Δημοσιεύθηκε στις : [ 05-11-2017 ]

ΑΠ 201/2015 Από την απαγόρευση "μετατροπής" των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου, δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης εργασιακής σχέσης, που αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό, που δίδουν σ’ αυτή (έννομη σχέση) ο νόμος ή τα συμβαλλόμενα μέρη

(Από την απαγόρευση "μετατροπής" των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου, δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης εργασιακής σχέσης, που αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό, που δίδουν σ’ αυτή (έννομη σχέση) ο νόμος ή τα συμβαλλόμενα μέρη)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

ΑΠ 201 / 2015    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)



Αριθμός 201/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γιώργο Σιντόρη, που παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 πρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεόντιο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2013 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 9-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ, προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 123/2012).

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/ 1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας. Εξάλλου, ο νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σύμβασης (ή σχέσης) ως σύμβασης εργασίας, αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ή ως σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο (ΑΕΔ 3/2001, Ολ. ΑΠ 6/2001), το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ. ΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ και άλλα ΝΠΔΔ πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ. ΑΠ 7/2011).
Περαιτέρω, με το άρθρο 20§4 ν. 2738/1999 προστέθηκε περίπτωση και στο άρθ. 14§2 ν. 2190/1994, ως επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, ειδικότερα δε, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά, η πρόσληψη δηλ. του προσωπικού αυτού δεν γίνεται με την διαδικασία που ορίζεται κατά περίπτωση από το ν. 2190/1994, και δη από το ΑΣΕΠ με διαγωνισμό ύστερα από προκήρυξη (άρθ. 15) ή με προκήρυξη θέσεων που πληρούνται με σειρά προτεραιότητας (άρθ. 18) κ.λπ.

Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφισταμένους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για τον λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων που έχει πραγματοποιηθεί στα πλαίσια συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει, καταρχήν, αυτοδικαίως και την λήξη τους (άρθ. 669§1 ΑΚ), με την επιφύλαξη, βέβαια, των προαναφερθέντων ως προς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό τους ως συμβάσεων αορίστου, στην πραγματικότητα, χρόνου, με την προϋπόθεση ότι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση των μετ' επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε στις 8-3-2000 από την εναγομένη και εφεσίβλητη Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Παραμυθιάς, αμιγή δημοτική επιχείρηση του Δήμου Παραμυθιάς Θεσπρωτίας και ήδη μετονομασθείσα σε Κοινωφελή Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Σουλίου (ήδη αναιρεσείουσα), με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκε εγγράφως και εργάσθηκε σ' αυτήν ως υπάλληλος γραφείου με κανονικό ωράριο και επί πενθήμερο έως την 31-10-2001 που έληξε η σύμβαση. Η πρόσληψη του ενάγοντος έγινε στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος "καταπολέμηση του Αποκλεισμού για την Αγορά Εργασίας" του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) που επιχορηγούσε την απασχόληση. Την 1.11.2001 καταρτίστηκε μεταξύ των ιδίων συμβληθέντων νέα σύμβαση εργασίας υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και όρους στο πλαίσιο ίδιου προγράμματος του ΟΑΕΔ, με χρόνο λήξης αυτής την 8.3.2002. Έκτοτε, συνέχισε να εργάζεται προσφέροντας τις ίδιες υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους στην εναγομένη με βάση αλλεπάλληλες έγγραφες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, χαρακτηριζόμενες στο συμφωνητικό που καταρτίζονταν και υπογράφονταν ως "σύμβαση μίσθωσης έργου", εκ των οποίων η τελευταία έληξε στις 31-10-2006, προκειμένου να καλύπτει τις ανάγκες της γραμματείας της. Οι ανάγκες αυτές ήταν εξ αρχής πάγιες και διαρκείς και καλύπτονταν αποκλειστικά από την εργασία του ενάγοντος. Ειδικότερα, μετά τη λήξη της αρχικής σύμβασης, αυτή παρατάθηκε από 1-11-2001 έως 8-3-¬2002, από 8-3-2002 έως 12-4-2003, από 1-5-2003 έως 31-7-2003, από 1-8-¬2003 έως 31-1-2004, από 1-2-2004 έως 31-7-2004, από 1-8-2004 έως 31-3¬-2005, από 1-4-2005 έως 30-11-2005, από 1-12-2005 έως 28-2-2006 και από 1-3-2006 έως 31-10-2006. Η εναγομένη δεν αμφισβητεί ότι καταρτίσθηκαν όλες οι ανωτέρω συμβάσεις και ότι ο ενάγων της παρείχε την ως άνω εργασία καθόλο το χρονικό διάστημα που επικαλέστηκε μέχρι τη λήξη και της τελευταίας σύμβασης. Εξάλλου δεν επρόκειτο στην πραγματικότητα για συμβάσεις έργου, όπως αναφέρονταν σ' αυτές, δεδομένου ότι τα μέρη απέβλεπαν στην παροχή αυτής καθ' εαυτής της εργασίας του ενάγοντος μισθωτού, ο οποίος υπέκειτο στις οδηγίες και υποδείξεις της εναγομένης ή των προσώπων που εκείνη όριζε για το σκοπό αυτό (Προϊστάμενοι, Διευθυντές), όφειλε να συμμορφώνεται και να υπακούει σ' αυτές, χωρίς ευθύνη για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, προσερχόταν και παρέμενε ως όφειλε από τη σύμβαση στο χώρο εργασίας για το ημερήσιο χρονικό ωράριο του και πληρωνόταν με μισθό ως αντάλλαγμα αυτής της εργασίας του. Ο ενάγων τελούσε σε νομική εξάρτηση που εκδηλωνόταν με τον έλεγχο στον οποίο υποβαλλόταν. Κατ' ακολουθία επρόκειτο για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που τους συνέδεε και όχι για σύμβαση έργου. Ο ενάγων συνέχισε και μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, χωρίς όμως η τελευταία να έχει προβεί σε έγγραφη ανανέωση, περιστατικό που επίσης δεν αρνείται η τελευταία. Ειδικότερα ο ενάγων εργαζόταν ως υπάλληλος γραφείου της Γραμματείας της και τα Σάββατα τον απασχολούσε ως υπεύθυνο για το υπ' αυτής διατηρούμενο σταθμό αυτοκινήτων (δημοτικό πάρκινγκ). Ο ενάγων αμέσως μετά την πρόσληψή του εντάχθηκε στην οργανωτική δομή της εναγομένης, παρείχε δε την εργασία του κατά πλήρες ωράριο καθημερινά, εξυπηρετώντας με την εργασία του πάγιες και διαρκείς και προγραμματισμένες ανάγκες της εναγομένης, απαραίτητες για τη λειτουργία αυτής και την εκτέλεση του καταστατικού σκοπού της. Η πρόσληψή του έγινε με βάση αρχικά το πρόγραμμα του ΟΑΕΔ, λόγω της επιχορήγησης της εναγομένης από την απασχόληση του ενάγοντος και όχι για την εκτέλεση κάποιου συγκεκριμένου προγράμματος που να λήγει με την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου, ενώ αποβλέπει στην πραγματικότητα στην απασχόληση των ανέργων για την οικονομική τους βοήθεια και στήριξη και η χρονική απασχόληση είναι ανάλογη της επάρκειας του χρηματικού ποσού που διατίθεται. Ο ΟΑΕΔ δεν είχε άλλη συμμετοχή στις συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος εκτός από τη χρηματική επιχορήγηση της εναγομένης. Η ανάγκη όμως της εναγομένης για την εξυπηρέτηση του λειτουργικού της αντικειμένου με την εκτέλεση των εργασιών για τις οποίες είχε προσληφθεί και απασχολήθηκε ο ενάγων, ήταν πάγια και διαρκής, δεδομένου ότι αφορούσε στην εκπλήρωση του καταστατικού σκοπού της ο οποίος δεν αφορούσε ορισμένο χρονικό διάστημα, αλλά συνέχονταν με την ύπαρξη της εναγομένης και δεν επρόκειτο για παροδικές, απρόβλεπτες ή έκτακτες ανάγκες αυτής. Η κρίση αυτή ενισχύεται από το ότι μολονότι έληξε ο συμφωνημένος αρχικά χρόνος της σύμβασης, και μολονότι στη συνέχεια έληξε και ο χρόνος του επιχορηγούμενου προγράμματος, η εναγομένη εξακολούθησε να προσλαμβάνει με αλληλοδιάδοχες συμβάσεις εργασίας και να απασχολεί τον ενάγοντα στην ίδια θέση, με την ίδια ειδικότητα, όπως και με την αρχική, επί πολλά έτη και του κατέβαλε τις αποδοχές που είχαν συμφωνήσει, χωρίς να επιχορηγείται πλέον από τον ΟΑΕΔ. Αλλά, ακόμη και όταν έληξε η τελευταία των συμβάσεων στις 31-10-2006, η εναγομένη εξακολούθησε να απασχολεί τον ενάγοντα μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2006. Μετά δε την άρνηση της εναγομένης να απασχολεί τον ενάγοντα από την 1-1-2007 και στο εξής, εκείνη προσέλαβε άλλον να εκτελεί τα καθήκοντα στα οποία απασχολούνταν ο ενάγων και συγκεκριμένα τον Ν. Γ., όπως καταθέτει ο εξετασθείς μάρτυρας. Τα ανωτέρω, δεν δηλώνουν απασχόληση σε πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες". Κατέληξε δε το Εφετείο ότι "Εν όψει των ανωτέρω ο χρονικός περιορισμός της ως άνω συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, ο οποίος δεν δικαιολογείται ούτε από τη φύση της εργασίας του, ούτε από τη φύση των καλυπτόμενων από αυτήν αναγκών, καθιστά αυτήν άκυρη ως προς το χρονικό προσδιορισμό της. Επομένως, αφού ο ενάγων προσλήφθηκε το χρόνο που προαναφέρθηκε (8-3-2000) ήτοι πριν από τις 18-4-2001 που άρχισαν να ισχύουν οι προπαρατεθείσες διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και βρισκόταν σε ισχύ κατά την 18-4-2001 αλλά και πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10.7.2001) και ακόμη πριν από τις 19-7-2004 που άρχισε να ισχύει το ΠΔ 164/2004, στα άρθρα 5 και 11 του οποίου διαγράφονται οι προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, και δεδομένου ότι αυτός (ενάγων) κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ανεξάρτητα από το ότι προσλήφθηκε με βάση το προαναφερόμενο πρόγραμμα του ΟΑΕΔ, αυτή (σύμβαση εργασίας) είχε προσλάβει ήδη από το χρόνο καταρτίσεώς της το χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατά τον ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της, παρά την τυχόν απαγόρευση σύναψής της ως τέτοιας σύμβασης (αορίστου χρόνου), τον οποίο (χαρακτήρα), διατηρεί και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων". Στη συνέχεια αφού δέχτηκε ότι η αγωγή με την οποία ο ενάγων ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα τους διαδίκους εργασιακή σχέση ήταν αόριστης διάρκειας, ήταν ουσιαστικά βάσιμη, απέρριψε την εκ μέρους της αναιρεσείουσας ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή, με την οποία δέχθηκε, ότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, του αναιρεσίβλητου, (καταρτισθείσες πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004 και συνεχισθείσες, όντας ενεργείς, κατά τα χρονικά αυτά σημεία, και μετά ταύτα) κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσείουσας και ότι ο καθορισμός της διάρκειας αυτών ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων αυτών του ενάγοντος, και με βάση αυτά έκρινε ότι αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του 8 § 3 ν. 2112/1920, που ήταν σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη εφαρμοστέα. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι συναφείς, ενιαίως κρινόμενοι λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, και των άρθ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος, που ήταν εφαρμοστέες, και δεν εφάρμοσε και συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Τέλος η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, ως ηττώμενης διαδίκου (άρθρο 183 ΚΠολΔ), θα επιβληθεί όμως μειωμένη, κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2014 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αρ. 46/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2015. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο