Συνημμένα

Δημοσιεύθηκε στις : [ 11-11-2016 ]

Αιτιολογική έκθεση - Σχέδιο νόμου Εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών

(Εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών)

Κατηγορία: Λοιπά

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ στο σχέδιο νόμου «Εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/17/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών»

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Α. Γενικό Μέρος

I. Με το παρόν σχέδιο νόμου ενσωματώνεται στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ, 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010.

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση των ετών 2007-2009, η οποία προκάλεσε σοβαρά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, οδήγησε στην έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους όλων των συμμετεχόντων στην αγορά ιδίως των καταναλωτών. Μολονότι ορισμένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αναδείχτηκαν κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης προέκυψαν έξω από την Ένωση, παρατηρείται ότι οι καταναλωτές εντός της Ένωσης έχουν σημαντικά επίπεδα χρέους, μεγάλο μέρος του οποίου είναι συγκεντρωμένο σε πιστώσεις που σχετίζονται με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία.

Εντός της Ένωσης εντοπίστηκαν στις αγορές ενυπόθηκης πίστης αρκετών κρατών μελών προβλήματα, τα οποία μεταξύ άλλων αφορούσαν στα ασυνεπή ή ακόμα και ανύπαρκτα πλαίσια αδειοδότησης και λειτουργίας για τους μεσίτες πιστώσεων καθώς και στις πιστώσεις που είναι εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα.

Προκειμένου να διευκολυνθεί η δημιουργία και η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στον τομέα των συμβάσεων πίστωσης που αφορούν στα ακίνητα και να διασφαλιστεί ότι οι καταναλωτές που επιθυμούν να συνάψουν τέτοιες συμβάσεις μπορούν να το πράττουν με βεβαιότητα και ότι οι φορείς με τους οποίους συναλλάσσονται ενεργούν με επαγγελματισμό και υπευθυνότητα, υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο νομοθεσία η Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικό με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ, 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010.

Στόχος της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ είναι η ανάπτυξη μιας περισσότερο διαφανούς αποτελεσματικής και ανταγωνιστικής εσωτερικής αγοράς, μέσω συνεπών, ευέλικτων και δίκαιων συμβάσεων πίστωσης που αφορούν ακίνητα, προωθώντας παράλληλα τη βιώσιμη χορήγηση και λήψη δανείων προσφέροντας έτσι υψηλό επίπεδο προστασίας στον καταναλωτή. Παράλληλα διασφαλίζεται υψηλότερος βαθμός αποτελεσματικότητας και ανταγωνιστικότητας της εσωτερικής αγοράς που συμβάλλει στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, με τη θέσπιση ενός πλαισίου για όλα τα κράτη μέλη

Αντικείμενο, συνεπώς του σχεδίου νόμου για την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ, είναι η θέσπιση διατάξεων σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία.

Το σχέδιο νόμου διαρθρώνεται σε δεκατέσσερα (14) κεφάλαια και στις διατάξεις του συμπεριλαμβάνεται, η υποχρέωση να πραγματοποιείται αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας πριν από τη χορήγηση πίστωσης, καθώς επίσης και η καθιέρωση συγκεκριμένων υποχρεώσεων για τους πιστωτικούς φορείς /μεσίτες πιστώσεων που πρέπει να τηρούνται κατά το στάδιο που προηγείται της σύναψης της σύμβασης πίστωσης αλλά και μετά τη σύναψη αυτής. Επιπλέον υποχρεώσεις καθορίζονται σε περίπτωση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών.

Καθιερώνονται επίσης ορισμένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, όπως η άδεια εγκατάστασης και η εποπτεία των μεσιτών πιστώσεων και των μη πιστωτικών ιδρυμάτων. Εξασφαλίζεται η ορθή εκτίμηση του ακινήτου εισάγοντας την υποχρέωση διενέργειας εκτιμήσεων με αξιόπιστα πρότυπα εκτίμησης. Καλούνται δε οι πιστωτικοί φορείς να επιδεικνύουν εύλογη ανοχή και να καταβάλλουν κάθε εύλογη προσπάθεια για την επίτευξη λύσης πριν κινήσουν διαδικασίες κατάσχεσης.

Β. Επί των άρθρων

Κεφάλαιο Α

Στο άρθρο 1 τίθεται επιγραμματικά ο σκοπός του παρόντος σχεδίου νόμου, ο οποίος αποτελεί την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ, ενώ στο άρθρο 2 και συγκεκριμένα στην παράγραφο 1 προσδιορίζεται το πεδίο εφαρμογής του. Σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, οι διατάξεις του εφαρμόζονται αφενός σε συμβάσεις πίστωσης που εξασφαλίζονται με εμπράγματη εξασφάλιση επί ακινήτου που προορίζεται για κατοικία και αφετέρου σε συμβάσεις πίστωσης, σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ή η διατήρηση δικαιωμάτων κυριότητας επί εγγείου ιδιοκτησίας υπάρχοντος ή υπό κατασκευή κτιρίου.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 εισάγονται εξαιρέσεις από το ως άνω πεδίο εφαρμογής του νόμου ενώ στην παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου προβλέπεται έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού με επισπεύδοντο Υπουργείο Οικονομικών, η οποία δύναται να εξαιρεί από την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους των διατάξεων συμβάσεις πίστωσης οι οποίες σχετίζονται με πιστώσεις οι οποίες χορηγούνται σε περιορισμένο κοινό με βάση νομοθετικές διατάξεις για σκοπούς κοινής ωφελείας, είτε άτοκα είτε με επιτόκιο χορηγήσεων χαμηλότερο από αυτό που επικρατεί στην αγορά είτε με άλλους ευνοϊκότερους για τον καταναλωτή όρους. Με την ανωτέρω απόφαση καθορίζεται το θεσμικό πλαίσιο για τη διαφήμιση τέτοιων συμβάσεων και οι δέουσες απαιτήσεις πληροφόρησης, οι οποίες θα περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα κύρια χαρακτηριστικά, τους κινδύνους και το κόστος τέτοιων συμβάσεων πίστωσης.

Στο άρθρο 3 παρατίθενται οι ορισμοί απαραίτητοι για την κατανόηση και εφαρμογή του παρόντος σχεδίου νόμου. Στον ορισμό του πιστωτικού φορέα περιλαμβάνονται για σκοπούς σαφήνειας και οι εταιρείες του ν. 4354/2015, κατά το μέτρο που θα αποκτούν δάνεια υποκείμενα στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, εφαρμοζομένων στην περίπτωσή τους, εξ αντικειμένου, μόνο των υποχρεώσεων εκείνων που οφείλουν να εκπληρώνονται και μετά τη χορήγηση του δανείου ή κατά τον εξωδικαστικό διακανονισμό του. Ειδικά στην περίπτωση του ορισμού 7, περιορίζεται η έννοια του "συνδεδεμένου μεσίτη πιστώσεων" ως κάθε μεσίτη πιστώσεων που ενεργεί στο όνομα και υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη α) ενός μόνο πιστωτικού φορέα ή β) ενός μόνο ομίλου. Δεν ενσωματώνεται η περ. γ, καθώς η έλλειψη βάθους της ελληνικής τραπεζικής αγοράς δεν συνάδει με την υιοθέτηση του εν λόγω κριτηρίου, σε συνδυασμό μάλιστα και με την προοπτική έμμεσης εποπτείας των συνδεδεμένων μεσιτών, δηλαδή της δραστηριοποίησής τους υπό την πλήρη ευθύνη του πιστωτικού φορέα που εκπροσωπούν, κατ' αποκλειστικότητα. Η επιλογή αυτή είναι σύμφωνη με το άρθρο 2 παρ. 1 της Οδηγίας, με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα θέσπισης αυστηρότερων διατάξεων με γνώμονα την προστασία των καταναλωτών. .

Με το άρθρο 4 ορίζονται και εξειδικεύονται οι αρμόδιες αρχές. Θέματα που αφορούν στη χρηματοοικονομική εκπαίδευση και στη διαφήμιση (άρθρα 5, 9 και 10), στις συμβουλευτικές υπηρεσίες από πιστοποιημένες ενώσεις καταναλωτών (2° εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 21) καθώς και στους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών (άρθρο 37) αρμόδιο είναι το Υπουργείο Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού. Για τα λοιπά άρθρα αρμόδια αρχή ορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος. Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι επίσης αρμόδια για την σύναψη του μνημονίου συνεργασίας το οποίο προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 34.

Κεφάλαιο Β

Στο άρθρο 5 κατονομάζονται οι φορείς που θα συμβάλλουν στην χρηματοοικονομική διαπαιδαγώγηση των καταναλωτών, και πιο συγκεκριμένα α) στην εκπαίδευση των καταναλωτών σε ότι αφορά τον υπεύθυνο δανεισμό και τη διαχείριση χρέους, ιδίως σχετικά με τις συμβάσεις ενυπόθηκης πίστωσης, και β) στην παροχή σαφών και γενικών πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης πίστωσης με σκοπό την καθοδήγηση των καταναλωτών, ιδίως όσων λαμβάνουν στεγαστικό δάνειο για πρώτη φορά. Ορίζεται, ότι προς τον σκοπό αυτό η Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, στο πλαίσιο των θεσμοθετημένων αρμοδιοτήτων της (όπως αυτές περιγράφονται στο όρθρο 62 του ΠΔ 116/2014 αλλά και με βάση την ήδη θεσμοθετημένη δομή υποστήριξης διαχείρισης ιδιωτικού χρέους, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κεφαλαίου Β του ν.4336/2015), για την ενημέρωση και εκπαίδευση του καταναλωτή, συνεργάζεται με την Τράπεζα της Ελλάδος, το Συνήγορο του Καταναλωτή, τις ενώσεις των πιστωτικών φορέων, τις πιστοποιημένες Ενώσεις Καταναλωτών, το Μεσολαβητή Τραπεζικών Επενδυτικών Υπηρεσιών και κάθε άλλο εμπλεκόμενο φορέα.

Κεφάλαιο Γ

Στο άρθρο 6 καθορίζονται οι υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς κατά την παροχή πιστώσεων σε καταναλωτές. Τονίζεται η αυξημένη υποχρέωση πρόνοιας και προστασίας από τους παρέχοντες τις υπαγόμενες στο νόμο υπηρεσίες. Πιο συγκεκριμένα, ο εκάστοτε πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων, όταν σχεδιάζει πιστωτικά προϊόντα ή χορηγεί τα υπαγόμενα στο παρόν σχέδιο νόμου πιστωτικά προϊόντα ή ασκεί δραστηριότητα πιστωτικής διαμεσολάβησης ή παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες σε σχέση με πίστωση ή κατά περίπτωση, παρέχει συμπληρωματικές της πίστωσης υπηρεσίες ή όταν εκτελεί σύμβαση πίστωσης, θα πρέπει να ενεργεί με εντιμότητα, δικαιοσύνη, διαφάνεια και επαγγελματισμό, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των καταναλωτών. Η παράγραφος 1 του άρθρου 6 ορίζει επίσης ειδικά στις περιπτώσεις χορήγησης πίστωσης, άσκησης πιστωτικής διαμεσολάβησης ή παροχής συμβουλευτικών ή συμπληρωματικών υπηρεσιών σχετικά με πίστωση, οι εν λόγω δραστηριότητες θα πρέπει να βασίζονται σε πληροφορίες που παρέχει ο καταναλωτής σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες βρίσκεται (προσωπική χρηματοοικονομική επαγγελματική κατάσταση σε συνδυασμό με τις ανάγκες και τις προτιμήσεις του), και οποιαδήποτε ειδική απαίτηση έχει γνωστοποιήσει, καθώς και σε εύλογες παραδοχές σχετικό με κινδύνους αναφορικά με την κατάσταση του καταναλωτή κατά τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Στην περίπτωση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, η δραστηριότητα βασίζεται επιπροσθέτως σε πληροφορίες που αφορούν στις γνώσεις και στην εμπειρία του καταναλωτή στο συγκεκριμένο τομέα υπηρεσιών και στη χρηματοοικονομική του κατάσταση, στις προτιμήσεις και στους στόχους του καταναλωτή.

Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 του άρθρου 6 θέτουν το πλαίσιο της πολιτικής των αμοιβών του προσωπικού πιστωτικών φορέων και μεσιτών πιστώσεων. Ο τρόπος με τον οποίο οι πιστωτικοί φορείς αμείβουν το προσωπικό τους και τους μεσίτες πιστώσεων, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο οι μεσίτες πιστώσεων αμείβουν το προσωπικό τους, δεν πρέπει να παραβλάπτει τη συμμόρφωσή τους προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Επιπλέον, όσον αφορά το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, η πολιτική αμοιβών των πιστωτικών φορέων είναι συνεπής προς την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και προάγει αυτήν χωρίς να ενθαρρύνει την ανάληψη κινδύνων, που υπερβαίνουν το επίπεδο αποδεκτών κινδύνων εκ μέρους του πιστωτικού φορέα και είναι σύμφωνη με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του πιστωτικού φορέα, ενσωματώνοντας μέτρα για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων και προβλέποντας ιδίως ότι η αμοιβή δεν συναρτάται με τον αριθμό ή το ποσοστό των αιτήσεων που γίνονται δεκτές . Ειδικά όταν οι πιστωτικοί φορείς ή οι μεσίτες πιστώσεων παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες, η διάρθρωση των αμοιβών του εμπλεκόμενου προσωπικού δεν πρέπει να παραβλάπτει την ικανότητά του να ενεργεί προς το βέλτιστο συμφέρον του καταναλωτή και ιδίως δεν πρέπει να συναρτάται με τους στόχους πωλήσεων. Διευκρινίζεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 6, ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με αποφάσεις της να καθορίζει κανόνες που διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας απαγόρευσης συγκεκριμένου τύπου διάρθρωσης αμοιβών ή μορφών οικονομικού ανταλλάγματος καθώς και να θεσπίζει μεταξύ άλλων και κανόνες που κρίνονται αναγκαίοι για την αποτελεσματική παρακολούθηση των πιστωτικών φορέων καθώς και των μεσιτών πιστώσεων με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Στο άρθρο 7 προβλέπεται υποχρέωση δωρεάν παροχής πληροφοριών στους καταναλωτές, προσδιορίζονται δε συγκεκριμένα για λόγους ασφάλειας δικαίου, οι διατάξεις τις οποίες αφορά η δωρεάν παροχή πληροφόρησης. Στο άρθρο 8 θεσπίζεται υποχρέωση των πιστωτικών φορέων και μεσιτών πιστώσεων να μεριμνούν για το κατάλληλο και επικαιροποιημένο επίπεδο γνώσεων και επάρκειας του προσωπικού τους αναφορικά με το σχεδιασμό, την προσφορά ή τη χορήγηση πίστωσης, την άσκηση δραστηριοτήτων πιστωτικής διαμεσολάβησης ή την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, καθώς και με κάθε συμπληρωματική υπηρεσία στο πλαίσιο συμφωνίας χορήγησης πίστωσης.

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση παροχής από πιστωτικό φορέα ή μεσίτη πιστώσεων υπηρεσιών στην Ελλάδα, μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος, για το προσωπικό του υποκαταστήματος ενώ στην περίπτωση παροχής από πιστωτικό φορέα ή μεσίτη πιστώσεων υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση υποκαταστήματος, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες κατ' ελάχιστον προβλεπόμενες απαιτήσεις που θεσπίζονται από το κράτος μέλος καταγωγής, εκτός εάν με την απόφαση της αρμόδιας αρχής της παραγράφου 5 ορίζεται διαφορετικά .

Η αρμόδια αρχή εποπτεύει τη συμμόρφωση των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων που αφορά στις υποχρεώσεις αυτές, δύναται όμως να απαιτεί την παροχή των στοιχείων και πληροφοριών που κρίνονται αναγκαία για την άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων, είτε αυτοί εδρεύουν στην Ελλάδα είτε εδρεύουν σε άλλο κράτος μέλος και δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα (με ή χωρίς εγκατάσταση υποκαταστήματος). Στην τελευταία περίπτωση, με γνώμονα την αποτελεσματική εποπτεία των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων, προβλέπεται η δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών.

Προς το σκοπό αυτόν, η αρμόδια αρχή δύναται να αναθέτει καθήκοντα και αρμοδιότητες σε άλλες αρμόδιες αρχές ή να αναλαμβάνει καθήκοντα και αρμοδιότητες που της ανατίθενται από άλλες αρμόδιες αρχές.

Η παράγραφος 5 προβλέπει, ότι με απόφαση της αρμόδιας αρχής ορίζονται οι κατ' ελάχιστον προβλεπόμενες απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας για το προσωπικό των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα σύμφωνα με το παράρτημα IV (Παράρτημα III της Οδηγίας αντίστοιχα), στο οποίο ορίζονται οι προϋποθέσεις γνώσεων και εμπειρίας που απαιτείται να πληρούνται σχετικά.

Κεφάλαιο Δ

Το άρθρο 9 θέτει το γενικό πλαίσιο και τους όρους της διαφήμισης και της εμπορικής προώθησης των πιστώσεων, οι οποίες δεν πρέπει να είναι αθέμιτες, ασαφείς ή παραπλανητικές.

Σύμφωνα με το άρθρο 10 κάθε διαφήμιση συμβάσεων πίστωσης με αναφορά σε επιτόκιο ή αριθμητικά στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένες τυποποιημένες πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση της από τον καταναλωτή. Ειδικότερα οι πληροφορίες που αφορούν στο επιτόκιο, στο συνολικό ποσό της πίστωσης, στο ΣΕΠΠΕ και στους λοιπούς όρους της σύμβασης (διάρκεια, αριθμός και ποσό δόσεων, συνολικό πληρωτέο ποσό) θα πρέπει να γνωστοποιούνται με αντιπροσωπευτικό παράδειγμα.

Αν η διαφημιζόμενη πίστωση εμπεριέχει ως υποχρεωτική τη σύναψη σύμβασης που αφορά συμπληρωματική υπηρεσία και ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το κόστος του οποίου δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων, τότε η υποχρεωτική σύναψη της σύμβασης συμπληρωματικής υπηρεσίας πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, συνοπτικό και ευδιάκριτο μαζί με το ΣΕΠΠΕ.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στη διαφήμιση πρέπει να είναι ευανάγνωστες ή να ακούγονται ευκρινώς, ανάλογα με το μέσο που χρησιμοποιείται για τη διαφήμιση .

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 ο γενικός κανόνας είναι ότι επιτρέπονται οι πρακτικές ομαδοποίησης, αλλά απαγορεύονται οι πρακτικές δέσμευσης. Εξαιρέσεις, όμως, στην απαγόρευση αυτή προβλέπονται από τις επόμενες παραγράφους του άρθρου, στις οποίες ορίζεται ότι οι πιστωτικοί φορείς δύνανται να ζητούν από τον καταναλωτή να ανοίξει ή να τηρήσει λογαριασμό ειδικού σκοπού πληρωμών ή ταμιευτηρίου για τη διευκόλυνση της εξόφλησης ή της εξυπηρέτησης ή της συγχρηματοδότησης της πίστωσης ή για την παροχή πρόσθετης ασφάλειας στον πιστωτικό φορέα σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 11 παρέχεται στην αρμόδια αρχή η δυνατότητα να επιτρέπει δεσμευτικές πρακτικές όταν ο πιστωτικός φορέας τεκμηριώνει έναντι αυτής ότι τα δεσμευμένα προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων που προσφέρονται, με όρους και προϋποθέσεις παρόμοιες μεταξύ τους, τα οποία δεν διατίθενται ξεχωριστά, έχουν ως αποτέλεσμα σαφές πλεονέκτημα για τους καταναλωτές, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη διαθεσιμότητα και τις τιμές των σχετικών προϊόντων που προσφέρονται στην αγορά. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 11 προβλέπεται η δυνατότητα στους πιστωτικούς φορείς να ζητούν από τον καταναλωτή τη σύνδεση της σύμβασης πίστωσης με σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ο πιστωτικός φορέας δεν μπορεί να αρνηθεί τη σύνδεση με ασφαλιστήριο συμβόλαιο από ασφαλιστική εταιρία διαφορετική από εκείνη της προτίμησής του, όταν προβλέπονται καλύψεις τουλάχιστον αντίστοιχες με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που προτείνει ο πιστωτικός φορέας.

Με το άρθρο 12 θεσπίζεται για τους πιστωτικούς φορείς και τους συνδεδεμένους μεσίτες πιστώσεων η υποχρέωση να διαθέτουν, είτε στις ιστοσελίδες τους , είτε στα καταστήματά τους ανά πάσα στιγμή, εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο ή σε ηλεκτρονική μορφή, σαφείς και κατανοητές γενικές πληροφορίες για τις συμβάσεις πίστωσης. Απαριθμούνται δε οι γενικές - μη εξατομικευμένες - πληροφορίες που αποτελούν το ελάχιστο επιτρεπτό περιεχόμενο της ενημέρωσης των καταναλωτών. Σε κάθε περίπτωση διευκρινίζεται η δυνατότητα πρόβλεψης από την αρμόδια αρχή περαιτέρω προειδοποιήσεων, που υποχρεωτικά πρέπει να περιλαμβάνονται στις χορηγούμενες γενικές πληροφορίες.

Με τις διατάξεις του άρθρου 13 καθορίζεται ο τρόπος παροχής των απαραίτητων για τους καταναλωτές προσυμβατικών πληροφοριών στο πλαίσιο σύναψης μιας συμφωνίας χορήγησης πίστωσης.

Οι εξατομικευμένες πληροφορίες που είναι απαραίτητες στον καταναλωτή για τη σύγκριση των πιστώσεων που διατίθενται στην αγορά, την αξιολόγηση των επιπτώσεών τους και τη λήψη τεκμηριωμένης απόφασης σχετικά με τη σύναψη σύμβασης πίστωσης παρέχονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση αφού ο καταναλωτής παράσχει τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις ανάγκες του, την οικονομική του κατάσταση και τις προτιμήσεις του, πριν από την παροχή δεσμευτικής για τον πιστωτικό φορέα προσφοράς και σε κάθε περίπτωση πριν ο καταναλωτής δεσμευθεί με σύμβαση ή προσφορά πίστωσης.

Οι παραπάνω εξατομικευμένες πληροφορίες παρέχονται, εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο, με το «Ευρωπαϊκό Τυποποιημένο Δελτίο Πληροφοριών» (ESIS), ενώ τυχόν δεσμευτική για τον πιστωτικό φορέα προσφοράς παρέχεται υποχρεωτικά εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο και συνοδεύεται από νέο «Ευρωπαϊκό Τυποποιημένο Δελτίο Πληροφοριών» (ESIS), όταν τα χαρακτηριστικά της είναι διαφορετικά από τις πληροφορίες του ESIS που είχε προηγουμένως παρασχεθεί.

Στην παράγραφο 4 του άρθρου 13 προβλέπεται ότι μεταξύ της παροχής δεσμευτικής προσφοράς και της σύναψης σύμβασης πίστωσης μεσολαβεί χρονική περίοδος μελέτης δέκα (10) ημερολογιακών ημερών, ώστε ο καταναλωτής να αξιολογήσει τις συνέπειες προκειμένου να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση. Κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης τα στοιχεία της προσφοράς είναι δεσμευτικά για τον πιστωτικό φορέα, εφόσον τα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε εξακολουθούν να ισχύουν. Όπως ορίζεται, οι καταναλωτές δεν μπορούν να δεχτούν την προσφορά πριν την παρέλευση πέντε (5) ημερολογιακών ημερών της περιόδου μελέτης. Μόνο μετά την παρέλευση πέντε (5) ημερών της περιόδου μελέτης και εφόσον ο καταναλωτής δεχτεί την προσφορά του πιστωτικού φορέα, τα αντισυμβαλλόμενα μέρη δύνανται να προβούν στη σύναψη της σύμβασης πίστωσης.

Στις συμβάσεις από απόσταση, οι υποχρεώσεις πληροφόρησης του καταναλωτή πριν από τη σύναψη μιας σύμβασης, όπως ορίζονται στις διατάξεις της περίπτωσης α της παραγράφου 3 του άρθρου 4Θ του Ν. 2251/1994, θεωρείται ότι πληρούνται μόνο εφόσον ο πιστωτικός φορέας ή κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων έχει παράσχει το «Ευρωπαϊκό Τυποποιημένο Δελτίο Πληροφοριών» (ESIS) πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ενώ στην περίπτωση επικοινωνιών φωνητικής τηλεφωνίας, κατά τα αναφερόμενα στην περίπτωση β της παραγράφου 3 του άρθρου 4Θ του νόμου 2251/1994, η περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας, που δίδεται σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία που αναφέρονται στα τμήματα 3 έως 6 του παραρτήματος II του παρόντος νόμου.

Κάθε πρόσθετη πληροφορία, την οποία ο πιστωτικός φορέας ή, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων επιθυμεί ή υποχρεούται να παράσχει στον καταναλωτή σύμφωνα
με απόφαση της αρμόδιας αρχής, παρέχεται σε ξεχωριστό έγγραφο που επισυνάπτεται στο «Ευρωπαϊκό Τυποποιημένο Δελτίο Πληροφοριών» (ESIS). Με την παράγραφο 8 του άρθρου αυτού ορίζεται ο τρόπος παροχής στον καταναλωτή αντιγράφου του σχεδίου σύμβασης πίστωσης.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 14 καθορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο των πληροφοριών που απαιτείται να παρέχουν οι μεσίτες πιστώσεων, εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο, στους καταναλωτές πριν από την άσκηση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης που καθορίζονται στην παράγραφο 5 του όρθρου 3.

Οι μεσίτες πιστώσεων που δεν είναι συνδεδεμένοι αλλά λαμβάνουν προμήθειες από έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς παρέχουν, εφόσον το ζητήσει ο καταναλωτής, πληροφορίες σχετικά με τη διαφοροποίηση του ύψους των προμηθειών που καταβάλλουν οι διάφοροι πιστωτικοί φορείς που παρέχουν τις προσφερόμενες στον καταναλωτή συμβάσεις πίστωσης. Για το λόγο αυτό, ο καταναλωτής ενημερώνεται ότι έχει το δικαίωμα να ζητήσει αυτές τις πληροφορίες. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, εάν ο μεσίτης πιστώσεων επιβαρύνει τον καταναλωτή με αμοιβή και επιπλέον εισπράττει προμήθεια από τον πιστωτικό φορέα ή τρίτο μέρος, ο μεσίτης πιστώσεων εξηγεί στον καταναλωτή κατά πόσον η προμήθεια συμψηφίζεται ή όχι με την αμοιβή, είτε κατά ένα μέρος της είτε πλήρως.

Ορίζεται, στην παράγραφο 4, ότι το ποσό της αμοιβής που πρέπει, ενδεχομένως, να καταβάλει ο καταναλωτής στον μεσίτη πιστώσεων για τις υπηρεσίες του, κοινοποιείται από τον μεσίτη πιστώσεων στον πιστωτικό φορέα, με σκοπό τον υπολογισμό του ΣΕΠΠΕ.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 15, προβλέπεται η υποχρέωση παροχής επαρκών εξηγήσεων στον καταναλωτή σχετικά με τις προτεινόμενες συμβάσεις πίστωσης και τις τυχόν συμπληρωματικές υπηρεσίες. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της δυνατότητας του καταναλωτή να αξιολογήσει το αν οι προτεινόμενες συμβάσεις πίστωσης και συμπληρωματικές υπηρεσίες είναι προσαρμοσμένες στις ανάγκες και στην οικονομική του κατάσταση. Στις ενδεδειγμένες εξηγήσεις περιλαμβάνονται ιδίως, εκτός των πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14, τα βασικά χαρακτηριστικά των προτεινόμενων προϊόντων, οι συγκεκριμένες επιπτώσεις που τα προτεινόμενα προϊόντα ενδέχεται να έχουν για τον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων των συνεπειών αθέτησης πληρωμής του καταναλωτή και, στην περίπτωση που προσφέρονται συμπληρωματικές υπηρεσίες ομαδοποιημένες με τη σύμβαση πίστωσης, κατά πόσον κάθε συστατικό στοιχείο της ομάδας προσφερόμενων προϊόντων μπορεί να είναι δεκτικό χωριστής καταγγελίας εκ μέρους του καταναλωτή καθώς και οι συνέπειες της επιλογής αυτής για τον ίδιο.

Με την παράγραφο 2 του άρθρου 15, παρέχεται εξουσιοδότηση στην αρμόδια αρχή να προσαρμόζει τον τρόπο παροχής και την έκταση των εξηγήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και τα υπόχρεα πρόσωπα για την παροχή των εξηγήσεων, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες προσφέρεται η σύμβαση πίστωσης, το πρόσωπο στο οποίο προσφέρεται και το είδος της προσφερόμενης πίστωσης.

Το Κεφάλαιο Ε

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρέχουν περιγραφή του μηχανισμού υπολογισμού του Συνολικού Ετήσιου Πραγματικού Ποσοστού Επιβάρυνσης (ΣΕΠΠΕ). Στην παράγραφο 2 του όρθρου προβλέπεται ότι τα έξοδα για το άνοιγμα και την τήρηση λογαριασμού ειδικού σκοπού της περίπτωσης (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 11 περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εάν το άνοιγμα ή η τήρηση λογαριασμού είναι υποχρεωτικά προκειμένου να χορηγηθεί η πίστωση ή να χορηγηθεί υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 ο υπολογισμός του ΣΕΠΠΕ βασίζεται στην παραδοχή ότι η σύμβαση πίστωσης θα παραμείνει σε ισχύ για όλη τη συμφωνηθείσα διάρκειά της και ότι ο πιστωτικός φορέας και ο καταναλωτής θα εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τους όρους και κατά τις ημερομηνίες που έχουν καθορισθεί στη σύμβαση πίστωσης.

Σε περίπτωση συμβάσεων πίστωσης που περιέχουν ρήτρες βάσει των οποίων επιτρέπονται διακυμάνσεις στο επιτόκιο χορηγήσεων και, κατά περίπτωση, στις επιβαρύνσεις που περιλαμβάνονται στο ΣΕΠΠΕ, των οποίων όμως το ύψος δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς κατά τη στιγμή του υπολογισμού, το ΣΕΠΠΕ υπολογίζεται με βάση την παραδοχή ότι το επιτόκιο χορηγήσεων και οι λοιπές επιβαρύνσεις θα παραμείνουν σταθερά στο επίπεδο που προσδιορίζεται κατά τη σύναψη της σύμβασης. Ο όρος διακυμάνσεις δεν παραπέμπει μόνο σε συμβάσεις κυμαινόμενου επιτοκίου, αλλά σε οποιεσδήποτε συμβάσεις επιτρέπουν μεταβολές στο επιτόκιο καθ' όλη τη διάρκειά τους, π.χ. αρχικά σταθερό και μετά κυμαινόμενο, αρχικά σταθερό και μετά σταθερό ξανά κ.λ.π.

Όσον αφορά στις συμβάσεις πίστωσης για τις οποίες συμφωνείται σταθερό επιτόκιο για μια αρχική περίοδο διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών, στο τέλος της οποίας πραγματοποιείται διαπραγμάτευση ώστε να συμφωνηθεί νέο σταθερό επιτόκιο για νέα χρονική περίοδο, ο υπολογισμός του πρόσθετου, ενδεικτικού ΣΕΠΠΕ που γνωστοποιείται στο «ESIS» καλύπτει μόνο την αρχική περίοδο σταθερού επιτοκίου και βασίζεται στην παραδοχή ότι, στο τέλος της αρχικής περιόδου σταθερού επιτοκίου χορηγήσεων, το οφειλόμενο κεφάλαιο εξοφλείται.

Με την παράγραφο 6 εξασφαλίζεται, στις συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο ή σταθερό για μία αρχική περίοδο και με δυνατότητα διαπραγμάτευσης νέου σταθερού ή κυμαινόμενου, η ενημέρωση του καταναλωτή για τις πιθανές συνέπειες των διακυμάνσεων του επιτοκίου στα προς πληρωμή ποσά μέσω του ΣΕΠΠΕ, τουλάχιστον στο «ESIS». Αυτό γίνεται με την παροχή πρόσθετου ΣΕΠΠΕ στον καταναλωτή το οποίο απεικονίζει τους πιθανούς κινδύνους που συνδέονται με μια σημαντική αύξηση του επιτοκίου χορηγήσεων. Σε περίπτωση που δεν έχει τεθεί ανώτατο όριο στο επιτόκιο χορηγήσεων, η πληροφόρηση αυτή συνοδεύεται από προειδοποίηση στην οποία τονίζεται ότι το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, όπως αποτυπώνεται στο ΣΕΠΠΕ, μπορεί να αλλάξει.

Κατά περίπτωση, για τον υπολογισμό του ΣΕΠΠΕ χρησιμοποιούνται οι πρόσθετες παραδοχές που καθορίζονται στο παράρτημα I.

Κεφάλαιο ΣΤ

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 17 ορίζεται η υποχρέωση του πιστωτικού φορέα να πραγματοποιεί ενδελεχή αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή πριν από την παροχή δεσμευτικής προσφοράς.

Στόχος είναι η επαλήθευση της προοπτικής του να τηρήσει ο καταναλωτής τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης, με βάση τα δεδομένα τα οποία είναι γνωστά κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης.

Για τον λόγο αυτόν άλλωστε γίνεται αναφορά σε επαλήθευση της προοπτικής, καθώς λαμβανομένης υπόψη και της μεγάλης κατά μέσο όρο διάρκειας της κατηγορίας αυτής των δανείων, δεν είναι δυνατή η επιβεβαίωση κατά τη σύναψη της σύμβασης ότι ο καταναλωτής θα είναι σε θέση ή ότι αποπληρώσει το δάνειο του. Προς τούτο προβλέπεται, βάσει της παρ. 2, ότι ο πιστωτικός φορέας διαθέτει καταγεγραμμένες και τεκμηριωμένες εσωτερικές διαδικασίες, σύμφωνα με τις οποίες διενεργείται η αξιολόγηση, στις οποίες, μεταξύ άλλων προβλέπονται ρητά οι πληροφορίες στις οποίες βασίζεται η εν λόγω αξιολόγηση. Προβλέπεται με την παράγραφο 3, ότι η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν βασίζεται κατά κύριο λόγο στην παραδοχή ότι η αξία του ακινήτου που προορίζεται για κατοικία υπερβαίνει το ποσό της πίστωσης ή στην παραδοχή ότι η αξία του εν λόγω ακινήτου θα αυξηθεί, εκτός εάν ο σκοπός της σύμβασης πίστωσης είναι η κατασκευή ή ανακαίνιση ακινήτου που προορίζεται για κατοικία.

Με την παράγραφο 4 καθιερώνεται απαγόρευση καταγγελίας ή τροποποίησης της σύμβασης από τον πιστωτικό φορέα εις βάρος του καταναλωτή, με την αιτιολογία ότι η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν διενεργήθηκε σωστά, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι ο καταναλωτής εν γνώσει του απέκρυψε ή παραποίησε πληροφορίες. Βάσει της παραγράφου 5, απαγορεύεται η χορήγηση πίστωσης στον καταναλωτή όταν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας υποδεικνύει ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης είναι πιθανόν να μην τηρηθούν με τον τρόπο που απαιτείται από την εν λόγω σύμβαση. Εξάλλου, τυχόν θετική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν γεννά υποχρέωση του πιστωτικού φορέα να χορηγήσει την πίστωση.

Περαιτέρω, ο πιστωτικός φορέας υποχρεούται να ενημερώνει τον καταναλωτή, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν.2472/1997, εκ των προτέρων ότι πρόκειται να γίνει έρευνα σε βάση δεδομένων, καθώς και να τον ενημερώνει αμελλητί για την τυχόν απόρριψη, καθώς και για το γεγονός ότι η απόφαση βασίζεται σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων, όταν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Εάν η απόρριψη βασίζεται στο αποτέλεσμα της έρευνας σε βάση δεδομένων, ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει επίσης τον καταναλωτή σχετικά με το αποτέλεσμα της έρευνας και σχετικά με τα στοιχεία της συγκεκριμένης βάσης δεδομένων.

Στην παράγραφο 6 προβλέπεται, ότι η πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή επαναξιολογείται με βάση επικαιροποιημένες πληροφορίες πριν εγκριθεί οποιαδήποτε σημαντική αύξηση του συνολικού ποσού της πίστωσης μετά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης, εκτός εάν αυτή η συμπληρωματική πίστωση προβλεπόταν και περιλαμβανόταν στην αρχική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας. Το σύνολο των διατάξεων του άρθρου εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2472/1997 (Α' 50).

Με τις διατάξεις του άρθρου 18 προσδιορίζεται ο τρόπος εκτίμησης της αξίας ακινήτων που προορίζονται για κατοικία και συγκεκριμένα ορίζεται ότι η εκτίμηση της αξίας των ακινήτων θα διενεργείται με αξιόπιστα πρότυπα εκτίμησης, σύμφωνα με την Υποπαράγραφο Γ7 του ν. 4152/2013. Προκειμένου να κριθούν αξιόπιστα, τα πρότυπα αποτίμησης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα αποτίμησης, ιδίως αυτά που ορίζει η Διεθνής Επιτροπή Προτύπων Αποτίμησης, η Ευρωπαϊκή Ομάδα Ενώσεων Εκτιμητών ή το Royal Institution of Chartered Surveyors. Τα εν λόγω διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα αποτίμησης περιλαμβάνουν αρχές υψηλού επιπέδου που απαιτούν από τους πιστωτικούς φορείς, μεταξύ άλλων, να υιοθετήσουν και να τηρήσουν εσωτερικές διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου και διαχείρισης των εγγυήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται οι άρτιες διαδικασίες αποτίμησης, να υιοθετήσουν πρότυπα αποτίμησης και μεθόδους που οδηγούν σε ρεαλιστικές και τεκμηριωμένες αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων, ώστε να εξασφαλιστεί ότι όλες οι εκθέσεις αποτίμησης συντάσσονται βάσει επαρκών επαγγελματικών ικανοτήτων και επιμέλειας και ότι οι εκτιμητές πληρούν ορισμένες απαιτήσεις όσον αφορά τα προσόντα, καθώς και να συγκεντρώσουν επαρκή τεκμηρίωση αποτίμησης για τις εγγυήσεις που είναι κατανοητή και εύλογη. Τίθεται δε η υποχρέωση , των εσωτερικών και εξωτερικών εκτιμητών που διενεργούν εκτιμήσεις ακινήτων, εκ μέρους των πιστωτικών φορέων, εγγραφής τους στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών του ν.4152/2013.Επιπλέον θα πρέπει να είναι ανεξάρτητοι από τη διαδικασία έγκρισης της πίστωσης ώστε να μπορούν να παρέχουν αμερόληπτη και αντικειμενική εκτίμηση.

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 καθορίζεται, ότι η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας που αναφέρεται στο άρθρο 17 διενεργείται με βάση αναγκαίες, επαρκείς και αναλογικές πληροφορίες για το εισόδημα και τις δαπάνες του καταναλωτή, καθώς και για άλλες χρηματοοικονομικές και οικονομικές συνθήκες που τον αφορούν. Ο πιστωτικός φορέας αντλεί τις πληροφορίες αυτές από κατάλληλες εσωτερικές ή εξωτερικές πηγές καθώς και από τον καταναλωτή, ενώ μπορεί να χρησιμοποιήσει και τις πληροφορίες που παρέχονται στο μεσίτη πιστώσεων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αίτησης για τη χορήγηση πίστωσης. Οι πληροφορίες επαληθεύονται καταλλήλως, μεταξύ άλλων, μέσω χρήσης δικαιολογητικών που παρέχονται από ανεξάρτητα εξακριβώσιμες πηγές, εφόσον είναι αναγκαίο.

Πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας προσδιορίζει με σαφή και κατανοητό τρόπο τις αναγκαίες πληροφορίες και τα δικαιολογητικά από ανεξάρτητα εξακριβώσιμες πηγές που οφείλει να παράσχει ο καταναλωτής, καθώς και το εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου ο καταναλωτής οφείλει να παράσχει τα στοιχεία αυτά. Το αίτημα αυτό του πιστωτικού φορέα για παροχή πληροφοριών από τον καταναλωτή δεν πρέπει να περιέχει δυσανάλογες απαιτήσεις αλλά να περιορίζεται σε ό,τι είναι απαραίτητο για τη διενέργεια άρτιας αξιολόγησης της πιστοληπτικής του ικανότητας. Ο πιστωτικός φορέας δύναται να ζητά διευκρινίσεις από τον καταναλωτή όσον αφορά στις πληροφορίες που λαμβάνει σε απάντηση του εν λόγω αιτήματος του, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητάς του, ενώ δεν δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης με την αιτιολογία ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης ήταν ελλιπείς, εκτός αν αποδειχθεί ότι ο καταναλωτής εν γνώσει του απέκρυψε ή παραποίησε πληροφορίες.

Με την παράγραφο 4 ορίζεται ότι ο καταναλωτής ενημερώνεται εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο από τον πιστωτικό φορέα ή τον μεσίτη πιστώσεων για την υποχρέωση που έχει να παρέχει ορθές και όσο το δυνατόν πληρέστερες πληροφορίες με σκοπό τη διεξαγωγή της αξιολόγησης της πιστοληπτικής του ικανότητας. Επιπλέον, ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων οφείλουν να προειδοποιούν τον καταναλωτή ότι στην περίπτωση που ο πιστωτικός φορέας δεν είναι σε θέση να προβεί σε αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας, επειδή ο καταναλωτής επέλεξε να μην παράσχει τις πληροφορίες ή την επαλήθευση για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας, η πίστωση δεν μπορεί να χορηγηθεί. Η προειδοποίηση μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή και η τυποποίηση μπορεί να γίνεται είτε από τον πιστωτικό φορέα είτε από τον μεσίτη πιστώσεων.

Κεφάλαιο Ζ

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 20 ορίζεται, ότι σε περίπτωση πίστωσης με στοιχεία αλλοδαπότητας, επιτρέπεται η πρόσβαση των πιστωτικών φορέων με καταστατική έδρα σε άλλα κράτη μέλη της EE στο διατραπεζικό αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργεί στο πλαίσιο του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και, κατά περίπτωση, σε όμοιου περιεχομένου βάσεις δεδομένων που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των καταναλωτών και με μοναδικό σκοπό την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των τελευταίων προς τις πιστωτικές τους υποχρεώσεις καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης, με τους ίδιους όρους πρόσβασης που προβλέπονται για τους εθνικούς πιστωτικούς φορείς. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται με επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2472/1997 για την «προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα».

Κεφάλαιο Η

Με τις διατάξεις του άρθρου 21 ορίζονται τα πρότυπα των παρεχόμενων συμβουλευτικών υπηρεσιών, ως πρόσθετων και διακριτών υπηρεσιών από τη χορήγηση πίστωσης. Ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων ενημερώνει ρητώς τον καταναλωτή, στο πλαίσιο συγκεκριμένης συναλλαγής, για το αν παρέχονται ή μπορούν να παρασχεθούν συμβουλευτικές υπηρεσίες εκ μέρους τους. Σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων παρέχει στον καταναλωτή, πριν από την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών ή, κατά περίπτωση, πριν από τη σύναψη σύμβασης για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσον η σύσταση θα βασιστεί σε εξέταση μόνον του δικού τους φάσματος προϊόντων ή ενός ευρέος φάσματος προϊόντων από ολόκληρη την αγορά, ούτως ώστε να μπορέσει ο καταναλωτής να κατανοήσει τη βάση πάνω στην οποία γίνεται η σύσταση και εφόσον συντρέχει περίπτωση το ποσό της αμοιβής που προκύπτει για τον καταναλωτή λόγω της παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών ή, σε περίπτωση που το ποσό δεν μπορεί να καθοριστεί τη στιγμή της παροχής των πληροφοριών, τον τρόπο υπολογισμού του. Οι παραπάνω πληροφορίες μπορούν να παρασχεθούν στον καταναλωτή με τη μορφή πρόσθετων προσυμβατικών πληροφοριών κατά το στάδιο πριν τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης.

Η παράγραφος 3 του άρθρου, προβλέπει σειρά πρόσθετων, πέραν των οριζόμενων στα άρθρα 6 και 8, υποχρεώσεων κατά την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στους καταναλωτές.

Με την παράγραφο 4 διευκρινίζεται, ότι οι πιστωτικοί φορείς ή οι μεσίτες πιστώσεων που παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες δύνανται να κάνουν τη χρήση των όρων «ανεξάρτητες συμβουλές» ή «ανεξάρτητος σύμβουλος» με την προϋπόθεση ότι: α) εξετάζουν ικανοποιητικό αριθμό συμβάσεων πίστωσης που διατίθενται στην αγορά και β) δεν αμείβονται για τις εν λόγω συμβουλευτικές υπηρεσίες από έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς, καθώς γίνεται χρήση της διακριτικής ευχέρειας της παρ. 4 υποπαρ. 3 σχετική με την παραπάνω δεύτερη προϋπόθεση.

Με την παράγραφο 5 του άρθρου θεσπίζεται η υποχρέωση προειδοποίησης του καταναλωτή στην περίπτωση που, λαμβάνοντας υπόψη την χρηματοοικονομική του κατάσταση, κρίνεται από τους πιστωτικούς φορείς ή τους μεσίτες πιστώσεων, ότι μια σύμβαση πίστωσης ενδεχομένως ενέχει συγκεκριμένο κίνδυνο για αυτόν.

Στις παραγράφους 6 και 7 ορίζονται οι φορείς οι οποίοι παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες. Ειδικότερα, συμβουλευτικές υπηρεσίες παρέχονται μόνον από πιστωτικούς φορείς και μεσίτες πιστώσεων καθώς και, κατόπιν χρήσης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας από τις πιστοποιημένες σύμφωνα με το άρθρο 10 Ν.2251/1994 ενώσεις καταναλωτών που ήδη παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες στο πλαίσιο της υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα διαχείρισης χρέους.. Στην περίπτωση αυτή, οι ενώσεις καταναλωτών δεν έχουν το δικαίωμα που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 30 να παρέχουν υπηρεσίες στο σύνολο της επικράτειας της Ένωσης. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, μετά από σχετική γνωμοδότηση της Τράπεζας της Ελλάδος, καθορίζονται οι περαιτέρω προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών από ενώσεις καταναλωτών, μπορούν να παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες μόνο στην Ελλάδα. Τέλος, αναφέρεται, ότι το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 15 και διατάξεων οι οποίες αποσκοπούν στη διασφάλιση ότι παρέχονται στους καταναλωτές υπηρεσίες, οι οποίες τους βοηθούν να κατανοούν τις χρηματοοικονομικές τους ανάγκες και το είδος των προϊόντων που είναι πιθανό να ανταποκρίνονται στις ανάγκες αυτές.

Κεφάλαιο Θ

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 22, ορίζεται ότι στις συμβάσεις πίστωσης σε ξένο νόμισμα, ο πιστωτικός φορέας είτε συμπεριλαμβάνει στη σύμβαση πίστωσης όρο, σύμφωνα με τον οποίο ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να μετατρέψει, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, τη σύμβαση πίστωσης σε εναλλακτικό νόμισμα τουλάχιστον όταν η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας υπερβαίνει το 20 % σε σχέση με αυτή που ίσχυε κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης είτε διασφαλίζει ότι η σύμβαση πίστωσης συνοδεύεται καθ' όλη τη διάρκεια αυτής με χρηματοπιστωτικό μέσο αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου. Ως εναλλακτικό νόμισμα νοείται το νόμισμα στο οποίο ο καταναλωτής λαμβάνει κατά κύριο λόγο το εισόδημά του ή διατηρεί τα περιουσιακά του στοιχεία από τα οποία πρόκειται να εξοφληθεί η πίστωση, όπως προέκυψε από την τελευταία αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας πριν από τη σύμβαση πίστωσης, ή/και το νόμισμα του κρότους μέλους στο οποίο ο καταναλωτής είτε κατοικούσε τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης είτε κατοικεί την χρονική στιγμή κατά την οποία ζητείται η ενεργοποίηση του σχετικού συμβατικού όρου.

Με την παράγραφο 3 προβλέπεται ότι στην περίπτωση όρου μετατροπής, η μετατροπή διενεργείται με βάση την ισχύουσα κατά το χρόνο μετατροπής συναλλαγματική ισοτιμία, σύμφωνα με τις επίσημες δημοσιεύσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή της Τράπεζας της Ελλάδος εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση πίστωσης.

Στην παράγραφο 4 θεσπίζεται η υποχρέωση του πιστωτικού φορέα να ειδοποιεί αμέσως τον καταναλωτή, εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο, όταν η αξία του οφειλόμενου συνολικού ποσού που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής ή η αξία των οφειλόμενων δόσεων παρουσιάζει διακύμανση μεγαλύτερη από 20 % σε σχέση με με αυτό που θα ήταν αν ίσχυε η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ του νομίσματος της σύμβασης και του εναλλακτικού νομίσματος που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης. Με την ειδοποίηση αυτή ο καταναλωτής πληροφορείται για την ενεργοποίηση των δυνατοτήτων που έχουν συμφωνηθεί στη σύμβαση πίστωσης δυνάμει της παραγράφου 1. Επιπλέον, στην περιοδική ενημέρωση που λαμβάνει ο καταναλωτής περιλαμβάνεται υπενθύμιση ως προς το ύψος της μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας.


Ορίζεται, ακόμα, ότι οι ρυθμίσεις που εφαρμόζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου κοινοποιούνται στον καταναλωτή στο πλαίσιο του «Ευρωπαϊκού Τυποποιημένου Δελτίου Πληροφοριών Ενημερωτικού Δελτίου (ESIS)» και της σύμβασης πίστωσης. Όταν στη σύμβαση πίστωσης δεν υπάρχει όρος που να περιορίζει το συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται ο καταναλωτής σε διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας μικρότερης του 20%, το ESIS περιλαμβάνει ενδεικτικό παράδειγμα που αφορά στον αντίκτυπο διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε ποσοστό 20%..

Στο άρθρο 23 ρυθμίζονται ζητήματα διαφάνειας ως προς τη διαμόρφωση του επιτοκίου σε συμβάσεις πίστωσης με κυμαινόμενο επιτόκιο. Πιο συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις αυτές ορίζεται ότι δείκτες ή επιτόκια αναφοράς που χρησιμοποιούνται από τον πιστωτικό φορέα για τον υπολογισμό του επιτοκίου χορήγησης είναι σαφείς, προσιτοί, αντικειμενικοί και επαληθεύσιμοι από τα συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση πίστωσης και την αρμόδια αρχή και ότι τηρούνται αρχεία των ως άνω δεικτών ή επιτοκίων αναφοράς, από τον πιστωτικό φορέα εκτός αν ο πάροχος υπόκειται σε ισοδύναμη υποχρέωση τήρησης αρχείου.

Κεφάλαιο I

Με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρέχεται στον καταναλωτή το δικαίωμα πρόωρης αποπληρωμής στο πλαίσιο λειτουργίας της πιστωτικής σύμβασης που έχει συνάψει. Πιο συγκεκριμένα, ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να εκπληρώσει πλήρως ή εν μέρει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης πριν από τη λήξη της. Στην περίπτωση αυτή, ο καταναλωτής απαλλάσσεται από τόκους και τις επιβαρύνσεις για το εναπομένον χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη της σύμβασης και για το ποσό που προεξοφλεί.

Σύμφωνα με την παράγραφο 2, λαμβανομένων υπόψη της ΥΑ Ζ1-798/2008 (Β' 917) και των σχετικών δικαστικών αποφάσεων που κρίνουν αμετάκλητα ως καταχρηστικούς γενικούς όρους συναλλαγών σχετικά με την πρόωρη εξόφληση στεγαστικών δανείων, ο πιστωτικός φορέας δικαιούται εύλογη και αντικειμενικά αιτιολογημένη αποζημίωση προς αποκατάσταση των ενδεχόμενων εξόδων που υφίσταται εξαιτίας της πρόωρης εξόφλησης και, ιδίως, του κόστους που συνεπάγεται η επανατοποθέτηση στην διατραπεζική αγορά κεφαλαίου ίσου προς το ποσό που αποπληρώνεται πρόωρα μόνο όταν η άσκηση του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης εκ μέρους του καταναλωτή λαμβάνει χώρα εντός χρονικού διαστήματος για το οποίο έχει συμφωνηθεί σταθερό επιτόκιο χορηγήσεων. Η εν λόγω αποζημίωση δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των τόκων που θα κατέβαλε ο καταναλωτής για το χρονικό διάστημα μεταξύ της πρόωρης εξόφλησης και της συμφωνηθείσας ημερομηνίας λήξης του σταθερού επιτοκίου και υπολογίζεται βάσει του μαθηματικού τύπου που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα III. Για την περίπτωση που ο καταναλωτής εκφράσει την επιθυμία πρόωρης εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, προβλέπεται, στην παράγραφο 3, ότι ο πιστωτικός φορέας παρέχει σε αυτόν χωρίς καθυστέρηση, μετά την παραλαβή σχετικού αιτήματος εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες προκειμένου ο καταναλωτής να είναι σε θέση να αξιολογήσει την εν λόγω δυνατότητα. Οι πληροφορίες αυτές προσδιορίζουν τις συνέπειες που θα έχει για τον καταναλωτή η εκπλήρωση των υποχρεώσεών του πριν από τη λήξη της σύμβασης τουλάχιστον ως προς την προβλεπόμενη γι' αυτόν επιβάρυνση και αναφέρουν σαφώς τις παραδοχές που χρησιμοποιούνται, οι οποίες θα πρέπει να είναι λογικές και αιτιολογημένες.

Προς τον σκοπό της οικοδόμησης ευέλικτων και αξιόπιστων αγορών προβλέπεται στο άρθρο 25 η υποχρέωση των πιστωτικών φορέων να τηρούν αρχεία σχετικά με τα είδη της ακίνητης περιουσίας που γίνονται δεκτά ως εμπράγματη εξασφάλιση καθώς και τις γενικές πολιτικές που διέπουν την εκ μέρους τους χορήγηση πιστώσεων με εμπράγματη εξασφάλιση.

Οι διατάξεις του άρθρου 26 ρυθμίζουν την υποχρέωση των πιστωτικών φορέων να χορηγούν πληροφορίες σχετικά με τις διακυμάνσεις του επιτοκίου χορηγήσεων. Στο άρθρο αυτό γίνεται παραπομπή και στην Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/2002 με την οποία θεσπίζονται γενικές αρχές και λοιποί κανόνες διαφάνειας με βάση την παρ. 4 του ν. 4261/2014 και το άρθρο 55Α του Καταστατικού της ΤτΕ που έχει κυρωθεί με Νόμο. Ειδικότερα :

Προβλέπεται, στην παράγραφο 1, ότι ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει τον καταναλωτή για οποιαδήποτε μεταβολή του επιτοκίου χορηγήσεων, εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, πριν από την έναρξη ισχύος του νέου επιτοκίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, όπως εκάστοτε ισχύει. Η ενημέρωση περιλαμβάνει τουλάχιστον το ποσό των οφειλόμενων καταβολών μετά την έναρξη ισχύος του νέου επιτοκίου χορηγήσεων και, στις περιπτώσεις που μεταβάλλεται ο αριθμός ή η περιοδικότητα των πληρωμών, λεπτομέρειες σχετικά με τη μεταβολή αυτή. Η ενημέρωση σχετικά με τη διακύμανση του επιτοκίου μπορεί να περιλαμβάνεται στην περιοδική ενημέρωση που λαμβάνει ο καταναλωτής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα κεφάλαια Α και Γ στην ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 , εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η μεταβολή του επιτοκίου χορηγήσεων συνδέεται με μεταβολή του επιτοκίου αναφοράς, β) το νέο επιτόκιο αναφοράς δημοσιοποιείται με κατάλληλα μέσα, και γ) οι σχετικές με το νέο επιτόκιο αναφοράς πληροφορίες είναι επίσης διαθέσιμες στις εγκαταστάσεις του πιστωτικού φορέα και κοινοποιούνται στον καταναλωτή μαζί με το ύψος των νέων περιοδικών καταβολών. Στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία οι μεταβολές στο επιτόκιο χορηγήσεων καθορίζονται μέσω δημοπρασίας στις κεφαλαιαγορές και συνεπώς είναι αδύνατον ο πιστωτικός φορέας να πληροφορήσει τον καταναλωτή εκ των προτέρων για οποιαδήποτε μεταβολή πριν αυτή επέλθει, τότε ο πιστωτικός φορέας σε εύλογο χρόνο πριν από τη δημοπρασία γνωστοποιεί εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο στον καταναλωτή την επικείμενη διαδικασία και παρέχει ενδείξεις για το πώς μπορεί να επηρεαστεί το επιτόκιο χορηγήσεων.

Οι διατάξεις του άρθρου 27 ρυθμίζουν το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να κινούνται οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ειδικότερα ό,τι αφορά στην επιβολή τόκων υπερημερίας ή τυχόν πρόσθετων επιβαρύνσεων στο πλαίσιο της συναφθείσας σύμβασης πίστωσης.

Με την παράγραφο 1 υποδεικνύεται στους πιστωτικούς φορείς να συμμορφώνονται σύμφωνα με όσα προβλέπονται στον Κώδικα Δεοντολογίας της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν.4224/2013 (Α" 288), που εκδόθηκε με την απόφ. ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος 195/2016 (Β' 2376) και τις αποφάσεις του ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ. για την επίτευξη εξωδικαστικής λύσης πριν κινήσουν διαδικασίες κατάσχεσης

Σε περίπτωση υπερημερίας του καταναλωτή η παράγραφος 2 ορίζει ότι δεν επιτρέπεται η επιβολή πρόσθετων επιβαρύνσεων πέραν α) του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου για το επιτόκιο υπερημερίας, όπως εκάστοτε ισχύει με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν.3259/2004 και β)_της αποκατάστασης των αναγκαίων δαπανών που έγιναν από τον πιστωτικό φορέα ως επισπεύδοντα προς το γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, οι οποίοι αναγγέλθηκαν στη διαδικασία του πλειστηριασμού.

Στην παράγραφο 3 ορίζεται ότι τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση πίστωσης μέρη μπορεί να προβλέπουν ρητώς ότι η επιστροφή ή μεταβίβαση της εξασφάλισης ή των εσόδων από την πώληση της εξασφάλισης αρκεί για την αποπληρωμή της πίστωσης

Αν δεν υπάρχει συμφωνία της παρ. 3 και μετά τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης παραμένει ανεξόφλητο χρέος, ο πιστωτικός φορέας καλείται να διευκολύνει την αποπληρωμή του, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης του καταναλωτή, όπως αυτές εκάστοτε ορίζονται από το ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ. καθώς και την ύπαρξη τυχόν άλλων περιουσιακών στοιχείων.

Κεφάλαιο ΙΑ

Το άρθρο 28 προβλέπει για τους συνδεδεμένους ή μη μεσίτες πιστώσεων που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα υποχρεωτικά τη λήψη άδειας λειτουργίας από την αρμόδια αρχή για την άσκηση μίας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης των περιπτώσεων α) έως γ) της παραγράφου 5) του άρθρου 3 και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών της παραγράφου 20 του άρθρου 3. Στην άδεια λειτουργίας θα αναγράφεται ρητά «μεσίτης στεγαστικής πίστης» . Αναφορές στο παρόν σχέδιο νόμου σε «μεσίτες πιστώσεων» αφορούν μόνο στους μεσίτες στεγαστικής πίστης που αδειοδοτούνται και έχουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα «διαβατηρίου» που τους παρέχονται από τις διατάξεις του. Η παράγραφος 2 ορίζει, ότι για την χορήγηση της άδειας λειτουργίας της προηγούμενης παραγράφου απαιτείται η πλήρωση κατ' ελάχιστον των ακόλουθων επαγγελματικών απαιτήσεων: α) Οι μεσίτες πιστώσεων διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης που καλύπτει τα κράτη μέλη ή τις περιοχές όπου προσφέρουν υπηρεσίες ή άλλη ανάλογη εγγύηση έναντι ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμό (EE) αριθ. 1125/2014 της Επιτροπής της 19ης Σεπτεμβρίου 2014 (EE L 305, της 24-10-2014 σ.1). Σε ό,τι αφορά τους συνδεδεμένους μεσίτες πιστώσεων, η εν λόγω ασφάλιση ή ανάλογη εγγύηση δύναται να παρέχεται από πιστωτικό φορέα για λογαριασμό του οποίου ο μεσίτης πιστώσεων είναι εξουσιοδοτημένος να ενεργεί, β) Ο μεσίτης πιστώσεων, ή εφ' όσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου, ή και τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν ισοδύναμα καθήκοντα διοίκησης οφείλουν να διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας, τα οποία συνίστανται στο να διαθέτουν λευκό ποινικό μητρώο και στο να μην έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση κατά το παρελθόν, εκτός εάν έχουν αποκατασταθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, γ) Ο μεσίτης πιστώσεων, ή εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή και τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν ισοδύναμα καθήκοντα διοίκησης, οφείλουν να διαθέτουν κατάλληλο επίπεδο γνώσεων και επάρκειας όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης, όπως ορίζονται από την αρμόδια αρχή

Στις παραγράφους 3 και 4 προβλέπεται, ότι η αρμόδια αρχή καθορίζει και δημοσιοποιεί τα κριτήρια επαγγελματικών απαιτήσεων που απαιτείται να πληροί το προσωπικό των μεσιτών πιστώσεων ή των πιστωτικών φορέων, καθώς ακόμα τηρεί και ενημερώνει τακτικά μητρώο, στο οποίο εγγράφονται όλοι οι μεσίτες πιστώσεων που έχουν λάβει την προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 άδεια λειτουργίας. Επίσης, αναρτά και επικαιροποιεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο διαδικτυακό της τόπο δημόσιο μητρώο μεσιτών πιστώσεων.

Θεσπίζεται νομοθετικά ως ελάχιστο περιεχόμενο του ως άνω δημόσιου μητρώου μεσιτών πιστώσεων το σύνολο των εξής πληροφοριών: α) Τα ονόματα των μελών της διοίκησης που είναι υπεύθυνα για την άσκηση των δραστηριοτήτων πιστωτικής διαμεσολάβησης, β) Όλα τα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν για λογαριασμό της επιχείρησης λειτουργίες που τους φέρνουν σε προσωπική επαφή στο πλαίσιο άσκησης δραστηριοτήτων πιστωτικής διαμεσολάβησης, γ) τα κράτη μέλη στα οποία ο μεσίτης πιστώσεων ασκεί τις δραστηριότητές του σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 30, δ) τυχόν ιδιότητα του μεσίτη πιστώσεων ως συνδεδεμένου, υπό την έννοια της παρ. 7 του άρθρου 3, ε) η επωνυμία του πιστωτικού φορέα για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων.

Προβλέπεται ακόμα, στην παράγραφο 5, ότι μεσίτες πιστώσεων, συμπεριλαμβανομένων των συνδεδεμένων, που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με την παράγραφο 1 εφόσον είναι νομικά πρόσωπα και διαθέτουν καταστατική έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται επίσης να έχουν την κεντρική τους διοίκηση στην Ελλάδα. Εφόσον η άδεια λειτουργίας μεσιτών πιστώσεων έχει ληφθεί από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο λόγω του εταιρικού του τύπου δεν διαθέτει καταστατική έδρα και ασκεί τις κύριες επιχειρηματικές του δραστηριότητες στην Ελλάδα, υποχρεούται επίσης να έχει την κεντρική του διοίκηση στην Ελλάδα. Η αρμόδια για την τήρηση του αρχείου της παραγράφου 4 αρχή δημιουργεί ένα ενιαίο σημείο πληροφόρησης που θα επιτρέπει την ταχεία και εύκολη πρόσβαση του κοινού στις πληροφορίες του δημόσιου μητρώου της παραγράφου 4, οι οποίες συγκεντρώνονται ηλεκτρονικά και επικαιροποιούνται . Το εν λόγω σημείο πληροφόρησης παρέχει τα στοιχεία των αρμόδιων αρχών για την παροχή της άδειας λειτουργίας και την τήρηση αρχείων μεσιτών πιστώσεων κάθε κράτους μέλους. Με την παράγραφο 7 παρέχεται η διευκρίνιση, ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν για πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4261/2014.

Με την παράγραφο 8 ορίζεται, ότι η αρμόδια αρχή παρακολουθεί την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου εκ μέρους των μεσιτών πιστώσεων, χωρίς να θίγονται, όπως διευκρινίζεται, οι διατάξεις του άρθρου 29.

Οι διατάξεις του άρθρου 29 αφορούν αποκλειστικά σε μεσίτες πιστώσεων συνδεδεμένους με έναν μόνο πιστωτικό φορέα.

Με την παράγραφο 1 προβλέπεται, ότι ο συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων που ορίζεται στην περίπτωση α) της παραγράφου 7) του άρθρου 3 λαμβάνει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή μέσω του πιστωτικού φορέα για λογαριασμό του οποίου ενεργεί αποκλειστικά ο συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων. Σε αυτήν την περίπτωση, ο πιστωτικός φορέας ευθύνεται πλήρως και άνευ όρων για κάθε πράξη ή παράλειψη του συνδεδεμένου μεσίτη πιστώσεων που ενεργεί για λογαριασμό του σε τομείς που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο πιστωτικός φορέας εξασφαλίζει ότι οι συνδεδεμένοι με αυτόν μεσίτες πιστώσεων συμμορφώνονται τουλάχιστον με τις επαγγελματικές απαιτήσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 28 και παρέχει την απαιτούμενη από την αρμόδια αρχή τεκμηρίωση.

Περαιτέρω, με την παράγραφο 2 ορίζεται, ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 33, ο πιστωτικός φορέας παρακολουθεί τις δραστηριότητες των συνδεδεμένων με αυτόν μεσιτών πιστώσεων που ορίζονται στην περίπτωση α) της παρ. 7 του άρθρου 3 προκειμένου να εξασφαλίσει ότι εξακολουθούν να πληρούν τις απαιτήσεις περί γνώσεων και επάρκειας του συνδεδεμένου μεσίτη πιστώσεων και του προσωπικού του, και παρέχει την απαιτούμενη τεκμηρίωση προς την αρμόδια αρχή.

Οι διατάξεις του άρθρου 30 θεσπίζουν ελευθερία εγκατάστασης και ελευθερία παροχής υπηρεσιών των μεσιτών πιστώσεων. Με την παράγραφο 1 ορίζεται, ότι η άδεια λειτουργίας που χορηγείται σε μεσίτη πιστώσεων από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών αναγνωρίζεται και στην Ελλάδα χωρίς να απαιτείται άλλη άδεια από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής για την άσκηση των δραστηριοτήτων και την παροχή των υπηρεσιών που καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής, με την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητες που προτίθεται να ασκήσει ο μεσίτης πιστώσεων στα κράτη μέλη υποδοχής καλύπτονται από την άδεια. Ωστόσο απαγορεύεται στους μεσίτες πιστώσεων να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σχετικά με συμβάσεις πίστωσης που προσφέρονται σε καταναλωτές από μη πιστωτικά ιδρύματα..

Με την παράγραφο 2 κάθε μεσίτης πιστώσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και ο οποίος προτίθεται να ασκήσει επιχειρηματική δραστηριότητα για πρώτη φορά σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή όταν ιδρύει υποκατάστημα, υποχρεούται να κοινοποιεί την πρόθεση αυτή στην αρμόδια αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 28 (Τράπεζα της Ελλάδος) . Εντός προθεσμίας ενός μηνός από την παραπάνω κοινοποίηση η εν λόγω αρμόδια αρχή κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του ή των κρατών μελών υποδοχής την πρόθεση του μεσίτη πιστώσεων και ενημερώνει ταυτόχρονα τον ενδιαφερόμενο μεσίτη πιστώσεων για την κοινοποίηση αυτή. Η ενημέρωση αφορά και τους πιστωτικούς φορείς με τους οποίους είναι συνδεδεμένος ο μεσίτης πιστώσεων και κατά πόσον οι πιστωτικοί φορείς αναλαμβάνουν πλήρως και άνευ όρων την ευθύνη για τις δραστηριότητες του μεσίτη πιστώσεων. Η Τράπεζα της Ελλάδος , όταν λαμβάνει κοινοποίηση υπό την ιδιότητά της ως αρμόδιας αρχής κράτους μέλους υποδοχής, χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που έλαβε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ώστε να καταχωρίσει τις απαραίτητες πληροφορίες στο μητρώο που τηρεί. Ο μεσίτης πιστώσεων μπορεί να αρχίσει να ασκεί την επιχειρηματική του δραστηριότητα στην Ελλάδα ένα μήνα μετά την ημερομηνία κατά την οποία ενημερώθηκε από την αρμόδια αρχή του κρότους-μέλους καταγωγής για την ανωτέρω κοινοποίηση που η τελευταία απηύθυνε προς την Τράπεζα της Ελλάδος . Με την παράγραφο 3 ορίζεται, ότι πριν ξεκινήσει η επιχειρηματική δραστηριότητα του υποκαταστήματος του μεσίτη πιστώσεων ή εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η αρμόδια αρχή υπό την ιδιότητά της ως αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής προετοιμάζεται για την εποπτεία του μεσίτη πιστώσεων σύμφωνα με το άρθρο 32 και, αν είναι απαραίτητο, υποδεικνύει στο μεσίτη πιστώσεων τους όρους σύμφωνα με τους οποίους σε τομείς που δεν έχουν εναρμονιστεί στο ενωσιακό δίκαιο, οι δραστηριότητες αυτές πρέπει να διεξάγονται στο κράτος μέλος υποδοχής.

Οι διατάξεις του άρθρου 31 ρυθμίζουν τον τρόπο ανάκλησης από την αρμόδια αρχή άδειας λειτουργίας που έχει χορηγηθεί σε μεσίτη πιστώσεων σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 28. Οι περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να ανακληθεί η άδεια λειτουργίας απαριθμούνται και είναι οι εξής: αν ο εν λόγω μεσίτης πιστώσεων α) παραιτήθηκε ρητώς από την άδεια ή δεν άσκησε κατά τους προηγούμενους έξι μήνες καμία από τις δραστηριότητες για τις οποίες αδειοδοτήθηκε, β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο μη σύννομο τρόπο, γ) δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, δ) υπάγεται σε οιαδήποτε από τις περιπτώσεις ανάκλησης που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, με την οποία ρυθμίζονται θέματα εκτός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος νόμου, ε) έχει υποπέσει σε σοβαρές ή επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων που αφορούν στη λειτουργία των μεσιτών πιστώσεων..

Εάν η άδεια λειτουργίας μεσίτη πιστώσεων, ανακληθεί από την αρμόδια αρχή, η εν λόγω αρχή ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής για την ανάκληση αυτή όσο το δυνατόν συντομότερα και το αργότερο εντός 14 ημερών, με οιοδήποτε κατάλληλο μέσο.

Περαιτέρω, η αρμόδια αρχή διαγράφει από το μητρώο της παραγράφου 4 του άρθρου 28, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τους μεσίτες πιστώσεων, των οποίων ανακαλείται η άδεια λειτουργίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 32 ρυθμίζουν τα σχετικά με την εποπτεία των μεσιτών πιστώσεων.

Προβλέπεται, στην παράγραφο 1, ότι οι μεσίτες πιστώσεων, που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, υπόκεινται στην εποπτεία αυτής, σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Οι συνδεδεμένοι μεσίτες πιστώσεων υπόκεινται σε άμεση εποπτεία από την αρμόδια αρχή.

Κατ' εξαίρεση, εάν: (α) ο συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων δεν παρέχει υπηρεσίες εκτός Ελλάδος και (β) ο πιστωτικός φορέας για λογαριασμό του οποίου ενεργεί είναι πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια της παραγράφου 9 του άρθρου 3, το οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 4261/2014, τότε ο συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων υπόκειται σε εποπτεία μέσω του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος (έμμεση εποπτεία).

Με την παράγραφο 2 ορίζεται, ότι σε περίπτωση όπου μεσίτης πιστώσεων εγκατεστημένος σε κράτος μέλος της Ε.Ε. παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος,, η αρμόδια αρχή παρακολουθεί την εφαρμογή και μεριμνά για τη συμμόρφωση εκ μέρους του υποκαταστήματος προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 6 και των άρθρων 7 έως και 10, 12 έως και 16, 19, 21 και 37 και στα κατ' εφαρμογή αυτών θεσπιζόμενα μέτρα. Εάν διαπιστωθεί ότι μεσίτης πιστώσεων εγκατεστημένος σε κράτος μέλος της Ε.Ε., ο οποίος παρέχει στην Ελλάδα υπηρεσίες μέσω υποκαταστήματος παραβιάζει τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 2, η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τον συγκεκριμένο μεσίτη πιστώσεων να τερματίσει τη παραβίαση των διατάξεων αυτών. Εάν ο εν λόγω μεσίτης πιστώσεων δεν προβεί στις αιτούμενες ενέργειες, η Τράπεζα της Ελλάδος προβαίνει αμελλητί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για να εξασφαλίσει ότι ο εν λόγω μεσίτης πιστώσεων θα τερματίσει την παραβίαση των ως άνω μέτρων. Το είδος των ενεργειών αυτών γνωστοποιείται άμεσα στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

Εάν, παρά τις ενέργειες στις οποίες προέβη η αρμόδια αρχή, ο μεσίτης πιστώσεων συνεχίζει να παραβιάζει τις διατάξεις του πρώτου εδάφιου της παραγράφου 2 , η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για να εμποδίσει τη συνέχιση της παραβίασης των ως άνω διατάξεων ή να επιβάλει τις σχετικές κυρώσεις και, εφόσον είναι απαραίτητο, να εμποδίσει το μεσίτη πιστώσεων να διεξαγάγει νέες συναλλαγές στην Ελλάδα. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει αμελλητί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις εν λόγω ενέργειες.

Διευκρινίζεται, ότι σε περίπτωση που αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. προβεί σε αντίστοιχες με τις ως άνω ενέργειες αναφορικά με υποκατάστημα μεσίτη πιστώσεων, ο οποίος έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 28 και παρέχει υπηρεσίες στο εν λόγω κράτος-μέλος μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος, και η Τράπεζα της Ελλάδος διαφωνεί με τις ενέργειες αυτές, τότε η τελευταία δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην EAT και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010. Με την παράγραφο 4 ορίζεται, ότι εάν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι ένας μεσίτης πιστώσεων που ασκεί δραστηριότητες στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών παραβιάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα διατάξεις του παρόντος νόμου ή ότι ένας μεσίτης πιστώσεων που έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα παραβιάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος νόμου πέραν όσων ορίζονται στην παράγραφο 2, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής προκειμένου η τελευταία να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες. Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δεν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια εντός ενός μηνός από την προαναφερθείσα ενημέρωση ή εάν, παρά τις ενέργειες στις οποίες προέβη η τελευταία, ένας μεσίτης πιστώσεων εξακολουθεί να ενεργεί με τρόπο σαφώς επιζήμιο για τα συμφέροντα των καταναλωτών της Ελλάδας ή για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς: α) Η αρμόδια αρχή, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, προβαίνει σε όλες τις κατάλληλες ενέργειες που είναι αναγκαίες προκειμένου να προστατεύσει τους καταναλωτές και να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να εμποδίζει τον μεσίτη πιστώσεων που παρανομεί να προβεί σε νέες συναλλαγές στην Ελλάδα και ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την EAT για τις ενέργειες αυτές αμελλητί, β) Η αρμόδια αρχή δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EAT και να ζητήσει τη συνδρομή της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010.

Στην περίπτωση εγκατάστασης στην Ελλάδα, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 30, υποκαταστήματος μεσίτη πιστώσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος παρέχεται, βάσει της παραγράφου 5, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής η δυνατότητα, αφού ενημερώσει την Τράπεζα της Ελλάδος να προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους στο ως άνω υποκατάστημα.

Με την παράγραφο 6 προβλέπεται, ότι η κατανομή των καθηκόντων μεταξύ των κρατών μελών που ορίζεται στο παρόν άρθρο δεν θίγει τις αρμοδιότητες των κρατών μελών σε τομείς που δεν καλύπτονται από τον παρόντα νόμο σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του δικαίου της Ένωσης.

Κεφάλαιο IB

Σύμφωνα με το άρθρο 33 οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν θίγουν τις διατάξεις των άρθρων 9, 41 και 43 του ν.4261/2014 ώστε να υπάρχει ασφάλεια δικαίου περί του ότι παραμένει σε ισχύ η απαγόρευση άσκησης κατ' επάγγελμα της δραστηριότητας του πιστωτικού φορέα χωρίς καθεστώς αδειοδότησης και εποπτείας, όπως επιτάσσει το συγκεκριμένο άρθρο της Οδηγίας..

Κεφάλαιο ΙΓ

Με τις διατάξεις του άρθρου 34 περιγράφεται η υποχρέωση συνεργασίας μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών, όποτε αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του παρόντος νόμου. Αναφέρονται ενδεικτικά ως μορφές συνδρομής των αρχών άλλου κράτους μέλους η ανταλλαγή πληροφοριών και η συνεργασία στο πλαίσιο διενέργειας ελέγχων ή άσκησης εποπτικών καθηκόντων. Για τη διευκόλυνση και την επίσπευση της συνεργασίας, ιδίως σε ότι αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών, ορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος ως σημείο επαφής για τους σκοπούς του παρόντος νόμου αποδεχόμενη μεταξύ άλλων τυχόν αιτήματα ανταλλαγής πληροφοριών ή συνεργασίας βάσει της παρούσας παραγράφου. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 και για τους σκοπούς της παραγράφου 1 ορίζεται ότι οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 4 συνάπτουν μνημόνιο συνεργασίας, το οποίο αναρτάται στους οικείους διαδικτυακούς τόπους και επικαιροποιείται σε τακτική βάση. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 αφορούν στις αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ως προς τη συνδρομή της συνεργασίας και επικοινωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Ειδικότερα, η Τράπεζα της Ελλάδος ανταλλάσσει με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, οι οποίες έχουν οριστεί αντιστοίχως ως σημείο επαφής χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων των αρμόδιων αρχών που έχουν ορισθεί αρμόδιες στα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις με τις οποίες έχουν ενσωματώσει το άρθρο 5 της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ.

Κατά την ανταλλαγή της ως άνω πληροφόρησης, οι αρμόδιες αρχές δύναται να ορίζουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες δεν πρέπει να αποκαλυφθούν χωρίς τη ρητή συναίνεσή τους. Στην περίπτωση αυτή οι πληροφορίες αποτελούν αντικείμενο ανταλλαγής μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους έχει δοθεί η σχετική συναίνεση. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να διαβιβάζει τις ληφθείσες πληροφορίες στις λοιπές αρμόδιες, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, αρχές στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη μέλη. Η διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών σε άλλους φορείς ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα προϋποθέτει τη ρητή συναίνεση των αρμόδιων αρχών που τις κοινοποίησαν και λαμβάνει χώρα μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους έχει δοθεί η σχετική συναίνεση πλην δεόντως αιτιολογημένων περιστάσεων. Στην περίπτωση αυτή η αρμόδια αρχή που διαβιβάζει τις πληροφορίες ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή, η οποία παρείχε τις πληροφορίες.

Η παράγραφος 4 του άρθρου προβλέπει, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα άρνησης συνεργασίας από μια αρμόδια αρχή. Μία αρμόδια αρχή μπορεί κατόπιν αιτήματος συνεργασίας στο πλαίσιο διενέργειας ελέγχου να αρνηθεί την παροχή συνεργασίας για δραστηριότητα έρευνας ή εποπτείας κατόπιν σχετικού αιτήματος ή την ανταλλαγή πληροφοριών όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3 εφόσον: α) ο σχετικός έλεγχος επιτόπιος ή μη, ή η μη άσκηση συγκεκριμένου εποπτικού καθήκοντος ή η ανταλλαγή πληροφοριών ενδέχεται να προσβάλει την εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη ή β) έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ή έχει ήδη εκδοθεί σχετική τελεσίδικη απόφαση για τις ίδιες πράξεις. Στην περίπτωση τέτοιας άρνησης, η αρμόδια αρχή, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή που υπέβαλε το αίτημα και της παρέχει όσο το δυνατόν λεπτομερέστερες πληροφορίες.

Το άρθρο 35 αφορά στην επίλυση διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών. Πιο συγκεκριμένα, προβλέπεται, ότι σε περίπτωση που απορρίφθηκε αίτημα για συνεργασία, ιδίως όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών, ή δεν υπήρξε σχετική αντίδραση σε εύλογο χρονικό διάστημα, η Τράπεζα της Ελλάδος ή άλλη αρμόδια αρχή του άρθρου 4 μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να παραπέμπει το ζήτημα στην EAT και να ζητεί τη συνδρομή της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του Κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010. Σε αυτές τις περιπτώσεις, κάθε δεσμευτική απόφαση που λαμβάνει η EAT σύμφωνα με αυτό το άρθρο είναι δεσμευτική για την αρμόδια αρχή ανεξαρτήτως του εάν είναι ή όχι μέλος της EAT.

Κεφάλαιο ΙΔ

Η παράγραφος 1 του άρθρου 36 προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων, από τις αρμόδιες αρχές του άρθρου 4, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3. Στην παράγραφο 2, ότι με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 εφαρμόζεται το άρθρο 13α «Κυρώσεις» του ν. 2251/94, ενώ σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του άρθρου 37 εφαρμόζεται το άρθρο 19 της ΚΥΑ 70330οικ/30-6-2015(1421 Β'). Με την παράγραφο 3 περιγράφεται ειδικότερα το πλαίσιο άσκησης αρμοδιοτήτων εποπτείας και επιβολής κυρώσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδιας αρχής προβλεπόμενης στο άρθρο 4 του παρόντος. Ορίζεται, δηλαδή, ότι σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος νόμου, εκτός των διατάξεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 2 (και των κατ' εφαρμογή αυτών θεσπιζόμενων κανονιστικών διατάξεων), η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να επιβάλει τις κυρώσεις της παραγράφου 2 του όρθρου 59 του ν. 4261/2014.

Οι διατάξεις του άρθρου 37 προβλέπουν μηχανισμούς εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ καταναλωτών και πιστωτικών φορέων, μεσιτών πιστώσεων. Πιο συγκεκριμένα, ορίζεται, ότι για την επίλυση των διαφορών, που αφορούν στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις που καθορίζονται με τις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της ΚΥΑ 70330οικ/30.6.2015 . Οι πιστωτικοί φορείς οι μεσίτες πιστώσεων οφείλουν να συνεργάζονται με τους φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (ΕΕΔ) που είναι αναγνωρισμένοι και καταχωρημένοι στο ειδικό μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 18 της ΚΥΑ 70330οικ/30.6.2015 και καλύπτουν διαφορές στον τομέα των χρηματοπιστωτικών (τραπεζικών, επενδυτικών και ασφαλιστικών) προϊόντων και υπηρεσιών.

Περαιτέρω διευκρινίζεται, ότι για τις περιπτώσεις διασυνοριακών διαφορών που αφορούν συμβάσεις πίστωσης, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 15 «Συνεργασία και ανταλλαγές εμπειριών μεταξύ των φορέων ΕΕΔ» της ΚΥΑ 70330οικ/30.6.2015.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 απαγορεύει την παραίτηση του καταναλωτή από δικαιώματα που του αναγνωρίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου.

Σύμφωνα με την παράγραφο 2, τα μέτρα που θεσπίζονται δεν μπορεί να καταστρατηγούνται μέσω της διατύπωσης των συμβατικών όρων με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν οι καταναλωτές να χάσουν την προστασία που τους παρέχει ο παρών νόμος. .

Το άρθρο 39 περιλαμβάνει τις μεταβατικές διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου. Στην παράγραφο 1 προβλέπεται μεταβατική περίοδος 4 μηνών για την εφαρμογή συγκεκριμένων άρθρων προκειμένου να γίνουν οι απαραίτητες μηχανογραφικές προσαρμογές στα τραπεζικά συστήματα. Στην παράγραφο 2 αναφέρεται ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν.4224/2013 που εκδόθηκε με την απόφαση Ε Π AO της ΤτΕ 195/1/2016.

Με την παράγραφο 3 παρέχεται η διευκρίνιση, ότι οι μεσίτες πιστώσεων που ασκούν ήδη δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης που καθορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 5) πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου και οι οποίοι δεν έχουν ακόμη λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στον παρόντα νόμο δύνανται να συνεχίσουν να ασκούν αυτές τις δραστηριότητες, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που ισχύουν πριν την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος νόμου, έως τις 21 Μαρτίου 2017, χωρίς να ακολουθείται η προβλεπόμενη στο άρθρο 31 διαδικασία. Όταν ένας μεσίτης πιστώσεων βασίζεται στην ως άνω παρέκκλιση, δύναται να ασκεί τις δραστηριότητες μόνον εντός του κράτους μέλους καταγωγής του, εκτός εάν πληροί τις αναγκαίες νόμιμες απαιτήσεις του κράτους μέλους υποδοχής. Με την παράγραφο 4 ορίζεται, ότι οι πιστωτικοί φορείς, οι μεσίτες πιστώσεων που ασκούσαν δραστηριότητες που ρυθμίζονται από τον παρόντα νόμο πριν από τις 20 Μαρτίου 2014 συμμορφώνονται με τις διατάξεις του άρθρου 8 έως τις 21 Μαρτίου 2017.

Το άρθρο 40 τροποποιεί την ΚΥΑ Zl-699/2010 (917/Β/10) .

Το άρθρου 41 ορίζει ότι η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
Αναπόσπαστο τμήμα του ανωτέρω σχεδίου νόμου αποτελούν τα τέσσερα Παραρτήματα.
Ειδικότερα ;
Το Παράρτημα I περιγράφει πως υπολογίζεται το Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Ποσοστό Επιτοκίου (ΣΕΠΠΕ).
Το Παράρτημα II αποτελείται από δύο Μέρη. Το Μέρος Α είναι το τυποποιημένο έντυπο, στο οποίο παρουσιάζονται οι εξατομικευμένες πληροφορίες στον καταναλωτή και ονομάζεται ESIS (Τυποποιημένο Ευρωπαϊκό Δελτίο Πληροφοριών) και το Μέρος Β δίνει οδηγίες στον πιστωτικό φορέα ή κατά περίπτωση στον μεσίτη πιστώσεων για τη συμπλήρωσή του ESIS.
Το Παράρτημα III περιλαμβάνει τον μαθηματικό τύπο , με τον οποίον υπολογίζεται η αποζημίωση του πιστωτικού φορέα σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης εκ μέρους του καταναλωτή, η οποία λαμβάνει χώρα εντός χρονικού διαστήματος κατά το οποίο έχει συμφωνηθεί σταθερό επιτόκιο.
Το Παράρτημα IV αναφέρεται στις ελάχιστες απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας του προσωπικού των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πίστωσης.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

(Λοιπές ρυθμίσεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών)

Άρθρο 42

Με τις διατάξεις της Υποπαραγράφου Ε.6 του ν. 4093/2012, καταργήθηκε κάθε διάταξη και απόφαση κατά το μέρος που προέβλεπε την ανάθεση εκτιμητικών υπηρεσιών αποκλειστικά και μόνο στους εκτιμητές του Σ.Ο.Ε.

Με τις διατάξεις της Παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, ρυθμίστηκε εκ νέου το επάγγελμα του πιστοποιημένου, πλέον, εκτιμητή, καταργήθηκαν συγχρόνως οι διατάξεις που αφορούσαν τη σύσταση και τη λειτουργία του Σ.Ο.Ε. και όπου στη νομοθεσία αναφέρεται το Σ.Ο.Ε., νοείται πλέον το σύνολο των πιστοποιημένων εκτιμητών του Μητρώου Πιστοποιημένων Εκτιμητών που τηρείται στο ΥΠΟΙΚ. Οι διατάξεις ωστόσο που προβλέπουν υποχρεωτική εκτίμηση από μέλη του Σ.Ο.Ε. και συνεπώς πλέον από πιστοποιημένους εκτιμητές, σε περιπτώσεις συναλλαγών που σχετίζονται κυρίως με διαχείριση δημόσιας περιουσίας, εξακολουθούν να ισχύουν.

Κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 8 και 9, 16 παρ. 2 και 17 παρ.2 του ν. 2778/1999, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 2 της Υποπαραγράφου Γ.11 της Παραγράφου Γ του ν. 4152/2013, αρχικά από μέλη του Σ.Ο.Ε. και κατόπιν από πιστοποιημένους εκτιμητές του Μητρώου Πιστοποιημένων Εκτιμητών που τηρείται στο ΥΠΟΙΚ, διενεργούνται εκτιμήσεις που αφορούν στην αποτίμηση στοιχείων (ακινήτων και μετοχών) που εντάσσονται στο ενεργητικό ενός αμοιβαίου κεφαλαίου που διαχειρίζεται η Ανώνυμος Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.Α.Κ.).

Το αντικείμενο όμως του ενεργητικού της ΑΕΔΑΚ, δεν αφορά δημόσια περιουσία, ώστε να πρέπει, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, να εκτιμάται από πιστοποιημένους εκτιμητές της Παραγράφου Γ του ν. 4152/2013.

Στην περίπτωση αυτή, το συμφέρον είναι ιδιωτικό και έγκειται στη διασφάλιση των συμφερόντων των μεριδιούχων του αμοιβαίου κεφαλαίου, ως αποδεκτών των υπηρεσιών της Α.Ε.Δ.Α.Κ., οι οποίοι δεν είναι μεν σε θέση να αξιολογήσουν την ορθότητα της αποτίμησης των στοιχείων αυτών, είναι όμως στη διακριτική τους ευχέρεια, στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς, να επιλέγουν κατά περίπτωση την ΑΕΔΑΚ που κατά την κρίση τους μεγιστοποιεί το οικονομικό τους όφελος.

Επιπρόσθετα, η Α.Ε.Δ.Α.Κ., η οποία διαχειρίζεται ιδιωτικά συμφέροντα, διαθέτει τις γνώσεις ώστε να αξιολογήσει ποιος μπορεί να διενεργήσει μία αξιόπιστη εκτίμηση της αξίας των ακινήτων που εντάσσονται στο ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου. Δεν χαρακτηρίζεται δηλαδή από την ίδια πληροφοριακή ασυμμετρία που χαρακτηρίζει έναν απλό καταναλωτή. Επιπλέον δε, για την παροχή των υπηρεσιών της και την διαχείριση των συμφερόντων των μεριδιούχων υπόκειται σε ειδικούς κανόνες, εποπτεύεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και υπέχει ειδική ευθύνη (άρθρα 18 και 19 του ν. 2778/1999). Ως εκ τούτου, η ιδιότητα της Α.Ε.Δ.Α.Κ. σε συνδυασμό με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο που διέπει την λειτουργία και την παροχή των υπηρεσιών της, διασφαλίζει επαρκώς τον επενδυτή ότι η ίδια θα λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την βέλτιστη διαχείριση των συμφερόντων του. Η Α.Ε.Δ.Α.Κ. έχει την ικανότητα και θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τον ικανότερο και καταλληλότερο για την εκτίμηση της αξίας του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου.

Επομένως, η πρόβλεψη στις σχετικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν για την υποχρεωτική ανάθεση της εκτίμησης σε πιστοποιημένο εκτιμητή δεν φαίνεται αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού αλλά μπορεί να αντικατασταθεί, στα πλαίσια του περαιτέρω ανοίγματος του επαγγέλματος, από την ανάθεση αυτών των καθηκόντων σε ανεξάρτητο εκτιμητή.

Σημειώνεται ότι η διενέργεια εκτιμήσεων από ανεξάρτητους εκτιμητές προβλέπεται και σε άλλες περιπτώσεις. Ειδικότερα: α) άρθρο 19 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ/8.6.2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, β) Μέρος 2, 1.4. του Παραρτήματος VIII της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ/14.6.2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, γ) παρ. 8 του άρθρου 22 του ν. 2778/1999, δ) άρθρα 27 και 28 του α.ν. 1539/1938, ε) οι Πράξεις του Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος 2588/2007 (ΦΕΚ Β 1758) και 2589/2007 (ΦΕΚ Β 1746), στ) Υ.Α. 555/2013 (ΦΕΚ Β 1461), ζ) άρθρο 10 του ν. 1587/1950, η) άρθρο 19 του ν. 4209/2013.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνεται, όπως τροποποιηθούν οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 8 και 9, 16 παρ. 2 και 17 παρ.2 του ν. 2778/1999 με τρόπο ώστε να διατηρηθεί μεν η υποχρέωση εκτίμησης, όπου αυτή προβλέπεται, αλλά αυτή να διενεργείται από ανεξάρτητους εκτιμητές.

Άρθρο 43

Κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 14 του άρθρου 39 του ν. 4030/2011 (Α' 249) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 36 του ν. 4223/2013 (Α'287) και τις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 11 του ν. 4315/2014 (Α'269), ο νομοθέτης έδωσε την ευκαιρία στους οικοδομικούς συνεταιρισμούς να εναρμονίσουν τα καταστατικά τους με τις διατάξεις του ν. 1667/1986 (Α'196) περί αστικών συνεταιρισμών εντός συνολικής χρονικής διάρκειας τριών ετών και τριών μηνών. Πέραν αυτής της προθεσμίας, οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί που δεν προέβησαν στην ως άνω εναρμόνιση, διαλύονται αυτοδίκαια, και η διάλυσή τους αναγνωρίζεται με σχετική πράξη του ειρηνοδίκη.

Μέχρι σήμερα, από τους 519 Οικοδομικούς Συνεταιρισμούς, έχουν εναρμονίσει τα καταστατικά τους οι 157.

Στόχος της προτεινόμενης νομοθετικής διάταξης, η οποία θέτει προθεσμία 12 μηνών εναρμόνισης των καταστατικών των οικοδομικών συνεταιρισμών, σύμφωνα με την παρ. 1, είναι να αποφευχθεί η αυτοδίκαιη διάλυσή τους και να συνεχισθεί νόμιμα και απρόσκοπτα η λειτουργία όσων εξ αυτών δεν έχουν ήδη λυθεί και εκκαθαρισθεί.

Με την παρ. 2 οι εν λόγω οικοδομικοί συνεταιρισμοί οι οποίοι πρόκειται να εναρμονίσουν τα καταστατικά τους, υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, στην προσκόμιση και σχετικού πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας στο αρμόδιο ειρηνοδικείο, με σκοπό την εξασφάλιση της πλήρους εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας στους οικοδομικούς συνεταιρισμούς, λαμβάνοντας υπόψη και τον διαφορετικό φορολογικό συντελεστή.

Η παρ.3 του ιδίου άρθρου προβλέπει όπως της σχετικής πράξης του ειρηνοδίκη προηγηθεί αποκλειστικά και μόνο σχετική αίτηση της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, ως εποπτεύουσας αρχής.

Άρθρο 44

Η κατάργηση των φορολογικών μέτρων που περιλαμβάνονται στις διατάξεις των παραγράφων 1,3, 4, 5, 6, 8 και 9 του άρθρου δεύτερου του ν.3755/2009 (Α' 52) υπέρ της Ανώνυμης Εταιρείας Αποκλειστικού Σκοπού (ΑΕΑΣ) με την επωνυμία «Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων Πειραιά Α.Ε» («ΣΕΠ»), καθώς και η κατάργηση της διάταξης του άρθρου τρίτου του ίδιου νόμου, κρίνονται απαραίτητες προς υλοποίηση της Απόφασης που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με αριθμό C(2015)66 final/23.3.2015, με την οποία διαπιστώθηκε ότι τα μέτρα που θεσπίζονται με αυτές συνιστούν παράνομες και ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά κρατικές ενισχύσεις, βάσει του άρθρου 108 παρ. 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παρ. 4 της απόφασης, πρέπει να καταργηθούν οι διατάξεις με τις οποίες θεσπίσθηκαν τα μέτρα, τα οποία περιγράφονται στο άρθρο 1 της απόφασης, με ισχύ από την ημερομηνία έκδοσή της, ήτοι 23.03.2015.

Η απόφαση αυτή της Επιτροπής είναι άμεσα δεσμευτική, δεν μπορεί δε να εφαρμόζεται κατά τρόπο ελλιπή, επιλεκτικό ή τμηματικό, δυνάμει του ενωσιακού δικαίου.

Για τους προαναφερόμενους λόγους, καταργούνται με το παρόν άρθρο διατάξεις που αφορούν την απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος επί δεδουλευμένων τόκων μέχρι την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του προβλήτα, το δικαίωμα επιστροφής πιστωθέντος ΦΠΑ, ανεξάρτητα από το στάδιο ολοκλήρωσης του αντικειμένου της σύμβασης και αναλογική εφαρμογή της εξαίρεσης της πενταετίας για τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας, το δικαίωμα σε τόκους υπερημερίας με την πάροδο των 60 ημερών από την αίτηση επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ, τη μεταφορά ζημιών εις νέον χωρίς χρονικό περιορισμό, την επιλογή μεταξύ τριών μεθόδων απόσβεσης αναφορικά με τις επενδυτικές δαπάνες για την ανακατασκευή του προβλήτα II και την κατασκευή του προβλήτα III, την απαλλαγή από τέλη χαρτοσήμου επί των συμφωνιών δανειοδότησης και συμβάσεις μεταξύ των δανειστών των δανειακών συμβάσεων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, με τις οποίες μεταβιβάζονται δικαιώματα ή υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές, απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, δικαίωμα ή κράτηση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 17-32 του ν. 1676/1986 (Α' 204 ) και του Κώδικα ΦΠΑ.

Άρθρο 45

Προστίθεται νέα υποπαράγραφος Β.11 στην παράγραφο Β του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής των νόμων 4046/2012, 4093/2012 και 4127/2013» (Α' 107).

Βάσει του ισχύοντος ενωσιακού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων, η ύπαρξη διαφάνειας είναι ουσιώδης για τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνεπάγεται βελτίωση της συμμόρφωσης, ενίσχυση της λογοδοσίας και, εντέλει, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών.

Ενδεικτικά, ως προς το ως άνω πλαίσιο, αναφέρονται:

Ο Κανονισμός Ευρωπαϊκής Επιτροπής 651/2014 (Γενικός Απαλλακτικός Κανονισμός). Ο Κανονισμός Ευρωπαϊκής Επιτροπής 1388/2014 (Απαλλακτικός Κανονισμός για την Αλιεία και την Υδατοκαλλιέργεια).

Ο Κανονισμός Ευρωπαϊκής Επιτροπής 702/2014 (Απαλλακτικός Κανονισμός για την Γεωργία).

Κατευθυντήριες γραμμές για τις Κρατικές Ενισχύσεις στους τομείς της Γεωργίας και Δασοπονίας στις αστικές περιοχές για το 2014-2020.

Κατευθυντήριες γραμμές για τον έλεγχο των Κρατικών Ενισχύσεων στους τομείς της Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας.

Κατευθυντήριες Γραμμές για την ενέργεια και το περιβάλλον, το Πλαίσιο για την έρευνα και τεχνολογία, καθώς και Κατευθυντήριες Γραμμές για κρατικές ενισχύσεις με σκοπό την διάσωση και την αναδιάρθρωση μη χρηματοπιστωτικών προβληματικών επιχειρήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, με τις προτεινόμενες διατάξεις ενσωματώνεται στο εθνικό δίκαιο η υποχρέωση δημοσιοποίησης σε διαδικτυακό τόπο συγκεκριμένων στοιχείων που αφορούν χορηγούμενες κρατικές ενισχύσεις, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στους σχετικούς εφαρμοστέους ενωσιακούς κανόνες, καθώς και οι σχετικές αρμοδιότητες της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων και των Αποκεντρωμένων Μονάδων Κρατικών Ενισχύσεων.

Άρθρο 46

1. Η ανωτέρω τροποποίηση κρίνεται αναγκαία κατόπιν σχετικής έρευνας για ενδεχόμενη παράβαση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (EU Pilot 3084/12/TAXU) με σκοπό την εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας ΦΠΑ με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 148 της οδηγίας ΦΠΑ (αριθ. 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου).

2. Η περίπτωση ια) της παραγράφου 1, καταργείται, καθώς οι απαλλαγές σε υποκείμενους στο φόρο που ασχολούνται με την αλιεία ανεξάρτητα από το καθεστώς Φ.Π.Α. στο οποίο υπάγονται, συμπεριλαμβάνεται στην περίπτωση α) της παραγράφου 1. Η σπογγαλιεία συνεχίζει να περιλαμβάνεται στην απαλλακτική διάταξη, στα πλαίσια της αλιείας.

3. Με την προτεινόμενη διάταξη καταργείται η προβλεπόμενη στην παράγραφο 3 του άρθρου δέκατου τρίτου του ν. 4211/2013 παροχή έκπτωσης 30% στο τέλος παραμονής και πλόων που βαρύνει τα πλοία που ελλιμενίζονται μόνιμα στην Ελληνική Επικράτεια και αίρεται πιθανή παραβίαση του άρθρου 110 της ΣΛΕΕ, το οποίο αναφέρεται στην επιβολή συγκριτικά επαχθέστερης (εσωτερικής) φορολογικής επιβάρυνσης στα προϊόντα των άλλων κρατών - μελών (υπόθεση EU PILOT 8262/16/TAXU).

Άρθρο 47

Στο άρθρο 15 του ν.2622/1998 (Α' 138) προβλέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 976/1979(Α' 236/) που ρυθμίζουν την έκταση της ευθύνης των οδηγών για τα τροχαία ατυχήματα που προκαλούνται από μηχανοκίνητα οχήματα του Δημοσίου θα εφαρμόζονται ανάλογα και για τα ατυχήματα που προκαλούνται από πλωτά μέσα της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος. Στο ανωτέρω άρθρο δεν έχει συμπεριληφθεί η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, η οποία διαθέτει αντιλαθρεμπορικά σκάφη για την διεξαγωγή τελωνειακών ελέγχων και για την δίωξη του οικονομικού εγκλήματος μέσω των Θαλασσίων Ομάδων Ελέγχου (Θ.Ο.Ε..) για την επιβολή της τελωνειακής και συναφούς με αυτή φορολογικής νομοθεσίας και για την πάταξη της δασμοφοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου και τη δέσμευση ή τη κατάσχεση λαθρεμπορευμάτων και των μέσων διακίνησης αυτών. Με το παρόν άρθρο επεκτείνεται η εφαρμογή του νόμου και στα πλωτά αντιλαθρεμπορικά σκάφη της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, και κατά συνέπεια αντιμετωπίζεται το θέμα της ασφάλισης τους από την πρόκληση θαλάσσιων ατυχημάτων.

Άρθρο 48

1. Από τις διατάξεις του ισχύοντος Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού (ν. 4270/2014) προβλέπεται, ως κανόνας, η έκδοση διοικητικής πράξης ανάληψης υποχρέωσης, με την οποία γεννάται ή βεβαιώνεται υποχρέωση του Δημοσίου και των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης έναντι τρίτων, ως προϋπόθεση για την εκτέλεση οποιασδήποτε δαπάνης και μάλιστα πριν από κάθε σχετική ενέργεια πραγματοποίησης της δαπάνης. Όμοια διάταξη περιείχε και ο προηγουμένως ισχύσας Κώδικας (ν. 2362/1995 και σχετικά άρθρα 21 παρ. 1 του ν. 2362/1995 και 66 του ν. 4270/2014).

2. Στον κανόνα αυτόν εισάγονται ορισμένες εξαιρέσεις με την παρ. 6 του άρθρου 66 του ν. 4270/2014, όταν πρόκειται για δαπάνες για τις οποίες, από τη φύση τους δεν είναι δυνατή η τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας, αναφέρονται δε ενδεικτικά ορισμένες τέτοιες περιπτώσεις (συναλλαγματικές διαφορές, εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, δαπάνες ΔΙΑΣ κ.λ.π.) κατά τις οποίες αναλαμβάνεται η υποχρέωση και δεσμεύεται η απαραίτητη πίστωση, κατά περίπτωση, αμέσως μετά την παραλαβή του σχετικού λογαριασμού ή τη γνωστοποίηση εκτελεστής δικαστικής απόφασης ή σχετική ειδοποίηση ή με την κατ' οποιονδήποτε τρόπο γνωστοποίηση του ύψους και του χρόνου εξόφλησής τους. Σχετική διάταξη περιλαμβάνεται και στην παρ. 2 του άρθρου 9 του π.δ. 113/2010 «Ανάληψη υποχρεώσεων από τους Διατάκτες» που εκδόθηκε σε εκτέλεση των ανωτέρω διατάξεων.

3. Ήδη, στο άρθρο 23Α του ν. 3086/2002 «Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάσταση των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του» (Α'324 ), που προστέθηκε με το άρθρο 49 του ν. 4170/2013, περιλαμβάνεται διάταξη κατά την οποία στις ανωτέρω δαπάνες, για τις οποίες ισχύει η εξαίρεση της παρ. 2 του άρθρου 9 του π.δ. 113/2010, περιλαμβάνονται και οι δαπάνες που βαρύνουν τον προϋπολογισμό και εκκαθαρίζονται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και αφορούν αμοιβές και έξοδα φυσικών ή νομικών προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, όπως για παράδειγμα δικηγόρων και δικηγορικών εταιρειών, δικαστικών επιμελητών, μεταφραστών, πραγματογνωμόνων, συμβολαιογράφων, καθώς και δαπάνες για δημοσιεύσεις στον τύπο και μετακινήσεις μελών του Ν.Σ.Κ. που σχετίζονται με δικαστικές ενέργειες.

4. Στα πλαίσια της διεξαγωγής εθνικών ή διεθνών διαιτητικών δικών μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου (ΕΔ) και αλλοδαπών ή/και ημεδαπών νομικών ή φυσικών προσώπων, με σοβαρό οικονομικό αντικείμενο για το ΕΔ, αφού πρόκειται για επίλυση διαφορών που ανακύπτουν ιδίως στα πλαίσια συμβάσεων προμήθειας (π.χ εξοπλιστικά προγράμματα των ενόπλων δυνάμεων κλπ) είναι επιβεβλημένη, από τη φύση της διαιτητικής διαδικασίας, η προσκόμιση στο Διαιτητικό Δικαστήριο γνωμοδοτήσεων από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες (νομικούς ή τεχνικούς) προκειμένου να υποστηριχθούν προσηκόντως οι θέσεις του ΕΔ. Οι ασφυκτικές προθεσμίες που χορηγούνται από το Διαιτητικό Δικαστήριο για την προσκόμιση των γνωμοδοτήσεων και το άκρως εξειδικευμένο αντικείμενο αυτών δεν επιτρέπουν, όπως είναι αυτονόητο, τη διεξαγωγή διαγωνιστικής διαδικασίας αλλά επιβάλλουν την απευθείας ανάθεση της σχετικής σύμβασης παροχής υπηρεσιών, ανεξαρτήτως του ύψους της αμοιβής του γνωμοδοτούντος. Σημειώνουμε άλλωστε, ότι και η Οδηγία 2014/24/ΕΕ σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες, εξαιρεί -όπως και η προγενέστερή της 2004/18/ΕΚ- από το πεδίο εφαρμογής της, τις συμβάσεις που αφορούν υπηρεσίες διαιτησίας και συμβιβασμού [άρθρο 10(γ)] καθώς και κάθε είδους νομικές υπηρεσίες (νομική εκπροσώπηση, νομικές συμβουλές κλπ.) που παρέχονται από δικηγόρους στα πλαίσια διαιτησιών, συμβιβασμού, δικαστικών διαδικασιών κλπ. [άρθρο 10(δ)].

5. Για τους προεκτεθέντες λόγους, με την παρ. 1 του προτεινόμενου άρθρου - και για τον ίδιο δικαιολογητικό λόγο θέσπισης της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 49 του ν. 4170/2013 (Α' 163 ) - η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 23Α του ν. 3086/2002 (Α"324), όπως ισχύει, αντικαθίσταται και το πεδίο εφαρμογής της διευρύνεται προκειμένου να περιλάβει όμοιες κατ' αντικείμενο δαπάνες, με τις οποίες βαρύνονται οι προϋπολογισμοί και άλλων υπουργείων ή οργανωτικών μονάδων που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, διευκρινίζεται δε επίσης, προς άρση αμφισβητήσεων, ότι περιλαμβάνονται και οι δαπάνες για την διεξαγωγή διαιτητικών δικών με διάδικο το Δημόσιο.

6. Επίσης, με την παρ. 2 προτείνεται η προσθήκη παραγράφου στο άρθρο 23Α του ν. 3086/2002, με την οποία χορηγείται η αρμοδιότητα στον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. να αναθέτει την σύνταξη νομικών ή τεχνικών γνωμοδοτήσεων, που απαιτούνται στα πλαίσια διεξαγωγής διεθνών διαιτητικών δικών και να συνάπτει τις σχετικές συμβάσεις κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 9 του π.δ. 113/2010 και με επιβάρυνση του προϋπολογισμού του οικείου Υπουργείου.

Άρθρο 49

Με την παράγραφο 1 παρατείνεται η ισχύς της αναστολής που είχε χορηγηθεί στα πρόσωπα που εμπλέκονται στη διαδικασία της Επιτροπής Έγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών για χρονικό διάστημα πέντε ετών από την έναρξη ισχύος της κυρωθείσας Π.Ν.Π. Η ανωτέρω τροποποίηση είναι απαραίτητη προκειμένου να συνεχίσει απρόσκοπτα το έργο της η επιτροπή, να μην τεθεί σε κίνδυνο η επιτυχής διενέργεια συναλλαγών των εισαγωγών και να αποφευχθούν οι επαχθείς συνέπειες για την αγορά, δεδομένου ότι, ενώ το έργο της ανωτέρω επιτροπής συνεχίζεται, το υφιστάμενο χρονικό διάστημα ισχύος της χορηγηθείσας αναστολής παρέρχεται.

Άρθρο 50

Με τις προτεινόμενες διατάξεις επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις στο Ν. 4370/2016 (Α' 37) για την ομοιόμορφη και αποτελεσματικότερη ενσωμάτωση της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ περί των συστημάτων εγγύησης καταθέσεων. Επίσης βελτιώνονται συγκεκριμένες διατάξεις προκειμένου να διευκολυνθεί η πρακτική εφαρμογή του νόμου και να διασφαλισθεί η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ του ΤΕΚΕ και των πιστωτικών ιδρυμάτων κατά πρόσφορο, ολοκληρωμένο και αξιόπιστο τρόπο.

Στο πλαίσιο αυτό αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 20 της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ώστε να συμπληρωθεί ο ορισμός της καταθέσεως προκειμένου να εξαιρείται ρητά το ηλεκτρονικό χρήμα, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 10 περίπτωση 1 του Ν. 4021/2011 (Α' 218) και τα ποσά που λαμβάνονται έναντι ηλεκτρονικού χρήματος, τα οποία δεν θα πρέπει, σύμφωνα με την Οδηγία 2009/11/ΕΚ και το άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 4021/2011 να θεωρούνται καταθέσεις ούτε, επομένως, να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ και κατ' επέκταση του Ν. 4370/2016 που την ενσωματώνει. Ουσιαστικά, με την προτεινόμενη προσθήκη ενσωματώνεται η παράγραφος 29 του Προοιμίου της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ.

Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 9 διαγράφονται οι λέξεις «εντός της ΕΕ» ώστε να απαλειφτεί η διαφοροποίηση ανάμεσα στα υποκαταστήματα εντός και εκτός της EE ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Η εν λόγω διαγραφή είναι συνεπής και με το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 5 από την οποία προκύπτει ότι καλύπτονται από το ΤΕΚΕ τα υποκαταστήματα εντός και εκτός της EE. Διαγράφεται το εδάφιο γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 10 όπου γίνεται η αναφορά περί κατανομής της κατάθεσης που τηρείται για λογαριασμό άλλων προσώπων κατά ίσα μέρη σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη ή δεν προκύπτει το μερίδιο που αναλογεί σε κάθε πρόσωπο, καθώς η συγκεκριμένη διάταξη που προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ. 2 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ αφορά αποκλειστικά στην περίπτωση των κοινών λογαριασμών και αποτυπώνεται ήδη στο άρθρο 10 παρ. 1 εδάφιο β'του Ν. 4370/2016. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 μετά τη λέξη «στοιχεία» του εδαφίου α' προστίθενται οι λέξεις «της παραγράφου 3 του όρθρου 41» προκειμένου να αποτυπώνεται ρητά το σύνολο των στοιχείων (ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονται και τα αποτελέσματα των συμψηφισμών) που απαιτούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα ή τον ειδικό εκκαθαριστή αυτών προκειμένου το ΤΕΚΕ εν συνεχεία να είναι σε θέση να καταρτίσει τον προβλεπόμενο κατάλογο καταθετών. Στο τέλος της περίπτωσης η' της παραγράφου 1 του άρθρου 12 προστίθενται οι λέξεις «των υπερεθνικών οργανισμών, των ομοσπονδιακών, ομόσπονδων, επαρχιακών και τοπικών διοικητικών αρχών, καθώς και των ΟΤΑ» προκειμένου να αποτυπώνεται επακριβώς η αντίστοιχη διάταξη του Ν. 3746/2009. Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις του ν. 3746/2009 περί του Σκέλους Κάλυψης Επενδύσεων του ΤΕΚΕ μεταφέρθηκαν και προσαρμόστηκαν ελάχιστα προκειμένου να ανταποκρίνονται στη νέα διάρθρωση και δομή του Ν. 4370/2016.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 13 αντικαθίσταται ώστε να βελτιωθεί νομοτεχνικά η υφιστάμενη διάταξη. Στην παράγραφο του 3 του άρθρου 14 διαγράφεται το εδάφιο γ' περί κατανομής της απαίτησης από επενδυτικό λογαριασμό που τηρείται για λογαριασμό άλλων προσώπων κατά ίσα μέρη σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη ή δεν προκύπτει το μερίδιο που αναλογεί σε κάθε πρόσωπο, καθώς η συγκεκριμένη διάταξη έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση συνδικαιούχων της ίδιας απαίτησης από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, το οποίο αποτυπώνεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 4370/2016.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 25 τροποποιείται προκειμένου να αποτυπώνεται ορθώς και πλήρως ο προβλεπόμενος τρόπος τήρησης των διαθεσίμων του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων. Στην παράγραφο 6 του άρθρου 27 διαγράφεται η λέξη «Ιουνίου» και αντικαθίσταται από την λέξη «Ιουλίου». Με την προτεινόμενη προσθήκη μεταφέρεται κατά ένα (1) μήνα η προθεσμία υποβολής των στοιχείων της τελευταίας ημέρας του προηγούμενου έτους που ορίζει το ΤΕΚΕ για τον προσδιορισμό του βαθμού κινδύνου που αναλαμβάνει το πιστωτικό ίδρυμα προκειμένου να υπάρχει επαρκής χρόνος για την προετοιμασία και διάθεση των εν λόγω στοιχείων από τα πιστωτικά ιδρύματα προς το ΤΕΚΕ. Αντικαθίστανται οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 32 προκειμένου να αποτυπωθεί η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 8 και 11 του Ν. 3746/2009 και η κατ' εξουσιοδότηση του συγκεκριμένου άρθρου εκδοθείσα υπουργική απόφαση με αριθμό 31966/Β.1562/22.07.2010 καθώς και να εισαχθεί το στοιχείο της ευλόγου σχέσεως ως κριτήριο για την διακοπή της καταβολής της τακτικής εισφοράς.

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 41 μετά τις λέξεις «της παραγράφου 1» προστίθενται οι λέξεις «και του αποτελέσματος του συμψηφισμού σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 10». Με την προτεινόμενη προσθήκη συμπληρώνονται τα ελάχιστα στοιχεία, τα οποία τα πιστωτικά ιδρύματα ή ο ειδικός εκκαθαριστής αυτών οφείλουν να υποβάλουν στο ΤΕΚΕ, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το αποτέλεσμα του συμψηφισμού σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 10 του Ν. 4370/2016, δεδομένου ότι τα στοιχεία για τον συμψηφισμό είναι διαθέσιμα μόνο στο πιστωτικό ίδρυμα και τον εκκαθαριστή του, προκειμένου το ΤΕΚΕ να είναι σε θέση να καταβάλει την προβλεπόμενη εκ του νόμου αποζημίωση ή να προβεί στη χρηματοδότηση μέτρων εξυγίανσης.

Προστίθεται νέο άρθρο 47Α το οποίο ενσωματώνει στο νόμο το άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ που προβλέπει τη συνεργασία ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές, τις ορισθείσες αρχές, τις αρχές εξυγίανσης και τις σχετικές διοικητικές αρχές, ενώ παράλληλα προβλέπεται η δυνατότητα σύναψης εγγράφων μνημονίων συνεννόησης που θα αποτυπώνουν ειδικότερες πτυχές της προβλεπόμενης συνεργασίας.

Άρθρο 51

Με την παράγραφο 1 επεκτείνεται η νομοθετική εξουσιοδότηση στην Τράπεζα της Ελλάδος και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την έκδοση κανονιστικών αποφάσεων για την ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία των, κατ' εφαρμογή της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, κατευθυντήριων αρχών και συστάσεων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, ώστε να αφορά όχι μόνο την ιδιότητά τους ως αρμόδιες αρχές εξυγίανσης, αλλά και ως εθνικές εποπτικές αρχές.

Με την παράγραφο 2 επεκτείνεται η εξουσιοδοτική διάταξη στην ΤτΕ και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την έκδοση κανονιστικής πράξης σχετικά με τον συνολικό σχεδιασμό της ανάκαμψης (εσωτερικά άρθρα 4-9 του άρθρου 2 του ν.4335/2015) και όχι μόνο για τις απλουστευμένες υποχρεώσεις (εσωτερικό άρθρο 4 του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου).

Με την παράγραφο 3 περιορίζεται το εύρος των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που οφείλουν να υποβάλλουν στην ΤτΕ σχέδια ανάκαμψης, και συγκεκριμένα περιλαμβάνονται οι εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, παροχής πιστώσεων και πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων που υπόκεινται σε ατομική βάση στην εποπτεία της ΤτΕ. Η τροποποιούμενη διάταξη δεν περιλαμβάνεται στην Οδηγία 2014/59/ΕΕ και αποσκοπεί στην επέκταση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου, καθώς ήταν ευρύτερο και πριν την Οδηγία 2015/59/ΕΕ. Όμως, βάσει του ορισμού του Κανονισμού (EE) 575/2013, στην έννοια του χρηματοδοτικού ιδρύματος περιλαμβάνονται και ανταλλακτήρια, ιδρύματα πληρωμών, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος κ.α., με αποτέλεσμα να δημιουργείται δυσλειτουργία καθώς, π.χ. αν ήθελε να κλείσει ένα ανταλλακτήριο έπρεπε να οριστεί ειδικός εκκαθαριστής. Επίσης, επεκτείνεται η ισχύς της και στα εσωτερικά άρθρα 4, 6 και 9, τα οποία αφορούν τις απλουστευμένες υποχρεώσεις για ορισμένα ιδρύματα, την αξιολόγηση και τους δείκτες των σχεδίων ανάκαμψης.

Με την παράγραφο 4 τροποποιείται η ισχύουσα διάταξη διότι από την διατύπωση προέκυπτε ασυμβίβαστο βάρος για το ΤΕΚΕ και το Συνεγγυητικό καθώς η υποχρέωση τήρησης της κατάλληλης λογιστικής παρακολούθησης, η υποβολή στοιχείων στην αρχή εξυγίανσης και κάθε απαραίτητη ενέργεια μέσω της οποίας διασφαλίζεται η πλήρης εξόφληση των οφειλομένων εισφορών συνιστούν υποχρεώσεις των ιδρυμάτων.

Περαιτέρω, τα πιστωτικά ιδρύματα είναι εκείνα τα οποία οφείλουν να διαθέτουν τις διαδικασίες για την ορθή και έγκαιρη εξόφληση των εισφορών και την πρόληψη της διαφυγής, της αποφυγής και της κατάχρησης.

Άρθρο 52

Με την παράγραφο 1 προστίθεται περίπτωση ζ στην παράγραφο 2 του άρθρου 5 του ν. 4261/2014, με την οποία επαναφέρεται η εξουσιοδοτική διάταξη προς την ΤτΕ για την έγκριση των ειδικών συμμετοχών στον χρηματοπιστωτικό τομέα που προβλεπόταν στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 23 του καταργηθέντος ν. 3601/2007, ώστε να είναι εφικτή η αναθεώρηση των κανόνων για την έγκριση των ειδικών συμμετοχών των πιστωτικών ιδρυμάτων στο χρηματοπιστωτικό τομέα από την ΤτΕ που θεσπίστηκαν με την ΠΔ/ΤΕ 2604/2008 «Απόκτηση από τα πιστωτικά ιδρύματα «ειδικών συμμετοχών» στο μετοχικό κεφάλαιο επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα».

Με την παράγραφο 2 προστίθεται η περίπτωση α στην παράγραφο 2 του άρθρου 63 του ν. 4261/2014 που αφορά την παροχή της δυνατότητας στην ΤτΕ και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τη θέσπιση ειδικών διαδικασιών για τη λήψη και την παρακολούθηση καταγγελιών για παραβάσεις. Με την τροποποίηση αυτή επιτυγχάνεται η ενσωμάτωση της περίπτωσης α της παρ. 2 του άρθρου 71 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, η οποία εκ παραδρομής δεν είχε ενσωματωθεί στο κείμενο του νόμου. Με την παράγραφο 3 προστίθεται παράγραφος 3 στο άρθρο 66 του ν. 4261/2014 με την οποία επαναφέρεται η εξουσιοδοτική διάταξη προς την ΤτΕ και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την έκδοση κανονιστικών πράξεων για την εταιρική διακυβέρνηση που είχε εκ παραδρομής καταργηθεί με το ν. 4335/2015.

Με την παράγραφο 4 αντικαθίσταται η περίπτωση α της παραγράφου 1 του άρθρου 145α του ν. 4261/2014, ώστε να αναφέρεται στην ορθή διάταξη του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα, κατόπιν της τροποποίηοής του με το ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94), και, συγκεκριμένα, στην αναρίθμηση από γ σε δ στην κατάταξη απαιτήσεων της περίπτωσης που αφορά στις απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και από παροχή εξαρτημένης εργασίας, αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις δικηγόρων, αποζημίωση λόγω καταγγελίας σχέσεως εργασίας ή λύσης έμμισθης εντολής, φόρο προστιθέμενης αξίας και παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, αποζημίωση λόγω αναπηρίας ποσοστού 67% ή σε περίπτωση θανάτου του υπόχρεου προς διατροφή.

Με την παράγραφο 5 περιορίζεται η έκταση της απαιτούμενης έγκρισης από την ΤτΕ των τροποποιήσεων των καταστατικών των συνεταιριστικών τραπεζών και ευθυγραμμίζεται με την αντίστοιχη προσέγγιση που ακολουθείται για τα καταστατικά των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας. Με την παράγραφο 6 διαγράφεται η αναφορά που γίνεται στο παράρτημα 1 όπου αντιστοιχούνται οι καταργούμενες διατάξεις του ν. 3601/2007, δεδομένου ότι το αναφερόμενο παράρτημα δεν έχει ενσωματωθεί στο νόμο.

Άρθρο 53

Με στόχο την διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας των υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. για την επιτυχία των στόχων της και την εκπλήρωση της αποστολής της, καθώς και την αναγνωρισιμότητά της από τους πολίτες, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις του ν. 4389/2016 (Α' 94):

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 προβλέπεται η κάλυψη των εξόδων μετακίνησης, ημερήσιας αποζημίωσης και διανυκτέρευσης για τον Πρόεδρο, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης και τον Εμπειρογνώμονα, οι οποίοι διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 προστίθεται παράγραφος 7 στο άρθρο 14 του ν. 4389/2016, με την οποία προβλέπεται η δυνατότητα του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. να καθορίζει και να ανακαθορίζει το προτυπωμένο σήμα (λογότυπο), διακριτικό γνώρισμα, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιεί η Αρχή σε κάθε μορφή επικοινωνίας της, όπως σε ιστότοπους, έγγραφα και έντυπα και μέσω του οποίου θα καθιερωθεί η οπτικοποιημένη ταυτότητα της, με σκοπό την αποτύπωση της μοναδικότητάς της, των αξιών και του ιδιαίτερου ρόλου της στον κρίσιμο τομέα των δημοσίων εσόδων και στην αμερόληπτη και δίκαιη αντιμετώπιση των φορολογουμένων, καθώς και την άμεση αναγνωρισιμότητα αυτής και των Υπηρεσιών της από τους πολίτες.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 προβλέπεται ότι μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Αρχής τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης και ο Εμπειρογνόμωνας συνεδριάζουν ως Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων και για τις συνεδριάσεις τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν. 4389/2016.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 προστίθεται παράγραφος 12 στο άρθρο 41 του ν. 4389/2016, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, με απόφασή του, να συστήσει τις Υπηρεσίες που θα συγκροτούν τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών (Γ.Δ.Ο.Υ.) της Α.Α.Δ.Ε., να καθορίσει τη δομή, τις αρμοδιότητές τους και την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της Γ.Δ.Ο.Υ. και των υπηρεσιών της και να καθορίσει τις οργανικές θέσεις αυτών, να προκηρύξει τις θέσεις των Προϊσταμένων της Γ.Δ.Ο.Υ. και των οργανικών της μονάδων, να επιλέξει αυτούς και να τοποθετήσει προσωπικό σε αυτές, προκειμένου να ολοκληρωθούν έγκαιρα όλες οι απαιτούμενες ενέργειες για την σύσταση των οργανικών μονάδων της Γ.Δ.Ο.Υ., την κατανομή των οργανικών τους θέσεων και τη στελέχωσή τους με Προϊσταμένους και με το απαιτούμενο προσωπικό, ώστε να εξασφαλιστεί η άμεση και εύρυθμη λειτουργία αυτής από την 1/1/2017, ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της Α.Α.Δ.Ε.. Επίσης, προστίθεται παράγραφος 13 στο άρθρο 41 του ν. 4389/2016, με την οποία δίδεται η δυνατότητα στον Γενικό Γραμματέα της Γ.Γ.Δ.Ε., με απόφασή του πριν την έναρξη λειτουργίας της Α.Α.Δ.Ε., να καθορίσει κατά την πρώτη εφαρμογή το προτυπωμένο σήμα της Αρχής, ώστε να δοθεί η δυνατότητα να αποτυπωθεί αυτό εξαρχής στον νέο ιστότοπο της Α.Α.Δ.Ε. που θα δημιουργηθεί, καθώς και, ενδεικτικά, στα έγγραφα και στα έντυπα αυτής, ηλεκτρονικά και προεκτυπωμένα, για λόγους οικονομίας, δεδομένου ότι όλα τα υφιστάμενα έγγραφα, έντυπα, σφραγίδες, πινακίδες των υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. θα πρέπει να έχουν αντικατασταθεί με τα νέα και να είναι έτοιμα για χρήση την 1/1/2017.

Άρθρο 54

Με την εν θέματι διάταξη επιλύεται ένα χρόνιο πρόβλημα αναφορικά με την νομιμότητα αφενός λειτουργίας αθλητικών εγκαταστάσεων του Δήμου Χαλανδρίου και αφετέρου με την αξιοποίηση και προστασία των ελεύθερων χώρων πρασίνου, ως και των κοινοχρήστων χώρων στο ανωτέρω δημόσιο ακίνητο.

Ειδικότερα, το υφιστάμενο μέχρι την ψήφιση της παρούσας διάταξης ιδιοκτησιακό καθεστώς του εν λόγω δημοσίου ακινήτου και οι ισχύουσες πολεοδομικές ρυθμίσεις εμποδίζουν την αδειοδότηση των εγκαταστάσεων και τη νόμιμη και ασφαλή λειτουργία τους καθόσον δεν υφίσταται το ρυθμιστικό πλαίσιο, προκειμένου οι Δήμος Χαλανδρίου να παρεμβαίνει αποτελεσματικά τόσο για την ανάδειξη όσο και για την αξιοποίηση και προστασία της ανωτέρω έκτασης.

Με την υπ' αριθμ. 300/2016 ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Χαλανδρίου διατυπώνεται το αίτημα για την προώθηση ρυθμίσεων ως προς το ιδιοκτησιακό και πολεοδομικό καθεστώς της έκτασης που να ανταποκρίνονται στην υφιστάμενη χρήση του χώρου και τελικά να συμβάλουν ουσιαστικά στην κάλυψη των αναγκών των κατοίκων της πόλης για πράσινο και χώρους άθλησης, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής τους.

Με το τρίτο εδάφιο της εν λόγω ρύθμισης το Δημόσιο, στο πλαίσιο άσκησης κοινωνικής πολιτικής, απαλλάσσει στην ουσία τον Δήμο από το ποσό που θα όφειλε να καταβάλει προς το Δημόσιο λόγω της αυθαίρετης χρήσης επί του εν λόγω ακινήτου, κατά την τελευταία πενταετία, καθόσον με την εν λόγω παραχώρηση νομιμοποιείται μία παγιωμένη κατάσταση που ανέκαθεν εξυπηρετούσε αποκλειστικά κοινωφελείς σκοπούς.

Άρθρο 55

Η εν λόγω παρ. 4 του άρθρου 24 του ν.489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε ως παρ. 4 του άρθρου 25 του π.δ. 237/1986, έρχεται σε αντίθεση με το ν.4364/ 2016, καθώς σκοπός της θέσπισης του άρθρου 242 του ν.4364/2016 ήταν η συμπερίληψη των εργασιών σε περιπτώσεις ανάκλησης άδειας λειτουργίας και εκ παραδρομής δεν καταργήθηκε η ως άνω διάταξη.

Άρθρο 56

Με το προτεινόμενο όρθρο τροποποιούνται οι διατάξεις της περιπτ. δ' της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2628/1998 (Α 151), αναφορικά με τη σύσταση και συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (Ο.Δ.Δ.Η.Χ.), κατά τρόπο ώστε να διασφαλιστεί η εύρυθμη και απρόσκοπτη λειτουργία του εν λόγω συλλογικού οργάνου.



ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
«Εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών»


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

ΣΚΟΠΟΣ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ και ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

Αρθρο 1 Σκοπός
(Άρθρο 1 της Οδηγίας)

Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 (L 133)

Άρθρο 2
Πεδίο εφαρμογής
(Άρθρο 3 της Οδηγίας)

1. Ο παρών νόμος εφαρμόζεται:
α) σε συμβάσεις πίστωσης που εξασφαλίζονται είτε με υποθήκη είτε με προσημείωση υποθήκης είτε βάσει δικαιώματος σχετιζομένου με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και
β) σε συμβάσεις πίστωσης, σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ή η διατήρηση δικαιωμάτων κυριότητας επί εγγείου ιδιοκτησίας ή επί υπάρχοντος ή υπό κατασκευή κτιρίου.

2. Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται σε:
α) συμβάσεις πίστωσης αποδέσμευσης περιθωρίου αξίας (equity release credit agreements) όπου ο πιστωτικός φορέας:
αα) χορηγεί την πίστωση με εφάπαξ ποσό, σε τακτικές δόσεις ή με άλλη μορφή, και ως αντιπαροχή εισπράττει ένα ποσό από το τίμημα της μελλοντικής πώλησης ενός ακινήτου που προορίζεται για κατοικία ή αποκτά ένα δικαίωμα επί ακινήτου που προορίζεται για κατοικία, και
ββ) δεν απαιτεί αποπληρωμή της πίστωσης εωσότου συμβούν ένα ή περισσότερα προκαθορισμένα γεγονότα στη ζωή του καταναλωτή, όπως αυτά μπορεί να ορίζονται από την αρμόδια αρχή, εκτός εάν υπάρξει παραβίαση από τον καταναλωτή των συμβατικών υποχρεώσεών του που επιτρέπει στον πιστωτικό φορέα να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης,
β) συμβάσεις πίστωσης με τις οποίες η πίστωση χορηγείται από εργοδότη στους εργαζομένους του ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, άτοκα ή με Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Ποσοστό Επιβάρυνσης (ΣΕΠΠΕ) χαμηλότερο από εκείνα που επικρατούν στην αγορά και τα οποία δεν προσφέρονται γενικά στο κοινό,
γ) συμβάσεις πίστωσης όπου η πίστωση χορηγείται άτοκα και χωρίς άλλες επιβαρύνσεις εκτός από εκείνες που έχουν σκοπό την ανάκτηση του κόστους που συνδέεται άμεσα με την εξασφάλιση της πίστωσης,
δ) συμβάσεις πίστωσης υπό μορφή δυνατότητας υπερανάληψης και στις οποίες η πίστωση πρέπει να εξοφληθεί εντός ενός μηνός,
ε) συμβάσεις πίστωσης που είναι αποτέλεσμα διακανονισμού ο οποίος επιτεύχθηκε ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής,
στ) συμβάσεις πίστωσης που αφορούν την προθεσμιακή εξόφληση υπάρχουσας οφειλής, χωρίς
επιβαρύνσεις, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της περίπτ. α' .της παρ. 1.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού μπορεί να εξαιρεθούν από την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους των διατάξεων του παρόντος νόμου συμβάσεις πίστωσης που σχετίζονται με πιστώσεις χορηγούμενες σε περιορισμένο κοινό δυνάμει νομοθετικών διατάξεων για σκοπούς κοινής ωφελείας, είτε άτοκα είτε με επιτόκιο χορηγήσεων χαμηλότερο από αυτό που επικρατεί στην αγορά είτε με άλλους όρους, οι οποίοι είναι ευνοϊκότεροι για τον καταναλωτή από αυτούς που επικρατούν στην αγορά και με επιτόκιο χορήγησης που δεν μπορεί να υπερβαίνει αυτό που επικρατεί στην αγορά.
Με την απόφαση αυτή καθορίζονται οι δέουσες απαιτήσεις πληροφόρησης, οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον έγκαιρη ενημέρωση για τα κύρια χαρακτηριστικά, τους κινδύνους και το κόστος τέτοιων συμβάσεων πίστωσης στο προσυμβατικό στάδιο. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το θεσμικό πλαίσιο για τη διαφήμιση τέτοιων συμβάσεων πίστωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι η διαφήμιση θα είναι ακριβής, σαφής και μη παραπλανητική.

Άρθρο 3
Ορισμοί
(Άρθρο 4 της Οδηγίας)

Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1) «Καταναλωτής»: κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει ο παρών νόμος επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του,
2) «Πιστωτικός φορέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας, χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει πίστωση η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, καθώς και οι εταιρείες της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.4354/2015 (Α' 176), σύμφωνα με την παρ. 22 του ιδίου άρθρου, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 4389/2016 (Α' 94) και, τροποποιήθηκε, ως προς τις προδιαληφθείσες διατάξεις με τις παρ.1 και 3 αντιστοίχως του άρθρου τέταρτου του ν. 4393/2016 (Α' 106),
3) «Σύμβαση πίστωσης»: σύμβαση δυνάμει της οποίας πιστωτικός φορέας χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει σε καταναλωτή πίστωση κατά την έννοια του άρθρου 2, υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης.
4) «Συμπληρωματική υπηρεσία»: υπηρεσία που προσφέρεται στον καταναλωτή σε συνδυασμό με τη σύμβαση πίστωσης.
5) «Μεσίτης πιστώσεων»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, δεν ενεργεί ως πιστωτικός φορέας ή συμβολαιογράφος και δεν παρουσιάζει απλώς, άμεσα ή έμμεσα, στον καταναλωτή έναν πιστωτικό φορέα ή μεσίτη πιστώσεων και το οποίο, στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας, έναντι αμοιβής η οποία μπορεί να είναι χρηματική ή να έχει οποιαδήποτε άλλη συμφωνηθείσα μορφή οικονομικού ανταλλάγματος προβαίνει σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης:
α) προτείνει ή προσφέρει συμβάσεις πίστωσης στους καταναλωτές,
β) βοηθά τους καταναλωτές αναλαμβάνοντας προπαρασκευαστικές εργασίες ή άλλες προσυμβατικές διοικητικές διαδικασίες για τη σύναψη συμβάσεων πίστωσης διαφορετικές από αυτές της περίπτ. α' ή
γ) συνάπτει συμβάσεις πίστωσης με τους καταναλωτές εξ ονόματος του πιστωτικού φορέα.
6) «Όμιλος»: όμιλος που περιλαμβάνει πιστωτικό φορέα που υποβάλει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4308/2014 (Α' 251).
7) «Συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων»: κάθε μεσίτης πιστώσεων που ενεργεί εξ ονόματος και υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη:
α) ενός μόνον πιστωτικού φορέα
β) ενός μόνον ομίλου.
8) «Πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια της περίπτ. 1 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.4261/2014 (Α' 107) (άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (EE) αριθ. 575/2013).
9) «Μη πιστωτικό ίδρυμα»: κάθε πιστωτικός φορέας που δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα.
10) «Προσωπικό»:
α) κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο εργάζεται για τον πιστωτικό φορέα ή τον μεσίτη πιστώσεων, απασχολείται άμεσα σε δραστηριότητες που καλύπτονται από τον παρόντα νόμο ή το οποίο έχει επαφή με τους καταναλωτές στην διάρκεια δραστηριοτήτων που καλύπτονται από τον παρόντα νόμο,
β) κάθε φυσικό πρόσωπο που διευθύνει ή εποπτεύει άμεσα τα φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στην περίπτ. α'.
11) «Συνολικό ποσό της πίστωσης»: το ανώτατο όριο ή το σύνολο των ποσών που καθίστανται διαθέσιμα βάσει της σύμβασης πίστωσης.
12) «Συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή»: το σύνολο των επιβαρύνσεων, όπως ορίζεται στην περίπτ. ζ' του όρθρου 3 της ΖΙ-699/2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β' 917), συμπεριλαμβανομένου του κόστους αποτίμησης ακίνητης περιουσίας όταν η εν λόγω αποτίμηση είναι απαραίτητη για τη χορήγηση της πίστωσης, αλλά εξαιρουμένων των φόρων μεταβίβασης, των συμβολαιογραφικών εξόδων και των εξόδων παραστάσεως, μεταγραφής ή/και καταχώρισης της εμπράγματης εξασφάλισης ή της μεταβίβασης της κυριότητας της ακίνητης περιουσίας.
Εξαιρούνται επίσης τυχόν επιβαρύνσεις που καταβάλλονται από τον καταναλωτή σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις δεσμεύσεις που καθορίζονται στη σύμβαση πίστωσης.
13) «Συνολικό ποσό πληρωτέο από τον καταναλωτή»: το άθροισμα του συνολικού ύψους της πίστωσης και του συνολικού κόστους αυτής για τον καταναλωτή.
14) «Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Ποσοστό Επιβάρυνσης (ΣΕΠΠΕ)»: το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, που εκφράζεται ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του κόστους που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 16 και ισούται, σε ετήσια βάση, με την τρέχουσα αξία του συνόλου των μελλοντικών ή τρεχουσών υποχρεώσεων (αναλήψεων, εξοφλήσεων και επιβαρύνσεων) που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του πιστωτικού φορέα και του καταναλωτή.
15) «Επιτόκιο χορηγήσεων»: το επιτόκιο εκφραζόμενο ως σταθερό ή κυμαινόμενο ποσοστό, το οποίο εφαρμόζεται σε ετήσια βάση στο ποσό της πίστωσης.
16) «Αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας»: η αξιολόγηση της προοπτικής να εξοφληθούν οι δανειακές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης.
17) «Σταθερό μέσο»: κάθε μέσο που επιτρέπει στον καταναλωτή να αποθηκεύει πληροφορίες απευθυνόμενες προσωπικά σε αυτόν, κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική αναδρομή επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι παρεχόμενες πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών.
18) «Κράτος μέλος καταγωγής»:
α) αν ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική του διοίκηση,
β) αν ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα ή, αν δεν έχει καταστατική έδρα σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική του διοίκηση.
19) «Κράτος μέλος υποδοχής»: το κράτος μέλος, εκτός από το κράτος μέλος καταγωγής, στο οποίο έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων.
20) «Συμβουλευτικές υπηρεσίες»: η παροχή προσωπικών συστάσεων σε καταναλωτή, σε σχέση με μία ή περισσότερες συναλλαγές που συνδέονται με συμβάσεις πίστωσης και η οποία αποτελεί ξεχωριστή δραστηριότητα από τη χορήγηση της πίστωσης και από τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης που καθορίζονται στην περίπτ. 5.
21) «Αρμόδια αρχή»: η αρχή, όπως κατά περίπτωση ορίζεται στο άρθρο 4.
22) «Ενδιάμεσο δάνειο»: σύμβαση πίστωσης που είτε δεν έχει σταθερή διάρκεια είτε πρέπει να εξοφληθεί εντός δωδεκαμήνου, η οποία χρησιμοποιείται από τον καταναλωτή ως προσωρινή λύση χρηματοδότησης κατά τη μετάβαση σε μια άλλη χρηματοδοτική ρύθμιση για το ακίνητο.
23) «Ενδεχόμενη ευθύνη ή εγγύηση (contigent liability)»: σύμβαση πίστωσης που ισχύει ως εγγύηση για άλλη ξεχωριστή αλλά συμπληρωματική συναλλαγή και όπου το εγγυημένο κεφάλαιο έναντι ακινήτου αναλαμβάνεται μόνο σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος ή γεγονότων που καθορίζονται στη σύμβαση.
24) «Συμμετοχικό στεγαστικό δάνειο (shared equity)»: σύμβαση πίστωσης όπου το αποπληρωτέο κεφάλαιο βασίζεται σε συμβατικά καθορισμένο ποσοστό της αξίας του ακινήτου κατά τον χρόνο αποπληρωμής ή αποπληρωμών του κεφαλαίου.
25) «Πρακτική δέσμευσης»: η προσφορά ή η πώληση σύμβασης πίστωσης σε δέσμη με άλλα ξεχωριστά χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες όταν η σύμβαση πίστωσης δεν διατίθεται χωριστά στον καταναλωτή.
26) «Πρακτική ομαδοποίησης»: η προσφορά ή η πώληση μιας σύμβασης πίστωσης σε δέσμη με άλλα ξεχωριστά χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες, όταν η σύμβαση πίστωσης διατίθεται και χωριστά στον καταναλωτή αλλά όχι κατ' ανάγκη με τους ίδιους όρους ή προϋποθέσεις όπως όταν προσφέρεται ομαδοποιημένη με τις συμπληρωματικές υπηρεσίες.
27) «Δάνειο σε ξένο νόμισμα»: σύμβαση πίστωσης όπου η πίστωση:
α) εκφράζεται σε νόμισμα διαφορετικό από το νόμισμα στο οποίο ο καταναλωτής λαμβάνει το εισόδημά του ή διατηρεί τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία πρόκειται να εξοφληθεί η πίστωση ή
β) εκφράζεται σε νόμισμα διαφορετικό από το νόμισμα του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή.

Άρθρο 4
Αρμόδιες Αρχές
(Άρθρο 5 της Οδηγίας)

Για την εφαρμογή των άρθρων 5, 9 ,10, και της παρ. 7 του άρθρου 21, καθώς και του άρθρου 37, αρμόδιο είναι το Υπουργείο Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού. Επί των λοιπών άρθρων αρμόδια αρχή ορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος. Για την εφαρμογή των λοιπών διατάξεων του παρόντος νόμου καθώς και για την σύναψη του μνημονίου συνεργασίας, κατά την παρ. 2 του άρθρου 34, αρμόδια είναι η Τράπεζα της Ελλάδος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β
ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ

Άρθρο 5
Χρηματοοικονομική διαπαιδαγώγηση των καταναλωτών
(Άρθρο 6 της Οδηγίας)

Η Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της για την ενημέρωση και εκπαίδευση του καταναλωτή, συνεργάζεται με την Τράπεζα της Ελλάδος, την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, το Συνήγορο του Καταναλωτή, τις ενώσεις των πιστωτικών φορέων, τις πιστοποιημένες, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ενώσεις καταναλωτών, το Μεσολαβητή Τραπεζικών Επενδυτικών Υπηρεσιών και κάθε άλλο εμπλεκόμενο φορέα για:
α) την εκπαίδευση των καταναλωτών σε ό,τι αφορά τον υπεύθυνο δανεισμό και τη διαχείριση χρέους, ιδίως σχετικά με τις συμβάσεις ενυπόθηκης πίστωσης, και
β) την παροχή σαφών και γενικών πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης πίστωσης με σκοπό την καθοδήγηση των καταναλωτών, ιδίως όσων λαμβάνουν ενυπόθηκη πίστη για πρώτη φορά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΚΑΙ ΜΕΣΙΤΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ

Άρθρο 6
Υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς κατά την παροχή πιστώσεων σε καταναλωτές
(Άρθρο 7 της Οδηγίας)

1. Όταν ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων , σχεδιάζει πιστωτικά προϊόντα, ή χορηγεί πίστωση ή ασκεί δραστηριότητα πιστωτικής διαμεσολάβησης κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 3 ή παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με πίστωση ή κατά περίπτωση, παρέχει συμπληρωματικές υπηρεσίες σε καταναλωτές ή όταν εκτελεί σύμβαση πίστωσης, υποχρεούται να ενεργεί με εντιμότητα, δικαιοσύνη, διαφάνεια και επαγγελματισμό, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των καταναλωτών. Σε ό,τι αφορά τη χορήγηση πίστωσης, την άσκηση πιστωτικής διαμεσολάβησης ή την παροχή συμβουλευτικών ή, κατά περίπτωση, συμπληρωματικών υπηρεσιών σχετικά με πίστωση, οι εν λόγω δραστηριότητες βασίζονται σε πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες βρίσκεται ο καταναλωτής και οποιαδήποτε ειδική απαίτηση έχει γνωστοποιήσει, καθώς και σε εύλογες παραδοχές σχετικά με κινδύνους αναφορικά με την κατάσταση του καταναλωτή κατά τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Σε ό,τι αφορά την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, η δραστηριότητα βασίζεται επιπροσθέτως σε πληροφορίες που ζητούνται δυνάμει της περίπτ. α) της παρ. 3 του άρθρου 21.

2. Ο τρόπος με τον οποίον οι πιστωτικοί φορείς αμείβουν το προσωπικό τους και τους μεσίτες πιστώσεων, καθώς και ο τρόπος με τον οποίον οι μεσίτες πιστώσεων αμείβουν το προσωπικό τους, δεν επιτρέπεται να εμποδίζει τη συμμόρφωσή τους προς τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην παρ. 1.

3. Οι πιστωτικοί φορείς, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών αμοιβών για το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες αρχές κατά τρόπο και στον βαθμό που συνάδει στο μέγεθος τους, την εσωτερική τους οργάνωση και τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους:
α) Η πολιτική αμοιβών συνάδει με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων και προάγει αυτήν και δεν ενθαρρύνει την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων εκ μέρους του πιστωτικού φορέα.
β) Η πολιτική αμοιβών συνάδει με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του πιστωτικού φορέα και ενσωματώνει μέτρα για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων, προβλέποντας ιδίως ότι η αμοιβή δεν συναρτάται με τον αριθμό ή το ποσοστό των αιτήσεων που γίνονται δεκτές.

4. Όταν οι πιστωτικοί φορείς ή οι μεσίτες πιστώσεων παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες, η διάρθρωση των αμοιβών του εμπλεκόμενου προσωπικού δεν πρέπει να παραβλάπτει την ικανότητά του να ενεργεί προς το συμφέρον του καταναλωτή και ιδίως δεν επιτρέπεται να συναρτάται με τους στόχους πωλήσεων.

5. Η αρμόδια αρχή μπορεί να θεσπίζει κανόνες που διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, και ιδίως να απαγορεύει συγκεκριμένους τύπους διάρθρωσης αμοιβών ή μορφών οικονομικού ανταλλάγματος. Μπορεί επίσης να επιβάλλει στους πιστωτικούς φορείς και μεσίτες πιστώσεων την παροχή των στοιχείων και πληροφοριών που κρίνονται αναγκαία για την αποτελεσματική παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 7
Υποχρέωση δωρεάν παροχής πληροφοριών στους καταναλωτές
(Άρθρο 8 της Οδηγίας)

Η πληροφόρηση που παρέχεται στον καταναλωτή σε συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις των διατάξεων των άρθρων 12 έως 15 καθώς και των άρθρων 22 και 26 του παρόντος νόμου παρέχεται δωρεάν.

Άρθρο 8
Απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας του προσωπικού
(Άρθρο 9 της Οδηγίας)

1. Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων υποχρεούνται να εξασφαλίζουν ότι το προσωπικό τους διαθέτει κατάλληλο και επικαιροποιημένο επίπεδο γνώσεων και επάρκειας για το σχεδιασμό, την προσφορά ή τη χορήγηση πίστωσης, την άσκηση δραστηριοτήτων πιστωτικής διαμεσολάβησης που προβλέπονται στην παρ. 5 του άρθρου 3 ή την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Αν η συμφωνία χορήγησης πίστωσης περιλαμβάνει συμπληρωματική υπηρεσία, απαιτούνται κατάλληλες γνώσεις και επάρκεια σχετικά με την εν λόγω συμπληρωματική υπηρεσία.

2. α) Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων που παρέχουν υπηρεσίες στην Ελλάδα, μέσω υποκαταστήματος, υποχρεούνται να εξασφαλίζουν ότι το προσωπικό του υποκαταστήματος ικανοποιεί τουλάχιστον τις απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας που προβλέπονται, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 5 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδιδόμενων αποφάσεων.
β) Στην περίπτωση παροχής από πιστωτικό φορέα ή μεσίτη πιστώσεων υπηρεσιών στην Ελλάδα χωρίς εγκατάσταση υποκαταστήματος εφαρμόζονται οι κατ' ελάχιστον απαιτήσεις που θεσπίζονται από το κράτος μέλος καταγωγής, εκτός εάν με την απόφαση της παρ. 5 της αρμόδιας αρχής ορίζεται διαφορετικά.

3. Η αρμόδια αρχή παρακολουθεί τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, δυνάμενη να απαιτεί την παροχή από τους πιστωτικούς φορείς και τους μεσίτες πιστώσεων των στοιχείων και πληροφοριών που κρίνονται αναγκαία για την άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων.

4. Για την αποτελεσματική εποπτεία των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων που εδρεύουν σε άλλα κράτη μέλη και παρέχουν υπηρεσίες στην Ελλάδα χωρίς εγκατάσταση υποκαταστήματος, η αρμόδια αρχή συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών με σκοπό την αποτελεσματική εποπτεία και τη διασφάλιση της εφαρμογής των κατ' ελάχιστον προβλεπόμενων απαιτήσεων γνώσεων και επάρκειας. Προς το σκοπό αυτόν, η αρμόδια αρχή μπορεί να αναθέτει καθήκοντα και αρμοδιότητες σε άλλες αρμόδιες αρχές ή να αναλαμβάνει καθήκοντα και αρμοδιότητες που της ανατίθενται από άλλες αρμόδιες αρχές.

5. Με απόφαση της αρμόδιας αρχής μπορεί να θεσπίζονται οι κατ' ελάχιστον προβλεπόμενες απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας για το προσωπικό των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα, σύμφωνα με το παράρτημα IV.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΝΤΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΑΨΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ

Άρθρο 9
Γενικές διατάξεις για τη διαφήμιση και την εμπορική προώθηση
(Άρθρο 10 της Οδηγίας)

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 9 έως 9θ του ν. 2251/1994 (Α' 191), όπως το άρθρο 9 τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3587/2007 ( Α' 152) και τα άρθρα 9α έως και 9Θ προστέθηκαν με το άρθρο 12 του πιο πάνω νόμου, δεν επιτρέπονται αθέμιτες, ασαφείς ή παραπλανητικές διαφημιστικές και εμπορικές ανακοινώσεις σχετικά με συμβάσεις πίστωσης. Απαγορεύονται ιδίως οι διατυπώσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν ψευδείς προσδοκίες στον καταναλωτή όσον αφορά τη διαθεσιμότητα ή το κόστος της πίστωσης.

Άρθρο 10
Τυποποιημένες πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στη διαφήμιση
(Άρθρο 11 της Οδηγίας)

1. Κάθε διαφήμιση για συμβάσεις πίστωσης, η οποία αναφέρει επιτόκιο ή τυχόν αριθμητικά στοιχεία που αφορούν στο κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, πρέπει να περιλαμβάνει τις ακόλουθες τυποποιημένες πληροφορίες, οι οποίες προσδιορίζουν κατά τρόπο σαφή, συνοπτικό και ευδιάκριτο:
α) την ταυτότητα του πιστωτικού φορέα ή, κατά περίπτωση, του μεσίτη πιστώσεων ,
β) ανάλογα με την περίπτωση, ότι η σύμβαση πίστωσης θα εξασφαλιστεί είτε με υποθήκη σε ακίνητα που προορίζονται για κατοικία, είτε βάσει δικαιώματος σχετιζόμενου με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία,
γ) το επιτόκιο χορηγήσεων, επισημαίνοντας αν πρόκειται για σταθερό ή κυμαινόμενο ή συνδυασμό και των δύο, καθώς και πληροφορίες για τυχόν επιβαρύνσεις που περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή,
δ) το συνολικό ποσό της πίστωσης,
ε) το ΣΕΠΠΕ που αναφέρεται στη διαφήμιση με τουλάχιστον τον ίδιο ευδιάκριτο τρόπο όπως και οποιοδήποτε επιτόκιο,
στ) κατά περίπτωση, τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης, τον αριθμό και το ποσό των δόσεων, το συνολικό πληρωτέο ποσό από τον καταναλωτή,
ζ) κατά περίπτωση, προειδοποίηση σχετικό με τον κίνδυνο ότι πιθανές διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα μπορούσαν να επηρεάσουν το ποσό που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής,
η) συνοπτική και κατάλληλη για την περίσταση προειδοποίηση για τους κινδύνους που σχετίζονται με τις συμβάσεις πίστωσης.

2. Οι πληροφορίες που απαριθμούνται στις περιπτ. γ',δ',ε' και στ' της παρ. 1, γνωστοποιούνται με αντιπροσωπευτικό παράδειγμα το οποίο ακολουθείται σε ολόκληρη τη διαφήμιση. Η αρμόδια αρχή θεσπίζει κριτήρια για τον καθορισμό αντιπροσωπευτικού παραδείγματος.

3. Αν για τη χορήγηση της πίστωσης υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται είναι υποχρεωτική η σύναψη σύμβασης που αφορά συμπληρωματική υπηρεσία και ιδίως ασφάλιση, το δε κόστος της συμπληρωματικής υπηρεσίας δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων, η υποχρέωση σύναψης της εν λόγω σύμβασης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, συνοπτικό και ευδιάκριτο, μαζί με το ΣΕΠΠΕ.

4. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παρ. 1 και 3 πρέπει να είναι ευανάγνωστες ή να ακούγονται ευκρινώς, ανάλογα με το μέσο που χρησιμοποιείται για τη διαφήμιση.

5. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 9 έως 9Θ του ν. 2251/1994.

Άρθρο 11
Πρακτικές δέσμευσης και ομαδοποίησης
(Άρθρο 12 της Οδηγίας)

1. Οι πρακτικές ομαδοποίησης επιτρέπονται ενώ οι πρακτικές δέσμευσης απαγορεύονται. Κατ' εξαίρεση, οι πιστωτικοί φορείς επιτρέπεται να ζητούν από τον καταναλωτή να ανοίξει ή να τηρήσει λογαριασμό ειδικού σκοπού πληρωμών ή ταμιευτηρίου, εφόσον μοναδικός σκοπός του εν λόγω λογαριασμού είναι η συγκέντρωση κεφαλαίου για την εξόφληση ή την εξυπηρέτηση, ή τη συγχρηματοδότηση της πίστωσης ή για την παροχή πρόσθετης ασφάλειας στον πιστωτικό φορέα σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης.

2. Η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει δεσμευτικές πρακτικές, εφόσον ο πιστωτικός φορέας αποδείξει ότι τα δεσμευμένα προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων που προσφέρονται, με όρους και προϋποθέσεις παρόμοιες μεταξύ τους, τα οποία δεν διατίθενται ξεχωριστά, έχουν ως αποτέλεσμα σαφές πλεονέκτημα για τους καταναλωτές, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη διαθεσιμότητα και τις τιμές των σχετικών προϊόντων που προσφέρονται στην αγορά.

3. Οι πιστωτικοί φορείς επιτρέπεται να ζητούν από τον καταναλωτή να διαθέτει ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνδέεται με τη σύμβαση πίστωσης. Στις περιπτώσεις αυτές ο πιστωτικός φορέας υποχρεούται να δέχεται ασφαλιστήριο συμβόλαιο από φορέα παροχής διαφορετικό από εκείνον της προτίμησής του, όταν το επίπεδο εγγύησης του εν λόγω ασφαλιστηρίου είναι αντίστοιχο με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που πρότεινε ο πιστωτικός φορέας.

4. Η αρμόδια αρχή μπορεί με αποφάσεις της να εξειδικεύει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος, με βάση τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες των ευρωπαϊκών αρχών με αρμοδιότητες στα θέματα εποπτείας [(Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ)].

Άρθρο 12 Γενικές πληροφορίες
(Άρθρο 13 της Οδηγίας)

1. Οι πιστωτικοί φορείς και οι συνδεδεμένοι μεσίτες πιστώσεων, διαθέτουν, ανά πάσα στιγμή, εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο ή σε ηλεκτρονική μορφή, σαφείς και κατανοητές γενικές πληροφορίες για τις συμβάσεις πίστωσης.
Οι γενικές πληροφορίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:
α) την ταυτότητα και την ταχυδρομική διεύθυνση του συντάκτη των πληροφοριών,
β) τους σκοπούς, για τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιηθεί η πίστωση,
γ) τις μορφές της εξασφάλισης, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της δυνατότητας η εξασφάλιση να
βρίσκεται σε διαφορετικό κράτος μέλος,
δ) την πιθανή διάρκεια των συμβάσεων πίστωσης,
ε) τα είδη του διαθέσιμου επιτοκίου χορηγήσεων, αναφέροντας αν αυτό είναι σταθερό ή κυμαινόμενο ή και τα δύο, με σύντομη περιγραφή των χαρακτηριστικών του σταθερού και του κυμαινόμενου επιτοκίου, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών επιπτώσεων για τον καταναλωτή,
στ) όταν διατίθενται δάνεια σε ξένο νόμισμα, ένδειξη του ξένου νομίσματος ή νομισμάτων, καθώς και επεξήγηση των επιπτώσεων για τον καταναλωτή, όταν η πίστωση είναι εκφρασμένη σε ξένο νόμισμα,
ζ) αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του συνολικού ποσού της πίστωσης, του συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή, του συνολικού πληρωτέου ποσού από τον καταναλωτή και του ΣΕΠΠΕ,
η) επισήμανση των πιθανών επιπλέον εξόδων, που δεν περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της
πίστωσης για τον καταναλωτή, τα οποία συνδέονται με τη σύμβαση πίστωσης,
θ) τις διάφορες εναλλακτικές λύσεις για την αποπληρωμή της πίστωσης στον πιστωτικό φορέα, περιλαμβανομένου του αριθμού, της περιοδικότητας και του ποσού των τακτικών δόσεων αποπληρωμής,
ι) εφόσον συντρέχει περίπτωση, σαφή και συνοπτική δήλωση ότι η τήρηση των όρων και προϋποθέσεων της σύμβασης πίστωσης δεν εξασφαλίζει εξόφληση του συνολικού ποσού της πίστωσης βάσει της σύμβασης πίστωσης,
ια) περιγραφή των όρων που σχετίζονται απευθείας με την πρόωρη αποπληρωμή,
ιβ) κατά πόσον είναι αναγκαία η εκτίμηση του ακινήτου και, ανάλογα με την περίπτωση, ποιος είναι ο υπεύθυνος να εξασφαλίσει την πραγματοποίηση της εκτίμησης και εάν προκύπτει σχετικό κόστος για τον καταναλωτή,
ιγ) επισήμανση των συμπληρωματικών υπηρεσιών που οφείλει να αγοράσει ο καταναλωτής προκειμένου να του χορηγηθεί η πίστωση ή να του χορηγηθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, διευκρίνιση ότι οι συμπληρωματικές υπηρεσίες μπορεί να αγοραστούν από φορέα διαφορετικό του πιστωτικού φορέα,
ιδ) γενική προειδοποίηση σχετικά με τις πιθανές συνέπειες λόγω αθέτησης των σχετικών με τη σύμβαση πίστωσης υποχρεώσεων.

2. Η αρμόδια αρχή μπορεί να υποχρεώνει τους πιστωτικούς φορείς να περιλαμβάνουν στις γενικές πληροφορίες της παρ. 1 και άλλα είδη προειδοποίησης που θεωρεί σημαντικά, καθώς και να εξειδικεύει τον τρόπο παροχής αυτών.

Άρθρο 13 Προσυμβατικές πληροφορίες
(Άρθρο 14 της Οδηγίας)

1. Ο πιστωτικός φορέας και, κατά περίπτωση ο μεσίτης πιστώσεων παρέχουν στον καταναλωτή τις εξατομικευμένες πληροφορίες οι οποίες είναι απαραίτητες για τη σύγκριση των πιστώσεων που διατίθενται στην αγορά, την αξιολόγηση των επιπτώσεών τους και τη λήψη τεκμηριωμένης απόφασης σχετικά με τη σύναψη σύμβασης πίστωσης:
α) χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αφού ο καταναλωτής δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες για τις ανάγκες του, την οικονομική του κατάσταση και τις προτιμήσεις του σύμφωνα με το άρθρο 19
β) εγκαίρως, πριν από την παροχή δεσμευτικής για τον πιστωτικό φορέα προσφοράς και, σε κάθε περίπτωση, πριν ο καταναλωτής δεσμευθεί με σύμβαση ή προσφορά πίστωσης.

2. Οι εξατομικευμένες πληροφορίες της παρ. 1 παρέχονται, εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο, με το «Ευρωπαϊκό Τυποποιημένο Δελτίο Πληροφοριών» (ESIS), το περιεχόμενο και οι οδηγίες συμπλήρωσης του οποίου ορίζονται στο παράρτημα II.

3. Όταν παρέχεται στον καταναλωτή προσφορά που είναι δεσμευτική για τον πιστωτικό φορέα, αυτή παρέχεται εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου και συνοδεύεται από το ESIS όταν δεν είχε παρασχεθεί προηγουμένως ESIS στον καταναλωτή ή τα στοιχεία της προσφοράς είναι διαφορετικά από τις πληροφορίες που περιείχε το ESIS το οποίο είχε παρασχεθεί προηγουμένως.

4. Μεταξύ της παροχής δεσμευτικής προσφοράς και της σύναψης σύμβασης πίστωσης, μεσολαβεί χρονική περίοδος μελέτης δέκα (10) ημερολογιακών ημερών, ώστε ο καταναλωτής να συγκρίνει τις προσφορές και να αξιολογήσει τις συνέπειές τους προκειμένου να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση. Οι καταναλωτές δεν μπορούν να δεχτούν την προσφορά πριν απ την παρέλευση πέντε (5) ημερολογιακών ημερών της περιόδου μελέτης.
Η προσφορά είναι δεσμευτική για τον πιστωτικό φορέα για όσο χρόνο διαρκεί η περίοδος μελέτης, υπό την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε η δεσμευτική προσφορά ως προς το πρόσωπο του δανειολήπτη, των λοιπών ενεχομένων και την εξασφάλιση εξακολουθούν να ισχύουν. Αν το επιτόκιο χορηγήσεων ή τα λοιπά έξοδα που αναφέρονται στη δεσμευτική προσφορά, καθορίζονται βάσει της πώλησης υποκείμενων ομολόγων ή άλλων μακροπρόθεσμων χρηματοπιστωτικών μέσων (long term funding instruments), το εν λόγω επιτόκιο και τα έξοδα μπορεί να μεταβάλλονται σε σχέση με το ύψος στο οποίο προσδιορίζονταν στη δεσμευτική προσφορά, σύμφωνα με την αξία του υποκείμενου ομολόγου ή του εργαλείου μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης.

5. Ο πιστωτικός φορέας ή, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων που παρέσχε το ESIS στον καταναλωτή θεωρείται ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σχετικά με την παροχή πληροφοριών στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη μιας σύμβασης εξ αποστάσεως, όπως ορίζεται στις διατάξεις της περίπτ. α της παρ. 3 του άρθρου 4θ του ν. 2251/1994, όπως η περίπτωση αυτή έχει τροποποιηθεί με τις παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 5 του ν. 3587/2007, και ότι πληροί τις απαιτήσεις της εν λόγω διάταξης μόνο εφόσον έχει παράσχει το ESIS πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης.

6. Κάθε πρόσθετη πληροφορία, την οποία ο πιστωτικός φορέας ή, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων επιθυμεί ή υποχρεούται να παράσχει στον καταναλωτή σύμφωνα με απόφαση της αρμόδιας αρχής, κατά την παρ. 11 του άρθρου 4 του ν. 4261/2014, παρέχεται σε χωριστό έγγραφο που επισυνάπτεται στο ESIS.

7. Στην περίπτωση επικοινωνιών φωνητικής τηλεφωνίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτ. β της παρ. 3 του άρθρου 4θ του ν. 2251/1994, όπως η περίπτωση αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 7 του άρθρου 5 του ν. 3587/2007, η περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας, περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία που αναφέρονται στα τμήματα 3 έως 6 του παραρτήματος II.

8. Ο πιστωτικός φορέας ή, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων παρέχει, με απόδειξη παραλαβής, στον καταναλωτή, εγγράφως ή με σταθερό μέσο, αντίγραφο του σχεδίου σύμβασης πίστωσης κατά το χρόνο υποβολής μιας προσφοράς που είναι δεσμευτική για τον πιστωτικό φορέα.

Άρθρο 14
Απαιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με τους μεσίτες πιστώσεων
(Άρθρο 15 της Οδηγίας)

1. Εγκαίρως πριν από την άσκηση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης που καθορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 3, ο μεσίτης πιστώσεων παρέχει στον καταναλωτή, εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο, τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) ταυτότητα και ταχυδρομική διεύθυνση του μεσίτη πιστώσεων,
β) το μητρώο στο οποίο είναι καταχωρισμένος, τον αριθμό καταχώρισης, κατά περίπτωση, και τα μέσα για την εξακρίβωση της καταχώρισης,
γ) κατά πόσον ο μεσίτης πιστώσεων είναι συνδεδεμένος ή συνεργάζεται αποκλειστικά με έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς. Αν ο μεσίτης πιστώσεων είναι συνδεδεμένος ή συνεργάζεται αποκλειστικά με έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς, παρέχει την επωνυμία των πιστωτικών φορέων εξ ονόματος των οποίων ενεργεί. Ο μεσίτης πιστώσεων μπορεί να γνωστοποιήσει ότι είναι ανεξάρτητος όταν πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρου 21,
δ) κατά πόσο ο μεσίτης πιστώσεων παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες,
ε) το ποσό της αμοιβής που, ανάλογα με την περίπτωση, πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής στο μεσίτη πιστώσεων για τις υπηρεσίες του ή, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, τη μέθοδο υπολογισμού της αμοιβής,
στ) τις διαδικασίες που παρέχουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές ή άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλλουν εσωτερικές καταγγελίες/παράπονα για μεσίτες πιστώσεων και, ενδεχομένως, τα μέσα με τα οποία μπορούν να προσφύγουν σε εξωδικαστικές διαδικασίες καταγγελιών και επίλυσης διαφορών,
ζ) κατά περίπτωση, την ύπαρξη και, όταν είναι γνωστά, τα ποσά των προμηθειών ή άλλων οικονομικών κινήτρων που καταβάλλονται από τον πιστωτικό φορέα ή τρίτα μέρη στο μεσίτη πιστώσεων για τις υπηρεσίες του όσον αφορά τη σύμβαση πίστωσης. Αν το ποσό δεν είναι γνωστό κατά τη στιγμή της παροχής πληροφοριών στον καταναλωτή, ο μεσίτης πιστώσεων ενημερώνει τον καταναλωτή ότι το πραγματικό ποσό θα του γνωστοποιηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο στο ESIS.

2. Οι μεσίτες πιστώσεων που δεν είναι συνδεδεμένοι αλλά λαμβάνουν προμήθειες από έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς παρέχουν, εφόσον το ζητήσει ο καταναλωτής, πληροφορίες σχετικά με τη διαφοροποίηση του ύψους των προμηθειών που καταβάλλουν οι διάφοροι πιστωτικοί φορείς που παρέχουν τις προσφερόμενες στον καταναλωτή συμβάσεις πίστωσης. Ο καταναλωτής ενημερώνεται ότι έχει το δικαίωμα να ζητήσει αυτές τις πληροφορίες.

3. Αν ο μεσίτης πιστώσεων επιβαρύνει τον καταναλωτή με αμοιβή και επιπλέον εισπράττει προμήθεια από τον πιστωτικό φορέα ή τρίτο μέρος, ο μεσίτης πιστώσεων εξηγεί στον καταναλωτή κατά πόσον η προμήθεια συμψηφίζεται ή όχι με την αμοιβή, είτε κατά ένα μέρος της είτε πλήρως.

4. Το ποσό της αμοιβής που πρέπει, ενδεχομένως, να καταβάλει ο καταναλωτής στο μεσίτη πιστώσεων για τις υπηρεσίες του, κοινοποιείται από το μεσίτη πιστώσεων στον πιστωτικό φορέα, με σκοπό τον υπολογισμό του ΣΕΠΠΕ.

Άρθρο 15 Ενδεδειγμένες εξηγήσεις
(Άρθρο 16 της Οδηγίας)

1. Οι πιστωτικοί φορείς και, ανάλογα με την περίπτωση, οι μεσίτες πιστώσεων παρέχουν επαρκείς εξηγήσεις στον καταναλωτή σχετικά με τις προτεινόμενες συμβάσεις πίστωσης και τις τυχόν συμπληρωματικές υπηρεσίες, ούτως ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να αξιολογήσει αν οι προτεινόμενες συμβάσεις πίστωσης και συμπληρωματικές υπηρεσίες είναι προσαρμοσμένες στις ανάγκες και στην οικονομική του κατάσταση.
Στις εξηγήσεις περιλαμβάνονται, ιδίως, κατά περίπτωση, τα εξής:
α) οι προσυμβατικές πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με:
αα) το άρθρο 13 στην περίπτωση των πιστωτικών φορέων,
ββ) τα άρθρα 13 και 14 στην περίπτωση των μεσιτών πιστώσεων,
β) τα βασικά χαρακτηριστικά των προτεινόμενων προϊόντων,
γ) οι συγκεκριμένες επιπτώσεις που τα προτεινόμενα προϊόντα ενδέχεται να έχουν για τον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων των συνεπειών της υπερημερίας του καταναλωτή,
δ) όταν οι συμπληρωματικές υπηρεσίες προσφέρονται ομαδοποιημένες με σύμβαση πίστωσης, κατά πόσον κάθε συστατικό στοιχείο της ομάδας προσφερόμενων προϊόντων είναι δεκτικό χωριστής καταγγελίας εκ μέρους του καταναλωτή και τις συνέπειες της επιλογής αυτής για τον ίδιο.

2. Η αρμόδια αρχή μπορεί να προσαρμόζει:
α) τον τρόπο παροχής και την έκταση των εξηγήσεων που αναφέρονται στην παρ. 1, καθώς και
β) τα υπόχρεα πρόσωπα για την παροχή των εξηγήσεων, ανάλογα με:
(αα) τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες προσφέρεται η σύμβαση πίστωσης,
(ββ) το πρόσωπο στο οποίο προσφέρεται,
(γγ) το είδος της προσφερόμενης πίστωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε
ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΕΤΗΣΙΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗΣ

Αρθρο 16 Υπολογισμός του ΣΕΠΠΕ
(Άρθρο 17 της Οδηγίας)

1. Το ΣΕΠΠΕ υπολογίζεται σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I.

2. Τα έξοδα για το άνοιγμα και την τήρηση λογαριασμού ειδικού σκοπού της παρ. 1 του άρθρου 11, τα έξοδα για τη χρήση μέσου πληρωμής που επιτρέπει καταβολές στον λογαριασμό και αναλήψεις από αυτόν και τα λοιπά έξοδα που σχετίζονται με τη διενέργεια πράξεων πληρωμών περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή αν το άνοιγμα ή η τήρηση λογαριασμού είναι υποχρεωτικά προκειμένου να χορηγηθεί η πίστωση ή να χορηγηθεί υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται.

3. Ο υπολογισμός του ΣΕΠΠΕ γίνεται σύμφωνα με την παραδοχή ότι η σύμβαση πίστωσης θα παραμείνει σε ισχύ για όλη τη συμφωνηθείσα διάρκειά της και ότι ο πιστωτικός φορέας και ο καταναλωτής θα εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τους όρους και κατά τις ημερομηνίες που έχουν καθορισθεί στη σύμβαση πίστωσης.

4. Σε περίπτωση συμβάσεων πίστωσης που περιέχουν ρήτρες βάσει των οποίων επιτρέπονται διακυμάνσεις στο επιτόκιο χορηγήσεων και, κατά περίπτωση, στις επιβαρύνσεις που περιλαμβάνονται στο ΣΕΠΠΕ, των οποίων όμως το ύψος δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς κατά τη στιγμή του υπολογισμού, το ΣΕΠΠΕ υπολογίζεται με βάση την παραδοχή ότι το επιτόκιο χορηγήσεων και οι λοιπές επιβαρύνσεις θα παραμείνουν σταθερά σε σχέση με το επίπεδο που προσδιορίζεται κατά την εκάστοτε χρονική στιγμή υπολογισμού του.

5. Όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης για τις οποίες συμφωνείται σταθερό επιτόκιο χορηγήσεων για μια αρχική περίοδο διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών, στο τέλος της οποίας πραγματοποιείται διαπραγμάτευση ώστε να συμφωνηθεί νέο σταθερό επιτόκιο για νέα χρονική περίοδο, ο υπολογισμός του πρόσθετου, ενδεικτικού ΣΕΠΠΕ που γνωστοποιείται στο ESIS καλύπτει μόνο την αρχική περίοδο σταθερού επιτοκίου και βασίζεται στην παραδοχή ότι, στο τέλος της αρχικής περιόδου σταθερού επιτοκίου χορηγήσεων, το οφειλόμενο κεφάλαιο εξοφλείται.

6. (α) Αν η σύμβαση πίστωσης επιτρέπει διακυμάνσεις του επιτοκίου χορηγήσεων, ο καταναλωτής ενημερώνεται σχετικά με τις πιθανές συνέπειες των διακυμάνσεων για τα προς πληρωμή ποσά και για το ΣΕΠΠΕ τουλάχιστον μέσω του ESIS. Αυτό γίνεται με την παροχή πρόσθετου ΣΕΠΠΕ στον καταναλωτή το οποίο απεικονίζει τους πιθανούς κινδύνους που συνδέονται με μια σημαντική αύξηση του επιτοκίου χορηγήσεων. Αν δεν έχει τεθεί ανώτατο όριο στο επιτόκιο χορηγήσεων, η πληροφόρηση αυτή συνοδεύεται από προειδοποίηση στην οποία τονίζεται ότι το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, όπως αποτυπώνεται στο ΣΕΠΠΕ, μπορεί να αλλάξει.
(β) Οι διατάξεις της περίπτ. α) εφαρμόζονται και σε συμβάσεις πίστωσης στις οποίες το επιτόκιο χορηγήσεων είναι σταθερό για συγκεκριμένη ελάχιστη περίοδο στο τέλος της οποίας δίνεται η δυνατότητα για διαπραγμάτευση του επιτοκίου χορηγήσεων προκειμένου να συμφωνηθεί νέο σταθερό ή κυμαινόμενο επιτόκιο .
(γ) Οι διατάξεις της περίπτ. (α) δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις πιστώσεων στις οποίες το επιτόκιο χορηγήσεων είναι σταθερό για αρχική περίοδο διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών, στο τέλος της οποίας πραγματοποιείται διαπραγμάτευση του επιτοκίου χορηγήσεων ώστε να συμφωνηθεί νέο σταθερό επιτόκιο για νέα χρονική περίοδο, για την οποία προβλέπεται στο ESIS πρόσθετο, ενδεικτικό ΣΕΠΠΕ.

7. Κατά περίπτωση, για τον υπολογισμό του ΣΕΠΠΕ χρησιμοποιούνται οι πρόσθετες παραδοχές που καθορίζονται στο παράρτημα I.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ

Αρθρο 17
Υποχρέωση αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή
(Άρθρο 18 της Οδηγίας)

1. Ο πιστωτικός φορέας, πριν από την παροχή δεσμευτικής προσφοράς, πραγματοποιεί ενδελεχή αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή. Η αξιολόγηση αυτή λαμβάνει δεόντως υπόψη παράγοντες που επιτρέπουν την επαλήθευση της προοπτικής του καταναλωτή να τηρήσει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης.

2. Ο πιστωτικός φορέας υποχρεούται να διαθέτει καταγεγραμμένες και τεκμηριωμένες εσωτερικές διαδικασίες, σύμφωνα με τις οποίες διενεργείται η αξιολόγηση της παρ. 1, στις οποίες, μεταξύ άλλων, προβλέπονται ρητό οι πληροφορίες στις οποίες βασίζεται η εν λόγω αξιολόγηση.

3. Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν βασίζεται κατά κύριο λόγο στην παραδοχή ότι η αξία του ακινήτου που προορίζεται για κατοικία υπερβαίνει το ποσό της πίστωσης ή στην παραδοχή ότι η αξία του εν λόγω ακινήτου θα αυξηθεί, εκτός αν ο σκοπός της σύμβασης πίστωσης είναι η κατασκευή ή ανακαίνιση ακινήτου που προορίζεται για κατοικία.

4. Μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης με καταναλωτή, ο πιστωτικός φορέας δεν καταγγέλλει ούτε τροποποιεί τη σύμβαση εις βάρος του καταναλωτή με την αιτιολογία ότι η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν διενεργήθηκε σωστά, εκτός αν αποδείξει ότι ο καταναλωτής εν γνώσει του απέκρυψε ή παραποίησε πληροφορίες κατά την έννοια του άρθρου 19.

5. Ο πιστωτικός φορέας:
α) δύναται να χορηγεί την πίστωση στον καταναλωτή μόνο όταν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας δείχνει ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης είναι πιθανόν να τηρηθούν με τον τρόπο που προβλέπεται από την εν λόγω σύμβαση,
β) υποχρεούται να ενημερώνει εκ των προτέρων τον καταναλωτή σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997 (Α' 50), όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 34 του ν. 2915/2001 (Α' 109) και την παρ. 8 του άρθρου 39 του ν. 4024/2011 (Α'226), ότι πρόκειται να γίνει έρευνα σε βάση δεδομένων,
γ) όταν απορρίπτεται η αίτηση πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει αμελλητί τον καταναλωτή για την απόρριψη και, κατά περίπτωση, ότι η απόφαση βασίζεται σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων. Εάν η απόρριψη βασίζεται στο αποτέλεσμα της έρευνας σε βάση δεδομένων, ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει επίσης τον καταναλωτή σχετικά με το αποτέλεσμα της έρευνας και σχετικά με τα στοιχεία της συγκεκριμένης βάσης δεδομένων

6. Η πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή επαναξιολογείται με βάση επικαιροποιημένες πληροφορίες πριν εγκριθεί οποιαδήποτε σημαντική αύξηση του συνολικού ποσού της πίστωσης μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, εκτός εάν αυτή η συμπληρωματική πίστωση προβλεπόταν και περιλαμβανόταν στην αρχική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας.

7. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2472/1997.

8. Η αρμόδια αρχή μπορεί να ρυθμίζει περαιτέρω λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου πλην αυτών της περίπτ. β της παρ. 5 και της παρ. 7, με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της EAT.

Άρθρο 18
Εκτίμηση της αξίας του ακινήτου
(Άρθρο 19 της Οδηγίας)

1. Η εκτίμηση της αξίας ακινήτων που προορίζονται για κατοικία με σκοπό τη χορήγηση ενυπόθηκων πιστώσεων διενεργείται με αξιόπιστα πρότυπα εκτίμησης σύμφωνα με την υποπαρ. Γ7 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α' 107).

2. Οι εσωτερικοί και εξωτερικοί εκτιμητές που διενεργούν εκτιμήσεις ακινήτων, εκ μέρους των πιστωτικών φορέων, είναι επαγγελματικά επαρκείς, εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών του ν.4152/2013 και είναι ανεξάρτητοι από τη διαδικασία έγκρισης της πίστωσης, ώστε να μπορούν να παρέχουν αμερόληπτη και αντικειμενική εκτίμηση. Η εκτίμηση που παρέχουν καταχωρίζεται σε αρχείο το οποίο τηρείται από τον πιστωτικό φορέα.

Άρθρο 19
Διαβίβαση και επαλήθευση των πληροφοριών που παρέχει ο καταναλωτής
(Άρθρο 20 της Οδηγίας)

1. Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας που αναφέρεται στο άρθρο 17 διενεργείται με βάση αναγκαίες, επαρκείς και αναλογικές πληροφορίες για το εισόδημα και τις δαπάνες του καταναλωτή, καθώς και για άλλες χρηματοοικονομικές και οικονομικές συνθήκες που τον αφορούν. Ο πιστωτικός φορέας αντλεί τις πληροφορίες αυτές από κατάλληλες εσωτερικές ή εξωτερικές πηγές, συμπεριλαμβανομένου του καταναλωτή, και συμπεριλαμβάνουν πληροφορίες που παρέχονται στο μεσίτη πιστώσεων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αίτησης για τη χορήγηση πίστωσης. Οι πληροφορίες επαληθεύονται καταλλήλως, μεταξύ άλλων, μέσω χρήσης δικαιολογητικών που παρέχονται από ανεξάρτητα εξακριβώσιμες πηγές, εφόσον είναι αναγκαίο.

2. Ο μεσίτης πιστώσεων διαβιβάζει, με ακρίβεια, στον ενδιαφερόμενο πιστωτικό φορέα τις απαραίτητες πληροφορίες που λαμβάνει από τον καταναλωτή, προκειμένου να καταστεί εφικτή η αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας.

3. Πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας προσδιορίζει με σαφή και κατανοητό τρόπο τις αναγκαίες πληροφορίες και τα δικαιολογητικά από ανεξάρτητα εξακριβώσιμες πηγές που οφείλει να παράσχει ο καταναλωτής, καθώς και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου ο καταναλωτής οφείλει να παράσχει τα στοιχεία αυτά. Το αίτημα αυτό του πιστωτικού φορέα για παροχή πληροφοριών από τον καταναλωτή πρέπει να είναι αναλογικό και να περιορίζεται σε ό,τι είναι απαραίτητο για τη διενέργεια άρτιας αξιολόγησης της πιστοληπτικής του ικανότητας. Ο πιστωτικός φορέας μπορεί να ζητά διευκρινίσεις από τον καταναλωτή όσον αφορά στις πληροφορίες που λαμβάνει σε απάντηση του εν λόγω αιτήματος του, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητάς του.
Ο πιστωτικός φορέας δεν επιτρέπεται να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης, με τη δικαιολογία ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης ήταν ελλιπείς, εκτός αν αποδείξει ότι ο καταναλωτής εν γνώσει του απέκρυψε ή παραποίησε πληροφορίες.

4. Ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων ενημερώνουν, εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο τον καταναλωτή για την υποχρέωσή του να παρέχει ορθές πληροφορίες, κατόπιν του αιτήματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, και για το γεγονός ότι οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πληρέστερες, με σκοπό τη διεξαγωγή της αξιολόγησης της πιστοληπτικής του ικανότητας. Ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων οφείλουν να προειδοποιούν τον καταναλωτή ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο πιστωτικός φορέας δεν είναι σε θέση να προβεί σε αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας, επειδή ο καταναλωτής επέλεξε να μην παράσχει τις πληροφορίες ή την επαλήθευση που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας, η πίστωση δεν μπορεί να χορηγηθεί. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται από τον πιστωτικό φορέα σε τυποποιημένη μορφή.

5. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του ν.2472/1997 και ιδίως του άρθρου 4 αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ
ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΒΑΣΕΙΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 20
Πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων
(Άρθρο 21 της Οδηγίας)

1. Επιτρέπεται η πρόσβαση των πιστωτικών φορέων με καταστατική έδρα σε άλλα κράτη μέλη της EE στο διατραπεζικό αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργεί στο πλαίσιο του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και, κατά περίπτωση, σε όμοιου περιεχομένου βάσεις δεδομένων που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των καταναλωτών στους οποίους έχουν χορηγήσει ή πρόκειται να χορηγήσουν δάνεια και με μοναδικό σκοπό την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των τελευταίων προς τις πιστωτικές τους υποχρεώσεις καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης, με τους ίδιους όρους πρόσβασης που προβλέπονται για τους εθνικούς πιστωτικούς φορείς.

2. Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν.2472/1997.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η
ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Άρθρο 21
Πρότυπα συμβουλευτικών υπηρεσιών
(Άρθρο 22 της Οδηγίας)

1. Ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων ενημερώνει ρητώς τον καταναλωτή, στο πλαίσιο συγκεκριμένης συναλλαγής, για το αν παρέχονται ή μπορεί να παρασχεθούν συμβουλευτικές υπηρεσίες εκ μέρους τους στον καταναλωτή.

2. Πριν από την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών ή, κατά περίπτωση, πριν από τη σύναψη σύμβασης για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου:
α) κατά πόσον η σύσταση θα βασιστεί σε εξέταση μόνον του δικού τους φάσματος προϊόντων, σύμφωνα με την περίπτ. β της παρ. 3, ή ενός ευρέος φάσματος προϊόντων από ολόκληρη την αγορά, σύμφωνα με την περίπτ. γ της παρ. 3 , ούτως ώστε να μπορέσει ο καταναλωτής να καταλάβει τη βάση πάνω στην οποία γίνεται η σύσταση,
β) εφόσον συντρέχει περίπτωση, το ποσό της αμοιβής που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών ή, αν το ποσό δεν μπορεί να καθοριστεί τη στιγμή της παροχής των πληροφοριών, τον τρόπο υπολογισμού του.
Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις περίπτ. α' και β' μπορεί να παρασχεθούν στον καταναλωτή με τη μορφή πρόσθετων προσυμβατικών πληροφοριών.

3. Όταν παρέχονται στους καταναλωτές συμβουλευτικές υπηρεσίες, εκτός των απαιτήσεων που ορίζονται στα άρθρα 6 και 8, προβλέπονται οι ακόλουθες υποχρεώσεις:
α) οι πιστωτικοί φορείς ή οι μεσίτες πιστώσεων αποκτούν τις αναγκαίες πληροφορίες όσον αφορά την προσωπική και χρηματοοικονομική κατάσταση του καταναλωτή, καθώς και τις προτιμήσεις και τους στόχους του, προκειμένου να είναι σε θέση να προτείνουν κατάλληλες συμβάσεις πίστωσης. Η αξιολόγηση αυτή βασίζεται σε πληροφορίες που είναι επικαιροποιημένες κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και λαμβάνει υπόψη εύλογες παραδοχές ως προς τους κινδύνους που αφορούν την κατάσταση του καταναλωτή καθ' όλη τη διάρκεια της προτεινόμενης σύμβασης πίστωσης,
β) οι πιστωτικοί φορείς ή οι συνδεδεμένοι μεσίτες πιστώσεων εξετάζουν ικανό αριθμό συμβάσεων πίστωσης από το φάσμα των προϊόντων τους που ανταποκρίνονται στις ανάγκες και στην χρηματοοικονομική και προσωπική κατάσταση του καταναλωτή και του προτείνουν μία ή περισσότερες κατάλληλες συμβάσεις πίστωσης,
γ) οι μη συνδεδεμένοι μεσίτες πιστώσεων εξετάζουν ικανό αριθμό συμβάσεων πίστωσης από αυτές που διατίθενται στην αγορά οι οποίες ανταποκρίνονται στις ανάγκες και στην χρηματοοικονομική και προσωπική κατάσταση του καταναλωτή και του προτείνουν μία ή περισσότερες κατάλληλες συμβάσεις πίστωσης,
δ) οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων ενεργούν προς το συμφέρον του καταναλωτή με τους εξής τρόπους:
αα) λαμβάνοντας ενημέρωση για τις ανάγκες και την κατάσταση του καταναλωτή και
ββ) συστήνοντας κατάλληλες συμβάσεις πίστωσης σύμφωνα με τις περίπτ. α', β' και γ',
ε) οι πιστωτικοί φορείς ή οι μεσίτες πιστώσεων χορηγούν στον καταναλωτή εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου το περιεχόμενο των συμβουλών που του παρέχουν.

4. Οι πιστωτικοί φορείς ή οι μεσίτες πιστώσεων που παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες μπορούν να κάνουν χρήση των όρων «ανεξάρτητες συμβουλές» ή «ανεξάρτητος σύμβουλος» με την προϋπόθεση ότι:
α) εξετάζουν ικανό αριθμό συμβάσεων πίστωσης από αυτές που διατίθενται στην αγορά
β) δεν αμείβονται για τις εν λόγω συμβουλευτικές υπηρεσίες από έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς.

5. Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων προειδοποιούν τον καταναλωτή, εφόσον λαμβάνοντας υπόψη την χρηματοοικονομική του κατάσταση, κρίνουν ότι μια σύμβαση πίστωσης ενδεχομένως ενέχει συγκεκριμένο κίνδυνο γι' αυτόν.

6. Συμβουλευτικές υπηρεσίες παρέχονται μόνον από πιστωτικούς φορείς και μεσίτες πιστώσεων.

7. Κατ' εξαίρεση, συμβουλευτικές υπηρεσίες στο πλαίσιο της υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα διαχείρισης χρέους μπορεί να παρέχουν και οι πιστοποιημένες προς τούτο ενώσεις καταναλωτών. Στην περίπτωση αυτή, οι ενώσεις καταναλωτών δεν έχουν το δικαίωμα που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 30 να παρέχουν υπηρεσίες στο σύνολο της επικράτειας της Ένωσης.

8. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, καθορίζονται οι περαιτέρω προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών από ενώσεις καταναλωτών.

9. Το παρόν άρθρο δεν θίγει το άρθρο 15 και διατάξεις οι οποίες αποσκοπούν στη διασφάλιση παροχής προς τους καταναλωτές υπηρεσιών, που τους βοηθούν να κατανοούν τις χρηματοοικονομικές τους ανάγκες και το είδος των προϊόντων που είναι πιθανό να ανταποκρίνεται στις ανάγκες αυτές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΣΕ ΞΕΝΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΚΥΜΑΙΝΟΜΕΝΟΥ
ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ

Άρθρο 22 Συμβάσεις πίστωσης σε ξένο νόμισμα
(Άρθρο 23 της Οδηγίας)

1. Σε περίπτωση συμβάσεων πίστωσης σε ξένο νόμισμα, ο πιστωτικός φορέας:
α) είτε συμπεριλαμβάνει στη σύμβαση πίστωσης όρο, σύμφωνα με τον οποίο, ο καταναλωτής δικαιούται να μετατρέψει, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, τη σύμβαση πίστωσης σε εναλλακτικό νόμισμα, τουλάχιστον όταν η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας υπερβαίνει το 20% σε σχέση με αυτή που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης,
β) είτε διασφαλίζει ότι η σύμβαση πίστωσης συνοδεύεται καθ' όλη τη διάρκεια αυτής με χρηματοπιστωτικό μέσο αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου.

2. Στην περίπτ. α' της παρ. 1, ο σχετικός όρος της σύμβασης ορίζει υποχρεωτικά ως εναλλακτικό νόμισμα:
α) το νόμισμα στο οποίο ο καταναλωτής λαμβάνει κατά κύριο λόγο το εισόδημά του ή διατηρεί τα περιουσιακά του στοιχεία από τα οποία πρόκειται να εξοφληθεί η πίστωση, όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από την τελευταία αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας, πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ή/και
β) το νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο ο καταναλωτής είτε κατοικούσε τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης είτε κατοικεί κατά το χρόνο ενεργοποίησης του σχετικού συμβατικού όρου.

3. Κατά την εφαρμογή της περίπτ. α' της παρ. 1 , η μετατροπή διενεργείται με βάση την ισχύουσα κατά το χρόνο μετατροπής συναλλαγματική ισοτιμία, όπως αυτή προκύπτει από τις επίσημες δημοσιεύσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή της Τράπεζας της Ελλάδος, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικό στη σύμβαση πίστωσης.

4. Όταν ένας καταναλωτής έχει συνάψει σύμβαση πίστωσης σε ξένο νόμισμα και το ύψος του οφειλόμενου συνολικού ποσού ή των οφειλόμενων δόσεων που πρέπει να καταβάλει παρουσιάζει διακύμανση μεγαλύτερη από 20% σε σχέση με αυτό που θα ήταν αν ίσχυε η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ του νομίσματος της σύμβασης και του εναλλακτικού νομίσματος που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας ειδοποιεί αμέσως τον καταναλωτή, εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο. Η ειδοποίηση αυτή επέχει θέση ενημέρωσης του καταναλωτή προκειμένου αυτός να ενεργοποιήσει το συμβατικό όρο της παρ. 1.
Στην περιοδική ενημέρωση περιλαμβάνεται αναφορά του ύψους της μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας.
Οι ρυθμίσεις που εφαρμόζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου κοινοποιούνται στον καταναλωτή στο πλαίσιο του ESIS και της σύμβασης πίστωσης. Όταν στη σύμβαση πίστωσης δεν υπάρχει όρος που να περιορίζει το συναλλαγματικό κίνδυνο, στον οποίον εκτίθεται ο καταναλωτής σε διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας μικρότερης του 20%, το ESIS περιλαμβάνει ενδεικτικό παράδειγμα που αφορά τον αντίκτυπο της διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε ποσοστό 20%.

Άρθρο 23
Πιστώσεις κυμαινόμενου επιτοκίου
(Άρθρο 24 της Οδηγίας)

Όταν σε μία σύμβαση πίστωσης ορίζεται κυμαινόμενο επιτόκιο:
α) οι δείκτες ή τα επιτόκια αναφοράς που χρησιμοποιούνται από τον πιστωτικό φορέα για τον υπολογισμό του επιτοκίου χορήγησης πρέπει να είναι σαφείς, προσιτοί, αντικειμενικοί και επαληθεύσιμοι από τα συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση πίστωσης και την αρμόδια αρχή,
β) τηρούνται αρχεία των ανωτέρω δεικτών ή επιτοκίων αναφοράς από τον πιστωτικό φορέα, εκτός αν ο πάροχος των δεικτών ή επιτοκίων αναφοράς υπόκειται σε ισοδύναμη υποχρέωση τήρησης αρχείου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΚΑΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΙΣΤΩΣΗ Σ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Άρθρο 24
Πρόωρη αποπληρωμή
(Άρθρο 25 της Οδηγίας)

1. Ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να εκπληρώσει πλήρως ή εν μέρει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης πριν από τη λήξη της. Στην περίπτωση αυτή, ο καταναλωτής δικαιούται μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης. Η μείωση συνίσταται στους τόκους και τις επιβαρύνσεις για το εναπομένον χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη της σύμβασης.

2. Αν η άσκηση του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης εκ μέρους του καταναλωτή λαμβάνει χώρα εντός χρονικού διαστήματος για το οποίο έχει συμφωνηθεί σταθερό επιτόκιο χορηγήσεων, ο πιστωτικός φορέας δικαιούται εύλογη και αντικειμενικά αιτιολογημένη αποζημίωση προς αποκατάσταση των ενδεχόμενων εξόδων που υφίσταται και έχουν άμεση σχέση με την πρόωρη εξόφληση και, ιδίως, του κόστους που συνεπάγεται για τον πιστωτικό φορέα η επανατοποθέτηση στη διατραπεζική αγορά κεφαλαίου ίσου προς το ποσό που αποπληρώνεται πρόωρα . Η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των τόκων που θα κατέβαλλε ο καταναλωτής για το χρονικό διάστημα μεταξύ της πρόωρης εξόφλησης και της συμφωνηθείσας ημερομηνίας λήξης του σταθερού επιτοκίου.
Η αποζημίωση του πιστωτικού φορέα υπολογίζεται βάσει του μαθηματικού τύπου που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα III.

3. Αν ο καταναλωτής επιθυμεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις πριν από τη λήξη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας παρέχει σε αυτόν χωρίς καθυστέρηση, μετά την παραλαβή σχετικού αιτήματος, εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες προκειμένου ο καταναλωτής να είναι σε θέση να αξιολογήσει την εν λόγω δυνατότητα. Οι πληροφορίες αυτές προσδιορίζουν τις συνέπειες που θα έχει για τον καταναλωτή η εκπλήρωση των υποχρεώσεών του πριν από τη λήξη της σύμβασης, τουλάχιστον ως προς την προβλεπόμενη γΓ αυτόν επιβάρυνση, και αναφέρουν σαφώς τις παραδοχές που χρησιμοποιούνται, οι οποίες πρέπει να είναι λογικές και αιτιολογημένες.

Άρθρο 25
Ευέλικτες και αξιόπιστες αγορές
(Άρθρο 26 της Οδηγίας)

Οι πιστωτικοί φορείς υποχρεούνται να τηρούν αρχεία σχετικά με τα είδη της ακίνητης περιουσίας που γίνονται δεκτά ως εμπράγματη εξασφάλιση, καθώς και τις γενικές πολιτικές που διέπουν την εκ μέρους τους χορήγηση πιστώσεων με εμπράγματη εξασφάλιση.

Άρθρο 26
Πληροφορίες για τις αλλαγές του επιτοκίου χορηγήσεων
(Άρθρο 27 της Οδηγίας)

1. Ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει τον καταναλωτή για οποιαδήποτε μεταβολή του επιτοκίου χορηγήσεων, εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, πριν από την έναρξη ισχύος του νέου επιτοκίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα κεφάλαια Α και Γ της πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας 2501/2002 (Α' 277). Η ενημέρωση περιλαμβάνει τουλάχιστον το ποσό των οφειλόμενων καταβολών μετά την έναρξη ισχύος του νέου επιτοκίου χορηγήσεων και, στις περιπτώσεις που μεταβάλλεται ο αριθμός ή η περιοδικότητα των πληρωμών, λεπτομέρειες σχετικά με τη μεταβολή αυτή.

2. Κατά παρέκκλιση της παρ. 1, τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν στη σύμβαση πίστωσης ότι οι προβλεπόμενες στην παρ. 1 πληροφορίες παρέχονται στον καταναλωτή σε περιοδική βάση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) η μεταβολή του επιτοκίου χορηγήσεων συνδέεται με μεταβολή του επιτοκίου αναφοράς,
β) το νέο επιτόκιο αναφοράς δημοσιοποιείται με κατάλληλα μέσα, και
γ) οι σχετικές με το νέο επιτόκιο αναφοράς πληροφορίες είναι επίσης διαθέσιμες στις εγκαταστάσεις του πιστωτικού φορέα και κοινοποιούνται στον καταναλωτή μαζί με το ύψος των νέων περιοδικών καταβολών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα κεφάλαια Α και Γ της πράξης 2501/2002.

3. Αν οι μεταβολές στο επιτόκιο χορηγήσεων καθορίζονται μέσω δημοπρασίας στις κεφαλαιαγορές και συνεπώς είναι αδύνατον ο πιστωτικός φορέας να πληροφορήσει τον καταναλωτή εκ των προτέρων για οποιαδήποτε μεταβολή πριν αυτή επέλθει, ο πιστωτικός φορέας σε εύλογο χρόνο πριν από τη δημοπρασία γνωστοποιεί εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο στον καταναλωτή την επικείμενη διαδικασία και παρέχει ενδείξεις για το πώς μπορεί να επηρεαστεί το επιτόκιο χορηγήσεων.

Άρθρο 27
Τόκοι υπερημερίας και κατάσχεση
(Άρθρο 28 της Οδηγίας)

1. Οι πιστωτικοί φορείς συμμορφώνονται με τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.4224/2013 (Α'288) που εκδόθηκε με την απόφ. ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος 195/1/2016 (Β'2376).

2. Σε περίπτωση υπερημερίας του καταναλωτή δεν επιτρέπεται η επιβολή πρόσθετων επιβαρύνσεων πέραν α) του προβλεπόμενου ανώτατου ορίου για το επιτόκιο υπερημερίας, όπως εκάστοτε ισχύει με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν.3259/2004 (Α' 149), και β) της αποκατάστασης των αναγκαίων δαπανών που έγιναν από τον πιστωτικό φορέα ως επισπεύδοντα προς το γενικό συμφέρον όλων των δανειστών οι οποίοι αναγγέλθηκαν στη διαδικασία του πλειστηριασμού.

3. Τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση πίστωσης μέρη μπορεί να προβλέπουν ρητώς ότι η επιστροφή ή μεταβίβαση της εξασφάλισης ή των εσόδων από την πώληση της εξασφάλισης αρκεί για την αποπληρωμή της πίστωσης.

4. Αν δεν υπάρχει συμφωνία της παρ. 3, και μετά τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης παραμένει ανεξόφλητο χρέος, ο πιστωτικός φορέας διευκολύνει την αποπληρωμή του, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης όπως αυτές εκάστοτε ορίζονται από το ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 73 του ν. 4389/2016 (Α' 94), καθώς και την ύπαρξη τυχόν άλλων περιουσιακών στοιχείων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΣΙΤΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ

Άρθρο 28
Άδεια λειτουργίας μεσιτών πιστώσεων
(Άρθρο 29 της Οδηγίας)

1. Για την άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης των περιπτ. α' έως γ' της παρ. 5 του άρθρου 3, την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών της παρ. 20 του άρθρου 3 από, συνδεδεμένο ή μη, μεσίτη πιστώσεων, εγκατεστημένο στην Ελλάδα, απαιτείται η λήψη άδειας λειτουργίας ως «μεσίτη στεγαστικής πίστης» από την αρμόδια αρχή (ΤτΕ).

2. Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας απαιτείται οι μεσίτες πιστώσεων να πληρούν κατ' ελάχιστον τις ακόλουθες απαιτήσεις :
α) να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης με εδαφικό εύρος που καλύπτει τα κράτη μέλη ή τις περιοχές όπου προσφέρουν υπηρεσίες ή άλλη ανάλογη εγγύηση έναντι της ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμό (EE) 1125/2014 της Επιτροπής της 19ης Σεπτεμβρίου 2014 (EE L 305). Σε ό,τι αφορά τους συνδεδεμένους μεσίτες πιστώσεων, η εν λόγω ασφάλιση ή ανάλογη εγγύηση μπορεί να παρέχεται από τον πιστωτικό φορέα για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο μεσίτης πιστώσεων.
β) να διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας τα οποία συνίστανται στο να διαθέτουν λευκό ποινικό μητρώο και στο να μην έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση στο παρελθόν, εκτός εάν έχουν αποκατασταθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Τα ανωτέρω εχέγγυα πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο του μεσίτη πιστώσεων, αν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο, στο πρόσωπο των μελών του διοικητικού συμβουλίου του μεσίτη πιστώσεων, αν αυτός είναι νομικό πρόσωπο και στα φυσικά πρόσωπα που ασκούν ισοδύναμα καθήκοντα σε μεσίτη πιστώσεων που αποτελεί νομικό πρόσωπο αλλά δεν διαθέτει διοικητικό συμβούλιο.
γ) να διαθέτουν κατάλληλο επίπεδο γνώσεων και επάρκειας όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από την αρμόδια αρχή, για τις περιπτ. β', γ", ε' και στ' του Παραρτήματος IV . Η προϋπόθεση αυτή πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του μεσίτη πιστώσεων, αν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο, στο πρόσωπο των μελών του διοικητικού συμβουλίου του μεσίτη πιστώσεων, αν αυτός είναι νομικό πρόσωπο και στα φυσικά πρόσωπα που ασκούν ισοδύναμα καθήκοντα σε μεσίτη πιστώσεων που αποτελεί νομικό πρόσωπο αλλά δεν διαθέτει διοικητικό συμβούλιο.

3. Η αρμόδια αρχή μεριμνά ώστε να δημοσιοποιούνται τα κριτήρια επαγγελματικών απαιτήσεων που απαιτείται να πληροί το προσωπικό των μεσιτών πιστώσεων ή των πιστωτικών φορέων.

4. Η αρμόδια αρχή τηρεί και ενημερώνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα δημόσιο μητρώο μεσιτών πιστώσεων (μεσιτών στεγαστικής πίστης), στο οποίο εγγράφονται όλοι οι μεσίτες πιστώσεων, οι οποίοι έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως «μεσίτες στεγαστικής πίστης». Το Μητρώο αυτό αναρτάται στο διαδικτυακό τόπο της αρμόδιας αρχής και επικαιροποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Το ανωτέρω δημόσιο μητρώο μεσιτών πιστώσεων περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) τα ονόματα των μελών της διοίκησης της επιχείρησης που είναι υπεύθυνα για την άσκηση των
δραστηριοτήτων πιστωτικής διαμεσολάβησης,
β) όλα τα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν για λογαριασμό της επιχείρησης λειτουργίες που τους φέρνουν σε προσωπική επαφή (client facing functions) με τους πελάτες στο πλαίσιο άσκησης δραστηριοτήτων πιστωτικής διαμεσολάβησης,
γ) τα κράτη μέλη στα οποία ο μεσίτης πιστώσεων ασκεί τις δραστηριότητές του σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 30 και για τα οποία έχει ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής,
δ) κατά πόσον ο μεσίτης είναι συνδεδεμένος ή όχι,
ε) εφόσον πρόκειται για συνδεδεμένο μεσίτη πιστώσεων, την επωνυμία του πιστωτικού φορέα για λογαριασμό του οποίου ενεργεί .

5. Μεσίτες πιστώσεων, συμπεριλαμβανομένων των συνδεδεμένων, που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με την παρ. 1 εφόσον είναι νομικά πρόσωπα με καταστατική έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται να έχουν την κεντρική τους διοίκηση στην Ελλάδα.
Εφόσον η άδεια λειτουργίας μεσιτών πιστώσεων έχει ληφθεί από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο λόγω του εταιρικού του τύπου δεν διαθέτει καταστατική έδρα και ασκεί τις κύριες επιχειρηματικές του δραστηριότητες στην Ελλάδα, το εν λόγω πρόσωπο υποχρεούται επίσης να έχει την κεντρική του διοίκηση στην Ελλάδα.

6. Η αρμόδια αρχή για την τήρηση του αρχείου της παρ. 4 δημιουργεί ένα ενιαίο σημείο πληροφόρησης για τη διασφάλιση ταχείας και εύκολης πρόσβασης του κοινού στις πληροφορίες του δημόσιου μητρώου της παρ. 4, οι οποίες συγκεντρώνονται ηλεκτρονικά και επικαιροποιούνται. Το εν λόγω σημείο πληροφόρησης περιλαμβάνει και τα στοιχεία των αρμόδιων αρχών για την παροχή της άδειας λειτουργίας και την τήρηση αρχείων μεσιτών πιστώσεων κάθε κράτους μέλους.

7. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν για πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4261/2014.

8. Η αρμόδια αρχή παρακολουθεί την τήρηση εκ μέρους των μεσιτών πιστώσεων των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις της παρ. 2. Για το σκοπό αυτό η αρμόδια αρχή μπορεί να θεσπίζει κανόνες, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης υποβολής στοιχείων, να ζητά γραπτές εξηγήσεις και να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους. Η διάταξη του πρώτου εδαφίου δεν θίγει τις διατάξεις του άρθρου 29.

9. Με απόφαση της αρμόδιας αρχής ορίζονται τυχόν επιπλέον απαιτήσεις για την χορήγηση της άδειας της παρ. 1 και οι κατ' ελάχιστον προβλεπόμενες απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας για τα αναφερόμενα στην περίπτ. γ της παρ. 2 πρόσωπα καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σύμφωνα με το παράρτημα IV.

Άρθρο 29
Μεσίτες πιστώσεων συνδεδεμένοι με ένα μόνο πιστωτικό φορέα
(Άρθρο 30 της Οδηγίας)

1. Ο συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων λαμβάνει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή μέσω του πιστωτικού φορέα για λογαριασμό του οποίου ενεργεί αποκλειστικώς. .
Σε αυτήν την περίπτωση, ο πιστωτικός φορέας ευθύνεται πλήρως και άνευ όρων για κάθε πράξη ή παράλειψη του συνδεδεμένου μεσίτη πιστώσεων που ενεργεί για λογαριασμό του σε τομείς που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και εξασφαλίζει ότι οι συνδεδεμένοι με αυτόν μεσίτες πιστώσεων συμμορφώνονται τουλάχιστον με τις επαγγελματικές απαιτήσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 28 και παρέχει την απαιτούμενη τεκμηρίωση προς την αρμόδια αρχή.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 33, ο πιστωτικός φορέας παρακολουθεί τις δραστηριότητες των συνδεδεμένων με αυτόν μεσιτών πιστώσεων, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι αυτοί εξακολουθούν να πληρούν τις απαιτήσεις περί γνώσεων και επάρκειας του συνδεδεμένου μεσίτη πιστώσεων και του προσωπικού του, και παρέχει την απαιτούμενη τεκμηρίωση προς την αρμόδια αρχή.

Άρθρο 30
Ελευθερία εγκατάστασης και ελευθερία παροχής υπηρεσιών των μεσιτών πιστώσεων
(Άρθρο 32 της Οδηγίας)

1. Η άδεια λειτουργίας που χορηγείται σε μεσίτη πιστώσεων από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών αναγνωρίζεται και στην Ελλάδα, χωρίς να απαιτείται άλλη άδεια από τις αρμόδιες αρχές στην Ελλάδα ως κρότους μέλους υποδοχής για την άσκηση των δραστηριοτήτων και την παροχή των υπηρεσιών που καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής. Απαγορεύεται όμως στους μεσίτες πιστώσεων να παρέχουν στην Ελλάδα τις υπηρεσίες τους σχετικά με συμβάσεις πίστωσης που προσφέρονται σε καταναλωτές από μη πιστωτικά ιδρύματα.

2. Κάθε μεσίτης πιστώσεων ο οποίος έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και προτίθεται να ασκήσει επιχειρηματική δραστηριότητα για πρώτη φορά σε ένα ή περισσότερα από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή ιδρύοντας υποκατάστημα, κοινοποιεί την πρόθεσή του αυτή στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 28.
Εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ανωτέρω κοινοποίηση, η αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, ως αρχή κράτους μέλους καταγωγής ,κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής την πρόθεση του μεσίτη πιστώσεων που έχει λάβει άδεια από εκείνη να παρέχει υπηρεσίες στο έδαφος τους και ενημερώνει ταυτοχρόνως τον ενδιαφερόμενο μεσίτη πιστώσεων για τη διενέργεια της κοινοποίησης αυτής. Η ενημέρωση αναφέρεται και στους πιστωτικούς φορείς, με τους οποίους είναι συνδεδεμένος ο μεσίτης πιστώσεων και το κατά πόσον αυτοί αναλαμβάνουν πλήρως και άνευ όρων την ευθύνη για τις δραστηριότητες του μεσίτη πιστώσεων. Η αρμόδια αρχή στην Ελλάδα , όταν λαμβάνει κοινοποίηση υπό την ιδιότητα της ως αρμόδιας αρχής κράτους μέλους υποδοχής, χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που έλαβε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ώστε να ενημερώσει δεόντως το μητρώο που τηρεί. Ο μεσίτης πιστώσεων που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να αρχίσει να ασκεί την επιχειρηματική του δραστηριότητα στην Ελλάδα ένα μήνα μετά την ημερομηνία κατά την οποία ενημερώθηκε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής για την ανωτέρω κοινοποίηση προς την αρμόδια αρχή στην Ελλάδα.

3. Πριν ξεκινήσει η επιχειρηματική δραστηριότητα του υποκαταστήματος του μεσίτη πιστώσεων στην Ελλάδα ή εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2, η αρμόδια αρχή στην Ελλάδα υπό την ιδιότητά της ως αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής προετοιμάζεται για την εποπτεία του μεσίτη πιστώσεων και, αν είναι απαραίτητο, υποδεικνύει στο μεσίτη πιστώσεων τους όρους σύμφωνα με τους οποίους, σε τομείς που δεν έχουν εναρμονιστεί στο δίκαιο της EE, οι δραστηριότητες αυτές πρέπει να διεξάγονται στην Ελλάδα.

4. Η αρμόδια αρχή στην Ελλάδα μπορεί με απόφασή της να ρυθμίζει τη μορφή, το περιεχόμενο και τη διαδικασία των προβλεπόμενων στο παρόν άρθρο κοινοποιήσεων και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 31
Ανάκληση της άδειας λειτουργίας μεσιτών πιστώσεων
(Άρθρο 33 της Οδηγίας)

1. Η άδεια λειτουργίας του μεσίτη πιστώσεων ανακαλείται αν ο μεσίτης πιστώσεων :
α) παραιτήθηκε ρητώς από την άδεια ή δεν άσκησε κατά τους προηγούμενους έξι μήνες καμία από τις
δραστηριότητες για τις οποίες αδειοδοτήθηκε,
β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο μη σύννομο τρόπο,
γ) δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας,
δ) εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις ανάκλησης που προβλέπονται από την ισχύουσα
νομοθεσία, με την οποία ρυθμίζονται θέματα εκτός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος νόμου, ή
ε) έχει υποπέσει σε σοβαρές ή επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος νόμου που αφορούν τη λειτουργία των μεσιτών πιστώσεων.

2. Αν η άδεια λειτουργίας μεσίτη πιστώσεων, ανακληθεί από την αρμόδια αρχή, η εν λόγω αρχή ενημερώνει όσο το δυνατόν συντομότερα και το αργότερο εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών, τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο.

3. Η αρμόδια αρχή (ΤτΕ) διαγράφει από το μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 28, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τους μεσίτες πιστώσεων, των οποίων έχει ανακληθεί η άδεια λειτουργίας.

Άρθρο 32
Εποπτεία των μεσιτών πιστώσεων
(Άρθρο 34 της Οδηγίας)

1. Οι μεσίτες πιστώσεων, που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή (ΤτΕ), υπόκεινται στην εποπτεία αυτής, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Οι συνδεδεμένοι μεσίτες πιστώσεων υπόκεινται σε άμεση εποπτεία από την αρμόδια αρχή Κατ' εξαίρεση, αν:
(α) ο συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων δεν παρέχει υπηρεσίες εκτός Ελλάδος και
(β) ο πιστωτικός φορέας για λογαριασμό του οποίου ενεργεί είναι πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια της παρ. 8 του άρθρου 3, το οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 4261/2014,
τότε ο συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων υπόκειται σε εποπτεία μέσω του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος (έμμεση εποπτεία).

2. Αν μεσίτης πιστώσεων εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 30, η , κατά περίπτωση αρμόδια αρχή του άρθρου 4 παρακολουθεί την εφαρμογή και μεριμνά για τη συμμόρφωση εκ μέρους του υποκαταστήματος προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6 και των άρθρων 7 έως και 10, 12 έως και 16, 19, 21 και 37, καθώς επίσης και στα κατ' εξουσιοδότηση αυτών θεσπιζόμενα μέτρα.
Αν διαπιστωθεί ότι μεσίτης πιστώσεων, ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, παραβιάζει τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 2, η Τράπεζα της Ελλάδας απαιτεί από το συγκεκριμένο μεσίτη πιστώσεων να τερματίσει τη παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων.
Αν ο εν λόγω μεσίτης πιστώσεων δεν προβεί στις αιτούμενες ενέργειες, η Τράπεζα της Ελλάδας προβαίνει αμελλητί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για να εξασφαλίσει ότι ο εν λόγω μεσίτης πιστώσεων θα τερματίσει την παραβίαση των ανωτέρω μέτρων. Το είδος των ενεργειών αυτών γνωστοποιείται άμεσα στην αρμόδια αρχή του κρότους μέλους καταγωγής.
Αν, παρά τις ανωτέρω ενέργειες, ο μεσίτης πιστώσεων συνεχίζει να παραβιάζει τις διατάξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, η Τράπεζα της Ελλάδας μπορεί, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για να εμποδίσει τη συνέχιση της παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων ή να επιβάλει τις σχετικές κυρώσεις και, εφόσον είναι απαραίτητο, να εμποδίσει το μεσίτη πιστώσεων να διενεργήσει νέες συναλλαγές στην Ελλάδα. Η Τράπεζα της Ελλάδας ενημερώνει αμελλητί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις εν λόγω ενέργειες.
Αν αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. προβεί σε αντίστοιχες με τις ανωτέρω ενέργειες αναφορικά με υποκατάστημα μεσίτη πιστώσεων, ο οποίος έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 28 και παρέχει υπηρεσίες στο εν λόγω κράτος-μέλος μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος, και η Τράπεζα της Ελλάδας διαφωνεί με τις ενέργειες αυτές, τότε η τελευταία μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην EAT και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του Κανονισμού (EE) 1093/2010.

3. Η αρμόδια αρχή μπορεί να ελέγχει τον τρόπο λειτουργίας του υποκαταστήματος και να επιβάλλει τις αλλαγές που κρίνει απολύτως απαραίτητες για την εκτέλεση των καθηκόντων του δυνάμει της παρ. 2, καθώς και να εξουσιοδοτεί την αρμόδια αρχή του κρότους μέλους καταγωγής να επιβάλει την τήρηση των υποχρεώσεων των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 6 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών θεσπιζόμενων μέτρων όσον αφορά τις υπηρεσίες που παρέχει το υποκατάστημα.

4. Αν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι ένας μεσίτης πιστώσεων που ασκεί δραστηριότητες στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα διατάξεις του παρόντος νόμου ή ότι ένας μεσίτης πιστώσεων που έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα παραβιάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος νόμου πέραν όσων ορίζονται στην παρ. 2, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής προκειμένου η τελευταία να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες.
Αν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δεν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια εντός ενός μηνός από την προαναφερθείσα ενημέρωση ή εάν, παρά τις ενέργειες στις οποίες προέβη η τελευταία, ο μεσίτης πιστώσεων εξακολουθεί να ενεργεί με τρόπο σαφώς επιζήμιο για τα συμφέροντα των καταναλωτών της Ελλάδας ή για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς:
α) αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, προβαίνει σε όλες τις κατάλληλες ενέργειες που είναι αναγκαίες προκειμένου να προστατεύσει τους καταναλωτές και να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να εμποδίζει το μεσίτη πιστώσεων που παρανομεί να προβεί σε νέες συναλλαγές στην Ελλάδα και ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την EAT για τις ενέργειες αυτές αμελλητί,
β) μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην EAT και να ζητήσει τη συνδρομή της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) 1093/2010.

5. Στην περίπτωση εγκατάστασης στην Ελλάδα, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 30, υποκαταστήματος μεσίτη πιστώσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μπορεί,, αφού ενημερώσει την Τράπεζα της Ελλάδας, να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους στο ως άνω υποκατάστημα.

6. Η κατανομή των καθηκόντων μεταξύ των κρατών μελών που ορίζεται στο παρόν άρθρο δεν θίγει τις αρμοδιότητες των κρατών μελών σε τομείς που δεν καλύπτονται από τον παρόντα νόμο σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του δικαίου της Ένωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IB
ΑΔΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΜΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

Άρθρο 33
Άδεια λειτουργίας και εποπτεία μη πιστωτικών ιδρυμάτων
(Άρθρο 35 της Οδηγίας)

Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν θίγουν τις διατάξεις των άρθρων 9,41 και 43 του ν. 4261/2014.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ
ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

Άρθρο 34
Υποχρέωση συνεργασίας
(Άρθρο 36 της Οδηγίας)

1. Οι αρμόδιες ελληνικές αρχές του άρθρου 4 συνεργάζονται με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, παρέχοντάς τους την αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος νόμου συνδρομή, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και της συνεργασίας κατά τη διενέργεια ελέγχων και την άσκηση εποπτείας. Ως σημείο επαφής ορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος.

2. Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρ. 1, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 4 συνάπτουν μνημόνιο συνεργασίας, το οποίο αναρτάται στους οικείους διαδικτυακούς τόπους και επικαιροποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος και οι αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, που έχουν ορισθεί αντιστοίχως ως σημείο επαφής ανταλλάσσουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.
Κατά την ανταλλαγή των ως άνω πληροφοριών, οι αρμόδιες αρχές μπορεί να ορίζουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες δεν πρέπει να αποκαλυφθούν χωρίς τη ρητή συναίνεσή τους. Στην περίπτωση αυτή οι πληροφορίες αποτελούν αντικείμενο ανταλλαγής μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους έχει δοθεί η σχετική συναίνεση.
Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να διαβιβάζει τις ληφθείσες πληροφορίες στις λοιπές αρμόδιες, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, αρχές στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη μέλη. Η διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών σε άλλους φορείς ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα προϋποθέτει τη ρητή συναίνεση των αρμόδιων αρχών που τις κοινοποίησαν και λαμβάνει χώρα μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους έχει δοθεί η σχετική συναίνεση πλην δεόντως αιτιολογημένων περιστάσεων. Στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή, η οποία παρείχε τις πληροφορίες.

4. Μία από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές μπορεί, κατόπιν αιτήματος συνεργασίας στο πλαίσιο διενέργειας ελέγχου, να αρνηθεί την παροχή συνεργασίας για δραστηριότητα έρευνας ή εποπτείας κατόπιν σχετικού αιτήματος ή την ανταλλαγή πληροφοριών, όπως προβλέπεται στην παρ. 3 μόνον εάν:
α) ο σχετικός έλεγχος, επιτόπιος ή μη, ή η μη άσκηση συγκεκριμένου εποπτικού καθήκοντος ή η ανταλλαγή πληροφοριών ενδέχεται να προσβάλει την εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη ή
β) έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ή έχει ήδη εκδοθεί σχετική τελεσίδικη απόφαση για τις ίδιες πράξεις.
Στην περίπτωση τέτοιας άρνησης, η αρμόδια αρχή, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή που υπέβαλε το αίτημα και της παρέχει όσο το δυνατόν λεπτομερέστερες πληροφορίες.

Άρθρο 35
Επίλυση διαφορών μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών
(Άρθρο 37 της Οδηγίας)

Αν αίτημα για συνεργασία, ιδίως όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών, απορρίφθηκε ή δεν ικανοποιήθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, η Τράπεζα της Ελλάδος ή άλλη αρμόδια αρχή του άρθρου 4, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να παραπέμπει το ζήτημα στην EAT και να ζητεί τη συνδρομή της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του Κανονισμού (EE) 1093/2010. Σε αυτές τις περιπτώσεις, κάθε απόφαση που λαμβάνει η EAT σύμφωνα με αυτό το άρθρο είναι δεσμευτική για την ελληνική αρμόδια αρχή ανεξαρτήτως του αν είναι ή όχι μέλος της EAT.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 36 Κυρώσεις
(Άρθρο 38 της Οδηγίας)

1. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος νόμου οι οριζόμενες στο άρθρο 4 αρμόδιες αρχές επιβάλλουν κυρώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 2 και 3.

2. Με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 επιβάλλονται κυρώσεις κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13α του ν. 2251/1994. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του άρθρου 37 εφαρμόζεται το άρθρο 19 της 70330οικ/30-6-2015 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β' 1421).

3 Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος νόμου, πλην αυτών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 2, η Τράπεζα της Ελλάδος, μπορεί να λαμβάνει διοικητικά μέτρα και να επιβάλλει τις κυρώσεις της παρ. 2 του όρθρου 59 του ν. 4261/2014. Για τη δημοσιοποίηση διοικητικών κυρώσεων που επιβάλλονται εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 60 του ν. 4261/2014.

Άρθρο 37
Μηχανισμοί επίλυσης διαφορών
(Άρθρο 39 της Οδηγίας)

Για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών, οι οποίες ανακύπτουν μεταξύ καταναλωτών και πιστωτικών φορέων, μεσιτών πιστώσεων και αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της 70330οικ/30.6.2015 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων οφείλουν να συνεργάζονται με τους φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (Ε.Ε.Δ) που είναι αναγνωρισμένοι και καταχωρισμένοι ι στο ειδικό μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 18 της 70330οικ/30.6.2015 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και καλύπτουν διαφορές στον τομέα των χρηματοπιστωτικών (τραπεζικών, επενδυτικών και ασφαλιστικών) προϊόντων και υπηρεσιών.
Για τις περιπτώσεις διασυνοριακών διαφορών που αφορούν συμβάσεις πίστωσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 15 της 70330οικ/30.6.2015 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Άρθρο 38
Διατάξεις αναγκαστικού δικαίου
(Άρθρο 41 της Οδηγίας)

1. Παραίτηση του καταναλωτή από δικαιώματα που του αναγνωρίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου δεν επιτρέπεται.

2. Τα μέτρα που θεσπίζονται με τον παρόντα νόμο δεν μπορεί να καταστρατηγούνται μέσω του τρόπου διατύπωσης των συμβατικών όρων με συνέπεια να κινδυνεύουν οι καταναλωτές να χάσουν την προστασία που τους παρέχει ο παρών νόμος.

Άρθρο 39
Μεταβατικές διατάξεις
(Άρθρο 43 της Οδηγίας)

1. Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων που ασκούν δραστηριότητες οι οποίες ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου συμμορφώνονται με τις διατάξεις των άρθρων 10, 12 έως και 14, 16 και 26 εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

2. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.4224/2013 που εκδόθηκε με την απόφ. ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος 195/1/2016.

3. Οι μεσίτες πιστώσεων που ασκούν δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης που καθορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 3 πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν αυτές τις δραστηριότητες σύμφωνα με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου διατάξεις έως τις 21 Μαρτίου 2017. Όταν ένας μεσίτης πιστώσεων βασίζεται στην ανωτέρω παρέκκλιση μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητές του μόνον εντός της Ελλάδος, εκτός εάν πληροί τις αναγκαίες νόμιμες απαιτήσεις του κράτους μέλους υποδοχής.

4. Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων οι οποίοι ασκούν δραστηριότητες που ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου πριν από τις 20 Μαρτίου 2014 συμμορφώνονται με τις διατάξεις του άρθρου 8 έως τις 21 Μαρτίου 2017.

Άρθρο 40
Τροποποίηση της ΚΥΑ Ζ1-699/2010 (Β' 917)
(Τροποποίηση του άρθρου 2 της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ)

Μετά την παρ. 2 του άρθρου 2 της Ζ1-699/2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προστίθεται παρ. 2 α , ως εξής :
«2α.Με την επιφύλαξη της περίπτ. γ της παρ.2, η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται σε μη εξασφαλισμένες συμβάσεις πίστωσης, σκοπός των οποίων είναι η ανακαίνιση ακινήτου που προορίζεται για κατοικία, και οι οποίες συνεπάγονται συνολικό ποσό πίστωσης ανώτερο των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75 000) ευρώ.»

Άρθρο 41
Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παρόντος νόμου τα παραρτήματα I, II, III και IV , τα οποία έχουν ως ακολούθως:

Βλέπε συνημμένο αρχείο

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Λοιπές ρυθμίσεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών

Άρθρο 42
Τροποποίηση του άρθρου 6 του ν. 2778/1999

Όπου στη διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 2778/1999 (Α' 295), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 18 του ν. 3581/2007 (Α' 140), καθώς και στις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 6, της παρ. 2 του άρθρου 16 και της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 2778/1999 γίνεται αναφορά σε εκτίμηση ή έκθεση εκτιμητή του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, νοείται, εφεξής, εκτίμηση ή έκθεση από ανεξάρτητο εκτιμητή.

Άρθρο 43
Εναρμόνιση καταστατικών των οικοδομικών συνεταιρισμών

1. Τίθεται προθεσμία 12 μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου για την εναρμόνιση των καταστατικών των οικοδομικών συνεταιρισμών, οι οποίοι δεν έχουν λυθεί και εκκαθαρισθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 4030/2011 (Α' 249), όπως ισχύει.

2. Για την εναρμόνιση, οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί, υποχρεούνται, πέραν των λοιπών στοιχείων που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, και στην προσκόμιση φορολογικής ενημερότητας στο αρμόδιο ειρηνοδικείο.

3. Τα τελευταία τέσσερα εδάφια της παρ. 14 του άρθρου 39 του ν. 4030/2011, όπως προστέθηκαν με την παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 4223/2013 (Α' 287), αντικαθίστανται ως εξής:
«Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης οικοδομικού συνεταιρισμού στην υποχρέωση εναρμόνισης του καταστατικού του εντός της ως άνω προθεσμίας, ο συνεταιρισμός διαλύεται αυτοδικαίως. Η διάλυση αναγνωρίζεται με πράξη του Ειρηνοδίκη, μετά από αίτηση της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών ή οποιουδήποτε έχοντος έννομο συμφέρον. Η πράξη του Ειρηνοδίκη καταχωρίζεται στο μητρώο της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 1667/1987 (Α' 196) και κοινοποιείται αμελητί στην ως άνω Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, εφαρμόζεται, δε, αναλόγως και η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1667/1987.»

Άρθρο 44
Κατάργηση διατάξεων των άρθρων δεύτερου και τρίτου του ν. 3755/2009

Καταργούνται αναδρομικά από 23.03.2015 οι παράγραφοι 1, 3, 4, 5, 6, 8 και 9 του όρθρου δεύτερου καθώς και το άρθρο τρίτο του ν.3755/2009 «Κύρωση της Σύμβασης παραχώρησης των λιμενικών εγκαταστάσεων των προβλητών II και III του σταθμού εμπορευματοκιβωτίων της ανώνυμης εταιρείας Όργανισμός Αιμένος Πειραιώς Α.Ε.' (ΟΛΠ Α.Ε.) και ρύθμιση συναφών θεμάτων» (Α' 52).

Άρθρο 45
Προσθήκη υποπαραγράφου Β.11 στην παράγραφο Β του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013

Στην παρ. Β του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α' 107), όπως ισχύει, προστίθεται υποπαράγραφος Β.11 και η υποπαράγραφος Β.11 αναριθμείται σε Β. 12, ως εξής:
«ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.11: ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ
1. Για τη διασφάλιση της υποχρέωσης διαφάνειας, όπου τίθεται από τους ενωσιακούς κανόνες, σχετικά με τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων, αναρτώνται σε δημόσια προσβάσιμο διαδικτυακό ιστότοπο συνοπτικές πληροφορίες για χορηγηθείσες μεμονωμένες κρατικές ενισχύσεις μετά την 1η Ιουλίου 2016. Οι πληροφορίες που δημοσιεύονται περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την επωνυμία και το ΑΦΜ του δικαιούχου, το είδος και τον τομέα δραστηριότητας της επιχείρησης, το ποσό ενίσχυσης και το μέσο ενίσχυσης, καθώς και όποιο άλλο στοιχείο προβλέπει η ενωσιακή νομική βάση χορήγησης της ενίσχυσης. Η συναίνεση του δικαιούχου για την εν λόγω δημοσίευση τεκμαίρεται με τη λήψη της ενίσχυσης.
2. Τα ως άνω απαιτούμενα στοιχεία καταχωρούνται στο σχετικό ηλεκτρονικό σύστημα από τις Αποκεντρωμένες Μονάδες Κρατικών Ενισχύσεων, με βάση τα στοιχεία που τους παρέχονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες και επικυρώνονται από την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων. Οι χρήστες του συστήματος ορίζονται από την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων, μετά από αίτηση της Αποκεντρωμένης Μονάδας.»

Άρθρο 46
Τροποποίηση διατάξεων του άρθρου 27 του ν. 2859/2000 και κατάργηση διάταξης του άρθρου δέκατου τρίτου του ν. 4211/2013

1. Η περίπτ. α' της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 2859/2000 «Κώδικας ΦΠΑ» (Α' 248) αντικαθίσταται ως εξής
«α) Η παράδοση και η εισαγωγή πλοίων που εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:
αα) πλοία που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στην ναυσιπλοΐα ανοικτής θαλάσσης και τα οποία εκτελούν μεταφορά επιβατών με κόμιστρο ή με τα οποία ασκείται εμπορική, βιομηχανική ή αλιευτική δραστηριότητα,
αβ) πλοία παράκτιας αλιείας,
αγ) πλοία που προορίζονται για διάλυση,
αδ) πολεμικό πλοία και πλοία του Δημοσίου,
αε) ναυαγοσωστικά και άλλα πλοία επιθαλάσσιας αρωγής.
Εξαιρούνται τα πλοία ιδιωτικής χρήσης που προορίζονται για αναψυχή ή αθλητισμό.
Απαλλάσσονται επίσης η παράδοση και εισαγωγή αντικειμένων και υλικών, εφόσον προορίζονται να ενσωματωθούν ή να χρησιμοποιηθούν στα πλοία και πλωτά μέσα της περίπτωσης αυτής.
Για την εφαρμογή της απαλλαγής της υποπερίπτωσης (αα), ως πλοία που προορίζονται για την ναυσιπλοΐα ανοικτής θαλάσσης θεωρούνται τα πλοία που πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις :
(i) έχουν ναυπηγηθεί για την ανοικτή θάλασσα ήτοι στα οποία το μέγιστο εξωτερικό μήκος του κύτους είναι ίσο ή ανώτερο των 12μέτρων και τα οποία υπάγονται στις δασμολογικές διακρίσεις 8901 10 10, 8901 20 10, 8901 30 10, 8901 90 10, 8902 00 10, 8903 91 10, 8903 92 10, 8904 00 91 και 8906 90 10 του Κοινού Δασμολογίου της Ε.Ε [καν. (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου, όπως ισχύει] και
(ii) διενεργούν δραστηριότητα κυρίως στην ανοικτή θάλασσα.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της ανωτέρω υποπερίπτωσης (ϋ).»

2. Η περίπτ. ια) της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν.2859/2000 «Κώδικας ΦΠΑ» ( καταργείται.

3. Η παρ. 3 του άρθρου δεκάτου τρίτου του ν. 4211/2013 (Α' 256) καταργείται.

Άρθρο 47
Τροποποίηση του άρθρου 15 του ν. 2622/1998

Το εδάφιο α' του άρθρου 15 του ν. 2622/1998 (Α' 138) αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 976/1979 (Α' 236), που ρυθμίζουν την έκταση της ευθύνης των οδηγών, για τα τροχαία ατυχήματα που προκαλούνται από μηχανοκίνητα οχήματα του Δημοσίου, εφαρμόζονται ανάλογα και για τα ατυχήματα που προκαλούνται από πλωτά μέσα της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων»

Άρθρο 48
Τροποποίηση του άρθρου 23Λ του ν. 3086/2002

1. Η παρ. 1 του άρθρου 23Α του ν. 3086/2002 (Α'324), που προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 4170/2013 (Α' 163), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Δαπάνες που αφορούν αμοιβές και έξοδα φυσικών ή νομικών προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, κατόπιν σχετικών εντολών λειτουργών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως ιδίως δικηγορικών εταιρειών, δικηγόρων, δικαστικών επιμελητών, μεταφραστών, πραγματογνωμόνων, συμβολαιογράφων, δαπάνες για δημοσιεύσεις στον τύπο και μετακινήσεις μελών του Ν.Σ.Κ. και γενικότερα δαπάνες που σχετίζονται με ενέργειες ενώπιον ημεδαπών ή αλλοδαπών δικαστηρίων περιλαμβανομένων των διαιτητικών, υπάγονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του π.δ. 113/2010 (Α* 194) και βαρύνουν τους αντίστοιχους Κ.Α.Ε. των προϋπολογισμών των αρμόδιων Υπουργείων ή άλλων Αρχών του εκάστοτε οικονομικού έτους, εντός του οποίου εκκαθαρίζονται.»

2. Στο άρθρο 23Α του ν. 3086/2002 προστίθεται παρ. 3, ως εξής:
«3. Σε περιπτώσεις συμμετοχής του Δημοσίου ή νομικών προσώπων και ανεξάρτητων αρχών, που εκπροσωπούνται δικαστικά από το ΝΣΚ, σε εθνικές ή διεθνείς διαιτητικές δίκες επιτρέπεται, με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. μετά από εισήγηση του μέλους του ΝΣΚ που χειρίζεται την υπόθεση, η ανάθεση της σύνταξης γνωμοδοτήσεων, ιδίως νομικών ή τεχνικών, σε Έλληνες ή και σε αλλοδαπούς ειδικούς εμπειρογνώμονες, χωρίς να είναι απαραίτητη η τήρηση διαδικασιών που τυχόν προβλέπονται για την ανάθεση συμβάσεων του Δημοσίου. Η σχετική σύμβαση υπογράφεται από τον Πρόεδρο του ΝΣΚ και ορίζει τον αντισυμβαλλόμενο, το αντικείμενο της γνωμοδότησης και τον χρόνο παράδοσής της, τους όρους εμπιστευτικότητας που διέπουν τις χορηγούμενες πληροφορίες, την αμοιβή του γνωμοδοτούντος και τον τρόπο και χρόνο καταβολής της καθώς και τον τρόπο επίλυσης των διαφορών που προκύπτουν από τη σύμβαση. Η σχετική δαπάνη και τα λοιπά έξοδα βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Υπουργείου ή του φορέα τον οποίο αφορά η δίκη, στον οποίο και αποστέλλονται τα σχετικά παραστατικά και δικαιολογητικά πληρωμής για αναγνώριση, εκκαθάριση και πληρωμή. Γ ια την καταβολή της αμοιβής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 1.»

Άρθρο 49
Τροποποίηση του άρθρου 4 του ν. 4350/2015

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 15 του άρθρου πρώτου της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 18ης Ιουλίου 2015 (Α' 84), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4350/2015 (Α' 161), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Για μια πενταετία από την έναρξη ισχύος της παρούσας αναστέλλεται η άσκηση ποινικής δίωξης στα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου. Η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί με αίτησή της να λαμβάνει στοιχεία που υποβάλλονται στην Επιτροπή προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς των αρμοδιοτήτων της.»

Άρθρο 50
Τροποποιήσεις ν. 4370/2016

1. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτ. 20 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4370/2016 (Α' 37), αντικαθίσταται ως εξής:
«Στην έννοια των καταθέσεων δεν εμπίπτουν (ϊ) οι συμφωνίες πώλησης με σύμφωνο επαναγορός (repos), οι απαιτήσεις εκ των οποίων καλύπτονται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των όρθρων 16 έως 19 για τις επενδυτικές υπηρεσίες και (ϋ) το ηλεκτρονικό χρήμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 4021/2011 (Α' 218) και τα ποσά που λαμβάνονται έναντι του ηλεκτρονικού χρήματος, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 3 του ν. 4021/2011

2. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 4370/2016 τροποποιείται ως εξής: «Το όριο αυτό ισχύει για το σύνολο των καταθέσεων που τηρούνται στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των καταθέσεων, το νόμισμα και τον τόπο κατάθεσης.»

3. Το εδάφιο γ'της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 4370/2016 καταργείται.

4. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 4370/2016 τροποποιείται ως εξής:
«3. Το ΤΕΚΕ, αμέσως μόλις του κοινοποιηθεί η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της δικαστικής αρχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις υποπεριπτώσεις α' και β' της περίπτωσης 27 της παραγράφου 1 του άρθρου 3, καταρτίζει κατάλογο καταθετών με βάση τα στοιχεία της παραγράφου 3 του άρθρου 41 που του υποβάλλονται από το πιστωτικό ίδρυμα, στο οποίο αφορούν οι ως άνω αποφάσεις. ».

5. Η περίπτ. η' της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4370/2016, τροποποιείται ως εξής:
«η. Οι απαιτήσεις του Δημοσίου, όπως αυτό ορίζεται στην περίπτ. στ' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α' 143), όπως ισχύει, των_υπερεθνικών οργανισμών, των ομοσπονδιακών, ομόσπονδων, επαρχιακών και τοπικών διοικητικών αρχών, καθώς και των ΟΤΑ.».

6. Η παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 4370/2016 τροποποιείται ως εξής:
«2. Αν το όριο κάλυψης αυξηθεί συνεπεία διάταξης νόμου, το ΔΣ αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία για την ανάλογη αναπροσαρμογή των τακτικών εισφορών στο ΣΚΕ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 32.» .

7. Το εδάφιο γ' της παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 4370/2016 καταργείται.

8. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4370/2016 τροποποιείται ως εξής:
«Τα εκ των ανωτέρω χρηματικά διαθέσιμα τηρούνται σε ειδικούς λογαριασμούς του ΣΚΚ στην Τράπεζα της Ελλάδος και κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 39.».

9. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 27 του ν. 4370/2016, τροποποιείται ως εξής:
«Έως την 1η Ιουλίου κάθε έτους, αρχής γενομένης από την 1η Ιουλίου 2016, κάθε πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο ΣΚΚ αποστέλλει στο ΤΕΚΕ τα στοιχεία της τελευταίας ημέρας του προηγούμενου έτους, που ορίζει το ΤΕΚΕ για τον προσδιορισμό του βαθμού κινδύνου που αναλαμβάνει. Τα εν λόγω στοιχεία υπογράφονται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του πιστωτικού ιδρύματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί τον έλεγχο των υποβαλλόμενων στοιχείων για τον υπολογισμό της βάσης εισφορών είτε αυτοβούλως στα πλαίσια της εποπτικής της αρμοδιότητας είτε κατόπιν αιτήματος του ΤΕΚΕ.».

10. Οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 32 του ν. 4370/2016 αντικαθίστανται ως εξής:
« 4. Οι συμμετέχοντες στο ΣΚΕ καταβάλλουν εισφορές, οι οποίες αντιστοιχούν στην ετήσια μεταβολή της αξίας περιουσιακών στοιχείων επενδυτών - πελατών των συμμετεχόντων στο ΣΚΕ. 5.Το ΔΣ αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία για την αναπροσαρμογή του ύψους και του τρόπου υπολογισμού της ετήσιας τακτικής εισφοράς της παραγράφου 4 του παρόντος όταν επιτευχθεί εύλογη σχέση μεταξύ των διαθεσίμων του ΣΚΕ και της συνολικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων επενδυτών - πελατών των συμμετεχόντων, τη διακοπή λόγω επίτευξης ευλόγου σχέσεως και την εκ νέου καταβολή της ετησίας εισφοράς, καθώς και την τυχόν επιστροφή εισφορών που προκύπτουν από λάθος υπολογισμό των εισφορών αυτών, στους συμμετέχοντες στο ΣΚΕ που τις έχουν καταβάλει. Το ΔΣ αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία για την ως άνω εύλογη σχέση.».

11. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4370/2016, τροποποιείται ως εξής:
«3. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να λειτουργούν τα απαραίτητα συστήματα, σύμφωνα με τις εκάστοτε επιχειρησιακές και τεχνικές προδιαγραφές που ορίζει το ΤΕΚΕ, όπως το ηλεκτρονικό αρχείο πελατοκεντρικού συστήματος (ΗΑΠΣ), τα οποία διασφαλίζουν τον εντοπισμό και την παρακολούθηση των λογαριασμών ανά καταθέτη για την υποβολή των στοιχείων τουλάχιστον των περιπτώσεων α', β' και ε' της παραγράφου 1 και του αποτελέσματος του συμψηφισμού σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 10 προς το ΤΕΚΕ. .».

12. Στο τέλος του άρθρου 47 του Ν. 4370/2016 προστίθεται νέο άρθρο 47Α ως εξής: «Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή και αρχή εξυγίανσης, ο Υπουργός Οικονομικών, ως ορισθείσα αρχή, το ΤΕΚΕ καθώς και κάθε άλλη σχετική διοικητική αρχή συνεργάζονται μεταξύ τους κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο. Στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας δύνανται να συνάπτουν μεταξύ τους έγγραφα μνημόνια συνεννόησης».

Άρθρο 51
Τροποποιήσεις ν. 4335/2015

1. Η παρ. 6 του εσωτερικού άρθρου 3 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α' 87), αντικαθίσταται ως εξής: «6. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενεργώντας κατά περίπτωση με την ιδιότητα της αρχής εξυγίανσης ή της αρμόδιας αρχής μπορούν να καθορίζουν κριτήρια, να θεσπίζουν κανόνες, να λαμβάνουν μέτρα, γενικά ή ειδικά, ανά ίδρυμα ή οντότητα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους, και να παρακολουθούν διαρκώς την τήρηση των υποχρεώσεων των ιδρυμάτων ή οντοτήτων, ιδίως μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων και γραπτών επεξηγήσεων και μέσω της διενέργειας επιτόπιων ελέγχων. Μεταξύ άλλων, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στο πλαίσιο των ανωτέρω αρμοδιοτήτων τους, μπορούν να θεσπίζουν κανόνες προς συμμόρφωση με κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και πρότυπα της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (Ε.Α.Τ.).»

2. Η παρ. 9 του εσωτερικού άρθρου 4 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 αντικαθίσταται ως εξής:
«9. Ειδικότερα θέματα για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου ρυθμίζονται με απόφαση της αρμόδιας αρχής και της αρχής εξυγίανσης, στο πεδίο της αρμοδιότητας τους κατά τις παραγράφους 1 και 6 του άρθρου 4 του ν. 4261/2014 και την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου.»

3. Η παρ. 7 του εσωτερικού άρθρου 5 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Οι διατάξεις των άρθρων 4, 5, 6 και 9 εφαρμόζονται και επί των εταιρειών χρηματοδοτικής μίσθωσης, εταιρειών παροχής πιστώσεων και των εταιρειών πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων που υπόκεινται σε ατομική βάση στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία».

4. Η παράγραφος 4 του εσωτερικού άρθρου 98 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
« 4.Τα ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να εξοφλούν αμελλητί και πλήρως τις εισφορές που αναφέρονται στο παρόν όρθρο, όπως αυτές καθορίζονται από την αρχή εξυγίανσης. Εφόσον παρέχεται η δυνατότητα της παραγράφου 3, οι εισφορές κάθε ιδρύματος με δεσμεύσεις προς πληρωμή αντιστοιχούν κατ' ανώτατο στο 30% των εισφορών που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Τα ιδρύματα υποχρεούνται στην κατάλληλη λογιστική παρακολούθηση, την υποβολή στοιχείων στην αρχή εξυγίανσης, καθώς και σε κάθε απαραίτητη ενέργεια προκειμένου να διασφαλίσουν την πλήρη εξόφληση των οφειλόμενων εισφορών. Υποχρεούνται επίσης να διαθέτουν διαδικασίες για την ορθή και έγκαιρη εξόφληση των εισφορών και την πρόληψη της διαφυγής, της αποφυγής και της κατάχρησης, λαμβανομένων υπόψη των πράξεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 8 του άρθρου 103 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.».

Άρθρο 52
Τροποποιήσεις ν. 4261/2014

1. Στην παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 4261/2014 (Α' 107) προστίθεται περίπτωση ζ) ως εξής:
«ζ) τους ειδικότερους όρους, προϋποθέσεις και περιορισμούς για την πραγματοποίηση ειδικών συμμετοχών των πιστωτικών ιδρυμάτων σε εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα, όπως ορίζεται στην περίπτ. 27 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (EE) 575/2013, ή σε εταιρείες που εμπίπτουν στην περίπτωση β) της παραγράφου 1 του άρθρου 89 του ίδιου Κανονισμού για την οποία απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.»

2. Στην παρ. 2 του όρθρου 63 του ν. 4261/2014 προστίθεται περίπτ. α) ως εξής:
«α) ειδικές διαδικασίες για τη λήψη και την παρακολούθηση καταγγελιών για παραβάσεις,»

3. Στο άρθρο 66 του ν. 4261/2014 προστίθεται παρ. 3 ως εξής:
«3. Ειδικότερα θέματα και τεχνικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.»

4. α. Η περίπτ. α της παρ. 1 του άρθρου 145α του ν. 4261/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«(α) Απαιτήσεις της περίπτωσης δ1 του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα.»
β. Η έναρξη ισχύος της περίπτωσης α της παρούσας παραγράφου αρχίζει με την έναρξη ισχύος του ν. 4336/2015 (Α' 94).

5. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 148 του ν. 4261/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ισχύει, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος για κάθε τροποποίηση του καταστατικού τους που αφορά το είδος των δραστηριοτήτων τους, καθώς και σε κάθε περίπτωση μεταβολής του συνεταιριστικού κεφαλαίου που σχετίζεται με την έκδοση νέων συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των προαιρετικών, με τη μεταβολή της ονομαστικής αξίας αυτών, με τον καθορισμό των όρων, προϋποθέσεων και τρόπου εξόφλησης των μερίδων και με τη μέθοδο αποτίμησης για την αναπροσαρμογή της αξίας τους κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό συνεταίρων, καθώς και με τη μετατροπή ομολόγων σε συνεταιριστικές μερίδες.»

6. Η παρ. 1 του άρθρου 166 του ν. 4261/2014 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργείται ο ν. 3601/2007 (Α' 178) και οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά σε αυτόν νοείται στο εξής ως αναφορά στις αντίστοιχες κατά περιεχόμενο διατάξεις του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (EE) αριθ. 575/2013.»

Άρθρο 53
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4389/2016

1. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 8 του ν. 4389/2016 (Α' 94) προστίθενται εδάφια ως εξής: «Για τον Πρόεδρο, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης και τον Εμπειρογνώμονα που καλούνται από το εξωτερικό, αναγνωρίζονται έξοδα κίνησης με κάθε μεταφορικό μέσο, ημερήσια αποζημίωση εξωτερικού και έξοδα διανυκτέρευσης εξωτερικού της περ. β' της κατηγορίας I της παρ. 1 του άρθρου 5 του Κεφ. Α' της Υποπαρ. Δ.9. της Παρ. Δ' του Μέρους Β' του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α'94). Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης του προηγούμενου εδαφίου και ο Εμπειρογνώμονας εξαιρούνται του ανωτάτου ορίου ημερών εκτός έδρας του άρθρου 3 του Κεφ. Α' της Υποπαρ. Δ.9. της Παρ. Δ' του Μέρους Β' του όρθρου 2 του ν.4336/2015».

2. Στο ;aρθρο 14 του ν. 4389/2016 προστίθεται παρ. 7, ως εξής:
«7. Με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Διοικητής της Αρχής δύναται να καθορίζει και να ανακαθορίζει το προτυπωμένο σήμα (λογότυπο), του οποίου μπορεί να κάνει χρήση η Αρχή.»

3. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Αρχής, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης και ο Εμπειρογνώμονας συνεδριάζουν ως Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων και για τις συνεδριάσεις τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 8.»

4. Στο άρθρο 41 του ν. 4389/2016 προστίθενται παρ. 12 και 13, ως εξής:
«12. Ο Γενικός Γραμματέας της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών μπορεί να συστήσει τις Υπηρεσίες που συγκροτούν τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών (Γ.Δ.Ο.Υ.) της Αρχής, να καθορίσει τη δομή, τις αρμοδιότητες και τον χρόνο έναρξης λειτουργίας αυτής και των υπηρεσιών της, με την διαδικασία που προβλέπεται στις υποπερίπτ. αα' και ββ' της περίπτ. θ' της παρ. 4 του άρθρου 14, καθώς και τις οργανικές θέσεις αυτών, να προκηρύξει τις θέσεις των Προϊσταμένων της Γενικής Διεύθυνσης και των οργανικών μονάδων της, να επιλέξει αυτούς και να τοποθετήσει προσωπικό σε αυτές.
13. Το προτυπωμένο σήμα (λογότυπος) της παρ. 7 του άρθρου 14, του οποίου μπορεί να κάνει χρήση η Αρχή, δύναται να καθοριστεί με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, πριν την έναρξη λειτουργίας της Αρχής».

Άρθρο 54

Παραχωρείται στο Δήμο Χαλανδρίου Αττικής για σαράντα (40) έτη η αποκλειστική χρήση του δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ 1168, εκτάσεως 29.720 τ.μ., με σκοπό να λειτουργήσουν σε αυτό χώροι αθλητισμού και κοινόχρηστοι χώροι.
Στο παραπάνω ακίνητο χωροθετούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 9 του Π.Δ. της 23-2/6-3-87 (Δ' 166) χρήσεις, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης.
Το παρόν άρθρο έχει αναδρομική ισχύ από την 1η Οκτωβρίου του έτους 2011.

Άρθρο 55

Η παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 489/1976 (Α' 331), όπως κωδικοποιήθηκε ως παρ. 4 του άρθρου 25 του π.δ. 237/1986 (Α' 110), καταργείται.

Άρθρο 56

Η περίπτ. δ' της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.2628/1998 (Α' 151), αντικαθίσταται ως εξής:
«δ) τον Γενικό Γραμματέα Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών με αναπληρωτή τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών.»

Άρθρο 57
Έναρξη ισχύος

Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.



ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
«Εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών»

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

ΣΚΟΠΟΣ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

Αρθρο 1 Σκοπός
(Άρθρο 1 της Οδηγίας)

Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 (L 133)

Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής
(Άρθρο 3 της Οδηγίας)

1. Ο παρών νόμος εφαρμόζεται:

α) σε συμβάσεις πίστωσης που εξασφαλίζονται είτε με υποθήκη είτε με προσημείωση υποθήκης είτε βάσει δικαιώματος σχετιζομένου με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και

β) σε συμβάσεις πίστωσης, σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ή η διατήρηση δικαιωμάτων κυριότητας επί εγγείου ιδιοκτησίας ή επί υπάρχοντος ή υπό κατασκευή κτιρίου. 2.0 παρών νόμος δεν εφαρμόζεται σε:

α) συμβάσεις πίστωσης αποδέσμευσης περιθωρίου αξίας (equity release credit agreements) όπου ο πιστωτικός φορέας:

αα) χορηγεί την πίστωση με εφάπαξ ποσό, σε τακτικές δόσεις ή με άλλη μορφή, και ως αντιπαροχή εισπράττει ένα ποσό από το τίμημα της μελλοντικής πώλησης ενός ακινήτου που προορίζεται για κατοικία ή αποκτά ένα δικαίωμα επί ακινήτου που προορίζεται για κατοικία, και

ββ) δεν απαιτεί αποπληρωμή της πίστωσης εωσότου συμβούν ένα ή περισσότερα προκαθορισμένα γεγονότα στη ζωή του καταναλωτή, όπως αυτά μπορεί να ορίζονται από την αρμόδια αρχή, εκτός εάν υπάρξει παραβίαση από τον καταναλωτή των συμβατικών υποχρεώσεών του που επιτρέπει στον πιστωτικό φορέα να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης, β) συμβάσεις πίστωσης με τις οποίες η πίστωση χορηγείται από εργοδότη στους εργαζομένους του ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, άτοκα ή με Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Ποσοστό Επιβάρυνσης (ΣΕΠΠΕ) χαμηλότερο από εκείνα που επικρατούν στην αγορά και τα οποία δεν προσφέρονται γενικά στο κοινό, 

γ) συμβάσεις πίστωσης όπου η πίστωση χορηγείται άτοκα και χωρίς άλλες επιβαρύνσεις εκτός από εκείνες που έχουν σκοπό την ανάκτηση του κόστους που συνδέεται άμεσα με την εξασφάλιση της πίστωσης,

δ) συμβάσεις πίστωσης υπό μορφή δυνατότητας υπερανόληψης και στις οποίες η πίστωση πρέπει να εξοφληθεί εντός ενός μηνός,

ε) συμβάσεις πίστωσης που είναι αποτέλεσμα διακανονισμού ο οποίος επιτεύχθηκε ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής,

στ) συμβάσεις πίστωσης που αφορούν την προθεσμιακή εξόφληση υπάρχουσας οφειλής, χωρίς επιβαρύνσεις, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της περίπτ. α' .της παρ. 1. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού μπορεί να εξαιρεθούν από την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους των διατάξεων του παρόντος νόμου συμβάσεις πίστωσης που σχετίζονται με πιστώσεις χορηγούμενες σε περιορισμένο κοινό δυνάμει νομοθετικών διατάξεων για σκοπούς κοινής ωφελείας, είτε άτοκα είτε με επιτόκιο χορηγήσεων χαμηλότερο από αυτό που επικρατεί στην αγορά είτε με άλλους όρους, οι οποίοι είναι ευνοϊκότεροι για τον καταναλωτή από αυτούς που επικρατούν στην αγορά και με επιτόκιο χορήγησης που δεν μπορεί να υπερβαίνει αυτό που επικρατεί στην αγορά.

Με την απόφαση αυτή καθορίζονται οι δέουσες απαιτήσεις πληροφόρησης, οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον έγκαιρη ενημέρωση για τα κύρια χαρακτηριστικά, τους κινδύνους και το κόστος τέτοιων συμβάσεων πίστωσης στο προσυμβατικό στάδιο. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το θεσμικό πλαίσιο για τη διαφήμιση τέτοιων συμβάσεων πίστωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι η διαφήμιση θα είναι ακριβής, σαφής και μη παραπλανητική.

Άρθρο 3 Ορισμοί
(Άρθρο 4 της Οδηγίας)

Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1) «Καταναλωτής»: κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει ο παρών νόμος επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του,

2) «Πιστωτικός φορέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας, χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει πίστωση η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, καθώς και οι εταιρείες της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.4354/2015 (Α' 176), σύμφωνα με την παρ. 22 του ιδίου άρθρου, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 4389/2016 (Α' 94) και, τροποποιήθηκε, ως προς τις προδιαληφθείσες διατάξεις με τις παρ.1 και 3 αντιστοίχως του άρθρου τέταρτου του ν. 4393/2016 (Α' 106),

3) «Σύμβαση πίστωσης»: σύμβαση δυνάμει της οποίας πιστωτικός φορέας χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει σε καταναλωτή πίστωση κατά την έννοια του άρθρου 2, υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης.

4) «Συμπληρωματική υπηρεσία»: υπηρεσία που προσφέρεται στον καταναλωτή σε συνδυασμό με τη σύμβαση πίστωσης.

5) «Μεσίτης πιστώσεων»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, δεν ενεργεί ως πιστωτικός φορέας ή συμβολαιογράφος και δεν παρουσιάζει απλώς, άμεσα ή έμμεσα, στον καταναλωτή έναν πιστωτικό φορέα ή μεσίτη πιστώσεων και το οποίο, στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας, έναντι αμοιβής η οποία μπορεί να είναι χρηματική ή να έχει οποιαδήποτε άλλη συμφωνηθείσα μορφή οικονομικού ανταλλάγματος προβαίνει σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης:

α) προτείνει ή προσφέρει συμβάσεις πίστωσης στους καταναλωτές,

β) βοηθά τους καταναλωτές αναλαμβάνοντας προπαρασκευαστικές εργασίες ή άλλες προσυμβατικές διοικητικές διαδικασίες για τη σύναψη συμβάσεων πίστωσης διαφορετικές από αυτές της περίπτ. α' ή

γ) συνάπτει συμβάσεις πίστωσης με τους καταναλωτές εξ ονόματος του πιστωτικού φορέα.

6) «Όμιλος»: όμιλος που περιλαμβάνει πιστωτικό φορέα που υποβάλει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4308/2014 (Α' 251).

7) «Συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων»: κάθε μεσίτης πιστώσεων που ενεργεί εξ ονόματος και υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη:

α) ενός μόνον πιστωτικού φορέα β) ενός μόνον ομίλου.

8) «Πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια της περίπτ. 1 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.4261/2014 (Α' 107) (άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (EE) αριθ. 575/2013).

9) «Μη πιστωτικό ίδρυμα»: κάθε πιστωτικός φορέας που δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα.

10) «Προσωπικό»:

α) κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο εργάζεται για τον πιστωτικό φορέα ή τον μεσίτη πιστώσεων, απασχολείται άμεσα σε δραστηριότητες που καλύπτονται από τον παρόντα νόμο ή το οποίο έχει επαφή με τους καταναλωτές στην διάρκεια δραστηριοτήτων που καλύπτονται από τον παρόντα νόμο,

β) κάθε φυσικό πρόσωπο που διευθύνει ή εποπτεύει άμεσα τα φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στην περίπτ. α'.

11) «Συνολικό ποσό της πίστωσης»: το ανώτατο όριο ή το σύνολο των ποσών που καθίστανται διαθέσιμα βάσει της σύμβασης πίστωσης.

12) «Συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή»: το σύνολο των επιβαρύνσεων, όπως ορίζεται στην περίπτ. ζ' του όρθρου 3 της ΖΙ-699/2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β' 917), συμπεριλαμβανομένου του κόστους αποτίμησης ακίνητης περιουσίας όταν η εν λόγω αποτίμηση είναι απαραίτητη για τη χορήγηση της πίστωσης, αλλά εξαιρουμένων των φόρων μεταβίβασης, των συμβολαιογραφικών εξόδων και των εξόδων παραστάσεως, μεταγραφής ή/και καταχώρισης της εμπράγματης εξασφάλισης ή της μεταβίβασης της κυριότητας της ακίνητης περιουσίας.

Εξαιρούνται επίσης τυχόν επιβαρύνσεις που καταβάλλονται από τον καταναλωτή σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις δεσμεύσεις που καθορίζονται στη σύμβαση πίστωσης.

13) «Συνολικό ποσό πληρωτέο από τον καταναλωτή»: το άθροισμα του συνολικού ύψους της πίστωσης και του συνολικού κόστους αυτής για τον καταναλωτή.

14) «Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Ποσοστό Επιβάρυνσης (ΣΕΠΠΕ)»: το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, που εκφράζεται ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του κόστους που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 16 και ισούται, σε ετήσια βάση, με την τρέχουσα αξία του συνόλου των μελλοντικών ή τρεχουσών υποχρεώσεων (αναλήψεων, εξοφλήσεων και επιβαρύνσεων) που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του πιστωτικού φορέα και του καταναλωτή.

15) «Επιτόκιο χορηγήσεων»: το επιτόκιο εκφραζόμενο ως σταθερό ή κυμαινόμενο ποσοστό, το οποίο εφαρμόζεται σε ετήσια βάση στο ποσό της πίστωσης.

16) «Αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας»: η αξιολόγηση της προοπτικής να εξοφληθούν οι δανειακές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης.

17) «Σταθερό μέσο»: κάθε μέσο που επιτρέπει στον καταναλωτή να αποθηκεύει πληροφορίες απευθυνόμενες προσωπικά σε αυτόν, κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική αναδρομή επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι παρεχόμενες πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών.

18) «Κράτος μέλος καταγωγής»:

α) αν ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική του διοίκηση,

β) αν ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα ή, αν δεν έχει καταστατική έδρα σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική του διοίκηση.

19) «Κράτος μέλος υποδοχής»: το κράτος μέλος, εκτός από το κράτος μέλος καταγωγής, στο οποίο έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων.

20) «Συμβουλευτικές υπηρεσίες»: η παροχή προσωπικών συστάσεων σε καταναλωτή, σε σχέση με μία ή περισσότερες συναλλαγές που συνδέονται με συμβάσεις πίστωσης και η οποία αποτελεί ξεχωριστή δραστηριότητα από τη χορήγηση της πίστωσης και από τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης που καθορίζονται στην περίπτ. 5.

21) «Αρμόδια αρχή»: η αρχή, όπως κατά περίπτωση ορίζεται στο άρθρο 4.

22) «Ενδιάμεσο δάνειο»: σύμβαση πίστωσης που είτε δεν έχει σταθερή διάρκεια είτε πρέπει να εξοφληθεί εντός δωδεκαμήνου, η οποία χρησιμοποιείται από τον καταναλωτή ως προσωρινή λύση χρηματοδότησης κατά τη μετάβαση σε μια άλλη χρηματοδοτική ρύθμιση για το ακίνητο.

23) «Ενδεχόμενη ευθύνη ή εγγύηση (contigent liability)»: σύμβαση πίστωσης που ισχύει ως εγγύηση για άλλη ξεχωριστή αλλά συμπληρωματική συναλλαγή και όπου το εγγυημένο κεφάλαιο έναντι ακινήτου αναλαμβάνεται μόνο σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος ή γεγονότων που καθορίζονται στη σύμβαση.

24) «Συμμετοχικό στεγαστικό δάνειο (shared equity)»: σύμβαση πίστωσης όπου το αποπληρωτέο κεφάλαιο βασίζεται σε συμβατικά καθορισμένο ποσοστό της αξίας του ακινήτου κατά τον χρόνο αποπληρωμής ή αποπληρωμών του κεφαλαίου.

25) «Πρακτική δέσμευσης»: η προσφορά ή η πώληση σύμβασης πίστωσης σε δέσμη με άλλα ξεχωριστά χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες όταν η σύμβαση πίστωσης δεν διατίθεται χωριστά στον καταναλωτή.

26) «Πρακτική ομαδοποίησης»: η προσφορά ή η πώληση μιας σύμβασης πίστωσης σε δέσμη με άλλα ξεχωριστά χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες, όταν η σύμβαση πίστωσης διατίθεται και χωριστά στον καταναλωτή αλλά όχι κατ' ανάγκη με τους ίδιους όρους ή προϋποθέσεις όπως όταν προσφέρεται ομαδοποιημένη με τις συμπληρωματικές υπηρεσίες.

27) «Δάνειο σε ξένο νόμισμα»: σύμβαση πίστωσης όπου η πίστωση:

α) εκφράζεται σε νόμισμα διαφορετικό από το νόμισμα στο οποίο ο καταναλωτής λαμβάνει το εισόδημά του ή διατηρεί τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία πρόκειται να εξοφληθεί η πίστωση ή

β) εκφράζεται σε νόμισμα διαφορετικό από το νόμισμα του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή.

Άρθρο 4
Αρμόδιες Αρχές
(Άρθρο 5 της Οδηγίας)

Για την εφαρμογή των άρθρων 5, 9 ,10, και της παρ. 7 του άρθρου 21, καθώς και του άρθρου 37, αρμόδιο είναι το Υπουργείο Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού. Επί των λοιπών άρθρων αρμόδια αρχή ορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος. Για την εφαρμογή των λοιπών διατάξεων του παρόντος νόμου καθώς και για την σύναψη του μνημονίου συνεργασίας, κατά την παρ. 2 του άρθρου 34, αρμόδια είναι η Τράπεζα της Ελλάδος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ

Άρθρο 5
Χρηματοοικονομική διαπαιδαγώγηση των καταναλωτών
(Άρθρο 6 της Οδηγίας)

Η Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της για την ενημέρωση και εκπαίδευση του καταναλωτή, συνεργάζεται με την Τράπεζα της Ελλάδος, την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, το Συνήγορο του Καταναλωτή, τις ενώσεις των πιστωτικών φορέων, τις πιστοποιημένες, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ενώσεις καταναλωτών, το Μεσολαβητή Τραπεζικών Επενδυτικών Υπηρεσιών και κάθε άλλο εμπλεκόμενο φορέα για:

α) την εκπαίδευση των καταναλωτών σε ό,τι αφορά τον υπεύθυνο δανεισμό και τη διαχείριση χρέους, ιδίως σχετικά με τις συμβάσεις ενυπόθηκης πίστωσης, και

β) την παροχή σαφών και γενικών πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης πίστωσης με σκοπό την καθοδήγηση των καταναλωτών, ιδίως όσων λαμβάνουν ενυπόθηκη πίστη για πρώτη φορά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΚΑΙ ΜΕΣΙΤΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ

Άρθρο 6
Υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς κατά την παροχή πιστώσεων σε καταναλωτές
(Άρθρο 7 της Οδηγίας)

1. Όταν ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων , σχεδιάζει πιστωτικά προϊόντα, ή χορηγεί πίστωση ή ασκεί δραστηριότητα πιστωτικής διαμεσολάβησης κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 3 ή παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με πίστωση ή κατά περίπτωση, παρέχει συμπληρωματικές υπηρεσίες σε καταναλωτές ή όταν εκτελεί σύμβαση πίστωσης, υποχρεούται να ενεργεί με εντιμότητα, δικαιοσύνη, διαφάνεια και επαγγελματισμό, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των καταναλωτών. Σε ό,τι αφορά τη χορήγηση πίστωσης, την άσκηση πιστωτικής διαμεσολάβησης ή την παροχή συμβουλευτικών ή, κατά περίπτωση, συμπληρωματικών υπηρεσιών σχετικά με πίστωση, οι εν λόγω δραστηριότητες βασίζονται σε πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες βρίσκεται ο καταναλωτής και οποιαδήποτε ειδική απαίτηση έχει γνωστοποιήσει, καθώς και σε εύλογες παραδοχές σχετικά με κινδύνους αναφορικά με την κατάσταση του καταναλωτή κατά τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Σε ό,τι αφορά την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, η δραστηριότητα βασίζεται επιπροσθέτως σε πληροφορίες που ζητούνται δυνάμει της περίπτ. α) της παρ. 3 του άρθρου 21.

2. Ο τρόπος με τον οποίον οι πιστωτικοί φορείς αμείβουν το προσωπικό τους και τους μεσίτες πιστώσεων, καθώς και ο τρόπος με τον οποίον οι μεσίτες πιστώσεων αμείβουν το προσωπικό τους, δεν επιτρέπεται να εμποδίζει τη συμμόρφωσή τους προς τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην παρ. 1.

3. Οι πιστωτικοί φορείς, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών αμοιβών για το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες αρχές κατά τρόπο και στον βαθμό που συνάδει στο μέγεθος τους, την εσωτερική τους οργάνωση και τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους:

α) Η πολιτική αμοιβών συνάδει με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων και προάγει αυτήν και δεν ενθαρρύνει την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων εκ μέρους του πιστωτικού φορέα.

β) Η πολιτική αμοιβών συνάδει με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του πιστωτικού φορέα και ενσωματώνει μέτρα για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων, προβλέποντας ιδίως ότι η αμοιβή δεν συναρτάται με τον αριθμό ή το ποσοστό των αιτήσεων που γίνονται δεκτές.

4. Όταν οι πιστωτικοί φορείς ή οι μεσίτες πιστώσεων παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες, η διάρθρωση των αμοιβών του εμπλεκόμενου προσωπικού δεν πρέπει να παραβλάπτει την ικανότητά του να ενεργεί προς το συμφέρον του καταναλωτή και ιδίως δεν επιτρέπεται να συναρτάται με τους στόχους πωλήσεων.

5. Η αρμόδια αρχή μπορεί να θεσπίζει κανόνες που διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, και ιδίως να απαγορεύει συγκεκριμένους τύπους διάρθρωσης αμοιβών ή μορφών οικονομικού ανταλλάγματος. Μπορεί επίσης να επιβάλλει στους πιστωτικούς φορείς και μεσίτες πιστώσεων την παροχή των στοιχείων και πληροφοριών που κρίνονται αναγκαία για την αποτελεσματική παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 7
Υποχρέωση δωρεάν παροχής πληροφοριών στους καταναλωτές
(Άρθρο 8 της Οδηγίας)

Η πληροφόρηση που παρέχεται στον καταναλωτή σε συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις των διατάξεων των άρθρων 12 έως 15 καθώς και των άρθρων 22 και 26 του παρόντος νόμου παρέχεται δωρεάν.

Άρθρο 8
Απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας του προσωπικού
(Άρθρο 9 της Οδηγίας)

1. Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων υποχρεούνται να εξασφαλίζουν ότι το προσωπικό τους διαθέτει κατάλληλο και επικαιροποιημένο επίπεδο γνώσεων και επάρκειας για το σχεδιασμό, την προσφορά ή τη χορήγηση πίστωσης, την άσκηση δραστηριοτήτων πιστωτικής διαμεσολάβησης που προβλέπονται στην παρ. 5 του άρθρου 3 ή την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Αν η συμφωνία χορήγησης πίστωσης περιλαμβάνει συμπληρωματική υπηρεσία, απαιτούνται κατάλληλες γνώσεις και επάρκεια σχετικά με την εν λόγω συμπληρωματική υπηρεσία.

2. α) Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων που παρέχουν υπηρεσίες στην Ελλάδα, μέσω υποκαταστήματος, υποχρεούνται να εξασφαλίζουν ότι το προσωπικό του υποκαταστήματος ικανοποιεί τουλάχιστον τις απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας που προβλέπονται, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 5 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδιδόμενων αποφάσεων.

β) Στην περίπτωση παροχής από πιστωτικό φορέα ή μεσίτη πιστώσεων υπηρεσιών στην Ελλάδα χωρίς εγκατάσταση υποκαταστήματος εφαρμόζονται οι κατ' ελάχιστον απαιτήσεις που θεσπίζονται από το κράτος μέλος καταγωγής, εκτός εάν με την απόφαση της παρ. 5 της αρμόδιας αρχής ορίζεται διαφορετικά.

3. Η αρμόδια αρχή παρακολουθεί τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, δυνάμενη να απαιτεί την παροχή από τους πιστωτικούς φορείς και τους μεσίτες πιστώσεων των στοιχείων και πληροφοριών που κρίνονται αναγκαία για την άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων.

4. Για την αποτελεσματική εποπτεία των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων που εδρεύουν σε άλλα κράτη μέλη και παρέχουν υπηρεσίες στην Ελλάδα χωρίς εγκατάσταση υποκαταστήματος, η αρμόδια αρχή συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών με σκοπό την αποτελεσματική εποπτεία και τη διασφάλιση της εφαρμογής των κατ' ελάχιστον προβλεπόμενων απαιτήσεων γνώσεων και επάρκειας. Προς το σκοπό αυτόν, η αρμόδια αρχή μπορεί να αναθέτει καθήκοντα και αρμοδιότητες σε άλλες αρμόδιες αρχές ή να αναλαμβάνει καθήκοντα και αρμοδιότητες που της ανατίθενται από άλλες αρμόδιες αρχές.

5. Με απόφαση της αρμόδιας αρχής μπορεί να θεσπίζονται οι κατ' ελάχιστον προβλεπόμενες απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας για το προσωπικό των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα, σύμφωνα με το παράρτημα IV.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΝΤΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΑΨΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ

Άρθρο 9
Γενικές διατάξεις για τη διαφήμιση και την εμπορική προώθηση
(Άρθρο 10 της Οδηγίας)

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 9 έως 9Θ του ν. 2251/1994 (Α" 191), όπως το άρθρο 9 τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3587/2007 ( Α' 152) και τα άρθρα 9α έως και 9Θ προστέθηκαν με το άρθρο 12 του πιο πάνω νόμου, δεν επιτρέπονται αθέμιτες, ασαφείς ή παραπλανητικές διαφημιστικές και εμπορικές ανακοινώσεις σχετικά με συμβάσεις πίστωσης. Απαγορεύονται ιδίως οι διατυπώσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν ψευδείς προσδοκίες στον καταναλωτή όσον αφορά τη διαθεσιμότητα ή το κόστος της πίστωσης.

Άρθρο 10
Τυποποιημένες πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στη διαφήμιση
(Άρθρο 11 της Οδηγίας)

1. Κάθε διαφήμιση για συμβάσεις πίστωσης, η οποία αναφέρει επιτόκιο ή τυχόν αριθμητικά στοιχεία που αφορούν στο κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, πρέπει να περιλαμβάνει τις ακόλουθες τυποποιημένες πληροφορίες, οι οποίες προσδιορίζουν κατά τρόπο σαφή, συνοπτικό και ευδιάκριτο:

α) την ταυτότητα του πιστωτικού φορέα ή, κατά περίπτωση, του μεσίτη πιστώσεων,

β) ανάλογα με την περίπτωση, ότι η σύμβαση πίστωσης θα εξασφαλιστεί είτε με υποθήκη σε ακίνητα που προορίζονται για κατοικία, είτε βάσει δικαιώματος σχετιζόμενου με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία,

γ) το επιτόκιο χορηγήσεων, επισημαίνοντας αν πρόκειται για σταθερό ή κυμαινόμενο ή συνδυασμό και των δύο, καθώς και πληροφορίες για τυχόν επιβαρύνσεις που περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή,

δ) το συνολικό ποσό της πίστωσης,

ε) το ΣΕΠΠΕ που αναφέρεται στη διαφήμιση με τουλάχιστον τον ίδιο ευδιάκριτο τρόπο όπως και οποιοδήποτε επιτόκιο,

στ) κατά περίπτωση, τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης, τον αριθμό και το ποσό των δόσεων, το συνολικό πληρωτέο ποσό από τον καταναλωτή, ζ) κατά περίπτωση, προειδοποίηση σχετικά με τον κίνδυνο ότι πιθανές διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα μπορούσαν να επηρεάσουν το ποσό που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής, η) συνοπτική και κατάλληλη για την περίσταση προειδοποίηση για τους κινδύνους που σχετίζονται με τις συμβάσεις πίστωσης.

2. Οι πληροφορίες που απαριθμούνται στις περιπτ. γ',δ',ε' και στ' της παρ. 1, γνωστοποιούνται με αντιπροσωπευτικό παράδειγμα το οποίο ακολουθείται σε ολόκληρη τη διαφήμιση. Η αρμόδια αρχή θεσπίζει κριτήρια για τον καθορισμό αντιπροσωπευτικού παραδείγματος.

3. Αν για τη χορήγηση της πίστωσης υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται είναι υποχρεωτική η σύναψη σύμβασης που αφορά συμπληρωματική υπηρεσία και ιδίως ασφάλιση, το δε κόστος της συμπληρωματικής υπηρεσίας δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων, η υποχρέωση σύναψης της εν λόγω σύμβασης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, συνοπτικό και ευδιάκριτο, μαζί με το ΣΕΠΠΕ.

4. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παρ. 1 και 3 πρέπει να είναι ευανάγνωστες ή να ακούγονται ευκρινώς, ανάλογα με το μέσο που χρησιμοποιείται για τη διαφήμιση.

5. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 9 έως 9Θ του ν. 2251/1994.

Άρθρο 11
Πρακτικές δέσμευσης και ομαδοποίησης
(Άρθρο 12 της Οδηγίας)

1. Οι πρακτικές ομαδοποίησης επιτρέπονται ενώ οι πρακτικές δέσμευσης απαγορεύονται. Κατ' εξαίρεση, οι πιστωτικοί φορείς επιτρέπεται να ζητούν από τον καταναλωτή να ανοίξει ή να τηρήσει λογαριασμό ειδικού σκοπού πληρωμών ή ταμιευτηρίου, εφόσον μοναδικός σκοπός του εν λόγω λογαριασμού είναι η συγκέντρωση κεφαλαίου για την εξόφληση ή την εξυπηρέτηση, ή τη συγχρηματοδότηση της πίστωσης ή για την παροχή πρόσθετης ασφάλειας στον πιστωτικό φορέα σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης.

2. Η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει δεσμευτικές πρακτικές, εφόσον ο πιστωτικός φορέας αποδείξει ότι τα δεσμευμένα προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων που προσφέρονται, με όρους και προϋποθέσεις παρόμοιες μεταξύ τους, τα οποία δεν διατίθενται ξεχωριστά, έχουν ως αποτέλεσμα σαφές πλεονέκτημα για τους καταναλωτές, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη διαθεσιμότητα και τις τιμές των σχετικών προϊόντων που προσφέρονται στην αγορά.

3. Οι πιστωτικοί φορείς επιτρέπεται να ζητούν από τον καταναλωτή να διαθέτει ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνδέεται με τη σύμβαση πίστωσης. Στις περιπτώσεις αυτές ο πιστωτικός φορέας υποχρεούται να δέχεται ασφαλιστήριο συμβόλαιο από φορέα παροχής διαφορετικό από εκείνον της προτίμησής του, όταν το επίπεδο εγγύησης του εν λόγω ασφαλιστηρίου είναι αντίστοιχο με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που πρότεινε ο πιστωτικός φορέας.

4. Η αρμόδια αρχή μπορεί με αποφάσεις της να εξειδικεύει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος, με βάση τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες των ευρωπαϊκών αρχών με αρμοδιότητες στα θέματα εποπτείας [(Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών(ΕΑΤ), Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ)].

Άρθρο 12 Γενικές πληροφορίες
(Άρθρο 13 της Οδηγίας)

1. Οι πιστωτικοί φορείς και οι συνδεδεμένοι μεσίτες πιστώσεων, διαθέτουν, ανά πάσα στιγμή, εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο ή σε ηλεκτρονική μορφή, σαφείς και κατανοητές γενικές πληροφορίες για τις συμβάσεις πίστωσης.

Οι γενικές πληροφορίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α) την ταυτότητα και την ταχυδρομική διεύθυνση του συντάκτη των πληροφοριών,

β) τους σκοπούς, για τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιηθεί η πίστωση,

γ) τις μορφές της εξασφάλισης, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της δυνατότητας η εξασφάλιση να βρίσκεται σε διαφορετικό κράτος μέλος,

δ) την πιθανή διάρκεια των συμβάσεων πίστωσης,

ε) τα είδη του διαθέσιμου επιτοκίου χορηγήσεων, αναφέροντας αν αυτό είναι σταθερό ή κυμαινόμενο ή και τα δύο, με σύντομη περιγραφή των χαρακτηριστικών του σταθερού και του κυμαινόμενου επιτοκίου, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών επιπτώσεων για τον καταναλωτή,

στ) όταν διατίθενται δάνεια σε ξένο νόμισμα, ένδειξη του ξένου νομίσματος ή νομισμάτων, καθώς και επεξήγηση των επιπτώσεων για τον καταναλωτή, όταν η πίστωση είναι εκφρασμένη σε ξένο νόμισμα,

ζ) αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του συνολικού ποσού της πίστωσης, του συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή, του συνολικού πληρωτέου ποσού από τον καταναλωτή και του ΣΕΠΠΕ,

η) επισήμανση των πιθανών επιπλέον εξόδων, που δεν περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, τα οποία συνδέονται με τη σύμβαση πίστωσης,

θ) τις διάφορες εναλλακτικές λύσεις για την αποπληρωμή της πίστωσης στον πιστωτικό φορέα, περιλαμβανομένου του αριθμού, της περιοδικότητας και του ποσού των τακτικών δόσεων αποπληρωμής,

ι) εφόσον συντρέχει περίπτωση, σαφή και συνοπτική δήλωση ότι η τήρηση των όρων και προϋποθέσεων της σύμβασης πίστωσης δεν εξασφαλίζει εξόφληση του συνολικού ποσού της πίστωσης βάσει της σύμβασης πίστωσης,

ια) περιγραφή των όρων που σχετίζονται απευθείας με την πρόωρη αποπληρωμή,

ιβ) κατά πόσον είναι αναγκαία η εκτίμηση του ακινήτου και, ανάλογα με την περίπτωση, ποιος είναι ο υπεύθυνος να εξασφαλίσει την πραγματοποίηση της εκτίμησης και εάν προκύπτει σχετικό κόστος για τον καταναλωτή,

ιγ) επισήμανση των συμπληρωματικών υπηρεσιών που οφείλει να αγοράσει ο καταναλωτής προκειμένου να του χορηγηθεί η πίστωση ή να του χορηγηθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, διευκρίνιση ότι οι συμπληρωματικές υπηρεσίες μπορεί να αγοραστούν από φορέα διαφορετικό του πιστωτικού φορέα, ιδ) γενική προειδοποίηση σχετικά με τις πιθανές συνέπειες λόγω αθέτησης των σχετικών με τη σύμβαση πίστωσης υποχρεώσεων.

2. Η αρμόδια αρχή μπορεί να υποχρεώνει τους πιστωτικούς φορείς να περιλαμβάνουν στις γενικές πληροφορίες της παρ. 1 και άλλα είδη προειδοποίησης που θεωρεί σημαντικά, καθώς και να εξειδικεύει τον τρόπο παροχής αυτών.

Άρθρο 13 Προσυμβατικές πληροφορίες
(Άρθρο 14 της Οδηγίας)

1. Ο πιστωτικός φορέας και, κατά περίπτωση ο μεσίτης πιστώσεων παρέχουν στον καταναλωτή τις εξατομικευμένες πληροφορίες οι οποίες είναι απαραίτητες για τη σύγκριση των πιστώσεων που διατίθενται στην αγορά, την αξιολόγηση των επιπτώσεών τους και τη λήψη τεκμηριωμένης απόφασης σχετικά με τη σύναψη σύμβασης πίστωσης: α) χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αφού ο καταναλωτής δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες για τις ανάγκες του, την οικονομική του κατάσταση και τις προτιμήσεις του σύμφωνα με το άρθρο 19 β) εγκαίρως, πριν από την παροχή δεσμευτικής για τον πιστωτικό φορέα προσφοράς και, σε κάθε περίπτωση, πριν ο καταναλωτής δεσμευθεί με σύμβαση ή προσφορά πίστωσης.

2. Οι εξατομικευμένες πληροφορίες της παρ. 1 παρέχονται, εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο, με το «Ευρωπαϊκό Τυποποιημένο Δελτίο Πληροφοριών» (ESIS), το περιεχόμενο και οι οδηγίες συμπλήρωσης του οποίου ορίζονται στο παράρτημα II.

3. Όταν παρέχεται στον καταναλωτή προσφορά που είναι δεσμευτική για τον πιστωτικό φορέα, αυτή παρέχεται εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου και συνοδεύεται από το ESIS όταν δεν είχε παρασχεθεί προηγουμένως ESIS στον καταναλωτή ή τα στοιχεία της προσφοράς είναι διαφορετικά από τις πληροφορίες που περιείχε το ESIS το οποίο είχε παρασχεθεί προηγουμένως.

4. Μεταξύ της παροχής δεσμευτικής προσφοράς και της σύναψης σύμβασης πίστωσης, μεσολαβεί χρονική περίοδος μελέτης δέκα (10) ημερολογιακών ημερών, ώστε ο καταναλωτής να συγκρίνει τις προσφορές και να αξιολογήσει τις συνέπειές τους προκειμένου να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση. Οι καταναλωτές δεν μπορούν να δεχτούν την προσφορά πριν απ την παρέλευση πέντε (5) ημερολογιακών ημερών της περιόδου μελέτης.

Η προσφορά είναι δεσμευτική για τον πιστωτικό φορέα για όσο χρόνο διαρκεί η περίοδος μελέτης, υπό την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε η δεσμευτική προσφορά ως προς το πρόσωπο του δανειολήπτη, των λοιπών ενεχομένων και την εξασφάλιση εξακολουθούν να ισχύουν. Αν το επιτόκιο χορηγήσεων ή τα λοιπά έξοδα που αναφέρονται στη δεσμευτική προσφορά, καθορίζονται βάσει της πώλησης υποκείμενων ομολόγων ή άλλων μακροπρόθεσμων χρηματοπιστωτικών μέσων (long term funding instruments), το εν λόγω επιτόκιο και τα έξοδα μπορεί να μεταβάλλονται σε σχέση με το ύψος στο οποίο προσδιορίζονταν στη δεσμευτική προσφορά, σύμφωνα με την αξία του υποκείμενου ομολόγου ή του εργαλείου μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης.

5. Ο πιστωτικός φορέας ή, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων που παρέσχε το ESIS στον καταναλωτή θεωρείται ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σχετικά με την παροχή πληροφοριών στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη μιας σύμβασης εξ αποστάσεως, όπως ορίζεται στις διατάξεις της περίπτ. α της παρ. 3 του άρθρου 4θ του ν. 2251/1994, όπως η περίπτωση αυτή έχει τροποποιηθεί με τις παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 5 του ν. 3587/2007, και ότι πληροί τις απαιτήσεις της εν λόγω διάταξης μόνο εφόσον έχει παράσχει το ESIS πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης.

6. Κάθε πρόσθετη πληροφορία, την οποία ο πιστωτικός φορέας ή, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων επιθυμεί ή υποχρεούται να παράσχει στον καταναλωτή σύμφωνα με απόφαση της αρμόδιας αρχής, κατά την παρ. 11 του άρθρου 4 του ν. 4261/2014, παρέχεται σε χωριστό έγγραφο που επισυνάπτεται στο ESIS.

7. Στην περίπτωση επικοινωνιών φωνητικής τηλεφωνίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτ. β της παρ. 3 του άρθρου 4θ του ν. 2251/1994, όπως η περίπτωση αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 7 του άρθρου 5 του ν. 3587/2007, η περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας, περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία που αναφέρονται στα τμήματα 3 έως 6 του παραρτήματος II.

8. Ο πιστωτικός φορέας ή, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων παρέχει, με απόδειξη παραλαβής, στον καταναλωτή, εγγράφως ή με σταθερό μέσο, αντίγραφο του σχεδίου σύμβασης πίστωσης κατά το χρόνο υποβολής μιας προσφοράς που είναι δεσμευτική για τον πιστωτικό φορέα.

Άρθρο 14
Απαιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με τους μεσίτες πιστώσεων
(Άρθρο 15 της Οδηγίας)

1. Εγκαίρως πριν από την άσκηση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης που καθορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 3, ο μεσίτης πιστώσεων παρέχει στον καταναλωτή, εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο, τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) ταυτότητα και ταχυδρομική διεύθυνση του μεσίτη πιστώσεων,

β) το μητρώο στο οποίο είναι καταχωρισμένος, τον αριθμό καταχώρισης, κατά περίπτωση, και τα μέσα για την εξακρίβωση της καταχώρισης, γ) κατά πόσον ο μεσίτης πιστώσεων είναι συνδεδεμένος ή συνεργάζεται αποκλειστικά με έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς. Αν ο μεσίτης πιστώσεων είναι συνδεδεμένος ή συνεργάζεται αποκλειστικά με έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς, παρέχει την επωνυμία των πιστωτικών φορέων εξ ονόματος των οποίων ενεργεί. Ο μεσίτης πιστώσεων μπορεί να γνωστοποιήσει ότι είναι ανεξάρτητος όταν πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρου 21, δ) κατά πόσο ο μεσίτης πιστώσεων παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες,

ε) το ποσό της αμοιβής που, ανάλογα με την περίπτωση, πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής στο μεσίτη πιστώσεων για τις υπηρεσίες του ή, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, τη μέθοδο υπολογισμού της αμοιβής, στ) τις διαδικασίες που παρέχουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές ή άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλλουν εσωτερικές καταγγελίες/παράπονα για μεσίτες πιστώσεων και, ενδεχομένως, τα μέσα με τα οποία μπορούν να προσφύγουν σε εξωδικαστικές διαδικασίες καταγγελιών και επίλυσης διαφορών, ζ) κατά περίπτωση, την ύπαρξη και, όταν είναι γνωστά, τα ποσά των προμηθειών ή άλλων οικονομικών κινήτρων που καταβάλλονται από τον πιστωτικό φορέα ή τρίτα μέρη στο μεσίτη πιστώσεων για τις υπηρεσίες του όσον αφορά τη σύμβαση πίστωσης. Αν το ποσό δεν είναι γνωστό κατά τη στιγμή της παροχής πληροφοριών στον καταναλωτή, ο μεσίτης πιστώσεων ενημερώνει τον καταναλωτή ότι το πραγματικό ποσό θα του γνωστοποιηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο στο ESIS.

2. Οι μεσίτες πιστώσεων που δεν είναι συνδεδεμένοι αλλά λαμβάνουν προμήθειες από έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς παρέχουν, εφόσον το ζητήσει ο καταναλωτής, πληροφορίες σχετικά με τη διαφοροποίηση του ύψους των προμηθειών που καταβάλλουν οι διάφοροι πιστωτικοί φορείς που παρέχουν τις προσφερόμενες στον καταναλωτή συμβάσεις πίστωσης. Ο καταναλωτής ενημερώνεται ότι έχει το δικαίωμα να ζητήσει αυτές τις πληροφορίες.

3. Αν ο μεσίτης πιστώσεων επιβαρύνει τον καταναλωτή με αμοιβή και επιπλέον εισπράττει προμήθεια από τον πιστωτικό φορέα ή τρίτο μέρος, ο μεσίτης πιστώσεων εξηγεί στον καταναλωτή κατά πόσον η προμήθεια συμψηφίζεται ή όχι με την αμοιβή, είτε κατά ένα μέρος της είτε πλήρως.

4. Το ποσό της αμοιβής που πρέπει, ενδεχομένως, να καταβάλει ο καταναλωτής στο μεσίτη πιστώσεων για τις υπηρεσίες του, κοινοποιείται από το μεσίτη πιστώσεων στον πιστωτικό φορέα, με σκοπό τον υπολογισμό του ΣΕΠΠΕ.

Άρθρο 15 Ενδεδειγμένες εξηγήσεις
(Άρθρο 16 της Οδηγίας)

1. Οι πιστωτικοί φορείς και, ανάλογα με την περίπτωση, οι μεσίτες πιστώσεων παρέχουν επαρκείς εξηγήσεις στον καταναλωτή σχετικά με τις προτεινόμενες συμβάσεις πίστωσης και τις τυχόν συμπληρωματικές υπηρεσίες, ούτως ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να αξιολογήσει αν οι προτεινόμενες συμβάσεις πίστωσης και συμπληρωματικές υπηρεσίες είναι προσαρμοσμένες στις ανάγκες και στην οικονομική του κατάσταση.

Στις εξηγήσεις περιλαμβάνονται, ιδίως, κατά περίπτωση, τα εξής:

α) οι προσυμβατικές πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με:

αα) το άρθρο 13 στην περίπτωση των πιστωτικών φορέων,

ββ) τα άρθρα 13 και 14 στην περίπτωση των μεσιτών πιστώσεων,

β) τα βασικά χαρακτηριστικά των προτεινόμενων προϊόντων,

γ) οι συγκεκριμένες επιπτώσεις που τα προτεινόμενα προϊόντα ενδέχεται να έχουν για τον καταναλωτή,
συμπεριλαμβανομένων των συνεπειών της υπερημερίας του καταναλωτή,

δ) όταν οι συμπληρωματικές υπηρεσίες προσφέρονται ομαδοποιημένες με σύμβαση πίστωσης, κατά πόσον κάθε συστατικό στοιχείο της ομάδας προσφερόμενων προϊόντων είναι δεκτικό χωριστής καταγγελίας εκ μέρους του καταναλωτή και τις συνέπειες της επιλογής αυτής για τον ίδιο.

2. Η αρμόδια αρχή μπορεί να προσαρμόζει:

α) τον τρόπο παροχής και την έκταση των εξηγήσεων που αναφέρονται στην παρ. 1, καθώς και β) τα υπόχρεα πρόσωπα για την παροχή των εξηγήσεων, ανάλογα με:
(αα) τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες προσφέρεται η σύμβαση πίστωσης, (ββ) το πρόσωπο στο οποίο προσφέρεται, (γγ) το είδος της προσφερόμενης πίστωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε
ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΕΤΗΣΙΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗΣ

Αρθρο 16 Υπολογισμός του ΣΕΠΠΕ
(Άρθρο 17 της Οδηγίας)

1. Το ΣΕΠΠΕ υπολογίζεται σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I.

2. Τα έξοδα για το άνοιγμα και την τήρηση λογαριασμού ειδικού σκοπού της παρ. 1 του άρθρου 11, τα έξοδα για τη χρήση μέσου πληρωμής που επιτρέπει καταβολές στον λογαριασμό και αναλήψεις από αυτόν και τα λοιπά έξοδα που σχετίζονται με τη διενέργεια πράξεων πληρωμών περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή αν το άνοιγμα ή η τήρηση λογαριασμού είναι υποχρεωτικά προκειμένου να χορηγηθεί η πίστωση ή να χορηγηθεί υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται.

3. Ο υπολογισμός του ΣΕΠΠΕ γίνεται σύμφωνα με την παραδοχή ότι η σύμβαση πίστωσης θα παραμείνει σε ισχύ για όλη τη συμφωνηθείσα διάρκειά της και ότι ο πιστωτικός φορέας και ο καταναλωτής θα εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τους όρους και κατά τις ημερομηνίες που έχουν καθορισθεί στη σύμβαση πίστωσης.

4. Σε περίπτωση συμβάσεων πίστωσης που περιέχουν ρήτρες βάσει των οποίων επιτρέπονται διακυμάνσεις στο επιτόκιο χορηγήσεων και, κατά περίπτωση, στις επιβαρύνσεις που περιλαμβάνονται στο ΣΕΠΠΕ, των οποίων όμως το ύψος δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς κατά τη στιγμή του υπολογισμού, το ΣΕΠΠΕ υπολογίζεται με βάση την παραδοχή ότι το επιτόκιο χορηγήσεων και οι λοιπές επιβαρύνσεις θα παραμείνουν σταθερά σε σχέση με το επίπεδο που προσδιορίζεται κατά την εκάστοτε χρονική στιγμή υπολογισμού του.

5. Όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης για τις οποίες συμφωνείται σταθερό επιτόκιο χορηγήσεων για μια αρχική περίοδο διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών, στο τέλος της οποίας πραγματοποιείται διαπραγμάτευση ώστε να συμφωνηθεί νέο σταθερό επιτόκιο για νέα χρονική περίοδο, ο υπολογισμός του πρόσθετου, ενδεικτικού ΣΕΠΠΕ που γνωστοποιείται στο ESIS καλύπτει μόνο την αρχική περίοδο σταθερού επιτοκίου και βασίζεται στην παραδοχή ότι, στο τέλος της αρχικής περιόδου σταθερού επιτοκίου χορηγήσεων, το οφειλόμενο κεφάλαιο εξοφλείται.

6. (α) Αν η σύμβαση πίστωσης επιτρέπει διακυμάνσεις του επιτοκίου χορηγήσεων, ο καταναλωτής ενημερώνεται σχετικά με τις πιθανές συνέπειες των διακυμάνσεων για τα προς πληρωμή ποσά και για το ΣΕΠΠΕ τουλάχιστον μέσω του ESIS. Αυτό γίνεται με την παροχή πρόσθετου ΣΕΠΠΕ στον καταναλωτή το οποίο απεικονίζει τους πιθανούς κινδύνους που συνδέονται με μια σημαντική αύξηση του επιτοκίου χορηγήσεων. Αν δεν έχει τεθεί ανώτατο όριο στο επιτόκιο χορηγήσεων, η πληροφόρηση αυτή συνοδεύεται από προειδοποίηση στην οποία τονίζεται ότι το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, όπως αποτυπώνεται στο ΣΕΠΠΕ, μπορεί να αλλάξει.

(β) Οι διατάξεις της περίπτ. α) εφαρμόζονται και σε συμβάσεις πίστωσης στις οποίες το επιτόκιο χορηγήσεων είναι σταθερό για συγκεκριμένη ελάχιστη περίοδο στο τέλος της οποίας δίνεται η δυνατότητα για διαπραγμάτευση του επιτοκίου χορηγήσεων προκειμένου να συμφωνηθεί νέο σταθερό ή κυμαινόμενο επιτόκιο .

(γ) Οι διατάξεις της περίπτ. (α) δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις πιστώσεων στις οποίες το επιτόκιο χορηγήσεων είναι σταθερό για αρχική περίοδο διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών, στο τέλος της οποίας πραγματοποιείται διαπραγμάτευση του επιτοκίου χορηγήσεων ώστε να συμφωνηθεί νέο σταθερό επιτόκιο για νέα χρονική περίοδο, για την οποία προβλέπεται στο ESIS πρόσθετο, ενδεικτικό ΣΕΠΠΕ.

7. Κατά περίπτωση, για τον υπολογισμό του ΣΕΠΠΕ χρησιμοποιούνται οι πρόσθετες παραδοχές που καθορίζονται στο παράρτημα I.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ

Αρθρο 17
Υποχρέωση αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή
(Άρθρο 18 της Οδηγίας)

1. Ο πιστωτικός φορέας, πριν από την παροχή δεσμευτικής προσφοράς, πραγματοποιεί ενδελεχή αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή. Η αξιολόγηση αυτή λαμβάνει δεόντως υπόψη παράγοντες που επιτρέπουν την επαλήθευση της προοπτικής του καταναλωτή να τηρήσει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης.

2. Ο πιστωτικός φορέας υποχρεούται να διαθέτει καταγεγραμμένες και τεκμηριωμένες εσωτερικές διαδικασίες, σύμφωνα με τις οποίες διενεργείται η αξιολόγηση της παρ. 1, στις οποίες, μεταξύ άλλων, προβλέπονται ρητό οι πληροφορίες στις οποίες βασίζεται η εν λόγω αξιολόγηση.

3. Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν βασίζεται κατά κύριο λόγο στην παραδοχή ότι η αξία του ακινήτου που προορίζεται για κατοικία υπερβαίνει το ποσό της πίστωσης ή στην παραδοχή ότι η αξία του εν λόγω ακινήτου θα αυξηθεί, εκτός αν ο σκοπός της σύμβασης πίστωσης είναι η κατασκευή ή ανακαίνιση ακινήτου που προορίζεται για κατοικία.

4. Μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης με καταναλωτή, ο πιστωτικός φορέας δεν καταγγέλλει ούτε τροποποιεί τη σύμβαση εις βάρος του καταναλωτή με την αιτιολογία ότι η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν διενεργήθηκε σωστά, εκτός αν αποδείξει ότι ο καταναλωτής εν γνώσει του απέκρυψε ή παραποίησε πληροφορίες κατά την έννοια του άρθρου 19.

5. Ο πιστωτικός φορέας:

α) δύναται να χορηγεί την πίστωση στον καταναλωτή μόνο όταν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας δείχνει ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης είναι πιθανόν να τηρηθούν με τον τρόπο που προβλέπεται από την εν λόγω σύμβαση,

β) υποχρεούται να ενημερώνει εκ των προτέρων τον καταναλωτή σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997 (Α' 50), όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 34 του ν. 2915/2001 (Α' 109) και την παρ. 8 του άρθρου 39 του ν. 4024/2011 (Α'226), ότι πρόκειται να γίνει έρευνα σε βάση δεδομένων,

γ) όταν απορρίπτεται η αίτηση πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει αμελλητί τον καταναλωτή για την απόρριψη και, κατά περίπτωση, ότι η απόφαση βασίζεται σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων. Εάν η απόρριψη βασίζεται στο αποτέλεσμα της έρευνας σε βάση δεδομένων, ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει επίσης τον καταναλωτή σχετικά με το αποτέλεσμα της έρευνας και σχετικά με τα στοιχεία της συγκεκριμένης βάσης δεδομένων

6. Η πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή επαναξιολογείται με βάση επικαιροποιημένες πληροφορίες πριν εγκριθεί οποιαδήποτε σημαντική αύξηση του συνολικού ποσού της πίστωσης μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, εκτός εάν αυτή η συμπληρωματική πίστωση προβλεπόταν και περιλαμβανόταν στην αρχική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας.

7. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2472/1997.

8. Η αρμόδια αρχή μπορεί να ρυθμίζει περαιτέρω λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου πλην αυτών της περίπτ. β της παρ. 5 και της παρ. 7, με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της EAT.

Άρθρο 18 Εκτίμηση της αξίας του ακινήτου
(Άρθρο 19 της Οδηγίας)

1. Η εκτίμηση της αξίας ακινήτων που προορίζονται για κατοικία με σκοπό τη χορήγηση ενυπόθηκων πιστώσεων διενεργείται με αξιόπιστα πρότυπα εκτίμησης σύμφωνα με την υποπαρ. Γ7 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α' 107).

2. Οι εσωτερικοί και εξωτερικοί εκτιμητές που διενεργούν εκτιμήσεις ακινήτων, εκ μέρους των πιστωτικών φορέων, είναι επαγγελματικά επαρκείς, εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών του ν.4152/2013 και είναι ανεξάρτητοι από τη διαδικασία έγκρισης της πίστωσης, ώστε να μπορούν να παρέχουν αμερόληπτη και αντικειμενική εκτίμηση. Η εκτίμηση που παρέχουν καταχωρίζεται σε αρχείο το οποίο τηρείται από τον πιστωτικό φορέα.

Άρθρο 19
Διαβίβαση και επαλήθευση των πληροφοριών που παρέχει ο καταναλωτής
(Άρθρο 20 της Οδηγίας)

1. Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας που αναφέρεται στο άρθρο 17 διενεργείται με βάση αναγκαίες, επαρκείς και αναλογικές πληροφορίες για το εισόδημα και τις δαπάνες του καταναλωτή, καθώς και για άλλες χρηματοοικονομικές και οικονομικές συνθήκες που τον αφορούν. Ο πιστωτικός φορέας αντλεί τις πληροφορίες αυτές από κατάλληλες εσωτερικές ή εξωτερικές πηγές, συμπεριλαμβανομένου του καταναλωτή, και συμπεριλαμβάνουν πληροφορίες που παρέχονται στο μεσίτη πιστώσεων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αίτησης για τη χορήγηση πίστωσης. Οι πληροφορίες επαληθεύονται καταλλήλως, μεταξύ άλλων, μέσω χρήσης δικαιολογητικών που παρέχονται από ανεξάρτητα εξακριβώσιμες πηγές, εφόσον είναι αναγκαίο.

2. Ο μεσίτης πιστώσεων διαβιβάζει, με ακρίβεια, στον ενδιαφερόμενο πιστωτικό φορέα τις απαραίτητες πληροφορίες που λαμβάνει από τον καταναλωτή, προκειμένου να καταστεί εφικτή η αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας.

3. Πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας προσδιορίζει με σαφή και κατανοητό τρόπο τις αναγκαίες πληροφορίες και τα δικαιολογητικά από ανεξάρτητα εξακριβώσιμες πηγές που οφείλει να παράσχει ο καταναλωτής, καθώς και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου ο καταναλωτής οφείλει να παράσχει τα στοιχεία αυτά. Το αίτημα αυτό του πιστωτικού φορέα για παροχή πληροφοριών από τον καταναλωτή πρέπει να είναι αναλογικό και να περιορίζεται σε ό,τι είναι απαραίτητο για τη διενέργεια άρτιας αξιολόγησης της πιστοληπτικής του ικανότητας. Ο πιστωτικός φορέας μπορεί να ζητά διευκρινίσεις από τον καταναλωτή όσον αφορά στις πληροφορίες που λαμβάνει σε απάντηση του εν λόγω αιτήματος του, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητάς του.

Ο πιστωτικός φορέας δεν επιτρέπεται να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης, με τη δικαιολογία ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης ήταν ελλιπείς, εκτός αν αποδείξει ότι ο καταναλωτής εν γνώσει του απέκρυψε ή παραποίησε πληροφορίες.

4. Ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων ενημερώνουν, εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο τον καταναλωτή για την υποχρέωσή του να παρέχει ορθές πληροφορίες, κατόπιν του αιτήματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, και για το γεγονός ότι οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πληρέστερες, με σκοπό τη διεξαγωγή της αξιολόγησης της πιστοληπτικής του ικανότητας. Ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων οφείλουν να προειδοποιούν τον καταναλωτή ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο πιστωτικός φορέας δεν είναι σε θέση να προβεί σε αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας, επειδή ο καταναλωτής επέλεξε να μην παράσχει τις πληροφορίες ή την επαλήθευση που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας, η πίστωση δεν μπορεί να χορηγηθεί. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται από τον πιστωτικό φορέα σε τυποποιημένη μορφή.

5. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του ν.2472/1997 και ιδίως του άρθρου 4 αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΒΑΣΕΙΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 20 Πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων
(Άρθρο 21 της Οδηγίας)

1. Επιτρέπεται η πρόσβαση των πιστωτικών φορέων με καταστατική έδρα σε άλλα κράτη μέλη της EE στο διατραπεζικό αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργεί στο πλαίσιο του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και, κατά περίπτωση, σε όμοιου περιεχομένου βάσεις δεδομένων που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των καταναλωτών στους οποίους έχουν χορηγήσει ή πρόκειται να χορηγήσουν δάνεια και με μοναδικό σκοπό την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των τελευταίων προς τις πιστωτικές τους υποχρεώσεις καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης, με τους ίδιους όρους πρόσβασης που προβλέπονται για τους εθνικούς πιστωτικούς φορείς.

2. Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν.2472/1997.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Άρθρο 21
Πρότυπα συμβουλευτικών υπηρεσιών
(Άρθρο 22 της Οδηγίας)

1. Ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων ενημερώνει ρητώς τον καταναλωτή, στο πλαίσιο συγκεκριμένης συναλλαγής, για το αν παρέχονται ή μπορεί να παρασχεθούν συμβουλευτικές υπηρεσίες εκ μέρους τους στον καταναλωτή.

2. Πριν από την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών ή, κατά περίπτωση, πριν από τη σύναψη σύμβασης για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου:

α) κατά πόσον η σύσταση θα βασιστεί σε εξέταση μόνον του δικού τους φάσματος προϊόντων, σύμφωνα με την περίπτ. β της παρ. 3, ή ενός ευρέος φάσματος προϊόντων από ολόκληρη την αγορά, σύμφωνα με την περίπτ. γ της παρ. 3 , ούτως ώστε να μπορέσει ο καταναλωτής να καταλάβει τη βάση πάνω στην οποία γίνεται η σύσταση,

β) εφόσον συντρέχει περίπτωση, το ποσό της αμοιβής που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών ή, αν το ποσό δεν μπορεί να καθοριστεί τη στιγμή της παροχής των πληροφοριών, τον τρόπο υπολογισμού του.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις περίπτ. α' και β' μπορεί να παρασχεθούν στον καταναλωτή με τη μορφή πρόσθετων προσυμβατικών πληροφοριών.

3. Όταν παρέχονται στους καταναλωτές συμβουλευτικές υπηρεσίες, εκτός των απαιτήσεων που ορίζονται στα άρθρα 6 και 8, προβλέπονται οι ακόλουθες υποχρεώσεις:

α) οι πιστωτικοί φορείς ή οι μεσίτες πιστώσεων αποκτούν τις αναγκαίες πληροφορίες όσον αφορά την προσωπική και χρηματοοικονομική κατάσταση του καταναλωτή, καθώς και τις προτιμήσεις και τους στόχους του, προκειμένου να είναι σε θέση να προτείνουν κατάλληλες συμβάσεις πίστωσης. Η αξιολόγηση αυτή βασίζεται σε πληροφορίες που είναι επικαιροποιημένες κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και λαμβάνει υπόψη εύλογες παραδοχές ως προς τους κινδύνους που αφορούν την κατάσταση του καταναλωτή καθ' όλη τη διάρκεια της προτεινόμενης σύμβασης πίστωσης,

β) οι πιστωτικοί φορείς ή οι συνδεδεμένοι μεσίτες πιστώσεων εξετάζουν ικανό αριθμό συμβάσεων πίστωσης από το φάσμα των προϊόντων τους που ανταποκρίνονται στις ανάγκες και στην χρηματοοικονομική και προσωπική κατάσταση του καταναλωτή και του προτείνουν μία ή περισσότερες κατάλληλες συμβάσεις πίστωσης,

γ) οι μη συνδεδεμένοι μεσίτες πιστώσεων εξετάζουν ικανό αριθμό συμβάσεων πίστωσης από αυτές που διατίθενται στην αγορά οι οποίες ανταποκρίνονται στις ανάγκες και στην χρηματοοικονομική και προσωπική κατάσταση του καταναλωτή και του προτείνουν μία ή περισσότερες κατάλληλες συμβάσεις πίστωσης,

δ) οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων ενεργούν προς το συμφέρον του καταναλωτή με τους εξής τρόπους:

αα) λαμβάνοντας ενημέρωση για τις ανάγκες και την κατάσταση του καταναλωτή και ββ) συστήνοντας κατάλληλες συμβάσεις πίστωσης σύμφωνα με τις περίπτ. α', β' και γ',

ε) οι πιστωτικοί φορείς ή οι μεσίτες πιστώσεων χορηγούν στον καταναλωτή εγγράφως ή επί άλλου
σταθερού μέσου το περιεχόμενο των συμβουλών που του παρέχουν.

4. Οι πιστωτικοί φορείς ή οι μεσίτες πιστώσεων που παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες μπορούν να κάνουν χρήση των όρων «ανεξάρτητες συμβουλές» ή «ανεξάρτητος σύμβουλος» με την προϋπόθεση ότι: α) εξετάζουν ικανό αριθμό συμβάσεων πίστωσης από αυτές που διατίθενται στην αγορά

β) δεν αμείβονται για τις εν λόγω συμβουλευτικές υπηρεσίες από έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς.

5. Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων προειδοποιούν τον καταναλωτή, εφόσον λαμβάνοντας υπόψη την χρηματοοικονομική του κατάσταση, κρίνουν ότι μια σύμβαση πίστωσης ενδεχομένως ενέχει συγκεκριμένο κίνδυνο γι' αυτόν.

6. Συμβουλευτικές υπηρεσίες παρέχονται μόνον από πιστωτικούς φορείς και μεσίτες πιστώσεων.

7. Κατ" εξαίρεση, συμβουλευτικές υπηρεσίες στο πλαίσιο της υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα διαχείρισης χρέους μπορεί να παρέχουν και οι πιστοποιημένες προς τούτο ενώσεις καταναλωτών. Στην περίπτωση αυτή, οι ενώσεις καταναλωτών δεν έχουν το δικαίωμα που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 30 να παρέχουν υπηρεσίες στο σύνολο της επικράτειας της Ένωσης.

8. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, καθορίζονται οι περαιτέρω προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών από ενώσεις καταναλωτών.

9. Το παρόν άρθρο δεν θίγει το άρθρο 15 και διατάξεις οι οποίες αποσκοπούν στη διασφάλιση παροχής προς τους καταναλωτές υπηρεσιών, που τους βοηθούν να κατανοούν τις χρηματοοικονομικές τους ανάγκες και το είδος των προϊόντων που είναι πιθανό να ανταποκρίνεται στις ανάγκες αυτές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΣΕ ΞΕΝΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΚΥΜΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ

Άρθρο 22 Συμβάσεις πίστωσης σε ξένο νόμισμα
(Άρθρο 23 της Οδηγίας)

1. Σε περίπτωση συμβάσεων πίστωσης σε ξένο νόμισμα, ο πιστωτικός φορέας:

α) είτε συμπεριλαμβάνει στη σύμβαση πίστωσης όρο, σύμφωνα με τον οποίο, ο καταναλωτής δικαιούται να μετατρέψει, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, τη σύμβαση πίστωσης σε εναλλακτικό νόμισμα, τουλάχιστον όταν η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας υπερβαίνει το 20% σε σχέση με αυτή που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης,

β) είτε διασφαλίζει ότι η σύμβαση πίστωσης συνοδεύεται καθ' όλη τη διάρκεια αυτής με χρηματοπιστωτικό μέσο αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου.

2. Στην περίπτ. α' της παρ. 1, ο σχετικός όρος της σύμβασης ορίζει υποχρεωτικά ως εναλλακτικό νόμισμα:

α) το νόμισμα στο οποίο ο καταναλωτής λαμβάνει κατά κύριο λόγο το εισόδημά του ή διατηρεί τα περιουσιακά του στοιχεία από τα οποία πρόκειται να εξοφληθεί η πίστωση, όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από την τελευταία αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας, πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ή/και

β) το νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο ο καταναλωτής είτε κατοικούσε τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης είτε κατοικεί κατά το χρόνο ενεργοποίησης του σχετικού συμβατικού όρου.

3. Κατά την εφαρμογή της περίπτ. α' της παρ. 1 , η μετατροπή διενεργείται με βάση την ισχύουσα κατά το χρόνο μετατροπής συναλλαγματική ισοτιμία, όπως αυτή προκύπτει από τις επίσημες δημοσιεύσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή της Τράπεζας της Ελλάδος, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικό στη σύμβαση πίστωσης.

4. Όταν ένας καταναλωτής έχει συνάψει σύμβαση πίστωσης σε ξένο νόμισμα και το ύψος του οφειλόμενου συνολικού ποσού ή των οφειλόμενων δόσεων που πρέπει να καταβάλει παρουσιάζει διακύμανση μεγαλύτερη από 20% σε σχέση με αυτό που θα ήταν αν ίσχυε η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ του νομίσματος της σύμβασης και του εναλλακτικού νομίσματος που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας ειδοποιεί αμέσως τον καταναλωτή, εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο. Η ειδοποίηση αυτή επέχει θέση ενημέρωσης του καταναλωτή προκειμένου αυτός να ενεργοποιήσει το συμβατικό όρο της παρ. 1.

Στην περιοδική ενημέρωση περιλαμβάνεται αναφορά του ύψους της μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Οι ρυθμίσεις που εφαρμόζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου κοινοποιούνται στον καταναλωτή στο πλαίσιο του ESIS και της σύμβασης πίστωσης. Όταν στη σύμβαση πίστωσης δεν υπάρχει όρος που να περιορίζει το συναλλαγματικό κίνδυνο, στον οποίον εκτίθεται ο καταναλωτής σε διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας μικρότερης του 20%, το ESIS περιλαμβάνει ενδεικτικό παράδειγμα που αφορά τον αντίκτυπο της διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε ποσοστό 20%.

Άρθρο 23 Πιστώσεις κυμαινόμενου επιτοκίου
(Άρθρο 24 της Οδηγίας)

Όταν σε μία σύμβαση πίστωσης ορίζεται κυμαινόμενο επιτόκιο:

α) οι δείκτες ή τα επιτόκια αναφοράς που χρησιμοποιούνται από τον πιστωτικό φορέα για τον υπολογισμό του επιτοκίου χορήγησης πρέπει να είναι σαφείς, προσιτοί, αντικειμενικοί και επαληθεύσιμοι από τα συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση πίστωσης και την αρμόδια αρχή,

β) τηρούνται αρχεία των ανωτέρω δεικτών ή επιτοκίων αναφοράς από τον πιστωτικό φορέα, εκτός αν ο πάροχος των δεικτών ή επιτοκίων αναφοράς υπόκειται σε ισοδύναμη υποχρέωση τήρησης αρχείου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΚΑΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Άρθρο 24 Πρόωρη αποπληρωμή
(Άρθρο 25 της Οδηγίας)

1. Ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να εκπληρώσει πλήρως ή εν μέρει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης πριν από τη λήξη της. Στην περίπτωση αυτή, ο καταναλωτής δικαιούται μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης. Η μείωση συνίσταται στους τόκους και τις επιβαρύνσεις για το εναπομένον χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη της σύμβασης.

2. Αν η άσκηση του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης εκ μέρους του καταναλωτή λαμβάνει χώρα εντός χρονικού διαστήματος για το οποίο έχει συμφωνηθεί σταθερό επιτόκιο χορηγήσεων, ο πιστωτικός φορέας
δικαιούται εύλογη και αντικειμενικά αιτιολογημένη αποζημίωση προς αποκατάσταση των ενδεχόμενων εξόδων που υφίσταται και έχουν άμεση σχέση με την πρόωρη εξόφληση και, ιδίως, του κόστους που συνεπάγεται για τον πιστωτικό φορέα η επανατοποθέτηση στη διατραπεζική αγορά κεφαλαίου ίσου προς το ποσό που αποπληρώνεται πρόωρα . Η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των τόκων που θα κατέβαλλε ο καταναλωτής για το χρονικό διάστημα μεταξύ της πρόωρης εξόφλησης και της συμφωνηθείσας ημερομηνίας λήξης του σταθερού επιτοκίου.

Η αποζημίωση του πιστωτικού φορέα υπολογίζεται βάσει του μαθηματικού τύπου που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα III.

3. Αν ο καταναλωτής επιθυμεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις πριν από τη λήξη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας παρέχει σε αυτόν χωρίς καθυστέρηση, μετά την παραλαβή σχετικού αιτήματος, εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες προκειμένου ο καταναλωτής να είναι σε θέση να αξιολογήσει την εν λόγω δυνατότητα. Οι πληροφορίες αυτές προσδιορίζουν τις συνέπειες που θα έχει για τον καταναλωτή η εκπλήρωση των υποχρεώσεών του πριν από τη λήξη της σύμβασης, τουλάχιστον ως προς την προβλεπόμενη γι' αυτόν επιβάρυνση, και αναφέρουν σαφώς τις παραδοχές που χρησιμοποιούνται, οι οποίες πρέπει να είναι λογικές και αιτιολογημένες.

Άρθρο 25 Ευέλικτες και αξιόπιστες αγορές
(Άρθρο 26 της Οδηγίας)

Οι πιστωτικοί φορείς υποχρεούνται να τηρούν αρχεία σχετικά με τα είδη της ακίνητης περιουσίας που γίνονται δεκτά ως εμπράγματη εξασφάλιση, καθώς και τις γενικές πολιτικές που διέπουν την εκ μέρους τους χορήγηση πιστώσεων με εμπράγματη εξασφάλιση.

Άρθρο 26
Πληροφορίες για τις αλλαγές του επιτοκίου χορηγήσεων
(Άρθρο 27 της Οδηγίας)

1. Ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει τον καταναλωτή για οποιαδήποτε μεταβολή του επιτοκίου χορηγήσεων, εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, πριν από την έναρξη ισχύος του νέου επιτοκίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα κεφάλαια Α και Γ της πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας 2501/2002 (Α' 277). Η ενημέρωση περιλαμβάνει τουλάχιστον το ποσό των οφειλόμενων καταβολών μετά την έναρξη ισχύος του νέου επιτοκίου χορηγήσεων και, στις περιπτώσεις που μεταβάλλεται ο αριθμός ή η περιοδικότητα των πληρωμών, λεπτομέρειες σχετικά με τη μεταβολή αυτή.

2. Κατά παρέκκλιση της παρ. 1, τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν στη σύμβαση πίστωσης ότι οι προβλεπόμενες στην παρ. 1 πληροφορίες παρέχονται στον καταναλωτή σε περιοδική βάση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η μεταβολή του επιτοκίου χορηγήσεων συνδέεται με μεταβολή του επιτοκίου αναφοράς,

β) το νέο επιτόκιο αναφοράς δημοσιοποιείται με κατάλληλα μέσα, και

γ) οι σχετικές με το νέο επιτόκιο αναφοράς πληροφορίες είναι επίσης διαθέσιμες στις εγκαταστάσεις του πιστωτικού φορέα και κοινοποιούνται στον καταναλωτή μαζί με το ύψος των νέων περιοδικών καταβολών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα κεφάλαια Α και Γ της πράξης 2501/2002.

3. Αν οι μεταβολές στο επιτόκιο χορηγήσεων καθορίζονται μέσω δημοπρασίας στις κεφαλαιαγορές και συνεπώς είναι αδύνατον ο πιστωτικός φορέας να πληροφορήσει τον καταναλωτή εκ των προτέρων για οποιαδήποτε μεταβολή πριν αυτή επέλθει, ο πιστωτικός φορέας σε εύλογο χρόνο πριν από τη δημοπρασία γνωστοποιεί εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο στον καταναλωτή την επικείμενη διαδικασία και παρέχει ενδείξεις για το πώς μπορεί να επηρεαστεί το επιτόκιο χορηγήσεων.

Άρθρο 27 Τόκοι υπερημερίας και κατάσχεση
(Άρθρο 28 της Οδηγίας)

1. Οι πιστωτικοί φορείς συμμορφώνονται με τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.4224/2013 (Α'288) που εκδόθηκε με την απόφ. ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος 195/1/2016 (Β'2376).
2. Σε περίπτωση υπερημερίας του καταναλωτή δεν επιτρέπεται η επιβολή πρόσθετων επιβαρύνσεων πέραν α) του προβλεπόμενου ανώτατου ορίου για το επιτόκιο υπερημερίας, όπως εκάστοτε ισχύει με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν.3259/2004 (Α' 149), και β) της αποκατάστασης των αναγκαίων δαπανών που έγιναν από τον πιστωτικό φορέα ως επισπεύδοντα προς το γενικό συμφέρον όλων των δανειστών οι οποίοι αναγγέλθηκαν στη διαδικασία του πλειστηριασμού.
3. Τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση πίστωσης μέρη μπορεί να προβλέπουν ρητώς ότι η επιστροφή ή μεταβίβαση της εξασφάλισης ή των εσόδων από την πώληση της εξασφάλισης αρκεί για την αποπληρωμή της πίστωσης.
4. Αν δεν υπάρχει συμφωνία της παρ. 3, και μετά τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης παραμένει ανεξόφλητο χρέος, ο πιστωτικός φορέας διευκολύνει την αποπληρωμή του, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης όπως αυτές εκάστοτε ορίζονται από το ΚΥ.Σ.Δ.Ι.Χ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 73 του ν. 4389/2016 (Α' 94), καθώς και την ύπαρξη τυχόν άλλων περιουσιακών στοιχείων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΣΙΤΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ

Άρθρο 28
Άδεια λειτουργίας μεσιτών πιστώσεων
(Άρθρο 29 της Οδηγίας)

1. Για την άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης των περιπτ. α' έως γ' της παρ. 5 του άρθρου 3, την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών της παρ. 20 του άρθρου 3 από, συνδεδεμένο ή μη, μεσίτη πιστώσεων, εγκατεστημένο στην Ελλάδα, απαιτείται η λήψη άδειας λειτουργίας ως «μεσίτη στεγαστικής πίστης» από την αρμόδια αρχή (ΤτΕ).

2. Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας απαιτείται οι μεσίτες πιστώσεων να πληρούν κατ' ελάχιστον τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης με εδαφικό εύρος που καλύπτει τα κράτη μέλη ή τις περιοχές όπου προσφέρουν υπηρεσίες ή άλλη ανάλογη εγγύηση έναντι της ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμό (EE) 1125/2014 της Επιτροπής της 19ης Σεπτεμβρίου 2014 (EE L 305). Σε ό,τι αφορά τους συνδεδεμένους μεσίτες πιστώσεων, η εν λόγω ασφάλιση ή ανάλογη εγγύηση μπορεί να παρέχεται από τον πιστωτικό φορέα για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο μεσίτης πιστώσεων.

β) να διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας τα οποία συνίστανται στο να διαθέτουν λευκό ποινικό μητρώο και στο να μην έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση στο παρελθόν, εκτός εάν έχουν αποκατασταθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Τα ανωτέρω εχέγγυα πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο του μεσίτη πιστώσεων, αν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο, στο πρόσωπο των μελών του διοικητικού συμβουλίου του μεσίτη πιστώσεων, αν αυτός είναι νομικό πρόσωπο και στα φυσικά πρόσωπα που ασκούν ισοδύναμα καθήκοντα σε μεσίτη πιστώσεων που αποτελεί νομικό πρόσωπο αλλά δεν διαθέτει διοικητικό συμβούλιο.

γ) να διαθέτουν κατάλληλο επίπεδο γνώσεων και επάρκειας όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από την αρμόδια αρχή, για τις περιπτ. β', γ", ε' και στ' του Παραρτήματος IV. Η προϋπόθεση αυτή πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του μεσίτη πιστώσεων, αν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο, στο πρόσωπο των μελών του διοικητικού συμβουλίου του μεσίτη πιστώσεων, αν αυτός είναι νομικό πρόσωπο και στα φυσικά πρόσωπα που ασκούν ισοδύναμα καθήκοντα σε μεσίτη πιστώσεων που αποτελεί νομικό πρόσωπο αλλά δεν διαθέτει διοικητικό συμβούλιο.

3. Η αρμόδια αρχή μεριμνά ώστε να δημοσιοποιούνται τα κριτήρια επαγγελματικών απαιτήσεων που απαιτείται να πληροί το προσωπικό των μεσιτών πιστώσεων ή των πιστωτικών φορέων.

4. Η αρμόδια αρχή τηρεί και ενημερώνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα δημόσιο μητρώο μεσιτών πιστώσεων (μεσιτών στεγαστικής πίστης), στο οποίο εγγράφονται όλοι οι μεσίτες πιστώσεων, οι οποίοι έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως «μεσίτες στεγαστικής πίστης». Το Μητρώο αυτό αναρτάται στο διαδικτυακό τόπο της αρμόδιας αρχής και επικαιροποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Το ανωτέρω δημόσιο μητρώο μεσιτών πιστώσεων περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) τα ονόματα των μελών της διοίκησης της επιχείρησης που είναι υπεύθυνα για την άσκηση των δραστηριοτήτων πιστωτικής διαμεσολάβησης,

β) όλα τα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν για λογαριασμό της επιχείρησης λειτουργίες που τους φέρνουν σε προσωπική επαφή (client facing functions) με τους πελάτες στο πλαίσιο άσκησης δραστηριοτήτων πιστωτικής διαμεσολάβησης,

γ) τα κράτη μέλη στα οποία ο μεσίτης πιστώσεων ασκεί τις δραστηριότητές του σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 30 και για τα οποία έχει ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής,

δ) κατά πόσον ο μεσίτης είναι συνδεδεμένος ή όχι,

ε) εφόσον πρόκειται για συνδεδεμένο μεσίτη πιστώσεων, την επωνυμία του πιστωτικού φορέα για λογαριασμό του οποίου ενεργεί.

5. Μεσίτες πιστώσεων, συμπεριλαμβανομένων των συνδεδεμένων, που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με την παρ. 1 εφόσον είναι νομικά πρόσωπα με καταστατική έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται να έχουν την κεντρική τους διοίκηση στην Ελλάδα.

Εφόσον η άδεια λειτουργίας μεσιτών πιστώσεων έχει ληφθεί από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο λόγω του εταιρικού του τύπου δεν διαθέτει καταστατική έδρα και ασκεί τις κύριες επιχειρηματικές του δραστηριότητες στην Ελλάδα, το εν λόγω πρόσωπο υποχρεούται επίσης να έχει την κεντρική του διοίκηση στην Ελλάδα.

6. Η αρμόδια αρχή για την τήρηση του αρχείου της παρ. 4 δημιουργεί ένα ενιαίο σημείο πληροφόρησης για τη διασφάλιση ταχείας και εύκολης πρόσβασης του κοινού στις πληροφορίες του δημόσιου μητρώου της παρ. 4, οι οποίες συγκεντρώνονται ηλεκτρονικά και επικαιροποιούνται. Το εν λόγω σημείο πληροφόρησης περιλαμβάνει και τα στοιχεία των αρμόδιων αρχών για την παροχή της άδειας λειτουργίας και την τήρηση αρχείων μεσιτών πιστώσεων κάθε κράτους μέλους.

7. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν για πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4261/2014.

8. Η αρμόδια αρχή παρακολουθεί την τήρηση εκ μέρους των μεσιτών πιστώσεων των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις της παρ. 2. Για το σκοπό αυτό η αρμόδια αρχή μπορεί να θεσπίζει κανόνες, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης υποβολής στοιχείων, να ζητά γραπτές εξηγήσεις και να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους. Η διάταξη του πρώτου εδαφίου δεν θίγει τις διατάξεις του άρθρου 29.

9. Με απόφαση της αρμόδιας αρχής ορίζονται τυχόν επιπλέον απαιτήσεις για την χορήγηση της άδειας της παρ. 1 και οι κατ' ελάχιστον προβλεπόμενες απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας για τα αναφερόμενα στην περίπτ. γ της παρ. 2 πρόσωπα καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σύμφωνα με το παράρτημα IV.

Άρθρο 29
Μεσίτες πιστώσεων συνδεδεμένοι με ένα μόνο πιστωτικό φορέα
(Άρθρο 30 της Οδηγίας)

1. Ο συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων λαμβάνει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή μέσω του πιστωτικού φορέα για λογαριασμό του οποίου ενεργεί αποκλειστικώς.

Σε αυτήν την περίπτωση, ο πιστωτικός φορέας ευθύνεται πλήρως και άνευ όρων για κάθε πράξη ή παράλειψη του συνδεδεμένου μεσίτη πιστώσεων που ενεργεί για λογαριασμό του σε τομείς που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και εξασφαλίζει ότι οι συνδεδεμένοι με αυτόν μεσίτες πιστώσεων συμμορφώνονται τουλάχιστον με τις επαγγελματικές απαιτήσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 28 και παρέχει την απαιτούμενη τεκμηρίωση προς την αρμόδια αρχή.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 33, ο πιστωτικός φορέας παρακολουθεί τις δραστηριότητες των συνδεδεμένων με αυτόν μεσιτών πιστώσεων, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι αυτοί εξακολουθούν να πληρούν τις απαιτήσεις περί γνώσεων και επάρκειας του συνδεδεμένου μεσίτη πιστώσεων και του προσωπικού του, και παρέχει την απαιτούμενη τεκμηρίωση προς την αρμόδια αρχή.

Άρθρο 30
Ελευθερία εγκατάστασης και ελευθερία παροχής υπηρεσιών των μεσιτών πιστώσεων
(Άρθρο 32 της Οδηγίας)

1. Η άδεια λειτουργίας που χορηγείται σε μεσίτη πιστώσεων από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών αναγνωρίζεται και στην Ελλάδα, χωρίς να απαιτείται άλλη άδεια από τις αρμόδιες αρχές στην Ελλάδα ως κρότους μέλους υποδοχής για την άσκηση των δραστηριοτήτων και την παροχή των υπηρεσιών που καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής. Απαγορεύεται όμως στους μεσίτες πιστώσεων να παρέχουν στην Ελλάδα τις υπηρεσίες τους σχετικά με συμβάσεις πίστωσης που προσφέρονται σε καταναλωτές από μη πιστωτικά ιδρύματα.

2. Κάθε μεσίτης πιστώσεων ο οποίος έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και προτίθεται να ασκήσει επιχειρηματική δραστηριότητα για πρώτη φορά σε ένα ή περισσότερα από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή ιδρύοντας υποκατάστημα, κοινοποιεί την πρόθεσή του αυτή στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 28.

Εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ανωτέρω κοινοποίηση, η αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, ως αρχή κράτους μέλους καταγωγής, κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής την πρόθεση του μεσίτη πιστώσεων που έχει λάβει άδεια από εκείνη να παρέχει υπηρεσίες στο έδαφος τους και ενημερώνει ταυτοχρόνως τον ενδιαφερόμενο μεσίτη πιστώσεων για τη διενέργεια της κοινοποίησης αυτής. Η ενημέρωση αναφέρεται και στους πιστωτικούς φορείς, με τους οποίους είναι συνδεδεμένος ο μεσίτης πιστώσεων και το κατά πόσον αυτοί αναλαμβάνουν πλήρως και άνευ όρων την ευθύνη για τις δραστηριότητες του μεσίτη πιστώσεων. Η αρμόδια αρχή στην Ελλάδα , όταν λαμβάνει κοινοποίηση υπό την ιδιότητα της ως αρμόδιας αρχής κράτους μέλους υποδοχής, χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που έλαβε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ώστε να ενημερώσει δεόντως το μητρώο που τηρεί. Ο μεσίτης πιστώσεων που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να αρχίσει να ασκεί την επιχειρηματική του δραστηριότητα στην Ελλάδα ένα μήνα μετά την ημερομηνία κατά την οποία ενημερώθηκε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής για την ανωτέρω κοινοποίηση προς την αρμόδια αρχή στην Ελλάδα.

3. Πριν ξεκινήσει η επιχειρηματική δραστηριότητα του υποκαταστήματος του μεσίτη πιστώσεων στην Ελλάδα ή εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2, η αρμόδια αρχή στην Ελλάδα υπό την ιδιότητά της ως αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής προετοιμάζεται για την εποπτεία του μεσίτη πιστώσεων και, αν είναι απαραίτητο, υποδεικνύει στο μεσίτη πιστώσεων τους όρους σύμφωνα με τους οποίους, σε τομείς που δεν έχουν εναρμονιστεί στο δίκαιο της EE, οι δραστηριότητες αυτές πρέπει να διεξάγονται στην Ελλάδα.

4. Η αρμόδια αρχή στην Ελλάδα μπορεί με απόφασή της να ρυθμίζει τη μορφή, το περιεχόμενο και τη διαδικασία των προβλεπόμενων στο παρόν άρθρο κοινοποιήσεων και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 31
Ανάκληση της άδειας λειτουργίας μεσιτών πιστώσεων
(Άρθρο 33 της Οδηγίας)

1. Η άδεια λειτουργίας του μεσίτη πιστώσεων ανακαλείται αν ο μεσίτης πιστώσεων:

α) παραιτήθηκε ρητώς από την άδεια ή δεν άσκησε κατά τους προηγούμενους έξι μήνες καμία από τις δραστηριότητες για τις οποίες αδειοδοτήθηκε,

β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο μη σύννομο τρόπο,

γ) δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας,

δ) εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις ανάκλησης που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, με την οποία ρυθμίζονται θέματα εκτός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος νόμου, ή ε) έχει υποπέσει σε σοβαρές ή επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος νόμου που αφορούν τη λειτουργία των μεσιτών πιστώσεων.

2. Αν η άδεια λειτουργίας μεσίτη πιστώσεων, ανακληθεί από την αρμόδια αρχή, η εν λόγω αρχή ενημερώνει όσο το δυνατόν συντομότερα και το αργότερο εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών, τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο.

3. Η αρμόδια αρχή (ΤτΕ) διαγράφει από το μητρώο της παρ. 4 του άρθρου 28, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τους μεσίτες πιστώσεων, των οποίων έχει ανακληθεί η άδεια λειτουργίας.

Άρθρο 32 Εποπτεία των μεσιτών πιστώσεων
(Άρθρο 34 της Οδηγίας)

1. Οι μεσίτες πιστώσεων, που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή (ΤτΕ), υπόκεινται στην εποπτεία αυτής, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Οι συνδεδεμένοι μεσίτες πιστώσεων υπόκεινται σε άμεση εποπτεία από την αρμόδια αρχή Κατ' εξαίρεση, αν:

(α) ο συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων δεν παρέχει υπηρεσίες εκτός Ελλάδος και

(β) ο πιστωτικός φορέας για λογαριασμό του οποίου ενεργεί είναι πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια της παρ. 8 του άρθρου 3, το οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 4261/2014, τότε ο συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων υπόκειται σε εποπτεία μέσω του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος (έμμεση εποπτεία).

2. Αν μεσίτης πιστώσεων εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 30, η , κατά περίπτωση αρμόδια αρχή του άρθρου 4 παρακολουθεί την εφαρμογή και μεριμνά για τη συμμόρφωση εκ μέρους του υποκαταστήματος προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6 και των άρθρων 7 έως και 10, 12 έως και 16, 19, 21 και 37, καθώς επίσης και στα κατ' εξουσιοδότηση αυτών θεσπιζόμενα μέτρα.

Αν διαπιστωθεί ότι μεσίτης πιστώσεων, ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, παραβιάζει τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 2, η Τράπεζα της Ελλάδας απαιτεί από το συγκεκριμένο μεσίτη πιστώσεων να τερματίσει τη παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων.

Αν ο εν λόγω μεσίτης πιστώσεων δεν προβεί στις αιτούμενες ενέργειες, η Τράπεζα της Ελλάδας προβαίνει αμελλητί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για να εξασφαλίσει ότι ο εν λόγω μεσίτης πιστώσεων θα τερματίσει την παραβίαση των ανωτέρω μέτρων. Το είδος των ενεργειών αυτών γνωστοποιείται άμεσα στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

Αν, παρά τις ανωτέρω ενέργειες, ο μεσίτης πιστώσεων συνεχίζει να παραβιάζει τις διατάξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, η Τράπεζα της Ελλάδας μπορεί, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για να εμποδίσει τη συνέχιση της παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων ή να επιβάλει τις σχετικές κυρώσεις και, εφόσον είναι απαραίτητο, να εμποδίσει το μεσίτη πιστώσεων να διενεργήσει νέες συναλλαγές στην Ελλάδα. Η Τράπεζα της Ελλάδας ενημερώνει αμελλητί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις εν λόγω ενέργειες.

Αν αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. προβεί σε αντίστοιχες με τις ανωτέρω ενέργειες αναφορικά με υποκατάστημα μεσίτη πιστώσεων, ο οποίος έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 28 και παρέχει υπηρεσίες στο εν λόγω κράτος-μέλος μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος, και η Τράπεζα της Ελλάδας διαφωνεί με τις ενέργειες αυτές, τότε η τελευταία μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην EAT και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του Κανονισμού (EE) 1093/2010.

3. Η αρμόδια αρχή μπορεί να ελέγχει τον τρόπο λειτουργίας του υποκαταστήματος και να επιβάλλει τις αλλαγές που κρίνει απολύτως απαραίτητες για την εκτέλεση των καθηκόντων του δυνάμει της παρ. 2, καθώς και να εξουσιοδοτεί την αρμόδια αρχή του κρότους μέλους καταγωγής να επιβάλει την τήρηση των υποχρεώσεων των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 6 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών θεσπιζόμενων μέτρων όσον αφορά τις υπηρεσίες που παρέχει το υποκατάστημα.

4. Αν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι ένας μεσίτης πιστώσεων που ασκεί δραστηριότητες στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα διατάξεις του παρόντος νόμου ή ότι ένας μεσίτης πιστώσεων που έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα παραβιάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος νόμου πέραν όσων ορίζονται στην παρ. 2, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής προκειμένου η τελευταία να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες.

Αν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δεν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια εντός ενός μηνός από την προαναφερθείσα ενημέρωση ή εάν, παρά τις ενέργειες στις οποίες προέβη η τελευταία, ο μεσίτης πιστώσεων εξακολουθεί να ενεργεί με τρόπο σαφώς επιζήμιο για τα συμφέροντα των καταναλωτών της Ελλάδας ή για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς:

α) αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, προβαίνει σε όλες τις κατάλληλες ενέργειες που είναι αναγκαίες προκειμένου να προστατεύσει τους καταναλωτές και να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να εμποδίζει το μεσίτη πιστώσεων που παρανομεί να προβεί σε νέες συναλλαγές στην Ελλάδα και ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την EAT για τις ενέργειες αυτές αμελλητί,

β) μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην EAT και να ζητήσει τη συνδρομή της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) 1093/2010.

5. Στην περίπτωση εγκατάστασης στην Ελλάδα, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 30, υποκαταστήματος μεσίτη πιστώσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μπορεί,, αφού ενημερώσει την Τράπεζα της Ελλάδας, να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους στο ως άνω υποκατάστημα.

6. Η κατανομή των καθηκόντων μεταξύ των κρατών μελών που ορίζεται στο παρόν άρθρο δεν θίγει τις αρμοδιότητες των κρατών μελών σε τομείς που δεν καλύπτονται από τον παρόντα νόμο σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του δικαίου της Ένωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IB
ΑΔΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΜΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

Άρθρο 33
Άδεια λειτουργίας και εποπτεία μη πιστωτικών ιδρυμάτων
(Άρθρο 35 της Οδηγίας)

Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν θίγουν τις διατάξεις των άρθρων 9,41 και 43 του ν. 4261/2014.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ
ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

Άρθρο 34 Υποχρέωση συνεργασίας
(Άρθρο 36 της Οδηγίας)

1. Οι αρμόδιες ελληνικές αρχές του άρθρου 4 συνεργάζονται με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, παρέχοντάς τους την αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος νόμου συνδρομή, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και της συνεργασίας κατά τη διενέργεια ελέγχων και την άσκηση εποπτείας. Ως σημείο επαφής ορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος.

2. Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρ. 1, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 4 συνάπτουν μνημόνιο συνεργασίας, το οποίο αναρτάται στους οικείους διαδικτυακούς τόπους και επικαιροποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος και οι αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, που έχουν ορισθεί αντιστοίχως ως σημείο επαφής ανταλλάσσουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

Κατά την ανταλλαγή των ως άνω πληροφοριών, οι αρμόδιες αρχές μπορεί να ορίζουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες δεν πρέπει να αποκαλυφθούν χωρίς τη ρητή συναίνεσή τους. Στην περίπτωση αυτή οι πληροφορίες αποτελούν αντικείμενο ανταλλαγής μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους έχει δοθεί η σχετική συναίνεση.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να διαβιβάζει τις ληφθείσες πληροφορίες στις λοιπές αρμόδιες, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, αρχές στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη μέλη. Η διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών σε άλλους φορείς ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα προϋποθέτει τη ρητή συναίνεση των αρμόδιων αρχών που τις κοινοποίησαν και λαμβάνει χώρα μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους έχει δοθεί η σχετική συναίνεση πλην δεόντως αιτιολογημένων περιστάσεων. Στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή, η οποία παρείχε τις πληροφορίες.

4. Μία από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές μπορεί, κατόπιν αιτήματος συνεργασίας στο πλαίσιο διενέργειας ελέγχου, να αρνηθεί την παροχή συνεργασίας για δραστηριότητα έρευνας ή εποπτείας κατόπιν σχετικού αιτήματος ή την ανταλλαγή πληροφοριών, όπως προβλέπεται στην παρ. 3 μόνον εάν:

α) ο σχετικός έλεγχος, επιτόπιος ή μη, ή η μη άσκηση συγκεκριμένου εποπτικού καθήκοντος ή η ανταλλαγή πληροφοριών ενδέχεται να προσβάλει την εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη ή

β) έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ή έχει ήδη εκδοθεί σχετική τελεσίδικη απόφαση για τις ίδιες πράξεις.

Στην περίπτωση τέτοιας άρνησης, η αρμόδια αρχή, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή που υπέβαλε το αίτημα και της παρέχει όσο το δυνατόν λεπτομερέστερες πληροφορίες.

Άρθρο 35
Επίλυση διαφορών μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών
(Άρθρο 37 της Οδηγίας)

Αν αίτημα για συνεργασία, ιδίως όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών, απορρίφθηκε ή δεν ικανοποιήθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, η Τράπεζα της Ελλάδος ή άλλη αρμόδια αρχή του άρθρου 4, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να παραπέμπει το ζήτημα στην EAT και να ζητεί τη συνδρομή της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του Κανονισμού (EE) 1093/2010. Σε αυτές τις περιπτώσεις, κάθε απόφαση που λαμβάνει η EAT σύμφωνα με αυτό το άρθρο είναι δεσμευτική για την ελληνική αρμόδια αρχή ανεξαρτήτως του αν είναι ή όχι μέλος της EAT.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 36 Κυρώσεις
(Άρθρο 38 της Οδηγίας)

1. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος νόμου οι οριζόμενες στο άρθρο 4 αρμόδιες αρχές επιβάλλουν κυρώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 2 και 3.

2. Με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 επιβάλλονται κυρώσεις κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13α του ν. 2251/1994. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του άρθρου 37 εφαρμόζεται το άρθρο 19 της 70330οικ/30.6.2015 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β' 1421).

3. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος νόμου, πλην αυτών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 2, η Τράπεζα της Ελλάδος, μπορεί να λαμβάνει διοικητικά μέτρα και να επιβάλλει τις κυρώσεις της παρ. 2 του όρθρου 59 του ν. 4261/2014. Για τη δημοσιοποίηση διοικητικών κυρώσεων που επιβάλλονται εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 60 του ν. 4261/2014.

Άρθρο 37 Μηχανισμοί επίλυσης διαφορών
(Άρθρο 39 της Οδηγίας)

Για την εξωδικαοτική επίλυση διαφορών, οι οποίες ανακύπτουν μεταξύ καταναλωτών και πιστωτικών φορέων, μεσιτών πιστώσεων και αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της 70330οικ/30.6.2015 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων οφείλουν να συνεργάζονται με τους φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (Ε.Ε.Δ) που είναι αναγνωρισμένοι και καταχωρισμένοι ι στο ειδικό μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 18 της 70330οικ/30.6.2015 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και καλύπτουν διαφορές στον τομέα των χρηματοπιστωτικών (τραπεζικών, επενδυτικών και ασφαλιστικών) προϊόντων και υπηρεσιών.

Για τις περιπτώσεις διασυνοριακών διαφορών που αφορούν συμβάσεις πίστωσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 15 της 70330οικ/30.6.2015 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Άρθρο 38 Διατάξεις αναγκαστικού δικαίου
(Άρθρο 41 της Οδηγίας)

1. Παραίτηση του καταναλωτή από δικαιώματα που του αναγνωρίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου δεν επιτρέπεται.

2. Τα μέτρα που θεσπίζονται με τον παρόντα νόμο δεν μπορεί να καταστρατηγούνται μέσω του τρόπου διατύπωσης των συμβατικών όρων με συνέπεια να κινδυνεύουν οι καταναλωτές να χάσουν την προστασία που τους παρέχει ο παρών νόμος.

Άρθρο 39 Μεταβατικές διατάξεις
(Άρθρο 43 της Οδηγίας)

1. Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων που ασκούν δραστηριότητες οι οποίες ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου συμμορφώνονται με τις διατάξεις των άρθρων 10, 12 έως και 14, 16 και 26 εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

2. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.4224/2013 που εκδόθηκε με την απόφ. ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος 195/1/2016.

3. Οι μεσίτες πιστώσεων που ασκούν δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης που καθορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 3 πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν αυτές τις δραστηριότητες σύμφωνα με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου διατάξεις έως τις 21 Μαρτίου 2017. Όταν ένας μεσίτης πιστώσεων βασίζεται στην ανωτέρω παρέκκλιση μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητές του μόνον εντός της Ελλάδος, εκτός εάν πληροί τις αναγκαίες νόμιμες απαιτήσεις του κράτους μέλους υποδοχής.

4. Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων οι οποίοι ασκούν δραστηριότητες που ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου πριν από τις 20 Μαρτίου 2014 συμμορφώνονται με τις διατάξεις του άρθρου 8 έως τις 21 Μαρτίου 2017.

Άρθρο 40
Τροποποίηση της ΚΥΑ Ζ1-699/2010 (Β' 917)
(Τροποποίηση του άρθρου 2 της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ)

Μετά την παρ. 2 του άρθρου 2 της Ζ1-699/2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προστίθεται παρ. 2 α , ως εξής :

«2α.Με την επιφύλαξη της περίπτ. γ της παρ.2, η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται σε μη εξασφαλισμένες συμβάσεις πίστωσης, σκοπός των οποίων είναι η ανακαίνιση ακινήτου που προορίζεται για κατοικία, και οι οποίες συνεπάγονται συνολικό ποσό πίστωσης ανώτερο των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75 000) ευρώ.»

Άρθρο 41

Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παρόντος νόμου τα παραρτήματα I, II, III και IV , τα οποία έχουν ως ακολούθως:

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ ΕΤΗΣΙΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗΣ (ΣΕΠΠΕ)

1.Βασική εξίσωση που εκφράζει την ισοδυναμία των αναλήψεων, αφενός, και των εξοφλητικών δόσεων και των επιβαρύνσεων, αφετέρου.
Το συνολικό ετήσιο πραγματικό ποσοστό επιβάρυνσης (ΣΕΠΠΕ), προκύπτει από την βασική εξίσωση, σύμφωνα με την οποία, η συνολική παρούσα αξία των αναλήψεων, ισούται με τη συνολική παρούσα αξία των εξοφλητικών δόσεων και των καταβολών επιβαρύνσεων.


όπου:
- Χ είναι το ΣΕΠΠΕ
- m είναι ο αύξων αριθμός της τελευταίας ανάληψης
- k είναι ο αύξων αριθμός μιας ανάληψης, με 1 ≤ k ≤ m
- Ck είναι το ποσό της υπ' αριθμόν k ανάληψης
- tk είναι το χρονικό διάστημα, που εκφράζεται σε έτη και κλάσματα έτους, μεταξύ της ημερομηνίας της πρώτης ανάληψης και της ημερομηνίας κάθε νέας ανάληψης, όπου t1 = 0
- m' είναι ο αύξων αριθμός της τελευταίας εξοφλητικής δόσης ή καταβολής επιβαρύνσεων
- I είναι ο αύξων αριθμός μιας εξοφλητικής δόσης ή καταβολής επιβαρύνσεων
- Di είναι το ποσό μιας εξοφλητικής δόσης ή καταβολής επιβαρύνσεων
- si είναι το χρονικό διάστημα, που εκφράζεται σε έτη και κλάσματα έτους, μεταξύ της ημερομηνίας της πρώτης ανάληψης και της ημερομηνίας κάθε εξοφλητικής δόσης ή καταβολής επιβαρύνσεων.

Παρατηρήσεις:

α) Τα ποσά που καταβάλλονται και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη σε διαφορετικές χρονικές στιγμές δεν είναι κατ' ανάγκη ίσα ούτε καταβάλλονται κατ' ανάγκη ανά ίσα χρονικά διαστήματα,

β) Εναρκτήρια ημερομηνία είναι η ημερομηνία της πρώτης ανάληψης.

γ) Τα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούν μεταξύ των ημερομηνιών που λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό εκφράζονται σε έτη ή κλάσματα έτους. Το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες (για τα δίσεκτα έτη 366 ημέρες), 52 εβδομάδες ή 12 ισόχρονους μήνες. Ο ισόχρονος μήνας έχει 30,41666 ημέρες (δηλαδή 365/12), είτε πρόκειται για δίσεκτο έτος είτε όχι.

Όταν τα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούν μεταξύ των ημερομηνιών που χρησιμοποιούνται στους υπολογισμούς δεν μπορούν να εκφραστούν ως ακέραιος αριθμός εβδομάδων, μηνών ή ετών, τα χρονικά διαστήματα εκφράζονται ως ακέραιος αριθμός μιας εξ' αυτών των περιόδων σε συνδυασμό με αριθμό ημερών. Όταν χρησιμοποιούνται ημέρες:

i) μετρώνται όλες οι ημέρες, συμπεριλαμβανομένων των σαββατοκύριακων και των αργιών,

ii) ίσες περίοδοι και στη συνέχεια ημέρες μετρώνται αντίστροφα ως την ημερομηνία της αρχικής ανάληψης,

iii) η διάρκεια της περιόδου ημερών προσδιορίζεται αφαιρώντας την πρώτη ημέρα και συνυπολογίζοντας την τελευταία ημέρα και εκφράζεται σε έτη, διαιρώντας την περίοδο αυτή με τον αριθμό των ημερών (365 ή 366 ημέρες) ολόκληρου του έτους, μετρώντας αντίστροφα από την τελευταία ημέρα έως την ίδια ημέρα του προηγούμενου έτους.

δ) Το αποτέλεσμα του υπολογισμού εκφράζεται με ακρίβεια τουλάχιστον ενός δεκαδικού ψηφίου. Εάν το επόμενο δεκαδικό ψηφίο είναι μεγαλύτερο ή ίσο του 5, το αμέσως προηγούμενο δεκαδικό ψηφίο αυξάνεται κατά μία μονάδα.

ε) Η εξίσωση μπορεί να ξαναγραφεί με τη χρήση ενός μόνο αθροίσματος και με την εισαγωγή της έννοιας των χρηματοροών (Α), που θα έχουν είτε θετικό πρόσημο σε περίπτωση καταβολών, είτε αρνητικό πρόσημο σε περίπτωση αναλήψεων, κατά τις χρονικές περιόδους 1 έως π, αντίστοιχα, εκφραζόμενες σε έτη, ήτοι:


όπου S είναι το υπόλοιπο της παρούσας αξίας των χρηματοροών. Η τιμή του θα είναι μηδενική, εάν ο σκοπός είναι να διατηρηθεί η ισοδυναμία των χρηματοροών.

II. Πρόσθετες παραδοχές για τον υπολογισμό του ΣΕΠΠΕ

α) Εάν η σύμβαση πίστωσης παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής όσον αφορά τις αναλήψεις, τεκμαίρεται ότι πραγματοποιείται πλήρης και άμεση ανάληψη του συνολικού ποσού της πίστωσης.

β) Εάν η σύμβαση πίστωσης προβλέπει διαφορετικούς τρόπους ανάληψης με διαφορετικές επιβαρύνσεις ή επιτόκια χορηγήσεων, τεκμαίρεται ότι πραγματοποιείται ανάληψη του συνολικού ποσού της πίστωσης με την υψηλότερη επιβάρυνση και με το επιτόκιο χορηγήσεων που αντιστοιχεί στον πλέον συνήθη τρόπο αναλήψεων που χρησιμοποιείται για αυτό το είδος σύμβασης πίστωσης.

γ) Εάν η σύμβαση πίστωσης δίνει γενικά στον καταναλωτή την δυνατότητα ελεύθερης επιλογής όσον αφορά τις αναλήψεις , αλλά επιβάλλει, μεταξύ των διαφόρων τρόπων ανάληψης, περιορισμό ως προς το ποσό της πίστωσης και τη χρονική περίοδο, τεκμαίρεται ότι το ποσό της πίστωσης αναλαμβάνεται κατά την πρώτη ημερομηνία που προβλέπεται στη σύμβαση πίστωσης και σύμφωνα με τα καθοριζόμενα όρια ανάληψης.

δ)Εάν προσφέρονται διαφορετικά επιτόκια χορηγήσεων και επιβαρύνσεις για περιορισμένο διάστημα ή ποσό, ως επιτόκιο χορηγήσεων και επιβαρύνσεις θεωρούνται τα υψηλότερα για όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης.

ε) Όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης για τις οποίες συμφωνείται σταθερό επιτόκιο χορηγήσεων για την αρχική περίοδο, στο τέλος της οποίας καθορίζεται νέο επιτόκιο χορηγήσεων το οποίο εν συνεχεία προσαρμόζεται περιοδικά βάσει του συμφωνηθέντος δείκτη ή εσωτερικού επιτοκίου αναφοράς, ο υπολογισμός του ΣΕΠΠΕ βασίζεται στην παραδοχή ότι, στο τέλος της περιόδου για την οποία έχει καθορισθεί σταθερό επιτόκιο χορηγήσεων, το επιτόκιο χορηγήσεων είναι ίσο προς εκείνο που ισχύει κατά τον χρόνο υπολογισμού του ΣΕΠΠΕ, βάσει της αξίας του συμφωνηθέντος δείκτη ή εσωτερικού επιτοκίου αναφοράς κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά δεν είναι χαμηλότερο του σταθερού επιτοκίου χορηγήσεων.

στ) Εάν δεν έχει συμφωνηθεί ήδη το ανώτατο όριο της πίστωσης, το όριο αυτό θεωρείται ότι ανέρχεται σε 170 000 ευρώ. Στην περίπτωση συμβάσεων πίστωσης —εκτός των υπό αίρεση υποχρεώσεων ή εγγυήσεων— σκοπός των οποίων δεν είναι η απόκτηση ή η διατήρηση δικαιώματος επί ακινήτου ή εγγείου ιδιοκτησίας, διευκολύνσεων υπερανάληψης , χρεωστικών καρτών μεταχρονολογημένης χρέωσης ή πιστωτικών καρτών, το ανώτατο όριο θεωρείται ότι ανέρχεται στα 1 500 ευρώ.

ζ) Στην περίπτωση συμβάσεων πίστωσης εκτός των διευκολύνσεων υπερανάληψης, ενδιάμεσων δανείων, συμμετοχικών στεγαστικών δανείων (shared equity), υπό αίρεση υποχρεώσεων ή εγγυήσεων και συμβάσεων πίστωσης αόριστης διάρκειας, όπως αναφέρεται στις παραδοχές των στοιχείων θ), ι), ια), ιβ) και ιγ):

i) εάν η ημερομηνία αποπληρωμής ή το ποσό του κεφαλαίου που πρέπει να εξοφλήσει ο καταναλωτής δεν μπορεί να βεβαιωθεί, θεωρείται ότι η αποπληρωμή πραγματοποιείται την πρώτη ημερομηνία που προβλέπεται στη σύμβαση πίστωσης και καταβάλλεται το χαμηλότερο ποσό το οποίο προβλέπει η σύμβαση πίστωσης,

ii) εάν το χρονικό διάστημα ανάμεσα στην ημερομηνία της αρχικής ανάληψης και την ημερομηνία της πρώτης πληρωμής που πρέπει να πραγματοποιήσει ο καταναλωτής δεν μπορεί να βεβαιωθεί, θεωρείται ότι είναι το πιο σύντομο χρονικό διάστημα.

η) Εάν η ημερομηνία ή το ποσό πληρωμής που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής δεν μπορεί να βεβαιωθεί βάσει της σύμβασης πίστωσης ή βάσει των παραδοχών που αναφέρονται στα στοιχεία ζ), θ), ι), ια), ιβ) και ιγ), θεωρείται ότι η πληρωμή γίνεται σύμφωνα με τις ημερομηνίες και τους όρους που απαιτεί ο πιστωτικός φορέας και, όταν αυτά δεν είναι γνωστά:

i) οι επιβαρύνσεις από τόκους καταβάλλονται μαζί με τις εξοφλητικές δόσεις κεφαλαίου (χρεολυτικές δόσεις),

ii) οι λοιπές επιβαρύνσεις πλην των τόκων, που εκφράζονται ως εφάπαξ καταβαλλόμενο ποσό, καταβάλλονται την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης πίστωσης,

iii) οι λοιπές επιβαρύνσεις πλην των τόκων, που εκφράζονται με τη μορφή πολλαπλών πληρωμών, καταβάλλονται σε τακτά διαστήματα, ξεκινώντας από την ημερομηνία της πρώτης εξοφλητικής δόσης κεφαλαίου και, αν το ποσό των πληρωμών αυτών δεν είναι γνωστό, θεωρούνται ισόποσες,

iv) με την τελική πληρωμή εξοφλείται κάθε υπόλοιπο κεφαλαίου, τόκων και άλλων επιβαρύνσεων εφόσον υπάρχουν.

θ) Σε περίπτωση διευκόλυνσης υπερανάληψης, τεκμαίρεται ότι πραγματοποιείται πλήρης ανάληψη του συνολικού ποσού της πίστωσης για όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Εάν η διάρκεια της διευκόλυνσης υπερανάληψης δεν είναι γνωστή, το ΣΕΠΠΕ υπολογίζεται σύμφωνα με την παραδοχή ότι η διάρκεια της σύμβασης είναι τρίμηνη

ι) Σε περίπτωση ενδιάμεσου δανείου, τεκμαίρεται ότι πραγματοποιείται πλήρης ανάληψη του συνολικού ποσού της πίστωσης για όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Εάν η διάρκεια της σύμβασης πίστωσης δεν είναι γνωστή, το ΣΕΠΠΕ υπολογίζεται σύμφωνα με την παραδοχή ότι η διάρκεια της σύμβασης είναι 12 μήνες

ια) Στην περίπτωση σύμβασης πίστωσης αόριστης διάρκειας, εκτός της διευκόλυνσης υπερανάληψης και του ενδιάμεσου δανείου, θεωρείται ότι:

i) Για συμβάσεις πίστωσης σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ή η διατήρηση δικαιωμάτων σε ακίνητα, η πίστωση χορηγείται για περίοδο 20 ετών από την ημερομηνία της αρχικής ανάληψης και με την τελική πληρωμή που πραγματοποιεί ο καταναλωτής εξοφλείται κάθε υπόλοιπο κεφαλαίου, τόκων και άλλων επιβαρύνσεων, εφόσον υπάρχουν. Στην περίπτωση συμβάσεων πίστωσης σκοπός των οποίων δεν είναι η απόκτηση ή η διατήρηση δικαιωμάτων σε ακίνητα ή στις οποίες οι αναλήψεις πραγματοποιούνται με χρεωστικές κάρτες μεταχρονολογημένης χρέωσης ή πιστωτικές κάρτες, θεωρείται ότι η περίοδος αυτή διαρκεί ένα έτος.

ii) Το κεφάλαιο εξοφλείται από τον καταναλωτή σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, η καταβολή των οποίων ξεκινά έναν μήνα μετά την ημερομηνία της αρχικής ανάληψης. Ωστόσο, όταν το κεφάλαιο πρέπει να εξοφληθεί μόνον στο σύνολο του, εφάπαξ, σε κάθε περίοδο πληρωμής, οι διαδοχικές αναλήψεις και εξοφλήσεις ολόκληρου του κεφαλαίου από τον καταναλωτή θεωρείται ότι πραγματοποιούνται εντός περιόδου ενός έτους. Οι τόκοι και οι άλλες επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με τις εν λόγω αναλήψεις και εξοφλήσεις του κεφαλαίου και όπως προβλέπεται στη σύμβαση πίστωσης.

Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου, μια σύμβαση πίστωσης αόριστης διάρκειας είναι μια σύμβαση πίστωσης χωρίς σταθερή διάρκεια και περιλαμβάνει πιστώσεις που πρέπει να εξοφληθούν πλήρως εντός μιας περιόδου ή με τη λήξη μιας περιόδου αλλά, μόλις εξοφληθούν, είναι εκ νέου διαθέσιμες για ανάληψη.

ιβ) Στην περίπτωση των υπό αίρεση υποχρεώσεων ή εγγυήσεων, τεκμαίρεται ότι πραγματοποιείται ανάληψη του συνολικού ποσού της πίστωσης ως ενιαίου ποσού το νωρίτερο:

α) την τελευταία ημερομηνία ανάληψης που επιτρέπεται σύμφωνα με τη σύμβαση πίστωσης πουαποτελεί πιθανή πηγή της υπό αίρεση υποχρέωσης ή εγγύησης, ή

β) στην περίπτωση σύμβασης ανανεώσιμης πίστωσης, στο τέλος της αρχικής περιόδου πριν από την ανανέωση της σύμβασης.

ιγ) Στην περίπτωση συμμετοχικών στεγαστικών δανείων «shared equity»:

i) οι πληρωμές από τους καταναλωτές θεωρείται ότι λαμβάνουν χώρα την τελευταία επιτρεπόμενη ημερομηνία ή ημερομηνίες σύμφωνα με τη σύμβαση πίστωσης,

ii) οι ποσοστιαίες αυξήσεις της αξίας του ακινήτου που εξασφαλίζει την πιστωτική σύμβαση συμμετοχικού στεγαστικού δανείου «shared equity» και το ποσοστό του τυχόν δείκτη πληθωρισμού που ενδεχομένως αναφέρεται στη σύμβαση θεωρείται ότι ισούται με την τρέχουσα ανώτατη τιμή-στόχο της κεντρικής τράπεζας για τον δείκτη πληθωρισμού ή με το επίπεδο πληθωρισμού στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται το ακίνητο τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης ή με Ο % αν τα ποσοστά αυτά είναι αρνητικά.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ (ESIS)

ΜΕΡΟΣ Α

Το κείμενο στο παρόν υπόδειγμα περιλαμβάνεται αυτούσιο στο Τυποποιημένο Ευρωπαϊκό Δελτίο Πληροφοριών (εφεξής ESIS). Οι μεταξύ αγκυλών ενδείξεις αντικαθίστανται από τις αντίστοιχες πληροφορίες. Στο μέρος Β παρέχονται οδηγίες προς τον πιστωτικό φορέα ή, κατά περίπτωση, τον μεσίτη πιστώσεων σχετικά με τον τρόπο συμπλήρωσης του ESIS.

Όπου αναφέρεται η φράση «κατά περίπτωση», ο πιστωτικός φορέας παρέχει τις απαιτούμενες πληροφορίες εφόσον σχετίζονται με τη σύμβαση πίστωσης. Όταν οι πληροφορίες δεν σχετίζονται με τη σύμβαση πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας διαγράφει τις εν λόγω πληροφορίες ή ολόκληρο το τμήμα (για παράδειγμα, στην περίπτωση που το συγκεκριμένο τμήμα δεν τυγχάνει εφαρμογής) Όταν διαγράφεται ολόκληρο το τμήμα, η αρίθμηση των τμημάτων του ESIS προσαρμόζεται ανάλογα.

Οι κατωτέρω πληροφορίες παρέχονται σε ένα ενιαίο έγγραφο. Χρησιμοποιείται ευανάγνωστη γραμματοσειρά. Για τις πληροφορίες που χρειάζεται να τονιστούν, χρησιμοποιούνται έντονοι χαρακτήρες, σκίαση ή γραμματοσειρά μεγαλύτερου μεγέθους. Όλες οι προειδοποιήσεις για ενδεχόμενους κινδύνους επισημαίνονται με γραμμοσκίαση.

Υπόδειγμα ESIS
(Εισαγωγικό κείμενο)

Το παρόν έγγραφο συντάχθηκε για τον/την [όνομα του καταναλωτή] στις [τρέχουσα ημερομηνία].

Το παρόν έγγραφο συντάχθηκε με βάση τις πληροφορίες που έχετε παράσχει μέχρι στιγμής και τις τρέχουσες συνθήκες της χρηματοπιστωτικής αγοράς.

Οι κατωτέρω πληροφορίες ισχύουν έως τις [διάρκεια ισχύος], (κατά περίπτωση) εκτός από το επιτόκιο και τις λοιπές επιβαρύνσεις. Μετά την ημερομηνία αυτή, ενδέχεται οι κατωτέρω πληροφορίες να τροποποιηθούν σε συνάρτηση με τις συνθήκες της αγοράς.

Το παρόν έγγραφο δεν συνεπάγεται υποχρέωση του [όνομα του πιστωτικού φορέα] για τη χορήγηση πίστωσης προς εσάς.

1. Πιστωτικός φορέας

[Επωνυμία/Διακριτικός τίτλος]

[Αριθμός τηλεφώνου]

[Ταχυδρομική διεύθυνση]
(προαιρετικό) [Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου]

(προαιρετικό) [Αριθμός φαξ]

(προαιρετικό) [Διαδικτυακή διεύθυνση]

(προαιρετικό) [Πρόσωπο επικοινωνίας/Σημείο επικοινωνίας]

(Κατά περίπτωση, ενημέρωση σχετικά με το εάν παρέχονται συμβουλευτικές υπηρεσίες):

(α) Όταν παρέχεται στον καταναλωτή συμβουλευτική υπηρεσία του άρθρου 21 του παρόντος νόμου: [Έχοντας αξιολογήσει τις ανάγκες σας και τις περιστάσεις που σας αφορούν, σας συνιστούμε να λάβετε τη συγκεκριμένη πίστωση].

(β) Όταν δεν παρέχεται στον καταναλωτή συμβουλευτική υπηρεσία του άρθρου 21 του παρόντος νόμου: [Με βάση τις απαντήσεις σας σε ορισμένες ερωτήσεις, σας δίνουμε πληροφορίες για τη συγκεκριμένη πίστωση, ώστε να μπορέσετε να λάβετε την δική σας απόφαση. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές δεν αποτελούν συμβουλευτική υπηρεσία].

2. (Κατά περίπτωση) Μεσίτης πιστώσεων

[Επωνυμία/Όνομα]

[Αριθμός τηλεφώνου]

[Ταχυδρομική διεύθυνση]

(προαιρετικό) [Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου]

(προαιρετικό) [Αριθμός φαξ]

(προαιρετικό) [Διαδικτυακή διεύθυνση]

(προαιρετικό) [Πρόσωπο επικοινωνίας/Σημείο επικοινωνίας]

(Κατά περίπτωση, ενημέρωση σχετικά με το εάν παρέχονται συμβουλευτικές υπηρεσίες)

(α) Όταν παρέχεται στον καταναλωτή συμβουλευτική υπηρεσία του άρθρου 21 του παρόντος νόμου:

[Έχοντας αξιολογήσει τις ανάγκες σας και τις περιστάσεις που σας αφορούν, σας συνιστούμε να λάβετε τη συγκεκριμένη πίστωση].

(β) Όταν δεν παρέχεται στον καταναλωτή συμβουλευτική υπηρεσία του άρθρου 21 του παρόντος νόμου.

[Με βάση τις απαντήσεις σας σε ορισμένες ερωτήσεις, σας δίνουμε πληροφορίες για τη συγκεκριμένη πίστωση, ώστε να μπορέσετε να λάβετε την δική σας απόφαση. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές δεν αποτελούν συμβουλευτική υπηρεσία].

[Αμοιβή]

3. Βασικά χαρακτηριστικά της πίστωσης

Ποσό της χορηγούμενης πίστωσης και νόμισμα: [αξία] [νόμισμα]

(Κατά περίπτωση) Η πίστωση δεν είναι σε [εθνικό νόμισμα του δανειολήπτη].

(Κατά περίπτωση) Η αξία της πίστωσής σας σε [εθνικό νόμισμα του δανειολήπτη] μπορεί να αλλάξει.

(Κατά περίπτωση) Για παράδειγμα, εάν η αξία του [εθνικό νόμισμα του δανειολήπτη] μειωθεί κατά 20 % σε σχέση με το [νόμισμα της πίστωσης], η αξία του συνολικού ποσού της πίστωσής σας θα αυξηθεί σε [ποσό στο εθνικό νόμισμα του δανειολήπτη]. Ωστόσο, μπορεί να αυξηθεί περισσότερο από το ποσό αυτό εάν η αξία του [εθνικό νόμισμα του δανειολήπτη] μειωθεί περισσότερο από 20 %. Για τον υπολογισμό του παρόντος παραδείγματος λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία της [ημέρα συμπλήρωσης του ESIS].

(Κατά περίπτωση) Η μέγιστη αξία της πίστωσής σας θα είναι [ποσό στο εθνικό νόμισμα του δανειολήπτη]. (Κατά περίπτωση) Θα λάβετε προειδοποίηση εάν το ποσό της πίστωσης φθάσει [ποσό στο εθνικό νόμισμα του δανειολήπτη]. (Κατά περίπτωση) Θα έχετε δικαίωμα [επαναδιαπραγμάτευσης της πίστωσής σε ξένο νόμισμα ή δικαίωμα μετατροπής της πίστωσης σε [σχετικό νόμισμα] και αναφορά των προϋποθέσεων για την άσκηση του σχετικού δικαιώματος].

Διάρκεια της πίστωσης: [διάρκεια]

[Είδος πίστωσης]

[Είδος επιτοκίου που εφαρμόζεται ] Συνολικό ποσό προς αποπληρωμή:

Αυτό σημαίνει ότι πληρώνετε [ποσό] για κάθε [νομισματική μονάδα] που έχετε δανειστεί.

(Κατά περίπτωση) [Η παρούσα πίστωση/Μέρος της παρούσας πίστωσης] αποτελεί πίστωση για την οποία καταβάλλονται μόνον οι τόκοι. Στο τέλος της παραπάνω περιόδου που καταβάλλονται μόνο οι τόκοι θα οφείλετε ακόμη [ποσό πίστωσης με βάση την εξόφληση στη λήξη της και την ενδιάμεση τακτική πληρωμή μόνον των τόκων].

(Κατά περίπτωση) Εκτιμώμενη αξία του ακινήτου ή τυχόν άλλης εξασφάλισης προκειμένου να καταρτιστεί το παρόν ενημερωτικό έγγραφο: [ποσό]

(Κατά περίπτωση) Μέγιστο διαθέσιμο ποσό πίστωσης σε σχέση με την αξία του ακινήτου [ποσοστό] ή Ελάχιστη αξία του ακινήτου προκειμένου να χορηγηθεί η πίστωση [ποσό]

(Κατά περίπτωση) [Εξασφάλιση]

4. Επιτόκιο και άλλες επιβαρύνσεις

Το συνολικό ετήσιο πραγματικό ποσοστό επιβάρυνσης (ΣΕΠΠΕ) είναι το συνολικό κόστος της πίστωσης, που εκφράζεται ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης. Το ΣΕΠΠΕ σας βοηθά να συγκρίνετε διαφορετικές προσφορές.

Το ΣΕΠΠΕ για την πίστωσή σας είναι [ΣΕΠΠΕ].

Περιλαμβάνει τα εξής:

Επιτόκιο [ποσοστό επί τοις εκατό ή, κατά περίπτωση, ένδειξη ενός επιτοκίου αναφοράς και ποσοστό επί τοις εκατό του περιθωρίου του πιστωτικού φορέα]

[Επιμέρους στοιχεία του ΣΕΠΠΕ]

Εφάπαξ επιβαρύνσεις

(Κατά περίπτωση) Θα πρέπει να καταβάλλετε το προβλεπόμενο βάσει υπολογισμού χρηματικό ποσό για την εγγραφή και την εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης/υποθήκης καθώς και τα πάσης φύσεως προβλεπόμενα χρηματικά ποσά υπέρ κτηματολογίου [Ποσό εφόσον είναι γνωστό ή βάση υπολογισμού]

Τακτικές επιβαρύνσεις

(Κατά περίπτωση) Αυτό το ΣΕΠΠΕ υπολογίζεται βάσει παραδοχών όσον αφορά το επιτόκιο.

(Κατά περίπτωση) Επειδή [μέρος της πίστωσης σας] η πίστωσή σας έχει κυμαινόμενο επιτόκιο, το πραγματικό ΣΕΠΠΕ μπορεί να είναι διαφορετικό από το αναγραφόμενο ΣΕΠΠΕ εάν το επιτόκιο της πίστωσής σας αλλάξει. Για παράδειγμα, αν το επιτόκιο αυξηθεί σε [σενάριο που περιγράφεται στο τμήμα Β], το ΣΕΠΠΕ μπορεί να αυξηθεί σε [ενδεικτικό ΣΕΠΠΕ που αντιστοιχεί σε αυτό το σενάριο].

(Κατά περίπτωση) Σημειώστε ότι αυτό το ΣΕΠΠΕ υπολογίζεται με βάση την παραδοχή ότι το επιτόκιο παραμένει στο επίπεδο που καθορίστηκε για την αρχική περίοδο για όλη τη διάρκεια της σύμβασης.

(Κατά περίπτωση) Οι ακόλουθες επιβαρύνσεις δεν είναι γνωστές στον πιστωτικό φορέα και συνεπώς δεν συμπεριλαμβάνονται στο ΣΕΠΠΕ: [Επιβαρύνσεις]

(Κατά περίπτωση) Θα χρειαστεί να καταβάλλετε τέλος για την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης/ της εμπράγματης ασφάλειας.

Βεβαιωθείτε ότι γνωρίζετε όλους τους άλλους φόρους και επιβαρύνσεις που συνδέονται με την πίστωση.

5. Συχνότητα και αριθμός καταβολών Συχνότητα καταβολών: [Συχνότητα]

Αριθμός καταβολών: [αριθμός]

6. Ποσό κάθε δόσης [Ποσό] [νόμισμα]

To εισόδημα σας μπορεί να αλλάξει. Αναλογιστείτε εάν , σε περίπτωση μείωσης των εισοδημάτων σας, θα είστε ακόμη σε θέση να πληρώνετε τις [περιοδικότητα] δόσεις αποπληρωμής.

(Κατά περίπτωση) Επειδή [αυτή η πίστωση/ μέρος αυτής της πίστωσης] αποτελεί πίστωση για την οποία καταβάλλονται μόνον οι τόκοι, πρέπει να προβείτε σε ξεχωριστές ρυθμίσεις για την αποπληρωμή [ποσό της πίστωσης στην περίπτωση καταβολής μόνον τόκων] που θα οφείλετε κατά τη λήξη της πιστωτικής περιόδου. Λάβετε επίσης υπόψη ενδεχόμενες επιβαρύνσεις που θα πρέπει να καταβάλετε επιπλέον της δόσης που αναγράφεται στο παρόν τμήμα.

(Κατά περίπτωση) Το επιτόκιο αυτής της πίστωσης ή (μέρος πίστωσης) αυτής μπορεί να αλλάξει. Αυτό σημαίνει ότι το ποσό των δόσεων σας μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί. Για παράδειγμα, εάν το επιτόκιο αυξηθεί σε [σενάριο που περιγράφεται στο τμήμα Β], οι δόσεις σας μπορούν να αυξηθούν σε [ποσό δόσης που αντιστοιχεί σε αυτό το σενάριο]

(Κατά περίπτωση) Το ύψοςτου ποσού που πρέπει να καταβάλετε σε [εθνικό νόμισμα του δανειολήπτη] για κάθε [περιοδικότητα] δόση μπορεί να μεταβληθεί. (Κατά περίπτωση) Οι δόσεις σας μπορούν να αυξηθούν μέχρι[ανώτατο ποσό στο εθνικό νόμισμα του δανειολήπτη] κάθε [χρονικό διάστημα]. (Κατά περίπτωση) Για παράδειγμα, εάν η αξία του [εθνικό νόμισμα του δανειολήπτη] μειωθεί κατά 20 % σε σχέση με το [νόμισμα της πίστωσης], θα πρέπει να πληρώνετε [ποσό στο εθνικό νόμισμα του δανειολήπτη] παραπάνω κάθε [χρονικό διάστημα]. Οι δόσεις σας μπορεί να αυξηθούν ακόμη περισσότερο.

(Κατά περίπτωση) Η συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή της δόσης σας από [νόμισμα της πίστωσης] σε [εθνικό νόμισμα του δανειολήπτη] θα είναι η ισοτιμία που δημοσιεύεται από [ονομασία φορέα που δημοσιεύει την ισοτιμία] στις [ημερομηνία] ή θα υπολογιστεί στις [ημερομηνία] χρησιμοποιώντας [όνομα μεθόδου αναφοράς ή μεθόδου υπολογισμού].

(Κατά περίπτωση) [Λεπτομέρειες για συνδεδεμένα αποταμιευτικά προϊόντα, πιστώσεις με αναβαλλόμενη καταβολή τόκων].

7. Ενδεικτικός πίνακας καταβολών

Στον παρακάτω πίνακα καταγράφεται το ποσό που πρέπει να καταβάλλεται κάθε [περιοδικότητα].

Οι δόσεις (στήλη [σχετικός αριθ.]) είναι το άθροισμα των καταβλητέων τόκων (στήλη [σχετικός αριθ. ]), κατά περίπτωση, του καταβλητέου κεφαλαίου (στήλη [σχετικός αριθ. ]) και, κατά περίπτωση, των λοιπών επιβαρύνσεων (στήλη [σχετικός αριθ. ]). (Κατά περίπτωση). Οι επιβαρύνσεις στη στήλη «λοιπές επιβαρύνσεις» αφορούν [κατάλογος επιβαρύνσεων]. Το οφειλόμενο κεφάλαιο (στήλη [σχετικός αριθ. ]) είναι το ποσό της πίστωσης που απομένει να αποπληρωθεί μετά την καταβολή κάθε δόσης.

[Πίνακας]

8. Πρόσθετες υποχρεώσεις

Ο δανειολήπτης πρέπει να τηρήσει τις ακόλουθες υποχρεώσεις προκειμένου να επωφεληθεί από τους όρους δανεισμού που περιγράφονται στο παρόν έγγραφο.
[Υποχρεώσεις]

(Κατά περίπτωση) Λάβετε υπόψη ότι οι όροι παροχής της πίστωσης που περιγράφονται στο παρόν έγγραφο (συμπεριλαμβανομένου του επιτοκίου) ενδέχεται να αλλάξουν, εάν δεν τηρηθούν αυτές οι υποχρεώσεις.

(Κατά περίπτωση) Παρακαλείσθε να λάβετε υπόψη τις πιθανές συνέπειες από την καταγγελία σε μεταγενέστερο στάδιο οποιασδήποτε από τις συμπληρωματικές υπηρεσίες που σχετίζονται με την πίστωση. [Συνέπειες] 9. Πρόωρη αποπληρωμή

Έχετε δυνατότητα πρόωρης αποπληρωμής ολόκληρης ή μέρους της παρούσας πίστωσης. (Κατά περίπτωση) [Προϋποθέσεις]

(Κατά περίπτωση) Αποζημίωση λόγω πρόωρης αποπληρωμής: [ποσόν ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, μέθοδος υπολογισμού]

(Κατά περίπτωση) Εάν αποφασίσετε να εξοφλήσετε πρόωρα την παρούσα πίστωση, επικοινωνήστε μαζί μας για να επιβεβαιώσουμε το ακριβές ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω πρόωρης αποπληρωμής τη δεδομένη χρονική στιγμή.

10. Δυνατότητες ευελιξίας

(Κατά περίπτωση) [Πληροφορίες για τη δυνατότητα μεταφοράς/υποκατάστασης] Έχετε τη δυνατότητα μεταφοράς της παρούσας πίστωσης σε άλλο [πιστωτικό φορέα] [ή] [να εισφέρετε άλλο ακίνητο ως εμπράγματη εξασφάλιση]. [Προϋποθέσεις]

(Κατά περίπτωση) Δεν έχετε τη δυνατότητα μεταφοράς της παρούσας πίστωσης σε άλλο [πιστωτικό φορέα] [ή] [να εισφέρετε άλλο ακίνητο ως εμπράγματη εξασφάλιση]

(Κατά περίπτωση) Πρόσθετες δυνατότητες ευελιξίας της σύμβασης πίστωσης: [επεξήγηση των πρόσθετων δυνατοτήτων που απαριθμούνται στο μέρος Β και, προαιρετικά, κάθε άλλης δυνατότητας που παρέχει ο πιστωτικός φορέας ως μέρος της σύμβασης πίστωσης και που δεν αναφέρεται στα προηγούμενα τμήματα].

11. Λοιπά δικαιώματα του δανειολήπτη

(Κατά περίπτωση) Έχετε [διάρκεια της περιόδου μελέτης] μετά από [χρονικό σημείο κατά το οποίο αρχίζει η περίοδος μελέτης] για να λάβετε απόφαση πριν δεσμευθείτε για τη λήψη της πίστωσης. (Κατά περίπτωση) Αφού παραλάβετε το αντίγραφο του σχεδίου της σύμβασης από τον πιστωτικό φορέα, έχετε χρονικό περιθώριο έως το τέλος της [διάρκεια της περιόδου μελέτης] για να την αποδεχθείτε.

(Κατά περίπτωση) Για χρονικό διάστημα [διάρκεια της περιόδου υπαναχώρησης] μετά [στιγμή έναρξης της περιόδου υπαναχώρησης] ο δανειολήπτης μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. [Προϋποθέσεις] [Προσδιορισμός διαδικασίας]

(Κατά περίπτωση) Μπορεί να χάσετε το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση εάν, κατά τη διάρκειά της, αγοράσετε ή πωλήσετε ακίνητο που συνδέεται με τη σύμβαση πίστωσης.

(Κατά περίπτωση) Αν αποφασίσετε να ασκήσετε το δικαίωμα υπαναχώρησης [από τη σύμβαση πίστωσης], παρακαλείσθε να επιβεβαιώσετε αν θα εξακολουθήσετε να δεσμεύεστε από τις υπόλοιπες υποχρεώσεις σας που σχετίζονται με την πίστωση [συμπεριλαμβανομένων των συμπληρωματικών υπηρεσιών που έχουν σχέση με τη σύμβαση πίστωσης] [, οι οποίες αναφέρονται στο τμήμα 8].

12. Καταγγελίες/παράπονα

Αν θέλετε να υποβάλλετε καταγγελία/παράπονο για ένα πρόβλημα, παρακαλούμε να έρθετε σε επικοινωνία [το σημείο επικοινωνίας ή η πηγή πληροφοριών για τη διαδικασία].

(Κατά περίπτωση) Ανώτατο χρονικό διάστημα για την επεξεργασία της καταγγελίας/παραπόνου [χρονική περίοδος]

(Κατά περίπτωση) [Αν το πρόβλημα δεν επιλυθεί εσωτερικά κατά τρόπο που να σας ικανοποιεί,] μπορείτε επίσης να απευθυνθείτε: [ [επωνυμία φορέα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών]) ή μπορείτε να απευθυνθείτε στο Δίκτυο Εξωδικαστικών Διασυνοριακών Καταγγελιών στον Τομέα των Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών (FIN-NET) για να πληροφορηθείτε τον αντίστοιχο φορέα στη χώρα σας.

13. Αθέτηση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης: συνέπειες για τον δανειολήπτη

[Περιπτώσεις αθέτησης υποχρεώσεων]

[Οικονομικές και/ή νομικές συνέπειες]

Εάν αντιμετωπίσετε δυσκολίες με την καταβολή των [περιοδικότητα] πληρωμών σας, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας το συντομότερο δυνατόν για να διερευνήσουμε πιθανές λύσεις.

(Κατά περίπτωση) Ως έσχατο μέτρο, εάν δεν είστε συνεπής με την υποχρέωση καταβολής των δόσεών σας, το σπίτι σας μπορεί να κατασχεθεί.

(Κατά περίπτωση) 14. Πρόσθετες πληροφορίες

(Κατά περίπτωση) [Αναφορά του δικαίου που εφαρμόζεται στη σύμβαση πίστωσης].

(Σε περίπτωση που ο πιστωτικός φορέας σκοπεύει να χρησιμοποιήσει γλώσσα που διαφέρει από τη γλώσσα του ESIS) Οι πληροφορίες και οι συμβατικοί όροι παρέχονται στα [γλώσσα]. Με τη συγκατάθεσή σας, σκοπεύουμε να επικοινωνούμε μαζί σας στα [γλώσσα/γλώσσες] κατά τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης.

[Ενημέρωση για το δικαίωμα να χορηγηθεί ή να προσφερθεί, κατά περίπτωση, σχέδιο της σύμβασης πίστωσης]

15. Εποπτική αρχή

Αρμόδια εποπτική αρχή του πιστωτικού φορέα είναι [επωνυμία/ονομασία, ταχυδρομική διεύθυνση και διαδικτυακή διεύθυνση της εποπτικής αρχής/των εποπτικών αρχών]

(Κατά περίπτωση) Αρμόδια εποπτική αρχή του μεσίτη πιστώσεων είναι [επωνυμία/ονομασία, ταχυδρομική διεύθυνση και διαδικτυακή διεύθυνση της εποπτικής αρχής].

ΜΕΡΟΣ Β
Οδηγίες για τη συμπλήρωση του ESIS

Για τη συμπλήρωση του ESIS ακολουθούνται οι παρακάτω οδηγίες.

Τμήμα « 1. Εισαγωγικό κείμενο»

1) Επισημαίνεται με γραμμοσκίαση η διάρκεια ισχύος. Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, «διάρκεια ισχύος» σημαίνει το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι πληροφορίες, π.χ. το επιτόκιο χορηγήσεων, που περιλαμβάνονται στο ESIS θα παραμείνουν αμετάβλητες και θα ισχύουν αν ο πιστωτικός φορέας αποφασίσει να χορηγήσει την πίστωση εντός αυτής της χρονικής περιόδου. Όταν ο προσδιορισμός του εφαρμοζόμενου επιτοκίου χορηγήσεων και των λοιπών επιβαρύνσεων εξαρτάται από τα αποτελέσματα της πώλησης υποκείμενων ομολόγων, το τελικό επιτόκιο χορηγήσεων και οι λοιπές επιβαρύνσεις πιθανόν να διαφέρουν από τα δηλωθέντα. Μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις, αναφέρεται ότι η διάρκεια ισχύος δεν εφαρμόζεται στο επιτόκιο χορηγήσεων και στις λοιπές επιβαρύνσεις με την προσθήκη των λέξεων: «εκτός από το επιτόκιο και τις λοιπές επιβαρύνσεις».

Τμήμα «1. Πιστωτικός φορέας»

1) Η επωνυμία/διακριτικός τίτλος, ο αριθμός τηλεφώνου και η ταχυδρομική διεύθυνση του πιστωτικού φορέα είναι τα στοιχεία επικοινωνίας που μπορεί να χρησιμοποιεί ο καταναλωτής για μελλοντική επικοινωνία.

2) Οι πληροφορίες σχετικά με τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τον αριθμό φαξ, τη διαδικτυακή διεύθυνση και το πρόσωπο επικοινωνίας/σημείο επαφής είναι προαιρετικές.

3) Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 4Θ του ν. 2251/1994, εάν η συναλλαγή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο σύναψης σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εξ αποστάσεως, ο πιστωτικός φορέας αναφέρει, κατά περίπτωση, την επωνυμία/το διακριτικό τίτλο και την ταχυδρομική διεύθυνση του αντιπροσώπου του στο κράτος μέλος διαμονής του καταναλωτή. Η αναφορά του αριθμού τηλεφώνου, της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και της διαδικτυακής διεύθυνσης του αντιπροσώπου του πιστωτικού φορέα είναι προαιρετική.

4) Όταν δεν εφαρμόζεται το τμήμα 2, ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει τον καταναλωτή σχετικά με το κατά πόσον παρέχονται συμβουλευτικές υπηρεσίες και σε ποια βάση, χρησιμοποιώντας τη διατύπωση του μέρους Α.

(Κατά περίπτωση) Τμήμα «2. Μεσίτης πιστώσεων»

Όταν οι πληροφορίες για το προϊόν παρέχονται στον καταναλωτή από μεσίτη πιστώσεων, ο μεσίτης παρέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

1) Η επωνυμία/το όνομα, ο αριθμός τηλεφώνου και η ταχυδρομική διεύθυνση του μεσίτη πιστώσεων είναι τα στοιχεία επικοινωνίας που μπορεί να χρησιμοποιεί ο καταναλωτής για μελλοντική επικοινωνία.

2) Οι πληροφορίες σχετικά με τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τον αριθμό φαξ, τη διαδικτυακή διεύθυνση και το πρόσωπο επικοινωνίας/σημείο επαφής είναι προαιρετικές.

3) Ο μεσίτης πιστώσεων ενημερώνει τον καταναλωτή σχετικά με το κατά πόσον παρέχονται συμβουλευτικές υπηρεσίες και σε ποια βάση, χρησιμοποιώντας τη διατύπωση του μέρους Α.

4) Εξήγηση για τον τρόπο αμοιβής του μεσίτη πιστώσεων. Αν εισπράττει προμήθεια από πιστωτικό φορέα, οφείλει να γνωστοποιήσει το ποσό και την επωνυμία/ το διακριτικό τίτλο του πιστωτικού φορέα, εάν είναι διαφορετική από την αναφερόμενη/το αναφερόμενο στο τμήμα 1.

Τμήμα «3. Βασικά χαρακτηριστικά της πίστωσης»

1) Στο τμήμα αυτό περιγράφονται με σαφήνεια τα βασικά χαρακτηριστικά της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένης της αξίας, του νομίσματος και των πιθανών κινδύνων που σχετίζονται με το επιτόκιο χορηγήσεων, μεταξύ των οποίων τα αναφερόμενα στο σημείο 8), καθώς και την ανάλυση του τρόπου αποπληρωμής.

2) Όταν το νόμισμα της πίστωσης είναι διαφορετικό από το εθνικό νόμισμα του καταναλωτή, ο πιστωτικός φορέας δηλώνει ότι ο καταναλωτής θα λαμβάνει τακτική προειδοποίηση τουλάχιστον όταν η συναλλαγματική ισοτιμία παρουσιάζει διακύμανση μεγαλύτερη από 20 %, θα ενημερώνεται, κατά περίπτωση, για το δικαίωμα μετατροπής του νομίσματος της σύμβασης πίστωσης ή τη δυνατότητα επαναδιαπραγμάτευσης των όρων της και για κάθε άλλο μέσο περιορισμού της έκθεσης σε συναλλαγματικό κίνδυνο τον οποίο προσφέρουν στον καταναλωτή προκειμένου να περιορίσει την έκθεσή του στο συναλλαγματικό κίνδυνο. Όταν, στη σύμβαση πίστωσης, υπάρχει διάταξη που περιορίζει τον συναλλαγματικό κίνδυνο, ο πιστωτικός φορέας δηλώνει το ανώτατο ποσό που ο καταναλωτής ενδεχομένως θα πρέπει να αποπληρώσει. Όταν δεν υπάρχει διάταξη στη σύμβαση πίστωσης που να περιορίζει τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται ο καταναλωτής σε διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας μικρότερη του 20 %, ο πιστωτικός φορέας δίνει παράδειγμα του αποτελέσματος που θα έχει για την αξία της πίστωσης μείωση κατά 20 % της αξίας του εθνικού νομίσματος του καταναλωτή σε σχέση με το νόμισμα της πίστωσης.

3) Η διάρκεια της πίστωσης εκφράζεται σε έτη ή μήνες, ανάλογα με το ποιο ενδείκνυται κατά περίπτωση. Σε περίπτωση που η διάρκεια της πίστωσης μπορεί να μεταβληθεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης, ο πιστωτικός φορέας εξηγεί πότε και υπό ποιες συνθήκες μπορεί να γίνει αυτό. Όταν η πίστωση είναι αόριστης διάρκειας, για παράδειγμα πιστωτική κάρτα με εξασφάλιση, ο πιστωτικός φορέας δηλώνει σαφώς το γεγονός αυτό.

4) Το είδος της πίστωσης δηλώνεται σαφώς (π.χ. ενυπόθηκη πίστωση, στεγαστικό δάνειο, πιστωτική κάρτα με εξασφάλιση). Η περιγραφή του είδους της πίστωσης αναφέρει σαφώς τον τρόπο αποπληρωμής του κεφαλαίου και των τόκων κατά τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης (δηλαδή την ανάλυση του τρόπου αποπληρωμής της πίστωσης), διευκρινίζοντας σαφώς αν η σύμβαση πίστωσης προβλέπει εξόφληση κεφαλαίου ή μόνο πληρωμή των τόκων ή συνδυασμό των δύο.

5) Όταν για το σύνολο ή μέρος της πίστωσης καταβάλλονται μόνον οι τόκοι, προστίθεται εμφανώς στο τέλος αυτού του τμήματος δήλωση που αναφέρει σαφώς αυτό το γεγονός, χρησιμοποιώντας τη διατύπωση του μέρους Α.

6) Στο τμήμα αυτό εξηγείται αν το επιτόκιο χορηγήσεων είναι σταθερό ή κυμαινόμενο και, κατά περίπτωση, αναφέρονται οι περίοδοι κατά τις οποίες θα παραμείνει σταθερό, η συχνότητα των μεταγενέστερων αναπροσαρμογών αυτού και η ύπαρξη ορίων στη διακύμανση του επιτοκίου χορηγήσεων, όπως ανώτατων και κατώτατων ορίων.

Εξηγείται ο μαθηματικός τύπος που χρησιμοποιείται για την αναπροσαρμογή του επιτοκίου χορηγήσεων και των διαφόρων στοιχείων του (π.χ. επιτόκιο αναφοράς, περιθώριο επιτοκίου (spread). Ο πιστωτικός φορέας δηλώνει, για παράδειγμα μέσω αναφοράς διαδικτυακής διεύθυνσης, πού μπορούν να αναζητηθούν επιπλέον πληροφορίες για τους δείκτες ή τα επιτόκια που χρησιμοποιούνται στον μαθηματικό τύπο, π.χ. Euribor ή επιτόκιο αναφοράς κεντρικής τράπεζας.

7) Εάν ισχύουν διαφορετικά επιτόκια χορηγήσεων σε διαφορετικές περιστάσεις, παρέχονται πληροφορίες για όλα τα εφαρμοστέα επιτόκια.

8) Το «συνολικό ποσό προς αποπληρωμή» αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό που οφείλει να καταβάλει ο καταναλωτής. Αναγράφεται ως το άθροισμα του ποσού της πίστωσης και του συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή. Όταν το επιτόκιο χορηγήσεων δεν είναι σταθερό σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης, επισημαίνεται με γραμμοσκίαση ότι το ποσό αυτό είναι ενδεικτικό και μπορεί να μεταβάλλεται, ιδίως σε συνάρτηση με τη διακύμανση του επιτοκίου χορηγήσεων.

9) Σε περίπτωση που η πίστωση εξασφαλίζεται με προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου ή με άλλη εμπράγματη ασφάλεια ή με δικαίωμα σχετιζόμενο με ακίνητο, ο πιστωτικός φορέας εφιστά την προσοχή του καταναλωτή στο γεγονός αυτό. Κατά περίπτωση, ο πιστωτικός φορέας αναγράφει την εκτιμώμενη αξία του ακινήτου ή τυχόν άλλης εξασφάλισης που λαμβάνεται υπόψη για την κατάρτιση του παρόντος ενημερωτικού εγγράφου.

10) Ο πιστωτικός φορέας αναφέρει, κατά περίπτωση:

α) είτε το «μέγιστο διαθέσιμο ποσό πίστωσης σε σχέση με την αξία του ακινήτου», προσδιορίζοντας τον δείκτη αξίας δανείου προς αξία ενυπόθηκου ακινήτου (loan-to-value). Ο δείκτης αυτός πρέπει να συνοδεύεται από παράδειγμα, σε απόλυτους όρους, του μέγιστου ποσού που μπορεί να χορηγηθεί ως δάνειο για μια δεδομένη αξία ακινήτου,

β) είτε την «ελάχιστη αξία του ακινήτου που απαιτείται από τον πιστωτικό φορέα προκειμένου να χορηγηθεί το αναγραφόμενο ποσό της πίστωσης».

11) Εάν οι πιστώσεις περιλαμβάνουν διακριτό μέρη (π.χ. ένα μέρος με σταθερό επιτόκιο και ένα μέρος με κυμαινόμενο επιτόκιο), αυτό αναφέρεται στην περιγραφή του είδους της πίστωσης και δίδονται οι απαιτούμενες πληροφορίες για κάθε μέρος της πίστωσης.

Τμήμα «4. Επιτόκιο» και άλλες επιβαρύνσεις

1) Η αναφορά στο «επιτόκιο» αντιστοιχεί στο επιτόκιο ή επιτόκια χορηγήσεων.

2) Το επιτόκιο χορηγήσεων εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό. Όταν το επιτόκιο χορηγήσεων είναι κυμαινόμενο και βασίζεται σε επιτόκιο αναφοράς, ο πιστωτικός φορέας δύναται να προσδιορίσει το επιτόκιο χορηγήσεων αναφέροντας ένα επιτόκιο αναφοράς και ένα ποσοστό περιθωρίου επιτοκίου (spread) του πιστωτικού φορέα. Ο πιστωτικός φορέας οφείλει ωστόσο να προσδιορίσει την τιμή του επιτοκίου αναφοράς που ισχύει την ημέρα έκδοσης του ESIS.

Όταν το επιτόκιο χορηγήσεων είναι κυμαινόμενο, οι πληροφορίες περιλαμβάνουν: α) τις παραδοχές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του ΣΕΠΠΕ, β) κατά περίπτωση, τα ισχύοντα ανώτατα και κατώτατα όρια και γ) προειδοποίηση ότι η διακύμανση μπορεί να επηρεάσει το πραγματικό επίπεδο του ΣΕΠΠΕ. Για να τραβήξει την προσοχή του καταναλωτή, η προειδοποίηση αναγράφεται εμφανώς στο κύριο σώμα του ESIS και το μέγεθος των χαρακτήρων είναι μεγαλύτερο. Η προειδοποίηση συνοδεύεται από ένα ενδεικτικό παράδειγμα του ΣΕΠΠΕ. Όταν προβλέπεται ανώτατο όριο του επιτοκίου χορηγήσεων, το παράδειγμα βασίζεται στην παραδοχή ότι το επιτόκιο χορηγήσεων θα ανέλθει με την πρώτη ευκαιρία στο υψηλότερο προβλεπόμενο επίπεδο. Όταν δεν προβλέπεται ανώτατο όριο στο παράδειγμα υπολογίζεται το ΣΕΠΠΕ με βάση:

α) το υψηλότερο επιτόκιο αναφοράς τουλάχιστον των τελευταίων 20 ετών, ή,

β) όταν τα διαθέσιμα στοιχεία για τον υπολογισμό του επιτοκίου χορηγήσεων καλύπτουν περίοδο μικρότερη των 20 ετών, βασίζεται στη μεγαλύτερη περίοδο για την οποία υπάρχουν τέτοια στοιχεία, με βάση την υψηλότερη τιμή κάθε εξωτερικού επιτοκίου αναφοράς που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του επιτοκίου χορηγήσεων, κατά περίπτωση, ή την υψηλότερη τιμή επιτοκίου αναφοράς που καθορίζει η αρμόδια αρχή ή η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EAT) η οποία έχει συσταθεί με τον Κανονισμό (EE) 1093/2010 όταν ο πιστωτικός φορέας δεν χρησιμοποιεί εξωτερικό επιτόκιο αναφοράς. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για συμβάσεις πίστωσης στις οποίες το επιτόκιο χορηγήσεων είναι σταθερό για συγκεκριμένη αρχική περίοδο αρκετών ετών (σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 16) και στη συνέχεια μπορεί να καθοριστεί νέο σταθερό επιτόκιο μετά από διαπραγμάτευση μεταξύ του πιστωτικού φορέα και του καταναλωτή. Για τις τελευταίες αυτές συμβάσεις πίστωσης, οι πληροφορίες περιλαμβάνουν προειδοποίηση ότι το ΣΕΠΠΕ υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο χορηγήσεων της αρχικής περιόδου. Η προειδοποίηση συνοδεύεται από ένα συμπληρωματικό παράδειγμα ενδεικτικού ΣΕΠΠΕ που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο-5 του άρθρου16. Εάν οι πιστώσεις περιλαμβάνουν διακριτά μέρη (π.χ. ένα μέρος με σταθερό επιτόκιο και ένα μέρος με κυμαινόμενο επιτόκιο), παρέχονται πληροφορίες για κάθε μέρος της πίστωσης.

3) Στην ένδειξη «Επιμέρους στοιχεία του ΣΕΠΠΕ» απαριθμούνται όλες οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις που περιλαμβάνονται στο ΣΕΠΠΕ, συμπεριλαμβανομένων των εφάπαξ επιβαρύνσεων όπως έξοδα διαχείρισης και των τακτικών επιβαρύνσεων, όπως τα ετήσια έξοδα διαχείρισης. Ο πιστωτικός φορέας καταγράφει όλες τις επιβαρύνσεις ανά κατηγορία (επιβαρύνσεις που καταβάλλονται εφάπαξ, επιβαρύνσεις που καταβάλλονται σε τακτική βάση και περιλαμβάνονται στις δόσεις, επιβαρύνσεις που καταβάλλονται σε τακτική βάση αλλά δεν περιλαμβάνονται στις δόσεις), προσδιορίζοντας το ύψος τους, σε ποιον πρέπει να καταβληθούν και πότε. Στις επιβαρύνσεις αυτές δεν περιλαμβάνονται οι επιβαρύνσεις που προκύπτουν από αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων. Όταν το ποσό δεν είναι γνωστό, εφόσον είναι εφικτό, ο πιστωτικός φορέας αναφέρει ένα ενδεικτικό ποσό ή, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, δηλώνει τον τρόπο υπολογισμού του ποσού και διευκρινίζει ότι το ποσό είναι απλώς ενδεικτικό. Όταν ορισμένες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ΣΕΠΠΕ επειδή δεν είναι γνωστές στον πιστωτικό φορέα, το γεγονός αυτό επισημαίνεται με γραμμοσκίαση.

Όταν ο καταναλωτής έχει πληροφορήσει τον πιστωτικό φορέα για ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά της επιθυμητής από αυτόν πίστωσης, όπως η διάρκεια της σύμβασης πίστωσης και το συνολικό ποσό της πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας χρησιμοποιεί, κατά το δυνατόν, αυτά τα στοιχεία. Εάν η σύμβαση πίστωσης προβλέπει διαφόρους τρόπους ανάληψης (drawdown) με διαφορετικές επιβαρύνσεις ή επιτόκια χορηγήσεων και ο πιστωτικός φορέας χρησιμοποιεί τις παραδοχές του τμήματος II του παραρτήματος I. δηλώνει ότι άλλοι μηχανισμοί ανάληψης για τον εν λόγω τύπο σύμβασης πίστωσης μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα υψηλότερο ΣΕΠΠΕ. Όταν οι όροι ανάληψης χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του ΣΕΠΠΕ, ο πιστωτικός φορέας επισημαίνει με γραμμοσκίαση την επιβάρυνση που σχετίζεται με άλλους μηχανισμούς ανάληψης οι οποίοι δεν είναι απαραίτητα όμοιοι με αυτούς που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του ΣΕΠΠΕ.

4) Όταν καταβάλλεται τέλος για την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης ή ανάλογης εμπράγματης εξασφάλισης, αυτό αναφέρεται στο εν λόγω τμήμα μαζί με το ποσόν, εφόσον είναι γνωστό, ή εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, αναφέρεται η βάση για τον υπολογισμό του ποσού. Όταν τα τέλη είναι γνωστά και συμπεριλαμβάνονται στο ΣΕΠΠΕ, η ύπαρξη και το ποσό του τέλους δηλώνονται στο σημείο «Εφάπαξ επιβαρύνσεις». Όταν τα τέλη δεν είναι γνωστά στον πιστωτικό φορέα και άρα δεν περιλαμβάνονται στο ΣΕΠΠΕ, η ύπαρξη του τέλους δηλώνεται σαφώς στον κατάλογο των επιβαρύνσεων που δεν είναι γνωστές στον πιστωτικό φορέα. Σε κάθε περίπτωση, η τυποποιημένη διατύπωση του μέρους Α χρησιμοποιείται στο κατάλληλο σημείο.

Τμήμα «5. Συχνότητα και αριθμός καταβολών»

1) Εάν οι καταβολές πρόκειται να πραγματοποιούνται σε τακτική βάση, αναφέρεται η συχνότητα των καταβολών (π.χ. μηνιαία). Εάν η συχνότητα των πληρωμών δεν είναι τακτική, αυτό εξηγείται σαφώς στον καταναλωτή.

2) Ο αριθμός των καταβολών που αναφέρεται καλύπτει ολόκληρη τη διάρκεια της πίστωσης Τμήμα «6. Ποσό κάθε δόσης»

Αναφέρεται με σαφήνεια το νόμισμα της πίστωσης και το νόμισμα στο οποίο θα καταβάλλονται οι δόσεις.

Σε περίπτωση που το ποσό των δόσεων ενδέχεται να αλλάξει στη διάρκεια της πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας διευκρινίζει την περίοδο κατά την οποία θα παραμείνει αμετάβλητο το αρχικό ποσό της δόσης, καθώς και πότε και πόσο συχνά θα αλλάζει στη συνέχεια.

Όταν το σύνολο ή μέρος της πίστωσης εξοφλείται στη λήξη της με ενδιάμεση καταβολή μόνον των τόκων (interest-only credit), στο τέλος αυτού του τμήματος προστίθεται εμφανώς δήλωση που επισημαίνει σαφώς αυτό το γεγονός χρησιμοποιώντας τη διατύπωση του μέρους Α.

Εάν ο καταναλωτής απαιτείται να συνάψει σύμβαση για συνδεδεμένο αποταμιευτικό προϊόν προκειμένου να του χορηγηθεί πίστωση για την οποία ενδιαμέσως καταβάλλονται μόνον οι τόκοι και η οποία εξασφαλίζεται με προσημείωση υποθήκης ή με άλλη παρόμοια εμπράγματη εξασφάλιση, αναφέρονται το ποσό και η συχνότητα όλων των καταβολών για αυτό το προϊόν.

Όταν το επιτόκιο χορηγήσεων είναι κυμαινόμενο, στις πληροφορίες περιλαμβάνεται δήλωση που να επισημαίνει αυτό το γεγονός, χρησιμοποιώντας τη διατύπωση του μέρους Α, καθώς και ενδεικτικό παράδειγμα ανώτατου ποσού δόσης. Όταν προβλέπεται ανώτατο όριο, το ενδεικτικό παράδειγμα δείχνει το ποσό των δόσεων εάν το επιτόκιο χορηγήσεων φθάσει το ανώτατο αυτό όριο. Εάν δεν προβλέπεται ανώτατο όριο, το χειρότερο σενάριο δείχνει το επίπεδο των δόσεων με το υψηλότερο επιτόκιο χορηγήσεων των τελευταίων 20 ετών ή, όταν τα διαθέσιμα στοιχεία για τον υπολογισμό του επιτοκίου χορηγήσεων καλύπτουν περίοδο μικρότερη των 20 ετών, τη μεγαλύτερη περίοδο για την οποία είναι διαθέσιμα τέτοια στοιχεία, με βάση την υψηλότερη τιμή κάθε εξωτερικού επιτοκίου αναφοράς για τον υπολογισμό των εφαρμοστέου επιτοκίου χορηγήσεων, ή την υψηλότερη τιμή επιτοκίου αναφοράς που καθορίζει η αρμόδια αρχή ή η EAT όταν ο πιστωτικός φορέας δεν χρησιμοποιεί εξωτερικό επιτόκιο αναφοράς. Η υποχρέωση παροχής ενδεικτικού παραδείγματος δεν ισχύει για συμβάσεις πίστωσης στις οποίες το επιτόκιο χορηγήσεων είναι σταθερό για συγκεκριμένη αρχική περίοδο αρκετών ετών και στη συνέχεια μπορεί να καθοριστεί νέο σταθερό επιτόκιο μετά από διαπραγμάτευση μεταξύ του πιστωτικού φορέα και του καταναλωτή. Εάν οι πιστώσεις περιλαμβάνουν διακριτά μέρη (π.χ. ένα μέρος με σταθερό επιτόκιο και ένα μέρος με κυμαινόμενο επιτόκιο), παρέχονται πληροφορίες για κάθε μέρος της πίστωσης.

(Κατά περίπτωση) Εάν το νόμισμα της πίστωσης είναι διαφορετικό από το εθνικό νόμισμα του καταναλωτή ή όταν η πίστωση αναπροσαρμόζεται βάσει διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας ενός νομίσματος διαφορετικού από το εθνικό νόμισμα του καταναλωτή, ο πιστωτικός φορέας περιλαμβάνει αριθμητικό παράδειγμα στο οποίο φαίνεται σαφώς πώς οι μεταβολές της σχετικής ισοτιμίας μπορούν να επηρεάσουν το ποσό των δόσεων, χρησιμοποιώντας τη διατύπωση του μέρους Α. Το παράδειγμα αυτό βασίζεται σε παραδοχή μείωσης της αξίας του εθνικού νομίσματος του καταναλωτή κατά 20 % σε σχέση με την συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει κατά την χρονική στιγμή συμπληρώσεως του ESIS μεταξύ του νομίσματος της πίστωσης και του εθνικού νομίσματος του καταναλωτή. Επιπλέον, συμπεριλαμβάνεται εμφανής δήλωση ότι οι δόσεις μπορεί να αυξηθούν ακόμα περισσότερο από το ποσό του εν λόγω παραδείγματος. Σε περίπτωση που προβλέπεται ανώτατο όριο που περιορίζει την αύξηση αυτή σε ποσοστό κατώτερο του 20 %, αναφέρεται η μέγιστη αξία των δόσεων στο νόμισμα του καταναλωτή και παραλείπεται η δήλωση για την πιθανότητα μεγαλύτερης αύξησης.

Όταν η πίστωση εν όλω ή εν μέρει είναι πίστωση με κυμαινόμενο επιτόκιο και ισχύει το σημείο 3), το παράδειγμα στο σημείο 5) δίνεται με βάση το ποσό δόσης που αναφέρεται στο σημείο 1).

Εάν το νόμισμα που χρησιμοποιείται για την πληρωμή των δόσεων είναι διαφορετικό από το νόμισμα της πίστωσης ή αν το ποσό της κάθε δόσης εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του καταναλωτή εξαρτάται από το αντίστοιχο ποσό σε διαφορετικό νόμισμα, στο παρόν τμήμα αναγράφεται σαφώς η ημερομηνία κατά την οποία υπολογίζεται η συναλλαγματική ισοτιμία και είτε η συναλλαγματική ισοτιμία είτε η βάση υπολογισμού της και η συχνότητα προσαρμογής τους. Κατά περίπτωση, αναγράφεται επίσης ο φορέας που δημοσιεύει την ισοτιμία.

Όταν πρόκειται για πίστωση με αναβαλλόμενη καταβολή τόκων στο πλαίσιο της οποίας οι οφειλόμενοι τόκοι δεν πληρώνονται εξ ολοκλήρου από τις δόσεις και προστίθενται στο οφειλόμενο συνολικό ποσό πίστωσης, εξηγείται: πώς και πότε οι απλήρωτοι/αναβαλλόμενοι τόκοι προστίθενται στην πίστωση σαν συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και ποιες είναι οι συνέπειες για τον καταναλωτή όσον αφορά το υπολειπόμενο χρέος.

Τμήμα «7. Ενδεικτικός πίνακας καταβολών»

1) Το τμήμα αυτό περιλαμβάνεται όταν πρόκειται για πίστωση με αναβαλλόμενη καταβολή τόκων στο πλαίσιο της οποίας οι οφειλόμενοι τόκοι δεν πληρώνονται εξ ολοκλήρου από τις δόσεις και προστίθενται στο οφειλόμενο συνολικό ποσό της πίστωσης ή όταν το επιτόκιο χορηγήσεων καθορίζεται για όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Το τμήμα αυτό περιλαμβάνεται ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής της σύμβασης.
Όταν στον καταναλωτής παρέχεται το δικαίωμα να λάβει αναθεωρημένο πίνακα απόσβεσης (amortization table), αυτό δηλώνεται μαζί με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να ασκήσει αυτό το δικαίωμα.

2) Σε περίπτωση που το επιτόκιο χορηγήσεων μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας επισημαίνει την περίοδο κατά την οποία το αρχικό επιτόκιο χορηγήσεων θα παραμείνει αμετάβλητο.

3) Ο πίνακας που περιλαμβάνεται σε αυτό το σημείο περιέχει τις ακόλουθες στήλες: «χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής» (π.χ. μήνας 1, μήνας 2, μήνας 3), «ποσό της δόσης», «πληρωτέος τόκος ανά δόση», «άλλες επιβαρύνσεις που περιλαμβάνονται στη δόση» (κατά περίπτωση), «εξοφληθέν κεφάλαιο ανά δόση» και «οφειλόμενο κεφάλαιο μετά από κάθε δόση».

4) Για το πρώτο έτος αποπληρωμής, οι πληροφορίες παρέχονται για κάθε δόση και αναγράφεται υποσύνολο για κάθε στήλη στο τέλος του πρώτου έτους. Για τα επόμενα έτη, οι λεπτομέρειες μπορούν να παρέχονται σε ετήσια βάση. Στο τέλος του πίνακα προστίθεται επιπλέον σειρά με το γενικό σύνολο, όπου αναγράφονται τα συνολικά ποσά για κάθε στήλη. Το συνολικό πληρωτέο από τον καταναλωτή ποσό (ήτοι το συνολικό άθροισμα της στήλης «ποσό της δόσης») επισημαίνεται με γραμμοσκίαση και αναφέρεται με αυτή την ονομασία.

5) Εάν το επιτόκιο χορηγήσεων υπόκειται σε αναπροσαρμογή και δεν είναι γνωστό το ποσό της δόσης μετά την κάθε αναπροσαρμογή, ο πιστωτικός φορέας μπορεί να αναφέρει στον πίνακα απόσβεσης το ίδιο ποσό δόσης για ολόκληρη τη διάρκεια της πίστωσης. Στην περίπτωση αυτή, ο πιστωτικός φορέας εφιστά την προσοχή του καταναλωτή στο γεγονός αυτό, διαφοροποιώντας εμφανώς τα ποσά που είναι γνωστά από εκείνα που είναι υποθετικό (π.χ. χρησιμοποιώντας διαφορετική γραμματοσειρά, πλαίσια ή σκίαση). Επιπλέον, σε ευανάγνωστο κείμενο εξηγείται για ποιες περιόδους ενδέχεται να μεταβάλλονται τα ποσά που παρουσιάζονται στον πίνακα και γιατί.

Τμήμα «8. Πρόσθετες υποχρεώσεις»

1) Ο πιστωτικός φορέας αναφέρει στο παρόν τμήμα υποχρεώσεις, όπως υποχρέωση ασφάλισης του ακινήτου, σύναψης ασφάλειας ζωής, καταβολής μισθού σε λογαριασμό που τηρείται στον πιστωτικό φορέα ή αγοράς οποιουδήποτε άλλου προϊόντος ή υπηρεσίας. Για κάθε υποχρέωση, ο πιστωτικός φορέας διευκρινίζει έναντι ποιου προσώπου και έως πότε πρέπει να εκπληρωθεί η υποχρέωση.

2) Ο πιστωτικός φορέας προσδιορίζει τη διάρκεια της υποχρέωσης, π.χ. μέχρι τη λήξη της σύμβασης πίστωσης. Ο πιστωτικός φορέας προσδιορίζει για κάθε υποχρέωση την ενδεχόμενη επιβάρυνση του καταναλωτή που δεν περιλαμβάνεται στο ΣΕΠΠΕ.

3) Ο πιστωτικός φορέας διευκρινίζει στο σημείο αυτό κατά πόσον είναι υποχρεωτικό για τον καταναλωτή να λάβει οποιεσδήποτε συμπληρωματικές υπηρεσίες προκειμένου να του χορηγηθεί η πίστωση με τους αναφερόμενους όρους και, στην περίπτωση αυτή, κατά πόσον ο καταναλωτής είναι υποχρεωμένος να τις προμηθευτεί από φορέα παροχής υπηρεσιών της προτίμησης του πιστωτικού φορέα ή από φορέα της επιλογής του ιδίου. Εάν η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση ότι οι συμπληρωματικές υπηρεσίες έχουν ορισμένα ελάχιστα χαρακτηριστικά, τα χαρακτηριστικά αυτά περιγράφονται στο σημείο αυτό.

Όταν η σύμβαση πίστωσης είναι ομαδοποιημένη με άλλα προϊόντα, ο πιστωτικός φορέας αναφέρει τα βασικά χαρακτηριστικά των προϊόντων αυτών και διευκρινίζει ρητά εάν ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης ή τα ομαδοποιημένα προϊόντα χωριστά, τους όρους και τις συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας και, κατά περίπτωση, τις πιθανές συνέπειες της καταγγελίας των συμπληρωματικών υπηρεσιών που απαιτούνται σε συνδυασμό με τη συμφωνία σύμβασης.

Τμήμα «9. Πρόωρη αποπληρωμή»

1) Ο πιστωτικός φορέας αναφέρει υπό ποιους όρους ο καταναλωτής μπορεί να προβεί σε πρόωρη εξόφληση ολόκληρης της πίστωσης ή ενός μέρους αυτής υπό την προϋπόθεση ότι η πρόωρη εξόφληση πραγματοποιείται εντός χρονικού διαστήματος για το οποίο έχει συμφωνηθεί σταθερό επιτόκιο χορηγήσεων.

2) Στο τμήμα για την αποζημίωση λόγω πρόωρης αποπληρωμής, ο πιστωτικός φορέας εφιστά την προσοχή του καταναλωτή σε οποιαδήποτε οφειλόμενη αποζημίωση λόγω της πρόωρης αποπληρωμής της πίστωσης ή σε τυχόν άλλες επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβληθούν στην περίπτωση αυτή με σκοπό την αποζημίωση του πιστωτικού φορέα και, εφόσον είναι εφικτό, δηλώνεται το ύψος τους. Σε περίπτωση που το ποσό της αποζημίωσης εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως το ποσό που έχει αποπληρωθεί ή το ισχύον επιτόκιο κατά τη στιγμή της πρόωρης αποπληρωμής, ο πιστωτικός φορέας αναφέρει τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης και το μέγιστο ποσό στο οποίο μπορεί να ανέλθει η πιθανή επιβάρυνση, ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, αναφέρει ενδεικτικό παράδειγμα προκειμένου να καταστήσει κατανοητό στον καταναλωτή το ύψος της αποζημίωσης σύμφωνα με διάφορά πιθανά σενάρια.

Τμήμα «10. Δυνατότητες ευελιξίας»

1) Κατά περίπτωση, ο πιστωτικός φορέας εξηγεί τη δυνατότητα και τους όρους υπό τους οποίους η πίστωση μπορεί, με πρωτοβουλία του καταναλωτή, να μεταβιβαστεί σε άλλον πιστωτικό φορέα ή να εισφερθεί άλλο ακίνητο ως εμπράγματη εξασφάλιση.

2) (Κατά περίπτωση) Πρόσθετες δυνατότητες ευελιξίας της σύμβασης πίστωσης: Εάν η σύμβαση πίστωσης περιλαμβάνει κάποιες από τις δυνατότητες που αναφέρονται στο σημείο 5), το τμήμα αυτό πρέπει να αναφέρει τις δυνατότητες αυτές και να εξηγεί εν συντομία:

(α) τις συνθήκες υπό τις οποίες ο καταναλωτής μπορεί να κάνει χρήση αυτών,

(β) τις προϋποθέσεις που διέπουν την εν λόγω δυνατότητα,

(γ) κατά πόσον το γεγονός ότι η δυνατότητα ευελιξίας περιλαμβάνεται στην πίστωση που εξασφαλίζεται με προσημείωση υποθήκης ή με άλλη παρόμοια εμπράγματη εξασφάλιση σημαίνει ότι ο καταναλωτής χάνει οιαδήποτε νόμιμη ή άλλη προστασία που συνήθως συνδέεται με τη δυνατότητα ευελιξίας και τον φορέα που προσφέρει τη δυνατότητα (εφόσον δεν πρόκειται για τον πιστωτικό φορέα).

3) Εάν η δυνατότητα ευελιξίας περιλαμβάνει τη λήψη οποιασδήποτε συμπληρωματικής πίστωσης, πρέπει στο σημείο αυτό να εξηγείται στον καταναλωτή:

(α) το συνολικό ποσό της πίστωσης (συμπεριλαμβανομένης της πίστωσης που εξασφαλίζεται με προσημείωση υποθήκης ή με άλλη παρόμοια εμπράγματη εξασφάλιση),

(β) κατά πόσον η συμπληρωματική πίστωση εξασφαλίζεται ή όχι

(γ) τα σχετικά επιτόκια χορηγήσεων, και

(δ) κατά πόσον η συμπληρωματική πίστωση υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο ή όχι.

Τέτοιου είδους συμπληρωματική πίστωση είτε περιλαμβάνεται στην αρχική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη είτε, σε άλλη περίπτωση, διευκρινίζεται στο σημείο αυτό ότι η χορήγηση της συμπληρωματικής πίστωσης εξαρτάται από τη διενέργεια περαιτέρω αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή να αποπληρώσει το δάνειο.

4) Εάν η δυνατότητα περιλαμβάνει ένα αποταμιευτικό προϊόν (savings vehicle), πρέπει να εξηγούνται τα σχετικά επιτόκια.

5) Οι ενδεχόμενες πρόσθετες δυνατότητες ευελιξίας είναι οι εξής:

(α) «καθ' υπέρβαση πληρωμές/ανεπαρκείς πληρωμές» [καταβολή μεγαλύτερου ή μικρότερου ποσού από τη δόση που απαιτείται κανονικά σύμφωνα με τον πίνακα αποπληρωμής],

(β) «Διακοπές πληρωμής» (payment holiday) [περίοδοι κατά τις οποίες ο καταναλωτής δεν είναι υποχρεωμένος να πληρώνει],

(γ) «Επαναδανεισμός» (borrow back) [δυνατότητα του καταναλωτή να δανείζεται εκ νέου κεφάλαια που έχει εισπράξει και αποπληρώσει],

(δ) «Δυνατότητα πρόσθετης πίστωσης χωρίς νέα έγκριση»,

(ε) «Πρόσθετη εξασφαλισμένη ή μη εξασφαλισμένη πίστωση» [σύμφωνα με το ανωτέρω σημείο 3)],

(στ) «Πιστωτική κάρτα»,

(ζ) «Συνδεδεμένος τρεχούμενος λογαριασμός» και (η) «Συνδεδεμένος λογαριασμός ταμιευτηρίου».

6) Ο πιστωτικός φορέας μπορεί να συμπεριλάβει κάθε άλλη παρεχόμενη δυνατότητα ως μέρος της σύμβασης πίστωσης που δεν αναφέρεται στα προηγούμενα τμήματα.

Τμήμα «11. Λοιπά δικαιώματα του δανειολήπτη»

1) Ο πιστωτικός φορέας επεξηγεί το/τα δικαίωμα/δικαιώματα που υπάρχουν, π.χ. δικαίωμα υπαναχώρησης ή μελέτης και κατά περίπτωση άλλα δικαιώματα, όπως δυνατότητα μεταφοράς της πίστωσης (συμπεριλαμβανομένης της υποκατάστασης), διευκρινίζει τους όρους στους οποίους υπόκειται η άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, τη διαδικασία που χρειάζεται να ακολουθήσει ο καταναλωτής για την άσκηση τους, μεταξύ άλλων, τη διεύθυνση στην οποία θα πρέπει να αποσταλεί η κοινοποίηση της υπαναχώρησης, καθώς και τις αντίστοιχες χρεώσεις (κατά περίπτωση). Αναφορές στο παρόν τμήμα στην περίοδο μελέτης παρέχονται μόνο όταν υπάρχει δεσμευτική προσφορά.

2) Η περίοδος μελέτης ή το δικαίωμα υπαναχώρησης για τον καταναλωτή, δηλώνεται σαφώς.

3) Εάν η συναλλαγή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο σύναψης σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εξ αποστάσεως, ο καταναλωτής ενημερώνεται για την άσκησή του δικαιώματος υπαναχώρησης κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο ν. 2251/1994.

Τμήμα «12. Καταγγελίες/Παράπονα»

1) Στο τμήμα αυτό αναγράφεται το εσωτερικό σημείο επαφής [όνομα της σχετικής υπηρεσίας] και ο τρόπος επικοινωνίας με σκοπό τη διατύπωση καταγγελίας-παραπόνου [ταχυδρομική διεύθυνση] ή [αριθμός τηλεφώνου] ή [το αρμόδιο πρόσωπο επικοινωνίας]: [στοιχεία επικοινωνίας] και ηλεκτρονική παραπομπή στη διαδικασία υποβολής παραπόνων/ καταγγελιών του οχετικού ιστοτόπου ή παρεμφερούς πηγής πληροφοριών.

2) Αναγράφεται το όνομα του σχετικού φορέα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών , ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο των φορέων ΕΕΔ σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην Υπουργική Απόφαση Α.Π. 70330οικ./30-6-2015(ΦΕΚ 1421 Β'2015) και, εάν η χρησιμοποίηση της εσωτερικής διαδικασίας υποβολής παραπόνων αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση σε αυτόν, αυτό δηλώνεται χρησιμοποιώντας τη διατύπωση του μέρους Α.

3) Σε περίπτωση συμβάσεων πίστωσης με καταναλωτή που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, ο πιστωτικός φορέας παραπέμπει στο FIN-NET (http://ec.europa.eu/internal market/fin-net/).

Τμήμα «13. Αθέτηση των δεσμεύσεων που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης: συνέπειες για τον δανειολήπτη»

1) Σε περίπτωση που η αθέτηση οποιασδήποτε εκ των υποχρεώσεων του καταναλωτή που απορρέουν από την σύμβαση πίστωσης ενδέχεται να έχει οικονομικές ή νομικές συνέπειες για τον καταναλωτή, ο πιστωτικός φορέας περιγράφει στο παρόν τμήμα τις σημαντικότερες περιπτώσεις (π.χ. καθυστέρηση/αθέτηση πληρωμών, αθέτηση των υποχρεώσεων του τμήματος 8 «Πρόσθετες υποχρεώσεις») και αναφέρει πού μπορούν να αναζητηθούν περισσότερες πληροφορίες.

2) Για κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές, ο πιστωτικός φορέας διευκρινίζει, με σαφείς και κατανοητούς όρους, τις κυρώσεις ή τις συνέπειες που μπορεί να ακολουθήσουν. Δίνεται έμφαση στην αναφορά των σοβαρών συνεπειών.

3) Σε περίπτωση που το ακίνητο που αποτελεί εμπράγματη εξασφάλιση της πίστωσης μπορεί να επιστραφεί ή μεταβιβασθεί στον πιστωτικό φορέα, εάν ο καταναλωτής δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του, στο τμήμα αυτό περιλαμβάνεται σχετική δήλωση, με τη διατύπωση του μέρους Α.

Τμήμα «14. Πρόσθετες πληροφορίες»

1) Σε περίπτωση εμπορίας εξ αποστάσεως (distance marketing), το παρόν τμήμα θα περιλαμβάνει κάθε ρήτρα σχετικά με το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σύμβαση πίστωσης ή την παρέκταση της αρμοδιότητας.

2) Εάν ο πιστωτικός φορέας προτίθεται να επικοινωνεί με τον καταναλωτή κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης σε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα του ESIS, το γεγονός αυτό αναφέρεται και κατονομάζεται η γλώσσα επικοινωνίας. Αυτό ισχύει υπό την επιφύλαξη της τελευταίας περίπτωσης του σημείου (iii) του στοιχείου (α) της παραγράφου 3 του άρθρου 4Θ του ν. 2251/1994.

3) Ο πιστωτικός φορέα ή ο μεσίτης πιστώσεων επισημαίνει το δικαίωμα να χορηγηθεί ή να προσφερθεί, κατά περίπτωση, στον καταναλωτή αντίγραφο του σχεδίου της σύμβασης πίστωσης τουλάχιστον αφού έχει γίνει δεσμευτική προσφορά για τον πιστωτικό φορέα.

Τμήμα «15. Εποπτική αρχή»

Αναφέρονται η αρμόδια αρχή ή οι αρμόδιες αρχές αναφορικό με την εφαρμογή του προσυμβατικού σταδίου της διαδικασίας χορήγησης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Υπολογισμός της αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα λόγω πρόωρης αποπληρωμής της σύμβασης πίστωσης

Η εξίσωση βάσει της οποίας υπολογίζεται η αποζημίωση του πιστωτικού φορέα λόγω της πρόωρης εξόφλησης της πίστωσης από τον καταναλωτή λαμβάνει υπόψη τη διαφορά των επιτοκίων στην αγορά χρήματος (διατραπεζική αγορά), μεταξύ της χρονικής στιγμής έναρξης του σταθερού επιτοκίου και αυτής της επανατοποθέτησης του πρόωρα εξοφλούμενου κεφαλαίου. Το επιτόκιο της διατραπεζικής αγοράς βάσει του οποίου υπολογίζεται η αποζημίωση του πιστωτικού φορέα προσδιορίζεται με ακρίβεια στη σύμβαση.

Η αποζημίωση του πιστωτικού φορέα ισούται με το γινόμενο της διαφοράς των σχετικών επιτοκίων της διατραπεζικής αγοράς, εφόσον αυτή είναι θετική, επί το προώρως εξοφλούμενο ποσό επί το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα της περιόδου ισχύος σταθερού επιτοκίου, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

(θετική διαφορά επιτοκίων χ Προεξοφλούμενο ποσό χ Υπολειπόμενος χρόνος)/365=Χ

Όπου:

- Χ είναι το ποσό της αποζημίωσης σε δεκαδική μορφή (μέχρι δύο δεκαδικά ψηφία)

- «Θετική διαφορά επιτοκίων» (σε δεκαδική μορφή) είναι η θετική διαφορά μεταξύ του σταθερού επιτοκίου της διατραπεζικής αγοράς που ίσχυε κατά την έναρξη της περιόδου σταθερού επιτοκίου, για διάρκεια ίση με το χρονικό διάστημα ισχύος του σταθερού επιτοκίου στη σύμβαση πίστωσης, και του σταθερού διατραπεζικού επιτοκίου που ίσχυε κατά την προηγούμενη ημέρα της προώρου εξοφλήσεως της σύμβασης, για διάρκεια ίση με το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία πρόωρης εξόφλησης έως τη συμβατική λήξη του σταθερού επιτοκίου

- «Προεξοφλούμενο ποσό» είναι το προώρως εξοφλούμενο άληκτο κεφάλαιο της πίστωσης

- «Υπολειπόμενος χρόνος» (σε ημέρες) είναι το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα της περιόδου σταθερού επιτοκίου στη σύμβαση πίστωσης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV Ελάχιστες απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας

1. Οι ελάχιστες απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 8 σχετικά με το προσωπικό των πιστωτικών φορέων, και των μεσιτών πίστωσης και στην περίπτωση γ ) της παρ. 2 του άρθρου 28 σχετικά με τα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α) κατάλληλη γνώση των πιστωτικών προϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 και των συμπληρωματικών, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 2 υπηρεσιών ,

β) κατάλληλη γνώση της νομοθεσίας που αφορά τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές, ιδίως όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών

γ) κατάλληλη γνώση και κατανόηση της διαδικασίας αγοράς ακινήτων,

δ) κατάλληλες γνώσεις για την αποτίμηση της εξασφάλισης εγγυήσεων,

ε) κατάλληλη γνώση σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία των υποθηκοφυλακίων και κτηματολογίων,

στ) κατάλληλη γνώση της αγοράς του σχετικού κράτους

ζ) κατάλληλη γνώση των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας,

η) κατάλληλη γνώση της διαδικασίας αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των καταναλωτών ή, κατά περίπτωση, επάρκεια για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των καταναλωτών,

θ) κατάλληλο επίπεδο επάρκειας σε χρηματοοικονομικά και οικονομικά θέματα.

2. Κατά τον καθορισμό των ελάχιστων απαιτήσεων γνώσεων και επάρκειας, η αρμόδια αρχή μπορεί να θεσπίζει διαφορετικά επίπεδα και είδη απαιτήσεων σε σχέση με τα αναφερόμενα στο άρθρο 8 για το προσωπικό των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πίστωσης και σε σχέση με τα αναφερόμενα στην περιπτ. γ της παρ. 2 του άρθρου 28 πρόσωπα.

3. Η αρμόδια αρχή καθορίζει το κατάλληλο επίπεδο γνώσεων και επάρκειας με βάση:

α) τα επαγγελματικά προσόντα, π.χ. διπλώματα, πτυχία, κατάρτιση, δοκιμασίες δεξιοτήτων, ή

β) την επαγγελματική πείρα, η οποία μπορεί να οριστεί ως ελάχιστος αριθμός ετών εργασίας σε τομείς σχετικούς με την παραγωγή, διάθεση ή τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης, κατά την έννοια των περιπτ. α), β),και γ) της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος .

4. Μετά τις 21 Μαρτίου 2019, ο καθορισμός του κατάλληλου επιπέδου γνώσεων και επάρκειας, δεν βασίζεται αποκλειστικά στις απαιτήσεις που αναφέρονται στην περιπτ. β) της παρ.3.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Λοιπές ρυθμίσεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών

Άρθρο 42
Τροποποίηση του άρθρου 6 του ν. 2778/1999

Όπου στη διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 2778/1999 (Α' 295), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 18 του ν. 3581/2007 (Α' 140), καθώς και στις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 6, της παρ. 2 του άρθρου 16 και της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 2778/1999 γίνεται αναφορά σε εκτίμηση ή έκθεση εκτιμητή του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, νοείται, εφεξής, εκτίμηση ή έκθεση από ανεξάρτητο εκτιμητή.

Άρθρο 43
Εναρμόνιση καταστατικών των οικοδομικών συνεταιρισμών

1. Τίθεται προθεσμία 12 μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου για την εναρμόνιση των καταστατικών των οικοδομικών συνεταιρισμών, οι οποίοι δεν έχουν λυθεί και εκκαθαρισθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 4030/2011 (Α' 249), όπως ισχύει.

2. Για την εναρμόνιση, οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί, υποχρεούνται, πέραν των λοιπών στοιχείων που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, και στην προσκόμιση φορολογικής ενημερότητας στο αρμόδιο ειρηνοδικείο.

3. Τα τελευταία τέσσερα εδάφια της παρ. 14 του άρθρου 39 του ν. 4030/2011, όπως προστέθηκαν με την παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 4223/2013 (Α' 287), αντικαθίστανται ως εξής:

«Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης οικοδομικού συνεταιρισμού στην υποχρέωση εναρμόνισης του καταστατικού του εντός της ως άνω προθεσμίας, ο συνεταιρισμός διαλύεται αυτοδικαίως. Η διάλυση αναγνωρίζεται με πράξη του Ειρηνοδίκη, μετά από αίτηση της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών ή οποιουδήποτε έχοντος έννομο συμφέρον. Η πράξη του Ειρηνοδίκη καταχωρίζεται στο μητρώο της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 1667/1987 (Α' 196) και κοινοποιείται αμελητί στην ως άνω Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, εφαρμόζεται, δε, αναλόγως και η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1667/1987.»

Άρθρο 44
Κατάργηση διατάξεων των άρθρων δεύτερου και τρίτου του ν. 3755/2009

Καταργούνται αναδρομικά από 23.03.2015 οι παράγραφοι 1, 3, 4, 5, 6, 8 και 9 του όρθρου δεύτερου καθώς και το άρθρο τρίτο του ν.3755/2009 «Κύρωση της Σύμβασης παραχώρησης των λιμενικών εγκαταστάσεων των προβλητών II και III του σταθμού εμπορευματοκιβωτίων της ανώνυμης εταιρείας Όργανισμός Λιμένος Πειραιώς Α.Ε.' (ΟΑΠ Α.Ε.) και ρύθμιση συναφών θεμάτων» (Α' 52).

Άρθρο 45
Προσθήκη υποπαραγράφου Β.11 στην παράγραφο Β του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013

Στην παρ. Β του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α' 107), όπως ισχύει, προστίθεται υποπαράγραφος Β.11 και η υποπαράγραφος Β.11 αναριθμείται σε Β. 12, ως εξής:

«ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.11: ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ 1. Για τη διασφάλιση της υποχρέωσης διαφάνειας, όπου τίθεται από τους ενωσιακούς κανόνες, σχετικά με τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων, αναρτώνται σε δημόσια προσβάσιμο διαδικτυακό ιστότοπο συνοπτικές πληροφορίες για χορηγηθείσες μεμονωμένες κρατικές ενισχύσεις μετά την 1η Ιουλίου 2016. Οι πληροφορίες που δημοσιεύονται περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την επωνυμία και το ΑΦΜ του δικαιούχου, το είδος και τον τομέα δραστηριότητας της επιχείρησης, το ποσό ενίσχυσης και το μέσο ενίσχυσης, καθώς και όποιο άλλο στοιχείο προβλέπει η ενωσισκή νομική βάση χορήγησης της ενίσχυσης. Η συναίνεση του δικαιούχου για την εν λόγω δημοσίευση τεκμαίρεται με τη λήψη της ενίσχυσης.

2. Τα ως άνω απαιτούμενα στοιχεία καταχωρούνται στο σχετικό ηλεκτρονικό σύστημα από τις Αποκεντρωμένες Μονάδες Κρατικών Ενισχύσεων, με βάση τα στοιχεία που τους παρέχονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες και επικυρώνονται από την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων. Οι χρήστες του συστήματος ορίζονται από την Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων, μετά από αίτηση της Αποκεντρωμένης Μονάδας.»

Άρθρο 46
Τροποποίηση διατάξεων του άρθρου 27 του ν. 2859/2000 και κατάργηση διάταξης του άρθρου δέκατου τρίτου του ν. 4211/2013

1. Η περίπτ. α' της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 2859/2000 «Κώδικας ΦΠΑ» (Α' 248) αντικαθίσταται ως εξής

«α) Η παράδοση και η εισαγωγή πλοίων που εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:

αα) πλοία που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στην ναυσιπλοΐα ανοικτής θαλάσσης και τα οποία εκτελούν μεταφορά επιβατών με κόμιστρο ή με τα οποία ασκείται εμπορική, βιομηχανική ή αλιευτική δραστηριότητα,

αβ) πλοία παράκτιας αλιείας,

αγ) πλοία που προορίζονται για διάλυση,

αδ) πολεμικό πλοία και πλοία του Δημοσίου,

αε) ναυαγοσωστικά και άλλα πλοία επιθαλάσσιας αρωγής.

Εξαιρούνται τα πλοία ιδιωτικής χρήσης που προορίζονται για αναψυχή ή αθλητισμό.

Απαλλάσσονται επίσης η παράδοση και εισαγωγή αντικειμένων και υλικών, εφόσον προορίζονται να ενσωματωθούν ή να χρησιμοποιηθούν στα πλοία και πλωτά μέσα της περίπτωσης αυτής.

Για την εφαρμογή της απαλλαγής της υποπερίπτωσης (αα), ως πλοία που προορίζονται για την ναυσιπλοΐα ανοικτής θαλάσσης θεωρούνται τα πλοία που πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις :

(i) έχουν ναυπηγηθεί για την ανοικτή θάλασσα ήτοι στα οποία το μέγιστο εξωτερικό μήκος του κύτους είναι ίσο ή ανώτερο των 12μέτρων και τα οποία υπάγονται στις δασμολογικές διακρίσεις 8901 10 10, 8901 20 10,
8901 30 10, 8901 90 10, 8902 00 10, 8903 91 10, 8903 92 10, 8904 00 91 και 8906 90 10 του Κοινού Δασμολογίου της Ε.Ε [καν. (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου, όπως ισχύει] και

(ii) διενεργούν δραστηριότητα κυρίως στην ανοικτή θάλασσα.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της ανωτέρω υποπερίπτωσης (ii).»

2. Η περίπτ. ια) της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν.2859/2000 «Κώδικας ΦΠΑ» ( καταργείται.

3. Η παρ. 3 του άρθρου δεκάτου τρίτου του ν. 4211/2013 (Α' 256) καταργείται.

Άρθρο 47
Τροποποίηση του άρθρου 15 του ν. 2622/1998

Το εδάφιο α' του άρθρου 15 του ν. 2622/1998( Α' 138) αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 976/1979 (Α' 236), που ρυθμίζουν την έκταση της ευθύνης των οδηγών, για τα τροχαία ατυχήματα που προκαλούνται από μηχανοκίνητα οχήματα του Δημοσίου, εφαρμόζονται ανάλογα και για τα ατυχήματα που προκαλούνται από πλωτά μέσα της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων»

Άρθρο 48
Τροποποίηση του άρθρου 23Λ του ν. 3086/2002

1. Η παρ. 1 του άρθρου 23Α του ν. 3086/2002 (Α'324), που προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 4170/2013 (Α' 163), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Δαπάνες που αφορούν αμοιβές και έξοδα φυσικών ή νομικών προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, κατόπιν σχετικών εντολών λειτουργών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως ιδίως δικηγορικών εταιρειών, δικηγόρων, δικαστικών επιμελητών, μεταφραστών, πραγματογνωμόνων, συμβολαιογράφων, δαπάνες για δημοσιεύσεις στον τύπο και μετακινήσεις μελών του Ν.Σ.Κ. και γενικότερα δαπάνες που σχετίζονται με ενέργειες ενώπιον ημεδαπών ή αλλοδαπών δικαστηρίων περιλαμβανομένων των διαιτητικών, υπάγονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του π.δ. 113/2010 (Α' 194) και βαρύνουν τους αντίστοιχους Κ.Α.Ε. των προϋπολογισμών των αρμόδιων Υπουργείων ή άλλων Αρχών του εκάστοτε οικονομικού έτους, εντός του οποίου εκκαθαρίζονται.»

2. Στο άρθρο 23Α του ν. 3086/2002 προστίθεται παρ. 3, ως εξής:

«3. Σε περιπτώσεις συμμετοχής του Δημοσίου ή νομικών προσώπων και ανεξάρτητων αρχών, που εκπροσωπούνται δικαστικά από το ΝΣΚ, σε εθνικές ή διεθνείς διαιτητικές δίκες επιτρέπεται, με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. μετά από εισήγηση του μέλους του ΝΣΚ που χειρίζεται την υπόθεση, η ανάθεση της σύνταξης γνωμοδοτήσεων, ιδίως νομικών ή τεχνικών, σε Έλληνες ή και σε αλλοδαπούς ειδικούς εμπειρογνώμονες, χωρίς να είναι απαραίτητη η τήρηση διαδικασιών που τυχόν προβλέπονται για την ανάθεση συμβάσεων του Δημοσίου. Η σχετική σύμβαση υπογράφεται από τον Πρόεδρο του ΝΣΚ και ορίζει τον αντισυμβαλλόμενο, το αντικείμενο της γνωμοδότησης και τον χρόνο παράδοσής της, τους όρους εμπιστευτικότητας που διέπουν τις χορηγούμενες πληροφορίες, την αμοιβή του γνωμοδοτούντος και τον τρόπο και χρόνο καταβολής της καθώς και τον τρόπο επίλυσης των διαφορών που προκύπτουν από τη σύμβαση. Η σχετική δαπάνη και τα λοιπά έξοδα βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Υπουργείου ή του φορέα τον οποίο αφορά η δίκη, στον οποίο και αποστέλλονται τα σχετικά παραστατικά και δικαιολογητικά πληρωμής για αναγνώριση, εκκαθάριση και πληρωμή. Για την καταβολή της αμοιβής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 1.»

Άρθρο 49
Τροποποίηση του άρθρου 4 του ν. 4350/2015

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 15 του άρθρου πρώτου της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 18ης Ιουλίου 2015 (Α' 84), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4350/2015 (Α' 161), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Για μια πενταετία από την έναρξη ισχύος της παρούσας αναστέλλεται η άσκηση ποινικής δίωξης στα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου. Η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί με αίτησή της να λαμβάνει στοιχεία που υποβάλλονται στην Επιτροπή προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς των αρμοδιοτήτων της.»

Άρθρο 50
Τροποποιήσεις ν. 4370/2016

1. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτ. 20 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4370/2016 (Α' 37), αντικαθίσταται ως εξής:

«Στην έννοια των καταθέσεων δεν εμπίπτουν (i) οι συμφωνίες πώλησης με σύμφωνο επαναγορός (repos), οι απαιτήσεις εκ των οποίων καλύπτονται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των όρθρων 16 έως 19 για τις επενδυτικές υπηρεσίες και (ii) το ηλεκτρονικό χρήμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 4021/2011 (Α' 218) και τα ποσά που λαμβάνονται έναντι του ηλεκτρονικού χρήματος, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 3 του ν. 4021/2011.»

2. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 4370/2016 τροποποιείται ως εξής: «Το όριο αυτό ισχύει για το σύνολο των καταθέσεων που τηρούνται στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των καταθέσεων, το νόμισμα και τον τόπο κατάθεσης.»

3. Το εδάφιο γ'της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 4370/2016 καταργείται.

4. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 4370/2016 τροποποιείται ως εξής:

« 3. Το ΤΕΚΕ, αμέσως μόλις του κοινοποιηθεί η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της δικαστικής αρχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις υποπεριπτώσεις α' και β' της περίπτωσης 27 της παραγράφου 1 του άρθρου 3, καταρτίζει κατάλογο καταθετών με βάση τα στοιχεία της παραγράφου 3 του άρθρου 41 που του υποβάλλονται από το πιστωτικό ίδρυμα, στο οποίο αφορούν οι ως άνω αποφάσεις. ».

5. Η περίπτ. η' της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4370/2016, τροποποιείται ως εξής:

«η. Οι απαιτήσεις του Δημοσίου, όπως αυτό ορίζεται στην περίπτ. στ' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α' 143), όπως ισχύει, των_υπερεθνικών οργανισμών, των ομοσπονδιακών, ομόσπονδων, επαρχιακών και τοπικών διοικητικών αρχών, καθώς και των ΟΤΑ.».

6. Η παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 4370/2016 τροποποιείται ως εξής:

«2. Αν το όριο κάλυψης αυξηθεί συνεπεία διάταξης νόμου, το ΔΣ αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία για την ανάλογη αναπροσαρμογή των τακτικών εισφορών στο ΣΚΕ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 32.» .

7. Το εδάφιο γ' της παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 4370/2016 καταργείται.

8. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4370/2016 τροποποιείται ως εξής:

«Τα εκ των ανωτέρω χρηματικά διαθέσιμα τηρούνται σε ειδικούς λογαριασμούς του ΣΚΚ στην Τράπεζα της Ελλάδος και κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 39.».

9. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 27 του ν. 4370/2016, τροποποιείται ως εξής:

«Έως την 1η Ιουλίου κάθε έτους, αρχής γενομένης από την 1η Ιουλίου 2016, κάθε πιστωτικό ίδρυμα που συμμετέχει στο ΣΚΚ αποστέλλει στο ΤΕΚΕ τα στοιχεία της τελευταίας ημέρας του προηγούμενου έτους, που ορίζει το ΤΕΚΕ για τον προσδιορισμό του βαθμού κινδύνου που αναλαμβάνει. Τα εν λόγω στοιχεία υπογράφονται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του πιστωτικού ιδρύματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί τον έλεγχο των υποβαλλόμενων στοιχείων για τον υπολογισμό της βάσης εισφορών είτε αυτοβούλως στα πλαίσια της εποπτικής της αρμοδιότητας είτε κατόπιν αιτήματος του ΤΕΚΕ.».

10. Οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 32 του ν. 4370/2016 αντικαθίστανται ως εξής:

«4. Οι συμμετέχοντες στο ΣΚΕ καταβάλλουν εισφορές, οι οποίες αντιστοιχούν στην ετήσια μεταβολή της αξίας περιουσιακών στοιχείων επενδυτών - πελατών των συμμετεχόντων στο ΣΚΕ.

5.Το ΔΣ αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία για την αναπροσαρμογή του ύψους και του τρόπου υπολογισμού της ετήσιας τακτικής εισφοράς της παραγράφου 4 του παρόντος όταν επιτευχθεί εύλογη σχέση μεταξύ των διαθεσίμων του ΣΚΕ και της συνολικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων επενδυτών - πελατών των συμμετεχόντων, τη διακοπή λόγω επίτευξης ευλόγου σχέσεως και την εκ νέου καταβολή της ετησίας εισφοράς, καθώς και την τυχόν επιστροφή εισφορών που προκύπτουν από λάθος υπολογισμό των εισφορών αυτών, στους συμμετέχοντες στο ΣΚΕ που τις έχουν καταβάλει. Το ΔΣ αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία για την ως άνω εύλογη σχέση.».

11. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 4370/2016, τροποποιείται ως εξής:

« 3. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να λειτουργούν τα απαραίτητα συστήματα, σύμφωνα με τις εκάστοτε επιχειρησιακές και τεχνικές προδιαγραφές που ορίζει το ΤΕΚΕ, όπως το ηλεκτρονικό αρχείο πελατοκεντρικού συστήματος (ΗΑΠΣ), τα οποία διασφαλίζουν τον εντοπισμό και την παρακολούθηση των λογαριασμών ανά καταθέτη για την υποβολή των στοιχείων τουλάχιστον των περιπτώσεων α', β' και ε' της παραγράφου 1 και του αποτελέσματος του συμψηφισμού σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 10 προς το ΤΕΚΕ. .».

12. Στο τέλος του άρθρου 47 του Ν. 4370/2016 προστίθεται νέο άρθρο 47Α ως εξής: «Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή και αρχή εξυγίανσης, ο Υπουργός Οικονομικών, ως ορισθείσα αρχή, το ΤΕΚΕ καθώς και κάθε άλλη σχετική διοικητική αρχή συνεργάζονται μεταξύ τους κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο. Στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας δύνανται να συνάπτουν μεταξύ τους έγγραφα μνημόνια συνεννόησης».

Άρθρο 51 Τροποποιήσεις ν. 4335/2015

1. Η παρ. 6 του εσωτερικού άρθρου 3 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α' 87), αντικαθίσταται ως εξής: «6. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενεργώντας κατά περίπτωση με την ιδιότητα της αρχής εξυγίανσης ή της αρμόδιας αρχής μπορούν να καθορίζουν κριτήρια, να θεσπίζουν κανόνες, να λαμβάνουν μέτρα, γενικά ή ειδικά, ανά ίδρυμα ή οντότητα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους, και να παρακολουθούν διαρκώς την τήρηση των υποχρεώσεων των ιδρυμάτων ή οντοτήτων, ιδίως μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων και γραπτών επεξηγήσεων και μέσω της διενέργειας επιτόπιων ελέγχων. Μεταξύ άλλων, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στο πλαίσιο των ανωτέρω αρμοδιοτήτων τους, μπορούν να θεσπίζουν κανόνες προς συμμόρφωση με κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και πρότυπα της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (Ε.Α.Τ.).»

2. Η παρ. 9 του εσωτερικού άρθρου 4 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 αντικαθίσταται ως εξής:

«9. Ειδικότερα θέματα για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου ρυθμίζονται με απόφαση της αρμόδιας αρχής και της αρχής εξυγίανσης, στο πεδίο της αρμοδιότητάς τους κατά τις παραγράφους 1 και 6 του άρθρου 4 του ν. 4261/2014 και την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου.»

3. Η παρ. 7 του εσωτερικού άρθρου 5 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 αντικαθίσταται ως εξής:

«7. Οι διατάξεις των άρθρων 4, 5, 6 και 9 εφαρμόζονται και επί των εταιρειών χρηματοδοτικής μίσθωσης, εταιρειών παροχής πιστώσεων και των εταιρειών πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων που υπόκεινται σε ατομική βάση στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία».

4. Η παράγραφος 4 του εσωτερικού άρθρου 98 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«4.Τα ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να εξοφλούν αμελλητί και πλήρως τις εισφορές που αναφέρονται στο παρόν όρθρο, όπως αυτές καθορίζονται από την αρχή εξυγίανσης. Εφόσον παρέχεται η δυνατότητα της παραγράφου 3, οι εισφορές κάθε ιδρύματος με δεσμεύσεις προς πληρωμή αντιστοιχούν κατ' ανώτατο στο 30% των εισφορών που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Τα ιδρύματα υποχρεούνται στην κατάλληλη λογιστική παρακολούθηση, την υποβολή στοιχείων στην αρχή εξυγίανσης, καθώς και σε κάθε απαραίτητη ενέργεια προκειμένου να διασφαλίσουν την πλήρη εξόφληση των οφειλόμενων εισφορών. Υποχρεούνται επίσης να διαθέτουν διαδικασίες για την ορθή και έγκαιρη εξόφληση των εισφορών και την πρόληψη της διαφυγής, της αποφυγής και της κατάχρησης, λαμβανομένων υπόψη των πράξεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 8 του άρθρου 103 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.».

Άρθρο 52 Τροποποιήσεις ν. 4261/2014

1. Στην παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 4261/2014 (Α' 107) προστίθεται περίπτωση ζ) ως εξής:

«ζ) τους ειδικότερους όρους, προϋποθέσεις και περιορισμούς για την πραγματοποίηση ειδικών συμμετοχών των πιστωτικών ιδρυμάτων σε εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα, όπως ορίζεται στην περίπτ. 27 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (EE) 575/2013, ή σε εταιρείες που εμπίπτουν στην περίπτωση β) της παραγράφου 1 του άρθρου 89 του ίδιου Κανονισμού για την οποία απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.»

2. Στην παρ. 2 του όρθρου 63 του ν. 4261/2014 προστίθεται περίπτ. α) ως εξής:

«α) ειδικές διαδικασίες για τη λήψη και την παρακολούθηση καταγγελιών για παραβάσεις,»

3. Στο άρθρο 66 του ν. 4261/2014 προστίθεται παρ. 3 ως εξής:

« 3. Ειδικότερα θέματα και τεχνικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.»

4. α. Η περίπτ. α της παρ. 1 του άρθρου 145α του ν. 4261/2014 αντικαθίσταται ως εξής: «(α) Απαιτήσεις της περίπτωσης δ 1 του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα.»

β. Η έναρξη ισχύος της περίπτωσης α της παρούσας παραγράφου αρχίζει με την έναρξη ισχύος του ν. 4336/2015 (Α' 94).

5. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 148 του ν. 4261/2014 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ισχύει, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος για κάθε τροποποίηση του καταστατικού τους που αφορά το είδος των δραστηριοτήτων τους, καθώς και σε κάθε περίπτωση μεταβολής του συνεταιριστικού κεφαλαίου που σχετίζεται με την έκδοση νέων συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των προαιρετικών, με τη μεταβολή της ονομαστικής αξίας αυτών, με τον καθορισμό των όρων, προϋποθέσεων και τρόπου εξόφλησης των μερίδων και με τη μέθοδο αποτίμησης για την αναπροσαρμογή της αξίας τους κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό συνεταίρων, καθώς και με τη μετατροπή ομολόγων σε συνεταιριστικές μερίδες.»

6. Η παρ. 1 του άρθρου 166 του ν. 4261/2014 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργείται ο ν. 3601/2007 (Α' 178) και οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά σε αυτόν νοείται στο εξής ως αναφορά στις αντίστοιχες κατά περιεχόμενο διατάξεις του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (EE) αριθ. 575/2013.»

Άρθρο 53
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4389/2016

1. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 8 του ν. 4389/2016 (Α' 94) προστίθενται εδάφια ως εξής: «Για τον Πρόεδρο, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης και τον Εμπειρογνώμονα που καλούνται από το εξωτερικό, αναγνωρίζονται έξοδα κίνησης με κάθε μεταφορικό μέσο, ημερήσια αποζημίωση εξωτερικού και έξοδα διανυκτέρευσης εξωτερικού της περ. β' της κατηγορίας I της παρ. 1 του άρθρου 5 του Κεφ. Α' της Υποπαρ. Δ.9. της Παρ. Δ' του Μέρους Β' του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α'94). Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης του προηγούμενου εδαφίου και ο Εμπειρογνώμονας εξαιρούνται του ανωτάτου ορίου ημερών εκτός έδρας του άρθρου 3 του Κεφ. Α' της Υποπαρ. Δ.9. της Παρ. Δ' του Μέρους Β' του όρθρου 2 του ν.4336/2015».

2. Στο όρθρο 14 του ν. 4389/2016 προστίθεται παρ. 7, ως εξής:

«7. Με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Διοικητής της Αρχής δύναται να καθορίζει και να ανακαθορίζει το προτυπωμένο σήμα (λογότυπο), του οποίου μπορεί να κάνει χρήση η Αρχή.»

3. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Αρχής, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης και ο Εμπειρογνώμονας συνεδριάζουν ως Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων και για τις συνεδριάσεις τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 8.»

4. Στο άρθρο 41 του ν. 4389/2016 προστίθενται παρ. 12 και 13, ως εξής:

«12. Ο Γενικός Γραμματέας της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών μπορεί να συστήσει τις Υπηρεσίες που συγκροτούν τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών (Γ.Δ.Ο.Υ.) της Αρχής, να καθορίσει τη δομή, τις αρμοδιότητες και τον χρόνο έναρξης λειτουργίας αυτής και των υπηρεσιών της, με την διαδικασία που προβλέπεται στις υποπερίπτ. αα' και ββ' της περίπτ. θ' της παρ. 4 του άρθρου 14, καθώς και τις οργανικές θέσεις αυτών, να προκηρύξει τις θέσεις των Προϊσταμένων της Γενικής Διεύθυνσης και των οργανικών μονάδων της, να επιλέξει αυτούς και να τοποθετήσει προσωπικό σε αυτές.

13. Το προτυπωμένο σήμα (λογότυπος) της παρ. 7 του άρθρου 14, του οποίου μπορεί να κάνει χρήση η Αρχή, δύναται να καθοριστεί με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, πριν την έναρξη λειτουργίας της Αρχής».

Άρθρο 54

Παραχωρείται στο Δήμο Χαλανδρίου Αττικής για σαράντα (40) έτη η αποκλειστική χρήση του δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ 1168, εκτάσεως 29.720 τ.μ., με σκοπό να λειτουργήσουν σε αυτό χώροι αθλητισμού και κοινόχρηστοι χώροι.

Στο παραπάνω ακίνητο χωροθετούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 9 του Π.Δ. της 23-2/6-3-87 (Δ' 166) χρήσεις, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης.

Το παρόν άρθρο έχει αναδρομική ισχύ από την 1η Οκτωβρίου του έτους 2011.

Άρθρο 55

Η παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 489/1976 (Α' 331), όπως κωδικοποιήθηκε ως παρ. 4 του άρθρου 25 του π.δ. 237/1986 (Α' 110), καταργείται.

Άρθρο 56

Η περίπτ. δ'της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.2628/1998(Α' 151), αντικαθίσταται ως εξής:

«δ) τον Γενικό Γραμματέα Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών με αναπληρωτή τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών.»

Άρθρο 57 Έναρξη ισχύος

Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.

Συνημμένα



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο