Δημοσιεύθηκε στις : [ 13-07-2016 ]

Αιτιολογική έκθεση - Σχέδιο νόμου Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προς) ενίσχυση της καταπολέμησης της παράνομης εμπορίας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών και Ίδρυση Συντονιστικού Κέντρου για την Καταπολέμηση του Λαθρεμπορίου, εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Απόφαση 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 2009 για τη χρήση της πληροφορικής για τελωνειακούς σκοπούς και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία των άρθρων 15, 16 και 18 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ

(Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προς) ενίσχυση της καταπολέμησης της παράνομης εμπορίας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών και Ίδρυση Συντονιστικού Κέντρου για την Καταπολέμηση του Λαθρεμπορίου, εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Απόφαση 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 2009 για τη χρήση της πληροφορικής για τελωνειακούς σκοπούς και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία των άρθρων 15, 16 και 18 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ)

Κατηγορία: Κώδικας Φορολογικών διαδικασιών ΚΦΔ

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
στο σχέδιο νόμου
«Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προς) ενίσχυση της καταπολέμησης της παράνομης εμπορίας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών και Ίδρυση Συντονιστικού Κέντρου για την Καταπολέμηση του Λαθρεμπορίου, εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Απόφαση 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 2009 για τη χρήση της πληροφορικής για τελωνειακούς σκοπούς και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία των άρθρων 15, 16 και 18 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ»

ΜΕΡΟΣ Α'
Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προς ενίσχυση της καταπολέμησης της παράνομης εμπορίας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, Ίδρυση Συντονιστικού Κέντρου για την Καταπολέμηση του Λαθρεμπορίου και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία των άρθρων 15, 16 και 18 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ.

ΑΡΘΡΟ 1

Με την παράγραφο 1 του προτεινόμενου άρθρου 1 προστίθεται στο άρθρο 100Α του ν.2960/2001 παράγραφος 5, με την οποία καθιερώνεται στο εθνικό μας δίκαιο σύστημα αδειοδότησης: α) για την ενδοκοινοτική διακίνηση, εισαγωγή και εξαγωγή του καπνού, β) την εισαγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών και γ) για την κατασκευή, ενδοκοινοτική διακίνηση, εισαγωγή και εξαγωγή εξοπλισμού παραγωγής βιομηχανοποιημένων καπνών. Η καθιέρωση των εν λόγω αδειοδοτήσεων έχει ως στόχο τον έλεγχο των διακινήσεων του καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών καθώς και του εξοπλισμού παραγωγής αυτών στη χώρα μας, καθώς προβλέπονται νέες άδειες οι οποίες συμπληρώνουν τις υφιστάμενες άδειες που ήδη χορηγούνται στη χώρα μας (άδεια εγκεκριμένου αποθηκευτή για την παραγωγή, ενδοκοινοτική διακίνηση και εξαγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών) έτσι ώστε να υπάρχει πλήρης έλεγχος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Επιπρόσθετα, η νομοθετική αυτή ρύθμιση συνάδει με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Πρωτοκόλλου της Σύμβασης Πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ) για τον έλεγχο του καπνού, με τις οποίες προβλέπεται ο έλεγχος της παραγωγής προϊόντων καπνού και του εξοπλισμού παρασκευής τους καθώς και της εφοδιαστικής αλυσίδας, μέσω αποτελεσματικών συστημάτων αδειοδότησης.

Ως εκ τούτου, η ρύθμιση αυτή κρίνεται αναγκαία καθώς αποτελεί ισχυρό και σημαντικό μέτρο στην κατεύθυνση της πρόληψης και της καταπολέμησης του παράνομου εμπορίου καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών με στόχο την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων του κράτους, την διασφάλιση και την ενίσχυση των δημοσίων εσόδων και την προστασία της δημόσιας υγείας.

Με το τελευταίο εδάφιο της ιδίας παραγράφου προβλέπεται η αναγκαία εξουσιοδοτική διάταξη για την έκδοση Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με την οποία θα καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου αυτής.

Με την παράγραφο 2 του ιδίου προτεινόμενου άρθρου 1 προβλέπεται η έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών από τη μηχανογραφική υλοποίηση των αδειών αυτών στο Πληροφορικό Σύστημα Τελωνειακών Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών Icisnet. Η ρύθμιση αυτή κρίνεται αναγκαία καθόσον η ενιαία και συνολική παρακολούθηση για σκοπούς ελέγχου όλων των αδειών συμπεριλαμβανομένων και των νέων αδειών που προβλέπονται από το παρόν άρθρο, πέραν των υφισταμένων οι οποίες είναι ήδη καταχωρημένες ηλεκτρονικά, είναι δυνατή με μηχανοργανωμένες διαδικασίες τήρησης αλλά και ηλεκτρονικής διασταύρωσης των στοιχείων τους.

Με την παράγραφο 3 του προτεινόμενου άρθρου 1 προβλέπεται ότι οι υφιστάμενες άδειες σύστασης καπνοβιομηχανιών επανεξετάζονται για την ανανέωσή τους, εντός ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε αναγκαία καθώς καλύπτει το νομοθετικό κενό που υπήρξε κατά την τροποποίηση των διατάξεων του ν.2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας», από τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν.3943/2011 (ΦΕΚΑ/66/31.03.2011), με τις οποίες προστέθηκε άρθρο 100Α όπου μεταξύ άλλων προβλέφθηκε η άδεια σύστασης καπνοβιομηχανίας από τον Υπουργό Οικονομικών με τριετή διάρκεια, χωρίς όμως να προβλέπεται μεταβατική διάταξη για την ανανέωση των αδειών σύστασης καπνοβιομηχανιών οι οποίες είχαν ήδη χορηγηθεί με τις προγενέστερες διατάξεις που καταργήθηκαν (άρθρο 5 του ν.δ.2946/1954).

ΑΡΘΡΟ 2

Με την παράγραφο 1 του προτεινόμενου άρθρου 2, προστίθεται μετά το άρθρο 100Α του ν.2960/01, άρθρο 100Β, με το οποίο καθιερώνεται στο Πληροφορικό Σύστημα Τελωνειακών Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών (Icisnet) Ενιαίο Κεντρικό Μητρώο Εφοδιαστικής Αλυσίδας Καπνού και Βιομηχανοποιημένων Καπνών (ΕΚΜΕΑ) στο οποίο θα καταχωρούνται, τηρούνται και παρακολουθούνται ηλεκτρονικά όλες οι άδειες, οι οποίες θα χορηγούνται στα πλαίσια της εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών στη χώρα μας από το στάδιο της παραγωγής έως το τελικό σημείο λιανικής πώλησης καθώς και του εξοπλισμού παραγωγής αυτών. Με την καταχώρησή τους οι εν λόγω άδειες θα λαμβάνουν έναν Μοναδικό Αριθμό Μητρώου Διακινητή Καπνικών Προϊόντων (ΑΜΔΙΚΑΠ), ο οποίος θα αναγράφεται υποχρεωτικά σε κάθε διακίνηση στο εσωτερικό της χώρας μέχρι το τελικό σημείο λιανικής πώλησης στα προβλεπόμενα κατά περίπτωση εμπορικά ή συνοδευτικά έγγραφα μεταφοράς.

Η εν λόγω ρύθμιση συνάδει με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Πρωτοκόλλου της Σύμβασης Πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ) για τον έλεγχο του καπνού, με τις οποίες προβλέπεται ο έλεγχος της παραγωγής προϊόντων καπνού και του εξοπλισμού παρασκευής τους καθώς και της εφοδιαστικής αλυσίδας, μέσω αποτελεσματικών συστημάτων αδειοδότησης. Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε αναγκαία στα πλαίσια της καταπολέμησης του παράνομου εμπορίου προϊόντων καπνού καθώς μέσω της δημιουργίας του εν λόγω Μητρώου επιτυγχάνεται η παρακολούθηση και ο έλεγχος της εφοδιαστικής αλυσίδας του νομίμου εμπορίου καπνικών προϊόντων μέσω της διασταύρωσης των στοιχείων των εμπλεκομένων μερών και της ηλεκτρονικής παρακολούθησης των διακινήσεων αυτών.

Με την παράγραφο 5 του άρθρου 100Β της παραγράφου 1 του προτεινόμενου άρθρου 2 προβλέπεται η αναγκαία εξουσιοδοτική διάταξη για την έκδοση Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών ή Κοινών Αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών με τις οποίες θα καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού.

Με την παράγραφο 2 του προτεινόμενου άρθρου 2 προβλέπεται η έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών από τη μηχανογραφική υλοποίηση του Ενιαίου Κεντρικού Μητρώου Εφοδιαστικής Αλυσίδας Καπνού και Βιομηχανοποιημένων Καπνών (ΕΚΜΕΑ). Η ρύθμιση αυτή κρίνεται αναγκαία καθόσον πρόκειται για ηλεκτρονικό μητρώο ΕΚΜΕΑ, όπου θα καταχωρούνται, τηρούνται και παρακολουθούνται ηλεκτρονικά όλες οι άδειες οι οποίες χορηγούνται από τις κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές στα πλαίσια της εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, με στόχο τη διαλειτουργικότητά τους, τη δυνατότητα ηλεκτρονικής διασταύρωσης των στοιχείων τους και την ενιαία τήρησή τους σε ένα μητρώο.

ΑΡΘΡΟ 3

Με το προτεινόμενο άρθρο 3, προστίθεται μετά το άρθρο 100Β του ν. 2960/2001, άρθρο 100Γ, με το οποίο καθορίζεται για τις αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες και τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής προϊόντων καπνού η υποχρέωση να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες και τους προμηθευτές τους καθώς και για τους εισαγωγείς από Τρίτες Χώρες και τους παραλήπτες από άλλα Κράτη-Μέλη ως προς τους πελάτες τους, τα οποία περιλαμβάνουν:
α) την εξακρίβωση και την επαλήθευση της ταυτότητας των πελατών και των προμηθευτών βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή.
β) την τήρηση και καταγραφή αρχείων με όλες τις σχετικές συναλλαγές, γ) την άσκηση συνεχούς εποπτείας της εμπορικής δραστηριότητας στα πλαίσια της εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής, ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός ασυνήθιστων ή ύποπτων συναλλαγών. Επιπλέον, με το άρθρο 3, καθορίζεται για τις αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής προϊόντων καπνού, καθώς και για τους εισαγωγείς από Τρίτες Χώρες και τους παραλήπτες από άλλα Κράτη-Μέλη η υποχρέωση να κοινοποιούν ανά μήνα στο Συντονιστικό Κέντρο για την αντιμετώπιση του Λαθρεμπορίου, που ιδρύεται με το άρθρο 6 του παρόντος νόμου, κατάσταση με τις συναλλαγές των προμηθευτών και πελατών τους, καθώς και να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με ασυνήθιστες ή ύποπτες συναλλαγές

ΑΡΘΡΟ 4

Με το προτεινόμενο άρθρο 4 προστίθεται παράγραφος 7 μετά από την παράγραφο 6 του άρθρου 60 του ν.2960/01, με την οποία απαγορεύονται οι διασυνοριακές εξ' αποστάσεως πωλήσεις προϊόντων καπνού στους καταναλωτές μέσω διαδικτύου, τηλεπικοινωνιών ή κάθε άλλου τρόπου πώλησης βασιζόμενου σε εξελισσόμενη τεχνολογία.
Με την εν λόγω ρύθμιση μεταφέρεται στο εθνικό μας δίκαιο, η δυνητική διάταξη του άρθρου 18 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 «για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων», (EEL 127/29.04.2014), με την οποία προβλέπεται η δυνατότητα των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να απαγορεύουν τις διασυνοριακές εξ' αποστάσεως πωλήσεις προϊόντων καπνού στους καταναλωτές. Επιπλέον, η εν λόγω ρύθμιση συνάδει με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Πρωτοκόλλου της Σύμβασης Πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ) για τον έλεγχο του καπνού, με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα απαγόρευσης των λιανικών πωλήσεων προϊόντων καπνού μέσω διαδικτύου, τηλεπικοινωνιών ή κάθε άλλου τρόπου πώλησης βασιζόμενου σε εξελισσόμενη τεχνολογία.
Η διάταξη αυτή κρίθηκε αναγκαία αφενός μεν λόγω της επικινδυνότητας των εν λόγω προϊόντων καθώς οι διασυνοριακές εξ' αποστάσεως πωλήσεις θα μπορούσαν να διευκολύνουν την πρόσβαση σε προϊόντα καπνού που δεν συμμορφώνονται με τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ αλλά και της μη διασφαλιστικής διαδικασίας πωλήσεων εξ' αποστάσεως ως προς τον έλεγχο της τήρησης των απαιτούμενων διατυπώσεων για φορολογικούς σκοπούς.

ΑΡΘΡΟ 5

Με το προτεινόμενο άρθρο 5 προστίθενται μετά το άρθρο 106 του ν.2960/2001, τα άρθρα 106Α και 106Β με τα οποία μεταφέρονται στην εθνική μας νομοθεσία οι διατάξεις των άρθρων 15 και 16, αντίστοιχα, της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 «για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων», (EEL 127/29.04.2014), με τις οποίες προβλέπεται η ανάπτυξη σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης ενός διαλειτουργικού συστήματος εντοπισμού και παρακολούθησης (tracking and tracing system) προϊόντων καπνού μέσω της σήμανσης των μονάδων συσκευασίας αυτών με μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό με αποθηκευμένα δεδομένα στα οποία θα περιλαμβάνονται διάφορες πληροφορίες για το προϊόντα αυτά (άρθρο 15) καθώς και χαρακτηριστικά ασφαλείας που θα διευκολύνουν την εξακρίβωση της γνησιότητας των προ ιόντων καπνού (άρθρο 16).
Ειδικότερα με τις διατάξεις των παραγράφων 1-10 του άρθρου 106Α του προτεινόμενου άρθρου 5 προβλέπεται η σειριακή διάταξη σε κάθε μονάδα συσκευασίας προϊόντων καπνού μέσω ενός μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού, ο οποίος θα περιλαμβάνει διάφορες πληροφορίες για το εν λόγω προϊόν, και η καταγραφή των κινήσεων τους ηλεκτρονικά με στόχο τον εντοπισμό και την παρακολούθηση της εφοδιαστικής αλυσίδας έως το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης. Τα δεδομένα που σχετίζονται με το σύστημα παρακολούθησης και εντοπισμού αποθηκεύονται σε μονάδα αποθήκευσης ανεξάρτητου τρίτου μέρους ώστε να διατηρούνται χωριστά από άλλα εταιρικά δεδομένα, να βρίσκονται υπό συνεχή έλεγχο των αρμοδίων αρχών και της Επιτροπής και να είναι ανά πάσα στιγμή προσπελάσιμα.
Η εν λόγω ρύθμιση συνάδει και με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Πρωτοκόλλου της Σύμβασης Πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ) για τον έλεγχο του καπνού, με τις οποίες προβλέπεται η εγκατάσταση παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης και εντοπισμού (tracking and tracing) για όλα τα προϊόντα καπνού από την παραγωγή τους μέχρι το τελικό σημείο πώλησης.
Με την παράγραφο 11 του άρθρου 106Α του προτεινόμενου άρθρου 5 προβλέπονται οι καταληκτικές ημερομηνίες εφαρμογής των σχετικών διατάξεων, σύμφωνα με την παρ. 13 του άρθρου 15 της Οδηγίας, μετά την παρέλευση των οποίων καθίσταται υποχρεωτική η υλοποίηση του σχετικού συστήματος.
Με την παράγραφο 12 του άρθρου 106Α του προτεινόμενου άρθρου 5 προβλέπεται η αναγκαία εξουσιοδοτική διάταξη για την έκδοση Αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών με τις οποίες θα ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.
Επίσης με την παράγραφο 13 του άρθρου 106Α του προτεινόμενου άρθρου 5 προβλέπεται η αναγκαία εξουσιοδοτική διάταξη για την έκδοση Κοινής Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών με την οποία θα καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις πρόσβασης των αρμόδιων αρχών στη μονάδα αποθήκευσης δεδομένων.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 106Β του προτεινόμενου άρθρου 5 προβλέπεται πέραν του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού του άρθρου 106Α, η σήμανση όλων των μονάδων συσκευασίας προϊόντων καπνού που διατίθενται στην αγορά, με απαραβίαστο χαρακτηριστικό ασφαλείας, το οποίο αποτελείται από ορατά και αόρατα στοιχεία. Τα φορολογικά επισήματα που χρησιμοποιούνται για φορολογικούς σκοπούς μπορούν να χρησιμοποιούνται ως χαρακτηριστικά ασφαλείας. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 106Β του προτεινόμενου άρθρου 5 προβλέπονται οι καταληκτικές ημερομηνίες εφαρμογής των σχετικών διατάξεων, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 16 της Οδηγίας, μετά την παρέλευση των οποίων καθίσταται υποχρεωτική η υλοποίηση του σχετικού συστήματος.
Με την παράγραφο 3 του άρθρου 106Β του προτεινόμενου άρθρου 5 προβλέπεται η αναγκαία εξουσιοδοτική διάταξη για την έκδοση Αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών με τις οποίες θα ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.
Οι ανωτέρω ρυθμίσεις (σύστημα ιχνηλασιμότητας και χαρακτηριστικό ασφαλείας) του προτεινόμενου άρθρου 5 κρίνονται αναγκαίες για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου προϊόντων καπνού στο πλαίσιο της συνολικής πολιτικής της Ε.Ε για τον έλεγχο των προϊόντων καπνού, την προστασία του υγιούς εμπορίου, την αποτροπή της νόθευσης του ανταγωνισμού και την προστασία της δημόσιας υγείας. Μέσω αυτών εισάγεται η αναγκαία νομική βάση έτσι ώστε τα κράτη-μέλη να μπορούν να παρακολουθούν και να εντοπίζουν τα καπνικά προϊόντα μέσω ενός διαλειτουργικού σε επίπεδο Ένωσης συστήματος παρακολούθησης και εντοπισμού αυτών αλλά και χαρακτηριστικών ασφαλείας η θέσπιση των οποίων συμβάλλει στη διευκόλυνση εξακρίβωσης της γνησιότητας των προϊόντων καπνού και της διάκρισής τους από τα παραποιημένα.

ΑΡΘΡΟ 6
Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο για την αντιμετώπιση του Λαθρεμπορίου σε προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ.

Η ίδρυση του Συντονιστικού Κέντρου κρίνεται απαραίτητη για την προώθηση της απρόσκοπτης και αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου που έχουν συναρμοδιότητα για την πάταξη του λαθρεμπορίου προϊόντων που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ.
Ο σκοπός του Συντονιστικού Επιχειρησιακού Κέντρου είναι η ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ των συναρμόδιων για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου Αρχών.
Το Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο εποπτεύεται από την Επιτροπή Επιχειρησιακού Σχεδιασμού που συστήνεται με Απόφαση του Πρωθυπουργού «Επιτροπή καταπολέμησης του λαθρεμπορίου στα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ».
Το Συντονιστικό Κέντρο, μεταξύ άλλων, αποτελεί εθνική μονάδα πληροφοριών, αποκτά πρόσβαση σε όλα τα απαραίτητα πληροφοριακά συστήματα, εκπονεί στρατηγικά σχέδια και επιχειρησιακά σχέδια κοινών διυπηρεσιακών ή διακρατικών δράσεων στα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ., αναλαμβάνει επιχειρησιακή δράση κατά του λαθρεμπορίου προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ., με ίδιες δυνάμεις ή με τη συνεργασία άλλων διωκτικών Υπηρεσιών. Επιπλέον, παρακολουθεί τις τάσεις του λαθρεμπορίου και εισηγείται προς την ως άνω Επιτροπή Επιχειρησιακού Σχεδιασμού, για έγκριση και προώθηση νομοθετικών πρωτοβουλιών σχετικών με την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου.

ΑΡΘΡΟ 7
Διοικητικές Παραβάσεις -Ποινικές Κυρώσεις

Οι παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος νόμου συνιστούν είτε απλή τελωνειακή παράβαση (μη τήρηση της διαδικασίας χωρίς την εξέταση του υποκειμενικού στοιχείου), είτε λαθρεμπορία (σκοπός διαφυγής δασμών και φόρων). Στο άρθρο 119Α του ν. 2960/2001, προβλέπονται κυρώσεις τόσο για τις απλές τελωνειακές παραβάσεις (παράγραφος 1 - πρόστιμο από 500 ευρώ μέχρι 15,000 ευρώ), όσο και για τις λαθρεμπορίες (παράγραφος 2 - πολλαπλό τέλος από το τριπλάσιο μέχρι το πενταπλάσιο των δασμών και φόρων).
Όσον αφορά δε τον ποινικό κολασμό επισημαίνεται ότι ήδη από το έτος 2010, η λαθρεμπορία τιμωρείται με κάθειρξη (κακούργημα), εφόσον οι δασμοί κλπ φόροι που αναλογούν στο αντικείμενο αυτής υπερβαίνουν τις 150.000 ευρώ (άρθρο 157 του ..2960/2001).
Με δεδομένο το ύψος του Ε.Φ.Κ που επιβάλλεται στα καπνικά προϊόντα, όλες οι υποθέσεις λαθρεμπορίας καπνικών, εκτός από αυτές που αφορούν μικροποσότητες, τιμωρούνται ως κακουργήματα.
Για το λόγο αυτό παραπέμπουμε στις κυρώσεις του Ν.2960/2001 περί Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα που είναι επαρκείς αλλά και επαχθείς.

ΑΡΘΡΟ 8

Με το προτεινόμενο άρθρο προβλέπεται η κατάργηση των άρθρων 59, 60 και 61 του από 16.04.1920 Κώδικα Φορολογίας Καπνού με την έναρξη ισχύος των προτεινόμενων διατάξεων. Η ρύθμιση αυτή κρίνεται αναγκαία καθόσον με το νέο νομικό πλαίσιο παρέχεται ένα εκσυγχρονισμένο και προσαρμοσμένο στις νέες απαιτήσεις σύστημα αδεισδότησης για τον εξοπλισμό παραγωγής προϊόντων καπνού και οι εν λόγω διατάξεις καθίστανται ανενεργές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και λοιπές τροποποιήσεις της τελωνειακής νομοθεσίας

ΆΡΘΡΟ 9
Τροποποίηση διατάξεων του άρθρου 53Α του ν.2960/2001, «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α' 265)

Με τις παρ. 1, 2 και 3 του προτεινόμενου άρθρου προστίθενται στο άρθρο 53Α του ν.2960/2001, διατάξεις για την εθνική φορολογία του Ηλεκτρικά Θερμαινόμενου Προϊόντος Καπνού.
Η ρύθμιση αυτή κρίνεται αναγκαία λόγω της επικείμενης κυκλοφορίας στην εγχώρια αγορά του Ηλεκτρικά Θερμαινόμενου Προϊόντος Καπνού, το οποίο δεν εντάσσεται σε καμία εκ των τεσσάρων φορολογικών κατηγοριών των βιομηχανοποιημένων καπνών, όπως ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 2 της Οδηγίας 2011/64/ΕΕ, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στο εθνικό μας δίκαιο με τις διατάξεις του άρθρου 94 του ανωτέρω Τελωνειακού Κώδικα. Άλλωστε, η διευθέτηση του θέματος της φορολογικής μεταχείρισης των νέων προϊόντων καπνού, η αγορά των οποίων εμφανίζεται αναδυόμενη σε αρκετά Κράτη Μέλη, αναμένεται να καθυστερήσει σε ενωσιακό επίπεδο, αφού η πρόταση αναθεώρησης της Οδηγίας 2011/64/ΕΕ για τα καπνικά προϊόντα αναμένεται να υποβληθεί το δεύτερο τρίμηνο του 2018. Ειδικότερα:
Με την προτεινόμενη παράγραφο 1, το εν λόγω προϊόν προστίθεται στα λοιπά υποκείμενα σε εθνική μη εναρμονισμένη σε ενωσιακό επίπεδο φορολογία προϊόντα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 53Α του ν.2960/2001, ως ξεχωριστή κατηγορία προϊόντος.
Με την προτεινόμενη παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, ορίζεται ως βάση υπολογισμού του φόρου αυτού το ανά χιλιόγραμμο καθαρό βάρος του μείγματος καπνού (που περιέχεται στο εξάρτημα αναπλήρωσης, το οποίο εισάγεται στην ειδική συσκευή θέρμανσης) και επιπλέον ορίζεται ο συντελεστής του φόρου αυτού, ο οποίος ανέρχεται στα εκατόν πενήντα έξι ευρώ και εβδομήντα λεπτά (156,70) ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους μείγματος καπνού.
Με την προτεινόμενη παράγραφο 3 δίνεται ο απαραίτητος ορισμός για το Ηλεκτρικά Θερμαινόμενο Προϊόν Καπνού.

ΑΡΘΡΟ 10
Τροποποίηση διατάξεων των άρθρων 29 και 147 του ν.2960/2001, «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α' 265)

Με την προτεινόμενη διάταξη αντικαθίσταται η παρ. 4α του άρθρου 29 του ν. 2960/2001 (Α' 265), με σκοπό την αναπροσαρμογή των ορίων υπαγωγής στο καθεστώς αναστολής καταβολής του ΦΠΑ κατά τη θέση εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία και αντιστροφής της υποχρέωσης για τις παραδόσεις αγαθών στο εσωτερικό της χώρας, προκειμένου για την περαιτέρω προώθηση του διαμετακομιστικού εμπορίου και τη δραστηριοποίηση μη εγκατεστημένων στη χώρα μας εταιρειών. Διευκρινίζονται επίσης θέματα γένεσης τελωνειακής οφειλής και επιβάλλονται κυρώσεις σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των προϋποθέσεων υπαγωγής στο καθεστώς και ανάκλησης των σχετικών αδειών.

ΆΡΘΡΟ 11
Τροποποιήσεις της παρ. 5 του άρθρου 87 του ν. 3842/2010 (Α' 58)

Με το άρθρο 87 παρ. 5 του ν.3842/2010 θεσμοθετήθηκε η ηλεκτρονική έκδοση και τήρηση των προβλεπόμενων βιβλίων, τίτλων είσπραξης/επιστροφής και λοιπών στοιχείων που αφορούν την ταμειακή υπηρεσία των Τελωνείων. Στην τροποποιούμενη ρύθμιση προβλέπεται ότι η επιστροφή των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών στους δικαιούχους είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί ηλεκτρονικά με εντολή μεταφοράς με διαβίβαση ηλεκτρονικού αρχείου στην Τράπεζα της Ελλάδος, το οποίο θα φέρει ηλεκτρονική υπογραφή. Δεδομένου ότι η ηλεκτρονική υπογραφή δεν έχει τεθεί ευρέως σε εφαρμογή, με την προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπεται ότι η επιστροφή των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών στους δικαιούχους είναι δυνατό να πραγματοποιείται και ηλεκτρονικά με διαβίβαση ηλεκτρονικού αρχείου εντολών μεταφοράς στην Τράπεζα της Ελλάδος, με την τήρηση των προβλεπόμενων όρων ασφαλείας.

ΜΕΡΟΣ Β'
Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Απόφαση 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 2009 για τη χρήση της πληροφορικής για τελωνειακούς σκοπούς (L. 323/23 10/12/2009)

ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Από τις 27 Μαίου 2011 εφαρμόζεται η Απόφαση 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 2009 για τη χρήση πληροφορικής για τελωνειακούς σκοπούς ( L. 323/20 10.12.2009) η οποία εγκρίθηκε δυνάμει του τίτλου VI της Συνθήκης Ε.Ε. Η απόφαση αυτή αντικαθιστά από την ίδια ημερομηνία τη Σύμβαση για τη χρήση της Πληροφορικής στον Τελωνειακό Τομέα της 26ης Ιουλίου 1995 (CIS Convention), η οποία κυρώθηκε δυνάμει του Ν.2706/1999 ΦΕΚ Α' 77 Α, καθώς και τα συμπληρωματικά - τροποποιητικά Πρωτόκολλα στη Σύμβαση και ειδικότερα: Το Πρωτόκολλο της 12ης Μαρτίου 1999 βάσει του Άρθρου Κ. 3 της Συνθήκης Ε.Ε. σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αλλά και το Πρωτόκολλο της 8ης Μαΐου 2003 σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Συνθήκης Ε.Ε. όσον αφορά τη δημιουργία αρχείου φακέλων τελωνειακών ερευνών (FIDE), το οποίο κυρώθηκε δυνάμει του Ν. 3675/2008 ΦΕΚ Α' 137.
Το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών (ΤΣΠ-CIS) - (Customs Information System) και η ειδική βάση δεδομένων αυτού με το όνομα Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών (ΑΦΤΕ-FIDE) εδράζονται σε διττή νομική βάση:
Κατά το μέρος που αφορούν ζητήματα κοινοτικής αρμοδιότητας (Ψευδής δήλωση δασμολογικής κατάταξης αξίας, καταγωγής εμπορευμάτων, αντισταθμιστικοί δασμοί, έλεγχος ρευστών διαθεσίμων, καπνικά, αλκοολούχα, παραποιημένα- πειρατικά αγαθά, είδη άγριας πανίδας και χλωρίδας, ασφάλεια προϊόντων, προϊόντα διττής χρήσης, κτηνιατρικοί και υγειονομικοί περιορισμοί, πολιτιστικά αγαθά, είδη που υπάγονται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική κλπ) ρυθμίζονται από τον Καν. 515/97 και τον τροποποιητικό του Καν. 766/2008 με τον οποίο θεσπίστηκε το Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών.
Κατά το μέρος που αφορούν ζητήματα εθνικής αρμοδιότητας (Ναρκωτικά, Όπλα, Ξέπλυμα Χρήματος, άλλες απαγορεύσεις-περιορισμοί σε εθνικό επίπεδο) ρυθμίζονται πλέον από την Απόφαση 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου.
Η εμπειρία από την έως τώρα λειτουργία του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών, μετά την έναρξη ισχύος της Σύμβασης για τη χρήση της Πληροφορικής στον Τελωνειακό Τομέα της 26ης Ιουλίου 1995 (CIS Convention), κατέδειξε ότι χρήση του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών μόνο για τους ειδικότερους σκοπούς παρατήρησης και αναφοράς, διακριτικής παρακολούθησης και ειδικών ελέγχων δεν επιτρέπει την πλήρη αξιοποίηση του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών στην κατεύθυνση επίτευξης του κεντρικού του στόχου. Ο στόχος αυτός είναι η συνδρομή του ΤΣΠ στην πρόληψη, διερεύνηση και δίωξη σοβαρών παραβάσεων των εθνικών νόμων για την οποίο οι τελωνειακές αρχές είναι συναρμόδιες μαζί με άλλες αρχές (παράλληλα με την αρμοδιότητα τους για την πρόληψη, διερεύνηση και δίωξη σοβαρών παραβάσεων των κοινοτικών κανονισμών). Επομένως, πρέπει επιπρόσθετα να επιτρέπεται η χρήση του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών και για σκοπούς στρατηγικής αλλά και επιχειρησιακής ανάλυσης.
Επίσης, η έως τώρα εμπειρία κατέδειξε ότι είναι απαραίτητη η ενίσχυση της συμπληρωματικότητας των δράσεων των τελωνειακών αρχών με τις δράσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της Europol και της Eurojust. Για το λόγο αυτό πρέπει να προβλεφθεί ότι παρέχεται στους ανωτέρω οργανισμούς η δυνατότητα πρόσβασης στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών και στο Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών.
Επιπλέον, αναμφίβολη είναι η αναγκαιότητα να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις της Απόφασης Πλαισίου 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008 περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.
Εξάλλου, η παράλληλη εξέλιξη των νομικών βάσεων περί αμοιβαίας συνδρομής είναι σκόπιμη και έτσι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του Καν. 766/2008 που τροποποιούν τον Καν. 515/1997 κυρίως ως προς την ίδρυση του Αρχείου Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών.
ΑΚ)

ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΑΡΘΡΟ 12

Στο άρθρο 12 ορίζεται ο σκοπός του παρόντος Κεφαλαίου, δηλαδή η λήψη μέτρων ενσωμάτωσης στην εθνική νομοθεσία της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 2009 για τη χρήση πληροφορικής για τελωνειακούς σκοπούς.

ΑΡΘΡΟ 13

Στο άρθρο 13 προσδιορίζεται το αντικείμενο του παρόντος Κεφαλαίου, η αξιοποίηση αφενός του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών (ΤΣΠ) πέρα από την παρατήρηση, αναφορά, διακριτική παρακολούθηση και ειδικούς ελέγχους και για τη διενέργεια στρατηγικής και επιχειρησιακής ανάλυσης και η βελτίωση με τον τρόπο αυτό της συνεργασίας των κρατών μελών της Europol και της Eurojust και αφετέρου η ίδρυση ειδικής βάσης δεδομένων του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών (ΤΣΠ) ονομαζόμενης εφεξής Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών.

ΑΡΘΡΟ 14

Στο άρθρο 14 δίνονται οι ορισμοί των εννοιών που χρησιμοποιούνται στο παρόν κεφάλαιο και ειδικότερα της έννοιας των εθνικών νόμων, των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του παρέχοντος κράτους μέλους, της επιχειρησιακής ανάλυσης και της στρατηγικής ανάλυσης.

ΑΡΘΡΟ 15

Στο άρθρο 15 αυτό ορίζονται οι κατηγορίες δεδομένων που μπορεί να περιλαμβάνει το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών (ΤΣΠ). Συγκεκριμένα, μπορεί να περιλαμβάνει δεδομένα για εμπορεύματα, μεταφορικά μέσα, επιχειρήσεις, πρόσωπα, τάσεις απάτης, διαθέσιμη εμπειρογνωμοσύνη, δεσμεύσεις, κατασχέσεις ή δημεύσεις ειδών και ρευστών διαθεσίμων.

ΑΡΘΡΟ 16

Στο όρθρο 16 καθορίζονται τα ειδικότερα στοιχεία που κατά περίπτωση πρέπει να καταχωρούνται καθώς και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επιτρέπεται να καταχωρούνται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών (ΤΣΠ) για κάθε μία κατηγορία δεδομένων που παρατίθεται στο άρθρο 15.

ΑΡΘΡΟ 17

Στο άρθρο 17 εξειδικεύονται οι σκοποί για τους οποίους επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται οι κατηγορίες δεδομένων που προβλέπονται στο άρθρο 15. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρονται η παρατήρηση, η αναφορά, η διακριτική παρακολούθηση, οι ειδικοί έλεγχοι, η στρατηγική και επιχειρησιακή ανάλυση.

ΑΡΘΡΟ 18

Με το άρθρο 18 παρ. 1 και σε συνέχεια των ενεργειών που επιτρέπονται κατά το άρθρο 17, παρέχεται η δυνατότητα διαβίβασης προς το κράτος μέλος που εισήγαγε δεδομένα στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών (ΤΣΠ) των ακόλουθων πληροφοριών: 1) ο εντοπισμός των αναζητούμενων εμπορευμάτων, μέσων μεταφοράς, επιχειρήσεων ή προσώπων 2) ο τόπος, χρόνος και η αιτία του ελέγχου 3) το δρομολόγιο και ο προορισμός 4) τα πρόσωπα που συνόδευαν το αναζητούμενο πρόσωπο και οι συνεπιβάτες των μεταφορικών μέσων 5) τα μέσα μεταφοράς που χρησιμοποιήθηκαν 6) τα αντικείμενα που μεταφέρθηκαν 7) οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εντοπίστηκαν τα αναζητούμενα εμπορεύματα, μέσα μεταφοράς, επιχειρήσεις ή πρόσωπα. Με το άρθρο 18 παρ. 2 τίθεται επιφύλαξη υπέρ του εθνικού δικαίου σε ό, τι αφορά στις δυνατότητες έρευνας προσώπων, μέσων μεταφοράς, και αντικειμένων κατά την διενέργεια ειδικών ελέγχων.

ΆΡΘΡΟ 19

Στο άρθρο 19 προσδιορίζεται η Διεύθυνση Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και ΕΦΚ της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων ως η αρμόδια εθνική αρχή που έχει δικαίωμα πρόσβασης, ανάγνωσης, αναζήτησης και καταχώρισης ως προς το σύνολο των δεδομένων του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών (ΤΣΠ) για τους σκοπούς που περιγράφονται στο άρθρο 13.
Παράλληλα, παρέχεται εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Οικονομικών και τον κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργό για τον ορισμό και άλλων εθνικών αρχών με δικαίωμα πρόσβασης στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών (ΤΣΠ).

ΆΡΘΡΟ 20

Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1, η Ελληνική Δημοκρατία, η Europol και η Eurojust μπορούν να χρησιμοποιούν δεδομένα που έχουν ληφθεί από το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών μόνο για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 13. Εντούτοις, μπορούν να κάνουν χρήση και για άλλους διοικητικούς, ιστορικούς στατιστικούς και επιστημονικούς σκοπούς μετά από εξουσιοδότηση του παρέχοντος κράτους μέλους και υπό την επιφύλαξη τήρησης των όρων που το παρέχον κράτος μέλος έχει επιβάλει.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 3, τα δεδομένα του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών μπορούν μετά από άδεια του παρέχοντος κράτους μέλους και υπό τους όρους που αυτό επιβάλλει να διαβιβάζονται για χρήση και άλλων εθνικών αρχών όπως και τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών.

ΆΡΘΡΟ 21

Κατά τους ορισμούς του άρθρου 21, η καταχώριση δεδομένων στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών (ΤΣΠ) διέπεται από το ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενώ και η χρήση τους διέπεται ομοίως από το ν. 2472/1997 με την επιφύλαξη αυστηρότερων ρυθμίσεων της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ.

ΆΡΘΡΟ 22

Σύμφωνα με το άρθρο 22, η Διεύθυνση Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων ορίζεται ως η σε εθνικό επίπεδο αρμόδια τελωνειακή αρχή για τα ζητήματα που αφορούν στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών (ΤΣΠ).

ΆΡΘΡΟ 23

Στο άρθρο 23 καθορίζεται το πλαίσιο συνεργασίας της Ελληνικής Δημοκρατίας με τη Europol αναφορικά με τις πληροφορίες που καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών. Ειδικότερα, ορίζεται ότι όταν οι πληροφορίες που καταχώρισε η Ελληνική Δημοκρατία συμπίπτουν με πληροφορίες που επεξεργάζεται η Europol, η τελευταία ενημερώνει σχετικά την Ελληνική Δημοκρατία. Ακόμη, προβλέπεται η χρήση των πληροφοριών αυτών από τη Europol καθώς και η περαιτέρω διαβίβαση τους σε τρίτα κράτη ή διεθνείς οργανισμούς μόνο με τη συγκατάθεση της Ελληνικής Δημοκρατίας.

ΆΡΘΡΟ 24

Στο άρθρο 24 καθορίζεται το πλαίσιο συνεργασίας της Ελληνικής Δημοκρατίας με τη Eurojust αναφορικά με τις πληροφορίες που καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών. Ειδικότερα, ορίζεται ότι όταν οι πληροφορίες που καταχώρισε η Ελληνική Δημοκρατία συμπίπτουν με πληροφορίες που επεξεργάζεται εθνικό μέλος της Eurojust, το μέλος αυτό ενημερώνει σχετικά την Ελληνική Δημοκρατία. Ακόμη, προβλέπεται η δυνατότητα περαιτέρω διαβίβασης των πληροφοριών αυτών σε τρίτα κράτη ή διεθνείς οργανισμούς μόνο με τη συγκατάθεση της Ελληνικής Δημοκρατίας.

ΆΡΘΡΟ 25

Με το άρθρο 25 προσδιορίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει η Ελληνική Δημοκρατία ως προς τα δεδομένα που καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών και ο τρόπος άσκησης αυτών των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ειδικότερα, αναφέρονται τα δικαιώματα τροποποίησης, συμπλήρωσης, διόρθωσης ή διαγραφής. Επιπλέον, προβλέπεται η υποχρέωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Europol ή της Eurojust να ενημερώνουν το παρέχον κράτος μέλος όταν δεδομένο που καταχωρίστηκε είναι ανακριβές ή φυλάσσεται στο σύστημα κατά παράβαση του παρόντος κεφαλαίου. Εξάλλου, θεσπίζεται μηχανισμός επίλυσης της διαφοράς που προκύπτει ανάμεσα σε κράτη μέλη όταν αναφορές τους στο σύστημα έρχονται σε σύγκρουση ως προς το περιεχόμενο. Τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν επίσης την αμοιβαία υποχρέωση να εκτελέσουν απόφαση δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών άλλου κράτους μέλους που διατάσσει την τροποποίηση, συμπλήρωση, διόρθωση ή διαγραφή δεδομένων.

ΆΡΘΡΟ 26

Με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 26 εισάγεται ο γενικός κανόνας όσον αφορά στην περίοδο τήρησης των δεδομένων που εισάγονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών. Τα δεδομένα φυλάσσονται μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της καταχώρισης. Η επανεξέταση της χρησιμότητας τήρησης τους λαμβάνει χώρα σε τουλάχιστον ετήσια βάση. Στις λοιπές παραγράφους του άρθρου 26 περιέχονται ρυθμίσεις που σχετίζονται με τη μεταφορά των μη διατηρήσιμων δεδομένων σε μέρος του συστήματος για το οποίο υπάρχει περιορισμένη πρόσβαση.

ΆΡΘΡΟ 27

Στο άρθρο 27 δίνονται οι ορισμοί των σοβαρών παραβάσεων των εθνικών ποινικών νόμων για τις ανάγκες του Αρχείου Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών. Σοβαρές ποινικές παραβάσεις θεωρούνται αυτές που κατά το ελληνικό δίκαιο τιμωρούνται με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικά της ελευθερίας ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον 12 μηνών ή με πρόστιμο τουλάχιστον 15.000 ευρώ.

ΆΡΘΡΟ 28

Στο άρθρο 28 εξειδικεύονται οι πληροφορίες που επιτρέπεται να καταχωρίζονται στο Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών και παρατίθενται περιοριστικά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που μπορούν να περιέχονται στις καταχωρισμένες πληροφορίες. Συγκεκριμένα, στο Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών μπορούν να καταχωρίζονται μόνο πληροφορίες για πρόσωπο ή επιχείρηση για το οποίο/την οποία διεξάγεται ή διεξήχθη έρευνα από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους και α) για το οποίο/την οποία υπάρχουν υπόνοιες διάπραξης σοβαρής παράβασης των εθνικών νόμων β) για το οποίο/την οποία υπάρχει αναφορά σχετικά με μία εκ των παραβάσεων αυτών γ) για το οποίο/την οποία έχει επιβληθεί δικαστική ή διοικητική κύρωση για μία εκ των παραβάσεων αυτών, τον τομέα που καλύπτει ο φάκελος ερευνών και το ονοματεπώνυμο, την ιθαγένεια και τα στοιχεία των εκπροσώπων της αρχής του κράτους μέλους που χειρίζεται τον φάκελο ως και τον αριθμό του φακέλου.

ΆΡΘΡΟ 29

Με το άρθρο 29 θεσπίζονται οι εξαιρέσεις από την υποχρέωση καταχώρισης πληροφοριών στο Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών όταν μπορεί να θιγεί η δημόσια τάξη ή άλλα ουσιώδη συμφέροντα κράτους μέλους όπως άμεση και σοβαρή απειλή κατά της δημόσιας ασφάλειας, ή βλάβη στα ατομικά δικαιώματα ή βλάβη σε διεξαγόμενη έρευνα.

ΆΡΘΡΟ 30

Στο άρθρο 30 αναφέρεται ότι μόνο οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 19, η Europol και η Eurojust δύνανται να καταχωρίζουν και να χρησιμοποιούν τα δεδομένα του Αρχείου Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών. Ορίζονται επίσης επακριβώς τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των οποίων επιτρέπεται η χρήση.

ΆΡΘΡΟ 31

Με το άρθρο 31 ορίζονται οι χρονικές περίοδοι τήρησης των δεδομένων εντός του Αρχείου Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών. Εισάγεται ως γενικός κανόνας ο καταρχήν προσδιορισμός του χρόνου τήρησης από την αρμόδια αρχή του άρθρου 19 που έκανε την καταχώριση. Ταυτόχρονα, τίθενται τα απώτατα χρονικά όρια τήρησης των δεδομένων ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση και ειδικότερα: Τρία έτη εάν δεν έχει διαπιστωθεί καμία παράβαση, έξι έτη εάν διαπιστώθηκε παράβαση αλλά δεν έχει ακόμη απαγγελθεί καταδικαστική απόφαση ή διοικητική κύρωση και δέκα έτη εάν έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση ή έχει επιβληθεί πρόστιμο. Εφόσον σημειωθεί υπέρβαση των ανωτέρω απώτατων χρονικών ορίων, τα δεδομένα διαγράφονται αυτόματα από το Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών.

ΆΡΘΡΟ 32

Το άρθρο 32 ρυθμίζει τη δυνατότητα αντιγραφής των δεδομένων που εισάγονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών. Ορίζει ότι επιτρέπεται μόνο η αντιγραφή για τεχνικούς σκοπούς όταν η αντιγραφή είναι αναγκαία για άμεση έρευνα από τις αρμόδιες αρχές του άρθρου 19. Πιο συγκεκριμένα, ως προς τα προσωπικά δεδομένα του ΤΣΠ, επιτρέπεται η αντιγραφή τους στα συστήματα ανάλυσης κινδύνου ή σε συστήματα επιχειρησιακής ανάλυσης. Το Τμήμα Ανάλυσης Κινδύνου της Διεύθυνσης Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων, ως η αρμόδια εθνική υπηρεσία για τη διαχείριση του συστήματος ανάλυσης κινδύνου, και ειδικότερα οι αναλυτές αυτού του τμήματος, εξουσιοδοτούνται να αντιγράφουν και να επεξεργάζονται τα προσωπικά δεδομένα που περιέχονται στο ΤΣΠ. Τα αντιγραφόμενα προσωπικά δεδομένα αποθηκεύονται μόνο για το αναγκαίο χρονικό διάστημα και σε καμία περίπτωση για περίοδο ανώτερη των δέκα ετών.

ΑΡΘΡΟ 33

Με το άρθρο 33 παρέχεται στα θιγόμενα πρόσωπα το δικαίωμα κατάθεσης προσφυγής ή έγερσης αγωγής ενώπιον δικαστηρίου ή αρμόδιας διοικητικής αρχής σε περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων τους σχετικά με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και ειδικότερα τους παρέχεται το δικαίωμα να επιδιώξουν τη διόρθωση ή διαγραφή ανακριβών προσωπικών δεδομένων ή καταχωρισμένων κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, την πρόσβαση στα προσωπικά του δεδομένα, το κλείδωμα των προσωπικών τους δεδομένων καθώς και τη λήψη αποζημίωσης.

ΑΡΘΡΟ 34

Με το άρθρο 34 ορίζεται ως αρμόδια ανεξάρτητη εθνική αρχή με αρμοδιότητα τη διενέργεια ελέγχου των δεδομένων που έχουν καταχωριστεί στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών (ΤΣΠ) η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα του Άρθρου 9Α του Συντάγματος.

ΆΡΘΡΟ 35

Με το άρθρο 35 προσδιορίζονται αναλυτικά τα διοικητικά μέτρα ασφαλείας του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών και αναφέρονται οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 19 ως υπεύθυνες για τη λήψη αυτών των μέτρων. Οι αρχές του άρθρου 19 υποχρεούνται να εμποδίζουν κάθε πρόσβαση στις εγκαταστάσεις από μη εξουσιοδοτημένο άτομο, να εμποδίζουν την ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση, ή αφαίρεση δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα άτομα, να εμποδίζουν τη μη εξουσιοδοτημένη εισαγωγή δεδομένων, να εμποδίζουν την πρόσβαση από μη εξουσιοδοτημένα άτομα μέσω συσκευών διαβίβασης δεδομένων, να εξασφαλίζουν ότι τα εξουσιοδοτημένα άτομα δύνανται να έχουν πρόσβαση μόνο στα δεδομένα για τα οποία έχουν αρμοδιότητα, να διασφαλίζουν ότι μπορεί να ελέγχεται σε ποιες αρχές μπορούν να μεταβιβάζονται τα δεδομένα μέσω συσκευών διαβίβασης δεδομένων, να εξασφαλίζουν ότι μπορεί εκ των υστέρων να βεβαιώνεται ποια δεδομένα εισήχθησαν, πότε και από ποιόν εισήχθησαν και τέλος να εμποδίζουν η μη εξουσιοδοτημένη ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή διαγραφή των δεδομένων κατά τη διάρκεια της διαβίβασής τους.

ΆΡΘΡΟ 36

Με το άρθρο 36 προβλέπεται ότι αρμόδια για την τήρηση των όρων του παρόντος κεφαλαίου και ειδικότερα για τα μέτρα ασφαλείας του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών και τις λειτουργίες επανεξέτασης του χρόνου τήρησης των δεδομένων είναι η Διεύθυνση Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων που ορίζεται στο άρθρο 22 ως αρμόδια εθνική τελωνειακή αρχή.

ΆΡΘΡΟ 37

Όπως προβλέπει το άρθρο 37, η Ελληνική Δημοκρατία έχει υποχρέωση να διασφαλίζει, την ακρίβεια, την πληρότητα, την αξιοπιστία, τη νόμιμη καταχώριση, την επεξεργασία για τον σκοπό για τον οποίο συλλέχθηκαν καθώς και την αναλογικότητα της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών (ΤΣΠ).
Παράλληλα, θεσπίζεται η αστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου κατά τους ορισμούς του ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για κάθε ζημία που ενδεχομένως προκληθεί σε φυσικό πρόσωπο λόγω παράνομης χρήσης ή καταχώρισης ή φύλαξης δεδομένων του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών (ΤΣΠ).

ΆΡΘΡΟ 38

Με το άρθρο 38, θεσπίζεται η αρχή της απευθείας ανταλλαγής των πληροφοριών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, μεταξύ των αρχών των κρατών μελών.

ΆΡΘΡΟ 39

Στο άρθρο 39 περιέχονται οι προς κατάργηση διατάξεις εθνικού δικαίου οι οποίες αντικαθίστανται εφεξής από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου. Συγκεκριμένα καταργούνται, από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος νόμου, ο ν. 2706/1999 (Α' 77) περί κύρωσης της Σύμβασης για τη χρήση της πληροφορικής στον τελωνειακό τομέα, ο ν. 2908/2001 (Α' 89) περί κύρωσης του τροποποιητικού της ανωτέρω Σύμβασης Πρωτοκόλλου σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σχετικά με την προσθήκη του αριθμού καταχώρισης των μέσων μεταφοράς και ο ν. 3675/2008 (Α' 137) περί κύρωσης του τροποποιητικού της ανωτέρω Σύμβασης Πρωτοκόλλου σχετικά με την δημιουργία Αρχείου Φακέλου Τελωνειακών Ερευνών.

ΜΕΡΟΣ Γ'
Λοιπές ρυθμίσεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
Τροποποιήσεις Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων, Δημοσιοποίηση Ληξιπρόθεσμων Οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και λοιπές διατάξεις

ΆΡΘΡΟ 40
Τροποποιήσεις Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013)

Με το προτεινόμενο άρθρο γίνονται αναγκαίες τροποποιήσεις στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α'170), προς τον σκοπό της καλύτερης εφαρμογής του.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 τροποποιείται το άρθρο 4 του ν. 4174/2013, ώστε να δίνεται η δυνατότητα καλύτερης και αποτελεσματικότερης διοικητικής λειτουργίας των υπηρεσιών της Φορολογικής Διοίκησης, με περαιτέρω ανάθεση αρμοδιοτήτων σε ιεραρχικά υφιστάμενα όργανα.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 τροποποιείται η παράγραφος 4 του άρθρου 10 του ν. 4174/2013, προκειμένου να μην επιβάλλονται πρόστιμα κατά την υποβολή δήλωσης μεταβολής, ως προς τα προσωπικά στοιχεία φορολογουμένων φυσικών προσώπων, όπως ημερομηνία γάμου, διάστασης, θανάτου, κ.λπ., τα οποία ούτως ή άλλως δηλώνονται προκειμένου ο φορολογούμενος να προβεί σε συναλλαγή με τη Φορολογική Διοίκηση. Επιπλέον, ορίζεται σε τριάντα (30) αντί δέκα (10) ημέρες η προθεσμία εντός της οποίας ο φορολογούμενος υποχρεούται να δηλώνει στη Φορολογική Διοίκηση μεταβολές στις πληροφορίες που δηλώθηκαν κατά την εγγραφή του.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 τροποποιείται η παράγραφος 3 του άρθρου 11 του ν. 4174/2013, προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα στο Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων να ορίζει εξαιρέσεις από τη χορήγηση ΑΦΜ, σε περιπτώσεις διενέργειας συναλλαγών με φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 εισάγονται αναγκαίες νομοτεχνικές βελτιώσεις στο άρθρο 17 του ν. 4174/2013 και επιπλέον, προβλέπεται ρητά η δυνατότητα χορήγησης στοιχείων και πληροφοριών των φορολογουμένων για τον καθορισμό διατροφής ανιόντων και κατιόντων.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 προστίθεται νέο άρθρο 17Α στον ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζονται κυρώσεις για την παραβίαση της διαφύλαξης του απορρήτου των στοιχείων και πληροφοριών της Φορολογικής Διοίκησης από τους υπαλλήλους που υποχρεούνται κατά το άρθρο 17 του ίδιου νόμου να το τηρούν, καθώς και από τους υπαλλήλους ή τους διοικούντες τις αναδόχους εταιρείες που αναλαμβάνουν έργα του Υπουργείου Οικονομικών.
Με τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 τροποποιούνται οι παράγραφοι 3 και 6, αντίστοιχα, του άρθρου 21 του ν. 4174/2013, και ορίζεται, με βάση τις πρόσφατες συστάσεις του ΟΟΣΑ, ως νέα προθεσμία, για την κατάρτιση του Φακέλου Τεκμηρίωσης Ενδοομιλικών Συναλλαγών και της αποστολής στη Φορολογική Διοίκηση του Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών, αυτή της υποβολής της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Επιπλέον, παρέχεται, και για λόγους εναρμόνισης με τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (ΕΛΠ) και λόγω μείωσης του διοικητικού κόστους, η δυνατότητα να απαλλάσσονται, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, από τις ως άνω υποχρεώσεις, μικρές και πολύ μικρές οντότητες, όπως αυτές ορίζεται στις διατάξεις των ΕΛΠ.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 8 τροποποιείται η παράγραφος 3 του άρθρου 22 του ν. 4174/2013 ως προς το χρόνο έκδοσης της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, επί αιτήσεων προέγκρισης μεθοδολογίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, προκειμένου να δίνεται επαρκής χρόνος αξιολόγησης των αιτήσεων.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 9 τροποποιείται το άρθρο 23 του ν. 4174/2013 σχετικά με τις εξουσίες φορολογικού ελέγχου της Φορολογικής Διοίκησης. Ειδικότερα, με την περίπτωση α) της παραγράφου 9 προβλέπεται ρητά η δυνατότητα της Φορολογικής Διοίκησης στην περίπτωση ελέγχου από το γραφείο, να ζητά από το φορολογούμενο την προσκόμιση των βιβλίων, στοιχείων και λογιστικών αρχείων. Περαιτέρω, με την περίπτωση β) της παραγράφου 9 προστίθεται νέα παράγραφος στο άρθρο 23 του ν. 4174/2013, με την οποία δίνεται η δυνατότητα στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, προκειμένου για τη μεγαλύτερη ευελιξία και αποτελεσματικότητα στη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου, να καθορίζει με απόφασή του ενδεδειγμένες ελεγκτικές επαληθεύσεις καθώς και διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται από τον έλεγχο.
Με τη διάταξη της παραγράφου 10 τροποποιείται η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του ν. 4174/2013, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της απομακρυσμένης τήρησης ηλεκτρονικών αρχείων, που αφορούν βιβλία και στοιχεία.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 11 γίνονται απαραίτητες τροποποιήσεις στο άρθρο 25 του ν. 4174/2013 για τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου. Ειδικότερα, με την περίπτωση α' της παραγράφου 11 τροποποιείται η παράγραφος 3 του άρθρου 25 του ν. 4174/2013, κατόπιν της υπ" αριθμ. 6/2014 σχετικής γνωμοδότησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και προβλέπεται ότι για το επιτρεπτό του επιτόπιου φορολογικού ελέγχου στην κατοικία του φορολογουμένου απαιτείται, για την είσοδο στην κατοικία του φορολογουμένου, πέραν της εντολής του αρμοδίου Εισαγγελέα και παρουσία δικαστικού λειτουργού. Με τις διατάξεις των περιπτώσεων β) και γ) τροποποιείται η παράγραφος 5 του ως άνω άρθρου και αποσαφηνίζεται ότι για τη διενέργεια επανελέγχου τα νέα στοιχεία απαιτείται να είναι σε κάθε περίπτωση επιβαρυντικά και όχι στοιχεία που θα μειώνουν τη φορολογική οφειλή που προσδιορίστηκε κατά τον αρχικό έλεγχο, και επιπλέον, γίνεται αντικειμενικό το κριτήριο για τη διενέργεια επανελέγχου και το εννοιολογικό περιεχόμενο του «νέου στοιχείου» ταυτίζεται με αυτό του «συμπληρωματικού στοιχείου», ως είχε κατά την 31.12.2013.
Με τη διάταξη της παραγράφου 12 τροποποιείται η παράγραφος 1 του άρθρου 28 του ν. 4174/2013 και προσδιορίζεται η διαδικασία που ακολουθείται για την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων του φορολογικού ελέγχου στον φορολογούμενο.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 13 προστίθεται παράγραφος 9 στο άρθρο 50 του ν. 4174/2013 και προβλέπεται ότι οι αρχηγοί των οι αρχηγοί των διπλωματικών αποστολών και των προξενικών αρχών δεν ευθύνονται αλληλεγγύως για τα χρέη του διαπιστεύοντος ή αποστέλλοντος κράτους αντίστοιχα.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 14 τροποποιείται το άρθρο 54 του ν. 4174/2013 και πλέον ενσωματώνονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας παραβάσεις και αντίστοιχα πρόστιμα για τη με οποιοδήποτε τρόπο επέμβαση στη λειτουργία των φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών (ΦΗΜ), για την έκδοση στοιχείων λιανικής χωρίς τη χρήση ή με τη χρήση μη εγκεκριμένου ΦΗΜ και για την έκδοση δελτίων και αποδείξεων από το Ολοκληρωμένο Σύστημα Ελέγχου Εισροών - Εκροών, χωρίς τη χρήση εγκεκριμένου μοντέλου μηχανισμού σήμανσης. Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται για παραβάσεις από 1.1.2016 και εφεξής.
Με τις προτεινόμενες διατάξεις τις παραγράφου 15 του άρθρου 40 ορίζεται μια σταθερή ημερομηνία ως ημερομηνία έναρξης για την επιβολή των τόκων στις εκπρόθεσμες αρχικές ή τροποποιητικές δηλώσεις ΕΙΜ.Φ.Ι.Α. Η διαδικαστική αυτή διάταξη κρίνεται απαραίτητη γιατί απλοποιεί τις διαδικασίες, κυρίως λόγω των πολλαπλών καταληκτικών ημερομηνιών στην υποβολή της δήλωσης στοιχείων ακινήτων (Ε9), λόγω της υποχρέωσης διαρκούς ενημέρωσης του Περιουσιολογίου Ακινήτων. Εξάλλου, λόγω της ηλεκτρονικής εφαρμογής υποβολής δηλώσεων στοιχείων ακινήτων και της μηχανογραφικής σύνθεσης των δηλώσεων ΕΙΜ.Φ.Ι.Α., απαιτείται η καθιέρωση απλών και σαφών κανόνων για την υλοποίηση των εφαρμογών αυτών. Σε κάθε άλλη περίπτωση, εάν δηλαδή οι κανόνες, εν προκειμένω οι προθεσμίες, είναι πολλαπλοί, αυτοκαταργείται η πλήρης ηλεκτρονικοποίηση των δηλώσεων και οδηγούμεθα στην αναγκαστική προσέλευση των φορολογουμένων στις Δ.Ο.Υ..
Με τις διατάξεις της παραγράφου 16 τροποποιείται το άρθρο 63 του ν. 4174/2013 και ορίζεται μεγαλύτερη προθεσμία, εξήντα (60) ημερών, για την υποβολή ενδικοφανούς προσφυγής για τους κατοίκους εξωτερικού.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 17 προβλέπεται ότι οι διατάξεις της παραγράφου 15 ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2016.

ΆΡΘΡΟ 41
Τροποποιήσεις του ν. 4308/2014

1. Οι προτεινόμενες με τις διατάξεις των περιπτώσεων α', β' και γ' της παραγράφου 1 τροποποιήσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 4308/2014, (διαγραφή φράσης στην περίπτωση (γ), αντικατάσταση του κειμένου της περίπτωσης (δ) και προσθήκη της περίπτωσης (ε) στο τέλος) αποσκοπούν στην ασφαλή υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 4308/14, προκειμένου να υπάρχει συμβατότητα με τις φορολογικές διατάξεις, οντοτήτων εν γένει του δημόσιου τομέα που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, εφόσον υποχρεούνται στην τήρηση λογιστικών βιβλίων και στη σύνταξη λογιστικών καταστάσεων που προβλέπονται από τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα για τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Έτσι, μεταξύ άλλων, υπάγονται οι κερδοσκοπικές ή μη κερδοσκοπικές οντότητες που ανήκουν στο Δημόσιο ή ελέγχονται από αυτό ή τελούν υπό την εποπτεία αυτού, μεταξύ αυτών και τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα πρόσωπα (ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ εποπτευόμενα ή ελεγχόμενα από το Δημόσιο, κοινωφελή ιδρύματα, ναοί, κλπ.), που δεν εμπίπτουν στην εφαρμογή του άρθρου 156 του Ν. 4270/2014 (Λογιστικό Σχέδιο Γενικής Κυβέρνησης), εφόσον αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα ή υποχρεούνται από άλλη διάταξη νόμου στην τήρηση λογιστικών βιβλίων. Δηλαδή τα πρόσωπα αυτά εφαρμόζουν τις διατάξεις του ν. 4308/2014 και ως εκ τούτου τηρούν βιβλία και εκδίδουν στοιχεία, μόνο εφόσον αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα ή υποχρεούνται σε τήρηση λογιστικών βιβλίων από άλλες διατάξεις. Στην αντίθετη περίπτωση δεν τηρούν τα βιβλία και δεν εκδίδουν τα στοιχεία του ν. ν. 4308/2014.
Η προτεινόμενη με την περίπτωση δ' της παραγράφου 1 κατάργηση της περίπτωσης β' της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 αποσκοπεί στην απαλλαγή της σχετικής κατηγορίας οντοτήτων από την υποχρέωση εφαρμογής των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, προς εναρμόνιση με τις συνήθεις πρακτικές στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εν απουσία μάλιστα σχετικής υποχρέωσης από την Οδηγία 2013/34/ΕΕ..
Με την προτεινόμενη περίπτωση ε' της παραγράφου 1 αντικαθίσταται η παράγραφος 7 του άρθρου 1 και ορίζεται ότι οι φορείς του δημόσιου τομέα του άρθρου 14 του νόμου 4270/2014, οι οποίοι από άλλη διάταξη νόμου υποχρεώνονταν σε εφαρμογή του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών της Υποπαραγράφου ΕΙ της παρ. Ε του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), όταν δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις της παρ. 2, εφαρμόζουν μόνο τα άρθρα 3 ως και 15 του παρόντος νόμου, εκτός των παρ. 8 έως 12 του άρθρου 3 και των διατάξεων που αφορούν την κατάρτιση χρηματοοικονομικών καταστάσεων.
Με την προτεινόμενη περίπτωση στ' της παραγράφου 1 γίνεται αναγκαία νομοτεχνική διόρθωση ώστε να υπάρχει ταύτιση με το υπόδειγμα Β. 12 «Κατάσταση εξέλιξης των καθαρών περιουσιακών στοιχείων περιόδου οργανισμών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ)».
2. Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 2 η παράγραφος 10 του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 καταργείται, λόγω των τροποποιήσεων στην παράγραφο 2 του άρθρου 1.
3. Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 3 εισάγεται νέα παράγραφος 13 στο άρθρο 3 του ν. 4308/2014 για λόγους νομικής ασφάλειας σε ότι αφορά τον τρόπο τήρησης (απλογραφικό ή διπλογραφικό σύστημα) ορισμένων οντοτήτων.
4. Με την προτεινόμενη διάταξη της περίπτωσης α' της παραγράφου 4 η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 συμπληρώνεται προκειμένου να εφαρμοστεί η αρχή της αυτοτέλειας του φορολογικού έτους. Η προτεινόμενη τροποποίηση αναφέρεται στο χρόνο έκδοσης των στοιχείων λιανικής πώλησης και μάλιστα μόνον στις περιπτώσεις που η παράδοση των πωλουμένων αγαθών στον ιδιώτη-αγοραστή γίνεται από τρίτο πρόσωπο (τριγωνική παράδοση από τον προμηθευτή ή αποστολή από αποθηκευτή κλπ) και ουδόλως επηρεάζονται από την προσθήκη αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 11 του νόμου αυτού που αναφέρονται στους χρόνους έκδοσης του τιμολογίου.
Με την προτεινόμενη διάταξη της περίπτωσης β' της παραγράφου 4 η περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 συμπληρώνεται ώστε να αντιμετωπιστεί και η περίπτωση της συνεχιζόμενης πώλησης αγαθών, για λόγους πληρότητας και ασφάλειας δικαίου.
5. Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 5 γίνεται αναγκαία νομοτεχνική διόρθωση στην παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014. Ομοίως, οι προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 6 αφορούν νομοτεχνικές διορθώσεις στο άρθρα 37 του ίδιου νόμου.

ΆΡΘΡΟ 42
Τροποποιήσεις του άρθρου 9 του ν. 3943/2011 για τη δημοσιοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης

Το μέτρο της δημοσιοποίησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αποβλέπει στην ικανοποίηση πρόδηλων σκοπών ιδιαιτέρως σοβαρού δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος όπως η συμμόρφωση των οφειλετών των κατηγοριών αυτών με τις υποχρεώσεις τους και, συνακόλουθα, η εξασφάλιση της έγκαιρης είσπραξης των δημοσίων εσόδων και των ασφαλιστικών οφειλών. Η είσπραξη των εσόδων του Δημοσίου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και την παροχή δημοσίων αγαθών σε συνθήκες μείζονος δημοσιονομικής δυσχέρειας. Ομοίως, με τις διατάξεις του άρθρου αυτού επιδιώκεται η αποτροπή απώλειας εσόδων και η εξασφάλιση της καλής οικονομικής κατάστασης των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης ώστε να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση του δημόσιου σκοπού της παροχής κοινωνικής ασφάλισης στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση καθίσταται υποχρεωτική η δημοσιοποίηση στο διαδίκτυο των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο από κάθε αιτία και των ασφαλιστικών οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, εφόσον υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και η καταβολή τους καθυστερεί περισσότερο από τρεις (3) μήνες. Εάν οι οφειλές προς το Δημόσιο υπερβαίνουν το αμέσως ανωτέρω ποσό και πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου αλλά οι οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης είναι μικρότερες του ποσού αυτού τότε δημοσιοποιούνται μόνον οι πρώτες. Το ίδιο ισχύει και αντιστρόφως. Επίσης, καθορίζεται η διαδικασία ενημέρωσης των οφειλετών και τίθεται προθεσμία για τη συμμόρφωσή τους.
Επιπλέον, εισάγονται εξαιρέσεις από τη δημοσιοποίηση και εξουσιοδοτούνται οι Υπουργοί Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών να καθορίσουν, με Κοινή Απόφασή τους, κάθε ειδικότερο θέμα σχετικό με τη δημοσιοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης.

ΆΡΘΡΟ 43
Τροποποιήσεις του άρθρου 9 του ν.4171/1961

Με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 6 καταργείται από 9.7.2015, ήτοι από τη δημοσίευση του ν.4332/2015 (Α' 76), ο περιορισμός που είχε τεθεί με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.4332/2015 όσον αφορά τις τεχνικές επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητα και εντός της ελληνικής επικράτειας. Επιπλέον, προστίθεται στο περιεχόμενο της προβλεπόμενης κοινής Υπουργικής Απόφασης ο καθορισμός δικαιολογητικών και στοιχείων ενημέρωσης που απαιτείται να υποβάλουν οι επιχειρήσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες για την εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω άρθρου. Οι διατάξεις προτείνονται κατόπιν σχετικής σύστασης της Επιτροπής Φορολογικού Ανταγωνισμού (Forum on Harmful Tax Practices) του Ο.Ο.Σ.Α.

ΆΡΘΡΟ 44
Συμμετοχή της Ελλάδας στον Ενδοευρωπαϊκό Οργανισμό Φορολογικών Διοικήσεων (IOTA)

Με την προτεινόμενη ρύθμιση εγκρίνεται για τυπικούς - διαδικαστικούς λόγους η ένταξη της Ελλάδας, με την ιδιότητα του πλήρους μέλους, στον Ενδοευρωπαϊκό Οργανισμό Φορολογικών Διοικήσεων (Intra-European Organisation of Tax Administrations, IOTA), αφού η Ελλάδα ήδη συμμετέχει στον ανωτέρω Οργανισμό από τον Μάιο του 2006, ανταποκρινόμενη πλήρως και στις οικονομικές της υποχρεώσεις με την καταβολή της ετήσιας εισφοράς. Σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες στο καταστατικό του ανωτέρω Οργανισμού, είχε αποσταλεί η ΑΠ 1767/08.03.2006 επιστολή του Υπουργού Οικονομικών και εν συνεχεία η ΑΠ 1040837/12.04.2006 αίτηση υπό μορφή επιστολής του Υφυπουργού Οικονομικών, με βάση τις οποίες έγινε δεκτή η ένταξη της χώρας στον IOTA με αριθμό πρωτοκόλλου 100 στις 26.05.2006, κατά την 10η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού στην οποία έγινε επίσης δεκτό και το αίτημα της χώρας μας (που συνόδευε την αίτηση ένταξης στον ως άνω Οργανισμό και την ταυτόχρονη τροποποίηση του καταστατικού του Οργανισμού), ώστε όλα τα συμμετέχοντα κράτη στον Οργανισμό αυτό να χρησιμοποιούν την αποδεκτή από τα Ηνωμένα Έθνη ονομασία της ΠΓΔΜ.
Επισημαίνεται ότι ο Διεθνής Οργανισμός Φορολογικών Διοικήσεων (IOTA), ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1996, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για μη κερδοσκοπικό διακυβερνητικό Οργανισμό, με σκοπό, να προάγει τη συνεργασία μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων στον Ευρωπαϊκό χώρο, καθώς επίσης να στηρίζει την ανάπτυξή τους, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες κάθε φορολογικής διοίκησης. Ο ως άνω σκοπός επιτυγχάνεται, κυρίως, με τη διοργάνωση συνδιασκέψεων κατά τη διάρκεια των οποίων πραγματοποιείται ανταλλαγή εμπειριών και απόψεων σε θέματα φορολογικού ενδιαφέροντος.
Από τη 10η Γενική συνέλευση του Οργανισμού, το έτος 2006, έγινε ομόφωνα αποδεκτή η πρόταση της Γραμματείας του Οργανισμού να υπάρχουν δύο τύποι μελών του IOTA:
(α) πλήρη μέλη : οι φορολογικές διοικήσεις των ευρωπαϊκών κρατών και
(β) συνδεδεμένα μέλη οι φορολογικές διοικήσεις μη ευρωπαϊκών κρατών.
Τα πλήρη μέλη απολαμβάνουν όλα τα προνόμια του Οργανισμού, έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις Γενικές Συνελεύσεις με δικαίωμα λόγου και ψήφου, ενώ μπορούν να θέτουν υποψηφιότητα για την εκλογή τους σε όλα τα όργανα του Οργανισμού, να αιτούνται πληροφοριών και να έχουν πρόσβαση στα αρχεία, βιβλία και έγγραφα του Οργανισμού. Τα συνδεδεμένα μέλη έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε επιλεγμένες τεχνικές συνεδριάσεις και στην τεχνική συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης.
Ως σήμερα στον ως άνω Οργανισμό συμμετέχουν τα εξής κράτη: Αλβανία, Αρμενία, Αυστρία, Αζερμπαϊτζάν, Λευκορωσία, Βέλγιο, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Κροατία, Κύπρος, Τσεχία, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Γεωργία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Ιταλία, Καζακστόν, Λεττονία, Λιχτενστάϊν, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Μολδαβία, Μαυροβούνιο, Νορβηγία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Ρωσία, Σερβία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία, ΠΓΔΜ, Ολλανδία, Ουκρανία και Ηνωμένο Βασίλειο.

ΆΡΘΡΟ 45
Παράταση προθεσμίας άρθρου 7 ν. 4337/2015

Με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 45 παρατείνεται η προθεσμία υποβολής από τον φορολογούμενο της ανέκκλητης δήλωσης αποδοχής για την υπαγωγή στις ευνοϊκότερες διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 7 του ν.4337/2015 (ΦΕΚ 129Α').

ΆΡΘΡΟ 46
Τροποποιήσεις του άρθρου 20 του ν. 2948/2001

Με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 46 λαμβάνεται υπόψη για την επιβολή των τελών κυκλοφορίας, η πρώτη ταξινόμηση ενός οχήματος στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ. Κατ' αυτό τον τρόπο θεραπεύεται η διακριτική μεταχείριση, σε βάρος των οχημάτων που εισάγονται στην Ελλάδα μεταχειρισμένα με πρώτη ταξινόμηση σε άλλο κράτος μέλος της EE και του ΕΟΧ. Επίσης η εν λόγω ρύθμιση εισάγει αντικειμενικότερο κριτήριο ως προς την παλαιότητα ενός οχήματος.

ΆΡΘΡΟ 47
Αναμόρφωση του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ αγροτών

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 17 αντικαθίσταται το άρθρο 41 του Κώδικα ΦΠΑ (κύρωση με τον ν. 2859/2000), με σκοπό τη βελτίωση και απλοποίηση του καθεστώτος Φ.Π.Α. αγροτών του ειδικού καθεστώτος και την πλήρη εναρμόνισή του με το κοινοτικό δίκαιο. Η ενέργεια αυτή κρίνεται απαραίτητη, καθώς έχει ξεκινήσει διαδικασία έρευνας παράβασης σε βάρος της χώρας μας, εκ του λόγου ότι οι διατάξεις του άρθρου 41 για επιστροφή ΦΠΑ με συντελεστή 3% στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων ιδίας παραγωγής που πραγματοποιούν στις λαϊκές αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή τα εξάγουν ή τα παραδίδουν σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ.
Με τις προτεινόμενες διατάξεις το εν λόγω καθεστώς καθίσταται πιο αποτελεσματικό και δίκαιο, καθώς αποκλείονται από το ειδικό καθεστώς αγρότες που από άλλη αιτία υποχρεούνται στη τήρηση βιβλίων και στοιχείων και για την οποία ήδη εντάσσονται υποχρεωτικά στο κανονικό καθεστώς. Επίσης προβλέπεται για πρώτη φορά η υποχρέωση έκδοσης ειδικού στοιχείου για πωλήσεις που πραγματοποιούν οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος και σε πρόσωπα μη υποκείμενα στο φόρο, προκειμένου η αξία των εν λόγω πωλήσεων να συμπεριλαμβάνεται στο όριο των 15.000 ευρώ που αποτελεί κριτήριο για την παραμονή στο ειδικό καθεστώς ή την υποχρεωτική ένταξη στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ.
Ειδικότερα, οι σημαντικότερες τροποποιήσεις που επέρχονται με την αντικατάσταση του άρθρου 41 είναι οι ακόλουθες:
Ορίζεται ότι στο ειδικό καθεστώς Φ.Π.Α. υπάγονται οι αγρότες οι οποίοι κατά την προηγούμενο φορολογικό έτος πραγματοποίησαν πωλήσεις αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και παροχές αγροτικών υπηρεσιών, αξίας κατώτερης των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και έλαβαν επιδοτήσεις κατώτερες των πέντε χιλιάδων (5.000). Στον προσδιορισμό του ύψους των παραδόσεων για την ένταξη στο ειδικό ή στο κανονικό καθεστώς θα συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο οι χονδρικές πωλήσεις, όπως ίσχυε μέχρι τώρα, αλλά και οι λιανικές πωλήσεις. Η αλλαγή αυτή θα συντελέσει στην ορθή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του ΦΠΑ, αφού για την ένταξη στο κανονικό ή το ειδικό καθεστώς θα λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της αξίας των παραδόσεων των προϊόντων των αγροτών και των παροχών των υπηρεσιών τους, ανεξαρτήτως της ιδιότητας του αγοραστή ή του λήπτη (υποκείμενο ή μη πρόσωπο).
Προβλέπεται η έκδοση ειδικού στοιχείου για παραδόσεις αγροτικών προϊοντων ιδίας παραγωγής και για παροχές αγροτικών υπηρεσιών που πραγματοποιούν οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ προς άλλους αγρότες που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ ή προς μη υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα. Η πρόβλεψη αυτή έγινε, διότι οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος, για τις πωλήσεις που διενεργούν σε ιδιώτες καταναλωτές, δεν έχουν υποχρεώσεις τήρησης βιβλίων και έκδοσης στοιχείων και εν γένει τις υποχρεώσεις που ορίζουν τα ΕΛΠ, καθώς και εξαιτίας του γεγονότος ότι για τις εν λόγω πωλήσεις οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος δεν υποχρεούνται να ενταχθούν στο κανονικό καθεστώς, σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις, βάσει των οποίων υφίσταται περιορισμός σχετικά με τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος έκπτωσης των λιανικών πωλήσεων των αγροτών του ειδικού καθεστώτος. Με την ανωτέρω πρόβλεψη επιτυγχάνεται περαιτέρω, η παρακολούθηση του συνόλου των πωλήσεων και παροχών που πραγματοποιούν οι αγρότες σε τελικούς καταναλωτές, γεγονός που θα συμβάλλει στην ενίσχυση της διαφάνειας των συναλλαγών στον αγροτικό τομέα, αλλά και την εξυγίανση του συστήματος επιστροφής ΦΠΑ στους παραγωγούς.
Ορίζονται οι περιορισμοί υπαγωγής στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ αγροτών. Ειδικότερα, οι αγρότες, οι οποίοι μέχρι σήμερα υπάγονταν παράλληλα και στο κανονικό καθεστώς και στο ειδικό του άρθρου 41 ή δεν δικαιούνταν επιστροφής ΦΠΑ του άρθρου 41, λόγω άσκησης και άλλης δραστηριότητας του κανονικού καθεστώτος, χωρίς ωστόσο να υποχρεούνται να είναι ενταγμένοι στο κανονικό καθεστώς και για την αγροτική τους εκμετάλλευση, με τις νέες διατάξεις υπάγονται υποχρεωτικά στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους. Με την λύση αυτή επιτυγχάνεται ο εξορθολογισμός του συστήματος ΦΠΑ, αφού οι εν λόγω αγρότες θα αντιμετωπίζονται ομοιόμορφα για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους και θα μπορούν να ασκήσουν έκπτωση του φόρου των εισροών που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή των αγροτικών τους προϊόντων, κάτι που με βάση το υφιστάμενο καθεστώς δεν μπορούν να πράξουν.
Ορίζεται, τέλος με σαφήνεια ο χρόνος και ο τρόπος μετάταξης από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς και αντίστροφα και ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στις μετατάξεις αυτές.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 17 προβλέπεται έναρξη της ισχύος των προτεινόμενων διατάξεων του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ από την 1η Ιανουαρίου 2017, αφενός για να δοθεί εύλογος χρόνος για την προσαρμογή στις νέες τους υποχρεώσεις των αγροτών που με τις προτεινόμενες διατάξεις δεν δικαιούνται να εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς, αφετέρου για λόγους μη διατάραξης της εύρυθμης εφαρμογής του ισχύοντος ειδικού καθεστώτος αγροτών έως το τέλος του φορολογικού έτους.

ΆΡΘΡΟ 48
Τροποποίηση του άρθρου 167 του ν. 4099/2012

Με τις διατάξεις του άρθρου 48 αποσιωπείται η κάλυψη των αναγκών καθαριότητας των κτηρίων του Υπουργείου Οικονομικών μέσω της επανασύναψης ατομικών συμβάσεων μίσθωσης έργου για καθαριότητα με άτομα που πληρούν τις προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 167 του ν. 4099/2012 (Α'250) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του ν. 4151/2013 (Α' 103) και αναδιατυπώθηκε με το άρθρο 49 του ν. 4325/2015 (Α'47). Σημειώνεται ότι οι ανάγκες καθαριότητας των ανωτέρω κτηρίων, όπως προσδιορίστηκαν με την υπ' αριθ. ΑΤΔ 1140472 ΕΞ 2015/ 30.10.2015 (Β'2347) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, όπως ισχύει, καλύφθηκαν εν μέρει μόνο από άτομα που υπέγραψαν ατομικές συμβάσεις μίσθωσης έργου βάσει των διατάξεων του άρθρου 49 του ν. 4325/2015 (Α' 47).
Περαιτέρω, η δυνατότητα πληρωμής δαπανών που προκύπτουν από τις ατομικές συμβάσεις μίσθωσης έργου για την καθαριότητα των κτιρίων της ΓΓΔΕ του Υπουργείου Οικονομικών (η οποία εργασία έχει εκτελεστεί, αλλά η δαπάνη δεν έχει καταβληθεί από την 1.1.2016 και έως την έναρξη ισχύος του παρόντος), σε βάρος των πιστώσεων του οικονομικού έτους 2016, καθώς δεν είχαν τηρηθεί οι περί δεσμεύσεων υποχρεώσεων σχετικές διατάξεις.

ΆΡΘΡΟ 49
Τροποποιήσεις του ν. 3427/2005 και του ν. 4223/2013

Με τις προτεινόμενες διατάξεις τις παραγράφου 1 του άρθρου 49 ορίζεται ότι, στις περιπτώσεις που υπόχρεος για την υποβολή δηλώσεων στοιχείων ακινήτων είναι ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομιάς, ο εκτελεστής διαθήκης ο εκκαθαριστής κληρονομιαίας περιουσίας ο σύνδικος της πτώχευσης και ο μεσεγγυούχος ακίνητης περιουσίας, η περιουσία αυτή δηλώνεται διαχωρισμένη από την ατομική τους περιουσία. Με τον τρόπο αυτό διαχωρίζονται οι φορολογικές υποχρεώσεις των προσώπων αυτών από τις υποχρεώσεις που ανακύπτουν από την ιδιότητά τους ως κηδεμόνες, εκτελεστές κ.λπ..
Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 49 εναρμονίζεται η υποχρέωση σε ΕΝ.Φ.Ι.Α. με την υποχρέωση σε υποβολή δήλωσης στοιχείων ακινήτων, όπως τροποποιείται με την πιο πάνω παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, για τον κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομιάς, τον εκτελεστή διαθήκης τον ο εκκαθαριστή κληρονομιαίας περιουσίας, το σύνδικο της πτώχευσης και το μεσεγγυούχο ακίνητης περιουσίας.
Με τις προτεινόμενες διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 49 ορίζεται ότι δεν χορηγείται επί του ΕΝ.Φ.Ι.Α η έκπτωση 50% σε φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν εισοδήματα από τόκους άνω των 300€ και η έκπτωση 100% σε φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν εισοδήματα από τόκους άνω των 600€. Και τούτο γιατί η ύπαρξη τόκων συνεπάγεται την ύπαρξη ανάλογων καταθέσεων, συνεπώς τα εν λόγω πρόσωπα δεν πρέπει να περιληφθούν στους δικαιούχους μείωσης ως αναξιοπαθούντες.

ΆΡΘΡΟ 50 Τροποποίηση άρθρου 27 Κώδικα ΦΠΑ

Η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 50, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο των φορολογικών ρυθμίσεων για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης ορίζει ότι απαλλάσσονται από ΦΠΑ οι παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών προς τους οργανισμούς που αναφέρονται σ' αυτήν και τις πρεσβείες κρατών, με σκοπό να τα διαθέσουν άνευ ανταλλάγματος στις υπηρεσίες του Δημόσιου Τομέα, τους ΟΤΑ, τα ΝΓΊΔΔ (όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 14 του ν. 4270/2014), τα εκκλησιαστικά ΝΠ, καθώς και τα ΝΠΙΔ ή τις οντότητες που εποπτεύονται από τους παραπάνω φορείς, για την κάλυψη των αναγκών των προσφύγων.
Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 50 διευρύνεται το πεδίο των δικαιούχων απαλλαγής από ΦΠΑ που επιθυμούν να δωρίσουν αγαθά και υπηρεσίες για την αντιμετώπιση αναγκών που προκύπτουν από την προσφυγική κρίση ενισχύοντας τη συμμετοχή των οργανισμών και των πρεσβειών που αφορά, στην προσπάθεια αντιμετώπισής της.


Σχέδιο Noμoυ
«Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προς ενίσχυση της καταπολέμησης της παράνομης εμπορίας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών και Ίδρυση Συντονιστικού Κέντρου για την Καταπολέμηση του Λαθρεμπορίου, εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Απόφαση 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 2009 για τη χρήση της πληροφορικής για τελωνειακούς σκοπούς και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία των άρθρων 15, 16 και 18 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ»

ΜΕΡΟΣ Α'
Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προς ενίσχυση της καταπολέμησης της παράνομης εμπορίας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, Ίδρυση Συντονιστικού Κέντρου για την Καταπολέμηση του Λαθρεμπορίου και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία των άρθρων 15, 16 και 18 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ

Άρθρο 1

1. Στο άρθρο 100Α του ν. 2960/2001 ( Α' 265), προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5.α) Για την αποστολή σε άλλο Κράτος-Μέλος, παραλαβή από άλλο Κράτος-Μέλος, εισαγωγή, εξαγωγή καπνού
β) Για την εισαγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών και
γ) Για την κατασκευή, αποστολή, παραλαβή, εισαγωγή, εξαγωγή εξοπλισμού παραγωγής βιομηχανοποιημένων καπνών απαιτείται άδεια, η οποία εκδίδεται από την αρμόδια αρχή κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου φυσικού ή νομικού προσώπου.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση, την τροποποίηση, την ανάκληση και τον χρόνο ισχύος της άδειας αυτής καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα.»
2. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος άρθρου αρχίζει από τη μηχανογραφική υλοποίηση των αδειών αυτών στο Πληροφορικό Σύστημα Τελωνειακών Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών Icisnet.
3. Οι υφιστάμενες άδειες σύστασης των καπνοβιομηχανιών επανεξετάζονται εντός ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου για την ανανέωσή τους.

Άρθρο 2

1. Μετά το άρθρο 100Α του ν. 2960/2001 προστίθεται άρθρο 100Β, που έχει ως εξής:
«Άρθρο 100Β
ΕΝΙΑΙΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ ΕΦΟΔΙΑΣΠΚΗΣ ΑΛΥΣΙΔΑΣ ΚΑΠΝΟΥ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΚΑΠΝΩΝ (ΕΚΜΕΑ)
1. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «εφοδιαστική αλυσίδα» νοείται η αποστολή σε άλλο Κράτος-Μέλος, παραλαβή από άλλο Κράτος-Μέλος, εισαγωγή και εξαγωγή καπνού, η παραγωγή, αποθήκευση, μεταποίηση, αποστολή, παραλαβή, εισαγωγή, εξαγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, η κατασκευή, εισαγωγή, εξαγωγή, αποστολή, παραλαβή του εξοπλισμού παραγωγής αυτών καθώς και οι λοιπές δραστηριότητες στα πλαίσια της εμπορίας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών.
2. Στο Πληροφορικό Σύστημα Τελωνειακών Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών ICISnet καθιερώνεται μητρώο υπό την ονομασία «Ενιαίο Κεντρικό Μητρώο Εφοδιαστικής Αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών» (ΕΚΜΕΑ).
3. Στο μητρώο αυτό καταχωρούνται, τηρούνται και παρακολουθούνται όλες οι άδειες, οι οποίες χορηγούνται από τις κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία δραστηριοποιούνται στα πλαίσια της εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών. Με την καταχώριση των αδειών αυτών στο ανωτέρω μητρώο, οι κάτοχοι αυτών λαμβάνουν έναν Μοναδικό Αριθμό Μητρώου Διακινητή Καπνικών Προϊόντων (ΑΜΔΙΚΑΠ). Οι κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές αδειοδότησης έχουν την υποχρέωση να τηρούν ενήμερο το ΕΚΜΕΑ.
4. Ο ΑΜΔΙΚΑΠ του αποστολέα και του παραλήπτη αναγράφεται υποχρεωτικά σε κάθε διακίνηση στο εσωτερικό της χώρας μέχρι το τελικό σημείο λιανικής πώλησης στα προβλεπόμενα κατά περίπτωση εμπορικά ή συνοδευτικά έγγραφα μεταφοράς.
5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.»
2. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος άρθρου αρχίζει από την μηχανογραφική υλοποίηση του μητρώου ΕΚΜΕΑ.

Άρθρο 3

Μετά το άρθρο 100Β του ν. 2960/2001 προστίθεται άρθρο 100Γ, που έχει ως εξής:
«Άρθρο 100Γ
1.Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι παρακάτω όροι χρησιμοποιούνται με την εξής σημασία: α) Ως «πελάτες» νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, που προμηθεύονται βιομηχανοποιημένα καπνά από τις αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής προϊόντων καπνού, από τους εισαγωγείς από Τρίτες Χώρες και τους παραλήπτες από άλλα Κράτη-Μέλη με σκοπό τη μεταπώλησή τους. β) Ως «προμηθευτές» νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, τα οποία, ενεργώντας στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής τους ιδιότητας, παρέχουν συμβατικώς στις αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες ή στα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής προϊόντων καπνού πρώτες ύλες, καθώς και πάσης φύσεως υλικά και υπηρεσίες.
2.Οι αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες και τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής προϊόντων καπνού έχουν υποχρέωση να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες και τους προμηθευτές τους καθώς και οι εισαγωγείς από Τρίτες Χώρες και οι παραλήπτες από άλλα Κράτη- Μέλη ως προς τους πελάτες τους.
3. Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες και τους προμηθευτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον: α) την εξακρίβωση και την επαλήθευση της ταυτότητας των πελατών και των προμηθευτών βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή β)την τήρηση και καταγραφή αρχείων με όλες τις σχετικές συναλλαγές γ) την άσκηση συνεχούς εποπτείας της εμπορικής δραστηριότητας στα πλαίσια της εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής, ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός ασυνήθιστων ή ύποπτων συναλλαγών.
4. Τα πρόσωπα της παρ. 2 υποχρεούνται να αποστέλλουν κάθε μήνα, στο Συντονιστικό Κέντρο για την αντιμετώπιση του Λαθρεμπορίου, που ιδρύεται με το άρθρο 6 του παρόντος, ηλεκτρονική κατάσταση με τις συναλλαγές των προμηθευτών και πελατών τους, καθώς και να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με ασυνήθιστες ή ύποπτες συναλλαγές. Οι ηλεκτρονικές καταστάσεις υποβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επομένου μήνα από το μήνα διενέργειας της συναλλαγής.
5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.
6. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος άρθρου αρχίζει από την υλοποίηση της ηλεκτρονικής εφαρμογής υποδοχής των συναλλαγών προμηθευτών - πελατών.»

Άρθρο 4 (άρθρο 18 της Οδηγίας)

Στο άρθρο 60 του ν.2960/2001 προστίθεται παρ. 7 ως εξής:
«7. Οι διασυνοριακές εξ' αποστάσεως πωλήσεις προϊόντων καπνού μέσω διαδικτύου, τηλεπικοινωνιών ή κάθε άλλου τρόπου πώλησης βασιζόμενου σε εξελισσόμενη τεχνολογία απαγορεύονται.»

Άρθρο 5

Μετά το άρθρο 106 του ν.2960/2001 προστίθενται τα άρθρα 106Α και 106Β, ως εξής:
«Άρθρο 106Α Ιχνηλασιμότητα (άρθρο 15 της Οδηγίας)
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι παρακάτω όροι χρησιμοποιούνται με την εξής σημασία:
Ως "κατασκευαστής" θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει προϊόν ή το οποίο δίνει εντολή να σχεδιαστεί ή να κατασκευαστεί ένα προϊόν και διαθέτει το προϊόν αυτό στην αγορά υπό την ονομασία ή το εμπορικό σήμα του. Ως "μονάδα συσκευασίας" θεωρείται η μικρότερη ατομική συσκευασία ενός προϊόντος καπνού ή συναφούς προϊόντος που διατίθεται στην αγορά.
1. Όλες οι μονάδες συσκευασίας των προϊόντων καπνού επισημαίνονται με μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό, ο οποίος τυπώνεται ή τοποθετείται κατά τρόπον ώστε να μην μπορεί να αφαιρεθεί, είναι ανεξίτηλος και δεν κρύβεται ούτε διακόπτεται με κανένα τρόπο, μεταξύ άλλων από φορολογικά επισήματα ή ετικέτες αναγραφής της τιμής ή από το άνοιγμα της μονάδας συσκευασίας. Στην περίπτωση προϊόντων καπνού που κατασκευάζονται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται μόνο στα προϊόντα εκείνα που προορίζονται για την αγορά της Ένωσης ή διατίθενται σε αυτήν.
2. Ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός επιτρέπει τον προσδιορισμό των ακολούθων στοιχείων:
α) της ημερομηνίας και του τόπου κατασκευής, β) της μονάδας κατασκευής,
γ) του μηχανήματος που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή των προϊόντων καπνού,
δ) της βάρδιας παραγωγής ή του χρόνου κατασκευής,
ε) της περιγραφής του προϊόντος,
στ) της προβλεπόμενης αγορά λιανικής πώλησης,
ζ) του προβλεπόμενου δρομολόγιου της φόρτωσης,
η) κατά περίπτωση, του εισαγωγέα στην Ένωση,
θ) του πραγματικού δρομολόγιου της φόρτωσης από τη μονάδα κατασκευής έως το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης, συμπεριλαμβανομένων όλων των χρησιμοποιούμενων αποθηκών, καθώς και της ημερομηνίας φόρτωσης, του προορισμού, του σημείου αναχώρησης και του παραλήπτη,
ι) της ταυτότητας όλων των αγοραστών από τη μονάδα κατασκευής έως το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης και
ια) του τιμολογίου, του αριθμού παραγγελίας και των αρχείων πληρωμών όλων των αγοραστών από τη μονάδα κατασκευής έως το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης.
3. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. α) έως ζ) και, κατά περίπτωση, η) της παρ. 2 αποτελούν μέρος του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού ενώ οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία θ) έως ια) της ίδιας παρ. είναι προσιτές ηλεκτρονικά μέσω συνδέσμου στον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό.
4. Όλοι οι οικονομικοί φορείς που συμμετέχουν στο εμπόριο προϊόντων καπνού, από τον κατασκευαστή έως τον τελευταίο οικονομικό φορέα πριν από το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης, καταγράφουν την περιέλευση όλων των μονάδων συσκευασίας στην κατοχή τους, καθώς επίσης όλες τις ενδιάμεσες μετακινήσεις και την τελική έξοδο των μονάδων συσκευασίας από την κατοχή τους.
Η υποχρέωση αυτή εκπληρώνεται με τη σήμανση και την καταγραφή της γενικής συσκευασίας όπως της κούτας, του κιβωτίου ή της παλέτας, υπό τον όρο ότι η παρακολούθηση και ο εντοπισμός όλων των μονάδων συσκευασίας παραμένει εφικτός.
5. Όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που εμπλέκονται στην αλυσίδα εφοδιασμού των προϊόντων καπνού τηρούν πλήρη και ακριβή αρχεία με όλες τις σχετικές συναλλαγές.
6. Οι κατασκευαστές προϊόντων καπνού παρέχουν σε όλους τους οικονομικούς φορείς που συμμετέχουν στο εμπόριο προϊόντων καπνού, από τον κατασκευαστή έως τον τελευταίο οικονομικό φορέα πριν από το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης, συμπεριλαμβανομένων των εισαγωγέων, των αποθηκών και των μεταφορικών εταιρειών, τον αναγκαίο εξοπλισμό για την καταγραφή των προϊόντων καπνού που αγοράζονται, πωλούνται, αποθηκεύονται, μεταφέρονται ή τυγχάνουν άλλου χειρισμού.
Ο εν λόγω εξοπλισμός λαμβάνει και διαβιβάζει ηλεκτρονικά τα καταγεγραμμένα στοιχεία σε μονάδα αποθήκευσης δεδομένων σύμφωνα με την παρ. 7.
7. Οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς προϊόντων καπνού συνάπτουν συμβάσεις αποθήκευσης δεδομένων με ανεξάρτητο τρίτο μέρος, προκειμένου να αναλάβει την φιλοξενία της μονάδας αποθήκευσης δεδομένων για όλα τα σχετικά δεδομένα. Η μονάδα αποθήκευσης πρέπει να βρίσκεται στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η καταλληλότητα του τρίτου μέρους και ιδίως η ανεξαρτησία και οι τεχνικές δυνατότητες καθώς και η σύμβαση αποθήκευσης δεδομένων εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Οι δραστηριότητες του τρίτου μέρους παρακολουθούνται από εξωτερικό ελεγκτή, ο οποίος προτείνεται και αμείβεται από τον κατασκευαστή των προϊόντων καπνού και εγκρίνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο εξωτερικός ελεγκτής έχει την υποχρέωση να υποβάλλει ετήσια έκθεση στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμώντας ιδίως τυχόν παρατυπίες σχετικά με την πρόσβαση.
Η Επιτροπή, οι αρμόδιες αρχές και ο εξωτερικός ελεγκτής έχουν πλήρη πρόσβαση στη μονάδα αποθήκευσης δεδομένων. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, μπορεί να επιτραπεί η πρόσβαση στους κατασκευαστές ή στους εισαγωγείς στα αποθηκευμένα δεδομένα, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή από τον Υπουργό Οικονομικών, υπό τον όρο ότι οι εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες εξακολουθούν να προστατεύονται επαρκώς σύμφωνα με το σχετικό ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.
8. Τα καταγεγραμμένα δεδομένα δεν τροποποιούνται ούτε διαγράφονται από οποιονδήποτε οικονομικό φορέα που εμπλέκεται στο εμπόριο προϊόντων καπνού.
9. Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων γίνεται τηρουμένης της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας για την προστασία αυτών.
10. Τα συστήματα που χρησιμοποιούνται για το μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό και οι σχετικές λειτουργίες είναι πλήρως συμβατά μεταξύ τους σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
11. Οι παρ. 1 έως και 10 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σύμφωνα με τις προθεσμίες που ορίζονται στην παρ. 13 του άρθρου 15 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ.
12. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.
13. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις πρόσβασης των αρμοδίων αρχών στη μονάδα αποθήκευσης δεδομένων.
Άρθρο 106Β Χαρακτηριστικό ασφαλείας (άρθρο 16 της Οδηγίας)
1. Πέραν του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού που αναφέρεται στο άρθρο 106Α, όλες οι μονάδες συσκευασίας των προϊόντων καπνού που διατίθενται στην αγορά, φέρουν απαραβίαστο χαρακτηριστικό ασφαλείας που αποτελείται από ορατά και αόρατα στοιχεία. Το χαρακτηριστικό ασφαλείας τυπώνεται ή επικολλάται κατά τρόπον ώστε να μην μπορεί να αφαιρεθεί, είναι ανεξίτηλο και δεν κρύβεται ούτε διακόπτεται με κανένα τρόπο, μεταξύ άλλων από φορολογικά επισήματα και ετικέτες αναγραφής της τιμής ή από άλλα στοιχεία που επιβάλλονται από τη νομοθεσία. Τα φορολογικά επισήματα ή εθνικά αναγνωριστικά σήματα που χρησιμοποιούνται για φορολογικούς σκοπούς μπορούν να χρησιμοποιούνται ως χαρακτηριστικά ασφαλείας, υπό τον όρο ότι συμμορφώνονται με όλα τα τεχνικά πρότυπα και εκπληρώνουν όλες τις λειτουργίες του παρόντος άρθρου.
2. Η παρ. 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται σύμφωνα με τις προθεσμίες που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 16 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ, ι.
3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.»

Άρθρο 6
Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο για την αντιμετώπιση του Λαθρεμπορίου σε προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ.

1.Στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων συνιστάται μικτό διϋπηρεσιακό συλλογικό όργανο, με την επωνυμία «Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο» (Σ.Ε.Κ.), το οποίο θα λειτουργεί ως συντονιστικό κέντρο μεταξύ των Υπηρεσιών, για την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου προϊόντων που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. Το Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο εποπτεύεται από την Επιτροπή Επιχειρησιακού Σχεδιασμού που συστήνεται με απόφαση του Πρωθυπουργού «Επιτροπή καταπολέμησης του λαθρεμπορίου στα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ.».
2. Σκοπός του είναι η αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της λαθρεμπορίας προϊόντων που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. μέσω του συντονισμού των Υπηρεσιών που εμπλέκονται στη δίωξη λαθρεμπορίου.
3. Το Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων από αποσπασμένους για το σκοπό αυτό υπαλλήλους των ακόλουθων Υπηρεσιών:
α) Έναν υπάλληλο της Γενικής Δ/νσης Τελωνείων και ΕΦΚ της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, ως Πρόεδρο.
β) Έναν υπάλληλο της Ελληνικής Αστυνομίας, ως Αντιπρόεδρο.
γ) Έναν υπάλληλο της Γενικής Γραμματείας για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς, ως Γραμματέα.
δ) Έναν υπάλληλο της Δ/νσης Εσωτερικών Υποθέσεων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, ως μέλος.
ε) Έναν υπάλληλο του Λιμενικού Σώματος, ως μέλος.
στ) Έναν υπάλληλο της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, ως μέλος.
ζ) Έναν υπάλληλο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου (ΣΥΚΑΠ), ως μέλος. Το Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο στελεχώνεται με είκοσι (20) αποσπασμένους υπαλλήλους που προέρχονται από τις Υπηρεσίες που αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχεία α) έως και ζ) ή και τις λοιπές Υπηρεσίες του Δημοσίου Τομέα.
Η γραμματειακή υποστήριξη του Συντονιστικού Επιχειρησιακού Κέντρου παρέχεται με μέριμνα της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ε.Φ.Κ.
4. Το Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Αποτελεί εθνική μονάδα πληροφοριών για την υποδοχή, επεξεργασία και διαβίβαση αυτών, από και προς τις αρμόδιες Υπηρεσίες που εμπλέκονται στην έρευνα, τον έλεγχο και τη δίωξη του λαθρεμπορίου. Ως εθνική μονάδα πληροφοριών για τα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ., λαμβάνει, επεξεργάζεται και διαβιβάζει εμπιστευτικές πληροφορίες, από και προς άλλα κράτη.
β) Εκπονεί και εισηγείται στρατηγικά σχέδια και επιχειρησιακά σχέδια κοινών διυπηρεσιακών ή διακρατικών δράσεων. Τα σχέδια αυτά πριν την υλοποίησή τους υποβάλλονται προς την Επιτροπή Επιχειρησιακού Σχεδιασμού «Επιτροπή καταπολέμησης του λαθρεμπορίου στα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ.».
γ) Αναλαμβάνει επιχειρησιακή δράση στην έρευνα, τον έλεγχο και τη δίωξη κατά του λαθρεμπορίου προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ., με ίδιες δυνάμεις ή με τη συνεργασία άλλων διωκτικών Υπηρεσιών. Αν κρίνεται αναγκαία η κοινή επιχειρησιακή δράση, ο Πρόεδρος αυτού είναι αρμόδιος να ορίσει επισπεύδουσα Υπηρεσία που θα αναλάβει το συντονισμό των υπολοίπων Υπηρεσιών.
δ) Το Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο διαβιβάζει τις διαπιστωθείσες υποθέσεις λαθρεμπορίας στις κατά λόγω αρμοδιότητας εμπλεκόμενες Υπηρεσίες. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο μπορεί το ίδιο να προβαίνει σε κάθε εξέταση ή έρευνα για να ενεργεί όλες τις ανακριτικές πράξεις προς διαπίστωση των αδικημάτων λαθρεμπορίας, δασμοφοροδιαφυγής και κάθε άλλης παράβασης δια των υπαλλήλων που έχουν τα καθήκοντα και τα δικαιώματα των ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
ε) Αναπτύσσει τη συνεργασία μεταξύ των συντονιστικών κέντρων των εμπλεκομένων Αρχών, μέσω θεσμοθετημένων τακτικών συναντήσεων. Συνδράμει τις εμπλεκόμενες Υπηρεσίες σε θέματα έρευνας, ελέγχου, δίωξης και προανάκρισης, στ) Συλλέγει, παρακολουθεί και προβαίνει σε στατιστική ανάλυση των αποτελεσμάτων και των τάσεων που προκύπτουν από πληροφορίες, παρατηρήσεις και κοινές δράσεις έρευνας και ελέγχου. Τα αποτελέσματα αυτά κοινοποιούνται μόνο στη Διυπουργική Επιτροπή για την καταπολέμηση της λαθρεμπορίας στα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. .
ζ) Εισηγείται προς τη Επιτροπή Επιχειρησιακού Σχεδιασμού που συνιστάται με απόφαση του Πρωθυπουργού «Επιτροπή καταπολέμησης του λαθρεμπορίου στα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ.», για έγκριση και προώθηση, νομοθετικών πρωτοβουλιών για διάθεση του απαιτούμενου προσωπικού, υλικοτεχνικών υποδομών, μέσων ελέγχου και μεταφοράς, πρόσβασης σε πληροφορικά συστήματα και νομοθετικές ρυθμίσεις για τη διευκόλυνση του έργου του.
5. Για την εξυπηρέτηση του σκοπού και την άσκηση των αρμοδιοτήτων, το Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο αποκτά πρόσβαση σε όλα τα απαραίτητα πληροφοριακά συστήματα των εμπλεκομένων Υπηρεσιών για κάθε σύστημα χωριστά. Η διάταξη αυτή υπερισχύει έναντι κάθε άλλης διάταξης περί φορολογικού ή άλλου απορρήτου οπουδήποτε και αν προβλέπεται.
6. Κάθε θέμα σχετικό με τη στελέχωση του Συντονιστικού Επιχειρησιακού Κέντρου και το χρόνο απόσπασης υπαλλήλων σε αυτό, καθορίζεται με Κοινές Αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας Ανάπτυξης και Τουρισμού, Προστασίας του Πολίτη, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, και Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
Κάθε θέμα αναφορικά με την έδρα, τη δομή, τις υποδομές καθώς και τις λεπτομέρειες οργάνωσης και εύρυθμης λειτουργίας του Συντονιστικού Επιχειρησιακού Κέντρου, καθορίζονται με Αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.

Άρθρο 7
Διοικητικές Παραβάσεις - Ποινικές Κυρώσεις
Οι παραβάσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' επιφέρουν τις διοικητικές και ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 119Α του ν. 2960/2001 Για τις παραβάσεις που αφορούν την έκδοση αδειών από συναρμόδια Υπουργεία, επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στις αντίστοιχες διατάξεις.

Άρθρο 8
Καταργούμενες διατάξεις
Με την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών καταργούνται τα άρθρα 59, 60 και 61 του Β.Δ. της 13/16.04.1920 «Περί Κώδικος Νόμων περί Φορολογίας Καπνού» (Α' 86).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
Λοιπές Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και της τελωνειακής νομοθεσίας

Άρθρο 9
Τροποποίηση διατάξεων του άρθρου 53Α του ν.2960/2001

1. Στην παρ. 1 του άρθρου 53Α του ν.2960/2001 προστίθεται περίπτ. στ), ως εξής: «στ) στο μείγμα καπνού που περιέχεται στο ηλεκτρικά θερμαινόμενο προϊόν καπνού.»
2. Στην παρ. 2 του άρθρου 53Α του ν.2960/2001 προστίθεται περίπτ. στ), ως εξής: «στ) Για τα προϊόντα της περίπτ. στ', εκατόν πενήντα έξι ευρώ και εβδομήντα λεπτά (156,70) ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους μείγματος καπνού του προϊόντος.»
3. Στην παρ. 3 του άρθρου 53Α του ν.2960/2001 προστίθεται περίπτ. ε), ως εξής: «ε) ως «ηλεκτρικά θερμαινόμενο προϊόν καπνού»: το προϊόν καπνού σε μορφή κυλίνδρου που αποτελείται από κοινό φίλτρο, φίλτρο αναδιπλωμένης πολυμερικής μεμβράνης, κοίλο κύλινδρο και μικρή στήλη που περιέχει αναδιπλωμένο φύλλο αναγεννημένου καπνού με τρόπο ώστε να σχηματίζονται πρισματοειδείς αυλοί κατά μήκος του, συσκευασμένο σε τσιγαρόχαρτο, το οποίο προορίζεται για κάπνισμα με τη χρήση μιας ειδικής συσκευής θέρμανσης από την οποία παράγεται αερόλυμα (καπνός).»

Άρθρο 10
Τροποποίηση διατάξεων των άρθρων 29 και 147 του ν.2960/2001

1. Η παρ. 4α του άρθρου 29 του ν. 2960/2001 (Α" 265) αντικαθίσταται ως εξής:
«4α. . Κατά την εισαγωγή μη υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης αγαθών ο φόρος προστιθεμένης αξίας που βεβαιώνεται επί του οικείου τελωνειακού παραστατικού δεν εισπράττεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή εισαγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι αναγράφεται στην περιοδική δήλωση ΦΠΑ του εισαγωγέα και εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Ο εισαγωγέας είναι μη εγκατεστημένο στη χώρα μας υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, β) Η πραγματοποιούμενη στατιστική αξία των εισαγωγών ανέρχεται σε ετήσια βάση σε τουλάχιστον 250.000.000 ευρώ. Κατά τα πέντε (5) πρώτα έτη ένταξης στο καθεστώς αναστολής καταβολής του ΦΠΑ κατά την εισαγωγή, το ανωτέρω όριο προσδιορίζεται σε 100.000.000 ευρώ ετησίως.
γ) Ποσοστό άνω του 90% της αξίας των εισαγόμενων αγαθών σε ετήσια βάση παραδίδεται σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτες χώρες, δ) Παρέχεται άδεια από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων για την έκδοση της οποίας λαμβάνονται υπόψη στοιχεία όπως χρηματοπιστωτική φερεγγυότητα, συμμόρφωση προς τις τελωνειακές απαιτήσεις, δυνατότητα παροχής οποιουδήποτε εγγράφου ή πληροφορίας ζητηθεί από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές. Στη σχετική άδεια αναφέρονται ρητά οι εταιρείες του Ομίλου που θα δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο εφαρμογής της παρούσας διάταξης.
Επί εισαγωγής αγαθών από εισαγωγέα που ανήκει σε Όμιλο εταιρειών, οι ανωτέρω προϋποθέσεις β) και γ) υπολογίζονται για το σύνολο των εταιρειών του Ομίλου που ορίζονται στην άδεια.
β. Ως «όμιλος εταιρειών» νοείται κάθε Όμιλος που περιλαμβάνει ελέγχουσα και ελεγχόμενες εταιρείες.
Ως «ελέγχουσα εταιρεία» νοείται εταιρεία του Ομίλου που ασκεί επιρροή, άμεση ή έμμεση, σε άλλη εταιρεία η οποία καλείται ελεγχόμενη λόγω των δικαιωμάτων κυριότητας, χρηματοοικονομικής συμμετοχής ή ειδικών κανόνων δικαίου.
γ. Αν μετά την υπαγωγή του εισαγωγέα στην παρούσα διάταξη διαπιστωθεί ότι δεν πληρούται μία από τις ανωτέρω προϋποθέσεις α), β) ή γ):
(αα) η άδεια της ανωτέρω περίπτ. δ' ανακαλείται,
(ββ) τελωνειακή οφειλή γεννάται για την αξία των εισαγομένων αγαθών που αποδεδειγμένα, βάσει ελέγχου της αρμόδιας ΕΛ.Υ.Τ, δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξαγωγής ή παράδοσης σε άλλο Κράτος Μέλος.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις έκδοσης της άδειας, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης.».
2. Η περίπτ. γ) της παρ. 4α του άρθρου 29 του ν.2960/2001 ισχύει από 7 Μαρτίου 2013.
3. Στο άρθρο 147 του ν.2960/2001 προστίθεται παρ. 10 ως εξής: «10. Αν δεν πληρούται κάποια από τις προϋποθέσεις α, β, γ που ορίζονται στην παρ. 4α του άρθρου 29 του παρόντος νόμου, επιβάλλεται στον εισαγωγέα πρόστιμο δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.».

Άρθρο 11
Τροποποιήσεις της παρ. 5 του άρθρου 87 του ν. 3842/2010 (Α' 58)

Το τέταρτο εδάφιο της περίπτ. α' της παρ. 5 του άρθρου 87 του ν. 3842/2010 (Α'58) αντικαθίσταται ως εξής: «Η επιστροφή των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών στους δικαιούχους μπορεί να πραγματοποιείται και ηλεκτρονικά με διαβίβαση ηλεκτρονικού αρχείου εντολών μεταφοράς στην Τράπεζα της Ελλάδος με την τήρηση των προβλεπόμενων όρων ασφαλείας».
Το πέμπτο εδάφιο της περίπτ. α' της παρ. 5 του άρθρου 87 του ν. 3842/2010 καταργείται.

ΜΕΡΟΣ Β'
Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Απόφαση 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 2009 για τη χρήση της πληροφορικής για τελωνειακούς σκοπούς (L. 323 10/12/2009)

Άρθρο 12 Σκοπός

Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η λήψη μέτρων ενσωμάτωσης στην ελληνική έννομη τάξη της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 2009 (L. 323 10/12/2009) για τη χρήση της πληροφορικής για τελωνειακούς σκοπούς.

Άρθρο 13
(Άρθρο 1 και 15 παρ. 2 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ)
Αντικείμενο

Με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους επιδιώκεται:
α) Η χρησιμοποίηση του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών, εκτός από τη παρατήρηση, αναφορά, διακριτική παρακολούθηση και ειδικούς ελέγχους, και για τους σκοπούς στρατηγικής και επιχειρησιακής ανάλυσης και η βελτίωση, δια του τρόπου αυτού, των μεθόδων συνεργασίας και ελέγχων των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών, της Ευρωπαϊκής Αστυνομίας (Ευρωπόλ) και της Ευρωπαϊκής Δικαστικής Αστυνομίας (Eurojust), στην κατεύθυνση πρόληψης, έρευνας, δίωξης σοβαρών παραβάσεων της κείμενης νομοθεσίας καθώς και στην κατεύθυνση εξυπηρέτησης διοικητικών ή άλλων σκοπών.
β) Η ίδρυση ειδικής βάσης δεδομένων του τελωνειακού συστήματος πληροφοριών, ονομαζόμενης εφεξής «Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών». Το «Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών» επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές που ορίζονται στο άρθρο 19 οι οποίες κινούν ή διεξάγουν έρευνα για ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή επιχειρήσεις, καθώς και στην Ευρωπόλ και τη Eurojust, να γνωρίζουν τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών οι οποίες διεξάγουν ή έχουν διεξαγάγει έρευνες για τα εν λόγω πρόσωπα ή επιχειρήσεις, προκειμένου να επιτευχθούν, βάσει πληροφοριών για την ύπαρξη φακέλων ερευνών, η πρόληψη, έρευνα και δίωξη σοβαρών παραβάσεων των νόμων.

Άρθρο 14
(Άρθρο 2 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Ορισμοί

Για τις ανάγκες του παρόντος Μέρους νοούνται ως:
1) "εθνικοί νόμοι": οι νόμοι και οι ρυθμίσεις ενός κράτους μέλους κατά την εφαρμογή των οποίων η τελωνειακή του αρχή έχει ολική ή μερική αρμοδιότητα σχετικά με:
α) τη διακίνηση εμπορευμάτων που υπόκεινται σε μέτρα απαγόρευσης, περιορισμών ή ελέγχου, και ιδίως στα μέτρα των άρθρων 30 και 296 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας-
β) τα μέτρα για τον έλεγχο των κινήσεων ρευστών διαθεσίμων εντός της Κοινότητας, εφόσον τα μέτρα αυτά λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 58 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας-
γ) τη μεταβίβαση, μετατροπή, απόκρυψη ή συγκάλυψη της φύσης της περιουσίας ή των προσόδων που έχουν προέλθει ή αποκτηθεί αμέσως ή εμμέσως από διεθνή παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, ή κατά παράβαση:
αα) νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων κράτους μέλους, για την εφαρμογή των οποίων είναι εξ ολοκλήρου ή εν μέρει αρμόδια η τελωνειακή αρχή κράτους μέλους και οι οποίες αφορούν τη διασυνοριακή μεταφορά εμπορευμάτων που υπόκεινται σε μέτρα απαγορεύσεων, περιορισμών ή ελέγχων, ιδίως στα μέτρα των άρθρων 30 και 296 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, καθώς και τους μη εναρμονισμένους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, ή
ββ) του συνόλου των κοινοτικών διατάξεων και των διατάξεων που έχουν θεσπισθεί κατ' εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας που διέπει την εισαγωγή, την εξαγωγή, τη διαμετακόμιση και την παραμονή εμπορευμάτων κατά τις εμπορικές μεταφορές μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, καθώς και μεταξύ κρατών μελών, εφόσον πρόκειται για εμπορεύματα που δεν υπόκεινται στο κοινοτικό καθεστώς κατά την έννοια του άρθρου 23 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή εμπορεύματα που υπόκεινται σε επιπρόσθετους ελέγχους ή έρευνες προκειμένου να αποκτήσουν τον κοινοτικό τους χαρακτήρα, ή
γγ) του συνόλου των διατάξεων που έχουν θεσπισθεί σε κοινοτικό επίπεδο στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής, καθώς και των ειδικών διατάξεων που θεσπίζονται για τα εμπορεύματα τα οποία προκύπτουν από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, ή δδ) του συνόλου των διατάξεων που έχουν θεσπισθεί σε κοινοτικό επίπεδο σχετικά με τους εναρμονισμένους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τον φόρο προστιθέμενης αξίας, επί των εισαγωγών, παράλληλα με τις εθνικές διατάξεις περί της εφαρμογής τους ή που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο αυτό.
2) "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο η ταυτότητα του οποίου είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί ("υποκείμενο των δεδομένων")· ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί λογίζεται το πρόσωπο εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη-
3) "παρέχον κράτος μέλος": το κράτος που εισάγει δεδομένα στο τελωνειακό σύστημα πληροφοριών
4) "επιχειρησιακή ανάλυση": η ανάλυση των πράξεων που συνιστούν ή φαίνεται να συνιστούν παραβιάσεις των εθνικών νόμων και για την οποία ακολουθείται η εξής διαδικασία:
α) συγκέντρωση πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων και δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα-
β) αξιολόγηση της αξιοπιστίας της πηγής των πληροφοριών και αυτών καθαυτών των πληροφοριών
γ) έρευνα, μεθοδική παρουσίαση και ερμηνεία των σχέσεων των πληροφοριών αυτών μεταξύ τους ή των πληροφοριών αυτών με άλλα σημαντικά δεδομένα- δ) διατύπωση διαπιστώσεων, υποθέσεων ή συστάσεων που μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα, ως πληροφορίες σχετικά με κινδύνους, από μέρους των αρμόδιων αρχών για την πρόληψη και ανίχνευση άλλων πράξεων που αντίκεινται στους εθνικούς νόμους ή/και για τον επακριβή προσδιορισμό των προσώπων ή επιχειρήσεων που ενέχονται στις πράξεις αυτές-
5) "στρατηγική ανάλυση": η έρευνα και η παρουσίαση των γενικών τάσεων των παραβιάσεων των εθνικών νόμων μέσω της αξιολόγησης της απειλής, του εύρους και της επίδρασης ορισμένων μορφών πράξεων αντίθετων προς τους εθνικούς νόμους, με σκοπό τον καθορισμό των προτεραιοτήτων, την καλύτερη κατανόηση του φαινομένου ή της απειλής, τον αναπροσανατολισμό των δράσεων πρόληψης και ανίχνευσης των περιπτώσεων απάτης και την αναθεώρηση της οργάνωσης των υπηρεσιών. Για τη στρατηγική ανάλυση μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο δεδομένα που έχουν καταστεί ανώνυμα.

Άρθρο 15
(Άρθρο 3 παρ. 1 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Κατηγορίες δεδομένων του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών

Το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών αποτελείται από μια κεντρική βάση στοιχείων, η πρόσβαση στην οποία επιτυγχάνεται μέσω τερματικών. Περιλαμβάνει, αποκλειστικά, τα δεδομένα, περιλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του κατά το άρθρο 13 σκοπού του και τα οποία κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες: α) εμπορεύματα β) μεταφορικά μέσα γ) επιχειρήσεις δ) πρόσωπα ε) τάσεις απάτης
στ) διαθέσιμη εμπειρογνωμοσύνη
ζ) δεσμεύσεις, κατασχέσεις ή δημεύσεις ειδών
η) δεσμεύσεις, κατασχέσεις ή δημεύσεις ρευστών διαθεσίμων

Άρθρο 16
(Άρθρο 4 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Στοιχεία που καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών

1. Στοιχεία που πρέπει, κατά περίπτωση και στο μέτρο που αυτό είναι απαραίτητο, να καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών, για την εκπλήρωση του σκοπού του Συστήματος, είναι, ανά κατηγορία, τα ακόλουθα:
α) ως, προς τα εμπορεύματα: περιγραφή, μάρκα, κατασκευαστής, ποσότητα, καθαρό βάρος, μεικτό βάρος, εκδότης και αριθμός τιμολογίου, αξία τιμολογίου σε συνάλλαγμα, αξία τιμολογίου σε ευρώ, καταγωγή, δασμολογική κατάταξη, τελωνειακή διαδικασία, τελωνειακό καθεστώς, τελωνειακός προορισμός, επισημάνσεις, ετικέτες, συνοδευτικά και φορτωτικά έγγραφα.
β) ως προς τα μεταφορικά μέσα: τρόπος μεταφοράς, αριθμός πινακίδων κυκλοφορίας, αριθμός πλαισίου, μάρκα οχήματος, στοιχεία άδειας κυκλοφορίας, αριθμός, τόπος και ημερομηνία έκδοσης του δελτίου ταυτότητας, διαβατηρίου και άδειας οδήγησης του οδηγού, ακολουθούμενη διαδρομή, στοιχεία ως προς το μεταφερόμενο εμπορευματοκιβώτιο, σημαία πλοίου, στοιχεία νηολόγησης πλοίου, διαχειρίστρια εταιρία του πλοίου, χωρητικότητα πλοίου, μήκος πλοίου, είδος τρένου, αριθμός τρένου, αριθμός βαγονιού, αριθμός σφραγίδων, διαχειρίστρια εταιρία του τρένου, είδος αεροσκάφους, αριθμός πτήσης, αεροπορική εταιρία, αριθμός ταχυδρομικού δέματος, ταχυδρομική εταιρία.
γ) ως προς τις επιχειρήσεις: επωνυμία, διακριτικός τίτλος, αντικείμενο δραστηριότητας, στοιχεία νόμιμου/ων εκπρόσωπου/ων, διεύθυνση έδρας (οδός, αριθμός, ταχυδρομικός κώδικας, πόλη, χώρα, αριθμός τηλεφώνου, αριθμός φαξ, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου).
δ) ως προς τα πρόσωπα: όνομα, επώνυμο, επώνυμο γένους, ψευδώνυμο, προηγούμενα επώνυμα και ψευδώνυμα, ημερομηνία και τόπος γέννησης, αριθμός, τόπος και ημερομηνία έκδοσης του δελτίου ταυτότητας και του διαβατηρίου, ιθαγένεια, φύλο, διεύθυνση τόπου κατοικίας και τόπου εργασίας (οδός, αριθμός, ταχυδρομικός κώδικας, πόλη, χώρα, αριθμός τηλεφώνου, αριθμός φαξ, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), ιδιαίτερα αντικειμενικά και διαρκή φυσικά χαρακτηριστικά, στοιχεία για μεταφερόμενες αποσκευές, στοιχεία για μεταφερόμενα ρευστό διαθέσιμα, εισιτήρια, ε) ως προς τις τάσεις απάτης: τάσεις που αφορούν τα εμπορεύματα, τη νομοθεσία, τις ενδιαφερόμενες χώρες, τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, κατηγορίες και μηχανισμούς παρατυπιών.
στ) ως προς τη διαθέσιμη εμπειρογνωμοσύνη: όνομα, επώνυμο εμπειρογνωμόνων, είδος της διαθέσιμης εμπειρογνωμοσύνης, χρησιμότητα της διαθέσιμης εμπειρογνωμοσύνης, ζ) ως προς τις δεσμεύσεις, κατασχέσεις ή δημεύσεις ειδών: περιγραφή/φύση των κατασχεμένων ειδών, ποσότητα, αξία, καταγωγή, δασμολογική κατάταξη, τόπος επιβολής της δέσμευσης ή κατάσχεσης, αιτία της δέσμευσης ή κατάσχεσης, τύχη των δεσμευμένων ή κατασχεμένων ειδών.
η) ως προς τις δεσμεύσεις, κατασχέσεις ή δημεύσεις ρευστών διαθεσίμων: φύση των ρευστών διαθεσίμων, αξία των ρευστών διαθεσίμων, ποσότητα των ρευστών διαθεσίμων, προέλευση, σκοπούμενη χρήση, τόπος επιβολής της δέσμευσης ή της κατάσχεσης.
Κανένα προσωπικό δεδομένο δεν πρέπει να καταχωρίζεται στην κατηγορία του άρθρου 15 στοιχείο ε.
2. Όσον αφορά τις κατηγορίες των περιπτώσεων α έως δ του άρθρου 15 , οι
πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα, οι οποίες καταχωρίζονται στο σύστημα, περιορίζονται στα ακόλουθα:
α) επώνυμο, όνομα γένους, όνομα(-τα), προηγούμενα επώνυμα και ψευδώνυμα· β) ημερομηνία και τόπος γέννησης- γ) ιθαγένεια- δ) φύλο-
ε) αριθμός, τόπος και ημερομηνία έκδοσης των εγγράφων ταυτότητας (διαβατηρίων, δελτίων ταυτότητας, αδειών οδήγησης)- στ) διεύθυνση-
ζ) ιδιαίτερα αντικειμενικά και διαρκή φυσικά χαρακτηριστικά- η) λόγος της εισαγωγής των δεδομένων στο σύστημα- θ) προτεινόμενη ενέργεια-
ι) προειδοποιητικός κωδικός που να επισημαίνει ιστορικό οπλοφορίας, βιαιοπραγίας ή απόδρασης·
ια) αριθμός κυκλοφορίας του μεταφορικού μέσου.
3. Όσον αφορά την κατηγορία της περίπτωσης στ του άρθρου 15, οι πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα, οι οποίες καταχωρίζονται στο σύστημα, περιορίζονται στα ονοματεπώνυμα των εμπειρογνωμόνων.
4. Όσον αφορά την κατηγορία των περιπτώσεων ζ και η του άρθρου 15, οι πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα, οι οποίες καταχωρίζονται στο σύστημα, περιορίζονται στα ακόλουθα
α) επώνυμο, όνομα γένους, όνομα(-τα), προηγούμενα επώνυμα και ψευδώνυμα- β) ημερομηνία και τόπος γέννησης- γ) ιθαγένεια- δ) φύλο- ε) διεύθυνση.
5. Ουδέποτε καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις φιλοσοφικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία και τη σεξουαλική ζωή.

Άρθρο 17
(Άρθρο 5 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Χρήση των δεδομένων του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών

1. Τα δεδομένα των κατηγοριών που προβλέπονται στις περιπτώσεις α έως ζ του άρθρου 15 καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών με μοναδικό σκοπό την παρατήρηση και αναφορά, τη διακριτική παρακολούθηση, τους ειδικούς ελέγχους και τη στρατηγική ή επιχειρησιακή ανάλυση.
Τα δεδομένα της κατηγορίας της περίπτωσης η του άρθρου 15 καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών με μοναδικό σκοπό τη στρατηγική ή επιχειρησιακή ανάλυση.
2. Για το σκοπό των ενεργειών που αναφέρονται στην παρ. 1, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των κατηγοριών που προβλέπονται στο άρθρο 15 μπορεί να καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών μόνον εάν υπάρχουν, ιδίως λόγω προτέρων παράνομων δραστηριοτήτων, πραγματικές ενδείξεις που οδηγούν στην υπόνοια ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει διαπράξει, διαπράττει ή θα διαπράξει σοβαρές παραβάσεις των εθνικών νόμων.

Άρθρο 18
(Άρθρο 6 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Πληροφορίες που διαβιβάζονται μέσω του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών

1. Εάν οι ενέργειες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 17 πραγματοποιηθούν, οι ακόλουθες πληροφορίες μπορεί εν όλω ή εν μέρει να συλλεγούν και να διαβιβαστούν στο παρέχον κράτος μέλος:
α) το γεγονός ότι εντοπίστηκαν τα αναζητούμενα εμπορεύματα, μέσα μεταφοράς, επιχειρήσεις ή πρόσωπα- β) ο τόπος, ο χρόνος και η αιτία του ελέγχου- γ) το δρομολόγιο και ο προορισμός-
δ) τα πρόσωπα που συνόδευαν το αναζητούμενο πρόσωπο ή οι συνεπιβάτες των μεταφορικών μέσων-
ε) τα μέσα μεταφοράς που χρησιμοποιήθηκαν- στ) τα μεταφερόμενα αντικείμενα-
ζ) οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εντοπίστηκαν τα εμπορεύματα τα μέσα μεταφοράς, η επιχείρηση ή το πρόσωπο.
Όταν συλλέγονται τέτοιες πληροφορίες κατά τη διάρκεια μιας διακριτικής παρακολούθησης, πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ώστε να μην διακυβεύεται η μυστικότητα της παρακολούθησης.
2. Στα πλαίσια των ειδικών ελέγχων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 17, μπορεί να ερευνηθούν πρόσωπα, μέσα μεταφοράς και αντικείμενα στο βαθμό που επιτρέπεται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Αν ο ειδικός έλεγχος δεν επιτρέπεται, επιβάλλεται παρατήρηση και αναφορά ή διακριτική παρακολούθηση.

Άρθρο 19
(Άρθρο 7 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ ) Εθνικές αρχές αρμόδιες για την πρόσβαση στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών

1. Ως εθνική αρχή που έχει δικαίωμα πρόσβασης στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών ορίζεται η Διεύθυνση Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και ΕΦΚ της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να ορίζονται ως αρμόδιες εθνικές αρχές με δικαίωμα πρόσβασης στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών και άλλες δημόσιες αρχές που έχουν κατά την κείμενη νομοθεσία αρμοδιότητα να ενεργούν για την επίτευξη των σκοπών που αναφέρονται στο άρθρο 13.
2.Οι οριζόμενες κατά την παράγραφο 1 αρχές έχουν πρόσβαση στο σύνολο των δεδομένων που καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 13 και διαθέτουν αποκλειστικό δικαίωμα ανάγνωσης, καταχώρισης και αναζήτησης στοιχείων στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών.

Άρθρο 20
(Άρθρο 8 παρ. 1, 2 και 4 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Όροι χρησιμοποίησης και διαβίβασης των δεδομένων του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών

1. Οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 19 μπορούν να χρησιμοποιούν δεδομένα που έχουν ληφθεί από το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών μόνο για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 13. Δύνανται ωστόσο να κάνουν περαιτέρω χρήση αυτών για άλλους διοικητικούς, στατιστικούς, ιστορικούς ή επιστημονικούς σκοπούς μετά από προηγούμενη εξουσιοδότηση του κράτους μέλους το οποίο καταχώρισε τα δεδομένα αυτά στο σύστημα και με την επιφύλαξη των όρων που έχει επιβάλει. Η περαιτέρω αυτή χρήση πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του ν. 2472/1997, να μην είναι ασύμβατη προς το σκοπό για τον οποίο έχουν συλλεγεί τα δεδομένα, να είναι απαραίτητη και ανάλογη για τον άλλο διοικητικό, στατιστικό, επιστημονικό ή ιστορικό σκοπό και να προβλέπονται οι αναγκαίες κάθε φορά διασφαλίσεις όπως πχ. η ανωνυμοποίηση των δεδομένων. Επίσης, η περαιτέρω χρήση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αρχή 5.2.Ϊ της Σύστασης R (87) 15 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης της 17^ Σεπτεμβρίου 1987 για τη ρύθμιση της χρήσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον αστυνομικό τομέα.
2. Με την επιφύλαξη των παρ. 1 και 3 του παρόντος άρθρου και των άρθρων 23 και 24, μόνο οι οριζόμενες κατά το άρθρο 19 αρμόδιες αρχές έχουν το δικαίωμα χρησιμοποίησης των δεδομένων που έχουν ληφθεί από το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών για την επίτευξη του σκοπών που αναφέρονται στο άρθρο 13.
3. Δεδομένα που έχουν ληφθεί από το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών μπορεί έπειτα από προηγούμενη άδεια του κράτους μέλους που τα καταχώρισε στο σύστημα και υπό τους όρους που επιβάλλει το εν λόγω κράτος, να διαβιβάζονται για χρήση και άλλων εθνικών αρχών πλην εκείνων που ορίζονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου, τρίτων χωρών και διεθνών ή περιφερειακών οργανισμών. Οι όροι που διέπουν τη διαβίβαση ή την παροχή σε υπηρεσίες εκτός της ελληνικής επικράτειας των δεδομένων που έχουν καταχωριστεί στο σύστημα και τα ειδικά μέτρα ασφάλειας των δεδομένων αυτών, ορίζονται στο άρθρο 9 του ν. 2472/1997.

Άρθρο 21
( Άρθρο 9 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Νομικό πλαίσιο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την καταχώριση και χρήση των δεδομένων του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών

Η καταχώριση δεδομένων στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών και η χρήση των δεδομένων που λαμβάνονται από το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών, περιλαμβανομένης και κάθε ενέργειας παρατήρησης και αναφοράς, διακριτικής παρακολούθησης, ειδικών ελέγχων, στρατηγικής ή επιχειρησιακής ανάλυσης που προτείνεται από το παρέχον κράτος μέλος, διέπονται από το ν. 2472/1997.

Άρθρο 22
(Άρθρο 10 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Ορισμός αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής

Η Τελωνειακή Αρχή που είναι αρμόδια σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών είναι η Διεύθυνση Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και ΕΦΚ της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.

Άρθρο 23
(Άρθρο 11 παρ. 2,3 και 4 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Συνεργασία της Ευρωπόλ με την Ελληνική Δημοκρατία για πληροφορίες που καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών

1. Όταν κατά την έρευνα της Ευρωπόλ εντοπίζεται σύμπτωση μεταξύ πληροφορίας που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ και καταχώρισης στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών, η Ευρωπόλ ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή που προέβη στην καταχώριση, διά των διαύλων που ορίζει η Απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ).
2. Για τη χρήση των πληροφοριών που λαμβάνονται έπειτα από έρευνα της Ευρωπόλ στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών απαιτείται η συγκατάθεση της αρμόδιας κατά το άρθρο 19 αρχής που καταχώρισε τις πληροφορίες στο σύστημα. Εάν επιτραπεί η χρήση των πληροφοριών αυτών, η επεξεργασία τους ρυθμίζεται από την Απόφαση 2009/371/ΔΕΥ. Η Ευρωπόλ μπορεί να διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές σε τρίτα κράτη και τρίτους οργανισμούς μόνο με τη συγκατάθεση της αρμόδιας κατά το άρθρο 19 αρχής που καταχώρισε τις πληροφορίες.
3.0ι αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές παρέχουν περισσότερες πληροφορίες στην Ευρωπόλ, ύστερα από αίτημά της, σύμφωνα με την Απόφαση 2009/371/ΔΕΥ.

Άρθρο 24
(Άρθρο 12 παρ. 2 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Συνεργασία της Eurojust με την Ελληνική Δημοκρατία για πληροφορίες που καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών

Όταν, κατά την έρευνα από εθνικό μέλος της Eurojust, αναπληρωτή του, βοηθό του ή ειδικά εξουσιοδοτημένο προσωπικό, εντοπίζεται σύμπτωση μεταξύ πληροφορίας που επεξεργάζεται η Eurojust και καταχώρισης στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών, το εν λόγω μέλος ενημερώνει την κατά το άρθρο 19 αρμόδια αρχή. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται κατά την έρευνα αυτή μπορεί να διαβιβάζονται προς τρίτες χώρες και τρίτους οργανισμούς μόνο με τη συγκατάθεση της κατά το άρθρο 19 αρμόδιας αρχής που τις καταχώρισε.

Άρθρο 25
(Άρθρο 13 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Τροποποίηση δεδομένων

1. Μόνο οι αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές έχουν το δικαίωμα να τροποποιούν, συμπληρώνουν, διορθώνουν ή διαγράφουν τα δεδομένα τα οποία έχουν εισαγάγει στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών.
2. Αν οι αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές διαπιστώσουν ή πληροφορηθούν ότι τα δεδομένα που καταχώρισαν είναι ανακριβή ή ότι καταχωρίστηκαν ή διατηρήθηκαν κατά παράβαση της παρούσας απόφασης, τροποποιούν, συμπληρώνουν, διορθώνουν ή διαγράφουν τα δεδομένα, και ενημερώνουν σχετικά τα άλλα κράτη μέλη, την Ευρωπόλ και τη Eurojust.
3. Αν οι αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές, έχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι κάποιο δεδομένο είναι ανακριβές ή ότι καταχωρίστηκε ή φυλάσσεται στο τελωνειακό σύστημα πληροφοριών κατά παράβαση της παρούσας απόφασης, ενημερώνουν το παρέχον κράτος μέλος το συντομότερο δυνατόν. Το τελευταίο ελέγχει τα εν λόγω δεδομένα-και, αν είναι απαραίτητο, τα διορθώνει ή τα διαγράφει χωρίς καθυστέρηση. Εν συνεχεία το παρέχον κράτος μέλος ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη, την Ευρωπόλ και τη Eurojust για κάθε διόρθωση ή διαγραφή που πραγματοποίησε.
4. Αν, κατά την καταχώριση δεδομένων στο τελωνειακό σύστημα πληροφοριών, οι αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές διαπιστώσουν ότι η αναφορά άλλου κράτους μέλους έρχεται σε αντίθεση με μια προηγούμενη αναφορά ως προς το περιεχόμενο ή την προτεινόμενη ενέργεια, ενημερώνουν αμέσως το κράτος μέλος που υπέβαλε την προηγούμενη αναφορά. Οι αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές και το άλλο κράτος μέλος επιχειρούν στη συνέχεια να επιλύσουν το ζήτημα. Σε περίπτωση διαφωνίας ισχύει η πρώτη αναφορά ενώ τα σημεία εκείνα της νέας αναφοράς που δεν έρχονται σε αντίθεση με την πρώτη αναφορά καταχωρίζονται στο σύστημα.
5. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος, όταν, σε ένα κράτος μέλος, ένα δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή λάβει τελεσίδικη απόφαση για τροποποίηση, συμπλήρωση, διόρθωση ή διαγραφή δεδομένων του τελωνειακού συστήματος πληροφοριών, τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν αμοιβαία την υποχρέωση να εκτελέσουν την απόφαση αυτή. Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ των αποφάσεων δικαστηρίων ή άλλων αρμοδίων αρχών διαφορετικών κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 33 σχετικά με διόρθωση ή διαγραφή, το κράτος μέλος που εισήγαγε τα εν λόγω δεδομένα τα διαγράφει από το σύστημα.

Άρθρο 26
(Άρθρο 14 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Διατήρηση δεδομένων

1. Δεδομένα που εισήχθησαν στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών φυλάσσονται μόνο για το χρονικό διάστημα που θεωρείται απαραίτητο από τις αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές για την επίτευξη του επιχειρησιακού σκοπού της καταχώρισης. Η ανάγκη διατήρησης επανεξετάζεται, τουλάχιστον ετησίως,.
2.Οι αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές μπορούν, εντός της περιόδου επανεξέτασης να αποφασίσουν να διατηρήσουν τα δεδομένα μέχρι την επόμενη επανεξέταση αν η διατήρησή τους είναι απαραίτητη για τους σκοπούς για τους οποίους εισήχθησαν. Με την επιφύλαξη του άρθρου 33, αν δεν αποφασισθεί διατήρηση, τα δεδομένα αυτά μεταφέρονται αυτομάτως στο μέρος εκείνο του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών όπου υπάρχει περιορισμένη πρόσβαση σύμφωνα με την παράγραφο 4
3. Το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών πληροφορεί αυτομάτως τις αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές για προγραμματισμένη μεταφορά δεδομένων του τελωνειακού συστήματος πληροφοριών βάσει της παρ. 2, με προειδοποίηση ενός μηνός.
4. Τα δεδομένα που μεταφέρθηκαν σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου συνεχίζουν να φυλάσσονται για ένα έτος εντός του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών. Πρόσβαση σε αυτά έχει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα του ν. 2472/1997. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δύναται να συμβουλεύεται τα δεδομένα μόνο χάριν ελέγχου της ακρίβειας και της νομιμότητάς τους, κατόπιν δε τούτου πρέπει να διαγράφονται.

Άρθρο 27
(Άρθρο 15 παρ. 1,3 και 4 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Δημιουργία Αρχείου Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών

1. Το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών περιλαμβάνει πέραν των δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 15, και τα δεδομένα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε ειδική βάση δεδομένων ονομαζόμενη εφεξής «Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών». Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των άρθρων 28 έως 31, όλες οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται και στο Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών. Δεν εφαρμόζεται η εξαίρεση της παρ. 2 του άρθρου 32.
2. Ως σοβαρές παραβάσεις της κείμενης νομοθεσίας, νοούνται μόνον παραβάσεις που τιμωρούνται:
α) με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικά της ελευθερίας, ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον 12 μηνών ή
β) με πρόστιμο τουλάχιστον δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.
3. Εάν οι αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές, στις περιπτώσεις που συμβουλεύονται το αρχείο φακέλων ερευνών, χρειάζονται περισσότερες πληροφορίες για τον αποθηκευμένο φάκελο ερευνών σχετικά με πρόσωπο ή επιχείρηση, ζητούν τη συνδρομή του παρέχοντος κράτους μέλους, βάσει των ισχυουσών νομοθετικών πράξεων περί αμοιβαίας συνδρομής.

Άρθρο 28
(Άρθρο 16 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Λειτουργία και Χρήση του Αρχείου Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών

1. Δεδομένα από τους φακέλους ερευνών θα καταχωρίζονται στο Αρχείο φακέλων Τελωνειακών Ερευνών μόνον για τους στόχους της παρ. 2 του άρθρου 13. Τα δεδομένα αυτά θα αφορούν μόνον τις ακόλουθες κατηγορίες:
α) πρόσωπο ή επιχείρηση για τα οποία διεξάγεται ή διεξήχθη έρευνα από τις αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές και:
αβ) για το οποίο, βάσει της κείμενης νομοθεσίας, υπάρχουν υπόνοιες ότι διαπράττει, έχει διαπράξει, συμμετέχει ή έχει συμμετάσχει στην τέλεση σοβαρής παράβασης των εθνικών νόμων, ή
αγ) για το οποίο υπάρχει αναφορά σχετικά με μία εκ των παραβάσεων αυτών, ή
αδ) στο οποίο επεβλήθη διοικητική ή δικαστική κύρωση για μία εκ των παραβάσεων αυτών
β) τον τομέα που καλύπτει ο φάκελος ερευνών
γ) το ονοματεπώνυμο, την ιθαγένεια και τα στοιχεία των εκπροσώπων της κατά το άρθρο 19 αρμόδιας αρχής που χειρίζεται τον φάκελο μαζί με τον αριθμό του φακέλου. Τα δεδομένα των σημείων α), β) και γ) καταχωρίζονται σε αρχείο χωριστά για κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση. Διασυνδέσεις αρχείων δεν επιτρέπονται.
2. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) περιορίζονται στα ακόλουθα:
α) για τα πρόσωπα: επώνυμο, γένος, όνομα(-τα), προηγούμενα επώνυμα και ψευδώνυμα, ημερομηνία και τόπος γεννήσεως, ιθαγένεια και φύλο- β) για τις επιχειρήσεις: επωνυμία, επωνυμία που χρησιμοποιεί η επιχείρηση στις εμπορικές της δραστηριότητες, διεύθυνση, αριθμός φορολογικού μητρώου και αριθμός μητρώου για τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης.
3. Τα δεδομένα καταχωρίζονται για περιορισμένο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 31.

Αρθρο 29
(Άρθρο 17 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ)

Οι αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές δεν υποχρεούνται να εισάγουν καταχωρίσεις σύμφωνα με το άρθρο 28 σε οποιαδήποτε ειδική περίπτωση εφόσον και όταν η εισαγωγή τους θα μπορούσε να βλάψει τη δημόσια τάξη ή άλλα ουσιώδη συμφέροντα, ιδίως αν με τον τρόπο αυτό δημιουργείται άμεση και σοβαρή απειλή κατά της δημόσιας ασφάλειας ή κατά της δημόσιας ασφάλειας άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, ή σε περίπτωση που δημιουργείται κίνδυνος για ουσιώδη συμφέροντα ίσης σημασίας, ή σε περίπτωση που τέτοιες καταχωρίσεις βλάπτουν σοβαρά τα ατομικά δικαιώματα ή θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο μια διεξαγόμενη έρευνα.

Άρθρο 30
(Άρθρο 18 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ)

Η καταχώριση δεδομένων στο Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών και η χρήση των δεδομένων αυτών γίνεται μόνο από τις κατά το άρθρο 19 αρμόδιες αρχές
Κάθε χρήση στοιχείων από το Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών πρέπει να καλύπτει τα εξής δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα: α) για τα πρόσωπα: όνομα, ή/και επώνυμο, ή/και γένος, ή/και προηγούμενα επώνυμα, ή/και ψευδώνυμα, ή/και ημερομηνία γεννήσεως-
β) για τις επιχειρήσεις: εμπορική επωνυμία, ή/και επωνυμία που χρησιμοποιεί η επιχείρηση στις εμπορικές της δραστηριότητες, ή/και διεύθυνση, ή/και αριθμό φορολογικού μητρώου ή/και αριθμό μητρώου για τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης.

Άρθρο 31
( Άρθρο 19 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Περίοδος διατήρησης των δεδομένων στο Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών

1. Όταν τα δεδομένα καταχωρίζονται από τις αρμόδιες κατά το άρθρο 19 αρχές ο χρόνος διατήρησης των δεδομένων καθορίζεται κατά περίπτωση από την αρμόδια αρχή που έκανε την καταχώριση με κριτήριο την επίτευξη των σκοπών της παρ. 2 του άρθρου 13.
2. Ωστόσο, τα ακόλουθα χρονικά όρια, από την ημερομηνία εισαγωγής των δεδομένων στο φάκελο, δεν υπερβαίνονται σε καμία περίπτωση:
α) Ο χρόνος διατήρησης των δεδομένων σχετικά με φακέλους διεξαγομένων ερευνών δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη εάν στο διάστημα αυτό δεν έχει διαπιστωθεί καμία παράβαση. Τα δεδομένα διαγράφονται πριν τη λήξη της τριετούς περιόδου εφόσον πέρασαν δώδεκα (12) μήνες από την τελευταία έρευνα.
β) Τα δεδομένα σχετικά με φακέλους ερευνών, οι οποίες οδήγησαν στη διαπίστωση παράβασης, αλλά δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε καταδικαστική απόφαση ή στην απαγγελία διοικητικής κύρωσης, δεν φυλάσσονται για περίοδο άνω των έξι (6) ετών. γ) Τό δεδομένα σχετικά με φακέλους ερευνών, οι οποίες οδήγησαν σε καταδικαστική απόφαση ή σε πρόστιμο, δεν φυλάσσονται για περίοδο άνω των δέκα (10) ετών.
3. Σε όλα τα στάδια ενός φακέλου έρευνας, όπως αναφέρονται στα ανωτέρω α, β και γ εδάφια της πρώτης παραγράφου, αφ' ης στιγμής, κατά τις ισχύουσες νομοθετικές και διοικητικές διατάξεις του καταχωρίζοντος κράτους μέλους, ένα πρόσωπο ή μια επιχείρηση εντός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 28 απαλλάσσεται από τις κατηγορίες, τα δεδομένα του προσώπου ή της επιχείρησης διαγράφονται αμέσως.
4. Τα δεδομένα διαγράφονται αυτόματα από το Αρχείο Φακέλων Τελωνειακών Ερευνών αμέσως μόλις σημειωθεί υπέρβαση των μέγιστων διαστημάτων φύλαξης των δεδομένων που ορίζει η παρ. 1.

Άρθρο 32
(Άρθρο 21 παρ. 1, 2, 3 και 5 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Προστασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

1. Τα δεδομένα μπορεί να αντιγραφούν μόνο για τεχνικούς σκοπούς όταν η αντιγραφή είναι αναγκαία για άμεση έρευνα από τις κατά το άρθρο 19 αρμόδιες αρχές
2. Με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 20 τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη δεν μπορεί να αντιγράφονται από το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών σε άλλα εθνικά αρχεία με εξαίρεση την αντιγραφή τους στα συστήματα διαχείρισης κινδύνου που χρησιμοποιούνται για να κατευθύνουν τους τελωνειακούς ελέγχους σε εθνικό επίπεδο ή σε σύστημα επιχειρησιακής ανάλυσης που χρησιμοποιούνται για το συντονισμό των ενεργειών. Οι αντιγραφές αυτές μπορούν να γίνουν στο βαθμό που απαιτείται για ειδικές περιπτώσεις ή έρευνες.
3. Το Τμήμα Ανάλυσης Κινδύνου της Διεύθυνσης Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων είναι η αρμόδια υπηρεσία για τη διαχείριση του συστήματος ανάλυσης κινδύνου που χρησιμοποιείται για να κατευθύνει τους τελωνειακούς ελέγχους. Οι αναλυτές του Τμήματος Ανάλυσης Κινδύνου έχουν το δικαίωμα να αντιγράφουν και επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν καταχωρισθεί στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
4. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αντιγράφονται από το Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών αποθηκεύονται μόνο για όσο διάστημα κρίνεται αναγκαίο από τους αναλυτές του Τμήματος Ανάλυσης Κινδύνου για την αξιολόγηση των παραμέτρων επικινδυνότητας. Η ανάγκη αποθήκευσής τους επανεξετάζεται τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Η περίοδος αποθήκευσης δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που δεν είναι αναγκαία για τη συνέχιση της επιχειρησιακής ανάλυσης διαγράφονται αμέσως ή τους αφαιρούνται τα αναγνωριστικά στοιχεία.

Άρθρο 33
(Άρθρο 23 Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ )

1.Κάθε πρόσωπο μπορεί να εγείρει αγωγή ή αναλόγως της περίπτωσης να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου ή αρμόδιας αρχής, σύμφωνα με το ν. 2472/1997, σχετικά με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν εισαχθεί στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών και το αφορούν προκειμένου να:
α) διορθώσει ή διαγράψει ανακριβή δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
β) διορθώσει ή διαγράψει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν εισαχθεί ή αποθηκευθεί στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών κατά παράβαση του παρόντος.
γ) επιτύχει πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
δ) κλειδώσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
ε) λάβει αποζημίωση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 37.
2.Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 37, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη αναλαμβάνουν αμοιβαία την υποχρέωση να εκτελούν τις τελεσίδικες αποφάσεις δικαστηρίου, ή άλλης αρμόδιας αρχής, σύμφωνα με τις περιπτ. α', β' και γ' της παρ 1..

Άρθρο 34
(Άρθρο 24 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ)

Αρμόδια εποπτεύουσα αρχή υπεύθυνη για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία διενεργεί ανεξάρτητο έλεγχο αυτού του είδους των δεδομένων που έχουν καταχωρισθεί στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών είναι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα του ν.2472/1997.

Άρθρο 35
(Άρθρο 28 παρ. 1 και 2 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Ασφάλειαα του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών

1 Οι αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 19 λαμβάνουν όλα τα αναγκαία διοικητικά μέτρα ασφαλείας όσον αφορά τα τερματικά του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών που λειτουργούν στη χώρα.
2. Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 19, λαμβάνουν μέτρα ώστε:
α) να εμποδίζουν κάθε μη εξουσιοδοτημένο άτομο να έχει πρόσβαση στις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία των δεδομένων
β) να εμποδίζουν την ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή αφαίρεση δεδομένων και υποθεμάτων τους από μη εξουσιοδοτημένα άτομα
γ) να εμποδίζουν τη μη εξουσιοδοτημένη εισαγωγή δεδομένων και κάθε μη εξουσιοδοτημένη ανάγνωση, τροποποίηση ή διαγραφή δεδομένων
δ) να εμποδίζουν την πρόσβαση σε δεδομένα του τελωνειακού συστήματος πληροφοριών από μη εξουσιοδοτημένα άτομα μέσω συσκευών διαβίβασης δεδομένων
ε) να διασφαλίζουν ότι, όσον αφορά τη χρήση του τελωνειακού συστήματος πληροφοριών, τα εξουσιοδοτημένα άτομα έχουν δικαίωμα πρόσβασης μόνο σε δεδομένα για τα οποία έχουν αρμοδιότητα
στ) να διασφαλίζεται ότι μπορεί να ελέγχεται και να βεβαιώνεται σε ποιες αρχές δύνανται να μεταβιβάζονται τα δεδομένα μέσω συσκευών διαβίβασης δεδομένων
ζ) να διασφαλίζεται ότι μπορεί να ελέγχεται και να βεβαιώνεται εκ των υστέρων ποια δεδομένα εισήχθησαν στο τελωνειακό σύστημα πληροφοριών, πότε εισήχθησαν και από ποιον, και να ελέγχεται η διακίνηση των δεδομένων αυτών-
η) να εμποδίζεται η μη εξουσιοδοτημένη ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή διαγραφή των δεδομένων κατά τη διάρκεια της διαβίβασης των και της μεταφοράς των σχετικών υποθεμάτων.

Άρθρο 36
(Άρθρο 29 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ)

Η εθνική τελωνειακή αρχή του άρθρου 22 είναι υπεύθυνη για τα μέτρα ασφαλείας που αναφέρονται στο άρθρο 35, όσον αφορά τα τερματικά που είναι εγκατεστημένα στην ελληνική επικράτεια, τις λειτουργίες επανεξέτασης που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 26 και στο άρθρο 31 και την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος.

Άρθρο 37
(Άρθρο 30 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ) Ευθύνες και υποχρεώσεις

Ι.Οι κατά το άρθρο 19 αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα που καταχωρίζονται στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών είναι ακριβή, επικαιροποιημένα, πλήρη, αξιόπιστα, έχουν καταχωρισθεί νομίμως, η επεξεργασία τους γίνεται για το σκοπό για τον οποίον συλλέχθηκαν και δεν είναι υπερβολική σε σχέση με το σκοπό αυτόν.
2. Το ελληνικό Δημόσιο υπέχει ευθύνη σύμφωνα με τους ορισμούς του ν. 2472/1997 καθώς και τις γενικές αστικές διατάξεις για οποιαδήποτε ζημία προκληθεί σε πρόσωπο εξαιτίας της χρήσης του Τελωνειακού Συστήματος Πληροφοριών ή της καταχώρισης ανακριβών δεδομένων ή της καταχώρισης και φύλαξης δεδομένων κατά παράνομο τρόπο.
3. Εάν κράτος μέλος παραλήπτης καταβάλει αποζημίωση για ζημία που προκλήθηκε από τη χρήση ανακριβών δεδομένων που έχουν καταχωρισθεί στο Τελωνειακό Σύστημα Πληροφοριών από άλλο κράτος μέλος, το τελευταίο επιστρέφει στο κράτος μέλος παραλήπτη το ποσό που έχει καταβάλει ως αποζημίωση, λαμβάνοντας υπόψη τα τυχόν σφάλματα που οφείλονται στο κράτος μέλος παραλήπτη.

Άρθρο 38
(Άρθρο 32 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ)

Οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο ανταλλάσσονται απευθείας μεταξύ των αρχών των κρατών μελών.

Άρθρο 39
(Άρθρο 34 της Απόφασης 2009/917/ΔΕΥ ) Τελικές διατάξεις

Ο ν.2706/1999 (Α' 77), με τον οποίο κυρώθηκε:
α) η Σύμβαση βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τη χρήση της Πληροφορικής στον Τελωνειακό Τομέα που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 26 Ιουλίου 1995,
β) η Συμφωνία για την προσωρινή εφαρμογή της Σύμβασης αυτής μεταξύ ορισμένων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 26 Ιουλίου 1995,
γ) το Πρωτόκολλο σχετικά με την ερμηνεία της Σύμβασης για τη χρήση της πληροφορικής στον τελωνειακό τομέα από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με προδικαστικές αποφάσεις και οι δηλώσεις που επισυνάπτονται σε αυτό που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 29 Νοεμβρίου 1996,
ο ν. 2908/2001 (Α' 89), με τον οποίο κυρώθηκε το Πρωτόκολλο που καταρτίστηκε με πράξη του Συμβουλίου της 12ης Μαρτίου 1999, με βάση το άρθρο Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στη Σύμβαση σχετικά με τη χρήση της πληροφορικής, στον τελωνειακό τομέα καθώς και σχετικά με την προσθήκη του αριθμού καταχώρισης των μέσων μεταφοράς στη Σύμβαση καθώς και ο ν. 3675/2008 (Α' 137) με τον οποίο κυρώθηκε το Πρωτόκολλο σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 8 Μαΐου 2003 και το οποίο τροποποιεί τη Σύμβαση για τη χρήση της πληροφορικής στον τελωνειακό τομέα όσον αφορά της δημιουργία αρχείου φακέλων τελωνειακών ερευνών, καταργούνται από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος νόμου.

ΜΕΡΟΣ Γ'
Λοιπές ρυθμίσεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
Τροποποιήσεις Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων, Δημοσιοποίηση Ληξιπρόθεσμων Οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και λοιπές διατάξεις

Άρθρο 40
Τροποποιήσεις Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013)

1. α. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4174/2013 (Α' 170) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Επιτρέπεται η περαιτέρω εξουσιοδότηση υπογραφής από τα όργανα στα οποία μεταβιβάστηκαν οι αρμοδιότητες ή τα οποία εξουσιοδοτήθηκαν να υπογράφουν από τον Γενικό Γραμματέα, σε ιεραρχικά υφιστάμενα όργανα αυτών, στις περιπτώσεις που αυτό προβλέπεται από τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση των δύο πρώτων εδαφίων της παρούσας παραγράφου.»
β. Η παρ. 2 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: «2. Οι αποφάσεις για μεταβίβαση αρμοδιότητας, ανάθεση καθήκοντος ή εξουσιοδότηση υπογραφής μπορεί να τροποποιούνται εν όλω ή εν μέρει από το όργανο που τις εξέδωσε».
2. α. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 4174/2013, οι λέξεις «εντός δέκα (10) ημερών» αντικαθίστανται με τις λέξεις «εντός τριάντα (30) ημερών».
β. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του ίδιου άρθρου προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Η υποχρέωση ενημέρωσης για μεταβολές στα ατομικά στοιχεία φορολογούμενου φυσικού προσώπου, που δεν αφορούν την επιχειρηματική δραστηριότητά του δεν υπόκειται σε προθεσμία.»
γ. Στο δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου οι λέξεις «του προηγούμενου εδαφίου» αντικαθίστανται με τις λέξεις «των προηγούμενων εδαφίων».
3. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 4174/2013 μετά τις λέξεις «και ιδρύματα πληρωμών» προστίθενται οι λέξεις «καθώς και με φορείς της Γενικής Κυβέρνησης».
4. α. Η περίπτ. α" της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «α) άλλους υπαλλήλους της Φορολογικής Διοίκησης, μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δικηγόρους του Δημοσίου στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων τους»,
β. Στην περίπτ. δ' της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 μετά τις λέξεις στον «τομέα της φορολογίας» προστίθενται οι λέξεις: «, τα άρθρα 295-319 του ν. 4072/2012 (Α' 86) με τα οποία ενσωματώθηκαν οι διατάξεις της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα».
γ. Η περίπτ. ζ' της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «ζ) σε διαζευγμένους ή συζύγους σε διάσταση και σε ανιόντες και κατιόντες, για τον καθορισμό διατροφής κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, για τα στοιχεία που αναγράφονται ρητά σε αυτήν,»
δ. Η παρ. 6 του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «6. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων προσδιορίζεται η εφαρμογή του πλαισίου και των πολιτικών ασφαλείας του Υπουργείου Οικονομικών για την τήρηση του φορολογικού απορρήτου: α) από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου και της περίπτ. α' της παρ. 1, β) από τα πρόσωπα όλων των περιπτώσεων, πλην της περίπτ. α' της παρ. 1, το σύστημα καταχώρισης και παρακολούθησης χορήγησης απόρρητων στοιχείων ή πληροφοριών σε πρόσωπα εντός και εκτός της Φορολογικής Διοίκησης και κάθε άλλο σχετικό θέμα».
5. Μετά το άρθρο 17 του ν. 4174/2013 προστίθεται άρθρο 17Α ως εξής: "Άρθρο 17Α
Κυρώσεις για παραβίαση του φορολογικού απορρήτου
1. Η παραβίαση του απορρήτου των στοιχείων και πληροφοριών που τηρούνται στη Φορολογική Διοίκηση από τα πρόσωπα του άρθρου 17 που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 2 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΙΜ.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α' 26) συνιστά σε κάθε περίπτωση τα πειθαρχικά παραπτώματα της παράβασης καθήκοντος και της παραβίασης της υποχρέωσης εχεμύθειας, τα οποία μπορεί να επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης κατά τις περιπτ. γ'και η'της παρ. 1 του άρθρου 107 και η' της παρ. 1 του άρθρου 109 του Κώδικα αυτού.
2. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων επιβάλλεται στα πρόσωπα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 17 που παραβιάζουν το απόρρητο και αποκαλύπτουν σε τρίτους στοιχεία και πληροφορίες που τηρούνται στη Φορολογική Διοίκηση και περιήλθαν σε γνώση τους, πρόστιμο ύψους από χίλια (1.000) έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, ανάλογα με τη βαρύτητα της παραβίασης και τις συντρέχουσες περιστάσεις.
Το ανωτέρω πρόστιμο διαγράφεται εάν το πρόσωπο, σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε, αθωώθηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή απαλλάχθηκε με αμετάκλητο βούλευμα, λόγω της ανυπαρξίας των πραγματικών περιστατικών, που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου παραπτώματος.
3. Η μη τήρηση του απορρήτου από το προσωπικό ή τους διοικούντες τις αναδόχους εταιρείες, οι οποίες διαχειρίζονται έργα του Υπουργείου Οικονομικών, τιμωρείται με πρόστιμο ποσού διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, ανά παράβαση, το οποίο επιβάλλεται στην εταιρεία με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
4. Για την επιβολή των κυρώσεων των προηγούμενων παραγράφων απαιτείται προηγούμενη ακρόαση του προσώπου στο οποίο επιβάλλεται.
5. Σε περίπτωση επανάληψης της παραβίασης από το ίδιο πρόσωπο, επιβάλλεται πρόστιμο διπλάσιο του αρχικού επιβληθέντος.
6. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ορίζεται η ειδικότερη διαδικασία επιβολής των κυρώσεων και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.»
6. α. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής: "Ο Φάκελος Τεκμηρίωσης, που αποτελείται κατά περίπτωση από τον Βασικό Φάκελο Τεκμηρίωσης και τον Ελληνικό Φάκελο Τεκμηρίωσης, καταρτίζεται έως την λήξη της προθεσμίας υποβολής της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και συνοδεύεται από Συνοπτικό Πίνακα Πληροφοριών, ο οποίος υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση μέσα στην ίδια προθεσμία."
β. Η προηγούμενη περίπτωση εφαρμόζεται για φακέλους τεκμηρίωσης που καταρτίζονται για συναλλαγές φορολογικών ετών που αρχίζουν από την 1.1.2015 και μετά.
7. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 21 του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «Με όμοια απόφαση μπορεί να προβλέπεται η μέθοδος υπολογισμού του κύκλου εργασιών και των αντίστοιχων λογιστικών προτύπων, όπως επίσης απλουστευμένη διαδικασία για πολύ μικρές και μικρές οντότητες όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 4308/2014 (Α' 251), καθώς επίσης και απαλλαγές από την υποχρέωση τεκμηρίωσης για πολύ μικρές οντότητες».
8. α. Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4174/2013 οι λέξεις «εκατόν είκοσι (120) ημερών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δεκαοκτώ (18) μηνών», β. Στην ίδια ως άνω παράγραφο προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: «Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορεί να ορίζεται μεγαλύτερος χρόνος για την έκδοση της απόφασης του πρώτου εδαφίου και μέχρι τριάντα έξι (36) μήνες από την υποβολή της αίτησης.».
9. α. Η περίπτ. α' της παρ. 2 του άρθρου 23 του ν.4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «α) Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να διενεργεί φορολογικό έλεγχο από τα γραφεία της με βάση τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις, δηλώσεις και λοιπά έγγραφα που υποβάλλει ο φορολογούμενος, καθώς και έγγραφα και πληροφορίες που έχει στην κατοχή της, ή με βάση τα βιβλία και λογιστικά αρχεία που προσκομίζονται από τον φορολογούμενο κατόπιν σχετικού εγγράφου της Φορολογικής Διοίκησης».
β. Στο ίδιο άρθρο προστίθεται παρ. 3 ως εξής: «3. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων μπορεί με απόφασή του να ορίζει ειδικό τρόπο διενέργειας των ελέγχων, ενδεδειγμένες ελεγκτικές επαληθεύσεις, για ορισμένες ή και για όλες τις κατηγορίες των υπόχρεων, ανάλογα και με το αντικείμενο δραστηριότητας και το ύψος των οικονομικών δεδομένων, διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται κατά τον έλεγχο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»
10. Η παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Εάν τα βιβλία και τα στοιχεία τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή, η Φορολογική Διοίκηση έχει δικαίωμα πρόσβασης σε οποιαδήποτε σχετιζόμενα αρχεία. Ειδικότερα, ο φορολογούμενος υποχρεούται να παράσχει κάθε απαραίτητη πληροφορία για την απρόσκοπτη πρόσβαση στον οριζόμενο υπάλληλο της φορολογικής διοίκησης, ανεξάρτητα από τον τόπο της αποθήκευσης και της μορφής των δεδομένων αυτών. Την ίδια υποχρέωση έχουν και όσοι τρίτοι παρέχουν ψηφιακές υπηρεσίες προς τον φορολογούμενο, οι οποίες σχετίζονται με την αποθήκευση και επεξεργασία ψηφιακών δεδομένων, εφόσον αυτό ζητηθεί από τη φορολογική διοίκηση. Η φορολογική διοίκηση δικαιούται να λαμβάνει τα ηλεκτρονικά αρχεία σε αναγνώσιμη ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή.»
11. α. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «Η είσοδος στην κατοικία του φορολογουμένου επιτρέπεται μόνο με εντολή του αρμόδιου Εισαγγελέα και ο έλεγχος πραγματοποιείται μόνο με την παρουσία δικαστικού λειτουργού».
β. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του ίδιου άρθρου οι λέξεις «τα οποία επηρεάζουν τον υπολογισμό της φορολογικής οφειλής» αντικαθίστανται με τις λέξεις «από τα οποία προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί κατόπιν του αρχικού ελέγχου».
12. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4174/2013 οι λέξεις «τα αποτελέσματα του φορολογικού ελέγχου» αντικαθίστανται με τις λέξεις «σημείωμα διαπιστώσεων με τα αποτελέσματα του φορολογικού ελέγχου».
13. Στο άρθρο 50 του ν. 4174/2013 προστίθεται παρ. 9 ως εξής: «9. Από τις ανωτέρω διατάξεις εξαιρούνται οι αρχηγοί των διπλωματικών αποστολών και των προξενικών αρχών για τα χρέη του διαπιστεύοντος ή αποστέλλοντος κράτους αντίστοιχα.».
14. α. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 54 του ν. 4174/2013 προστίθενται περιπτώσεις ι', ια' και ιβ' ως εξής:
"ι) παραβιάζει ή παραποιεί ή επεμβαίνει κατά οποιονδήποτε τρόπο στη λειτουργία των φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών.
ια) εκδίδει στοιχεία λιανικής πώλησης χωρίς τη χρήση φορολογικού ηλεκτρονικού μηχανισμού ή από φορολογικό ηλεκτρονικό μηχανισμό ο οποίος δεν λειτουργεί με εγκεκριμένες προδιαγραφές.
ιβ) εκδίδει δελτία και αποδείξεις από το Ολοκληρωμένο Σύστημα Ελέγχου Εισροών - Εκροών, χωρίς τη χρήση εγκεκριμένου μοντέλου μηχανισμού σήμανσης (Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ.)." β. Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου προστίθενται περιπτώσεις στ' και ζ' ως εξής: «στ) πεντακόσια (500) ευρώ, ανά φορολογικό έλεγχο, για παραβάσεις των περίπτ. ια' και ιβ' της παρ. 1,
ζ) πέντε, δέκα, και είκοσι χιλιάδες (5.000, 10.000, 20.000) ευρώ, για κάθε παράβαση της περίπτ. ι' της παρ. 1, κατά περίπτωση και ως εξής: πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, όταν υπαίτιος της παράβασης είναι ο κάτοχος-χρήστης του φορολογικού ηλεκτρονικού μηχανισμού, δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, όταν υπαίτιος της παράβασης είναι η επιχείρηση μεταπώλησης ή τεχνικής υποστήριξης, και είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ σε περίπτωση που υπαίτιος της παράβασης είναι η επιχείρηση που έχει λάβει έγκριση λογισμικού (software) και υλισμικού (hardware) από τα αρμόδια όργανα.» γ. Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης εφαρμόζονται για παραβάσεις που διαπιστώνονται από την 1.1.2016 και εφεξής.
15. Το άρθρο 54 Β' του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«Αν ο φορολογούμενος δεν υποβάλει δήλωση στοιχείων ακινήτων ή υποβάλει εκπρόθεσμη ή ανακριβή δήλωση, με συνέπεια τη μη διενέργεια εκκαθάρισης του ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή την εκκαθάριση ή τον προσδιορισμό αυτού σε μεταγενέστερο χρόνο, ως αφετηρία για την επιβολή των προστίμων ορίζεται η επομένη της καταληκτικής ημερομηνίας υποβολής δήλωσης στοιχείων ακινήτων. Ως αφετηρία για την επιβολή των τόκων ορίζεται η επομένη της ημερομηνίας της πρώτης ηλεκτρονικής έκδοσης των πράξεων διοικητικού προσδιορισμού φόρου για το οικείο έτος από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων για τους υπόχρεους του έτους αυτού.»
16. Στην παρ. 1 του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: «Η προθεσμία του προηγουμένου εδαφίου ορίζεται σε εξήντα (60) μέρες για φορολογούμενους κατοίκους εξωτερικού».
17. Οι διατάξεις της παραγράφου 15 ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2016.

Άρθρο 41 Τροποποιήσεις του ν. 4308/2014

1.α. Στην περίπτ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 (Α' 251) η φράση «του ιδιωτικού τομέα» διαγράφεται.
β. Η περίπτ. δ' της παρ. 2 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: «δ) Οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α' 143) οι οποίοι μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος είχαν την υποχρέωση εφαρμογής του π.δ. 1123/1980 (Α' 283).» γ. Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου προστίθεται περίπτωση ε1 ως εξής: « ε) Οι φορείς του δημοσίου τομέα του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 εκτός Γενικής Κυβέρνησης οι οποίοι μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος είχαν την υποχρέωση εφαρμογής του π.δ. 1123/1980.»
δ. Η περίπτ. β' της παρ. 3 του ίδιου άρθρου καταργείται.
ε. Η παρ. 7 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: «7. Οι φορείς του δημόσιου τομέα του άρθρου 14 του νόμου 4270/2014 οι οποίοι από άλλη διάταξη νόμου υποχρεώνονταν σε εφαρμογή του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών της Υποπαραγράφου Ε1 της παρ. Ε του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α'222), όταν δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις της παρ. 2, εφαρμόζουν μόνο τα άρθρα 3 ως και 15 του παρόντος νόμου, πλην των διατάξεων των παρ. 8 έως 12 του άρθρου 3 και των διατάξεων που αφορούν την κατάρτιση χρηματοοικονομικών καταστάσεων.»
στ. Στην περίπτ. β' της παρ. 9 του ίδιου άρθρου οι λέξεις «στα αποτελέσματα της περιόδου» διαγράφονται.
2. Η παρ. 10 του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 καταργείται.
3. Στο άρθρο 3 του ν. 4308/2014 προστίθεται παρ. 13 ως εξής: «13. Οι οντότητες που βάσει του παρόντος μπορεί να χρησιμοποιούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα αλλά από άλλο νόμο υποχρεούνται σε σύνταξη ισολογισμού χωρίς τήρηση διπλογραφικού συστήματος, δεν υποχρεούνται από τον παρόντα νόμο σε εφαρμογή διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.»
4. α. Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτ. α' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4308/2014 προστίθεται η φράση: «και πάντως εντός του φορολογικού έτους που έγινε η παράδοση».
β. Στην περίπτ. δ' της παρ. 1 του άρθρου 13 μετά τις λέξεις «Σε περίπτωση συνεχιζόμενης παροχής» και πριν τη λέξη «υπηρεσίας» προστίθεται η λέξη «αγαθών,».
5. Στην παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 η αναφορά «(α) έως (στ)» γίνεται «(α) έως (ε)».
6. α. Η περίπτ. γ' της παρ. 3 του άρθρου 37 του ν. 4308/2014 καταργείται.
β. Στην παράγραφο 9 του άρθρου 37 οι λέξεις: «τις παραγράφους 4, 6 και 7» αντικαθίστανται από τις λέξεις «την παρ. 7».
γ. Στην παρ. 10 του άρθρου 37 διαγράφονται οι λέξεις: «και οι μικρές».

Άρθρο 42
Τροποποιήσεις του άρθρου 9 του ν. 3943/2011 για τη δημοσιοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης

Ο τίτλος και οι παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 9 του ν.3943/2011 (Α' 66) αντικαθίστανται ως εξής: «Άρθρο 9
Δημοσιοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης
1. Τα στοιχεία των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο από κάθε αιτία και των ασφαλιστικών οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης δημοσιοποιούνται υποχρεωτικά σε διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, εφόσον η βασική ληξιπρόθεσμη οφειλή προς το Δημόσιο ή και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης υπερβαίνει ανά φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και η καταβολή της καθυστερεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών. Η ενημέρωση των οφειλετών που εμπίπτουν στη ρύθμιση της παρούσας παραγράφου διενεργείται με τη διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 11 του ν.2472/1997 (Α' 50) ή και με την αποστολή, τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν τη δημοσιοποίηση, ηλεκτρονικής ειδοποίησης στην τελευταία δηλωθείσα, στη Φορολογική Διοίκηση, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των οφειλετών, με την οποία αυτοί καλούνται να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.
2. Από τη ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται:
α) οι οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών, εφόσον τηρούνται οι όροι τους και για όσο χρόνο διαρκεί η διευκόλυνση ή η ρύθμιση,
β) οι οφειλές για τις οποίες έχει χορηγηθεί αναστολή καταβολής με προσωρινή διαταγή, δικαστική απόφαση, πράξη διοικητικού οργάνου ή εκ του νόμου, γ) οι οφειλές που έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτες είσπραξης, δ) οι οφειλές αποβιωσάντων οφειλετών, ε) οι οφειλές ανηλίκων οφειλετών και
στ) οι οφειλές του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων μπορούν να ορίζονται και άλλες οφειλές οι οποίες εξαιρούνται από τη δημοσιοποίηση.
4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών ορίζονται οι προϋποθέσεις, η διαδικασία, οι τεχνικές προδιαγραφές, ο χρόνος και ο τρόπος δημοσιοποίησης στο διαδίκτυο, η διαδικασία αποστολής της ηλεκτρονικής ειδοποίησης, τα δεδομένα που δημοσιοποιούνται, η διαδικασία και οι προϋποθέσεις άρσης ή διόρθωσης της δημοσιοποίησης, τα αρμόδια όργανα για τη διενέργεια της δημοσιοποίησης και την άρση αυτής, τα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια της επεξεργασίας και κάθε άλλο ειδικό θέμα, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του ν.2472/1997. Με όμοια απόφαση μπορεί να μεταβάλλεται το ποσό του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.»

Άρθρο 43
Τροποποιήσεις του άρθρου 9 του ν.4171/1961

1. Η περίπτ. α' της παρ. 5 του άρθρου 9 του ν.4171/1961 (Α'93), που προστέθηκε με το άρθρο 20 του ν.4332/2015 (Α"76), καταργείται από τότε που ίσχυσε.
2. Στην παρ. 5 του άρθρου 9 του ν.4171/1961 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Με όμοια απόφαση καθορίζονται επίσης τα λοιπά απαραίτητα δικαιολογητικά και στοιχεία ενημέρωσης που υποβάλλονται από τις επιχειρήσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.».

Άρθρο 44 Συμμετοχή της Ελλάδας στον Ενδοευρωπαϊκό Οργανισμό Φορολογικών Διοικήσεων (IOTA)
Εγκρίνεται από την 1η Ιανουαρίου 2006 η συμμετοχή της Ελλάδας, ως πλήρους μέλους στον μη κερδοσκοπικό διακυβερνητικό Οργανισμό με την ονομασία «Ενδοευρωπαϊκός Οργανισμός Φορολογικών Διοικήσεων» (Intraeuropean Organisation of Tax Administrations - IOTA) που τελεί υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την υπ'αριθ. 1040837/12.04.2006 αίτηση, υπό μορφή επιστολής, του Υφυπουργού Οικονομικών και την υπ'αριθ. 100/26.05.2006 αποδοχή του ελληνικού αιτήματος για ένταξη στον ως άνω Οργανισμό. Από την 1.1.2006 ενεργοποιείται η ισχύς των διατάξεων του καταστατικού του εν λόγω Οργανισμού σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα αποτελεί πλήρες μέλος του.

Άρθρο 45
Παράταση προθεσμίας άρθρου 7 ν. 4337/2015

α. Η προθεσμία που προβλέπεται από το πέμπτο εδάφιο των παρ. 2 και 4 του άρθρου 7 του ν. 4337/2015 (Α' 129), παρατείνεται από τη λήξη της και μέχρι την 30.10.2016. β. Για την καταβολή εξακολουθούν να ισχύουν τα προβλεπόμενα από το τέταρτο εδάφιο των ως άνω παραγράφων. Εξαιρετικά, για δηλώσεις που έχουν υποβληθεί μετά τη λήξη της προβλεπόμενης από το πέμπτο εδάφιο των παρ. 2 και 4 του άρθρου 7 του ν. 4337/2015 (Α' 129) προθεσμίας και μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, η καταβολή γίνεται εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Άρθρο 46
Τροποποιήσεις του άρθρου 20 του ν. 2948/2001

1.Η παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001 (Α'242), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Τα ετήσια τέλη κυκλοφορίας που επιβάλλονται στα αυτοκίνητα οχήματα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου με τις οποίες ορίζεται διαφορετικά και λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων της Οδηγίας 1999/62/ΕΚ ως προς τα βαρέα φορτηγά οχήματα, ορίζονται ως εξής:
Α. Αυτοκίνητα οχήματα ιδιωτικής χρήσης
α) Επιβατικά αυτοκίνητα που έχουν ταξινομηθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα Της Ε.Ε./ΕΟΧ, ως την 31.10.2010 και δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, με βάση τον κυλινδρισμό του κινητήρα αυτών, ως εξής:



β) Επιβατικά αυτοκίνητα ταξινομούμενα για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα της Ε.Ε./ΕΟΧ, από 1.11.2010 και μετά, αποκλειστικά με βάση τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (γραμμάρια C02 ανα χιλιόμετρο).
Λαμβάνονται υπόψη οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, όπως αυτές αναγράφονται στην άδεια του οχήματος, ως εξής:


Για τα Ε.Ι.Χ. ρυμουλκούμενα, ημιρυμουλκούμενα (τροχόσπιτα): 140 Ευρώ Στα ανωτέρω αυτοκίνητα περιλαμβάνονται και τα επιβατικά ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα που εισάγονται από το αλλοδαπό προσωπικό των εμποροβιομηχανικών επιχειρήσεων των εγκατεστημένων στην Ελλάδα με βάση των α.ν. 89/1967 (Α' 132). Επίσης περιλαμβάνονται και τα τύπου Jeep αυτοκίνητα, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό τους ως επιβατικών ή φορτηγών,
γ) Φορτηγά αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες:



Για τα ρυμουλκά (τράκτορ): 300 ευρώ.
δ) Λεωφορεία:

ε) Αυτοκίνητα που δεν ανήκουν στις πιο πάνω κατηγορίες: 535 ευρώ.
Ασθενοφόρα και νεκροφόρες: 300 ευρώ στ) Ειδικά, τα ετήσια τέλη κυκλοφορίας των ιδιωτικής χρήσης επιβατικών οχημάτων που τελούν στο ανασταλτικό τελωνειακό καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής, υπολογίζονται αποκλειστικά με βάση τον κυλινδρισμό του κινητήρα αυτών, όπως ορίζεται από τις διατάξεις της υποπερίπτωσης α'.
ζ) Στα εκποιούμενα από το Δημόσιο ή τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού (Ο.Δ.Δ.Υ. Α.Ε.) επιβατικά αυτοκίνητα οχήματα, τα οποία τίθενται από τους αγοραστές σε κυκλοφορία, ως ιδιωτικής χρήσης, τα τέλη κυκλοφορίας υπολογίζονται αποκλειστικά με βάση τον κυλινδρισμό του κινητήρα αυτών, σύμφωνα με τον τρίτο πίνακα της υποπερίπτωσης α'.
Ειδικά, υβριδικά αυτοκίνητα οχήματα και υβριδικές δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες, που εμπίπτουν στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, έως 1549 κ.εκ., ανεξάρτητα από την ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησης στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας.
Για τα οχήματα της κατηγορίας αυτής από 1549 κ.εκ. και άνω, τα τέλη κυκλοφορίας που επιβάλλονται αναλογούν στο 60% των τελών των αντίστοιχων συμβατικών» Ειδικά, προκειμένου για ηλεκτροκίνητα και υδρογόνου αυτοκίνητα οχήματα και ηλεκτροκίνητες και υδρογόνου δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες, της πιο πάνω κατηγορίας, αυτά απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας.
η) Για τα καινούργια ή μεταχειρισμένα επιβατικά ιδιωτικής χρήσης αυτοκινούμενα τροχόσπιτα και θωρακισμένα επιβατικά οχήματα, επειδή εξαιρούνται από τη μέτρηση εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, τα τέλη κυκλοφορίας για τα οχήματα της κατηγορίας αυτής υπολογίζονται με βάση τον κυλινδρισμό του κινητήρα αυτών, θ) Για τα μεταχειρισμένα επιβατικά ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα, με πρώτο έτος κυκλοφορίας στη διεθνή αγορά πριν από την 1.1.2002, ανεξάρτητα του χρόνου της πρώτης ταξινόμησης στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, επειδή για τα οχήματα αυτά δεν ήταν υποχρεωτική η μέτρηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, τα τέλη κυκλοφορίας για τα οχήματα της κατηγορίας αυτής υπολογίζονται με βάση τον κυλινδρισμό του κινητήρα αυτών
ι) Για τα επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης που αποχαρακτηρίζονται και τίθενται σε κυκλοφορία, ως ιδιωτικής χρήσης, ως ημερομηνία για τον υπολογισμό των τελών κυκλοφορίας, νοείται η ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ.
κ) Για τα επιβατικά οχήματα ιδιωτικής χρήσης που είχαν ταξινομηθεί στη χώρα μας και μετά τη διαγραφή τους από το Μητρώο του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, επαναταξινομούνται στη χώρα, ως ημερομηνία πρώτης ταξινόμησής τους, νοείται η ημερομηνία της πρώτης άδειας κυκλοφορίας στη χώρα μας ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ., πριν από τη διαγραφή τους. Β. Αυτοκίνητα οχήματα δημόσιας χρήσης.
α) Επιβατικά (με ή χωρίς μετρητή) που έχουν ταξινομηθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, έως την 31.10.2010: 290 ευρώ.
β) Επιβατικά (με ή χωρίς μετρητή) ταξινομούμενα για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, από την 1.11.2010 και μετά, αποκλειστικά με βάση τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (γραμμάρια C02 ανά χιλιόμετρο).
Λαμβάνονται υπόψη οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, όπως αυτές αναγράφονται στην άδεια του οχήματος, ως εξής:


γ) Φορτηγά αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες:



Γ. Για τα αλλοδαπά φορτηγά αυτοκίνητα, για κάθε ταξίδι, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τις σχετικές διακρατικές συμβάσεις: 100 ευρώ.
Δ. Για τη χορήγηση προσωρινής άδειας κυκλοφορίας αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσικλετών: 10 ευρώ ανά ημέρα για τα αυτοκίνητα οχήματα και 3 ευρώ ανά ημέρα για τις μοτοσικλέτες.
Ε. Για τη δοκιμαστική κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων: α) Για μοτοσικλέτες: 30 ευρώ. β) Για λοιπά οχήματα: 150 ευρώ.
ΣΤ. Τα τέλη κυκλοφορίας των δίτροχων, τρίτροχων μοτοποδηλάτων ορίζονται σε 12 ευρώ.»
2. Η παρ. 2 του άρθρου 35 του ν.3986/2011 (Α' 152) αντικαθίσταται ως εξής: « 2. Τα υβριδικά επιβατικά αυτοκίνητα δημοσίας χρήσης (ΤΑΞΙ), κυλινδρισμού κινητήρα έως 1929 κ.εκ., που έχουν ταξινομηθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ έως την 31.10.2010, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας. Για τα υβριδικά επιβατικά αυτοκίνητα δημοσίας χρήσης (ΤΑΞΙ), κυλινδρισμού κινητήρα άνω των 1929 κ.εκ., που έχουν ταξινομηθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, έως την 31.10.2010, τα τέλη κυκλοφορίας που επιβάλλονται αναλογούν στο ήμισυ των τελών των αντίστοιχων συμβατικών οχημάτων.
Τα υβριδικά επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, κυλινδρισμού κινητήρα έως 1549 κ.εκ., που έχουν ταξινομηθεί στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, για πρώτη φορά έως την 31.10.2010, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας.
Για τα υβριδικά επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, κυλινδρισμού κινητήρα από 1549 κ.εκ. και άνω, που έχουν ταξινομηθεί στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, για πρώτη φορά έως την 31.10.2010, τα τέλη κυκλοφορίας που επιβάλλονται αναλογούν στο 60% των τελών των αντίστοιχων συμβατικών οχημάτων.
Για τα πιο πάνω οχήματα, ανεξάρτητα κυλινδρισμού κινητήρα, που ταξινομούνται για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, από την 1.11.2010 και μετά, τα τέλη κυκλοφορίας προσδιορίζονται με βάση τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ανάλογα αν αυτά είναι ιδιωτικής ή δημοσίας χρήσης οχήματα.
Τα επιβατικά ηλεκτροκίνητα και υδρογόνου αυτοκίνητα ιδιωτικής και δημοσίας χρήσης, που έχουν ταξινομηθεί στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, για πρώτη φορά έως την 
31.10.2010, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας. Για τα οχήματα αυτά, που ταξινομούνται για πρώτη φορά στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, από την 1.11.2010 και μετά, τα τέλη κυκλοφορίας προσδιορίζονται με βάση τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ανάλογα αν αυτό είναι ιδιωτικής ή δημοσίας χρήσης οχήματα. Οι υβριδικές δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες δημοσίας χρήσης κυλινδρισμού κινητήρα έως 1929 κ.εκ., ανεξάρτητα από την ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας. Για τις υβριδικές δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες δημοσίας χρήσης, κυλινδρισμού κινητήρα άνω των 1929 κ.εκ., ανεξάρτητα από την ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, τα τέλη κυκλοφορίας που επιβάλλονται αναλογούν στο ήμισυ των τελών των αντίστοιχων συμβατικών οχημάτων. Οι υβριδικές δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες ιδιωτικής χρήσης, κυλινδρισμού κινητήρα έως 1.549 κ.εκ., ανεξάρτητα από την ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας. Για τις υβριδικές δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες ιδιωτικής χρήσης, κυλινδρισμού κινητήρα από 1549 κ.εκ και άνω, ανεξάρτητα από την ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, τα τέλη κυκλοφορίας που επιβάλλονται αναλογούν στο 60% των τελών των αντίστοιχων συμβατικών οχημάτων. Οι επιβατικές ηλεκτροκίνητες και υδρογόνου δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες ιδιωτικής και δημοσίας χρήσης, ανεξάρτητα από την ημερομηνία της πρώτης ταξινόμησής τους στην Ελλάδα ή σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ, απαλλάσσονται των τελών κυκλοφορίας.»
3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων ισχύουν για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2017 και επομένων.

Άρθρο 47
Αναμόρφωση του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ αγροτών

1. Οι διατάξεις του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000, Α' 248), αντικαθίστανται ως εξής: «Άρθρο 41
Ειδικό καθεστώς αγροτών
1. Οι αγρότες, οι οποίοι κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος πραγματοποίησαν προς οποιοδήποτε πρόσωπο παραδόσεις αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και παροχές αγροτικών υπηρεσιών των οποίων η αξία ήταν κατώτερη των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και έλαβαν επιδοτήσεις κατώτερες των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, υπάγονται στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου, με την επιφύλαξη των παρ. 4 και 5. Οι εν λόγω αγρότες δεν επιβαρύνουν με φόρο προστιθέμενης αξίας τις παραδόσεις των αγαθών τους και τις παροχές των υπηρεσιών τους και δικαιούνται επιστροφής-του φόρου του παρόντος νόμου που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποίησαν για την άσκηση της αγροτικής εκμετάλλευσής τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 2 και 3.
2. Η επιστροφή του φόρου ενεργείται από το Δημόσιο με καταβολή στον αγρότη ποσού, το οποίο προκύπτει με την εφαρμογή κατ' αποκοπή συντελεστή έξι τοις εκατό (6%), στην αξία των παραδιδόμενων αγροτικών προϊόντων και των παρεχόμενων αγροτικών υπηρεσιών του Παραρτήματος IV του παρόντος προς άλλους υποκείμενους στο φόρο. Για την πραγματοποίηση της επιστροφής αυτής υποβάλλεται δήλωση - αίτηση επιστροφής.
Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. αυτής, ως αξία των παραδιδόμενων προϊόντων ή των παρεχόμενων υπηρεσιών, λαμβάνεται αυτή που προκύπτει από τα οικεία νόμιμα λογιστικά στοιχεία (παραστατικά), με την προϋπόθεση ότι η παραγωγή προϊόντων και η παροχή υπηρεσιών προέρχεται από εκμετάλλευση περιουσιακών στοιχείων που είτε ανήκουν στον αγρότη κατά κυριότητα, είτε έχει το δικαίωμα εκμετάλλευσης με οποιαδήποτε έννομη σχέση.
Σε περίπτωση παράδοσης αγροτικών προϊόντων από τρίτους υποκείμενους στο φόρο, για λογαριασμό των παραγωγών αγροτών, η παραπάνω αξία λαμβάνεται χωρίς φόρο και προμήθεια.
3. Οι διατάξεις της παρ. 2 δεν εφαρμόζονται για παραδόσεις αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και για παροχές αγροτικών υπηρεσιών που πραγματοποιούνται προς άλλους αγρότες που υπάγονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου ή προς μη υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα. Για τις εν λόγω πράξεις εκδίδεται ειδικό στοιχείο που περιλαμβάνει το είδος, την ποσότητα και την αξία των παραδιδόμενων αγαθών ή το είδος και την αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η αξία που αναγράφεται επί του ειδικού στοιχείου λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας του πρώτου εδαφίου της παρ. 1.
4. Οι διατάξεις των άρθρων 30, 31 και 32 δεν εφαρμόζονται για τους αγρότες που υπάγονται στο καθεστώς του άρθρου αυτού. Το αυτό ισχύει και για τις διατάξεις των άρθρων 36 και 38, με εξαίρεση τις υποχρεώσεις που αφορούν ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών.
5. Δεν υπάγονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου, αλλά εντάσσονται στο κανονικό καθεστώς οι αγρότες οι οποίοι:
α) ασκούν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και παρέχουν τις αγροτικές υπηρεσίες που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 42, με τη μορφή εταιρείας οποιουδήποτε τύπου ή αγροτικών συνεταιρισμών,
β) πωλούν αγροτικά προϊόντα παραγωγής τους, ύστερα από επεξεργασία που μπορεί να προσδώσει σε αυτά χαρακτήρα βιομηχανικών ή βιοτεχνικών προϊόντων, γ) ασκούν παράλληλα και άλλη οικονομική δραστηριότητα, για την οποία έχουν υποχρέωση να τηρούν λογιστικά αρχεία (βιβλία) σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία, δ) παραδίδουν προϊόντα παραγωγής τους από λαϊκές αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή πραγματοποιούν εξαγωγές ή παραδόσεις των προϊόντων τους προς άλλο κράτος μέλος τηςΕ.Ε.
Η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία συντρέχει μία των προϋποθέσεων των ανωτέρω περίπτωσης. Για την ένταξη στο κανονικό καθεστώς υποβάλλεται δήλωση έναρξης ή μεταβολών, κατά περίπτωση., σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 4174/2013 (Α'170). Αν η ένταξη στο κανονικό καθεστώς πραγματοποιείται εντός του φορολογικού έτους, οι αγρότες έχουν δικαίωμα επιστροφής, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2, για πράξεις που πραγματοποιούνται κατά το χρόνο ένταξής τους στο καθεστώς του παρόντος άρθρου.
6. Όι αγρότες που εντάσσονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου μπορούν να επιλέξουν τη μετάταξή τους στο κανονικό καθεστώς με υποβολή δήλωσης μεταβολών στη Φορολογική Διοίκηση.
Η προαιρετική μετάταξη από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς ισχύει είτε από την έναρξη του φορολογικού έτους και δεν μπορεί να ανακληθεί πριν την πάροδο τριετίας, είτε από την ημερομηνία υποβολής της ανωτέρω δήλωσης αν η μετάταξη πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους και δεν μπορεί να ανακληθεί πριν την πάροδο τριετίας, η οποία αρχίζει από την έναρξη του επόμενου από τη μετάταξη φορολογικού έτους.
Η υποχρεωτική μετάταξη από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς, λόγω μη πλήρωσης των κριτηρίων που αναφέρονται στην παρ. 1, ισχύει από την έναρξη του φορολογικού έτους με υποβολή δήλωσης μεταβολών. Η μη υποβολή της δήλωσης μεταβολών δεν επηρεάζει την υποχρεωτική μετάταξη στο κανονικό καθεστώς.
Μετάταξη από το κανονικό καθεστώς στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από την έναρξη του φορολογικού έτους με υποβολή δήλωσης μεταβολών στη φορολογική Διοίκηση, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται τα κριτήρια της παρ. 1 και δεν υφίστανται οι περιορισμοί των περιπτ. α' έως και δ' της παρ. 5.
7. Οι μετατασσόμενοι είναι υποχρεωμένοι να διενεργούν, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη μετάταξη, απογραφή που να περιλαμβάνει:
α) τα αποθέματα των αγροτικών προϊόντων, στα οποία περιλαμβάνονται όσα έχουν συλλεχθεί, οι ηρτημένοι καρποί και οι καλλιέργειες που βρίσκονται σε εξέλιξη, β) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής, όπως σπόρων, λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων, ζωοτροφών και λοιπών συναφών, κατά συντελεστή φόρου,
γ) τα αγαθά επένδυσης, εφόσον χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της επιχείρησης και
δεν παρήλθε η πενταετής περίοδος του διακανονισμού.
Τα αποθέματα των πιο πάνω περιπτ. β' και γ' απογράφονται σε τιμές κόστους.
8. Τα αποθέματα των αγροτικών προϊόντων θεωρούνται:
α) ως αγορές του κανονικού καθεστώτος απόδοσης του φόρου, σε τιμή πώλησης κατά το χρόνο της μετάταξης, με δικαίωμα να εκπέσουν τον κατ' αποκοπή φόρο, αν γίνεται μετάταξη από το ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου στο κανονικό καθεστώς, β) ως παράδοση αγαθών σε τιμή πώλησης, υποκείμενη στο φόρο με τον κατ' αποκοπή συντελεστή, αν γίνεται μετάταξη από το κανονικό καθεστώς στο ειδικό καθεστώς.
9. Σε περίπτωση μετάταξης από το ειδικό καθεστώς στο κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου, οι μετατασσόμενοι δικαιούνται να εκπέσουν το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί:
α) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής,
β) τα αγαθά επένδυσης, κατά το μέρος του φόρου που αναλογεί στα υπόλοιπα έτη της
πενταετούς περιόδου διακανονισμού.
10. Σε περίπτωση μετάταξης από το κανονικό καθεστώς στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου, οι μετατασσόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί:
α) τα αποθέματα των πρώτων υλών της αγροτικής παραγωγής,
β) τα αγαθά επένδυσης, κατά το μέρος τους που αναλογεί στα υπόλοιπα έτη του διακανονισμού της πενταετούς περιόδου.
11. Για τα απογραφόμενα αγαθά που προβλέπουν οι διατάξεις της παρ. 7 υποβάλλεται, μέσα σε δύο (2) μήνες από τη μετάταξη, δήλωση που περιλαμβάνει την αξία των αποθεμάτων και το φόρο που εκπίπτεται ή καταβάλλεται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των πιο πάνω παρ. 8, 9 και 10.
Ο φόρος αυτός εκπίπτεται με τη δήλωση φΠΑ του άρθρου 38 της φορολογικής περιόδου κατά την οποία πραγματοποιείται η μετάταξη. Για τους αγρότες που μετατάσσονται από το κανονικό καθεστώς στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου, η δήλωση για την απόδοση του φόρου υποβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν που υποβάλλεται η δήλωση αποθεμάτων.
12. Οι αγρότες που αρχίζουν για πρώτη φορά τις εργασίες τους και επιθυμούν να υπαχθούν στο κανονικό καθεστώς υποβάλλουν δήλωση έναρξης. Οι αγρότες που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου, πριν την υποβολή της δήλωσης - αίτησης επιστροφής του φόρου εγγράφονται στο καθεστώς αυτό με δηλούμενη ημερομηνία τουλάχιστον την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου φορολογικού έτους, προκειμένου να έχουν δικαίωμα επιστροφής για πωλήσεις αγροτικών προϊόντων και παροχές αγροτικών υπηρεσιών που πραγματοποίησαν κατά το φορολογικό έτος αυτό.
Η ανωτέρω υποχρέωση εγγραφής στο ειδικό καθεστώς αγροτών καταλαμβάνει και τους αγρότες που πραγματοποιούν αποκλειστικά τις πράξεις της παρ. 3.
13. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ορίζεται ότι η επιστροφή του φόρου ενεργείται από τον αγοραστή των αγροτικών προϊόντων ή τον λήπτη των αγροτικών υπηρεσιών.
14. Με αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ορίζονται:
α) ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής της δήλωσης - αίτησης επιστροφής, ο τύπος και το περιεχόμενο αυτής, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εκκαθάριση και την απόδοση του επιστρεπτέου φόρου,
β) ο τύπος και το περιεχόμενο του ειδικού στοιχείου που προβλέπουν οι διατάξεις της παρ. 3, καθώς και κάθε άλλο διαδικαστικό θέμα,
γ) ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης μετάταξης που προβλέπουν οι διατάξεις της παρ. 7 και της δήλωσης αποθεμάτων που προβλέπουν οι διατάξεις της παρ. 12, καθώς επίσης και τα συνυποβαλλόμενα με αυτές στοιχεία.
15. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορούν να ορίζονται οι αγροτικοί συνεταιρισμοί ως φορείς που μεσολαβούν στην υποβολή των δηλώσεων - αιτήσεων επιστροφής και γενικά στη διαδικασία επιστροφής του φόρου.»
2. Οι διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ισχύουν από 1.1.2017.

Άρθρο 48
Τροποποίηση του άρθρου 167 του ν. 4099/2012

α. Μετά το πέμπτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 167 του ν.4099/2012 (Α' 250), προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:
«Για την κάλυψη των αναγκών καθαριότητας των κτηρίων του Υπουργείου Οικονομικών, όπως προσδιορίστηκαν με την ΑΤΔ 1140472 ΕΞ 2015/ 30.10.2015 (Β'2347) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί να επανασυνάπτονται ατομικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, με ημερομηνία λήξης 31.12.2016, με ιδιώτες που απασχολούνταν στον καθαρισμό των εν λόγω κτιρίων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης.»
β. Οι ανωτέρω συμβάσεις υπογράφονται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
γ. Δαπάνες από τις αυτοδικαίως παραταθείσες ατομικές συμβάσεις του άρθρου 167 του ν. 4099/2012, για την εργασία που παρασχέθηκε δυνάμει των συμβάσεων αυτών, για την καθαριότητα κτιρίων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων από 1.1.2016 μέχρι και την έναρξη ισχύος του παρόντος, μπορούν να πληρωθούν, σε βάρος των πιστώσεων του προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών τρέχοντος οικονομικού έτους κατά παρέκκλιση των περί δεσμεύσεως υποχρεώσεων διατάξεων.

Άρθρο 49
Τροποποιήσεις του ν. 3427/2005 και του ν. 4223/2013

1. Οι περιπτ. ι', ια', ιβ' και ιγ' της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 3427/2005 (312 Α'), αντικαθίστανται ως εξής:
«ι) τον κηδεμόνα, για την ακίνητη περιουσία σχολάζουσας κληρονομιάς, διαχωρισμένη από την ατομική του περιουσία, για όσο διάστημα τη διαχειρίζεται, ια) τον εκτελεστή διαθήκης ή τον εκκαθαριστή κληρονομιάς, για την κληρονομιαία ακίνητη περιουσία, διαχωρισμένη από την ατομική του περιουσία, για όσο διάστημα τη διαχειρίζεται και τη διοικεί,
ιβ) το σύνδικο της πτώχευσης, για την πτωχευτική ακίνητη περιουσία, διαχωρισμένη από την ατομική του περιουσία,
ιγ) το μεσεγγυούχο ακίνητης περιουσίας, για την υπό μεσεγγύηση περιουσία, διαχωρισμένη από την ατομική του περιουσία, για όσο διάστημα διαρκεί η μεσεγγύηση,»
2. Οι περιπτ. γ', δ', ε' και στ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν.4223/2013(287 Α") αντικαθίστανται ως εξής:
«γ) Ο κηδεμόνας, για την ακίνητη περιουσία σχολάζουσας κληρονομιάς, διαχωρισμένη από την ατομική του περιουσία, για όσο διάστημα τη διαχειρίζεται, δ) Ο εκτελεστής διαθήκης ή εκκαθαριστής κληρονομιάς για την κληρονομιαία ακίνητη περιουσία, διαχωρισμένη από την ατομική του περιουσία, για όσο διάστημα τη διαχειρίζεται και τη διοικεί.
ε) Ο μεσεγγυούχος ακίνητης περιουσίας, για την υπό μεσεγγύηση περιουσία, διαχωρισμένη από την ατομική του περιουσία, για όσο διάστημα διαρκεί η μεσεγγύηση, στ) Ο σύνδικος της πτώχευσης, για την πτωχευτική ακίνητη περιουσία, διαχωρισμένη από την ατομική του περιουσία.»
3. Στην παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4223/2013 προστίθεται περίπτ. δ' ως εξής:
«δ) οι τόκοι από καταθέσεις, όπως αυτοί αναγράφονται στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του προηγούμενου φορολογικού έτους, δεν υπερβαίνουν το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.»
4. Στην παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4223/2013 προστίθεται περίπτ. ε' ως εξής:
«ε) οι τόκοι από καταθέσεις, όπως αυτοί αναγράφονται στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του προηγούμενου φορολογικού έτους, δεν υπερβαίνουν το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.»
5. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2016.

Άρθρο 50 Τροποποίηση άρθρου 27 Κώδικα ΦΠΑ

1. Στην παρ. 1 του άρθρου 27 Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 2859/2000 Α' 248) προστίθεται περίπτωση ιδ' ως εξής:
«ιδ) Η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς, σε φιλανθρωπικούς οργανισμούς εγχώριους ή άλλων χωρών καθώς και σε πρεσβείες κρατών με σκοπό να διατεθούν περαιτέρω άνευ ανταλλάγματος στους φορείς του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου 7, για την κάλυψη των αναγκών των προσφύγων.».
2. Η ισχύς της προηγούμενης παραγράφου αρχίζει την 1.12.2015.

Άρθρο 51 Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο