Δημοσιεύθηκε στις : [ 06-11-2015 ]

Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. 244/2015 Αποδοχές υπαλλήλου κατά τον χρόνο που αυτός τελεί σε καθεστώς αναστολής άσκησης καθηκόντων

(Αποδοχές υπαλλήλου κατά τον χρόνο που αυτός τελεί σε καθεστώς αναστολής άσκησης καθηκόντων)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ υπ' αριθμόν 244/2015
ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ Ε' Τμήματος

Συνεδρίαση της 3ης Νοεμβρίου 2015

Σύνθεση:

Πρόεδρος: Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Αντιπρόεδρος του Ν.Σ.Κ.

Μέλη: Γεωργάκης Κωνσταντίνος, Βασιλική Πανταζή, Δημήτριος Αναστασόπουλος, Ελένη Σβολοπούλου, Δημήτριος Μακαρονϊδης, Αδαμαντία Καπετανάκη, Σταύρος Σπυρόπουλος και Βασίλειος Καραγιώργος , Νομικοί Σύμβουλοι.

Εισηγητής: Θεόδωρος Στριλάκος, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.

Αριθμός Ερωτήματος: Το με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΙΔΑΔ/ Φ. 58/731/οικ.25584/31 Ιουλίου 2015 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Γενική Διεύθυνση Διοίκησης Ανθρωπινού Δυναμικού, Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού, Τμήμα Πειθαρχικής Ευθύνης και Δεοντολογίας .

Περίληψη Ερωτήματος: Ερωτάται εάν, κατά τη διάρκεια της αναστολής άσκησης καθηκόντων υπαλλήλου, που προβλέπεται από τις μεταβατικές διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του ν. 4325/2015, είναι δυνατή η αναλογική εφαρμογή των αντίστοιχων συνεπειών της αργίας ως προς το ύψος των αποδοχών, δηλαδή η καταβολή του ημίσεος των αποδοχών στον υπάλληλο, που τελεί σε καθεστώς αναστολής άσκησης καθηκόντων.

Επί του ως άνω ερωτήματος, το Ε' Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, γνωμοδότησε κατά πλειοψηφία ως ακολούθως :

I. Το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Γενική Διεύθυνση Διοίκησης Ανθρωπίνου Δυναμικού, Τμήμα Πειθαρχικής Ευθύνης και Δεοντολογίας, με το με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΙΔΑΔ/Φ. 58 /731 / οικ. 25584/31 Ιουλίου 2015 έγγραφο του, υπέβαλε προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους το ακόλουθο ερώτημα :

Με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.4325/2015 «Εκδημοκρατισμός της Διοίκησης - Καταπολέμηση Γραφειοκρατίας και Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση. Αποκατάσταση Αδικιών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 47/11-05-2015) καθορίστηκε εκ νέου το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τη θέση σε αυτοδίκαιη και δυνητική αργία και την αναστολή άσκησης καθηκόντων καθώς και τις συνέπειες της αργίας. Ειδικότερα, με τις διατάξεις της παρ. 2 και της παρ. 3 του άρθρου 3 αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 103 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν.3528/2007) και 107 του Κώδικα Δημοτικών Υπαλλήλων (ν.3584/2007) περί αυτοδίκαιης αργίας, περιορίζοντας τις περιπτώσεις για τις οποίες οι υπάλληλοι τίθενται αυτοδίκαια σε αργία.

Παράλληλα, με την παρ. 8 του άρθρου 3 του ν.4325/2015 εισήχθησαν μεταβατικής ισχύος ρυθμίσεις για τις περιπτώσεις υπαλλήλων που τελούσαν σε αυτοδίκαιη αργία λόγω υπαγωγής τους σε μία ή περισσότερες από τις καταργηθείσες με τον ν.4325/2015 διατάξεις. Συγκεκριμένα, ορίστηκε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση του ν.4325/2015, εντός της οποίας έληγε η αυτοδίκαιη αργία που προβλεπόταν στις καταργούμενες με την παρ. 1 του άρθρου 3 διατάξεις. Εντός της ανωτέρω προθεσμίας, το αρμόδιο, κατά περίπτωση, όργανο μπορούσε να αποφασίσει αιτιολογημένα την επιβολή του μέτρου της αναστολής άσκησης των καθηκόντων, εφόσον υφίστατο επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος, παραπέμποντας την υπόθεση με την ίδια απόφαση στο οικείο πειθαρχικό συμβούλιο, προκειμένου να γνωμοδοτήσει για τη θέση ή μη των υπαλλήλων σε δυνητική αργία, σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 2 των άρθρων 104 του ν.3528/2007 ή 108 του ν.3584/2007 όπως ισχύουν .

Στις διατάξεις των άρθρων 104 του ν.3528/2007 και 108 του ν.3584/2007, όπως αντικαταστάθηκαν από τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 4325/2015, ορίστηκε ότι, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος και πριν γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο, από το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα όπου υπηρετεί, το μέτρο της αναστολής της άσκησης των καθηκόντων του. Μέσα σε τριάντα ημέρες το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η αναστολή άσκησης των καθηκόντων αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει για τη θέση σε αργία εντός της ανωτέρω προθεσμίας .

Ακολούθησε η τροποποίηση των διατάξεων της παρ. 8 του άρθρου 3 του ν.4325/2015 με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 4332/2015 (ΦΕΚ Α' 76/09-07- 2015), στις οποίες πλέον προβλέπεται ότι σε περίπτωση που δεν έχει συγκροτηθεί το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο ή υφίσταται αντικειμενική αδυναμία να συνεδριάσει για να αποφασίσει, κατά τα ανωτέρω, περί της θέσης σε δυνητική αργία, η σχετική προθεσμία για τη γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου παρατείνεται μέχρι την πρώτη συνεδρίασή του και πάντως όχι μετά τη 15η Σεπτεμβρίου 2015. Η ισχύς της διάταξης αυτής ανατρέχει, σύμφωνα με το νόμο, στην ημερομηνία θέσης σε ισχύ του Ν. 4325/2015 .

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 του Υπαλληλικού Κώδικα και 109 του Κώδικα Δημοτικών Υπαλλήλων, όπως αντικαταστάθηκαν από τις παρ. 6 και 7 του άρθρου 3 του ν.4325/2015, ο υπάλληλος ο οποίος τελεί σε κατάσταση αργίας, απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπομένων καθηκόντων του. Στον υπάλληλο αυτό καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του. Το υπόλοιπο ήμισυ ή μέρος αυτού μπορεί να του αποδοθεί, μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική παύση. Τέλος, ορίζεται ότι, αν ο υπάλληλος απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχθεί αβάσιμη η υπόνοια για άτακτη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών που παρακρατήθηκε από αυτόν.

Στη συνέχεια, η ερωτώσα υπηρεσία επισημαίνει, ότι, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, σύμφωνα με το νέο θεσμικό πλαίσιο (ν.4325/2015), περιήλθαν σε αυτήν ερωτήματα σχετικά με το ύψος των αποδοχών υπαλλήλων, που τους έχει επιβληθεί το μέτρο της αναστολής άσκησης καθηκόντων στο πλαίσιο των μεταβατικών ρυθμίσεων του ν. 4325/2015. Τα ερωτήματα προέκυψαν από το γεγονός ότι, το ύψος των αποδοχών κατά την αναστολή άσκησης καθηκόντων, δεν προβλέπεται πλέον ρητά στις ως άνω διατάξεις περί συνεπειών αργίας, όπως ρητά προβλεπόταν στις αντικατασταθείσες από τον ν.4325/2015 διατάξεις των άρθρων 105 του ν.3528/2007 και 108 του ν.3584/2007, όπως ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4057/2012, οι οποίες όριζαν ότι στον υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας ή σε αναστολή άσκησης καθηκόντων καταβάλλεται το ένα τρίτο (1/3) των αποδοχών του με εξαίρεση την περίπτωση του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 103, κατά την οποία καταβάλλεται το ένα τέταρτο (1/4) των αποδοχών του.

Κατόπιν των ανωτέρω, ερωτάται εάν είναι νόμιμη η αναλογική εφαρμογή των συνεπειών της αργίας ως προς το ύψος των καταβαλλομένων αποδοχών και στην περίπτωση της αναστολής καθηκόντων, δηλαδή η καταβολή του ημίσεος των αποδοχών στον υπάλληλο, που τελεί σε καθεστώς αναστολής άσκησης καθηκόντων.

II. Οι κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις του ν. 3528/2007 και του ν. 3584/2007 ( Κώδικας Καταστάσεως Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και υπαλλήλων ΝΠΔΔ και Κώδικας Καταστάσεως Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων αντίστοιχα ), όπως τροποποιήθηκαν από τις διατάξεις του ν. 4325/2015 και ισχύουν σήμερα , ορίζουν τα ακόλουθα :

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ' ΑΡΓΙΑ - ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΑΣΚΗΣΗΣ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ

Άρθρο 103 Αυτοδίκαιη αργία
1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία:
α) Ο υπάλληλος ο οποίος στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή δικαστική απόφαση, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση.
β) Ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης και λήγει την τελευταία ημέρα της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή την ημέρα που δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον έχει ασκηθεί προσφυγή.
γ) Ο εκπαιδευτικός ή υπάλληλος που υπηρετεί σε σχολείο, σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.
2. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία.
3. Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία ή επανόδου εκδίδεται από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο.

Άρθρο 104 Δυνητική θέση σε αργία Αναστολή άσκησης καθηκόντων
1. Αν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος μπορεί να τίθεται σε αργία ο υπάλληλος, κατά του οποίου:
α) Έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα το οποίο μπορεί να επισύρει την έκπτωση από την υπηρεσία. Ειδικά, προκειμένου για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος ο υπάλληλος μπορεί να τίθεται σε αργία εφόσον έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο για το αδίκημα αυτό.
β) Έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα, το οποίο μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή
γ) υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για έκνομη διαχείριση, οι οποίες στηρίζονται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή αρμόδιου επιθεωρητή.
2. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος και πριν γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο από το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα όπου υπηρετεί το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του. Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η αναστολή άσκησης των καθηκόντων αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει για τη θέση σε αργία εντός της ανωτέρω προθεσμίας.
3. Η πράξη, με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία ή επαναφέρεται στα καθήκοντά του, εκδίδεται από τον οικείο Υπουργό ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή, αν δεν υπάρχει, από τον Πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ύστερα από γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία απαιτείται προηγούμενη ακρόαση αυτού από το πειθαρχικό συμβούλιο.
4. Μετά την πάροδο έτους από τη θέση σε αργία, το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτήσει για τη συνέχιση ή μη της αργίας, άλλως η αργία αίρεται. Σε κάθε περίπτωση, η αργία αίρεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο διετίας από την έκδοση της απόφασης θέσεως του υπαλλήλου σε αργία.
5. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση της πράξης επαναφοράς ή αυτοδίκαια από την τελεσιδικία της ποινικής απόφασης που δεν συνεπάγεται έκπτωση ή της πειθαρχικής απόφασης, η οποία δεν επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης ή από τη συμπλήρωση της διετίας κατά την προηγούμενη παράγραφο.

Άρθρο 105 Συνέπειες αργίας
1. Ο υπάλληλος ο οποίος τελεί σε κατάσταση αργίας απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του.
2. Στον υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του. Το υπόλοιπο ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν, μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική παύση. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχθεί αβάσιμη η υπόνοια για έκνομη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών του που παρακρατήθηκε.
3. Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δικαιούται αποδοχές αργίας. 4. Οι διατάξεις των άρθρων 31 - 35 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται και κατά τη διάρκεια της αργίας. » .

Σημειωτέον ότι τις ίδιες ακριβώς ρυθμίσεις περιέχουν και τα αντίστοιχα άρθρα 107,108 και 109 του ν. 3584/2007, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν σήμερα .

Οι κρίσιμες εν προκειμένω μεταβατικές διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του ν. 4325/2015, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, ορίζουν τα ακόλουθα :
«........ 8. Η αυτοδίκαιη αργία που προβλέπεται στις καταργούμενες με την παράγραφο 1 διατάξεις λήγει αυτοδικαίως μετά από δεκαπέντε (15) ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων αυτοδίκαιης αργίας που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 103 του Ν.3528/2007 και του άρθρου 107 του Ν.3584/2007 πριν από την τροποποίησή τους από τις ανωτέρω καταργούμενες διατάξεις. Εντός της ανωτέρω δεκαπενθήμερης προθεσμίας ο οικείος Υπουργός, ο Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής, το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή αν δεν υπάρχει ο Πρόεδρος του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και το αρμόδιο για το διορισμό όργανο στην περίπτωση των δημοτικών υπαλλήλων μπορεί να αποφασίσει με αιτιολογημένη απόφασή του την αναστολή άσκησης των καθηκόντων για όσους από τους υπαλλήλους αυτούς υφίσταται σχετικός επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος, παραπέμποντάς τους με την ίδια απόφαση στο οικείο πειθαρχικό συμβούλιο για τη θέση τους ή μη σε δυνητική αργία με τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 104 του Ν.3528/2007 ή με τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 108 του Ν.3584/2007, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο αυτό. Σε περίπτωση που δεν έχει συγκροτηθεί το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο ή υφίσταται αντικειμενική αδυναμία να συνεδριάσει για να αποφασίσει, κατά τα ανωτέρω, περί της θέσης σε δυνητική αργία, η σχετική προθεσμία για τη γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου παρατείνεται μέχρι την πρώτη συνεδρίασή του και πάντως όχι μετά τη 15η Σεπτεμβρίου 2015. Η ισχύς της διάταξης αυτής ανατρέχει στην ημερομηνία θέσης σε ισχύ του Ν. 4325/2015 . » . (Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ.8 προστέθηκαν με το άρθρο 16 ν. 4332/2015, ΦΕΚ Α 76/9.7.2015. ).

Η σχετική διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του προϊσχύσαντος άρθρου 105 του ν. 3528/2007, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της, προέβλεπε την ίδια μείωση αποδοχών του υπαλλήλου για την περίπτωση της αργίας και για την περίπτωση της αναστολής καθηκόντων και είχε ως ακολούθως :

«Άρθρο 105 Συνέπειες αργίας - αναστολής άσκησης καθηκόντων
1. Ο υπάλληλος ο οποίος τελεί σε κατάσταση αργίας απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του.
2. Στον υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας ή σε αναστολή άσκησης καθηκόντων καταβάλλεται το ένα τρίτο (1/3) των αποδοχών του με εξαίρεση την περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 103, κατά την οποία καταβάλλεται το ένα τέταρτο (1/4) των αποδοχών του. Το υπόλοιπο των αποδοχών του ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί στον υπάλληλο, μετά από αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον δεν τεθεί σε αργία σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 103 ή απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
3. Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δικαιούται αποδοχές αργίας. 4. Οι διατάξεις των άρθρων 31-35 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται και κατά τη διάρκεια της αργίας. » .

Σημειωτέον πάντως ότι το αντίστοιχο άρθρο 109 του ν. 3584/2007 ( Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών Υπαλλήλων ) ούτε στην αρχική του μορφή ανέφερε μειωμένες αποδοχές σε περίπτωση αναστολής άσκησης καθηκόντων . Το αρχικό κείμενο του άρθρου είχε ως εξής :

«Άρθρο 109 Συνέπειες αργίας
1. Ο υπάλληλος ο οποίος τελεί σε κατάσταση αργίας απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του.
2. Στον υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του. Το υπόλοιπο ήμισυ ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν, μετά από ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, εφόσον απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική παύση. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχθεί αβάσιμη η υπόνοια για άτακτη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών του που παρακρατήθηκε.
3. Ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δικαιούται αποδοχές αργίας.
4. Οι διατάξεις των άρθρων 38 έως και 42 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται και κατά τη διάρκεια της αργίας. » .

Ανεξαρτήτως τούτου, οι προϊσχύσασες διατάξεις περί μειώσεως των αποδοχών του υπαλλήλου στο ένα τρίτο κατά τη διάρκεια της αναστολής άσκησης καθηκόντων, εφαρμόζονταν και στους δημοτικούς υπαλλήλους, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου και του πέμπτου άρθρου του ν. 4057/2012 .

III. Από την ερμηνεία των προπαρατεθεισών διατάξεων, σε συνδυασμό με το ιστορικό της υποθέσεως και τα στοιχεία του σχετικού φακέλου, το Τμήμα γνωμοδοτεί, κατά πλειοψηφία, επί του εν λόγω ερωτήματος ως ακολούθως :

Μετά από τις τροποποιήσεις που επέφεραν οι διατάξεις του ν. 4325/2015 και οι μεταγενέστερες διατάξεις του ν. 4332/2015 στο πειθαρχικό δίκαιο των υπαλλήλων, το μέτρο της αναστολής άσκησης καθηκόντων του υπαλλήλου επιβάλλεται σε δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις:

α) Κατά το άρθρο 104 του ν. 3528/2007 ( και το αντίστοιχο άρθρο 108 του ν. 3584/2007 για τους δημοτικούς υπαλλήλους ), σε περίπτωση δυνητικής θέσεως σε αργία και μόνο σε κατεπείγουσες περιπτώσεις επιτακτικού Δημοσίου Συμφέροντος, το μέτρο της αναστολής άσκησης καθηκόντων επιβάλλεται προσωρινά στον υπάλληλο, μέχρι να γνωμοδοτήσει το αρμόδιο για την περίπτωσή του πειθαρχικό συμβούλιο.

Η αναστολή άσκησης των καθηκόντων αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει για τη θέση σε αργία εντός προθεσμίας τριάντα ημερών.

β) Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες μεταβατικές διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του ν. 4325/2015 ( όπως συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα από τις διατάξεις του ν. 4332/2015 ), στις περιπτώσεις των υπαλλήλων που είχαν τεθεί σε κατάσταση αργίας κατ' εφαρμογή των καταργούμενων διατάξεων, ο κανόνας είναι ότι, μετά την παρέλευση 15 ημερών από την δημοσίευση του ν. 4325/2015, η αργία λήγει αυτοδικαίως.

Παρείχετο όμως, με τις μεταβατικές αυτές διατάξεις, η δυνατότητα στο αρμόδιο κατά περίπτωση όργανο, να αποφασίσει αιτιολογημένα την αναστολή άσκησης των καθηκόντων, για όσους από τους υπαλλήλους αυτούς υφίστατο σχετικός επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος, παραπέμποντάς τους με την ίδια απόφαση στο οικείο πειθαρχικό συμβούλιο για τη θέση τους ή μη σε δυνητική αργία.

Σε περίπτωση που δεν είχε συγκροτηθεί το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο, ή υφίστατο αντικειμενική αδυναμία να συνεδριάσει για να αποφασίσει κατά τα ανωτέρω περί της θέσης σε δυνητική αργία, η σχετική προθεσμία για τη γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου παρατάθηκε μέχρι την πρώτη συνεδρίασή του και έληξε οριστικά τη 15η Σεπτεμβρίου 2015 .

Στο προϊσχύσαν δίκαιο ( όρθρο 105 του ν.3528/2007 πριν τις αλλαγές που επέφεραν οι διατάξεις του ν. 4325/2015 ) προβλεπόταν, ότι στον υπάλληλο που τελούσε σε κατάσταση αργίας ή σε αναστολή άσκησης καθηκόντων, θα έπρεπε να καταβάλλεται το ένα τρίτο των αποδοχών του. Στο ίδιο άρθρο, μετά τις πιο πάνω τροποποιήσεις, προβλέπεται ότι στον υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας, καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε περικοπή αποδοχών για τους υπαλλήλους που τελούν σε αναστολή άσκησης καθηκόντων. Για τον ίδιο λόγο προφανώς απαλείφθηκε και από τον τίτλο του άρθρου η αναστολή άσκησης καθηκόντων.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την αναλογική εφαρμογή διατάξεως, είναι η ύπαρξη ακούσιου (γνήσιου) νομοθετικού κενού, ( βλ. σχετικά για τις προϋποθέσεις αναλογικής εφαρμογής διατάξεως, σε έννομη σχέση που από παράλειψη του νομοθέτη παραμένει αρρύθμιστη ΑΠ 175/2010 και 1739/2009 από «ΝΟΜΟΣ », καθώς επίσης και σχετικές Γνωμοδοτήσεις ΝΣΚ 147/2011, 398/2010, 325/2010, 798/1998 κ.α. ) . Στην κρινομένη όμως περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, δεν υφίσταται νομοθετικό κενό, αλλά σαφής έκφραση βουλήσεως του νομοθέτη, να προβεί σε κατάργηση της περικοπής αποδοχών για τους υπαλλήλους που τελούν σε αναστολή άσκησης καθηκόντων και να τη διατηρήσει αποκλειστικά και μόνο για τους υπαλλήλους που τελούν σε κατάσταση αργίας . Δεν είναι επομένως δυνατή η αναλογική εφαρμογή της διατάξεως που προβλέπει την περικοπή αποδοχών και στην περίπτωση της αναστολής άσκησης καθηκόντων, εφόσον ο νομοθέτης έχει ήδη εκφράσει σαφώς αντίθετη βούληση .

Κατά την άποψη, όμως, του Νομικού Συμβούλου Βασιλείου Καραγιώργου, στο εν λόγω ερώτημα πρέπει να δοθεί η παρακάτω απάντηση :

Από τις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 του ΥΚ προκύπτουν τα εξής: Η αναστολή άσκησης καθηκόντων αποτελεί διοικητικό μέτρο που λαμβάνεται από τον πειθαρχικό προϊστάμενο, κατεπειγόντως, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, πριν επιληφθεί το πειθαρχικό συμβούλιο, στο πλαίσιο της άσκησης ποινικής ή πειθαρχικής δίωξης για τη διάπραξη σοβαρών ποινικών ή πειθαρχικών αδικημάτων και της ύπαρξης αποχρωσών ενδείξεων για έκνομη διαχείριση, δηλαδή για τους ίδιους λόγους δυνητικής θέσης σε αργία. Κατά τη διάρκεια της αναστολής άσκησης καθηκόντων, όπως και της αργίας ο υπάλληλος δεν προσέρχεται στην υπηρεσία. Η υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου αυτή συνεχίζεται σε περίπτωση που το πειθαρχικό συμβούλιο γνωμοδοτήσει εντός της νομίμου προθεσμίας για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία, και συνεχίζεται πλέον ως αργία με την έκδοση της σχετικής πράξης. Περαιτέρω, από τις μεταβατικές διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του ν. 4325/2015 προκύπτει ότι η κατάσταση αυτοδίκαιης αργίας, με απόφαση που λαμβάνεται από το οριζόμενο σε αυτές μονομελές όργανο πριν την αυτοδίκαιη λήξη της, δύναται να συνεχιστεί για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος ως κατάσταση αναστολής άσκησης καθηκόντων και εν συνεχεία ως δυνητική αργία, κατόπιν γνωμοδότησης του πειθαρχικού συμβουλίου. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι καταστάσεις αναστολής άσκησης καθηκόντων και αργίας λαμβάνονται διαδοχικά, ταυτίζονται ως προς τους λόγους, τους σκοπούς, τις συνέπειες επί της υπηρεσιακής κατάστασης του υπαλλήλου και συνθέτουν ενιαία κατάσταση απουσίας του υπαλλήλου από την υπηρεσία. Η διαφορά τους συνίσταται στον συμπληρωματικό χαρακτήρα της αναστολής άσκησης καθηκόντων στις περιπτώσεις κατεπείγουσας ανάγκης που δεν δύνανται να αντιμετωπιστούν άμεσα και αποτελεσματικά με την διαδικασία δυνητικής θέσης σε αργία. Συνεπώς, δεν δικαιολογείται διάκριση της κατάστασης αναστολής άσκησης καθηκόντων, στο θέμα της καταβολής αποδοχών και του ύψους των. Κατά τη διάρκειά της, σύμφωνα με την άποψη αυτή, πρέπει να καταβάλλεται το ποσοστό επί των αποδοχών που ορίζεται για την αργία.

IV.
Κατόπιν των ανωτέρω, το Ε' Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, γνωμοδοτεί κατά πλειοψηφία ότι δεν είναι δυνατή η αναλογική εφαρμογή των αντίστοιχων συνεπειών της αργίας ως προς το ύψος των αποδοχών και επομένως, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή άσκησης καθηκόντων, ο υπάλληλος θα πρέπει να λαμβάνει το σύνολο των αποδοχών του .


ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ

Αθήνα, 6-11-2015

Η Πρόεδρος του Τμήματος
Μεταξία Ανδροβιτσανέα
Αντιπρόεδρος του Ν.Σ.Κ.

Ο Εισηγητής
Θεόδωρος Στριλάκος
Πάρεδρος του Ν.Σ.Κ.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο