Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 02-02-2000 ]

ΠΟΛ.1035/2.2.2000 Λύση, ακύρωση γάμου ή διάσταση συζύγων - Η αξίωση των μερών για την πραγματική συμβολή τους στην αύξηση της περιουσίας κατά την έγγαμη συμβίωση Κοινοποίηση της υπ αριθ. 458/1999 Γνωμοδότησης του ΝΣΚ

(Λύση, ακύρωση γάμου ή διάσταση συζύγων - Η αξίωση των μερών για την πραγματική συμβολή τους στην αύξηση της περιουσίας κατά την έγγαμη συμβίωση Κοινοποίηση της υπ αριθ. 458/1999 Γνωμοδότησης του ΝΣΚ )

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα, 2 Φεβρουαρίου 2000
Αρ.Πρωτ. 1069027/350 ΠΕ/Α0013

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Γ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ 13η ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
ΤΜΗΜΑ Α'
Πληροφορίες: Μ. Καδιανού-Ποιμενίδου
Τηλέφωνο: 3375231

ΠΟΛ. 1035

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση της αριθ. 458/99 γνωμοδότησης του ΝΣΚ.

Σας κοινοποιούμε την υπ' αριθ. 458/1999 Γνωμοδότηση του Δ' Τμήματος του ΝΣΚ, που έγινε δεκτή από τον Υπουργό των Οικονομικών και παρακαλούμε για την εφαρμογή της. Σύμφωνα με την ανωτέρω Γνωμοδότηση επιλύονται διάφορα προβλήματα που γεννήθηκαν από την εφαρμογή των άρθρων 1400 και 1401 του Α.Κ. - σε περίπτωση λύσεως του γάμου.

Αρ. Γνωμ.: 458/1999

Περίληψη Ερωτήματος:

1. Σε περίπτωση λύσεως του γάμου η αξίωση του επιζώντος συζύγου για την απόδοση των προσαυξήσεων εκ της συμβολής του (άρθρα 1400, 1401 Α.Κ.) συνιστά χρέος της κληρονομίας που βαρύνει τους κληρονόμους του θανόντος συζύγου. Ερωτάται εάν είναι δυνατόν να γίνεται η εκτίμηση για τον προσδιορισμό του φόρου κληρονομίας των κληρονομιαίων ακινήτων με τις πραγματικές αξίες που πιθανόν να είναι διπλάσιες των αντικειμενικών (δηλαδή άλλες οι αξίες ενεργητικού και άλλες του παθητικού για τα ίδια ακίνητα).

2. Πώς θα αντιμετωπίζεται το θέμα αν είναι περισσότεροι του ενός οι κληρονόμοι και με διαφορετικές αποφάσεις Δικαστηρίων υποχρεώνονται να καταβάλουν διαφορετικά ποσά (για τα αποκτήματα του γάμου) και κατά συνέπεια θα δηλώσουν ως παθητικό;

3. Αν η απόφαση του Δικαστηρίου δεν κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστή, θα πρέπει να αφαιρείται ως παθητικό από την κληρονομία το ποσό αυτό;

4. Θα πρέπει να διενεργείται έρευνα για τον τρόπο καταβολής της χρηματικής αποζημίωσης προς τον επιζώντα σύζυγο από τους συγκληρονόμους (ιδίως όταν είναι τέκνα) και ο καταλογισμός φόρου άτυπης δωρεάς, όταν συντρέχει περίπτωση, δεδομένου ότι εκδίδονταν δικαστικές αποφάσεις που αναγνωρίζουν το ζητούμενο με την αγωγή πολύ μεγάλο ποσό συμμετοχής του συζύγου στα αποκτήματα του γάμου, χωρίς να εξετάζονται κατ' ουσία από το Δικαστήριο τα υποβαλλόμενα στοιχεία λόγω ερημοδικίας των εναγομένων (ιδίως τέκνων) ή η αποδοχή της ιστορικής βάσης της αγωγής;

Επί των ως άνω ερωτημάτων το Δ' Τμήμα του ΝΣΚ εγνωμοδότησε ως ακολούθως:


Η Διεύθυνση Φορολογίας Κεφαλαίου - Τμήμα Α' του Υπουργείου Οικονομικών, με το υπ' αριθ. 1016150/76/Α0013/5.2.1998 έγγραφο ερώτημα, εκθέτει τα παρακάτω: Με τις διατάξεις του άρθρου 1400 Α.Κ., όπως τούτο ισχύει με το Ν.1329/1983 (ΦΕΚ 25/Α') ορίζεται ότι, σε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή διάστασης των συζύγων διάρκειας μεγαλύτερης των τριών (3) ετών, καθένας από τους συζύγους μπορεί να αξιώνει να του αποδοθεί ένα μέρος από την περιουσία, η οποία δημιουργήθηκε (αυξήθηκε) κατά τη διάρκεια του γάμου, εφόσον ο ίδιος συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή. Κατά μαχητό τεκμήριο, η συμβολή του συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης. Εχει γίνει δεκτό από τη Διοίκηση (σχετική υπ' αριθ. 779/1984 Γνωμοδότηση της Νομικής Διεύθυνσης) ότι η διαφορά που ενδέχεται να προκύψει μεταξύ των συζύγων από την εφαρμογή του άρθρου 1400 Α.Κ. μπορεί να επιλυθεί όχι μόνο με την έκδοση σχετικής τελεσίδικης απόφασης, αλλά και συμβιβαστικά μεταξύ των κληρονόμων του υποχρέου και του επιζήσαντος συζύγου. Σε κάθε, όμως, περίπτωση πρέπει να αποδεικνύεται όχι μόνο η ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης που αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση ή με σύμβαση μεταξύ δικαιούχου και υποχρέου ή υποχρέων, αλλά και η εξόφληση της απαίτησης αυτής με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο ως δημόσιο έγγραφο παρέχει τα εχέγγυα διασφάλισης του δικαιώματος του Δημοσίου από τα τέλη χαρτοσήμου.


Το ποσοστό συμμετοχής του ή της συζύγου στα αποκτήματα του γάμου που αναγνωρίζεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο θεωρείται παθητικό της κληρονομίας. Επειδή σε ορισμένες αποφάσεις ή συμβολαιογραφικά έγγραφα αναφέρεται ότι για τον προσδιορισμό του ύψους της αξίωσης του επιζώντος συζύγου ελήφθη η αγοραία αξία των ακινήτων και όχι η αντικειμενική (άρθρο 41 του Ν.1249/1982), με αποτέλεσμα να δημιουργούνται διάφορα φορολογικά θέματα. Ειδικότερα, γεννιώνται τα ερωτήματα που παρατέθηκαν εν αρχή και επί των οποίων εκτίθενται τα ακόλουθα:

Ι. Στα άρθρα 1400, 1401 Α.Κ., που θεσπίσθηκαν δια του άρθρου 15 του Ν.1329/1983 ορίζονται τα ακόλουθα: Αρθρο 1400: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία ενός συζύγου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από την δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη, ή μικρότερη, ή καμία συμβολή". Αρθρο 1401: "Η αξίωση του προηγουμένου άρθρου, δεν γεννιέται σε περίπτωση θανάτου, στο πρόσωπο των κληρονόμων του συζύγου που πέθανε. Επίσης δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωρισθεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί αγωγή.
Η αξίωση παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή ακύρωση του γάμου". Το εκ των ως άνω διατάξεων δικαίωμα των συζύγων είναι ενοχικό, όπως ρητά αναφέρεται στην Εισηγητική Εκθεση του νόμου και προκύπτει άλλωστε από το κείμενο των διατάξεων αυτών, ποιουμένων χρήση των όρων "...δικαιούται να απαιτήσει..." (άρθρο 1400 Α.Κ.) ή "η αξίωση..." (άρθρο 1401 ).

Εξάλλου, από το γεγονός ότι οι υπολογισμοί με τους οποίους εξευρίσκεται η αποδοτέα αύξηση αναγκαστικά γίνονται σε χρήμα, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η σχετική αξίωση είναι χρηματική, έστω και αν καθίσταται δυνατή η ικανοποίησή της δια της καταδίκης του υποχρέου σε απόδοση αυτουσίου πράγματος προς ικανοποίησή της, ως αναφέρεται και στην Εισηγητική Εκθεση του νόμου.
Γενικά και χωρίς καμία εξαίρεση γίνεται δεκτό ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και υπέρ του επιζώντος συζύγου, σε περίπτωση λύσης του γάμου δια του θανάτου του άλλου συζύγου (ΕΔΥΟ Κ.6728/159/ΠΟΛ.282/8.8.1986). ΙΙ.
Η αξίωση του επιζώντος συζύγου για την απόδοση των προσαυξημάτων εκ της συμβολής του, συνιστά χρέος της κληρονομίας που βαρύνει τους κληρονόμους του θανόντος συζύγου, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους στην κληρονομία. Σαν τέτοιο χρέος θα πρέπει η αξίωση αυτή να αντιμετωπίζεται και σε σχέση με τη φορολογία της κληρονομίας (ΕΔΥΟ Κ.6725/159/ΠΟΛ.282/8.7.1986).

Ορισμένοι ερευνητές φαίνεται να υποστηρίζουν έτι περαιτέρω ότι το μέρος της κληρονομίας που αντιστοιχεί στην αξίωση αυτή δεν πρέπει καν να υπολογίζεται στον προσδιορισμό της κληρονομίας ως συνιστούν περιουσία του επιζώντος συζύγου.
Μια τέτοια λειτουργία, όμως, του θεσμού αυτού, όσο κι αν φαίνεται περισσότερο πρόσφορη για την πραγμάτωση του σκοπού του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού η συμμετοχή των συζύγων στην προσαύξηση της περιουσίας δεν έχει εμπράγματο χαρακτήρα. Ο υπολογισμός του φόρου κληρονομίας στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γίνεται, συνεπώς, με βάση τις προβλέψεις του άρθρου 21 του Ν.Δ.118/1973, που ρυθμίζουν τα της έκπτωσης των χρεών της κληρονομίας (και επαρκούν για την αντιμετώπιση των προκυπτόντων ζητημάτων).
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 21 του Ν.Δ.118/1973 "περί φορολογίας κληρονομιών, δωρεών κ.λπ." τα βέβαια και εκκαθαρισμένα χρέη του κληρονομουμένου, τα νομίμως υφιστάμενα κατά το χρόνο του θανάτου του, εκπίπτονται από την αξία της κληρονομιαίας περιουσίας, αν αποδεικνύονται, μεταξύ άλλων, με δημόσιο έγγραφο ή δικαστική απόφαση που είναι προγενεστέρα του θανάτου του κληρονομουμένου. Κατά τις παρ. 3 και 5, όμως, του ίδιου άρθρου δύναται με αίτηση του υποχρέου (σε φόρο κληρονομίας) να εκπίπτεται και κάθε άλλο χρέος, μη περιλαμβανόμενο στις ως άνω περιοριστικές διατάξεις, εφόσον από τα προσαγόμενα στοιχεία ήθελε πεισθεί ο Οικονομικός Εφορος ητιολογημένα για την ύπαρξη και το ύψος αυτού.
Στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για χρέος της κληρονομίας, που αναφαίνεται κατά το θάνατο του κληρονομουμένου και του οποίου η γενεσιουργός αιτία ανάγεται σε γεγονότα προϋφιστάμενα του θανάτου του, αφορώντα την περιουσία του. Και ναι μεν δεν υφίσταται, στην περίπτωση αυτή, δημόσιο έγγραφο ή δικαστική απόφαση προγενέστερα του θανάτου του υποχρέου για την υπαγωγή στην παρ. 1 του άρθρου 21 του Ν.Δ.118/1973. Πλην όμως, όταν προσάγεται συμβολαιογραφική πράξη συμβιβασμού με τους λοιπούς συγκληρονόμους του αποβιώσαντος συζύγου, που είναι εκ του νόμου υπόχρεοι, ως εκ της ιδιότητάς τους αυτής, να αποδώσουν στην επιβιώσασα σύζυγο την επαύξηση της περιουσίας του θανόντος που προήλθε από τη συμβολή της διαρκούντος του γάμου, πρέπει τα χρέη αυτά να εκπίπτονται από το παθητικό της κληρονομίας, γιατί αποτελούν "χρέη της κληρονομίας" σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 21 του Ν.Δ.118/1973. Η πράξη αυτή συνιστά αποδεικτικό στοιχείο ότι ασκήθηκε εκ μέρους του δικαιούχου η αξίωσή του αυτή και, κατά συνεκδοχή, ότι υφίσταται χρέος της κληρονομίας.

Εφόσον, εξάλλου, με την πράξη αυτή προσδιορίζεται το ύψος της αξίωσης σύμφωνα με το τεκμήριο του άρθρου 1400 Α.Κ., υφίσταται και η απόδειξη για το ύψος του χρέους. Συντρεχόντων, όμως, των στοιχείων αυτών, δυνατότητα του Οικονομικού Εφόρου για τη μη αποδοχή του χρέους, κατ' ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας της παρ. 3 του άρθρου 21 του Ν.Δ.118/1973, υφίσταται μόνο εφόσον ο Εφορος διαθέτει ικανά στοιχεία ανταπόδειξης του νομίμου τεκμηρίου του άρθρου 1400 Α.Κ. ΙΙΙ. Η αξίωση του δικαιούχου συζύγου είναι ενοχική και εφόσον από το νόμο δεν προκύπτει κάτι άλλο, είναι πάντοτε κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 287 Α.Κ. χρηματική, έστω και αν καθίσταται δυνατή η ικανοποίησή της δια της καταδίκης του υποχρέου σε απόδοση αυτουσίου πράγματος προς ικανοποίησή της.

Ακολούθως, προσδιορισμός του ύψους της αξίωσης πρέπει να καθορίζεται με τελεσίδικη απόφαση Δικαστηρίου ή με συμβιβασμό μεταξύ επιζώντος συζύγου (δικαιούχου) και κληρονόμων θανόντος υποχρέου, άλλως δεν αναγνωρίζεται προς έκπτωση από την κληρονομία και το τεκμήριο του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1400 Α.Κ. είναι από πλευράς φορολογίας χωρίς αξία, αφού είναι ενδεχόμενο ο δικαιούχος να μην ασκήσει ποτέ το δικαίωμά του ή και να παραιτηθεί από αυτό.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν κληρονόμοι του υποχρέου, ο δικαιούχος θα επιδιώξει αναγνώριση της αξίωσής του με αντίδικο το Δημόσιο, ενόψει της εκ του φόρου απαίτησης αυτού. Σημειώνεται ότι και στην περίπτωση του συμβιβασμού, αυτός δεν είναι δεσμευτικός για τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ, εάν μπορεί να αποδείξει κατά τη φορολογική διαδικασία κάτι διαφορετικό, με πλήρη όμως τεκμηρίωση των απόψεών του. Επίσης, η κατ' άρθρο 1400 Α.Κ. απόδοση στο δικαιούχο χρηματικής παροχής ή παροχής κινητού πράγματος, είτε με δικαστική απόφαση, είτε με συμβιβασμό γίνεται, υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμου 3%, πλέον εισφορά επ' αυτού 20% υπέρ ΟΓΑ (Γνωμ. 779/1984, 725/1984).

Τέλος, με την υπ' αριθ. 440/1990 Γνωμοδότηση του ΝΣΚ κρίθηκε ότι η πιθανή αξίωση, για την οποία το άρθρο 1400 Α.Κ., του ενός των συζύγων κατά του άλλου, πρέπει να αποδεικνύεται έναντι του Δημοσίου κατά τρόπο αναμφισβήτητο, γιατί το ποσό αυτής αποτελεί χρέος του συζύγου (θανόντος ή διαζευγμένου) προς τον άλλο και, συνεπώς, κατά το ποσό αυτό η περιουσία του υποχρέου είναι μειωμένη. Ειδικά, όσον αφορά την περίπτωση του θανάτου, η κατά το ποσό της αξίωσης περιουσία του θανόντος ουδέποτε περιέχεται στους κληρονόμους τούτου.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση αναγνώρισης (συμβατικώς ή δικαστικώς) της αξίωσης, πρέπει να αποδεικνύεται και η εκπλήρωση αυτής, διαφορετικά ανακύπτει φορολογικό ενδιαφέρον. Ως απόδειξη εκπλήρωσης είναι, κατ' αρχήν, εκείνη που έχει υπέρ αυτής "το τεκμήριο της αλήθειας του περιεχομένου και της γνησιότητας της υπογραφής έναντι τρίτων", χωρίς να αποκλείεται το δικαίωμα της Φορολογικής Αρχής να αποδείξει το εναντίον σε κάθε περίπτωση.

Τέτοια απόδειξη είναι εκείνη που προκύπτει από αναγκαστική εκτέλεση δικαστικής απόφασης ή από συμβολαιογραφικό έγγραφο, με βεβαίωση του συμβολαιογράφου σε αυτό ότι το ποσό της αξίωσης καταβλήθηκε ενώπιόν του. Απόδειξη ωσαύτως αποτελεί και η παρακατάθεση της δικαστικώς ή συμβολαιογραφικώς αναγνωρισμένης οφειλής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και ανάληψη αυτής από το δικαιούχο, με την απαράβατη προϋπόθεση ότι με τη διαδικασία αυτή δεν θα καταστρατηγηθούν οι διατάξεις που αφορούν το χαρτόσημο σε εξοφλητικές αποδείξεις και το Δημόσιο θα εισπράξει κάθε ποσό που θα εισέπραττε αν η εξόφληση θα γινόταν με συμβολαιογραφικό π.χ. έγγραφο. Αν ο υπόχρεος σύζυγος πεθάνει, η υποχρέωσή του από το άρθρο 1400 Α.Κ. μεταβαίνει στους κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο επιζών δικαιούχος (εξ αδιαθέτου διαδοχή άρθρα 1820, 1821 Α.Κ., νόμιμη μοία 1825 Α.Κ.), ο οποίος κληρονομεί και μέρος της υποχρέωσης του άρθρου 1400 Α.Κ. ίσου με την κληρονομική του μερίδα, δηλαδή υποχρέωση προς τον εαυτό του ως δικαιούχου και συνεπεία σύγχυσης, κατ' άρθρο 453 Α.Κ., στο ίδιο πρόσωπο της ιδιότητας υποχρέου και δικαιούχου, επέρχεται απόσβεση της αξίωσης. IV. Σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν στα ερωτήματα που τίθενται, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δ' Τμήματος του ΝΣΚ, προσήκει η ακόλουθη απάντηση:

1. Επί του πρώτου ερωτήματος: Εάν είναι δυνατόν να γίνεται η εκτίμηση (για τον υπολογισμό του φόρου κληρονομίας) των κληρονομιαίων ακινήτων με τις αντικειμενικές αξίες και το παθητικό με τις πραγματικές αξίες που πιθανόν να είναι διπλάσιες των αντικειμενικών (δηλαδή άλλες οι αξίες ενεργητικού και άλλες του παθητικού για τα ίδια ακίνητα). Ως ήδη αναφέρθηκε, η αξίωση του δικαιούχου συζύγου είναι ενοχική και εφόσον από το νόμο δεν προκύπτει κάτι άλλο, είναι πάντοτε, κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 183 Α.Κ., χρηματική, έστω και αν καθίσταται δυνατή η ικανοποίησή της δια της καταδίκης του υποχρέου σε απόδοση αυτουσίου πράγματος προς ικανοποίησή της (Εισηγητική Εκθεση του Ν.1321/1983). Επομένως, πρόκειται περί "χρέους" της κληρονομίας, όταν μεταβιβάζεται αυτούσιο ακίνητο και το ποσό που θα αφαιρεθεί από το παθητικό της κληρονομίας θα είναι βεβαίως η αντικειμενική αξία του ακινήτου ως υπελογίσθη και για το φόρο κληρονομίας και όχι η αγοραία αξία αυτού. Διότι δεν είναι δυνατόν η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας να υπολογισθεί με την αντικειμενική τιμή και η έκπτωση της αξίας του ίδιου ακινήτου "ως χρέους της κληρονομίας" να γίνει με διαφορετικό τρόπο.

2. Επί του δευτέρου ερωτήματος και μάλιστα πώς θα αντιμετωπίζεται το θέμα αν είναι περισσότερα του ενός οι κληρονόμοι και με διαφορετικές αποφάσεις Δικαστηρίων υποχρεώνονται να καταβάλουν διαφορετικά ποσά (για τα αποκτήματα του γάμου) και τα οποία, κατά συνέπεια, θα δηλώσουν ως παθητικό. Η αξίωση του δικαιούχου συζύγου είναι ενοχική και πάντοτε χρηματική, με το τεκμήριο δε του άρθρου 1400 Α.Κ. τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Εξ αυτού συνάγεται ότι υπάρχει δυνατότητα του Οικονομικού Εφόρου για τη μη αποδοχή του χρέους και ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας και εφόσον αυτός διαθέτει ικανά στοιχεία ανταπόδειξης του νομίμου τεκμηρίου του άρθρου 1400 Α.Κ. Και τούτο γιατί επί κληρονομικής τουλάχιστον διαδοχής του υποχρέου, ο αρμόδιος Προϊστάμενος ΔΟΥ δύναται να αποκρούσει τις ως άνω αποδείξεις, εφόσον το Δημόσιο δεν δεσμεύεται επί δικαστικού δεδικασμένου και διαθέτει αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία (ούτω Ατομική Γνωμ. 440/1990 Νομικού Συμβούλου Υπουργείου Οικονομικών).

3. Επί του τρίτου ερωτήματος: Αν η απόφαση του Δικαστηρίου δεν κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστή, θα πρέπει να αφαιρείται ως παθητικό από την κληρονομιά το ποσό αυτό; Ως ήδη αναφέρθηκε, ο προσδιορισμός του ύψους της αξίωσης πρέπει να καθορίζεται με τελεσίδικη απόφαση Δικαστηρίου ή με συμβιβασμό μεταξύ επιζώντος συζύγου (δικαιούχου) και κληρονόμων θανόντος υποχρέου, άλλως δεν αναγνωρίζεται προς έκπτωση από την κληρονομία και το τεκμήριο του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1400 Α.Κ. είναι από πλευράς φορολογίας χωρίς αξία, αφού είναι ενδεχόμενο ο δικαιούχος να μην ασκήσει ποτέ το δικαίωμά του ή να παραιτηθεί από αυτό.

4. Επί του τετάρτου ερωτήματος: Εάν θα πρέπει να διενεργείται έρευνα για τον τρόπο καταβολής της χρηματικής αποζημίωσης προς τον επιζώντα σύζυγο από τους συγκληρονόμους (ιδίως όταν είναι τέκνα) και ο κληρονόμος φόρου άτυπης δωρεάς, όταν συντρέχει περίπτωση, δεδομένου ότι εκδίδονται δικαστικές αποφάσεις που αναγνωρίζουν το ζητούμενο με την αγωγή πολύ μεγάλο ποσοστό, συμμετοχή του συζύγου στα αποκτήματα του γάμου, χωρίς να εξετάζονται κατ' ουσία από το Δικαστήριο τα υποβαλλόμενα στοιχεία λόγω ερημοδικίας των εναγομένων (ιδίως τέκνου) ή η αποδοχή της ιστορικής βάσης της αγωγής.

Γίνεται δεκτό (βλ. γνώμη πλειοψηφίας στην υπ' αριθ. 725/1984 Γνωμοδότηση της Συνέλευσης Προϊσταμένων Νομικών Συμβούλων του Δημοσίου) ότι αν, αντί της μεταβίβασης ακινήτου, αποδίδεται στο δικαιούχο χρηματική παροχή ή παροχή κινητού πράγματος, δεν ανακύπτει φορολογική υποχρέωση (από εισόδημα ή δωρεά), αφού η παροχή αυτή αποτελεί εκπλήρωση προβλεπόμενης από το νόμο υποχρέωσης. Τούτο, βεβαίως, θα πρέπει να ισχύει εφόσον αποδεδειγμένα η χρηματική αυτή παροχή που δίδεται στο δικαιούχο σύζυγο αντιπροσωπεύει τη συμβολή αυτού στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, η οποία τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.
Δεδομένου δε ότι το Δημόσιο δεν δεσμεύεται από το δικαστικό δεδικασμένο (ως ανωτέρω) και εφόσον ο Εφορος διαθέτει ικανά στοιχεία ανταπόδειξης του νομίμου τεκμηρίου του άρθρου 1400 Α.Κ., τότε ως προς το υπερβάλλον χρηματικό ποσό (δηλαδή από το ποσό που δεν αφορά σε πραγματική συμβολή σε επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου) θα ανακύπτει ζήτημα φορολογίας δωρεάς.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο