Δημοσιεύθηκε στις : [ 10-06-2013 ]

ΣτΕ 2325/2013 Απορριπτέα η αίτηση ακύρωσης της Κ1-2534/2006 απόφασης κατά το μέρος που αφορά τον αποκλεισμό των κεφαλαιουχικών εταιρειών από το Επαγγελματικό Επιμελητήριο

(Απορριπτέα η αίτηση ακύρωσης της Κ1-2534/2006 απόφασης κατά το μέρος που αφορά τον αποκλεισμό των κεφαλαιουχικών εταιρειών από το Επαγγελματικό Επιμελητήριο)

Κατηγορία: Λοιπά

Αριθμός 2325/2013

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ’ Τμήματος, Ευθ. Αντωνόπουλος, Κ. Κουσούλης, Σύμβουλοι, Χ. Σιταρά, Ι. Παπαγιάννης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ι. Παπαχαραλάμπους.

Για να δικάσει την από 16 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση:
του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα (Πανεπιστημίου 44), το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο Γλυκερία Σιούτη (Α.Μ. 8698), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Ανάπτυξης, ο οποίος παρέστη με τη Χρυσούλα Τσιαβού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή το αιτούν Επιμελητήριο επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. Κ1-2534/14.12.2006 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β΄ 1853/21.12.2006).

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ευθ. Αντωνόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία του αιτούντος Επιμελητηρίου, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο


1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1630212, 1225828/2007 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση της Κ1-2534/14.12.2006 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β΄1853/21-12-2006), με την οποία καθορίστηκαν τα κριτήρια ταξινομήσεως των εμπορικών δραστηριοτήτων των μελών των Επιμελητηρίων και η κατάταξη αυτών ανά Επιμελητήριο ή ανά τμήματα επιμελητήριων, κατά το μέρος αυτής που αφορά α) τον αποκλεισμό των κεφαλαιουχικών εταιρειών από το Επαγγελματικό Επιμελητήριο (άρθρο 3 παρ. 1 εδ. β΄) και β) την εξειδίκευση των περιπτώσεων αμφισβητήσεως που προκύπτουν κατά την ταξινόμηση εμπορικών δραστηριοτήτων των μελών των επιμελητηρίων (άρθρο 8).

3. Επειδή, στο άρθρο 1 του Ν..2801/1992 (Α΄154), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 3419/2005 «Γενικό Εμπορικό Μητρώο - Εκσυγχρονισμός της Επιμελητηριακής Νομοθεσίας» (ΦΕΚ Α΄297) ορίζεται ότι:
«1. Τα Επιμελητήρια αποτελούν υποχρεωτικές αυτοτελείς και ανεξάρτητες ενώσεις φυσικών και νομικών προσώπων, που ασκούν εμπορική δραστηριότητα σε ορισμένη περιφέρεια. Τα Επιμελητήρια είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, επί των οποίων ο Υπουργός Ανάπτυξης ασκεί κατασταλτική διαχειριστική εποπτεία, ως προς τη νομιμότητα των πράξεών τους … 2. Σκοπός των Επιμελητηρίων, μέσα στα όρια της περιφέρειάς τους, είναι η προστασία και η ανάπτυξη του εμπορίου, της βιομηχανίας, της βιοτεχνίας, των επαγγελμάτων, του τομέα παροχής υπηρεσιών και των εξαγωγών, σύμφωνα με τα συμφέροντα και τους στόχους της εθνικής οικονομίας, για την ανάπτυξη και την πρόοδο αυτής … . 3. Μέλη: Μέλη του Επιμελητηρίου είναι υποχρεωτικά: α. Τα φυσικά πρόσωπα, που έχουν την έδρα της εμπορικής τους δραστηριότητας στην περιφέρεια του Επιμελητηρίου. β. Τα νομικά πρόσωπα και οι συνεταιρισμοί, εφόσον έχουν εμπορική ιδιότητα και έδρα στην περιφέρεια του Επιμελητηρίου. γ. Τα υποκαταστήματα ημεδαπών επιχειρήσεων, …, τα υποκαταστήματα ή τα πρακτορεία αλλοδαπών επιχειρήσεων, …, καθώς και οι παραγωγικές μονάδες των ανωτέρω επιχειρήσεων, … Η υποχρέωση εγγραφής στο οικείο Επιμελητήριο αρχίζει στην περίπτωση των φυσικών προσώπων από την έναρξη της εμπορικής τους δραστηριότητας και στην περίπτωση των νομικών προσώπων από τη σύστασή τους. … Σε κάθε νομό λειτουργεί ένα Επιμελητήριο. Διαχωρισμός των Επιμελητηρίων σε αυτοτελή εμποροβιομηχανικά, βιοτεχνικά και επαγγελματικά επιτρέπεται να γίνεται σε νομούς που έχουν τουλάχιστον 250.000 κατοίκους και σε παραμεθόριες ή ακριτικές κατά γεωγραφική έννοια, περιοχές, μετά από γνώμη της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων του Διοικητικού Συμβουλίου του Επιμελητηρίου και των επαγγελματικών οργανώσεων του νομού και απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης». Οι αρμοδιότητες των Επιμελητηρίων εξειδικεύονται στο άρθρο 2 του Ν. 2081/1992, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του ίδιου Ν. 3419/2005. Στο άρθρο 3 του ως άνω νόμου, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ίδιου Ν. 3419/2005, ορίζεται ότι:
«1. Τα Επιμελητήρια διακρίνονται σε αμιγή και μεικτά. 2. Αμιγή Επιμελητήρια είναι τα Βιοτεχνικά που διαθέτουν μόνο Τμήματα Βιοτεχνών και τα Επαγγελματικά που διαθέτουν μόνο Τμήματα Επαγγελματιών και Υπηρεσιών. Τα μεικτά Επιμελητήρια κατανέμουν τα μέλη τους υποχρεωτικά στα εξής τμήματα: α) εμπορικό, β) υπηρεσιών και γ) μεταποιητικό. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του οικείου Επιμελητηρίου μπορεί να ιδρύονται και άλλα Τμήματα. … 3. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης που εκδίδεται μετά από πρόταση της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων, καθορίζονται τα κριτήρια της ταξινόμησης των εμπορικών δραστηριοτήτων των μελών των Επιμελητηρίων και της κατάταξης αυτών ανά Επιμελητήριο ή ανά Τμήματα Επιμελητηρίων. Αν αμφισβητείται η κατάταξη μέλους στο οικείο Επιμελητήριο, επιλαμβάνεται τριμελής επιτροπή που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης για τα Επιμελητήρια του Νομού Αττικής και του κατά περίπτωση αρμόδιου Γραμματέα Περιφέρειας για τα υπόλοιπά Επιμελητήρια της Χώρας και αποτελείται από έναν υπάλληλο του Υπουργείου Ανάπτυξης η της Περιφέρειας αντίστοιχα, ως Πρόεδρο, και από έναν εκπρόσωπο καθενός από τα δύο Επιμελητήρια.
Αν αμφισβητείται η κατάταξη μέλους σε Τμήμα του οικείου Επιμελητηρίου, επιλαμβάνεται τριμελής επιτροπή που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης για τα Επιμελητήρια του Νομού Αττικής και του αρμόδιου κατά περίπτωση Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας για τα υπόλοιπά Επιμελητήρια της Χώρας και αποτελείται από έναν υπάλληλο του Υπουργείου Ανάπτυξης ή της Περιφέρειας αντίστοιχα, ως Πρόεδρο, ένα μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του οικείου Επιμελητηρίου και τον Διευθυντή ή Προϊστάμενο του Τμήματος Μητρώου ή αν ελλείπει, από υπάλληλο της αρμόδιας υπηρεσίας. Χρέη Γραμματέα εκτελεί υπάλληλος ενός από τα Επιμελητήρια, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον πρόεδρο της Επιτροπής.».

4. Επειδή, κατ’ επίκληση της ως άνω εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 3 του Ν. 3419/2005 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση Κ1-2534/14.12.2006 (ΦΕΚ Β΄ 1853/21.12.2006), με την οποία ορίστηκε ότι:
«Άρθρο 1. Η ταξινόμηση των εμπορικών δραστηριοτήτων των μελών των Επιμελητηρίων και η κατάταξη αυτών ανά Επιμελητήριο, όσον αφορά τα αμιγή Επιμελητήρια (Βιοτεχνικά και Επαγγελματικά), ή ανά Τμήμα Επιμελητηρίου, όσον αφορά τα μικτά Επιμελητήρια (υποχρεωτικά Τμήματα: Εμπορικό, Υπηρεσιών και Μεταποιητικό), σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 3 του νόμου 2081/1992, όπως αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 του νόμου 3419/2005, γίνεται με βάση τα ακόλουθα κριτήρια και κατά τις διακρίσεις της Στατιστικής Ταξινόμησης των Κλάδων Οικονομικής Δραστηριότητας του 2003 (ΣΤΑΚΟΔ 2003), που έχει εκπονηθεί από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος.
Άρθρο 2 (Κριτήρια κατάταξης στα Αμιγή Βιοτεχνικά Επιμελητήρια).
1. Στα αμιγή Βιοτεχνικά Επιμελητήρια κατατάσσονται οι επιχειρήσεις που ασκούν μεταποιητική δραστηριότητα … καθώς και οι επιχειρήσεις που για την άσκηση της δραστηριότητας τους απαιτείται τεχνική κατάρτιση και δεξιότητα ή και χρήση εργαλείων ή και χρήση ειδικού μηχανολογικού εξοπλισμού, κατά τα αναφερόμενα στις επόμενες παραγράφους του άρθρου αυτού. 2. Κριτήρια των πιο πάνω δραστηριοτήτων είναι κυρίως (α) το μέγεθος της επιχείρησης (ατομική μορφή ή νομική οντότητα), ο αριθμός των απασχολουμένων υπαλλήλων (κατά κανόνα μέχρι 50 άτομα) και το εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο (κατά κανόνα περί τα 150.000 ευρώ), (β) ο χρησιμοποιούμενος μηχανολογικός εξοπλισμός και ο τρόπος παραγωγικής διαδικασίας (παραγωγή σε σειρά και τυποποίηση της παραγωγής) (γ) η προσωπική συμβολή του επιχειρηματία στην παραγωγή και τους άλλους συντελεστές της παραγωγικής διαδικασίας (δ) η οργάνωση και ο καταμερισμός των εσωτερικών αρμοδιοτήτων της επιχείρησης … 2. …
Άρθρο 3 (Κριτήρια Κατάταξης στα Αμιγή Επαγγελματικά Επιμελητήρια).
1. Στα αμιγή Επαγγελματικά Επιμελητήρια κατατάσσονται οι επιχειρήσεις, οι οποίες παρέχουν κατά κύριο λόγο υπηρεσίες ή χαμηλής αξίας αγαθά, υπό τον όρο ότι η προσωπική και πλήρης συμμετοχή του επιχειρηματία στην ασκούμενη δραστηριότητα είναι εμφανής. Δεν κατατάσσονται σε Επαγγελματικά Επιμελητήρια, κεφαλαιουχικές επιχειρήσεις οι οποίες ταξινομούνται αποκλειστικά στα Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια 2. Κριτήριο του είδους αυτού της επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι κυρίως το μικρό μέγεθος της επιχείρησης. 3. Ο έλεγχος και η εφαρμογή των παραπάνω αναφερομένων στις παρ. 1 και 2 γίνεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Επιμελητηρίου, στο οποίο αποτείνεται ο επιχειρηματίας για εγγραφή. Η συνδρομή των παραπάνω κριτηρίων γίνεται κατά αποκλειστική κρίση της αρμόδιας υπηρεσίας με αιτιολογημένη απόφαση της. … Άρθρο 4 (Κριτήρια κατάταξης στα υποχρεωτικά Τμήματα (Εμπορικό, Υπηρεσιών και Μεταποίησης) των Μικτών Επιμελητηρίων)
1. Στο Εμπορικό Τμήμα των Μικτών Επιμελητηρίων (εκτός των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων), κατατάσσονται οι επιχειρήσεις, που ασκούν κατά κύριο λόγο εμπορική δραστηριότητα που αφορά αγορά και μεταπώληση προϊόντων και διαθέτουν εμπορική στέγη. 2. Στο Τμήμα Υπηρεσιών των Μικτών Επιμελητηρίων (εκτός των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων) κατατάσσονται οι επιχειρήσεις, που παρέχουν υπηρεσίες. 3. Στο Τμήμα Μεταποίησης των Μικτών Επιμελητηρίων (εκτός των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων), κατατάσσονται οι επιχειρήσεις, που ασκούν μεταποιητική δραστηριότητα…. 5. Στα Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια κατατάσσονται οι επιχειρήσεις που ασκούν εμπορική ή μεταποιητική δραστηριότητα ή παρέχουν υπηρεσίες , και οι οποίες δεν ταξινομούνται σε άλλα Επιμελητήρια. .…
Άρθρο 8 (Αμφισβήτηση της ταξινόμησης ή της αναταξινόμησης των Επιχειρήσεων)
1. Σε περίπτωση, κατά την οποία ένα Επιμελητήριο διαφωνεί με την ταξινόμηση επιχείρησης σε άλλο Επιμελητήριο, έχει το δικαίωμα να προσφύγει στην Τριμελή Επιτροπή Ταξινόμησης του άρθρου 3, παρ. 3, εδάφ. β΄ του νόμου 2081/1992, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του νόμου 3419/2005. 2. Σε περίπτωση, κατά την οποία η ταξινομηθείσα επιχείρηση διαφωνεί με την απόφαση της Υπηρεσίας του Επιμελητηρίου ή της Διοικητικής Επιτροπής, έχει το δικαίωμα να προσφύγει στις Τριμελείς Επιτροπές Ταξινόμησης του άρθρου 3, παρ. 3, εδαφ. β΄(όσον αφορά την ταξινόμηση της σε άλλο Επιμελητήριο) και εδαφ. γ΄(όσον αφορά την ταξινόμηση της σε τμήμα του ίδιου Επιμελητηρίου) του νόμου 2081/1992, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του νόμου 3419/2005. 3. Στις ίδιες Επιτροπές έχει το δικαίωμα να προσφύγει και κάθε άλλη επιχείρηση, που έχει έννομο συμφέρον και διαφωνεί με την ταξινόμηση επιχείρησης σε άλλο Επιμελητήριο ή σε άλλο τμήμα του ίδιου Επιμελητηρίου. 4. Οι αποφάσεις των Τριμελών Επιτροπών Ταξινόμησης είναι άμεσα εκτελεστές.»

5. Επειδή, κατά τις διατάξεις αυτές του Ν. 2081/1992 και του Ν. 3419/2005 (όπως και τις προϊσχύουσες του ν. 1089/1980) η εγγραφή στο οικείο βιομηχανικό, βιοτεχνικό ή επαγγελματικό επιμελητήριο, που είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, και η επιλογή μεταξύ αυτών δεν επαφίενται στη βούληση των ενδιαφερομένων, διότι ο νόμος επιβάλλει την εγγραφή είτε στο βιομηχανικό είτε στο βιοτεχνικό, είτε στο επαγγελματικό επιμελητήριο ανάλογα με την ιδιότητα του ενδιαφερομένου ως βιομηχάνου ή βιοτέχνη, ή τεχνίτη, επαγγελματία κλπ. Εξάλλου, ενόψει του ότι στο παρελθόν ο νόμος δεν θέσπιζε ειδικότερα κριτήρια για τη διάκριση βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, όποτε η επίλυση των αμφισβητήσεων γινόταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, με τη λήψη υπόψη κριτηρίων όπως η σπουδαιότητα των τεχνικών εγκαταστάσεων, η ικανότητα και η έκταση της παραγωγής, ο αριθμός των εργαζομένων, η συμβολή τους στην παραγωγή των προϊόντων, το ύψος των κεφαλαίων που χρησιμοποιεί η επιχείρηση, με συνέπεια, η κρίση της αρμόδιας επιτροπής να είναι δυσχερής (πρβλ. ΣτΕ 411 - 413/1990 σκ. 4, ΣτΕ 1359/1989, ΣτΕ 1640/1985, ΣτΕ 1359/1987, ΣτΕ 1075/1991 κ.α.), ο νομοθέτης θέλησε με το ν. 3419/2005 να τροποποιήσει και να εκσυγχρονίσει τον οργανωτικό των επιμελητηρίων Ν. 2081/1992. Ειδικότερα με το άρθρο 21 θέλησε να καθορίσει νέο τρόπο εσωτερικής οργανώσεως των επιμελητήριων και να παράσχει την δυνατότητα ταξινομήσεως των μελών τους βάσει της εμπορικής δραστηριότητος, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 3419/2005).

6. Επειδή, εξάλλου, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο πρώτο) ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική, επομένως, διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, αν περιλαμβάνει δηλαδή μεγάλο η μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως. Η ευρύτητα της εξουσιοδοτήσεως, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι, στην περίπτωση που παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς ρύθμιση ειδικών θεμάτων, στην περίπτωση δηλαδή του πρώτου εδαφίου της παρ. 2, φορέας εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον όμως πρόκειται, μεταξύ άλλων, περί «ειδικότερων» θεμάτων. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μικρότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδοτήσεως αλλά, επί πλέον, και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα με προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Οι ανωτέρω ουσιαστικές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (ΣτΕ 1210/2010 Ολομ. σκ. 13, ΣτΕ 3311/2012 σκ.4 κ.ά.).

7. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως κατά το μέρος που αφορά τον αποκλεισμό των κεφαλαιουχικών επιχειρήσεων από το επαγγελματικό επιμελητήριο, με το άρθρο 3 παρ. 1 εδ β΄ αυτής. Και τούτο διότι, κατά τον ισχυρισμούς του αιτούντος Επιμελητηρίου, η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 εδ. α΄ του ν. 3419/2005, αφορούσε τον καθορισμό αποκλειστικά και μόνο των κριτηρίων ταξινόμησης των εμπορικών δραστηριοτήτων των μελών των επιμελητηρίων και την κατάταξη τους ανά επιμελητήριο ή ανά τμήματα αυτών και όχι τον αποκλεισμό μελών που είναι ήδη εγγεγραμμένα στα επιμελητήρια, όπως προβλέπει η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση με τον αποκλεισμό των κεφαλαιουχικών επιχειρήσεων από τα επαγγελματικά επιμελητήρια.
Περαιτέρω, προβάλλεται ότι εκτός της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως ετέθη και το άρθρο 8 της προσβαλλόμενης, καθώς κατά ανεπίτρεπτη εξειδίκευση διατάξεως νόμου, ο αρμόδιος Υπουργός αντί να προβεί στη συγκρότηση και μόνο των τριμελών επιτροπών, καθορίζει με τρόπο λεπτομερή ειδικότερες περιπτώσεις αμφισβητήσεως (ήτοι διαφωνία του ίδιου του επιμελητηρίου με την ταξινόμηση επιχειρήσεως σε άλλο επιμελητήριο, διαφωνία της ταξινομηθείσας και διαφωνία κάθε άλλης επιχειρήσεως που έχει έννομο συμφέρον) χωρίς να παρέχεται η αντίστοιχη νομοθετική εξουσιοδότηση.

8. Επειδή, την προκειμένη περίπτωση, η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του Ν. 3419/2005 κατά το μέρος που αφορά τον καθορισμό κριτηρίων για την κατάταξη των μελών των επιμελητηρίων ανά επιμελητήριο ή τμήμα, είναι ειδική και ορισμένη, δεδομένου ότι προσδιορίζει συγκεκριμένα το αντικείμενο της (ήτοι την κατάταξη των εμπορικών δραστηριοτήτων των υπόχρεων προς εγγραφή ανά επιμελητήριο ή τμήμα Επιμελητηρίου), ο τρόπος δε της κατατάξεως αυτών αποτελεί θέμα ειδικότερο σε σχέση με την ως άνω πρόβλεψη και παρέχει στη Διοίκηση την αρμοδιότητα να θέσει κανόνες δικαίου με το ανωτέρω ρυθμιστικό περιεχόμενο, κατά τρόπο ώστε να ρυθμίσθει συνολικά και ορθολογικά η επιμελητηριακή νομοθεσία. Εξάλλου, επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη για την θέσπιση των κριτηρίων αυτών ως κατευθυντήριες γραμμές η ιστορική εξέλιξη του ρυθμιζόμενου θεσμού και το συνολικό προϊσχύον νομοθετικό πλαίσιο, ενώ η λήψη υπόψη και η εκτίμηση από τη Διοίκηση κριτηρίων τιθεμένων από την εξουσιοδοτική διάταξη δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει από την ίδια την κανονιστική ρύθμιση αλλά μπορεί να προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές πράξεις ή και άλλα στοιχεία του φακέλου (πρβλ. Ολ. ΣτΕ 1210/2010 σκ. 20). Επομένως, η επίμαχη εξουσιοδοτική διάταξη είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, η δε προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση είναι σύμφωνη με την έννοια του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 2081/1992, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 του Ν. 3419/2005 και βρίσκεται εντός των ορίων της παρασχεθείσας εξουσιοδοτήσεως, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, ο λόγος περί υπερβάσεως της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως κατά το μέρος που το άρθρο 8 της προσβαλλόμενης εξειδικεύει τις περιπτώσεις αμφισβητήσεως που προκύπτουν κατά την ταξινόμηση τω εμπορικών δραστηριοτήτων των μελών των επιμελητηρίων, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως προεχόντως διότι με τη διάταξη αυτή δεν τίθεται νέος κανόνας δικαίου, αλλά επαναλαμβάνεται η ρύθμιση του ν. 2081/1992. Η μόνη διαφοροποίηση είναι ότι το επίμαχο άρθρο 8 της προσβαλλόμενης αναφέρει τις δυνάμενες να προκύψουν περιπτώσεις διαφωνίας, χωρίς να προσθέτει ουσιαστικά τίποτε σε σχέση με το άρθρο 3 του παρ. 3 εδάφιο β΄ και γ΄του ν. 2081/1992.

9. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αποκλείει τις κεφαλαιουχικές επιχειρήσεις από το επαγγελματικό επιμελητήριο αντιβαίνει στο δικαίωμα επαγγελματικής και οικονομικής ελευθερίας που προστατεύεται με το άρθρο 5 του παρ. 1 και στην αρχή της ισότητας του Συντάγματος και συνάμα αποτελεί δυσανάλογο περιορισμό που αντίκειται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς αν και κατά το πνεύμα του νόμου η υποχρεωτική εγγραφή σε κάποιο επιμελητήριο συναρτάται με την εμπορική δραστηριότητα για τα φυσικά πρόσωπα και την εμπορική ιδιότητα για τα νομικά πρόσωπα, η προσβαλλόμενη αποκλείει τα κριτήρια αυτά και κατατάσσει ανάλογα με τη νομική μορφή των νομικών προσώπων. Ο αποκλεισμός αυτός προκαλεί, συνεπώς, κατά το αιτούν επιμελητήριο, σύγχυση στους επαγγελματίες και αντιβαίνει στην προστατευόμενη εμπιστοσύνη του διοικούμενου, η οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι ισχύει και στην επίδικη περίπτωση, παρά τη φύση της πράξης η οποία είναι κανονιστική.

10. Επειδή, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καθ’ ο μέρος αποκλείει την εγγραφή των κεφαλαιουχικών επιχειρήσεων στα επαγγελματικά επιμελητήρια, περιορίζει κατά τρόπο, μη ανεκτό κατά το Σύνταγμα, την οικονομική ελευθερία είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος. Ωσαύτως απορριπτέος ως αόριστος πρέπει να απορριφθεί και ο συναφώς προβαλλόμενος λόγος περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητος.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου.
Επιβάλλει στο αιτούν επιμελητήριο την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται στα τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013.

Ο Πρόεδρος του Δ' Τμήματος

Η Γραμματέας

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 2013.

Ο Πρόεδρος του Δ' Τμήματος

Η Γραμματέας του Δ' Τμήματος



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΚΤΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΛΠ ΑΝΤΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ
  • ΕΦΚΑ
Up
Close
Close
Κλείσιμο