Δημοσιεύθηκε στις : [ 26-06-2013 ]

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012)

Κατηγορία: Ελληνικά λογιστικά πρότυπα

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η διακήρυξη της Ομάδας των 20 (G-20) της 2ας Απριλίου 2009 σχετικά με την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος απηύθυνε έκκληση για διεθνώς αρμονικές προσπάθειες ενίσχυσης της διαφάνειας, της λογοδοσίας και των κανονιστικών ρυθμίσεων μέσω της βελτίωσης της ποσότητας και της ποιότητας των κεφαλαίων στο τραπεζικό σύστημα μετά τη διασφάλιση της οικονομικής ανάκαμψης. Η εν λόγω διακήρυξη απηύθυνε επίσης έκκληση για τη θέσπιση ενός συμπληρωματικού μέτρου που δεν θα βασίζεται στον κίνδυνο, προκειμένου να περιορίζεται η αύξηση της μόχλευσης στο τραπεζικό σύστημα, και για την ανάπτυξη ενός πλαισίου για ισχυρότερα αποθέματα ρευστότητας. Σε απάντηση στην εντολή που δόθηκε από την G-20 τον Σεπτέμβριο του 2009, η Ομάδα Διοικητών Κεντρικών Τραπεζών και Επικεφαλής Εποπτείας (Group of Central Bank Governors and Heads of Supervision - GHOS) συμφώνησε επί ορισμένων μέτρων για την ενίσχυση της ρύθμισης του τραπεζικού τομέα. Τα εν λόγω μέτρα εγκρίθηκαν από τους ηγέτες της G-20 στη διάσκεψη κορυφής του Πίτσμπουργκ στις 24-25 Σεπτεμβρίου 2009 και ορίστηκαν λεπτομερώς τον Δεκέμβριο του 2009. Τον Ιούλιο και τον Σεπτέμβριο του 2010 η GHOS εξέδωσε δύο περαιτέρω ανακοινώσεις σχετικά με τον σχεδιασμό και τη διαμόρφωση των εν λόγω νέων μέτρων και τον Δεκέμβριο του 2010 η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (BCBS) δημοσίευσε τα τελικά μέτρα, τα οποία αναφέρονται ως το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ.

(2)

Η Ομάδα Υψηλού Επιπέδου για τη Χρηματοπιστωτική Εποπτεία στην ΕΕ υπό τον Jacques de Larosière («ομάδα de Larosière») κάλεσε την Ένωση να αναπτύξει ένα πιο εναρμονισμένο σύνολο χρηματοπιστωτικών ρυθμίσεων. Στο πλαίσιο της μελλοντικής ευρωπαϊκής εποπτικής αρχιτεκτονικής, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 18ης και 19ης Ιουνίου 2009 τόνισε επίσης την ανάγκη εκπόνησης ενός «ενιαίου ευρωπαϊκού εγχειριδίου κανόνων» που θα εφαρμόζεται σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα και στις επιχειρήσεις επενδύσεων στην εσωτερική αγορά.

(3)

Όπως ορίζει η έκθεση της ομάδας de Larosière της 25ης Φεβρουαρίου 2009 («έκθεση de Larosière»), «ένα κράτος μέλος πρέπει να μπορεί να εγκρίνει αυστηρότερα εθνικά κανονιστικά μέτρα που να θεωρείται ότι είναι σε εγχώρια κλίμακα κατάλληλα για τη διασφάλιση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας εφόσον τηρούνται οι αρχές της εσωτερικής αγοράς και των συμπεφωνημένων ελαχίστων θεμελιωδών προτύπων».

(4)

Η οδηγία 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (3) και η οδηγία 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (4) έχουν κατ’ επανάληψη υποστεί εκτεταμένες τροποποιήσεις. Πολλές από τις διατάξεις των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ εφαρμόζονται τόσο επί των πιστωτικών ιδρυμάτων όσο και επί των επιχειρήσεων επενδύσεων. Για λόγους σαφήνειας και για να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, θα πρέπει να συγκεντρωθούν σε νέες νομοθετικές πράξεις που να εφαρμόζονται τόσο σε πιστωτικά ιδρύματα, όσο και σε επιχειρήσεις επενδύσεων, δηλαδή στον παρόντα κανονισμό και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της (5). Για μεγαλύτερη προσβασιμότητα, οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ θα πρέπει να ενσωματωθούν στο διατακτικό της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του παρόντος κανονισμού.

(5)

Ο παρών κανονισμός και η οδηγία 2013/36/ΕΕ θα πρέπει μαζί να θέτουν το νομικό πλαίσιο που θα διέπει την πρόσβαση σε δραστηριότητες, το εποπτικό πλαίσιο και τους κανόνες προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων (εφεξής από κοινού «ιδρύματα»). Κατά συνέπεια, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να συνδυάζεται με την εν λόγω οδηγία.

(6)

Η οδηγία 2013/36/ΕΕ, βάσει του άρθρου 53 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιλαμβάνει διατάξεις που αφορούν την πρόσβαση στη δραστηριότητα των ιδρυμάτων, τους λεπτομερείς όρους της διακυβέρνησής τους και το εποπτικό τους πλαίσιο, όπως για παράδειγμα τις διατάξεις που διέπουν την άδεια λειτουργίας της επιχείρησης, την απόκτηση ειδικών συμμετοχών, την άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, τις εξουσίες των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προέλευσης και του κράτους μέλους υποδοχής και τις διατάξεις που διέπουν το αρχικό κεφάλαιο και τον εποπτικό έλεγχο των ιδρυμάτων.

(7)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τα ιδρύματα που αφορούν αποκλειστικά τη λειτουργία των αγορών τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και στοχεύουν στη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας των φορέων που δραστηριοποιούνται στις εν λόγω αγορές, καθώς και σε ένα υψηλό επίπεδο προστασίας επενδυτών και καταθετών. Ο παρών κανονισμός στοχεύει να συνεισφέρει καθοριστικά στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να βασίζεται στις διατάξεις του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενες κατά τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(8)

Οι οδηγίες 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ, μολονότι εναρμόνισαν τους κανόνες των κρατών μελών περί προληπτικής εποπτείας ως έναν βαθμό, περιλαμβάνουν σημαντικό αριθμό δικαιωμάτων και δυνατοτήτων ώστε τα κράτη μέλη να επιβάλλουν κανόνες αυστηρότερους από αυτούς των ως άνω οδηγιών. Αυτό οδηγεί σε αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών κανόνων, οι οποίες ενδέχεται να παρακωλύσουν τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών και την ελεύθερη εγκατάσταση και, συνεπώς, να θέσουν εμπόδια στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(9)

Για λόγους ασφάλειας δικαίου και εξαιτίας της ανάγκης για ίσους όρους ανταγωνισμού εντός της Ένωσης, ένα ενιαίο σύνολο ρυθμίσεων για όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά αποτελεί καίριο στοιχείο για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Προκειμένου να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις της αγοράς και της καταχρηστικής επιλογής ευνοϊκότερου πλαισίου προληπτικής εποπτείας, οι ελάχιστες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας θα πρέπει να εξασφαλίζουν μέγιστη εναρμόνιση. Κατά συνέπεια, οι μεταβατικές περίοδοι που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι απαραίτητες για την εύρυθμη εφαρμογή του και για την αποφυγή της αβεβαιότητας στις αγορές.

(10)

Έχοντας υπόψη το έργο που επιτελεί η Ομάδα Υλοποίησης Προτύπων της BCBS όσον αφορά την παρακολούθηση και επανεξέταση της υλοποίησης από τις χώρες μέλη του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙΙ, η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει επικαιροποιημένες εκθέσεις σε διαρκή βάση – και τουλάχιστον μετά τη δημοσίευση κάθε έκθεσης προόδου από την BCBS – σχετικά με την υλοποίηση και την εγχώρια υιοθέτηση του πλαισίου της Βασιλείας III σε άλλες μείζονες περιοχές δικαιοδοσίας, συμπεριλαμβανομένης μιας εκτίμησης της συμβατότητας της νομοθεσίας ή των κανονισμών άλλων χωρών προς τα διεθνή ελάχιστα πρότυπα, ώστε να εντοπίζονται διαφορές που θα μπορούσαν να εγείρουν ανησυχίες ως προς τον ισότιμο ανταγωνισμό.

(11)

Κατά συνέπεια, προκειμένου να εξαλειφθούν τα εμπόδια για το εμπόριο και οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που οφείλονται σε αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών και να αποτραπούν περαιτέρω πιθανά εμπόδια για το εμπόριο και σημαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, είναι απαραίτητη η θέσπιση ενός κανονισμού που θα εισάγει ομοιογενείς κανόνες, οι οποίοι θα ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη.

(12)

Η διαμόρφωση απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας υπό μορφή κανονισμού θα διασφαλίσει την άμεση ισχύ των εν λόγω απαιτήσεων στα κράτη μέλη. Έτσι θα διασφαλιστούν ομοιογενείς συνθήκες, αποφεύγοντας αποκλίνουσες εθνικές απαιτήσεις που ενδεχομένως να προέκυπταν από την ενσωμάτωση οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Συνεπεία του παρόντος κανονισμού, όλα τα ιδρύματα θα ακολουθούν τους ίδιους κανόνες ανά την Ένωση, γεγονός που θα ενισχύσει επίσης την εμπιστοσύνη στη σταθερότητα των ιδρυμάτων, ιδίως σε ακραίες συνθήκες. Ένας κανονισμός θα μειώσει επίσης την κανονιστική πολυπλοκότητα και το κόστος συμμόρφωσης των εταιρειών, ιδιαίτερα για ιδρύματα και που λειτουργούν σε διασυνοριακή βάση, και θα συνεισφέρει στην εξάλειψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Λόγω της ιδιαιτερότητας των αγορών ακίνητης περιουσίας που χαρακτηρίζονται από οικονομικές εξελίξεις και διαφορές ως προς τη δικαιοδοσία οι οποίες διαφέρουν ανά κράτος μέλος, περιφέρεια ή τοπική ζώνη, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να δύνανται να ορίζουν υψηλότερους συντελεστές στάθμισης κινδύνου ή να εφαρμόζουν αυστηρότερα κριτήρια βάσει εμπειρίας σε θέματα αθέτησης και βάσει των αναμενόμενων εξελίξεων της αγοράς σε ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας σε συγκεκριμένες περιοχές.

(13)

Σε τομείς που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, όπως στον δυναμικό σχηματισμό προβλέψεων, στις διατάξεις περί εθνικών συστημάτων καλυμμένων ομολόγων που δεν συνδέονται με τη διαχείριση των καλυμμένων ομολόγων δυνάμει των κανόνων του παρόντος κανονισμού, στην απόκτηση και τον έλεγχο συμμετοχών στον χρηματοπιστωτικό και τον μη χρηματοπιστωτικό τομέα για σκοπούς που δεν σχετίζονται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που εξειδικεύονται στον παρόντα κανονισμό, οι αρμόδιες αρχές ή τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν εθνικούς κανόνες, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι ασύμβατοι με τον παρόντα κανονισμό

(14)

Οι σημαντικότερες συστάσεις της έκθεσης de Larosière, οι οποίες εφαρμόστηκαν εν συνεχεία στην Ένωση, ήταν η θέσπιση ενιαίου εγχειριδίου κανόνων και ευρωπαϊκού πλαισίου μακροπροληπτικής εποπτείας, με αμφότερα τα στοιχεία να συνδυάζονται για την επίτευξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων εξασφαλίζει ένα αξιόπιστο και ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο που διευκολύνει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και προλαμβάνει τις ευκαιρίες για καταχρηστική επιλογή ευνοϊκότερου πλαισίου προληπτικής εποπτείας. Στην εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι μακροπροληπτικοί κίνδυνοι μπορεί να διαφέρουν ποικιλοτρόπως, με πλήθος εθνικών ιδιομορφιών που συνεπάγονται διαφορές που παρατηρούνται, για παράδειγμα, όσον αφορά τη δομή και το μέγεθος του τραπεζικού τομέα σε σύγκριση με την ευρύτερη οικονομία και τον πιστωτικό κύκλο.

(15)

Στον παρόντα κανονισμό και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ έχει ενσωματωθεί σειρά εργαλείων για την πρόληψη και την άμβλυνση των μακροπροληπτικών και συστημικών κινδύνων, προκειμένου να υπάρχει ευελιξία και ταυτοχρόνως να εξασφαλίζεται αφενός ότι η χρήση των εν λόγω εργαλείων υπόκειται στον κατάλληλο έλεγχο, ώστε να μη θίγεται η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, και αφετέρου ότι η χρήση των εν λόγω εργαλείων είναι διαφανής και συνεπής.

(16)

Πέραν του εργαλείου της οδηγίας 2013/36/ΕΕ για προστασία από συστημικούς κινδύνους, όπου εγείρονται μακροπροληπτικοί ή συστημικοί κίνδυνοι σε ένα κράτος μέλος, οι αρμόδιες ή οι εντεταλμένες αρχές του σχετικού κράτους μέλους θα πρέπει να μπορούν να αντιμετωπίζουν τους εν λόγω κινδύνους με ορισμένα ειδικά εθνικά μακροπροληπτικά μέτρα, όταν αυτό ενδείκνυται περισσότερο προς τον σκοπό αυτό. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου («ΕΣΣΚ»), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 (6) και η Ευρωπαϊκή Αρχή τραπεζών (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) («ΕΑΤ»), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 (7) θα πρέπει να μπορούν να γνωμοδοτούν σχετικά με την ύπαρξη ή όχι των απαραίτητων προϋποθέσεων για τέτοιου είδους εθνικά μακροπροληπτικά μέτρα, ενώ θα πρέπει να υπάρχει και ενωσιακός μηχανισμός για την αποτροπή της περαιτέρω εφαρμογής εθνικών μέτρων όταν υπάρχουν ισχυρά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι οι σχετικές προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Ενώ ο παρών κανονισμός καθιερώνει ομοιογενείς μικροπροληπτικούς κανόνες για τα ιδρύματα, τα κράτη μέλη διατηρούν τον πρωταρχικό ρόλο στην μακροπροληπτική επιτήρηση, λόγω της τεχνογνωσίας τους και λόγω των υφιστάμενων αρμοδιοτήτων τους σε θέματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς η απόφαση λήψης εθνικών μακροπροληπτικών μέτρων περιλαμβάνει ορισμένες αξιολογήσεις περί κινδύνων οι οποίοι, εν τέλει, ενδέχεται να επηρεάζουν τη μακροοικονομική, φορολογική και δημοσιονομική κατάσταση του οικείου κράτους μέλους, είναι επιτακτική η ανάγκη εκχώρησης στο Συμβούλιο της εξουσίας να απορρίπτει τα προτεινόμενα εθνικά μακροπροληπτικά μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 291 της ΣΛΕΕ, ενεργώντας κατόπιν πρότασης της Επιτροπής.

(17)

Σε περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση απόρριψης εθνικών μακροπροληπτικών μέτρων, το Συμβούλιο θα πρέπει να εξετάσει αμελλητί την εν λόγω πρόταση και να αποφασίσει εάν θα απορρίψει τα εθνικά μέτρα ή όχι. Η ψηφοφορία μπορεί να διεξάγεται σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό του Συμβουλίου (8), κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους ή της Επιτροπής. Σύμφωνα με το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο θα πρέπει να αιτιολογήσει την απόφασή του όσον αφορά τις προϋποθέσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό για την παρέμβασή του. Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία των μακροπροληπτικών και συστημικών κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική αγορά του οικείου κράτους μέλους και, ως εκ τούτου, την ανάγκη ταχείας αντίδρασης, είναι σημαντικό να οριστεί η προθεσμία για τη λήψη της εν λόγω απόφασης από το Συμβούλιο στον ένα μήνα. Εάν το Συμβούλιο, αφού εξετάσει διεξοδικά την πρόταση της Επιτροπής για απόρριψη των προτεινόμενων εθνικών μέτρων, συμπεράνει ότι οι προϋποθέσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό για την απόρριψη των εθνικών μέτρων δεν πληρούνται, θα πρέπει πάντα να αιτιολογεί με σαφή και μη διφορούμενο τρόπο.

(18)

Έως την εναρμόνιση των απαιτήσεων ρευστότητας το 2015 και την εναρμόνιση του δείκτη μόχλευσης το 2018, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν τα εν λόγω μέτρα όπως κρίνουν σκόπιμο, περιλαμβανομένων των μέτρων για τη μείωση του μακροπροληπτικού ή συστημικού κινδύνου σε συγκεκριμένο κράτος μέλος.

(19)

Θα πρέπει να είναι δυνατόν να εφαρμόζονται αποθέματα ασφαλείας συστημικού κινδύνου ή μεμονωμένα μέτρα που λαμβάνονται από κράτη μέλη για την αντιμετώπιση των συστημικών κινδύνων που απειλούν τα εν λόγω κράτη μέλη στον τραπεζικό τομέα γενικά ή σε ένα ή περισσότερα υποσύνολά του, δηλαδή σε υποσύνολα ιδρυμάτων που παρουσιάζουν παρόμοια προφίλ κινδύνου στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, ή στα ανοίγματα έναντι ενός ή περισσότερων εγχώριων οικονομικών ή γεωγραφικών τομέων σε ολόκληρο τον τραπεζικό τομέα.

(20)

Εάν οι εντεταλμένες αρχές δύο ή περισσότερων κρατών μελών διαπιστώσουν τις ίδιες μεταβολές στην ένταση των συστημικών ή μακροπροληπτικών κινδύνων που απειλούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε εθνικό επίπεδο σε κάθε κράτος μέλος και κρίνουν ότι ενδείκνυται η αντιμετώπιση με εθνικά μέτρα, τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλλουν κοινή κοινοποίηση στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, το ΕΣΣΚ και την ΕΑΤ. Κατά την κοινοποίηση προς το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το ΕΣΣΚ και την ΕΑΤ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποβάλλουν τα σχετικά στοιχεία, περιλαμβανομένου του λόγου της κοινής κοινοποίησης.

(21)

Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί επιπλέον να εγκρίνει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για την προσωρινή αύξηση του επιπέδου των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, των απαιτήσεων για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και των απαιτήσεων για τη δημοσιοποίηση πληροφοριών. Οι σχετικές διατάξεις θα πρέπει να ισχύουν για περίοδο ενός έτους, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο αντιταχθούν στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εντός τριών μηνών. Η Επιτροπή θα πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους καταφεύγει σε αυτήν τη διαδικασία. Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να επιβάλλει αυστηρότερες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας μόνο για ανοίγματα που προκύπτουν από τις εξελίξεις στην αγορά εντός ή εκτός της Ένωσης και επηρεάζουν όλα τα κράτη μέλη.

(22)

Η επανεξέταση των μακροπροληπτικών κανόνων δικαιολογείται ώστε να μπορεί η Επιτροπή να εκτιμήσει, μεταξύ άλλων, εάν τα μακροπροληπτικά εργαλεία που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό ή την οδηγία 2013/36/ΕΕ είναι αποδοτικά, αποτελεσματικά και διαφανή, εάν θα πρέπει να προταθούν νέα μέσα, εάν η κάλυψη και οι ενδεχόμενοι βαθμοί αλληλεπικάλυψης των μακροπροληπτικών εργαλείων κατά παρόμοιων κινδύνων στον παρόντα κανονισμό ή την οδηγία οδηγία 2013/36/ΕΕ είναι κατάλληλοι και πώς τα διεθνώς συμφωνηθέντα πρότυπα για συστημικώς σημαντικά ιδρύματα αλληλεπιδρούν με τον παρόντα κανονισμό ή την οδηγία οδηγία 2013/36/ΕΕ.

(23)

Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη θεσπίσουν κατευθυντήριες γραμμές γενικής εμβέλειας, ιδιαίτερα σε τομείς όπου εκκρεμεί η έγκριση σχεδίων τεχνικών προτύπων από την Επιτροπή, οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές δεν θα αντίκεινται στη νομοθεσία της Ένωσης ούτε θα υπονομεύουν την εφαρμογή της.

(24)

Ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιβάλουν, όπου απαιτείται, ισοδύναμες απαιτήσεις σε επιχειρήσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.

(25)

Οι γενικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό συμπληρώνονται από ξεχωριστές ρυθμίσεις που θεσπίζονται από τις αρμόδιες αρχές ως αποτέλεσμα του συνεχούς εποπτικού τους ελέγχου σε κάθε ίδρυμα. Η εμβέλεια των εν λόγω εποπτικών ρυθμίσεων θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να προβλέπεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, καθώς οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν τις αποφάσεις τους ως προς τις ρυθμίσεις που θα πρέπει να επιβληθούν.

(26)

Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει την ικανότητα των αρμόδιων αρχών να επιβάλλουν ειδικές απαιτήσεις βάσει της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης που ορίζεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, οι οποίες θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στο ειδικό προφίλ κινδύνου των ιδρυμάτων.

(27)

Στόχος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 είναι η αναβάθμιση της ποιότητας και της συνέπειας της εθνικής εποπτείας και η ενίσχυση της επιτήρησης των διασυνοριακών ομίλων.

(28)

Δεδομένης της αύξησης του αριθμού των καθηκόντων που ανατέθηκαν στην ΕΑΤ από τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2013/36/ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι θα διατεθούν χωρίς καθυστέρηση επαρκείς ανθρώπινοι και χρηματοδοτικοί πόροι.

(29)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 επιβάλλει στην ΕΑΤ να ενεργεί στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ. Η ΕΑΤ οφείλει επίσης να ενεργεί στο πεδίο των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων όσον αφορά ζητήματα τα οποία δεν καλύπτονται άμεσα στις εν λόγω οδηγίες, υπό τον όρο ότι οι ενέργειές της είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και συνεπούς εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τον ρόλο και τη λειτουργία της ΕΑΤ και να διευκολύνει την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ΕΑΤ που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(30)

Κατόπιν της περιόδου παρακολούθησης και της πλήρους εφαρμογής της απαίτησης για την κάλυψη κινδύνου ρευστότητας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή θα πρέπει να εκτιμήσει αν η εκχώρηση στην ΕΑΤ της δυνατότητας να παρεμβαίνει εξ ιδίας πρωτοβουλίας, στο πλαίσιο δεσμευτικής διαμεσολάβησης, όσον αφορά τη λήψη κοινών αποφάσεων από τις αρμόδιες αρχές κατά τα άρθρα 20 και 21 του παρόντος κανονισμού θα διευκόλυνε στην ουσία τη δημιουργία και τη λειτουργία αυτόνομων οντοτήτων διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, καθώς και τη διαπίστωση αν πληρούνται ή όχι τα κριτήρια ειδικής μεταχείρισης εντός ομίλου για τα διασυνοριακά ιδρύματα. Ως εκ τούτου, εκείνη τη χρονική στιγμή, στο πλαίσιο μίας εκ των τακτικών εκθέσεων περί λειτουργίας της ΕΑΤ κατά το άρθρο 81 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει συγκεκριμένα την ανάγκη εκχώρησης τέτοιων εξουσιών στην ΕΑΤ και να συμπεριλάβει τα αποτελέσματα της εν λόγω εξέτασης στην έκθεσή της, που θα πρέπει να συνοδεύεται από τις δέουσες νομοθετικές προτάσεις, κατά περίπτωση.

(31)

Η έκθεση de Larosière δήλωσε ότι η μικροπροληπτική εποπτεία δεν μπορεί να διαφυλάξει αποτελεσματικά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις εξελίξεις στο μακροοικονομικό επίπεδο, ενώ η μακροπροληπτική επίβλεψη έχει νόημα μόνον όταν μπορεί κατά κάποιον τρόπο να επηρεάσει την εποπτεία σε μικροοικονομικό επίπεδο. Για να είναι πλήρως αποτελεσματική η λειτουργία του ΕΣΣΚ και η εκ των υστέρων παρακολούθηση των προειδοποιήσεων και των συστάσεών του, είναι απαραίτητη η στενή συνεργασία μεταξύ της ΕΑΤ και του ΕΣΣΚ. Ειδικότερα, η ΕΑΤ θα πρέπει να μπορεί να διαβιβάζει στο ΕΣΣΚ όλες τις σχετικές πληροφορίες που συλλέγουν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(32)

Έχοντας κατά νου τις καταστροφικές συνέπειες της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης, γενικοί στόχοι του παρόντος κανονισμού είναι η ενθάρρυνση οικονομικά χρήσιμων τραπεζικών δραστηριοτήτων που υπηρετούν το γενικό συμφέρον και η αποθάρρυνση της μη βιώσιμης χρηματοπιστωτικής κερδοσκοπίας που δεν επιφέρει πραγματικά πρόσθετα οφέλη. Τούτο προϋποθέτει εκτεταμένη αναδιαμόρφωση των τρόπων διοχέτευσης των αποταμιεύσεων στις παραγωγικές επενδύσεις. Για να διασφαλίζεται ένα βιώσιμο και ποικιλόμορφο τραπεζικό περιβάλλον στην Ένωση, θα πρέπει να δοθεί στις αρμόδιες αρχές η εξουσία να επιβάλλουν υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις στα συστημικώς σημαντικά ιδρύματα που, λόγω των τραπεζικών δραστηριοτήτων τους, μπορούν να εγείρουν απειλές για την παγκόσμια οικονομία.

(33)

Επιβάλλεται να είναι ισότιμες οι οικονομικές απαιτήσεις για τα ιδρύματα που διακρατούν χρηματικά διαθέσιμα ή τίτλους για λογαριασμό πελατών τους για την εξασφάλιση όμοιων εγγυήσεων στους αποταμιευτές και ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ συγκρίσιμων ομίλων ιδρυμάτων.

(34)

Δεδομένου ότι τα ιδρύματα υπόκεινται, εντός της εσωτερικής αγοράς, σε άμεσο ανταγωνισμό, οι προϋποθέσεις παρακολούθησης θα πρέπει να είναι ισοδύναμες ανά την Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά προφίλ κινδύνου των ιδρυμάτων.

(35)

Οσάκις, στο πλαίσιο της εποπτείας, είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί το ποσό των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων ομίλου ιδρυμάτων ο υπολογισμός θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(36)

Σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων ισχύουν σε ατομική και ενοποιημένη βάση, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές δεν εποπτεύουν σε ατομική βάση, εφόσον κρίνουν σκόπιμο. Η εποπτεία σε ατομική βάση, η ενοποιημένη εποπτεία και η διασυνοριακή ενοποιημένη εποπτεία αποτελούν χρήσιμα μέσα επιτήρησης των ιδρυμάτων.

(37)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί επαρκής φερεγγυότητα για ιδρύματα που ανήκουν σε ομίλους επιχειρήσεων, επιβάλλεται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις να ισχύουν στη βάση της ενοποιημένης οικονομικής κατάστασης των εν λόγω ιδρυμάτων στον όμιλο. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα κεφάλαια έχουν κατανεμηθεί δεόντως εντός του ομίλου και είναι διαθέσιμα για την προστασία των καταθέσεων εφόσον χρειαστεί, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να ισχύουν για καθένα από τα ιδρύματα εντός ομίλου, εκτός εάν ο στόχος αυτός είναι δυνατόν να επιτευχθεί αποτελεσματικά με άλλον τρόπο.

(38)

Τα δικαιώματα μειοψηφίας που δημιουργούνται από ενδιάμεσες χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών που υπόκεινται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού σε υποενοποιημένη βάση μπορεί επίσης να είναι επιλέξιμα αποδεκτά, (εντός των σχετικών ορίων), στο ως κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ομίλου σε ενοποιημένη βάση, καθόσον το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ενδιάμεσης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών που αποδίδεται στα δικαιώματα μειοψηφίας και το μέρος του ίδιου κεφαλαίου που αποδίδεται στη μητρική εταιρεία στηρίζουν αμφότερα με την αυτή προτεραιότητα τις απώλειες ζημιές των θυγατρικών τους, όταν επέρχονται.

(39)

Η ακριβής λογιστική μέθοδος για τον προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων, την επάρκειά τους σε σχέση με τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται ένα ίδρυμα και την αξιολόγηση της συγκέντρωσης των ανοιγμάτων θα πρέπει να συνεκτιμά τις διατάξεις της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 1986 για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (9), στην οποία έχουν ενσωματωθεί ορισμένες προσαρμογές των διατάξεων της έβδομης οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1983 για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (10), ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2002 για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (11), αναλόγως του ποιο διέπει τη λογιστική των ιδρυμάτων βάσει του εθνικού δικαίου.

(40)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί επαρκής φερεγγυότητα, είναι σημαντικό να θεσπιστούν κεφαλαιακές απαιτήσεις που σταθμίζουν στοιχεία του ενεργητικού και στοιχεία εκτός ισολογισμού ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου.

(41)

Στις 26 Ιουνίου 2004, η Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας (BCBS) εξέδωσε συμφωνία-πλαίσιο για τη διεθνή σύγκλιση των διατάξεων περί επάρκειας κεφαλαίου και κεφαλαιακών απαιτήσεων («πλαίσιο Βασιλείας ΙΙ»). Οι διατάξεις των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ που έχουν ενσωματωθεί στον παρόντα κανονισμό είναι ισοδύναμες με τις διατάξεις του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ. Κατά συνέπεια, ενσωματώνοντας τα συμπληρωματικά στοιχεία του πλαισίου της Βασιλείας III, ο παρών κανονισμός αποτελεί ισοδύναμο πλαίσιο με τις διατάξεις των πλαισίων της Βασιλείας ΙΙ και της Βασιλείας ΙΙΙ.

(42)

Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη η ποικιλομορφία των ιδρυμάτων στην Ένωση, παρέχοντας εναλλακτικές προσεγγίσεις υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων για πιστωτικό κίνδυνο, οι οποίες ενσωματώνουν διαφορετικά επίπεδα ευαισθησίας κινδύνου και απαιτούν διαφορετικά επίπεδα πολυπλοκότητας. Η χρήση εξωτερικών πιστοληπτικών διαβαθμίσεων και εκτιμήσεων των ίδιων των ιδρυμάτων όσον αφορά μεμονωμένες παραμέτρους πιστωτικού κινδύνου αποτελεί σημαντική βελτίωση όσον αφορά την ευαισθησία κινδύνου και την ορθότητα, από άποψη προληπτικής εποπτείας, των κανόνων περί πιστωτικού κινδύνου. Τα ιδρύματα θα πρέπει να ενθαρρύνονται να υιοθετούν προσεγγίσεις μεγαλύτερης ευαισθησίας ως προς τον κίνδυνο. Κατά την παραγωγή των εκτιμήσεων που απαιτούνται για την εφαρμογή των προβλεπόμενων στον παρόντα κανονισμό προσεγγίσεων του πιστωτικού κινδύνου, τα ιδρύματα θα πρέπει να εμπλουτίσουν τις διαδικασίες μέτρησης και διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου τους, ώστε να υπάρχουν μέθοδοι προσδιορισμού των κανονιστικών απαιτήσεων περί ιδίων κεφαλαίων που αντανακλούν τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των διαδικασιών των μεμονωμένων ιδρυμάτων. Εν προκειμένω, η επεξεργασία δεδομένων σε σχέση με τη δημιουργία και τη διαχείριση ανοιγμάτων έναντι πελατών θα πρέπει να θεωρείται ως συμπεριλαμβάνουσα την ανάπτυξη και επικύρωση των συστημάτων μέτρησης και διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου. Τούτο εξυπηρετεί τόσο την υλοποίηση των νόμιμων συμφερόντων των ιδρυμάτων, όσο και την επίτευξη του στόχου του παρόντος κανονισμού για την εφαρμογή βελτιωμένων μεθόδων μέτρησης και διαχείρισης του κινδύνου, οι οποίες θα αξιοποιούνται, μεταξύ άλλων, και για την κανονιστική ρύθμιση των κεφαλαιακών απαιτήσεων. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, οι προσεγγίσεις μεγαλύτερης ευαισθησίας ως προς τον κίνδυνο απαιτούν σημαντική τεχνογνωσία και πόρους, καθώς και επαρκή όγκο δεδομένων υψηλής

(43)

Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να είναι αναλογικές προς τους κινδύνους τους οποίους προορίζονται να αντιμετωπίσουν. Συγκεκριμένα, η μείωση των επιπέδων κινδύνου που απορρέει από την ανάληψη μεγάλου αριθμού σχετικά μικρών ανοιγμάτων θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται στις απαιτήσεις.

(44)

Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) είναι ένας από τους πυλώνες της ευρωπαϊκής ενωσιακής οικονομίας, δεδομένου του θεμελιώδους ρόλου τους στη οικονομική ανάπτυξη και την παροχή απασχόλησης. Η ανάκαμψη και η μελλοντική ανάπτυξη της ευρωπαϊκής ενωσιακή οικονομίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη διαθεσιμότητα κεφαλαίου και τη χρηματοδότηση προς τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις ΜΜΕ που είναι εγκατεστημένες στηςν ΕΕ Ένωση προκειμένου να διεκπεραιωθούν οι δέουσες επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και εξοπλισμό, με σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους. Ο περιορισμένος αριθμός εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης έκανε τις ΜΜΕ που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση της ΕΕ ακόμη πιο ευαίσθητες στον αντίκτυπο της τραπεζικής κρίσης. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να καλυφθεί το υπάρχον χρηματοδοτικό κενό για τις ΜΜΕ και να διασφαλιστεί η δέουσα ροή τραπεζικών πιστώσεων προς τις ΜΜΕ υπό τις παρούσες συγκυρίες. Οι κεφαλαιακές επιβαρύνσεις για ανοίγματα προς ΜΜΕ θα πρέπει να μειωθούν μέσω της εφαρμογής συντελεστή υποστήριξης ίσου με 0,7619, προκειμένου τα πιστωτικά ιδρύματα να μπορούν να αυξήσουν τον δανεισμό προς τις ΜΜΕ. Προς επίτευξη αυτού του σκοπού, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να αξιοποιούν την κεφαλαιακή αρωγή που προκύπτει από την εφαρμογή του συντελεστή υποστήριξης με αποκλειστικό σκοπό την παροχή επαρκούς ροής πιστώσεων προς τις ΜΜΕ που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση της ΕΕ. Οι εποπτικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν περιοδικά το συνολικό ποσό των ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων προς τις ΜΜΕ και το συνολικό ποσό της κεφαλαιακή μείωσης.

(45)

Σύμφωνα με την απόφαση της BCBS, η οποία προσυπογράφηκε από την GHOS στις 10 Ιανουαρίου 2011, όλα τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και τα μέσα της κατηγορίας 2 ενός ιδρύματος θα πρέπει να παρέχουν δυνατότητα πλήρους και μόνιμης μείωσης της ονομαστικής αξίας ή μετατροπής σε κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 κατά τη χρονική στιγμή της μη βιωσιμότητας του ιδρύματος. Οι απαραίτητες διατάξεις που διασφαλίζουν ότι τα μέσα ιδίων κεφαλαίων υπόκεινται στον μηχανισμό απορρόφησης πρόσθετων ζημιών, θα πρέπει να ενσωματωθούν στο ενωσιακό δίκαιο ως μέρος των απαιτήσεων που αφορούν την ανάκαμψη και την εξυγίανση των ιδρυμάτων. Εάν δεν έχει εκδοθεί έως την 31η Δεκεμβρίου 2015 το ενωσιακό δίκαιο που διέπει την απαίτηση της δυνατότητας πλήρους και μόνιμης μείωσης της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου σε μηδενικά επίπεδα ή μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 όταν ένα ίδρυμα δεν θεωρείται πλέον βιώσιμο, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει και να αναφέρει εάν θα έπρεπε να συμπεριληφθεί σχετική πρόβλεψη στον παρόντα κανονισμό και, εν όψει της εν λόγω εξέτασης, να υποβάλει τις δέουσες νομοθετικές προτάσεις.

(46)

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού τηρούν την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την ποικιλομορφία των ιδρυμάτων και από άποψη μεγέθους, κλίμακας εργασιών και εύρους δραστηριοτήτων. Η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας σημαίνει επίσης ότι για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής αναγνωρίζονται, ακόμη και στην προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων («προσέγγιση IRB»), οι όσο το δυνατόν απλούστερες διαδικασίες διαβάθμισης. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό ισχύουν κατά τρόπο αναλογικό προς τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που σχετίζονται με το επιχειρηματικό μοντέλο και τις δραστηριότητες ενός ιδρύματος. Η Επιτροπή μεριμνά ώστε οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, οι εκτελεστικές πράξεις, τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα να διέπονται από την αρχή της αναλογικότητας, διασφαλίζοντας την αναλογική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Συνεπώς, η ΕΑΤ διασφαλίζει ότι όλα τα ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε να συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας και να την τηρούν.

(47)

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προσέξουν ιδιαίτερα τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υποπτεύονται ότι οι πληροφορίες κρίνονται ως αποκλειστικές ή εμπιστευτικές προκειμένου να αποφευχθεί η δημοποίηση των εν λόγω πληροφοριών. Μολονότι ένα ίδρυμα μπορεί να επιλέξει να μην δημοσιοποιήσει πληροφορίες εάν κρίνονται ως αποκλειστικές ή εμπιστευτικές, το γεγονός της αξιολόγησης των πληροφοριών ως αποκλειστικών ή εμπιστευτικών δεν θα πρέπει να μειώνει την ευθύνη που προκύπτει από τη μη δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών όταν αυτή η μη δημοσιοποίηση αποδεδειγμένα έχει ουσιώδη αντίκτυπο.

(48)

Η «εξελικτική» φύση του παρόντος κανονισμού παρέχει στα ιδρύματα τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών προσεγγίσεων του πιστωτικού κινδύνου κυμαίνουσας πολυπλοκότητας. Προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα, ειδικά στα μικρά ιδρύματα και, να επιλέξουν την πιο ευαίσθητη σε θέματα κινδύνων προσέγγιση IRB, οι σχετικές διατάξεις θα πρέπει να ερμηνεύονται με την έννοια ότι οι κατηγορίες ανοιγμάτων περιλαμβάνουν όλα τα ανοίγματα που εξισώνονται άμεσα ή έμμεσα με αυτές στο σύνολο του παρόντος κανονισμού. Γενικά, οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να μεροληπτούν υπέρ οποιασδήποτε εκ των τριών προσεγγίσεων όσον αφορά τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης, δηλαδή τα ιδρύματα που λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις της τυποποιημένης προσέγγισης δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρότερη εποπτεία για αυτόν τον λόγο και μόνο.

(49)

Οι τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου θα πρέπει να τυγχάνουν μεγαλύτερης αναγνώρισης, σε πλαίσιο κανόνων σχεδιασμένο να διασφαλίζει ότι η φερεγγυότητα δεν υπονομεύεται από την ελλιπή αναγνώριση. Στο μέτρο του δυνατού, θα πρέπει να αναγνωρίζονται στην τυποποιημένη προσέγγιση, αλλά και στις άλλες προσεγγίσεις, οι ισχύουσες τυπικές τραπεζικές εξασφαλίσεις των κρατών μελών για τη μείωση των πιστωτικών κινδύνων.

(50)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι κίνδυνοι και οι μειώσεις των κινδύνων που απορρέουν από δραστηριότητες τιτλοποίησης και από επενδύσεις των ιδρυμάτων αντικατοπτρίζονται δεόντως στις κεφαλαιακές απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων, είναι ανάγκη να συμπεριληφθούν κανόνες που προβλέπουν την βάσει ευαισθησίας κινδύνου και προληπτικώς ορθή μεταχείριση των εν λόγω δραστηριοτήτων και επενδύσεων. Προς αυτόν τον σκοπό απαιτείται ένας σαφής και περιεκτικός ορισμός της τιτλοποίησης, ο οποίος θα περιλαμβάνει κάθε πράξη ή πρόγραμμα όπου ο πιστωτικός κίνδυνος που συνδέεται με ένα άνοιγμα ή ομάδα ανοιγμάτων τμηματοποιείται. Άνοιγμα από το οποίο προκύπτει υποχρέωση άμεσης πληρωμής για πράξη ή πρόγραμμα που εκτελείται για τη χρηματοδότηση ή αξιοποίηση ενσώματων περιουσιακών στοιχείων δεν θα πρέπει να θεωρείται ως άνοιγμα σε τιτλοποίηση, ακόμη και αν η πράξη ή το πρόγραμμα έχει υποχρεώσεις πληρωμής διαφορετικής εξοφλητικής προτεραιότητας.

(51)

Παράλληλα με την εποπτεία, η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, υπάρχει ανάγκη μηχανισμών που σχεδιάστηκαν για την ενίσχυση και την ανάπτυξη αποτελεσματικής εποπτείας και πρόληψης πιθανών σοβαρών υπερτιμήσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται η βέλτιστη κατανομή του κεφαλαίου στο πλαίσιο των μακροοικονομικών προκλήσεων και στόχων, ιδιαίτερα όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία.

(52)

Ο λειτουργικός κίνδυνος είναι σημαντικός κίνδυνος για τα ιδρύματα και απαιτεί κάλυψη με ίδια κεφάλαια. Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη η ποικιλομορφία των ιδρυμάτων στην Ένωση, παρέχοντας εναλλακτικές προσεγγίσεις υπολογισμού των απαιτήσεων για λειτουργικούς κινδύνους, οι οποίες ενσωματώνουν διαφορετικά επίπεδα ευαισθησίας κινδύνου και απαιτούν διαφορετικά επίπεδα πολυπλοκότητας. Θα πρέπει να παρέχονται τα κατάλληλα κίνητρα στα ιδρύματα, ούτως ώστε να υιοθετούν προσεγγίσεις μεγαλύτερης ευαισθησίας ως προς τους κινδύνους. Λαμβανομένης υπόψη της πρώιμης φάσης των μεθόδων μέτρησης και διαχείρισης λειτουργικών κινδύνων, οι κανόνες θα πρέπει να επανεξετάζονται και να επικαιροποιούνται δεόντως, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τις απαιτήσεις για διαφορετικές επιχειρηματικές δραστηριότητες και την αναγνώριση των τεχνικών μείωσης κινδύνων. Ως προς το θέμα αυτό, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στη συνεκτίμηση της ασφάλισης στις απλές προσεγγίσεις υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικούς κινδύνους.

(53)

Η παρακολούθηση και ο έλεγχος των ανοιγμάτων ενός ιδρύματος θα πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της εποπτείας τους. Συνεπώς, η υπερβολική συγκέντρωση ανοιγμάτων σε έναν μόνο πελάτη ή σε μία μόνο ομάδα συνδεδεμένων πελατών μπορεί να οδηγήσει σε μη αποδεκτό κίνδυνο επέλευσης ζημιών. Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί επιζήμια για τη φερεγγυότητα ενός ιδρύματος.

(54)

Προκειμένου να εντοπιστεί η ύπαρξη ομάδας συνδεδεμένων πελατών και συνεπώς ανοιγμάτων που συνιστούν ενιαίο κίνδυνο, είναι σημαντικό να λαμβάνονται επίσης υπόψη οι κίνδυνοι που προκύπτουν από κοινή πηγή εκτεταμένης χρηματοδότησης που παρέχεται από το ίδιο το ίδρυμα, τον χρηματοοικονομικό τους όμιλο ή τους συνδεδεμένους τους εταίρους.

(55)

Ενώ είναι επιθυμητό να βασίζεται ο υπολογισμός της αξίας του ανοίγματος σε εκείνη που προβλέπεται για τους σκοπούς των απαιτήσεων σε ίδια κεφάλαια, ενδείκνυται η θέσπιση κανόνων για την παρακολούθηση μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων χωρίς να εφαρμόζονται συντελεστές στάθμισης κινδύνου ή βαθμοί κινδύνου. Επιπλέον, οι τεχνικές μείωσης πιστωτικού κινδύνου που εφαρμόζονται στο καθεστώς φερεγγυότητας σχεδιάστηκαν με την υπόθεση ότι ο πιστωτικός κίνδυνος είναι αρκετά διαφοροποιημένος. Στην περίπτωση μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, όπου αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος συγκέντρωσης σε μία μόνο επιχείρηση, ο πιστωτικός κίνδυνος δεν είναι αρκετά διαφοροποιημένος. Ως εκ τούτου, οι συνέπειες αυτών των τεχνικών θα πρέπει να υπόκεινται σε προληπτικές δικλίδες προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται να υπάρχει πρόβλεψη για την αποτελεσματική επανείσπραξη της πιστωτικής προστασίας έναντι των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων.

(56)

Δεδομένου ότι η ζημία που προκύπτει από χρηματοδοτικό άνοιγμα σε ίδρυμα μπορεί να είναι εξίσου σοβαρή με τη ζημία από οποιοδήποτε άλλο άνοιγμα, αυτά τα ανοίγματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται και να δηλώνονται όπως όλα τα άλλα ανοίγματα. Για να μετριαστούν οι δυσανάλογες επιπτώσεις της προσέγγισης αυτής στα μικρότερα ιδρύματα, καθιερώθηκε εναλλακτικό ποσοτικό όριο. Επιπλέον, εξαιρούνται τα πολύ βραχυπρόθεσμα ανοίγματα που σχετίζονται με μεταβίβαση χρηματικών ποσών, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών πληρωμής, εκκαθάρισης, διακανονισμού και φύλαξης προς πελάτες, ώστε να διευκολύνεται η ομαλή λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών και των σχετικών υποδομών. Οι υπηρεσίες αυτές καλύπτουν, για παράδειγμα, την εκτέλεση πράξεων εκκαθάρισης και διακανονισμού σε μετρητά και παρόμοιων δραστηριοτήτων διευκόλυνσης διακανονισμών. Τα σχετικά ανοίγματα περιλαμβάνουν ανοίγματα που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν και συνεπώς δεν ελέγχονται πλήρως από το πιστωτικό ίδρυμα, όπως, μεταξύ άλλων, υπόλοιπα σε διατραπεζικούς λογαριασμούς που προκύπτουν από πληρωμές πελατών, περιλαμβανομένων των προμηθειών ή τόκων που πιστώνονται ή χρεώνονται, άλλες πληρωμές για υπηρεσίες προς πελάτες, καθώς και εξασφαλίσεις που δίδονται ή λαμβάνονται.

(57)

Είναι σημαντική η ευθυγράμμιση των συμφερόντων των επιχειρήσεων που «επανασυσκευάζουν» δάνεια σε διαπραγματεύσιμους τίτλους και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα (μεταβιβάζοντα ή ανάδοχα ιδρύματα) και των επιχειρήσεων που επενδύουν σε αυτούς τους τίτλους ή αυτά τα μέσα (επενδυτές). Για να επιτευχθεί αυτό, το μεταβιβάζον ή ανάδοχο ίδρυμα θα πρέπει να διατηρεί σημαντική συμμετοχή στα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να διατηρούν τα μεταβιβάζοντα ή ανάδοχα ιδρύματα άνοιγμα στον κίνδυνο των εν λόγω δανείων. Γενικότερα, οι πράξεις τιτλοποίησης δεν θα πρέπει να διαρθρώνονται κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η εφαρμογή της απαίτησης διατήρησης, ιδίως μέσω οιασδήποτε διάρθρωσης μέσω προμήθειας ή τέλους ή και των δύο. Η διατήρηση αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται οπουδήποτε εφαρμόζεται η οικονομική ουσία της τιτλοποίησης, ανεξαρτήτως των νομικών δομών ή μέσων που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη αυτής της οικονομικής ουσίας. Ειδικότερα, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο πιστωτικός κίνδυνος μεταφέρεται μέσω τιτλοποίησης, οι επενδυτές θα πρέπει να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους μόνον αφού έχουν επιδείξει δέουσα επιμέλεια κατά την πραγματοποίηση οικονομικών ελέγχων, για τους οποίους χρειάζονται επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις τιτλοποιήσεις.

(58)

Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει επίσης ότι δεν πρέπει να υπάρχει πολλαπλή εφαρμογή των απαιτήσεων διατήρησης. Για οποιαδήποτε συγκεκριμένη τιτλοποίηση, αρκεί να υπόκειται στην απαίτηση μόνο το μεταβιβάζον ίδρυμα, το ανάδοχο ίδρυμα ή ο αρχικός δανειοδότης. Ομοίως, όταν οι πράξεις τιτλοποίησης εμπεριέχουν άλλες τιτλοποιήσεις ως υποκείμενες, η υποχρέωση διατήρησης θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην τιτλοποίηση που υπόκειται στην επένδυση. Οι αγορασθείσες απαιτήσεις δεν θα πρέπει να υπόκεινται στην υποχρέωση διατήρησης εάν προκύπτουν από επιχειρηματική δραστηριότητα στο πλαίσιο της οποίας μεταβιβάζονται ή πωλούνται με έκπτωση για να χρηματοδοτηθεί η δραστηριότητα αυτή. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εφαρμόζουν τη στάθμιση κινδύνου έναντι μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις επίδειξης δέουσας επιμέλειας ως προς τη διεξαγωγή οικονομικών ελέγχων και διαχείρισης κινδύνου σε περίπτωση τιτλοποίησης, για αξιοσημείωτες παραβάσεις πολιτικών και διαδικασιών οι οποίες αφορούν την ανάλυση των υποκείμενων κινδύνων. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξετάσει εάν η αποφυγή πολλαπλών εφαρμογών της υποχρέωσης διατήρησης θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρακτικές που παρακάμπτουν την υποχρέωση διατήρησης και εάν οι κανόνες για τις τιτλοποιήσεις εφαρμόζονται αποτελεσματικά από τις εποπτικές αρχές.

(59)

Δέουσα επιμέλεια θα πρέπει να επιδεικνύεται κατά την πραγματοποίηση οικονομικών ελέγχων για την ορθή εκτίμηση των κινδύνων από ανοίγματα σε τιτλοποιήσεις είτε εντός είτε εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Επιπροσθέτως, οι υποχρεώσεις περί οικονομικών ελέγχων είναι ανάγκη να είναι αναλογικές. Οι διαδικασίες των οικονομικών ελέγχων θα πρέπει να ενισχύουν την εμπιστοσύνη μεταξύ μεταβιβαζόντων ιδρυμάτων, ανάδοχων ιδρυμάτων και επενδυτών. Ενδείκνυται, συνεπώς, η ορθή κοινοποίηση των πληροφοριών που αφορούν τις διαδικασίες των οικονομικών ελέγχων.

(60)

Όταν ένα ίδρυμα αναλαμβάνει άνοιγμα έναντι της μητρικής του επιχείρησης ή έναντι άλλων θυγατρικών αυτής της μητρικής επιχείρησης, είναι ανάγκη να επιδεικνύεται ιδιαίτερη σύνεση. Η διαχείριση τέτοιων ανοιγμάτων που αναλαμβάνονται από ιδρύματα θα πρέπει να γίνεται εντελώς αυτόνομα, σύμφωνα με τις αρχές της υγιούς διαχείρισης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη κανένας άλλος παράγοντας. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και σε περιπτώσεις που δεν αφορούν απλώς τη διαχείριση εντός ομίλου ή τις συνήθεις συναλλαγές εντός ομίλου. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή σε αυτά τα ανοίγματα εντός ομίλου. Τέτοιοι κανόνες δεν είναι ανάγκη, πάντως, να εφαρμόζονται όταν η μητρική επιχείρηση είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή πιστωτικό ίδρυμα, ή όταν οι άλλες θυγατρικές είναι πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα, ή επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, εφόσον όλες αυτές οι επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία του πιστωτικού ιδρύματος σε ενοποιημένη βάση.

(61)

Λόγω της ευαισθησίας ως προς τους κινδύνους των κανόνων περί κεφαλαιακών απαιτήσεων, είναι επιθυμητό να εξετάζονται τυχόν σημαντικές επιπτώσεις των εν λόγω κανόνων στον οικονομικό κύκλο. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεισφορά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), θα πρέπει να υποβάλλει εκθέσεις σχετικά με τα θέματα αυτά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(62)

Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τους διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων όσων διαπραγματευτών εξαιρούνται επί του παρόντος από τις απαιτήσεις της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (12), θα πρέπει να εξεταστούν εκ νέου.

(63)

Ο στόχος της απελευθέρωσης των αγορών φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού είναι σημαντικός για την Ένωση, τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις και οι λοιποί κανόνες προληπτικής εποπτείας που θα εφαρμόζονται στις δραστηριοποιούμενες σε αυτόν τον τομέα εταιρείες θα πρέπει να έχουν αναλογικό χαρακτήρα και να μην παρακωλύουν την επίτευξη του στόχου αυτού. Ο στόχος αυτός θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη σε κάθε επανεξέταση του παρόντος κανονισμού.

(64)

Τα ιδρύματα που επενδύουν σε επανατιτλοποιήσεις θα πρέπει επίσης να επιδεικνύουν δέουσα επιμέλεια κατά την πραγματοποίηση οικονομικών ελέγχων όσον αφορά τις υποκείμενες τιτλοποιήσεις και τα μη τιτλοποιημένα ανοίγματα στα οποία βασίζονται τελικά οι επανατιτλοποιήσεις. Τα ιδρύματα θα πρέπει επίσης να αξιολογούν εάν τα ανοίγματα στο πλαίσιο προγραμμάτων έκδοσης εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού συνιστούν ανοίγματα επανατιτλοποίησης, συμπεριλαμβανομένων των ανοιγμάτων στο πλαίσιο προγραμμάτων για την απόκτηση τμημάτων υψηλότερης εξασφάλισης χωριστών ομάδων ολόκληρων δανείων, όπου κανένα από τα δάνεια αυτά δεν συνιστά άνοιγμα τιτλοποίησης ή επανατιτλοποίησης και η προστασία κατά των πρώτων ζημιών για κάθε επένδυση παρέχεται από τον πωλητή των δανείων. Στην τελευταία περίπτωση, η ειδική για κάθε ομάδα ταμειακή διευκόλυνση δεν θα πρέπει γενικά να θεωρείται ως άνοιγμα επανατιτλοποίησης, διότι αντιπροσωπεύει τμήμα τιτλοποίησης μίας μόνο ομάδας περιουσιακών στοιχείων (ήτοι της ισχύουσας ομάδας ολόκληρων δανείων) η οποία δεν περιέχει ανοίγματα τιτλοποίησης. Αντιθέτως, μία πιστωτική ενίσχυση στο επίπεδο του συνολικού προγράμματος που καλύπτει ορισμένες μόνο από τις ζημίες, πέραν της προστασίας που παρέχεται από τον πωλητή για τις διάφορες ομάδες, θα συνιστούσε γενικά κατάτμηση του κινδύνου μιας ομάδας πολλαπλών περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα άνοιγμα τιτλοποίησης, και επομένως θα συνιστούσε άνοιγμα επανατιτλοποίησης. Ωστόσο, εάν ένα τέτοιο πρόγραμμα χρηματοδοτείται αποκλειστικά από μία και μόνη κατηγορία εμπορικών χρεογράφων και όταν ούτε η πιστωτική ενίσχυση σε επίπεδο συνολικού προγράμματος συνιστά επανατιτλοποίηση ούτε τα εμπορικά χρεόγραφα καλύπτονται πλήρως από το ανάδοχο ίδρυμα, αφήνοντας τον επενδυτή των εμπορικών χρεογράφων στην ουσία εκτεθειμένο στον κίνδυνο αθέτησης του αναδόχου και όχι των υποκείμενων ομάδων ή περιουσιακών στοιχείων, τότε τα εν λόγω εμπορικά χρεόγραφα δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως ανοίγματα επανατιτλοποίησης.

(65)

Οι διατάξεις περί συνετής αποτίμησης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα μέσα που αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους, είτε στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε σε άλλο χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών των ιδρυμάτων. Θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι, εάν η εφαρμογή της συνετής αποτίμησης συνεπάγεται κατώτερη λογιστική αξία από αυτήν που αναγνωρίζεται πραγματικά κατά τη λογιστική καταχώριση, η απόλυτη τιμή της διαφοράς θα πρέπει να αφαιρείται από τα ίδια κεφάλαια.

(66)

Τα ιδρύματα θα πρέπει να μπορούν να επιλέγουν εάν θα εφαρμόσουν κεφαλαιακή απαίτηση ή εάν θα αφαιρέσουν από τα κεφάλαια κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 τις θέσεις τιτλοποίησης που σταθμίζονται με συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 % βάσει του παρόντος κανονισμού, ανεξάρτητα από την παρουσία των θέσεων εντός ή εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

(67)

Το μεταβιβάζον ή το ανάδοχο ίδρυμα δεν θα πρέπει να μπορεί να παρακάμπτει την απαγόρευση της έμμεσης υποστήριξης χρησιμοποιώντας τα χαρτοφυλάκια συναλλαγών του προκειμένου να παράσχει την εν λόγω υποστήριξη.

(68)

Με την επιφύλαξη των δημοσιοποιήσεων που απαιτούνται ρητά από τον παρόντα κανονισμό, στόχος των απαιτήσεων δημοσιοποίησης θα πρέπει να είναι η παροχή στους συμμετέχοντες στην αγορά επακριβών και λεπτομερών πληροφοριών όσον αφορά το προφίλ κινδύνου κάθε μεμονωμένου ιδρύματος. Επομένως, τα ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιοποιούν πρόσθετες πληροφορίες οι οποίες δεν αναφέρονται ρητά στον παρόντα κανονισμό, όταν η συγκεκριμένη δημοσιοποίηση είναι αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω στόχου. Παράλληλα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προσέχουν ιδιαίτερα τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υποπτεύονται ότι ίδρυμα κρίνει πληροφορίες ως αποκλειστικές ή εμπιστευτικές προκειμένου να αποτρέψει τη δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών.

(69)

Σε περίπτωση που εξωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση θέσης τιτλοποίησης ενσωματώνει τις επιπτώσεις από την πιστωτική προστασία που παρέχεται από το ίδιο το ίδρυμα που επενδύει, το εν λόγω ίδρυμα δεν θα πρέπει να μπορεί να επωφελείται από τον χαμηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που προκύπτει από τη συγκεκριμένη προστασία. Η θέση τιτλοποίησης δεν θα πρέπει να αφαιρείται από το κεφάλαιο εάν υπάρχουν άλλοι τρόποι καθορισμού ενός συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πραγματικό κίνδυνο της θέσης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η εν λόγω πιστωτική προστασία.

(70)

Δεδομένων των πρόσφατων ασθενών επιδόσεών τους, θα πρέπει να ενισχυθούν τα πρότυπα που εφαρμόζονται στα εσωτερικά υποδείγματα υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κινδύνους αγοράς. Ειδικότερα, η αποτύπωση των κινδύνων θα πρέπει να ολοκληρωθεί όσον αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Επιπλέον, οι κεφαλαιακές επιβαρύνσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν μια συνιστώσα κατάλληλη για ακραίες συνθήκες, προκειμένου να ενισχύονται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις σε περίπτωση επιδείνωσης των συνθηκών της αγοράς και να αμβλύνεται το φαινόμενο της φιλοκυκλικότητας. Τα ιδρύματα θα πρέπει επίσης να διενεργούν «αντίστροφες» ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, ώστε να εξετάζουν ποια σενάρια θα μπορούσαν να απειλήσουν τη βιωσιμότητά τους, εκτός εάν μπορούν να αποδείξουν ότι μια τέτοια δοκιμή είναι περιττή. Λαμβανομένων υπόψη των πρόσφατων ιδιαίτερων δυσκολιών χειρισμού των θέσεων τιτλοποίησης με μεθόδους βασισμένες σε εσωτερικά υποδείγματα, η αναγνώριση της διαμόρφωσης υποδειγμάτων από ιδρύματα όσον τους κινδύνους τιτλοποίησης για τον υπολογισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών θα πρέπει να περιοριστεί και θα πρέπει να απαιτείται, εκ προεπιλογής, τυποποιημένη κεφαλαιακή επιβάρυνση για θέσεις τιτλοποίησης στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.

(71)

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει περιορισμένες εξαιρέσεις για ορισμένες δραστηριότητες διαπραγμάτευσης συσχετίσεων, σύμφωνα με τις οποίες η εποπτική αρχή δύναται να επιτρέψει στα ιδρύματα να υπολογίζουν μια συνολική κεφαλαιακή επιβάρυνση κινδύνου, που υπόκειται σε αυστηρές απαιτήσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να απαιτείται από τα ιδρύματα να επιβάλλουν κεφαλαιακή επιβάρυνση επί αυτών των συναλλαγών ίση προς το υψηλότερο ποσό μεταξύ της κεφαλαιακής επιβάρυνσης σύμφωνα με την εσωτερικά αναπτυχθείσα μέθοδο και του 8 % της κεφαλαιακής επιβάρυνσης για ειδικό κίνδυνο σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο μέτρησης. Δεν θα πρέπει να απαιτείται η υποβολή των ανοιγμάτων αυτών σε επιβάρυνση για επιπρόσθετο κίνδυνο, αλλά θα πρέπει να ενσωματώνονται στα μέτρα υπολογισμού της δυνητικής ζημιάς (VaR) όσο και στα μέτρα υπολογισμού της δυνητικής ζημιάς υπό ακραίες συνθήκες.

(72)

Λόγω της φύσης και του μεγέθους των μη αναμενόμενων ζημιών που έπληξαν τα ιδρύματα κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, επιβάλλεται να βελτιωθεί περαιτέρω η ποιότητα και η εναρμόνιση των ίδιων κεφαλαίων που υποχρεούνται να διατηρούν τα ιδρύματα. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνεται η εισαγωγή νέου ορισμού των βασικών στοιχείων κεφαλαίου που διατίθεται για την απορρόφηση μη αναμενόμενων ζημιών όταν αυτές προκύπτουν, βελτιώσεις στον ορισμό των υβριδικών κεφαλαίων και ομοιογενείς εποπτικές προσαρμογές στα ίδια κεφάλαια. Επίσης, είναι απαραίτητο να αυξηθεί σημαντικά το επίπεδο των ίδιων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων νέων δεικτών κεφαλαίου που θα εστιάζουν στα βασικά στοιχεία των ίδιων κεφαλαίων που διατίθενται για την απορρόφηση ζημιών όταν επέρχονται. Αναμένεται ότι τα ιδρύματα με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά θα πληρούν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις όσον αφορά τα βασικά στοιχεία του κεφαλαίου με τέτοιες μετοχές που πληρούν ένα αυστηρό σύνολο κριτηρίων για τα βασικά κεφαλαιακά μέσα και με τα δημοσιευμένα αποθεματικά του ιδρύματος αποκλειστικά. Προκειμένου να ληφθεί επαρκώς υπόψη η νομική μορφή υπό την οποία λειτουργούν τα ιδρύματα στην Ένωση, το αυστηρό σύνολο κριτηρίων για τα βασικά κεφαλαιακά μέσα θα πρέπει να διασφαλίζει ότι τα βασικά κεφαλαιακά μέσα των ιδρυμάτων που δεν είναι εισηγμένα σε ρυθμιζόμενη αγορά έχουν την υψηλότερη δυνατή ποιότητα. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα ιδρύματα να προβαίνουν, για μετοχές με διαφοροποιημένα δικαιώματα ψήφου ή χωρίς δικαιώματα ψήφου, σε διανομές πολλαπλάσιες από εκείνες που πραγματοποιούνται για μετοχές με σχετικά μεγαλύτερα δικαιώματα ψήφου, με την προϋπόθεση ότι, ανεξάρτητα από το επίπεδο των δικαιωμάτων ψήφου, πληρούνται τα αυστηρά κριτήρια για τα μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την ευελιξία των πληρωμών, και με την προϋπόθεση ότι σε περίπτωση που πραγματοποιείται διανομή, θα πρέπει να πραγματοποιείτα για όλες τις μετοχές που έχει εκδώσει το ενδιαφερόμενο ίδρυμα.

(73)

Τα ανοίγματα στον τομέα της χρηματοδότησης του εμπορίου είναι ποικίλης φύσης, εντούτοις διαθέτουν κοινά χαρακτηριστικά, όπως η μικρή αξία, η βραχεία διάρκεια και η ταυτοποιήσιμη πηγή αποπληρωμής. Τα ανοίγματα αυτά βασίζονται στην κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών που στηρίζουν την πραγματική οικονομία και, στις περισσότερες περιπτώσεις, βοηθούν τις μικρές εταιρείες στις καθημερινές ανάγκες τους, συμβάλλοντας, έτσι, στην οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης. Οι εισροές και οι εκροές είναι συνήθως αντιστοιχισμένες και ο κίνδυνος ρευστότητας είναι συνεπώς περιορισμένος.

(74)

Ενδείκνυται η ΕΑΤ να τηρεί επικαιροποιημένο κατάλογο όλων των μορφών των κεφαλαιακών μέσων κάθε κράτους μέλους τα οποία μπορούν να ταξινομούνται ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Η ΕΑΤ θα πρέπει να αφαιρεί από τον εν λόγω κατάλογο τα μέσα που δεν αποτελούν κρατική ενίσχυση που εκδίδονται ύστερα από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού και δεν πληρούν τα κριτήρια που εξειδικεύονται στον παρόντα κανονισμό, ενώ η σχετική αφαίρεση θα πρέπει να ανακοινώνεται δημοσίως. Σε περίπτωση που τα μέσα που η ΕΑΤ αφαιρεί από τον κατάλογο εξακολουθούν να αναγνωρίζονται κατόπιν της ανακοίνωσης της ΕΑΤ, η ΕΑΤ θα πρέπει να προβαίνει σε απόλυτη άσκηση των εξουσιών της, ιδιαίτερα αυτών που της εκχωρούνται με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 όσον αφορά τις παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου. Υπενθυμίζεται ότι εφαρμόζεται μηχανισμός τριών σταδίων προκειμένου να υπάρξει αναλογική αντίδραση σε περιπτώσεις εσφαλμένης ή ανεπαρκούς εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, βάσει του οποίου, κατά πρώτον, η ΕΑΤ δύναται να διερευνά κατ’ ισχυρισμό εσφαλμένη ή ανεπαρκή εφαρμογή υποχρεώσεων εκ του ενωσιακού δικαίου από τις εθνικές αρχές κατά την άσκηση της εποπτείας τους και να ολοκληρώνει την έρευνα με σύσταση. Δεύτερον, εάν η αρμόδια εθνική αρχή δεν συμμορφώνεται με τη σύσταση, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να εκδίδει επίσημη γνώμη στην οποία θα λαμβάνεται υπόψη η σύσταση της ΕΑΤ, και θα απαιτεί από την αρμόδια αρχή να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο. Τρίτον, για την αντιμετώπιση εξαιρετικών καταστάσεων με έμμονη αδράνεια της οικείας αρμόδιας αρχής, η ΕΑΤ δύναται, ως έσχατη λύση, να εκδίδει αποφάσεις απευθυνόμενες σε μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 258 της ΣΛΕΕ, όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει εκπληρώσει υποχρέωση απορρέουσα από τις Συνθήκες, έχει την εξουσία να θέσει το θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(75)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να επηρεάζει τη δυνατότητα των αρμόδιων αρχών να διαθέτουν διεργασίες προέγκρισης των συμβάσεων που διέπουν τα πρόσθετα κεφαλαιακά μέσα της κατηγορίας 1 και τα μέσα της κατηγορίας 2. Σε αυτές τις περιπτώσεις, αυτά τα κεφαλαιακά μέσα θα πρέπει να υπολογίζονται στο πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ή στο κεφάλαιο της κατηγορίας 2 του ιδρύματος μόνον εφόσον έχουν ολοκληρωθεί επιτυχώς αυτές οι διαδικασίες έγκρισης.

(76)

Προκειμένου να ενισχυθεί η πειθαρχία στην αγορά και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, είναι επιτακτική η εισαγωγή λεπτομερέστερων απαιτήσεων για την δημοσιοποίηση του είδους και της φύσης των προσαρμογών του εποπτικού κεφαλαίου και των προληπτικών προσαρμογών, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι επενδυτές και οι καταθέτες είναι επαρκώς ενημερωμένοι όσον αφορά τη φερεγγυότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων.

(77)

Είναι επίσης απαραίτητο να γνωρίζουν οι αρμόδιες αρχές το επίπεδο, τουλάχιστον συγκεντρωτικά, των συμφωνιών επαναγοράς, της δανειοδοσίας τίτλων και όλων των μορφών δέσμευσης των στοιχείων ενεργητικού τους. Οι σχετικές πληροφορίες θα πρέπει να αναφέρονται στις αρμόδιες αρχές. Προκειμένου να ενισχυθεί η πειθαρχία στην αγορά, θα πρέπει να υπάρχουν λεπτομερέστερες απαιτήσεις δημοσιοποίησης των συμφωνιών επαναγοράς και της εξασφαλισμένης χρηματοδότησης.

(78)

Ο νέος ορισμός του κεφαλαίου και των εποπτικών κεφαλαιακών απαιτήσεων θα πρέπει να εισαχθεί κατά τρόπο που να συνεκτιμάται το γεγονός ότι κάθε κράτος ξεκινά από διαφορετικό σημείο και υπό διαφορετικές συνθήκες, καθώς και ότι οι αρχικές διαφορές των νέων προτύπων θα αμβλυνθούν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Προκειμένου να διασφαλιστεί η δέουσα συνέχεια των ίδιων κεφαλαίων, τα μέσα που εκδίδονται στο πλαίσιο μέτρου ανακεφαλαιοποίησης σύμφωνα με τους κανόνες περί κρατικής ενίσχυσης και πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, θα υπόκεινται σε προϋφιστάμενο καθεστώς καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Η εξάρτηση από τις κρατικές ενισχύσεις θα πρέπει να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο στο μέλλον. Εντούτοις, εφόσον οι κρατικές ενισχύσεις αποδεικνύονται απαραίτητες σε ορισμένες καταστάσεις, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει ένα πλαίσιο αντιμετώπισης τέτοιων καταστάσεων. Συγκεκριμένα, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να διευκρινίζει ποιος θα πρέπει να είναι ο χειρισμός των μέσων ίδιων κεφαλαίων που εκδίδονται στο πλαίσιο μέτρου ανακεφαλαιοποίησης δυνάμει κανονισμών περί κρατικής ενίσχυσης. Η δυνατότητα των ιδρυμάτων να επωφελούνται από αυτόν τον χειρισμό θα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρούς όρους. Επιπλέον, εφόσον ο εν λόγω χειρισμός επιτρέπει παρεκκλίσεις από τα νέα κριτήρια περί ποιότητας των μέσων ίδιων κεφαλαίων, οι εν λόγω παρεκκλίσεις θα πρέπει να περιορίζονται στο έπακρο. Ο χειρισμός των υφιστάμενων κεφαλαιακών μέσων που εκδίδονται στο πλαίσιο μέτρου ανακεφαλαιοποίησης δυνάμει κανόνων περί κρατικής ενίσχυσης θα πρέπει να διαχωρίζονται ρητώς τα κεφαλαιακά μέσα που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού από αυτά που δεν συμμορφώνονται με τις εν λόγω απαιτήσεις. Ως εκ τούτου, στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να υπάρχουν οι δέουσες μεταβατικές διατάξεις για τη δεύτερη περίπτωση.

(79)

Η οδηγία 2006/48/ΕΚ απαιτούσε από τα πιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν ίδια κεφάλαια τουλάχιστον ίσα με τα καθορισμένα κατώτατα ποσά έως την 31η Δεκεμβρίου 2011. Λαμβανομένων υπόψη των συνεχιζόμενων επιπτώσεων της χρηματοπιστωτικής κρίσης στον τραπεζικό τομέα και της επέκτασης των μεταβατικών ρυθμίσεων περί κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι οποίες θεσπίστηκαν από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, ενδείκνυται η εισαγωγή κατώτερου ορίου για περιορισμένο χρονικό διάστημα μέχρι να δημιουργηθούν επαρκή ποσά ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τις μεταβατικές ρυθμίσεις περί ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, οι οποίες θα επιβληθούν σταδιακά από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού έως το 2019.

(80)

Για τους ομίλους που αναλαμβάνουν σημαντικές τραπεζικές ή επενδυτικές επιχειρηματικές δραστηριότητες και ασφαλιστικές επιχειρηματικές δραστηριότητες, η οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων (13) προβλέπει συγκεκριμένους κανόνες για την αντιμετώπιση του «διπλού υπολογισμού» του κεφαλαίου. Η οδηγία 2002/87/ΕΚ βασίζεται σε διεθνώς συμφωνηθείσες αρχές για την αντιμετώπιση των κινδύνων σε όλους τους τομείς. Ο παρών κανονισμός ενισχύει τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω κανόνες για τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων εφαρμόζονται σε ομίλους τραπεζών και επιχειρήσεων επενδύσεων, εξασφαλίζοντας την άρτια και συνεκτική εφαρμογή τους. Τυχόν περαιτέρω επιτακτικές αλλαγές θα εξεταστούν κατά την επανεξέταση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, η οποία αναμένεται να πραγματοποιηθεί το 2015.

(81)

Η χρηματοπιστωτική κρίση αποκάλυψε ότι τα ιδρύματα υποεκτιμούσαν σε μεγάλο βαθμό το επίπεδο του πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου που ενέχουν τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα. Το γεγονός αυτό οδήγησε την G-20, τον Σεπτέμβριο του 2009, να ζητήσουν την εκκαθάριση περισσότερων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μέσω ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Επιπλέον, ζήτησε την υπαγωγή των εν λόγω παραγώγων που δεν ήταν δυνατό να εκκαθαριστούν σε κεντρικό επίπεδο σε υψηλότερες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, προκειμένου να αντικατοπτρίζονται καλύτερα οι υψηλότεροι κίνδυνοι που σχετίζονται με αυτά.

(82)

Μετά την έκκληση της G-20, η BCBS άλλαξε ουσιωδώς το καθεστώς πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου, ως μέρος του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙΙ. Το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ αναμένεται να αυξήσει σημαντικά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα και τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων των ιδρυμάτων και να δημιουργήσει σημαντικά κίνητρα ώστε τα ιδρύματα να χρησιμοποιούν κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ αναμένεται επίσης να προσφέρει περαιτέρω κίνητρα για την ενίσχυση της διαχείρισης κινδύνου των πιστωτικών ανοιγμάτων του αντισυμβαλλομένου και να αναθεωρήσει το τρέχον καθεστώς αντιμετώπισης των ανοιγμάτων πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

(83)

Τα ιδρύματα θα πρέπει να διατηρούν πρόσθετα ίδια κεφάλαια λόγω του κινδύνου προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης αντισυμβαλλομένου που σχετίζεται με εξωχρηματιστηριακά παράγωγα. Τα ιδρύματα θα πρέπει επίσης να προβαίνουν σε υψηλότερη συσχέτιση αξίας στοιχείων ενεργητικού κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματα που υπόκεινται σε πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου που προκύπτουν από εξωχρηματιστηριακά παράγωγα και συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων σε ορισμένα χρηματοδοτικά ιδρύματα. Τα ιδρύματα θα πρέπει επίσης να υποχρεωθούν να βελτιώσουν σημαντικά τη μέτρηση και τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου μέσω της καλύτερης αντιμετώπισης του κινδύνου δυσμενούς συσχέτισης, των υψηλά μοχλευμένων αντισυμβαλλομένων και εξασφαλίσεων, βελτιώνοντας αντίστοιχα τους εκ των υστέρων ελέγχους και τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων.

(84)

Τα συναλλακτικά ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων συνήθως επωφελούνται από πολυμερείς συμψηφισμούς και από τον μηχανισμό επιμερισμού των ζημιών που παρέχουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι. Κατά συνέπεια, ενέχουν πολύ χαμηλό πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και θα πρέπει να υπόκεινται σε πολύ χαμηλή απαίτηση ιδίων κεφαλαίων. Ταυτόχρονα, η εν λόγω απαίτηση θα πρέπει να είναι θετική ώστε να διασφαλίζει ότι τα ιδρύματα εντοπίζουν και παρακολουθούν τα ανοίγματά τους έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων στο πλαίσιο της ορθής διαχείρισης κινδύνου και να αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι ακόμα και τα συναλλακτικά ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων δεν είναι μηδενικού κινδύνου.

(85)

Το κεφάλαιο εκκαθάρισης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου είναι μηχανισμός που επιτρέπει τον επιμερισμό (αμοιβαιοποίηση) των ζημιών μεταξύ των εκκαθαριστικών μελών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Χρησιμοποιείται όταν οι ζημίες που υφίσταται ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος λόγω υπερημερίας εκκαθαριστικού μέλους υπερβαίνουν τα περιθώρια και τις εισφορές του κεφαλαίου εκκαθάρισης που παρέχει το εν λόγω μέλος, καθώς και οποιαδήποτε άλλη άμυνα δύναται να χρησιμοποιήσει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πριν προσφύγει στις εισφορές του κεφαλαίου εκκαθάρισης των υπόλοιπων εκκαθαριστικών μελών. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο κίνδυνος ζημίας που σχετίζεται με ανοίγματα από εισφορές κεφαλαίου εκκαθάρισης είναι υψηλότερος από τον κίνδυνο που σχετίζεται με συναλλακτικά ανοίγματα. Κατά συνέπεια, αυτό το είδος ανοίγματος θα πρέπει να υπόκειται σε υψηλότερη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων.

(86)

Το «υποθετικό κεφάλαιο» ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να είναι μεταβλητή απαραίτητη για τον καθορισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματα εκκαθαριστικού μέλους από τις εισφορές του στο κεφάλαιο εκκαθάρισης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Δεν θα πρέπει να νοείται διαφορετικά. Συγκεκριμένα, δεν θα πρέπει να νοείται ως το ύψος του κεφαλαίου που η αρμόδια αρχή υποχρεώνει τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να διατηρεί.

(87)

Η αναθεώρηση της αντιμετώπισης του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου και ιδιαίτερα η θέσπιση υψηλότερων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για διμερείς συμβάσεις παραγώγων, ώστε να αντικατοπτρίζεται ο υψηλότερος κίνδυνος που συνεπάγονται οι εν λόγω συμβάσεις για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των προσπαθειών της Επιτροπής για τη διασφάλιση αποτελεσματικών, ασφαλών και υγιών αγορών παραγώγων. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός συμπληρώνει τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγώ (14).

(88)

Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τις σχετικές εξαιρέσεις για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έως την 31η Δεκεμβρίου 2015. Έως ότου γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα της εν λόγω επανεξέτασης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεχίσουν να μπορούν αποφασίζουν σχετικά με την εξαίρεση ορισμένων μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων από τους κανόνες αυτούς για επαρκώς μεγάλη μεταβατική περίοδο. Βάσει των εργασιών που διεξήχθησαν στο πλαίσιο της προετοιμασίας και της διαπραγμάτευσης της οδηγίας 2009/111/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την τροποποίηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ, 2006/49/ΕΚ και 2007/64/ΕΚ όσον αφορά τράπεζες συνδεδεμένες με κεντρικούς οργανισμούς, ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις εποπτικές ρυθμίσεις και τη διαχείριση κρίσεων (15) και λαμβανομένων υπόψη των διεθνών και ενωσιακών εξελίξεων ως προς τα εν λόγω θέματα, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει κατά πόσον θα πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται οι εν λόγω εξαιρέσεις κατά προαιρετικό ή άλλο γενικότερο τρόπο και το κατά πόσον οι κίνδυνοι που συνδέονται με τα ανοίγματα αυτά αντιμετωπίζονται με άλλα αποτελεσματικά μέσα που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(89)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι εξαιρέσεις ανοιγμάτων από τις αρμόδιες αρχές δεν διακυβεύουν τη συνοχή των ενιαίων κανόνων που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό σε μόνιμη βάση, έπειτα από τη μεταβατική περίοδο και ελλείψει αποτελεσμάτων από την εν λόγω επανεξέταση, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συμβουλεύονται την ΕΑΤ ως προς τη σκοπιμότητα της συνεχιζόμενης χρήσης της δυνατότητας εξαίρεσης ορισμένων ανοιγμάτων.

(90)

Τα χρόνια πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση χαρακτηρίζονταν από υπερβολική συσσώρευση ανοιγμάτων των ιδρυμάτων σε σχέση με τα ίδια κεφάλαιά τους (μόχλευση). Κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι ζημίες και η έλλειψη χρηματοδότησης υποχρέωσαν τα ιδρύματα και να περιορίσουν σημαντικά τη μόχλευσή τους εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Το γεγονός αυτό αύξησε τις καθοδικές πιέσεις στις τιμές των στοιχείων ενεργητικού, προκαλώντας περαιτέρω ζημίες για τα ιδρύματα, που με τη σειρά τους οδήγησαν σε περαιτέρω μειώσεις των ιδίων κεφαλαίων τους. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της αρνητικής αλληλουχίας ήταν η μείωση της διαθεσιμότητας πιστώσεων στην πραγματική οικονομία και μια βαθύτερη και διαρκέστερη κρίση.

(91)

Οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κινδύνων είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση επαρκών ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη μη αναμενόμενων ζημιών. Ωστόσο, η κρίση έδειξε ότι οι εν λόγω απαιτήσεις από μόνες τους δεν επαρκούν για να αποτρέψουν την ανάληψη υπερβολικού και μη βιώσιμου κινδύνου μόχλευσης από τα ιδρύματα.

(92)

Τον Σεπτέμβριο του 2009, οι ηγέτες της G-20 δεσμεύτηκαν να διαμορφώσουν διεθνώς συμφωνηθέντες κανόνες που θα αποθαρρύνουν την υπερβολική μόχλευση. Για τον σκοπό αυτόν, υποστήριξαν τη δημιουργία ενός δείκτη μόχλευσης ως συμπληρωματικού μέτρου στο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ.

(93)

Τον Δεκέμβριο του 2010, η BCBS δημοσίευσε κατευθυντήριες γραμμές που προσδιορίζουν τη μεθοδολογία υπολογισμού του δείκτη μόχλευσης. Οι εν λόγω κανόνες προβλέπουν μια περίοδο παρατήρησης που θα διαρκέσει από την 1η Ιανουαρίου 2013 έως την 1η Ιανουαρίου 2017, κατά τη διάρκεια της οποίας θα παρακολουθείται ο δείκτης μόχλευσης, οι συνιστώσες του και η συμπεριφορά του σε σχέση με την απαίτηση για την κάλυψη του κινδύνου. Βάσει των αποτελεσμάτων της περιόδου παρατήρησης, η BCBS σκοπεύει να κάνει τυχόν τελικές προσαρμογές στον ορισμό και τη βαθμονόμηση του δείκτη μόχλευσης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017, με στόχο τη μετάβαση σε μια δεσμευτική απαίτηση την 1η Ιανουαρίου 2018, βάσει κατάλληλης εξέτασης και βαθμονόμησης. Επιπλέον, οι κατευθυντήριες γραμμές της BCBS προβλέπουν τη δημοσιοποίηση του δείκτη μόχλευσης και των συνιστωσών του από την 1η Ιανουαρίου 2015.

(94)

Ο δείκτης μόχλευσης είναι ένα νέο ρυθμιστικό και εποπτικό εργαλείο για την Ένωση. Σύμφωνα με τις διεθνείς συμφωνίες, θα πρέπει να θεσπιστεί στην αρχή ως επιπρόσθετο στοιχείο που μπορεί να εφαρμοστεί σε μεμονωμένα ιδρύματα κατά τη διακριτική ευχέρεια των εποπτικών αρχών. Οι υποχρεώσεις υποβολής αναφορών των ιδρυμάτων θα επιτρέψουν τον κατάλληλο έλεγχο και την ανάλογη βαθμονόμηση, με στόχο τη μετάβαση σε ένα δεσμευτικό μέτρο το 2018.

(95)

Κατά την εξέταση των επιπτώσεων του δείκτη μόχλευσης σε διάφορα επιχειρηματικά μοντέλα, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε επιχειρηματικά μοντέλα που θεωρείται ότι ενέχουν χαμηλό κίνδυνο, όπως είναι ο ενυπόθηκος δανεισμός και ο ειδικός δανεισμός με περιφερειακές κυβερνήσεις, τοπικές αρχές ή οντότητες του δημοσίου τομέα. Βάσει των δεδομένων που λαμβάνει και των ευρημάτων από τους εποπτικούς ελέγχους κατά τη διάρκεια μιας περιόδου παρατήρησης, η ΕΑΤ θα πρέπει, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, να διαμορφώσει σύστημα ταξινόμησης επιχειρηματικών μοντέλων και κινδύνων. Βάσει κατάλληλης ανάλυσης και λαμβάνοντας υπόψη ιστορικά δεδομένα ή σενάρια ακραίων καταστάσεων, θα πρέπει να εξετάζεται ποια επίπεδα του δείκτη μόχλευσης διαφυλάσσουν την ανθεκτικότητα των αντίστοιχων επιχειρηματικών μοντέλων και εάν θα πρέπει να θεσπιστούν ως κατώτατα όρια ή εύρη τιμών. Κατόπιν της περιόδου παρατήρησης και της βαθμονόμησης των αντίστοιχων επιπέδων του δείκτη μόχλευσης, και βάσει της ανωτέρω αξιολόγησης, η ΕΑΤ μπορεί να δημοσιεύσει την κατάλληλη στατιστική επισκόπηση του δείκτη μόχλευσης, περιλαμβανομένων μέσων όρων και τυπικών αποκλίσεων. Ύστερα από την έκδοση των απαιτήσεων του δείκτη μόχλευσης, η ΕΑΤ θα πρέπει να δημοσιεύσει την κατάλληλη στατιστική επισκόπηση του δείκτη μόχλευσης, περιλαμβανομένων μέσων όρων και τυπικών αποκλίσεων, ως προς τις αναγνωρισμένες κατηγορίες ιδρυμάτων.

(96)

Τα ιδρύματα θα πρέπει να παρακολουθούν το επίπεδο και τις μεταβολές του δείκτη μόχλευσης, καθώς και τον κίνδυνο μόχλευσης, στο πλαίσιο της εσωτερικής διαδικασίας αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας (ICAAP). Η εν λόγω παρακολούθηση θα πρέπει να περιληφθεί στη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης. Συγκεκριμένα, κατόπιν της θέσης σε ισχύ των απαιτήσεων για τον δείκτη μόχλευσης, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν τις εξελίξεις στο επιχειρηματικό μοντέλο και στο αντίστοιχο προφίλ κινδύνου, προκειμένου να διασφαλίζεται η επικαιροποιημένη και ορθή ταξινόμηση των ιδρυμάτων.

(97)

Οι δομές ορθής διακυβέρνησης, η διαφάνεια και η δημοσιοποίηση είναι αναγκαίες προκειμένου να υπάρχουν υγιείς πολιτικές αποδοχών. Προκειμένου να διασφαλισθεί η προσήκουσα διαφάνεια στην αγορά όσον αφορά τις δομές των αποδοχών τους και τους συναφείς κινδύνους, τα ιδρύματα θα πρέπει να δημοσιοποιούν αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τις πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που εφαρμόζουν καθώς και, για λόγους εμπιστευτικότητας, συνολικά ποσά για τους υπαλλήλους οι επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνων του ιδρύματος. Αυτές οι πληροφορίες θα πρέπει να διατίθενται σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Αυτές οι συγκεκριμένες απαιτήσεις θα πρέπει να ισχύουν με την επιφύλαξη γενικότερων απαιτήσεων δημοσιοποίησης όσον αφορά τις πολιτικές αποδοχών που ισχύουν οριζοντίως ανά τομείς. Επιπλέον, στα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα απαιτούν από τα ιδρύματα να διαθέτουν λεπτομερέστερες πληροφορίες όσον αφορά τις αποδοχές.

(98)

Η αναγνώριση ενός Οργανισμού Αξιολόγησης Πιστοληπτικής Ικανότητας ως Εξωτερικού Οργανισμού Πιστοληπτικών Αξιολογήσεων (ΕΟΠΑ) δεν θα πρέπει να δυσχεραίνει την είσοδο σε μια αγορά που κυριαρχείται ήδη από τρεις κύριες επιχειρήσεις. Η ΕΑΤ και οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ, χωρίς να κάνουν τη διαδικασία ευκολότερη ή λιγότερο απαιτητική, θα πρέπει να μεριμνήσουν για την αναγνώριση περισσότερων Οργανισμών Αξιολόγησης Πιστοληπτικής Ικανότητας ως ΕΟΠΑ, ώστε να ανοίξει η αγορά και για άλλες επιχειρήσεις.

(99)

Η οδηγία 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (16) και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (17) θα πρέπει να ισχύουν πλήρως για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

(100)

Τα ιδρύματα θα πρέπει να διατηρούν διαφοροποιημένο απόθεμα ασφαλείας ρευστών διαθεσίμων για την κάλυψη αναγκών ρευστότητας σε μια βραχυπρόθεσμη κρίση ρευστότητας. Καθώς δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουν εκ των προτέρων με βεβαιότητα ποια συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού σε κάθε κατηγορία στοιχείων ενεργητικού ενδέχεται να πληγούν εκ των υστέρων, ενδείκνυται η προώθηση ενός διαφοροποιημένου και υψηλής ποιότητας αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας, το οποίο θα αποτελείται από διαφορετικές κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού. Η συγκέντρωση στοιχείων ενεργητικού και η υπέρμετρη εμπιστοσύνη στη ρευστότητα της αγοράς δημιουργεί συστημικό κίνδυνο για τον χρηματοπιστωτικό τομέα και θα πρέπει να αποφεύγεται. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ένα ευρύ σύνολο ποιοτικών στοιχείων ενεργητικού κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου παρατήρησης, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για τη διαμόρφωση του ορισμού της απαίτησης για την κάλυψη κινδύνου ρευστότητας. Κατά τη διατύπωση ενός ομοιογενούς ορισμού για τα ρευστά διαθέσιμα, τουλάχιστον τα κρατικά ομόλογα και τα καλυμμένα ομόλογα που υπόκεινται σε διαπραγμάτευση σε διαφανείς αγορές με διαρκή κίνηση θα αναμενόταν να θεωρηθούν στοιχεία ενεργητικού εξαιρετικά υψηλής ρευστότητας και πιστωτικής ποιότητας. Θα ενδείκνυτο, επίσης, η συμπερίληψη των στοιχείων ενεργητικού του άρθρου 416 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως γ), στο απόθεμα ασφαλείας χωρίς περιορισμούς. Όταν τα ιδρύματα χρησιμοποιούν το απόθεμα ρευστότητας, θα πρέπει να εφαρμόζουν σχέδιο αποκατάστασης των ρευστών διαθεσίμων τους και οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν την επάρκεια του σχεδίου και την υλοποίησή του.

(101)

Το απόθεμα ρευστών διαθεσίμων θα πρέπει να είναι διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή προς εκπλήρωση των εκροών ρευστότητας. Το επίπεδο των αναγκών ρευστότητας σε μια βραχυπρόθεσμη κρίση ρευστότητας θα πρέπει να προσδιορίζεται με τυποποιημένο τρόπο ούτως ώστε να διασφαλίζεται ένα ενιαίο πρότυπο αξιοπιστίας και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού. Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι ο ανωτέρω τυποποιημένος προσδιορισμός δεν έχει αθέλητες επιπτώσεις στις χρηματαγορές, τη χορήγηση πιστώσεων και την οικονομική ανάπτυξη και ότι λαμβάνονται υπόψη διαφορετικά επιχειρηματικά και επενδυτικά μοντέλα και συνθήκες χρηματοδότησης των ιδρυμάτων σε ολόκληρη την Ένωση. Για αυτόν τον σκοπό, η απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας θα πρέπει να υπόκειται σε περίοδο παρατήρησης. Βάσει των παρατηρήσεων της ΕΑΤ και των σχετικών εκθέσεών της, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για την έγκαιρη καθιέρωση λεπτομερούς και εναρμονισμένης απαίτησης κάλυψης της ρευστότητας για την Ένωση. Προκειμένου να διασφαλιστεί παγκόσμια εναρμόνιση στον τομέα της ρύθμισης της ρευστότητας, κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για την εισαγωγή της απαίτησης κάλυψης της ρευστότητας θα πρέπει να είναι συγκρίσιμη με το δείκτη κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας όπως ορίζεται στο τελικό διεθνές πλαίσιο για τη μέτρηση, τα πρότυπα και την παρακολούθηση του κινδύνου ρευστότητας της BCBS, λαμβανομένων υπόψη των ενωσιακών και εθνικών ιδιομορφιών.

(102)

Προς αυτόν τον σκοπό, κατά τη διάρκεια της περιόδου παρατήρησης, η ΕΑΤ θα πρέπει να επανεξετάζει και να αξιολογεί, μεταξύ άλλων, την καταλληλότητα του κατώτατου ορίου του 60 % στα ρευστά διαθέσιμα επιπέδου 1, του ανώτατου ορίου 75 % εισροών προς εκροές και την προοδευτική εισαγωγή της απαίτησης για την κάλυψη κινδύνου ρευστότητας από 60 %, από την 1η Ιανουαρίου 2015, αυξανόμενης σταδιακά έως το 100 %. Κατά την αξιολόγηση και την υποβολή έκθεσης σχετικά με τους ενιαίους ορισμούς του αποθέματος ρευστών διαθέσιμων, η ΕΑΤ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον ορισμό των υψηλής ποιότητας ρευστών διαθέσιμων (HQLA) από την BCBS ως βάση της ανάλυσής της, συνεκτιμώντας τις ενωσιακές και εθνικές ιδιομορφίες. Ενώ ή ΕΑΤ θα πρέπει να εντοπίζει τα νομίσματα για τα οποία οι ανάγκες των θεσμικών οργάνων της ΕΕ σε ρευστά στοιχεία ενεργητικού υπερβαίνουν τη διαθεσιμότητα των εν λόγω στοιχείων σε αυτά τα νομίσματα, θα πρέπει επίσης να εξετάζει ετησίως εάν θα πρέπει να ισχύουν παρεκκλίσεις, περιλαμβανομένων αυτών που περιέχονται στον παρόντα κανονισμό. Επιπλέον, η ΕΑΤ θα πρέπει να εξετάζει ετησίως εάν η εφαρμογή από ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ένωση κάθε τέτοιας παρέκκλισης και εάν ήδη υπάρχουσα στον παρόντα κανονισμό παρέκκλιση θα πρέπει να συνοδεύεται από τυχόν πρόσθετους όρους ή εάν θα πρέπει να επανεξεταστούν οι υφιστάμενοι όροι. Η ΕΑΤ θα πρέπει να υποβάλει τα αποτελέσματα της ανάλυσής της σε ετήσια έκθεση προς την Επιτροπή.

(103)

Για την αύξηση της αποδοτικότητας και τη μείωση του διοικητικού φόρτου, η ΕΑΤ θα πρέπει να θεσπίσει ένα συνεκτικό πλαίσιο υποβολής αναφορών βάσει εναρμονισμένου συνόλου προτύπων περί απαιτήσεων ρευστότητας, το οποίο θα εφαρμόζεται σε ολόκληρη την Ένωση. Προς αυτόν τον σκοπό, η ΕΑΤ θα πρέπει να διαμορφώσει ενιαίους μορφότυπους υποβολής αναφορών και ενιαίες λύσεις πληροφορικής, που θα λαμβάνουν υπόψη τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Έως την ημερομηνία της πλήρους εφαρμογής των απαιτήσεων ρευστότητας, τα ιδρύματα θα πρέπει να εξακολουθούν να πληρούν τις εθνικές απαιτήσεις περί υποβολής αναφορών.

(104)

Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις αρχές χρησιμοποίησης του αποθέματος ρευστών στοιχείων ενεργητικού σε ακραίες καταστάσεις.

(105)

Δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι τα ιδρύματα θα λάβουν υποστήριξη ρευστότητας από άλλα ιδρύματα που ανήκουν στον ίδιο όμιλο όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων πληρωμής τους. Ωστόσο, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και εάν συμφωνούν όλες οι αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να άρουν την εφαρμογή της απαίτησης ρευστότητας για μεμονωμένα ιδρύματα και να επιβάλουν στα εν λόγω ιδρύματα απαίτηση σε ενοποιημένη βάση, για να τους δώσουν τη δυνατότητα να διαχειρισθούν τη ρευστότητά τους κεντρικά, σε επίπεδο ομίλου ή υποομίλου.

(106)

Υπ’ αυτό το πνεύμα, οσάκις δεν χορηγείται απαλλαγή, οι ροές ρευστότητας μεταξύ δύο ιδρυμάτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο και υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία θα πρέπει, όταν η απαίτηση ρευστότητας καταστεί δεσμευτικό μέτρο, να λαμβάνουν προνομιακά ποσοστά εισροών και εκροών μόνον στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται όλες οι απαραίτητες δικλείδες ασφαλείας. Αυτές οι προνομιακές μεταχειρίσεις θα πρέπει να ορίζονται επακριβώς και να συνδέονται με την ικανοποίηση αυστηρών και αντικειμενικών προϋποθέσεων. Η ειδική μεταχείριση που εφαρμόζεται σε συγκεκριμένη ροή εντός ομίλου θα πρέπει να βασίζεται σε μεθοδολογία που χρησιμοποιεί αντικειμενικά κριτήρια και παραμέτρους, προκειμένου να καθορίζονται συγκεκριμένα επίπεδα εισροών και εκροών μεταξύ του ιδρύματος και του αντισυμβαλλομένου. Βάσει των παρατηρήσεων της ΕΑΤ και της σχετικής έκθεσής της, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή, κατά περίπτωση και ως μέρος της κατ’ εξουσιοδότησης πράξης που εκδίδει σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό για την εξειδίκευση της απαίτησης για την κάλυψη κινδύνου ρευστότητας, να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον καθορισμό των εν λόγω ειδικών μεταχειρίσεων εντός ομίλου, της μεθοδολογίας και των αντικειμενικών κριτηρίων με τα οποία συνδέονται, καθώς και των λεπτομερειών των κοινών αποφάσεων για την αξιολόγηση αυτών των κριτηρίων.

(107)

Τα ομόλογα που εκδίδονται από τον Εθνικό Φορέα Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (National Asset Management Agency (NAMA)) στην Ιρλανδία έχουν ιδιαίτερη σημασία για την τραπεζική ανάκαμψη της χώρας και η έκδοσή τους έχει λάβει προηγούμενη έγκριση από τα κράτη μέλη, έχει δε εγκριθεί ως κρατική ενίσχυση από την Επιτροπή, ως μέτρο στήριξης για την απομάκρυνση των απομειωμένων περιουσιακών στοιχείων από τους ισολογισμούς ορισμένων πιστωτικών ιδρυμάτων. Η έκδοση τέτοιων ομολόγων, ένα μεταβατικό μέτρο με στήριξη της Επιτροπής και της ΕΚΤ, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της αναδιάρθρωσης του ιρλανδικού τραπεζικού συστήματος. Τα εν λόγω ομόλογα έχουν λάβει εγγυήσεις από την ιρλανδική κυβέρνηση και αποτελούν αποδεκτή εξασφάλιση για τις νομισματικές αρχές.Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει ειδικούς μηχανισμούς αποδοχής του προϋφιστάμενου καθεστώτος για τα μεταβιβάσιμα στοιχεία που εκδίδουν ή εγγυώνται φορείς με κρατική ενίσχυση εγκεκριμένη από την Ένωση, ως μέρος της κατ’ εξουσιοδότησης πράξης που εκδίδει σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό για την εξειδίκευση της απαίτησης για την κάλυψη κινδύνου ρευστότητας. Εν προκειμένω, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα ιδρύματα που υπολογίζουν τις απαιτήσεις για την κάλυψη κινδύνου ρευστότητας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να μπορούν να περιλαμβάνουν τα ομόλογα με εξοφλητική προτεραιότητα ΝΑΜΑ ως περιουσιακά στοιχεία εξαιρετικά υψηλής ρευστότητας και πιστωτικής ποιότητας έως τον Δεκέμβριο του 2019.

(108)

Ομοίως, τα ομόλογα που εκδίδονται από την Ισπανική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων είναι πολύ σημαντικά για την διάσωση των ισπανικών τραπεζών και αποτελούν μεταβατικό μέτρο στηριζόμενο από την Επιτροπή και την ΕΚΤ, ως αναπόσπαστο μέρος της αναδιάρθρωσης του ισπανικού τραπεζικού συστήματος. Καθώς η έκδοσή τους προβλέπεται στο Μνημόνιο Συνεργασίας για τις Προϋποθέσεις Άσκησης Πολιτικής στον Χρηματοπιστωτικό Τομέα, το οποίο υπεγράφη από την Επιτροπή και τις ισπανικές αρχές την 23η Ιουλίου 2012, και καθώς η μεταβίβαση στοιχείων προϋποθέτει την έγκριση της Επιτροπής ως μέτρο κρατικής ενίσχυσης που θεσπίζεται με σκοπό την απομάκρυνση των απομειωμένων περιουσιακών στοιχείων από τους ισολογισμούς ορισμένων πιστωτικών ιδρυμάτων και εφόσον εγγυάται για αυτά η ισπανική κυβέρνηση και αποτελούν αποδεκτή εξασφάλιση για τις νομισματικές αρχές. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει ειδικούς μηχανισμούς αποδοχής του προϋφιστάμενου καθεστώτος για τα κινητά στοιχεία που εκδίδουν ή εγγυώνται φορείς με κρατική ενίσχυση εγκεκριμένη από την Ένωση ως μέρος της κατ’ εξουσιοδότησης πράξης που εκδίδει σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό για την εξειδίκευση της απαίτησης για την κάλυψη κινδύνου ρευστότητας. Εν προκειμένω, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα ιδρύματα που υπολογίζουν τις απαιτήσεις για την κάλυψη κινδύνου ρευστότητας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να μπορούν να περιλαμβάνουν τα ομόλογα με εξοφλητική προτεραιότητα της Ισπανικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ως περιουσιακά στοιχεία εξαιρετικά υψηλής ρευστότητας και πιστωτικής ποιότητας τουλάχιστον έως τον Δεκέμβριο του 2023.

(109)

Βάσει των εκθέσεων που οφείλει να υποβάλλει η ΕΑΤ και κατά την κατάρτιση της πρότασης κατ’ εξουσιοδότηση πράξης περί απαιτήσεων ρευστότητας, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξετάσει εάν τα ομόλογα εξοφλητικής προτεραιότητας που εκδίδονται από νομικές οντότητες παρόμοιες με τη ΝΑΜΑ στην Ιρλανδία ή την Ισπανική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων, συσταθείσες για τον ίδιο σκοπό και πολύ σημαντικές για την τραπεζική διάσωση σε κάθε άλλο κράτος μέλος, θα πρέπει να χαίρουν τέτοιας μεταχείρισης, εφόσον εγγυάται για αυτά η κεντρική κυβέρνηση του οικείου κράτους μέλους και εφόσον αποτελούν αποδεκτή εξασφάλιση για τις νομισματικές αρχές.

(110)

Κατά τη διαμόρφωση σχεδίου ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό μεθόδων για τη μέτρηση πρόσθετων εκροών, η ΕΑΤ θα πρέπει να εξετάζει και την παρελθοντική τυποποιημένη προσέγγιση ως μέθοδο τέτοιας μέτρησης.

(111)

Εκκρεμούσας της εισαγωγής του συντελεστή καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) ως δεσμευτικού ελάχιστου προτύπου, τα ιδρύματα θα πρέπει να τηρούν γενική υποχρέωση χρηματοδότησης. Η γενική υποχρέωση χρηματοδότησης δεν θα πρέπει να συνιστά απαίτηση τήρησης δείκτη. Εάν, εκκρεμούσας της εισαγωγής του NSFR, εισαχθεί δείκτης σταθερής χρηματοδότησης ως ελάχιστο πρότυπο μέσω εθνικής διάταξης, τα ιδρύματα θα πρέπει να συμμορφώνονται αναλόγως προς το εν λόγω ελάχιστο πρότυπο.

(112)

Εκτός από τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες ρευστότητας, τα ιδρύματα θα πρέπει επίσης να θεσπίσουν δομές χρηματοδότησης σταθερές σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Τον Δεκέμβριο του 2010, η BCBS συμφώνησε ότι ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) θα μεταβεί σε ένα ελάχιστο πρότυπο έως την 1η Ιανουαρίου του 2018 και ότι η BCBS θα θεσπίσει αυστηρότερες διαδικασίες υποβολής στοιχείων για την παρακολούθηση του συντελεστή κατά τη μεταβατική περίοδο και θα εξακολουθήσει να εξετάζει τις επιπτώσεις των εν λόγω προτύπων στις χρηματαγορές, τη χορήγηση πιστώσεων και την οικονομική ανάπτυξη, αντιμετωπίζοντας τις ακούσιες συνέπειες κατά το δέον. Ούτως, η BCBS συμφώνησε ότι ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης θα υπόκειται σε περίοδο παρατήρησης και θα περιλαμβάνει ρήτρα επανεξέτασης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΑΤ θα πρέπει να εξετάσει τον τρόπο σχεδιασμού μιας απαίτησης σταθερής χρηματοδότησης βάσει της υποβολής στοιχείων που απαιτεί ο παρών κανονισμός. Βάσει της ανωτέρω αξιολόγησης, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο συνοδευόμενη από τυχόν κατάλληλες προτάσεις για τη θέσπιση της εν λόγω απαίτησης έως το 2018.

(113)

Αδυναμίες σε επίπεδο εταιρικής διακυβέρνησης σε σειρά ιδρυμάτων έχουν συμβάλει στην υπερβολική και αλόγιστη ανάληψη κινδύνων στον τραπεζικό τομέα, γεγονός που οδήγησε στη χρεοκοπία μεμονωμένων ιδρυμάτων και σε συστημικά προβλήματα.

(114)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η παρακολούθηση των πρακτικών εταιρικής διακυβέρνησης των ιδρυμάτων και να βελτιωθεί η πειθαρχία στην αγορά, τα ιδρύματα θα πρέπει να κοινοποιούν τις ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησής τους. Τα διοικητικά τους όργανα θα πρέπει να εγκρίνουν και να κοινοποιούν δήλωση που να καθησυχάζει το κοινό σχετικά με την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των ανωτέρω ρυθμίσεων.

(115)

Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η πολυμορφία των επιχειρηματικών μοντέλων των ιδρυμάτων στην εσωτερική αγορά, ορισμένες μακροπρόθεσμες διαρθρωτικές απαιτήσεις, όπως ο NSFR και ο δείκτης μόχλευσης, θα πρέπει να εξετασθούν διεξοδικά με στόχο την προώθηση μιας ποικιλίας υγιών τραπεζικών δομών που υπηρέτησαν και θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπηρετούν την οικονομία της Ένωσης.

(116)

Για τη συνεχή παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις είναι απαραίτητη μια δομή σταθερής χρηματοδότησης. Οι ροές μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης στα τραπεζογενή χρηματοπιστωτικά συστήματα πολλών κρατών μελών ενδέχεται κατά κανόνα να έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνες που απαντώνται σε άλλες διεθνείς αγορές. Επιπλέον, ενδέχεται να έχουν αναπτυχθεί στα κράτη μέλη ειδικές δομές χρηματοδότησης με στόχο την παροχή σταθερής χρηματοδότησης για μακροπρόθεσμες επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένων αποκεντρωμένων τραπεζικών δομών για τη διοχέτευση ρευστότητας ή ειδικευμένων ενυπόθηκων τίτλων που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών σε αγορές με υψηλή ρευστότητα ή αντιπροσωπεύουν ευπρόσδεκτη επένδυση για τους μακροπρόθεσμους επενδυτές. Οι εν λόγω διαρθρωτικοί παράγοντες θα πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά. Για τον σκοπό αυτό, όταν οριστικοποιηθούν τα διεθνή πρότυπα, είναι απαραίτητο η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ, βάσει της υποβολής εκθέσεων που απαιτεί ο παρών κανονισμός, να εξετάσουν τον τρόπο σχεδιασμού μιας απαίτησης σταθερής χρηματοδότησης που θα λαμβάνει πλήρως υπόψη την πολυμορφία των δομών χρηματοδότησης στην τραπεζική αγορά της Ένωσης.

(117)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η προοδευτική σύγκλιση μεταξύ του επιπέδου των ιδίων κεφαλαίων και των προληπτικών προσαρμογών που εφαρμόζονται για τον καθορισμό των ιδίων κεφαλαίων ανά την Ένωση και τον καθορισμό των ιδίων κεφαλαίων που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η εισαγωγή των απαιτήσεων περί ιδίων κεφαλαίων θα πρέπει να γίνεται σταδιακά. Είναι κρίσιμο να διασφαλιστεί ότι η εν λόγω σταδιακή εισαγωγή συνάδει με τις πρόσφατες βελτιώσεις που έγιναν στα κράτη μέλη όσον αφορά τα απαιτούμενα επίπεδα ιδίων κεφαλαίων και τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων που ισχύει στα κράτη μέλη. Για τον σκοπό αυτόν, κατά τη μεταβατική περίοδο οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να καθορίσουν εντός συγκεκριμένων κατώτατων και ανώτατων ορίων πόσο γρήγορα θα θεσπιστεί το απαιτούμενο επίπεδο ιδίων κεφαλαίων και προληπτικών προσαρμογών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(118)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η ομαλή μετάβαση από τις αποκλίνουσες προληπτικές προσαρμογές που εφαρμόζονται επί του παρόντος στα κράτη μέλη στο σύνολο των προληπτικών προσαρμογών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου να απαιτούν διαρκώς από τα ιδρύματα, σε περιορισμένο βαθμό, να προβούν σε προληπτικές προσαρμογές των ιδίων κεφαλαίων κατά παρέκκλιση από τον παρόντα κανονισμό.

(119)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα θα έχουν αρκετό χρόνο για να ικανοποιήσουν τα νέα απαιτούμενα επίπεδα και τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων, ορισμένα κεφαλαιακά μέσα που δεν συμμορφώνονται με τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων που περιλαμβάνεται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να εξαλειφθούν σταδιακά μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2013 και της 31ης Δεκεμβρίου 2021. Επιπλέον, ορισμένα μέσα εισφοράς κεφαλαίου από το κράτος θα πρέπει να αναγνωρίζονται πλήρως στα ίδια κεφάλαια για περιορισμένη περίοδο. Επιπλέον, υπό ορισμένες συνθήκες, η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά στοιχεία αποδεκτά ως ίδια κεφάλαια δυνάμει των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 2006/48/ΕΚ στην εθνική νομοθεσία θα πρέπει να θεωρείται αποδεκτή για συμπερίληψη στα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

(120)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η προοδευτική σύγκλιση προς ομοιογενείς κανόνες δημοσιοποίησης από τα ιδρύματα ώστε να παρέχονται στους συμμετέχοντες στην αγορά ακριβείς και λεπτομερείς πληροφορίες όσον αφορά το προφίλ κινδύνου κάθε ιδρύματος, οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης θα πρέπει να επιβληθούν σταδιακά.

(121)

Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις και οι εμπειρίες από την αγορά στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να κληθεί να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκθέσεις, σε συνδυασμό με νομοθετικές προτάσεις, κατά περίπτωση, σχετικά με την πιθανή επίδραση των κεφαλαιακών απαιτήσεων στον οικονομικό κύκλο των ελάχιστων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματα υπό μορφή καλυμμένων ομολόγων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις απαιτήσεις ρευστότητας, τη μόχλευση, τα ανοίγματα σε μεταφερόμενο πιστωτικό κίνδυνο, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και τη μέθοδο αρχικού ανοίγματος, τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής, τον ορισμό του επιλέξιμου κεφαλαίου και το επίπεδο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(122)

Πρωταρχικός στόχος του νομικού πλαισίου για τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να είναι η διασφάλιση της λειτουργίας ζωτικών υπηρεσιών προς την πραγματική οικονομία, περιορίζοντας παράλληλα την πιθανότητα επέλευσης ηθικού κινδύνου. Ο διαρθρωτικός διαχωρισμός τραπεζικών δραστηριοτήτων λιανικής και επενδύσεων εντός ενός τραπεζικού ομίλου θα μπορούσε να είναι ένα από τα βασικά εργαλεία προς αυτόν τον στόχο. Συνεπώς, καμία διάταξη του παρόντος ρυθμιστικού πλαισίου δεν θα πρέπει να εμποδίζει τη θέσπιση μέτρων για την υλοποίηση αυτού του διαχωρισμού. Θα πρέπει να ζητηθεί από την Επιτροπή να αναλύσει το ζήτημα του διαρθρωτικού διαχωρισμού στην Ένωση και να υποβάλει έκθεση συνοδευόμενη, όπου απαιτείται, από νομοθετικές προτάσεις, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(123)

Ομοίως, προκειμένου να προστατευτούν οι καταθέτες και να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν διαρθρωτικά μέτρα δυνάμει των οποίων τα πιστωτικά ιδρύματα που διαθέτουν άδεια λειτουργίας στο οικείο κράτος μέλος υποχρεούνται να μειώσουν τα ανοίγματά τους προς διαφορετικές νομικές οντότητες ανάλογα με τις δραστηριότητές τους και ανεξαρτήτως του τόπου διεκπεραίωσης των δραστηριοτήτων αυτών. Εντούτοις, επειδή τέτοια μέτρα θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις κατατμίζοντας την εσωτερική αγορά, θα πρέπει να εγκρίνονται μόνο όταν υπόκεινται σε αυστηρούς όρους, εκκρεμούσας της θέσης σε ισχύ μελλοντικής νομικής πράξης με την οποία τα εν λόγω μέτρα εναρμονίζονται ρητώς.

(124)

Για να προσδιοριστούν οι απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τις τεχνικές προσαρμογές του παρόντος Κανονισμού, ώστε να αποσαφηνιστούν ορισμοί που θα διασφαλίζουν την ενιαία εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ή να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, να ευθυγραμμιστούν η ορολογία και οι ορισμοί των πλαισίων σύμφωνα με μεταγενέστερες σχετικές πράξεις, να προσαρμοσθούν οι περί ιδίων κεφαλαίων διατάξεις του παρόντος κανονισμού ώστε να αντικατοπτρίζονται οι εξελίξεις στα λογιστικά πρότυπα ή στο ενωσιακό δίκαιο, ή όσον αφορά τη σύγκλιση των μεθόδων εποπτείας, να διευρυνθούν οι κατάλογοι των κατηγοριών ανοίγματος για τους σκοπούς της τυποποιημένης προσέγγισης ή της προσέγγισης ΠΕΔ προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, να αναπροσαρμοσθούν ορισμένα ποσά σχετικά με αυτές τις κατηγορίες ανοίγματος ώστε να συνυπολογίζονται οι επιπτώσεις του πληθωρισμού, να αναπροσαρμοσθούν ο κατάλογος και η κατάταξη των εκτός ισολογισμού στοιχείων και να αναπροσαρμοσθούν συγκεκριμένες διατάξεις και τεχνικά κριτήρια σχετικά με την αντιμετώπιση του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, την τυποποιημένη προσέγγιση και την προσέγγιση ΠΕΔ, τον μετριασμό του πιστωτικού κινδύνου, την τιτλοποίηση, τον λειτουργικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς, τη ρευστότητα, τη μόχλευση και τη δημοσιοποίηση, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές ή στα λογιστικά πρότυπα ή στο ενωσιακό δίκαιο ή σχετικά με τη σύγκλιση των μεθόδων εποπτείας και της μέτρησης κινδύνου, και για να συνεκτιμηθεί το αποτέλεσμα της επανεξέτασης διαφόρων θεμάτων σχετικών με το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/39/ΕΚ.

(125)

Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, προκειμένου να ορίσει προσωρινή μείωση του επιπέδου ιδίων κεφαλαίων ή των συντελεστών στάθμισης κινδύνου που προβλέπει ο παρών κανονισμός με απώτερο σκοπό να συνεκτιμήσει τις ειδικές συνθήκες, να διευκρινίσει την εξαίρεση ορισμένων ανοιγμάτων από την εφαρμογή των περί μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, να προσδιορίσει τα ποσά που σχετίζονται με τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ώστε να συνεκτιμώνται οι εξελίξεις στον οικονομικό και νομισματικό τομέα, να προσαρμόσει τις κατηγορίες επιχειρήσεων επενδύσεων που είναι επιλέξιμες για ορισμένες παρεκκλίσεις από τα απαιτούμενα επίπεδα ιδίων κεφαλαίων, ώστε να συνεκτιμώνται οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, να διευκρινίσει την απαίτηση να έχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων ίδια κεφάλαια ίσα προς το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων τους κατά το προηγούμενο έτος προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, να προσδιορίζει τα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων από τα οποία θα πρέπει να αφαιρούνται οι συμμετοχές ενός ιδρύματος στα μέσα σχετικών οντοτήτων και να θεσπίσει πρόσθετες μεταβατικές διατάξεις σχετικά με την αντιμετώπιση των αναλογιστικών κερδών και ζημιών κατά τη μέτρηση των υποχρεώσεων για προκαθορισμένες συνταξιοδοτικές παροχές των ιδρυμάτων. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις, και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της. Η Επιτροπή, όταν ετοιμάζει και συντάσσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(126)

Σύμφωνα με τη δήλωση αριθ. 39 που αφορά το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή θα πρέπει να διαβουλεύεται διαρκώς με εμπειρογνώμονες που ορίζονται από τα κράτη μέλη κατά την προετοιμασία των σχεδίων πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της.

(127)

Τεχνικά πρότυπα για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες θα πρέπει να διασφαλίζουν εναρμόνιση, ομοιογενείς συνθήκες και επαρκή προστασία των καταθετών, των επενδυτών και των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση. Καθώς πρόκειται για φορέα με πολύ εξειδικευμένη τεχνογνωσία, ενδείκνυται η ανάθεση στην ΕΑΤ της επεξεργασίας σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων άνευ επιλογών πολιτικής, προς υποβολή στην Επιτροπή. Η ΕΑΤ θα πρέπει να εξασφαλίζει αποτελεσματικές διοικητικές διαδικασίες και διαδικασίες υποβολής εκθέσεων κατά την εκπόνηση τεχνικών προτύπων. Οι μορφότυποι υποβολής εκθέσεων είναι ανάλογοι με τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων.

(128)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει σχέδια των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ΕΑΤ στους τομείς των αλληλασφαλιστικών ενώσεων, των συνεταιριστικών εταιρειών, των ταμιευτηρίων ή παρόμοιων ιδρυμάτων, ορισμένων μέσων ιδίων κεφαλαίων, προληπτικών προσαρμογών, ποσών που αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια, πρόσθετων μέσων ιδίων κεφαλαίων, συμφερόντων μειοψηφίας, επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών, της αντιμετώπισης της προσαρμογής πιστωτικού κινδύνου, της πιθανότητας αθέτησης, της ζημίας σε περίπτωση αθέτησης, των προσεγγίσεων στάθμισης κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού, της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών, της ρευστότητας και των μεταβατικών ρυθμίσεων για ίδια κεφάλαια, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων κατά το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις, και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της. Η Επιτροπή και η ΕΑΤ θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω πρότυπα και απαιτήσεις μπορούν να εφαρμόζονται από το σύνολο των σχετικών ιδρυμάτων κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των ιδρυμάτων αυτών και των δραστηριοτήτων τους.

(129)

Η εφαρμογή ορισμένων κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, όπως σχετικά με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αφορά την απαίτηση για την κάλυψη κινδύνου ρευστότητας, ενδέχεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στα εποπτευόμενα ιδρύματα και την πραγματική οικονομία. Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο είναι πάντα πλήρως ενημερωμένα όσον αφορά τις σχετικές εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο και τις τρέχουσες απόψεις της Επιτροπής αρκετά πριν από τη δημοσίευση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(130)

Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί να θεσπίζει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζονται από την ΕΑΤ σχετικά με την ενοποίηση, τις κοινές αποφάσεις, την υποβολή εκθέσεων, τη δημοσιοποίηση, τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων, την αξιολόγηση κινδύνων, τις προσεγγίσεις στάθμισης κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού, τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τον προσδιορισμό ορισμένων ανοιγμάτων, την αντιμετώπιση των δικαιωμάτων προαίρεσης και των πιστοποιητικών επιλογής, των θέσεων σε μέσα μετοχικού κεφαλαίου και σε συνάλλαγμα, τη χρήση των εσωτερικών υποδειγμάτων, τη μόχλευση και τα εκτός ισολογισμού στοιχεία μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(131)

Δεδομένων των λεπτομερειακών χαρακτηριστικών και του αριθμού των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που πρόκειται να θεσπιστούν δυνάμει του παρόντος κανονισμού, όταν η Επιτροπή εγκρίνει ένα ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο παρόμοιο με σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που έχει υποβάλει η ΕΑΤ, η προθεσμία μέσα στην οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δύνανται να εναντιωθούν σε ένα ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο θα πρέπει, κατά περίπτωση, να παραταθεί κατά έναν ακόμα μήνα. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να αποβλέπει στην εν ευθέτω χρόνω έγκριση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να μπορούν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να διενεργήσουν πλήρη έλεγχο, λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο και την πολυπλοκότητα των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και τα λεπτομερειακά χαρακτηριστικά του εσωτερικού κανονισμού, το χρονοδιάγραμμα των εργασιών και τη σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

(132)

Προκειμένου να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο διαφάνειας, η ΕΑΤ θα πρέπει να ξεκινήσει διαβουλεύσεις με θέμα το σχέδιο τεχνικών προτύπων που αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό. Η ΕΑΤ και η Επιτροπή θα πρέπει να ξεκινήσουν το ταχύτερο δυνατόν την προετοιμασία των εκθέσεών τους σχετικά με τις απαιτήσεις ρευστότητας και τη μόχλευση, όπως προβλέπει ο παρών κανονισμός.

(133)

Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ενδείκνυται να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (18).

(134)

Σύμφωνα με το άρθρο 345 ΣΛΕΕ, που ορίζει ότι οι Συνθήκες δεν προδικάζουν με κανένα τρόπο τους κανόνες που διέπουν το καθεστώς ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη, ο παρών κανονισμού δεν ευνοεί ούτε εισάγει διακρίσεις κατά τύπων ιδιοκτησίας που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του.

(135)

Ζητήθηκε η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001, ο οποίος διατύπωσε γνώμη (19).

(136)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίους κανόνες που αφορούν τις γενικές προληπτικές απαιτήσεις προς τους οποίους οφείλουν να συμμορφώνονται τα ιδρύματα που εποπτεύονται δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε σχέση με τα κατωτέρω στοιχεία:

α)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν πλήρως ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία πιστωτικού κινδύνου, κινδύνου αγοράς, λειτουργικού κινδύνου και κινδύνου διακανονισμού,

β)

απαιτήσεις περιορισμού των μεγάλων ανοιγμάτων,

γ)

μετά τη θέση σε ισχύ της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 460, απαιτήσεις ρευστότητας που αφορούν πλήρως ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία κινδύνου ρευστότητας,

δ)

απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων σχετικά με τα στοιχεία α), β) και γ) και με τη μόχλευση,

ε)

απαιτήσεις δημοσιοποίησης.

Ο παρών κανονισμός δεν διέπει τις απαιτήσεις δημοσίευσης για τις αρμόδιες αρχές στον τομέα των προληπτικών κανονιστικών διατάξεων και εποπτείας των ιδρυμάτων όπως ορίζεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ.

Άρθρο 2

Εποπτικές εξουσίες

Για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, οι αρμόδιες αρχές έχουν τις εξουσίες και ακολουθούν τις διαδικασίες που ορίζονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ.

Άρθρο 3

Εφαρμογή αυστηρότερων απαιτήσεων από τα ιδρύματα

Ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει τα ιδρύματα να διατηρούν ίδια κεφάλαια και συνιστώσες τους που υπερβαίνουν αυτά που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό ή να εφαρμόζουν μέτρα αυστηρότερα από τα προβλεπόμενα στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 4

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

ως «πιστωτικό ίδρυμα» νοείται η επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στην αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό,

2)

ως «επιχείρηση επενδύσεων» νοείται το πρόσωπο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, το οποίο υπόκειται στις απαιτήσεις που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία, εκτός από:

α)

τα πιστωτικά ιδρύματα,

β)

τις τοπικές επιχειρήσεις,

γ)

τις εταιρείες που δεν είναι αδειοδοτημένες να παρέχουν την παρεπόμενη υπηρεσία που αναφέρεται στο παράρτημα Ι τμήμα B σημείο (1) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, οι οποίες παρέχουν μόνο μία ή περισσότερες από τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία (1), (2), (4) και (5) της εν λόγω οδηγίας και οι οποίες δεν επιτρέπεται να κρατούν χρήματα ή τίτλους που ανήκουν στους πελάτες τους και οι οποίες, για αυτόν τον λόγο, δεν μπορούν σε καμία χρονική στιγμή να εμφανίζουν οφειλές έναντι αυτών των πελατών,

3)

ως «ίδρυμα» νοείται πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων,

4)

ως «τοπική επιχείρηση» νοείται η επιχείρηση η οποία πραγματοποιεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε αγορές χρηματοπιστωτικών συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης ή δικαιωμάτων προαίρεσης ή άλλων παράγωγων μέσων και σε αγορές μετρητών με αποκλειστικό σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων σε αγορές παράγωγων μέσων ή η οποία πραγματοποιεί συναλλαγές για λογαριασμό άλλων μελών των εν λόγω αγορών και καλύπτεται από την εγγύηση εκκαθαριστικών μελών των ίδιων αγορών, όπου η ευθύνη για την εξασφάλιση της εκτέλεσης των συμβάσεων τέτοιων επιχειρήσεων αναλαμβάνεται από εκκαθαριστικά μέλη των ίδιων αγορών,

5)

ως «ασφαλιστική επιχείρηση» νοείται η ασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (20),

6)

ως «αντασφαλιστική επιχείρηση» νοείται η αντασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 4) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

7)

ως «οργανισμός συλλογικών επενδύσεων» ή «ΟΣΕ» νοείται ένας ΟΣΕΚΑ όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (21), περιλαμβανομένων, εκτός εάν άλλως προβλέπεται, οντοτήτων τρίτων χωρών οι οποίες εκτελούν παρόμοιες δραστηριότητες, που υπόκεινται σε εποπτεία σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο ή το δίκαιο τρίτης χώρας που εφαρμόζει εποπτικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στην Ένωση, ένας ΟΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (22) ή ένας εκτός ΕΕ ΟΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο αα) της εν λόγω οδηγίας,

8)

ως «οντότητα του δημόσιου τομέα» νοείται διοικητικός μη εμπορικός οργανισμός υπεύθυνος έναντι κεντρικών κυβερνήσεων, περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών ή έναντι αρχών που ασκούν τα ίδια καθήκοντα με τις περιφερειακές κυβερνήσεις και τις τοπικές αρχές, ή μη εμπορική επιχείρηση που ανήκει ή έχει ιδρυθεί και τελεί υπό την αιγίδα κεντρικών κυβερνήσεων, περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών και που έχει ειδικές εγγυητικές ρυθμίσεις, και μπορεί να περιλαμβάνει αυτοδιοικούμενους φορείς, η λειτουργία των οποίων διέπεται από νόμο και οι οποίοι βρίσκονται υπό δημόσια εποπτεία,

9)

ως «διοικητικό όργανο» νοείται το διοικητικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 7) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

10)

ως «ανώτερα διοικητικά στελέχη» νοούνται τα ανώτερα διοικητικά στελέχη όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 9) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

11)

ως «συστημικός κίνδυνος» νοείται ο συστημικός κίνδυνος όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 10) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

12)

ως «κίνδυνος του υποδείγματος» νοείται ο κίνδυνος του υποδείγματος όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 11) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

13)

ως «μεταβιβάζουσα οντότητα» νοείται οντότητα η οποία:

α)

η ίδια ή μέσω συγγενικών οντοτήτων, άμεσα ή έμμεσα, συμμετείχε στην αρχική συμφωνία με την οποία δημιουργήθηκαν οι υποχρεώσεις ή οι δυνητικές υποχρεώσεις του χρεώστη ή του δυνητικού χρεώστη, οι οποίες οδηγούν στο υπό τιτλοποίηση άνοιγμα, ή

β)

αγοράζει τα ανοίγματα τρίτου για λογαριασμό της ίδιας και, κατόπιν, τα τιτλοποιεί,

14)

ως «ανάδοχο» νοείται ένα ίδρυμα διαφορετικό από το μεταβιβάζον ίδρυμα, το οποίο καταρτίζει και διαχειρίζεται ένα πρόγραμμα έκδοσης εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού ή άλλο πρόγραμμα τιτλοποίησης που αγοράζει ανοίγματα από τρίτες οντότητες,

15)

ως «μητρική επιχείρηση» νοείται:

α)

η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ,

β)

για τους σκοπούς του τμήματος ΙΙ των κεφαλαίων 3 και 4 των τίτλων VΙΙ και VIII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, καθώς και του μέρους V του παρόντος κανονισμού, η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ και κάθε επιχείρηση η οποία ασκεί πράγματι δεσπόζουσα επιρροή επί άλλης επιχείρησης,

16)

ως «θυγατρική» νοείται:

α)

η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ,

β)

η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ και κάθε επιχείρηση επί της οποίας η μητρική επιχείρηση ασκεί πράγματι δεσπόζουσα επιρροή.

Οι θυγατρικές θυγατρικών θεωρούνται επίσης θυγατρικές της επιχείρησης που είναι η αρχική τους μητρική επιχείρηση,

17)

ως «υποκατάστημα» νοείται ο τόπος επιχείρησης νομικώς εξαρτώμενης από ίδρυμα, η οποία διενεργεί άμεσα, όλες ή ορισμένες από τις συναλλαγές που εντάσσονται στις δραστηριότητες των ιδρυμάτων,

18)

ως «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών» νοείται η επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση περιουσίας, στη διαχείριση υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων ή σε παρεμφερή δραστηριότητα επικουρικής φύσης ως προς την κύρια δραστηριότητα ενός ή περισσότερων ιδρυμάτων,

19)

ως «εταιρεία διαχείρισης» νοείται η εταιρεία διαχείρισης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 5) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και ο ΔΟΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, περιλαμβανομένων, εάν δεν προβλέπεται άλλως, οντοτήτων τρίτων χωρών που διεξάγουν παρόμοιες δραστηριότητες και υπόκεινται στο δίκαιο τρίτης χώρας που εφαρμόζει προληπτικές εποπτικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που εφαρμόζονται στην Ένωση,

20)

ως «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» νοείται ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα οι θυγατρικές του οποίου είναι, αποκλειστικώς ή κυρίως, ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ενώ μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές αυτές επιχειρήσεις είναι ίδρυμα, και δεν είναι μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών,

21)

ως «μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» νοείται η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ,

22)

ως «μικτή εταιρεία συμμετοχών» νοείται η μητρική εταιρεία η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή ίδρυμα ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και μεταξύ των θυγατρικών της οποίας περιλαμβάνεται ένα τουλάχιστον ίδρυμα,

23)

ως «ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» νοείται η ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 3) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

24)

ως «αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» νοείται η αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 6) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

25)

ως «αναγνωρισμένη επιχείρηση επενδύσεων τρίτων χωρών» νοείται η επιχείρηση η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

εάν ήταν εγκατεστημένη εντός της Ένωσης, θα καλυπτόταν από τον ορισμό της επιχείρησης επενδύσεων,

β)

έχει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα,

γ)

υπόκειται σε και οφείλει να τηρεί κανόνες προληπτικής εποπτείας που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ως τουλάχιστον εξίσου αυστηροί με τους κανόνες που θεσπίζει ο παρών κανονισμός ή η οδηγία 2013/36/ΕΕ,

26)

ως «χρηματοδοτικό ίδρυμα» νοείται μια επιχείρηση πλην ιδρύματος, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 2 έως 12 και στο σημείο 15 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, περιλαμβανομένων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, των ιδρυμάτων πληρωμών κατά την έννοια της οδηγίας 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά (23) και των εταιρειών διαχείρισης, αλλά αποκλειομένων των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας όπως ορίζονται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

27)

ως «οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα» νοείται οποιοσδήποτε από τους κατωτέρω φορείς:

α)

ίδρυμα,

β)

χρηματοδοτικό ίδρυμα,

γ)

επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που περιλαμβάνεται στην ενοποιημένη χρηματοοικονομική κατάσταση ενός ιδρύματος,

δ)

ασφαλιστική επιχείρηση,

ε)

ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας,

στ)

αντασφαλιστική επιχείρηση,

ζ)

αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας,

η)

ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου,

θ)

μικτή εταιρεία συμμετοχών,

ι)

ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

ια)

επιχείρηση που εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας,

ιβ)

επιχείρηση τρίτης χώρας με κύρια δραστηριότητα συγκρίσιμη με οποιαδήποτε από τις οντότητες των στοιχείων α) έως ια),

28)

ως «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος» νοείται το ίδρυμα εντός κράτους μέλους το οποίο διαθέτει θυγατρικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή το οποίο κατέχει συμμετοχή σε τέτοιο ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα και το οποίο δεν αποτελεί το ίδιο θυγατρική άλλου ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος,

29)

ως «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ» νοείται το μητρικό ίδρυμα εντός κράτους μέλους, το οποίο δεν αποτελεί θυγατρική άλλου ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος,

30)

ως «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» νοείται μια χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών η οποία δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος,

31)

ως «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» νοείται η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εντός κράτους μέλους η οποία δεν αποτελεί θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος,

32)

ως «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» νοείται μια μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών η οποία δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος, ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος,

33)

ως «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» νοείται η μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εντός κράτους μέλους η οποία δεν αποτελεί θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος,

34)

ως «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» ή «CCP» νοείται ο CCP όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012,

35)

ως «συμμετοχή» νοείται η συμμετοχή κατά την έννοια της πρώτης πρότασης του άρθρου 17 της τέταρτης οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών (24), ή η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης·

36)

ως «ειδική συμμετοχή» νοείται η άμεση ή έμμεση κατοχή κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης ή που καθιστά δυνατή την άσκηση ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης αυτής,

37)

ως «έλεγχος» νοείται η σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, ως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή τα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται ίδρυμα δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1606/2002 ή παρεμφερής σχέση μεταξύ κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης,

38)

ως «στενοί δεσμοί» νοείται η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους με έναν από τους κάτωθι τρόπους:

α)

συμμετοχή υπό μορφή ιδιοκτησίας, άμεσης ή μέσω ελέγχου, του 20 % ή ανώτερου ποσοστού των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης,

β)

έλεγχος,

γ)

η κατάσταση κατά την οποία αμφότερα ή όλα τα πρόσωπα αυτά συνδέονται σταθερά με το αυτό τρίτο πρόσωπο μέσω ελέγχου,

39)

ως «ομάδα συνδεδεμένων πελατών» νοείται ένα εκ των εξής:

α)

δύο ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, τα οποία, πλην αντιθέτου αποδείξεως, συνιστούν ενιαίο κίνδυνο, διότι το ένα ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, το άλλο ή τα άλλα,

β)

δύο ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει σχέση ελέγχου κατά την έννοια του στοιχείου α), αλλά τα οποία θεωρούνται ως αποτελούντα έναν ενιαίο κίνδυνο διότι συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο που, εάν ένα από αυτά αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικά προβλήματα, και ιδίως δυσκολίες χρηματοδότησης ή αποπληρωμής, το άλλο ή όλα τα άλλα πιθανόν να αντιμετωπίσουν επίσης δυσκολίες χρηματοδότησης ή αποπληρωμής.

Κατά παρέκκλιση των στοιχείων α) και β), σε περίπτωση που μια κεντρική κυβέρνηση ελέγχει άμεσα ή διασυνδέεται άμεσα με περισσότερα από ένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, το σύνολο που αποτελείται από την κεντρική κυβέρνηση και όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτή σύμφωνα με το στοιχείο α) ή διασυνδέονται με αυτή σύμφωνα με το στοιχείο β) μπορεί να θεωρείται ότι δε συνιστά ομάδα συνδεδεμένων πελατών. Αντιθέτως, η ύπαρξη ομάδας συνδεδεμένων πελατών που σχηματίζεται από την κεντρική κυβέρνηση και λοιπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορεί να αξιολογηθεί χωριστά για κάθε ένα από τα πρόσωπα που ελέγχονται άμεσα από αυτή σύμφωνα με το στοιχείο α) ή διασυνδέονται άμεσα με αυτή σύμφωνα με το στοιχείο β) και για το σύνολο των φυσικών και νομικών προσώπων που ελέγχονται από το εν λόγω πρόσωπο σύμφωνα με το στοιχείο α) ή διασυνδέονται με το εν λόγω πρόσωπο σύμφωνα με το στοιχείο β), συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής κυβέρνησης. Το ίδιο ισχύει και σε περιπτώσεις περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 115 παράγραφος 2,

40)

ως «αρμόδια αρχή» νοείται η δημόσια αρχή ή το όργανο που έχουν επίσημα αναγνωριστεί από το εθνικό δίκαιο και έχουν εξουσιοδοτηθεί βάσει του εθνικού δικαίου να εποπτεύουν ιδρύματα ως υπαγόμενα στο σύστημα εποπτείας που εφαρμόζεται στο οικείο κράτος μέλος,

41)

ως «αρχή ενοποιημένης εποπτείας» νοείται η αρχή που είναι αρμόδια για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση των μητρικών ιδρυμάτων που είναι εγκατεστημένα στην ΕΕ και των ιδρυμάτων που ελέγχονται από μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ ή μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ,

42)

ως «άδεια λειτουργίας» νοείται μια πράξη, οποιασδήποτε μορφής, των αρχών, από την οποία απορρέει το δικαίωμα άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας,

43)

ως «κράτος μέλος προέλευσης» νοείται το κράτος μέλος όπου έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας σε ίδρυμα,

44)

ως «κράτος μέλος υποδοχής» νοείται το κράτος μέλος όπου ίδρυμα έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες,

45)

ως «κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ» νοούνται οι εθνικές κεντρικές τράπεζες που είναι μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ),

46)

ως «κεντρικές τράπεζες» νοούνται οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες τρίτων χωρών,

47)

ως «ενοποιημένη κατάσταση» νοείται η κατάσταση που προκύπτει από την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλο ΙΙ κεφάλαιο 2 σε ένα ίδρυμα, ως εάν το εν λόγω ίδρυμα αποτελούσε ένα ενιαίο ίδρυμα από κοινού με μία ή περισσότερες άλλες οντότητες,

48)

ως «ενοποιημένη βάση» νοείται η βάση της ενοποιημένης κατάστασης,

49)

«υποενοποιημένη βάση» σημαίνει βάσει της ενοποιημένης κατάστασης μητρικού ιδρύματος, μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που δεν περιλαμβάνει υποομάδα οντοτήτων ή βάσει της ενοποιημένης κατάστασης μητρικού ιδρύματος, μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μητρικής μικτης χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που δεν είναι το τελικό μητρικό ίδρυμα, η τελική μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η τελική μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών,

50)

ως «χρηματοοικονομικό μέσο» νοείται οποιοδήποτε από τα κατωτέρω στοιχεία:

α)

η σύμβαση από την οποία προκύπτει ένα χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού για το ένα συμβαλλόμενο μέρος και ένα χρηματοπιστωτικό στοιχείο παθητικού ή ιδίου κεφαλαίου για το έτερο συμβαλλόμενο μέρος,

β)

μέσο που ορίζεται στο παράρτημα Ι τμήμα Γ της οδηγίας 2004/39/ΕΚ,

γ)

ένα παράγωγο χρηματοοικονομικό μέσο,

δ)

ένα πρωτογενές χρηματοοικονομικό μέσο,

ε)

ένα μέσο σε μετρητά.

Τα μέσα που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) είναι χρηματοοικονομικά μέσα μόνο εάν η αξία τους προκύπτει από την τιμή υποκείμενου χρηματοοικονομικά μέσου ή από την τιμή άλλου υποκείμενου στοιχείου, ποσοστού ή δείκτη,

51)

ως «αρχικό κεφάλαιο» νοούνται το ποσό και τα είδη των ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο άρθρο 12 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ για τα πιστωτικά ιδρύματα και στον τίτλο IV της εν λόγω οδηγίας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων,

52)

ως «λειτουργικός κίνδυνος» νοείται ο κίνδυνος ζημιών οφειλόμενων στην ανεπάρκεια ή την αποτυχία εσωτερικών διαδικασιών, ατόμων και συστημάτων ή σε εξωτερικά γεγονότα και περιλαμβάνει τον νομικό κίνδυνο,

53)

ως «κίνδυνος απομείωσης της αξίας εισπρακτέων» νοείται ο κίνδυνος ότι ένα εισπρακτέο ποσό θα μειωθεί με πίστωση μετρητών ή άλλου είδους προς τον οφειλέτη,

54)

ως «πιθανότητα αθέτησης υποχρέωσης» ή «PD» νοείται η πιθανότητα αθέτησης ενός αντισυμβαλλομένου σε περίοδο ενός έτους,

55)

ως «ζημία λόγω αθέτησης» ή «LGD» νοείται ο λόγος της ζημίας από άνοιγμα εξαιτίας της αθέτησης υποχρεώσεων εκ μέρους ενός αντισυμβαλλομένου προς το ποσό που είναι ανεξόφλητο κατά τον χρόνο της αθέτησης,

56)

ως «συντελεστής μετατροπής» νοείται ο λόγος του μη αναληφθέντος μέρους μιας πιστοδότησης, το οποίο θα μπορούσε να αναληφθεί και το οποίο, ως εκ τούτου, θα ήταν ανεξόφλητο σε περίπτωση αθέτησης, προς το επί του παρόντος μη αναληφθέν μέρος της πιστοδότησης αυτής, όπου η έκταση της πιστοδότησης καθορίζεται από το εγκεκριμένο όριο, εκτός αν το μη εγκεκριμένο όριο είναι μεγαλύτερο,

57)

ως «τεχνική μείωσης πιστωτικού κινδύνου» νοείται η μέθοδος που εφαρμόζει ένα ίδρυμα προκειμένου να μειωθεί ο πιστωτικός κίνδυνος που συνδέεται με ένα ή περισσότερα ανοίγματα που εξακολουθεί να διατηρεί το εν λόγω ίδρυμα,

58)

ως «χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία» νοείται η τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου όταν η μείωση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοδοτικού ανοίγματος ενός ιδρύματος απορρέει από το δικαίωμα του εν λόγω ιδρύματος – σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης του αντισυμβαλλομένου ή επέλευσης άλλων συγκεκριμένων πιστωτικών συμβάντων που έχουν σχέση με τον αντισυμβαλλόμενο – να προβεί στη ρευστοποίηση ή να επιτύχει τη μεταβίβαση ή την κατάσχεση ή την παρακράτηση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων ή ποσών, ή να μειώσει το ποσό του ανοίγματος ή να το αντικαταστήσει με το ποσό της διαφοράς μεταξύ του ύψους του ανοίγματος και του ύψους μιας υποχρέωσης του ιδρύματος,

59)

ως «μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία» νοείται η τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου όπου η μείωση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοδοτικού ανοίγματος ενός ιδρύματος απορρέει από την υποχρέωση τρίτου να καταβάλει ένα ποσό σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων του δανειολήπτη ή από την επέλευση άλλων συγκεκριμένων πιστωτικών συμβάντων,

60)

ως «μέσο εξομοιούμενο με μετρητά» νοείται ένα πιστοποιητικό καταθέσεων, ομόλογο, συμπεριλαμβανομένων των καλυμμένων ομολόγων, ή άλλο μέσο μη μειωμένης εξασφάλισης, το οποίο έχει εκδοθεί από ίδρυμα, έχει ήδη καταβληθεί στο σύνολό του στο ίδρυμα και επιστρέφεται άνευ όρων από το ίδρυμα στην ονομαστική του αξία,

61)

ως «τιτλοποίηση» νοείται η πράξη ή το πρόγραμμα μερισμού κατά τμήματα διαβάθμισης του πιστωτικού κινδύνου που συνδέεται με άνοιγμα ή με ομάδα ανοιγμάτων με αμφότερα τα εξής χαρακτηριστικά:

α)

οι πληρωμές στο πλαίσιο της πράξης ή του προγράμματος εξαρτώνται από την απόδοση του ανοίγματος ή της ομάδας ανοιγμάτων,

β)

η διαβάθμιση των τμημάτων τιτλοποίησης καθορίζει την κατανομή των ζημιών κατά τη διάρκεια της πράξης ή του προγράμματος,

62)

ως «θέση τιτλοποίησης» νοείται ένα άνοιγμα σε τιτλοποίηση,

63)

ως «επανατιτλοποίηση» νοείται η τιτλοποίηση στην οποία ο συνδεδεμένος με υποκείμενη ομάδα ανοιγμάτων κίνδυνος κατατέμνεται και τουλάχιστον ένα από τα υποκείμενα ανοίγματα είναι θέση τιτλοποίησης,

64)

ως «θέση επανατιτλοποίησης» νοείται ένα άνοιγμα σε επανατιτλοποίηση,

65)

ως «πιστωτική ενίσχυση» νοείται η συμβατική ρύθμιση με την οποία η πιστωτική ποιότητα της θέσης σε μια τιτλοποίηση βελτιώνεται σε σχέση με ό,τι θα ήταν χωρίς την ενίσχυση, περιλαμβανομένης της ενίσχυσης που παρέχουν περισσότερα ελάσσονος εξοφλητικής προτεραιότητας τμήματα τιτλοποίησης (junior tranches) και άλλα είδη πιστωτικής προστασίας,

66)

ως «οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση» ή «ΟΕΣΤ» νοείται ένα εμπορικό εμπίστευμα ή άλλη οντότητα, πλην ιδρύματος, που έχει συσταθεί προκειμένου να αναλάβει μια ή περισσότερες τιτλοποιήσεις, οι δραστηριότητες της οποίας περιορίζονται στις δέουσες για την επίτευξη του σκοπού αυτού, η δομή της οποίας αποσκοπεί στον διαχωρισμό των υποχρεώσεων της ΟΕΣΤ από εκείνες του μεταβιβάζοντος ιδρύματος και οι κάτοχοι συμφερόντων της οποίας δικαιούνται να ενεχυριάζουν ή να ανταλλάσσουν τα συμφέροντα αυτά χωρίς περιορισμούς,

67)

ως «τμήμα τιτλοποίησης» νοείται ένα συμβατικά προσδιοριζόμενο μέρος του πιστωτικού κινδύνου που συνδέεται με ένα ή περισσότερα χρηματοδοτικά ανοίγματα, η κατοχή θέσης στο οποίο συνεπάγεται κίνδυνο πιστωτικής ζημίας μεγαλύτερο ή μικρότερο από ισόποση θέση σε κάθε άλλο ανάλογο μέρος πιστωτικού κινδύνου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πιστωτική προστασία που παρέχεται άμεσα από τρίτους σε όσους κατέχουν θέσεις στο εν λόγω ή σε άλλα μέρη πιστωτικού κινδύνου,

68)

ως «αποτίμηση με τιμές αγοράς» νοείται η αποτίμηση θέσεων σε τιμές ρευστοποίησης άμεσα διαθέσιμες και προερχόμενες από ανεξάρτητη πηγή, όπως τιμές χρηματιστηρίου, τιμές διαθέσιμες από ηλεκτρονικές πηγές και τιμές πρόθεσης συναλλαγής προερχόμενες από περισσότερες ανεξάρτητες και αξιόπιστες χρηματιστηριακούς διαμεσολαβητές,

69)

ως «αποτίμηση βάσει υποδείγματος» νοείται κάθε αποτίμηση η οποία πρέπει να γίνει με τη μέθοδο της συγκριτικής αξιολόγησης ή της προβολής ή να υπολογισθεί άλλως με βάση ένα ή περισσότερα δεδομένα της αγοράς,

70)

ως «ανεξάρτητη επαλήθευση τιμών» νοείται η διαδικασία με την οποία οι τιμές αγοράς ή τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για την αποτίμηση βάσει υποδείγματος υποβάλλονται σε τακτικό έλεγχο της ακρίβειας και ανεξαρτησίας τους,

71)

ως «αποδεκτό κεφάλαιο» νοείται το σύνολο των κατωτέρω:

α)

κεφάλαιο της κατηγορίας 1, όπως αναφέρεται στο άρθρο 25,

β)

κεφάλαιο της κατηγορίας 2, όπως αναφέρεται στο άρθρο 71, που είναι ίσο ή λιγότερο από το ένα τρίτο του κεφαλαίου της κατηγορίας 1,

72)

ως «αναγνωρισμένα χρηματιστήρια» νοούνται τα χρηματιστήρια που πληρούν σωρευτικά τα κάτωθι κριτήρια:

α)

είναι ρυθμιζόμενες αγορές,

β)

έχουν μηχανισμό εκκαθάρισης βάσει του οποίου οι συμβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα II υπόκεινται σε καθημερινές απαιτήσεις περιθωρίου ασφάλισης οι οποίες, σύμφωνα με τις αρμόδιες αρχές, παρέχουν επαρκή προστασία,

73)

ως «προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές» νοούνται προσαυξημένες συνταξιοδοτικές παροχές που χορηγούνται σε προαιρετική βάση από το ίδρυμα σε εργαζόμενο, ως μέρος του συνόλου των μεταβλητών αποδοχών του, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν τις δεδουλευμένες παροχές που αποδίδονται σε εργαζόμενο δυνάμει των όρων του εταιρικού συνταξιοδοτικού προγράμματος,

74)

ως «αξία του ενυπόθηκου ακινήτου» νοείται η αξία ακινήτου ως αποτιμάται κατόπιν προσεκτικής εκτίμησης της μελλοντικής εμπορευσιμότητάς του, λαμβάνοντας υπόψη τα μακροχρόνια διατηρήσιμα χαρακτηριστικά του, τις κανονικές και τις τοπικές συνθήκες της αγοράς, την τρέχουσα χρήση του ακινήτου και τις ενδεχόμενες εναλλακτικές χρήσεις του,

75)

ως «ακίνητο κατοικίας» νοείται η κατοικία που καταλαμβάνει ο ιδιοκτήτης ή ο μισθωτής αυτής, περιλαμβανομένου του δικαιώματος διαμονής σε διαμέρισμα σε οικιστικούς συνεταιρισμούς που βρίσκονται στη Σουηδία,

76)

ως «αγοραία αξία», για τους σκοπούς της ακίνητης περιουσίας, νοείται το εκτιμώμενο ποσό έναντι του οποίου θα ανταλλασσόταν το ακίνητο κατά την ημέρα της αποτίμησης μεταξύ ενός ενδιαφερόμενου αγοραστή και ενός ενδιαφερόμενου πωλητή, οι οποίοι συναλλάσσονται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού μετά από κατάλληλη εμπορική διαπραγμάτευση και ενεργούν έκαστος εν πλήρη γνώσει, με σύνεση και χωρίς καταναγκασμό,

77)

ως «εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο» νοούνται τα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται το ίδρυμα δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 ή της οδηγίας αριθ. 86/635/ΕΟΚ,

78)

ως «ποσοστό αθέτησης ενός έτους» νοείται η αναλογία μεταξύ του αριθμού των αθετήσεων υποχρέωσης που επήλθαν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που αρχίζει ένα έτος πριν από μια ημερομηνία Τ και του αριθμού των οφειλετών που εμπίπτουν στην εν λόγω βαθμίδα ή ομάδα ένα έτος πριν από την ως άνω ημερομηνία,

79)

ως «κερδοσκοπική χρηματοδότηση ακίνητης περιουσίας» νοούνται τα δάνεια για την αγορά ή την ανάπτυξη ή κατασκευή επί οικοπέδου, τα οποία αφορούν ακίνητη περιουσία ή παρόμοια περιουσία, με στόχο την επαναπώληση με σκοπό το κέρδος,

80)

ως «χρηματοδότηση του εμπορίου» νοείται η χρημαδότηση, περιλαμβανομένων των εγγυήσεων, που συνδέεται με την ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών μέσω χρηματοπιστωτικών προϊόντων ορισμένης βραχυπρόθεσμης ληκτότητας, κατά κανόνα μικρότερης του ενός έτους, χωρίς αυτόματη αναχρηματοδότηση,

81)

ως «επισήμως στηριζόμενες εξαγωγικές πιστώσεις» νοούνται τα δάνεια ή οι πιστώσεις για τη χρηματοδότηση της εξαγωγής αγαθών και υπηρεσιών για τα οποία παρέχονται εγγυήσεις, ασφάλιση ή άμεση χρηματοδότηση από επίσημο οργανισμό εξαγωγικών πιστώσεων,

82)

ως «συμφωνία πώλησης και επαναγοράς» και «συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης» νοείται κάθε συμφωνία βάσει της οποίας ένα ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενός του μεταβιβάζει τίτλους ή βασικά εμπορεύματα ή εγγυημένα δικαιώματα που αφορούν οποιοδήποτε από τα κατωτέρω στοιχεία:

α)

τίτλο κυριότητας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων, όπου η εγγύηση αυτή έχει εκδοθεί από αναγνωρισμένο χρηματιστήριο που κατέχει τα δικαιώματα επί των τίτλων ή των βασικών εμπορευμάτων και η συμφωνία δεν επιτρέπει σε ένα ίδρυμα να μεταβιβάσει ή να ενεχυριάσει συγκεκριμένο τίτλο ή βασικό εμπόρευμα σε πλείονες του ενός αντισυμβαλλομένους ταυτόχρονα, με την παράλληλη υποχρέωση για τον μεταβιβάζοντα να τους επαναγοράσει,

β)

υποκατάστατοι τίτλοι ή βασικά εμπορεύματα με τα αυτά χαρακτηριστικά σε καθορισμένη τιμή και συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία, που ορίζεται ή πρόκειται να ορισθεί από τον μεταβιβάζοντα, ούσα συμφωνία επαναγοράς για το ίδρυμα που πωλεί τους τίτλους ή τα βασικά εμπορεύματα και συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης για το ίδρυμα που τους αγοράζει,

83)

ως «πράξη επαναγοράς» νοείται κάθε πράξη που διέπεται από «συμφωνία πώλησης και επαναγοράς» ή «συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης»,

84)

ως «απλή συμφωνία πώλησης και επαναγοράς» νοείται η πράξη πώλησης και επαναγοράς για ένα μόνο στοιχείο περιουσίας ή για παρόμοια μη περίπλοκα στοιχεία περιουσίας, κατ’ αντιδιαστολή προς μια ομάδα στοιχείων ενεργητικού,

85)

ως «θέσεις που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση» νοούνται οι εξής:

α)

οι για ίδιο λογαριασμό κατεχόμενες θέσεις και οι θέσεις που προκύπτουν από εξυπηρέτηση πελατών και δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης,

β)

οι θέσεις που πρόκειται να επαναπωληθούν βραχυπρόθεσμα,

γ)

οι θέσεις που έχουν στόχο την αποκόμιση κέρδους από πραγματικές ή αναμενόμενες βραχυπρόθεσμες αποκλίσεις μεταξύ των τιμών αγοράς και των τιμών πώλησης ή από άλλου είδους διακυμάνσεις των τιμών ή των επιτοκίων,

86)

ως «χαρτοφυλάκιο συναλλαγών» νοείται το σύνολο των θέσεων ενός ιδρύματος σε χρηματοπιστωτικά μέσα και βασικά εμπορεύματα, οι οποίες κατέχονται είτε με σκοπό τη συναλλαγή, είτε με σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων που κατέχονται με σκοπό τη συναλλαγή,

87)

ως «πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» νοείται ο πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 15) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ,

88)

ως «αναγνωρισμένος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» νοείται ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που είτε έχει εξουσιοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 είτε έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού,

89)

ως «κεφάλαιο εκκαθάρισης» νοείται το κεφάλαιο που καθορίζεται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και αξιοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 45 του εν λόγω κανονισμού,

90)

ως «προκαταβεβλημένη συνεισφορά στο κεφάλαιο εκκαθάρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου» νοείται η συνεισφορά στο κεφάλαιο εκκαθάρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου η οποία καταβάλλεται από ίδρυμα,

91)

ως «συναλλακτικό άνοιγμα» νοείται το τρέχον άνοιγμα, συμπεριλαμβανομένου του περιθωρίου μεταβλητότητας που οφείλεται στο εκκαθαριστικό μέλος αλλά δεν έχει ακόμα ληφθεί, και οποιοδήποτε δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα εκκαθαριστικού μέλους ή πελάτη προς κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, το οποίο προκύπτει από συμβάσεις και συναλλαγές που παρατίθενται στο άρθρο 301 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), καθώς και το αρχικό περιθώριο ασφάλειας,

92)

ως «ρυθμιζόμενες αγορές» νοούνται οι ρυθμιζόμενες αγορές όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 14) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ,

93)

ως «μόχλευση» νοείται το σχετικό μέγεθος των στοιχείων ενεργητικού ενός ιδρύματος, των υποχρεώσεων εκτός ισολογισμού και των ενδεχόμενων υποχρεώσεων προς πληρωμή, προς παράδοση ή προς παροχή εγγύησης, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων από ληφθείσα χρηματοδότηση, αναληφθείσες δεσμεύσεις, παράγωγα μέσα και συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς, αλλά εξαιρουμένων των υποχρεώσεων που μπορούν να εκτελεστούν μόνο στο πλαίσιο της εκκαθάρισης ενός ιδρύματος, συγκρινόμενα με τα ίδια κεφάλαια του εν λόγω ιδρύματος,

94)

ως «κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης» νοείται ο κίνδυνος που απορρέει από τον ευάλωτο χαρακτήρα ιδρύματος λόγω μόχλευσης ή ενδεχόμενης μόχλευσης που ενδέχεται να απαιτεί ακούσια διορθωτικά μέτρα στο επιχειρηματικό σχέδιό του, περιλαμβανομένης της υπό πίεση πώλησης στοιχείων ενεργητικού που μπορεί να οδηγήσει σε ζημίες ή σε αναπροσαρμογές της αξίας των λοιπών στοιχείων του ενεργητικού του,

95)

ως «προσαρμογή πιστωτικού κινδύνου» νοείται το ποσό ειδικών και γενικών προβλέψεων ζημιών από δάνεια για πιστωτικούς κινδύνους, που αναγνωρίζεται στις οικονομικές καταστάσεις του ιδρύματος σύμφωνα με το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο,

96)

ως «εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου» νοείται η θέση η οποία αντισταθμίζει σημαντικά συνιστώσες στοιχείων κινδύνου μεταξύ θέσης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και κάποιας εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή μεταξύ συνόλων θέσεων,

97)

ως «υποχρέωση αναφοράς» νοείται η υποχρέωση που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της αξίας διακανονισμού με χρηματικά διαθέσιμα ενός πιστωτικού παράγωγου,

98)

ως «εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων» ή «ΕΟΠΑ» νοείται ο οργανισμός αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ο οποίος είναι εγγεγραμμένος ή πιστοποιημένος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (25) ή η κεντρική τράπεζα η οποία εκδίδει πιστωτικές διαβαθμίσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009,

99)

ως «καθορισμένος ΕΟΠΑ» νοείται ο ΕΟΠΑ που έχει καθορισθεί από ίδρυμα,

100)

ο όρος «συσσωρευμένα λοιπά συνολικά έσοδα» έχει την ίδια έννοια με αυτή του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου (ΔΛΠ) 1, ως ισχύει δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002,

101)

ως «βασικά ίδια κεφάλαια» νοούνται τα ίδια κεφάλαια κατά την έννοια του άρθρου 88 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

102)

ως «ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 1» νοούνται τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ταξινομούνται στην Κατηγορία 1 κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας,

103)

ως «πρόσθετα ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 1» νοούνται τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ταξινομούνται στην Κατηγορία 1 κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας και εφόσον η συμπερίληψη των ως άνω στοιχείων περιορίζεται από τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που ψηφίζονται σύμφωνα με το άρθρο 99 της ανωτέρω οδηγίας,

104)

ως «ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 2» νοούνται τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ταξινομούνται στην Κατηγορία 2 κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας,

105)

ως «ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 3» νοούνται τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ταξινομούνται στην Κατηγορία 3 κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας,

106)

ο όρος «αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις» έχει την ίδια έννοια με αυτή του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

107)

ως «αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία» νοούνται οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις η μελλοντική αξία των οποίων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε περίπτωση που το ίδρυμα παραγάγει φορολογήσιμο κέρδος στο μέλλον,

108)

ο όρος «αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις» έχει την ίδια έννοια με αυτή του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

109)

ως «περιουσιακά στοιχεία συνταξιοδοτικού ταμείου προκαθορισμένων παροχών» νοούνται τα περιουσιακά στοιχεία ενός συνταξιοδοτικού ταμείου ή συνταξιοδοτικού προγράμματος προκαθορισμένων παροχών, ανάλογα με την περίπτωση, υπολογισμένα μετά την αφαίρεση των υποχρεώσεων του ίδιου ταμείου ή προγράμματος,

110)

ως «διανομές» νοείται η πληρωμή μερισμάτων ή τόκου οποιασδήποτε μορφής,

111)

ο όρος «χρηματοπιστωτική επιχείρηση» έχει την ίδια έννοια με αυτή του άρθρου 13 σημείο 25) στοιχεία β) και δ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

112)

ο όρος «κεφάλαια για γενικούς τραπεζικούς κινδύνους» έχει την ίδια έννοια με αυτή του άρθρου 38 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ,

113)

ο όρος «υπεραξία» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

114)

ως «έμμεση συμμετοχή» νοείται κάθε άνοιγμα σε ενδιάμεση οντότητα η οποία έχει άνοιγμα σε κεφαλαιακά μέσα εκδοθέντα από οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα όπου, σε περίπτωση μόνιμης διαγραφής των κεφαλαιακών μέσων που έχει εκδώσει η οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, η επακόλουθη ζημία του ιδρύματος δεν θα διέφερε ουσιαστικά από τη ζημία που θα συνεπαγόταν για το ίδρυμα άμεση συμμετοχή σε αυτά τα κεφαλαιακά μέσα που έχει εκδώσει η οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα,

115)

ο όρος «άυλα στοιχεία ενεργητικού» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου και περιλαμβάνει την υπεραξία,

116)

ως «άλλα κεφαλαιακά μέσα» νοούνται τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα που δεν είναι αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, ως πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 ή ως ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 1, πρόσθετα ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 1, ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 2 ή ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 3,

117)

ως «λοιπά αποθεματικά» νοούνται τα αποθεματικά κατά την έννοια του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου, τα οποία πρέπει να κοινοποιούνται δυνάμει του ισχύοντος λογιστικού προτύπου, εξαιρουμένων τυχόν ποσών που περιλαμβάνονται ήδη στο λοιπό συνολικό συσσωρευμένο εισόδημα ή στα αδιανέμητα κέρδη,

118)

ως «ίδια κεφάλαια» νοείται το άθροισμα του κεφαλαίου της Κατηγορίας 1 και του κεφαλαίου της Κατηγορίας 2,

119)

ως «μέσα ιδίων κεφαλαίων» νοούνται τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από το ίδρυμα και χαρακτηρίζονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2,

120)

ως «δικαίωμα μειοψηφίας» νοείται το ποσό του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 θυγατρικής ή ιδρύματος που αποδίδεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα πέραν αυτών που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της εποπτικής ενοποίησης του ιδρύματος,

121)

ο όρος «κέρδος» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

122)

ως «αμοιβαία συμμετοχή» νοείται η συμμετοχή ιδρύματος στα μέσα ιδίων κεφαλαίων ή σε άλλα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα εφόσον οι εν λόγω οντότητες κατέχουν επίσης μέσα ιδίων κεφαλαίων εκδοθέντα από το ίδρυμα,

123)

ως «κέρδη εις νέον» νοούνται τα αποτελέσματα που μεταφέρονται στην επόμενη περίοδο κατόπιν της τελικής εφαρμογής των αποτελεσμάτων δυνάμει των ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

124)

ο όρος «διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

125)

ο όρος «προσωρινές διαφορές» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

126)

ως «σύνθετη συμμετοχή» νοείται επένδυση ιδρύματος σε χρηματοοιιονομικό μέσο η αξία του οποίου συνδέεται άμεσα με την αξία των κεφαλαιακών μέσων που έχει εκδώσει οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα,

127)

ως «συνεγγυητικό σύστημα» νοείται το σύστημα που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα ιδρύματα εμπίπτουν στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7,

β)

τα ιδρύματα είναι πλήρως ενοποιημένα σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) ή δ) ή το άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ υπάγονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ιδρύματος που αποτελεί μητρικό ίδρυμα σε κράτος μέλος σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 του παρόντος κανονισμού και υπόκεινται σε απαίτηση ιδίων κεφαλαίων,

γ)

το μητρικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο σε κράτος μέλος και οι θυγατρικές του είναι εγκατεστημένα στο ίδιο κράτος μέλος και υπόκεινται σε άδεια λειτουργίας και εποπτεία από την ίδια αρμόδια αρχή,

δ)

το μητρικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο σε κράτος μέλος και οι θυγατρικές του έχουν συμφωνήσει σε μια συμβατική ή θεσμική ρύθμιση ευθύνης που προστατεύει τα εν λόγω ιδρύματα και εξασφαλίζει ιδιαίτερα τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητά τους, προκειμένου να αποφεύγεται η χρεοκοπία στις περιπτώσεις όπου τούτο καθίσταται αναγκαίο,

ε)

υφίστανται διευθετήσεις για την εξασφάλιση ταχείας παροχής χρηματοδοτικών μέσων από άποψη κεφαλαίου και ρευστότητας, εφόσον καταστεί αναγκαίο, βάσει της συμβατικής ή θεσμικής ρύθμισης του στοιχείου δ),

στ)

η επάρκεια των ρυθμίσεων που αναφέρονται στα στοιχεία δ) και ε) παρακολουθείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα από την αρμόδια αρχή,

ζ)

η ελάχιστη περίοδος προειδοποίησης για εθελοντική έξοδο μιας θυγατρικής από τη ρύθμιση ευθύνης είναι 10 χρόνια,

η)

η αρμόδια αρχή διαθέτει την εξουσία να απαγορεύει την εθελοντική έξοδο μιας θυγατρικής από την ρύθμιση ευθύνης,

128)

ως «διανεμητέα στοιχεία» νοούνται το ποσό των κερδών του τελευταίου οικονομικού έτους, προσαυξημένο κατά τα κέρδη που έχουν μεταφερθεί από την τελευταία χρήση και τα αποθεματικά που είναι διαθέσιμα για τον σκοπό αυτό προ των διανομών στους κατόχους των μέσων ιδίων κεφαλαίων, μειωμένα κατά το ποσό των ζημιών που έχουν μεταφερθεί από προηγούμενες χρήσεις, κέρδη τα οποία δεν διανέμονται δυνάμει διατάξεων της νομοθεσίας ή κανονισμών του ιδρύματος και ποσά που έχουν τοποθετηθεί σε αποθεματικά που δεν διανέμονται σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία ή το καταστατικό του ιδρύματος, εφόσον οι ζημίες και τα αποθεματικά αυτά προσδιορίζονται βάσει των ατομικών λογαριασμών του ιδρύματος και όχι βάσει των ενοποιημένων λογαριασμών.

2.   Όταν στον παρόντα κανονισμό γίνεται αναφορά σε ακίνητα ή ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα ή υποθήκη επί της περιουσίας αυτής, περιλαμβάνει τις μετοχές σε φινλανδικές στεγαστικές εταιρείες που λειτουργούν σύμφωνα με τον φινλανδικό νόμο περί στεγαστικών εταιρειών του 1991 ή βάσει μεταγενέστερης ισοδύναμης νομοθεσίας. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να επιτρέπουν τη μεταχείριση των μετοχών που συνιστούν ισοδύναμη έμμεση κατοχή ακινήτου ως άμεσης κατοχής ακινήτου, εάν αυτή η έμμεση κατοχή ρυθμίζεται ρητά στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους και, όταν έχει δοθεί ως εξασφάλιση, προσφέρει ισοδύναμη προστασία στους πιστωτές.

3.   Η χρηματοδότηση του εμπορίου όπως αναφέρεται στην παράγραφο σημείο 80) είναι κατά κανόνα αδέσμευτη και απαιτεί τα δέοντα δικαιολογητικά συναλλαγής για κάθε αίτημα ανάληψης πίστωσης, με δυνατότητα άρνησης της χρηματοδότησης σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με την πιστοληπτική ικανότητα ή τα δικαιολογητικά της συναλλαγής. Η αποπληρωμή ανοιγμάτων χρηματοδότησης του εμπορίου συνήθως δεν εξαρτάται από τον δανειολήπτη, αντιθέτως, τα κεφάλαια προέρχονται συνήθως από το ρευστό που λαμβάνεται από εισαγωγείς ή προκύπτουν από την πώληση των υποκείμενων προϊόντων.

Άρθρο 5

Ορισμοί που ισχύουν για κεφαλαιακές απαιτήσεις για πιστωτικό κίνδυνο

Για τους σκοπούς του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

ως «άνοιγμα» ή «χρηματοδοτικό άνοιγμα» νοείται ένα στοιχείο ενεργητικού ή ένα στοιχείο εκτός ισολογισμού,

2)

ως «ζημία» νοείται η οικονομική ζημία, περιλαμβανομένων σημαντικών μειωτικών επιδράσεων και σημαντικών άμεσων και έμμεσων δαπανών συνδεόμενων με την είσπραξη ποσών στο πλαίσιο ενός μέσου,

3)

ως «αναμενόμενη ζημία» ή «EL» νοείται ο λόγος της αναμενόμενης ζημίας από άνοιγμα λόγω δυνητικής αθέτησης υποχρεώσεων από μέρους ενός αντισυμβαλλομένου ή λόγω απομείωσης της αξίας εισπρακτέων σε περίοδο ενός έτους προς το ποσό που είναι ανεξόφλητο κατά τον χρόνο της αθέτησης.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Εφαρμογή των απαιτήσεων σε ατομική βάση

Άρθρο 6

Γενικές αρχές

1.   Τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο δεύτερο έως πέμπτο μέρος και στο όγδοο μέρος σε ατομική βάση.

2.   Τα ιδρύματα τα οποία αποτελούν είτε θυγατρικές στο κράτος μέλος στο οποίο έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και στο οποίο υπόκεινται σε εποπτεία είτε μητρικές επιχειρήσεις καθώς και τα ιδρύματα που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση δυνάμει του άρθρου 19 δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 89, 90 και 86, σε ατομική βάση.

3.   Τα ιδρύματα που αποτελούν είτε μητρικές είτε θυγατρικές επιχειρήσεις, καθώς και τα ιδρύματα που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 19 δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο όγδοο μέρος, σε ατομική βάση.

4.   Πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων που διαθέτουν άδεια παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα A σημεία (3) και (6) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έκτο μέρος, σε ατομική βάση. Εν αναμονή της έκθεσης της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 508 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων από τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο έκτο μέρος λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων.

5.   Τα ιδρύματα, εκτός από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 95 παράγραφος 1 και στο άρθρο 96 παράγραφος 1 και τα ιδρύματα ως προς τα οποία οι αρμόδιες αρχές έχουν ασκήσει το δικαίωμα παρέκκλισης του άρθρου 7 παράγραφος 1 ή 3, συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έβδομο μέρος, σε ατομική βάση.

Άρθρο 7

Παρέκκλιση από την εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση

1.   Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να μην εφαρμόσουν το άρθρο 6 παράγραφος 1 σε θυγατρική ιδρύματος εφόσον τόσο η θυγατρική όσο και το ίδρυμα έχουν άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από το οικείο κράτος μέλος και η θυγατρική περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία του ιδρύματος που αποτελεί τη μητρική επιχείρηση, και εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που ακολουθούν, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια κατανέμονται επαρκώς μεταξύ μητρικής επιχείρησης και θυγατρικής:

α)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση,

β)

είτε η μητρική επιχείρηση παρέχει ικανοποιητικές αποδείξεις στην αρμόδια αρχή όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η θυγατρική είτε οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι,

γ)

οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν τη θυγατρική,

δ)

η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50 % των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απολύει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της θυγατρικής.

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εφόσον η μητρική επιχείρηση αποτελεί χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών συσταθείσα στο ίδιο κράτος μέλος με το ίδρυμα, υπό την προϋπόθεση ότι υπόκειται στην ίδια εποπτεία με τα ιδρύματα και ιδίως στα πρότυπα που ορίζονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1.

3.   Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να μην εφαρμόσουν το άρθρο 6 παράγραφος 1, σε μητρικό ίδρυμα σε κράτος μέλος, εφόσον το εν λόγω ίδρυμα έχει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από το οικείο κράτος μέλος και περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία και εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που ακολουθούν, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια κατανέμονται επαρκώς μεταξύ μητρικής επιχείρησης και θυγατρικών:

α)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων προς το μητρικό ίδρυμα σε κράτος μέλος,

β)

οι διαδικασίες αξιολόγησης, μέτρησης και ελέγχου των κινδύνων που αφορούν την ενοποιημένη εποπτεία καλύπτουν το μητρικό ίδρυμα σε κράτος μέλος.

Η αρμόδια αρχή που προσφεύγει στην παρούσα παράγραφο ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών.

Άρθρο 8

Παρέκκλιση από την εφαρμογή των απαιτήσεων για την κάλυψη κινδύνων ρευστότητας σε ατομική βάση

1.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν πλήρως ή εν μέρει ένα ίδρυμα και όλες ή κάποιες εκ των θυγατρικών του στην Ένωση από την εφαρμογή του έκτου μέρους και τις εποπτεύουν ως αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας εφόσον πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

το μητρικό ίδρυμα σε ενοποιημένη βάση ή το θυγατρικό ίδρυμα σε υποενοποιημένη βάση συνάδει με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έκτο μέρος,

β)

το μητρικό ίδρυμα σε ενοποιημένη βάση ή το θυγατρικό ίδρυμα σε υποενοποιημένη βάση παρακολουθεί και εποπτεύει ανά πάσα στιγμή τις θέσεις ρευστότητας όλων των ιδρυμάτων του ομίλου ή της οντότητας τα οποία υπόκεινται στην απαλλαγή και εξασφαλίζει επαρκή ρευστότητα για όλα αυτά τα ιδρύματα,

γ)

τα ιδρύματα έχουν συνάψει συμβάσεις προς ικανοποίηση των αρμόδιων αρχών, που προβλέπουν την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων μεταξύ τους και τους επιτρέπουν να πληρούν τις μεμονωμένες και κοινές υποχρεώσεις τους όταν καθίστανται ληξιπρόθεσμες,

δ)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την εκπλήρωση των συμβάσεων που αναφέρονται στο στοιχείο γ).

Έως την 1η Ιανουαρίου 2014, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τυχόν νομικά εμπόδια ικανά να καταστήσουν αδύνατη την εφαρμογή του στοιχείου γ) της πρώτης παραγράφου και καλείται να υποβάλει νομοθετική πρόταση, κατά το δέον, έως την 31η Δεκεμβρίου 2015, για την άρση των εμποδίων αυτών.

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν πλήρως ή εν μέρει ένα ίδρυμα και όλες ή κάποιες εκ των θυγατρικών του από την εφαρμογή του έκτου μέρους, εφόσον όλα τα ιδρύματα της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας έχουν άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος και με την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι στην παράγραφο 1.

3.   Σε περίπτωση που τα ιδρύματα της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας έχουν άδεια λειτουργίας σε περισσότερα κράτη μέλη, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνο μετά την τήρηση της διαδικασίας που ορίζεται στο άρθρο 21 και μόνο σε ιδρύματα των οποίων οι αρμόδιες αρχές συμφωνούν σχετικά με τα κατωτέρω στοιχεία:

α)

την αξιολόγησή τους όσον αφορά τη συμμόρφωση του οργανισμού και την αντιμετώπιση του κινδύνου ρευστότητας κατά τους όρους του άρθρου 86 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ για ολόκληρη την αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας,

β)

την κατανομή των ποσών, την τοποθεσία και την ιδιοκτησία των απαιτούμενων ρευστών διαθεσίμων που πρέπει να κατέχει η αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας,

γ)

τον καθορισμό των ελάχιστων ποσών των ρευστών διαθεσίμων που πρέπει να κατέχουν τα ιδρύματα τα οποία θα απαλλαγούν από την εφαρμογή του έκτου μέρους,

δ)

την ανάγκη αυστηρότερων παραμέτρων από αυτές που προβλέπονται στο έκτο μέρος,

ε)

την απεριόριστη ανταλλαγή ολοκληρωμένων πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών,

στ)

την απόλυτη κατανόηση των επιπτώσεων αυτής της απαλλαγής.

4.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να εφαρμόσουν τις παραγράφους 1, 2 και 3 σε ιδρύματα που είναι μέλη του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 στοιχείο β), εφόσον ικανοποιούν όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 113 παράγραφος 7, καθώς και σε άλλα ιδρύματα που συνδέονται κατά το άρθρο 113 παράγραφος 6, εφόσον ικανοποιούν όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο. Σε αυτή την περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν ένα από τα ιδρύματα που υπόκεινται στην απαλλαγή, το οποίο πρέπει να πληροί το έκτο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης όλων των ιδρυμάτων της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας.

5.   Σε περίπτωση που μια απαλλαγή έχει χορηγηθεί δυνάμει της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2, οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να εφαρμόσουν το άρθρο 86 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή μέρη αυτού, στο επίπεδο αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, και να ανακαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 86 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή μερών αυτού, σε ατομική βάση.

Άρθρο 9

Μέθοδος μερικής ενοποίησης

1.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 144 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν, κατά περίπτωση, σε μητρικά ιδρύματα να συμπεριλάβουν στον υπολογισμό των απαιτήσεών τους δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 1, τις θυγατρικές τους εκείνες που ανταποκρίνονται στα κριτήρια του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) και των οποίων τα ουσιώδη ανοίγματα ή οι ουσιώδεις υποχρεώσεις είναι έναντι των εν λόγω μητρικών ιδρυμάτων.

2.   Η δυνατότητα που καθορίζεται στην παράγραφο 1 επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το μητρικό ίδρυμα τεκμηριώνει στις αρμόδιες αρχές τις συνθήκες και τις ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των νομικών ρυθμίσεων, χάρις στις οποίες δεν υφίσταται και δεν προβλέπεται ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα στην άμεσημεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων που οφείλονται από τη θυγατρική προς τη μητρική επιχείρηση.

3.   Εάν μια αρμόδια αρχή κάνει χρήση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, πρέπει να ενημερώνει τακτικά και τουλάχιστον σε ετήσια βάση, τις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών μελών σχετικά με την εφαρμογή της παραγράφου 1 και τις συνθήκες και τις ρυθμίσεις της παραγράφου 2. Εάν η θυγατρική βρίσκεται σε τρίτη χώρα, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν τις ίδιες πληροφορίες και στις αρμόδιες αρχές της χώρας αυτής.

Άρθρο 10

Απαλλαγή για πιστωτικά ιδρύματα μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό

1.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εν μέρει ή πλήρως, να απαλλάσσουν από την εφαρμογή των απαιτήσεων που ορίζονται στο δεύτερο έως όγδοο μέρος ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα στο ίδιο κράτος μέλος, που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό ο οποίος τα εποπτεύει και είναι εγκατεστημένος στο αυτό κράτος μέλος, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι υποχρεώσεις του κεντρικού οργανισμού και των ιδρυμάτων που συνδέονται με αυτόν αποτελούν αλληλέγγυες υποχρεώσεις ή οι υποχρεώσεις των ιδρυμάτων που συνδέονται με αυτόν τον κεντρικό οργανισμό καλύπτονται πλήρως από εγγυήσεις του κεντρικού οργανισμού,

β)

η φερεγγυότητα και η ρευστότητα του κεντρικού οργανισμού και όλων των ιδρυμάτων που συνδέονται με αυτόν παρακολουθούνται στο σύνολό τους βάσει ενοποιημένων λογαριασμών των εν λόγω ιδρυμάτων,

γ)

η διοίκηση του κεντρικού οργανισμού έχει τη δυνατότητα να εκδίδει οδηγίες προς τη διοίκηση των ιδρυμάτων που συνδέονται με αυτόν.

Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν και να αξιοποιούν την ισχύουσα εθνική νομοθεσία όσον αφορά την εφαρμογή της απαλλαγής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εφόσον δεν συγκρούεται με τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2013/36/ΕΕ.

2.   Εφόσον οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 και εφόσον τα ιδρύματα που συνδέονται με τον κεντρικό οργανισμό εγγυώνται πλήρως τα στοιχεία του παθητικού ή τις υποχρεώσεις του κεντρικού οργανισμού, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν τον κεντρικό οργανισμό από την εφαρμογή του δεύτερου έως όγδοου μέρους σε ατομική βάση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Εποπτική ενοποίηση

Τμήμα Ι

Εφαρμογή των απαιτήσεων σε ενοποιημένη βάση

Άρθρο 11

Γενική αντιμετώπιση

1.   Τα εγκατεστημένα σε κράτος μέλος μητρικά ιδρύματα συμμορφώνονται, στον βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 18, με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στο δεύτερο έως τέταρτο μέρος και στο έβδομο μέρος, βάσει της ενοποιημένης τους κατάστασης. Οι μητρικές επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους, υπαγόμενες στον παρόντα κανονισμό, διαμορφώνουν την κατάλληλη οργανωτική διάρθρωση και τους κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα απαιτούμενα στοιχεία ενοποίησης υποβάλλονται σε δέουσα επεξεργασία και διαβιβάζονται. Ιδιαίτερα, διασφαλίζουν ότι οι θυγατρικές για τις οποίες δεν ισχύει ο παρών κανονισμός εφαρμόζουν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την κατάλληλη ενοποίηση.

2.   Τα ιδρύματα που ελέγχονται από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή από μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος συμμορφώνονται, στον βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 18, με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στο δεύτερο έως τέταρτο μέρος και στο έβδομο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.

Όταν μια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ελέγχει πάνω από ένα ίδρυμα, η πρώτη παράγραφος ισχύει μόνο για το ίδρυμα στο οποίο ασκείται εποπτεία σε ενοποιημένη βάση δυνάμει του άρθρου 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

3.   Τα μητρικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην ΕΕ και τα ιδρύματα που ελέγχονται από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή από μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έκτο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του ανωτέρω μητρικού ιδρύματος, της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, εφόσον ο όμιλος περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα A σημεία 3 και 6 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Εν αναμονή της έκθεσης της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 508 παράγραφος 2 και εάν ο όμιλος αποτελείται μόνο από επιχειρήσεις επενδύσεων, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων από τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο έκτο μέρος σε ενοποιημένη βάση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων.

4.   Όπου ισχύει το άρθρο 10, ο κεντρικός οργανισμός που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του δεύτερου έως όγδοου μέρους, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του συνόλου που απαρτίζεται από τον κεντρικό οργανισμό και τα συνδεδεμένα με αυτόν ιδρύματα.

5.   Παράλληλα με τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 έως 4 και με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν ευλόγως απαιτείται, για εποπτικούς σκοπούς, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του κινδύνου ή της διάρθρωσης του κεφαλαίου ενός ιδρύματος ή όπου τα κράτη μέλη υιοθετούν εθνική νομοθεσία η οποία απαιτεί τον δομικό διαχωρισμό των δραστηριοτήτων ενός τραπεζικού ομίλου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από τα δομικά διαχωρισμένα ιδρύματα να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο δεύτερο έως τέταρτο μέρος και στο έκτο έως όγδοο μέρος του παρόντος κανονισμού και στον τίτλο VII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε υποενοποιημένη βάση.

Η προσέγγιση που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της αποτελεσματικής εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και δεν δύναται να επιφέρει δυσανάλογα δυσμενείς επιπτώσεις στο σύνολο ή σε τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε άλλα κράτη μέλη ή της Ένωσης συνολικά, ούτε να αποτελεί ή να δημιουργεί εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Άρθρο 12

Χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών με θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα και θυγατρική επιχείρηση επενδύσεων

Όταν χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών είναι μητρική επιχείρηση τουλάχιστον ενός πιστωτικού ιδρύματος και μίας επιχείρησης επενδύσεων, το πιστωτικό ίδρυμα υπόκειται στις απαιτήσεις που ισχύουν με βάση την ενοποιημένη κατάσταση της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.

Άρθρο 13

Εφαρμογή των απαιτήσεων δημοσιοποίησης σε ενοποιημένη βάση

1.   Τα εγκατεστημένα στην ΕΕ μητρικά ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζει το όγδοο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους.

Οι σημαντικές θυγατρικές μητρικών ιδρυμάτων εγκατεστημένων στην ΕΕ και οι θυγατρικές που έχουν ουσιαστική σημασία για τις τοπικές αγορές τους δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στα άρθρα 437, 438, 440, 442, 450, 451 και 453, σε ατομική ή υποενοποιημένη βάση.

2.   Τα ιδρύματα που ελέγχονται από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή από μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο όγδοο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης της συγκεκριμένης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.

Οι σημαντικές θυγατρικές μητρικών χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών εγκατεστημένων στην ΕΕ ή μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών εγκατεστημένων στην ΕΕ και οι θυγατρικές που έχουν ουσιαστική σημασία για τις τοπικές αγορές τους δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στα άρθρα 437, 438, 440, 442, 450, 451 και 453, σε ατομική ή υποενοποιημένη βάση.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν ισχύουν πλήρως ή εν μέρει για μητρικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην ΕΕ, για ιδρύματα που ελέγχονται από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή από μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, εφόσον περιλαμβάνονται σε ισοδύναμες δημοσιοποιήσεις παρεχόμενες σε ενοποιημένη βάση από μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα.

4.   Σε περίπτωση που εφαρμόζεται το άρθρο 10, ο κεντρικός οργανισμός που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του όγδοου μέρους, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του κεντρικού οργανισμού. Το άρθρο 18 παράγραφος 1 εφαρμόζεται στον κεντρικό οργανισμό και τα συνδεδεμένα ιδρύματα αντιμετωπίζονται ως θυγατρικές του κεντρικού οργανισμού.

Άρθρο 14

Εφαρμογή των απαιτήσεων του πέμπτου μέρους σε ενοποιημένη βάση

1.   Οι μητρικές επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού τηρούν τις υποχρεώσεις που ορίζει το πέμπτο μέρος σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που απαιτούνται δυνάμει των εν λόγω διατάξεων διέπονται από συνέπεια και συνοχή και ότι μπορούν να παραχθούν όλα τα σχετικά με την εποπτεία δεδομένα και στοιχεία. Ιδιαίτερα, διασφαλίζουν ότι οι θυγατρικές για τις οποίες δεν ισχύει ο παρών κανονισμός εφαρμόζουν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς που συμμορφώνονται με αυτές τις διατάξεις.

2.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν πρόσθετο συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 407 κατά την εφαρμογή του άρθρου 92 σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση εάν οι απαιτήσεις των άρθρων 405 ή 406 παραβιαστούν σε επίπεδο οντότητας εγκατεστημένης σε τρίτη χώρα η οποία συμπεριλαμβάνεται στην ενοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 18, εάν η παραβίαση είναι ουσιώδης σε σχέση με το γενικότερο προφίλ κινδύνου του ομίλου.

3.   Οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από το πέμπτο μέρος σχετικά με θυγατρικές επιχειρήσεις οι οποίες δεν υπόκεινται οι ίδιες στον παρόντα κανονισμό δεν ισχύουν εάν το μητρικό ίδρυμα της ΕΕ ή τα ιδρύματα υπό τον έλεγχο μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ μπορούν να αποδείξουν στις αρμόδιες αρχές ότι η εφαρμογή του πέμπτου μέρους είναι παράνομη σύμφωνα με τη νομοθεσία της τρίτης χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένη η θυγατρική.

Άρθρο 15

Παρέκκλιση από την εφαρμογή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση για ομίλους επιχειρήσεων επενδύσεων

1.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να χορηγεί απαλλαγή από την εφαρμογή του τρίτου μέρους του παρόντος κανονισμού και του τίτλου VII κεφάλαιο 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, σε ενοποιημένη βάση, υπό τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

έκαστη επιχείρηση επενδύσεων του ομίλου που είναι εγκατεστημένη στην ΕΕ εφαρμόζει τον εναλλακτικό υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 95 παράγραφος 2,

β)

όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων του ομίλου εμπίπτουν στις κατηγορίες του άρθρου 95 παράγραφος 1 και του άρθρου 96 παράγραφος 1,

γ)

έκαστη επιχείρηση επενδύσεων του ομίλου που είναι εγκατεστημένη στην ΕΕ πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 95 σε ατομική βάση και συγχρόνως αφαιρεί από τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που κατέχει τυχόν ενδεχόμενες υποχρεώσεις προς όφελος επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης και επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης,

δ)

κάθε χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η οποία είναι η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, σε κράτος μέλος, επιχείρησης επενδύσεων που είναι μέλος του ομίλου, διαθέτει τουλάχιστον τόσα κεφάλαια, οριζόμενα εδώ ως το άθροισμα των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 26 παράγραφος 1, το άρθρο 51 παράγραφος 1 και το άρθρο 62 παράγραφος 1, ώστε να καλύπτεται το άθροισμα των ακολούθων:

i)

του αθροίσματος της πλήρους λογιστικής αξίας των τυχόν συμμετοχών, των απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης και των μέσων που μνημονεύονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχεία η) και θ), το άρθρο 56 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) και το άρθρο 66 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) σε επιχειρήσεις επενδύσεων, χρηματοδοτικά ιδρύματα, εταιρείες διαχείρισης και επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης και

ii)

του συνολικού ποσού ενδεχόμενων υποχρεώσεων προς όφελος επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης και επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης,

ε)

ο όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα.

Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου, κάθε επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ διαθέτει και εφαρμόζει συστήματα για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των πηγών κεφαλαίων και χρηματοδότησης όλων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης και επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών που ανήκουν στον εκάστοτε όμιλο.

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να χορηγήσουν την απαλλαγή εάν οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών κατέχουν χαμηλότερο ποσό ιδίων κεφαλαίων από το ποσό που υπολογίστηκε δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο δ), το οποίο δεν είναι χαμηλότερο από το άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σε ατομική βάση σε επιχειρήσεις επενδύσεων, χρηματοδοτικά ιδρύματα, εταιρείες διαχείρισης και επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης και του συνολικού ποσού ενδεχόμενων υποχρεώσεων προς όφελος επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης και επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που ισχύει για τις επιχειρήσεις επενδύσεων τρίτων χωρών, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, τις εταιρείες διαχείρισης και τις επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών είναι ονομαστική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων.

Άρθρο 16

Παρέκκλιση από την εφαρμογή των απαιτήσεων για τον δείκτη μόχλευσης σε ενοποιημένη βάση για ομίλους επιχειρήσεων επενδύσεων

Εάν όλες οι οντότητες ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, περιλαμβανομένης της μητρικής, είναι επιχειρήσεις επενδύσεων απαλλαγμένες από την εφαρμογή των απαιτήσεων που ορίζονται στο έβδομο μέρος σε ατομική βάση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5, η μητρική επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να επιλέξει να μην εφαρμόσει τις απαιτήσεις που ορίζονται στο έβδομο μέρος σε ενοποιημένη βάση.

Άρθρο 17

Εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν απαλλαχθεί από την εφαρμογή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που ανήκουν σε όμιλο εμπίπτοντα στην απαλλαγή που περιγράφεται στο άρθρο 15 ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές για τους κινδύνους που θα μπορούσαν να βλάψουν την οικονομική τους κατάσταση, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που συνδέονται με τη σύνθεση και τις πηγές των ιδίων κεφαλαίων, του εσωτερικού κεφαλαίου και της χρηματοδότησής τους.

2.   Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές οι οποίες είναι υπεύθυνες για την προληπτική εποπτεία επιχείρησης επενδύσεων δεν επιβάλουν την υποχρέωση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση δυνάμει του άρθρου 15, λαμβάνουν άλλα ανάλογα μέτρα για την παρακολούθηση των κινδύνων, ιδίως των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, για ολόκληρο τον όμιλο, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων οι οποίες δεν είναι εγκατεστημένες σε κράτος μέλος.

3.   Εάν οι αρμόδιες αρχές οι οποίες είναι υπεύθυνες για την προληπτική εποπτεία επιχείρησης επενδύσεων δεν εφαρμόσουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση δυνάμει του άρθρου 15, οι απαιτήσεις του όγδοου μέρους ισχύουν σε ατομική βάση.

Τμήμα 2

Μέθοδοι εποπτικής ενοποίησης

Άρθρο 18

Μέθοδοι εποπτικής ενοποίησης

1.   Τα ιδρύματα που υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο Τμήμα 1 βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους διεξάγουν πλήρη ενοποίηση όλων των ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που είναι θυγατρικές τους ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, των θυγατρικών της ίδιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών. Οι παράγραφοι 2 έως 8 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται εάν το έκτο μέρος εφαρμόζεται βάσει της ενοποιημένης κατάστασης ενός ιδρύματος.

2.   Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν, κατά περίπτωση, αναλογική ενοποίηση, ανάλογα με το μερίδιο του κεφαλαίου που κατέχει η μητρική επιχείρηση στη θυγατρική. Η αναλογική ενοποίηση επιτρέπεται μόνο εάν πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

η ευθύνη της μητρικής επιχείρησης περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχει στη θυγατρική, λαμβανομένης υπόψη της ευθύνης των άλλων μετόχων ή εταίρων,

β)

η φερεγγυότητα των εν λόγω άλλων μετόχων ή εταίρων είναι ικανοποιητική,

γ)

η ευθύνη των άλλων μετόχων και εταίρων ορίζεται με σαφήνεια και νομικά δεσμευτικό τρόπο.

3.   Σε περίπτωση που επιχειρήσεις συνδέονται κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν πώς πρέπει να γίνει η ενοποίηση·

4.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας απαιτεί την αναλογική ενοποίηση ανάλογα με το τμήμα του κεφαλαίου σε συμμετοχές σε ιδρύματα και χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία διευθύνονται από επιχείρηση συμπεριλαμβανόμενη στην ενοποίηση από κοινού με μία ή περισσότερες επιχειρήσεις μη συμπεριλαμβανόμενες στην ενοποίηση, όταν η ευθύνη των εν λόγω επιχειρήσεων περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχουν.

5.   Εκτός των περιπτώσεων που μνημονεύονται στις παραγράφους 1 και 2, στις υπόλοιπες περιπτώσεις συμμετοχών ή κεφαλαιακού δεσμού, οι αρμόδιες αρχές ορίζουν αν και με ποια μορφή πρέπει να πραγματοποιείται η ενοποίηση. Μπορούν ιδιαίτερα να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρησιμοποίηση της μεθόδου της καθαρής θέσεως. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσεως.

6.   Οι αρμόδιες αρχές αποφασίζουν αν και με ποια μορφή θα γίνει η ενοποίηση, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα ασκεί, κατά τις αρμόδιες αρχές, σημαντική επιρροή επί ενός ή πλειόνων ιδρυμάτων ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, χωρίς όμως να διαθέτει συμμετοχή ή άλλο κεφαλαιακό δεσμό με αυτά, και

β)

όταν δύο ή πλείονα ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα τίθενται υπό ενιαία διοίκηση, χωρίς προς τούτο να απαιτείται σχετική σύμβαση ή ρήτρα του καταστατικού.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν ιδίως να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρήση της μεθόδου του άρθρου 12 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσης.

7.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να ορίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξάγεται η ενοποίηση στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 6 του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 31.12.16.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

8.   Όταν η ενοποιημένη εποπτεία επιβάλλεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών και οι εταιρείες διαχείρισης όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 5) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ περιλαμβάνονται στην ενοποίηση στις ίδιες περιπτώσεις και με τις ίδιες μεθόδους όπως οι προβλεπόμενες στο παρόν άρθρο.

Τμήμα 3

Πεδίο εφαρμογης της εποπτικης ενοποιησης

Άρθρο 19

Οντότητες που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της εποπτικής ενοποίησης

1.   Ένα ίδρυμα, ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα ή μια επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που αποτελούν θυγατρικές ή μια επιχείρηση στην οποία κατέχεται συμμετοχή δεν χρειάζεται να συμπεριληφθεί στην ενοποίηση σε περίπτωση όταν το συνολικό ποσό των στοιχείων του ενεργητικού και των λογαριασμών εκτός ισολογισμού της σχετικής επιχείρησης υπολείπεται του μικρότερου των δύο παρακάτω ποσών:

α)

10 εκατομμύρια EUR,

β)

1 % των στοιχείων του ενεργητικού και των λογαριασμών εκτός ισολογισμού της μητρικής επιχείρησης ή της επιχείρησης που κατέχει τη συμμετοχή.

2.   Οι αρμόδιες αρχές που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία βάσει του άρθρου 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ μπορούν να αποφασίσουν κατά περίπτωση να μην υπαγάγουν στην ενοποίηση ένα ίδρυμα, ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα ή μια επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που αποτελούν θυγατρικές ή στα οποία κατέχεται συμμετοχή:

α)

όταν η υπόψη επιχείρηση βρίσκεται σε τρίτη χώρα όπου υπάρχουν νομικά εμπόδια στην διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών,

β)

όταν η υπόψη επιχείρηση είναι αμελητέα μόνον σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων,

γ)

όταν, κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία, η ενοποίηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της υπόψη επιχείρησης θα ήταν απρόσφορη ή παραπλανητική όσον αφορά τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

3.   Αν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 2 στοιχείο β), πλείονες επιχειρήσεις πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται σε αυτές, υπάγονται παρά ταύτα στην ενοποίηση όταν ως σύνολο παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον σε σχέση με τους καθορισθέντες στόχους.

Άρθρο 20

Κοινές αποφάσεις σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας

1.   Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους, σε πλήρη συνεννόηση:

α)

όσον αφορά τις αιτήσεις χορήγησης των αδειών που μνημονεύονται στο άρθρο 143 παράγραφος 1, το άρθρο 151 παράγραφοι 4 και 9, το άρθρο 283, το άρθρο 312 παράγραφος 2 και το άρθρο 363 αντίστοιχα που υποβάλλονται από μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και τις θυγατρικές του ή από κοινού από τις θυγατρικές επιχειρήσεις μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, προκειμένου να αποφασισθεί αν πρέπει να χορηγηθεί ή όχι η αιτούμενη άδεια και να προσδιοριστούν τυχόν όροι και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη χορήγησή της,

β)

προκειμένου να προσδιορίσουν κατά πόσον πληρούνται τα κριτήρια για ειδική αντιμετώπιση εντός του αυτού ομίλου, ως ορίζονται στο άρθρο 422 παράγραφος 9 και στο άρθρο 425 παράγραφος 5, όπως συμπληρώνονται με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα της ΕΑΤ που αναφέρονται στο άρθρο 422 παράγραφος 10 και το άρθρο 425 παράγραφος 6.

Οι αιτήσεις υποβάλλονται μόνο στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

Η αίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 312 παράγραφος 2 του κανονισμού περιλαμβάνει περιγραφή των μεθόδων που εφαρμόζονται για την κατανομή των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι λειτουργικού κινδύνου μεταξύ των διαφόρων οντοτήτων του ομίλου. Η αίτηση αναφέρει εάν και με ποιο τρόπο σχεδιάζεται να ενσωματωθούν οι επιπτώσεις της διαφοροποίησης στο σύστημα μέτρησης κινδύνων.

2.   Οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να λάβουν από κοινού απόφαση εντός έξι μηνών σχετικά με:

α)

την αίτηση που αναφέρει η παράγραφος 1 στοιχείο α),

β)

την εκτίμηση των κριτηρίων και τον προσδιορισμό της ειδικής αντιμετώπισης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β).

Η κοινή αυτή απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση η οποία διαβιβάζεται στον αιτούντα από την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.   Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 αρχίζει:

α)

κατά την ημερομηνία παραλαβής από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας της ολοκληρωμένης αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α). Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας προωθεί την ολοκληρωμένη αίτηση στις άλλες αρμόδιες αρχές χωρίς καθυστέρηση,

β)

κατά την ημερομηνία παραλαβής από τις αρμόδιες αρχές αναφοράς που συντάχθηκε από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και αναλύει υποχρεώσεις εντός του ομίλου.

4.   Εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις αρμόδιες αρχές εντός έξι μηνών, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αποφασίζει εξ ιδίας πρωτοβουλίας για την παράγραφο 1 στοιχείο α). Η απόφαση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας δεν περιορίζει τις εξουσίες των αρμόδιων αρχών βάσει του άρθρου 105 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Η εν λόγω απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και λαμβάνει υπόψη τις θέσεις και τις επιφυλάξεις που έχουν εκφράσει οι άλλες αρμόδιες αρχές εντός του χρονικού διαστήματος των έξι μηνών.

Η απόφαση ανακοινώνεται στο μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ ή στη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή στη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ και στις άλλες αρμόδιες αρχές από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

Αν στο τέλος του εξαμήνου οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αναβάλλει την απόφασή της σχετικά με την παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου και περιμένει την απόφαση της ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του ανωτέρω κανονισμού ως προς την απόφασή της, στη συνέχεια δε αποφασίζει σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η προθεσμία έξι μηνών θεωρείται περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ αποφασίζει εντός ενός μηνός. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά το πέρας του εξαμήνου ή αφού ληφθεί απόφαση από κοινού.

5.   Εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις αρμόδιες αρχές εντός έξι μηνών, η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της θυγατρικής σε ατομική βάση λαμβάνουν μόνες τους απόφαση σχετικά με την παράγραφο 1 στοιχείο β).

Η εν λόγω απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και λαμβάνει υπόψη τις θέσεις και τις επιφυλάξεις που έχουν εκφράσει οι άλλες αρμόδιες αρχές εντός του χρονικού διαστήματος των έξι μηνών.

Η απόφαση ανακοινώνεται στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας η οποία ενημερώνει το μητρικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο στην ΕΕ, τη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών που είναι εγκατεστημένη στην ΕΕ ή τη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που είναι εγκατεστημένη στην ΕΕ.

Αν στο τέλος του εξαμήνου η αρχή ενοποιημένης εποπτείας έχει παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της θυγατρικής σε ατομική βάση αναβάλλει την απόφασή της σχετικά με την παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου και αναμένει την απόφαση της ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του ανωτέρω κανονισμού ως προς την απόφασή της, στη συνέχεια δε αποφασίζει σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η προθεσμία έξι μηνών θεωρείται η φάση συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ αποφασίζει εντός ενός μηνός. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά το πέρας του εξαμήνου ή αφού ληφθεί απόφαση από κοινού.

6.   Στις περιπτώσεις όπου μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και οι θυγατρικές του, οι θυγατρικές μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ χρησιμοποιούν μία εξελιγμένη προσέγγιση μέτρησης που αναφέρεται στο άρθρο 312 παράγραφος 2 ή την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων (ΠΕΔ-IRB) που αναφέρεται στο άρθρο 143 σε ενοποιημένη βάση, οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στη μητρική και στις θυγατρικές να ικανοποιήσουν από κοινού τα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται στα άρθρα 321 και 322 ή στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 3 τμήμα 6 αντίστοιχα, με τρόπο σύμφωνο με τη δομή του ομίλου και τα συστήματα διαχείρισης κινδύνου, τις διαδικασίες και τις μεθόδους του ομίλου.

7.   Οι αποφάσεις που μνημονεύονται στις παραγράφους 2, 4 και 5 αναγνωρίζονται ως καθοριστικές και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών.

8.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό της διαδικασίας κοινής απόφασης στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 στοιχείο α), όσον αφορά την υποβολή αιτήσεων αδειοδότησης κατά το άρθρο 143 παράγραφος 1, το άρθρο 151 παράγραφοι 4 και 9, το άρθρο 283 παράγραφος 2 και το άρθρο 363, για τη διευκόλυνση της λήψης κοινών αποφάσεων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρα 21

Κοινές αποφάσεις για το επίπεδο εφαρμογής των απαιτήσεων ρευστότητας

1.   Μόλις ένα μητρικό ίδρυμα της ΕΕ ή μια μητρική χρηματοδοτική εταιρία συμμετοχών της ΕΕ ή μια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών της ΕΕ ή μια υποενοποιημένη θυγατρική μητρικού ιδρύματος της ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών της ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ υποβάλει αίτηση, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος της ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών της ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών της ΕΕ σε κράτος μέλος, κάνουν ό,τι είναι δυνατό προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ), και καθορίζουν μια αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας για την εφαρμογή του άρθρου 8.

Η κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός έξι μηνών από την υποβολή έκθεσης εκ μέρους της αρχής ενοποιημένης εποπτείας η οποία καθορίζει αυτόνομες οντότητες διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 8. Σε περίπτωση διαφωνίας κατά τη διάρκεια της εξάμηνης περιόδου, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας συμβουλεύεται την ΕΑΤ αν αυτό ζητηθεί από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας μπορεί εξ ιδίας πρωτοβουλίας να συμβουλεύεται την ΕΑΤ.

Η κοινή απόφαση μπορεί επίσης να επιβάλλει περιορισμούς στον τόπο διακράτησης και την ιδιοκτησία των ρευστών διαθεσίμων και ελάχιστα ποσά ρευστών διαθεσίμων τα οποία πρέπει να κατέχουν τα ιδρύματα που εξαιρούνται από την εφαρμογή του έκτου μέρους.

Η κοινή απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και υποβάλλεται στο μητρικό ίδρυμα της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

2.   Εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός έξι μηνών, κάθε αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση λαμβάνει τη δική της απόφαση.

Ωστόσο, οποιαδήποτε αρμόδια αρχή μπορεί κατά τη διάρκεια του εξαμήνου να ερωτά την ΕΑΤ εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ). Στην περίπτωση αυτή, η ΕΑΤ μπορεί να μεσολαβεί κατά τρόπο μη δεσμευτικό, σύμφωνα με το άρθρο 31 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, και όλες οι εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές αναβάλλουν την απόφασή τους εν αναμονή της έκβασης της μη δεσμευτικής διαμεσολάβησης. Εάν, κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης, δεν επιτευχθεί συμφωνία από τις αρμόδιες αρχές εντός τριών μηνών, κάθε αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση λαμβάνει τη δική της απόφαση, συνεκτιμώντας την αναλογικότητα των οφελών και των κινδύνων στο επίπεδο του κράτους μέλους του μητρικού ιδρύματος και την αναλογικότητα των οφελών και των κινδύνων στο επίπεδο του κράτους μέλους της θυγατρικής. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά το πέρας του εξαμήνου ή αφού ληφθεί απόφαση από κοινού.

Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και οι αποφάσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου είναι δεσμευτικές.

3.   Οποιαδήποτε αρμόδια αρχή μπορεί επίσης κατά τη διάρκεια του εξαμήνου να συμβουλεύεται την ΕΑΤ σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως δ). Στην περίπτωση αυτή, η ΕΑΤ μπορεί να αναλάβει τη μη δεσμευτική διαμεσολάβησή της σύμφωνα με το άρθρο 31 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και όλες οι ενεχόμενες αρμόδιες αρχές θα αναβάλλουν την απόφασή τους εν αναμονή της έκβασης της μη δεσμευτικής διαμεσολάβησης. Εάν, κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης, δεν επιτευχθεί συμφωνία από τις αρμόδιες αρχές εντός τριών μηνών, κάθε αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση λαμβάνει τη δική της απόφαση.

Άρθρο 22

Υποενοποίηση σε περιπτώσεις οντοτήτων σε τρίτες χώρες

Τα θυγατρικά ιδρύματα τηρούν τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στα άρθρα 89 έως 91 και στο τρίτο και πέμπτο μέρος σε υποενοποιημένη βάση όταν τα εν λόγω ιδρύματα ή η μητρική επιχείρηση, εφόσον πρόκειται για χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή για μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, διαθέτουν ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ως θυγατρική σε τρίτη χώρα ή διαθέτουν συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση.

Άρθρο 23

Επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες

Για τους σκοπούς της εφαρμογής εποπτείας σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο, οι όροι «επιχείρηση επενδύσεων», «πιστωτικό ίδρυμα», «χρηματοδοτικό ίδρυμα» και «ίδρυμα» ισχύουν επίσης για επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, οι οποίες αν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση θα πληρούσαν τους ορισμούς των ως άνω όρων στο άρθρο 4.

Άρθρο 24

Αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και στοιχείων εκτός ισολογισμού

1.   Η αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού πραγματοποιείται βάσει του εφαρμοστέου λογιστικού πλαισίου.

2.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαιτήσουν από τα ιδρύματα να αποτιμήσουν τα στοιχεία ενεργητικού και τα στοιχεία εκτός ισολογισμού και να προσδιορίσουν τα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, ως ισχύει δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002.

Μεροσ Δευτερο

ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Κεφάλαιο της κατηγορίας 1

Άρθρο 25

Κεφάλαιο της κατηγορίας 1

Το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος αποτελείται από το άθροισμα του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1

Τμήμα 1

Στοιχεία και μεσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

Άρθρο 26

Στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.   Τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των ιδρυμάτων αποτελούνται από τα εξής:

α)

κεφαλαιακά μέσα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 29,

β)

η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά τα μέσα που αναφέρονται στο στοιχείο α),

γ)

κέρδη εις νέον,

δ)

συσσωρευμένα λοιπά συνολικά έσοδα λοιπό συνολικό συσσωρευμένο εισόδημα,

ε)

λοιπά αποθεματικά,

στ)

κεφάλαια για γενικούς τραπεζικούς κινδύνους.

Τα στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία γ) έως στ) αναγνωρίζονται ως στοιχεία κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον διατίθενται στο ίδρυμα για την απεριόριστη και άμεση κάλυψη κινδύνων ή ζημιών κατά τη στιγμή της επέλευσής τους.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ), τα ιδρύματα μπορούν να συμπεριλάβουν ενδιάμεσα κέρδη περιόδου ή κέρδη τέλους χρήσεως στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 πριν από τη λήψη επίσημης απόφασης από το ίδρυμα που επιβεβαιώνει το τελικό αποτέλεσμα του ιδρύματος, μόνο με την προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής. Η αρμόδια αρχή χορηγεί την άδειά της εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

τα εν λόγω κέρδη έχουν ελεγχθεί από πρόσωπα ανεξάρτητα από το ίδρυμα, τα οποία είναι αρμόδια για τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων του εν λόγω ιδρύματος,

β)

οι αρμόδιες αρχές έχουν λάβει ικανοποιητικές αποδείξεις ότι κάθε προβλέψιμη επιβάρυνση και πρόβλεψη για μερίσματα έχει αφαιρεθεί από το ύψος των εν λόγω κερδών.

Ο έλεγχος των ενδιάμεσων κερδών περιόδου ή των κερδών τέλους χρήσης του ιδρύματος θα διασφαλίζει επαρκώς ότι τα ανωτέρω κέρδη έχουν εκτιμηθεί σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στο ισχύον λογιστικό πλαίσιο.

3.   Οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν κατά πόσον οι εκδόσεις των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 28 ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 29. Αναφορικά με τις εκδόσεις μετά 31η Δεκεμβρίου 2014, τα ιδρύματα ταξινομούν τα κεφαλαιακά μέσα ως μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 μόνο κατόπιν έγκρισης των αρμοδίων αρχών, οι οποίες δύνανται να ζητήσουν τη γνώμη της ΕΑΤ.

Για κεφαλαιακά μέσα, εξαιρουμένης της κρατικής ενίσχυσης, τα οποία εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή ως αποδεκτά για ταξινόμηση ως μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 αλλά, κατά τη γνώμη της ΕΑΤ διαπίστωση της συμμόρφωσης προς τα κριτήρια του άρθρου 28 ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 29, παρουσιάζει ουσιαστικές δυσχέρειες, οι αρμόδιες αρχές εξηγούν τη συλλογιστική τους στην ΕΑΤ.

Βάσει πληροφοριών από κάθε αρμόδια αρχή, η ΕΑΤ καταρτίζει, τηρεί και δημοσιεύει κατάλογο όλων των ειδών κεφαλαιακών μέσων σε έκαστο κράτος μέλος τα οποία κρίνονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Η ΕΑΤ καταρτίζει και δημοσιεύει τον εν λόγω κατάλογο έως 1η Φεβρουαρίου 2015 για πρώτη φορά.

Η ΕΑΤ δύναται, σύμφωνα με τη διαδικασία επανεξέτασης του άρθρου 80 και εφόσον υφίστανται σημαντικές ενδείξεις ότι τα εν λόγω μέσα δεν πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 28 ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 29, να αποφασίσει να αποσύρει από τον κατάλογο τα κεφαλαιακά μέσα που δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση και τα οποία εκδόθηκαν μετά 31η Δεκεμβρίου 2014 και να προβεί σε σχετική ανακοίνωση.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει την έννοια του προβλέψιμου κατά τον προσδιορισμό της αφαίρεσης τυχόν προβλέψιμων επιβαρύνσεων και μερισμάτων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 27

Κεφαλαιακά μέσα αλληλασφαλιστικών ενώσεων, συνεταιριστικών εταιρειών, ταμιευτηρίων ή παρόμοιων ιδρυμάτων σε στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.   Τα στοιχεία Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 περιλαμβάνουν οποιοδήποτε κεφαλαιακό μέσο που εκδίδεται από ένα ίδρυμα δυνάμει του καταστατικού του εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

το ίδρυμα ανήκει σε τύπο ιδρύματος που ορίζεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας και αναγνωρίζεται από τις αρμόδιες αρχές ως:

i)

αλληλασφαλιστική ένωση,

ii)

συνεταιριστική εταιρεία,

iii)

ταμιευτήριο,

iv)

παρόμοιο ίδρυμα,

v)

πιστωτικό ίδρυμα το οποίο ανήκει εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία ιδρύματος που αναφέρεται στα σημεία i) έως iv) και έχει λάβει έγκριση από την αρμόδια αρχή να κάνει χρήση των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον και για όσον καιρό το 100 % των κοινών μετοχών που εκδίδει το πιστωτικό ίδρυμα ανήκει άμεσα ή έμμεσα σε ίδρυμα που αναφέρεται στα εν λόγω σημεία,

β)

πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 28 ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 29.

Οι εν λόγω αλληλασφαλιστικές ενώσεις, συνεταιριστικές εταιρείες ή ταμιευτήρια που αναγνωρίζονται ως τέτοια από την ισχύουσα εθνική νομοθεσία πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2012, θα εξακολουθήσουν να ταξινομούνται στην κατηγορία αυτή για τους σκοπούς του παρόντος μέρους, υπό την προϋπόθεση ότι εξακολουθούν να πληρούν τα κριτήρια που καθόρισαν την αναγνώριση αυτή.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αποφασίσουν ότι ένα είδος επιχείρησης αναγνωρισμένο δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας αναγνωρίζεται ως αλληλασφαλιστική ένωση, συνεταιριστική εταιρεία, ταμιευτήριο ή παρόμοιος ίδρυμα για τους σκοπούς του παρόντος μέρους.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 28

Μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.   Τα κεφαλαιακά μέσα χαρακτηρίζονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

τα μέσα εκδίδονται άμεσα από το ίδρυμα κατόπιν έγκρισης των ιδιοκτητών του ιδρύματος ή, εφόσον επιτρέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, από το διοικητικό σώμα του ιδρύματος,

β)

τα μέσα είναι καταβεβλημένα και η αγορά τους δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα,

γ)

τα μέσα πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις όσον αφορά την κατάταξή τους:

i)

χαρακτηρίζονται ως κεφάλαιο κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ,

ii)

κατατάσσονται στην καθαρή θέση κατά την έννοια του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

iii)

κατατάσσονται ως μετοχικό κεφάλαιο για τους σκοπούς του προσδιορισμού της αφερεγγυότητας βάσει του ισολογισμού, ανάλογα με την περίπτωση δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας,

δ)

τα μέσα εμφανίζονται χωριστά και με σαφήνεια στον ισολογισμό των οικονομικών καταστάσεων του ιδρύματος,

ε)

τα μέσα είναι αόριστης διάρκειας,

στ)

το κεφάλαιο των μέσων δεν δύναται να μειωθεί ή να εξοφληθεί, εξαιρουμένων των κατωτέρω περιπτώσεων:

i)

εκκαθάριση του ιδρύματος,

ii)

προαιρετική επαναγορά των μέσων ή άλλο προαιρετικό μέσο μείωσης του κεφαλαίου, εφόσον το ίδρυμα έχει εξασφαλίσει την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 77,

ζ)

οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν αναφέρουν ρητά ή σιωπηρά ότι το κεφάλαιο των μέσων θα μπορούσε ή ενδέχεται να μειωθεί ή να εξοφληθεί εκτός από την περίπτωση εκκαθάρισης του ιδρύματος, και το ίδρυμα δεν αναφέρει κάτι ανάλογο πριν από ή κατά την έκδοση των μέσων, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27 όπου η το ίδρυμα απαγορεύεται να αρνηθεί την εξόφληση των εν λόγω μέσων δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας,

η)

τα μέσα πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις όσον αφορά τις διανομές:

i)

δεν υφίσταται προνομιακή μεταχείριση στη διανομή σε σχέση με τη σειρά καταβολής των διανομών, ακόμα και σε σχέση με άλλα μέσα κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, και οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν προνομιακά δικαιώματα για την καταβολή των διανομών,

ii)

οι διανομές στους κατόχους των μέσων δύνανται να καταβάλλονται μόνο από διανεμητέα στοιχεία,

iii)

οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν ανώτατο όριο ή άλλο περιορισμό ως προς το μέγιστο επίπεδο διανομών, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27,

iv)

το επίπεδο των διανομών δεν προσδιορίζεται βάσει του ποσού έναντι του οποίου αγοράσθηκαν τα μέσα κατά την έκδοσή τους, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27,

v)

οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν καμία υποχρέωση του ιδρύματος να προβαίνει σε διανομές στους κατόχους των μέσων και το ίδρυμα δεν υπόκειται σε καμία περίπτωση στην εν λόγω υποχρέωση,

vi)

η μη καταβολή των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος,

vii)

η ακύρωση των διανομών δεν επιβάλλει κανένα περιορισμό στο ίδρυμα,

θ)

σε σύγκριση με όλα τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδει το ίδρυμα, τα μέσα απορροφούν το πρώτο και μεγαλύτερο αναλογικά μερίδιο των ζημιών καθώς συμβαίνουν, και κάθε μέσο απορροφά τις ζημίες στον ίδιο βαθμό με όλα τα άλλα μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1,

ι)

τα μέσα ιεραρχούνται χαμηλότερα από όλες τις άλλες αξιώσεις σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης του ιδρύματος,

ια)

τα μέσα δίνουν το δικαίωμα στους ιδιοκτήτες τους να έχουν απαίτηση επί των εναπομενόντων στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος, η οποία, σε περίπτωση εκκαθάρισης και μετά την εξόφληση όλων των απαιτήσεων με εξοφλητική προτεραιότητα, είναι ανάλογη με το ύψος των εκδοθέντων μέσων και δεν είναι σταθερή ούτε υπόκειται σε ανώτατο όριο, εκτός από την περίπτωση των κεφαλαιακών μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27,

ιβ)

τα μέσα δεν είναι εξασφαλισμένα ούτε υπόκεινται σε εγγύηση που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης από οποιονδήποτε από τους κατωτέρω:

i)

το ίδρυμα ή τις θυγατρικές του,

ii)

τη μητρική επιχείρηση του ιδρύματος ή τις θυγατρικές της,

iii)

τη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή τις θυγατρικές της,

iv)

τη μικτή εταιρεία συμμετοχών ή τις θυγατρικές της,

v)

τη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και τις θυγατρικές της,

vi)

οποιαδήποτε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με τις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως v,·

ιγ)

τα μέσα δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε ρύθμιση, συμβατική ή άλλη, η οποία ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα των απαιτήσεων δυνάμει των μέσων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης.

Η προϋπόθεση του στοιχείου ι) του πρώτου εδαφίου λογίζεται ότι πληρούται έστω και αν τα μέσα περιλαμβάνονται στα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 δυνάμει του άρθρου 484 παράγραφος 3, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν την ίδια προτεραιότητα.

2.   Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 σημείο i) θεωρείται ότι πληρούνται ανεξάρτητα από μείωση σε μόνιμη βάση της αξίας του κεφαλαίου των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2.

Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 σημείο στ) θεωρείται ότι πληρούνται ανεξαρτήτως της μείωσης του ποσού του κεφαλαιακού μέσου στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης ή ως συνέπεια της μείωσης της αξίας των κεφαλαιακών μέσων που απαιτούνται από την αρχή εξυγίανσης που είναι υπεύθυνη για το ίδρυμα.

Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 σημείο ζ) θεωρείται ότι πληρούνται ανεξαρτήτως των διατάξεων που διέπουν το κεφαλαιακό μέσο υποδεικνύοντας ρητά ή σιωπηρά ότι το ποσό του κεφαλαίου του μέσου θα μειωθεί ή ενδέχεται να μειωθεί στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης ή ως συνέπεια της μείωσης της ονομαστικής αξίας των κεφαλαιακών μέσων που απαιτούνται από την αρχή εξυγίανσης που είναι υπεύθυνη για το ίδρυμα.

3.   Οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 στοιχείο η) σημείο iii) θεωρείται ότι πληρούνται ανεξάρτητα από το εάν το μέσο καταβάλλει πολλαπλάσιο μέρισμα, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πολλαπλάσιο μέρισμα δεν έχει ως αποτέλεσμα διανομή που προκαλεί δυσανάλογη επίπτωση στα ίδια κεφάλαια.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο η) σημείο i), οι διαφοροποιημένες διανομές αντικατοπτρίζουν μόνο τα διαφοροποιημένα δικαιώματα ψήφου. Σε αυτό το πλαίσιο, οι υψηλότερες διανομές εφαρμόζονται μόνο στα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 με λιγότερα δικαιώματα ψήφου ή χωρίς δικαιώματα ψήφου.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

τις ισχύουσες μορφές και τη φύση της έμμεσης χρηματοδότησης των μέσων ιδίων κεφαλαίων,

β)

εάν και πότε οι πολλαπλάσιες διανομές προκαλούν δυσανάλογη επίπτωση στα ίδια κεφάλαια,

γ)

την έννοια των προνομιακών διανομών.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 29

Κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από αλληλασφαλιστικές ενώσεις, συνεταιριστικές εταιρείες, ταμιευτήρια και παρόμοια ιδρύματα

1.   Τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από αλληλασφαλιστικές ενώσεις, συνεταιριστικές εταιρείες, ταμιευτήρια και παρόμοια ιδρύματα είναι αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 με τις τροποποιήσεις που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

2.   Οι κατωτέρω προϋποθέσεις πληρούνται όσον αφορά την εξόφληση των κεφαλαιακών μέσων:

α)

εκτός εάν απαγορεύεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, το ίδρυμα δύναται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων,

β)

σε περίπτωση που το ίδρυμα απαγορεύεται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δίνουν στο ίδρυμα τη δυνατότητα να περιορίσει την εξόφλησή τους,

γ)

η άρνηση εξόφλησης των μέσων ή ο περιορισμός της εξόφλησής τους, ανάλογα με την περίπτωση, δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος.

3.   Τα κεφαλαιακά μέσα είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν ανώτατο όριο ή περιορισμό ως προς το μέγιστο επίπεδο των διανομών μόνο εφόσον το εν λόγω όριο ή ο περιορισμός προβλέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας ή του καταστατικό του ιδρύματος.

4.   Σε περίπτωση που τα κεφαλαιακά μέσα παρέχουν στον ιδιοκτήτη τους δικαιώματα στα αποθεματικά του ιδρύματος σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης, τα οποία περιορίζονται στην ονομαστική αξία των μέσων, ο εν λόγω περιορισμός ισχύει στον ίδιο βαθμό για τους κατόχους όλων των υπόλοιπων μέσων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που εκδίδει το ίδρυμα.

Οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ισχύουν με την επιφύλαξη της δυνατότητας αλληλασφαλιστικής ένωσης, συνεταιριστικής εταιρείας, ταμιευτηρίου ή παρόμοιων φορέων να αναγνωρίσουν εντός μέσων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που δεν παρέχουν δικαιώματα ψήφου στον κάτοχο και πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η απαίτηση των κατόχων των μέσων χωρίς δικαίωμα ψήφου σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης του ιδρύματος είναι ανάλογη προς το μερίδιο του συνόλου των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αντιπροσωπεύουν τα εν λόγω μέσα χωρίς δικαίωμα ψήφου,

β)

τα μέσα είναι άλλως αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

5.   Σε περίπτωση που τα κεφαλαιακά μέσα παρέχουν στον ιδιοκτήτη τους δικαίωμα απαίτησης επί των στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισής του, η οποία είναι σταθερή ή υπόκειται σε ένα ανώτατο όριο, ο εν λόγω περιορισμός ισχύει στον ίδιο βαθμό για όλους τους κατόχους όλων των μέσων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που εκδίδει το ίδρυμα

6.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τη φύση των περιορισμών της εξόφλησης που είναι απαραίτητοι σε περίπτωση που το ίδρυμα απαγορεύεται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 30

Συνέπειες της παύσης ικανοποίησης των προϋποθέσεων αναγνώρισης για τα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

Σε περίπτωση που δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 29, για ένα μέσο Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, ισχύουν τα εξής:

α)

το μέσο παύει αμέσως να είναι αποδεκτό ως μέσο κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

β)

η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά το εν λόγω μέσο παύει αμέσως να αναγνωρίζεται ως στοιχείο κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

Άρθρο 31

Κεφαλαιακά μέσα που αναλαμβάνονται από δημόσιες αρχές σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

1.   Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν στα ιδρύματα να συμπεριλάβουν στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 κεφαλαιακά μέσα που συμμορφώνονται, κατ’ ελάχιστον, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 28 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε), όταν πληρούνται όλες οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α)

τα κεφαλαιακά μέσα εκδίδονται μετά 1η Ιανουαρίου 2014,

β)

τα κεφαλαιακά μέσα θεωρούνται από την Επιτροπή ως κρατική ενίσχυση,

γ)

τα κεφαλαιακά μέσα εκδίδονται στο πλαίσιο μέτρων ανακεφαλαιοποίησης σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων,

δ)

τα κεφαλαιακά μέσα έχουν αναληφθεί πλήρως και κατέχονται από το κράτος ή από σχετική δημόσια αρχή ή από δημόσια οντότητα,

ε)

τα κεφαλαιακά μέσα έχουν τη δυνατότητα να απορροφήσουν ζημίες,

στ)

εκτός για τα κεφαλαιακά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 27, στην περίπτωση εκκαθάρισης, τα κεφαλαιακά μέσα δίνουν το δικαίωμα στους ιδιοκτήτες τους να υποβάλουν αξίωση επί των εναπομείναντων περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος μετά την εξόφληση όλων των απαιτήσεων με εξοφλητική προτεραιότητα,

ζ)

υφίστανται κατάλληλοι μηχανισμοί εξόδου για το κράτος, ή κατά περίπτωση, για την αρμόδια δημόσια αρχή ή δημόσια οντότητα,

η)

η αρμόδια αρχή έχει προτέρως εγκρίνει και έχει δημοσιεύσει την απόφασή της παράλληλα με την αιτιολόγηση της εν λόγω απόφασης.

2.   Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της σχετικής αρμόδιας αρχής και σε συνεργασία με αυτήν, η ΕΑΤ θεωρεί τα κεφαλαιακά μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ως ισοδύναμα με τα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

Τμήμα 2

Εποπτίκεσ προσαρμογές

Άρθρο 32

Τιτλοποιημένα στοιχεία ενεργητικού

1.   Κάθε ίδρυμα εξαιρεί από οποιοδήποτε στοιχείο ιδίων κεφαλαίων του κάθε αύξηση του μετοχικού του κεφαλαίου δυνάμει του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου, η οποία προκύπτει από τιτλοποιημένα στοιχεία ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων των κατωτέρω:

α)

μια τέτοια αύξηση που σχετίζεται με μελλοντικό περιθώριο εσόδων που έχει ως αποτέλεσμα κέρδος από πωλήσεις για το ίδρυμα,

β)

σε περίπτωση που το ίδρυμα αποτελεί την μεταβιβάζουσα οντότητα μιας τιτλοποίησης, τα καθαρά κέρδη από την κεφαλαιοποίηση μελλοντικών εσόδων από τα τιτλοποιημένα στοιχεία ενεργητικού, τα οποία παρέχουν πιστωτική ενίσχυση στις θέσεις σε τιτλοποίηση.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω την έννοια του κέρδους από πωλήσεις που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 33

Αντισταθμίσεις ταμειακών ροών και αλλαγές στην αξία των ιδίων υποχρεώσεων

1.   Τα ιδρύματα δεν συμπεριλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία σε οποιοδήποτε στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων τους:

α)

τα αποθεματικά εύλογης αξίας που σχετίζονται με κέρδη ή ζημίες από αντισταθμίσεις ταμειακών ροών από χρηματοοικονομικά μέσα που δεν αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων ταμειακών ροών,

β)

κέρδη ή ζημίες από τις υποχρεώσεις του ιδρύματος που αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους και προκύπτουν από αλλαγές στην πιστωτική διαβάθμιση του ίδιου του ιδρύματος,

γ)

όλα τα κέρδη και οι ζημίες εύλογης αξίας που προκύπτουν από τον ίδιο πιστωτικό κίνδυνο του ιδρύματος και αφορούν υποχρεώσεις από παράγωγα.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ), τα ιδρύματα δεν αντισταθμίζουν τα κέρδη και τις ζημίες εύλογης αξίας που προκύπτουν από τον ίδιο πιστωτικό κίνδυνο του ιδρύματος με τα κέρδη και τις ζημίες που προκύπτουν από τον πιστωτικό κίνδυνο του αντισυμβαλλομένου.

3.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 στοιχείο β), τα ιδρύματα μπορούν να περιλαμβάνουν το ποσό των κερδών και των ζημιών από υποχρεώσεις τους στα ίδια κεφάλαια, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι υποχρεώσεις έχουν τη μορφή ομολόγων όπως αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ,

β)

οι αλλαγές της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος οφείλονται στις ίδιες αλλαγές στην πιστωτική διαβάθμιση του ίδιου του ιδρύματος,

γ)

υφίσταται στενή αντιστοιχία μεταξύ της αξίας των ομολόγων του στοιχείου α) και της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος,

δ)

είναι δυνατή η εξόφληση των ενυπόθηκων δανείων με την επαναγορά των ομολόγων που χρηματοδοτούν τα ενυπόθηκα δάνεια στην αγοραία ή την ονομαστική τους αξία.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει σε τι συνίσταται η στενή αντιστοιχία μεταξύ της αξίας των ομολόγων και της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο γ).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2013.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 34

Πρόσθετες προσαρμογές αξίας

Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 105 σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία τους που αποτιμώνται σε εύλογη αξία κατά τον υπολογισμό του ύψους των ιδίων κεφαλαίων και αφαιρούν από το Κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 το ποσό τυχόν άλλων πρόσθετων προσαρμογών αξίας που θεωρούνται αναγκαίες.

Άρθρο 35

Μη πραγματοποιηθέντα κέρδη και ζημίες από αποτίμηση στην εύλογη αξία

Εκτός από την περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 33, τα ιδρύματα δεν δύνανται να κάνουν προσαρμογές για να αφαιρούν από τα ίδια κεφάλαιά τους τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη και τις ζημίες επί των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεών τους που αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους.

Τμήμα 3

Αφαιρέσεις από τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, έξαιρεσεις και εναλλακτικές δυνατοτητές

Ενότητα 1

Αφαιρέσεις απο τα στοιχεία κεφαλαιου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

Άρθρο 36

Αφαιρέσεις από τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.   Τα ιδρύματα αφαιρούν τα κατωτέρω στοιχεία από τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1:

α)

ζημίες της τρέχουσας χρήσης,

β)

άυλα στοιχεία του ενεργητικού,

γ)

αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται στη μελλοντική κερδοφορία,

δ)

για τα ιδρύματα που υπολογίζουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων με την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων (προσέγγιση IRB), τα αρνητικά ποσά που προκύπτουν από τον υπολογισμό των ποσών αναμενόμενης ζημίας που διευκρινίζεται στα άρθρα 158 και 159,

ε)

περιουσιακά στοιχεία του συνταξιοδοτικού ταμείου προκαθορισμένων παροχών στον ισολογισμό του ιδρύματος,

στ)

τις άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που υποχρεούται να αγοράσει επί του παρόντος ή μελλοντικά ένα ίδρυμα βάσει υφιστάμενης συμβατικής υποχρέωσης,

ζ)

τις άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα σε περίπτωση που οι εν λόγω οντότητες έχουν αμοιβαία συμμετοχή με το ίδρυμα, η οποία, κατά τις αρμόδιες αρχές, σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος,

η)

το ισχύον ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες,

θ)

το ισχύον ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις περιπτώσεις που το ίδρυμα διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες,

ι)

το ποσό των στοιχείων που πρέπει να αφαιρεθούν από Πρόσθετα στοιχεία της Κατηγορίας 1 σύμφωνα με το άρθρο 56 και το οποίο υπερβαίνει το Πρόσθετο κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 του ιδρύματος,

ια)

το ποσό του ανοίγματος των ακόλουθων στοιχείων που είναι αποδεκτά για συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 %, σε περίπτωση που το ίδρυμα αφαιρεί το εν λόγω ποσό από το ποσό των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ως εναλλακτική δυνατότητα αντί της εφαρμογής συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 %:

i)

ειδικές συμμετοχές εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα,

ii)

τιτλοποιημένες θέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 243 παράγραφος 1 στοιχείο β), το άρθρο 244 παράγραφος 1 στοιχείο β) και το άρθρο 258,

iii)

ατελείς συναλλαγές, σύμφωνα με το άρθρο 379 παράγραφος 3,

iv)

θέσεις ενός καλαθιού για τις οποίες το ίδρυμα δεν μπορεί να προσδιορίσει το συντελεστή στάθμισης κινδύνου δυνάμει της προσέγγισης IRB σύμφωνα με το άρθρο 153 παράγραφος 8,

v)

ανοίγματα σε μετοχές στο πλαίσιο μιας μεθόδου εσωτερικών υποδειγμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 155 παράγραφος 4,

ιβ)

οποιαδήποτε φορολογική επιβάρυνση σχετίζεται με τα στοιχεία Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, η οποία προβλέπεται κατά τη στιγμή του υπολογισμού της, εκτός εάν το ίδρυμα προσαρμόσει κατάλληλα το ποσό των στοιχείων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 στο μέτρο που η επιβάρυνση αυτή μειώνει το ποσό μέχρι το οποίο τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη κινδύνων ή ζημιών.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει την εφαρμογή των αφαιρέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), γ), ε), στ), η), θ) και ιβ) του παρόντος άρθρου και των σχετικών αφαιρέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 56 στοιχεία α), γ), δ) και στ) και στο άρθρο 66 στοιχεία α), γ) και δ).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

3.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τα είδη των κεφαλαιακών μέσων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και, σε διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (ΕΑΑΕΣ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010 (26), των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών και των επιχειρήσεων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, τα οποία αφαιρούνται από τα κατωτέρω στοιχεία ιδίων κεφαλαίων:

α)

στοιχεία Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1,

β)

πρόσθετα στοιχεία της Κατηγορίας 1,

γ)

στοιχεία της Κατηγορίας 2.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 37

Αφαίρεση άυλων στοιχείων ενεργητικού

Τα ιδρύματα καθορίζουν το ποσό των άυλων στοιχείων ενεργητικού που αφαιρούνται σύμφωνα με τα εξής:

α)

το ποσό που πρόκειται να αφαιρεθεί, είναι μειωμένο κατά το ποσό των σχετικών αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων που θα εξαλείφονταν εάν τα άυλα στοιχεία ενεργητικού απομειώνονταν ή αποαναγνωρίζονταν δυνάμει του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

β)

το ποσό που πρόκειται να αφαιρεθεί περιλαμβάνει την υπεραξία που περιλαμβάνεται στην αποτίμηση σημαντικών επενδύσεων του ιδρύματος.

Άρθρο 38

Αφαίρεση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία

1.   Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζεται σε μελλοντική κερδοφορία και του οποίου απαιτείται η αφαίρεση σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

2.   Με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 3, το ποσό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία υπολογίζεται χωρίς την αφαίρεση του ποσού των σχετικών αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων του ιδρύματος.

3.   Το ποσό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία είναι δυνατόν να μειωθεί κατά το ποσό των σχετικών αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων του ιδρύματος, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

η οικονομική οντότητα έχει νομικά εκτελεστό δικαίωμα δυνάμει του ισχύοντος εθνικού δικαίου να συμψηφίσει τις τρέχουσες φορολογικές απαιτήσεις αυτές με τις τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις,

β)

οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και οι αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις σχετίζονται με φόρους που επιβάλλονται από την ίδια φορολογική αρχή και στην ίδια φορολογητέα οντότητα.

4.   Οι σχετικές αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις του ιδρύματος που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της παραγράφου 3 δεν είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις που περιορίζουν το ποσό των άυλων στοιχείων ενεργητικού ή περιουσιακών στοιχείων του συνταξιοδοτικού ταμείου προκαθορισμένων παροχών των οποίων απαιτείται η αφαίρεση.

5.   Το ποσό των σχετικών αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 κατανέμεται μεταξύ των κατωτέρω στοιχείων:

α)

αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές που δεν αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 1,

β)

όλες οι υπόλοιπες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία.

Τα ιδρύματα κατανέμουν τις σχετικές αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις σύμφωνα με την αναλογία των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία, την οποία αντιπροσωπεύουν τα στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

Άρθρο 39

Επιπλέον καταβληθείς φόρος, μεταφορές φορολογικών ζημιών και αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που δεν βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία

1.   Τα ακόλουθα στοιχεία δεν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια και υπόκεινται σε στάθμιση κινδύνου σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή 3, κατά περίπτωση:

α)

επιπλέον καταβληθείς φόρος από το ίδρυμα για την τρέχουσα χρήση,

β)

φορολογικές ζημίες του ιδρύματος από την τρέχουσα χρήση που μεταφέρονται σε προηγούμενες χρήσεις και εγείρουν αξίωση ή εισπρακτέα απαίτηση έναντι κεντρικής κυβέρνησης, περιφερειακής κυβέρνησης ή εγχώριας φορολογικής αρχής.

2.   Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που δεν βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία περιορίζονται στις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που προκύπτουν από προσωρινές διαφορές, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

αντικαθιστώνται αμέσως από έκπτωση φόρου, αυτομάτως και υποχρεωτικά, σε περίπτωση που το ίδρυμα αναφέρει ζημία κατά την επίσημη έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων του ιδρύματος ή σε περίπτωση εκκαθάρισης ή αφερεγγυότητας του ιδρύματος,

β)

ένα ίδρυμα είναι σε θέση, δυνάμει της ισχύουσας εθνικής φορολογικής νομοθεσίας, να αντισταθμίσει φορολογική έκπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο α) με οποιαδήποτε φορολογική υποχρέωση του ιδρύματος ή οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης που υπάγεται στην ίδια ενοποίηση με το ίδρυμα για φορολογικούς σκοπούς σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή ή οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης που υπόκειται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2,

γ)

εφόσον το ποσό των φορολογικών εκπτώσεων που αναφέρονται στο στοιχείο β) υπερβαίνει τις φορολογικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο ίδιο στοιχείο, οποιοδήποτε υπερβάλλον ποσό αντικαθίσταται αμέσως με άμεση απαίτηση έναντι της κεντρικής κυβέρνησης του κράτους μέλους στο οποίο έχει συσταθεί το ίδρυμα.

Τα ιδρύματα εφαρμόζουν στάθμιση κινδύνου 100 % στις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των στοιχείων α), β) και γ).

Άρθρο 40

Αφαίρεση των αρνητικών ποσών που προκύπτουν από τον υπολογισμό των ποσών αναμενόμενης ζημίας

Το ποσό που αφαιρείται σύμφωνα με το στοιχείο δ) του άρθρου 33 παράγραφος 1 δεν μειώνεται από την αύξηση του επιπέδου των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία, ή από άλλη πρόσθετη επίπτωση του φόρου, που θα μπορούσε να προκύψει αν οι προβλέψεις ανέρχονταν στο επίπεδο των αναμενόμενων ζημιών που αναφέρονται στο τμήμα 3 του κεφαλαίου 3 του τίτλου Ι.

Άρθρο 41

Αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων συνταξιοδοτικών ταμείων προκαθορισμένων παροχών

1.   Για τους σκοπούς του στοιχείου ε) του άρθρου 36 παράγραφος 1, το ποσό των περιουσιακών στοιχείων των συνταξιοδοτικών ταμείων προκαθορισμένων παροχών που αφαιρούνται μειώνεται κατά τα εξής:

α)

το ποσό οποιωνδήποτε σχετικών αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων που ενδέχεται να εξαλείφονταν εάν τα στοιχεία ενεργητικού απομειώνονταν ή αποαναγνωρίζονταν δυνάμει του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

β)

το ποσό των περιουσιακών στοιχείων του συνταξιοδοτικού ταμείου προκαθορισμένων παροχών που το ίδρυμα δύναται να χρησιμοποιεί απεριόριστα, με την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα έχει λάβει την πρότερη άδεια της αρμόδιας αρχής. Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τη μείωση του προς αφαίρεση ποσού λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το Κεφάλαιο 2 ή 3 του Τίτλου ΙΙ του Μέρους τρία, ανάλογα με την περίπτωση.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μια αρμόδια αρχή επιτρέπει σε ένα ίδρυμα τη μείωση του ποσού των περιουσιακών στοιχείων του συνταξιοδοτικού ταμείου προκαθορισμένων παροχών όπως ορίζεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 42

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1

Για τους σκοπούς του στοιχείου στ) του άρθρου 36 παράγραφος 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν τις τοποθετήσεις σε ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 βάσει των μεικτών θετικών τους θέσεων με τις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α)

τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν τα ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 βάσει της καθαρής θετικής τους θέσης υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι δύο κάτωθι προϋποθέσεις:

i)

οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις βρίσκονται στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα και οι αρνητικές θέσεις δεν ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου,

ii)

είτε οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)

τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις που παίρνουν τη μορφή τοποθετήσεων σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες υπολογίζοντας το υποκείμενο άνοιγμα στα ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που περιλαμβάνονται στους δείκτες αυτούς,

γ)

τα ιδρύματα δύνανται να συμψηφίζουν τις μεικτές θετικές θέσεις σε ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που προκύπτουν από τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες με τις αρνητικές θέσεις σε ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που προκύπτουν από αρνητικές θέσεις στους υποκείμενους δείκτες, ακόμα και στις περιπτώσεις που οι εν λόγω αρνητικές θέσεις ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i)

οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις είναι στους ίδιους υποκείμενους δείκτες,

ii)

είτε αμφότερες οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

Άρθρο 43

Σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα

Για τους σκοπούς της αφαίρεσης, ένα ίδρυμα έχει σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα εφόσον πληρούται οιαδήποτε εκ των κατωτέρω προϋποθέσεων:

α)

το ίδρυμα κατέχει ποσοστό μεγαλύτερο από 10 % των μέσων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που εκδίδει η εν λόγω οντότητα,

β)

το ίδρυμα έχει στενούς δεσμούς με την εν λόγω οντότητα και κατέχει μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που εκδίδει αυτή,

γ)

το ίδρυμα κατέχει μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που εκδίδει η εν λόγω οντότητα και η οντότητα δεν συμπεριλαμβάνεται σε ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2, αλλά συμπεριλαμβάνεται στην ίδια λογιστική ενοποίηση με το ίδρυμα για σκοπούς χρηματοοικονομικής πληροφόρησης δυνάμει του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου.

Άρθρο 44

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα σε περίπτωση που το ίδρυμα έχει αμοιβαία συμμετοχή που σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση των ιδίων κεφαλαίων

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία ζ), η) και θ) του άρθρου 36 παράγραφος 1 σύμφωνα με τα εξής:

α)

οι τοποθετήσεις σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και σε άλλα κεφαλαιακά μέσα οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα υπολογίζονται βάσει των μικτών θετικών θέσεων,

β)

τα ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 1 θεωρούνται ως τοποθετήσεις σε μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 για τους σκοπούς της αφαίρεσης.

Άρθρο 45

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που απαιτούνται δυνάμει των στοιχείων η) και θ) του άρθρου 36 παράγραφος 1 σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις:

α)

δύνανται να υπολογίζουν τις άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα βάσει της καθαρής θετικής θέσης στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i)

η ληκτότητα της αρνητικής θέσης ταυτίζεται με τη ληκτότητα της θετικής ή ότι έχει εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους,

ii)

είτε η θετική και η αρνητική θέση περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)

τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις που παίρνουν τη μορφή τοποθετήσεων σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, υπολογίζοντας το υποκείμενο άνοιγμα στα κεφαλαιακά μέσα οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα που περιλαμβάνονται στους δείκτες αυτούς.

Άρθρο 46

Αφαίρεση τοποθετήσεων μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1σε περίπτωση που ένα ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα

1.   Για τους σκοπούς του στοιχείου η) του άρθρου 36 παράγραφος 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προς αφαίρεση ποσό κατά περίπτωση πολλαπλασιάζοντας το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με το συντελεστή που προκύπτει από τον υπολογισμό που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α)

το συνολικό ποσό κατά το οποίο οι άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις οποίες το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση υπερβαίνουν το 10 % του συνολικού ποσού των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, υπολογισμένο μετά την εφαρμογή των κατωτέρω στα στοιχεία κοινών μετοχών της κατηγορίας 1:

i)

των άρθρων 32 έως 35,

ii)

των αφαιρέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ), στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως v) και στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), με την εξαίρεση του ποσού που αφαιρείται για αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,

iii)

των άρθρων 44 και 45,

β)

το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 εκείνων των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα όπου το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση, δια του συνολικού ποσού των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα όλων των κατηγοριών ιδίων κεφαλαίων των εν λόγω οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα.

2.   Τα ιδρύματα εξαιρούν τις θέσεις αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατά μέγιστο από το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 και από τον υπολογισμό του συντελεστή που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1.

3.   Το ποσό που πρέπει να αφαιρεθεί δυνάμει της παραγράφου 1 κατανέμεται σε όλα τα διατηρούμενα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Τα ιδρύματα καθορίζουν το μέρος των τοποθετήσεων σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αφαιρείται δυνάμει της παραγράφου 1 πολλαπλασιάζοντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με την αναλογία που ορίζεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α)

το ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να αφαιρεθούν δυνάμει της παραγράφου 1,

β)

η αναλογία του συνολικού ποσού των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση η οποία να αντιπροσωπεύεται από κάθε μέσο κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που κατέχεται.

4.   Το ποσό των τοποθετήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο η) του άρθρου 36 παράγραφος 1, το οποίο είναι ίσο ή μικρότερο από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος μετά την εφαρμογή των διατάξεων που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) σημεία i) έως iii), δεν αφαιρείται και υπόκειται στους αντίστοιχους συντελεστές στάθμισης κινδύνου δυνάμει του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή 3 και των απαιτήσεων που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος IV, ανάλογα με την περίπτωση.

5.   Τα ιδρύματα καθορίζουν το μέρος των τοποθετήσεων σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που υπόκειται σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου διαιρώντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) με το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο β):

α)

το ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να σταθμιστούν δυνάμει της παραγράφου 4,

β)

το ποσό που προσδιορίζεται στο σημείο i) διαιρούμενο με το ποσό που προσδιορίζεται στο σημείο ii):

i)

το συνολικό ποσό των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

ii)

το συνολικό ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση.

Άρθρο 47

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σε περίπτωση που ένα ίδρυμα έχει σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα

Για τους σκοπούς του στοιχείο θ) του άρθρου 36 παράγραφος 1, από το ποσό που αφαιρείται κατά περίπτωση από τα στοιχεία Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 εξαιρούνται οι θέσεις αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατά μέγιστο και το εν λόγω ποσό προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 44 και 45 και την ενότητα 2.

Ενότητα 2

Εξαιρεσεις και εναλλακτικες δυνατοτητες αφαιρεσησ από στοιχεια κεφαλαιου κοινων μετοχων της kατηγοριας 1

Άρθρο 48

Εξαιρέσεις λόγω ορίου από την αφαίρεση από στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.   Κατά την πραγματοποίηση των απαιτούμενων αφαιρέσεων δυνάμει του άρθρου 36 παράγραφος 1 των στοιχείων γ) και θ), δεν απαιτείται από τα ιδρύματα να αφαιρούν τα ποσά των στοιχείων που παρατίθενται στα σημεία α) και β) της παρούσας παραγράφου, το σύνολο των οποίων είναι ίσο ή μικρότερο από το ποσό ορίου της παραγράφου 2:

α)

οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που εξαρτώνται από τη μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές, και συνολικά είναι ίσες ή μικρότερες από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, υπολογισμένες κατόπιν εφαρμογής των κατωτέρω διατάξεων·

i)

των άρθρων 32 έως 35,

ii)

του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως v) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), εξαιρουμένων των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,

β)

σε περίπτωση που ένα ίδρυμα έχει σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, οι άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της εν λόγω οντότητας που συνολικά είναι ίσες με ή μικρότερες από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος υπολογισμένες κατόπιν εφαρμογής των κατωτέρω διατάξεων.

i)

τα άρθρα 32 έως 35·

ii)

του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως v) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), εξαιρουμένων των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, το ποσό του ορίου ισούται με το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α)

το εναπομένον ποσό των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, μετά την πλήρη εφαρμογή των προσαρμογών και των αφαιρέσεων των άρθρων 32 έως 36 και χωρίς να εφαρμόζονται οι εξαιρέσεις ορίου που προσδιορίζονται στο παρόν άρθρο,

β)

17,65 %.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα ιδρύματα καθορίζουν το τμήμα των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στο συνολικό ποσό των στοιχείων για το οποίο δεν επιβάλλεται αφαίρεση, διαιρώντας το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με το ποσό του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου:

α)

το ποσό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που εξαρτώνται από τη μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές και συνολικά είναι ίσες με ή μικρότερες από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος,

β)

το σύνολο των κατωτέρω:

i)

το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α),

ii)

το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα ίδιου κεφαλαίου οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις οποίες το ίδρυμα έχει σημαντική επένδυση, με τις εν λόγω τοποθετήσεις να είναι συνολικά ίσες με ή μικρότερες από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος.

Η αναλογία των σημαντικών επενδύσεων στο συνολικό ποσό των στοιχείων που δεν απαιτείται να αφαιρεθεί ισούται με ένα μείον την αναλογία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

4.   Τα ποσά των στοιχείων που δεν αφαιρούνται δυνάμει της παραγράφου 1 έχουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 250 %.

Άρθρο 49

Απαίτηση αφαίρεσης σε περίπτωση εφαρμογής ενοποίησης, συμπληρωματικής εποπτείας ή θεσμικών συστημάτων προστασίας

1.   Για τους σκοπούς του υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων σε μεμονωμένη βάση, σε υποενοποιημένη βάση και σε ενοποιημένη βάση, σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές ζητούν ή επιτρέπουν στα ιδρύματα να εφαρμόζουν τη μέθοδο 1, 2 ή 3 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να μην αφαιρούν τις τοποθετήσεις σε μέσα ιδίων κεφαλαίων οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην οποία το μητρικό ίδρυμα, ή η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μητρική εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή το ίδρυμα έχει σημαντική επένδυση, υπό τον όρο να πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) έως ε) της παρούσας παραγράφου:

α)

η οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου,

β)

η ασφαλιστική επιχείρηση, η αντασφαλιστική επιχείρηση ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου υπάγεται στην ίδια συμπληρωματική εποπτεία δυνάμει της οδηγίας 2002/87/ΕΚ όπως το μητρικό ίδρυμα, η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μητρική εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή το ίδρυμα που έχει τη συμμετοχή,

γ)

το ίδρυμα έχει λάβει την προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής,

δ)

πριν από τη χορήγηση της άδειας που αναφέρεται στο στοιχείο γ), και σε διαρκή βάση, οι αρμόδιες αρχές έχουν πεισθεί ότι το επίπεδο της ενιαίας διοίκησης, της διαχείρισης κινδύνου και του εσωτερικού ελέγχου όσον αφορά τις οντότητες που θα συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης δυνάμει των μεθόδων 1, 2 ή 3 είναι επαρκές,

ε)

οι τοποθετήσεις στην οντότητα ανήκουν σε έναν από τους κατωτέρω:

i)

στο μητρικό πιστωτικό ίδρυμα,

ii)

στη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών,

iii)

στη μητρική χρηματοοικονομικήεταιρεία συμμετοχών,

iv)

στο ίδρυμα,

v)

σε θυγατρική μιας από τις οντότητες που αναφέρονται στα στοιχεία i) έως iv) η οποία περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης δυνάμει του πρώτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.

Η επιλεγείσα μέθοδος εφαρμόζεται διαχρονικά με συνέπεια.

2.   Για τους σκοπούς του υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση και σε υποενοποιημένη βάση, τα ιδρύματα που υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 δεν αφαιρούν τις τοποθετήσεις σε μέσα ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποιημένης εποπτείας, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές ορίσουν ότι οι αφαιρέσεις αυτές απαιτούνται για ειδικούς σκοπούς, ιδίως τον διαρθρωτικό διαχωρισμό των τραπεζικών δραστηριοτήτων και τον προγραμματισμό της εξυγίανσης.

Η εφαρμογή της προσέγγισης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν επιφέρει δυσανάλογες δυσμενείς επιπτώσεις στο σύνολο ή σε τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος των άλλων κρατών μελών ή στην Ένωση συνολικά, οι οποίες παρακωλύουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

3.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, για λόγους υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων σε ατομική ή υποενοποιημένη βάση, να επιτρέψουν στα ιδρύματα να μην αφαιρέσουν τοποθετήσεις σε μέσα ιδίων κεφαλαίων στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν ένα ίδρυμα διατηρεί συμμετοχή σε άλλο ίδρυμα, και πληρούνται οι προϋποθέσεις των σημείων i) έως v):

i)

τα ιδρύματα εμπίπτουν στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7,

ii)

οι αρμόδιες αρχές έχουν χορηγήσει την άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7,

iii)

πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 113 παράγραφος 7,

iv)

το θεσμικό σύστημα προστασίας καταρτίζει ενοποιημένο ισολογισμό που αναφέρεται στο στοιχείο ε) του άρθρου 113 παράγραφος 7 ή, εφόσον δεν υποχρεούται να καταρτίζει ενοποιημένους ισολογισμούς, διευρυμένο αθροιστικό υπολογισμό που, κατά τις αρμόδιες αρχές είναι ικανοποιητικά αντίστοιχος προς τις διατάξεις της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, που ενσωματώνει ορισμένες προσαρμογές των διατάξεων της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 ν, που διέπει τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ομίλων πιστωτικών ιδρυμάτων. Η ισοδυναμία του εν λόγω διευρυμένου αθροιστικού υπολογισμού ελέγχεται από εξωτερικό ελεγκτή και ιδίως εξαλείφεται η πολλαπλή χρήση στοιχείων αποδεκτών για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων καθώς και οποιαδήποτε αθέμιτη δημιουργία ιδίων κεφαλαίων μεταξύ μελών του θεσμικού συστήματος προστασίας. Ο ενοποιημένος ισολογισμός ή ο διευρυμένος αθροιστικός υπολογισμός γνωστοποιούνται στις αρμόδιες αρχές σε συχνότητα όχι μικρότερη από εκείνη που αναφέρεται στο άρθρο 99,

v)

τα ιδρύματα που υπάγονται σε θεσμικό σύστημα προστασίας πληρούν από κοινού σε ενοποιημένη ή διευρυμένη αθροιστική βάση τις απαιτήσεις του άρθρου 92 και υποβάλλουν εκθέσεις για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές σύμφωνα με το άρθρο 99. Στο πλαίσιο θεσμικού συστήματος προστασίας δεν απαιτείται μείωση του επιτοκίου που κατέχουν τα μέλη του συνεταιρισμού ή οι νομικές οντότητες που δεν είναι μέλη του θεσμικού συστήματος προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι εξαλείφεται η πολλαπλή χρήση στοιχείων αποδεκτών για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων, καθώς και οποιαδήποτε αθέμιτη δημιουργία ιδίων κεφαλαίων μεταξύ μελών του θεσμικού συστήματος προστασίας και του μειοψηφούντος μετόχου, όταν είναι ίδρυμα,

β)

σε περίπτωση που ένα περιφερειακό πιστωτικό ίδρυμα κατέχει συμμετοχή στο κεντρικό του ή άλλο περιφερειακό πιστωτικό του ίδρυμα και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του στοιχείου α) σημεία i) έως v).

4.   Οι τοποθετήσεις για τις οποίες δεν γίνεται αφαίρεση σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 ή 3, γίνονται αποδεκτές ως ανοίγματα και πρέπει να σταθμίζονται ως προς τον κίνδυνο σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή 3, κατά περίπτωση.

5.   Όταν ένα ίδρυμα εφαρμόζει τη μέθοδο 1 ή 2 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, το ίδρυμα δημοσιοποιεί τη συμπληρωματική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 και το παράρτημα Ι της εν λόγω οδηγίας.

6.   Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 (27), μέσω της Κοινής Επιτροπής, καταρτίζουν σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσουν τις συνθήκες εφαρμογής των μεθόδων υπολογισμού για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα Ι μέρος ΙΙ της οδηγίας 2002/87/ΕΚ για τους σκοπούς της θέσπισης εναλλακτικών λύσεων στην αφαίρεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 αντίστοιχα.

Τμήμα 4

Κεφαλαίο kοινών μετοχών της kατηγορίας 1

Άρθρο 50

Κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

Το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος απαρτίζεται από στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μετά την εφαρμογή των προσαρμογών που απαιτούνται δυνάμει των άρθρων 32 έως 35, των αφαιρέσεων δυνάμει του άρθρου 36 και των εξαιρέσεων και εναλλακτικών δυνατοτήτων των άρθρων 48, 49 και 79.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Πρόσθετο κεφάλαιο κατηγορίας 1

Τμήμα 1

Πρόσθετα στοιχεία και μεσα της κατηγορίας 1

Άρθρο 51

Πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1

Τα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 απαρτίζονται από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

κεφαλαιακά μέσα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 52 παράγραφος 1,

β)

τη διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά τα μέσα που αναφέρονται στο στοιχείο α).

Μέσα που περιλαμβάνονται στο στοιχείο α) δεν είναι αποδεκτά ως στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2.

Άρθρο 52

Πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1

1.   Τα κεφαλαιακά μέσα χαρακτηρίζονται ως πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

τα μέσα έχουν εκδοθεί και καταβληθεί πλήρως,

β)

τα μέσα δεν έχουν αγοραστεί από κανέναν από τους εξής:

i)

το ίδρυμα ή τις θυγατρικές του,

ii)

επιχείρηση στην οποία το ίδρυμα έχει συμμετοχή υπό μορφή ιδιοκτησίας, άμεσης ή μέσω ελέγχου, του 20 % ή περισσότερου των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου της,

γ)

η αγορά των μέσων δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα,

δ)

τα μέσα κατατάσσονται χαμηλότερα από τα μέσα της κατηγορίας 2 σε περίπτωση αφερεγγυότητας του ιδρύματος,

ε)

τα μέσα δεν αποτελούν αντικείμενο εξασφάλισης ούτε υπόκεινται σε εγγύηση που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα των απαιτήσεων από οποιονδήποτε από τους κατωτέρω:

i)

το ίδρυμα ή τις θυγατρικές του,

ii)

τη μητρική επιχείρηση του ιδρύματος ή τις θυγατρικές του,

iii)

τη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή τις θυγατρικές της,

iv)

την μικτή εταιρεία συμμετοχών τις θυγατρικές της,

v)

την μικτή χρηματοοικοομική εταιρεία συμμετοχών και τις θυγατρικές της,

vi)

κάθε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με τις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως v),

στ)

τα μέσα δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε ρύθμιση, συμβατική ή άλλη, η οποία ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης δυνάμει των μέσων σε αφερεγγυότητα ή εκκαθάριση,

ζ)

τα μέσα είναι αόριστης διάρκειας και οι διατάξεις που τα διέπουν δεν περιλαμβάνουν κανένα κίνητρο για την εξόφλησή τους από το ίδρυμα,

η)

σε περίπτωση που οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα δικαιώματα ανάκλησης, το δικαίωμα ανάκλησης δύναται να ασκηθεί κατά την αποκλειστική κρίση του εκδότη,

θ)

η ανάκληση, εξόφληση ή επαναγορά των μέσων είναι δυνατή μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 77 και το νωρίτερο πέντε έτη από την ημερομηνία έκδοσης, εκτός εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 78 παράγραφος 4,

ι)

οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν ρητά ή σιωπηρά ότι τα μέσα θα μπορούσαν ή ενδέχεται να ανακληθούν, εξοφληθούν ή επαναγοραστούν και το ίδρυμα δεν παρέχει άλλως τέτοια ένδειξη, πλην των ακόλουθων περιπτώσεων:

i)

εκκαθάριση του ιδρύματος,

ii)

προαιρετική επαναγορά των μέσων ή άλλο προαιρετικό μέσο μείωσης του ποσού του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1, εφόσον το ίδρυμα έχει εξασφαλίσει την προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 77,

ια)

το ίδρυμα δεν υποδεικνύει ρητά ή σιωπηρά ότι η αρμόδια αρχή θα συναινέσει σε μια αίτηση ανάκλησης, εξόφλησης ή επαναγοράς των μέσων,

ιβ)

οι διανομές δυνάμει των μέσων πληρούν τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

i)

καταβάλλονται από τα διανεμητέα στοιχεία,

ii)

το επίπεδο των διανομών που πραγματοποιούνται επί των μέσων δεν θα τροποποιηθεί βάσει της πιστωτικής διαβάθμισης του ιδρύματος ή της μητρικής του επιχείρησης,

iii)

οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα παρέχουν πλήρη ευχέρεια στο ίδρυμα να ακυρώσει ανά πάσα στιγμή τις διανομές επί των μέσων για απεριόριστο χρονικό διάστημα και σε μη σωρευτική βάση και το ίδρυμα δύναται να χρησιμοποιήσει τις εν λόγω ακυρωθείσες πληρωμές χωρίς περιορισμό για να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις του όταν καταστούν απαιτητές,

iv)

η ακύρωση των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος,

v)

η ακύρωση των διανομών δεν επιβάλλει περιορισμούς στο ίδρυμα,

ιγ)

τα μέσα δεν συνεισφέρουν στο να προσδιοριστεί ότι το παθητικό ενός ιδρύματος υπερβαίνει το ενεργητικό του, εάν ένας τέτοιος προσδιορισμός συνιστά δοκιμή αφερεγγυότητας δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας,

ιδ)

οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα επιβάλλουν, κατά την επέλευση γεγονότος ενεργοποίησης, την μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου των μέσων σε μόνιμη ή προσωρινή βάση ή τη μετατροπή τους σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

ιε)

οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν κανένα χαρακτηριστικό που θα μπορούσε να εμποδίσει την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύματος,

ιστ)

σε περίπτωση που τα μέσα δεν εκδίδονται άμεσα από ίδρυμα, πρέπει να πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

τα μέσα έχουν εκδοθεί από οντότητα εντός της ενοποίησης σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2,

ii)

τα έσοδα διατίθενται άμεσα στο ίδρυμα χωρίς περιορισμό και κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο.

Η προϋπόθεση του στοιχείου δ) του πρώτου εδαφίου λογίζεται ότι πληρούται έστω και αν τα μέσα περιλαμβάνονται στα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 δυνάμει του άρθρου 484 παράγραφος 3, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν την ίδια προτεραιότητα.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

τη μορφή και τη φύση των κινήτρων εξόφλησης,

β)

τη φύση κάθε επανάκτησης της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου ενός πρόσθετου μέσου της κατηγορίας 1 έπειτα από μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου του σε προσωρινή βάση,

γ)

τις διαδικασίες και το χρονοδιάγραμμα των κατωτέρω ενεργειών:

i)

του προσδιορισμού της επέλευσης γεγονότος ενεργοποίησης,

ii)

την επανάκτηση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου πρόσθετου μέσου της κατηγορίας 1 έπειτα από μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου του σε προσωρινή βάση,

δ)

τα χαρακτηριστικά των μέσων που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύματος,

ε)

τη χρήση οντοτήτων ειδικού σκοπού για την έμμεση έκδοση μέσων ιδίων κεφαλαίων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 53

Περιορισμοί στην ακύρωση των διανομών επί πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 και χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύματος

Για τους σκοπούς του άρθρου 52 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) σημείο v) και του άρθρου 52 παράγραφος 1 στοιχείο ιε), οι διατάξεις που διέπουν τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 δεν θα περιλαμβάνουν, συγκεκριμένα, τα εξής:

α)

απαίτηση να γίνονται οι διανομές των μέσων σε περίπτωση που πραγματοποιείται διανομή επί μέσου που έχει εκδοθεί από το ίδρυμα, το οποίο κατατάσσεται στο ίδιο ή σε χαμηλότερο επίπεδο από το Πρόσθετο μέσο της Κατηγορίας 1, συμπεριλαμβανομένων των μέσων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1,

β)

απαίτηση ακύρωσης της πληρωμής των διανομών σε μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, Πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1 ή της Κατηγορίας 2 σε περίπτωση που δεν πραγματοποιούνται διανομές επί αυτών των Πρόσθετων μέσων της Κατηγορίας 1,

γ)

υποχρέωση αντικατάστασης της πληρωμής τόκου ή μερίσματος με πληρωμή υπό διαφορετική μορφή. Διαφορετικά το ίδρυμα δεν υπόκειται στην εν λόγω υποχρέωση.

Άρθρο 54

Μείωση της ονομαστικής αξίας ή μετατροπή των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 52 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ), οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται σε Πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1:

α)

ένα γεγονός ενεργοποίησης συμβαίνει όταν ο δείκτης Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο α) είναι χαμηλότερος από οποιοδήποτε από τα εξής:

i)

5,125 %,

ii)

ένα επίπεδο υψηλότερο από 5,125 %, σε περίπτωση που προσδιορίζεται από το ίδρυμα και διευκρινίζεται στις διατάξεις που διέπουν το μέσο,

β)

Τα ιδρύματα ενδέχεται να διευκρινίσουν στις διατάξεις που διέπουν το μέσο ένα ή περισσότερα γεγονότα ενεργοποίησης επιπλέον των γεγονότων ενεργοποίησης που αναφέρονται στο στοιχείο α),

γ)

σε περίπτωση που οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα απαιτούν τη μετατροπή τους σε μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 όταν συμβεί ένα γεγονός ενεργοποίησης, οι εν λόγω διατάξεις διευκρινίζουν ένα από τα κατωτέρω:

i)

τον συντελεστή της εν λόγω μετατροπής και ένα όριο του επιτρεπόμενου ποσού της μετατροπής,

ii)

ένα εύρος εντός του οποίου τα μέσα θα μετατραπούν σε μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1,

δ)

σε περίπτωση που οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα απαιτούν τη μείωση της ονομασικής αξίας του κεφαλαίου τους όταν επέλθει γεγονός ενεργοποίησης, η μείωση της ονομαστικής αξίας θα μειώσει όλα τα κατωτέρω:

i)

την απαίτηση του κατόχου του μέσου κατά την αφερεγγυότητα ή εκκαθάριση του ιδρύματος,

ii)

το ποσό που απαιτείται να καταβληθεί σε περίπτωση ανάκλησης ή εξόφλησης του μέσου,

iii)

τις διανομές που πραγματοποιούνται επί του μέσου.

2.   Η μείωση της ονομαστικής αξίας ή η μετατροπή πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 δημιουργούν, στο πλαίσιο του εφαρμοστέου λογιστικού πλαισίου, στοιχεία που είναι αποδεκτά ως στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

3.   Το ποσό των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 που αναγνωρίζεται στα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 περιορίζεται στο ελάχιστο ποσό των κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που θα δημιουργηθεί εάν η η αξία του ποσού του κεφαλαίου των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 έχει πλήρως μειωθεί ή μετατραπεί σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

4.   Το αθροιστικό ποσό των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 που πρέπει να υποστεί μείωση αξίας ή να μετατραπεί κατά την επέλευση γεγονότος ενεργοποίησης δεν υπολείπεται του χαμηλότερου από τα κατωτέρω ποσά:

α)

του απαιτούμενου ποσού για πλήρη αποκατάσταση του δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σε 5,125 %,

β)

ολόκληρου του βασικού κεφαλαίου του μέσου.

5.   Όταν επέρχεται γεγονός ενεργοποίησης, τα ιδρύματα ενεργούν ως εξής:

α)

ενημερώνουν πάραυτα τις αρμόδιες αρχές,

β)

ενημερώνουν τους κατόχους των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1,

γ)

μειώνουν την αξία του ποσού του κεφαλαίου του μέσου ή μετατρέπουν τα μέσα σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 χωρίς καθυστέρηση, το αργότερο εντός μηνός, σύμφωνα με την απαίτηση του παρόντος άρθρου.

6.   Το ίδρυμα που εκδίδει πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 που μετατρέπονται σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 κατά την επέλευση γεγονότος ενεργοποίησης διασφαλίζει ότι το εγγεγραμμένο μετοχικό κεφάλαιό του επαρκεί ανά πάσα στιγμή για τη μετατροπή σε μετοχές όλων αυτών των μετατρέψιμων πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 εφόσον επέλθει γεγονός ενεργοποίησης. Όλες οι απαραίτητες εγκρίσεις λαμβάνονται κατά την ημερομηνία έκδοσης των εν λόγω μετατρέψιμων πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1. Το ίδρυμα διατηρεί ανά πάσα στιγμή την απαραίτητη πρότερη εξουσιοδότηση να εκδίδει τα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 στα οποία θα μετατραπούν τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 μόλις συμβεί γεγονός ενεργοποίησης.

7.   Το ίδρυμα που εκδίδει πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 που μετατρέπονται σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 κατά την επέλευση γεγονότος ενεργοποίησης διασφαλίζει ότι δεν υπάρχουν διαδικαστικά εμπόδια για τη μετατροπή αυτή λόγω της σύστασης ή του καταστατικού ή των συμβατικών διευθετήσεών του.

Άρθρο 55

Συνέπειες της διακοπής ικανοποίησης των προϋποθέσεων για τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1

Τα κατωτέρω εφαρμόζονται εάν σταματήσουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 52 παράγραφος 1 στην περίπτωση Πρόσθετου μέσου της Κατηγορίας 1:

α)

το μέσο παύει αμέσως να είναι αποδεκτό ως πρόσθετο μέσο της κατηγορίας 1,

β)

το τμήμα της διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά το εν λόγω μέσο παύει αμέσως να είναι αποδεκτό ως πρόσθετο στοιχείο της κατηγορίας 1.

Τμήμα 2

Αφαιρέσεις από πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1

Άρθρο 56

Αφαιρέσεις από πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1

Τα ιδρύματα αφαιρούν τα κατωτέρω από τα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1:

α)

άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις ενός ιδρύματος σε ίδια πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 που μπορεί να υποχρεούται να αγοράσει ένα ίδρυμα ως αποτέλεσμα υφιστάμενων συμβατικών υποχρεώσεων,

β)

άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα με τις οποίες το ίδρυμα έχει αμοιβαία συμμετοχή η οποία, κατά τις αρμόδιες αρχές, σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος,

γ)

το ισχύον ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων συμμετοχών σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, που προσδιορίζεται κατά περίπτωση δυνάμει του άρθρου 67, όταν το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες,

δ)

άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις ενός ιδρύματος σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, όταν το ίδρυμα διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες, εξαιρουμένων των θέσεων αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο,

ε)

το ποσό των στοιχείων που πρέπει να αφαιρεθούν από στοιχεία της κατηγορίας 2 σύμφωνα με το άρθρο 66 που υπερβαίνουν το κεφάλαιο της κατηγορίας 2 του ιδρύματος,

στ)

οποιαδήποτε φορολογική επιβάρυνση σχετίζεται με πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1, η οποία προβλέπεται κατά τη στιγμή του υπολογισμού του, εκτός εάν το ίδρυμα προσαρμόσει κατάλληλα το ποσό των πρόσθετων στοιχείων της κατηγορίας 1 στο μέτρο που η επιβάρυνση αυτή μειώνει το ποσό μέχρι το οποίο τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη κινδύνων ή ζημιών.

Άρθρο 57

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε ίδια πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1

Για τους σκοπούς του στοιχείου α) του άρθρου 56, τα ιδρύματα υπολογίζουν τις τοποθετήσεις σε ίδια πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 βάσει των μεικτών θετικών τους θέσεων με τις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α)

τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν το ποσό των πρόσθετων ίδιων μέσων της κατηγορίας 1 βάσει της καθαρής θετικής τους θέσης υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κάτωθι προϋποθέσεις:

i)

οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις βρίσκονται στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα και οι αρνητικές θέσεις δεν ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου,

ii)

είτε αμφότερες οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)

τα ιδρύματα καθορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες ή σύνθετες τοποθετήσεις υπό μορφή τοποθετήσεων σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, υπολογίζοντας το υποκείμενο άνοιγμα στα ίδια πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 που περιλαμβάνονται στους εν λόγω δείκτες αυτούς,

γ)

τα ιδρύματα δύνανται να συμψηφίζουν τις μεικτές θετικές θέσεις σε ίδια πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 που προκύπτουν από τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες με τις αρνητικές θέσεις σε ίδια πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 που προκύπτουν από αρνητικές θέσεις στους υποκείμενους δείκτες, ακόμα και στις περιπτώσεις που οι εν λόγω αρνητικές θέσεις ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κάτωθι προϋποθέσεις:

i)

οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις είναι στους ίδιους υποκείμενους δείκτες,

ii)

είτε οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

Άρθρο 58

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα σε περίπτωση που το ίδρυμα έχει αμοιβαία συμμετοχή που σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση των ιδίων κεφαλαίων του

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που απαιτούνται δυνάμει των στοιχείων β), γ) και δ) του άρθρου 56 σύμφωνα με τα εξής:

α)

οι τοποθετήσεις σε Πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1 υπολογίζονται βάσει των μεικτών θετικών θέσεων,

β)

τα πρόσθετα ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 1 θεωρούνται ως τοποθετήσεις σε Πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1 για τους σκοπούς της αφαίρεσης.

Άρθρο 59

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που απαιτούνται δυνάμει των στοιχείων γ) και δ) του άρθρου 56 σύμφωνα με τα εξής:

α)

δύνανται να υπολογίζουν τις άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα βάσει της καθαρής θετικής θέσης στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i)

η ληκτότητα της αρνητικής θέσης ταυτίζεται με τη ληκτότητα της θετικής ή έχει εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους,

ii)

είτε οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)

προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις υπό μορφή τοποθετήσεων σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, υπολογίζοντας το υποκείμενο άνοιγμα στα κεφαλαιακά μέσα οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα που περιλαμβάνονται στους εν λόγω δείκτες.

Άρθρο 60

Αφαίρεση τοποθετήσεων σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 σε περίπτωση που το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα

1.   Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του άρθρου 56 παράγραφος 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προς αφαίρεση ποσό κατά περίπτωση πολλαπλασιάζοντας το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με τον συντελεστή που προκύπτει από τον υπολογισμό που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α)

το συνολικό ποσό κατά το οποίο οι άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα υπερβαίνουν το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, υπολογισμένο μετά την εφαρμογή των κατωτέρω:

i)

των άρθρων 32 έως 35,

ii)

του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως v) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), εξαιρουμένων των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,

iii)

των άρθρων 44 και 45,

β)

το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε πρόσθετα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 εκείνων των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα όπου το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση, δια του συνολικού ποσού όλων των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 των εν λόγω οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα.

2.   Τα ιδρύματα εξαιρούν τις θέσεις αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατά μέγιστο από το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 και από τον υπολογισμό του συντελεστή που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1.

3.   Το ποσό που πρέπει να αφαιρεθεί δυνάμει της παραγράφου 1 κατανέμεται σε όλα τα διακρατηθέντα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1. Το ποσό που αφαιρείται από κάθε πρόσθετο μέσο της κατηγορίας 1 δυνάμει της παραγράφου 1, υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με την αναλογία του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου:

α)

το ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να αφαιρεθούν δυνάμει της παραγράφου 1,

β)

το ποσό που εξειδικεύεται στο σημείο i) διαιρούμενο με το ποσό που εξειδικεύεται στο σημείο ii):

i)

το συνολικό ποσό των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1,

ii)

το συνολικό ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις οποίες το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντικές επενδύσεις.

4.   Το ποσό των τοποθετήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του άρθρου 56 που είναι ίσο ή μικρότερο από το 10 % των στοιχείων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 του ιδρύματος μετά την εφαρμογή των διατάξεων που ορίζονται στο στοιχείο α) σημεία i), ii) και iii) της παραγράφου 1 δεν αφαιρείται και υπόκειται στους αντίστοιχους συντελεστές στάθμισης κινδύνου δυνάμει του Κεφαλαίου 2 ή 3 του Τίτλου ΙΙ του Μέρους τρία και των απαιτήσεων που ορίζονται στον Τίτλο IV του Μέρους τρία, ανάλογα με την περίπτωση.

5.   Τα ιδρύματα καθορίζουν το μέρος των τοποθετήσεων σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που υπόκειται σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου διαιρώντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) με το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο β):

α)

το ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να σταθμιστούν δυνάμει της παραγράφου 4,

β)

το ποσό που προσδιορίζεται στο σημείο i) διαιρούμενο με το ποσό που προσδιορίζεται στο σημείο ii):

i)

το συνολικό ποσό των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

ii)

το συνολικό ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση.

Τμήμα 3

Πρόσθετο κεφάλαιο κατηγορίας 1

Άρθρο 61

Πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1

Το Πρόσθετο κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος απαρτίζεται από Πρόσθετα στοιχεία της Κατηγορίας 1 μετά την αφαίρεση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 56 και μετά την εφαρμογή του άρθρου 79.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Κεφάλαιο της κατηγορίας 2

Τμήμα 1

Στοιχεία και Μέσα της κατηγορίας 2

Άρθρο 62

Στοιχεία της κατηγορίας 2

Τα στοιχεία της Κατηγορίας 2 απαρτίζονται από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

κεφαλαιακά μέσα και δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 63,

β)

η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά τα μέσα που αναφέρονται στο στοιχείο α),

γ)

για τα ιδρύματα που υπολογίζουν σταθμισμένα ανοίγματα δυνάμει του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2, τις γενικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου, με τις επιπτώσεις του φόρου, ύψους έως 1,25 % σταθμισμένων ανοιγμάτων υπολογισμένων σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙ του τρίτου μέρους,

δ)

για τα ιδρύματα που υπολογίζουν τα σταθμισμένα ανοίγματα δυνάμει του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 3, τα θετικά ποσά, με τις επιπτώσεις του φόρου, που προκύπτουν από τον υπολογισμό που προσδιορίζεται στα άρθρα 158 και 159, έως και 0,6 % των σταθμισμένων ανοιγμάτων υπολογισμένων σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 του τίτλου ΙΙ του τρίτου μέρους.

Μέσα που περιλαμβάνονται στο στοιχείο α) δεν είναι αποδεκτά ως στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1.

Άρθρο 63

Μέσα της κατηγορίας 2

Τα κεφαλαιακά μέσα και τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης είναι αποδεκτά ως μέσα της κατηγορίας 2 εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

τα μέσα έχουν εκδοθεί ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης έχουν ληφθεί, αναλόγως, και καταβληθεί πλήρως,

β)

τα μέσα δεν έχουν αγοραστεί ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης δεν έχουν χορηγηθεί, αναλόγως, από κανένα από τα εξής:

i)

το ίδρυμα ή τις θυγατρικές του,

ii)

επιχείρηση στην οποία το ίδρυμα έχει συμμετοχή υπό μορφή ιδιοκτησίας, άμεσης ή μέσω ελέγχου, του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου της,

γ)

η αγορά των μέσων ή η χορήγηση των δανείων μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα,

δ)

η απαίτηση έναντι του κεφαλαίου των μέσων δυνάμει των διατάξεων που διέπουν τα μέσα ή η απαίτηση επί του κεφαλαίου των δανείων μειωμένης εξασφάλισης δυνάμει των διατάξεων που διέπουν τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, κατατάσσεται εξ ολοκλήρου μετά τις απαιτήσεις πλήρους εξασφάλισης όλων των άλλων πιστωτών,

ε)

τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν αποτελούν αντικείμενο εξασφάλισης ούτε υπόκεινται σε εγγύηση που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης από οποιονδήποτε από τους κατωτέρω:

i)

το ίδρυμα ή τις θυγατρικές του,

ii)

τη μητρική επιχείρηση του ιδρύματος ή τις θυγατρικές της,

iii)

τη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή τις θυγατρικές της,

iv)

την μικτή εταιρεία συμμετοχώνή τις θυγατρικές της,

v)

την μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή τις θυγατρικές της,

vi)

οποιαδήποτε επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς με τις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως v),

στ)

τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν υπόκεινται σε ρύθμιση που ενισχύει άλλως την εξοφλητική προτεραιότητα της σχετικής απαίτησης των μέσων ή των δανείων μειωμένης εξασφάλισης αντίστοιχα,

ζ)

τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, έχουν αρχική ληκτότητα τουλάχιστον πέντε ετών,

η)

οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν περιλαμβάνουν κανένα κίνητρο για πληρωμή ή εξόφληση του κεφαλαίου τους, αναλόγως, από το ίδρυμα πριν από τη λήξη τους,

θ)

σε περίπτωση που τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα δικαιώματα ανάκλησης ή δικαιώματα πρόωρης αποπληρωμής, κατά περίπτωση, τα δικαιώματα ασκούνται κατά την αποκλειστική κρίση του εκδότη ή του χρεώστη, κατά περίπτωση,

ι)

η ανάκληση, εξόφληση ή επαναγορά ή πρόωρη αποπληρωμή των μέσων ή των δανείων μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, είναι δυνατή μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 77 και το νωρίτερο πέντε έτη από την ημερομηνία έκδοσης ή λήψης, αναλόγως, εκτός εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 78 παράγραφος 4,

ια)

οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν υποδεικνύουν ρητά ή σιωπηρά ότι τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, θα μπορούσαν ή ενδέχεται να ανακληθούν, να εξοφληθούν, να επαναγοραστούν ή να αποπληρωθούν πρόωρα, αναλόγως, από το ίδρυμα, πλην της περίπτωσης αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης του ιδρύματος, ενώ το ίδρυμα δεν προβλέπει άλλως τέτοια υπόδειξη,

ιβ)

οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα να επιταχύνει τις προγραμματισμένες στο μέλλον πληρωμές τόκων ή κεφαλαίου, με εξαίρεση την περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης του ιδρύματος,

ιγ)

το επίπεδο των οφειλόμενων πληρωμών τόκων ή μερισμάτων, αναλόγως, επί των μέσων ή των δανείων μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν θα τροποποιηθεί βάσει της πιστωτικής διαβάθμισης του ιδρύματος ή της μητρικής του επιχείρησης,

ιδ)

σε περίπτωση που τα μέσα δεν εκδίδονται άμεσα από ίδρυμα ή σε περίπτωση που τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης δεν λαμβάνονται άμεσα από ίδρυμα, αναλόγως, πρέπει να πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

τα μέσα έχουν εκδοθεί ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης έχουν ληφθεί, αναλόγως, μέσω οντότητας, που αποτελεί μέρος της ενοποίησης σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙ του πρώτου μέρους,

ii)

τα έσοδα διατίθενται άμεσα χωρίς περιορισμό στο ίδρυμα κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο.

Άρθρο 64

Απόσβεση μέσων της κατηγορίας 2

Ο βαθμός στον οποίο τα μέσα της κατηγορίας 2 αναγνωρίζονται ως στοιχεία της κατηγορίας 2 κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών της ληκτότητας των μέσων υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το αποτέλεσμα που προκύπτει από τον υπολογισμό στο στοιχείο α) επί το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο β) ως εξής:

α)

το ονομαστικό ποσό των μέσων ή των δανείων μειωμένης εξασφάλισης την πρώτη ημέρα της τελικής πενταετούς περιόδου της συμβατικής ληκτότητάς τους προς τον αριθμό των ημερολογιακών ημερών της εν λόγω περιόδου,

β)

ο αριθμός των εναπομενουσών ημερολογιακών ημερών συμβατικής ληκτότητας των μέσων ή δανείων μειωμένης εξασφάλισης.

Άρθρο 65

Συνέπειες της παύσης ικανοποίησης των προϋποθέσεων για μέσα της κατηγορίας 2

Οι κατωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται εάν σταματήσουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 63 στην περίπτωση μέσου της Κατηγορίας 2:

α)

το μέσο παύει αμέσως να είναι αποδεκτό ως μέσο της κατηγορίας 2,

β)

το τμήμα της διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά το εν λόγω μέσο παύει αμέσως να είναι αποδεκτό ως στοιχείο της κατηγορίας 2.

Τμήμα 2

Αφαιρέσεις από στοιχεία της κατηγορίας 2

Άρθρο 66

Αφαιρέσεις από στοιχεία της κατηγορίας 2

Τα κατωτέρω στοιχεία αφαιρούνται από τα στοιχεία της κατηγορίας 2:

α)

άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις ενός ιδρύματος σε ίδια μέσα της κατηγορίας 2, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων μέσων της κατηγορίας 2 που ενδέχεται να υποχρεούται να αγοράσει ένα ίδρυμα ως αποτέλεσμα υφιστάμενων συμβατικών υποχρεώσεων,

β)

άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα με τις οποίες το ίδρυμα έχει αμοιβαία συμμετοχή η οποία, κατά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών, σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος,

γ)

το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, που προσδιορίζεται δυνάμει του άρθρου 70, στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες,

δ)

άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, σε περίπτωση που το ίδρυμα διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες, εξαιρουμένων των θέσεων αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο.

Άρθρο 67

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε ίδια μέσα της κατηγορίας 2

Για τους σκοπούς του άρθρου 66 στοιχείο α), τα ιδρύματα υπολογίζουν τις τοποθετήσεις τους βάσει των μικτών θετικών τους θέσεων που υπόκεινται στις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α)

τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν τα ποσά των τοποθετήσεων βάσει της καθαρής θετικής τους θέσης υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι δύο κάτωθι προϋποθέσεις:

i)

οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις βρίσκονται στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα και οι αρνητικές θέσεις δεν ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου,

ii)

είτε οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)

τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, υπολογίζοντας το υποκείμενο άνοιγμα στα ίδια μέσα της κατηγορίας 2 που περιλαμβάνονται στους εν λόγω δείκτες,

γ)

τα ιδρύματα δύνανται να συμψηφίζουν τις μεικτές θετικές θέσεις σε ίδια μέσα της κατηγορίας 2 που προκύπτουν από τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες με τις αρνητικές θέσεις σε ίδια μέσα της κατηγορίας 2 που προκύπτουν από αρνητικές θέσεις στους υποκείμενους δείκτες, ακόμα και στις περιπτώσεις που οι εν λόγω αρνητικές θέσεις ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κάτωθι προϋποθέσεις:

i)

οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις είναι στους ίδιους υποκείμενους δείκτες,

ii)

είτε οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

Άρθρο 68

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα σε περίπτωση που το ίδρυμα έχει αμοιβαία συμμετοχή που σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση των ιδίων κεφαλαίων του

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που απαιτούνται δυνάμει των στοιχείων β), γ) και δ) του άρθρου 66 παράγραφος 1 σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις:

α)

οι τοποθετήσεις σε μέσα της κατηγορίας 2 υπολογίζονται βάσει των μεικτών θετικών θέσεων,

β)

οι τοποθετήσεις σε ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 2 και σε ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 3 θεωρούνται ως τοποθετήσεις σε μέσα της κατηγορίας 2 για τους σκοπούς της αφαίρεσης.

Άρθρο 69

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 66 στοιχεία γ) και δ) σύμφωνα με τα εξής:

α)

δύνανται να υπολογίζουν τις άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε μέσα της κατηγορίας 2 των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα βάσει της καθαρής θετικής θέσης στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i)

η ληκτότητα της αρνητικής θέσης ταυτίζεται με τη ληκτότητα της θετικής ή έχει εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους,

ii)

είτε η θετική και η αρνητική θέση περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)

προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, λαμβάνοντας υπόψη το υποκείμενο άνοιγμα στα κεφαλαιακά μέσα οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα που περιλαμβάνονται στους δείκτες αυτούς.

Άρθρο 70

Αφαίρεση μέσων της κατηγορίας 2 σε περίπτωση που το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση σε σχετική οντότητα

1.   Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του άρθρου 66 παράγραφος 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προς αφαίρεση ποσό κατά περίπτωση πολλαπλασιάζοντας το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με τον συντελεστή που προκύπτει από τον υπολογισμό που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α)

το συνολικό ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα που υπερβαίνει το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, υπολογισμένο μετά την εφαρμογή των κατωτέρω:

i)

των άρθρων 32 έως 35,

ii)

του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως v) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), εξαιρουμένου του ποσού που αφαιρείται για τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,

iii)

των άρθρων 44 και 45,

β)

το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα δια του συνολικού ποσού όλων των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 των εν λόγω οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα.

2.   Τα ιδρύματα εξαιρούν τις θέσεις αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατά μέγιστο από το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 και από τον υπολογισμό του συντελεστή που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1.

3.   Το ποσό που πρέπει να αφαιρεθεί δυνάμει της παραγράφου 1 κατανέμεται σε όλα τα μέσα της κατηγορίας 2. Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το τμήμα των τοποθετήσεων σε μέσα της κατηγορίας 2 που αφαιρείται, πολλαπλασιάζοντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με το κλάσμα του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου:

α)

το συνολικό ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να αφαιρεθούν δυνάμει της παραγράφου 1,

β)

το ποσό που εξειδικεύεται στο σημείο i) διαιρούμενο με το ποσό που εξειδικεύεται στο σημείο ii):

i)

το συνολικό ποσό του μέσου της κατηγορίας 2,

ii)

το συνολικό ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις οποίες το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση.

4.   Το ποσό των τοποθετήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του άρθρου 66 παράγραφος 1, το οποίο είναι ίσο ή μικρότερο από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος μετά την εφαρμογή των διατάξεων που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) σημεία i) έως iii), δεν αφαιρείται και υπόκειται στους αντίστοιχους συντελεστές στάθμισης κινδύνου δυνάμει του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή 3 και των απαιτήσεων που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος IV, ανάλογα με την περίπτωση.

5.   Τα ιδρύματα καθορίζουν το μέρος των τοποθετήσεων σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που υπόκειται σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου διαιρώντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) με το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο β):

α)

το ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να σταθμιστούν δυνάμει της παραγράφου 4,

β)

το ποσό που προσδιορίζεται στο σημείο i) διαιρούμενο με το ποσό που προσδιορίζεται στο σημείο ii):

i)

το συνολικό ποσό των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

ii)

το συνολικό ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση.

Τμήμα 3

Κεφάλαιο της κατηγορίας 2

Άρθρο 71

Κεφάλαιο της κατηγορίας 2

Το κεφάλαιο της κατηγορίας 2 ενός ιδρύματος απαρτίζεται από στοιχεία της κατηγορίας 2 μετά τις αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 66 και μετά την εφαρμογή του άρθρου 79.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ίδια κεφάλαια

Άρθρο 72

Ίδια κεφάλαια

Τα ίδια κεφάλαια ενός ιδρύματος απαρτίζονται από το άθροισμα του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 και του κεφαλαίου της κατηγορίας 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Γενικές απαιτήσεις

Άρθρο 73

Διανομές επί μέσων ιδίων κεφαλαίων

1.   Τα κεφαλαιακά μέσα για τα οποία ένα ίδρυμα αποφασίζει κατά την αποκλειστική κρίση του να πραγματοποιήσει διανομές με άλλη μορφή εκτός από τα μετρητά ή μέσο ιδίων κεφαλαίων, δεν είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2, εκτός εάν το ίδρυμα έχει λάβει την προηγούμενη άδεια των αρμόδιων αρχών.

2.   Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μόνο εφόσον κρίνουν ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η ικανότητα του ιδρύματος να ακυρώνει τις πληρωμές δυνάμει του μέσου δεν θα επηρεαζόταν αρνητικά από τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή από τη μορφή με την οποία θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οι διανομές,

β)

η ικανότητα του μέσου να απορροφά τις ζημίες δεν θα επηρεαζόταν αρνητικά από τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή από τη μορφή με την οποία θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οι διανομές,

γ)

η ποιότητα του κεφαλαιακού μέσου δεν θα μειωνόταν κατ’ άλλον τρόπο από τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή από τη μορφή με την οποία θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οι διανομές.

3.   Τα κεφαλαιακά μέσα για τα οποία ένα νομικό πρόσωπο διαφορετικό από το ίδρύμα που τα εκδίδει έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει ή να απαιτεί την πληρωμή των διανομών επί του μέσου με άλλη μορφή εκτός από τα μετρητά ή μέσο ιδίων κεφαλαίων δεν είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2.

4.   Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν ευρύ δείκτη αγοράς ως μία από τις βάσεις καθορισμού του ύψους των διανομών επί πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 και μέσων της κατηγορίας 2.

5.   Η παράγραφος 4 δεν εφαρμόζεται όταν το ίδρυμα αποτελεί οντότητα αναφοράς σε αυτό τον ευρύ δείκτη αγοράς, εκτός εάν πληρούνται και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ίδρυμα θεωρεί ότι οι κινήσεις σε αυτό τον ευρύ δείκτη αγοράς δεν συσχετίζονται σημαντικά με την πιστωτική διαβάθμιση του ιδρύματος, του μητρικού του ιδρύματος ή της μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μητρικής μεικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών ή μητρικής μεικτής εταιρείας συμμετοχών,

β)

η αρμόδια αρχή δεν έχει καταλήξει σε προσδιορισμό διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο στοιχείο α).

6.   Τα ιδρύματα αναφέρουν και κοινοποιούν τους ευρείς δείκτες αγοράς στους οποίους βασίζονται τα κεφαλαιακά τους μέσα.

7.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τους όρους υπό τους οποίους οι δείκτες μπορούν να θεωρούνται ευρείς δείκτες αγοράς για τους σκοπούς της παραγράφου 4.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 74

Τοποθετήσεις σε κεφαλαιακά μέσα τα οποία εκδίδονται από ρυθμιζόμενες οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα και είναι αποδεκτά ως εποπτικό κεφάλαιο

Τα ιδρύματα δεν αφαιρούν από οποιοδήποτε στοιχείο των ίδιων κεφαλαίων άμεσες, έμμεσες ή σύνθετες τοποθετήσεις τους κεφαλαιακών μέσων τα οποία εκδίδονται από ρυθμιζόμενη οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα και δεν αναγνωρίζονται ως εποπτικό κεφάλαιο της εν λόγω οντότητας. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου στις εν λόγω τοποθετήσεις σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή 3, κατά περίπτωση.

Άρθρο 75

Αφαίρεση και απαιτήσεις ληκτότητας για τις αρνητικές θέσεις

Οι απαιτήσεις ληκτότητας για αρνητικές θέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45 στοιχείο α), το άρθρο 59 στοιχείο α) και το άρθρο 69 στοιχείο α) θεωρείται ότι πληρούνται όσον αφορά τις θέσεις που κατέχονται, εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α)

το ίδρυμα έχει συμβατικό δικαίωμα να πωλήσει σε συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία στον αντισυμβαλλόμενο που παρέχει την αντιστάθμιση τη θετική θέση που αντισταθμίζεται,

β)

ο αντισυμβαλλόμενος που παρέχει την αντιστάθμιση στο ίδρυμα υποχρεούται συμβατικά να αγοράσει από το ίδρυμα στη συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία τη θετική θέση που αναφέρεται στο στοιχείο α).

Άρθρο 76

Τοποθετήσεις κεφαλαιακών μέσων που περιλαμβάνονται σε δείκτες

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 42 στοιχείο α), του άρθρου 45 στοιχείο α), του άρθρου 57 στοιχείο α), του άρθρου 59 στοιχείο α), του άρθρου 67 στοιχείο α) και του άρθρου 69 στοιχείο α), τα ιδρύματα μπορούν να μειώσουν το ποσό θετικής θέσης σε κεφαλαιακό μέσο κατά το τμήμα ενός δείκτη που αποτελείται από το ίδιο υποκείμενο άνοιγμα που αντισταθμίζεται, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α)

είτε αμφότερες η θετική θέση που αντισταθμίζεται και η αρνητική θέση σε δείκτη που χρησιμοποιείται για την αντιστάθμιση αυτής της θετικής θέσης περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)

οι θέσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους στον ισολογισμό του ιδρύματος,

γ)

η αρνητική θέση που αναφέρεται στο στοιχείο α) αναγνωρίζεται ως αποτελεσματική αντιστάθμιση στο πλαίσιο των διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος,

δ)

οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν την καταλληλότητα των διαδικασιών ελέγχου που αναφέρονται στο στοιχείο γ) τουλάχιστον σε ετήσια βάση και κρίνουν ότι εξακολουθεί να πληρούται ο όρος αυτός.

2.   Όταν η αρμόδια αρχή έχει προτέρως δώσει την άδεια της, ένα ίδρυμα μπορεί να εκτιμά συντηρητικά το υποκείμενο άνοιγμα του ιδρύματος σε κεφαλαιακά μέσα που περιλαμβάνονται στους δείκτες, ως εναλλακτική λύση στον υπολογισμό του ανοίγματος του ιδρύματος στα στοιχεία που αναφέρονται σε έκαστο ή σε αμφότερα τα στοιχεία α) ή β):

α)

ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2, που περιλαμβάνονται στους δείκτες,

β)

μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, που περιλαμβάνονται στους δείκτες.

3.   Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μόνο εάν το ίδρυμα έχει αποδείξει επαρκώς ότι η παρακολούθηση εκ μέρους του ιδρύματος του υποκείμενου ανοίγματος στα στοιχεία που αναφέρονται σε έκαστο ή σε αμφότερα τα στοιχεία α) ή β) της παραγράφου 2, αναλόγως, θα ήταν λειτουργικά δύσκολη.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

όταν μια εκτίμηση που χρησιμοποιείται ως εναλλακτική λύση για τον υπολογισμό του υποκείμενου ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 είναι επαρκώς συντηρητική,

β)

την έννοια της λειτουργικής επιβάρυνσης για τους σκοπούς της παραγράφου 3.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 77

Προϋποθέσεις μείωσης των ιδίων κεφαλαίων

Απαιτείται η προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής προκειμένου ένα ίδρυμα να προβεί σε αμφότερες ή σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω ενέργειες:

α)

μείωση, εξόφληση ή επαναγορά των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που έχουν εκδοθεί από το ίδρυμα με τρόπο που επιτρέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας,

β)

εξάσκηση της ανάκλησης, εξόφληση,, αποπληρωμή ή επαναγορά πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2, αναλόγως, πριν από την ημερομηνία συμβατικής ληκτότητάς τους.

Άρθρο 78

Εποπτική άδεια για τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων

1.   Η αρμόδια αρχή χορηγεί την άδειά της για τη μείωση, επαναγορά, ανάκληση ή εξόφληση των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή των μέσων της κατηγορίας 2 εφόσον πληρούται οποιαδήποτε από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

πριν από ή ταυτόχρονα με την ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 77, το ίδρυμα αντικαθιστά τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 77 με μέσα ιδίων κεφαλαίων ίσης ή υψηλότερης ποιότητας με όρους που είναι βιώσιμοι για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος,

β)

το ίδρυμα έχει αποδείξει επαρκώς στην αρμόδια αρχή ότι τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος, μετά τη σχετική ενέργεια, θα υπερέβαιναν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού και την απαίτηση συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας όπως ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ κατά περιθώριο που μπορεί να κριθεί απαραίτητο από την αρμόδια αρχή βάσει του άρθρου 104 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

2.   Οι αρμόδιες αρχές, όταν εκτιμούν, δυνάμει του στοιχείου α) της παραγράφου 1, τη βιωσιμότητα των μέσων αντικατάστασης για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος, λαμβάνουν υπόψη τους τον βαθμό στον οποίο αυτά τα κεφαλαιακά μέσα αντικατάστασης θα ήταν δαπανηρότερα για το ίδρυμα από εκείνα που αντικαθιστούν.

3.   Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα προβεί σε κάποια ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 77 στοιχείο α) και η άρνηση εξόφλησης των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αναφέρονται στο άρθρο 27 απαγορεύεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρεκκλίνει από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εφόσον απαιτεί από το ίδρυμα να περιορίσει την εξόφληση των εν λόγω μέσων σε κατάλληλη βάση.

4.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να εξοφλούν πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 πριν από την πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία έκδοσης, μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 και του στοιχείου α) ή β) της παρούσας παραγράφου:

α)

υπάρχει αλλαγή στην εποπτική κατάταξη των μέσων αυτών, η οποία θα συνεπαγόταν ενδεχομένως τον αποκλεισμό τους από τα ίδια κεφάλαια ή την ανακατάταξή τους σε ίδια κεφάλαια χαμηλότερης ποιότητας, πληρούνται δε και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η αρμόδια αρχή θεωρεί επαρκώς βέβαιη την αλλαγή αυτή,

ii)

το ίδρυμα αποδεικνύει στις αρμόδιες αρχές ότι η υποχρεωτική ανακατάταξη των μέσων αυτών δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά το χρόνο της έκδοσής τους,

β)

υπάρχει αλλαγή στην εφαρμοστέα φορολογική αντιμετώπιση των εν λόγω μέσων για την οποία το ίδρυμα αποδεικνύει στις αρμόδιες αρχές ότι είναι σημαντική και δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά το χρόνο της έκδοσής τους.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

την έννοια της βιώσιμης ικανότητας εσόδων του ιδρύματος,

β)

τις κατάλληλες βάσεις περιορισμού της εξόφλησης που αναφέρονται στην παράγραφο 3,

γ)

τη διαδικασία και τις απαιτήσεις δεδομένων για την υποβολή αίτησης από ένα ίδρυμα προς την αρμόδια αρχή ώστε να επιτρέψει τη διεξαγωγή ενέργειας αναφερόμενης στο άρθρο 77, περιλαμβανομένης της διαδικασίας που εφαρμόζεται στην περίπτωση εξόφλησης εκδιδόμενων μεριδίων σε μέλη συνεταιριστικών εταιρειών, και της χρονικής περιόδου για την επεξεργασία της αίτησης αυτής.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 79

Προσωρινή αναστολή της αφαίρεσης από τα ίδια κεφάλαια

1.   Εάν ένα ίδρυμα προσωρινά κατέχει κεφαλαιακά μέσα ή έχει χορηγήσει δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, κατά περίπτωση, που μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα και η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι οι εν λόγω τοποθετήσεις έχουν σκοπό τη χρηματοδοτική συνδρομή για την ανασυγκρότηση και διάσωση της εν λόγω οντότητας, η αρμόδια αρχή μπορεί να αναστείλει προσωρινά την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την αφαίρεση, οι οποίες διαφορετικά θα εφαρμόζονταν στα εν λόγω μέσα.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει την έννοια της λέξης «προσωρινά» για τους σκοπούς της παραγράφου 1 και τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες η αρμόδια αρχή μπορεί να κρίνει ότι οι εν λόγω προσωρινές τοποθετήσεις προορίζονται ως χρηματοδοτική συνδρομή στην ανασυγκρότηση και διάσωση της σχετικής οντότητας.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 80

Συνεχής αξιολόγηση της ποιότητας των ιδίων κεφαλαίων

1.   Η ΕΑΤ παρακολουθεί την ποιότητα των μέσων ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση και ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή εάν υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι τα μέσα αυτά δεν πληρούν τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 28 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 29.

Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν αμελλητί, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΤ, όλες τις πληροφορίες που η ΕΑΤ θεωρεί αναγκαίες σχετικά με νέα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται, προκειμένου να μπορεί να παρακολουθεί την ποιότητα των μέσων ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση.

2.   Η σχετική κοινοποίηση περιλαμβάνει τα εξής:

α)

λεπτομερή εξήγηση της φύσης και της έκτασης της διαπιστωθείσας ανεπάρκειας,

β)

τεχνικές συμβουλές σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες η ΕΑΤ θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να προβεί η Επιτροπή,

γ)

σημαντικές εξελίξεις στη μεθοδολογία της ΕΑΤ για προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων με στόχο τη δοκιμή της φερεγγυότητας των ιδρυμάτων.

3.   Η ΕΑΤ παρέχει τεχνικές συμβουλές στην Επιτροπή σχετικά με τυχόν σημαντικές αλλαγές οι οποίες θεωρεί ότι απαιτούνται για τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων ως αποτέλεσμα οποιουδήποτε από τα κατωτέρω γεγονότα:

α)

σχετικές εξελίξεις στα πρότυπα ή την πρακτική της αγοράς,

β)

αλλαγές σε σχετικά νομικά ή λογιστικά πρότυπα,

γ)

σημαντικές εξελίξεις στη μεθοδολογία της ΕΑΤ για προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων με στόχο τη δοκιμή της φερεγγυότητας των ιδρυμάτων.

4.   Η ΕΑΤ παρέχει τεχνικές συμβουλές στην Επιτροπή το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2014 σχετικά με πιθανές προτάσεις για την αντιμετώπιση των μη πραγματοποιηθέντων κερδών υπολογισμένων σε εύλογη αξία, εκτός από τη συμπερίληψή τους στις κοινές μετοχές της κατηγορίας 1 χωρίς προσαρμογή. Οι εν λόγω συστάσεις λαμβάνουν υπόψη σχετικές εξελίξεις στα διεθνή λογιστικά πρότυπα και σε διεθνείς συμφωνίες σχετικά με τα πρότυπα προληπτικής εποπτείας για τις τράπεζες.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ 1 ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ 2 ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ

Άρθρο 81

Δικαιώματα μειοψηφίας που μπορούν να συμπεριληφθούν στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.   Τα δικαιώματα μειοψηφίας απαρτίζονται από το άθροισμα των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, της διαφοράς από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που σχετίζονται με τα εν λόγω μέσα, των κερδών εις νέον και λοιπών αποθεματικών μιας θυγατρικής εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

η θυγατρική είναι ένας από τους κατωτέρω φορείς:

i)

ίδρυμα,

ii)

επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας,

β)

η θυγατρική περιλαμβάνεται πλήρως στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2,

γ)

τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, που αναφέρονται στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας παραγράφου, ανήκουν σε πρόσωπα διαφορετικά από τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.

2.   Τα δικαιώματα μειοψηφίας που χρηματοδοτούνται άμεσα ή έμμεσα, μέσω οντότητας ειδικού σκοπού ή με άλλο τρόπο, από τη μητρική επιχείρηση του ιδρύματος ή τις θυγατρικές του δεν γίνονται αποδεκτά ως ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

Άρθρο 82

Αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, κεφάλαιο της κατηγορίας 1, κεφάλαιο της κατηγορίας 2 και αποδεκτά ίδια κεφάλαια

Το αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, το κεφάλαιο της κατηγορίας 1, το κεφάλαιο της κατηγορίας 2 και τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια περιλαμβάνουν το δικαίωμα μειοψηφίας, το πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2, κατά περίπτωση, προσαυξημένο κατά τα σχετικά κέρδη εις νέον και τη διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, μιας θυγατρικής, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

η θυγατρική είναι οποιοσδήποτε από τους κατωτέρω φορείς:

i)

ίδρυμα,

ii)

επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας,

β)

η θυγατρική περιλαμβάνεται πλήρως στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2,

γ)

τα εν λόγω μέσα ανήκουν σε πρόσωπα διαφορετικά από τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.

Άρθρο 83

Αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 και κεφάλαιο της κατηγορίας 2 που εκδίδεται από οντότητα ειδικού σκοπού

1.   Τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 που εκδίδονται από οντότητα ειδικού σκοπού και η σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο περιλαμβάνονται στο αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, στο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 ή στα αποδεκτά ίδια κεφάλαια, αναλόγως, μόνον εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

η οντότητα ειδικού σκοπού που εκδίδει τα εν λόγω μέσα περιλαμβάνεται πλήρως στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2,

β)

τα μέσα και η σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο περιλαμβάνονται στο αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 μόνον εφόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 52 παράγραφος 1,

γ)

τα μέσα και η σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο περιλαμβάνονται στο αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 2 μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 63,

δ)

το μοναδικό στοιχείο ενεργητικού της οντότητας ειδικού σκοπού είναι η επένδυσή της στα ίδια κεφάλαια της μητρικής επιχείρησης ή θυγατρικής της που περιλαμβάνεται πλήρως στην ενοποίηση δυνάμει του πρώτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2, με τρόπο ώστε να πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 52 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 63, ανάλογα με την περίπτωση.

Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι το ενεργητικό μιας οντότητας ειδικού σκοπού εκτός της επένδυσής της στα ίδια κεφάλαια της μητρικής επιχείρησης ή της θυγατρικής που περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης δυνάμει του πρώτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2, είναι ελάχιστο και ασήμαντο για μια τέτοια οντότητα, η αρμόδια αρχή δύναται να μην εφαρμόσει την προϋπόθεση που ορίζεται στο στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τα είδη των στοιχείων ενεργητικού που μπορούν να σχετίζονται με τη λειτουργία οντοτήτων ειδικού σκοπού και τις έννοιες των όρων «ελάχιστο» και «ασήμαντο» που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 84

Δικαιώματα μειοψηφίας που περιλαμβάνονται στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.   Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των δικαιωμάτων μειοψηφίας μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 αφαιρώντας από τα δικαιώματα μειοψηφίας της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β):

α)

το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:

i)

το ποσό του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της ανωτέρω θυγατρικής που απαιτείται για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο α), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας έως 36, της απαίτησης συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

ii)

το ποσό του ενοποιημένου κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αφορά την ανωτέρω θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρου 82 παράγραφος 1 στοιχείο α), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της απαίτησης συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500 καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1,

β)

τα δικαιώματα μειοψηφίας της θυγατρικής εκπεφρασμένα ως ποσοστό όλων των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης προσαυξημένο κατά τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, τα σχετικά κέρδη εις νέον και τα λοιπά αποθεματικά.

2.   Ο υπολογισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται σε υποενοποιημένη βάση για κάθε θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1.

Ένα ίδρυμα μπορεί να επιλέξει να μην πραγματοποιήσει αυτό τον υπολογισμό για θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1. Όταν ένα ίδρυμα λαμβάνει την απόφαση αυτή, το δικαίωμα μειοψηφίας αυτής της θυγατρικής ενδέχεται να μην συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

3.   Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, το δικαίωμα μειοψηφίας εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή από την υποχρέωση δεν αναγνωρίζεται σε ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ώστε να προσδιοριστεί ο υπολογισμός της υποενοποίησης που απαιτείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και τα άρθρα 85 και 87.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.   Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να χορηγούν απαλλαγή από την υποχρέωση εφαρμογής του παρόντος άρθρου σε μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η κύρια δραστηριότητά της συνίσταται στην απόκτηση μετοχών,

β)

υπόκειται σε προληπτική εποπτεία σε ενοποιημένη βάση,

γ)

ενοποιεί θυγατρικό ίδρυμα στο οποίο έχει μόνο μειοψηφική συμμετοχή δυνάμει της σχέσης ελέγχου που ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ,

δ)

περισσότερο από το 90 % του ενοποιημένου απαιτούμενου κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 προέρχεται από το αναφερόμενο στο στοιχείο γ) θυγατρικό ίδρυμα υπολογιζόμενο σε υποενοποιημένη βάση.

Σε περίπτωση που, ύστερα από 31η Δεκεμβρίου 2014, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών που πληροί τις προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου γίνει μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να χορηγήσουν στην εν λόγω μητρική εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών την απαλλαγή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί τις προϋποθέσεις του εν λόγω εδαφίου.

6.   Όταν πιστωτικά ιδρύματα τα οποία συνδέονται μόνιμα σε δίκτυο με κεντρικό οργανισμό και ιδρύματα τα οποία έχουν συσταθεί στο πλαίσιο θεσμικού συστήματος προστασίας που υπόκειται στις απαιτήσεις του άρθρου 113 παράγραφος 7 έχουν συστήσει συνεγγυητικό σύστημα που προβλέπει ότι δεν υφίσταται κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για τη μεταβίβαση του ποσού ιδίων κεφαλαίων που υπερβαίνει τις εποπτικές απαιτήσεις από τον αντισυμβαλλόμενο στο πιστωτικό ίδρυμα, τα εν λόγω ιδρύματα εξαιρούνται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου όσον αφορά τις αφαιρέσεις και μπορούν να αναγνωρίζουν πλήρως τυχόν δικαίωμα μειοψηφίας που προκύπτει εντός του συνεγγυητικού συστήματος.

Άρθρο 85

Αποδεκτά μέσα της κατηγορίας 1 που περιλαμβάνονται στο ενοποιημένο κεφάλαιο της κατηγορίας 1

1.   Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αποδεκτών κεφαλαίων της κατηγορίας 1 μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια αφαιρώντας από τα ίδια κεφάλαια της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β).

α)

το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:

i)

το ποσό του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 της ανωτέρω θυγατρικής που απαιτείται για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο β), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της απαίτησης συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1,

ii)

το ποσό του ενοποιημένου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 που αφορά τη θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο β), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της απαίτησης συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1,

β)

το αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της θυγατρικής εκπεφρασμένο ως ποσοστό όλων των μέσων της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης προσαυξημένο κατά τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, τα κέρδη εις νέον και τα λοιπά αποθεματικά.

2.   Ο υπολογισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται σε υποενοποιημένη βάση για κάθε θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1.

Ένα ίδρυμα μπορεί να επιλέξει να μην πραγματοποιήσει αυτό τον υπολογισμό για θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1. Όταν ένα ίδρυμα λαμβάνει την απόφαση αυτή, το αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 1 αυτής της θυγατρικής ενδέχεται να μην συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο της κατηγορίας 1.

3.   Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, τα μέσα της κατηγορίας 1 εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή δεν αναγνωρίζονται σε ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.

Άρθρο 86

Αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 1 που περιλαμβάνεται στο ενοποιημένο πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1

Με την επιφύλαξη του άρθρου 84 παράγραφοι 5 και 6, τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό του αποδεκτού κεφαλαίου της κατηγορίας 1 μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 αφαιρώντας από το αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 τα δικαιώματα μειοψηφίας της ανωτέρω επιχείρησης που συμπεριλαμβάνονται στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

Άρθρο 87

Αποδεκτά ίδια κεφάλαια που συμπεριλαμβάνονται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια

1.   Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αποδεκτών ιδίων κεφαλαίων μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια αφαιρώντας από τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β):

α)

τα ίδια κεφάλαια της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:

i)

το ποσό των ιδίων κεφαλαίων της θυγατρικής που απαιτούνται για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της απαίτησης συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,

ii)

το ποσό των ιδίων κεφαλαίων που συνδέεται με τη θυγατρική και το οποίο απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της απαίτησης συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,

β)

τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια της θυγατρικής, εκπεφρασμένα ως ποσοστό όλων των μέσων ιδίων κεφαλαίων της θυγατρικής τα οποία περιλαμβάνονται σε στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 και της σχετικής διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, των κερδών εις νέον και των λοιπών αποθεματικών.

2.   Ο υπολογισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται σε υποενοποιημένη βάση για κάθε θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1.

Ένα ίδρυμα μπορεί να επιλέξει να μην πραγματοποιήσει αυτό τον υπολογισμό για θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1. Όταν ένα ίδρυμα λαμβάνει την απόφαση αυτή, τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια αυτής της θυγατρικής ενδέχεται να μην συμπεριλαμβάνονται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια.

3.   Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, τα μέσα ιδίων κεφαλαίων εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή δεν αναγνωρίζονται σε ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.

Άρθρο 88

Αποδεκτά μέσα ιδίων κεφαλαίων που περιλαμβάνονται στο ενοποιημένο κεφάλαιο της κατηγορίας 2

Με την επιφύλαξη του άρθρου 84 παράγραφοι 5 και 6, τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αποδεκτών ιδίων κεφαλαίων μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο της κατηγορίας 2 αφαιρώντας από τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια της εν λόγω επιχείρησης που συμπεριλαμβάνονται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια το αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της ανωτέρω επιχείρησης που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο της κατηγορίας 1.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΕΙΔΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ

Άρθρο 89

Στάθμιση κινδύνου και απαγόρευση ειδικών συμμετοχών εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα

1.   Μια ειδική συμμετοχή, το ποσό της οποίας υπερβαίνει το 15 % του αποδεκτού κεφαλαίου του ιδρύματος, σε επιχείρηση που δεν εμπίπτει στις κατωτέρω κατηγορίες υπόκειται στις διατάξεις που ορίζονται στην παράγραφο 3:

α)

οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα,

β)

επιχείρηση που δεν είναι οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, η οποία διεξάγει δραστηριότητες που κατά την αρμόδια αρχή είναι:

i)

άμεση προέκταση τραπεζικής δραστηριότητας,

ii)

δευτερεύουσες υπηρεσίες του τραπεζικού τομέα,

iii)

χρηματοδοτική μίσθωση, πρακτόρευση, διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων, διαχείριση υπηρεσιών πληροφορικής ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα.

2.   Το συνολικό ποσό των ειδικών συμμετοχών ενός ιδρύματος σε επιχειρήσεις διαφορετικές από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) που υπερβαίνουν το 60 % του αποδεκτού κεφαλαίου υπόκειται στις διατάξεις που ορίζονται στην παράγραφο 3.

3.   Οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο στοιχείο α) ή β) σε ειδικές συμμετοχές ιδρυμάτων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2:

α)

για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων σύμφωνα με το τρίτο μέρος, τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 % στο μεγαλύτερο από τα εξής στοιχεία:

i)

στο ποσό των ειδικών συμμετοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το οποίο υπερβαίνει το 15 % του αποδεκτού κεφαλαίου,

ii)

στο συνολικό ποσό των ειδικών συμμετοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και που υπερβαίνουν το 60 % του αποδεκτού κεφαλαίου του ιδρύματος,

β)

οι αρμόδιες αρχές απαγορεύουν στα ιδρύματα να διαθέτουν ειδικές συμμετοχές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 σε ποσό που υπερβαίνει τα ποσοστά αποδεκτού κεφαλαίου που ορίζονται στις ανωτέρω παραγράφους.

Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν την επιλογή τους μεταξύ των στοιχείων α) και β).

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές όπου προσδιορίζονται οι κατωτέρω έννοιες:

α)

δραστηριότητες που αποτελούν άμεση προέκταση της τραπεζικής δραστηριότητας,

β)

δευτερεύουσες υπηρεσίες του τραπεζικού τομέα,

γ)

παρεμφερείς δραστηριότητες.

Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 90

Εναλλακτική δυνατότητα στον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 %

Ως εναλλακτική δυνατότητα στην εφαρμογή συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 % στα ποσά που υπερβαίνουν τα όρια που προσδιορίζονται στο άρθρο 89 παράγραφοι 1 και 2, τα ιδρύματα μπορούν να αφαιρούν τα εν λόγω ποσά από στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια).

Άρθρο 91

Εξαιρέσεις

1.   Οι μετοχές επιχειρήσεων που δεν αναφέρονται στο άρθρο 89 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των ορίων του αποδεκτού κεφαλαίου που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο όταν πληρούται μία από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

οι εν λόγω μετοχές κατέχονται προσωρινά, κατά τη διάρκεια χρηματοδοτικής συνδρομής κατά την έννοια του άρθρου 79,

β)

η κατοχή των μετοχών αυτών είναι θέση αναδοχής που τηρείται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο,

γ)

οι εν λόγω μετοχές τηρούνται στο όνομα του ιδρύματος και εκ μέρους άλλων.

2.   Οι μετοχές που δεν έχουν το χαρακτήρα παγίων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 35 παράγραφος 2 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό που προβλέπεται στο άρθρο 89.

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ, ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Απαιτούμενο επίπεδο ιδίων κεφαλαίων

Τμήμα 1

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για Ιδρύματα

Άρθρο 92

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων

1.   Δυνάμει των άρθρων 93 και 94, τα ιδρύματα πρέπει ανά πάσα στιγμή να πληρούν τις κατωτέρω απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων:

α)

δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ίσο με 4,5 %,

β)

δείκτη κεφαλαίου της κατηγορίας 1 ίσο με 6 %,

γ)

συνολικό δείκτη κεφαλαίου 8 %.

2.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τους δείκτες κεφαλαίου τους ως εξής:

α)

ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 είναι το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο,

β)

ο δείκτης κεφαλαίου της κατηγορίας 1 είναι το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 του ιδρύματος εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο,

γ)

ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου είναι τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος εκπεφρασμένα ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο.

3.   Το συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο υπολογίζεται ως το άθροισμα των στοιχείων α) έως στ) της παρούσας παραγράφου, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της παραγράφου 4:

α)

ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων όσον αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας εισπρακτέων απαιτήσεων υπολογισμένα σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ και το άρθρο 379, για όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες ενός ιδρύματος, εξαιρουμένων των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων από τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος,

β)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, προσδιορισμένων σύμφωνα με τον τίτλο IV του παρόντος μέρους ή του τέταρτου μέρους, ανάλογα με την περίπτωση, για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ενός ιδρύματος, για τα εξής:

i)

κίνδυνος θέσης,

ii)

μεγάλα ανοίγματα που υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται στα άρθρα 395 έως 401, στο βαθμό που επιτρέπεται σε ένα ίδρυμα να υπερβεί τα εν λόγω όρια,

γ)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, προσδιορισμένες σύμφωνα με τον τίτλο IV ή τον τίτλο V με εξαίρεση το άρθρο 379, κατά περίπτωση, για τα εξής:

i)

κίνδυνος συναλλάγματος,

ii)

κίνδυνος διακανονισμού,

iii)

κίνδυνος βασικών εμπορευμάτων,

δ)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων υπολογισμένες σύμφωνα με τον τίτλο VI για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων εκτός από τα πιστωτικά παράγωγα που αναγνωρίζεται για να μειώνουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων στον πιστωτικό κίνδυνο,

ε)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων προσδιορισμένες σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ για το λειτουργικό κίνδυνο,

στ)

ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων προσδιορισμένα σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ για τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου που προκύπτει από τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος για τα ακόλουθα είδη συναλλαγών και συμφωνιών:

i)

συμβόλαια που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ και πιστωτικά παράγωγα,

ii)

πράξεις πώλησης και επαναγοράς, πράξεις δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων με βάση τίτλους ή βασικά εμπορεύματα,

iii)

πράξεις δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης βασιζόμενες σε τίτλους ή σε βασικά εμπορεύματα,

iv)

πράξεις με μακρά προθεσμία διακανονισμού.

4.   Οι κατωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται στον υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 3:

α)

οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στα στοιχεία γ), δ) και ε) της εν λόγω παραγράφου περιλαμβάνουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες ενός ιδρύματος,

β)

τα ιδρύματα πολλαπλασιάζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στα στοιχεία β) έως ε) της εν λόγω παραγράφου επί 12,5.

Άρθρο 93

Απαίτηση αρχικού κεφαλαίου σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης

1.   Τα ίδια κεφάλαια ενός ιδρύματος δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερα από το ποσό του αρχικού κεφαλαίου που απαιτείται κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας.

2.   Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούσαν ήδη την 1η Ιανουαρίου 1993, των οποίων το επίπεδο των ίδιων κεφαλαίων δεν ανέρχεται στα απαιτούμενα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου, μπορούν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους. Στην περίπτωση αυτή, το επίπεδο των ίδιων κεφαλαίων των εν λόγω ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ανώτατο ποσό στο οποίο είχαν ανέλθει από την 22α Δεκεμβρίου 1989.

3.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων με άδεια λειτουργίας και οι επιχειρήσεις που καλύπτονταν από το άρθρο 6 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ και λειτουργούσαν ήδη πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1995 των οποίων το επίπεδο των ίδιων κεφαλαίων δεν ανέρχεται στα απαιτούμενα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου μπορούν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους. Τα ίδια κεφάλαια όλων αυτών των επιχειρήσεων δεν μπορούν να είναι κατώτερα από το υψηλότερο επίπεδο αναφοράς στο οποίο έχουν φθάσει μετά την ημερομηνία κοινοποίησης που προβλέπεται στην οδηγία 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, για την επάρκεια των ίδιων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (28). Το επίπεδο αναφοράς είναι ο μέσος όρος του ημερήσιου ύψους των ιδίων κεφαλαίων, υπολογιζόμενος επί του εξαμήνου που προηγείται της ημερομηνίας υπολογισμού. Το εν λόγω επίπεδο αναφοράς υπολογίζεται ανά εξάμηνο επί της αντίστοιχης προηγηθείσης περιόδου.

4.   Εάν ο έλεγχος ενός ιδρύματος που υπάγεται στην κατηγορία της παραγράφου 2 ή 3 περιέλθει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο άλλο από εκείνο που ήλεγχε προηγουμένως το ίδρυμα, το επίπεδο των ίδιων κεφαλαίων αυτού του ιδρύματος πρέπει να ισούται με το απαιτούμενο αρχικό κεφάλαιο.

5.   Εάν συγχωνευθούν δύο ή περισσότερα ιδρύματα που υπάγονται στην κατηγορία της παραγράφου 2 ή 3, το επίπεδο των ίδιων κεφαλαίων του ιδρύματος που προκύπτει από τη συγχώνευση δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων των συγχωνευμένων ιδρυμάτων κατά την ημερομηνία της συγχώνευσης, εφόσον το επίπεδο του απαιτούμενου αρχικού κεφαλαίου δεν έχει επιτευχθεί.

6.   Εάν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν απαραίτητη τη διασφάλιση της φερεγγυότητας ενός ιδρύματος για το οποίο πληρούται η απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 1, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5.

Άρθρο 94

Παρέκκλιση για μικρές δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών

1.   Τα ιδρύματα δύνανται να αντικαταστήσουν την κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β) με κεφαλαιακή απαίτηση που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α) της εν λόγω παραγράφου όσον αφορά τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, εφόσον ο όγκος των δραστηριοτήτων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού πληροί αμφότερες τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

είναι συνήθως μικρότερος από 5 % του συνόλου του ενεργητικού και από 15 εκατομμύρια EUR,

β)

δεν υπερβαίνει ποτέ το 6 % του συνόλου του ενεργητικού και τα 20 εκατομμύρια EUR.

2.   Για τον υπολογισμό του όγκου των δραστηριοτήτων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τα ακόλουθα:

α)

οι χρεωστικοί τίτλοι αποτιμώνται βάσει της ονομαστικής ή της αγοραίας τους αξίας, οι μετοχές βάσει της αγοραίας τους αξίας και τα παράγωγα μέσα βάσει της ονομαστικής ή της αγοραίας αξίας των υποκείμενων μέσων,

β)

η απόλυτη τιμή των θετικών θέσεων αθροίζεται με την απόλυτη τιμή των αρνητικών θέσεων.

3.   Αν ένα ίδρυμα δεν πληροί την προϋπόθεση που ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), ειδοποιεί αμέσως την αρμόδια αρχή. Αν, κατόπιν αξιολογήσεως, η αρμόδια αρχή αποφασίσει και ειδοποιήσει το ίδρυμα ότι η απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) δεν πληρούται, το ίδρυμα παύει να χρησιμοποιεί την παράγραφο 1 από την επόμενη ημερομηνία αναφοράς στις αρχές.

Τμήμα 2

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για επιχειρήσεις επενδύσεων με περιορισμένη άδεια παροχής επενδυτικών υπηρεσιών

Άρθρο 95

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για επιχειρήσεις επενδύσεων με περιορισμένη άδεια παροχής επενδυτικών υπηρεσιών

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν διαθέτουν άδεια παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3 και 6 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ χρησιμοποιούν τον υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που προσδιορίζεται στην παράγραφο 2.

2.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ) οι οποίες παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 2 και 4 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ υπολογίζουν το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο ως το υψηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:

α)

το άθροισμα των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως δ) και στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο στ) μετά την εφαρμογή του άρθρου 92 παράγραφος 4,

β)

το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 97 επί 12,5.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) στοιχείο γ) οι οποίες παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 2 και 4 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 92 παράγραφοι 1 και 2 βάσει του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ορίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) στοιχείο γ) οι οποίες παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 2 και 4 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, ως τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που θα ήταν δεσμευτικές για τις επιχειρήσεις αυτές σύμφωνα με τα ισχύοντα την 31η Δεκεμβρίου 2013 μέτρα για τη μεταφορά στην εθνική νομοθεσία των οδηγιών 2006/49/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ.

3.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπόκεινται σε όλες τις άλλες διατάξεις που αφορούν το λειτουργικό κίνδυνο και ορίζονται στον τίτλο VII κεφάλαιο 3 τμήμα ΙΙ ενότητα 1 της οδηγίας έως ….

Άρθρο 96

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για επιχειρήσεις επενδύσεων που κατέχουν αρχικό κεφάλαιο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 28 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3, οι κατωτέρω κατηγορίες επιχειρήσεων επενδύσεων που διαθέτουν αρχικό κεφάλαιο σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ χρησιμοποιούν τον υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου:

α)

επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες πραγματοποιούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό με μόνο σκοπό την εκπλήρωση ή την εκτέλεση εντολών πελατών ή με σκοπό την απόκτηση πρόσβασης σε σύστημα εκκαθάρισης και διακανονισμού ή σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο οσάκις ενεργούν υπό την ιδιότητα πράκτορα ή εκτελούν εντολή πελάτη,

β)

επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

i)

δεν κατέχουν χρήματα ή τίτλους πελατών,

ii)

πραγματοποιούν συναλλαγές μόνο για ίδιο λογαριασμό,

iii)

δεν διαθέτουν εξωτερικούς πελάτες,

iv)

πραγματοποιούν συναλλαγές των οποίων η εκτέλεση και ο διακανονισμός τελούν υπό την ευθύνη και την εγγύηση εκκαθαριστικού οργανισμού.

2.   Για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο υπολογίζεται ως το άθροισμα των κατωτέρω:

α)

των στοιχείων του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως δ) και του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο στ) μετά την εφαρμογή του άρθρου 92 παράγραφος 4,

β)

του ποσού που αναφέρεται στο άρθρο 97 επί 12,5.

3.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπόκεινται σε όλες τις άλλες διατάξεις που αφορούν τον λειτουργικό κίνδυνο και ορίζονται στον τίτλο VII κεφάλαιο 3 τμήμα ΙΙ ενότητα 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Άρθρο 97

Ίδια κεφάλαια βάσει των παγίων εξόδων

1.   Σύμφωνα με τα άρθρα 95 και 96, μια επιχείρηση επενδύσεων και οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) στοιχείο γ) οι οποίες παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 2 και 4 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ διαθέτουν επιλέξιμο κεφάλαιο που ισοδυναμεί τουλάχιστον με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων του προηγούμενου έτους.

2.   Εάν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στη δραστηριότητα μιας επιχείρησης επενδύσεων από το προηγούμενο έτος, η οποία κρίνεται ουσιώδης από την αρμόδια αρχή, η εν λόγω αρχή δύναται να προσαρμόσει την απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 1.

3.   Εάν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν έχει ασκήσει τις δραστηριότητές της κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους, περιλαμβανομένης της ημέρας έναρξης των δραστηριοτήτων της, η εν λόγω επιχείρηση διαθέτει επιλέξιμο κεφάλαιο που ισοδυναμεί τουλάχιστον με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων που προβλέπονται στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων της, εκτός εάν η αρμόδια αρχή απαιτεί την προσαρμογή του προγράμματος δραστηριοτήτων της.

4.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, αναπτύσσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει περαιτέρω τα εξής:

α)

τον υπολογισμό της απαίτησης τήρησης επιλέξιμου κεφαλαίου που ισοδυναμεί τουλάχιστον με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων του προηγούμενου έτους,

β)

τις προϋποθέσεις για την προσαρμογή από μέρους των αρμόδιων αρχών της απαίτησης τήρησης επιλέξιμου κεφαλαίου που να ισοδυναμεί τουλάχιστον με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων του προηγούμενου έτους,

γ)

τον υπολογισμό των προβλεπόμενων παγίων εξόδων σε περίπτωση επιχείρησης επενδύσεων που δεν έχει ασκήσει τις δραστηριότητές της κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως την 1η Μαρτίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 98

Ίδια κεφάλαια για επιχειρήσεις επενδύσεων σε ενοποιημένη βάση

1.   Στην περίπτωση επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 95 παράγραφος 1 και είναι μέλη ομάδας, εάν η εν λόγω ομάδα δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα, μια μητρική επιχείρηση επενδύσεων σε ένα κράτος μέλος εφαρμόζει το άρθρο 92 σε ενοποιημένη βάση ως εξής:

α)

χρησιμοποιώντας τον υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που ορίζεται στο άρθρο 95 παράγραφος 2,

β)

τα ίδια κεφάλαια υπολογίζονται βάσει της ενοποιημένης κατάστασης της μητρικής επιχείρησης επενδύσεων ή τα ίδια κεφάλαια της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, κατά περίπτωση.

2.   Στην περίπτωση επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 96 παράγραφος 1 και είναι μέλη ομίλου, εάν ο εν λόγω όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα, η μητρική επιχείρηση επενδύσεων σε κράτος μέλος και η επιχείρηση επενδύσεων που ελέγχεται από χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εφαρμόζει το άρθρο 92 σε ενοποιημένη βάση ως εξής:

α)

χρησιμοποιεί τον υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που ορίζεται στο άρθρο 96 παράγραφος 2,

β)

χρησιμοποιεί τα ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται βάσει της ενοποιημένης κατάστασης της μητρικής επιχείρησης επενδύσεων ή τα ίδια κεφάλαια της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, κατά περίπτωση, και σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Υπολογισμός και απαιτήσεις υποβολής αναφορών

Άρθρο 99

Υποβολή αναφορών για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και χρηματοοικονομική πληροφόρηση

1.   Η υποβολή αναφορών σχετικά με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 92 από τα ιδρύματα προς τις αρμόδιες αρχές πραγματοποιείται τουλάχιστον ανά εξάμηνο.

2.   Ιδρύματα που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 και πιστωτικά ιδρύματα, εκτός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού, που καταρτίζουν τους ενοποιημένους λογαριασμούς τους σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 6 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού, υποβάλλουν επίσης αναφορές σχετικά με χρηματοοικονομική πληροφόρηση.

3.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία εφαρμόζουν διεθνή λογιστικά πρότυπα κατά τα ισχύοντα δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 για την κοινοποίηση ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, να υποβάλλουν επίσης αναφορές σχετικά με χρηματοοικονομική πληροφόρηση όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

4.   Οι χρηματοοικονομικές πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και στην παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο υποβάλλονται με τη μορφή αναφορών στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για να διαμορφωθεί ολοκληρωμένη εικόνα του προφίλ κινδύνου των δραστηριοτήτων ενός ιδρύματος καθώς και εικόνα των συστημικών κινδύνων που ενέχουν τα ιδρύματα για το χρηματοοικονομικό τομέα ή την πραγματική οικονομία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τη διευκρίνιση των ενιαίων μορφοτύπων, συχνοτήτων, ημερομηνιών υποβολής αναφορών, ορισμών και λύσεων ΤΠ που πρέπει να εφαρμόζονται στην Ένωση για την υποβολή αναφορών των παραγράφων 1 έως 4.

Οι απαιτήσεις υποβολής αναφορών είναι ανάλογες με τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.   Εάν αρμόδια αρχή θεωρεί ότι οι απαιτούμενες βάσει της παραγράφου 2 χρηματοοικονομικές πληροφορίες είναι αναγκαίες για να διαμορφωθεί ολοκληρωμένη εικόνα του προφίλ κινδύνου των δραστηριοτήτων, καθώς και εικόνα των συστημικών κινδύνων για τον χρηματοοικονομικό τομέα ή την πραγματική οικονομία, που ενέχουν ιδρύματα εκτός από τα αναφερόμενα στις παραγράφους 2 και 3, που υπάγονται σε λογιστικό πλαίσιο βάσει της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, η αρμόδια αρχή διαβουλεύεται με την ΕΑΤ σχετικά με την επέκταση και στα ιδρύματα αυτά των απαιτήσεων υποβολής αναφορών σχετικά με χρηματοοικονομικές πληροφορίες σε ενοποιημένη βάση, εφόσον δεν υποβάλλουν ήδη αναφορές σε αυτή τη βάση.

Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των μορφοτύπων που πρέπει να χρησιμοποιούν τα ιδρύματα στα οποία οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επεκτείνουν τις απαιτήσεις υποβολής αναφορών σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.   Όταν μια αρμόδια αρχή εκτιμά ότι πληροφορίες που δεν καλύπτονται από τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 5 είναι αναγκαίες για τους σκοπούς της παραγράφου 4, ενημερώνει την ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ σχετικά με τις πρόσθετες πληροφορίες που θεωρεί απαραίτητο να συμπεριληφθούν στα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 5.

Άρθρο 100

Συμπληρωματικές απαιτήσεις υποβολής αναφορών

Τα ιδρύματα υποβάλλουν αναφορές στις αρμόδιες αρχές σχετικά με το επίπεδο, τουλάχιστον συγκεντρωτικά, των συμφωνιών επαναγοράς, της δανειοδοσίας τίτλων και όλων των μορφών επιβάρυνσης των στοιχείων ενεργητικού τους.

Η ΕΑΤ συμπεριλαμβάνει τις πληροφορίες αυτές στα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα υποβολής αναφορών που αναφέρονται στο άρθρου 99 παράγραφος 5.

Άρθρο 101

Ειδικές υποχρεώσεις υποβολής αναφορών

1.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν αναφορές ανά εξάμηνο σχετικά με τα ακόλουθα στοιχεία στις αρμόδιες αρχές για κάθε εθνική αγορά ακινήτων στην οποία έχουν ανοίγματα:

α)

τις ζημίες που προέρχονται από ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει ακίνητο κατοικίας ως εξασφάλιση, έως το χαμηλότερο μεταξύ του ενυπόθηκου ποσού και του 80 % της αγοραίας αξίας ή του 80 % της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτουεκτός εάν αποφασιστεί διαφορετικά δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 2,

β)

τις συνολικές ζημίες από ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει ακίνητο κατοικίας ως εξασφάλιση, έως το τμήμα του ανοίγματος που θεωρείται ως πλήρως εξασφαλισμένο με ακίνητο κατοικίας σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 1,

γ)

την αξία ανοίγματος όλων των εκκρεμών ανοιγμάτων για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει ακίνητο κατοικίας ως εξασφάλιση, μόνον έως το τμήμα που θεωρείται ως πλήρως εξασφαλισμένο με ακίνητο κατοικίας σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 1,

δ)

τις ζημίες που προέρχονται από ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει εμπορικό ακίνητο ως εξασφάλιση, έως το χαμηλότερο μεταξύ του ενυπόθηκου ποσού και του 50 % της αγοραίας αξίας ή του 60 % της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου εκτός εάν αποφασιστεί κάτι διαφορετικό δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 2,

ε)

τις συνολικές ζημίες από ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει εμπορικό ακίνητο ως εξασφάλιση, έως το τμήμα του ανοίγματος που θεωρείται ως πλήρως εξασφαλισμένο με εμπορικό ακίνητο σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 1,

στ)

την αξία ανοίγματος όλων των εκκρεμών ανοιγμάτων για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει εμπορικό ακίνητο ως εξασφάλιση, μόνον έως το τμήμα που θεωρείται ως πλήρως εξασφαλισμένο με εμπορικό ακίνητο σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 1.

2.   Τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υποβάλλονται ως αναφορές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης του σχετικού ιδρύματος. Εφόσον ίδρυμα έχει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος, τα δεδομένα που αφορούν το εν λόγω υποκατάστημα υποβάλλονται επίσης ως αναφορές στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής. Τα δεδομένα υποβάλλονται επίσης ως αναφορές χωριστά για κάθε αγορά ακινήτων εντός της Ένωσης στην οποία έχει ανοίγματα το σχετικό ίδρυμα.

3.   Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν ετησίως σε αθροιστική βάση τα δεδομένα που προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως στ), παράλληλα με δεδομένα ιστορικού, όπου υπάρχουν. Μια αρμόδια αρχή, κατόπιν αιτήσεως άλλης αρμόδιας αρχής κράτους μέλους ή της ΕΑΤ, παρέχει στην εν λόγω αρμόδια αρχή ή την ΕΑΤ περαιτέρω λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την κατάσταση των αγορών ακινήτων κατοικίας ή εμπορικών ακινήτων στο εν λόγω κράτος μέλος.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

ενιαίους μορφοτύπους, ορισμούς, συχνότητες και ημερομηνίες υποβολής αναφορών καθώς και τις λύσεις ΤΠ, των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1,

β)

ενιαίους μορφοτύπους, ορισμούς, συχνότητες και ημερομηνίες κοινοποίησης, καθώς και λύσεις ΤΠ των αθροιστικών δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Χαρτοφυλάκιο συναλλαγών

Άρθρο 102

Απαιτήσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών

1.   Οι θέσεις στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε δεν υπόκεινται σε κανένα περιορισμό της εμπορευσιμότητάς τους είτε είναι επιδεκτικές αντιστάθμισης κινδύνου.

2.   Ο σκοπός διαπραγμάτευσης αποδεικνύεται με βάση στρατηγικές, πολιτικές και διαδικασίες τις οποίες το εκάστοτε ίδρυμα θεσπίζει με σκοπό τη διαχείριση της θέσης ή του χαρτοφυλακίου σύμφωνα με το άρθρο 103.

3.   Τα ιδρύματα θεσπίζουν και διατηρούν σε ισχύ συστήματα και ελέγχους για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους, σύμφωνα με τα άρθρα 104 και 105.

4.   Τα ιδρύματα δύνανται να περιλαμβάνουν εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο θέσης υπό την προϋπόθεση ότι η κατοχή τους έχει σκοπό διαπραγμάτευσης και ότι πληρούνται οι απαιτήσεις των άρθρων 103 έως 106.

Άρθρο 103

Διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών

Κατά τη διαχείριση των θέσεων ή των ομάδων θέσεών του στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, το ίδρυμα συμμορφώνεται με όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α)

το ίδρυμα πρέπει να διαθέτει σαφώς τεκμηριωμένη έγγραφη στρατηγική διαπραγμάτευσης για την εκάστοτε θέση/μέσο ή το χαρτοφυλάκιο, η οποία να έχει εγκριθεί από τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη και να περιλαμβάνει την αναμενόμενη περίοδο διακράτησης,

β)

το ίδρυμα πρέπει να διαθέτει σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για την ενεργό διαχείριση των θέσεων που συνομολογούνται σε μονάδα διαπραγμάτευσης. Οι ως άνω πολιτικές και διαδικασίες περιλαμβάνουν τα εξής:

i)

σε ποια μονάδα διαπραγμάτευσης μπορεί να συνομολογηθεί κάθε θέση,

ii)

υπάρχει καθορισμός ορίων θέσης και έλεγχος της καταλληλότητάς τους,

iii)

οι διαπραγματευτές διαθέτουν αυτονομία για τη συνομολόγηση και τη διαχείριση των θέσεων εντός συμφωνημένων ορίων και βάσει της εγκριθείσας στρατηγικής,

iv)

οι θέσεις γνωστοποιούνται στα ανώτατα διευθυντικά στελέχη ως αναπόσπαστο στοιχείο της διαδικασίας διαχείρισης κινδύνων του ιδρύματος,

v)

οι θέσεις αποτελούν αντικείμενο ενεργού παρακολούθησης σε συσχετισμό με πηγές πληροφόρησης για την αγορά και γίνεται εκτίμηση της εμπορευσιμότητας ή της ικανότητας αντιστάθμισης της θέσης ή των κινδύνων που τη συνιστούν, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης της ποιότητας και της διαθεσιμότητας δεδομένων της αγοράς στη διαδικασία αποτίμησης, του ύψους των αριθμών συναλλαγών της αγοράς και του όγκου των θέσεων που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής στην αγορά,

vi)

ενεργές διαδικασίες και έλεγχοι για την καταπολέμηση της απάτης,

γ)

το ίδρυμα πρέπει να διαθέτει σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για την παρακολούθηση των θέσεων σε συνάρτηση με τη στρατηγική διαπραγμάτευσης του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης του όγκου και των θέσεων των οποίων η αρχικά σκοπούμενη περίοδος διακράτησης έχει υπερβεί.

Άρθρο 104

Συμπερίληψη στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών

1.   Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για τον προσδιορισμό των θέσεων που πρέπει να περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών με σκοπό τον υπολογισμό των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 102 και με τον ορισμό του χαρτοφυλακίου συναλλαγών δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 86), λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων και πρακτικών του ιδρύματος για τη διαχείριση των κινδύνων. Η συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες τεκμηριώνεται πλήρως και υπόκειται σε περιοδικό εσωτερικό έλεγχο.

2.   Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για τη γενική διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες διέπουν τουλάχιστον:

α)

τις δραστηριότητες που το ίδρυμα θεωρεί ως διαπραγμάτευσης και ως μέρος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για λόγους απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων,

β)

τον βαθμό στον οποίο μία θέση μπορεί να αποτιμάται στην τρέχουσα τιμή της αγοράς στο πλαίσιο μιας ενεργού και ρευστής αγοράς διπλής κατεύθυνσης,

γ)

για τις θέσεις που αποτιμώνται βάσει υποδείγματος, τον βαθμό στον οποίο μπορεί το ίδρυμα:

i)

να εντοπίζει όλους τους σημαντικούς κινδύνους της θέσης,

ii)

να αντισταθμίζει όλους τους σημαντικούς κινδύνους της θέσης με μέσα ως προς τα οποία υπάρχει ενεργός και ρευστή αγορά διπλής κατεύθυνσης,

iii)

να πραγματοποιεί αξιόπιστες εκτιμήσεις για τα βασικά συμπεράσματα και παραμέτρους που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα,

δ)

τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί, και υποχρεούται, να πραγματοποιεί αποτιμήσεις για τις θέσεις, οι οποίες αποτιμήσεις μπορούν να επικυρώνονται εξωτερικά με συνεπή τρόπο,

ε)

τον βαθμό στον οποίο οι νομικοί περιορισμοί ή άλλες λειτουργικές απαιτήσεις θα παρεμπόδιζαν τη δυνατότητα του ιδρύματος να επιτύχει τη ρευστοποίηση ή αντιστάθμιση της θέσης σε βραχυπρόθεσμη βάση,

στ)

τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί, και υποχρεούται, να διαχειρίζεται ενεργά τους κινδύνους της θέσης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων διαπραγμάτεύσης του,

ζ)

τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί να μεταφέρει κινδύνους ή θέσεις μεταξύ του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και τα κριτήρια για τις μεταφορές αυτές.

Άρθρο 105

Απαιτήσεις συνετής αποτίμησης

1.   Όλες οι θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών υπόκεινται στα πρότυπα συνετής αποτίμησης που ορίζονται στο παρόν άρθρο. Συγκεκριμένα, τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι η συνετή αποτίμηση των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους επιτυγχάνει ικανοποιητικό βαθμό βεβαιότητας με γνώμονα τον δυναμικό χαρακτήρα των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, τις απαιτήσεις της συνετής αποτίμησης και τον τρόπο εφαρμογής και τον σκοπό των κεφαλαιακών απαιτήσεων όσον αφορά τις θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

2.   Τα ιδρύματα συγκροτούν και διατηρούν σε ισχύ συστήματα και ελέγχους που να επαρκούν για την παροχή συνετών και αξιόπιστων εκτιμήσεων αποτίμησης. Τα εν λόγω συστήματα και οι έλεγχοι περιλαμβάνουν οπωσδήποτε τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τεκμηριωμένες έγγραφες πολιτικές και διαδικασίες για τη μέθοδο αποτίμησης, συμπεριλαμβανομένου του σαφή καθορισμού των ευθυνών στους διάφορους τομείς που έχουν εμπλέκονται για τον καθορισμό της αποτίμησης, τις πηγές πληροφόρησης για την αγορά και την εξέταση της καταλληλότητάς τους, τις κατευθυντήριες γραμμές για τη χρήση μη παρατηρήσημων στοιχείων που αντικατοπτρίζουν τις παραδοχές του ιδρύματος όσον αφορά τα στοιχεία που θα χρησιμοποιήσουν οι συμμετέχοντες στην αγορά για την αποτίμηση της θέσης, τη συχνότητα ανεξάρτητων αποτιμήσεων, τις χρονικές παραμέτρους των τιμών κλεισίματος, διαδικασίες για την προσαρμογή αποτιμήσεων και διαδικασίες επαλήθευσης, τόσο στη λήξη μήνα όσο και μεμονωμένου χαρακτήρα,

β)

σαφείς και ανεξάρτητους από τη μονάδα διαπραγμάτευσης διαύλους αναφοράς για το τμήμα που είναι υπόλογο για τη διαδικασία αποτίμησης.

Ο δίαυλος αναφοράς θα καταλήγει τελικά στο διοικητικό όργανο.

3.   Τα ιδρύματα ανατιμούν τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους τουλάχιστον άπαξ ημερησίως.

4.   Τα ιδρύματα αποτιμούν τις θέσεις τους με τιμές αγοράς όποτε είναι δυνατό, ακόμα και όταν εφαρμόζεται η κεφαλαιακή αντιμετώπιση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

5.   Κατά την καθημερινή αποτίμηση χρησιμοποιείται την πλέον συντηρητική μεταξύ της τιμή αγοράς και της τιμή πώλησης εκτός εάν το ίδρυμα μπορεί να εκκαθαρίσει τη θέση στη μέση τιμή της αγοράς. Όταν τα ιδρύματα κάνουν χρήση αυτής της παρέκκλισης, ενημερώνουν ανά εξάμηνο τις αρμόδιες αρχές τους για τις σχετικές θέσεις και παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι μπορούν να εκκαθαρίσουν τη θέση στη μέση τιμή της αγοράς.

6.   Όταν δεν είναι δυνατή η αποτίμηση με αγοραίες τιμές, τα ιδρύματα αποτιμούν συντηρητικά βάσει υποδείγματος τις θέσεις και τα χαρτοφυλάκιά τους, ακόμα και όταν υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για θέσεις στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.

7.   Τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις ακόλουθες απαιτήσεις κατά την αποτίμηση βάσει υποδείγματος:

α)

τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη γνωρίζουν τα στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή άλλων θέσεων εύλογης αξίας που υπόκεινται σε αποτίμηση βάσει υποδείγματος και αντιλαμβάνονται το βαθμό αβεβαιότητας που ως εκ τούτου προκύπτει για τη γνωστοποίηση του κινδύνου ή της απόδοσης της εκάστοτε επιχειρηματικής δράσης,

β)

τα ιδρύματα αντλούν τα δεδομένα αγοράς στο μέτρο του δυνατού με γνώμονα τις αγοραίες τιμές, ενώ η καταλληλότητα των δεδομένων αγοράς της εκάστοτε αποτιμώμενης θέσης και οι παράμετροι του υποδείγματος υποβάλλονται σε τακτική αξιολόγηση,

γ)

οσάκις είναι διαθέσιμες, χρησιμοποιούνται μεθοδολογίες αποτίμησης οι οποίες αποτελούν αποδεκτή πρακτική στην αγορά για συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά μέσα ή βασικά εμπορεύματα,

δ)

όταν το υπόδειγμα αναπτύσσεται από το ίδιο το ίδρυμα, πρέπει να στηρίζεται σε κατάλληλες παραδοχές οι οποίες έχουν αξιολογηθεί και ελεγχθεί από πρόσωπα με κατάλληλη κατάρτιση που είναι ανεξάρτητα με τη διαδικασία ανάπτυξης του υποδείγματος,

ε)

τα ιδρύματα διαθέτουν τυπικές διαδικασίες ελέγχου των αλλαγών και φυλάσσουν ασφαλές αντίγραφο του υποδείγματος, το οποίο χρησιμοποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα για τον έλεγχο των αποτιμήσεων,

στ)

οι υπεύθυνοι για τη διαχείριση κινδύνων γνωρίζουν τις αδυναμίες των χρησιμοποιούμενων υποδειγμάτων, καθώς και τον ενδεδειγμένο τρόπο για την αποτύπωσή τους στα πορίσματα των αποτιμήσεων, και

ζ)

τα υποδείγματα των ιδρυμάτων υπόκεινται σε τακτική επανεξέταση προκειμένου να κριθεί η ακρίβεια των επιδόσεών τους, ώστε, μεταξύ άλλων, να αξιολογηθεί κατά πόσον οι παραδοχές εξακολουθούν να είναι κατάλληλες, να γίνει ανάλυση των κερδών και ζημιών σε αντιπαραβολή με τους παράγοντες κινδύνου και να συγκριθούν οι πραγματικές τιμές εκκαθάρισης με τις τιμές που προκύπτουν από το υπόδειγμα.

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ), το υπόδειγμα αναπτύσσεται ή εγκρίνεται χωρίς την ανάμειξη της μονάδα διαπραγμάτευσης και η ορθότητά του ελέγχεται από ανεξάρτητο φορέα. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει την επικύρωση των μαθηματικών υπολογισμών, των παραδοχών και του χρησιμοποιούμενου λογισμικού.

8.   Τα ιδρύματα διενεργούν ανεξάρτητη επαλήθευση των τιμών επιπλέον της καθημερινής αποτίμησης με τιμές αγοράς ή της αποτίμησης βάσει υποδείγματος. Η επαλήθευση των τιμών αγοράς και των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για το υπόδειγμα διενεργείται από μονάδα ανεξάρτητη από πρόσωπα ή μονάδες που επωφελούνται από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, τουλάχιστον σε μηνιαία βάση ή συχνότερα, αναλόγως του χαρακτήρα της αγοράς ή της δραστηριότητας διαπραγμάτευσης. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ανεξάρτητες πηγές για τις τιμές ή υπάρχουν μεν αλλά χαρακτηρίζονται από αυξημένη υποκειμενικότητα, ενδείκνυται ενδεχομένως η εφαρμογή μέτρων συντηρητικότητας, όπως είναι οι προσαρμογές αποτίμησης.

9.   Τα ιδρύματα διαμορφώνουν και διατηρούν σε ισχύ διαδικασίες που επιτρέπουν τις προσαρμογές αποτίμησης.

10.   Τα ιδρύματα διερευνούν τυπικά τις κατωτέρω προσαρμογές αποτίμησης: μη δεδουλευμένα πιστωτικά περιθώρια, έξοδα εκκαθάρισης, λειτουργικούς κινδύνους, αβεβαιότητα αγοραίας τιμής, πρόωρη λήξη, επενδυτικά έξοδα και έξοδα χρηματοδότησης, μελλοντικά διοικητικά έξοδα και, εφόσον ισχύει, κίνδυνο υποδείγματος.

11.   Τα ιδρύματα υιοθετούν και διατηρούν διαδικασίες για τον υπολογισμό της προσαρμογής στην τρέχουσα αποτίμηση θέσεων μειωμένης ρευστότητας, οι οποίες είναι δυνατόν να προκύψουν τόσο από γεγονότα της αγοράς όσο και από καταστάσεις που αφορούν το ίδρυμα, λ.χ. συγκεντρωμένες θέσεις ή/και θέσεις η αρχικά σκοπούμενη περίοδος διακράτησης των οποίων έχει υπερβεί. Τα ιδρύματα, εφόσον απαιτείται, πραγματοποιούν τις εν λόγω προσαρμογές επιπρόσθετα τυχόν μεταβολών στην αξία της θέσης που απαιτούνται για σκοπούς χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, και σχεδιάζουν τις σχετικές προσαρμογές έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν την έλλειψη ρευστότητας της θέσης. Βάσει των εν λόγω διαδικασιών, όταν ένα ίδρυμα εξετάζει κατά πόσον είναι απαραίτητη η προσαρμογή αποτίμησης για θέσεις μειωμένης ρευστότητας, συνεκτιμά διάφορους παράγοντες, στους οποίους συγκαταλέγονται οι εξής:

α)

το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την αντιστάθμιση της θέσης ή των κινδύνων που περικλείει η θέση,

β)

η μεταβλητότητα και ο μέσος όρος των αποκλίσεων μεταξύ τιμής αγοράς και τιμής πώλησης,

γ)

η διαθεσιμότητα παρεχόμενων τιμών αγοράς (πλήθος και ταυτότητα των ειδικών διαπραγματευτών) και η μεταβλητότητα και ο μέσος όρος των όγκων συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των όγκων συναλλαγών κατά τη διάρκεια περιόδων ακραίων συνθηκών της αγοράς,

δ)

οι συγκεντρώσεις στην αγορά,

ε)

η χρονολογική ωρίμανση των θέσεων,

στ)

ο βαθμός στον οποίο η αποτίμηση βασίζεται σε υπόδειγμα αποτίμησης,

ζ)

η επίπτωση άλλων κινδύνων που σχετίζονται με το υπόδειγμα.

12.   Όταν ένα ίδρυμα χρησιμοποιεί αποτιμήσεις τρίτων ή αποτιμήσεις βάσει υποδείγματος, πρέπει να εξετάζει τη σκοπιμότητα προσαρμογής αποτίμησης. Επιπλέον, τα ιδρύματα εξετάζουν την αναγκαιότητα θέσπισης προσαρμογών για θέσεις μειωμένης ρευστότητας και ελέγχουν συνεχώς την καταλληλότητά τους. Τα ιδρύματα αξιολογούν συγκεκριμένα την ανάγκη για προσαρμογές αποτίμησης σχετικά με την αβεβαιότητα των παραμέτρων των δεδομένων που χρησιμοποιούνται από τα υποδείγματα.

13.   Όσον αφορά πολύπλοκα προϊόντα, τα οποία περιλαμβάνουν ανοίγματα τιτλοποίησης και πιστωτικά παράγωγα νιοστής αθέτησης, τα ιδρύματα αξιολογούν συγκεκριμένα την ανάγκη για προσαρμογές αποτίμησης προκειμένου να αντικατοπτριστούν ο κίνδυνος υποδείγματος που συνδέεται με τη χρήση ενδεχομένως εσφαλμένης μεθόδου αποτίμησης και ο κίνδυνος υποδείγματος που συνδέεται με τη χρήση στο υπόδειγμα αποτίμησης παραμέτρων βαθμονόμησης μη δυναμένων να παρατηρηθούν (και ενδεχομένως εσφαλμένων).

14.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των όρων σύμφωνα με τους οποίους ισχύουν οι απαιτήσεις του άρθρου 105 για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως 1η Φεβρουαρίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 106

Εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου

1.   Συγκεκριμένα, μια εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου πληροί τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α)

δεν έχει ως αρχικό στόχο την αποφυγή ή τη μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων,

β)

είναι δεόντως και εγγράφως τεκμηριωμένη και υπόκειται σε ειδικές εσωτερικές διαδικασίες έγκρισης και ελέγχου,

γ)

διενεργείται υπό τους όρους που ισχύουν στην αγορά,

δ)

ο κίνδυνος αγοράς που δημιουργείται από την εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου αποτελεί αντικείμενο δυναμικής διαχείρισης στο πλαίσιο του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός των επιτρεπόμενων ορίων,

ε)

παρακολουθείται προσεκτικά.

Η παρακολούθηση διασφαλίζεται με επαρκείς διαδικασίες.

2.   Οι απαιτήσεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που ισχύουν για την αντισταθμισμένη θέση εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

3.   Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1 και 2, όταν ένα ίδρυμα αντισταθμίζει ένα άνοιγμα σε πιστωτικό κίνδυνο εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή σε κίνδυνο αντισυμβαλλομένου με ένα πιστωτικό παράγωγο που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του με εσωτερική αντιστάθμιση, το άνοιγμα εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή στον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου δεν θεωρείται ότι έχει αντισταθμιστεί για τους σκοπούς του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ανοιγμάτων ως προς τον κίνδυνο, εκτός εάν το ίδρυμα αγοράσει από τρίτο, ο οποίος είναι επιλέξιμος πάροχος πιστωτικής προστασίας, ένα πιστωτικό παράγωγο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Με την επιφύλαξη του άρθρου 299 παράγραφος 2 στοιχείο η), όταν παρόμοια πιστωτική προστασία αγοράζεται από τρίτους και αναγνωρίζεται ως αντιστάθμιση ανοίγματος εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, ούτε η εσωτερική ούτε η εξωτερική αντιστάθμιση με πιστωτικό παράγωγο δεν περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΚΙΝΔΥΝΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Γενικές αρχές

Άρθρο 107

Μέθοδοι όσον αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο

1.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν είτε την τυποποιημένη προσέγγιση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 είτε, εφόσον το επιτρέπουν οι αρμόδιες αρχές βάσει του άρθρου 143, την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων (IRΒ) που προβλέπεται στο κεφάλαιο 3 προκειμένου να υπολογίσουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων τους για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) και στ).

2.   Για τα ανοίγματα διαπραγμάτευσης και για τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου, τα ιδρύματα εφαρμόζουν την αντιμετώπιση πο