Δημοσιεύθηκε στις : [ 03-12-2004 ]

ΠΟΛ.1128/3.12.2004 Παροχή πρόσθετων οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων (άρθρα 1 - 11) του N. 3259/2004 και του άρθρου 56 του N. 3283/2004 που αναφέρονται στην περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων.(Aρ. Πρ: 1097938/6264/ΔΕ-Β)

(Παροχή πρόσθετων οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων (άρθρα 1 - 11) του N. 3259/2004 και του άρθρου 56 του N. 3283/2004 που αναφέρονται στην περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων.(Aρ. Πρ: 1097938/6264/ΔΕ-Β))

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα, 3 Δεκεμβρίου 2004
Αριθμ.Πρωτ.: 1097938/6264/ΔΕ-ΒΆ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ
Δ/ΝΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ
ΤΜΗΜΑ ΒΆ

ΠΟΛ.: 1128

ΘΕΜΑ: Παροχή πρόσθετων οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων (άρθρα 1 - 11) του ν.3259/2004 και του άρθρου 56 του ν.3283/2004 που αναφέρονται στην περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων.


Α. ΓΕΝΙΚΑ

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου 56 του N. 3283/2004 που αναφέρονται στην περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων βάσει του N. 3259/2004 (άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τον παραπάνω νόμο.

Β. ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΕΡΑΙΩΣΗΣ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Σε συνέχεια των αρ. πρωτ. 1068824/5195/ΔΕ-Β΄/ και 1089871/5979/ΔΕ-Β΄/ εγκυκλίων διαταγών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών με τις οποίες δόθηκαν οδηγίες για την εφαρμογή των άρθρων άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 του N. 3259/2004, μετά τη συμπλήρωση - τροποποίηση αυτών με τις διατάξεις του άρθρου 56 του N. 3283/2004, παρέχουμε κατ΄ άρθρο τις παρακάτω πρόσθετες διευκρινίσεις:


Αρθρο 1
Εισαγωγή

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν χρειάζονται περαιτέρω διευκρινίσεις.

Αρθρο 2
Βασικές Έννοιες

1. Μοναδικός Συντελεστής Καθαρών Κερδών (Μ.Σ.Κ.Κ.)

Μοναδικός Συντελεστής Καθαρών Κερδών θεωρείται ο συντελεστής καθαρού κέρδους που προβλέπεται από τους πίνακες συντελεστών καθαρού κέρδους που ισχύουν, χωρίς να υπολογίζεται οποιαδήποτε μείωση αυτών (νέες επιχειρήσεις, επιχειρήσεις σε σεισμόπληκτες περιοχές κλπ.). Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συγκεκριμένος μοναδικός συντελεστής για το ασκούμενο επάγγελμα, λαμβάνεται ο μέσος όρος των συντελεστών της κατηγορίας του πίνακα, στην οποία κατηγορία ανήκει το επάγγελμα αυτό. Στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχουν ακαθάριστα έσοδα με περισσότερους του ενός μοναδικούς συντελεστές καθαρού κέρδους, τότε ως μοναδικός συντελεστής λαμβάνεται ο μεσοσταθμικός συντελεστής καθαρού κέρδους ο οποίος θα προκύψει από τη σχέση των συνολικών καθαρών κερδών των επί μέρους υπολογισμών (ακαθάριστα έσοδα επί μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους) δια του συνολικού ποσού των ακαθάριστων εσόδων επί εκατό (100).

Ακόμα, αν υπάρχουν πολλές δραστηριότητες και για κάποια απ΄ αυτές δεν ορίζεται Μ.Σ.Κ.Κ. θα χρησιμοποιείται για την δραστηριότητα αυτή ο μέσος όρος των συντελεστών της κατηγορίας του πίνακα στην οποία ανήκει η δραστηριότητα αυτή και στη συνέχεια θα υπολογίζεται ο μεσοσταθμικός συντελεστής καθαρού κέρδους.

Προκειμένου για μικτές επιχειρήσεις, για τον υπολογισμό του Μέσου Σταθμικού Συντελεστή ως Καθαρά Κέρδη του κλάδου παροχής υπηρεσιών λαμβάνονται αυτά που προκύπτουν από τον πολλαπλασιασμό των ακαθαρίστων εσόδων, αμοιβών, της παροχής υπηρεσιών επί τον αντίστοιχο Μ.Σ.Κ.Κ. αυτών και όχι τα δηλούμενα καθαρά κέρδη που προέκυψαν λογιστικά.

Στις περιπτώσεις αρχιτεκτόνων μηχανικών και τεχνικών επιχειρήσεων άρθρου 34 N. 2238/1994 , οι οποίοι δήλωσαν προσαυξημένο συντελεστή καθαρού κέρδους λόγω προφανούς δυσαναλογίας δαπανών θα λαμβάνεται ο προσαυξημένος συντελεστής που οι ίδιοι δήλώσαν.

Ακόμα στις περιπτώσεις αρχιτεκτόνων μηχανικών που έχουν συστήσει εταιρείες Ε.Π.Ε. ή Α.Ε. και έχουν ως αντικείμενο εργασιών σύνταξη μελετών, ως Μ.Σ.Κ.Κ. λαμβάνεται ο συντελεστής του αντίστοιχου επαγγέλματος (άρθρο 48 N. 2238/1994).

Για περιπτώσεις επιχειρήσεων με Γ΄ κατηγορίας βιβλία που από τον φάκελο δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί μεσοσταθμικός συντελεστής θα λαμβάνεται ο συντελεστής του κυρίως ασκούμενου επαγγέλματος για όλα τα έσοδα και όχι αυτός που τυχόν έχει αναγραφεί.

Επίσης, για εστιατόρια κατηγοριών Α΄ και κατωτέρων (ΚΩΔ. 9011) δεν εφαρμόζεται ο συντελεστής 10% μετά την 11.05.1992.

Για τις επιχειρήσεις παραγωγής προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών σε πακέτο και πώλησης αυτών, ως Μ.Σ.Κ.Κ. θα λαμβάνεται ο μέσος όρος της 2ης κατηγορίας που είναι 13%, ενώ για τις επιχειρήσεις προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών κατόπιν παραγγελίας ο μέσος όρος της 8ης κατηγορίας που είναι 32%.

2. Δηλούμενα ακαθάριστα έσοδα

Δηλούμενα ακαθάριστα έσοδα θεωρούνται αυτά που προκύπτουν από το έντυπο Ε3 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος αρχικής εμπρόθεσμης, εκπρόθεσμης και τυχόν συμπληρωματικής, που υποβλήθηκαν μέχρι 31-12-2003, μετά την αφαίρεση:

α) Εσόδων από συμμετοχές σε άλλες επιχειρήσεις

β) Εσόδων από μισθώματα ακινήτων

Στα ακαθάριστα έσοδα συνυπολογίζονται τα πάσης φύσεως έσοδα, χωρίς να εξετάζεται η προέλευσή τους. Έτσι λαμβάνονται υπόψη και συνυπολογίζονται αμοιβές, προμήθειες, επιδοτήσεις, επιχορηγήσεις, πωλήσεις παγίων, ιδιοπαραγωγή παγίων, πωλήσεις μετοχών και οποιαδήποτε άλλα έσοδα.

Διευκρινίζεται ακόμα ότι στα ακαθάριστα έσοδα δεν υπολογίζονται τα ακαθάριστα έσοδα από πωλήσεις για λογαριασμό τρίτων, αλλά μόνο η προμήθεια που λαμβάνει η επιχείρηση από τη δραστηριότητα αυτή.

Στις περιπτώσεις όπου μετά από τακτικό έλεγχο έγινε προσφυγή στα Διοικητικά Δικαστήρια, συζητήθηκε η υπόθεση αλλά δεν έχει εκδοθεί ακόμα η απόφαση, ως ακαθάριστα έσοδα θα ληφθούν αυτά που θα προσδιορισθούν με την έκδοση της Πρωτόδικης Απόφασης.

Επίσης στις περιπτώσεις που ο ανάδοχος του έργου εισφέρει το έργο σε εταιρεία � κοινοπραξία που συμμετέχει (άρθρο 34 παρ. 3 περίπτωση α N. 2238/1994) τα ακαθάριστα έσοδα της εισφοράς δεν θα λαμβάνονται υπόψη ως έσοδο του αναδόχου, εφόσον έχει γίνει διαχωρισμός αυτών στους οικείους πίνακες του Ε3 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ή στις σημειώσεις του φορολογούμενου της δήλωσης αυτής.

Στις περιπτώσεις επιχειρήσεων με πολλές δραστηριότητες από τις οποίες κάποιες υπάγονται στην περαίωση και κάποιες δεν υπάγονται, ως δηλούμενα ακαθάριστα έσοδα θα λαμβάνονται τα έσοδα από τις δραστηριότητες που υπάγονται στην περαίωση.

Σημειώνεται ακόμα ότι για τις υποθέσεις της περίπτωσης δ του άρθρου 3 του N. 3259/2004, όπως προστέθηκε και ισχύει με την παράγραφο 3 του άρθρου 56 του N. 3283/2004 δηλούμενα ακαθάριστα έσοδα θεωρούνται, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου και νόμου, αυτά που έχουν προσδιορισθεί με την οριστική περαίωση.

Ακόμα, ως ακαθάριστα έσοδα στις περιπτώσεις επιχειρήσεων του κλάδου Ελληνικής Ποτοποιίας θεωρούνται αυτά που δηλώνονται στο Ε3 και όχι τα αντίστοιχα της εκκαθαριστικής δήλωσης Φ.Π.Α. στην οποία εμπεριέχεται ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης.


3. Αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη

Αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη αποτελεί η διαφορά που προκύπτει μεταξύ των δηλωθέντων ακαθαρίστων εσόδων και των ακαθαρίστων εσόδων που έχουν προσδιορισθεί είτε με την έκθεση ελέγχου είτε με το ειδικό σημείωμα ελέγχου της Απόφασης Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1144/1998, εφόσον φυσικά έχουν κοινοποιηθεί στην επιχείρηση μέχρι και την 15η Ιουλίου 2004 και δεν έχει επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς, έστω και αν η διαφορά των ακαθαρίστων εσόδων οφείλεται στη μη ύπαρξη συνάφειας.

Όταν δεν έχει κοινοποιηθεί στην επιχείρηση έκθεση ελέγχου φόρου εισοδήματος ή ειδικό σημείωμα ελέγχου ΠΟΛ.1144/1998, αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη αποτελεί το ποσό που προκύπτει από τη συνταχθείσα έκθεση ελέγχου ή ειδικό σημείωμα ελέγχου ΠΟΛ.1144/1998 τα οποία έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία της ελεγκτικής αρχής μέχρι 15-07-2004, ή από απόφαση επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. ή από Δελτίο Πληροφοριών της αρμόδιας ή άλλης Δ.Ο.Υ. ή του Σ.Δ.Ο.Ε. ή άλλης αρχής και αφορά:

αα) την απόκρυψη ποσού εσόδων ή αγορών (εμπορεύσιμων ή πάγιων περιουσιακών στοιχείων), από παράλειψη έκδοσης ή λήψης φορολογικού στοιχείου

ββ) την απόκρυψη ποσού εσόδων ή αγορών από έκδοση ή λήψη ανακριβούς ως προς την αξία φορολογικού στοιχείου

γγ) την έκδοση πλαστού ή εικονικού φορολογικού στοιχείου ή τη λήψη εικονικού φορολογικού στοιχείου για πώληση, αγορά ή δαπάνη.

Αν για κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις διενεργήθηκε προσωρινός έλεγχος Φ.Π.Α., εκδόθηκε πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. και επήλθε διοικητική επίλυση της διαφοράς, τότε για τις ανάγκες του παρόντος κεφαλαίου η περίπτωση αυτή θεωρείται μόνο ως παράβαση Κ.Β.Σ. σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση 5 του παρόντος άρθρου.

Σημειώνεται επίσης ότι στις περιπτώσεις τεχνικών επιχειρήσεων η λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων αποτελεί αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη.

4. Δηλούμενα καθαρά κέρδη

Δηλούμενα καθαρά κέρδη είναι αυτά που έχουν δηλωθεί στο έντυπο Ε1 ή Ε5 (φορολογητέα κέρδη πριν την αφαίρεση της επιχειρηματικής αμοιβής) της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για τις επιχειρήσεις που τήρησαν βιβλία Α΄ και Β΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., για δε τους τηρήσαντες βιβλία Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά την προσθήκη ή αφαίρεση λογιστικών διαφορών στη δήλωση φόρου εισοδήματος.

Η μεταφερόμενη ζημιά παρελθουσών χρήσεων δεν εμφανίζεται στο απογραφικό. Στο απογραφικό εμφανίζεται το κέρδος ή η ζημιά της υπαγόμενης χρήσης.

Σημειώνεται ακόμα ότι για τις υποθέσεις της περίπτωσης δ του άρθρου 3 του N. 3259/2004, όπως προστέθηκε και ισχύει με την παράγραφο 3 του άρθρου 56 του N. 3283/2004 δηλούμενα καθαρά κέρδη θεωρούνται, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου και νόμου, αυτά που έχουν προσδιοριστεί με την οριστική περαίωση.

5. Παραβάσεις Κ.Β.Σ.

Παραβάσεις Κ.Β.Σ. που επαυξάνουν το συντελεστή φόρου και όχι τα ακαθάριστα έσοδα είναι οι εξής:

α) Μη τήρηση ή μη διαφύλαξη οιουδήποτε θεωρημένου βιβλίου Κ.Β.Σ. είτε βασικού είτε πρόσθετου.

β) Μη επίδειξη των θεωρημένων Βιβλίων στον Τακτικό ή Προληπτικό Έλεγχο.

γ) Ανακριβής τήρηση Βιβλίων ως προς τα έσοδα ή μη καταχώρηση εσόδων.

δ) Ανακριβής τήρηση Βιβλίων ως προς τις Αγορές ή μη καταχώρηση αγορών.

ε) Ανακριβής τήρηση Πρόσθετων Βιβλίων ή μη καταχώρηση δεδομένων που επηρεάζουν τα έσοδα ή τις αγορές.

στ) Τήρηση Βιβλίων κατώτερης της προβλεπόμενης από τον Κ.Β.Σ. Κατηγορίας.

ζ) Ανακρίβεια Απογραφής ως προς την ποσότητα ή την αξία.

η) Μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση στοιχείου του Κ.Β.Σ. ή υπουργικών αποφάσεων.

θ) Έκδοση αθεώρητου στοιχείου Κ.Β.Σ. μη καταχωρημένου στα Βιβλία.

ι) Μη διαφύλαξη εκδοθέντος ή ληφθέντος φορολογικού στοιχείου.

ια)Έκδοση πλαστού ή εικονικού φορολογικού στοιχείου ή νόθευση φορολογικού στοιχείου.

ιβ) Λήψη εικονικού φορολογικού στοιχείου.

ιγ) Καταχώρηση στα Βιβλία ανύπαρκτων αγορών ή εξόδων.

ιδ)Έκδοση ή σήμανση στοιχείου από μη νόμιμο φορολογικό μηχανισμό μη καταχωρημένου στα Βιβλία .

ιε) Μη αναγραφή του είδους των αγαθών.

ιστ) Μη σύνταξη Απογραφής ή Ισολογισμού.

Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του N. 3259/2004 δεν προβλέπεται από καμία διάταξη του νόμου οποιαδήποτε συσχέτιση με τις διατάξεις του άρθρου 30 του Π.Δ. 186/92 που αναφέρονται στο κύρος και την αποδεικτική δύναμη των βιβλίων και στοιχείων.

Σημειώνεται ότι παράβαση για έλλειμμα ή πλεόνασμα ταμείου εντάσσεται στις περιπτώσεις (γ, δ) της παρούσας παραγράφου και αποτελεί αποκρυβείσα αξία, ενώ παράβαση για μη επίδειξη προς καταμέτρηση του υπολοίπου του ταμείου δεν αποτελεί αποκρυβείσα αξία ούτε επαυξάνει τον συντελεστή φόρου.

Επίσης στις περιπτώσεις παράβασης της μη σύνταξης απογραφής ο συντελεστής φόρου επαυξάνεται τόσο για τη χρήση που αφορά την απογραφή λήξης όσο και για τη χρήση που αφορά την απογραφή έναρξης.

Αρθρο 3
Υπαγόμενες Υποθέσεις

Στη ρύθμιση όπως αυτή καθορίζεται από τα άρθρα 1 έως και 11 του νόμου, υπάγονται οι εκκρεμείς υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογικών αντικειμένων επιτηδευματιών οι οποίες αφορούν διαχειριστικές περιόδους που έκλεισαν μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου του έτους 2002.

Με τον όρο εκκρεμής υπόθεση φορολογίας εισοδήματος εννοούμε κάθε μία δήλωση φορολογίας εισοδήματος ή δήλωση αποτελεσμάτων. Το ίδιο ισχύει ανάλογα και για τον όρο εκκρεμείς υποθέσεις λοιπών φορολογικών αντικειμένων.

Με τον όρο εκκρεμείς υποθέσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση νοούνται εκείνες που μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης 15.07.2004 του N. 3259/2004:

α) Δεν είχε αρχίσει ο έλεγχος ή είχε αρχίσει και δεν είχε περατωθεί.

β) Είχε εκδοθεί φύλλο ελέγχου ή πράξη Αποτελεσμάτων, αλλά δεν είχε οριστικοποιηθεί.

γ) Εκκρεμούν στα Διοικητικά Δικαστήρια Α΄ και Β΄ βαθμού δικαιοδοσίας και δεν έχουν συζητηθεί στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

δ) Ακόμα σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 56 του N. 3283/2004 θεωρούνται εκκρεμείς και υπάγονται στην ρύθμιση και οι υποθέσεις που έχουν περαιωθεί οριστικά για τις οποίες μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του N. 3259/2004 :

αα) Έχει διενεργηθεί έλεγχος και έχουν εκδοθεί συμπληρωματικά φύλλα ελέγχου ή πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων ή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), τα οποία είτε δεν έχουν οριστικοποιηθεί είτε εκκρεμούν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ή Διοικητικού Εφετείου και δεν έχουν συζητηθεί στο ακροατήριο του Εφετείου.

ββ) Υπάρχουν γι΄ αυτές στις Δ.Ο.Υ. Δελτία Πληροφοριών ή Αποφάσεις Επιβολής Προστίμου Κ.Β.Σ. για συμπληρωματικά στοιχεία με βάση τα οποία δεν έχει διενεργηθεί ακόμα έλεγχος.

Υπάγονται στη ρύθμιση και οι υποθέσεις που έχουν συζητηθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο και δεν έχει εκδοθεί η Απόφαση του Πρωτοδικείου ή όσες έχει εκδοθεί η Απόφαση του Πρωτοδικείου και δεν έχει ασκηθεί έφεση επειδή δεν έχει παρέλθει ακόμα η προθεσμία.

Σημειώνεται ότι στη ρύθμιση υπάγονται και οι επιχειρήσεις των οποίων ο έλεγχος έχει ανατεθεί σε ελεγκτική υπηρεσία εφόσον συντρέχουν και οι προϋποθέσεις των άρθρων 1 - 11 του N. 3259/2004 όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 56 του N. 3283/2004.

Επισημαίνεται ότι για να περαιωθούν εκκρεμείς υποθέσεις λοιπών φορολογικών αντικειμένων απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάγεται στη ρύθμιση αντίστοιχα η υπόθεση φορολογίας εισοδήματος.

Επίσης, στην περαίωση των άρθρων άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 του N. 3259/2004 υπάγονται και οι επιχειρήσεις που βρίσκονται σε αδράνεια ή δεν δηλώνουν έσοδα (π.χ. ξενοδοχειακή μονάδα υπό κατασκευή) ή Νομικά Πρόσωπα που τελούν υπό εκκαθάριση μέχρι την ημερομηνία της εκκαθάρισης.


Άρθρο 4
Εξαιρούμενες Υποθέσεις

Από τις υποθέσεις του προηγούμενου άρθρου 3 εξαιρούνται και δεν υπάγονται στη ρύθμιση:

α) Οι υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει υποβληθεί μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου του έτους 2003 εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη αρχική δήλωση φόρου εισοδήματος ή εκκαθαριστική δήλωση Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, για κάποια από τις ανέλεγκτες χρήσεις.

Διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης φόρου εισοδήματος ή εκκαθαριστικής δήλωσης Φ.Π.Α. σε ενδιάμεση χρήση, της ρύθμισης εξαιρείται η συγκεκριμένη χρήση και οι επόμενες αυτής. Οι προηγούμενες της χρήσης αυτής διαχειριστικές περίοδοι (εφόσον υπάρχουν σε εκκρεμότητα) μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση και να περαιωθούν.

β) Οι υποθέσεις επιτηδευματιών φυσικών προσώπων με εισοδήματα από γεωργικές επιχειρήσεις για τις οποίες είτε δεν έχουν τηρηθεί βιβλία είτε έχουν τηρηθεί βιβλία του Κ.Β.Σ. αλλά κατηγορίας κατώτερης της τρίτης και μόνον όσον αφορά τα συγκεκριμένα εισοδήματα.

γ) Οι υποθέσεις για τις οποίες έχει υποβληθεί συμπληρωματική δήλωση σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του N. 2753/1999 (δήλωση συνάφειας) μέχρι και 31 Δεκεμβρίου 2003 με εξαίρεση τις ανέλεγκτες χρήσεις που προηγούνται ή έπονται των χρήσεων αυτών. Στην περίπτωση που οι ανωτέρω συμπληρωματικές δηλώσεις υποβλήθηκαν μετά την 31 Δεκεμβρίου 2003, δεν εξαιρούνται της παρούσης ρύθμισης και δύνανται να περαιωθούν.

Διευκρινίζεται ότι αν υποβλήθηκε δήλωση συνάφειας για το εισόδημα και δεν προέκυπτε φόρος για καταβολή στο Φ.Π.Α. με αποτέλεσμα να μην υποβληθεί δήλωση για το Φ.Π.Α., οι υποθέσεις αυτές εξαιρούνται και δεν υπάγονται στη ρύθμιση.

Ακόμα δεν υπάγεται στη ρύθμιση υπόθεση φορολογίας εισοδήματος με αντικείμενο εργασιών εκμετάλλευση περιπτέρου από ανάπηρο.

Επίσης δεν υπάγονται στη ρύθμιση και οι υποθέσεις διαχειριστικών περιόδων 1998 � 2002 εάν για κάποια χρήση πριν το 1998 δεν είχε υποβληθεί δήλωση φορολογίας εισοδήματος και δεν έχει παραγραφεί το δικαίωμα του Δημοσίου γι΄ αυτή τη χρήση.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 36 του Π.Δ. 186/92 επιτρέπεται η κατάσχεση των βιβλίων και στοιχείων που τηρούνται με βάση τις διατάξεις του Κ.Β.Σ. στις περιπτώσεις που κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου διαπιστωθεί η ύπαρξη βιβλίων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων που σχετίζονται με τον έλεγχο από τα οποία είναι ενδεχόμενο να προκύπτει απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Στις περιπτώσεις αυτές η υπόθεση εξαιρείται της ρύθμισης των άρθρων άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 του N. 3259/2004. Σε κάθε άλλη περίπτωση κατάσχεσης μόνο επίσημων βιβλίων � στοιχείων η υπόθεση δεν εξαιρείται της περαίωσης.

Διευκρινίζεται ότι ως ακαθάριστα έσοδα προσδιοριστικό των τριών (3) δις. δρχ. ή οκτώ εκατομμυρίων οκτακοσίων τεσσάρων χιλιάδων (8.804.000) ευρώ είναι τα πάσης φύσεως έσοδα χωρίς να εξετάζεται η προέλευσή τους, όπως αναφέρονται και στην παρ. 2 του άρθρου 2 της παρούσας εγκυκλίου.

Ακόμα δεν υπάγονται στη ρύθμιση υποθέσεις φορολογίας πλοίων, ακίνητης περιουσίας, μεγάλης ακίνητης περιουσίας, μεταβίβασης ακινήτων και κληρονομιών � δωρεών � προικών � γονικών παροχών.

Αρθρο 5
Προϋποθέσεις και αποτελέσματα περαίωσης

Ο ενδιαφερόμενος αποδέχεται τη βεβαίωση και καταβολή της συνολικής οφειλής φόρου που προκύπτει από το ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ, χωρίς να συμψηφίζεται ή να εκπίπτεται ο φόρος που βεβαιώθηκε με βάση τις οικείες δηλώσεις που υποβλήθηκαν ή τα ποσά κύριου, πρόσθετου φόρου και προστίμου που βεβαιώθηκαν με βάση Απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου.

Αντίθετα συμψηφίζεται το συνολικό ποσό της προβεβαίωσης λόγω άσκησης προσφυγής των χρήσεων που υπάγονται στη ρύθμιση με το ποσό του Εκκαθαριστικού Σημειώματος και του τυχόν προστίμου Κ.Β.Σ. εφόσον δεν υπάρχει αναστολή εκτέλεσης του ποσού της προβεβαίωσης. Διευκρινίζεται ακόμα ότι συμψηφίζεται και το ποσό της προβεβαίωσης πράξεων επιβολής προστίμων που διαγράφονται κατά τη διαδικασία της περαίωσης.

Αν το συνολικό ποσό της προβεβαίωσης λόγω προσφυγής είναι μεγαλύτερο από το ποσό του Εκκαθαριστικού Σημειώματος και του τυχόν προστίμου Κ.Β.Σ., τότε η επιπλέον διαφορά δεν επιστρέφεται.

Τα ποσά της προβεβαίωσης καταβάλλονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις (φορολογίας εισοδήματος, Φ.Π.Α.) και το υπόλοιπο, μετά το συμψηφισμό, ποσό καταβάλλεται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 9, 10 και 11 του N. 3259/2004.

Τέλος, σε περίπτωση αναστολής είσπραξης του ποσού της προβεβαίωσης μετά από απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου το ποσό αυτό της προβεβαίωσης δεν συμψηφίζεται με το συνολικό ποσό φόρου που προκύπτει από το Εκκαθαριστικό Σημείωμα, αλλά μετά την περαίωση της υπόθεσης και το έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. προς το αντίστοιχο Δικαστήριο για την κατάργηση της δίκης θα συντάσσεται ΤΑΦΕ για το ποσό που έχει ανασταλεί η είσπραξη από την αρμόδια υπηρεσία η οποία έχει βεβαιώσει το ποσό αυτό.

Άρθρο 6
Περαίωση υποθέσεων φορολογίας εισοδήματος

1. Η περαίωση κάθε μιας εκκρεμούς υπόθεσης φορολογίας εισοδήματος, πραγματοποιείται με την αποδοχή από τον ενδιαφερόμενο της βεβαίωσης του επί πλέον φόρου που προκύπτει σύμφωνα με τον τρόπο υπολογισμού του N. 3259/2004, πέραν του φόρου που τυχόν έχει βεβαιωθεί με βάση τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος ή με φύλλο ελέγχου ή πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων ή απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Δυνατότητα συμψηφισμού βεβαιωτέου και ήδη βεβαιωθέντος φόρου παρέχεται μόνο στην περίπτωση της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του N. 3259/2004.

2. Ο επιπλέον αυτός φόρος υπολογίζεται ως εξής για τον επιτηδευματία που δεν τήρησε βιβλία ή τήρησε βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ.

Τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα πολλαπλασιάζονται με συντελεστή λογιστικών διαφορών δύο τοις εκατό (2%) για όλα τα επαγγέλματα, με εξαίρεση τα παρακάτω για τα οποία τα δηλούμενα ακαθάριστα έσοδα πολλαπλασιάζονται με συντελεστή λογιστικών διαφορών μηδέν κόμμα επτά τοις εκατό (0,7%) :

Κ.Α. 4214: Έμπορος (πρατήριο) βενζίνης και πετρελαίου

Κ.Α. 5402: Πρατήριο χονδρικής πωλήσεως προϊόντων καπνοβιομηχανίας.

Ο συντελεστής 0,7% υπολογίζεται επί του συνόλου των ακαθαρίστων εσόδων των ως άνω επιχειρήσεων ανεξαρτήτως της δραστηριότητας από την οποία προέρχονται τα έσοδα αυτά (π.χ. πρατήριο βενζίνης και πλυντήριο αυτοκινήτων).

Το ελάχιστο ποσό που προκύπτει ανά χρήση με το Εκκαθαριστικό Σημείωμα καταβάλλεται ανεξαρτήτως της χρονικής διάρκειας της διαχειριστικής περιόδου (έστω και αν η περίοδος είναι μικρότερη των 12 μηνών).

Διευκρινίζεται ότι το ελάχιστο ποσό φόρου του άρθρου 6 του N. 3259/2004 αφορά τη φορολογία εισοδήματος. Αν από το Εκκαθαριστικό Σημείωμα προκύπτει και ποσό Φ.Π.Α., ο φόρος που θα βεβαιωθεί είναι το άθροισμα του ελάχιστου ποσού της φορολογίας εισοδήματος και του Φ.Π.Α.

Οι αμοιβές του Διοικητικού Συμβουλίου αποτελούν εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις και εφόσον η υπόθεση υπάγεται στη ρύθμιση προσδιορίζεται ο οφειλόμενος με την περαίωση φόρος.

Σημειώνεται ακόμα ότι επειδή όταν έχουμε μετασχηματισμό επιχειρήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του N. 2166/93, η ζημιά της ατομικής επιχείρησης έχει μεταφερθεί στη «νέα εταιρεία», τα κέρδη που θα ληφθούν υπόψη κατά τη σύνταξη του απογραφικού της ατομικής επιχείρησης είναι μηδέν και όχι οι ζημιές που δηλώθηκαν με το έντυπο Ε1.

Ακόμα ως αποκρυβέντα ακαθάριστα έσοδα θεωρούνται και τα ποσά που αφορούν ενδοκοινοτικές συναλλαγές και εισαγωγές οι οποίες δεν έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία. Επί των αποκρυβέντων ακαθαρίστων εσόδων υπολογίζεται Φ.Π.Α. σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του N. 3259/2004.

Οι παραβάσεις της μη καταχώρησης των ενδοκοινοτικών συναλλαγών και εισαγωγών θα λαμβάνονται υπόψη και για τις χρήσεις που υποβλήθηκαν δηλώσεις συνάφειας.

Επίσης στην περίπτωση που η επιχείρηση έχει συμψηφίσει ζημιές προηγούμενων χρήσεων στην πρώτη ή και τις επόμενες μετά την τελευταία περαιωθείσα με το N. 3259/2004, χρήση και διενήργησε σε αυτές αφορολόγητα αποθεματικά αναπτυξιακών νόμων, τα αφορολόγητα αποθεματικά δεν επηρεάζονται με την υποβολή συμπληρωματικών ή τροποποιητικών δηλώσεων.

Σημειώνεται ακόμα ότι στην πρώτη μετά την τελευταία περαιωθείσα με το N. 3259/2004 χρήση δεν μεταφέρεται για συμψηφισμό οποιαδήποτε ζημιά προηγούμενων χρήσεων.

Τέλος, στις περιπτώσεις όπου από τα δελτία πληροφοριών δεν προκύπτει αναμφισβήτητα απόκρυψη φορολογητέας ύλης τα δελτία αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τη σύνταξη του απογραφικού αλλά θα ληφθούν ως νέα στοιχεία της παραγράφου 2 του άρθρου 68 του N. 2238/1994 στην περίπτωση που μελλοντικά προκύψουν πρόσθετες πληροφορίες που τεκμηριώνουν την απόκρυψη της φορολογητέας ύλης.

3. Πριν από την περαίωση κάθε μίας εκκρεμούς υπόθεσης με τις διατάξεις του N. 3259/2004 θα πρέπει να ερευνάται αν υπάρχουν συμπληρωματικές δηλώσεις για τις χρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, η εκκαθάριση και βεβαίωση των οποίων (συμπληρωματικών δηλώσεων) θα προηγείται της περαίωσης.

Άρθρο 7
Περαίωση υποθέσεων λοιπών φορολογικών αντικειμένων

Πέραν των οδηγιών που δόθηκαν με την ΠΟΛ.1093/2004 για την περαίωση υποθέσεων λοιπών φορολογικών αντικειμένων σας γνωρίζουμε ότι αν σε κάποια υπόθεση έχουν δηλωθεί έσοδα που υπάγονται σε Φ.Π.Α. καθώς και έσοδα που δεν υπάγονται σε Φ.Π.Α. και έχουμε επαύξηση των δηλούμενων ακαθαρίστων εσόδων κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 6 του N. 3259/2004 ολόκληρη η αποκρυβείσα αξία θεωρείται υπαγόμενη σε Φ.Π.Α.

Αρθρο 8
Περαίωση παραβάσεων του Κ.Β.Σ.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του N. 3259/2004 απαραίτητη προϋπόθεση για την περαίωση κάθε υπόθεσης είναι η ταυτόχρονη περαίωση και των πράξεων επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. που αφορούν την υπόθεση και εκκρεμούν στη Δ.Ο.Υ. ή ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων Α΄ ή Β΄ Βαθμού δικαιοδοσίας και δεν έχουν συζητηθεί στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8 του N. 3259/2004. Ειδικότερα:

Για την περαίωση των πράξεων επιβολής προστίμου οι οποίες έχουν συζητηθεί ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου και έχουν εκδοθεί Αποφάσεις ή αναμένονται να εκδοθούν Αποφάσεις ή έχουν εκδοθεί Αποφάσεις και δεν έχει ασκηθεί έφεση επειδή δεν έχει παρέλθει ακόμα η προθεσμία ή εκκρεμούν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ακολουθείται η εξής διαδικασία:

Σε κάθε περίπτωση εκτελείται η Πρωτόδικη Απόφαση πριν από την διαδικασία της περαίωσης όπως προκύπτει και από την παράγραφο 4 του άρθρου 5 του N. 3259/2004, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 56 του N. 3283/2004. Στη συνέχεια περαιώνονται οι ως άνω πράξεις με την αποδοχή του ? του αρχικά επιβληθέντος προστίμου Κ.Β.Σ.

Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του N. 3259/2004, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 56 του N. 3283/2004, σε συνδυασμό και με τις οδηγίες ΠΟΛ.1093/2004 εφαρμόζονται και κατά την περαίωση των παραβάσεων του Κ.Β.Σ.

Αρθρο 9
Διαδικασία περαίωσης

Για την έκδοση του Εκκαθαριστικού Σημειώματος παρέχονται οι ακόλουθες διευκρινίσεις:

1. Αν ο επιτηδευματίας του οποίου η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων και δεν έχει συζητηθεί στο ακροατήριο του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, επιθυμεί την περαίωσή της, μαζί με όλες τις επόμενες ανέλεγκτες χρήσεις και έχει υποβάλλει τη σχετική αίτηση και τη βεβαίωση του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου εκδίδεται ενιαίο Εκκαθαριστικό για όλες τις χρήσεις (ελεγμένες ή ανέλεγκτες). Η παραπάνω αίτηση μπορεί να υποβληθεί μέχρι 31-12-2004. Αν δεν επιθυμεί η επιχείρηση την περαίωση των ελεγμένων χρήσεων, έχει τη δυνατότητα περαίωσης μόνο των ανέλεγκτων χρήσεων.

Σε περίπτωση που γίνει αποδεκτό το Εκκαθαριστικό Σημείωμα, με έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. προς το αντίστοιχο Πρωτοβάθμιο ή Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, γνωστοποιείται η περαίωση των φύλλων ελέγχου ή των πράξεων για τις οποίες ασκήθηκε προσφυγή και ζητείται η κατάργηση της δίκης.

2. Αν η Δ.Ο.Υ. που θα εκδώσει το Εκκαθαριστικό Σημείωμα είναι διαφορετική από τη Δ.Ο.Υ. ή την ελεγκτική αρχή που είναι αρμόδια για την υπόθεση που εκκρεμεί στο Δικαστήριο, τότε η αίτηση και η βεβαίωση του Δικαστηρίου υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ή την ελεγκτική αρχή που είναι αρμόδια για την υπόθεση που εκκρεμεί στο Δικαστήριο, η οποία και τη διαβιβάζει στη Δ.Ο.Υ. που θα εκδώσει το Εκκαθαριστικό Σημείωμα.

3. Τα Εκκαθαριστικά Σημειώματα που αφορούν επιχειρήσεις που έχουν διακόψει τη δραστηριότητά τους και δεν έχουν υποβάλλει δήλωση για να υπαχθούν στις διατάξεις του N. 3259/2004 για την περαίωση μέχρι 15-10-2004, κοινοποιούνται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση αλληλογραφίας που υπάρχει στη Δ.Ο.Υ.

4. Στις περιπτώσεις του άρθρου 3 του N. 3259/2004 αν εκκρεμεί στο Δικαστήριο μόνο Απόφαση Επιβολής Προστίμου Κ.Β.Σ. που αφορά υπαγόμενη χρήση, θα εκδίδεται το Εκκαθαριστικό Σημείωμα έστω και αν δεν έχει υποβληθεί από τον επιτηδευματία η σχετική αίτηση και βεβαίωση της παραγράφου 6 του άρθρου 9 του N. 3259/2004, η οποία και θα προσκομίζεται από τον επιτηδευματία κατά την υπογραφή της πράξης αποδοχής του Εκκαθαριστικού Σημειώματος.

5. Με τις διατάξεις του άρθρου 3 του N. 3259/2004 όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 56 του N. 3283/2004 υπάγονται στη ρύθμιση και οι υποθέσεις περαιωμένες οριστικά για τις οποίες:

αα) Έχει διενεργηθεί έλεγχος και έχουν εκδοθεί συμπληρωματικά φύλλα ελέγχου ή πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων ή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), τα οποία είτε δεν έχουν οριστικοποιηθεί είτε εκκρεμούν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ή Διοικητικού Εφετείου και δεν έχουν συζητηθεί στο ακροατήριο του Εφετείου.

ββ) Υπάρχουν γι΄ αυτές στις Δ.Ο.Υ. Δελτία Πληροφοριών ή Αποφάσεις Επιβολής Προστίμου Κ.Β.Σ. για συμπληρωματικά στοιχεία με βάση τα οποία δεν έχει διενεργηθεί ακόμα έλεγχος.

Αν για κάποιο επιτηδευματία εκδόθηκε Εκκαθαριστικό Σημείωμα στο οποίο δεν έχουν περιληφθεί οι υποθέσεις της περίπτωσης δ του άρθρου 3 του N. 3259/2004 όπως προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 56 του N. 3283/2004 εκδίδεται νέο Εκκαθαριστικό Σημείωμα το οποίο θα περιλαμβάνει όλες ανεξαιρέτως τις υποθέσεις (χρήσεις) έστω και αν ο επιτηδευματίας είχε αποδεχθεί το αρχικό Εκκαθαριστικό Σημείωμα, οπότε στην περίπτωση αυτή βεβαιώνεται η διαφορά φόρου.

Άρθρο 10
Βεβαίωση των φόρων

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν χρειάζονται περαιτέρω διευκρινίσεις.


Άρθρο 11
Τρόπος καταβολής των φόρων

Αναφορικά με τον τρόπο καταβολής των φόρων εισοδήματος και Φ.Π.Α. καθώς και του προστίμου Κ.Β.Σ. που αφορούν τις περαιούμενες υποθέσεις, σας διευκρινίζουμε και τα εξής:

α) Οι δόσεις καταβολής είναι 12 ή 18 χωρίς να υπολογίζεται η προκαταβολή και υπολογίζονται επί της συνολικής οφειλής δηλαδή Εισοδήματος, Φ.Π.Α. και Προστίμων Κ.Β.Σ.

β) Η έκπτωση 5% υπολογίζεται επί του ποσού της αρχικής συνολικής οφειλής (εισοδήματος, Φ.Π.Α. και Κ.Β.Σ.) εφ΄ όσον ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό καταβληθεί με την υπογραφή του Εκκαθαριστικού Σημειώματος ή επί του υπολοίπου (μετά την αφαίρεση του 10%), όταν ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό καταβληθεί μέσα στην προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης.

γ) Εάν το ποσό της αρχικής συνολικής οφειλής είναι ίσο με πεντακόσια (500) ευρώ και καταβληθεί εφάπαξ με την υπογραφή του Εκκαθαριστικού Σημειώματος χορηγείται έκπτωση 5%.

Γ. ΛΟΙΠΑ ΘΕΜΑΤΑ

1. Στη συνέχεια της 1089871/5979/ΔΕ-Β΄/ διαταγής του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που αναφέρεται στην εντατικοποίηση φορολογικών ελέγχων διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

α) Για θέματα αρμοδιότητας διενέργειας φορολογικών ελέγχων, εφαρμογή έχει η 1059310/4766/ΔΕ-Β΄/14.7.2004 (Φ.Ε.Κ. 1123 τεύχος Β΄) Α.Υ.Ο.Ο. περί ανακαθορισμού της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας μεταξύ ελεγκτικών υπηρεσιών σε θέματα φορολογικού ελέγχου.

β) Για τις εντολές διενέργειας φορολογικού ελέγχου που θα εκδίδονται σύμφωνα με τις οδηγίες που δόθηκαν με την 1089871/5979/ΔΕ-Β΄/ διαταγή του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, διευκρινίζουμε ότι θα προηγείται:

- η έκδοση εντολών ελέγχου για τις υποθέσεις που δεν υπάγονται στις διατάξεις του N. 3259/2004 για περαίωση και εντάσσονται στα πλαίσια του επιχειρησιακού ελεγκτικού προγράμματός σας

- στη συνέχεια θα ακολουθεί η έκδοση εντολών ελέγχου για υποθέσεις που υπάγονται στις διατάξεις του N. 3259/2004 και έχει παρέλθει η προθεσμία των 30 ημερών από την έκδοση του Εκκαθαριστικού Σημειώματος χωρίς να έχει προσέλθει η επιχείρηση για περαίωση και τέλος,

- η έκδοση εντολών ελέγχου για τις υποθέσεις που υπάγονται στις διατάξεις του N. 3259/2004 και δεν έχει εκδοθεί Εκκαθαριστικό Σημείωμα.

Ο ελεγκτής στις περιπτώσεις που έχει παρέλθει η προθεσμία των 30 ημερών σύμφωνα με τις διατάξεις άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 του N. 3259/2004 θα μεταβαίνει στην επιχείρηση με την παραπάνω εντολή ελέγχου την οποία και θα θέτει υπόψη αυτής, προκειμένου να λάβει γνώση ενυπογράφως. Στη συνέχεια θα κοινοποιείται στην επιχείρηση ακριβές αντίγραφο του Εκκαθαριστικού Σημειώματος υπογεγραμμένο από τον αρμόδιο Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. με το οποίο θα δύναται η επιχείρηση να προσέλθει για περαίωση της υπόθεσής της εντός προθεσμίας 10 ημερών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 του N. 3259/2004 όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 56 του N. 3283/2004. Την ίδια ημέρα της επίδοσης του αντιγράφου του Εκκαθαριστικού Σημειώματος, θα προβαίνει και στη θεώρηση των σχετικών βιβλίων και στοιχείων της επιχείρησης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Ανάλογη διαδικασία θα ακολουθείται και στις περιπτώσεις υποθέσεων για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί Εκκαθαριστικά Σημειώματα σύμφωνα με τις διατάξεις του N. 3259/2004, με την διαφορά ότι στις περιπτώσεις αυτές θα προηγείται η έκδοση του Εκκαθαριστικού Σημειώματος από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και θα κοινοποιείται από τον ελεγκτή στην επιχείρηση με προθεσμία 30 ημερών, για την αποδοχή αυτού.

Η ημερομηνία γνωστοποίησης της ως άνω εντολής διενέργειας ελέγχου υποθέσεων που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 του N. 3259/2004 θα αναγράφεται με κωδικό αριθμό 3 στη στήλη (6) «ΣΤΑΔΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ» του Στατιστικού Δελτίου αποτελεσμάτων ελέγχου ΔΕ2 «ΕΝΤΟΛΕΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΝΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑ» που υποβάλλεται στη Διεύθυνση Ελέγχου / Τμήμα Δ΄.

Μετά την παρέλευση της προθεσμίας των 10 ή των 30 ημερών κατά περίπτωση σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα και εφόσον η επιχείρηση δεν προσήλθε για περαίωση της υπόθεσής της, ο ελεγκτής προβαίνει στη διενέργεια του ελέγχου.

Αυτονόητο είναι ότι μετά την παρέλευση των ανωτέρω προθεσμιών, δεν δύναται η επιχείρηση να υπαχθεί στις διατάξεις του N. 3259/2004 για περαίωση.

2. Στις περιπτώσεις που υπάρχουν στις Δ.Ο.Υ. δελτία από V.I.E.S. που πρέπει να ελεγχθούν και να απαντηθούν ή Εισαγγελικές Παραγγελίες, καταγγελίες κλπ. θα εξετάζεται κατ΄ αρχήν αν οι υποθέσεις που αφορούν τα ανωτέρω, υπάγονται στις διατάξεις του N. 3259/2004 και αν αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν και να απαντηθούν σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις του νόμου αυτού.

Αν η υπόθεση υπάγεται στις διατάξεις του N. 3259/2004 θα εκδίδεται το προβλεπόμενο Εκκαθαριστικό Σημείωμα, λαμβανομένων υπόψη, εάν είναι δυνατόν, των ανωτέρω δελτίων από V.I.E.S., Εισαγγελικών Παραγγελιών, καταγγελιών κλπ.

Αν ο φορολογούμενος δεν προσέλθει στις προβλεπόμενες προθεσμίες του N. 3259/2004, τότε θα εκδίδεται εντολή διενέργειας τακτικού (οριστικού) φορολογικού ελέγχου σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και τα ειδικότερα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο 1 και μέσα στα πλαίσια αυτού, θα αξιοποιούνται και θα απαντώνται τα δελτία από V.I.E.S., Εισαγγελικές Παραγγελίες, καταγγελίες κλπ.

Ανεξαρτήτως των ανωτέρω ενεργειών, μπορεί να διεξάγονται προληπτικοί, προσωρινοί έλεγχοι προκειμένου να απαντηθούν δελτία από V.I.E.S., Εισαγγελικές Παραγγελίες, καταγγελίες κλπ. εφόσον είναι αναγκαίο λόγω προθεσμιών ή άλλων λόγων, τα αποτελέσματα των οποίων δεν θα ληφθούν υπόψη κατά τη διαδικασία περαίωσης σε υπαγόμενη υπόθεση. Αντίθετα, τα αποτελέσματα των προσωρινών και προληπτικών ελέγχων θα λαμβάνονται υπόψη σε περιπτώσεις μη περαίωσης της υπόθεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του N. 3259/2004.

3. Σε περιπτώσεις αναγκαιότητας διενέργειας τακτικού, προσωρινού ή προληπτικού ελέγχου για ανέλεγκτες χρήσεις μετά την 31.12.2002 θα διεξάγονται οι ανωτέρω έλεγχοι, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Διευκρινίζεται ακόμα ότι όπου απαιτείται η διενέργεια προσωρινού ελέγχου, σε περιπτώσεις επιστροφών φόρων, προστίμων κλπ. αυτός θα διενεργείται από το Ελεγκτικό Κέντρο που είναι αρμόδιο για τον τακτικό έλεγχο. Προς τούτο οι Δ.Ο.Υ. θα διαβιβάζουν τις υποβληθείσες αιτήσεις επιστροφής φόρων, προστίμων κλπ. στα αρμόδια Ελεγκτικά Κέντρα.

Αυτονόητο είναι ότι σε περίπτωση αιτήματος επιστροφής φόρων κλπ., για χρήση που υπάγεται στις διατάξεις του N. 3259/2004 το αίτημα επιστροφής θα εξετάζεται πριν από την περαίωση της υπόθεσης.

4. Οι Οικονομικοί Επιθεωρητές στους οποίους κοινοποιείται το παρόν να παρακολουθήσουν και να εποπτεύσουν την ορθή και πιστή εφαρμογή των ανωτέρω.





ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο