Δημοσιεύθηκε στις : [ 28-10-2017 ]

Yπόθεση C‑200/16 Μεταβιβάσεις επιχείρησης ή εγκατάστασης – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Υποχρέωση ανάληψης των εργαζομένων από τον διάδοχο – Παροχή υπηρεσιών φύλαξης και ασφάλειας από επιχείρηση – Πρόσκληση για υποβολή προσφορών – Ανάθεση της σύμβασης σε άλλη επιχείρηση – Μη ανάληψη του προσωπικού – Εθνική διάταξη η οποία εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της έννοιας της “μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης” την απώλεια πελάτη εκ μέρους οικονομικού φορέα λόγω της ανάθεσης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών σε άλλον οικονομικό φορέα

(Μεταβιβάσεις επιχείρησης ή εγκατάστασης – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Υποχρέωση ανάληψης των εργαζομένων από τον διάδοχο – Παροχή υπηρεσιών φύλαξης και ασφάλειας από επιχείρηση – Πρόσκληση για υποβολή προσφορών – Ανάθεση της σύμβασης σε άλλη επιχείρηση – Μη ανάληψη του προσωπικού – Εθνική διάταξη η οποία εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της έννοιας της “μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης” την απώλεια πελάτη εκ μέρους οικονομικού φορέα λόγω της ανάθεσης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών σε άλλον οικονομικό φορέα)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα) της 19ης Οκτωβρίου 2017 «Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2001/23/ΕΚ – Άρθρο 1, παράγραφος 1 – Μεταβιβάσεις επιχείρησης ή εγκατάστασης – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Υποχρέωση ανάληψης των εργαζομένων από τον διάδοχο – Παροχή υπηρεσιών φύλαξης και ασφάλειας από επιχείρηση – Πρόσκληση για υποβολή προσφορών – Ανάθεση της σύμβασης σε άλλη επιχείρηση – Μη ανάληψη του προσωπικού – Εθνική διάταξη η οποία εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της έννοιας της “μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης” την απώλεια πελάτη εκ μέρους οικονομικού φορέα λόγω της ανάθεσης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών σε άλλον οικονομικό φορέα»

Στην υπόθεση C‑200/16,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο, Πορτογαλία) με απόφαση της 4ης Απριλίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Απριλίου 2016, στο πλαίσιο της δίκης

Securitas – Serviços e Tecnologia de Segurança SA

κατά

ICTS Portugal Consultadoria de Aviação Comercial SA,

Arthur George Resendes κ.λπ.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Borg Barthet (εισηγητή), προεδρεύοντα τμήματος, M. Berger και F. Biltgen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: E. Tanchev

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η ICTS Portugal – Consultadoria de Aviação Comercial SA, εκπροσωπούμενη από τον A. L. Santos, advogado,

–        η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Inez Fernandes, M. Figueiredo και L. C. Oliveira,

–        η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την H. Leppo,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. França και M. Kellerbauer,

κατόπιν της απόφασης που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ 2001, L 82, σ. 16).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Securitas – Serviços e Tecnologia de Segurança SA (στο εξής: Securitas) και, αφετέρου, της ICTS Portugal – Consultadoria de Aviação Comercial SA (στο εξής: ICTS) καθώς και του Arthur George Resendes και δεκαέξι άλλων προσώπων, υπό την ιδιότητά τους ως πρώην μισθωτών εργαζομένων της ICTS, σχετικά με την άρνηση της Securitas να αναγνωρίσει ότι οι υφιστάμενες σχέσεις εργασίας μεταξύ των μισθωτών αυτών και της ICTS μεταβιβάστηκαν στη Securitas μέσω μεταβίβασης εγκατάστασης.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Η αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2001/23 έχει ως εξής:

«Είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα, και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους.»

4        Κατά την αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας αυτής:

«Η ασφάλεια και η διαφάνεια του δικαίου απαίτησαν να διευκρινιστεί η έννοια της μεταβίβασης με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η διευκρίνιση αυτή δεν τροποποίησε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου.»

5        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2001/23 ορίζει τα εξής:

«α)      Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης.

β)      Υπό την επιφύλαξη του στοιχείου α) και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως μεταβίβαση, κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.»

6        Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2001/23:

«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του [μεταβιβάζοντος], που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον [διάδοχο].»

 Το πορτογαλικό δίκαιο

 Οεργατικόςκώδικας

7        Το άρθρο 285 του Código do Trabalho (Εργατικού Κώδικα), ο οποίος εγκρίθηκε με τον νόμο 7/2009, της 12ης Φεβρουαρίου 2009, έχει ως εξής:

«1.      Σε περίπτωση μεταβίβασης, εξ οιασδήποτε αιτίας, της κυριότητας της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή τμήματος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης που αποτελεί οικονομική οντότητα, ο διάδοχος υποκαθίσταται στη θέση του εργοδότη στις συμβάσεις εργασίας των αντίστοιχων εργαζομένων και μεταβιβάζεται σε αυτόν η υποχρέωση καταβολής των προστίμων που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβάσεως του Εργατικού Κώδικα.

2.      Κατά το έτος που έπεται της μεταβίβασης, ο μεταβιβάζων ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που γεννώνται έως την ημερομηνία της μεταβίβασης.

3.      Τα προβλεπόμενα στις προηγούμενες παραγράφους ισχύουν επίσης για τη μεταβίβαση, την εκχώρηση ή την ανάκτηση της εκμετάλλευσης της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της οικονομικής οντότητας, το δε πρόσωπο που ασκούσε την εκμετάλλευση αμέσως πριν ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, σε περίπτωση μεταβίβασης ή ανάκτησης.

4.      Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση εργαζομένου τον οποίον ο μεταβιβάζων είχε μετακινήσει σε άλλη εγκατάσταση ή οικονομική οντότητα πριν από τη μεταβίβαση, κατά την έννοια του άρθρου 194, διατηρώντας τον στην υπηρεσία του, εξαιρουμένων όσων αφορούν την ευθύνη του διαδόχου σε θέματα καταβολής των προστίμων που επιβάλλονται σε περιπτώσεις παραβιάσεως του εργατικού δικαίου.

5.      Ως οικονομική οντότητα νοείται το σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κύριας είτε δευτερεύουσας.

6.      Οι παραβάσεις των κανόνων που τίθενται στην παράγραφο 1 ανωτέρω και στο πρώτο τμήμα της παραγράφου 3 συνιστούν πολύ σοβαρή παράβαση.»

 Η συλλογική σύμβαση εργασίας

8        Η ρήτρα 13 της συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία συνάφθηκε το 2011 μεταξύ της Associação de Empresas de Segurança Privada (ένωσης επιχειρήσεων ιδιωτικής ασφάλειας), της Associação Nacional das Empresas de Segurança (εθνικής ένωσης επιχειρήσεων ασφάλειας) και, ιδιαιτέρως, της Sindicato dos Trabalhadores dos Serviços de Portaria, Vigilância, Limpeza, Domésticas e Actividades Diversas (συνδικαλιστικής ένωσης εργαζομένων σε υπηρεσίες υποδοχής, επιτήρησης, καθαρισμού, οικιακού προσωπικού και διαφόρων δραστηριοτήτων), και δημοσιεύθηκε στο Boletim do Trabalho e Emprego (δελτίο εργασίας και απασχόλησης) αριθ. 17/2011 προβλέπει:

«1.      Σε περίπτωση μεταβίβασης, εξ οιασδήποτε αιτίας, της κυριότητας της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή τμήματος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης που αποτελεί οικονομική οντότητα, ο διάδοχος υποκαθίσταται στη θέση του εργοδότη στις συμβάσεις εργασίας των αντίστοιχων εργαζομένων.

2.      Δεν εμπίπτει στην έννοια της μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης η απώλεια πελάτη εκ μέρους οικονομικού φορέα λόγω της ανάθεσης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών σε άλλον οικονομικό φορέα.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

9        Έως τις 14 Ιουλίου 2013, ο Α. G. Resendes και δεκαέξι άλλα πρόσωπα εκτελούσαν, ως μισθωτοί εργαζόμενοι της ICTS, καθήκοντα φύλαξης στις εγκαταστάσεις (μαρίνα, εμπορικό λιμένα και αποβάθρες) της Portos dos Açores, SA, στην Ponta Delgada (Πορτογαλία), δυνάμει σύμβασης συναφθείσας μεταξύ της τελευταίας και της ICTS.

10      Οι ανωτέρω ήταν, μεταξύ άλλων, επιφορτισμένοι να ελέγχουν τις εισόδους και εξόδους προσώπων και εμπορευμάτων, μέσω συσκευών επιτήρησης με βίντεο, κατά τον τρόπο που τους υποδείκνυε η ICTS. Ο εργοδότης τούς παρείχε επίσης αναγνωρίσιμες ενδυμασίες καθώς και εξοπλισμό ασύρματης επικοινωνίας.

11      Στις 17 Ιανουαρίου 2013, η Portos dos Açores προκήρυξε δημόσιο διαγωνισμό για την παροχή υπηρεσιών φύλαξης και προληπτικής ασφάλειας στις εγκαταστάσεις της στην Ponta Delgada. Στις 17 Απριλίου 2013, η οικεία σύμβαση ανατέθηκε στη Securitas.

12      Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι εργαζόμενοι της ICTS υποστηρίζουν ότι, στις 17 Ιουνίου 2013, η ICTS τούς ενημέρωσε εγγράφως ότι, κατόπιν της ανάθεσης της ανωτέρω σύμβασης στη Securitas, με ισχύ από τις 15 Ιουλίου του ίδιου έτους, οι συμβάσεις εργασίας τους θα μεταβιβάζονταν από την εν λόγω ημερομηνία στην τελευταία αυτή επιχείρηση.

13      Στις 14 Ιουλίου 2013, ένας εργαζόμενος της ICTS, αφού έλαβε σχετικές οδηγίες, παρέδωσε σε υπάλληλο της Securitas τον εξοπλισμό ασύρματης επικοινωνίας που χρησιμοποιούσαν οι εργαζόμενοι της ICTS στις εγκαταστάσεις της Portos dos Açores. Εν συνεχεία η Securitas παρέδωσε τον εν λόγω εξοπλισμό στην Portos dos Açores.

14      Η Securitas άρχισε να παρέχει υπηρεσίες φύλαξης και ασφάλειας στις 15 Ιουλίου 2013. Προμήθευσε δε στο προσωπικό ασφαλείας στο οποίο ανέθεσε την εκτέλεση των σχετικών καθηκόντων δικό της ραδιοεξοπλισμό καθώς και πανομοιότυπες ενδυμασίες οι οποίες έφεραν το λογότυπο της επιχείρησης.

15      Η Securitas ενημέρωσε επίσης τον Α. G. Resendes και τα άλλα δεκαέξι ενδιαφερόμενα πρόσωπα ότι δεν αποτελούσαν μέλη του προσωπικού της και ότι εργοδότης τους παρέμενε η ICTS. Κατόπιν τούτου, τα εν λόγω πρόσωπα άσκησαν αγωγές ενώπιον του Tribunal do Trabalho de Ponta Delgada (δικαστηρίου εργατικών διαφορών Ponta Delgada, Πορτογαλία) κατά των Securitas και ICTS με τις οποίες ζήτησαν να υποχρεωθεί η Securitas, ή επικουρικώς η ICTS, να αναγνωρίσει ότι οι ενδιαφερόμενοι αποτελούν μέλη του προσωπικού της και να τους καταβάλει τους μισθούς τους καθώς και τόκους υπερημερίας από τις 15 Ιουλίου 2013 ή, όσον αφορά τρεις εξ αυτών, αποζημίωση για καταχρηστική απόλυση.

16      Το δικαστήριο αυτό δέχτηκε τις ανωτέρω αγωγές. Έκρινε ότι μεταξύ των δύο εταιριών είχε συντελεστεί μεταβίβαση εγκατάστασης και ότι οι συμβάσεις εργασίας των πρώην μισθωτών της ICTS είχαν μεταβιβαστεί στη Securitas. Ως εκ τούτου, το εν λόγω δικαστήριο χαρακτήρισε τις απολύσεις των ενδιαφερομένων από τη Securitas ως «καταχρηστικές» και υποχρέωσε την τελευταία να επανεντάξει την πλειονότητα των εργαζομένων στο προσωπικό της και να τους καταβάλει διάφορες μισθολογικές απαιτήσεις καθώς και αποζημίωση.

17      Η Securitas άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Tribunal da Relação de Lisboa (εφετείου Λισσαβώνας, Πορτογαλία), το οποίο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

18      Κατόπιν τούτου, η Securitas άσκησε ενώπιον του Supremo Tribunal de Justiça (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πορτογαλία) το ένδικο μέσο της έκτακτης αναίρεσης. Το τελευταίο αυτό δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν η υποκατάσταση της ICTS από τη Securitas όσον αφορά την ασκούμενη στις εγκαταστάσεις της Portos dos Açores δραστηριότητα φύλαξης και ασφάλειας, τούτο δε μετά την ανάθεση σύμβασης παροχής υπηρεσιών στη Securitas, εμπίπτει στην έννοια της «μεταβίβασης επιχείρησης [ή] εγκατάστασης», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/23.

19      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Supremo Tribunal de Justiça (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Αποτελεί η περίπτωση η οποία περιγράφεται στη δικογραφία μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως, κατά τρόπο ώστε να έχει λάβει χώρα η μεταβίβαση της επιχειρήσεως της […] ICTS στη […] Securitas ως αποτέλεσμα της διεξαγωγής δημόσιου διαγωνισμού με τον οποίο ανατέθηκε στη […] Securitas, επιλεγείσα επιχείρηση στον εν λόγω διαγωνισμό, η παροχή υπηρεσιών φύλαξης και ασφάλειας στον λιμένα της Ponta Delgada, στη νήσο São Miguel (Αζόρες, [Πορτογαλία]), και συνιστά μεταβίβαση οικονομικής μονάδας, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας [2001/23];

2)      Αποτελεί η περίπτωση η οποία περιγράφεται στη δικογραφία απλή διαδοχή ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, ως αποτέλεσμα της αναθέσεως της παροχής υπηρεσιών στην επιχείρηση που επελέγη στον [σχετικό με την οικεία σύμβαση] δημόσιο διαγωνισμό, κατά τρόπο ώστε να μην εμπίπτει στην έννοια της “μεταβιβάσεως επιχειρήσεως [ή] εγκαταστάσεως” για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας;

3)      Αντιβαίνει στο […] δίκαιο [της Ένωσης] για τον ορισμό της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως, ο οποίος απορρέει από την οδηγία [2001/23], η ρήτρα 13, παράγραφος 2, της […] συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η οποία συνήφθη μεταξύ της ένωσης επιχειρήσεων ιδιωτικής ασφάλειας, της εθνικής ένωσης επιχειρήσεων ασφάλειας και της συνδικαλιστικής ένωσης εργαζομένων σε υπηρεσίες υποδοχής, φύλαξης, καθαρισμού, οικιακού προσωπικού και διαφόρων δραστηριοτήτων καθώς και άλλων συνδικαλιστικών ενώσεων, στο μέτρο που προβλέπει τα εξής: “Δεν εμπίπτει στην έννοια της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως η απώλεια πελάτη εκ μέρους οικονομικού φορέα λόγω της αναθέσεως της σύμβασης παροχής υπηρεσιών σε άλλον οικονομικό φορέα”;»

20      Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 24ης Μαΐου 2016, απορρίφθηκε το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου περί υπαγωγής της παρούσας υποθέσεως στην ταχεία διαδικασία του άρθρου 105, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου και του δεύτερου ερωτήματος

21      Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι εμπίπτει στην περιλαμβανόμενη στη διάταξη αυτή έννοια της «μεταβίβασης επιχείρησης [ή] εγκατάστασης» η περίπτωση κατά την οποία αναθέτων φορέας καταγγέλλει τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών επιτήρησης και φύλαξης των εγκαταστάσεών του την οποία είχε συνάψει με συγκεκριμένη επιχείρηση, εν συνεχεία δε συνάπτει νέα σύμβαση για την εκπλήρωση της ίδιας παροχής με άλλη επιχείρηση, η οποία αρνείται να αναλάβει τους μισθωτούς εργαζομένους της πρώτης.

22      Σύμφωνα με το άρθρο της 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, η οδηγία 2001/23 εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης.

23      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23 καλύπτει όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, του φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει την ευθύνη της εκμετάλλευσης της επιχείρησης και το οποίο αναλαμβάνει συμβατικώς τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων της επιχείρησης. Επομένως, για να έχει εφαρμογή η οδηγία 2001/23, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν απευθείας συμβατικές σχέσεις μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του προς διαδόχου, δεδομένου ότι η μεταβίβαση μπορεί να γίνει με την παρεμβολή τρίτου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1996, Merckx και Neuhuys, C‑171/94 και C‑172/94, EU:C:1996:87, σκέψεις 28 και 30, καθώς και της 20ής Νοεμβρίου 2003, Abler κ.λπ., C‑340/01, EU:C:2003:629, σκέψη 39).

24      Επομένως, η έλλειψη συμβατικού δεσμού μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις οποίες ανατέθηκε διαδοχικά η εκτέλεση των καθηκόντων επιτήρησης και φύλαξης λιμενικών εγκαταστάσεων δεν ασκεί επιρροή στο ζήτημα αν η οδηγία 2001/23 έχει εφαρμογή ή όχι σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη.

25      Υπενθυμίζεται άλλωστε ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/23, η εφαρμογή της οδηγίας αυτής προϋποθέτει επίσης ότι η οικεία μεταβίβαση αφορά «οικονομική οντότητα που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας».

26      Για να κριθεί αν πληρούται πράγματι η προϋπόθεση αυτή, πρέπει να συνεκτιμηθούν όλα τα πραγματικά περιστατικά που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση πράξη, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται, ιδίως, το είδος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης για την οποία πρόκειται, η μεταβίβαση ή μη των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων, όπως τα κτίρια και τα κινητά, η αξία των άυλων περιουσιακών στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, η ανάληψη ή μη του κύριου μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο επιχειρηματία, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης και, επομένως, δεν μπορούν να εκτιμηθούν μεμονωμένα (βλ., συναφώς, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2015, Aira Pascual και Algeposa Terminales Ferroviarios, C‑509/14, EU:C:2015:781, σκέψη 32 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

27      Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το εθνικό δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη, πρέπει ιδίως να λαμβάνει υπόψη το είδος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης περί της οποίας πρόκειται (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2015, Aira Pascual και Algeposa Terminales Ferroviarios, C‑509/14, EU:C:2015:781, σκέψη 33).

28      Ως εκ τούτου, η σημασία που πρέπει να δοθεί αντιστοίχως στα διάφορα κριτήρια για την ύπαρξη μεταβίβασης υπό την έννοια της οδηγίας 2001/23 αναγκαστικά ποικίλλει αναλόγως της ασκούμενης δραστηριότητας, και μάλιστα των μεθόδων παραγωγής ή εκμετάλλευσης που χρησιμοποιούνται στην οικεία επιχείρηση, στην οικεία εγκατάσταση ή στο οικείο τμήμα εγκατάστασης (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2015, Aira Pascual και Algeposa Terminales Ferroviarios, C‑509/14, EU:C:2015:781, σκέψη 34).

29      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, συνεπώς, σε έναν τομέα όπου η δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, η ταυτότητα μίας οικονομικής μονάδας δεν διατηρείται αν σημαντικό τμήμα του προσωπικού της οντότητας αυτής δεν αναλαμβάνεται από τον φερόμενο ως διάδοχο (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2015, Aira Pascual και Algeposa Terminales Ferroviarios, C‑509/14, EU:C:2015:781, σκέψη 35).

30      Όταν, αντιθέτως, η δραστηριότητα στηρίζεται ουσιαστικά στον εξοπλισμό, το γεγονός ότι οι πρώην εργαζόμενοι μιας επιχείρησης δεν αναλαμβάνονται από τον νέο επιχειρηματία για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν αρκεί για να αποκλειστεί η ύπαρξη μεταβίβασης μιας οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, υπό την έννοια της οδηγίας 2001/23. Συγκεκριμένα, μια διαφορετική ερμηνεία θα αντιστρατευόταν τον κύριο σκοπό της εν λόγω οδηγίας, ο οποίος έγκειται στο να διατηρηθούν, ακόμη και παρά τη θέληση του διαδόχου, οι συμβάσεις εργασίας των μισθωτών του εκχωρητή μεταβιβάζοντος (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2015, Aira Pascual και Algeposa Terminales Ferroviarios, C‑509/14, EU:C:2015:781, σκέψη 41).

31      Κατά συνέπεια, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει, με γνώμονα τις προεκτεθείσες εκτιμήσεις και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη, αν η τελευταία πρέπει να θεωρηθεί μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια της οδηγίας 2001/23.

32      Προς τούτο, το εν λόγω δικαστήριο θα πρέπει μεταξύ άλλων να εξετάσει αν η ICTS μεταβίβασε στη Securitas, άμεσα ή έμμεσα, εξοπλισμό ή ενσώματα ή άυλα αγαθά, με σκοπό την άσκηση της δραστηριότητας φύλαξης και ασφάλειας των επίμαχων εγκαταστάσεων.

33      Το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει εκτός των άλλων να εξακριβώσει αν η Portos dos Açores έθεσε τέτοια στοιχεία στη διάθεση της ICTS και της Securitas. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το γεγονός ότι τα ενσώματα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την άσκηση της επίμαχης στην κύρια δίκη δραστηριότητας και τα οποία αναλαμβάνει ο νέος επιχειρηματίας δεν ανήκαν στον προκάτοχό του, αλλά είχαν απλώς τεθεί στη διάθεσή του από εκείνον που του είχε αναθέσει τη σύμβαση, δεν μπορεί να οδηγήσει στο να αποκλειστεί η ύπαρξη μεταβίβασης επιχείρησης υπό την έννοια της οδηγίας 2001/23 (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2015, Aira Pascual και Algeposa Terminales Ferroviarios, C‑509/14, EU:C:2015:781, σκέψεις 38 και 39). Εντούτοις, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη μεταβίβασης οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, κατά την έννοια της οδηγίας 2001/23, πρέπει, εφόσον απαιτείται, να ληφθεί υπόψη μόνον ο εξοπλισμός που όντως χρησιμοποιείται για την παροχή των υπηρεσιών επιτήρησης, εξαιρουμένων των εγκαταστάσεων που αποτελούν αντικείμενο των υπηρεσιών αυτών (απόφαση της 19ης Ιουλίου 2010, UGT-FSP, C‑151/09, EU:C:2010:452, σκέψη 31).

34      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα δύο πρώτα ερωτήματα είναι ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι εμπίπτει στην περιλαμβανόμενη στη διάταξη αυτή έννοια της «μεταβίβασης επιχείρησης [ή] εγκατάστασης» η περίπτωση κατά την οποία αναθέτων φορέας καταγγέλλει τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών επιτήρησης και φύλαξης των εγκαταστάσεών του την οποία είχε συνάψει με συγκεκριμένη επιχείρηση, εν συνεχεία δε συνάπτει νέα σύμβαση για την εκπλήρωση της ίδιας παροχής με άλλη επιχείρηση, η οποία αρνείται να αναλάβει τους μισθωτούς εργαζομένους της πρώτης, υπό τον όρο ότι η δεύτερη επιχείρηση έχει αναλάβει τον εξοπλισμό που είναι απαραίτητος για την εκπλήρωση της οικείας παροχής.

 Επίτουτρίτουερωτήματος

35      Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική διάταξη όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία προβλέπει ότι δεν εμπίπτει στην έννοια της «μεταβίβασης επιχείρησης [ή] εγκατάστασης» του άρθρου 1, παράγραφος 1, η απώλεια πελάτη εκ μέρους οικονομικού φορέα λόγω της ανάθεσης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών σε άλλον οικονομικό φορέα.

36      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η απλή απώλεια σύμβασης παροχής υπηρεσιών προς όφελος ανταγωνιστή δεν αποδεικνύει, αυτή καθαυτήν, την ύπαρξη μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης κατά την έννοια της οδηγίας 2001/23 (απόφαση της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen, C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 16). Εντούτοις, εθνική διάταξη η οποία εξαιρεί κατά τρόπο γενικό από το πεδίο εφαρμογής της έννοιας αυτής την απώλεια πελάτη εκ μέρους οικονομικού φορέα λόγω της ανάθεσης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών σε άλλον οικονομικό φορέα δεν καθιστά δυνατή τη συνεκτίμηση του συνόλου των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη.

37      Επομένως, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου που υπενθυμίζεται με τις σκέψεις 26 και 27 της παρούσας απόφασης και, αφετέρου, του σκοπού της οδηγίας 2001/23 ο οποίος, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας αυτής, έγκειται στην προστασία των εργαζομένων μέσω εξασφάλισης της διατήρησης των δικαιωμάτων τους σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας έχει την έννοια ότι αντιτίθεται προς τέτοια εθνική διάταξη.

38      Υπό τις συνθήκες αυτές, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τρίτο ερώτημα είναι ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική διάταξη όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία προβλέπει ότι δεν εμπίπτει στην έννοια της «μεταβίβασης επιχείρησης [ή] εγκατάστασης» του άρθρου 1, παράγραφος 1, η απώλεια πελάτη εκ μέρους οικονομικού φορέα λόγω της ανάθεσης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών σε άλλον οικονομικό φορέα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

39      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, έχει την έννοια ότι εμπίπτει στην περιλαμβανόμενη στη διάταξη αυτή έννοια της «μεταβίβασης επιχείρησης [ή] εγκατάστασης» η περίπτωση κατά την οποία αναθέτων φορέας καταγγέλλει τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών επιτήρησης και φύλαξης των εγκαταστάσεών του την οποία είχε συνάψει με συγκεκριμένη επιχείρηση, εν συνεχεία δε συνάπτει νέα σύμβαση για την εκπλήρωση της ίδιας παροχής με άλλη επιχείρηση η οποία αρνείται να αναλάβει τους μισθωτούς εργαζομένους της πρώτης, υπό τον όρο ότι η δεύτερη επιχείρηση έχει αναλάβει τον εξοπλισμό που είναι απαραίτητος για την εκπλήρωση της οικείας παροχής.

2)      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική διάταξη όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία προβλέπει ότι δεν εμπίπτει στην έννοια της «μεταβίβασης επιχείρησης [ή] εγκατάστασης» του άρθρου 1, παράγραφος 1, η απώλεια πελάτη εκ μέρους οικονομικού φορέα λόγω της ανάθεσης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών σε άλλον οικονομικό φορέα.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο