Δημοσιεύθηκε στις : [ 15-11-1999 ]

ΠΟΛ.1211/15.11.1999 Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του Ν.2717/1999 "Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας" και παροχή οδηγιών για την εφαρμογή τους - Προσφυγή, συμβιβασμός,προθεσμίες

(Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του Ν.2717/1999 "Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας" και παροχή οδηγιών για την εφαρμογή τους - Προσφυγή, συμβιβασμός,προθεσμίες)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα 15 Νοεμβρίου 1999
Αρ.Πρωτ.: 1106662/1438/ΔΕ-Α

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡ.ΕΛΕΓΧΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ - ΤΜΗΜΑ Α'
Τηλέφωνο:3253762

ΠΟΛ.: 1211

ΘΕΜΑ:Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του ν.2717/1999"Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας" και παροχή οδηγιών για την εφαρμογή τους.

Σας γνωρίζουμε ότι στο ΦΕΚ 97/Α'/17.5.1999 δημοσιεύθηκε ο Ν.2717/1999 "Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας", από την έναρξη ισχύος του οποίου, δηλαδή από 17.7.1999, καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, η οποία αναφέρεται σε θέματα ρυθμιζόμενα από το νόμο αυτό.
Από τον παραπάνω νόμο σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των άρθρων 55, 64, 66, 86, 92, 94, 126, 129, 149, 277, 281 και 285, οι οποίες αναφέρονται σε θέματα σχετικά με την μετά τον έλεγχο διαδικασία και παρέχουμε τις ακόλουθες διευκρινίσεις και οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή τους:

1. Με τις διατάξεις του άρθρου 66 του παραπάνω νόμου ορίζεται ότι η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής είναι πλέον εξήντα (60) ημέρες, αντί των είκοσι (20) ημερών που ίσχυε με τον προηγούμενο Κ.Φ.Δ., με εξαίρεση τις περιπτώσεις που ο νομιμοποιούμενος προς άσκηση της προσφυγής διαμένει στην αλλοδαπή, οπότε η προθεσμία είναι ενενήντα (90) ημέρες, αντί των σαράντα (40) ημερών που ίσχυε. Συνεπώς και η πρόταση για διοικητική επίλυση της διαφοράς, κατά τα άρθρα 70 του Ν.2238/1994 και 42 του Ν.1642/1986, υποβάλλεται πλέον από τους υπόχρεους εντός των ανωτέρω προθεσμιών, δεδομένου ότι οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραπέμπουν, ως προς την προθεσμία υποβολής της πρότασης, στη νόμιμη προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής.
Περαιτέρω, με τις ίδιες ως άνω διατάξεις του άρθρου 66 του προαναφερόμενου νόμου, προβλέπεται, επίσης, ότι όταν η προσφυγή ασκείται βάσει των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 64 του ίδιου νόμου, δηλαδή, μεταξύ άλλων, από τον Υπουργό Οικονομικών ή τον αρμόδιο Οικονομικό Επιθεωρητή, υπέρ του Δημοσίου, κατά των
πράξεων των φορολογικών οργάνων, η προθεσμία είναι ενενήντα (90) ημέρες, αντί των σαράντα (40) ημερών που ίσχυε με τον προηγούμενο Κ.Φ.Δ.

2. Με τις διατάξεις του άρθρου 92 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε έφεση υπόκεινται οι αποφάσεις των Διοικητικών Πρωτοδικείων αν το ποσό της χρηματικής διαφοράς του κύριου φόρου, βάσει της πρωτόδικης απόφασης, όπως η έννοια της διαφοράς αυτής ορίζεται επακριβώς από τις ίδιες διατάξεις, υπερβαίνει το ποσό των 200.000 δρχ., χωρίς στο ποσό αυτό να συνυπολογίζονται οι πρόσθετοι φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις. Συνεπώς, για τις πρωτόδικες οριστικές αποφάσεις που δημοσιεύονται από 17.7.1999 και μετά, ισχύουν πλέον οι προαναφερόμενες διατάξεις και όχι οι προγενέστερες διατάξεις του άρθρου 29, παρ. 1 του Ν.2648/1998, που προέβλεπαν τη δυνατότητα άσκησης έφεσης σε περιπτώσεις που οι χρηματικές διαφορές του κύριου φόρου ήταν άνω του 1.000.000 δρχ.

3. Με τις διατάξεις του άρθρου 94 ορίζεται ότι η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι εξήντα (60) ημερών και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Σημειώνεται ακόμη ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 86 του ίδιου νόμου, η παραπάνω προθεσμία παρεκτείνεται κατά εξήντα (60) ημέρες στις περιπτώσεις που οι νομιμοποιούμενοι ν' ασκήσουν την έφεση διαμένουν στην αλλοδαπή.

4. Με τις διατάξεις του άρθρου 126 ορίζεται ότι, εξαιρετικά επί φορολογικών εν γένει διαφορών, τα ένδικα βοηθήματα, μεταξύ των οποίων και η προσφυγή, κατατίθενται στην Αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, χωρίς να προβλέπεται δυνατότητα κατάθεσης στην πλησιέστερη Αστυνομική, Δημοτική ή Κοινοτική Αρχή, σε περιπτώσεις που ο προσφεύγων διαμένει έξω από την έδρα της Αρχής που εξέδωσε την πράξη ή στη Γραμματεία του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου απευθύνεται, όπως προεβλέπετο με το προηγούμενο καθεστώς.
Συνεπώς, από 17.7.1999 και μετά, οι προσφυγές κατατίθενται αποκλειστικά πλέον στις αρμόδιες, κατά περίπτωση, Φορολογικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ ή ΠΕΚ ή ΕΘΕΚ), χωρίς δυνατότητα κατάθεσής τους σε οποιαδήποτε άλλη Υπηρεσία ή Αρχή. Με τις διατάξεις του ίδιου ως άνω άρθρου 126, ορίζεται επίσης και η διαδικασία κατάθεσης και παραλαβής των ενδίκων βοηθημάτων, άρα και των προσφυγών, καθώς και η υποχρέωση διαβίβασής τους, χωρίς καθυστέρηση, στο Δικαστήριο στο οποίο απευθύνονται.

5. Με τις διατάξεις του άρθρου 129 ορίζονται οι υποχρεώσεις της Διοίκησης για την αποστολή στο Δικαστήριο, είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, του κατά το άρθρο 149 του ίδιου Ν.2717/1999 διοικητικού φακέλου, με αναλυτική έκθεση απόψεων για τη διαφορά και, ειδικότερα, για τους προβαλλόμενους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς. Επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 126, η προσφυγή πρέπει να διαβιβάζεται χωρίς καθυστέρηση, δηλαδή το ταχύτερο δυνατό (χωρίς υπαίτια καθυστέρηση), στο Δικαστήριο προς το οποίο απευθύνεται και όχι το αργότερο εντός δύο (2) μηνών, όπως προεβλέπετο με τον προηγούμενο Κ.Φ.Δ.
Σημειώνεται, επίσης, ότι είναι σκόπιμο μαζί με την προσφυγή να διαβιβάζεται αμέσως και ο προβλεπόμενος από τα άρθρα 129 και 149 διοικητικός φάκελος, με την αναλυτική έκθεση των απόψεων της Υπηρεσίας επί της προσφυγής (πρώην έκθεση άρθρου 82 του Κ.Φ.Δ.), δεδομένου μάλιστα ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις (αδικήματα άρθρου 17 και 18 του Ν.2523/1997 και πρόστιμα ΚΒΣ σε βάρος εκμεταλλευτών κέντρων διασκέδασης και λοιπών καταστημάτων ψυχαγωγίας - σχετ. διατάξεις άρθρου 21 του Ν.2523/1997 και άρθρου 32, παρ. 4 του Ν.2648/1998), προβλέπεται εκ του νόμου ειδικό καθεστώς επίσπευσης της εκδίκασης των υποθέσεων.

6. Με τις διατάξεις του άρθρου 277 τίθεται ως προϋπόθεση για το παραδεκτό των ένδικων βοηθημάτων και μέσων, η προσαγωγή κατά την κατάθεσή τους ή προκειμένου για εφέσεις και αντεφέσεις επί φορολογικών διαφορών χρηματικού περιεχομένου ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, του προβλεπόμενου από τις κείμενες διατάξεις αποδεικτικού καταβολής παραβόλου. Με τις ίδιες διατάξεις, ορίζεται το ύψος του παραβόλου, ανά περίπτωση και καθορίζονται οι υποχρεώσεις των Φορολογικών Αρχών ειδικά επί εφέσεων και αντεφέσεων, καθώς και όλες οι αναγκαίες σχετικές λεπτομέρειες και διαδικασίες.
Ετσι, με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, ειδικά επί κατάθεσης προσφυγών, θα πρέπει απαραιτήτως κατά την κατάθεση αυτών να υποβάλλεται και το αποδεικτικό καταβολής του οικείου παραβόλου, το οποίο και θα διαβιβάζεται στο αρμόδιο Δικαστήριο μαζί με την προσφυγή.
Σε σχέση με τις διατάξεις του ίδιου άρθρου διευκρινίζεται, επίσης, ότι επί προστίμων γενικά, ως διαφορά, προκειμένου να υπολογισθεί το ύψος του παραβόλου επί εφέσεων και αντεφέσεων, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου αυτού, λαμβάνεται το ποσό του προστίμου που καθορίστηκε με την πρωτόδικη απόφαση, δηλαδή το παράβολο, στις περιπτώσεις αυτές, ισούται με το 2% του καθορισθέντος από το Πρωτοδικείο προστίμου.

7. Με τις διατάξεις του άρθρου 281 προβλέπεται ότι η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, υπολογίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του, μόνο αν η προβλεπόμενη από αυτές προθεσμία είναι μεγαλύτερη από εκείνη που προβλεπόταν από τις προϊσχύουσες διατάξεις.

8. Με τις διατάξεις του άρθρου 285 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι διατηρούν την ισχύ τους οι δικονομικού περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.Δ.4600/1966 που αναφέρονται στη δυνατότητα διενέργειας δικαστικού συμβιβασμού. Συνεπώς, οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 29 του Ν.2648/1998, με τις οποίες είχε καταργηθεί η δυνατότητα διενέργειας δικαστικού συμβιβασμού, παύουν να ισχύουν και παρέχεται εκ νέου η δυνατότητα αυτή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.Δ.4600/1966 και του άρθρου 71 του Ν.2238/1994, σε κάθε υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον οποιουδήποτε Διοικητικού Δικαστηρίου και σε κάθε στάση της δίκης. Ευνόητο είναι ότι η διατήρηση της ισχύος των διατάξεων περί δυνατότητας δικαστικού συμβιβασμού, έχει ως αποτέλεσμα και τη συνέχιση της πλήρους εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 11 της Απόφασης ΠΟΛ.1144/1998 περί ελέγχου ανέλεγκτων φορολογικών υποθέσεων και επίλυσης φορολογικών διαφορών.

9. Τέλος και επειδή, κατά καιρούς, τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με τη θυροκόλληση εγγράφων, σας γνωρίζουμε ότι, με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 55 του Ν.2717/1999 περί θυροκόλλησης, προβλέπεται ότι το επιδοτέο
έγγραφο μπορεί να θυροκολλάται, με την παρουσία ενός μάρτυρα, στη θύρα της κατοικίας ή του χώρου εργασίας ή του υπηρεσιακού καταστήματος όπου κατοικεί ή εργάζεται το πρόσωπο προς το οποίο έπρεπε να διενεργηθεί η παράδοση του εγγράφου.



Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας
Ν.2717/1999 (ΦΕΚ 97/Α'/17.5.1999)

Αρθρο 55
Θυροκόλληση

1. Η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση:
α) αν τα πρόσωπα, προς τα οποία προβλέπεται ότι διενεργείται η παράδοση του εγγράφου, δεν βρίσκονται ούτε στην κατοικία ούτε στο χώρο της εργασίας τους ή αρνούνται την παραλαβή του ή την υπογραφή της έκθεσης ή δεν μπορούν να υπογράψουν την έκθεση, ή
β) αν τα υπηρεσιακά όργανα, στα οποία παραδίδεται το έγγραφο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 49, 52, 53 και 54, αρνούνται την παραλαβή ή την υπογραφή της έκθεσης.

2. Η θυροκόλληση συνίσταται στην επικόλληση από μέρους του οργάνου της επίδοσης, με την παρουσία ενός μάρτυρα, του επιδοτέου εγγράφου στη θύρα της κατοικίας ή του χώρου εργασίας ή του υπηρεσιακού καταστήματος όπου κατοικεί ή εργάζεται, κατά περίπτωση, το πρόσωπο προς το οποίο έπρεπε να διενεργηθεί η
παράδοση του εγγράφου.

Αρθρο 64
Ενεργητική νομιμοποίηση

1. Προσφυγή μπορεί να ασκήσει εκείνος:
α) ο οποίος έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον, ή
β) στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου.
2. Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκήσει:
α) Ο Υπουργός Οικονομικών, καθώς και ο αρμόδιος οικονομικός επιθεωρητής, υπέρ του Δημοσίου, κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων του τελευταίου, οι οποίες εκδίδονται κατ' εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας.
β) Κάθε άλλη αρχή, καθώς και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον ειδική διάταξη νόμου αναγνωρίζει ρητώς σε αυτούς τέτοιο δικαίωμα.

Αρθρο 66
Προθεσμία

1. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, η οποία αρχίζει:

Α. Σε περίπτωση ρητής πράξης:

α) Για εκείνους τους οποίους αφορά:

i. από την κατά νόμο επίδοσή της σε αυτούς, ή
ii. σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της.
β) Για τους τρίτους:
i. από τη δημοσίευσή της, αν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλος ειδικότερος τρόπος γνωστοποίησής της, ή
ii. σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της.
Β. Σε περίπτωση παράλειψης, από τη συντέλεσή της.

2. Ειδικώς, στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 64, η προθεσμία είναι ενενήντα (90) ημερών από την έκδοση ή την κατά νόμο δημοσίευση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης.

3. Η προσφυγή μπορεί να ασκηθεί και πριν από την επίδοση της πράξης.

4. Αν, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας, αποβιώσει ο νομιμοποιούμενος χωρίς να έχει ασκήσει προσφυγή, αυτή είναι δυνατόν να ασκηθεί, από τους κάθε είδους γενικούς ή ειδικούς διαδόχους του, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον, μέσα σε νέα ισόχρονη προθεσμία, η οποία και αρχίζει από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση της πράξης ή από τότε που τυχόν αυτή τους κοινοποιήθηκε ή από τότε που αποδεδειγμένως αντιλήφθηκαν τη συντέλεση της παράλειψης. Αν εκκρεμεί η αποδοχή της κληρονομίας, η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από την αποδοχή.

5. Οι διατάξεις της πρώτης περιόδου της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση που έπαυσε να υπάρχει το νομικό πρόσωπο.

6. Αν ο νομιμοποιούμενος προς άσκηση προσφυγής διαμένει στην αλλοδαπή, οι αντίστοιχες προθεσμίες ορίζονται σε ενενήντα (90) ημέρες.

Αρθρο 86
Προθεσμίες

1. Οι προθεσμίες, μέσα στις οποίες ασκούνται τα ένδικα μέσα σύμφωνα με τις ειδικές γι' αυτά διατάξεις, παρεκτείνονται κατά εξήντα (60) ημέρες στις περιπτώσεις που οι νομιμοποιούμενοι να τα ασκήσουν διαμένουν στην αλλοδαπή.

2. Τα ένδικα μέσα ασκούνται παραδεκτώς και πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

3. Αν ο νομιμοποιούμενος να ασκήσει το ένδικο μέσο αποβιώσει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας χωρίς να το ασκήσει, αυτό είναι δυνατόν να ασκηθεί από τα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 84, μέσα σε νέα ισόχρονη προθεσμία, η οποία και αρχίζει από τότε που αυτά έλαβαν αποδεδειγμένως γνώση της απόφασης ή από τότε που τυχόν αυτή τους κοινοποιήθηκε. Αν η νομιμοποίηση των τελευταίων συνδέεται με την άσκηση κληρονομικού δικαιώματος, η νέα αυτή προθεσμία αρχίζει από την αποδοχή της κληρονομίας.

4. Οι διατάξεις της πρώτης περιόδου της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση που έπαυσε να υπάρχει το νομικό πρόσωπο.

Αρθρο 92
Προσβαλλόμενες αποφάσεις

1. Σε έφεση υπόκεινται οι αποφάσεις που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό.

2. Δεν υπόκεινται σε έφεση αποφάσεις που αφορούν χρηματικές διαφορές αν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών. Το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το ποσό, το οποίο καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση. Αν αντικείμενο της διαφοράς είναι περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους ποσά, το εκκλητό κρίνεται χωριστά ως προς καθένα από τα ποσά αυτά. Σε περίπτωση αντικειμενικής σώρευσης ένδικων βοηθημάτων, συνάφειας προσβαλλόμενων πράξεων ή παραλείψεων ή ομοδικίας,
το αντικείμενο της διαφοράς κρίνεται χωριστά ως προς κάθε ένδικο βοήθημα, συναφή πράξη ή παράλειψη ή ομόδικο, εκτός αν, στην τελευταία περίπτωση, υπάρχει ενοχή σε ολόκληρο.

3. Ειδικώς, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές εν γένει διαφορές, όταν από το νόμο προβλέπεται η από μέρους του φορολογουμένου υποβολή δήλωσης πριν από την έκδοση της σχετικής πράξης, ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται, για μεν τη Διοίκηση η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που ορίστηκε με την πράξη και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για δε το φορολογούμενο η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση.

4. Επιτρέπεται πάντοτε να ασκηθεί έφεση:
α) για έλλειψη δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, ή
β) για μη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεσή του, ή
γ) αν η διαφορά έχει ως αντικείμενο περιοδική παροχή, ή
δ) αν πρόκειται για φορολογική διαφορά με αντικείμενο την αναγνώριση ζημίας, η οποία δεν καλύπτεται με συμψηφισμό του συνολικού εισοδήματος που προσδιορίστηκε με την πρωτόδικη απόφαση αλλά είναι εκπεστέα, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, από το φορολογητέο εισόδημα επόμενων οικονομικών ετών, εφόσον το ποσό της εκπεστέας κατά τον τρόπο αυτόν ζημίας υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές.

5. Τα ποσά που αναφέρονται στην παρ. 2 μπορούν να αναπροσαρμόζονται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

Αρθρο 94
Προθεσμία

1. Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι εξήντα (60) ημερών και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

2. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση αν έχουν περάσει τρία (3) χρόνια από τη δημοσίευση της απόφασης.

Αρθρο 126
Ασκηση ένδικων βοηθημάτων και μέσων

1. Τα ένδικα βοηθήματα ασκούνται με δικόγραφο, το οποίο, μαζί με τρία αντίγραφα, κατατίθεται στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται. Κατ' εξαίρεση, στις φορολογικές εν γένει διαφορές, η
κατάθεση των ένδικων βοηθημάτων γίνεται στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή που, παρά το νόμο, παρέλειψε την έκδοσή της, η οποία και είναι υποχρεωμένη να τα καταχωρεί σε ειδικό προς τούτο πρωτόκολλο ένδικων βοηθημάτων και, στη συνέχεια, να τα διαβιβάζει, χωρίς καθυστέρηση, στο δικαστήριο στο
οποίο απευθύνονται.

2. Τα ένδικα μέσα ασκούνται με δικόγραφο, το οποίο, μαζί με τρία αντίγραφα, κατατίθεται στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

3. Για την κατά τις προηγούμενες παραγράφους κατάθεση, συντάσσεται πράξη πάνω στο κατατιθέμενο δικόγραφο, η οποία διαλαμβάνει τη χρονολογία της κατάθεσης, το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου που το παρέλαβε και εκείνου που το κατέθεσε, καθώς και τον αριθμό καταχώρισής του στο οικείο βιβλίο ή στο ειδικό πρωτόκολλο κατάθεσης, κατά περίπτωση, υπογράφεται δε από τον υπάλληλο που το παραλαμβάνει, καθώς και από εκείνον που το καταθέτει.

4. Η γραμματεία, στην οποία κατατίθεται το ένδικο βοήθημα ή μέσο, το καταχωρεί στο τηρούμενο προς τούτο βιβλίο και σχηματίζει φάκελο, τον οποίο, σε περίπτωση έφεσης, διαβιβάζει στο δικαστήριο στο οποίο αυτή απευθύνεται.

5. Αν υπάρχει διαφορά, ως προς τη χρονολογία κατάθεσης του ένδικου βοηθήματος ή μέσου, ανάμεσα στην πράξη κατάθεσης και στο βιβλίο ή το πρωτόκολλο, επικρατεί η χρονολογία του βιβλίου ή του πρωτοκόλλου.

6. Η γραμματεία είναι υποχρεωμένη, αν το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, να του χορηγήσει κυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου του ένδικου βοηθήματος ή μέσου που κατέθεσε, με την πάνω σε αυτό πράξη κατάθεσης.

Αρθρο 129
Υποχρεώσεις της Διοίκησης

1. Το Δημόσιο και το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου προς τα οποία γίνονται οι κατά το προηγούμενο άρθρο επιδόσεις, έχουν υποχρέωση να αποστέλλουν στο δικαστήριο τον, κατά το άρθρο 149, διοικητικό φάκελο, με αναλυτική έκθεση απόψεων για τη διαφορά και, ειδικότερα, για τους προβαλλόμενους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς.

2. Η έκθεση με τον κατά την προηγούμενη παράγραφο διοικητικό φάκελο διαβιβάζονται στο δικαστήριο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας αυτής, η αναβολή της συζήτησης είναι υποχρεωτική αν το ζητήσει εκείνος που έχει ασκήσει το ένδικο βοήθημα ή που έχει ασκήσει παρέμβαση.

3. Η, μετά την πρώτη αναβολή, παράλειψη της διαβίβασης ή η εκπρόθεσμη διαβίβαση προς το δικαστήριο των στοιχείων που μνημονεύονται στην παρ. 1, συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό αδίκημα των αρμόδιων για την ενέργεια αυτή υπαλλήλων. Η σχετική πειθαρχική δίκη ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις για το πειθαρχικό δίκαιο κάθε κατηγορίας υπαλλήλων. Την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μπορεί να ζητήσει και ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, με έγγραφό του προς τον αρμόδιο Υπουργό ή τη διοίκηση του νομικού προσώπου
δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτήν, καθίσταται υποχρεωτική η άσκηση της δίωξης, η πειθαρχική δε απόφαση εκδίδεται το αργότερο μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήψη του εγγράφου για την άσκησή της και κοινοποιείται στον πρόεδρο του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Αρθρο 149
1. Ο διοικητικός φάκελος, τον οποίο και υποχρεούται η Διοίκηση να διαβιβάζει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 129, στο δικαστήριο αποτελείται από τα, σχετικά με την ένδικη υπόθεση, στοιχεία.

2. Αν στο διοικητικό φάκελο δεν υπάρχουν, γιατί έχουν αποδεδειγμένως χαθεί, τα κατά την παρ. 1 στοιχεία, διατάσσεται η αναπαραγωγή τους. Αν αυτό είναι αδύνατον, διατάσσεται η απόδειξη του περιεχομένου τους με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο.

3. Ο διοικητικός φάκελος, με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου, επιστρέφεται στη Διοίκηση αμέσως μετά τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. Αν, στη συνέχεια, ασκηθεί ένδικο μέσο, η Διοίκηση υποχρεούται να διαβιβάσει εκ νέου το διοικητικό φάκελο προς το δικαστήριο στο οποίο αυτό εκκρεμεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 129.

Αρθρο 277
1. Για το παραδεκτό των ένδικων βοηθημάτων και μέσων πρέπει, κατά την κατάθεσή τους, στην περίπτωση δε της παραγράφου 3 ως προς την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, να προσαχθεί το προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις αποδεικτικό καταβολής παραβόλου.

2. Το παράβολο ορίζεται:

α) για την προσφυγή, την κατά το άρθρο 217 ανακοπή, την κατά τα άρθρα 246 και 269 ένσταση, την κατά το άρθρο 256 αντένσταση, τις αιτήσεις παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας και την αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας, σε χίλιες πεντακόσιες (1.500) δραχμές, ενώ
β) για την ανακοπή ερημοδικίας, την έφεση, την αντέφεση, την αίτηση αναθεώρησης και την τριτανακοπή, σε τρεις χιλιάδες (3.000) δραχμές.

3. Κατ' εξαίρεση, στις, χρηματικού περιεχομένου, φορολογικές εν γένει διαφορές, το παράβολο για την έφεση και την αντέφεση ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το δύο τοις εκατό (2%) του αντικειμένου της διαφοράς. Ως αντικείμενο της διαφοράς, όταν από το νόμο προβλέπεται η από μέρους του φορολογουμένου υποβολή δήλωσης πριν από την έκδοση της σχετικής πράξης, θεωρείται η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση. Στις περιπτώσεις που από το νόμο δεν προβλέπεται η υποβολή τέτοιας δήλωσης από μέρους του φορολογουμένου, ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται το ποσό που καθορίστηκε με την πρωτόδικη απόφαση.

4. Το κατά την προηγούμενη παράγραφο παράβολο υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία συντάσσει προς τούτο ειδικό σημείωμα, το οποίο και αποστέλλει στη γραμματεία του δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η έφεση ή η αντέφεση δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Αντίγραφο του σημειώματος αυτού μπορεί να λάβει ατελώς ο διάδικος που είναι υπόχρεος για την καταβολή του παραβόλου. Αν καταβληθεί παράβολο μικρότερο από εκείνο που αναφέρεται στο σημείωμα, η έφεση ή η αντέφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αν καταβληθεί το παράβολο που αναφέρεται στο σημείωμα αλλά αυτό είναι μικρότερο του κατά το νόμο οφειλομένου, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και, αν η έφεση ή η αντέφεση απορριφθεί για άλλον λόγο, το παράβολο που ελλείπει καταλογίζεται με την απόφαση του δικαστηρίου και εισπράττεται κατά τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Και στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή όσα ορίζονται στην τελευταία περίοδο της παρ. 10. Αν η φορολογική αρχή δεν αποστείλει, μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, σημείωμα, η συζήτηση της υπόθεσης αναβάλλεται υποχρεωτικώς.

5. Αν τα ένδικα μέσα στρέφονται κατ' αποφάσεων μονομελών δικαστηρίων, τα αντίστοιχα ποσά ή ποσοστά των παραβόλων μειώνονται στο μισό.

6. Οι διατάξεις που προβλέπουν ειδικά παράβολα, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται και κατά τη διαδικασία εκδίκασης των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.

7. Τα ποσά ή τα ποσοστά των παραβόλων μπορούν να αναπροσαρμόζονται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

8. Σε περίπτωση άσκησης κοινού ένδικου βοηθήματος ή μέσου από περισσοτέρους: αν, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η απαίτηση ή η οφειλή τους είναι σε ολόκληρο, καταβάλλεται από όλους μαζί ένα μόνο παράβολο, ενώ, αν η, κατά τα παραπάνω, απαίτηση ή η οφειλή τους είναι διαιρετή, καταβάλλεται από καθέναν ολόκληρο το
παράβολο της παρ. 2, ή το αναλογούν σε αυτόν παράβολο της παρ. 3, κατά περίπτωση.

9. Το παράβολο, αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου, ενώ, αν αυτά γίνουν δεκτά ή αν η δίκη καταργηθεί για οποιονδήποτε λόγο, αποδίδεται σε αυτόν που το κατέβαλε. Οι έννομες αυτές συνέπειες επέρχονται ακόμη και αν δεν υπάρχει σχετική ρητή διάταξη στην απόφαση. Αν η προσφυγή ή το ένδικο μέσο γίνουν δεκτά εν μέρει, το παράβολο αποδίδεται κατά ένα μέρος του, το οποίο και καθορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου.

10. Το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να διατάξει την απόδοση του παραβόλου ακόμη και όταν απορρίπτεται το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Επίσης, μπορεί να διατάξει το διπλασιασμό του παραβόλου αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο είναι προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο. Στην περίπτωση αυτή, το επιπλέον ποσό που καταλογίζεται εισπράττεται κατά τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Προς τούτο, ο γραμματέας του δικαστηρίου αποστέλλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, αντίγραφο της απόφασης στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία.

11. Αν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, καταβλήθηκε παράβολο χωρίς να υπάρχει κατά νόμο υποχρέωση προς τούτο, διατάσσεται με την απόφαση, και ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης, η επιστροφή του.

Αρθρο 281
Διάρκεια

Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του μόνο αν η προβλεπόμενη από αυτές διάρκειά τους είναι μεγαλύτερη από εκείνην που προβλεπόταν από τις προϊσχύουσες διατάξεις.

Αρθρο 285
1. Από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτόν.
2. Κατ' εξαίρεση, διατηρούν την ισχύ τους οι δικονομικού περιεχομένου διατάξεις:
α) ως προς τις οποίες γίνεται ρητή επιφύλαξη στις επί μέρους διατάξεις του Κώδικα,
β) της δημοτικής - κοινοτικής φορολογίας, οι οποίες αφορούν την είσπραξη φόρου ή τέλους μέσω της ΔΕΗ,
γ) οι οποίες αναφέρονται στην εκδίκαση των διαφορών ανάμεσα στο φορολογούμενο και τον ενοικιαστή φόρων,
δ) οι οποίες προβλέπουν την επιβολή, από τα δικαστήρια, αυτοτελών κυρώσεων για φορολογικές παραβάσεις,
ε) του άρθρου 99 του Ν.Δ.118/1973,
στ) του άρθρου 1 του Ν.Δ.4600/1966 και
ζ) των παρ. 4 και 7 του άρθρου 28 του Ν.2579/1998.

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει δύο (2) μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο