Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 06-04-2001 ]

ΠΟΛ.1099/6.4.2001 Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του ν.2873/2000, οι οποίες αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων.

(Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του ν.2873/2000, οι οποίες αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων. )

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα, 6 Απριλίου 2001
Αρ.Πρωτ.1036441/632/Α0012

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝ.Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΠΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛ. ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ (Δ.12)
ΤΜΗΜΑ Α'

ΠΟΛ.: 1099

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του ν.2873/2000, οι οποίες αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων

1. Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 8 και 39 του ν.2873/2000 "Φορολογικές ελαφρύνσεις και απλουστεύσεις και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 285 Α') οι οποίες αναφέρονται σε θέματα φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων.

2. Για καθένα από τα παραπάνω άρθρα σας παρέχουμε τις ακόλουθες ερμηνευτικές οδηγίες με σκοπό την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.

Άρθρο 3

Ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η παράγραφος 4 του άρθρου 5 του ν.2238/1994, με την οποία ρυθμίζονται θέματα φορολογίας του εισοδήματος που αποκτούν τα ανήλικα τέκνα από την προσωπική τους εργασία ή από περιουσιακά στοιχεία που περιέρχονται σε αυτά.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι το ανήλικο τέκνο έχει δική του φορολογική υποχρέωση:

α) Για τα εισοδήματα που αποκτά από την προσωπική του εργασία που παρέχει με σχέση εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή με μίσθωση έργου.

β) Για τα εισοδήματα που αποκτά από περιουσιακά στοιχεία που έχουν περιέλθει σε αυτό από κληρονομιά.

γ) Για τα εισοδήματα που αποκτά από περιουσιακά στοιχεία που έχουν περιέλθει σε αυτό από χαριστικές παροχές (δωρεές) τρίτων, εκτός από τα εισοδήματα που προέρχονται από περιουσιακά στοιχεία που έχουν περιέλθει στο ανήλικο από χαριστικές παροχές (δωρεές - γονικές παροχές) του γονέα του, τα οποία συναθροίζονται και φορολογούνται στο όνομα του γονέα που του τα παραχώρησε.

Στην περίπτωση αυτή, εάν το ανήλικο τέκνο αποκτά εισοδήματα από περιουσιακά στοιχεία που προέρχονται από χαριστική παροχή τρίτου, π.χ. δωρεά από τον παππού και εισοδήματα από χαριστική παροχή του γονέα, π.χ. γονική παροχή από τη μητέρα, τότε τα μεν πρώτα εισοδήματα θα δηλωθούν στη δική του φορολογική δήλωση, τα δε δεύτερα θα δηλωθούν και θα φορολογηθούν στο όνομα της μητέρας.

δ) Για τα εισοδήματα που αποκτά από περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν σε αυτό από χαριστικές παροχές του γονέα, ο οποίος έχει αποβιώσει κατά το χρόνο που προκύπτει αυτό το εισόδημα.

ε) Για τα εισοδήματα από συντάξεις που απονεμήθηκαν στο ανήλικο τέκνο λόγω θανάτου του πατέρα του ή της μητέρας του και

στ) Για τα εισοδήματα που προκύπτουν από περιουσιακά στοιχεία που περιέρχονται σε αυτό με βάση δικαστική απόφαση, ως υποκατάστατα των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στο ανήλικο και τα οποία εκποιήθηκαν.

Ειδικότερα, εάν το ανήλικο τέκνο αποκτά εισόδημα από περιουσιακό στοιχείο που περιήλθε σε αυτό με χαριστική παροχή του γονέα, το εισόδημα αυτό φορολογείται στο όνομα του γονέα που το παραχώρησε, καθώς και το εισόδημα που προέρχεται από το υποκατάστατο του.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο ανήλικο τέκνο εκποιούνται με βάση δικαστική απόφαση και στη θέση τους περιέρχονται στο ανήλικο άλλα περιουσιακά στοιχεία (υποκατάστατα).

Σε αυτές τις περιπτώσεις διακρίνονται τα εξής:

α) Το περιουσιακό στοιχείο, που εκποιήθηκε έχει περιέλθει στο ανήλικο τέκνο από χαριστική παροχή ενός από τους γονείς, τότε:

αα) Εάν η αξία του υποκατάστατου είναι ίση ή μικρότερη από την αξία του περιουσιακού στοιχείου που εκποιήθηκε, το εισόδημα που προκύπτει από αυτό, φορολογείται στο όνομα του γονέα που το παραχώρησε.

ββ) Εάν η αξία του υποκατάστατου είναι μεγαλύτερη από την αξία του περιουσιακού στοιχείου που εκποιήθηκε, το εισόδημα που προκύπτει από αυτό, θεωρείται μέρος χαριστικής παροχής που έγινε στο τέκνο από το γονέα που έχει το μεγαλύτερο ποσό εισοδήματος και φορολογείται επιμεριζόμενο ανάλογα με την αξία του περιουσιακού στοιχείου που εκποιήθηκε και την επιπλέον αξία του υποκατάστατου, στο όνομα του γονέα που το παραχώρησε και στο όνομα του γονέα που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα. Δηλαδή, το ποσό του εισοδήματος που αναλογεί επιμεριστικά στο γονέα που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα, εξευρίσκεται με τον πολλαπλασιασμό του ποσού του εισοδήματος που προκύπτει από το υποκατάστατο, με κλάσμα που έχει αριθμητή τη διαφορά της αξίας του υποκατάστατου από την αξία του περιουσιακού στοιχείου που εκποιήθηκε και παρανομαστή την αξία του υποκατάστατου. Το υπόλοιπο ποσό του εισοδήματος θα φορολογηθεί στο όνομα του γονέα που παραχώρησε το περιουσιακό στοιχείο.

Παράδειγμα:

Ανήλικος έχει περιουσιακό στοιχείο από γονική παροχή αξίας 40.000.000 δρχ.

Με βάση δικαστική απόφαση αυτό εκποιείται και


το υποκατάστατο του έχει μεγαλύτερη αξία έστω

50.000.000 δρχ.


Διαφορά

10.000.000 δρχ.


Το εισόδημα που προκύπτει από το υποκατάστατο είναι 1.000.000 δραχμές και επιμερίζεται ως εξής: Γονέας που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα

1.000.000 Χ 10.000.000 = 200.000 δραχμές

50.000.000


Γονέας που παραχώρησε το αρχικό περιουσιακό στοιχείο

1.000.000 Χ 40.000.000 = 800.000 δρχ.

50.000.000


Συνεπώς, από το εισόδημα του 1.000.000 δρχ. ο γονέας που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα θα φορολογηθεί για ποσό 200.000 δρχ. και ο γονέας που έχει παραχωρήσει το περιουσιακό στοιχείο που εκποιήθηκε για ποσό 800.000 δρχ.

Εάν ο γονέας που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα συμπίπτει να έχει κάνει χαριστική παροχή στο ανήλικο τέκνο το περιουσιακό στοιχείο που εκποιήθηκε, τότε ο γονέας αυτός φορολογείται για ολόκληρο το ποσό του εισοδήματος που προέρχεται από το υποκατάστατο, δηλαδή για 1.000.000 δρχ.

β) Το περιουσιακό στοιχείο που εκποιήθηκε έχει περιέλθει στο ανήλικο τέκνο από τρίτο πρόσωπο από οποιαδήποτε αιτία, π.χ. δωρεά ή κληρονομιά από παππού, γιαγιά, θείο κτλ. ή από κληρονομιά των γονέων, τότε:

αα) Εάν η αξία του υποκατάστατου είναι ίση ή μικρότερη από την αξία του περιουσιακού στοιχείου που εκποιήθηκε, το εισόδημα που προκύπτει από αυτό, φορολογείται ολόκληρο στο όνομα του ανήλικου τέκνου, δηλαδή το συνολικό ποσό του 1.000.000 δραχμών στο παραπάνω παράδειγμα.

ββ) Εάν η αξία του υποκατάστατου είναι μεγαλύτερη από την αξία του περιουσιακού στοιχείου που εκποιήθηκε, τότε ο γονέας με το μεγαλύτερο εισόδημα φορολογείται για το μέρος του εισοδήματος που αναλογεί στην επιπλέον αξία του υποκατάστατου, δηλαδή για το ποσό των 200.000 δραχμών και το ανήλικο τέκνο για το ποσό των 800.000 δραχμών, όπως τα ποσά αυτά προκύπτουν στο παραπάνω παράδειγμα.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση γ' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από το οικονομικό έτος 2001, για τα εισοδήματα της χρήσης 2000 και στο εξής.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνεται το ποσό του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση της κύριας κατοικίας του φορολογούμενου που απαλλάσσεται από το φόρο με βάση τα τέκνα που τον βαρύνουν. Ειδικότερα το ακαθάριστο τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση της κύριας κατοικίας του φορολογούμενου απαλλάσσεται για την επιφάνεια της κύριας κατοικίας του μέχρι 150 τ.μ., η οποία προσαυξάνεται κατά 20 τ.μ. για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα και κατά 30 τ.μ. για κάθε τέκνο από το τρίτο και μετά, που βαρύνουν το φορολογούμενο.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτούν οι υπόχρεοι από 1ης Ιανουαρίου 2001 και μετά.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις, αναγνωρίζονται επιπλέον ως πρόσωπα που βαρύνουν το φορολογούμενο και τα ενήλικα άγαμα τέκνα του τα οποία δεν έχουν υπερβεί το 25ο έτος της ηλικίας τους και παρακολουθούν δημόσια ή ιδιωτικά ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) στην Ελλάδα.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από το οικονομικό έτος 2001, για τα πρόσωπα που συνοικούν με το φορολογούμενο και τον βαρύνουν από 1ης Ιανουαρίου 2000 και μετά.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνεται το ποσό του ετήσιου εισοδήματος που μπορεί να αποκτούν τα πρόσωπα που ορίζονται από το νόμο (τέκνα, γονείς κτλ.) προκειμένου να θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο, εφόσον συνοικούν με αυτόν, από 300.000 δραχμές σε 400.000 δραχμές και για αυτούς που παρουσιάζουν αναπηρία 67% και πάνω από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση, από 600.000 δραχμές σε 800.000 δραχμές.

Με τις ίδιες διατάξεις καθορίζονται ρητά τα εισοδήματα, τα οποία δε λαμβάνονται υπόψη, κατά τον υπολογισμό του παραπάνω ορίου εισοδήματος των 400.000 και 800.000 δραχμών, τα οποία είναι τα εξής:

α) Το τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κύριας ή δευτερεύουσας κατοικίας ή από την παραχώρηση της χρήσης ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα, σε πρόσωπα που είναι συγγενείς με αυτόν, μέχρι το δεύτερο βαθμό συγγενείας εξ αίματος, δηλαδή γονείς - παιδιά - εγγόνια - αδέλφια.

Παράδειγμα: Γονέας του φορολογούμενου που αποκτά ετήσιο εισόδημα από σύνταξη του Ο.Γ.Α. 350.000 δραχμές και επιπλέον τεκμαρτό εισόδημα 600.000 δραχμές από δωρεάν παραχώρηση ακινήτου στον εγγονό του (παππούς - εγγονός, δεύτερος βαθμός συγγενείας εξ αίματος), θεωρείται προστατευόμενο μέλος του φορολογούμενου.

β) Τα εισοδήματα των ανήλικων τέκνων που σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.2238/1994 προστίθενται στο εισόδημα του γονέα.

Παράδειγμα: Ανήλικο τέκνο που αποκτά ετήσιο εισόδημα 1.100.000 δραχμές από περιουσιακό στοιχείο που περιήλθε σε αυτό από γονική παροχή της μητέρας του, θεωρείται προστατευόμενο μέλος του φορολογούμενου, καθόσον το εισόδημα αυτό προστίθεται στο συνολικό εισόδημα της μητέρας του.

γ) Τα ποσά που καταβάλλονται στο ανήλικο τέκνο ως διατροφή, με βάση δικαστική απόφαση ή ύστερα από συμφωνία που καταρτίστηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Επίσης, με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι, δε θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο, τα ανήλικα άγαμα τέκνα και οι ανήλικοι ορφανοί από πατέρα και μητέρα συγγενείς μέχρι τον τρίτο βαθμό με οποιονδήποτε από τους συζύγους, εάν αποκτούν εισόδημα από εμπορικές ή γεωργικές επιχειρήσεις ή αμοιβές από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το ύψος του εισοδήματος, εκτός εάν το σχετικό αυτό δικαίωμα το απόκτησαν οι παραπάνω ανήλικοι από κληρονομιά οπότε θεωρούνται προστατευόμενα μέλη.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτούν ή τις δαπάνες που πραγματοποιούν οι υπόχρεοι από 1ης Ιανουαρίου 2001 και μετά.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται υποπερίπτωση δδ' στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις θεωρείται δαπάνη και αφαιρείται από το συνολικό εισόδημα του φορολογούμενου και το ποσό που καταβάλλει για την αγορά συσκευής ηλεκτρονικού υπολογιστή, των περιφερειακών συσκευών που αποτελούν ενιαίο σύνολο με αυτόν (π.χ. εκτυπωτής, Scaner, κτλ.) και για την αγορά εκπαιδευτικού λογισμικού, καθώς και για την πρόσβαση στο διαδίκτυο (Internet).

Στην παραπάνω δαπάνη δεν περιλαμβάνεται το ποσό που καταβάλλεται για την αναβάθμιση του ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Αν το ποσό αυτής της δαπάνης είναι μέχρι και εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) δραχμές, η δαπάνη εκπίπτει στο σύνολο της. Αν το ποσό της υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) δραχμές, εκπίπτει ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) αυτής, μη δυνάμενο το εκπιπτόμενο ποσό να υπερβεί τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) δραχμές, αλλά ούτε να είναι μικρότερο από τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) δραχμές.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση δ' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1ης Ιανουαρίου 2001 και μετά.

6. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου, αντικαθίσταται το πέμπτο εδάφιο της περίπτωσης δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν.2238/1994.

Με τη νέα διάταξη περιορίζεται το ανώτατο όριο του ποσού της δαπάνης που αφαιρείται από το εισόδημα του φορολογούμενου από 15% σε 10% του συνολικού φορολογούμενου εισοδήματος του, για χορηγίες στα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα υπάρχουν ή συνιστώνται, εφόσον επιδιώκουν σκοπούς πολιτιστικούς.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση δ' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1ης Ιανουαρίου 2001 και μετά.

7. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου, αντικαθίσταται το όγδοο εδάφιο της περίπτωσης δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν.2238/1994.

Με την νέα διάταξη αυξάνεται από 80.000 δραχμές σε 100.000 δραχμές το όριο του ποσού των δωρεών, που αφαιρείται ως δαπάνη από το συνολικό εισόδημα του φορολογούμενου, πάνω από το οποίο απαιτείται κατάθεση των δωρεών σε ειδικό λογαριασμό του νομικού προσώπου που πρέπει να ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε τράπεζα που νόμιμα λειτουργεί στην Ελλάδα.

Από τις διατάξεις που ισχύουν προβλέπεται ότι η διαδικασία της κατάθεσης των δωρεών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε τράπεζα, δεν απαιτείται όταν πρόκειται για δωρεές που καταβάλλονται στο Δημόσιο, τους δήμους και τις κοινότητες του κράτους, τους ιερούς ναούς, τις ιερές μονές του Αγίου Όρους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, την Ιερά Μονή Σινά, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα κρατικά και δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία, που αποτελούν νομικά πρόσωπα

ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, καθώς και το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση δ' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1ης Ιανουαρίου 2001 και μετά.

8. Με την παράγραφο 8 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το δέκατο τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνεται από 100.000 δραχμές σε ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές το ποσό της δωρεάς και της χορηγίας, αθροιστικά για κάθε δωρεοδόχο ή αποδέκτη της χορηγίας, πάνω από το οποίο γίνεται παρακράτηση φόρου, προκειμένου το ποσό της δωρεάς ή χορηγίας να αφαιρεθεί από το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου.

Με τις ίδιες διατάξεις μειώνεται ο συντελεστής του φόρου που παρακρατείται από το δωρητή ή χορηγό για το πάνω από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές ποσό της δωρεάς ή της χορηγίας από είκοσι τοις εκατό (20%) σε δέκα τοις εκατό (10%).

Συνεπώς, για να αφαιρεθεί από το συνολικό εισόδημα του δωρητή ή χορηγού, η δαπάνη της δωρεάς ή χορηγίας που υπερβαίνει το 1.000.000 δραχμές, πρέπει να παρακρατηθεί και να αποδοθεί ο παραπάνω φόρος.

Επιπλέον, με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι δεν απαιτείται παρακράτηση φόρου για τις δωρεές χρηματικών ποσών προς το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, προκειμένου οι δωρεές αυτές να αφαιρεθούν από το εισόδημα του φορολογουμένου.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση δ' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1ης Ιανουαρίου 2001 και μετά.

9. Με την παράγραφο 9 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν.2238/1994.

Με τη νέα διάταξη αυξάνονται σε είκοσι (20) τα τετραγωνικά μέτρα, από 15 τ.μ. που ίσχυε, για κάθε τέκνο που βαρύνει το φορολογούμενο ή τον άλλο σύζυγο, με τα οποία προσαυξάνεται η επιφάνεια της κατοικίας την οποία διαθέτει ο υπόχρεος, η σύζυγος του ή τα τέκνα του, προκειμένου να κριθεί αν η κατοικία που αποκτά με τη λήψη στεγαστικού δανείου θεωρείται πρώτη, ώστε να δικαιούται την αφαίρεση από το συνολικό εισόδημα του, των τόκων του δανείου αυτού.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τις δαπάνες που πραγματοποιούν οι υπόχρεοι από 1ης Ιανουαρίου 2001 και μετά.

10. Με την παράγραφο 10 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994 ως εξής:

Κλιμάκιο

εισοδήματος

Φορολογικός

συντελεστής

%

Φόρος

Κλιμακίου

Σύνολο

εισοδήματος

Σύνολο

φόρου


2.100.000

0

0

2.100.000

0


746.000

5

37.300

2.846.000

37.300


1.706.000

15

255.900

4.552.000

293.200


3.407.000

30

1.022.100

7.959.000

1.315.300


9.088.000

40

3.635.200

17.047.000

4.950.500
Υπερβάλλον

42,5


Με αυτή τη φορολογική κλίμακα, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, υπολογίζεται ο φόρος στο εισόδημα που αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα από το οικον. έτος 2002 (εισοδήματα χρήσης 1/1 - 31/12/2001) και μετά.

Σημειώνεται ότι για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους το πρώτο κλιμάκιο της φορολογικής κλίμακας αυξάνει κατά 300.000 δρχ. στο ποσό των 2.400.000 δρχ. με ισόποση μείωση του δεύτερου κλιμακίου της ίδιας κλίμακας, το οποίο ύστερα από αυτή μένει στο ποσό των 446.000 δρχ.

11. Με την παράγραφο 11 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1/1/2002 και μετά ο καταληκτικός φορολογικός συντελεστής της φορολογικής κλίμακας μειώνεται από 42,5% σε 40%.

12. Με την παράγραφο 12 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου προβλέπεται η αναπροσαρμογή των ποσών των κλιμακίων της φορολογικής κλίμακας του άρθρου 9 του ν. 2238/1994, ανάλογα με το δείκτη τιμών καταναλωτή, ο οποίος καταρτίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας. Η αναπροσαρμογή γίνεται κάθε δύο (2) έτη με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

13. Με την παράγραφο 13 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση γ' και το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνονται τα ποσά φόρου (TAX CREDITS) ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων που βαρύνουν το φορολογούμενο, για τους φορολογούμενους που έχουν τρία (3) ή τέσσερα (4) τέκνα.

Ειδικότερα τα ποσά μείωσης του φόρου ανέρχονται σε:

α) Εβδομήντα χιλιάδες (70.000) δραχμές για κάθε τέκνο του, όταν ο φορολογούμενος έχει τρία (3) τέκνα που τον βαρύνουν.

β) Ογδόντα χιλιάδες (80.000) δραχμές για κάθε τέκνο του, όταν ο φορολογούμενος έχει τέσσερα (4) τέκνα που τον βαρύνουν.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2001 και μετά.

14. Με την παράγραφο 14 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται εδάφιο στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι ο φορολογούμενος δε χάνει το δικαίωμα της έκπτωσης δυόμισι τοις εκατό (2,5%) κατά την καταβολή της οφειλής που προκύπτει από την εκκαθάριση του φόρου με βάση τροποποιητική δήλωση εφόσον:

α) Η νέα οφειλή είναι μικρότερη από την αρχική και ο υπόχρεος κατέβαλε την αρχική οφειλή και έτυχε παρόμοιας έκπτωσης.

β) Είχε καταβάλει μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης ποσό της αρχικής οφειλής που καλύπτει σε ποσοστό το ενενήντα επτά και μισό τοις εκατό (97,5%) της νέας οφειλής.

γ) Το λάθος για το οποίο έγινε η νέα εκκαθάριση, οφείλεται σε υπαιτιότητα της φορολογικής αρχής.

Τονίζεται ότι, επειδή η διάταξη αναφέρεται σε φόρο που καταβάλλεται με βάση τροποποιητική δήλωση, τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση που η νέα εκκαθάριση γίνεται με βάση τροποποιητική δήλωση, που υποβλήθηκε από υπαιτιότητα του φορολογούμενου.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ι' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 28 Δεκεμβρίου 2000.

Ανεξάρτητα από αυτό, τα παραπάνω είχαν γίνει δεκτά από τη Διοίκηση πριν από την ψήφιση του κοινοποιούμενου νόμου.

15. Με την παράγραφο 15 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίστανται τα τέσσερα τελευταία εδάφια της υποπερίπτωσης αα' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι για να αναγνωριστεί η δαπάνη του ενοικίου που καταβάλλει ετησίως ο φορολογούμενος για κύρια κατοικία του ή για κατοικία των τέκνων του που φοιτούν σε αναγνωρισμένα σχολεία ή σχολές του εσωτερικού, πρέπει απαραίτητα στις οικείες ενδείξεις της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος να αναγράψει τον αριθμό φορολογικού μητρώου του εκμισθωτή και όχι τον αριθμό ταυτότητας.

Διευκρινίζεται ότι, όπως έχει γίνει δεκτό με την 552/1995 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο Α.Φ.Μ. δεν αποτελεί απόρρητο στοιχείο του φακέλου του φορολογουμένου γιατί είναι μεταξύ των στοιχείων του φορολογουμένου με ευρεία δημοσιότητα, που αναγράφεται στις αποδείξεις και στα τιμολόγια που εκδίδονται και του οποίου αυξάνει συνεχώς η χρήση στην καθημερινή συναλλαγή. Συνεπώς, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεούται να χορηγεί τον Α.Φ.Μ. του εκμισθωτή ή του μισθωτή κατά περίπτωση, ύστερα από αίτηση του προσώπου που είναι υπόχρεο για την αναγραφή του αριθμού στην ετήσια δήλωση φόρου εισοδήματος ή στα οικεία έντυπα που συνυποβάλλονται με αυτή.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ι' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 28 Δεκεμβρίου 2000.

16. Με την παράγραφο 16 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 11 του άρθρου 13 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις προστίθεται η Εθνική Λυρική Σκηνή στους φορείς εκείνους των οποίων οι αμοιβές που καταβάλλουν σε ξένα καλλιτεχνικά συγκροτήματα ή μεμονωμένους καλλιτέχνες ξένων χωρών για τη συμμετοχή τους σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα, φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου δεκαπέντε τοις εκατό (15%).

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται από 1η Ιανουαρίου 2001 και μετά.

17. Με την παράγραφο 17 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 68 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνεται από πέντε χιλιάδες (5.000) δραχμές σε εννέα χιλιάδες (9.000) δραχμές το ποσό για το οποίο δεν εκδίδεται φύλλο ελέγχου, αθροιστικά λαμβανόμενο για το φορολογούμενο και τη σύζυγο του.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται ή για δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1η Ιανουαρίου 2001 και μετά.

18. Με την παράγραφο 18 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 74 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνεται από πέντε χιλιάδες (5.000) δραχμές σε εννέα χιλιάδες (9.000) δραχμές το ποσό για το οποίο αμελείται η βεβαίωση, αθροιστικά λαμβανόμενο για το φορολογούμενο και τη σύζυγο του και το οποίο προκύπτει από οποιοδήποτε τίτλο βεβαίωσης.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται ή για δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1η Ιανουαρίου 2001 και μετά.

19. Με την παράγραφο 19 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, στους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες ορισμένου χρόνου αλλά διάρκειας μικρότερης από ένα έτος, η παρακράτηση φόρου ενεργείται με συντελεστή στο ακαθάριστο ποσό του ημερομισθίου ο οποίος ορίζεται σε τρία τοις εκατό (3%) για ημερομίσθιο πάνω από οκτώ χιλιάδες (8.000) δραχμές. Σημειώνεται ότι αν στον εργαζόμενο που αμείβεται με ημερομίσθιο καταβάλλονται και ποσά για πρόσθετη εργασία, τότε για τον υπολογισμό του παρακρατούμενου φόρου λαμβάνεται υπόψη το μέσο ημερομίσθιο της περιόδου που εργάσθηκε ο δικαιούχος.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1ης Ιανουαρίου 2001 και μετά.

20. Με την παράγραφο 20 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται η παράγραφος 2 του άρθρου 55 του ν. 2238/1994, με την οποία οριζόταν ότι ο δικαιούχος των αμοιβών μπορούσε να ζητήσει την παρακράτηση φόρου με μεγαλύτερο συντελεστή στα εισοδήματα εργοληπτών κατασκευής τεχνικών έργων, στα εισοδήματα αντιπροσώπων, πρακτόρων, μεσιτών κτλ. και στις προμήθειες, μεσιτείες, ενοίκια αυτοκινήτων, μηχανημάτων.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτούνται από 1ης Ιανουαρίου 2001 και μετά.

21. Με την παράγραφο 21 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται η παράγραφος 2 του άρθρου 58 του ν. 2238/1994 με την οποία οριζόταν ότι ο φορολογούμενος μπορούσε να ζητήσει να παρακρατηθεί στις αμοιβές του από ελευθέρια επαγγέλματα φόρος με μεγαλύτερο συντελεστή.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτούνται από 1ης Ιανουαρίου 2001 και μετά.

22. Με την παράγραφο 22 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση α' της παραγράφου 2 του άρθρου 55 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, δε βεβαιώνεται προκαταβολή φόρου, όταν το ποσό της προκαταβολής που πρέπει να βεβαιωθεί δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτούνται από 1ης Ιανουαρίου 2001 και μετά.

23. Με την παράγραφο 23 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται παράγραφος 4 στο άρθρο 53 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, αν γίνει νέα εκκαθάριση δήλωσης φορολογίας εισοδήματος λόγω υποβολής τροποποιητικής δήλωσης, εφόσον με τη νέα εκκαθάριση μειωθεί ο φόρος, μειώνεται ανάλογα και η προκαταβολή του φόρου. Τα παραπάνω εφαρμόζονται ανεξάρτητα αν η νέα εκκαθάριση γίνεται από υπαιτιότητα του φορολογούμενου ή από υπαιτιότητα της φορολογικής αρχής.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ι' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 28 Δεκεμβρίου 2000. Ανεξάρτητα από αυτό, τα παραπάνω είχαν γίνει δεκτά από τη Διοίκηση πριν από τη ψήφιση του κοινοποιούμενου νόμου.

24. Με τη παράγραφο 24 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 118 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, για τα φυσικά πρόσωπα που κατοικούν μόνιμα σε νησιά με πληθυσμό, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους, το ποσό του πρώτου κλιμακίου εισοδήματος της κλίμακας της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994, προκειμένου να υπολογιστεί ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημα τους, αυξάνεται σε τέσσερα εκατομμύρια τριακόσιες χιλιάδες (4.300.000) δραχμές.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ι' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 28 Δεκεμβρίου 2000. Συνεπώς, ισχύουν και για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν μέσα στο 2000.

Άρθρο 4

Φορολογία Επιτηδευματιών

1. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου επαναδιατυπώνεται το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του ν. 2238/1994, προκειμένου να αναφέρεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 48 που αφορά τους τόκους που επιδικάζονται σε αρχιτέκτονες, μηχανικούς και τοπογράφους λόγω καθυστέρησης καταβολής των αμοιβών τους και όχι όπως εσφαλμένα αναφέρονταν το άρθρο 42 του ν. 2238/1994.

2. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης α' της παραγράφου 5 του άρθρου 33 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις μεταβάλλεται ο τρόπος υπολογισμού των καθαρών κερδών που πρέπει να δηλώσουν οι εκμεταλλευτές επιβατικών λεωφορείων που δεν είναι ενταγμένα σε Κ.Τ.Ε.Λ. Ειδικότερα, ενώ μέχρι τώρα τα καθαρά κέρδη αυτών των υπόχρεων προσδιορίζονταν μόνο με βάση το ποσοστό της άδειας κυκλοφορίας και με το αν οδηγός αυτών των αυτοκινήτων ήταν ο ιδιοκτήτης ή τρίτο πρόσωπο, με τις νέες διατάξεις για τον υπολογισμό των κερδών τους λαμβάνεται πλέον υπόψη, εκτός από τα παραπάνω και ο αριθμός των θέσεων κάθε λεωφορείου.

Έτσι, με βάση τα παραπάνω τα καθαρά κέρδη των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται επιβατικά λεωφορεία μη ενταγμένα σε Κ.Τ.Ε.Λ. προσδιορίζονται ως εξής:

Θέσεις

Με οδηγό τον ιδιοκτήτη

Με οδηγό τρίτο πρόσωπο




Άδεια κυκλοφορίας

Άδεια κυκλοφορίας




100%

50%

100%

50%
Μέχρι 25 5.284.000 3.834.000 4.227.000 3.067.000
Από 26 μέχρι και 38 5.813.000 4.461.000 4.755.000 3.450.000
Από 39 μέχρι και 52 6.077.000 4.774.000 5.019.000 3.641.000
Από 53 και πάνω 6.342.000 5.088.000 5.284.000 3.834.000


Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση στ' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα καθαρά κέρδη, που αποκτούν οι δικαιούχοι από 1ης Ιανουαρίου 2000 και μετά. Κατά τα λοιπά (περιορισμός αυτών των ποσών ανάλογα με τους μήνες εκμετάλλευσης του λεωφορείου κτλ.) εφαρμόζονται χωρίς καμιά μεταβολή, όσα ίσχυαν μέχρι σήμερα.

3. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου παρέχεται, σε συνέχεια των διατάξεων του άρθρου 10 (παράγραφος 8) του ν.2579/1998 και 32 (παράγραφος 13) του ν.2648/1998 και πάλι η δυνατότητα στους υπόχρεους, για υποθέσεις τους που αφορούν μεταβίβαση αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης και οι σχετικές δηλώσεις είχαν υποβληθεί με τις προϊσχύουσες διατάξεις και δεν έχουν περαιωθεί οριστικά μέχρι τη δημοσίευση αυτού του νόμου (28 Δεκεμβρίου 2000), δηλαδή οι δηλώσεις που έχουν υποβληθεί παραμένουν ανέλεγκτες ή έχουν ελεγχθεί και δεν έχουν περαιωθεί οριστικά και εκκρεμούν στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες ή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, να τις περαιώσουν οριστικά, εφόσον οι υπόχρεοι υποβάλουν στον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας σχετική συμπληρωματική δήλωση ή αίτηση και πραγματοποιήσουν διοικητική επίλυση της διαφοράς μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή μέχρι τις 28 Ιουνίου 2001, και συγχρόνως καταβάλουν εφάπαξ το ποσό του φόρου που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου. Επειδή πολλοί από τους υπόχρεους δεν γνωρίζουν τη δυνατότητα που τους παρέχεται για την οριστική περαίωση των εκκρεμών υποθέσεων τους παρακαλούμε να τους αποστείλετε ταχυδρομικώς ατομικές προσκλήσεις, και να τους καλείτε όπως σ' εύλογο χρόνο προσέλθουν για την άρση της εκκρεμότητας που έχουν.

4. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου οι υπόχρεοι μπορούν να καταβάλουν το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 του ν.2579/1998, εφόσον η φορολογική ενοχή γεννήθηκε μέσα στο έτος 1998. Αν η φορολογική ενοχή γεννήθηκε σε προγενέστερο από το 1998 έτος, μπορούν να καταβάλουν το παραπάνω ποσό φόρου μειωμένο κατά ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) για κάθε έτος προγενέστερο. Η μείωση αυτή δεν μπορεί να υπερβεί το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 του ν.2579/1998.

Παράδειγμα:

Ιδιοκτήτης επιβατικού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης με έδρα την Αθήνα πούλησε στις 15.3.1993 το αυτοκίνητο αυτό μαζί με την άδεια κυκλοφορίας του. Για τη μεταβίβαση αυτή υπέβαλε δήλωση φόρου υπεραξίας και κατέβαλε φόρο υπεραξίας π.χ. 250.000 δρχ.

Ο παραπάνω φορολογούμενος εφόσον η υπόθεση του παραμένει ανέλεγκτη ή έχει ελεγχθεί και δεν έχει περαιωθεί οριστικά, έχει τη δυνατότητα να περαιώσει την υπόθεση του αυτή, εφόσον καταβάλλει τα εξής ποσά φόρου: Για τη μεταβιβαζόμενη άδεια: 900.000-900.000 X 25% (έκπτωση 5% για κάθε έτος προγενέστερο του 1998) =

675.000
Για το μεταβιβαζόμενο αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα - πάγιο στοιχείο:
100.000-100.000 X 25% (έκπτωση 5% για κάθε έτος προγενέστερο του 1998) =

75.000
Σύνολο

750.000
Μείον το ποσό που έχει καταβληθεί με την υποβολή της δήλωση φόρου υπεραξίας

250.000
Ποσό φόρου που οφείλεται με βάση τις κοινοποιούμενες διατάξεις

500.000


Συνεπώς, ο υπόχρεος προκειμένου να περαιωθεί η υπόθεση του, πρέπει να καταβάλει το ποσό των 500.000 δραχμών.

Τέλος, γίνεται δεκτό να περαιωθούν ως ειλικρινείς οι οικείες δηλώσεις που εκκρεμούν, εφόσον με βάση αυτές έχουν καταβληθεί συνολικά ποσά φόρου που δεν υπολείπονται των ανωτέρω μέχρι το ποσό των 9.000 δραχμών, ή είναι ίσα ή μεγαλύτερα από τα ποσά που προβλέπονται από τις κοινοποιούμενες διατάξεις.

Οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 4, σύμφωνα με την περίπτωση ι' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 28 Δεκεμβρίου 2000.

5. Με την παράγραφο 8 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η παράγραφος 3 του άρθρου 28 του ν.2789/2000.

Με βάση τις νέες διατάξεις ο περιορισμός των καθαρών κερδών που προκύπτουν με βάση το λογιστικό προσδιορισμό, όπως αυτός ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν.2238/1994, στο ύψος των κερδών που προσδιορίζονται εξωλογιστικά προσαυξημένων, αυτών των εξωλογιστικών κερδών, κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), παρατείνεται και εφαρμόζεται για τα κέρδη που θα αποκτηθούν μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2003.

Υπενθυμίζεται ότι, ο περιορισμός αυτός εφαρμόζεται μόνο στις επιχειρήσεις εμπορίας ή παραγωγής αγαθών (παράγραφος 1 άρθρου 33 ν.2238/1994) και προκειμένου για μεικτές επιχειρήσεις (παράγραφοι 3 και 4 άρθρου 33 ν.2238/1994) μόνο για τον κλάδο εμπορίας ή παραγωγής αγαθών.

6. Με την παράγραφο 9 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η πρώτη περίοδος της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι το εισόδημα των ειδικών περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 21 του ν.2238/1994 λογίζεται ως εισόδημα από οικοδομές και όχι ως εισόδημα από ακίνητα.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση στ' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτούν οι δικαιούχοι από 1ης Ιανουαρίου 2000 και μετά.

7. Με την παράγραφο 10 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι. προκειμένου για επιχειρήσεις εμπορίας ή παραγωγής αγαθών που τηρούν βιβλία Β κατηγορίας του Κ.Β.Σ. (παράγραφος 1 άρθρου 33 ν.2238/1994) και για μεικτές επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία Β' κατηγορίας ή προαιρετικά Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., εφόσον στην περίπτωση αυτή τα έσοδα τους από την παροχή υπηρεσιών είναι τουλάχιστον το 70% των συνολικών εσόδων τους, και έχουν έσοδα από παροχή υπηρεσιών μέχρι και 20.000.000 δρχ. (παράγραφος 3 άρθρου 33 ν.2238/1994), αν με βάση απόφαση δικαστηρίου (λόγω πτώχευσης, ιδιόχρησης κτλ.) εκποιούν όλα τα προϊόντα τους, τότε οι διατάξεις του άρθρου 33 (λογιστικός και εξωλογιστικός προσδιορισμός καθαρών κερδών) δεν εφαρμόζεται για τις επιχειρήσεις αυτές. Προϋπόθεση εφαρμογής της απαλλακτικής αυτής διάταξης είναι οι επιχειρήσεις αυτές μέχρι τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης να λειτουργούν τουλάχιστον για δύο πλήρη ημερολογιακά έτη. Διευκρινίζεται ότι προκειμένου για μεικτές επιχειρήσεις η απαλλαγή αυτή εφαρμόζεται μόνο για τον κλάδο της εμπορίας ή παραγωγής αγαθών αυτών των επιχειρήσεων. Συνεπώς, ο κλάδος παροχής υπηρεσιών θα υπαχθεί κανονικά στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 33 του ν.2238/1994.

8. Με την παράγραφο 11 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν για εισοδήματα που έχουν αποκτήσει οι επιχειρήσεις από τη χρήση 1999.

Συνεπώς, οι επιχειρήσεις που υπάγονται σ' αυτές τις διατάξεις μπορούν να υποβάλουν στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία σχετικές ανακλητικές δηλώσεις οικονομικού έτους 2000 (χρήσης 1999). Οι δηλώσεις αυτές μπορούν να υποβληθούν μέχρι το τέλος του 2001.

9. Με την παράγραφο 12 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, το έτος 2000 λογίζεται ως πρώτο έτος έναρξης της περιόδου που ορίζεται για την έκδοση της κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης με την οποία προβλέπεται ελάχιστη αμοιβή, για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για τη σύμπραξη τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, η οποία είναι ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν.2753/1999. Έτσι οι ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων που προσδιορίστηκαν με την 1118877/2240/Α0012/ΠΟΛ. 1314/21.12.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ισχύουν από 1.1.2001 έως 31.12.2002.

10. Με την παράγραφο 19 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η υποπερίπτωση δδ' του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, εξαιρούνται από την υποχρέωση παρακράτησης φόρου Δημόσιες Υπηρεσίες, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, κοινωφελή ιδρύματα, οργανισμοί και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, δημόσιες επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου γενικά όταν προμηθεύονται αγαθά ή τους παρέχονται υπηρεσίες από τις πολεμικές βιομηχανίες ΕΑΒ, ΕΒΟ, ΠΥΡΚΑΛ και ΕΛΒΟ, καθώς και από το Κέντρο Επιχειρηματικής Πολιτιστικής Ανάπτυξης (Κ.Ε.Π.Α.) και την Αναπτυξιακή Ένωση Μακεδονίας (ΑΝ.Ε.Μ.).

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου σύμφωνα με την περίπτωση ι' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως , δηλαδή από 28 Δεκεμβρίου 2000.

Άρθρο 5

Τεκμήρια δαπανών διαβίωσης

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η παράγραφος 2 του άρθρου 16 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι το συνολικό ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν, όπως προσδιορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994, προσαυξάνεται κατά 10% για καθένα στοιχείο προσδιορισμού της δαπάνης πέρα από το δεύτερο. Το ποσό της προσαύξησης δεν μπορεί να υπερβεί το διπλάσιο του μεγαλύτερου ποσού της τεκμαρτής δαπάνης που προκύπτει από τα στοιχεία που έχει στην κυριότητα ή στην κατοχή του ο υπόχρεος, η σύζυγος του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν.

Παράδειγμα

Φορολογούμενος έχει 2 επιβατικά αυτοκίνητα με τεκμαρτή δαπάνη 4.850.000 και 3.400.000 αντίστοιχα, μια μοτοσικλέτα με τεκμαρτή δαπάνη 1.000.000 και ανεμόπτερο με τεκμαρτή δαπάνη 2.200.000.

Η σύζυγος του έχει επιβατικό αυτοκίνητο με τεκμαρτή δαπάνη 4.050.000, σκάφος αναψυχής με τεκμαρτή δαπάνη 3.600.000 και πισίνα με τεκμαρτή δαπάνη 2.000.000.

Η συνολική τεκμαρτή δαπάνη τους είναι: 4.850.000 + 3.400.000 + 1.000.000 + 2.200.000 + 4.050.000 + 3.600.000 + 2.000.000 = 21.100.000.

Επειδή τα στοιχεία προσδιορισμού της τεκμαρτής δαπάνης είναι εφτά (7) το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά 50%, δηλαδή κατά 21.100.000 X 50% = 10.550.000.

Επειδή όμως η προσαύξηση δεν μπορεί να υπερβεί το διπλάσιο του μεγαλύτερου ποσού της τεκμαρτής δαπάνης, περιορίζεται στο ποσό των 9.700.000 (4.850.000 X 2).

Συνεπώς, η συνολική τεκμαρτή δαπάνη του φορολογουμένου και της συζύγου του θα είναι 21.100.000+9.700.000=30.800.000.

Δεν προσαυξάνεται με κανένα ποσοστό η δαπάνη που προκύπτει σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994, όταν το ποσό αυτής δεν υπερβαίνει τα 2.500.000 δρχ.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθενται δύο εδάφια στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι στις περιπτώσεις α' και στ' της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994 (τέκνα που υπηρετούν τη στρατιωτική θητεία τους στις ένοπλες δυνάμεις, πρόσωπα που συγκατοικούν με συγγενείς πρώτου βαθμού και έχουν μειωμένες δαπάνες διαβίωσης), η διαφορά μεταξύ της τεκμαρτής και της πραγματικής δαπάνης διαβίωσης που υποστηρίζει ο φορολογούμενος ότι πραγματοποίησε (μαχητό τεκμήριο), προστίθεται στην ετήσια συνολική τεκμαρτή δαπάνη του γονέα ή του τέκνου, κατά περίπτωση, που συμβάλλει στις δαπάνες διαβίωσης του υπόχρεου.

Προκειμένου για τους γονείς η διαφορά τεκμαρτής δαπάνης υπολογίζεται σε εκείνον που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα. Σε περίπτωση που οι γονείς έχουν ίσο εισόδημα, η διαφορά θα επιμεριστεί ισομερώς μεταξύ τους.

Για την εφαρμογή αυτής της διάταξης ως εισόδημα λαμβάνεται αυτό που φορολογείται με τις γενικές διατάξεις. Αν ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας δε δεχτεί το μαχητό τεκμήριο ή επιμερίσει τη δαπάνη μεταξύ των υπόχρεων με άλλη αναλογία, θα μεταφέρει τη φορολογητέα ύλη με βάση τις διατάξεις του άρθρου 72 του ν. 2238/1994.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης στ' του άρθρου 17 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις καταργείται το τεκμήριο δαπάνης από τις πιστωτικές κάρτες όταν ο υπόχρεος αγοράζει καταναλωτικά αγαθά μέσω αυτών.

Τονίζεται ότι, όταν ο φορολογούμενος αγοράζει μη καταναλωτικά αγαθά, από αυτά που αποτελούν τεκμήριο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2238/1994, η δαπάνη που καταβάλλει αποτελεί τεκμήριο, ανεξάρτητα από τον τρόπο που την καταβάλλει.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης γ' του άρθρου 17 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνονται σε 20 τα τετραγωνικά μέτρα για κάθε τέκνο που βαρύνει το φορολογούμενο ή τον άλλο σύζυγο, με τα οποία προσαυξάνεται η επιφάνεια της κατοικίας την οποία διαθέτει ο υπόχρεος, η σύζυγος του ή τα τέκνα τους, προκειμένου να κριθεί αν η νέα κατοικία που αποκτά απαλλάσσεται από το τεκμήριο αγοράς ως πρώτη κατοικία.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση α' του άρθρου 18 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι δεν υπολογίζεται ετήσια τεκμαρτή δαπάνη με βάση ένα αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης μέχρι 14 φορολογήσιμους ίππους και σε φορολογούμενο με τρία (3) τουλάχιστον τέκνα που τον βαρύνουν. Αν ο φορολογούμενος έχει περισσότερα επιβατικά αυτοκίνητα Ι.Χ. η εξαίρεση από την τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης εφαρμόζεται για ένα αυτοκίνητο μέχρι 14 φορολογήσιμους ίππους, κατ' επιλογή του.

6. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1ης Ιανουαρίου 2001 και μετά.

Άρθρο 8

Φορολογική διαδικασία

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 8 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται εδάφιο στην παράγραφο 7 του άρθρου 4 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών όπως με αποφάσεις του καθορίζει τη διαδικασία, τον τύπο και το περιεχόμενο της δήλωσης εκχώρησης εισοδημάτων στο Δημόσιο, τα δικαιολογητικά που συνυποβάλλονται με αυτήν, τη διαδικασία βεβαίωσης των ποσών των εισοδημάτων που εκχωρούνται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 7 του άρθρου 4 του ν. 2238/1994. Κατ' εφαρμογή αυτής της διάταξης εκδόθηκε η 1036819/642/Α0012/ΠΟΛ 1096/6-4-2001 απόφαση του Υπ. Οικον/κων η οποία σας έχει κοινοποιηθεί.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 8 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, η προθεσμία υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του αποβιώσαντος υπόχρεου, από τους κληρονόμους του, για το σύνολο των εισοδημάτων που απόκτησε μέχρι τη χρονολογία του θανάτου του, παρατείνεται για περίοδο δύο (2) μηνών, μετά την πάροδο της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομιάς, η οποία είναι καταρχάς τετράμηνος (ΑΚ 1847), δηλαδή συνολικά για έξι μήνες, εφόσον στη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του κληρονομούμενου δεν έχει συμπληρωθεί εξάμηνο από την ημερομηνία θανάτου του κληρονομούμενου.

Παραδείγματα: Ημερομηνία θανάτου υπόχρεου Προθεσμία υποβολής δήλωσης Ημερομηνία υποβολής δήλωσης
από τους κληρονόμους
α) 20-2-2001 15-3-2001 20-8-2001
β) 20-11-2000 15-3-2001 20-5-2001
γ) 20-7-2000 15-3-2001 15-3-2001


Στις περιπτώσεις α' και β' παρατείνεται για διάστημα έξι μηνών, από το θάνατο του φορολογούμενου, η ημερομηνία υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του υπόχρεου κληρονομούμενου, από τους κληρονόμους του, καθόσον από την ημερομηνία θανάτου, στις 20-2-2001 και 20-11-2000 αντίστοιχα, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της φορολογικής δήλωσης, που είναι η 15-3-2001, δεν συμπληρώνονται έξι μήνες.

Σημειώνεται ότι στην α' περίπτωση η δήλωση φορολογίας εισοδήματος του κληρονομούμενου οικονομικού έτους 2001, θα περιλαμβάνει τα εισοδήματα της χρήσης 2000, δηλαδή αυτά που αποκτήθηκαν από 1-1-2000 έως 31-12-2000, ενώ τα εισοδήματα της χρήσης 2001, δηλαδή αυτά που αποκτήθηκαν από 1-1-2001 έως 20-2-2001, δηλαδή μέχρι την ημερομηνία θανάτου του κληρονομούμενου, θα δηλωθούν με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2002.

Η πιο πάνω προθεσμία υπολογίζεται όταν δεν υπάρχει διαθήκη και η κληρονομική διαδοχή επέρχεται από το νόμο, δηλαδή για τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος.

Επίσης, η προθεσμία αυτή υπολογίζεται ανάλογα και για τους εκ διαθήκης κληρονόμους σε όσες περιπτώσεις αυτοί καλούνται στην κληρονομιά διαφορετικά από ότι ορίζεται κατά την τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Π.χ. ο παππούς και η γιαγιά του κληρονομούμενου που είναι στην τρίτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, με βάση τη διαθήκη του αποβιώσαντος (διάταξη τελευταίας βουλήσεως) εγκαθίστανται ως άμεσοι και αποκλειστικοί κληρονόμοι του.

Περαιτέρω, όταν δημοσιεύεται διαθήκη με την οποία ο κληρονομούμενος διαθέτει την περιουσία του διαφορετικά από ότι προβλέπεται κατά την τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, με βάση τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΚ 1813 - πρώτη τάξη, ΑΚ 1814 - δεύτερη τάξη κτλ.), τότε στους μη τετιμημένους, δηλαδή σ' αυτούς που αποκλείονται από την εξ αδιαθέτου διαδοχή, με βάση τη διαθήκη του αποβιώσαντος και οι οποίοι είχαν, καταρχάς, υποχρέωση υποβολής δήλωσης με βάση την κλίμακα της εξ αδιαθέτου διαδοχής, δεν επιβάλλονται κυρώσεις για μη υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του κληρονομούμενου. Εάν έχουν, όμως, επιβληθεί κυρώσεις για τη μη υποβολή της, αυτές αίρονται οίκοθεν, από την αρμόδια φορολογική αρχή, μετά τη δημοσίευση της διαθήκης και χωρίς να εξετάζεται αν έχουν υποβάλλει δήλωση οι τετιμημένοι κληρονόμοι, αυτοί δηλαδή που εγκαθίστανται κληρονόμοι με βάση τη διαθήκη του κληρονομούμενου.

Επίσης, η προθεσμία υποβολής της δήλωσης, από τους εκ διαθήκης κληρονόμους, οι οποίοι δεν καλούνται άμεσα κατά την τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, παρατείνεται για περίοδο δύο (2) μηνών μετά την πάροδο της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομιάς, δηλαδή συνολικά για έξι μήνες, εφόσον στη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του κληρονομούμενου δεν συμπληρώνεται εξάμηνο από την ημερομηνία δημοσίευσης της διαθήκης του κληρονομούμενου.

Παραδείγματα:

Ημερομηνία θανάτου

Ημερομηνία δημοσίευσης διαθήκης

Προθεσμία υποβολής δήλωσης Ημερομηνία υποβολής
δήλωσης φορολ.εισ/τος

από τους κληρονόμους


α) 10-1-2001

20-2-2001

15-3-2001

20-8-2001


β) 10-6-2000

20-8-2000

15-3-2001

15-3-2001


γ) 10-5-1998

20-1-2001

5-3-1999

20-7-2001


Στην α' περίπτωση παρατείνεται για διάστημα έξι μηνών, από την ημερομηνία δημοσίευσης της διαθήκης, η ημερομηνία υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του κληρονομούμενου, από τους εκ διαθήκης κληρονόμους του, καθόσον από την ημερομηνία δημοσίευσης της διαθήκης, στις 20-2-2001, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της φορολογικής δήλωσης, που είναι η 15-3-2001, δεν συμπληρώνονται έξι μήνες.

Στη β' περίπτωση δεν παρατείνεται η προθεσμία υποβολής της δήλωσης.

Στη γ' περίπτωση παρατείνεται για διάστημα έξι μηνών, από την ημερομηνία δημοσίευσης της διαθήκης, η προθεσμία υποβολής της δήλωσης, του αποβιώσαντος πριν από τρία χρόνια κληρονομούμενου, από τους εκ διαθήκης κληρονόμους του.

Η παράταση αυτή των δύο μηνών, από τη λήξη της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομιάς, παρέχεται στους εκάστοτε εγκαθιστάμενους κληρονόμους σε περιπτώσεις διαδοχικών αποποιήσεων ή δημοσίευσης πλειόνων της μιας διαθηκών.

Σημειώνεται ότι η προθεσμία για την αποποίηση της κληρονομιάς, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1847 Α.Κ. είναι τετράμηνος και αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή και το λόγο της. Στην επαγωγή από διαθήκη η προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση της διαθήκης. Επίσης, η προθεσμία για την αποποίηση της κληρονομιάς μπορεί να είναι και ενός έτους, αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία του στο εξωτερικό ή αν ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή όταν διέμενε στο εξωτερικό. Συνεπώς, στις περιπτώσεις αυτές η προθεσμία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του κληρονομούμενου από τον κληρονόμο μπορεί να είναι και 14μηνος από τότε που ο κληρονόμος πληροφορήθηκε την επαγωγή και το λόγο της.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ι' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 28 Δεκεμβρίου 2000. Συνεπώς, καταλαμβάνει υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος οικον. έτους 2001 και μετά, καθώς και υποθέσεις προηγούμενων οικον. ετών για τις οποίες μέχρι 28 Δεκεμβρίου 2000 δεν έχει συμπληρωθεί περίοδος δύο (2) μηνών μετά την πάροδο της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομιάς για τους τετιμημένους οι οποίοι δεν καλούνται κατά την τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 8 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνεται από 50.000 δραχμές σε 200.000 δραχμές το όριο του εισοδήματος από εκμίσθωση ακινήτων πάνω από το οποίο υπάρχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση στ' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτούν οι δικαιούχοι από 1ης Ιανουαρίου 2000 και μετά.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του κοινοποιούμενου νόμου, αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 78 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι οι μισθωτές ακινήτων πάσης φύσεως και θαλάσσιων σκαφών αναψυχής, υποχρεούνται να αναγράφουν στις οικείες ενδείξεις της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εκτός των άλλων στοιχείων του εκμισθωτή (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, ποσά ενοικίων), τον αριθμό του φορολογικού του μητρώου. Η ευχέρεια που είχαν μέχρι τώρα οι πιο πάνω μισθωτές να δηλώνουν αντί του Α.Φ.Μ., τον αριθμό δελτίου ταυτότητας του εκμισθωτή, καταργείται.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ι' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 28 Δεκεμβρίου 2000.

Συνεπώς στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2001 που θα υποβληθούν υποχρεωτικά θα αναγράφεται ο Α.Φ.Μ. του εκμισθωτή.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 8 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίστανται τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 81 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις καθιερώνεται η υποχρέωση των συμβολαιογράφων, στις συμβολαιογραφικές πράξεις που συντάσσουν για τη μεταβίβαση ή με σκοπό τη μεταβίβαση ακινήτων, να αναγράφουν, εκτός των άλλων στοιχείων των αντισυμβαλλομένων και τον αριθμό του φορολογικού τους μητρώου.

Η ευχέρεια της αναγραφής του αριθμού του δελτίου ταυτότητας αντί του Α.Φ.Μ. των αντισυμβαλλομένων στις πιο πάνω συμβολαιογραφικές πράξεις, που παρείχετο με τις διατάξεις που αντικαθίστανται, καταργείται.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ι' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 28 Δεκεμβρίου 2000.

6. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 8 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 82 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις καθιερώνεται η υποχρέωση των κρατικών υπηρεσιών ή κρατικών φορέων, που είναι αρμόδιοι για την έγκριση και καταβολή επιδοτήσεων ή αποζημιώσεων σε δικαιούχους, να αναγράφουν υποχρεωτικά στις εγκριτικές ή διαπιστωτικές πράξεις που συντάσσουν, εκτός των λοιπών στοιχείων των δικαιούχων και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου τους. Η ευχέρεια της αναγραφής του αριθμού δελτίου ταυτότητας αντί του Α.Φ.Μ., που παρείχετο με τις αντικαθιστάμενες διατάξεις, καταργείται.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ι' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 28 Δεκεμβρίου 2000.

7. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 8 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η παράγραφος 1 του άρθρου 76 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις καθιερώνεται η υποχρέωση του φυσικού προσώπου, που είναι υπόχρεο σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, όταν μεταβάλλει την κατοικία ή τη διανομή του να υποβάλλει, μέχρι τη λήξη του οικείου έτους, τη δήλωση που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου

5 της 1027411/842/ΔΜ/26-2-1998 (ΦΕΚ 193Β') απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, για τον τόπο της νέας κατοικίας ή διαμονής του, στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας υπαγόταν πριν από τη μεταβολή. Η υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986, που προβλεπόταν στην περίπτωση αυτή από τις αντικαθιστάμενες διατάξεις, καταργείται.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ι' του άρθρου 50 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 28 Δεκεμβρίου 2000.

8. Με την παράγραφο 17 του άρθρου 8 του κοινοποιούμενου νόμου, προστίθεται νέο εδάφιο στο τέλος της περίπτωσης στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι, από το οικονομικό έτος 2001 και επόμενα αυτού δεν θα συνυποβάλλονται με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος τα δικαιολογητικά των οικογενειακών δαπανών για αγορά αγαθών ή για λήψη υπηρεσιών. Το συνολικό ποσό των δαπανών αυτών θα συνεχίσει να αναγράφεται στον οικείο κωδικό αριθμό (075) της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (έντυπα Ε1 ή Ε1Α) και θα αφαιρείται από το δηλούμενο εισόδημα του υπόχρεου το ποσοστό που προβλέπεται από το νόμο. Ο φορολογούμενος έχει την υποχρέωση να διαφυλάσσει τα πιο πάνω δικαιολογητικά και να τα προσκομίζει στην αρμόδια φορολογική αρχή, για έλεγχο, όταν του τα ζητήσει, μέχρι να παραγραφεί το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 84 του ν. 2238/1994, δηλαδή τουλάχιστον για μια πενταετία.

Άρθρο 39

Φορολογία υπεραξίας

Με το άρθρο 39 του κοινοποιούμενου νόμου παρατείνεται η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 του ν. 2579/1998 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2003.

Με τις παραπάνω διατάξεις δηλαδή εξακολουθούν να επιβάλλονται τα ίδια ποσά φόρου που προβλέπονται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 του ν. 2579/1998, για μεταβιβάσεις από επαχθή αιτία αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, που πραγματοποιούνται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2003.

Ακριβές Αντίγραφο

Ο Προϊστάμενος της Γραμματείας

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ

Α. ΦΩΤΙΑΔΗΣ






























ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο