Δημοσιεύθηκε στις : [ 19-11-2014 ]

ΣτΕ 2972/2011 Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων, ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα, δηλαδή αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών απόκτησής του, οι δε δαπάνες που μνημονεύονται στην παρ. 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος, για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος ορισμένων κατηγοριών φορολογουμένων βάσει ενδείξεων (όπως είναι οι δαπάνες). Παρέπεται ότι, όταν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κ.λπ.) που, κατά τον νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που τού έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (ΣτΕ 3150/1999 επτ. κ.α.). Εξάλλου, η απαρίθμηση στην παράγραφο 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. των περιπτώσεων παροχών οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο, δεν είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή των μη θεωρουμένων ως εισόδημα παροχών δεν κωλύει τον νομοθέτη να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες ούτε την κρίση της φορολογικής αρχής και των αρμοδίων δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά τον νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, δηλαδή φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της (βλ. ΣτΕ 3150/1999 επτ.).

(Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων, ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα, δηλαδή αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών απόκτησής του, οι δε δαπάνες που μνημονεύονται στην παρ. 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος, για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος ορισμένων κατηγοριών φορολογουμένων βάσει ενδείξεων (όπως είναι οι δαπάνες). Παρέπεται ότι, όταν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κ.λπ.) που, κατά τον νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που τού έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (ΣτΕ 3150/1999 επτ. κ.α.). Εξάλλου, η απαρίθμηση στην παράγραφο 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. των περιπτώσεων παροχών οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο, δεν είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή των μη θεωρουμένων ως εισόδημα παροχών δεν κωλύει τον νομοθέτη να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες ούτε την κρίση της φορολογικής αρχής και των αρμοδίων δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά τον νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, δηλαδή φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της (βλ. ΣτΕ 3150/1999 επτ.).)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων, ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα, δηλαδή αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών απόκτησής του, οι δε δαπάνες που μνημονεύονται στην παρ. 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος, για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος ορισμένων κατηγοριών φορολογουμένων βάσει ενδείξεων (όπως είναι οι δαπάνες). Παρέπεται ότι, όταν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κ.λπ.) που, κατά τον νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που τού έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (ΣτΕ 3150/1999 επτ. κ.α.). Εξάλλου, η απαρίθμηση στην παράγραφο 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. των περιπτώσεων παροχών οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο, δεν είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή των μη θεωρουμένων ως εισόδημα παροχών δεν κωλύει τον νομοθέτη να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες ούτε την κρίση της φορολογικής αρχής και των αρμοδίων δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά τον νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, δηλαδή φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της (βλ. ΣτΕ 3150/1999 επτ.).



ΣτΕ  2972/2011

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2011 με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Β. Μόσχου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 14 Ιανουαρίου 2008 αίτηση:

του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Σερβίων Κοζάνης, ο οποίος παρέστη με τον Παναγιώτη Πανάγο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της ..................., κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 229/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Γ. Τσιμέκα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται κατά νόμο χωρίς την καταβολή παραβόλου (άρθρο 36 παρ. 1 εδ. τελευταίο π.δ/τος 18/1989, Α΄ 8), ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 229/2007 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία αφού έγινε δεκτή έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθμ. 327/2006 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης, έγινε ακολούθως δεκτή η ασκηθείσα προσφυγή αυτής κατά της υπ’ αριθμ. 3257/1.8.2005 πράξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Σερβίων Κοζάνης. Με την τελευταία αυτή πράξη είχε απορριφθεί επιφύλαξη της αναιρεσίβλητης που διατυπώθηκε στη δήλωση φορολογίας εισοδήματός της οικονομικού έτους 2005, σχετικά με την υπαγωγή σε φόρο εισοδήματος ποσού 18.339,08 ευρώ, το οποίο αυτή έλαβε ως δικαστική λειτουργός λόγω εκπαιδευτικής της άδειας στο εξωτερικό, κατά το χρονικό διάστημα 1.1.2004 - 7.10.2004.

2. Επειδή, κατ’ άρθρον 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος «1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο φόρος. 2. … 3. … 4. Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή των συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης», κατά δε το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Εξ άλλου, ο κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994 (Α΄ 151) Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.) ορίζει στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι «Εισόδημα στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος είναι το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών για την απόκτησή του, όπως αυτό προσδιορίζεται ειδικότερα στα άρθρα 20 έως 51. … 2. …». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 45 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες είναι το εισόδημα που προκύπτει κάθε ένα οικονομικό έτος από μισθούς, ημερομίσθια, επιχορηγήσεις, επιδόματα, συντάξεις και, γενικά, κάθε παροχή που χορηγείται περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή είτε σε χρήμα είτε σε είδος ή άλλες αξίες για παρούσα ή προηγούμενη υπηρεσία ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, το οποίο αποκτάται από μισθωτούς γενικά και συνταξιούχους. … », στην δε παρ. 4 του ίδιου άρθρου απαριθμούνται περιπτώσεις παροχών οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο.

3. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα, δηλαδή αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών απόκτησής του, οι δε δαπάνες που μνημονεύονται στην παρ. 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος, για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος ορισμένων κατηγοριών φορολογουμένων βάσει ενδείξεων (όπως είναι οι δαπάνες). Παρέπεται ότι, όταν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κ.λπ.) που, κατά τον νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που τού έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (ΣτΕ 3150/1999 επτ. κ.α.). Εξάλλου, η απαρίθμηση στην παράγραφο 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. των περιπτώσεων παροχών οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρο, δεν είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή των μη θεωρουμένων ως εισόδημα παροχών δεν κωλύει τον νομοθέτη να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες ούτε την κρίση της φορολογικής αρχής και των αρμοδίων δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά τον νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, δηλαδή φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή την καλύτερη διεξαγωγή της (βλ. ΣτΕ 3150/1999 επτ.).

4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 46, με τίτλο «Εκπαιδευτική άδεια», του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988 (Α΄ 35) Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται η χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας απουσίας στην αλλοδαπή: α) …, β)…, γ) στους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων από το βαθμό του πρωτοδίκη μέχρι του εφέτη ..., 3. Οι άδειες χορηγούνται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, το αργότερο ως το τέλος Μαρτίου του έτους έναρξης της άδειας, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου δικαστικού λειτουργού και απόφαση του αρμόδιου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. …. 4. Η εκπαιδευτική άδεια χορηγείται για ένα έτος … 6. Αυτός που πήρε εκπαιδευτική άδεια οφείλει να αναφέρει με δήλωσή του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης την ημερομηνία αναχώρησης και εγκατάστασής του στην αλλοδαπή, την έναρξη της εκπαίδευσής του, καθώς και τον τόπο τη διεύθυνση της διαμονής του. Οφείλει επίσης, στο τέλος κάθε εξαμήνου, να υποβάλλει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στον πρόεδρο του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου λεπτομερή έκθεση για τη συντελεσθείσα εργασία και για την πορεία της εκπαίδευσής του, με τα αποδεικτικά των σπουδών του. …. 7. Στους δικαστικούς λειτουργούς που αποστέλλονται με εκπαιδευτική άδεια παρέχονται στο διπλάσιο οι αποδοχές της οργανικής τους θέσης καθώς και τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής (οδοιπορικά). … 11. Οι δικαστικοί λειτουργοί που έλαβαν εκπαιδευτική άδεια είναι υποχρεωμένοι, μετά την επιστροφή τους, να υπηρετήσουν επί χρόνο τετραπλάσιο του χρόνου της άδειάς τους. 12. Αν οι δικαστικοί λειτουργοί αθετήσουν την υποχρέωσή τους αυτή, οφείλουν να επιστρέψουν στο δημόσιο, μέσα σε τρεις μήνες, τις επί πλέον αποδοχές που έλαβαν κατά το χρόνο της άδειας καθώς και τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής, με το νόμιμο τόκο από τη λήψη τους. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις του κώδικα είσπραξης δημόσιων εσόδων. …».

5. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 46 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών συνάγεται ότι στους δικαστικούς λειτουργούς που αποστέλλονται στην αλλοδαπή με εκπαιδευτική άδεια παρέχονται, όπως και στους δημοσίους υπαλλήλους, οι αποδοχές της οργανικής τους θέσης αυξημένες στο διπλάσιο, για να καλύψουν τις εντεύθεν δημιουργούμενες πρόσθετες δαπάνες στις οποίες αυτοί υποβάλλονται για την αντιμετώπιση των αυξημένων αναγκών εκπαίδευσης και διαβίωσης στην αλλοδαπή. Επομένως, οι αποδοχές αυτές, κατά το μέρος που υπερβαίνουν τις τακτικές (κανονικές) αποδοχές, ανεξάρτητα από την ονομασία τους, αντικρίζουν πραγματικές δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται οι δικαστικοί λειτουργοί, που αποστέλλονται στην αλλοδαπή με εκπαιδευτική άδεια, για την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, και, κατά συνέπεια, φέρουν το χαρακτήρα αποζημίωσης που προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου για την κάλυψη των δαπανών αυτών και δεν αποτελούν φορολογητέο εισόδημα κατά την έννοια των άρθρων 78 παρ. 1 του Συντάγματος και 4 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (πρβλ. ΣτΕ 3150/1999 επτ.).

6. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής : Η αναιρεσίβλητη, Πρόεδρος Πρωτοδικών του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Σερβίων Κοζάνης τη με αριθμό καταχώρισης 5018/23.5.2005 κοινή με το σύζυγό της δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2005 (χρήση 2004), στην οποία περιέλαβε, μεταξύ άλλων, ποσό ύψους 47.127,15 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες. Στο εισόδημα αυτό συμπεριέλαβε ποσό 18.399,08 ευρώ, που έλαβε λόγω εκπαιδευτικής άδειας στο εξωτερικό (Ιταλία) κατά την περίοδο 1.1.2004 - 7.10.2004, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών. Ταυτόχρονα υπέβαλε ρητή επιφύλαξη με την οποία προέβαλε ότι το ως άνω ποσό που έλαβε λόγω εκπαιδευτικής άδειας δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα αλλά η καταβολή του αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των αυξημένων αναγκών εκπαίδευσης και διαβίωσης του δικαστικού λειτουργού στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής άδειας, η οποία λογίζεται ως πραγματική υπηρεσία για όλες τις έννομες συνέπειες, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 3 του ν. 2238/1994, ως καθαρό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες για όλους τους υπαλλήλους που υπηρετούν στην αλλοδαπή λαμβάνεται ποσό ίσο με το καθαρό ποσό των αποδοχών που αυτοί θα ελάμβαναν αν υπηρετούσαν στο εσωτερικό, ότι η ρύθμιση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι ισχύει και για τους δικαστικούς λειτουργούς που βρίσκονται σε εκπαιδευτική άδεια στο εξωτερικό και ότι αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση σε βάρος των δικαστικών λειτουργών. Με την υπ’ αριθμ. 3257/1.8.2005 απάντηση του Προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ. Σερβίων Κοζάνης απορρίφθηκε η παραπάνω επιφύλαξη, με την αιτιολογία ότι οι επιπλέον αποδοχές του δημοσίου υπαλλήλου που βρίσκεται σε εκπαιδευτική άδεια δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις εκείνες της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Ν. 2238/1994 που δεν υπόκεινται σε φόρο, όπως επίσης δεν υπάγονται και στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 47 του ίδιου νόμου και ότι δεν υπάρχει διάταξη νόμου που να θεσπίζει φορολογική απαλλαγή για τις αποδοχές αυτές. Κατά της απορριπτικής αυτής πράξης η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 10.11.2005 προσφυγή ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης. Το εν λόγω δικαστήριο, το οποίο αρμοδίως επελήφθη της υποθέσεως (βλ. 18,19/2006, 43/2007 αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος) απέρριψε την ασκηθείσα προσφυγή ως εκπρόθεσμη με την υπ’ αριθμ. 327/2006 απόφασή του. Κατά της ανωτέρω απόφασης η αναιρεσίβλητη άσκησε στις 21.5.2007 ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης την από 15.5.2007 έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 229/2007 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, το οποίο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως εσφαλμένη, ακολούθως έκανε δεκτή την προσφυγή της αναιρεσίβλητης, ακύρωσε την ως άνω υπ’ αριθμ. 3257/1.8.2005 πράξη του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Σερβίων Κοζάνης και αναγνώρισε ότι οι ως άνω «επιπλέον της οργανικής θέσης αποδοχές» που καταβλήθηκαν στην αναιρεσίβλητη λόγω εκπαιδευτικής άδειας στο εξωτερικό, βάσει του άρθρου 46 παρ. 7 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών δεν αποτελούν εισόδημα και δεν υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, διέταξε δε να γίνει νέα εκκαθάριση και να επιστραφεί στην αναιρεσίβλητη ο αναλογών φόρος εισοδήματος ως αχρεωστήτως καταβληθείς. Η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω (σκέψεις 3 και 5), είναι νόμιμη και επαρκής, ανεξαρτήτως των επιμέρους αιτιολογιών της και, συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως, κατόπιν αυτού και η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση και

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Η Γραμματέας Ε. Γαλανού Α. Ζυγουρίτσα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2011.

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Η Γραμματέας Ε. Γαλανού Κ. Κεχρολόγου



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΚΤΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΛΠ ΑΝΤΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ
  • ΕΦΚΑ
Up
Close
Close
Κλείσιμο