Δημοσιεύθηκε στις : [ 03-10-2001 ]

ΠΟΛ.1227/3.10.2001 Υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, προκειμένου για τα εισοδήματα κληρονομιαίων ακινήτων, από το μεσεγγυούχο που ορίστηκε με δικαστική απόφαση

(Υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, προκειμένου για τα εισοδήματα κληρονομιαίων ακινήτων, από το μεσεγγυούχο που ορίστηκε με δικαστική απόφαση)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα, 3 Οκτωβρίου 2001
Αρ. Πρωτ.:1091197/1475/Α0012

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ (Δ.12)
ΤΜΗΜΑ Α΄

ΠΟΛ.: 1227

ΘΕΜΑ: Υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος προκειμένου για τα εισοδήματα κληρονομιαίων ακινήτων από το μεσεγγυούχο που ορίστηκε με δικαστική απόφαση.
1091197/1475/Α0012/ΠΟΛ.1227/3.10.2001

1. Σχετικά με το παραπάνω θέμα, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με την υπ' αριθ. 394/7.5.2001 γνωμοδότηση, διατύπωσε την άποψη ότι σε περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης των εκατέρωθεν κληρονομικών δικαιωμάτων επί ακινήτων, μετά από έγερση της περί κλήρου αγωγής ή άλλης διεκδικητικής αγωγής κ.λπ. και μέχρι την τελεσιδικία της σχετικής δικαστικής απόφασης, υπόχρεος να υποβάλει τη φορολογική δήλωση για τα εισοδήματα των επίδικων ακινήτων είναι ο μεσεγγυούχος που ορίστηκε από το δικαστήριο.

Ομως, μετά τη λήξη της αμφισβήτησης αυτής και την άρση της επιδικίας με την αμετάκλητη απόφαση της περί κλήρου αγωγής, υπόχρεοι να υποβάλουν φορολογική δήλωση για τα εισοδήματα των επίδικων ακινήτων είναι τα φυσικά πρόσωπα που αναγνωρίστηκαν δικαστικά ως κληρονόμοι των ακινήτων αυτών.

Σας κοινοποιούμε φωτοαντίγραφο της γνωμοδότησης αυτής, που έγινε δεκτή από τον Υπουργό Οικονομικών, για ενημέρωσή σας.

2. Επίσης, σε αντιδιαστολή των όσων αναφέρονται πιο πάνω, σας επισημαίνουμε την υπ' αριθ. 489/3.7.1989 γνωμοδότηση της Νομικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών, που έχει γίνει επίσης δεκτή από τον Υπουργό Οικονομικών και κοινοποιήθηκε με την υπ' αριθ. 1056368/1037/Α0012/ΠΟΛ.1170/27.7.1990 διαταγή μας, για παρόμοιο θέμα. Ειδικότερα, με τη γνωμοδότηση αυτή είχε διατυπωθεί η άποψη ότι σε κάθε άλλη περίπτωση αμφισβήτησης κληρονομικών δικαιωμάτων χωρίς επιδικία, σύμφωνα με τα πιο πάνω (όπως π.χ. ερμηνεία διαθήκης για την αληθή βούληση του διαθέτη κ.λπ.), η δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τα εισοδήματα από κληρονομιαία ακίνητα πρέπει να υποβληθεί από αυτούς που προβάλλουν κληρονομικά δικαιώματα με επιφύλαξη και όχι από τον προσωρινό διαχειριστή της κληρονομιάς, που διορίστηκε από τους διεκδικητές της κληρονομιάς ή από το δικαστήριο.

Αρ. γνωμ.: 394/7.5.2001

Περίληψη ερωτήματος: Ερωτάται ποιος υποχρεούται σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για εισοδήματα κληρονομιαίων ακινήτων, σε περίπτωση διορισμού μεσεγγυούχου με δικαστική απόφαση, ενόψει και της υπ' αριθ. 489/1989 ατομικής γνωμοδότησης ΝΥΔ.

Επί του ανωτέρω ερωτήματος το Β' Τμήμα του ΝΣΚ γνωμοδότησε ομόφωνα ως ακολούθως:

1. Από την ερωτώσα υπηρεσία, αλλά και από το υπ' αριθ. 2017/12.2.2001 έγγραφο της αρμόδιας ΔΟΥ και τις συνημμένες σ' αυτό δικαστικές αποφάσεις, προκύπτουν τα εξής:

Μετά το θάνατο της Μ.Γ. στις 13.6.1992, δημοσιεύθηκαν τέσσερις από 20.11.1978, 10.10.1988, 1.6.1989 και 5.5.1991 ιδιόχειρες διαθήκες με τις οποίες αυτή άφησε κινητή και ακίνητη περιουσία, αλλού όμως εγκατέστησε ως κληρονόμους και τους τέσσερις γιους της, στις δύο τελευταίες όμως μόνο τον εξ αυτών Ν.Γ., αποκλείοντας τους λοιπούς και από τη νόμιμη μοίρα. Με την από 8.7.1992 αγωγή ενός από τους αποκληρωθέντες, ζητήθηκε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των διαθηκών αυτών, επειδή στο χρόνο της σύνταξής τους η διαθέτης δεν είχε συνείδηση των πράξεών της συνεπεία πνευματικής νόσου και να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα. Συγχρόνως, λόγω της διαφοράς αυτής περί το εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί των εν λόγω κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων, ζητήθηκε και επιβλήθηκε ως ασφαλιστικό μέτρο, με τις υπ' αριθ. 11/1993 και 7316/1993 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η δικαστική μεσεγγύηση αυτών, μεσεγγυούχος δε ορίστηκε ο Ν.Γ.

Ηδη από τα στοιχεία της ως άνω ΔΟΥ προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 1304/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης του μεσεγγυούχου Ν.Γ. κατά της υπ' αριθ. 7612/1997 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση (10862/1996 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) που αναγνώρισε ως άκυρες τις προαναφερθείσες δύο τελευταίες, από 1.6.1989 και 5.5.1991, ιδιόγραφες διαθήκες της Μ.Γ.

Σύμφωνα με αίτηση του ως άνω μεσεγγυούχου προς το Υπουργείο Οικονομικών, που απετέλεσε την αιτία του ερωτήματος, ενώ από το οικονομικό έτος 1994 υποβάλλει ως μεσεγγυούχος δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για τα εξ ακινήτων εισοδήματα (μισθώματα) στις αρμόδιες ΔΟΥ, επικαλούμενος τις ως άνω αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην τελευταία δήλωσή του οικονομικού έτους 2000 συνάντησε την άρνηση παραλαβής της από τη ΔΟΥ ......, με αιτιολογία ότι δεν ήταν νόμιμος αυτός ο τρόπος υποβολής των δηλώσεών του (τούτο δεν επιβεβαιώνεται από την ίδια ΔΟΥ).

Η ερωτώσα υπηρεσία, χωρίς τα στοιχεία της ως άνω αρμόδιας ΔΟΥ που αφορούν στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώντας ως ισχύουσες τις εν λόγω αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, αναφέρει την υπ' αριθ. 489/1989 γνωμοδότηση των ΝΥΔ, σύμφωνα με την οποία - κατά την υπηρεσία - έγινε δεκτό ότι, σύμφωνα με τις προϊσχύσασες διατάξεις (άρθρου 11, παρ. 3, περ. α' του Ν.3323/1955 και άρθρου 52, παρ. 3, περ. α' του Π.Δ.129/1989), οι οποίες όμως είναι όμοιες και ταυτόσημες με τις περιλαμβανόμενες στον ισχύοντα Κ.Ν.2238/1994 (άρθρο 61, παρ. 3, περ. α'), δεν μπορεί να υποβληθεί δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τα εισοδήματα από κληρονομιαία ακίνητα από τον προσωρινό διαχειριστή αυτών, είτε αυτόν που διορίστηκε (εν προκειμένω από τον ορισθέντα μεσεγγυούχο) από τους διεκδικητές της κληρονομιάς, είτε από το δικαστήριο. Σύμφωνα με την ίδια γνωμοδότηση, επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προέκυπτε ότι η κληρονομιά αυτή κηρύχθηκε σχολάζουσα, οπότε τη δήλωση των εισοδημάτων των ακινήτων αυτών θα μπορούσε να υποβάλει ο κηδεμόνας αυτής, υπόχρεοι για την υποβολή δήλωσης είναι αυτοί που προβάλλουν κληρονομικά δικαιώματα επ' αυτής και οι οποίοι μπορούν να πράξουν αυτό με επιφύλαξη λόγω της αμφιβολίας για το κληρονομικό τους δικαίωμα και την ιδιότητά τους ως κληρονόμων ή μη.

Ενόψει αυτών, θέτει το ερώτημα ποιος είναι στην ως άνω περίπτωση υπόχρεος για υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για τα εισοδήματα των κληρονομιαίων ακινήτων κ.λπ.

Εκ προοιμίου, σημειώνεται ότι η ως άνω γνωμοδότηση, αφορώσα συγκεκριμένη περίπτωση, ρητώς και σαφώς προϋποθέτει την ανυπαρξία επιδικίας περί τα κληρονομιαία δικαιώματα με την άσκηση της περί κλήρου (ή άλλης διεκδικητικής π.χ.) αγωγής, δεχόμενη ότι στην τελευταία περίπτωση, της επιδικίας δηλαδή, "παρέχεται το δικαίωμα συνάμα και επιβάλλεται να υποβάλει αυτός (προσωρινός διαχειριστής ή μεσεγγυούχος στην προκειμένη περίπτωση) τη φορολογική δήλωση για τα εισοδήματα των κληρονομιαίων ακινήτων".

Ενόψει της επισήμανσης αυτής, θα αρκούσε ως απάντηση του ερωτήματος η εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 61, παρ. 3, περ. α' του Ν.2238/1994, κατόπιν της ως άνω γνωμοδότησης και της γνωστοποιηθείσας από την αρμόδια ΔΟΥ ως άνω επιδικίας για τα κληρονομιαία ακίνητα, η υποχρέωση δηλαδή του αιτούντος - μεσεγγυούχου για υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

Επειδή όμως το ατελές πραγματικό του ερωτήματος συμπληρώθηκε από τα στοιχεία της αρμόδιας ΔΟΥ, κρίνεται σκόπιμη η διερεύνηση του χρόνου λήξης της εν λόγω υποχρέωσης του ανωτέρω μεσεγγυούχου προς αποφυγή σύγχυσης. Συγκεκριμένα:



2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, παρ. 1 και 3 του Ν.2238/1994, ορίζεται ότι: "1. Σε φόρο υπόκειται κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο αποκτά εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα ανεξάρτητα από την ιθαγένεια και τον τόπο κατοικίας ή διαμονής του... 3. Σε φόρο υπόκειται και η σχολάζουσα κληρονομία".

Επίσης, κατά τις διατάξεις του υπό τον τίτλο "Υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης" άρθρου 61, παρ. 3, περ. α' του ίδιου Ν.2238/1994: "3. Υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης, στις πιο κάτω περιπτώσεις είναι: α) σε περίπτωση σχολάζουσας κληρονομίας ή επιδικίας ή μεσεγγύησης κατά περίπτωση, ο κηδεμόνας ή ο προσωρινός διαχειριστής ή ο μεσεγγυούχος".

Εξάλλου, στο άρθρο 725 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: "1. Το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης, αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή την κατοχή ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί η μεσεγγύηση...".

Με τον όρο δικαστική μεσεγγύηση νοείται η δια δικαστικής απόφασης παράδοση σε κάποιον του επίμαχου πράγματος, κινητού ή ακινήτου, προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων επ' αυτού, δικαιωμάτων ενός ή περισσότερων προσώπων τα οποία αμφισβητούνται ή είναι αβέβαια, του θεματοφύλακα (μεσεγγυούχου) υποχρεούμενου σε αυτούσια απόδοσή του μετά από δικαστική απόφαση.

Στο άρθρο 695 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται επίσης ότι: "η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 698 του Κ.Πολ.Δ. με τίτλο "περιπτώσεις υποχρεωτικής ανακλήσεως":

"1. Η απόφαση που διέταξε ασφαλιστικό μέτρο ανακαλείται ολικά ή εν μέρει α) αν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη για την κύρια υπόθεση κατά εκείνου ο οποίος είχε ζητήσει το ασφαλιστικό μέτρο και να γίνει τελεσίδικη, β) αν εκδοθεί οριστική απόφαση που τον ωφελεί, και εκτελεστεί, γ) αν συμφωνηθεί συμβιβασμός για την κύρια υπόθεση, δ) αν περάσουν τριάντα ημέρες από την κατάργηση ή περάτωση της δίκης με άλλο τρόπο.

2. Η ανάκληση που αναφέρεται στην παρ. 1 γίνεται με αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον, αν η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής, από το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί, και σε κάθε άλλη περίπτωση από το δικαστήριο που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο".

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 του Κ.Πολ.Δ.: "1. Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου. 2. Εκτελεστοί τίτλοι είναι: α) οι τελεσίδικες αποφάσεις, καθώς και οι αποφάσεις ελληνικού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές...".

Η ως άνω καθιέρωση της κατ' άρθρο 698 του Κ.Πολ.Δ. υποχρεωτικής ανάκλησης της απόφασης που διέταξε ασφαλιστικό μέτρο, είναι εκδήλωση της φύσης του μέτρου τούτου ως παρεπόμενου της δίκης για την κύρια υπόθεση. Συνεπώς, όπως δεν νοείται δικαστική προστασία με τη μορφή λήψης ασφαλιστικών μέτρων μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης στην κύρια δίκη, έτσι δεν είναι νοητή και η επιβίωση τούτων, αφού το ασφαλισθέν ουσιαστικό δικαίωμα διαγνώσθηκε πλέον ως υπαρκτό (άρθρο 698, παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) ή ανύπαρκτο (άρθρο 698, παρ. 1α' του Κ.Πολ.Δ.), η δε προστασία του, είτε υπό τη μορφή της διάπλασης, είτε υπό τη μορφή της καταψήφισης, καθορίζεται πλέον από τους κανόνες του ουσιαστικού δεδικασμένου και της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Εξάλλου, όπως έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία (Α.Π. Ολομ. 497/1978), με σύμφωνη στο σημείο αυτό και τη θεωρία, δεν απαιτείται η κατά το άρθρο 698, παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. απόφαση περί ανάκλησης "εάν ως εκ της φύσεως και του σκοπού του διαταχθέντος ασφαλιστικού μέτρου, η περί αυτού εκδοθείσα απόφασις ηναλώθη".

Από το συνδυασμό των παραπάνω προκύπτει ότι, από πλευράς μεν δικονομικού δικαίου, κατά την ορθότερη και νομολογιακώς ισχυρότερη άποψη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δεν απαιτείται ανακλητική του ασφαλιστικού μέτρου (εν προκειμένω της μεσεγγύησης) απόφαση, εάν λόγω της επί της κύριας δίκης απόφασης εξαντλήθηκε το περιεχόμενό του (μέτρου), από φορολογικής όμως ιδίως πλευράς, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η έννοια της μεσεγγύησης, κατ' άρθρο 61, παρ. 3α' του Ν.2238/1994, θεσπιζόμενη ως εξαιρετικό καθεστώς φορολόγησης και αιτία προσωρινής διαφοροποίησης του αληθούς φορολογικού υποκειμένου, που είναι καταρχήν οι δια της επαγωγής της κληρονομίας δικαιούχοι των περιουσιακών αυτών στοιχείων, διατασσόμενη ως ασφαλιστικό μέτρο με απόφαση δικαστηρίου, όταν υπάρχει διαφορά για την κυριότητα, νομή ή κατοχή ακινήτων ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά περί αυτών, παύει αυτοδίκαια να ισχύει σε κάθε περίπτωση ως εξαντληθείσα, ανεξαρτήτως της τυπικής ανάκλησής της, με την έκδοση της επιλύουσας τη διαφορά περί την κυριότητα κ.λπ. τελεσίδικης απόφασης. Τούτο δε διότι έκτοτε παύει έναντι της φορολογικής αρχής η επιδικία και κατ' ουσία το ασκούμενο προσωρινά από το μεσεγγυούχο δημόσιο λειτούργημα, συνακόλουθα δε και η υποχρέωση υποβολής αυτοτελούς δήλωσης φόρου εισοδήματος εκ μέρους του για τα εισοδήματα από τα κληρονομηθέντα ακίνητα, λόγω ακριβώς της λήξης της ιδιότητάς του αυτής. Εμμονή άλλωστε του μεσεγγυούχου στη διατήρηση της ίδιας κατάστασης, δεν νοείται από πλευράς φορολογικού δικαίου.

Μόνο εν τέλει, εφόσον και καθόσον υφίσταται δικαστική αμφισβήτηση των εκατέρωθεν κληρονομικών δικαιωμάτων (επί κινητών και ακινήτων) κατόπιν έγερσης σχετικής αγωγής (περί κλήρου κ.λπ.), τουτέστιν μέχρι την τελεσιδικία της σχετικής δικαστικής απόφασης, δικαιούχος ταυτόχρονα και υπόχρεος προς υποβολή φορολογικής δήλωσης για τα τυχόν εκ των επίδικων κινητών ή ακινήτων προκύπτοντα εισοδήματα είναι εκ του νόμου ο υπό του δικαστηρίου των ασφαλιστικών μέτρων τυχόν οριζόμενος μεσεγγυούχος, ενώ μετά τη λήξη της αμφισβήτησης αυτής υπόχρεα καθίστανται τα δικαστικώς αναγνωρισθέντα ως κληρονόμοι - δικαιούχοι των στοιχείων αυτών φυσικά πρόσωπα. Σε κάθε άλλη δε περίπτωση αμφισβήτησης κληρονομικών δικαιωμάτων χωρίς επιδικία κατά τα ανωτέρω, υπόχρεοι και δικαιούχοι υποβολής σχετικής φορολογικής δήλωσης των εισοδημάτων τυγχάνουν, κατά τα αναφερόμενα και στην ανωτέρω υπ' αριθ. 489/1989 γνωμοδότηση ΝΥΔ, οι προβάλλοντες κληρονομικά δικαιώματα επ' αυτών.



3. Ενόψει των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον από τα δεδομένα της αρμόδιας και για τον έλεγχο των σχετικών δηλώσεων ΔΟΥ προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 7612/1997 τελεσίδικη (και ήδη αμετάκλητη) απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναγνωρίσθηκαν ως άκυρες οι ως άνω δύο τελευταίες ιδιόγραφες διαθήκες της θανούσας Μ.Γ. και θεωρήθηκε ως ισχύουσα και διέπουσα τα κληρονομικά δικαιώματα των ως άνω κληρονόμων η από 10.10.1988 προγενέστερη διαθήκη της, από το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης αυτής, στις 29.8.1997, εν πάση δε περιπτώσει από τη γνωστοποίησή της σ' αυτόν, έπαυσαν ισχύουσες οι αποφάσεις διορισμού του Ν.Γ. ως μεσεγγυούχου εξαντληθέντος, σε κάθε περίπτωση από δικονομικής και φορολογικής πλευράς, του περιεχομένου τους, συνακόλουθα δε και η υποχρέωσή του υποβολής αυτοτελούς δήλωσης φόρου εισοδήματος υπό την ιδιότητα αυτή, ενεργοποιηθείσης έκτοτε της αντίστοιχης υποχρέωσης όλων των κληρονόμων της διαθέτιδας να περιλάβουν στα λοιπά εισοδήματά τους και τα εκ των κληρονομιαίων.






ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο