Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 28-02-2000 ]

ΠΟΛ.1077/28.2.2000 Φορολογική μεταχείριση αναδρομικών αμοιβών δικαστικών λειτουργών και μελών του Ν.Σ.Κ., ύστερα από την υπ αριθ. 3150/1999 απόφαση του Σ.τ.Ε.

(Φορολογική μεταχείριση αναδρομικών αμοιβών δικαστικών λειτουργών και μελών του Ν.Σ.Κ., ύστερα από την υπ αριθ. 3150/1999 απόφαση του Σ.τ.Ε. )

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα, 28 Φεβρουαρίου 2000
Αρ. Πρωτ .: 1023113/423/Α΄0012

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ (Δ.12)
ΤΜΗΜΑ Α΄
Τηλέφωνο: 3375314-316

ΠΟΛ.: 1077

ΘΕΜΑ : Φορολογική μεταχείριση αναδρομικών αμοιβών δικαστικών Λειτουργών και μελών του Ν.Σ.Κ., ύστερα από την 3150/1999 απόφαση του Σ.τ.Ε.
1023113/423/Α0012/ΠΟΛ.1077/28.2.2000


Σχετικά με το παραπάνω θέμα, σας πληροφορούμε τα εξής:

1. Με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ' Ψηφίσματος του έτους 1975, όπως ίσχυσε μέχρι 31.12.1996, φόρος εισοδήματος επιβαλλόταν στο μισό (1/2) της βουλευτικής αποζημίωσης.

2. Με την υπ' αριθ. 3150/1999 απόφαση του Β' Τμήματος του Σ.τ.Ε., της οποίας σας κοινοποιούμε απόσπασμα, κρίθηκε ότι η φορολογική μεταχείριση που όριζαν οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ' Ψηφίσματος, όπως ίσχυσαν μέχρι 31.12.1996, εφαρμόζεται και στις αναδρομικές αμοιβές των δικαστικών λειτουργών που αφορούν το χρονικό διάστημα 1.12.1991 μέχρι 31.12.1995 και καταβάλλονται τμηματικά σε πέντε (5) ισόποσες ετήσιες δόσεις, από τις οποίες η μεν πρώτη καταβάλλεται την 1.10.1997 και οι λοιπές τέσσερις (4) την 1η Απριλίου των επόμενων τεσσάρων (4) ετών (1998-2001).

3. Κατόπιν των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι από το ποσό των αναδρομικών αμοιβών κάθε δόσης θα αφαιρείται το 50% ως αφορολόγητο ποσό και το υπόλοιπο 50% θα προστίθεται στις λοιπές αμοιβές για να φορολογηθεί με τις γενικές διατάξεις κατά το έτος είσπραξης της δόσης αυτής.

4. Επιπλέον, το επίδομα της παρ. 3 του άρθρου 2 του Ν.2521/1997 που χορηγείται στους δικαστικούς λειτουργούς για κάλυψη πρόσθετων δαπανών, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος.

5. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται ανάλογα και για τα μέλη του Ν.Σ.Κ.

6. Υστερα από τα ανωτέρω, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να προσέλθουν στην αρμόδια ΔΟΥ το αργότερο μέχρι 31.10.2000, προκειμένου να προβούν στη σχετική διόρθωση που ορίζεται στην παρ. 4 της υπ' αριθ. 1058268/953/Α0012/14.6.1999 διαταγής μας και να υποβάλουν τη σχετική αίτηση σύμφωνα με την παρ. 2 του
άρθρου 75 του Ν.2238/1994.

7. Μετά τη διόρθωση και την αίτηση, θα ενεργήσετε νέα εκκαθάριση. Τα ποσά του φόρου που τυχόν βεβαιώθηκαν επιπλέον θα συμψηφίζονται ή θα επιστρέφονται, κατά περίπτωση.

Σ.τ.Ε. 3150/1999

2α) Επειδή όπως κρίθηκε με την υπ' αριθ. 3670/1994 απόφαση της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε., το Σύνταγμα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 αυτού, προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα Δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και δι' αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες (νομοθετική και εκτελεστική) με την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας αυτής το Σύνταγμα θεωρεί και την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία καθιερώνει ευθέως, επιτάσσοντας τη χορήγηση σε αυτούς αποδοχών αναλόγων προς το λειτούργημά τους, ήτοι προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας και, συνεπώς, λόγω της ισοτιμίας της λειτουργίας αυτής προς τις
λοιπές δύο, αποδοχών όχι κατωτέρων των αποδοχών των αντίστοιχων οργάνων των άλλων λειτουργιών.

Επομένως, χορήγηση στα τελευταία αυτά όργανα αποδοχών που είναι μεγαλύτερες από τις χορηγούμενες στους δικαστές, παραβιάζει ευθέως τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις. Η παραβίαση αυτή έχει ως συνέπεια την κατ'
ευθείαν εφαρμογή του άρθρου 88, παρ. 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρα 26 και 87, παρ. 1 αυτού, αναβάθμιση των αποδοχών των δικαστών με τη χορήγηση και σε αυτούς με τον ίδιο τρόπο των ίδιων συνολικών καθαρών αποδοχών που χορηγούνται στα όργανα των άλλων λειτουργιών, ως αποδοχών νοουμένων των χορηγουμένων με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της θεσπίσεως ιδιαίτερης φορολογικής μεταχειρίσεώς των. Εν όψει αυτών, καθώς και της εξισώσεως, με την από 22.12.1964 απόφαση της Βουλής [διατηρηθείσα σε ισχύ με το άρθρο 1, παρ. 1 του Ζ'/1975 Ψηφίσματος της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ 23 Α'),
το οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου 111 του Συντάγματος εξακολουθεί να ισχύει μέχρι της τροποποιήσεως ή καταργήσεώς του δια νόμου] της βουλευτικής αποζημιώσεως με τις αποδοχές των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ'/1975 Ψηφίσματος, με την οποία αυξήθηκε το καθαρό ποσό της βουλευτικής αποζημιώσεως δια της απαλλαγής από τον φόρο εισοδήματος του ημίσεως αυτής, ως καλύπτοντος δαπάνες παραστάσεως, κινήσεως και επικοινωνίας των βουλευτών, οι οποίες όμως καλύπτονται με τις προβλεπόμενες στα άρθρα 2 και 3 του ιδίου Ψηφίσματος απαλλαγές και ατέλειες, είναι εφαρμοστέα και επί των αποδοχών των δικαστών, προς διαφύλαξη των συνταγματικών αρχών της διακρίσεως των λειτουργιών της ισοτιμίας και ισοδυναμίας αυτών και της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας.

Η εφαρμογή δε αυτή των αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεων του ανωτέρω Ψηφίσματος και στις αποδοχές των
δικαστικών λειτουργών, μη αποκλειόμενη από τις διατάξεις αυτές, δεν συνιστά άσκηση νομοθετικού έργου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Συντάγματος, διότι αποτελεί εφαρμογή κανόνων δικαίου, ήτοι των ως άνω διατάξεων του Ζ'/1975 Ψηφίσματος και του Συντάγματος και όχι ανεπίτρεπτη θέσπιση νέων. Περαιτέρω, κατά τα ήδη κριθέντα (Σ.τ.Ε.4095/1997 κ.ά.) η ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ' Ψηφίσματος της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής είναι εφαρμοστέα για την ταυτότητα του λόγου και επί των αναδρομικών αποδοχών που καταβλήθηκαν στο παρελθόν από το Δημόσιο στους δικαστικούς λειτουργούς, με βάση κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (2019812/1209/0022/28.2.1992), λόγω διαφοράς των αποδοχών τους με τις αποδοχές των διευθυντών γιατρών του Ε.Σ.Υ. Στη συνέχεια, με το άρθρο 10 του Ν.2459/1997 (ΦΕΚ 17/Α') "Κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες διατάξεις" αντικαταστάθηκε το άρθρο 5 (παρ. 1) του Ζ' Ψηφίσματος του έτους 1975 της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ 23/Α') και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι το ποσό της βουλευτικής αποζημίωσης που απομένει μετά την αφαίρεση των προβλεπόμενων κρατήσεων θεωρείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και φορολογείται αυτοτελώς με βάση τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 9 του Ν.2238/1994, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως για το εισόδημα αυτό.

Συνεπώς, από 1.1.1997 που άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 40, περ. β' του ίδιου νόμου, να εφαρμόζεται η πιο πάνω διάταξη καταργήθηκε η φορολογική απαλλαγή του ημίσεως του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και προβλέφθηκε η αυτοτελής φορολόγησή της σε σχέση με άλλα εισοδήματα που αποκτά ο Βουλευτής, η κατάργηση δε αυτή συνεπάγεται και την κατάργηση της φορολογικής απαλλαγής του ημίσεως των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών που προέρχονται από την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματός τους και αποκτώνται από 1.1.1997.
Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 2040222/6246/0022/30.5.1997 (ΦΕΚ 459/Β') απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 7 του Ν.2479/1997 (ΦΕΚ 67/Α') "Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο - επιτάχυνση των δικών, δικονομικές απλουστεύσεις και άλλες διατάξεις", καθορίστηκε ο χρόνος και ο τρόπος εξόφλησης της διαφοράς αποδοχών των δικαστικών λειτουργών που προέκυψε από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν.1968/1991, της κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσας υπ' αριθ. 2054561/6279/0022/22.8.1995 (ΦΕΚ 760/Β') κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 1 του Ζ' Ψηφίσματος της Βουλής του έτους 1975. Ορίστηκε δε ειδικότερα με την πιο πάνω απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών ότι η διαφορά αυτή αποδοχών κατά δικαιούχο δικαστικό λειτουργό, που αφορά το χρονικό διάστημα από 1.12.1991 μέχρι 31.12.1995, εξοφλείται τμηματικά σε πέντε (5) ισόποσες ετήσιες δόσεις, από τις οποίες η μεν πρώτη καταβάλλεται την 1.10.1997, οι δε λοιπές τέσσερις (4) την 1η Απριλίου των επόμενων τεσσάρων (4) ετών (1998-2001).

3. Επειδή, κατά το άρθρο 40, περ. β' του ως άνω Ν.2459/1997 η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 10 του ίδιου Νόμου, με τις οποίες κατ' αντικατάσταση του άρθρου 5 (παρ. 1 του Ζ' Ψηφίσματος της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής) καταργήθηκε η απαλλαγή από τη φορολογία εισοδήματος του ημίσεως του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και, συνεπώς, του ημίσεως του ποσού των αποδοχών των δικαστών, αρχίζει για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1.1.1997 και μετά. Επομένως, η κατάργηση της εν λόγω φορολογικής απαλλαγής δεν καταλαμβάνει και τις πιο πάνω αναδρομικές αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, γιατί αυτές ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 31.12.1991 μέχρι 31.12.1995. Εξάλλου, κατά παρέκκλιση της γενικής αρχής που θέτει η παρ. 1, εδάφιο α' του άρθρου 46 του Ν.2238/1994 (ΦΕΚ 151/Α') "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", κατά την οποία ως χρόνος απόκτησης του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται ο χρόνος που ο δικαιούχος απέκτησε δικαίωμα για την είσπραξή του, η διάταξη του εδαφίου β' της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου όρισε ότι:

"ειδικά, προκειμένου για αποδοχές και συντάξεις που καταβάλλονται σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο
ανάγονται σε μισθωτούς ή συνταξιούχους, με βάση νόμο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, χρόνος απόκτησής του θεωρείται ο χρόνος στον οποίο εισπράττονται από τους δικαιούχους".

Η διάταξη όμως αυτή, ως προγενέστερη και γενική, αφορώσα δε όλους τους μισθωτούς και συνταξιούχους του Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα, δεν κατισχύει της πιο πάνω ειδικής διάταξης του άρθρου 40, περ. β' του Ν.2459/1997, η οποία αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 10 του ίδιου νόμου που αφορούν τον ειδικό τρόπο φορολόγησης της βουλευτικής αποζημίωσης και συνεπώς και των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών από την
άσκηση του λειτουργήματός τους. Πέραν τούτου, η κατά παρέκκλιση της γενικής αρχής φορολόγηση των ως άνω αναδρομικών αποδοχών όχι κατά το χρόνο που ανάγονται, αλλά κατά το χρόνο που εισπράττονται, θεσπίσθηκε με την ως άνω διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 46 του Ν.2238/1994 κυρίως για διαδικαστικούς λόγους, δηλαδή για την αποφυγή γραφειοκρατικών διατυπώσεων, τόσο από μέρους των φορολογουμένων, όσο και από μέρους των Φορολογικών Αρχών (υποβολή συμπληρωματικών δηλώσεων, νέες εκκαθαρίσεις και βεβαιώσεις των φόρων), αλλά και για τη μη φορολόγηση των εισοδημάτων αυτών με βάση παρωχημένες φορολογικές κλίμακες. Είναι, εξάλλου, αυτονόητο ότι η φορολόγηση των αναδρομικών αποδοχών κατά το χρόνο που εισπράττονται τελεί υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω αποδοχές υπέκειντο σε φόρο κατά το χρόνο στον οποίο ανάγονται, γιατί αλλιώς θα υπήρχε δυσμενής διάκριση σε βάρος των μισθωτών και συνταξιούχων που εισπράττουν αναδρομικά τις αποδοχές τους, σε σχέση με αυτούς που τις εισπράττουν κατά το χρόνο που απέκτησαν το δικαίωμα είσπραξής τους, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος). Συνεπώς, ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή της σχετικής επιφύλαξης του αναιρεσίβλητου, ότι το ήμισυ των αποδοχών που αυτός εισέπραξε κατά το έτος 1997 ως διαφορά αποδοχών δικαστικών λειτουργών και αποδοχών διευθυντών - γιατρών του Ε.Σ.Υ., δυνάμει της υπ' αριθ. 2040222/6246/0022/30.5.1997 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών, εκ 1.619.799 δρχ., δεν υπέκειτο
σε φόρο εισοδήματος ως αναγόμενο στα έτη 1992 και 1993, ότε ίσχυε ακόμη το άρθρο 5, παρ. 1 του Ζ' Ψηφίσματος της Ε' Αναθεωρητικής Βουλής, πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 του Ν.2459/1997, έστω και με διαφορετική αιτιολογία. Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί
του αντιθέτου προβαλλόμενος με την κρινόμενη αίτηση λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο, κατά ρητή επιταγή του Νόμου (άρθρο 46, παρ. 1, εδάφιο β' του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος), οι αναδρομικά καταβαλλόμενες αποδοχές με βάση νόμο, δικαστική απόφαση κ.λπ., όπως είναι και οι επίδικες, φορολογούνται κατά το χρόνο της είσπραξής τους, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο δεν ίσχυε πλέον η φορολογική απαλλαγή του ημίσεως του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και συνεπώς και του ημίσεως των αποδοχών των δικαστών και όχι κατά το χρόνο στον οποίο ανάγονται.


4. Επειδή, κατ' άρθρο 78, παρ. 1 και 2 του Συντάγματος: "1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο φόρος... 4. Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή των συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης". Κατά δε το άρθρο 4, παρ. 5
του Συντάγματος: "Οι Ελληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους". Εξάλλου, στο άρθρο 4, παρ. 1 του Ν.2238/1994 (ΦΕΚ 151/Α') "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος" ορίζεται ότι: "Εισόδημα στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος είναι το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών για την απόκτησή του, όπως αυτό προσδιορίζεται ειδικότερα στα άρθρα 20-51". Περαιτέρω, στο άρθρο 45, παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: "Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες είναι το εισόδημα που προκύπτει κάθε ένα οικονομικό έτος από μισθούς, ημερομίσθια, επιχορηγήσεις, επιδόματα, συντάξεις και, γενικά, κάθε παροχή που χορηγείται περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή είτε σε χρήμα είτε σε είδος ή άλλες αξίες για παρούσα ή προηγούμενη υπηρεσία ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, το οποίο αποκτάται
από μισθωτούς γενικά και συνταξιούχους".


5. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα, δηλαδή αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών απόκτησής του, οι δε δαπάνες που μνημονεύονται στην παρ. 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος λαμβάνονται υπόψη όσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος ορισμένων κατηγοριών φορολογουμένων βάσει ενδείξεων (όπως είναι οι δαπάνες). Παρέπεται ότι όταν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κ.λπ.) που κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της, δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (Σ.τ.Ε.125/1995, 746/1993, 3396/1991, 374/1983, 4289/1980 Ολομ. κ.ά.). Εξάλλου, από 1.1.1997 με το άρθρο 1, περ. 15 του Ν.2459/1997 (ΦΕΚ 17/Α') "Κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες
διατάξεις" καταργήθηκε το δεύτερο εδάφιο της περ. α' της παρ. 4 του άρθρου 45 του Ν.2238/1994, που όριζε ότι:

"Προκειμένου για αποζημιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, που παρέχονται με διάταξη νόμου κατ' αποκοπή για κάλυψη δαπανών ειδικής υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, εξαιρείται της φορολογίας ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), εκτός εάν ο δικαιούχος αποδεικνύει δαπάνες μεγαλύτερου ποσού με βάση στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων".

Η κατάργηση, όμως, της ανωτέρω διάταξης δεν συνεπάγεται από μόνη της τη φορολόγηση όλων αδιακρίτως των παροχών που καταβάλλονται στους μισθωτούς, δηλαδή και εκείνων που κατά το νόμο ή από τη φύση τους δεν αποτελούν εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 78, παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 4, παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, αλλά δίνονται για να καλύψουν δαπάνες για την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί ή για την καλύτερη διεξαγωγή της. Τέλος, η απαρίθμηση των περιπτώσεων παροχών που αναφέρονται στα εδάφια α'-ε' της παρ. 4 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και οι οποίες κατά ρητή διάταξη του νόμου δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο, δεν είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή των μη θεωρουμένων ως εισόδημα παροχών δεν αποκλείει το νομοθέτη να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες, ούτε την κρίση της Φορολογικής Αρχής και των Διοικητικών Δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά το νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, δηλαδή φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της.


6. Επειδή, το άρθρο 2, παρ. 3 του Ν.2521/1997 (ΦΕΚ 174/Α') "Ειδικό μισθολόγιο δικαστικών λειτουργιών κ.λπ." προβλέπει το εξής επίδομα: "Επίδομα για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων καθώς και για την αντιστάθμιση δαπανών στις οποίες υποβάλλονται κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους (δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οργάνωση γραφείου)".
Το ύψος του επιδόματος αυτού κλιμακώνεται ανάλογα με το βαθμό των δικαστικών λειτουργών από 135.000 δρχ. μέχρι 250.000 δρχ. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του νόμου ότι θεσπίζεται "για πρώτη φορά ειδικό επίδομα και πάγια μηνιαία αποζημίωση, έτσι ώστε αυτά να ανταποκρίνονται πράγματι στις ιδιόμορφες συνθήκες εργασίας των δικαστικών λειτουργών και να αντισταθμίζουν τις δαπάνες που υποβάλλονται εξ αιτίας του λειτουργήματός τους", προκύπτει ότι το εν λόγω επίδομα χορηγείται στους δικαστικούς λειτουργούς για την κάλυψη των πρόσθετων δαπανών στις οποίες αυτοί υποβάλλονται εξαιτίας της υπηρεσίας και των ιδιόμορφων συνθηκών άσκησής της (όπως δαπάνες για τη δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οργάνωση γραφείου), αλλά και για την κάλυψη των πρόσθετων δαπανών στις οποίες υποβάλλονται για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων (όπως δαπάνες για συνδρομές σε επιστημονικά περιοδικά, για την αγορά και λειτουργία ηλεκτρονικών υπολογιστών και τη σύνδεσή τους με τράπεζες νομικών πληροφοριών κ.λπ.).
Συνεπώς, το ανωτέρω επίδομα που χορηγείται στους δικαστικούς λειτουργούς αντικρίζει πραγματικές δαπάνες στις οποίες αυτοί υποβάλλονται κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους και για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων, έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα για την κάλυψη των εν λόγω δαπανών και δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 78, παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 4, παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ούτε συγκεκαλυμμένο φορολογικό προνόμιο υπέρ των δικαστών. Υπό τα δεδομένα αυτά, ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή της επιφύλαξης του αναιρεσίβλητου δικαστικού λειτουργού, ότι το εκ 2.760.000 δρχ. επίδομα του άρθρου 2, παρ. 3 του Ν.2521/1997 που καταβλήθηκε σε αυτόν κατά το έτος 1997 δεν συγκεντρώνει τα εννοιολογικά στοιχεία του εισοδήματος και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε φόρο, όλοι δε οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι με την κρινόμενη αίτηση λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, απορριπτέα δε αποβαίνει κατόπιν τούτων και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο