Δημοσιεύθηκε στις : [ 04-10-2017 ]

ΣτΕ 2828/2016 Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του φορολογούμενου, ως έκφανση της θεμελιώδους αρχής της χρηστής (φορολογικής) Διοίκησης και ενόψει του σκοπού και της σημασίας της, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, τυγχάνει εφαρμογής και στο πεδίο της φορολογίας εισοδήματος.

(Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του φορολογούμενου, ως έκφανση της θεμελιώδους αρχής της χρηστής (φορολογικής) Διοίκησης και ενόψει του σκοπού και της σημασίας της, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, τυγχάνει εφαρμογής και στο πεδίο της φορολογίας εισοδήματος.)

Κατηγορία: Κώδικας Φορολογικών διαδικασιών ΚΦΔ




ΣτΕ  2828/2016

Περίληψη
Επειδή, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του φορολογούμενου, ως έκφανση της θεμελιώδους αρχής της χρηστής (φορολογικής) Διοίκησης και ενόψει του σκοπού και της σημασίας της, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, τυγχάνει εφαρμογής και στο πεδίο της φορολογίας εισοδήματος, η δε ενεργοποίησή της προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, θετική ενέργεια αρμόδιου οργάνου της Διοίκησης (πρβλ. ΣτΕ 2582/2015, 2674/2013, 608/2004 επταμ. και ΔΕΕ 10.12.2015, C-427/14, ECLI:EU:C:2015:803, Veloserviss SIA, σκέψη 44), όπως είναι εγκύκλιος ή έκθεση ελέγχου, με την οποία υποδεικνύεται ρητώς στους φορολογούμενους ορισμένη συμπεριφορά ως σύμφωνη με τις διατάξεις του νόμου (πρβλ. ΣτΕ 608/2004, ΣτΕ 545/2000), λ.χ. όσον αφορά τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την έκπτωση δαπανών. Ειδικότερα, δεν συνιστά τέτοια ενέργεια η μη έγερση από το φορολογικό έλεγχο, για ορισμένη διαχειριστική περίοδο, ζητήματος νομιμότητας ή επάρκειας των αποδεικτικών στοιχείων δαπανών, τις οποίες δηλώνει ο επιτηδευματίας ως εκπεστέες από τα ακαθάριστα έσοδά του .

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 14 Δεκεμβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β' Τμήματος, Σ. Βιτάλη, Α. Χαλκιαδάκη, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, I. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 21 Οκτωβρίου 2013 αίτηση: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα (οδός .... αρ. ...), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Χρήστο Κλειώση (A.M. 26378), που τον διόρισε στο ακροατήριο η νόμιμη εκπρόσωπος της .....,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 1826/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου I. Δημητρακόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο, επιδιώκεται η αναίρεση της 1826/2013 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (ΔΕΑ), με την οποία έγινε εν μέρει μόνο δεκτή η προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας κατά του 512/20.8.2004 φύλλου ελέγχου φόρου εισοδήματος διαχειριστικής περιόδου 1.1.2002-31.12.2002 του Προϊσταμένου του Εθνικού Ελεγκτικού Κέντρου Αθηνών. Καθ' ερμηνεία του περιεχομένου του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης, η ανωτέρω απόφαση του ΔΕΑ αναιρεσιβάλλεται (μόνον) κατά το μέρος της που αφορά στην προσθήκη, με το παραπάνω φύλλο ελέγχου, στα καθαρά κέρδη της αναιρεσείουσας του συνόλου του λογαριασμού 61 90 0005, ποσού 381.439,69 ευρώ.

2. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α' 213) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α' 8) ως "εξής: «3. "Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ [...]». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο παραγράφων (βλ. ΣτΕ 1873/2012 επταμ. κ.ά.). Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως τροποποιήθηκε με την προπαρατεθείσα διάταξη του ν. 3900/2010, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας κανόνα δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση με μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 2598/2015,  ΣτΕ 3630/2014, ΣτΕ 797/2013, ΣτΕ 4163/2012 κ.ά.), ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (βλ. ΣτΕ 4163/2012 επταμ., 507/2014 κ.ά.).

3. Επειδή, το ποσό της διαφοράς είναι μεγαλύτερο από 40.000 ευρώ (βλ. το από 21.1.2014 έγγραφο του Προϊσταμένου του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Αθηνών προς το Δικαστήριο).

4. Επειδή, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του φορολογούμενου, ως έκφανση της θεμελιώδους αρχής της χρηστής (φορολογικής) Διοίκησης και ενόψει του σκοπού και της σημασίας της, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, τυγχάνει εφαρμογής και στο πεδίο της φορολογίας εισοδήματος, η δε ενεργοποίησή της προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, θετική ενέργεια αρμόδιου οργάνου της Διοίκησης (πρβλ. ΣτΕ 2582/2015, 2674/2013, 608/2004  και ΔΕΕ 10.12.2015, C-427/14, ECLI:EU:C:2015:803, Veloserviss SIA, σκέψη 44), όπως είναι εγκύκλιος ή έκθεση ελέγχου, με την οποία υποδεικνύεται ρητώς στους φορολογούμενους ορισμένη συμπεριφορά ως σύμφωνη με τις διατάξεις του νόμου (πρβλ. ΣτΕ 608/2004., 545/2000), λ.χ. όσον αφορά τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την έκπτωση δαπανών. Ειδικότερα, δεν συνιστά τέτοια ενέργεια η μη έγερση από το φορολογικό έλεγχο, για ορισμένη διαχειριστική περίοδο, ζητήματος νομιμότητας ή επάρκειας των αποδεικτικών στοιχείων δαπανών, τις οποίες δηλώνει ο επιτηδευματίας ως εκπεστέες από τα ακαθάριστα έσοδά του (πρβλ. ΣτΕ 2674/2013, ΣτΕ 608/2004, ΣτΕ 1417/1984, ΣτΕ 3645/1983).

5. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το ΔΕΑ δέχθηκε και έκρινε τα ακόλουθα (σκέψη 7): «[...] η φορολογική αρχή πρόσθεσε στα καθαρά κέρδη της προσφεύγουσας το σύνολο του λογαριασμού 61 90 0005 "αποθηκεύσεις", ποσού 381.439,69 ευρώ, το οποίο αφορά και στα εξής τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της εταιρίας "...": [...]. Η μη έκπτωση των παραπάνω κονδυλίων έγινε με την αιτιολογία ότι τα τιμολόγια αυτά φέρουν αόριστη αιτιολογία, αφού χωρίς να παραπέμπουν σε καμιά σύμβαση, δεν εξειδικεύουν το είδος των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν (από τις οποίες θα προέκυπτε το δικαίωμα για αμοιβή) ή των ειδών τα οποία πωλήθηκαν, με αποτέλεσμα να στερείται ο έλεγχος της δυνατότητας διαπίστωσης της πραγματοποίησης και της παραγωγικότητας των σχετικών δαπανών, προϋποθέσεις απαραίτητες για την έκπτωσή τους. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη [της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης], τα επίμαχα τιμολόγια δεν αποτελούν νόμιμα δικαιολογητικά στοιχεία για την έκπτωση των σχετικών δαπανών, γιατί δεν προσδιορίζονται επαρκώς οι παρασχεθείσες υπηρεσίες, εφ' όσον δεν αναγράφεται σε αυτά το είδος του προϊόντος που πωλήθηκε, η ποσότητα αυτού καθώς και το είδος του προϊόντος που διακινήθηκε και η ποσότητα αυτού [...]. Εξάλλου, αβάσιμα υποστηρίζει η προσφεύγουσα ότι τίθεται εν προκειμένω ζήτημα παράβασης των αρχών της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης, με την μη αποδοχή από τη φορολογική αρχή του τρόπου έκδοσης και υποστήριξης των επίμαχων τιμολογίων, ο οποίος είχε γίνει αποδεκτός στην προηγούμενη της κρινόμενης διαχειριστική περίοδο. Και τούτο, γιατί, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, ζήτημα παράβασης των αρχών αυτών, μπορεί να τεθεί μόνο σε περιπτώσεις αναδρομικής αναζήτησης εμμέσων φόρων, επιρριπτόμενων κατά νόμο στην κατανάλωση, οι οποίοι, κατά σχετική πάγια αντίληψη της διοίκησης δεν οφείλονταν και για το λόγο αυτό δεν εισπράχθηκαν από το φορολογούμενο, όχι δε και στην περίπτωση του αμέσου φόρου επί του εισοδήματος, όπως ο επίδικος (ΣτΕ Ολομ. 391-394/1986).».

6. Επειδή, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η τελευταία αυτή κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου ενέχει εσφαλμένη ερμηνεία των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης του διοικουμένου, οι οποίες έχουν πεδίο εφαρμογής και στο πεδίο της φορολογίας εισοδήματος, όσον αφορά τη δημιουργία στο φορολογούμενο, με ενέργειες της Διοίκησης, εύλογης πεποίθησης σχετικά με τη νομιμότητα (του τρόπου έκδοσης και λήψης) των φορολογικών στοιχείων για τις δαπάνες που δηλώθηκαν ως υποκείμενες σε έκπτωση. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, ενόψει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του ανωτέρω νομικού ζητήματος. Ο ισχυρισμός είναι βάσιμος, λαμβανομένου υπόψη ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας στις οποίες παραπέμπει η προπαρατεθείσα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης (ΣτΕ Ολομ. 391-394/1986) δεν επέλυσαν το προαναφερόμενο νομικό ζήτημα, αλλά ζητήματα αναγόμενα στην έκπτωση συναλλαγματικών διαφορών, ως ζημίας, από τα ακαθάριστα έσοδα επιχείρησης. Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης κρίνεται παραδεκτός. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 4, η αναιρεσείουσα βασίμως προβάλλει ότι είναι εσφαλμένη η επίμαχη κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου, σύμφωνα με την οποία δεν τίθεται παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης του διοικούμενου στο πλαίσιο της φορολογίας εισοδήματος. Ωστόσο, η προβληθείσα με την προσφυγή της αναιρεσείουσας μη αμφισβήτηση από το φορολογικό έλεγχο, για προηγούμενη διαχειριστική περίοδο (2000), της νομιμότητας και της επάρκειας των δικαιολογητικών έκπτωσης των αντίστοιχων (με την επίδικη λογιστική διαφορά) δαπανών δεν συνιστά θετική ενέργεια της Διοίκησης και, επομένως, κατά τα κριθέντα στη σκέψη 4, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη (και, συνακόλουθα, την παραβίαση) δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας ως προς τα στοιχεία νόμιμης τεκμηρίωσης των επίδικων δαπανών, που δεν αναγνώρισε προς έκπτωση η φορολογική αρχή. Τούτων έπεται ότι ορθώς, αν και με διαφορετική αιτιολογία, το δίκασαν Διοικητικό Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο προσφυγής. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

7. Επειδή, κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2016 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης του ιδίου μήνα και έτους.


Η Πρόεδρος του Β' Τμήματος
Ε. Σάρπ

Η Γραμματέας

Α. Ζυγουρίτσα


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο