτέλεσης προσδιορίζει χωριστές χρεώσεις για τις εν λόγω υπηρεσίες, οι οποίες αντικατοπτρίζουν μόνο το κόστος εκτέλεσης της συναλλαγής. Η παροχή κάθε άλλου οφέλους ή υπηρεσίας από την ίδια ΑΕΠΕΥ σε επιχειρήσεις επενδύσεων, εγκατεστημένες στην Ένωση υπόκειται σε χωριστή αναγνωρίσιμη χρέωση η προμήθεια και οι χρεώσεις για τα εν λόγω οφέλη ή υπηρεσίες δεν επηρεάζονται ή εξαρτώνται από τα επίπεδα των πληρωμών για τις υπηρεσίες εκτέλεσης.

Άρθρο 14 Έναρξη ισχύος
(Άρθρο 14 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας 2017/593/ΕΕ)


1. Η απόφαση αυτή ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο Α΄ Αντιπρόεδρος
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο