Δημοσιεύθηκε στις : [ 09-09-2016 ]

Αιτιολογική έκθεση - Σχέδιο νόμου Eνσωμάτωση της Οδηγίας 2014/56/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών και του Κανονισμού 537/2014

(Eνσωμάτωση της Οδηγίας 2014/56/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών και του Κανονισμού 537/2014)

Κατηγορία: Έλεγχος - Πρόστιμα - ΣΔΟΕ

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ στο σχέδιο νόμου
«Ενσωμάτωση της ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/56/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 16ης Απριλίου 2014 για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών»

Α. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Με τον παρόντα νόμο, ενσωματώνεται στη νομοθεσία της χώρας μας, η Οδηγία 2014/56/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 2006 για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών. Η Οδηγία 2006/43/ΕΚ όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την Οδηγία 2014/56/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014, καθορίζει τους όρους χορήγησης αδείας ασκήσεως επαγγέλματος και εγγραφής στο Δημόσιο Μητρώο των φυσικών προσώπων και οντοτήτων που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους των οικονομικών καταστάσεων των επιχειρήσεων, τους κανόνες περί ανεξαρτησίας, αντικειμενικότητας και επαγγελματικής δεοντολογίας που εφαρμόζονται στα πρόσωπα αυτά και το πλαίσιο για τη δημόσια εποπτεία τους.

Μετά την πάροδο οκτώ (8) ετών από τη θέση σε ισχύ της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ κρίθηκε αναγκαία η περαιτέρω εναρμόνιση των κανόνων αυτών, σε επίπεδο χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μεγαλύτερη διαφάνεια και προβλεψιμότητα των απαιτήσεων που εφαρμόζονται στα πρόσωπα αυτά και να ενισχυθεί η ανεξαρτησία και η αντικειμενικότητά τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Σκοπός της τροποποίησης είναι επίσης να αυξηθεί ο ελάχιστος βαθμός σύγκλισης σε ό,τι αφορά τα ελεγκτικά πρότυπα βάσει των οποίων διενεργούνται οι υποχρεωτικοί έλεγχοι. Επίσης, προκειμένου να βελτιωθεί η προστασία των επενδυτών, είναι σημαντικό να ενισχυθεί η δημόσια εποπτεία των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών, με την εδραίωση της ανεξαρτησίας των αρχών δημόσιας εποπτείας στην Ένωση και την ανάθεση σε αυτές των κατάλληλων αρμοδιοτήτων, μεταξύ των άλλων εξουσιών διενέργειας ερευνών και επιβολής κυρώσεων, ώστε να εντοπίζονται, να αποτρέπονται και να προλαμβάνονται οι παραβάσεις των εφαρμοστέων κανόνων στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών ελέγχου από Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες.

Οι στόχοι αυτοί υλοποιήθηκαν με την Οδηγία 2014/56/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014, η οποία συμπληρώνεται με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ο οποίος έχει εφαρμογή στους υποχρεωτικούς ελέγχους των οικονομικών καταστάσεων οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Ο Κανονισμός θέτει κανόνες άμεσης εφαρμογής αλλά σε ορισμένα σημεία παρέχει την ευχέρεια στα κράτη μέλη να προβούν σε εθνικές επιλογές.

Η Οδηγία 2006/43/ΕΚ ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις του ν. 3693/2008, όπως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε, ενώ παράλληλα η νομοθεσία για τη δημόσια εποπτεία των ελεγκτών και των ελεγκτικών εταιρειών συμπληρώνεται με τα άρθρα 1-12 του ν. 3148/2003, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει. Με τον εν λόγω νόμο, η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες στην ΕΕ που θέσπισε ανεξάρτητη αρχή δημόσιας εποπτείας.

Λόγω του μεγάλου αριθμού των τροποποιήσεων που απαιτούνται για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στο νέο θεσμικό πλαίσιο, αντί της αποσπασματικής τροποποίησης άρθρων του ν. 3693/2008 και της προσθήκης νέων άρθρων, κρίθηκε σκόπιμη και για λόγους ενότητας του θεσμικού πλαισίου η σύνταξη νέου ενιαίου νομοθετήματος, ενώ κατ' εξαίρεση διατηρούνται και εν μέρει τροποποιούνται, όπου είναι αναγκαίο, οι οργανωτικής φύσεως διατάξεις του ν. 3148/2003 που αφορούν την Ε.Λ.Τ.Ε. ως αρχή δημόσιας εποπτείας.

Το παρόν νομοσχέδιο έχει πενήντα έξι (56) άρθρα και εναρμονίζει την ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, όπως έχει τροποποιηθεί με την Οδηγία 2014/56/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014. Επίσης ο παρόν νόμος ενσωματώνει τις επιλογές που προβλέπονται για τα κράτη μέλη στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Λόγω του σημαντικού δημοσίου αντίκτυπου των οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος, ο οποίος απορρέει από την κλίμακα, την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους ,ή από τη φύση τους, χρειάζεται να ενισχυθεί η αξιοπιστία των ελεγχόμενων οικονομικών καταστάσεων οντοτήτων δημόσιου ενδιαφέροντος. Κατά συνέπεια, οι ειδικές διατάξεις για τους υποχρεωτικούς ελέγχους οντοτήτων δημόσιου ενδιαφέροντος που περιλαμβάνονται στην Οδηγία 2006/43/ΕΚ έχουν αναπτυχθεί περαιτέρω στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Στόχος των διατάξεων του παρόντος νομοσχεδίου είναι η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στην αξιοπιστία και την αντικειμενικότητα των οικονομικών καταστάσεων που δημοσιεύονται από τις επιχειρήσεις, με την περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας των υποχρεωτικών ελέγχων οι οποίοι διενεργούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Β. Επί των άρθρων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ


Στο άρθρο 1 τίθεται επιγραμματικά ο σκοπός του παρόντος σχεδίου νόμου, ο οποίος αποτελεί την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 2006 (ΕΕ L157 της 9.6.2006), όπως έχει τροποποιηθεί με την Οδηγία 2014/56/ΕΕ της 16ης Απριλίου 2014, που καθορίζει τους κανόνες σχετικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων ατομικών ή και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, λαμβάνοντας υπόψη τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 και τη συνεπαγόμενη αναγκαία συμπλήρωση και μεταβολή του νομοθετικού πλαισίου που διέπει τον ελεγκτικολογιστικό θεσμό. Ακολουθώντας την δομή της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 2006 (ΕΕ L157 της 9.6.2006), όπως έχει τροποποιηθεί με την Οδηγία 2014/56/ΕΕ της 16ης Απριλίου 2014, έχει συμπεριληφθεί διάταξη σύμφωνα με την οποία το άρθρο 33 ( το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 29 της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2014/56/ΕΕ) δεν εφαρμόζεται στον υποχρεωτικό έλεγχο ετήσιων ατομικών ή και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων οντοτήτων δημόσιου ενδιαφέροντος, εκτός εάν προβλέπεται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Με το άρθρο 2 εισάγονται νέοι ορισμοί, απαραίτητοι για την κατανόηση και εφαρμογή του κειμένου που ακολουθεί, ενώ διατηρούνται και επαναλαμβάνονται με μόνον αναγκαίες γλωσσικές προσαρμογές οι ορισμοί του ν. 3693/2008 που δεν τροποποιούνται .

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ, ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ


Με το άρθρο 3 ορίζονται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση από την αρμόδια αρχή, που είναι η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποιήσεις και Ελέγχων (ΕΛΤΕ), της επαγγελματικής άδειας τόσο στους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές όσο και στις ελεγκτικές εταιρείες Για τις ελεγκτικές εταιρείες καθορίζονται τα ποσοστά συμμετοχής των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή και των ελεγκτικών εταιρειών στα δικαιώματα ψήφου και στη διοίκησή τους που αποτελούν προϋπόθεση για τη χορήγηση αδείας.

Με το άρθρο 4 ορίζονται και εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις με τις οποίες είναι δυνατή η αναγνώριση των ελεγκτικών εταιριών που έχουν λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος και επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στην Ελλάδα.

Με το άρθρο 5 οριοθετείται ότι η επαγγελματική άδεια χορηγείται με την απαραίτητη προϋπόθεση της εντιμότητα , ενώ με το άρθρο 6 ορίζονται οι προϋποθέσεις ανάκλησης της επαγγελματικής άδειας του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας καθώς και η υποχρέωση της γνωστοποίησης της ανάκλησης αυτής στις αρμόδιες αρχές των κρατών - μελών, οι οποίες έχουν χορηγήσει επαγγελματική άδεια στη χώρα τους στο συγκεκριμένο ελεγκτή ή ελεγκτική εταιρεία.

Με τα άρθρα 7, 8, και 9 τίθεται το πλαίσιο των απαιτούμενων προσόντων και της εξεταστικής διαδικασίας για την άσκηση του επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή. Αναλυτικότερα στο άρθρο 7 περιγράφεται το πλαίσιο των απαιτούμενων προσόντων ενώ στο 8 η διαδικασία διενέργειας των επαγγελματικών εξετάσεων. Στο άρθρο 9 ορίζεται ότι τα γνωστικά αντικείμενα των επαγγελματικών εξετάσεων είναι, τουλάχιστον, τα ακόλουθα: α) Γενικές Αρχές Λογιστικής και Λογιστικά Πρότυπα, β) Νομοθετικές ρυθμίσεις και πρότυπα αναφερόμενα στη σύνταξη ατομικών και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, γ) Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης, δ) Χρηματοοικονομική ανάλυση. ε) Κοστολόγηση και διοικητική λογιστική, στ) Διαχείριση κινδύνων και εσωτερικός έλεγχος, ζ) Ελεγκτική και επαγγελματικές ικανότητες του ελεγκτή, η) Νομοθετικές ρυθμίσεις και επαγγελματικά πρότυπα σχετικά με υποχρεωτικούς ελέγχους και τις λοιπές ελεγκτικολογιστικές εργασίες και τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές, θ) Διεθνή Ελεγκτικά Πρότυπα όπως αναφέρονται στο άρθρο 30 του παρόντος νόμου, ι) Κανόνες ανεξαρτησίας και επαγγελματική δεοντολογία, ια) Αρχές και ειδικά θέματα εταιρικού δικαίου και εταιρικής διακυβέρνησης συναφή με ελεγκτικές εργασίες, ιβ) Αρχές και ειδικά θέματα πτωχευτικού δικαίου, ιγ) Φορολογικό δίκαιο, ιδ) Αρχές και ειδικά θέματα αστικού και εμπορικού δικαίου, ιε) Αρχές και ειδικά θέματα ασφαλιστικού και εργατικού δικαίου, ιστ) Πληροφορική και Μηχανογραφικά συστήματα, ιζ) Αρχές Οικονομίας, Χρηματοοικονομικής και Οικονομικής των επιχειρήσεων, ιη) Στοιχεία Μαθηματικών και Στατιστικής, ιθ) Βασικές αρχές χρηματοοικονομικής διοίκησης. Με Κανονιστικές Πράξεις της ΕΛΤΕ, καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται το ειδικότερο περιεχόμενο των γνωστικών αντικειμένων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, για την προσαρμογή του στις εξελίξεις της ελεγκτικής και του ελεγκτικού επαγγέλματος.

Στο άρθρο 10 οριοθετείται το καθεστώς απαλλαγών και η κατ' εξαίρεση δυνατότητα απαλλαγής από τις επαγγελματικές εξετάσεις σε ένα ή περισσότερα γνωστικά αντικείμενα υπό προϋποθέσεις που ορίζονται σαφώς.

Στο άρθρο 11 εξασφαλίζεται η ικανότητα πρακτικής εφαρμογής των απαιτούμενων θεωρητικών γνώσεων με την πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης υπό την εποπτεία Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή για πέντε (5) τουλάχιστον έτη εκ των οποίων τα δύο (2) έτη μετά το πέρας των επαγγελματικών εξετάσεων. Η ΕΛΤΕ κατά τη διαδικασία αυτή έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει για να κρίνει την επάρκεια και το περιεχόμενο της πρακτικής άσκησης.

Στο άρθρο 12 ορίζεται ότι για τη διατήρηση της επαγγελματικής άδειας, που προβλέπεται από το άρθρο 3 του παρόντος νόμου, οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές είναι υποχρεωμένοι να συμμετέχουν σε προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης, ενώ η διάρκεια και η επάρκεια του περιεχομένου των προγραμμάτων συνεχούς εκπαίδευσης και η επάρκεια των φορέων που τα παρέχουν κρίνονται με Κανονιστική Πράξη της ΕΛΤΕ.

Με το άρθρο 13 περιγράφεται το καθεστώς της χορήγησης άδειας σε Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές από άλλα κράτη - μέλη. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι η ΕΛΤΕ συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών, στο πλαίσιο της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Φορέων Εποπτείας των Ελεγκτών ( ΕΕΦΕΕ).Η ΕΛΤΕ συνεργάζεται με την ΕΕΦΕΕ και τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 20 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 στον βαθμό που η σύγκλιση αυτή συνδέεται με υποχρεωτικούς ελέγχους οντοτήτων δημόσιου ενδιαφέροντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΕ ΜΗΤΡΩΟ


Στα άρθρα 14, 15 και 16 καθορίζονται οι όροι εγγραφής των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιριών στο Δημόσιο Μητρώο. Αναλυτικότερα αφού οριοθετείται η έννοια του Δημόσιου Μητρώου στο άρθρο 14, στα άρθρα 15 και 16, αποσαφηνίζεται τόσο η διαδικασία εγγραφής, κατονομάζοντας τα στοιχεία που απαραιτήτως πρέπει να εμπεριέχει η σχετική αίτηση, όσο και οι σχετικές αρμοδιότητες της ΕΛΤΕ.

Με το άρθρο 14 ορίζεται ότι το Δημόσιο Μητρώο, που είναι προσιτό στο κοινό των ελεγκτών τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή υπό την εποπτεία της ΕΛΤΕ με τα ειδικότερα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 15.

Με το άρθρο 15 καθορίζεται το ελάχιστο των στοιχείων εγγραφής στο Δημόσιο Μητρώο που απαιτούνται για κάθε Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή καθώς και για τους ελεγκτές τρίτης χώρας, ενώ παρέχεται το δικαίωμα στην ΕΛΤΕ να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία σε κάθε περίπτωση που το κρίνει απαραίτητο.

Με το άρθρο 16 καθορίζεται το ελάχιστο των στοιχείων εγγραφής στο μητρώο που απαιτούνται για κάθε ελεγκτική εταιρεία καθώς και για ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας, ενώ παρέχεται το δικαίωμα στην ΕΛΤΕ να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία σε κάθε περίπτωση που το κρίνει απαραίτητο όπως και ανωτέρω.

Με το άρθρο 17 ορίζεται ότι η υποβολή και τυχόν μεταβολή των πληροφοριακών στοιχείων που παρέχονται από τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και τις ελεγκτικές εταιρείες γίνεται με ευθύνη των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών, ενώ παρέχεται παράλληλα το δικαίωμα στην ΕΛΤΕ να ελέγχει την ορθότητα και πληρότητα των στοιχείων με κάθε πρόσφορο μέσο. Η άρνηση υποβολής ή η ανακριβής ή η παραπλανητική παροχή των υποβαλλόμενων στοιχείων, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και επισύρει τις κυρώσεις του άρθρου 35 του παρόντος νόμου.

Με το άρθρο 18 ορίζεται ότι με την υπογραφή , ηλεκτρονική ή μη, των προσώπων που παρέχουν τα ως άνω στοιχεία, επικυρώνεται η ακρίβεια και η επάρκεια των πληροφοριακών στοιχείων και τεκμηριώνεται η ευθύνη των προσώπων αυτών έναντι της ΕΛΤΕ.

Με το άρθρο 19 καθορίζεται η ελληνική γλώσσα σαν επίσημη γλώσσα καταχώρισης στο Δημόσιο Μητρώο ελεγκτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ


Με το άρθρο 20 θεσπίζονται οι αρχές επαγγελματικής δεοντολογίας και επαγγελματικού σκεπτικισμού, οι οποίες θα πρέπει να ακολουθούνται από τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και τις ελεγκτικές εταιρείες.

Στο άρθρο 21 ρυθμίζεται το καθεστώς που είναι απαραίτητο για να διασφαλισθεί η ανεξαρτησία και η αντικειμενικότητα των ελέγχων. Ορίζεται ότι στα φύλλα εργασίας των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών υποχρεωτικά αναγράφονται οι κίνδυνοι που απειλούν την ανεξαρτησία τους, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνονται για τον περιορισμό τους. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες θα πρέπει να είναι ανεξάρτητοι κατά τη διενέργεια υποχρεωτικών ελέγχων των ελεγχόμενων οντοτήτων και να αποφεύγεται κάθε σύγκρουση συμφερόντων. Για να εκτιμηθεί κατά πόσον είναι ανεξάρτητοι οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η έννοια του δικτύου. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές, οι ελεγκτικές εταιρείες και οι υπάλληλοί τους θα πρέπει ιδιαιτέρως να απέχουν από τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου μιας οντότητας, εάν έχουν επιχειρηματικό συμφέρον ή οικονομικό συμφέρον σε αυτήν, και από την πραγματοποίηση συναλλαγών με χρηματοοικονομικά μέσα που εκδίδει, εγγυάται ή υποστηρίζει με άλλον τρόπο μια ελεγχόμενη οντότητα, πέραν των συμμετοχών σε προγράμματα διαφοροποιημένων συλλογικών επενδύσεων. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία θα πρέπει να απέχει από τη συμμετοχή στις εσωτερικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ελεγχόμενης οντότητας. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές, οι ελεγκτικές εταιρείες και οι υπάλληλοί τους που συμμετέχουν άμεσα στην εργασία υποχρεωτικού ελέγχου θα πρέπει να εμποδίζονται να αναλαμβάνουν καθήκοντα στην ελεγχόμενη οντότητα σε επίπεδο διεύθυνσης ή διοικητικού συμβουλίου, έως ότου περάσει κατάλληλο χρονικό διάστημα από την περάτωση της ελεγκτικής εργασίας, εντός του οποίου ενεργούν οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες. Η ΕΛΤΕ με Κανονιστικές Πράξεις μπορεί να ρυθμίζει, να εξειδικεύει και να ερμηνεύει θέματα και καταστάσεις που υπομονεύουν την ανεξαρτησία των ελέγχων.

Στο άρθρο 22 ρυθμίζεται το καθεστώς απασχόλησης από ελεγχόμενες οντότητες πρώην Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή πρώην υπαλλήλων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή ελεγκτικών εταιρειών.

Στο άρθρο 23 καθορίζονται οι διαδικασίες για την αξιολόγηση των απειλών της ανεξαρτησίας των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών πριν αποδεχθούν ή συνεχίσουν μια εργασία υποχρεωτικού ελέγχου.

Στο άρθρο 24 καθορίζονται τα θέματα εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες θα πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των πελατών τους. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να δεσμεύονται από αυστηρούς κανόνες τήρησης της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού απορρήτου οι οποίοι, ωστόσο, δεν θα πρέπει να εμποδίζουν την ορθή εφαρμογή του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή τη συνεργασία με τον ελεγκτή του ομίλου κατά τη διενέργεια του ελέγχου ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, όταν η μητρική επιχείρηση βρίσκεται σε τρίτη χώρα, εφόσον υπάρχει συμμόρφωση με την Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Στο άρθρο 25 ορίζονται οι έννοιες της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό των ελεγκτικών εταιρειών.

Στο άρθρο 26 περιγράφεται η εσωτερική οργάνωση Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και ελεγκτικών εταιρειών, η οποία θα πρέπει να συμβάλλει στην πρόληψη τυχόν απειλών για την ανεξαρτησία τους. Ως εκ τούτου, οι ιδιοκτήτες ή οι μέτοχοι μιας ελεγκτικής εταιρείας, καθώς και όσοι την διευθύνουν, δεν θα πρέπει να επεμβαίνουν στη διενέργεια ενός υποχρεωτικού ελέγχου με οποιονδήποτε τρόπο που να θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο εκ μέρους της ελεγκτικής εταιρείας. Επίσης, οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες θα πρέπει να θεσπίζουν κατάλληλες εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες σε σχέση με τους υπαλλήλους και άλλα πρόσωπα που συμμετέχουν στη δραστηριότητα υποχρεωτικού ελέγχου, ώστε να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις αποφάσεις και τις διαδικασίες της ελεγκτικής εταιρείας ή της λειτουργικής διάρθρωσης του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή. Αυτές οι πολιτικές και διαδικασίες θα πρέπει να επιδιώκουν ιδίως την πρόληψη και την αντιμετώπιση οποιασδήποτε απειλής για την ανεξαρτησία των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και θα πρέπει να εξασφαλίζουν την ποιότητα, την ακεραιότητα και την ενδελέχεια του υποχρεωτικού ελέγχου. Οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες θα πρέπει να είναι ανάλογες, ενόψει του μεγέθους και της πολυπλοκότητας της επιχείρησης του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας.

Στο άρθρο 27 καθορίζεται το πλαίσιο οργάνωσης του έργου που πρέπει να ακολουθεί ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής και η ελεγκτική εταιρεία, παρέχοντας, μεταξύ άλλων, επαρκείς πόρους και προσωπικό κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου.

Στο άρθρο 28 ορίζεται το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου. Ο υποχρεωτικός έλεγχος οδηγεί στην έκφραση γνώμης αν οι οικονομικές καταστάσεις δίνουν την πραγματική και αξιόπιστη εικόνα των ελεγχόμενων οντοτήτων σύμφωνα με το σχετικό πλαίσιο χρηματοοικονομικής πληροφόρησης. Οι τρίτοι που έχουν οικονομικά συμφέροντα στην ελεγχόμενη οντότητα, ωστόσο, μπορεί να μην γνωρίζουν τους περιορισμούς ενός ελέγχου, όσον αφορά, για παράδειγμα, τη σημαντικότητα, τις τεχνικές δειγματοληψίας, τον ρόλο του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή στον εντοπισμό περιπτώσεων απάτης και ευθύνη της διοίκησης, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε απόκλιση σχετικά με τις προσδοκίες. Για να μειωθεί η εν λόγω απόκλιση, είναι σημαντικό να παρέχεται μεγαλύτερη σαφήνεια σχετικά με το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου.

Στο άρθρο 29 καθορίζεται η έννοια της αμοιβής που λαμβάνει ένας Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή ελεγκτική εταιρεία για τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου. Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι αμοιβές για τη διενέργεια ελέγχου δεν βασίζονται σε κανενός είδος αίρεση με εξαίρεση των περιπτώσεων εκείνων που έχουν καθοριστεί από δικαστήριο ή αρμόδια αρχή. Το ύψος της αμοιβής που λαμβάνει ένας Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή μία ελεγκτική εταιρεία από μία ελεγχόμενη οντότητα και η διάρθρωση των αμοιβών μπορούν να αποτελούν απειλή για την ανεξαρτησία του και θα πρέπει να εφαρμόζεται ειδική διαδικασία με την κατάλληλη εποπτεία της ΕΛΤΕ, ώστε να διασφαλίζεται η ποιότητα του ελέγχου. Στα πλαίσια αυτά η ΕΛΤΕ μπορεί να ζητά οποιαδήποτε πληροφορία και στοιχείο τόσο από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή την ελεγκτική εταιρεία όσο και από την ελεγχόμενη οντότητα που οφείλει την αμοιβή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΕΛΕΓΚΤΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΥ


Με το άρθρο 30 καθορίζονται τα Ελεγκτικά Πρότυπα που θα πρέπει να ακολουθούν οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές διασφαλίζοντας την υψηλή ποιότητα των υποχρεωτικών ελέγχων στη Ένωση. Όλοι οι υποχρεωτικοί έλεγχοι θα πρέπει συνεπώς να διενεργούνται βάσει των διεθνών ελεγκτικών προτύπων που εγκρίνει η Επιτροπή. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους την κλίμακα και την πολυπλοκότητα της δραστηριότητας μικρών επιχειρήσεων, όταν αξιολογούν το πεδίο εφαρμογής διεθνών ελεγκτικών προτύπων. Με Κανονιστικές Πράξεις της ΕΛΤΕ, μπορούν να υιοθετούνται ελεγκτικές διαδικασίες ή απαιτήσεις που διασφαλίζουν την αναλογική εφαρμογή των ελεγκτικών προτύπων στους υποχρεωτικούς ελέγχους των μικρών επιχειρήσεων.

Στο άρθρο 31 περιγράφεται επακριβώς το πλαίσιο σχετικά με τις υποχρεώσεις του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο επί ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων. Στην περίπτωση ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, είναι σημαντικό να υπάρχει σαφής καθορισμός των ευθυνών των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή των ελεγκτικών εταιρειών που ελέγχουν διαφορετικές οντότητες εντός του ομίλου. Για τον σκοπό αυτό, ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία του ομίλου φέρει την πλήρη ευθύνη για την έκθεση ελέγχου.

Στο άρθρο 32 περιγράφεται το πλαίσιο κατάρτισης της έκθεσης ελέγχου το οποίο θα πρέπει να είναι σύμφωνο με τις απαιτήσεις των ελεγκτικών προτύπων του άρθρου 30 του παρόντος νόμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΠΟΙΟΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ


Στο άρθρο 33 ορίζεται ότι η γενικότερη εποπτεία του συστήματος του ποιοτικού ελέγχου ανατίθεται στην ΕΛΤΕ, ενώ η διοικητική μέριμνα για την εκτέλεση του ποιοτικού ελέγχου ανατίθεται στο Συμβούλιο Ποιοτικού Ελέγχου (ΣΠΕ). Οι επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας είναι σχεδιασμένες να προλαμβάνουν ή να αντιμετωπίζουν δυνητικές ελλείψεις στον τρόπο με τον οποίο διενεργούνται οι υποχρεωτικοί έλεγχοι. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας είναι αρκούντως περιεκτικές, η ΕΛΤΕ, κατά την πραγματοποίηση των επιθεωρήσεων αυτών, λαμβάνει υπόψη την κλίμακα και τον περίπλοκο χαρακτήρα της δραστηριότητας των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών. Ρυθμίζονται τα διαδικαστικά θέματα διενέργειας των ποιοτικών ελέγχων και εξειδικεύονται τα αναγκαία προσόντα και οι απαιτούμενες ειδικότητες των «εντεταλμένων ελεγκτών» για τη διενέργεια των ποιοτικών ελέγχων. Η ΕΛΤΕ με Κανονιστική Πράξη αναθέτει τον ποιοτικό έλεγχο των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών, που διενεργούν ελέγχους σε οντότητες οι οποίες δεν εμπίπτουν στη περίπτωση 12 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου στην Επιτροπή Ποιοτικού Ελέγχου (ΕΠΕ), χωρίς να αποκλείεται η διενέργεια ποιοτικού ελέγχου από την ΕΛΤΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

Στο άρθρο 34 ορίζεται ότι αποκλειστικά αρμόδιο όργανο για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για κάθε παράβαση της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών, ορίζεται το Δ.Σ., της Ε.Λ.Τ.Ε. στου οποίου τη σύνθεση, όταν συνεδριάζει ως Πειθαρχικό Συμβούλιο, προστίθενται δύο μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δύο μη επαγγελματίες κατά την περίπτωση 14 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου.

Στο άρθρο 35 καθορίζεται η διαδικασία παραπομπής εποπτευόμενων προσώπων στο όργανο που λειτουργεί ως Πειθαρχικό Συμβούλιο, η διαδικασία διερεύνησης της υπόθεσης για τη διαπίστωση τυχόν τέλεσης παραβάσεων της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των ελεγκτών, η διαδικασία σύνταξης κατηγορητηρίου, λήψης απόφασης επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων και καθορισμός αυτών λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες που έχουν σχέση με τη βαρύτητα και διάρκεια της παράβασης, τον βαθμό ευθύνης και την οικονομική δύναμη του υπαίτιου προσώπου κλπ. Προβλέπεται επίσης για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και διαφάνειας, η δημοσιοποίηση των αποφάσεων του Δ.Σ. που αφορούν την επιβολή των πειθαρχικών κυρώσεων. Ακόμα καθορίζονται διαδικασίες για την εξασφάλιση λήψης αναφορών και καταγγελιών για παράβαση του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

Στο άρθρο 36 καθορίζεται το πλαίσιο της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της ΕΛΤΕ και της ΕΕΦΕΕ, ενώ στο άρθρο 37 περιγράφονται τα θέματα της αστικής ευθύνης και της ασφαλιστικής κάλυψης των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΚΡΑΤΩΝ - ΜΕΛΩΝ

Με το άρθρο 38 ορίζεται η ΕΛΤΕ ως ασκούσα την δημόσια εποπτεία επί των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και ελεγκτικών εταιρειών. Η δημόσια εποπτεία περιλαμβάνει τη χορήγηση αδείας και την εγγραφή των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών σε μητρώο, την υιοθέτηση προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας και εσωτερικού ελέγχου ποιότητας των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών, τη συνεχή εκπαίδευση, καθώς και τα συστήματα διασφάλισης της ποιότητας, έρευνας και κυρώσεων για τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και τις ελεγκτικές εταιρείες. Επίσης, καθορίζεται το πλαίσιο της ανεξαρτησίας της ΕΛΤΕ από τον ελεγκτικό κλάδο το οποίο αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ακεραιότητα, την αποδοτικότητα και την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας εποπτείας. Δίδεται η δυνατότητα στην ΕΛΤΕ να αναθέτει καθήκοντα σε άλλες αρχές ή όργανα. Η ανάθεση αυτή θα πρέπει να υπόκειται σε διάφορους όρους και η ΕΛΤΕ θα πρέπει να φέρει την τελική ευθύνη για την εποπτεία. Τέλος, ορίζεται ότι για την άσκηση των καθηκόντων της, η ΕΛΤΕ διαθέτει επαρκείς ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους, ενώ για την ομαλή συνέχιση της λειτουργίας της διευκρινίζεται ότι οι σχετικές διατάξεις του Ν. 4170/2013, έχουν εφαρμογή από την έναρξη ισχύος του Ν.3148/2003.

Στο άρθρο 39 περιγράφεται το καθεστώς της συνεργασίας των εποπτικών αρχών σε επίπεδο κρατών - μελών της ΕΕ.

Με το άρθρο 40 (Αμοιβαία αναγνώριση των ρυθμιστικών διατάξεων των κρατών - μελών) προβλέπεται ότι σε περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου σε οντότητα με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, που διενεργείται από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία με επαγγελματική άδεια η οποία έχει δοθεί από τις αρμόδιες αρχές αυτού του κράτους - μέλους, η κανονιστική και εποπτική αρμοδιότητα ανήκει στις εποπτικές αρχές αυτού του άλλου κράτους - μέλους. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, ελεγκτικές εταιρείες που έχουν λάβει επαγγελματική άδεια και στην Ελλάδα υπόκεινται και στην εποπτεία της ΕΛΤΕ για τον διενεργούμενο έλεγχο.

Στο άρθρο 41 αποσαφηνίζονται τα θέματα του επαγγελματικού απορρήτου και της επαγγελματικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών. Ειδικότερα ορίζεται ότι η ΕΛΤΕ συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών και τις σχετικές ευρωπαϊκές αρχές, όταν αυτό απαιτείται για τον σκοπό της εκπλήρωσης των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014. Οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους επικουρούν τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών και τις σχετικές Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές. Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες και συνεργάζονται στο πλαίσιο ερευνών που αφορούν υποχρεωτικούς ελέγχους. Κάθε πρόσωπο που απασχολείται ή απασχολήθηκε στην ΕΛΤΕ ή συνεργάζεται ή συνεργάστηκε με την ΕΛΤΕ, υποχρεούται να μην γνωστοποιεί σε άλλον πληροφορίες ή στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή ως αποτέλεσμα της συνεργασίας του με την ΕΛΤΕ. Το επαγγελματικό απόρρητο δεν ισχύει στις περιπτώσεις συνεργασίας της ΕΛΤΕ με την Τράπεζα της Ελλάδος, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ), την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, καθώς και τις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της ΕΛΤΕ, όπου το απόρρητο ισχύει για τους λειτουργούς και υπαλλήλους των αρχών και υπηρεσιών αυτών. Η παράβαση των διατάξεων της παρούσας παραγράφου διώκεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX
ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΣΗ


Στο άρθρο 42 ρυθμίζεται το διαδικαστικό πλαίσιο διορισμού του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία αυτών κατά τη διενέργεια των υποχρεωτικών ελέγχων καθορίζοντας παράλληλα ότι ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή ο κύριος εταίρος ελέγχου της ελεγκτικής εταιρείας μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του, με την ιδιότητά του αυτή, για χρονική περίοδο που δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) συνεχή χρόνια και να επαναλάβει τα καθήκοντά του μετά από την παρέλευση δύο (2) συνεχών χρόνων. Επίσης καθορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής σε υποχρεωτικό έλεγχο από Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες λαμβάνοντας υπόψη την παράγραφο 43 του Προοιμίου της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν υποχρεωτικό έλεγχο από Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες στις μικρές επιχειρήσεις καθώς και την έρευνα που διενέργησε η ΕΛΤΕ με ημερομηνία 12/5/2016 από την οποία προκύπτει ότι ο αντίστοιχος αριθμητικός μέσος όρος κριτηρίων υπαγωγής σε υποχρεωτικό έλεγχο των κρατών μελών ανέρχεται σε 3 εκ. € κύκλο εργασιών και 1,1εκ. € σύνολο ενεργητικού.

Στο άρθρο 43 καθορίζεται η διαδικασία παύσης και παραίτησης των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή των ελεγκτικών εταιρειών από τον υποχρεωτικό έλεγχο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ


Με το άρθρο 44 περιγράφεται το θεσμικό πλαίσιο της Επιτροπής Ελέγχου την οποία υποχρεωτικά πρέπει να διαθέτει κάθε οντότητα δημοσίου ενδιαφέροντος και η οποία θα παρακολουθεί τη διαδικασία χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος εσωτερικού ελέγχου, την ανεξαρτησία των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, τη διαδικασία διορισμού αυτών κλπ.

Στο άρθρο 45 ορίζεται ότι οι αμοιβές για τη διενέργεια υποχρεωτικών ελέγχων σε οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος δεν είναι αμοιβές υπό αίρεση. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, αμοιβές υπό αίρεση είναι οι αμοιβές για ελεγκτικές εργασίες που υπολογίζονται σε προκαθορισμένη βάση σε σχέση με το αποτέλεσμα ή την έκβαση μιας συναλλαγής ή το αποτέλεσμα του εκτελούμενου έργου. Οι αμοιβές δεν θεωρούνται ότι είναι υπό αίρεση εάν έχουν καθοριστεί από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή. Επίσης οι αμοιβές δεν πρέπει να δημιουργούν καταστάσεις κινδύνου για την ανεξαρτησία των ελεγκτών.

Στο άρθρο 46 ορίζεται ρητά η απαγόρευση παροχής μη ελεγκτικών υπηρεσιών από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή την ελεγκτική εταιρεία που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο οντότητας δημόσιου ενδιαφέροντος ή οποιοδήποτε μέλους του δικτύου στο οποίο ανήκει ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία για μια σειρά από περιπτώσεις.

Στο το άρθρο 47 περιγράφεται το πλαίσιο της έκθεσης ελέγχου για τον υποχρεωτικό έλεγχο των οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος.

Στο άρθρο 48 ορίζεται ότι οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους οντοτήτων δημόσιου ενδιαφέροντος υποβάλλουν συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου της ελεγχόμενης οντότητα, καθώς και το περιεχόμενό της.

Στο άρθρο 49 περιγράφεται το πλαίσιο της έκθεσης διαφάνειας, καθορίζοντας τα ελάχιστα πληροφοριακά στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονται στις εκθέσεις όπως νομική μορφή και πλήρη στοιχεία των μετόχων, περιγραφή του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας, περιγραφή της δομής της εταιρικής διακυβέρνησης του ελεγκτικού γραφείου κ.λπ.

Στο άρθρο 50 καταγράφεται η διαδικασία και ο χρόνος τήρησης των φακέλων ελέγχου από τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και τις ελεγκτικές εταιρείες.

Στο άρθρο 51 ορίζεται η μέγιστη διάρκεια των υποχρεωτικών ελέγχων σε μια συγκεκριμένη ελεγχόμενη οντότητα δημοσίου ενδιαφέροντος ενός Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή/μιας ελεγκτικής εταιρείας για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος οικειότητας και, συνεπώς, να ενισχυθεί η ανεξαρτησία των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΤΥΧΕΣ


Στο άρθρο 52 περιγράφεται η διαδικασία εγγραφής στο Δημόσιο Μητρώο και η εποπτεία ελεγκτών και ελεγκτικών εταιρειών τρίτων χωρών.

Στο άρθρο 53 ορίζεται η διαδικασία χορήγησης επαγγελματικής άδειας σε ελεγκτή τρίτης χώρας, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 5 και 7 έως 12 του παρόντος νόμου. Η άδεια χορηγείται με τον όρο της αμοιβαιότητας.

Στο άρθρο 54 θεσπίζεται το πλαίσιο συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών. Ορίζεται ότι οι συμφωνίες συνεργασίας θα πρέπει να εξασφαλίζουν ορισμένες προϋποθέσεις, όπως η αιτιολόγηση της διαβίβασης του συγκεκριμένου αιτήματος, η διαβεβαίωση ότι τα πρόσωπα που διενήργησαν τον έλεγχο υπόκεινται στην υποχρέωση του επαγγελματικού απορρήτου κ.λ.π.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙI
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


Στο άρθρο 55 ρυθμίζονται θέματα μεταβατικής φύσεως ενώ στο άρθρο 56 ορίζεται ότι καταργούνται ορισμένες διατάξεις του ν.3693/2008 και του ν. 3148/2003.


ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
Ενσωμάτωση της ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/56/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 16ης Απριλίου 2014 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών και του Κανονισμού 537/2014.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1
Αντικείμενο


Ο παρών νόμος έχει ως αντικείμενο την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 2006 (ΕΕ L157 της 9.6.2006), όπως έχει τροποποιηθεί με την Οδηγία 2014/56/ΕΕ της 16ης Απριλίου 2014, που καθορίζει τους κανόνες σχετικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων ατομικών ή/και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, λαμβάνοντας υπόψη τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 καθώς και τη συμπλήρωση και μεταβολή του νομοθετικού πλαισίου, που διέπει τον ελεγκτικολογιστικό θεσμό.
Το άρθρο 33 του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζεται στον υποχρεωτικό έλεγχο ετήσιων ατομικών ή/και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων οντοτήτων δημόσιου ενδιαφέροντος, εκτός εάν προβλέπεται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Άρθρο 2
Ορισμοί


Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου και κάθε νομοθετικής ρύθμισης, που διέπει τον ελεγκτικολογιστικό θεσμό, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1."Υποχρεωτικός έλεγχος": ο έλεγχος των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων ατομικών ή και ενοποιημένων και κάθε εργασία ελεγκτικής φύσεως που διενεργείται από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία εφόσον : α) απαιτείται από το δίκαιο της Ένωσης
β) απαιτείται από το εθνικό δίκαιο όσον αφορά τις οντότητες ανεξαρτήτως μορφής και μεγέθους, που συντάσσουν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.
γ) διενεργείται σύμφωνα, είτε με τα οριζόμενα στο άρθρο 30 του παρόντος νόμου πρότυπα ελέγχου, είτε με τα πρότυπα που επιβάλει το Συμβούλιο Λογιστικής Εποπτείας των Εταιρειών Δημοσίου Ενδιαφέροντος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Public Company Accounting Oversight Board) και τα γενικά παραδεκτά πρότυπα ελέγχου στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
δ) διενεργείται οικειοθελώς κατόπιν αίτησης μικρών επιχειρήσεων και πληροί εθνικές νομικές απαιτήσεις ισοδύναμες με αυτές που αφορούν τον έλεγχο σύμφωνα με την περίπτωση β) και έχει ως σκοπό τη χορήγηση της προβλεπόμενης, από το άρθρο 32 του παρόντος νόμου, έκθεσης ελέγχου.
2. " Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ": φυσικό πρόσωπο που έχει λάβει, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, άδεια από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους.
3. "Ελεγκτική εταιρεία": νομικό πρόσωπο, ή οποιαδήποτε άλλη οντότητα ανεξαρτήτως νομικής μορφής που έχει λάβει, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, άδεια από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους.
4. "Ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας": οντότητα, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, η οποία διενεργεί ελέγχους των ατομικών ή και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων μιας εταιρείας ιδρυθείσας σε τρίτη χώρα, εκτός της οντότητας που έχει εγγραφεί ως ελεγκτική εταιρεία σε οποιοδήποτε κράτος μέλος κατόπιν χορήγησης άδειας.
5. "Ελεγκτής τρίτης χώρας": φυσικό πρόσωπο το οποίο διενεργεί ελέγχους των ατομικών ή/και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων μιας εταιρείας ιδρυθείσας σε τρίτη χώρα, εκτός προσώπου που έχει εγγραφεί ως Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής σε οποιοδήποτε κράτος μέλος κατόπιν χορήγησης άδειας.
6. "Ελεγκτής ομίλου": Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής (Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές) ή ελεγκτική εταιρεία (ελεγκτικές εταιρείες) που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.
7. "Δίκτυο": ευρύτερη διάρθρωση συνεργασίας στην οποία ανήκει ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία και η οποία αποσκοπεί σαφώς στην κατανομή κερδών ή στοιχείων κόστους ή βρίσκεται υπό κοινή ιδιοκτησία, έλεγχο ή διοίκηση, ή υπόκειται σε ενιαία πολιτική και διαδικασίες διασφάλισης της ποιότητας ή δραστηριοποιείται υπό κοινή επιχειρηματική στρατηγική ή χρησιμοποιεί κοινό διακριτικό τίτλο ή σημαντικό μέρος επαγγελματικών πόρων. Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. αποφασίζει για την ύπαρξη ή μη δικτύου, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα που του υποβάλλεται.
8. "Συνδεδεμένη επιχείρηση ελεγκτικής εταιρείας": κάθε επιχείρηση, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, η οποία βρίσκεται υπό κοινή ιδιοκτησία ή κοινό έλεγχο ή κοινή διοίκηση με την ελεγκτική εταιρεία. Η Ε.Λ.Τ.Ε. αποφασίζει, με απόφαση του Δ.Σ., για τη συνδρομή ή μη της ιδιότητας του συνδεδεμένου μέρους ελεγκτικής εταιρείας, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα που της υποβάλλεται.
9. "Έκθεση Ελέγχου": η έκθεση που αναφέρεται στα άρθρα 32 και 47 του παρόντος νόμου, καθώς και κάθε έκθεση που εκδίδεται ως αποτέλεσμα υποχρεωτικών ελέγχων, από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία.
10. "Αρμόδια αρχή": Αρμόδια αρχή για τη δημόσια εποπτεία επί των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών ορίζεται η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.).
11. "Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα": τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (International Accounting Standards IAS), τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (International Financial Reporting Standards IFRS) και οι ερμηνείες τους (SIC IFRIC Interpretations), οι τροποποιήσεις αυτών των προτύπων και των ερμηνειών τους και τα μελλοντικά πρότυπα και οι ερμηνείες τους, που εκδίδονται ή εγκρίνονται από το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (International Accounting Standards Board IASB).
12. "Οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος":
α) οντότητες που διέπονται από το δίκαιο ενός κράτους μέλους, των οποίων οι μεταβιβάσιμοι τίτλοι είναι εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά οποιουδήποτε κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 περίπτωση 14) της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ.
β) πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του ν.4261/2014 πλην όσων αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου. γ) ασφαλιστικές επιχειρήσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν.4364/2016, με έδρα στην Ελλάδα εξαιρουμένων των αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν. 4364/2016, αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016, υποκαταστήματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016 στην Ελλάδα και υποκαταστήματα αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016 στην Ελλάδα.
δ) οντότητες που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ως οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος, με γνώμονα τη φύση των δραστηριοτήτων τους, το μέγεθός τους, τον αριθμό των απασχολουμένων σε αυτές και άλλα παρεμφερή κριτήρια.
13. "Συνεταιρισμός": μια ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρεία όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, σχετικά με το καταστατικό της Ευρωπαϊκής Συνεταιρικής Εταιρείας (ΕΣΕ), ή οποιοσδήποτε άλλος συνεταιρισμός που υπόκειται σε υποχρεωτικό έλεγχο σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, όπως πιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 1 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ και ασφαλιστικές επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της Οδηγίας 91/674/ΕΟΚ.
14. 'Μη Επαγγελματίας": φυσικό πρόσωπο, το οποίο στη διάρκεια της συμμετοχής του στη διαχείριση του συστήματος δημόσιας εποπτείας και κατά τα τρία έτη που προηγούνται της συμμετοχής του, δεν διενήργησε υποχρεωτικούς ελέγχους, δεν είχε δικαιώματα ψήφου σε ελεγκτική εταιρεία, δεν υπήρξε μέλος του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου ελεγκτικής εταιρείας και δεν απασχολήθηκε ούτε συνδέθηκε κατ' άλλον τρόπο με ελεγκτική εταιρεία.
15. "Κύριος(οι) εταίρος(οι) ελέγχου":
α) ένας ή περισσότεροι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές που είναι εγγεγραμμένοι στο Δημόσιο Μητρώο του άρθρου 14 του παρόντος νόμου και έχουν ορισθεί από μία ελεγκτική εταιρεία, ως κύριοι υπεύθυνοι για τη διενέργεια του συγκεκριμένου υποχρεωτικού ελέγχου για λογαριασμό της ελεγκτικής εταιρείας ή β) σε περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου ομίλου οντοτήτων, τουλάχιστον ένας Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής που είναι εγγεγραμμένος στο Δημόσιο Μητρώο του άρθρου 14 του παρόντος νόμου, που έχει ορισθεί από την ελεγκτική εταιρεία, ως κύριος υπεύθυνος για τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου σε επίπεδο ομίλου και, τουλάχιστον οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές, που έχουν ορισθεί από την ελεγκτική εταιρεία, ως κύριοι υπεύθυνοι των υποχρεωτικών ελέγχων σε επίπεδο σημαντικών θυγατρικών ή γ) ένας ή περισσότεροι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές που είναι εγγεγραμμένοι στο Δημόσιο Μητρώο του άρθρου 14 του παρόντος νόμου και υπογράφουν την Έκθεση Ελέγχου.
16. "Μεσαίες επιχειρήσεις": οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 2 του ν. 4308/14.
17. "Μικρές επιχειρήσεις": οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 του ν. 4308/14.
18. "Κράτος μέλος καταγωγής": το κράτος μέλος στο οποίο έχει αδειοδοτηθεί ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου.
19. "Κράτος μέλος υποδοχής": το κράτος μέλος στο οποίο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής που έχει αδειοδοτηθεί στο κράτος μέλος καταγωγής επιδιώκει να αδειοδοτηθεί επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 13 του παρόντος νόμου, ή το κράτος μέλος στο οποίο η ελεγκτική εταιρεία που έχει αδειοδοτηθεί στο κράτος μέλος καταγωγής επιδιώκει να εγγραφεί ή έχει ήδη εγγραφεί σε μητρώο, σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος νόμου.
20. "Ελεγκτής διασφάλισης ποιότητας": Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής που διενεργεί την επισκόπηση επί της ποιότητας του ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κανονισμού 537/2014 και είναι εγγεγραμμένος στο Δημόσιο Μητρώο του άρθρου 14 του παρόντος νόμου.
21."Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε..": Απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. που έχει κανονιστικό περιεχόμενο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ, ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

Άρθρο 3
Χορήγηση άδειας στους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και στις ελεγκτικές εταιρείες


1. Δικαίωμα διενέργειας υποχρεωτικού ελέγχου έχουν μόνο οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες που έχουν λάβει άδεια άσκησης επαγγέλματος (επαγγελματική άδεια) και είναι μέλη του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (ΣΟΕΛ). Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές εφόσον εντάσσονται με οποιαδήποτε έννομη σχέση στη δύναμη ελεγκτικής εταιρείας διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους για λογαριασμό μίας μόνο ελεγκτικής εταιρείας.
2. Αρμόδια αρχή για τη χορήγηση επαγγελματικής άδειας σε Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες ορίζεται η Ε.Λ.Τ.Ε. Η χορήγηση ή μη επαγγελματικής άδειας γίνεται με απόφαση Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., αφού λάβει υπόψη της στοιχεία που της χορηγεί το ΣΟΕΛ, που τηρεί το μητρώο των ασκούμενων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών.
Με Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε. καθορίζονται οι διαδικασίες, τα δικαιολογητικά και οι λοιπές λεπτομέρειες για τη χορήγηση της επαγγελματικής άδειας και την εγγραφή των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και ελεγκτικών εταιρειών στο Δημόσιο Μητρώο του άρθρου 14 του παρόντος νόμου.
3. Για τη χορήγηση επαγγελματικής άδειας σε Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 5 και 7 έως 11 ή / και 13 του παρόντος νόμου.
4. Για τη χορήγηση επαγγελματικής άδειας σε ελεγκτική εταιρεία πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις:
α) στα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους για λογαριασμό της ελεγκτικής εταιρείας πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 5 και 7 έως 11 ή/και 13 του παρόντος νόμου και να έχουν λάβει επαγγελματική άδεια στην Ελλάδα.
β) το μεγαλύτερο μέρος των δικαιωμάτων ψήφου σε μια ελεγκτική εταιρεία πρέπει να κατέχεται από ελεγκτικές εταιρείες στις οποίες έχει χορηγηθεί επαγγελματική άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή από φυσικά πρόσωπα που πληρούν τουλάχιστον τις προϋποθέσεις των άρθρων 5, 7 έως 11 ή/και 13 του παρόντος νόμου. γ) η πλειοψηφία του οργάνου διοίκησης της ελεγκτικής εταιρείας πρέπει να ανήκει κατά τα 2/3 τουλάχιστον σε ελεγκτικές εταιρείες, στις οποίες έχει χορηγηθεί επαγγελματική άδεια σε οποιοδήποτε κράτος - μέλος ή σε φυσικά πρόσωπα για τα οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 5, 7 έως 11 ή/και 13 του παρόντος νόμου. Όταν το όργανο διοίκησης έχει μόνο δύο μέλη, για τουλάχιστον ένα μέλος θα πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρούσας περίπτωσης. δ) η ελεγκτική εταιρεία να πληροί την προϋπόθεση, που ορίζεται στο άρθρο 5 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 4
Αναγνώριση ελεγκτικών εταιρειών


1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου, ελεγκτική εταιρεία που έχει αδειοδοτηθεί σε ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους στην Ελλάδα, υπό τον όρο ότι ο κύριος εταίρος ελέγχου που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό της ελεγκτικής εταιρείας συμμορφώνεται με το άρθρο 3 παράγραφος 4 περίπτωση α) του παρόντος νόμου.
2. Ελεγκτική εταιρεία που επιθυμεί να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους στην Ελλάδα και έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος - μέλος εγγράφεται και στο Δημόσιο Μητρώο, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 16 του παρόντος νόμου.
3. Η Ε.Λ.Τ.Ε. εγγράφει την εταιρεία στο Δημόσιο Μητρώο, εφόσον βεβαιωθεί ότι η ελεγκτική εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στο Δημόσιο Μητρώο της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής της. Για την ως άνω βεβαίωση η Ε.Λ.Τ.Ε. βασίζεται σε πιστοποιητικό της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής της ελεγκτικής εταιρείας, το οποίο πρέπει να έχει εκδοθεί τους τελευταίους τρεις μήνες.
Η Ε.Λ.Τ.Ε. ενημερώνει την αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος καταγωγής για την εγγραφή της ελεγκτικής εταιρείας στην Ελλάδα.

Άρθρο 5
Εντιμότητα


Επαγγελματική άδεια χορηγείται μόνο σε φυσικά πρόσωπα και ελεγκτικές εταιρείες που διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας και δεν έχουν καταδικασθεί για οποιοδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στην περίπτωση γ) της παρ. 2 του άρθρου 6.

Άρθρο 6
Ανάκληση της επαγγελματικής άδειας Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας


1. Η επαγγελματική άδεια του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας ανακαλείται προσωρινά ή οριστικά με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε.
2. Η επαγγελματική άδεια του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ανακαλείται οριστικά στις ακόλουθες περιπτώσεις :
α) επιβολή πειθαρχικής ποινής οριστικής αφαίρεσης επαγγελματικής άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου
β) θάνατος ή θέση σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση κατά τα άρθρα 1666-1668 του Αστικού Κώδικα
γ) καταδίκη με τελεσίδικη απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή και στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία (κοινή και στην υπηρεσία), δωροδοκία, παράβαση καθήκοντος, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής ή για κακούργημα
δ) συνταξιοδότηση από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα
ε) εφόσον παύουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 5 και 7 έως 11 του παρόντος νόμου
στ) σε κάθε περίπτωση σοβαρής αμφισβήτησης της εντιμότητας του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή και εφόσον δεν υλοποιηθούν από αυτόν, μέσα σε χρονικό διάστημα που
καθορίζεται κατά περίπτωση από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. τυχόν μέτρα που θα του υποδειχθούν από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., για να αποκατασταθεί η αμφισβήτηση αυτή.
3. Η επαγγελματική άδεια της ελεγκτικής εταιρείας ανακαλείται οριστικά στις ακόλουθες περιπτώσεις :
α) επιβολή πειθαρχικής ποινής οριστικής αφαίρεσης επαγγελματικής άδειας
β) εάν παύει να πληρείται μία εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 3 παρ. 4 περιπτώσεις β) και γ) του παρόντος νόμου και εφόσον μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα που καθορίζεται κατά περίπτωση από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. εξακολουθούν να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές
γ) σε κάθε περίπτωση σοβαρής αμφισβήτησης της εντιμότητάς της και εφόσον δεν υλοποιηθούν από αυτήν, μέσα σε χρονικό διάστημα που καθορίζεται κατά περίπτωση από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. τυχόν μέτρα που θα της υποδειχθούν από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., για να αποκατασταθεί η αμφισβήτηση αυτή
δ) σε περίπτωση κατά την οποία τεθεί σε εκκαθάριση ή κηρυχθεί σε πτώχευση.
4. Η επαγγελματική άδεια του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ανακαλείται προσωρινά όταν επιβληθεί αντίστοιχη πειθαρχική ποινή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
5. Όταν ανακαλείται για οποιονδήποτε λόγο η άδεια Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας, η Ε.Λ.Τ.Ε. γνωστοποιεί το γεγονός αυτό και τους λόγους της ανάκλησης στις οικείες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής, στο μητρώο των οποίων έχει επίσης εγγραφεί ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του παρόντος νόμου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην περίπτωση (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου.
6. Σε περίπτωση οριστικής ανάκλησης της άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, η Ε.Λ.Τ.Ε. προβαίνει στη διαγραφή του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας από το Δημόσιο Μητρώο.

Άρθρο 7
Προσόντα


1. Για να χορηγηθεί σε φυσικό πρόσωπο επαγγελματική άδεια Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά στο πρόσωπο του υποψηφίου οι παρακάτω προϋποθέσεις:
α. Ο υποψήφιος να είναι κάτοχος τίτλου σπουδών τριτοβάθμιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΑΕΙ) της ημεδαπής ή αναγνωρισμένου ως ισότιμου τίτλου σπουδών της αλλοδαπής, ή κάτοχος τίτλου σπουδών τριτοβάθμιας τεχνολογικής εκπαίδευσης (ΤΕΙ) οικονομικής κατεύθυνσης της ημεδαπής ή αναγνωρισμένου ως ισότιμου τίτλου σπουδών της αλλοδαπής, ή κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών οικονομικής κατεύθυνσης της ημεδαπής ή αναγνωρισμένου ως ισότιμου τίτλου σπουδών της αλλοδαπής.
β. Απόκτηση των αναγκαίων θεωρητικών γνώσεων στα γνωστικά αντικείμενα του άρθρου 9 του παρόντος νόμου, η οποία αποδεικνύεται με την επιτυχία του υποψηφίου στις επαγγελματικές εξετάσεις, επιπέδου πανεπιστημιακών σπουδών ή ισοδυνάμου επιπέδου, που αναφέρονται στο άρθρο 8 του παρόντος νόμου.
γ. Ολοκλήρωση της πρακτικής άσκησης που προβλέπεται από το άρθρο 11 του παρόντος νόμου.
2. Η Ε.Λ.Τ.Ε. συνεργάζεται με τις αντίστοιχες αρχές των κρατών μελών προκειμένου να επιτύχουν σύγκλιση των απαιτήσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, λαμβάνοντας υπόψη τους τις εξελίξεις στην ελεγκτική και στο επάγγελμα του ελεγκτή και ειδικότερα, τη σύγκλιση που έχει ήδη επιτευχθεί από το επάγγελμα. Η Ε.Λ.Τ.Ε. επίσης συνεργάζεται με την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Φορέων Εποπτείας των Ελεγκτών (ΕΕΦΕΕ) και τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 20 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 στον βαθμό που η σύγκλιση αυτή συνδέεται με τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημόσιου ενδιαφέροντος.

Άρθρο 8
Επαγγελματικές εξετάσεις


1. Αντικειμενικός σκοπός των επαγγελματικών εξετάσεων είναι να διαπιστωθεί η κατοχή υψηλού επιπέδου απαραίτητων γνώσεων στα γνωστικά αντικείμενα του άρθρου 9 του παρόντος νόμου και η δυνατότητα της ορθής πρακτικής εφαρμογής των προαναφερόμενων θεωρητικών γνώσεων.
2. Οι επαγγελματικές εξετάσεις είναι γραπτές με την επιφύλαξη της αδυναμίας διενέργειας γραπτών εξετάσεων στις περιπτώσεις ατόμων με ειδικές ανάγκες.
3. Οι επαγγελματικές εξετάσεις και οι ειδικές επαγγελματικές εξετάσεις που προβλέπονται από το άρθρο 13 του παρόντος νόμου, τελούν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της Ε.Λ.Τ.Ε.. Στα πλαίσια της εποπτείας και του ελέγχου αυτού, η Ε.Λ.Τ.Ε. με Κανονιστικές Πράξεις αναθέτει την οργάνωση ή εκτέλεση ή αμφότερα τα έργα αυτά στο ΣΟΕΛ ή σε άτομα ή σε φορείς του εσωτερικού ή εξωτερικού με αποδεδειγμένη γνώση και εμπειρία στα θέματα αυτά και στην οποία θα διευκρινίζονται τα ανατιθέμενα καθήκοντα και οι όροι υπό τους οποίους πρόκειται να διεκπεραιωθούν. Οι επαγγελματικές εξετάσεις για όλα ή μέρος των γνωστικών αντικειμένων ή για όλους ή ορισμένους εξεταζόμενους μπορεί να διενεργούνται από κοινού με τις επαγγελματικές εξετάσεις άλλων αρμοδίων αρχών κρατών - μελών της Ε.Ε. ή τρίτων χωρών ή να αποτελούν μέρος των επαγγελματικών εξετάσεων που διενεργούνται από τις αρχές των χωρών αυτών.
4. Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. αποφασίζει για κάθε ουσιαστικό ή διαδικαστικό θέμα σχετίζεται με την οργάνωση και διενέργεια των επαγγελματικών εξετάσεων και των ειδικών επαγγελματικών εξετάσεων, που προβλέπονται από το άρθρο 13 του παρόντος νόμου.
5. Τα θέματα που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται με Κανονιστικές Πράξεις της Ε.Λ.Τ.Ε..

Άρθρο 9
Έλεγχος θεωρητικών γνώσεων


1. Τα γνωστικά αντικείμενα των επαγγελματικών εξετάσεων είναι, τουλάχιστον, τα ακόλουθα:
α) Γενικές Αρχές Λογιστικής και Λογιστικά Πρότυπα.
β) Νομοθετικές ρυθμίσεις και πρότυπα αναφερόμενα στη σύνταξη ατομικών και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.
γ) Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης.
δ) Χρηματοοικονομική ανάλυση.
ε) Κοστολόγηση και διοικητική λογιστική.
στ) Διαχείριση κινδύνων και εσωτερικός έλεγχος.
ζ) Ελεγκτική και επαγγελματικές ικανότητες του ελεγκτή.
η) Νομοθετικές ρυθμίσεις και επαγγελματικά πρότυπα σχετικά με υποχρεωτικούς ελέγχους και τις λοιπές ελεγκτικολογιστικές εργασίες και τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές.
θ) Διεθνή Ελεγκτικά Πρότυπα όπως αναφέρονται στο άρθρο 30 του παρόντος νόμου.
ι) Κανόνες ανεξαρτησίας και επαγγελματική δεοντολογία.
ια) Αρχές και ειδικά θέματα εταιρικού δικαίου και εταιρικής διακυβέρνησης συναφή με ελεγκτικές εργασίες.
ιβ) Αρχές και ειδικά θέματα πτωχευτικού δικαίου.
ιγ) Φορολογικό δίκαιο.
ιδ) Αρχές και ειδικά θέματα αστικού και εμπορικού δικαίου.
ιε) Αρχές και ειδικά θέματα ασφαλιστικού και εργατικού δικαίου. ιστ) Πληροφορική και Μηχανογραφικά συστήματα.
ιζ) Αρχές Οικονομίας, Χρηματοοικονομικής και Οικονομικής των επιχειρήσεων.
ιη) Στοιχεία Μαθηματικών και Στατιστικής.
ιθ) Βασικές αρχές χρηματοοικονομικής διοίκησης.
2. Με Κανονιστικές Πράξεις της Ε.Λ.Τ.Ε., καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται το ειδικότερο περιεχόμενο των γνωστικών αντικειμένων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, για την προσαρμογή του στις εξελίξεις της ελεγκτικής και του ελεγκτικού επαγγέλματος.

Άρθρο 10
Απαλλαγές


1. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος νόμου αλλά μέσα στα πλαίσια των αντικειμενικών σκοπών των επαγγελματικών εξετάσεων που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου, παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής από τις επαγγελματικές εξετάσεις σε ένα ή περισσότερα από τα γνωστικά αντικείμενα της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου, στην περίπτωση που ο υποψήφιος κατέχει τίτλο σπουδών όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου, για την απόκτηση του οποίου εξετάστηκε στα γνωστικά αυτά αντικείμενα ή έχει επιτύχει στα γνωστικά αυτά αντικείμενα σε επαγγελματικές εξετάσεις ισοδύναμες με τις επαγγελματικές εξετάσεις του άρθρου 8 του παρόντος νόμου.
2. Η διαδικασία απαλλαγών από τις επαγγελματικές εξετάσεις καθορίζεται με Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε., στην οποία προβλέπεται και η συγκρότηση επιτροπής απαλλαγών από τις επαγγελματικές εξετάσεις, η οποία κρίνει κατά περίπτωση, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της απαλλαγής. Στην εν λόγω Κανονιστική Πράξη θα διευκρινίζονται τα ανατιθέμενα καθήκοντα και οι όροι υπό τους οποίους θα διεκπεραιωθούν.

Άρθρο 11
Πρακτική άσκηση


1. Για να εξασφαλίζεται η ικανότητα πρακτικής εφαρμογής των θεωρητικών γνώσεων που αποτελούν αντικείμενο εξετάσεων, οι ασκούμενοι πραγματοποιούν πρακτική άσκηση πέντε (5) ετών τουλάχιστον εκ των οποίων τα δύο (2) έτη μετά το πέρας των επαγγελματικών εξετάσεων, η οποία θα καλύπτει κυρίως τον έλεγχο των ατομικών ή/ και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ή παρόμοιων οικονομικών καταστάσεων.
2. Η πρακτική άσκηση πραγματοποιείται σε Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία που έχει λάβει άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος.
3. Η Ε.Λ.Τ.Ε. έχει δικαίωμα, κατά τη διακριτική της ευχέρεια και με κάθε πρόσφορο μέσο, να κρίνει καθ' όλη τη διάρκεια της πρακτικής άσκησης και μέσα στα πλαίσια του αντικειμενικού σκοπού της πρακτικής άσκησης, την επάρκεια του περιεχομένου της πρακτικής άσκησης, καθώς και την επάρκεια της εποπτείας των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών επί των Ασκούμενων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών.

Άρθρο 12
Συνεχής εκπαίδευση


1. Για τη διατήρηση της επαγγελματικής άδειας, που προβλέπεται από το άρθρο 3 του παρόντος νόμου, οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές είναι υποχρεωμένοι να συμμετέχουν σε προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης για τη διατήρηση επαρκών θεωρητικών γνώσεων, επαγγελματικών προσόντων και αξιών υψηλού επιπέδου.
2. Η διάρκεια και η επάρκεια του περιεχομένου των προγραμμάτων συνεχούς εκπαίδευσης και η επάρκεια των φορέων που τα παρέχουν ρυθμίζονται με Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε. Στα προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης περιλαμβάνονται και τα προγράμματα, που παρέχονται από τις ελεγκτικές εταιρείες.
3. Η μη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου επισύρει τις κυρώσεις του άρθρου 35 του παρόντος νόμου.
4. Την Ε.Λ.Τ.Ε. βαρύνει η δαπάνη της συνεχούς επαγγελματικής εκπαίδευσης των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, που οργανώνει και πραγματοποιεί αποκλειστικά η ίδια ή το Ινστιτούτο Εκπαίδευσης Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ( Ι.Ε.Σ.Ο.Ε.Λ.).

Άρθρο 13
Χορήγηση άδειας σε Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές από άλλα κράτη μέλη


1. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές που έχουν λάβει επαγγελματική άδεια σε οποιοδήποτε κράτος - μέλος έχουν δικαίωμα να λάβουν επαγγελματική άδεια στην Ελλάδα, με την προϋπόθεση ότι θα επιτύχουν σε Ειδικές Επαγγελματικές Εξετάσεις, που διενεργούνται στην ελληνική γλώσσα, μέσα στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 3 παράγραφος 1 περ. ζ) του ΠΔ 38/2010.
2. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου υποχρεούνται σε πρακτική άσκηση, σε περίπτωση που ο συνολικός χρόνος πρακτικής άσκησης και προϋπηρεσίας σε άλλο κράτος μέλος είναι μικρότερος από τον προβλεπόμενο στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου.
3. Η Ε.Λ.Τ.Ε. συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών, στο πλαίσιο της ΕΕΦΕΕ, προκειμένου να επιτευχθεί σύγκλιση των απαιτήσεων της πρακτικής άσκησης προσαρμογής και της δοκιμασίας επάρκειας. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής ενισχύουν τη διαφάνεια και την προβλεψιμότητα των απαιτήσεων. Η Ε.Λ.Τ.Ε. συνεργάζεται με την ΕΕΦΕΕ και τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 20 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 στον βαθμό που η σύγκλιση αυτή συνδέεται με υποχρεωτικούς ελέγχους οντοτήτων δημόσιου ενδιαφέροντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΕ ΜΗΤΡΩΟ

Άρθρο 14
Δημόσιο Μητρώο


Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες εγγράφονται, προκειμένου να ασκήσουν το επάγγελμά τους, στο Δημόσιο Μητρώο το οποίο τηρείται από την Ε.Λ.Τ.Ε. σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στα άρθρα 15 και 16 του παρόντος νόμου.
Με Κανονιστική Πράξη της η Ε.Λ.Τ.Ε. αναθέτει τα διαδικαστικά θέματα τηρήσεως του Δημόσιου Μητρώου στον αρμόδιο επαγγελματικό φορέα (ΣΟΕΛ) και στην οποία διευκρινίζονται τα ανατιθέμενα καθήκοντα και οι όροι υπό τους οποίους πρόκειται να διεκπεραιωθούν.
Η εγγραφή στο Δημόσιο Μητρώο, κάθε Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή και κάθε ελεγκτικής εταιρείας γίνεται με διακεκριμένη αρίθμηση (αριθμός μητρώου).Το Δημόσιο Μητρώο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή, η πρόσβαση σε αυτό γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα και είναι προσιτό στο κοινό.
Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., δύνανται να περιορίζονται οι γνωστοποιήσεις που απαιτείται να παρέχονται από το Δημόσιο Μητρώο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και του άρθρου 15 του παρόντος νόμου στις περιπτώσεις και κατά την έκταση που τούτο είναι αναγκαίο για να περιορισθεί άμεση και σημαντική απειλή για την ασφάλεια οποιουδήποτε προσώπου.
Το Δημόσιο Μητρώο περιέχει το όνομα και τη διεύθυνση της Ε.Λ.Τ.Ε. ως αρμόδιας αρχής που έχει την τελική ευθύνη για :
α) τη χορήγηση επαγγελματικής άδειας κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος νόμου,
β) τη διασφάλιση της ποιότητας της εργασίας κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 33 του παρόντος νόμου,
γ) τη διενέργεια ερευνών και επιβολής κυρώσεων κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 35 του παρόντος νόμου, δ) την άσκηση δημόσιας εποπτείας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 15
Εγγραφή των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών στο Δημόσιο Μητρώο


1. Κάθε εγγραφή Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή στο Δημόσιο Μητρώο περιέχει τουλάχιστον τα παρακάτω στοιχεία:
α) ονοματεπώνυμο, πλήρη στοιχεία της επαγγελματικής διεύθυνσης και αριθμό μητρώου,
β) την επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο καθώς και τα πλήρη στοιχεία της επαγγελματικής διεύθυνσης και της διαδικτυακής διεύθυνσης της ελεγκτικής εταιρείας, στην οποία ή για λογαριασμό της οποίας ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής παρέχει τις υπηρεσίες του, ανεξάρτητα από τη νομική σχέση με την οποία παρέχονται οι υπηρεσίες αυτές,
γ) πλήρη στοιχεία της εγγραφής του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή σε Δημόσιο Μητρώο άλλων κρατών - μελών ή και της εγγραφής του ως ελεγκτή τρίτης χώρας, με σαφή μνεία του αριθμού μητρώου του και του ονόματος της αρμόδιας, για την εγγραφή αυτή, αρχής.
2. Οι ελεγκτές τρίτης χώρας που εγγράφονται στο Δημόσιο Μητρώο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 του παρόντος νόμου, εμφανίζονται στο Δημόσιο Μητρώο σαφώς υπό την ιδιότητά τους αυτή και όχι ως Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές.
3. Η Ε.Λ.Τ.Ε. έχει δικαίωμα να ζητήσει οποιαδήποτε διευκρίνιση κρίνει αναγκαία ή να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία για την ενημέρωση του Δημόσιου Μητρώου.

Άρθρο 16
Εγγραφή των ελεγκτικών εταιρειών στο Δημόσιο Μητρώο


1. Κάθε εγγραφή ελεγκτικής εταιρείας στο Δημόσιο Μητρώο περιέχει τουλάχιστον τα παρακάτω στοιχεία:
α) το όνομα, τον διακριτικό τίτλο, την πλήρη επαγγελματική διεύθυνση και τον αριθμό μητρώου,
β) τη νομική μορφή,
γ) την πλήρη επαγγελματική διεύθυνση του αρμόδιου για την παροχή πληροφοριών σχετικά με την ελεγκτική εταιρεία, καθώς και πλήρη διαδικτυακή διεύθυνση,
δ) την πλήρη διεύθυνση όλων των επαγγελματικών εγκαταστάσεων της ελεγκτικής εταιρείας στην Ελλάδα,
ε) το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό μητρώου όλων των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην ελεγκτική εταιρεία ή ενεργούν για λογαριασμό της ελεγκτικής εταιρείας ή συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με την ελεγκτική εταιρεία, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της σχέσης αυτής,
στ) τα πλήρη στοιχεία του ονόματος και της επαγγελματικής διεύθυνσης όλων των ιδιοκτητών της ελεγκτικής εταιρείας,
ζ) τα πλήρη στοιχεία του ονόματος και της επαγγελματικής διεύθυνσης όλων των προσώπων που συμμετέχουν στη διοίκηση της ελεγκτικής εταιρείας,
η) τα πλήρη στοιχεία του δικτύου στο οποίο ανήκει ή με το οποίο συνεργάζεται η ελεγκτική εταιρεία,
θ) πλήρη στοιχεία τυχόν εγγραφής της ελεγκτικής εταιρείας στο Μητρώο Ελεγκτών άλλων κρατών - μελών, ή και της εγγραφής της ως ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας, με σαφή μνεία του αριθμού μητρώου της και του ονόματος της αρμόδιας, για την εγγραφή αυτή, αρχής.
ι) κατά περίπτωση, εάν η ελεγκτική εταιρεία είναι εγγεγραμμένη σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του παρόντος νόμου.
2. Οι ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας που εγγράφονται στο Δημόσιο Μητρώο του άρθρου 14 του παρόντος νόμου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 του παρόντος νόμου, εμφανίζονται στο Δημόσιο Μητρώο σαφώς υπό την ιδιότητά τους αυτή και όχι ως ελεγκτικές εταιρείες.
3. Η Ε.Λ.Τ.Ε. έχει δικαίωμα να ζητήσει οποιαδήποτε διευκρίνιση κρίνει αναγκαία ή να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία για την ενημέρωση του Δημόσιου Μητρώου του άρθρου 14 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 17
Ενημέρωση των πληροφοριών του Δημόσιου Μητρώου


1. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες έχουν την αποκλειστική ευθύνη για την υποβολή των πληροφοριακών στοιχείων που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του παρόντος νόμου και για την εντός δέκα πέντε (15) ημερολογιακών ημερών ενημέρωση της Ε.Λ.Τ.Ε. σε κάθε μεταβολή τους.
2. Η καθυστέρηση στην παροχή ή άρνηση υποβολής ή ανακριβής υποβολή ή παραπλανητική υποβολή από τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές, τις ελεγκτικές εταιρείες, τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές τρίτης χώρας και τις ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας των πληροφοριών που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του παρόντος νόμου, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και επισύρει τις κυρώσεις του άρθρου 35 του παρόντος νόμου.
3. Στα πλαίσια της ασκούμενης από την Ε.Λ.Τ.Ε. δημόσιας εποπτείας παρέχεται σε αυτήν το δικαίωμα ελέγχου με κάθε πρόσφορο μέσο της ορθότητας και πληρότητας των πληροφοριακών στοιχείων που υποβάλλονται κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 18
Τεκμηρίωση της ευθύνης για την παροχή των πληροφοριών του Δημόσιου Μητρώου


1. Η ακρίβεια και επάρκεια των πληροφοριακών στοιχείων που προβλέπονται από τα άρθρα 15, 16 και 17 του παρόντος νόμου και η τεκμηρίωση της ευθύνης των προσώπων που παρέχουν στην Ε.Λ.Τ.Ε. τις πληροφορίες αυτές, επικυρώνεται με την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της ελεγκτικής εταιρείας ή του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή κατά περίπτωση.
2. Στην περίπτωση που η Ε.Λ.Τ.Ε. ζητά παροχή πληροφοριών ηλεκτρονικώς αυτή δύναται να γίνεται με ηλεκτρονική υπογραφή κατά την ισχύουσα νομοθεσία για τις ηλεκτρονικές υπογραφές. Με Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε. ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα αναφορικά με τη διαδικασία της ηλεκτρονικής υπογραφής.

Άρθρο 19
Γλώσσα τήρησης του Δημόσιου Μητρώου


Τα πληροφοριακά στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 15,16 και 17 του παρόντος νόμου, καταχωρούνται στο Δημόσιο Μητρώο στην ελληνική γλώσσα. Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. είναι δυνατόν, τα πληροφοριακά στοιχεία να καταχωρούνται στο μητρώο και σε άλλη επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αναφορά εάν η μετάφραση είναι επίσημη ή όχι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Άρθρο 20
Επαγγελματική δεοντολογία και σκεπτικισμός


1. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες υπόκεινται στις αρχές επαγγελματικής δεοντολογίας της παρ. 2 του παρόντος άρθρου που καλύπτουν τουλάχιστον την ιδιότητά τους ως προστατών του δημοσίου συμφέροντος, την ακεραιότητα και αντικειμενικότητά τους, καθώς και την επαγγελματική τους ικανότητα και τη δέουσα επιμέλεια.
2. Οι αρχές αυτές περιλαμβάνονται σε Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας ο οποίος εκδίδεται με Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε., λαμβάνοντας υπόψη τις προβλέψεις του Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Λογιστών (International Federation of Accountants).
3. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία, διατηρεί επαγγελματικό σκεπτικισμό κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα ύπαρξης ουσιώδους ανακρίβειας λόγω γεγονότων ή συμπεριφοράς που αποτελούν ενδείξεις για την ύπαρξη παρατυπιών, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης απάτης ή σφάλματος, ανεξαρτήτως της εμπειρίας που έχει αποκομίσει στο παρελθόν ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία σχετικά με την ειλικρίνεια και την ακεραιότητα της διοίκησης της ελεγχόμενης οντότητας και των προσώπων που έχουν επιφορτιστεί με τη διακυβέρνησή της. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία επιδεικνύει επαγγελματικό σκεπτικισμό ιδίως κατά την επισκόπηση των εκτιμήσεων της διοίκησης σχετικά με εύλογες αξίες, απομείωση της αξίας περιουσιακών στοιχείων, προβλέψεις και μελλοντικές ταμειακές ροές που σχετίζονται με την ικανότητα της οντότητας να συνεχίζει τις δραστηριότητές της.
4. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «επαγγελματικός σκεπτικισμός» νοείται η συμπεριφορά που περιλαμβάνει διάθεση αμφισβήτησης, επαγρύπνηση απέναντι σε συνθήκες που ενδέχεται να υποδεικνύουν πιθανή ανακρίβεια λόγω σφάλματος ή απάτης και κριτική αξιολόγηση των αποδεικτικών εγγράφων του ελέγχου.

Άρθρο 21
Ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα


1. Κατά τη διάρκεια του υποχρεωτικού ελέγχου, οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές, οι ελεγκτικές εταιρείες, καθώς και οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο που είναι σε θέση να επηρεάσει κατά άμεσο ή έμμεσο τρόπο το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου, πρέπει να είναι ανεξάρτητοι από την ελεγχόμενη από αυτούς οντότητα, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις, και δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν με οποιονδήποτε άμεσο ή έμμεσο τρόπο, στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ελεγχόμενης οντότητας, τόσο κατά την περίοδο που καλύπτεται από τις υπό έλεγχο οικονομικές καταστάσεις, όσο και κατά την περίοδο διενέργειας του υποχρεωτικού ελέγχου και φέρουν το βάρος της απόδειξης της ανεξαρτησίας τους.
Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες λαμβάνουν όλα τα εύλογα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου η ανεξαρτησία τους δεν επηρεάζεται από οποιαδήποτε υφιστάμενη ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων ή επιχειρηματική ή άλλη άμεση ή έμμεση σχέση στην οποία εμπλέκεται ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο και, κατά περίπτωση, το δίκτυό του, τα διευθυντικά στελέχη του, οι ελεγκτές ή οι υπάλληλοί του, οποιαδήποτε άλλα φυσικά πρόσωπα, οι υπηρεσίες των οποίων τίθενται στη διάθεση ή υπό τον έλεγχο του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας ή οποιοδήποτε πρόσωπο συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με αυτούς μέσω της άσκησης ελέγχου. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία δεν διενεργούν υποχρεωτικό έλεγχο όταν υπάρχει κίνδυνος να ανακύψει αυτοεπισκόπιση, ίδιο συμφέρον, ιδιότητα συνηγόρου, οικειότητα ή εκφοβισμός που απορρέουν από οικονομική, προσωπική, επιχειρηματική, εργασιακή ή άλλη σχέση μεταξύ: του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή, της ελεγκτικής εταιρείας, του δικτύου του, καθώς και οποιουδήποτε φυσικού προσώπου είναι σε θέση να επηρεάσει το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου και της ελεγχόμενης οντότητας, με αποτέλεσμα ένας αντικειμενικός, συνετός και ενημερωμένος τρίτος, λαμβάνοντας υπόψη τις εφαρμοζόμενες διασφαλίσεις, να κατέληγε στο συμπέρασμα ότι υπονομεύεται η ανεξαρτησία του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας.
2. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής, η ελεγκτική εταιρεία, οι κύριοι εταίροι ελέγχου, οι υπάλληλοι, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο, οι υπηρεσίες του οποίου τίθενται στη διάθεση ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας και το οποίο συμμετέχει άμεσα σε δραστηριότητες υποχρεωτικού ελέγχου, καθώς και πρόσωπα που συνδέονται στενά με τα ανωτέρω κατά την έννοια του ν.3340/2005 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού διατάξεων, όπως κάθε φορά ισχύουν, δεν κατέχουν ούτε διατηρούν σημαντικό και άμεσο συμφέρον και δεν συμμετέχουν σε οποιαδήποτε συναλλαγή με οποιοδήποτε χρηματοπιστωτικό μέσο που εκδίδει, εγγυάται ή άλλως υποστηρίζει η ελεγχόμενη οντότητα στον τομέα των δραστηριοτήτων υποχρεωτικού ελέγχου που διενεργούν, με εξαίρεση τα συμφέροντα που τους ανήκουν έμμεσα μέσω προγραμμάτων διαφοροποιημένων συλλογικών επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαίων υπό διαχείριση, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλίσεις ζωής.
3. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία καταγράφουν στα φύλλα εργασίας του ελέγχου τους, όλους τους σημαντικούς κινδύνους της ανεξαρτησίας τους, καθώς και τις διασφαλίσεις που εφαρμόστηκαν προς περιορισμό των κινδύνων.
4. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου πρόσωπα ή εταιρείες, δεν συμμετέχουν ούτε επηρεάζουν κατ' άλλο τρόπο το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου οποιασδήποτε ελεγχόμενης οντότητας, εάν:
α) κατέχουν χρηματοπιστωτικά μέσα της ελεγχόμενης οντότητας, με εξαίρεση τα συμφέροντα που κατέχουν έμμεσα μέσω προγραμμάτων διαφοροποιημένων συλλογικών επενδύσεων
β) κατέχουν χρηματοπιστωτικά μέσα οποιασδήποτε οντότητας που συνδέεται με την ελεγχόμενη οντότητα, η κυριότητα των οποίων μπορεί να προκαλέσει ή να θεωρηθεί γενικά ότι προκαλεί σύγκρουση συμφερόντων, με εξαίρεση τα συμφέροντα που κατέχουν έμμεσα μέσω προγραμμάτων διαφοροποιημένων συλλογικών επενδύσεων
γ) είχαν σχέση απασχόλησης, επιχειρηματική ή άλλη σχέση με την εν λόγω ελεγχόμενη οντότητα μέσα στην περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 η οποία μπορεί να προκαλέσει ή να θεωρηθεί γενικά ότι προκαλεί σύγκρουση συμφερόντων.
5. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου πρόσωπα ή εταιρείες δεν επιδιώκουν τη λήψη και δεν αποδέχονται χρηματικά και μη χρηματικά δώρα ή διευκολύνσεις από την ελεγχόμενη οντότητα ή οποιαδήποτε οντότητα συνδέεται με την ελεγχόμενη οντότητα, εκτός εάν η αξία αυτών θα εθεωρείτο μικρή ή ασήμαντη από έναν αντικειμενικό, συνετό και ενημερωμένο τρίτο.
6. Εάν μια ελεγχόμενη οντότητα, κατά την περίοδο που καλύπτεται από τις οικονομικές καταστάσεις εξαγοραστεί, συγχωνευτεί ή εξαγοράσει μια άλλη οντότητα, ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία εντοπίζει και αξιολογεί τυχόν τρέχοντα ή πρόσφατα συμφέροντα ή σχέσεις (συμπεριλαμβανομένων μη ελεγκτικών υπηρεσιών που παρέχονται στην εν λόγω οντότητα ) οι οποίες, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες διασφαλίσεις, θα μπορούσαν να διακυβεύσουν την ανεξαρτησία του ελεγκτή και την ικανότητά του να συνεχίσει τον υποχρεωτικό έλεγχο μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συγχώνευσης ή της εξαγοράς.
Το συντομότερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός (3) τριών μηνών, ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τον τερματισμό τυχόν υφιστάμενων συμφερόντων ή σχέσεων που ενδέχεται να διακυβεύσουν την ανεξαρτησία τους και, όποτε είναι δυνατόν, υιοθετούν διασφαλίσεις για την ελαχιστοποίηση τυχόν απειλών για την ανεξαρτησία τους που προκύπτουν από προηγούμενα και τρέχοντα συμφέροντα και σχέσεις.
7. Με Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε., μπορεί να ρυθμίζονται, εξειδικεύονται και ερμηνεύονται θέματα των παραγράφων 1,3,5 και 6 που αναφέρονται στους κινδύνους υπονόμευσης της ανεξαρτησίας, καταστάσεις κατά τις οποίες τεκμαίρεται η υπονόμευση της ανεξαρτησίας, καθώς και τα πρόσφορα μέτρα τα οποία, εφόσον ληφθούν και υλοποιηθούν, είναι δυνατόν να άρουν ή να μειώσουν σε ανεκτό βαθμό τους κινδύνους αυτούς.

Άρθρο 22
Απασχόληση από ελεγχόμενες οντότητες πρώην Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή υπαλλήλων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή ελεγκτικών εταιρειών


1. Πριν από τη λήξη περιόδου διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους ή, στην περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος, πριν από τη λήξη περιόδου διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών από την ημέρα κατά την οποία έπαψε να δρα ως Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή κύριος εταίρος ελέγχου σε σχέση με την ελεγκτική εργασία, ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή ο κύριος εταίρος ελέγχου που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο εκ μέρους της ελεγκτικής εταιρείας:
α) δεν αναλαμβάνει βασική διευθυντική θέση στην ελεγχόμενη οντότητα
β) κατά περίπτωση, δεν συμμετέχει ως μέλος στην επιτροπή ελέγχου της ελεγχόμενης οντότητας ή, αν δεν υφίσταται τέτοια επιτροπή, στο όργανο που εκτελεί καθήκοντα ισοδύναμα με αυτά της επιτροπής ελέγχου
γ) δεν συμμετέχει ως μη εκτελεστικό μέλος στο διοικητικό συμβούλιο της ελεγχόμενης οντότητας.
2. Οι υπάλληλοι, οι μέτοχοι ή οι εταίροι εκτός των κυρίων εταίρων του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο, οι υπηρεσίες του οποίου τίθενται στη διάθεση ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας, δεν αναλαμβάνουν, στην περίπτωση που οι εν λόγω υπάλληλοι, μέτοχοι, εταίροι ή άλλα φυσικά πρόσωπα έχουν λάβει προσωπικά άδεια ως Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές, οποιαδήποτε από τα καθήκοντα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α), β) και γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, πριν από το πέρας περιόδου τουλάχιστον (1) ενός έτους από την άμεση συμμετοχή τους σε εργασία υποχρεωτικού ελέγχου.

Άρθρο 23
Προετοιμασία του υποχρεωτικού ελέγχου και αξιολόγηση των απειλών για την ανεξαρτησία


1. Πριν αποδεχθεί ή συνεχίσει μια εργασία υποχρεωτικού ελέγχου, ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία αξιολογεί και καταγράφει τα εξής:
- εάν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 21 του παρόντος νόμου,
- εάν υφίστανται απειλές για την ανεξαρτησία του και τις διασφαλίσεις για τη μείωση των απειλών αυτών,
- εάν διαθέτει το κατάλληλο προσωπικό, τον χρόνο και τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους που είναι αναγκαίοι για να διενεργήσει σωστά τον υποχρεωτικό έλεγχο, - στην περίπτωση ελεγκτικής εταιρείας, εάν ο κύριος εταίρος ελέγχου έχει λάβει άδεια Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή στο κράτος μέλος όπου πρέπει να διενεργηθεί ο υποχρεωτικός έλεγχος.
2. Με Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε. μπορεί να προβλέπονται απλουστευμένες απαιτήσεις για τους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 1) περιπτώσεις β) και δ).

Άρθρο 24
Εμπιστευτικότητα και επαγγελματικό απόρρητο


1. Όλες οι πληροφορίες και όλα τα έγγραφα στα οποία έχει πρόσβαση ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία προστατεύονται από τις ισχύουσες διατάξεις περί εμπιστευτικότητας, επαγγελματικού απορρήτου και προστασίας προσωπικών δεδομένων.
2. Οι κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου που εφαρμόζονται στους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές ή στις ελεγκτικές εταιρείες δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.
3. Όταν ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία αντικαθίσταται από άλλο Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, ο προηγούμενος ελεγκτής ή η προηγούμενη εταιρεία παρέχει στον αντικαταστάτη του πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν την ελεγχόμενη οντότητα και τον πιο πρόσφατο έλεγχο της εν λόγω οντότητας.
4. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία που έχουν αντικατασταθεί σε έναν συγκεκριμένο υποχρεωτικό έλεγχο και ο πρώην Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία εξακολουθούν, για το συγκεκριμένο υποχρεωτικό έλεγχο, να έχουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
5. Στην περίπτωση που ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο οντότητας που είναι μέλος ομίλου, η μητρική του οποίου είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, οι κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν τη διαβίβαση από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή την ελεγκτική εταιρεία αποδεικτικών εγγράφων σχετικά με τον έλεγχο που έχει διενεργηθεί στον ελεγκτή του ομίλου που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, εάν τα εν λόγω αποδεικτικά έγγραφα είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση του ελέγχου των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της μητρικής επιχείρησης.
Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο οντότητας που έχει εκδώσει χρεόγραφα σε τρίτη χώρα ή που αποτελεί μέλος ομίλου ο οποίος εκδίδει επίσημες ατομικές ή/και ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σε τρίτη χώρα μπορεί να διαβιβάζει τα φύλλα εργασίας του ελέγχου του ή άλλα έγγραφα σχετικά με τον έλεγχο της οντότητας αυτής που κατέχει στις αρμόδιες αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 54 του παρόντος νόμου.
Η διαβίβαση πληροφοριών στον ελεγκτή του ομίλου που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα πρέπει είναι σύμφωνη με το κεφάλαιο IV της Οδηγίας 95/46/ΕΚ και τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως ισχύουν.

Άρθρο 25
Η ανεξαρτησία και η αντικειμενικότητα των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό των ελεγκτικών εταιρειών


Στην περίπτωση που υποχρεωτικοί έλεγχοι διενεργούνται στο όνομα και για λογαριασμό ελεγκτικής εταιρείας, οι μέτοχοι ή ιδιοκτήτες καθώς και τα μέλη των διαχειριστικών και διοικητικών οργάνων της ελεγκτικής εταιρείας ή συνδεδεμένης οντότητας, δεν παρεμβαίνουν στη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου με τρόπο που θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό της ελεγκτικής εταιρείας. Τυχόν παρέμβαση συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και επισύρει τις κυρώσεις του άρθρου 35 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 26
Εσωτερική οργάνωση των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και ελεγκτικών εταιρειών


1. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία πρέπει να πληροί τις ακόλουθες οργανωτικές απαιτήσεις:
α) η ελεγκτική εταιρεία θεσπίζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για να εξασφαλίζει ότι οι ιδιοκτήτες ή οι μέτοχοί της, καθώς και τα μέλη των οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της εταιρείας, ή μίας συνδεδεμένης εταιρείας, δεν παρεμβαίνουν στη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου με οποιονδήποτε τρόπο που να θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο εκ μέρους της ελεγκτικής εταιρείας.
β) ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία διαθέτει αξιόπιστες διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας, αποτελεσματικές διαδικασίες εκτίμησης των κινδύνων και κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου και ασφάλειας των συστημάτων επεξεργασίας δεδομένων. Οι εν λόγω μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας είναι σχεδιασμένοι έτσι ώστε να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις αποφάσεις και τις διαδικασίες σε όλα τα επίπεδα της ελεγκτικής εταιρείας ή της λειτουργικής διάρθρωσης του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή.
γ) ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία θεσπίζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες ώστε να εξασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοί του και οποιαδήποτε φυσικά πρόσωπα, οι υπηρεσίες των οποίων τίθενται στη διάθεσή του ή υπό τον έλεγχό του και τα οποία συμμετέχουν απευθείας στις δραστηριότητες υποχρεωτικού ελέγχου διαθέτουν κατάλληλες γνώσεις και πείρα ως προς τα καθήκοντα που τους ανατίθενται.
δ) ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία θεσπίζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες ώστε να εξασφαλίζει ότι η ανάθεση σε τρίτους σημαντικών λειτουργιών του ελέγχου δεν αναλαμβάνεται κατά τρόπο που βλάπτει την ποιότητα του εσωτερικού ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας και την ικανότητα των αρμόδιων αρχών να εποπτεύουν τη συμμόρφωση του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και, κατά περίπτωση, στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014.
ε) ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία θεσπίζει κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα οργάνωσης και διοίκησης ώστε να προλαμβάνει, να εντοπίζει, να εξαλείφει ή να διαχειρίζεται και να γνωστοποιεί οποιεσδήποτε απειλές για την ανεξαρτησία του όπως αναφέρονται στα άρθρα 21, 22 και 23 του παρόντος νόμου.
στ) ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία θεσπίζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για τη διενέργεια υποχρεωτικών ελέγχων, την καθοδήγηση, την εποπτεία και την επισκόπηση των δραστηριοτήτων των εργαζομένων και την οργάνωση της δομής του φακέλου ελέγχου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 5 του παρόντος νόμου.
ζ) ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία καθορίζει εσωτερικό σύστημα διασφάλισης ποιότητας ώστε να εξασφαλίζει την ποιότητα του υποχρεωτικού ελέγχου. Το σύστημα διασφάλισης ποιότητας καλύπτει τουλάχιστον τις πολιτικές και τις διαδικασίες που περιγράφονται στην περίπτωση στ) της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση ελεγκτικής εταιρείας, την ευθύνη για το εσωτερικό σύστημα διασφάλισης ποιότητας φέρει πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή.
η) ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία χρησιμοποιεί κατάλληλα συστήματα, ανθρώπινους και υλικούς πόρους και διαδικασίες, ώστε να εξασφαλίζει τη συνέχεια και την κανονικότητα της εκτέλεσης των δραστηριοτήτων υποχρεωτικού ελέγχου.
θ) ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία λαμβάνει επίσης κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα οργάνωσης και διοίκησης για την αντιμετώπιση και την καταγραφή συμβάντων που έχουν ή μπορεί να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην ακεραιότητα των δραστηριοτήτων υποχρεωτικού ελέγχου που εκτελεί. ι) ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία διαθέτει κατάλληλες πολιτικές αποδοχών, συμπεριλαμβανομένης της κατανομής κερδών, που παρέχουν επαρκή κίνητρα επιδόσεων για τη διασφάλιση της ποιότητας του ελέγχου. Συγκεκριμένα, το ύψος των εσόδων που λαμβάνει ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία από την παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οντότητα δεν αποτελεί μέρος της αξιολόγησης των επιδόσεων και των αποδοχών οποιουδήποτε προσώπου συμμετέχει ή είναι σε θέση να επηρεάσει τη διεξαγωγή του ελέγχου. ια) ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία παρακολουθεί και αξιολογεί την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων του, των εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας και των μέτρων που έχουν τεθεί σε εφαρμογή σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και, κατά περίπτωση, τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε ελλείψεων. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία πραγματοποιεί ιδίως ετήσια αξιολόγηση του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας που αναφέρεται στην περίπτωση ζ) της παρούσης παραγράφου. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία διατηρεί αρχείο με τα ευρήματα της αξιολόγησης αυτής και οποιοδήποτε προτεινόμενο μέτρο για την τροποποίηση του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης της ποιότητας.
Οι πολιτικές και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καταγράφονται και κοινοποιούνται στους υπαλλήλους του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας.
Οποιαδήποτε ανάθεση λειτουργιών ελέγχου σε τρίτους, όπως αναφέρεται στην περίπτωση δ) της παρούσας παραγράφου, δεν επηρεάζει την ευθύνη του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας έναντι της ελεγχόμενης οντότητας. Με Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται να προβλέπονται πιο απλουστευμένες απαιτήσεις για τους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1) περιπτώσεις β) και δ) του παρόντος νόμου.
2. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία λαμβάνει υπόψη το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του/της κατά τη συμμόρφωση με τις παρούσες απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει στην Ε.Λ.Τ.Ε. ότι οι πολιτικές και οι διαδικασίες που αποσκοπούν στη συμμόρφωση αυτή είναι οι κατάλληλες δεδομένου του μεγέθους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας.

Άρθρο 27
Οργάνωση του έργου


1. Στο πλαίσιο διενέργειας υποχρεωτικού ελέγχου η ελεγκτική εταιρεία ορίζει τουλάχιστον έναν κύριο εταίρο ελέγχου. Η ελεγκτική εταιρεία παρέχει στον ή στους κυρίους εταίρους ελέγχου επαρκείς πόρους και προσωπικό με την ικανότητα και την δυνατότητα που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους κατά τον δέοντα τρόπο. Η διασφάλιση της ποιότητας του ελέγχου, η ανεξαρτησία και η επάρκεια αποτελούν τα κύρια κριτήρια όταν η ελεγκτική εταιρεία επιλέγει τους κύριους εταίρους ελέγχου που θα διοριστούν. Οι κύριοι εταίροι ελέγχου συμμετέχουν ενεργά στη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου.
2. Κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου, ο κύριος εταίρος ελέγχου που υπογράφει την έκθεση ελέγχου για λογαριασμό του ή για λογαριασμό ελεγκτικής εταιρείας αφιερώνει επαρκή χρόνο, τα κριτήρια του οποίου δύνανται να προσδιορίζονται με Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε. και κατανέμει επαρκείς ανθρώπινους και υλικούς πόρους που θα τον διευκολύνουν να πραγματοποιήσει δεόντως τα καθήκοντά του.
3. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία διατηρεί αρχείο με τις ενδεχόμενες παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος νόμου και, κατά περίπτωση, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, εκτός εάν πρόκειται για ασήμαντες παραβάσεις. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες τηρούν επίσης αρχείο των συνεπειών οποιωνδήποτε από τις παραπάνω παραβάσεις, στο οποίο συμπεριλαμβάνουν και τα μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση των παραβάσεων αυτών και για την τροποποίηση του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας. Καταρτίζουν ετήσια έκθεση που περιλαμβάνει την επισκόπηση τυχόν μέτρων που έχουν ληφθεί και κοινοποιούν την έκθεση εσωτερικά.
Όταν ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία απευθύνεται σε εξωτερικούς εμπειρογνώμονες για την παροχή συμβουλών, καταγράφει το σχετικό αίτημα και τις συμβουλές που έλαβε.
4. O Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία διατηρεί μητρώο με τους λογαριασμούς των πελατών. Το εν λόγω μητρώο περιλαμβάνει τα ακόλουθα δεδομένα για κάθε πελάτη υποβληθέντα σε έλεγχο:
α) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, τη διεύθυνση και την επιχειρηματική έδρα
β) στην περίπτωση ελεγκτικής εταιρείας, τα ονόματα του ή των κυρίων εταίρων όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 15 του παρόντος νόμου
γ) τις αμοιβές που χρεώθηκαν για τον υποχρεωτικό έλεγχο και τις αμοιβές που χρεώθηκαν για άλλες υπηρεσίες σε κάθε οικονομική χρήση.
5. O Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία καταρτίζει φάκελο ελέγχου για κάθε υποχρεωτικό έλεγχο.
O Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία καταγράφει τουλάχιστον τα δεδομένα που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου και, κατά περίπτωση, τα άρθρα 6 έως 8 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014. O Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία διατηρεί τυχόν άλλα δεδομένα και έγγραφα που έχουν σημασία για την υποστήριξη της έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 32 του παρόντος νόμου και, κατά περίπτωση, στα άρθρα 47 και 48 του παρόντος νόμου και για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τον παρόντα νόμο και άλλες ισχύουσες νομικές απαιτήσεις.
Ο φάκελος ελέγχου οριστικοποιείται το αργότερο εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία υπογραφής της έκθεσης ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 32 του παρόντος νόμου και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 47 του παρόντος νόμου.
6. O Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία τηρεί αρχείο οποιωνδήποτε καταγγελιών υποβλήθηκαν εγγράφως σχετικά με την εκτέλεση των υποχρεωτικών ελέγχων που διενεργήθηκαν.
7. Με Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε. ορίζονται πιο απλουστευμένες απαιτήσεις σε ό,τι αφορά τις παραγράφους 3 και 6 του παρόντος άρθρου για τους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 1) περιπτώσεις β) και δ) του παρόντος νόμου.

Άρθρο 28
Αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου


Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 32 του παρόντος νόμου και, κατά περίπτωση, στα άρθρα 47 και 48 του παρόντος νόμου, το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου δεν περιλαμβάνει διασφάλιση σχετικά με τη μελλοντική βιωσιμότητα της ελεγχόμενης οντότητας ή την αποδοτικότητα ή αποτελεσματικότητα με την οποία το διαχειριστικό ή διοικητικό όργανο έχει χειριστεί ή θα χειρίζεται τις υποθέσεις της οντότητας.

Άρθρο 29
Αμοιβή υποχρεωτικών ελέγχων


1. Η συμφωνία για λήψη αμοιβής για υπηρεσίες από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία υπό οποιαδήποτε αίρεση δεν επιτρέπεται. Αμοιβές υπό αίρεση είναι οι αμοιβές για ελεγκτικές εργασίες που υπολογίζονται σε προκαθορισμένη βάση σε σχέση με το αποτέλεσμα ή την έκβαση μιας συναλλαγής ή το αποτέλεσμα του εκτελούμενου έργου. Επίσης, δεν επιτρέπεται συμφωνία για λήψη αμοιβής για τη διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, που εξαρτάται ή επηρεάζεται από την παροχή άλλων υπηρεσιών που παρέχονται στην ελεγχόμενη οντότητα ή σε θυγατρική της ή σε συγγενή της ή σε από κοινού ελεγχόμενη οντότητα, από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, ή από συνδεδεμένο μέρος της ελεγκτικής εταιρείας ή από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία που ανήκει στο ίδιο δίκτυο με αυτούς. Οι αμοιβές δεν θεωρούνται ότι είναι υπό αίρεση εάν έχουν καθοριστεί από δικαστήριο ή αρμόδια αρχή. Ειδικά οι αμοιβές των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών που διορίζονται πραγματογνώμονες, σύμφωνα με τα άρθρα 183 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθορίζονται απολογιστικά από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Λ.Τ.Ε. και βαρύνουν τον προϋπολογισμό της.
Με Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε. καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια εφαρμογής της παρούσας, ιδίως δε τα υποβαλλόμενα έγγραφα, ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής και η διαδικασία απόδοσής της.
2. Εάν οι αμοιβές υποχρεωτικού ελέγχου που αναλαμβάνεται για πρώτη φορά είναι μικρότερες σε ποσοστό 15% και άνω από τις αμοιβές της προηγούμενης χρήσης, τότε ο συγκεκριμένος υποχρεωτικός έλεγχος δύναται να εντάσσεται στο ετήσιο πρόγραμμα ποιοτικών ελέγχων της Ε.Λ.Τ.Ε..
3. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία υποχρεούται να επιφυλαχθεί για την αποδοχή της εντολής ελέγχου μιας οικονομικής μονάδας, αν η προς έλεγχο οντότητα δεν έχει εξοφλήσει πλήρως τη νόμιμη αμοιβή ελέγχου της προηγούμενης χρήσεως ή χρήσεων. Η επιφύλαξη αυτή γνωστοποιείται εγγράφως στη διοίκηση της οικονομικής μονάδας, με κοινοποίηση στην Ε.Λ.Τ.Ε. και μπορεί να αρθεί μετά από έγκριση της ΕΛΤΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΕΛΕΓΚΤΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΥ

Άρθρο 30
Ελεγκτικά Πρότυπα


1. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες διενεργούν τους υποχρεωτικούς ελέγχους σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που υιοθετεί η Επιτροπή με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 26 της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, όπως ισχύει.
2. Μέχρι την υιοθέτηση από την Επιτροπή των διεθνών ελεγκτικών προτύπων, για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ως "διεθνή ελεγκτικά πρότυπα" νοούνται τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου (ΔΠΕ), το Διεθνές Πρότυπο Δικλίδων Ποιότητας 1 (ΔΠΔΠ 1) και κάθε άλλο σχετικό πρότυπο που έχει εκδοθεί από τη Διεθνή Ομοσπονδία Λογιστών (IFAC) μέσω του Διεθνούς Συμβουλίου Προτύπων Ελέγχου και Διασφάλισης (IAASB), εφόσον έχει συνάφεια με τον υποχρεωτικό έλεγχο, έχει μεταφραστεί στην Ελληνική γλώσσα, έχει εγκριθεί από την Ε.Λ.Τ.Ε. και έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.
3. Με Κανονιστικές Πράξεις της Ε.Λ.Τ.Ε., μπορούν να υιοθετούνται ελεγκτικές διαδικασίες ή απαιτήσεις που διασφαλίζουν την αναλογική εφαρμογή των ελεγκτικών προτύπων στους υποχρεωτικούς ελέγχους των μικρών επιχειρήσεων.

Άρθρο 31
Υποχρεωτικοί έλεγχοι ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων


1. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή ελεγκτική εταιρεία που έχει αναλάβει τον υποχρεωτικό έλεγχο ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων :
α) φέρει την πλήρη ευθύνη για την έκθεση ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 32 του παρόντος νόμου και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 47 του παρόντος νόμου και, ενδεχομένως, για τη συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 48 του παρόντος νόμου
β) ο ελεγκτής του ομίλου αξιολογεί τον έλεγχο που διενήργησαν τυχόν ελεγκτές τρίτης χώρας ή Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και ελεγκτικές οντότητες ή ελεγκτικές εταιρείες τρίτης χώρας για τους σκοπούς του ελέγχου του ομίλου και τεκμηριώνει το είδος, τη χρονική στιγμή και την έκταση του έργου που επιτέλεσαν οι εν λόγω ελεγκτές, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επισκόπησης από τον ελεγκτή του ομίλου σχετικών τμημάτων των αποδεικτικών εγγράφων του ελέγχου
γ) ο ελεγκτής του ομίλου προβαίνει σε επισκόπηση του ελεγκτικού έργου που επιτέλεσαν οι ελεγκτές τρίτης χώρας ή οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές οντότητες ή οι ελεγκτικές εταιρείες τρίτης χώρας για τους σκοπούς του ελέγχου του ομίλου και καταγράφει το εν λόγω έργο
Τα αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί ο ελεγκτής του ομίλου, θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να επιτρέπουν στην Ε.Λ.Τ.Ε. καθώς και στα όργανα ποιοτικού ελέγχου να προβαίνει σε επισκόπηση του έργου του ελεγκτή του ομίλου.
Για τους σκοπούς της περίπτωσης γ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, ο ελεγκτής του ομίλου ζητά τη συμφωνία των ελεγκτών τρίτης χώρας, των σχετικών ελεγκτικών οντοτήτων ή ελεγκτικών εταιρειών τρίτης χώρας για τη διαβίβαση των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων κατά τη διενέργεια του ελέγχου των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, ως προϋπόθεση για να μπορεί ο ελεγκτής του ομίλου να βασίζεται στο έργο των εν λόγω ελεγκτών τρίτης χώρας, Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, ελεγκτικών οντοτήτων ή ελεγκτικών εταιρειών τρίτης χώρας.
2. Όταν ο ελεγκτής του ομίλου δεν είναι σε θέση να συμμορφωθεί με την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο περίπτωση γ), λαμβάνει κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει την Ε.Λ.Τ.Ε..
Τα εν λόγω μέτρα είναι δυνατόν, κατά περίπτωση, να περιλαμβάνουν τη διενέργεια συμπληρωματικού υποχρεωτικού ελέγχου στη συναφή θυγατρική, είτε άμεσα είτε με ανάθεση των εν λόγω εργασιών σε τρίτους.
3. Στην περίπτωση που ο ελεγκτής του ομίλου υπόκειται σε επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας ή σε έρευνα σχετικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων, ο ελεγκτής του ομίλου, εφόσον του ζητηθεί, θέτει στη διάθεση της Ε.Λ.Τ.Ε. τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί όσον αφορά το ελεγκτικό έργο που έχουν εκτελέσει οι αντίστοιχοι ελεγκτές τρίτης χώρας, Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές, ελεγκτικές οντότητες ή ελεγκτικές εταιρείες τρίτης χώρας για τον σκοπό του ελέγχου του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγγράφων εργασίας που αφορούν τον έλεγχο του ομίλου. Η Ε.Λ.Τ.Ε. μπορεί να ζητήσει την υποβολή συμπληρωματικών αποδεικτικών εγγράφων του ελεγκτικού έργου που επιτελείται από τυχόν Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες για τον σκοπό του ελέγχου του ομίλου από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 41 του παρόντος νόμου. Εάν μητρική ή θυγατρική εταιρεία ομίλου επιχειρήσεων ελέγχεται από ελεγκτή ή ελεγκτές ή ελεγκτική οντότητα ή ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας, η Ε.Λ.Τ.Ε. ζητεί συμπληρωματικά αποδεικτικά έγγραφα του ελεγκτικού έργου που διενεργήθηκε από τυχόν ελεγκτές τρίτης χώρας ή ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας από τις σχετικές αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών μέσω των συμφωνιών συνεργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 54 του παρόντος νόμου.
Κατά παρέκκλιση από το τρίτο εδάφιο, εάν μητρική ή θυγατρική εταιρεία ομίλου επιχειρήσεων ελέγχεται από ελεγκτή ή ελεγκτές ή ελεγκτική οντότητα ή ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας που δεν έχουν συνάψει συμφωνία συνεργασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 54 του παρόντος νόμου, ο ελεγκτής του ομίλου είναι υπεύθυνος να διασφαλίσει, εφόσον του ζητηθεί, την κατάλληλη παράδοση των αποδεικτικών φύλλων εργασίας του ελεγκτικού έργου που επιτελέστηκε από τους εν λόγω ελεγκτές τρίτης χώρας ή τις ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων εργασίας που είναι απαραίτητα για τον έλεγχο του ομίλου. Για να διασφαλίσει την παράδοση αυτή, ο ελεγκτής του ομίλου διατηρεί αντίγραφα αυτών των αποδεικτικών εγγράφων ή εναλλακτικά, συμφωνεί με τους ελεγκτές τρίτης χώρας ή τις ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας ότι πρόκειται να έχουν απεριόριστη πρόσβαση στα έγγραφα αυτά κατόπιν αιτήσεως ή λαμβάνει οποιοδήποτε άλλο ενδεδειγμένο μέτρο. Στην περίπτωση που τα φύλλα εργασίας του ελέγχου δεν μπορούν να διαβιβασθούν, για νομικούς ή άλλους λόγους, από μια τρίτη χώρα στον ελεγκτή του ομίλου, τα αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί ο ελεγκτής του ομίλου περιλαμβάνουν απόδειξη ότι αυτός προέβη σε κατάλληλες ενέργειες προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στα αποδεικτικά έγγραφα του ελέγχου και, σε περίπτωση εμποδίων πέραν των νομικών που προκύπτουν από τη νομοθεσία της εν λόγω τρίτης χώρας, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη αυτών των εμποδίων.

Άρθρο 32
Έκθεση Ελέγχου


1. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες παρουσιάζουν τα αποτελέσματα του υποχρεωτικού ελέγχου σε έκθεση ελέγχου. Η έκθεση καταρτίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ελεγκτικών προτύπων του άρθρου 30 του παρόντος νόμου.
2. Η έκθεση ελέγχου καταρτίζεται εγγράφως και πρέπει:
α) να προσδιορίζεται σε αυτήν η οντότητα της οποίας οι ατομικές ή ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις αποτελούν το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου, να προσδιορίζονται οι ατομικές ή ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, η περίοδος και η ημερομηνία λήξης της που καλύπτουν και να ορίζεται το πλαίσιο χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που εφαρμόσθηκε κατά την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων.
β) να περιλαμβάνει περιγραφή του πεδίου του υποχρεωτικού ελέγχου, με αναφορά τουλάχιστον στα ελεγκτικά πρότυπα βάσει των οποίων διενεργήθηκε ο υποχρεωτικός έλεγχος.
γ) να περιλαμβάνεται επαγγελματική γνώμη ελέγχου, η οποία διατυπώνεται με σαφήνεια από τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές ή τις ελεγκτικές εταιρείες ως γνώμη χωρίς επιφύλαξη, γνώμη με επιφύλαξη ή αρνητική γνώμη για :
i) το κατά πόσον οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις παρέχουν πιστή και πραγματική εικόνα σύμφωνα με το αντίστοιχο πλαίσιο χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, και
ii) κατά περίπτωση, εάν οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις συνάδουν με τις κανονιστικές απαιτήσεις.
Εάν οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές αδυνατούν να διατυπώσουν γνώμη ελέγχου, στην έκθεση περιλαμβάνεται αδυναμία έκφρασης γνώμης.
δ) να αναφέρονται οποιαδήποτε άλλα ζητήματα στα οποία οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες εφιστούν την προσοχή υπογραμμίζοντάς τα χωρίς να διατυπώνουν γνώμη με επιφύλαξη.
ε) να περιλαμβάνεται δήλωση εάν, σύμφωνα με τη γνώση και την κατανόηση της επιχείρησης και του περιβάλλοντός της που αποκτήθηκαν κατά τον έλεγχο, έχουν εντοπιστεί οι ουσιώδεις ανακρίβειες στην έκθεση διαχείρισης και αναφέρεται η φύση των ανακριβειών αυτών.
στ) να περιλαμβάνουν δήλωση για οποιαδήποτε ουσιώδη αβεβαιότητα όσον αφορά γεγονότα ή συνθήκες τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα της οντότητας να συνεχίσει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες.
ζ) να αναφέρεται η έδρα των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή των ελεγκτικών εταιρειών.
3. Όταν ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργήθηκε από περισσότερους του ενός Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες, αυτοί/ές συμφωνούν ως προς τα αποτελέσματα του υποχρεωτικού ελέγχου και υποβάλλουν κοινή έκθεση και γνώμη. Σε περίπτωση διαφωνίας, κάθε Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή ελεγκτική εταιρεία υποβάλλει τη γνώμη του σε χωριστή παράγραφο της έκθεσης ελέγχου και αιτιολογεί τη διαφωνία του.
4. Η έκθεση ελέγχου φέρει ημερομηνία και υπογραφή του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή. Εάν ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται από ελεγκτική εταιρεία, η έκθεση ελέγχου φέρει την υπογραφή τουλάχιστον του Ορκωτού (ων) Ελεγκτή(ων) Λογιστή (ων) που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό της ελεγκτικής εταιρείας. Όταν περισσότεροι/ες του ενός/μίας Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες έχουν προσληφθεί ταυτοχρόνως, η έκθεση ελέγχου υπογράφεται από όλους τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές ή τουλάχιστον τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο εκ μέρους κάθε ελεγκτικής εταιρείας. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, η Ε.Λ.Τ.Ε. με απόφασή της, δύναται να αποφασίζει ότι η υπογραφή ή οι υπογραφές αυτές δεν απαιτούνται να γνωστοποιηθούν στο κοινό, εφόσον η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να προκαλέσει άμεση και σημαντική απειλή για την προσωπική ασφάλεια οποιουδήποτε προσώπου. Σε κάθε περίπτωση, τα ονόματα των συμμετεχόντων γνωστοποιούνται στην Ε.Λ.Τ.Ε..
5. Η έκθεση των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή της ελεγκτικής εταιρείας για τις ατομικές ή/και ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 έως 4. Κατά τη διατύπωση γνώμης σχετικά με την αντιστοιχία της έκθεσης διαχείρισης με τις οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση ε) ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία εξετάζουν τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και την ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης. Σε περίπτωση που οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της μητρικής επιχείρησης επισυνάπτονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, οι εκθέσεις
των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή των ελεγκτικών εταιρειών που απαιτούνται βάσει του παρόντος άρθρου μπορούν να συνδυάζονται μεταξύ τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΠΟΙΟΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 33
Συστήματα Ποιοτικού Ελέγχου


1. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες, που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους στην Ελλάδα, υπόκεινται σε σύστημα διασφάλισης ποιότητας (ποιοτικό έλεγχο). Το σύστημα διασφάλισης ποιότητας οργανώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων με σκοπό να είναι ανεξάρτητο από τους επιθεωρούμενους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες. Για την αποτελεσματική λειτουργία του ποιοτικού ελέγχου τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με τους ελέγχους διασφάλισης ποιότητας πρέπει να έχουν κατάλληλη επαγγελματική εκπαίδευση και πείρα στον τομέα του υποχρεωτικού ελέγχου και της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, καθώς και ειδική κατάρτιση στον τομέα του ελέγχου διασφάλισης ποιότητας.
2. Η εποπτεία του συστήματος ποιοτικού ελέγχου των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών ανατίθεται στην Ε.Λ.Τ.Ε. που έχει συσταθεί με το ν. 3148/2003 «Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, αντικατάσταση και συμπλήρωση των διατάξεων για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 136/Α75.6.2003), όπως ισχύει.
3. Η διοικητική μέριμνα για την εκτέλεση του ποιοτικού ελέγχου των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών ανατίθεται στο όργανο της Ε.Λ.Τ.Ε. που προβλέπεται από το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3148/2003, με το όνομα Συμβούλιο Ποιοτικού Ελέγχου (ΣΠΕ). Οι αρμοδιότητες του ΣΠΕ αναφέρονται στο άρθρο 5 του ν. 3148/2003, όπως ισχύει.
4. Η παρ. 3 του άρθρου 5 του ν.3148/2003 όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. ρυθμίζεται το περιεχόμενο, ο τρόπος και η διαδικασία διενέργειας των ποιοτικών ελέγχων και κάθε άλλο σχετικό θέμα, ιδίως δε:
α) τα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, που θα διενεργούν τους ποιοτικούς ελέγχους,
β) τα κριτήρια επιλογής των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών που θα εντάσσονται κάθε φορά στον προγραμματισμό του Σ.Π.Ε. για τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων,
γ) οι υποχρεώσεις των ελεγχόμενων προσώπων κατά τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων,
δ) η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των ποιοτικών ελέγχων,
ε) οι υποχρεώσεις των ελεγχόμενων προσώπων κατόπιν ολοκλήρωσης των ποιοτικών ελέγχων
στ) ο ποιοτικός έλεγχος θα πρέπει να υποστηρίζεται με επαρκείς δοκιμασίες επιλεγμένων φακέλων ελέγχου και να περιλαμβάνει την εκτίμηση της συμμόρφωσης με τα εφαρμοστέα πρότυπα ελέγχου και τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας, της ποσότητας και της ποιότητας των δαπανηθέντων πόρων, των αμοιβών που καταβλήθηκαν και του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας της ελεγκτικής εταιρείας.
ζ) για τον διενεργηθέντα ποιοτικό έλεγχο, συντάσσεται έκθεση με τα κυριότερα συμπεράσματα του ελέγχου
η) οι ποιοτικοί έλεγχοι θα πρέπει να διενεργούνται βάσει ανάλυσης κινδύνου και, στην περίπτωση Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και ελεγκτικών εταιρειών που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1) περίπτωση α) του παρόντος νόμου, τουλάχιστον ανά έξι έτη
θ) την εντός εύλογου χρονικού διαστήματος συμμόρφωση με τις συστάσεις που διατυπώνονται κατά τον ποιοτικό έλεγχο και στην περίπτωση μη συμμόρφωσης με αυτές, επιβάλλονται στον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή στην ελεγκτική εταιρεία οι κυρώσεις του άρθρου 35 του παρόντος νόμου
ι) οι ποιοτικοί έλεγχοι θα πρέπει να είναι κατάλληλοι και αναλογικοί σε σχέση με την κλίμακα και την πολυπλοκότητα της δραστηριότητας του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας.
5. Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., ύστερα από εισήγηση του Σ.Π.Ε., μπορεί να ορίζει ως «εντεταλμένους ελεγκτές», φυσικά πρόσωπα, ιδιώτες ή υπαλλήλους του Δημοσίου ή νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου, με κατάλληλη επαγγελματική κατάρτιση και εμπειρία που έχουν λάβει εξειδικευμένη εκπαίδευση, ιδίως σε θέματα διενέργειας ποιοτικών ελέγχων. Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. μπορούν να εξειδικεύονται τα αναγκαία προσόντα και οι απαιτούμενες ειδικότητες των «εντεταλμένων ελεγκτών», καθώς και η διαδικασία επιλογής και αποζημίωσης τους. Οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε. υποχρεούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 του παρόντος νόμου και 11 του ν.3148/2003. Για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας των ποιοτικών ελέγχων, οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε. υπόκεινται στους ακόλουθους περιορισμούς:
α) δεν επιτρέπεται να ασκούν το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή να εργάζονται για λογαριασμό Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ή του δικτύου τους
β) δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε ποιοτικό έλεγχο Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας έως ότου περάσουν (3) τρία έτη από την στιγμή που ο εντεταλμένος ελεγκτής έπαψε να είναι εταίρος ή υπάλληλος του εν λόγω Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας ή να συνδέεται με άλλον τρόπο με αυτόν/ήν
γ) δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αυτών και του ελεγχόμενου φορέα, επί του οποίου θα πραγματοποιήσουν έλεγχο
Οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε. υποχρεούνται να υποβάλουν στο Σ.Π.Ε. πριν από την έναρξη εκάστου ελέγχου που τους ανατίθεται, «υπεύθυνη δήλωση» ότι συμμορφώνονται με τους παραπάνω περιορισμούς και απαιτήσεις. Δεν επιτρέπεται ο ορισμός μελών του ΣΠΕ και του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Λ.Τ.Ε., έως ότου περάσουν (3) τρία έτη από την στιγμή που έπαψαν να είναι εταίροι ή υπάλληλοι Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ή να συνδέονταν με άλλον τρόπο με αυτόν/ήν.
6. Για τους σκοπούς της παραγράφου 4 περίπτωση ι), όταν η Ε.Λ.Τ.Ε. διενεργεί ποιοτικούς ελέγχους σε φακέλους υποχρεωτικών ελέγχων ατομικών ή/και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι τα ελεγκτικά πρότυπα που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 30 του παρόντος νόμου είναι σχεδιασμένα ώστε να εφαρμόζονται κατά τρόπο ανάλογο προς την κλίμακα και την πολυπλοκότητα της δραστηριότητας της ελεγχόμενης οντότητας.
7. Όταν το ΣΠΕ στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, ζητεί έγγραφα ή στοιχεία οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες έχουν υποχρέωση να παρέχουν όλα τα σχετικά ζητούμενα έγγραφα ή στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον ποιοτικό έλεγχο. Μη προσκόμισή τους εντός της ταχθείσης προθεσμίας αποτελεί αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα.
8. Συνιστάται πενταμελής Επιτροπή Ποιοτικού Ελέγχου (ΕΠΕ) που συγκροτείται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου του ΣΟΕΛ. Ο Πρόεδρος της ΕΠΕ ορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο του ΣΟΕΛ, δύο από τα μέλη της, με τους αναπληρωτές τους, ορίζονται μετά από πρόταση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. και τα άλλα δύο μέλη, με τους αναπληρωτές τους, ορίζονται κατόπιν εκλογής τους από τη Γενική Συνέλευση του ΣΟΕΛ. Η θητεία των μελών είναι τριετής, δύνανται όμως να επαναδιοριστούν. Ο Πρόεδρος και τα μέλη της ΕΠΕ είναι «μη επαγγελματίες», κατά την έννοια της παραγρ. 14 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, εγνωσμένου κύρους και ευρύτερης αποδοχής με αποδεδειγμένη πείρα και επιστημονική κατάρτιση στα θέματα του υποχρεωτικού ελέγχου. Η δαπάνη για τη διενέργεια των ποιοτικών ελέγχων, που διενεργεί η ΕΠΕ, βαρύνει τον προϋπολογισμό του ΣΟΕΛ.
9. Η Ε.Λ.Τ.Ε. με Κανονιστική Πράξη αναθέτει τον ποιοτικό έλεγχο των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών, που διενεργούν ελέγχους σε οντότητες οι οποίες δεν εμπίπτουν στη περίπτωση 12 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου στην Επιτροπή Ποιοτικού Ελέγχου (ΕΠΕ), χωρίς να αποκλείεται η διενέργεια ποιοτικού ελέγχου από την Ε.Λ.Τ.Ε.. Στην εν λόγω Κανονιστική Πράξη διευκρινίζονται τα ανατιθέμενα καθήκοντα και οι όροι υπό τους οποίους πρόκειται να διεκπεραιωθούν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

Άρθρο 34
Όργανο επιβολής διοικητικών κυρώσεων


1. Αποκλειστικά αρμόδιο όργανο για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για κάθε παράβαση της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών, ορίζεται το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε.
2. Όταν το Διοικητικό Συμβούλιο συνεδριάζει ως Πειθαρχικό Συμβούλιο, στη σύνθεσή του προστίθενται δύο μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τα οποία ορίζονται από τον Πρόεδρό του, καθώς και δύο μη επαγγελματίες κατά την περίπτωση 14 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, οι οποίοι ορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο του ΣΟΕΛ, και οι αποφάσεις λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία, εφόσον τηρούνται οι όροι της απαρτίας και νόμιμης σύνθεσης του οργάνου. Χρέη Γραμματέα του Δ.Σ. όταν συνεδριάζει ως Πειθαρχικό Συμβούλιο, εκτελεί ο Γραμματέας του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. Τυχόν απουσία των μελών του Δ.Σ. που ορίζονται κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 3148/2003 όπως ισχύει, δεν επηρεάζει την απαρτία η οποία υπολογίζεται με βάση τα μέλη που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 1 του ν. 3148/2003 όπως ισχύει και στο παρόν άρθρο, εφόσον όμως συμμετέχουν η ψήφος τους συνυπολογίζεται για τον σχηματισμό πλειοψηφίας. Για κάθε υπόθεση, ο Πρόεδρος της Ε.Λ.Τ.Ε. ορίζει ένα μέλος του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. όταν συνεδριάζει ως Πειθαρχικό Συμβούλιο, ως εισηγητή, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα ψήφου στην εν λόγω υπόθεση. Στην περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση έχει παραπεμφθεί μετά από εισήγηση του ΣΠΕ, ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. που είναι Πρόεδρος του ΣΠΕ δεν έχει δικαίωμα ψήφου. Εάν υπάρχει ισοψηφία υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.

Άρθρο 35
Συστήματα ερευνών και κυρώσεων


1. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Λ.Τ.Ε. ενεργώντας ως Πειθαρχικό Συμβούλιο κατά το άρθρο 34 του παρόντος νόμου επιλαμβάνεται υποθέσεων κατά Ορκωτών Ελεγκτών
Λογιστών και ελεγκτικών εταιρειών, είτε κατόπιν εκθέσεως ποιοτικού ελέγχου που υπεβλήθη σαν αποτέλεσμα έρευνας που διεξήγαγε το Συμβούλιο Ποιοτικού Ελέγχου ή η Επιτροπή Ποιοτικού Ελέγχου αντίστοιχα, αν με την έκθεση αυτή προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος είτε κατόπιν καταγγελίας ή και αυτεπαγγέλτως σε περίπτωση προφανούς πειθαρχικού παραπτώματος. Γενόμενη παραπομπή δεν ανακαλείται.
2. Στο παραπεμπτήριο έγγραφο του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Λ.Τ.Ε. πρέπει να μνημονεύονται τα συνιστώντα το διωκόμενο παράπτωμα πραγματικά περιστατικά, καθώς και τα υπάρχοντα στοιχεία τα οποία συνιστούν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή. Το έγγραφο αυτό κοινοποιείται στους παραπεμπόμενους με δικαστικό επιμελητή.
3. Ο εισηγητής έχει όλες τις αρμοδιότητες και εξουσίες κάθε γενικού προανακριτικού υπαλλήλου. Στο πλαίσιο της διερεύνησης υποθέσεως για τη διαπίστωση της τυχόν τέλεσης παραβάσεων της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των ελεγκτών, ο εισηγητής δύναται:
α) Να λαμβάνει αντίγραφα ή αποσπάσματα από έγγραφα, βιβλία και άλλα στοιχεία που τηρεί σε οποιαδήποτε μορφή (έγγραφη, ηλεκτρονική, μαγνητική ή άλλη) ο ελεγχόμενος ή τρίτος που σχετίζεται με την υπόθεση. Ο ελεγχόμενος Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής δεν δικαιούται να επικαλεσθεί επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο.
β) Να λαμβάνει κατά την κρίση του ένορκες ή ανωμοτί μαρτυρικές καταθέσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 212 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και να ζητεί επεξηγήσεις για τα γεγονότα ή έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο και τον σκοπό του ελέγχου και να καταγράφει τις σχετικές απαντήσεις. Η άρνηση παροχής στοιχείων από τον παραπεμπόμενο συνιστά αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο συμπαραπέμπεται μαζί με το παράπτωμα για το οποίο διενεργείται έλεγχος.
4. Η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων πραγματοποιείται ενώπιον του εισηγητή και του γραμματέα του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Ο μάρτυρας, πριν καταθέσει, καλείται να δηλώσει το όνομα και το επώνυμό του, τον τόπο της γέννησης και της κατοικίας του, καθώς και την ηλικία του.
5. Για τη μαρτυρική κατάθεση συντάσσεται από τον γραμματέα έκθεση μαρτυρικής κατάθεσης. Η έκθεση πρέπει να αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία της κατάθεσης, την ώρα κατά την οποία άρχισε και τελείωσε η κατάθεση και το ονοματεπώνυμο του εισηγητή του γραμματέα και του μάρτυρα, καθώς και ακριβή καταγραφή όσων κατατέθηκαν από τον μάρτυρα. Η έκθεση διαβάζεται από όλα τα παρευρισκόμενα κατά την εξέταση πρόσωπα και υπογράφεται από αυτά. Αν κάποιο από τα πρόσωπα αυτά αρνείται να υπογράψει, αυτό αναφέρεται στην έκθεση. Η έκθεση αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα έχει καταθέσει ο μάρτυρας. Η έκθεση είναι άκυρη, εάν λείπουν η χρονολογία (εκτός αν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης ή από άλλα έγγραφα που επαναλαμβάνονται σε αυτήν), η αναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων ή η υπογραφή των προσώπων που παρευρέθηκαν στην κατάθεση. Η έκθεση συντάσσεται σε δύο αντίγραφα, από τα οποία ένα αντίγραφο δίδεται στον μάρτυρα και το άλλο τίθεται με ευθύνη του εισηγητή που έλαβε την κατάθεση, στον φάκελο της υπόθεσης. Ψευδείς ή ανακριβείς μαρτυρικές καταθέσεις τιμωρούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 225 του Ποινικού Κώδικα.
6. Ο εισηγητής, αφού εξετάσει τους μάρτυρες και συλλέξει το λοιπό αποδεικτικό υλικό, συντάσσει το κατηγορητήριο και καλεί τον πειθαρχικά διωκόμενο να λάβει γνώση του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας και να απολογηθεί προφορικά ή γραπτά μέσα σε εύλογο χρόνο. Σε περίπτωση που ο διωκόμενος υποβάλει γραπτό απολογητικό υπόμνημα ο εισηγητής δύναται να διατυπώσει οποιανδήποτε κατά την κρίση του διευκρινιστική ή άλλη ερώτηση.
7. Αν ο εισηγητής μετά τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που να στηρίζουν πειθαρχική κατηγορία, παραδίδει τον φάκελο στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Ε.Λ.Τ.Ε. με την πρόταση να μην γίνει κατηγορία και να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο. Ο Πρόεδρος εισάγει την υπόθεση στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει, αν θα γίνει ή όχι η κατηγορία ή αν πρέπει να γίνει συμπληρωματική ανάκριση από τον εισηγητή. Αν το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεχθεί ότι πρέπει να γίνει κατηγορία, συντάσσεται από τον εισηγητή κατηγορητήριο και εφαρμόζονται όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο. Μετά την ολοκλήρωση του έργου του εισηγητή, ολόκληρος ο φάκελος διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Ε.Λ.Τ.Ε. για τον ορισμό της δικασίμου, μαζί με τον κατάλογο των μαρτύρων που πρέπει να κληθούν και το αποδεικτικό επίδοσης της πράξης αυτής στον πειθαρχικά διωκόμενο ορκωτό ελεγκτή λογιστή.
8. Ο εισηγητής της υπόθεσης δύναται να συμμετάσχει στη συνεδρίαση του συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου.
9. Ο διωκόμενος ορκωτός ελεγκτής λογιστής δύναται να παραστεί αυτοπροσώπως ή και με δικηγόρο. Ασκεί το δικαίωμα υπεράσπισής του, καλώντας και με δική του ευθύνη, χωρίς υποχρεωτική προδικασία, μάρτυρες για να καταθέσουν υπέρ του ή για την υπόθεσή του.
10. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Λ.Τ.Ε. ενεργώντας ως Πειθαρχικό, οφείλει μέσα σε έξι (6) μήνες το αργότερο από την παραπομπή του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή, να εκδώσει οριστική απόφαση.
11. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας και της απολογίας του πειθαρχικά διωκόμενου ακολουθεί η διάσκεψη των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη λήψη οριστικής απόφασης. Η απόφαση συντάσσεται εγγράφως εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την εκδίκαση και πρέπει να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη. Εγγράφως συντάσσονται, επίσης μέσα στην ίδια προθεσμία, και τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Λ.Τ.Ε. που ενεργεί ως Πειθαρχικό, τα οποία υπογράφονται από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα και καταχωρούνται όπως και η απόφαση σε ειδικό βιβλίο με αύξοντα αριθμό. Η απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. επιδίδεται, αμελλητί, με δικαστικό επιμελητή στον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή. Αν συντρέχουν οι περιστάσεις, η Ε.Λ.Τ.Ε. προβαίνει στη διαγραφή του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή από το Δημόσιο Μητρώο και στη δημοσιοποίηση της απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
12. Κατά της απόφασης χωρεί εντός εξήντα (60) ημερών προσφυγή ουσίας ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου.
13. Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. επιβάλλει μία από τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις:
α) Σύσταση
β) Έγγραφη επίπληξη
γ) Δημόσια δήλωση που αναφέρει το υπαίτιο πρόσωπο και τη φύση της παράβασης και δημοσιοποιείται στον δικτυακό τόπο της Ε.Λ.Τ.Ε..
δ) Δήλωση ότι η έκθεση ελέγχου δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 32 του παρόντος νόμου ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 47 του παρόντος νόμου.
ε) Χρηματικό πρόστιμο έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να επιβάλλει πρόστιμο ύψους έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.
στ) Προσωρινή απαγόρευση διενέργειας υποχρεωτικών ελέγχων επί των ατομικών ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος, για χρονικό διάστημα από έναν (1) έως δώδεκα (12) μήνες.
ζ) Προσωρινή αφαίρεση της επαγγελματικής άδειας για χρονικό διάστημα μέχρι τρία (3) έτη.
η) Οριστική αφαίρεση της επαγγελματικής άδειας και διαγραφή του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή από το Δημόσιο Μητρώο.
Για την επιμέτρηση του επιβαλλόμενου προστίμου σε κάθε μία από τις προβλεπόμενες ποινές, λαμβάνονται υπόψη, ενδεικτικώς :
α) η βαρύτητα και διάρκεια της παράβασης
β) ο βαθμός ευθύνης του υπαίτιου προσώπου
γ) η οικονομική δύναμη του υπαίτιου προσώπου και το ετήσιο εισόδημά του
δ) το ύψος των κερδών που αποκομίσθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπαίτιο πρόσωπο, εφόσον μπορούν να προσδιορισθούν
ε) ζημιές τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση στον βαθμό που δύναται να προσδιοριστούν
στ) ο βαθμός συνεργασίας του υπαίτιου προσώπου με την ΕΛΤΕ
ζ) προηγούμενες παραβάσεις του υπαίτιου προσώπου
η) όποιοι άλλοι παράγοντες κριθούν πρόσφοροι από το Διοικητικό Συμβούλιο.
14. Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται, για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, να δημοσιοποιεί με κάθε πρόσφορο, κατά την κρίση του, μέσο τις αποφάσεις αυτού που αφορούν την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων.
Η Ε.Λ.Τ.Ε. δημοσιοποιεί, στον επίσημο δικτυακό τόπο της, τουλάχιστον τις λεπτομέρειες κάθε διοικητικής κύρωσης που επιβάλλεται για παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, έναντι της οποίας κάθε δικαίωμα προσφυγής έχει εξαντληθεί ή εκπνεύσει, το συντομότερο δυνατόν μετά την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης στο πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η κύρωση, περιλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε η κύρωση. Η Ε.Λ.Τ.Ε. δημοσιοποιεί ανωνύμως τις κυρώσεις που επιβάλλονται, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν, στην περίπτωση που η κύρωση επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο, η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θεωρείται δυσανάλογη σύμφωνα με την υποχρεωτική προηγούμενη εκτίμηση της αναλογικότητας της εν λόγω δημοσιοποίησης
β) όταν η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή μια διεξαγόμενη ποινική έρευνα
γ) όταν η δημοσιοποίηση θα προκαλούσε δυσανάλογα μεγάλη ζημία στα σχετικά νομικά ή φυσικά πρόσωπα.
Κάθε δημοσιοποίηση των πειθαρχικών κυρώσεων πραγματοποιείται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, και εφόσον παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της προσφυγής, αλλιώς μετά την τελεσίδικη απόφαση επί της προσφυγής και παραμένει στον επίσημο δικτυακό τόπο της Ε.Λ.Τ.Ε. για περίοδο πέντε (5) ετών μετά την κατά τα παραπάνω αρχική ανάρτηση.
Η δημοσιοποίηση των κυρώσεων και μέτρων, τηρεί τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναφέρονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι δυνατόν να αποφασίζεται σε ειδικές περιπτώσεις από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Λ.Τ.Ε. ότι η δημοσιοποίηση ακόμα και σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων και ποινών δεν πρέπει να περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
15. Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. είναι αρμόδιο να λαμβάνει έγγραφες αναφορές ή καταγγελίες για παραβάσεις του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 537/2014.
16. Για την εξασφάλιση λήψης των αναφορών και καταγγελιών που αναφέρονται στην παράγραφο 15 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνονται τουλάχιστον οι κάτωθι μηχανισμοί: α) συγκεκριμένες διαδικασίες για τη λήψη αναφορών παράβασης και την παρακολούθησή τους,
β) προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με το πρόσωπο που αναφέρει πιθανολογούμενες ή πραγματικές περιπτώσεις παράβασης και το πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ή εικάζεται ότι έχει διαπράξει παράβαση σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στην Οδηγία 95/46/ΕΚ,
γ) κατάλληλες διαδικασίες για να εξασφαλίζεται το δικαίωμα υπεράσπισης και ακρόασης του κατηγορούμενου προσώπου πριν από την έκδοση απόφασης που το αφορά και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά οποιασδήποτε απόφασης ή μέτρου που το αφορά.
17.Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες καθορίζουν κατάλληλες διαδικασίες ώστε να μπορούν οι υπάλληλοί τους να αναφέρουν πιθανές ή πραγματικές περιπτώσεις παράβασης του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 εσωτερικά, μέσω συγκεκριμένου διαύλου.

Άρθρο 36
Ανταλλαγή Πληροφοριών


1. Η Ε.Λ.Τ.Ε. παρέχει ετησίως στην ΕΕΦΕΕ συγκεντρωτικές πληροφορίες σχετικά με όλα τα διοικητικά μέτρα και τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. Η ΕΕΦΕΕ δημοσιοποιεί τις πληροφορίες αυτές σε ετήσια έκθεση.
2. Η Ε.Λ.Τ.Ε. κοινοποιεί αμελλητί στην ΕΕΦΕΕ όλες τις προσωρινές απαγορεύσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ, ζ και η της παραγράφου 13 του άρθρου 35 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 37
Αστική ευθύνη - ασφαλιστική κάλυψη


1. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές, οι ελεγκτικές εταιρείες και οι ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών ευθύνονται για κάθε ζημιά από θετική ενέργεια ή παράλειψη έναντι της ελεγχόμενης οντότητας και τρίτων που ζημιώθηκαν από τη χρήση της έκθεσης ελέγχου.
2. Η ευθύνη του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή για αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί το δεκαπλάσιο της αμοιβής του συγκεκριμένου ελέγχου έναντι όλων των ζημιωθέντων από το έργο αυτό.
3. Στην περίπτωση που οι υποχρεωτικοί έλεγχοι διενεργούνται στο όνομα και για λογαριασμό ελεγκτικής εταιρείας ή ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας, η ευθύνη για αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί το δεκαπλάσιο των αμοιβών της ελεγκτικής εταιρείας ή της ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας για το συγκεκριμένο ελεγκτικό έργο έναντι όλων των ζημιωθέντων για το έργο αυτό.
4. Για την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον τα πρόσωπα που προβλέπονται από το άρθρο 25 του παρόντος νόμου εφόσον αποδειχθεί ότι έθεσαν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του ελεγκτή.
5. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ,οι ελεγκτικές εταιρείες και οι ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών έχουν υποχρέωση να έχουν επαρκή ασφαλιστική κάλυψη.
6. Η μη συμμόρφωση με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου συνεπάγεται την αναστολή της άδειας άσκησης επαγγέλματος μέχρι τη διαπίστωση, από την Ε.Λ.Τ.Ε., της συμμόρφωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΚΡΑΤΩΝ - ΜΕΛΩΝ

Άρθρο 38
Αρχές δημόσιας εποπτείας


1. Η δημόσια εποπτεία επί των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών ασκείται από την Ε.Λ.Τ.Ε. με βάση τις αρχές που διατυπώνονται στον ν. 3148/2003, περί «Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, αντικατάσταση και συμπλήρωση των διατάξεων για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και άλλες διατάξεις», όπως ισχύει.
2. Η Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται να προσλαμβάνει επαγγελματίες για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων και να επικουρείται από εμπειρογνώμονες, όταν αυτό απαιτείται για τη δέουσα εκπλήρωση των καθηκόντων της. Στις περιπτώσεις αυτές, ούτε οι επαγγελματίες ούτε οι εμπειρογνώμονες συμμετέχουν σε τυχόν λήψη αποφάσεων από την Ε.Λ.Τ.Ε.
3. Η Ε.Λ.Τ.Ε. έχει την τελική ευθύνη για την εποπτεία:
α) της έγκρισης και εγγραφής στο Δημόσιο Μητρώο
β) της υιοθέτησης προτύπων όσον αφορά την επαγγελματική δεοντολογία, τον εσωτερικό έλεγχο ποιότητας των ελεγκτικών εταιρειών και τους ελέγχους, εκτός εάν τα πρότυπα αυτά έχουν υιοθετηθεί ή εγκριθεί από αρχές άλλου κράτους μέλους
γ) της συνεχούς εκπαίδευσης
δ) των συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας
ε) των ερευνών και διοικητικών πειθαρχικών συστημάτων
Η Ε.Λ.Τ.Ε. οργανώνεται ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων.
4. Επιπλέον των περιπτώσεων που ορίζονται σε άλλα άρθρα του παρόντος νόμου, η Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται να αναθέτει οποιοδήποτε από τα καθήκοντα της στην αρμόδια επαγγελματική ένωση (ΣΟΕΛ) ή σε άλλες αρχές ή όργανα. Στην εξουσιοδότηση διευκρινίζονται τα ανατιθέμενα καθήκοντα και οι όροι υπό τους οποίους πρόκειται να διεκπεραιωθούν.
Η αρμόδια επαγγελματική ένωση (ΣΟΕΛ), οι αρχές ή τα όργανα οργανώνονται ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων.
Όταν η Ε.Λ.Τ.Ε. αναθέτει καθήκοντα στην αρμόδια επαγγελματική ένωση (ΣΟΕΛ), σε άλλες αρχές ή όργανα, είναι σε θέση να ανακαλεί τις αρμοδιότητες αυτές κατά περίπτωση.
5. Η Ε.Λ.Τ.Ε. έχει το δικαίωμα, όποτε είναι αναγκαίο, να κινεί και να διεξάγει έρευνες σχετικά με τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες και να προβαίνει σε κατάλληλες ενέργειες.
Όταν η Ε.Λ.Τ.Ε. απασχολεί εμπειρογνώμονες για τη διενέργεια συγκεκριμένων αποστολών, διασφαλίζει ότι δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των εμπειρογνωμόνων αυτών και του συγκεκριμένου Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας. Οι εν λόγω εμπειρογνώμονες πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 33 του παρόντος νόμου.
6. Η Ε.Λ.Τ.Ε. διέπεται από διαφάνεια. Αυτό περιλαμβάνει τη δημοσίευση ετήσιων προγραμμάτων εργασίας και εκθέσεων δραστηριότητας.
7. Το σύστημα δημόσιας εποπτείας χρηματοδοτείται καταλλήλως και διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να κινεί και να διεξάγει έρευνες, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5. Οι διατάξεις των άρθρων 26 (παρ. 1 και 2) και 36 του ν. 4170/2013 εφαρμόζονται από την έναρξη ισχύος του Ν.3148/2003.

Άρθρο 39
Συνεργασία εποπτικών αρχών σε επίπεδο χωρών μελών


Η Ε.Λ.Τ.Ε. είναι η αρμόδια αρχή στην οποία απευθύνονται οι αρχές δημόσιας εποπτείας των κρατών - μελών για θέματα συνδρομής, στα αντικείμενα της αρμοδιότητάς της.

Άρθρο 40
Αμοιβαία αναγνώριση των ρυθμιστικών διατάξεων των κρατών μελών


1. Σε περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου σε οντότητα με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, που διενεργείται από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία με επαγγελματική άδεια η οποία έχει δοθεί από τις αρμόδιες αρχές αυτού του κράτους - μέλους, η κανονιστική και εποπτική αρμοδιότητα ανήκει στις εποπτικές αρχές αυτού του άλλου κράτους - μέλους. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, ελεγκτικές εταιρείες που έχουν λάβει επαγγελματική άδεια και στην Ελλάδα υπόκεινται και στην εποπτεία της Ε.Λ.Τ.Ε. για τον διενεργούμενο έλεγχο.
2. Στην περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου ατομικών ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων που διενεργείται στην Ελλάδα, η Ε.Λ.Τ.Ε. δεν δύναται να επιβάλει συμπληρωματικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο σε σχέση με την εγγραφή στο Δημόσιο Μητρώο, την επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας, τα ελεγκτικά πρότυπα, την επαγγελματική δεοντολογία και την ανεξαρτησία του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο θυγατρικής που έχει συσταθεί σε άλλο κράτος μέλος.
3. Στην περίπτωση επιχείρησης με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος μέλος της οποίας τα χρεόγραφα έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), η Ε.Λ.Τ.Ε. δεν δύναται να επιβάλλει συμπληρωματικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο σε σχέση με την εγγραφή στο Δημόσιο Μητρώο, την επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας, τα ελεγκτικά πρότυπα, την επαγγελματική δεοντολογία και την ανεξαρτησία σε Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο ετήσιων ατομικών ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της επιχείρησης αυτής.
4. Όταν ένας Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή μία ελεγκτική εταιρεία λάβει επαγγελματική άδεια σύμφωνα με το άρθρο 3 ή 53 του παρόντος νόμου και ο εν λόγω Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή ελεγκτική εταιρεία χορηγεί εκθέσεις ελέγχου, όσον αφορά τις ετήσιες ατομικές ή ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 1, υπάγεται στο σύστημα δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης της ποιότητας, ερευνών και κυρώσεων της Ελλάδος.

Άρθρο 41
Επαγγελματικό απόρρητο και συνεργασία των κρατών μελών


Η Ε.Λ.Τ.Ε. συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών και τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές όταν αυτό απαιτείται, για τον σκοπό της εκπλήρωσης των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014. Η Ε.Λ.Τ.Ε. επικουρεί τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών και τις σχετικές Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές. Ειδικότερα, ανταλλάσσουν πληροφορίες και συνεργάζονται στο πλαίσιο ερευνών που αφορούν υποχρεωτικούς ελέγχους.
Κάθε πρόσωπο που απασχολείται ή απασχολήθηκε στην Ε.Λ.Τ.Ε. ή συνεργάζεται ή συνεργάστηκε με την Ε.Λ.Τ.Ε., υποχρεούται να μην γνωστοποιεί σε άλλον πληροφορίες ή στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή ως αποτέλεσμα της συνεργασίας του με την Ε.Λ.Τ.Ε.. Το επαγγελματικό απόρρητο δεν ισχύει στις περιπτώσεις συνεργασίας της Ε.Λ.Τ.Ε. με την Τράπεζα της Ελλάδος, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ), την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, καθώς και τις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της Ε.Λ.Τ.Ε., όπου το απόρρητο ισχύει για τους λειτουργούς και υπαλλήλους των αρχών και υπηρεσιών αυτών. Η παράβαση των διατάξεων της παρούσας παραγράφου διώκεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα.
Η παράγραφος 2 δεν εμποδίζει την Ε.Λ.Τ.Ε. να ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών εμπιστευτικές πληροφορίες. Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται με αυτόν τον τρόπο καλύπτονται από την υποχρέωση προστασίας του επαγγελματικού απόρρητου, το οποίο οφείλουν να τηρούν τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργασθεί στην Ε.Λ.Τ.Ε.. Η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου εφαρμόζεται επίσης για κάθε πρόσωπο στο οποίο η Ε.Λ.Τ.Ε. έχει αναθέσει καθήκοντα σε σχέση με τους σκοπούς που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.
4. Η Ε.Λ.Τ.Ε. διαβιβάζει χωρίς σκόπιμη καθυστέρηση τις αιτούμενες πληροφορίες στα πλαίσια της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών - μελών που καθιερώνονται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η Ε.Λ.Τ.Ε., στην οποία υποβάλλεται αίτηση παροχής πληροφοριών, λαμβάνει χωρίς σκόπιμη καθυστέρηση όλα τα αναγκαία μέτρα για τη συλλογή τους. Οι διαβιβαζόμενες στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών - μελών πληροφορίες καλύπτονται από το θεσπισμένο επαγγελματικό απόρρητο που ισχύει στο κράτος - μέλος που λαμβάνει τις πληροφορίες. Αν η Ε.Λ.Τ.Ε. αδυνατεί να παράσχει τις αιτούμενες πληροφορίες χωρίς καθυστέρηση, ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρμόδια αρχή του άλλου κράτους - μέλους, αναφέροντας τους λόγους για την καθυστέρησή παροχής πληροφοριών. Η Ε.Λ.Τ.Ε. μπορεί να απαντήσει αρνητικά σε αίτημα λήψης πληροφοριών αν:
α) η χορήγηση των πληροφοριών ενδέχεται να προσβάλει την εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη,
β) έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ίδιων προσώπων ενώπιον των αρμόδιων ελληνικών αρχών ή
γ) έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και για τα ίδια πρόσωπα από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές.
Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων εκ της ποινικής δικονομίας, η Ε.Λ.Τ.Ε. ή οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές που λαμβάνουν πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1, τις χρησιμοποιούν αποκλειστικά για την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, καθώς και στο πλαίσιο διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών που σχετίζονται ειδικά με την άσκηση αυτών των καθηκόντων.
Η Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται να διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των οντοτήτων δημόσιου ενδιαφέροντος, τις κεντρικές τράπεζες, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με την ιδιότητά τους ως νομισματικές αρχές, καθώς και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, εμπιστευτικές πληροφορίες που προορίζονται για την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι εν λόγω αρχές ή όργανα δεν εμποδίζονται να έχουν τη δυνατότητα να κοινοποιούν στην Ε.Λ.Τ.Ε. πληροφορίες που μπορεί να χρειάζεται για την άσκηση των καθηκόντων της βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.
5. Η Ε.Λ.Τ.Ε. οφείλει να γνωστοποιήσει στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών - μελών πράξεις ή παραλείψεις σχετικές με την εφαρμογή του παρόντος νόμου σε αυτά τα κράτη - μέλη. Σε περιπτώσεις στις οποίες θα υποβληθούν στην Ε.Λ.Τ.Ε. ανάλογες γνωστοποιήσεις από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών - μελών, η Ε.Λ.Τ.Ε. οφείλει να λάβει τα αναγκαία μέτρα και να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες και να ενημερώσει την αρχή του άλλου κράτους μέλους που την πληροφόρησε για τα αποτελέσματα και, στο μέτρο του δυνατού, για τις κυριότερες ενδιάμεσες εξελίξεις.
6. Αρμόδια αρχή άλλου κράτους - μέλους μπορεί να ζητήσει από την Ε.Λ.Τ.Ε. τη διενέργεια από αυτήν, έρευνας στην Ελλάδα ή να επιτρέψει σε προσωπικό της να παρακολουθήσει τη διεξαγωγή έρευνας, που διενεργείται από την Ε.Λ.Τ.Ε. στην Ελλάδα. Στις περιπτώσεις αυτές η διεξαγόμενη έρευνα τελείται πάντοτε υπό τον έλεγχο της Ε.Λ.Τ.Ε.. Η Ε.Λ.Τ.Ε. μπορεί να αρνηθεί τη διενέργεια τέτοιας έρευνας στην Ελλάδα ή την παρακολούθηση της έρευνας από προσωπικό αρμόδιας αρχής άλλου κράτους - μέλους στις περιπτώσεις όπου:
α) η έρευνα αυτή ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη στην Ελλάδα ή να διαταράξει εθνικούς κανόνες ασφάλειας ή
β) έχει κινηθεί δικαστική διαδικασία, για τις ίδιες πράξεις ή παραλείψεις και κατά των ιδίων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή ελεγκτικών εταιρειών ενώπιον των ελληνικών αρχών
γ) έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές για τις ίδιες πράξεις ή παραλείψεις και κατά των ιδίων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή ελεγκτικών εταιρειών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX
ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΣΗ

Άρθρο 42
Διορισμός Ορκωτού Ελεγκτή ή ελεγκτικής εταιρείας


Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής, η ελεγκτική εταιρεία διορίζονται από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή των μελών της ελεγχόμενης οντότητας.
Σε κάθε περίπτωση διορισμού Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας θα πρέπει να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας από τα εκτελεστικά μέλη του διοικητικού και διαχειριστικού οργάνου της ελεγχόμενης οντότητας.
Απαγορεύεται οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα η οποία περιορίζει την επιλογή από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή μελών της ελεγχόμενης οντότητας, σύμφωνα με την παράγραφο 1, σε ορισμένες κατηγορίες ή καταλόγους Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή ελεγκτικών εταιρειών σε σχέση με τον διορισμό ή τον περιορισμό της επιλογής συγκεκριμένου Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας για τη διεξαγωγή του υποχρεωτικού ελέγχου της εν λόγω οντότητας. Οποιεσδήποτε υφιστάμενες ρήτρες ως ανωτέρω είναι άκυρες.
Για την περιφρούρηση της ανεξαρτησίας του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας, όσον αφορά τους υποχρεωτικούς ελέγχους, ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή ο κύριος εταίρος ελέγχου της ελεγκτικής εταιρείας μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του, με την ιδιότητά του αυτή, για χρονική περίοδο που δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) συνεχή χρόνια και να επαναλάβει τα καθήκοντά του μετά από την παρέλευση δύο (2) συνεχών χρόνων.
Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην υποπαρ. Α.1. του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, υπόκεινται σε υποχρεωτικό έλεγχο από έναν ή περισσότερους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες και όσες από τις οντότητες των παραγράφων 2 (α) και 2 (β) του άρθρου 1 του .ν. 4308/2014 υπερβαίνουν δύο από τα παρακάτω κριτήρια, για δύο συνεχόμενες χρήσεις:
α) Κύκλος εργασιών 3.000.000 ευρώ
β) Σύνολο Ενεργητικού 1.500.000 ευρώ
γ) Μέσος όρος προσωπικού 50 άτομα

Άρθρο 43
Παύση και παραίτηση του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας.


1. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες παύονται μόνο για βάσιμους και σπουδαίους λόγους. Η διάσταση απόψεων σχετικά με τη λογιστική αντιμετώπιση θεμάτων ή την εφαρμογή ελεγκτικών διαδικασιών δεν συνιστούν λόγους παύσης.
2. Η διοίκηση της ελεγχόμενης οντότητας οφείλει να ενημερώνει γραπτώς την Ε.Λ.Τ.Ε. σε περίπτωση παύσης του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας, παρέχοντας συγχρόνως επαρκή αιτιολόγηση για τους λόγους της παύσης. Την ίδια υποχρέωση έχει και ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία σε περίπτωση παύσης ή παραίτησης. Η παύση ή η παραίτηση του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας, ισχύει από την έγκρισή της από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε.
3. Σε περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου οντότητας δημόσιου ενδιαφέροντος,:
α) οι μέτοχοι οι οποίοι αντιστοιχούν στο 5 % τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου ή των μετοχών
β) το Δ.Σ. ή η επιτροπή ελέγχου των ελεγχόμενων οντοτήτων κατά το εθνικό δίκαιο ή
γ) η Ε.Λ.Τ.Ε.
επιτρέπεται να ασκήσουν αγωγή ενώπιον του μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας της εταιρείας το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για την παύση των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή των ελεγκτικών εταιρειών, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι προς τούτο λόγοι. Η αγωγή ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών το αργότερο από την εκλογή του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας εφόσον ο λόγος παύσης συντρέχει κατά τον χρόνο της εκλογής, άλλως εντός τριάντα (30) ημερών από τότε που ο αιτών έλαβε γνώση του λόγου που επικαλείται. Σε κάθε περίπτωση η αγωγή δεν δύναται να ασκηθεί μετά την λήξη της περιόδου την οποία αφορά ο έλεγχος για τον οποίο ζητείται η παύση. Σε περίπτωση κατά την οποία η αγωγή ασκείται από οποιοδήποτε πρόσωπο πλην της Ε.Λ.Τ.Ε., κοινοποιείται υποχρεωτικά και στην Ε.Λ.Τ.Ε.. Η αγωγή συζητείται το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της και η απόφαση εκδίδεται εντός τριάντα (30) εργασίμων ημερών. Η απόφαση δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο. Εάν η αγωγή γίνει δεκτή, η ελεγχόμενη οντότητα οφείλει να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την εκλογή άλλου Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

Άρθρο 44
Επιτροπή Ελέγχου


1. Κάθε οντότητα δημοσίου ενδιαφέροντος διαθέτει επιτροπή ελέγχου η οποία αποτελείται από τρία τουλάχιστον μέλη. Η επιτροπή ελέγχου αποτελεί είτε ανεξάρτητη επιτροπή είτε επιτροπή του Διοικητικού Συμβουλίου της ελεγχόμενης οντότητας. Αποτελείται από μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου και μέλη που εκλέγονται από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ελεγχόμενης οντότητας ή, στην περίπτωση οντοτήτων χωρίς μετόχους, από ισοδύναμο όργανο.
Τα μέλη της επιτροπής ελέγχου στο σύνολό τους διαθέτουν επαρκή γνώση στον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται η ελεγχόμενη οντότητα.
Τα μέλη της επιτροπής ελέγχου είναι στην πλειονότητά τους ανεξάρτητα από την ελεγχόμενη. Ο Πρόεδρος της επιτροπής ελέγχου ορίζεται από τα μέλη της ή εκλέγεται από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ελεγχόμενης οντότητας και είναι ανεξάρτητος από την ελεγχόμενη οντότητα.
Τουλάχιστον ένα μέλος της επιτροπής ελέγχου είναι Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής σε αναστολή ή συνταξιούχος ή διαθέτει επαρκή γνώση στην ελεγκτική και λογιστική.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι ακόλουθες οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος δεν υπόκεινται στην υποχρέωση να διαθέτουν επιτροπή ελέγχου:
α) οποιαδήποτε οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος αποτελεί θυγατρική κατά την έννοια του ν.4308/2014 εφόσον η εν λόγω οντότητα πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου καθώς και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 11 και της παραγράφου 5 του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 σε επίπεδο ομίλου με εξαίρεση τις θυγατρικές που εμπίπτουν στην παράγραφο 12 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και τις θυγατρικές οντοτήτων που εμπίπτουν στις περιπτώσεις β και γ της παραγράφου 12 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου. β) οποιαδήποτε οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος που είναι ΟΣΕΚΑ, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν.4099/2012 ή οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων ΟΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του ν.4209/2013, γ) οποιαδήποτε οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος που δραστηριοποιείται αποκλειστικά στην έκδοση τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 περ. 5) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 809/2004 της Επιτροπής. Οι οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος που αναφέρονται στην περίπτωση γ) επεξηγούν δημοσίως τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι δεν είναι σκόπιμο για αυτές να διαθέτουν επιτροπή ελέγχου ή διοικητικό όργανο επιφορτισμένο με την άσκηση των καθηκόντων επιτροπής ελέγχου.
3. Με την επιφύλαξη της ευθύνης των μελών του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου ή άλλων μελών που έχουν εκλεγεί από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ελεγχόμενης οντότητας, η επιτροπή ελέγχου μεταξύ άλλων:
α) ενημερώνει το Διοικητικό Συμβούλιο της ελεγχόμενης οντότητας για το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου και επεξηγεί πώς συνέβαλε ο υποχρεωτικός έλεγχος στην ακεραιότητα της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και ποιος ήταν ο ρόλος της επιτροπής ελέγχου στην εν λόγω διαδικασία,
β) παρακολουθεί τη διαδικασία χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και υποβάλλει συστάσεις ή προτάσεις για την εξασφάλιση της ακεραιότητάς της, γ) παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου, διασφάλισης της ποιότητας και διαχείρισης κινδύνων της επιχείρησης και, κατά περίπτωση, του τμήματος εσωτερικού ελέγχου της, όσον αφορά τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση της ελεγχόμενης οντότητας, χωρίς να παραβιάζει την ανεξαρτησία της οντότητας αυτής,
δ) παρακολουθεί τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων ατομικών ή/και ενοποιημένων και ιδίως την απόδοσή του, λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε πορίσματα και συμπεράσματα της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 6 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014,
ε) επισκοπεί και παρακολουθεί την ανεξαρτησία των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή των ελεγκτικών εταιρειών σύμφωνα με τα άρθρα 21, 22, 23, 26 και 27 του παρόντος νόμου, καθώς και το άρθρο 6 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και ιδίως την καταλληλότητα της παροχής μη ελεγκτικών υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οντότητα σύμφωνα με το άρθρο 46 του παρόντος νόμου και
στ) είναι υπεύθυνη για τη διαδικασία επιλογής Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή ελεγκτικών εταιρειών και προτείνει τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές ή τις ελεγκτικές εταιρείες που θα διοριστούν σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.
537/2014, εκτός εάν εφαρμόζεται το άρθρο 16 παράγραφος 8 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.
4. H Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να διενεργεί ελέγχους για την τήρηση των διατάξεων των περιπτώσεων α), β) και γ) της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου από τα εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα, εξαιρουμένων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ασφαλιστικών εταιριών και σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης αυτών των διατάξεων δύναται να επιβάλλει στα μέλη του Δ.Σ. ή / και στα μέλη της επιτροπής ελέγχου τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10 του ν. 3016/2002.
H Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να διενεργεί ελέγχους για την τήρηση διατάξεων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου από τα εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα και σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης αυτών των διατάξεων δύναται να επιβάλλει τις κυρώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 55Α του Καταστατικού της, 59 παρ. 2 του ν. 4261/2014 και 256 του ν.4364/2016. Με αποφάσεις των ανωτέρω Αρχών ρυθμίζονται ειδικότερα ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
5. Η Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται να επικοινωνεί στα μέλη των Επιτροπών Ελέγχων των οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος, τα ευρήματα ποιοτικού ελέγχου που προκύπτουν από τις επιθεωρήσεις επί των συγκεκριμένων ελεγκτικών έργων που διενεργούν οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες.

Άρθρο 45
Αμοιβές ελέγχου


1. Οι αμοιβές για τη διενέργεια υποχρεωτικών ελέγχων σε οντότητες δημόσιου ενδιαφέροντος δεν είναι αμοιβές υπό αίρεση. Με την επιφύλαξη του άρθρου 29 του παρόντος νόμου, για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, αμοιβές υπό αίρεση είναι οι αμοιβές για ελεγκτικές εργασίες που υπολογίζονται σε προκαθορισμένη βάση σε σχέση με το αποτέλεσμα ή την έκβαση μιας συναλλαγής ή το αποτέλεσμα του εκτελούμενου έργου. Οι αμοιβές δεν θεωρούνται ότι είναι υπό αίρεση εάν έχουν καθοριστεί από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή.
2. Όταν ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία παρέχει στην ελεγχόμενη οντότητα, τη μητρική της επιχείρηση ή τις ελεγχόμενες από αυτήν επιχειρήσεις, επί περίοδο τριών (3) ή περισσότερων συνεχών ετών, μη ελεγκτικές υπηρεσίες άλλες από τις αναφερόμενες στο άρθρο 46 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου, οι συνολικές αμοιβές για τις υπηρεσίες αυτές δεν υπερβαίνουν το 70 % του μέσου όρου των αμοιβών που καταβλήθηκαν για τα τελευταία τρία (3) συνεχή οικονομικά έτη για τον υποχρεωτικό έλεγχο ή τους υποχρεωτικούς ελέγχους της ελεγχόμενης οντότητας και, κατά περίπτωση, της μητρικής της επιχείρηση, των ελεγχόμενων από αυτήν επιχειρήσεων και των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων του εν λόγω ομίλου επιχειρήσεων.
Για τους σκοπούς των ορίων που προσδιορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο, εξαιρούνται οι διαφορετικές από τις αναφερόμενες στο άρθρο 46 παράγραφος 1 μη ελεγκτικές υπηρεσίες που απαιτούνται στον παρόντα νόμο.
Η Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται, κατόπιν αιτήσεως του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας, κατ' εξαίρεση, να επιτρέπει στον εν λόγω Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή την ελεγκτική εταιρεία να απαλλάσσεται από τις απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου όσον αφορά ελεγχόμενη οντότητα για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) οικονομικά έτη.
3. Όταν το σύνολο των αμοιβών που καταβάλλονται από μια οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος για καθένα από τα τελευταία τρία (3) συνεχόμενα οικονομικά έτη ανέρχεται σε ποσοστό άνω του 15 % του συνόλου των αμοιβών που λαμβάνονται από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή την ελεγκτική εταιρεία ή, ανάλογα με την περίπτωση, από τον ελεγκτή του ομίλου που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο, για καθένα από τα εν λόγω οικονομικά έτη, ο εν λόγω Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή ελεγκτική εταιρεία ή, ενδεχομένως, ελεγκτής του ομίλου γνωστοποιεί το γεγονός αυτό στην επιτροπή ελέγχου και πραγματοποιεί συζητήσεις με την επιτροπή ελέγχου σχετικά με τους κινδύνους για την ανεξαρτησία τους και τις διασφαλίσεις που εφαρμόζονται για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων.
Όταν οι αμοιβές που καταβάλλονται από μια τέτοια οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος εξακολουθούν να υπερβαίνουν το 15 % του συνόλου των αμοιβών που λαμβάνονται από έναν τέτοιο Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, ενδεχομένως, από έναν ελεγκτή του ομίλου που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο, η επιτροπή ελέγχου αποφασίζει με βάση αντικειμενική αιτιολόγηση κατά πόσο ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία ή ο ελεγκτής του ομίλου της εν λόγω οντότητας ή του ομίλου οντοτήτων μπορεί να εξακολουθήσει να διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο για πρόσθετο διάστημα που οπωσδήποτε δεν είναι μεγαλύτερο των δύο (2) ετών.
4. Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., για τις περιπτώσεις ανάθεσης υποχρεωτικού ελέγχου οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος δύνανται να θεσπίζονται κριτήρια για τον ορισμό του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας που να παρέχουν διασφάλιση ότι ο υποψήφιος Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η Ελεγκτική Εταιρεία έχουν την οργανωτική, στελεχιακή, χρηματοοικονομική και άλλη δομή και διάρθρωση και γενικά τα εχέγγυα μιας αντικειμενικής εικόνας ανεξαρτησίας και εύλογης δυνατότητας να διαχειρισθεί τις τεχνικές και άλλες προκλήσεις ελέγχων, της κατά περίπτωση οντότητας δημοσίου ενδιαφέροντος.

Άρθρο 46
Απαγόρευση παροχής μη ελεγκτικών υπηρεσιών


1. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή ελεγκτική εταιρεία που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο οντότητας δημόσιου ενδιαφέροντος ή οποιοδήποτε μέλος του δικτύου στο οποίο ανήκει ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία δεν δύναται να παρέχει άμεσα ή έμμεσα στην ελεγχόμενη οντότητα, στην οικεία μητρική επιχείρηση ή στις ελεγχόμενες από την ελεγχόμενη οντότητα επιχειρήσεις της εντός της Ένωσης απαγορευμένες μη ελεγκτικές υπηρεσίες κατά:
α) το διάστημα από την έναρξη της περιόδου που ελέγχεται έως την έκδοση της έκθεσης ελέγχου και
β) το αμέσως προηγούμενο οικονομικό έτος από την περίοδο που αναφέρεται στην περίπτωση α) σε σχέση με τις υπηρεσίες που απαριθμούνται στο δεύτερο εδάφιο περίπτωση ε). Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως απαγορευμένες μη ελεγκτικές υπηρεσίες νοούνται:
α) οι φορολογικές υπηρεσίες που σχετίζονται με τα ακόλουθα:
i) κατάρτιση φορολογικών δηλώσεων,
ii) φόρος μισθοδοσίας,
iii) τελωνειακοί δασμοί,
iv) εντοπισμός των κρατικών ενισχύσεων και των φορολογικών κινήτρων, εκτός εάν απαιτείται εκ του νόμου η παροχή υποστήριξης από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή την ελεγκτική εταιρεία σε σχέση με αυτές τις υπηρεσίες,
v) υποστήριξη όσον αφορά τις φορολογικές επιθεωρήσεις από τις φορολογικές αρχές, εκτός εάν η υποστήριξη από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή την ελεγκτική εταιρεία σε σχέση με αυτές τις επιθεωρήσεις προβλέπεται από τον νόμο,
vi) υπολογισμός άμεσων και έμμεσων φόρων, καθώς και αναβαλλόμενης φορολογίας,
vii) παροχή φορολογικών συμβουλών·
β) υπηρεσίες που περιλαμβάνουν την οποιαδήποτε συμμετοχή στη διαδικασία διαχείρισης ή λήψης αποφάσεων της ελεγχόμενης οντότητας·
γ) τήρηση βιβλίων και κατάρτιση λογιστικών αρχείων και οικονομικών καταστάσεων.
δ) υπηρεσίες μισθοδοσίας·
ε) σχεδιασμός και υλοποίηση διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου ή διαχείρισης κινδύνου σε σχέση με την κατάρτιση και/ή τον έλεγχο των οικονομικών πληροφοριών ή σχεδιασμός και υλοποίηση τεχνολογικών συστημάτων χρηματοοικονομικών πληροφοριών.
στ) υπηρεσίες αποτίμησης, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών αναλογιστικών αποτιμήσεων ή υποστήριξης σε περίπτωση αντιδικίας.
ζ) νομικές υπηρεσίες, σε σχέση με:
i) την παροχή νομικών συμβουλών γενικού χαρακτήρα
ii) τη διαπραγμάτευση εκ μέρους της ελεγχόμενης οντότητας, και
iii) την ανάληψη καθηκόντων συνηγόρου για την επίλυση διαφορών
η) υπηρεσίες που σχετίζονται με τη λειτουργία του τμήματος εσωτερικού ελέγχου της ελεγχόμενης οντότητας
θ) υπηρεσίες που συνδέονται με τη χρηματοδότηση, την κεφαλαιακή δομή και κατανομή, καθώς και την επενδυτική στρατηγική της ελεγχόμενης οντότητας, εκτός της παροχής υπηρεσιών διασφάλισης σε σχέση με τις οικονομικές καταστάσεις, όπως η έκδοση επιστολών στήριξης σε σχέση με ενημερωτικά δελτία που εκδίδονται από την ελεγχόμενη οντότητα.
ι) προώθηση, διαπραγμάτευση ή αναδοχή μετοχών της ελεγχόμενης οντότητας
ια) υπηρεσίες ανθρώπινου δυναμικού, σε σχέση με:
i) τα διοικητικά καθήκοντα με σημαντική επιρροή στην κατάρτιση των λογιστικών αρχείων ή των οικονομικών καταστάσεων που αποτελούν αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου, όταν στις υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονται τα ακόλουθα: -αναζήτηση υποψηφίων για τέτοια θέση ή
- πραγματοποίηση ελέγχων συστάσεων για υποψηφίους τέτοιων θέσεων,
ii) τη διάρθρωση του οργανωτικού σχεδιασμού και iii) τον έλεγχο του κόστους.
2. Κατά παρέκκλιση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1, επιτρέπεται η παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημείο i), στην περίπτωση α) σημεία iv) έως vii) και στην περίπτωση στ), εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) δεν έχουν άμεση επίπτωση ή έχουν επουσιώδη επίπτωση, ξεχωριστά ή συνολικά στις ελεγχόμενες οικονομικές καταστάσεις.
β) η εκτίμηση της επίπτωσης στις ελεγχόμενες οικονομικές καταστάσεις τεκμηριώνεται και εξηγείται λεπτομερώς στην συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 48 του παρόντος νόμου, και
γ) οι αρχές της ανεξαρτησίας που θεσπίζονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου και ιδίως στα άρθρα 21,23,25,26 και 27 τηρούνται από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή.
3. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία που διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους οντοτήτων δημόσιου ενδιαφέροντος και, σε περίπτωση που ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία ανήκουν σε δίκτυο, κάθε μέλος αυτού του δικτύου μπορεί να παράσχει στην ελεγχόμενη οντότητα, στην οικεία μητρική επιχείρηση ή στις ελεγχόμενες από εκείνη επιχειρήσεις μη ελεγκτικές υπηρεσίες διαφορετικές από τις απαγορευμένες μη ελεγκτικές υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υπό την προϋπόθεση ότι η επιτροπή ελέγχου έχει δώσει τη συγκατάθεσή της αφού προηγουμένως έχει εκτιμήσει δεόντως τις απειλές για την ανεξαρτησία και τις διασφαλίσεις που εφαρμόστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος νόμου. Η επιτροπή ελέγχου εκδίδει, κατά περίπτωση, κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
4. Όταν ένα μέλος δικτύου στο οποίο ανήκει ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο μιας οντότητας δημόσιου ενδιαφέροντος παρέχει οποιαδήποτε από τις αναγραφόμενες στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μη ελεγκτικές υπηρεσίες σε μια επιχείρηση συσταθείσα σε τρίτη χώρα που ελέγχεται από την ελεγχόμενη οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος, ο ενδιαφερόμενος Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία οφείλει να εκτιμήσει εάν η ανεξαρτησία του/της μπορεί να υπονομευθεί από την εν λόγω παροχή υπηρεσιών από το μέλος του δικτύου.
Εάν θίγεται η ανεξαρτησία του/της, ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία εφαρμόζει διασφαλίσεις, ανάλογα με την περίπτωση, ώστε να περιορίσει τις απειλές που δημιουργούνται από την εν λόγω παροχή υπηρεσιών σε τρίτη χώρα. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία μπορεί να συνεχίσει να διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο της οντότητας δημόσιου ενδιαφέροντος μόνο εάν μπορεί να αιτιολογήσει, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κανονισμού 537/2014 και το άρθρο 23 του παρόντος νόμου, ότι η εν λόγω παροχή υπηρεσιών δεν επηρεάζει την επαγγελματική κρίση του και την έκθεση ελέγχου. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου:
α) η συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ελεγχόμενης οντότητας και η παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στα στοιχεία β), γ) και ε) του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 θεωρούνται ότι οπωσδήποτε επηρεάζουν την εν λόγω ανεξαρτησία και ότι δεν δύνανται να περιοριστούν από την εφαρμογή τυχόν διασφαλίσεων.
β) η παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, εκτός των στοιχείων β), γ) και ε), θεωρείται ότι θίγει την εν λόγω ανεξαρτησία και, ως εκ τούτου, απαιτούν διασφαλίσεις για τον μετριασμό των σχετικών απειλών.

Άρθρο 47
Έκθεση ελέγχου


1. Ο/οι Ορκωτός/οι Λογιστής/ες Ελεγκτής/ες ή η/οι ελεγκτική/ές εταιρεία/ες παρουσιάζουν τα αποτελέσματα του υποχρεωτικού ελέγχου της οντότητας δημόσιου ενδιαφέροντος σε έκθεση ελέγχου.
2. Η έκθεση ελέγχου καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του παρόντος νόμου και συμπληρωματικά πρέπει τουλάχιστον:
α) να αναφέρει από ποιο άτομο ή ποιο όργανο διορίσθηκε ο/οι Ορκωτός/οι Λογιστής/ες Ελεγκτής/ες ή η/οι ελεκγτική/ές εταιρεία/ες:
β) να αναφέρει την ημερομηνία διορισμού και την περίοδο της συνολικής αδιάλειπτης ελεγκτικής εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων ανανέωσης προηγούμενου διορισμού και επαναδιορισμού των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή των ελεγκτικών εταιρειών.
γ) να περιλαμβάνει, προς υποστήριξη της γνώμης ελέγχου, τα ακόλουθα:
i) περιγραφή των σημαντικότερων κινδύνων ουσιώδους ανακρίβειας που αξιολογήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων ουσιώδους ανακρίβειας λόγω απάτης που αξιολογήθηκαν,
ii) συνοπτική παρουσίαση της αντίδρασης του ελεγκτή σε αυτούς τους κινδύνους και,
iii) όπου αρμόζει, βασικές παρατηρήσεις που ανακύπτουν σχετικά με τους κινδύνους αυτούς.
Στον βαθμό που σχετίζεται με τις παραπάνω πληροφορίες που παρέχονται στην έκθεση ελέγχου αναφορικά με κάθε σημαντικό κίνδυνο ουσιώδους ανακρίβειας που αξιολογήθηκε, η έκθεση ελέγχου περιλαμβάνει σαφή αναφορά στις σχετικές γνωστοποιήσεις στο πλαίσιο των οικονομικών καταστάσεων.
δ) να εξηγεί τον βαθμό στον οποίο ο υποχρεωτικός έλεγχος θεωρούταν ότι ήταν σε θέση να εντοπίσει παρατυπίες, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων απάτης.
ε) να επιβεβαιώνει ότι η γνώμη ελέγχου συμφωνεί με τη συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 48 του παρόντος νόμου.
στ) να δηλώνει ότι δεν παρασχέθηκαν οι απαγορευμένες μη ελεγκτικές υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 46 του παρόντος νόμου και ότι οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες παρέμειναν ανεξάρτητοι έναντι της ελεγχόμενης οντότητας κατά τη διενέργεια του ελέγχου.
ζ) να αναφέρει οποιαδήποτε υπηρεσία, πέραν του υποχρεωτικού ελέγχου, που παρασχέθηκε από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή την ελεγκτική εταιρεία στην ελεγχόμενη οντότητα, στην οικεία μητρική επιχείρηση ή στις ελεγχόμενες από την ελεγχόμενη οντότητα επιχειρήσεις και η οποία δεν δημοσιοποιείται στην έκθεση διαχείρισης ή τις οικονομικές καταστάσεις.
3. Εκτός των προβλεπόμενων στην παράγραφο 2 περίπτωση ε), η έκθεση ελέγχου δεν περιέχει καμία παραπομπή στη συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου του άρθρου 48 του παρόντος νόμου. Η έκθεση ελέγχου συντάσσεται σε απλή και σαφή γλώσσα.
4. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία δεν χρησιμοποιεί το όνομα οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής κατά τρόπο που να φανερώνει ή να υποδηλώνει υποστήριξη ή έγκριση της έκθεσης ελέγχου από την εν λόγω αρχή.

Άρθρο 48
Συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου


1. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους οντοτήτων δημόσιου ενδιαφέροντος υποβάλλουν συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου της ελεγχόμενης οντότητας το αργότερο την ημερομηνία υποβολής της έκθεσης ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 47 του παρόντος νόμου.
Η επιτροπή ελέγχου οφείλει εφόσον της ζητηθεί να γνωστοποιεί την εν λόγω συμπληρωματική έκθεση στις Αρχές που προβλέπονται στην παρ.2 του άρθρου 41 του παρόντος νόμου.
2. Η συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου καταρτίζεται γραπτώς. Εξηγεί τα αποτελέσματα του υποχρεωτικού ελέγχου που διενεργήθηκε και πληροί τουλάχιστον τις ακόλουθες απαιτήσεις:
α) περιλαμβάνει την αναφερόμενη στο άρθρο 6 παράγραφος 2 περίπτωση α) δήλωση- ανεξαρτησίας του Κανονισμού 537/2014,
β) εφόσον ο υποχρεωτικός έλεγχος έχει διενεργηθεί από ελεγκτική εταιρεία, η έκθεση προσδιορίζει κάθε κύριο εταίρο ελέγχου που συμμετείχε στον έλεγχο,
γ) Εάν ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία έχει προβεί σε ρυθμίσεις προκειμένου οποιαδήποτε από τις δραστηριότητές του να διενεργείται από άλλο Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία που δεν είναι μέλος του ίδιου δικτύου ή έχει χρησιμοποιήσει τις εργασίες εξωτερικών εμπειρογνωμόνων, η έκθεση αναφέρει το γεγονός αυτό και επιβεβαιώνει ότι ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία έλαβε επιβεβαίωση από τον άλλο Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή την ελεγκτική εταιρεία και/ή τον εξωτερικό εμπειρογνώμονα ως προς την ανεξαρτησία τους,
δ) περιγράφει τη φύση, τη συχνότητα και το εύρος επικοινωνίας με την επιτροπή ελέγχου ή το όργανο που επιτελεί ισοδύναμα καθήκοντα εντός της ελεγχόμενης οντότητας, τον διαχειριστικό φορέα και το διοικητικό όργανο της ελεγχόμενης οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των ημερομηνιών των συνεδριάσεων με τους εν λόγω φορείς,
ε) περιλαμβάνει περιγραφή του εύρους και της χρονικής στιγμής του ελέγχου,
στ) εφόσον έχουν διοριστεί περισσότεροι του ενός Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή ελεγκτικών εταιρειών, περιγράφει την κατανομή καθηκόντων μεταξύ των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και/ή των ελεγκτικών εταιρειών,
ζ) περιγράφει τη χρησιμοποιηθείσα μεθοδολογία, συμπεριλαμβανομένου ποιες κατηγορίες λογαριασμών του ισολογισμού υπήρξαν αντικείμενο άμεσης επαλήθευσης και ποιες κατηγορίες έχουν επαληθευτεί βάσει δοκιμών συστήματος και συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένης της εξήγησης τυχόν ουσιαστικών διαφοροποιήσεων ως προς τη σημασία των δοκιμών συστήματος και συμμόρφωσης σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ακόμη και αν ο υποχρεωτικός έλεγχος του προηγούμενου έτους διενεργήθηκε από άλλους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες,
η) δημοσιοποιεί το ποσοτικό επίπεδο σημαντικότητας που εφαρμόστηκε για τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων ως σύνολο και, κατά περίπτωση, το επίπεδο ή τα επίπεδα σημαντικότητας συγκεκριμένων κατηγοριών πράξεων, υπολοίπων λογαριασμών ή γνωστοποιήσεων και δημοσιοποιεί τα ποιοτικά στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη κατά τον καθορισμό του επιπέδου σημαντικότητας·,
θ) αναφέρει και επεξηγεί τις απόψεις σχετικά με γεγονότα ή συνθήκες που προσδιορίζονται κατά τη διάρκεια του ελέγχου και μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα της οντότητας να συνεχίσει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες και εάν αποτελούν σημαντική αβεβαιότητα, καθώς και υποβάλλει συνοπτική έκθεση όλων των εγγυήσεων, επιστολές συμμόρφωσης, μέτρων δημόσιας στήριξης και άλλων μέτρων στήριξης τα οποία έχουν ληφθεί υπόψη για την πραγματοποίηση εκτίμησης σχετικά με τη συνέχιση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της οντότητας,
ι) αναφέρει τυχόν σημαντικές ελλείψεις στο σύστημα εσωτερικού ελέγχου της ελεγχόμενης οντότητας ή, στην περίπτωση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, στο σύστημα εσωτερικού οικονομικού ελέγχου της μητρικής εταιρείας της επιχείρησης και/ή στο λογιστικό σύστημα. Για κάθε τέτοια σημαντική έλλειψη, η συμπληρωματική έκθεση αναφέρει αν η συγκεκριμένη έλλειψη έχει αντιμετωπιστεί από τη διοίκηση ή όχι,
ια) αναφέρει οποιαδήποτε ζητήματα αφορούν τη μη συμμόρφωση ή τη φερόμενη μη συμμόρφωση με νόμους και κανονισμούς ή καταστατικά τα οποία εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια του υποχρεωτικού ελέγχου, εφόσον θεωρούνται σημαντικά για την εκπλήρωση των καθηκόντων της επιτροπής,
ιβ) αναφέρει και εκτιμά τις μεθόδους αποτίμησης που χρησιμοποιήθηκαν για τα διάφορα στοιχεία των ατομικών ή/και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε επιπτώσεων λόγω μεταβολών των μεθόδων αυτών,
ιγ) στην περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, εξηγεί το πλαίσιο της ενοποίησης και των κριτηρίων εξαίρεσης που εφαρμόστηκαν από την ελεγχόμενη οντότητα σε μη ενοποιημένες οντότητες, εάν υπάρχουν, καθώς και κατά πόσο τα εν λόγω κριτήρια που εφαρμόστηκαν συνάδουν με το πλαίσιο χρηματοοικονομικής αναφοράς,
ιδ) κατά περίπτωση, προσδιορίζει οποιοδήποτε ελεγκτικό έργο έχει επιτελεστεί από ελεγκτές τρίτης χώρας, Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές, ελεγκτικές οντότητες ή ελεγκτικές εταιρείες τρίτης χώρας σε σχέση με τον υποχρεωτικό έλεγχο ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, εκτός από μέλη του ίδιου δικτύου στο οποίο ανήκει ο ελεγκτής των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων,
ιε) αναφέρει εάν η ελεγχόμενη οντότητα παρείχε όλες τις επεξηγήσεις και τα έγγραφα που της ζητήθηκαν,
ιστ) αναφέρει:
i) οποιαδήποτε σημαντικά προβλήματα προέκυψαν κατά τον υποχρεωτικό έλεγχο,
ii) οποιαδήποτε σημαντικά ζητήματα προέκυψαν από τον υποχρεωτικό έλεγχο και τα οποία συζητήθηκαν ή αποτέλεσαν αντικείμενο αλληλογραφίας με τη διοίκηση και
iii) οποιαδήποτε άλλα ζητήματα προέκυψαν από τον υποχρεωτικό έλεγχο και τα οποία, κατά την επαγγελματική κρίση του ελεγκτή, είναι ουσιαστικά για τη διαδικασία εποπτείας της χρηματοοικονομικής αναφοράς.
Εφόσον ζητηθεί από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή, ελεγκτική εταιρεία ή την επιτροπή ελέγχου, οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες συζητούν με την επιτροπή ελέγχου ή το διοικητικό όργανο τα βασικά ζητήματα που προέκυψαν από τον υποχρεωτικό έλεγχο, τα οποία αναφέρονται στη συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου και ιδίως στο πρώτο εδάφιο περίπτωση ι).
3. Εφόσον έχει ανατεθεί ταυτόχρονα εργασία σε περισσότερους από έναν Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες και οποιαδήποτε διαφωνία έχει προκύψει μεταξύ τους σχετικά με τις διαδικασίες ελέγχου, τους λογιστικούς κανόνες ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα σχετικό με τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου, οι λόγοι της εν λόγω διαφωνίας διευκρινίζονται στη συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου.
4. Η συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου φέρει υπογραφή και ημερομηνία. Όταν ελεγκτική εταιρεία διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο, η συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου υπογράφεται από τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές που διενήργησαν τον υποχρεωτικό έλεγχο εκ μέρους της ελεγκτικής εταιρείας.
5. Εφόσον τους ζητηθεί , οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες καθιστούν άμεσα διαθέσιμη τη συμπληρωματική έκθεση στην στις αρχές του άρθρου 20 παρ. 1 του Κανονισμού 537/2014.

Άρθρο 49
Έκθεση διαφάνειας


1. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία που διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος δημοσιεύει ετήσια έκθεση διαφάνειας το αργότερο εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη κάθε ημερολογιακού έτους. Η εν λόγω έκθεση διαφάνειας δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας και παραμένει διαθέσιμη εκεί για τουλάχιστον πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία δημοσίευσής της στον δικτυακό τόπο. Εάν ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής απασχολείται σε ελεγκτική εταιρεία, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το παρόν άρθρο βαρύνουν την ελεγκτική εταιρεία . Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία επιτρέπεται να επικαιροποιεί τη δημοσιευμένη ετήσια έκθεση διαφάνειάς του/της. Στην περίπτωση αυτή, ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία αναφέρει ότι πρόκειται για επικαιροποιημένη έκδοση της έκθεσης και η αρχική έκδοση της έκθεσης παραμένει διαθέσιμη στον δικτυακό τόπο.
Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες ενημερώνουν την Ε.Λ.Τ.Ε. ότι η έκθεση διαφάνειας έχει δημοσιευθεί στον δικτυακό τόπο του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας ή, κατά περίπτωση, ότι έχει επικαιροποιηθεί.
2. Η ετήσια έκθεση διαφάνειας περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:
α) περιγραφή της νομικής δομής και της ιδιοκτησίας της ελεγκτικής εταιρείας,
β) στην περίπτωση που ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία είναι μέλος δικτύου:
i) περιγραφή του δικτύου και των νομικών και διαρθρωτικών μηχανισμών του δικτύου,
ii) το όνομα κάθε Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή που λειτουργεί ως μεμονωμένος επαγγελματίας ή ελεγκτικής εταιρείας που είναι μέλος του δικτύου,
iii) τις χώρες στις οποίες κάθε Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής που λειτουργεί ως μεμονωμένος επαγγελματίας ή ελεγκτική εταιρεία που είναι μέλος του δικτύου έχει λάβει επαγγελματική άδεια Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ή διατηρεί την επίσημη έδρα του/της, την κεντρική του/της διοίκηση ή τις κύριες εγκαταστάσεις του/της,
iv) τον συνολικό κύκλο εργασιών που πραγματοποιείται από τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές που λειτουργούν ως μεμονωμένοι επαγγελματίες και τις ελεγκτικές εταιρείες που είναι μέλη του δικτύου, ο οποίος προκύπτει από τον υποχρεωτικό έλεγχο ατομικών και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.
γ) περιγραφή της διοικητικής δομής της ελεγκτικής εταιρείας,
δ) περιγραφή του εσωτερικού συστήματος ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας και δήλωση του διοικητικού οργάνου για την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του,
ε) αναφορά σχετικά με την ημερομηνία διενέργειας της τελευταίας επιθεώρησης διασφάλισης της ποιότητας σύμφωνα με το άρθρο 26 του Κανονισμού 537/2014,
στ) κατάλογο των οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος για τις οποίες ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία διενήργησε υποχρεωτικούς ελέγχους κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος,
ζ) δήλωση σχετικά με τις πρακτικές ανεξαρτησίας του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας που επιβεβαιώνει επίσης τη διενέργεια εσωτερικής επιθεώρησης διασφάλισης της ανεξαρτησίας,
η) δήλωση της πολιτικής που εφάρμοσε ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία σχετικά με τη συνεχή εκπαίδευση των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών που προβλέπεται στο άρθρο 12 του παρόντος νόμου,
θ) πληροφορίες σχετικά με τη βάση υπολογισμού των αμοιβών των εταίρων της ελεγκτικής εταιρείας,
ι) περιγραφή της πολιτικής του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας σχετικά με την εναλλαγή των κύριων εταίρων ελέγχου και προσωπικού σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 51 του παρόντος νόμου,
ια) εάν δεν έχουν δημοσιοποιηθεί στις οικονομικές καταστάσεις τους, πληροφορίες σχετικά με τον συνολικό κύκλο εργασιών των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή της ελεγκτικής εταιρείας, διαιρούμενο στις εξής κατηγορίες:
i) έσοδα από τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων οντοτήτων δημόσιου ενδιαφέροντος και οντοτήτων που ανήκουν σε όμιλο επιχειρήσεων, η μητρική εταιρεία του οποίου είναι οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος,
ii) έσοδα από τον υποχρεωτικό έλεγχο των ατομικών και των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων άλλων οντοτήτων,
iii) έσοδα από επιτρεπόμενες μη ελεγκτικές υπηρεσίες που παρέχονται σε οντότητες που ελέγχονται από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή την ελεγκτική εταιρεία και
iv) έσοδα από μη ελεγκτικές υπηρεσίες που παρέχονται σε άλλες οντότητες.
Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να αποφασίσει να μην δημοσιοποιήσει τις πληροφορίες που απαιτούνται στην περίπτωση στ) του πρώτου εδαφίου στον βαθμό που είναι απαραίτητο για τη μείωση επικείμενων και σημαντικών απειλών για την προσωπική ασφάλεια οποιουδήποτε προσώπου. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία πρέπει να μπορεί να αποδείξει στην Ε.Λ.Τ.Ε. την ύπαρξη των εν λόγω απειλών.
3. Η έκθεση διαφάνειας υπογράφεται από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή την ελεγκτική εταιρεία.
4. Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο αφορούν αναλογικά και τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές ή τις ελεγκτικές εταιρείες που διενεργούν ελέγχους σε οντότητες μη δημοσίου ενδιαφέροντος.

Άρθρο 50
Τήρηση αρχείων


1. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες τηρούν τα έγγραφα και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, τα άρθρα 6 και 7, το άρθρο 8 παράγραφοι 4 έως 7, τα άρθρα 10 και 11, το άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 14 και το άρθρο 16 παράγραφοι 2, 3 και 5 του Κανονισμού 537/2014 και στα άρθρα, 23, 26, 27, 31 και 32 του παρόντος νόμου για ένα χρονικό διάστημα πέντε ετών από την παραγωγή των εν λόγω εγγράφων ή πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Σε περίπτωση που ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία ενημερωθεί εγγράφως ότι είναι σε εξέλιξη δικαστική διερεύνηση, για ελεγχόμενη οντότητα, το ανωτέρω διάστημα επεκτείνεται μέχρι τη λήξη της δικαστικής διερεύνησης. Σε κάθε περίπτωση το ως άνω διάστημα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δεκαπέντε (15) έτη.
2. Όσα ορίζονται στο παρόν άρθρο ισχύουν αναλογικά και για τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και τις ελεγκτικές εταιρείες που διενεργούν ελέγχους σε οντότητες μη δημοσίου ενδιαφέροντος.

Άρθρο 51
Διάρκεια της ελεγκτικής εργασίας


1. Η οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος διορίζει Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία για μια αρχική ανάληψη εργασίας ενός (1) έτους. Η εργασία μπορεί να έχει τη δυνατότητα ανανέωσης.
Ούτε η αρχική ανάληψη εργασίας συγκεκριμένου Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας, ούτε αυτή σε συνδυασμό με τυχόν ανανεωθείσες εργασίες μπορεί να υπερβαίνει μέγιστη διάρκεια δέκα (10) ετών.
2. Μετά τη λήξη της μέγιστης διάρκειας ανάληψης εργασιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή μετά τη λήξη της διάρκειας ανάληψης εργασιών που παρατείνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 ή 5, ούτε ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία ούτε, κατά περίπτωση, τυχόν μέλη των δικτύων τους εντός της Ένωσης δεν αναλαμβάνουν τον υποχρεωτικό έλεγχο της ίδιας οντότητας δημόσιου ενδιαφέροντος για τα επόμενα τέσσερα (4) έτη.
3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 , η μέγιστη διάρκεια μπορεί να παραταθεί για :
α) είκοσι (20) έτη, στην περίπτωση διενέργειας δημόσιας διαδικασίας υποβολής προσφορών για τον υποχρεωτικό έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφοι 2 έως 5 του Κανονισμού 537/2014, και αρχίζει να ισχύει με τη λήξη της μέγιστης διάρκειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
β) είκοσι τέσσερα (24) έτη, όταν, μετά τη λήξη της μέγιστης διάρκειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα περισσότεροι του ενός Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες, υπό τον όρο ότι ο υποχρεωτικός έλεγχος καταλήγει στην υποβολή της κοινής έκθεσης ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 32 του παρόντος νόμου.
4. Η μέγιστη διάρκεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να παραταθεί μόνο εάν υπάρχει σύσταση της επιτροπής ελέγχου και το Διοικητικό Συμβούλιο εισηγείται στη γενική συνέλευση των μετόχων, την ανανέωση της εργασίας και η εν λόγω εισήγηση εγκρίνεται.
5. Μετά την εκπνοή της μέγιστης διάρκειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ή στην παράγραφο 3, κατά περίπτωση, η οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος δύναται, κατ' εξαίρεση, να ζητήσει από την Ε.Λ.Τ.Ε. παράταση, ώστε να διορίσει εκ νέου τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή την ελεγκτική εταιρεία για πρόσθετη εργασία, εφόσον πληρούνται οι όροι της παραγράφου 3 στοιχεία α) ή β). Η εν λόγω πρόσθετη εργασία δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη.
6. Οι κύριοι εταίροι ελέγχου που είναι υπεύθυνοι για τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου παύουν τη συμμετοχή τους στον υποχρεωτικό έλεγχο της ελεγχόμενης οντότητας το αργότερο πέντε έτη από την ημερομηνία διορισμού τους. Δεν δύνανται να συμμετάσχουν εκ νέου στον υποχρεωτικό έλεγχο της ελεγχόμενης οντότητας προτού παρέλθουν τρία (3) έτη από την παύση αυτή.
Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία καθορίζει κατάλληλο μηχανισμό σταδιακής εναλλαγής αναφορικά με το ανώτατο προσωπικό που συμμετέχει στον υποχρεωτικό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον των προσώπων που έχουν εγγραφεί στο Δημόσιο Μητρώο. Ο μηχανισμός σταδιακής εναλλαγής εφαρμόζεται σε στάδια και αφορά άτομα και όχι ολόκληρη την ομάδα της ελεγκτικής εργασίας. Είναι ανάλογος της κλίμακας και της πολυπλοκότητας της δραστηριότητας του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας.
Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία πρέπει να μπορεί να αποδείξει στην Ε.Λ.Τ.Ε. ότι ο εν λόγω μηχανισμός τίθεται αποτελεσματικά σε εφαρμογή και προσαρμόζεται στην κλίμακα και την πολυπλοκότητα της δραστηριότητας του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή της ελεγκτικής εταιρείας.
7. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η διάρκεια της ελεγκτικής εργασίας υπολογίζεται από το πρώτο οικονομικό έτος που καλύπτεται στην επιστολή ανάληψης της ελεγκτικής εργασίας (audit engagement letter) με την οποία ο Ορκωτός Ελεγκτής ή η ελεγκτική εταιρεία διορίστηκαν για πρώτη φορά για τη διενέργεια διαδοχικών υποχρεωτικών ελέγχων για την ίδια οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ελεγκτική εταιρεία περιλαμβάνει άλλες ελεγκτικές εταιρείες που απέκτησε ή οι οποίες συγχωνεύθηκαν με αυτήν. Εάν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς την ημερομηνία κατά την οποία ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία άρχισε να διενεργεί διαδοχικούς υποχρεωτικούς ελέγχους για την οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος, λόγω π.χ. συγχώνευσης, εξαγοράς ή αλλαγών στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία αναφέρει αμέσως την αβεβαιότητα αυτή στην Ε.Λ.Τ.Ε., η οποία εντέλει προσδιορίζει τη σχετική ημερομηνία για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΤΥΧΕΣ

Άρθρο 52
Εγγραφή στο Δημόσιο Μητρώο και εποπτεία ελεγκτών και ελεγκτικών εταιρειών τρίτων χωρών


1. Στο Δημόσιο Μητρώο που τηρείται σύμφωνα με τα άρθρα 15, 16 και 17 του παρόντος νόμου, εγγράφεται κάθε ελεγκτής και ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας, εφόσον ο εν λόγω ελεγκτής ή η ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας προσκομίζει έκθεση ελέγχου αναφορικά με τους ατομικούς ή ενοποιημένους οικονομικούς λογαριασμούς επιχείρησης η οποία έχει συσταθεί εκτός της Ένωσης και της οποίας οι μεταβιβάσιμοι τίτλοι είναι εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) εκτός εάν η εν λόγω επιχείρηση είναι εκδότης αποκλειστικώς τίτλων που δεν έχουν εξοφληθεί και για τους οποίους ισχύει ένα εκ των κάτωθι:
α) είναι εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 περίπτωση γ) της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2010 και η ανά μονάδα ονομαστική αξία τους είναι, κατά την ημερομηνία της έκδοσης, τουλάχιστον 50.000 EUR ή, στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων σε άλλο νόμισμα, ισοδύναμη με 50.000 EUR τουλάχιστον.
β) είναι εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 περίπτωση γ) της οδηγίας 2004/109/ΕΚ από τις 31 Δεκεμβρίου 2010 και η ανά μονάδα ονομαστική αξία τους είναι, κατά την ημερομηνία της έκδοσης, τουλάχιστον 100. 000 EUR ή, στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων σε άλλο νόμισμα, ισοδύναμη με 100. 000 EUR τουλάχιστον.
2. Στην περίπτωση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 17 και 18 του παρόντος νόμου.
3. Οι ελεγκτές και οι ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών, που εγγράφονται στο Δημόσιο Μητρώο, υπόκεινται στο σύστημα εποπτείας, το σύστημα διασφάλισης της ποιότητας και το σύστημα πειθαρχικής διαδικασίας του παρόντος νόμου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στα άρθρα 33, 34,35 και 38 του παρόντος νόμου.
4. Εκθέσεις ελέγχου που εκδίδονται από μη εγγεγραμμένους στο δημόσιο μητρώο, που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και αφορούν υποχρεωτικούς ελέγχους ατομικών ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν παράγουν οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα στην Ελλάδα.
5. Ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών εγγράφονται στο Δημόσιο Μητρώο με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., αν συντρέχουν σωρευτικά:
α) για την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού οργάνου της ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας συντρέχουν προϋποθέσεις ισοδύναμες, κατά την κρίση της Ε.Λ.Τ.Ε., με τα οριζόμενα στα άρθρα 5 έως 11 του παρόντος νόμου.
β) για τον ελεγκτή τρίτης χώρας που διενεργεί τον έλεγχο για λογαριασμό ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας, συντρέχουν προϋποθέσεις ισοδύναμες, κατά την κρίση της Ε.Λ.Τ.Ε., με τα οριζόμενα στα άρθρα 5 έως 11 του παρόντος νόμου, γ) οι έλεγχοι των ατομικών ή ενοποιημένων λογαριασμών της παραγράφου 1 διενεργούνται σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 30 και με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 23 και 29 του παρόντος νόμου ή σύμφωνα με ισοδύναμα πρότυπα και απαιτήσεις
δ) δημοσιοποιεί στο δικτυακό της τόπο ετήσια έκθεση διαφάνειας που περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 49 του παρόντος νόμου ή πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις γνωστοποίησης.
6. Ελεγκτής τρίτης χώρας εγγράφεται στο Δημόσιο Μητρώο μόνο εάν πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις περιπτώσεις β), γ) και δ) της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 53
Άδεια άσκησης επαγγέλματος σε ελεγκτές τρίτων χωρών


1. Η Ε.Λ.Τ.Ε. με απόφαση του Δ.Σ., μπορεί να χορηγήσει επαγγελματική άδεια σε ελεγκτή τρίτης χώρας, αν κατά την κρίση της, πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 5 και 7 έως 12 του παρόντος νόμου. Η άδεια χορηγείται με τον όρο της αμοιβαιότητας.
2. Για τη χορήγηση της άδειας, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι υποψήφιοι θα πρέπει να επιτύχουν σε επαγγελματικές εξετάσεις, που διενεργούνται από την Ε.Λ.Τ.Ε. στα γνωστικά αντικείμενα που αναφέρονται στο άρθρο 9 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 54
Συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών


1. Επιτρέπεται η διαβίβαση στις αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας των φύλλων εργασίας του ελέγχου ή άλλων εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή ελεγκτικών εταιρειών στους οποίους έχει χορηγηθεί άδεια καθώς και των εκθέσεων ποιοτικού ελέγχου ή ερευνών που αφορούν τους εν λόγω ελέγχους, υπό τους ακόλουθους όρους:
α) τα εν λόγω φύλλα εργασίας του ελέγχου ή τα άλλα έγγραφα αφορούν ελέγχους εταιρειών που έχουν εκδώσει κινητές αξίες σε αυτή την τρίτη χώρα ή μετέχουν σε όμιλο που εκδίδει υποχρεωτικές ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σε αυτή την τρίτη χώρα.
β) η διαβίβαση γίνεται μέσω της Ε.Λ.Τ.Ε. κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής που αιτείται τη διαβίβαση
γ) οι αρμόδιες αρχές που αιτούνται τη διαβίβαση έχουν χαρακτηρισθεί ως επαρκείς από την Επιτροπή
δ) οι αρμόδιες αρχές των τρίτων χωρών έχουν συνάψει συμφωνίες συνεργασίας με την Ε.Λ.Τ.Ε. στο πλαίσιο που οριοθετείται από τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου
ε) η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στον ν. 2472/1997, όπως ισχύει.
2. Οι συμφωνίες συνεργασίας που προβλέπονται στην παράγραφο 1 περίπτωση δ' της προηγούμενης παραγράφου θα πρέπει να εξασφαλίζουν: α) ότι οι αρμόδιες αρχές των τρίτων χωρών που αιτούνται τη διαβίβαση αιτιολογούν το αίτημά τους,
β) τα πρόσωπα που απασχολούνται ή απασχολήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας που λαμβάνουν τις πληροφορίες υπόκεινται σε υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου,
γ) δεν τίθεται σε κίνδυνο η προστασία των εμπορικών συμφερόντων της ελεγχόμενης οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας.
δ) οι αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα διαβιβαζόμενα έγγραφα αποκλειστικά για την άσκηση δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας και πειθαρχικού ελέγχου, που διενεργούνται σε ρυθμιστικό πλαίσιο ισοδύναμο με αυτό που καθιερώνεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου,
ε) η αίτηση της αρμόδιας αρχής της τρίτης χώρας για τη διαβίβαση εγγράφων μπορεί να απορριφθεί:
- αν η διαβίβαση ενδέχεται να προσβάλλει την εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη στην Ελλάδα ή στην Κοινότητα ή
- εάν έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ενώπιον των αρμόδιων ελληνικών αρχών ή
- εάν οι ίδιοι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες έχουν ήδη κριθεί τελεσίδικα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙ
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 55
Μεταβατικές διατάξεις


1. Όπου σε νόμο ή σε άλλη διάταξη αναφέρεται ο όρος «νόμιμος ελεγκτής» ή «ελεγκτικό γραφείο» αντικαθίσταται από τον όρο «Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής» ή «ελεγκτική εταιρεία» και έχει ισοδύναμη έννοια με αυτήν του «νόμιμου ελεγκτή» ή του «ελεγκτικού γραφείου».
2. Όπου σε νόμο ή άλλη διάταξη αναφέρεται ο όρος «τακτικός έλεγχος» αντικαθίσταται από τον όρο «υποχρεωτικός έλεγχος» που έχει ισοδύναμη έννοια.
3. Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εγγεγραμμένοι στο δημόσιο μητρώο του άρθρου 13 του ν. 3693/2008 Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες θεωρούνται ότι έχουν λάβει επαγγελματική άδεια σύμφωνα τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
4. Οι Ασκούμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές που θα έχουν συμπληρώσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016 τρία έτη πρακτικής άσκησης εκ των οποίων τα δύο (2) μετά το πέρας των επαγγελματικών εξετάσεων, θεωρούνται ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του παρόντος νόμου.
5. Ελεγκτικές εταιρείες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου οι οποίες δεν πληρούν μία ή περισσότερες προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου υποχρεούνται να προσαρμοσθούν σε αυτές εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
6. Οι Κανονιστικές Πράξεις της Ε.Λ.Τ.Ε. που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τον ν.3693/2008 ισχύουν εκτός εάν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου, οπότε παύουν να ισχύουν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
7. Οι Κανονιστικές Πράξεις της Ε.Λ.Τ.Ε. εκδίδονται με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. το οποίο αιτείται από το Ε.Σ του ΣΟΕΛ τυχόν προτάσεις του. Αν το ΣΟΕΛ δεν έχει αποστείλει πρόταση εντός μηνός από την πρόσκληση από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., τότε η Κανονιστική Πράξη εκδίδεται και χωρίς πρόταση.
8. Μέχρι την έκδοση Κανονιστικής Πράξης από την Ε.Λ.Τ.Ε. που αφορά τον Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας του άρθρου 20 του παρόντος, ισχύει ο Κώδικας Επαγγελματικής Δεοντολογίας που έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ Β 364/7.5.1997.
9. Από τις 17 Ιουνίου 2020, μια οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος δεν συνάπτει ή δεν ανανεώνει ελεγκτική εργασία με συγκεκριμένο Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, εάν ο εν λόγω Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία έχει παράσχει υπηρεσίες ελέγχου στην εν λόγω οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος για είκοσι (20) ή περισσότερα διαδοχικά έτη κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014.
10. Από τις 17 Ιουνίου 2023, μια οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος δεν συνάπτει ή δεν ανανεώνει ελεγκτική εργασία με συγκεκριμένο Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, εάν ο εν λόγω Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία έχει παράσχει υπηρεσίες ελέγχου στην εν λόγω οντότητα δημόσιου ενδιαφέροντος για έντεκα (11) και περισσότερα, αλλά λιγότερα από είκοσι (20), διαδοχικά έτη κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014.
11. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 9 και 10 του παρόντος άρθρου, οι ελεγκτικές εργασίες που έχουν συναφθεί πριν από τις 16 Ιουνίου 2014 αλλά εξακολουθούν να υφίστανται στις 17 Ιουνίου 2016 μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζονται μέχρι το τέλος της μέγιστης διάρκειας που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο ή στο άρθρο 17 παράγραφος 2 στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014. Εφαρμόζεται το άρθρο 17 παράγραφος 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014.
12. Υποθέσεις που είχαν παραπεμφθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στο Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. για την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων σύμφωνα με το άρθρο 28 του ν. 3693/2008 όπως ισχύει, εξετάζονται και κρίνονται από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. κατά τη διαδικασία των διατάξεων του ν. 3148/2003, όπως ισχύουν. Για παραβάσεις των διατάξεων που ρυθμίζουν τις εργασίες των ελεγκτών, συμπεριλαμβανομένων των Κανονιστικών Αποφάσεων της Ε.Λ.Τ.Ε., του εκάστοτε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας και των ελεγκτικών προτύπων ή των προτύπων διασφάλισης της ποιότητας, που έχουν τελεσθεί μέχρι τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3148/2003 όπως ισχύουν .

Άρθρο 56
Καταργούμενες διατάξεις


Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται:
1. Τα άρθρα 1 έως και 43 καθώς και το άρθρο 45 του ν. 3693/2008.
2. Οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 6 και 7 του άρθρου 6 του ν. 3148/2003.
3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 6Α καθώς και το άρθρο 6Β του ν. 3148/2003.
4. Κάθε διάταξη αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ


ΟΔΗΓΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΟΜΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ Άρθρο 1 Αντικείμενο ΚΕΦΑΛΑΙΟ I ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ Άρθρο 1 Αντικείμενο
Άρθρο 2 Ορισμοί Άρθρο 2 Ορισμοί
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ, ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ, ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ
ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ Άρθρο 3 ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ Άρθρο 3
Χορηνηση άδειας στους νόμιμους ελενκτές και στα ελενκτικά νραφεία Χορήνηση άδειας στους Ορκωτούς Ελενκτές Λονιστές και στις ελενκτικές εταιρείες
«Άρθρο 3α Αναννώριση ελενκτικών νραφείων Άρθρο 4
Αναννώριση ελενκτικών εταιρειών
Άρθρο 4 Εντιμότητα Άρθρο 5 Εντιμότητα
Άρθρο 5 Ανάκληση της άδειας Άρθρο 6
Ανάκληση της επαννελματικής άδειας Ορκωτού Ελενκτή Λονιστή ή ελενκτικής εταιρείας
Άρθρο 6 Τίτλοι σπουδών Άρθρο 7 Προσόντα
Άρθρο 7 Άρθρο 8 Επαννελματικές εξετάσεις
Εξετάσεις επαννελματικής ικανότητας
Άρθρο 8 Έλενχος θεωρητικών ννώσεων Άρθρο 9 Έλενχος θεωρητικών ννώσεων
Άρθρο 9 Απαλλανές Άρθρο 10 Απαλλανές
Άρθρο 10 Πρακτική άσκηση Άρθρο 11 Πρακτική άσκηση
Άρθρο 11 Άρθρο 11 της Οδηνίας (Δεν ένινε χρήση του δικαιώματος)
Απόκτηση προσόντων λόνω μακροχρόνιας πρακτικής πείρας
Άρθρο 12 Άρθρο 12 της Οδηνίας (Δεν ένινε χρήση του δικαιώματος)
Συνδυασμός πρακτικής άσκησης και θεωρητικής διδασκαλίας
«Άρθρο 13 Συνεχής εκπαίδευση Άρθρο 12 Συνεχής εκπαίδευση
«Άρθρο 14 Άρθρο 13
Χορήνηση άδειας σε νόμιμους ελενκτές από άλλα κράτη μέλη Χορήνηση άδειας σε Ορκωτούς Ελενκτές Λονιστές από άλλα κράτη - μέλη
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΕ ΜΗΤΡΩΟ Άρθρο 15 Δημόσιο μητρώο ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΕ ΜΗΤΡΩΟ Άρθρο 14 Δημόσιο Μητρώο
Άρθρο 16 Άρθρο 15
Εννραφή των νόμιμων ελενκτών στο μητρώο Εννραφή των Ορκωτών Ελενκτών Λονιστών στο Δημόσιο Μητρώο
Άρθρο 17 Άρθρο 16
Εννραφή των ελενκτικών νραφείων στο μητρώο Εννραφή των ελενκτικών εταιρειών στο Δημόσιο Μητρώο
Άρθρο 18 Άρθρο 17
Ενημέρωση των πληροφοριών που περιέχονται στο δημόσιο αρχείο Ενημέρωση των πληροφοριών του Δημόσιου Μητρώου
Άρθρο 19 Άρθρο 18
Ευθύνη νια τις πληροφορίες που περιέχονται στο μητρώο Τεκμηρίωση της ευθύνης νια την παροχή των πληροφοριών του Δημόσιου Μητρώου.
Άρθρο 20 Γλώσσα Άρθρο 19
Γλώσσα τήρησης του Δημόσιου Μητρώου
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ.
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ. ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ
Άρθρο 21 ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ Άρθρο 20
«Επαννελματική δεοντολονία και προβληματισμός»' Επαννελματική δεοντολονία και σκεπτικισμός
Άρθρο 22 Ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα Άρθρο 21 Ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα
Άρθρο 22α Άρθρο 22
Απασχόληση από ελενχόμενες οντότητες πρώην νόμιμων ελενκτών ή υπαλλήλων νόμιμων ελενκτών ή ελενκτικών νραφείων Απασχόληση από ελενχόμενες οντότητες πρώην Ορκωτών Ελενκτών Λονιστών ή υπαλλήλων Ορκωτών Ελενκτών Λονιστών ή ελενκτικών εταιρειών
Άρθρο 22β Άρθρο 23
Προετοιμασία του υποχρεωτικού ελένχου και αξιολόνηση των απειλών νια την ανεξαρτησία Προετοιμασία του υποχρεωτικού ελένχου και αξιολόνηση των απειλών νια την ανεξαρτησία
Άρθρο 23 Άρθρο 24
Εμπιστευτικότητα και επαννελματικό απόρρητο Εμπιστευτικότητα και επαννελματικό απόρρητο
Άρθρο 24 Άρθρο 25
Ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα των νόμιμων ελενκτών που διενερνούν τον υποχρεωτικό έλενχο νια λοναριασμό των ελενκτικών νραφείων Η ανεξαρτησία και η αντικειμενικότητα των Ορκωτών Ελενκτών Λονιστών που διενερνούν τον υποχρεωτικό έλενχο νια λοναριασμό των ελενκτικών εταιρειών
«Άρθρο 24α Εσωτερική ορνάνωση νόμιμων ελενκτών και ελενκτικών νραφείων Άρθρο 26
Εσωτερική ορνάνωση Ορκωτών Ελενκτών Λονιστών και ελενκτικών εταιρειών
«Άρθρο 24β Ορνάνωση του έρνου Άρθρο 27 Ορνάνωση του έρνου
Άρθρο 25α Αντικείμενο του υποχρεωτικού ελένχου Άρθρο 28
Αντικείμενο του υποχρεωτικού ελένχου
Άρθρο 25 Αμοιβή του νόμιμου ελενκτή Άρθρο 29 Αμοιβή υποχρεωτικών ελένχων
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΕΛΕΓΚΤΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ Άρθρο 26 Ελενκτικά πρότυπα ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΕΛΕΓΚΤΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΥ Άρθρο 30 Ελενκτικά Πρότυπα
Άρθρο 27 Άρθρο 31
Υποχρεωτικοί έλενχοι ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων Υποχρεωτικοί έλενχοι ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων
«Άρθρο 28 Έκθεση ελένχου Άρθρο 32 Έκθεση Ελένχου
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ Άρθρο 29 Συστήματα διασφάλισης ποιότητας ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΠΟΙΟΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ Άρθρο 33 Συστήματα Ποιοτικού Ελένχου
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ Άρθρο 34
Άρθρο 30 Συστήματα ερευνών και κυρώσεων Όρνανο επιβολής διοικητικών κυρώσεων
Άρθρο 30α Εξουσίες επιβολής κυρώσεων Άρθρο 35 Συστήματα ερευνών και κυρώσεων
Άρθρο 30β Αποτελεσματική επιβολή κυρώσεων  
Άρθρο 30ν Δημοσιοποίηση κυρώσεων και μέτρων  
Άρθρο 30δ Προσφυνή  
Άρθρο 30στ Ανταλλανή πληροφοριών Άρθρο 36 Ανταλλανή Πληροφοριών
Άρθρο 31 Ευθύνη των ελενκτών Άρθρο 37
Αστική ευθύνη - ασφαλιστική κάλυψη
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΚΡΑΤΩΝ - ΜΕΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΚΡΑΤΩΝ - ΜΕΛΩΝ
Άρθρο 32 Αρχές δημόσιας εποπτείας Άρθρο 38 Αρχές δημόσιας εποπτείας
Άρθρο 33 Άρθρο 39
Συνερνασία μεταξύ των συστημάτων δημόσιας εποπτείας σε κοινοτικό επίπεδο Συνερνασία εποπτικών αρχών σε επίπεδο χωρών - μελών
Άρθρο 34 Άρθρο 40
Αμοιβαία αναννώριση των ρυθμιστικών διατάξεων των κρατών - μελών Αμοιβαία αναννώριση των ρυθμιστικών διατάξεων των κρατών - μελών
Άρθρο 36 Άρθρο 41
Επαννελματικό απόρρητο και ρυθμιστική συνερνασία των κρατών μελών Επαννελματικό απόρρητο και συνερνασία των κρατών - μελών
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΣΗ Άρθρο 42
Άρθρο 37 Διορισμός Ορκωτού Ελενκτή ή ελενκτικής εταιρείας
Διορισμός του νόμιμου ελενκτή ή του ελενκτικού νραφείου  
Άρθρο 38 Άρθρο 43
Παύση και παραίτηση του νόμιμου ελενκτή ή του ελενκτικού νραφείου Παύση και παραίτηση του Ορκωτού Ελενκτή Λονιστή ή της ελενκτικής εταιρείας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ Άρθρο 44 Επιτροπή Ελένχου
Άρθρο 39 Επιτροπή ελένχου
Άρθρο 4 Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.537/2014 Άρθρο 45 Αμοιβές ελένχου
Άρθρο 5 Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.537/2014 Άρθρο 46
Απανόρευση παροχής μη ελενκτικών υπηρεσιών
Άρθρο 10 Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.537/2014 Άρθρο 47 Έκθεση ελένχου
Άρθρο 11 Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.537/2014 Άρθρο 48
Συμπληρωματική έκθεση προς την επιτροπή ελένχου
Άρθρο 13 Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.537/2014 Άρθρο 49 Έκθεση διαφάνειας
Άρθρο 15 Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.537/2014 Άρθρο 50 Τήρηση αρχείων
Άρθρο 17 Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.537/2014 Άρθρο 51 Διάρκεια της ελενκτικής ερνασίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΤΥΧΕΣ Άρθρο 45 ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΤΥΧΕΣ Άρθρο 52
Εννραφή στα μητρώα και εποπτεία ελενκτών και Εννραφή στο Δημόσιο Μητρώο και εποπτεία
ελενκτικών νραφείων τρίτης χώρας ελενκτών και ελενκτικών εταιρειών τρίτων χωρών
Άρθρο 44 Άρθρο 53
Χορήνηση άδειας σε νόμιμους ελενκτές από τρίτες χώρες Άδεια άσκησης επαννέλματος σε ελενκτές τρίτων χωρών
Άρθρο 47 Άρθρο 54
Συνερνασία με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών Συνερνασία με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 51 Μεταβατική διάταξη ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 55 Μεταβατικές διατάξεις
  Άρθρο 56 Καταρνούμενες διατάξεις






ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο