Δημοσιεύθηκε στις : [ 19-11-2014 ]

ΣτΕ 3150/1999 Μισθωτοί. Δεν αποτελεί εισόδημα, ούτε υπόκειται σε φόρο κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία, εφόσον από το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται για να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός. Το άρθρο 1 περίπτ. 15 του Ν. 2459/1997 δεν συνεπάγεται τη φορολόγηση όλων αδιακρίτως των παροχών που καταβάλλονται στους μισθωτούς και δεν αποτελούν εισόδημα. Ενδεικτική η απαρίθμηση των παροχών που δεν αποτελούν εισόδημα (εδάφια 1 έως 5 της παραγράφου 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος). Το επίδομα που χορηγήθηκε στους Δικαστικούς Λειτουργούς δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 2521/1997 αντικρύζει πραγματικές δαπάνες, έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί εισόδημα, ούτε συγκαλυμμένο φορολογικό προνόμιο.

(Μισθωτοί. Δεν αποτελεί εισόδημα, ούτε υπόκειται σε φόρο κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία, εφόσον από το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται για να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός. Το άρθρο 1 περίπτ. 15 του Ν. 2459/1997 δεν συνεπάγεται τη φορολόγηση όλων αδιακρίτως των παροχών που καταβάλλονται στους μισθωτούς και δεν αποτελούν εισόδημα. Ενδεικτική η απαρίθμηση των παροχών που δεν αποτελούν εισόδημα (εδάφια 1 έως 5 της παραγράφου 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος). Το επίδομα που χορηγήθηκε στους Δικαστικούς Λειτουργούς δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 2521/1997 αντικρύζει πραγματικές δαπάνες, έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί εισόδημα, ούτε συγκαλυμμένο φορολογικό προνόμιο.)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Μισθωτοί. Δεν αποτελεί εισόδημα, ούτε υπόκειται σε φόρο κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία, εφόσον από το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται για να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός. Το άρθρο 1 περίπτ. 15 του Ν. 2459/1997 δεν συνεπάγεται τη φορολόγηση όλων αδιακρίτως των παροχών που καταβάλλονται στους μισθωτούς και δεν αποτελούν εισόδημα. Ενδεικτική η απαρίθμηση των παροχών που δεν αποτελούν εισόδημα (εδάφια 1 έως 5 της παραγράφου 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος). Το επίδομα που χορηγήθηκε στους Δικαστικούς Λειτουργούς δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 2521/1997 αντικρύζει πραγματικές δαπάνες, έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί εισόδημα, ούτε συγκαλυμμένο φορολογικό προνόμιο.

ΣτΕ  3150/1999

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β`
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 1999 με την εξής σύνθεση : Κ.Γ. Χαλαζωνίτης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β` Τμήματος, Σ. Καραλής, Δ. Κωστόπουλος, Ε. Γαλανού, Ν. Σκλίας, Σύμβουλοι, Ε. Αναγνωστοπούλου, Σ. Μαρκάτης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Μπερδεμπέ, Γραμματέας του Β` Τμήματος.
Γ ι α να δικάσει την από 21ης Ιανουαρίου 1999 αίτηση:
Τ ο υ ......................... ο οποίος παρέστη με τους Κων. Κατσούλα και Στ. Δέτση, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κ α τ ά του ........................ ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η 33/1998 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητού, Συμβούλου Ν. Σκλία.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους αντιπροσώπους του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη κ α ι ,
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή τελών και παραβόλου, ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της απόφασης 33/1998 του Προέδρου του Διοικητικού Εφετείου της Αθήνας, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Δημοσίου και έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσιβλήτου δικαστικού λειτουργού κατά της απόφασης 223/1998 του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου της Αθήνας. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή αίτηση του άρθρου 3 του ν. 820/1978 του αναιρεσιβλήτου κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης επιφυλάξεών του που είχαν διατυπωθεί στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος, οικονομικού έτους 1998.

2. Επειδή, η υπόθεση εισήχθη για συζήτηση στο Τμήμα με επταμελή σύνθεση με ειδική πράξη του Προέδρου του, λόγω σπουδαιότητας.
2α. Επειδή, όπως κρίθηκε με την απόφαση 3670/1994 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το Σύνταγμα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 αυτού, προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και δι` αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες (νομοθετική και εκτελεστική) με την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας αυτής το Σύνταγμα θεωρεί και την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία καθιερώνει ευθέως, επιτάσσοντας την χορήγηση σ` αυτούς αποδοχών αναλόγων προς το λειτούργημά τους, ήτοι προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, και συνεπώς, λόγω της ισοτιμίας της λειτουργίας αυτής προς τις λοιπές δύο, αποδοχών όχι κατωτέρων των αποδοχών των αντίστοιχων οργάνων των άλλων λειτουργιών. Επομένως, χορήγηση στα τελευταία αυτά όργανα αποδοχών που είναι μεγαλύτερες από τις χορηγούμενες στους δικαστές παραβιάζει ευθέως τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις. Η παραβίαση αυτή έχει ως συνέπεια την κατ` ευθείαν εφαρμογή του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρα 26 και 87 παρ. 1 αυτού, αναβάθμιση των αποδοχών των δικαστών με την χορήγηση και σ` αυτούς με τον ίδιο τρόπο των ίδιων συνολικών καθαρών αποδοχών που χορηγούνται στα όργανα των άλλων λειτουργιών, ως αποδοχών νοουμένων των χορηγουμένων με οποιοδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της θεσπίσεως ιδιαίτερης φορολογικής μεταχειρίσεώς των "αΕν όψει αυτών, καθώς και της εξισώσεως, με την από 22.12.1964 απόφαση της Βουλής (διατηρηθείσα σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε` Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ 23 Α`), το οποίο, κατά την παρ. 2 του άρθρου 111 του Συντάγματος, εξακολουθεί να ισχύει, μέχρι της τροποποιήσεως ή καταργήσεώς του διά νόμου), της βουλευτικής αποζημιώσεως με τις αποδοχές των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ/1975 Ψηφίσματος, με την οποία αυξήθηκε το καθαρό ποσό της βουλευτικής αποζημιώσεως διά της απαλλαγής από τον φόρο εισοδήματος του ημίσεος αυτής ως καλύπτοντος δαπάνες παραστάσεως, κινήσεως και επικοινωνίας των βουλευτών, οι οποίες όμως καλύπτονται, με τις προβλεπόμενες στα άρθρα 2 και 3 του ιδίου Ψηφίσματος απαλλαγές και ατέλειες, είναι εφαρμοστέα και επί των αποδοχών των δικαστών προς διαφύλαξη των συνταγματικών αρχών της διακρίσεως των λειτουργιών, της ισοτιμίας και ισοδυναμίας αυτών και της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας. Η εφαρμογή δε αυτή των αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεων του ανωτέρω Ψηφίσματος και στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, μη αποκλειόμενη απο τις διατάξεις αυτές, δεν συνιστά άσκηση νομοθετικού έργου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Συντάγματος, διότι αποτελεί εφαρμογή κανόνων δικαίου, ήτοι των ως άνω διατάξεων του Ζ/1975 Ψηφίσματος και του Συντάγματος και όχι ανεπίτρεπτη θέσπιση νέων. Περαιτέρω, κατά τα ήδη κριθέντα, (Σ.τ.Ε. 4095/97 κ.ά.), η ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ` Ψηφίσματος της Ε` Αναθεωρητικής Βουλής είναι εφαρμοστέα, για την ταυτότητα του λόγου, και επί των αναδρομικών αποδοχών που καταβλήθηκαν στο παρελθόν από το Δημόσιο στους δικαστικούς λειτουργούς με βάση κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (υπ` αριθμ. 2019812/1209/0022/28.2.1992), λόγω διαφοράς των αποδοχών τους με τις αποδοχές των διευθυντών - γιατρών του Ε.Σ.Υ. Στη συνέχεια με το άρθρο 10 του ν. 2459/1997 "Κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλων διατάξεων" (Α` 17) αντικαταστάθηκε το άρθρο 5 (παρ. 1) του Ζ` Ψηφίσματος του έτους 1975 (23 Α`) της Ε` Αναθεωρητικής Βουλής και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι το ποσό της βουλευτικής αποζημίωσης, που απομένει μετά την αφαίρεση των προβλεπόμενων κρατήσεων, θεωρείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και φορολογείται αυτοτελώς με βάση τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως για το εισόδημα αυτό. Συνεπώς, από 1.1.1997, που άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 40 περ. β` του ίδιου νόμου, να εφαρμόζεται η πιο πάνω διάταξη καταργήθηκε η φορολογική απαλλαγή του ημίσεος του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και προβλέφθηκε η αυτοτελής φορολόγησή της σε σχέση με άλλα εισοδήματα που αποκτά ο βουλευτής, η κατάργηση δε αυτή συνεπάγεται και την κατάργηση της φορολογικής απαλλαγής του ημίσεος των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών που προέρχονται από την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματός τους και αποκτώνται από 1.1.1997. Ακολούθως, με την απόφαση 2040222/6246/0022/30.5.1997 του Υφυπουργού Οικονομικών (459 Β`), που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 7 του ν. 2479 "Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο - επιτάχυνση των δικών, δικονομικές απλουστεύσεις και άλλες διατάξεις" (67 Α`) καθορίστηκε ο χρόνος και ο τρόπος εξόφλησης της διαφοράς αποδοχών των δικαστικών λειτουργών που προέκυψε από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 14 του ν. 1968/1991, της κατ` εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσας υπ` αριθμ. 2054561/6279/0022/22.8.1995 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (760 Β`) και του άρθρου 1 του Ζ` Ψηφίσματος της Βουλής του έτους 1995. Ορίστηκε δε ειδικότερα με την πιο πάνω απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών ότι η διαφορά αυτή αποδοχών κατά δικαιούχο δικαστικό λειτουργό, που αφορά το χρονικό διάστημα από 1.12.1991 μέχρι 31.12.1995, εξοφλείται τμηματικά σε πέντε (5) ισόποσες ετήσιες δόσεις, από τις οποίες η μεν πρώτη καταβάλλεται την 1.10.1997, οι δε λοιπές τέσσερις την 1 Απριλίου των επόμενων τεσσάρων ετών (1998-2001).


3. Επειδή, κατά το άρθρο 40 περ. β` του ως άνω ν. 2459/1997 η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 10 του ίδιου νόμου, με τις οποίες, κατ` αντικατάσταση του άρθρου 5 (παρ. 1 του Ζ` Ψηφίσματος της Ε` Αναθεωρητικής Βουλής καταργήθηκε η απαλλαγή από τη φορολογία εισοδήματος του ημίσεος του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και, συνεπώς του ημίσεος του ποσού των αποδοχών των δικαστών, αρχίζει για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά. Επομένως, η κατάργηση της εν λόγω φορολογικής απαλλαγής δεν καταλαμβάνει και τις πιο πάνω αναδρομικές αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, γιατί αυτές ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 31.12.1991 μέχρι 31.12.1995. Εξάλλου, κατά παρέκκλιση της γενικής αρχής που θέτει η παρ. 1 εδ. α` του άρθρου 46 του ν. 2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας εισοδήματος Α 151), κατά την οποία ως χρόνος απόκτησης του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται ο χρόνος που ο δικαιούχος απέκτησε δικαίωμα για την είσπραξή του, η διάταξη του β` εδαφίου της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου όρισε ότι : "ειδικά, προκειμένου για αποδοχές και συντάξεις που καταβάλλονται σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται σε μισθωτούς ή συνταξιούχους, με βάση νόμο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, χρόνος απόκτησής του θεωρείται ο χρόνος στον οποίο εισπράττονται από τους δικαιούχους. Η διάταξη όμως αυτή, ως προγενέστερη και γενική, αφορώσα δε όλους τους μισθωτούς και συνταξιούχους του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, δεν κατισχύει της πιο πάνω ειδικής διάταξης του άρθρου 40 περ. β` του ν. 2459/1997, η οποία αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 10 του ίδιου νόμου που αφορούν τον ειδικό τρόπο φορολόγησης της βουλευτικής αποζημίωσης και, συνεπώς, και των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση του λειτουργήματός τους. Πέραν τούτου, η κατά παρέκκλιση της γενικής αρχής φορολόγηση των ως άνω αναδρομικών αποδοχών όχι κατά το χρόνο που ανάγονται αλλά κατά το χρόνο που εισπράττονται, θεσπίσθηκε με την ως άνω διάταξη του β` εδαφίου της παρ. 1 του άρθρ. 46 του ν. 2238/1994 κυρίως για διαδικαστικούς λόγους, δηλαδή για την αποφυγή γραφειοκρατικών διατυπώσεων τόσο από μέρους των φορολογουμένων όσο και από μέρους των φορολογικών αρχών (υποβολή συμπληρωματικών δηλώσεων, νέες εκκαθαρίσεις και βεβαιώσεις των φόρων), αλλά και για τη μη φορολόγηση των εισοδημάτων αυτών με βάση παρωχημένες φορολογικές κλίμακες. Είναι, εξάλλου, αυτονόητο ότι η φορολόγηση των αναδρομικών αποδοχών κατά το χρόνο που εισπράττονται τελεί υπό την προϋπόθεση ότι οι ενλόγω αποδοχές υπέκειντο σε φόρο κατά το χρόνο στον οποίο ανάγονται, γιατί αλλοιώς θα υπήρχε δυσμενής διάκριση σε βάρος των μισθωτών και συνταξιούχων που εισπράττουν αναδρομικά τις αποδοχές τους σε σχέση με αυτούς που τις εισπράττουν κατά το χρόνο που απέκτησαν το δικαίωμα είσπραξής τους, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρ. 4 του Συντάγματος). Συνεπώς, ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` αποδοχή της σχετικής επιφύλαξης του αναιρεσιβλήτου, ότι το ήμισυ των αποδοχών που αυτός εισέπραξε κατά το έτος 1997 ως διαφορά αποδοχών δικαστικών λειτουργών και αποδοχών διευθυντών-γιατρών του Ε.Σ.Υ. δυνάμει της απόφασης 2040222/6246/0022/30.5.1997 του Υφυπουργού Οικονομικών εκ δρχ. 1.619.799, δεν υπέκειτο σε φόρο εισοδήματος ως αναγόμενο στα έτη 1992 και 1993, ότε ίσχυε ακόμη το άρθρο 5 παρ. 1 του Ζ` Ψηφίσματος της Ε` Αναθεωρητικής Βουλής πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 του ν. 2459/1997, έστω και με διαφορετική αιτιολογία. Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος με την κρινόμενη αίτηση λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο, κατά ρητή επιταγή του νόμου (άρθρ. 46 παρ. 1 εδ. β` του Κώδικα Φορολ. Εισοδήματος), οι αναδρομικά καταβαλλόμενες αποδοχές με βάση νόμο, δικαστική απόφαση κλπ., όπως είναι και οι επίδικες, φορολογούνται κατά το χρόνο της είσπραξής τους, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο δεν ίσχυε πλέον η φορολογική απαλλαγή του ημίσεος του ποσού της βουλευτικής αποζημίωσης και, συνεπώς, και του ημίσεος των αποδοχών των δικαστών, και όχι κατά το χρόνο στον οποίο ανάγονται.


4. Επειδή, κατ` άρθρο 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος "1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο φόρος . . . 4. Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή των συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης". Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος "Οι `Ελληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους". Εξάλλου, στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας εισοδήματος" (Α 151) ορίζεται ότι "Εισόδημα στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος είναι το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών για την απόκτησή του, όπως αυτό προσδιορίζεται ειδικότερα στα άρθρα 20-51". Περαιτέρω στο άρθρο 45 παρ. 1 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι : "Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες είναι το εισόδημα που προκύπτει κάθε ένα οικονομικό έτος από μισθούς, ημερομίσθια, επιχορηγήσεις, επιδόματα, συντάξεις και, γενικά, κάθε παροχή που χορηγείται περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή είτε σε χρήμα είτε σε είδος ή άλλες αξίες για παρούσα ή προηγούμενη υπηρεσία ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, το οποίο αποκτάται από μισθωτούς γενικά και συνταξιούχους".


5. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του Κώδικα Φορολογίας εισοδήματος, ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα δηλαδή, αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών απόκτησής του, οι δε δαπάνες που μνημονεύονται στην παρ. 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος, για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος ορισμένων κατηγοριών φορολογουμένων βάσει ενδείξεων (όπως είναι οι δαπάνες). Παρέπεται ότι, όταν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κλπ.) που, κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (Σ.τ.Ε. 125/1995, 746/1993, 3396/1991, 374/1983, 4289/1980 Ολομ. κ.ά.). Εξάλλου, από 1.1.1997 με το άρθρο 1 περ. 15 του ν. 2459/1997 "κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες διατάξεις" (Α 17) καταργήθηκε το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α` της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ν. 2238/1994 που όριζε ότι "Προκειμένου για αποζημιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, που παρέχονται με διάταξη νόμου κατ` αποκοπή για κάλυψη δαπανών ειδικής υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, εξαιρείται της φορολογίας ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), εκτός εάν ο δικαιούχος αποδεικνύει δαπάνες μεγαλύτερου ποσού με βάση στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων". Η κατάργηση όμως της ανωτέρω διάταξης δεν συνεπάγεται από μόνη της τη φορολόγηση όλων αδιακρίτως των παροχών που καταβάλλονται στους μισθωτούς, δηλαδή και εκείνων που κατά το νόμο ή από τη φύση τους δεν αποτελούν εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, αλλά δίνονται για να καλύψουν δαπάνες για την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί ή για την καλλίτερη διεξαγωγή της. Τέλος η απαρίθμηση των περιπτώσεων παροχών, που αναφέρονται στα εδάφια α` - ε` της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο, δεν είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή των μη θεωρουμένων ως εισόδημα παροχών δεν αποκλείει το νομοθέτη να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες ούτε την κρίση της φορολογικής αρχής και των διοικητικών δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά το νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, δηλαδή φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλλίτερη διεξαγωγή της.


6. Επειδή, το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2521/1997 "Ειδικό μισθολόγιο δικαστικών λειτουργών κ.λ.π." (Α` 174) προβλέπει το εξής επίδομα : "Επίδομα για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων καθώς και για την αντιστάθμιση δαπανών στις οποίες υποβάλλονται κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους (δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οργάνωση γραφείου)". Το ύψος του επιδόματος αυτού κλιμακώνεται ανάλογα με το βαθμό των δικαστικών λειτουργών από 135.000 μέχρι 250.000 δρχ. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του νόμου ότι θεσπίζεται "για πρώτη φορά ειδικό επίδομα και πάγια μηνιαία αποζημίωση, έτσι ώστε αυτά να ανταποκρίνονται πράγματι στις ιδιόμορφες συνθήκες εργασίες των δικαστικών λειτουργών και να αντισταθμίζουν τις δαπάνες που υποβάλλονται εξ αιτίας του λειτουργήματός τους", προκύπτει ότι το ενλόγω επίδομα χορηγείται στους δικαστικούς λειτουργούς για την κάλυψη των πρόσθετων δαπανών στις οποίες αυτοί υποβάλλονται εξ αιτίας της υπηρεσίας και των ιδιόμορφων συνθηκών άσκησής της (όπως δαπάνες για τη δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οργάνωση γραφείου), αλλά και για την κάλυψη των πρόσθετων δαπανών στις οποίες υποβάλλονται για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων (όπως δαπάνες για συνδρομές σε επιστημονικά περιοδικά, για την αγορά και λειτουργία ηλεκτρονικών υπολογιστών και τη σύνδεσή τους με τράπεζες νομικών πληροφοριών κ.λ.π.). Συνεπώς, το ανωτέρω επίδομα που χορηγείται στους δικαστικούς λειτουργούς αντικρύζει πραγματικές δαπάνες στις οποίες αυτοί υποβάλλονται κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους και για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων, έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα για την κάλυψη των ενλόγω δαπανών και δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας εισοδήματος, ούτε συγκεκαλυμμένο φορολογικό προνόμιο υπέρ των δικαστών. Υπό τα δεδομένα αυτά, ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή της επιφύλαξης του αναιρεσιβλήτου δικαστικού λειτουργού, ότι το εκ δραχμών 2.760.000 επίδομα του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 2521/1997 που καταβλήθηκε σε αυτόν κατά το έτος 1997, δεν συγκεντρώνει τα εννοιολογικά στοιχεία του εισοδήματος και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε φόρο, όλοι δε οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι με την κρινόμενη αίτηση λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, απορριπτέα δε αποβαίνει κατόπιν τούτων, και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 1999
Ο Πρόεδρος του Β` Τμήματος Η Γραμματέας του Β` Τμήματος
Κ.Γ. Χαλαζωνίτης Μ. Μπερδεμπέ
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Οκτωβρίου 1999.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας του Β` Τμήματος
Χ. Χατζηπαύλου Μ. Μπερδεμπέ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο